Ισοβιότητα των δικαστικών λειτουργών και δικαστική ανεξαρτησία

Ακρίτας Καϊδατζής, Αναπλ. καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου Α.Π.Θ.

Οι όροι που χρησιμοποιούνται στους νόμους πρέπει κατά το δυνατόν να μη διαφοροποιούνται από την έννοια που έχουν στην καθημερινή γλώσσα. Αυτό ισχύει κατά μείζονα λόγο για το σύνταγμα. Το σύνταγμα είναι ο νόμος των πολιτών για να ελέγχουν την κρατική εξουσία. Πρέπει να είναι –ακόμα περισσότερο απ’ όσο οι κοινοί νόμοι– γλωσσικά προσβάσιμο για τους πολίτες, δηλαδή ευχερώς κατανοητό. Δεν πρέπει να παραπλανά για το νόημα των διατάξεών του. Δεν αποκλείεται, βεβαίως, να χρησιμοποιούνται κάποιες φορές στο σύνταγμα τεχνικοί-νομικοί όροι που η έννοιά τους διαφοροποιείται από αυτό που καταλαβαίνει ο μέσος πολίτης. Ακόμα και τότε, όμως, οι όροι αυτοί δεν μπορεί να διαφέρουν ουσιωδώς από την έννοια που έχουν στην καθομιλουμένη.

Το άρθρο 88 παρ. 1 του Συντάγματος ορίζει ότι οι δικαστικοί λειτουργοί «είναι ισόβιοι». Κατά την κοινή αντίληψη, κάποιος είναι ισόβιος όταν διατηρεί ορισμένη ιδιότητα για όλη του τη ζωή, μέχρι το θάνατό του. Αυτό επιβεβαιώνεται από οποιοδήποτε λεξικό της ελληνικής γλώσσας. Ο πολίτης που θα διαβάσει τη διάταξη αυτή θα μείνει καταρχάς με την εντύπωση πως οι δικαστικοί λειτουργοί διατηρούν τη θέση τους εφ’ όρου ζωής. Αν όμως συνεχίσει την ανάγνωση του άρθρου, θα διαπιστώσει ότι, σύμφωνα με την παρ. 5, οι δικαστικοί λειτουργοί, ανάλογα με το βαθμό στον οποίο έχουν φτάσει, «αποχωρούν υποχρεωτικά από την υπηρεσία μόλις συμπληρώσουν το εξηκοστό πέμπτο» ή «το εξηκοστό έβδομο έτος της ηλικίας τους». Ανάμεσα στις δύο διατάξεις φαίνεται να υπάρχει διάσταση. Πώς γίνεται οι δικαστικοί λειτουργοί και να είναι ισόβιοι και να αποχωρούν από την υπηρεσία στα 65 ή στα 67; Μια ηλικία, μάλιστα, που στην εποχή μας απέχει αρκετά από το προσδόκιμο ζωής στην Ελλάδα[1].

Οι νομικοί διαχρονικά απαντούν ότι ο όρος «ισόβιοι» στο άρθρο 88 παρ. 1 του Συντάγματος είναι τεχνικός-νομικός όρος η έννοια του οποίου διαφέρει από αυτή που έχει κατά την κοινή γλωσσική αντίληψη. Ειδικότερα, ερμηνεύουν τον όρο αυτό, την ισοβιότητα των δικαστικών λειτουργών, σε αντιδιαστολή προς τον όρο «μόνιμοι» στο άρθρο 103 παρ. 4, τη μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων. Σύμφωνα με την τελευταία αυτή διάταξη: «Οι δημόσιοι υπάλληλοι που κατέχουν οργανικές θέσεις είναι μόνιμοι εφόσον οι θέσεις αυτές υπάρχουν». Αυτό σημαίνει πως, εάν καταργηθεί η θέση τους, οι υπάλληλοι παύουν πλέον να προστατεύονται από τη μονιμότητα. Αντιθέτως, λένε οι νομικοί, οι δικαστικοί λειτουργοί εξακολουθούν να προστατεύονται ακόμα κι αν καταργηθεί η θέση που κατέχουν[2].

Αυτό είναι βεβαίως σωστό. Οι δικαστικοί λειτουργοί έχουν αυξημένη συνταγματική προστασία έναντι των δημοσίων υπαλλήλων. Οι τελευταίοι έχουν τη συνταγματική εγγύηση της, ας το πούμε έτσι, ‘απλής’ μονιμότητας, που παύει με την κατάργηση της θέσης, ενώ οι πρώτοι μιας ‘ενισχυμένης’ μονιμότητας, που διατηρείται ακόμα και μετά την κατάργηση της θέσης τους. Η διαφορά είναι οπωσδήποτε σημαντική, όμως εξακολουθεί να μη δικαιολογεί το χαρακτηρισμό των δικαστικών λειτουργών ως ‘ισόβιων’. Ακόμα και ως τεχνικός-νομικός όρος, η ισοβιότητα δεν μπορεί να μην έχει καμία απολύτως νοηματική σχέση με τη έννοια του όρου στην κοινή γλώσσα. Ισόβιος δεν (μπορεί να) είναι κάποιος που διατηρεί τη θέση του ακόμα και μετά την κατάργησή της, αλλά πάντως αποχωρεί υποχρεωτικά στα 65 ή 67. Η αυξημένη αυτή προστασία μπορεί να είναι συνέπεια της ισοβιότητας, αλλά δεν μπορεί να είναι η ίδια η ισοβιότητα.  Η ερμηνεία την οποία –ομοφώνως, πάντως– υιοθετούν οι νομικοί δεν πείθει.

Λέγεται συχνά ότι τα Συντάγματα του 1844 και του 1864 καθιέρωναν την ισοβιότητα των δικαστικών λειτουργών «κυριολεκτικά»[3] –εννοώντας: με την έννοια που έχει ο όρος στην κοινή γλώσσα. Για πρώτη φορά με το Σύνταγμα του 1911, και παγίως έκτοτε, θεσπίστηκε ηλικιακό όριο υποχρεωτικής αποχώρησης από την υπηρεσία, χωρίς πάντως να εγκαταλειφθεί ο χαρακτηρισμός των δικαστικών λειτουργών ως ισόβιων. Από τότε, κατά την ερμηνεία που έχουν υιοθετήσει οι νομικοί, η ισοβιότητα δεν καθιερώνεται στα ελληνικά συντάγματα ‘κυριολεκτικά’. Δεν σημαίνει τίποτα περισσότερο και τίποτα διαφορετικό από την παραμονή τους στο σώμα ακόμα και μετά τυχόν κατάργηση της θέσης τους, αλλά πάντως μέχρι τη συμπλήρωση του ηλικιακού ορίου αποχώρησης.

Η ερμηνεία αυτή δεν πείθει. Καμία λέξη του Συντάγματος δεν είναι χωρίς σημασία. Αν ο (διαχρονικός) συνταγματικός νομοθέτης ήθελε η ισοβιότητα των δικαστικών λειτουργών να ταυτίζεται με μόνη την εγγύηση της παραμονής τους στο σώμα ακόμα και μετά την κατάργηση της θέσης τους, δεν θα είχε κανένα λόγο να χρησιμοποιήσει τον όρο ‘ισόβιοι’. Θα αρκούσε μια ρύθμιση του τύπου: «Οι δικαστικοί λειτουργοί είναι μόνιμοι ανεξαρτήτως της ύπαρξης των θέσεων που κατέχουν». Ο όρος ‘ισοβιότητα’, επομένως, (δεν μπορεί παρά να) έχει αυτοτελές κανονιστικό περιεχόμενο, που δεν ταυτίζεται με την κύρια συνέπειά του, την εγγύηση της παραμονή στο σώμα και μετά την κατάργηση της θέσης.

Η ισοβιότητα, λοιπόν, σημαίνει πως οι δικαστικοί λειτουργοί πράγματι διατηρούν την ιδιότητά τους εφ’ όρου ζωής. Από τη στιγμή που εισέλθουν στο σώμα, με την εισαγωγή τους στην Εθνική Σχολή Δικαστικών Λειτουργών, αποκτούν την ιδιότητα του δικαστικού λειτουργού[4], την οποία διατηρούν καθ’ όλη τη διάρκεια του βίου τους. Η με την έννοια αυτή διακήρυξη της ισοβιότητας των δικαστικών λειτουργών στην παρ. 1 του άρθρου 88 του Συντάγματος δεν είναι ασύμβατη με την πρόβλεψη ηλικιακού ορίου αποχώρησής τους «από την υπηρεσία» (αλλά όχι από το σώμα!) στην παρ. 5. Οι δικαστικοί λειτουργοί διατηρούν την ιδιότητά τους ισοβίως –όχι απαραιτήτως και τη θέση τους. Ακόμα και μετά την αφυπηρέτησή τους, την αποχώρηση από την ενεργό υπηρεσία, διατηρούν τον τίτλο του επίτιμου δικαστικού λειτουργού. Αυτό δεν συνιστά απλή έκφραση ευαρέσκειας για την υπηρεσία τους. Ο τίτλος τούς απονέμεται στο προεδρικό διάταγμα αποχώρησης από την υπηρεσία[5], δηλαδή με πράξη πολιτειακού οργάνου στο υψηλότερο δυνατό επίπεδο.  Οι δικαστικοί λειτουργοί διατηρούν, λοιπόν, την ιδιότητά τους ισοβίως, ακόμα και μετά την αποχώρησή τους από την υπηρεσία με τη συμπλήρωση του 65ου ή του 67ου έτους της ηλικίας τους.

Η ισοβιότητα των δικαστικών λειτουργών δεν είναι κενός τύπος. Δεν είναι άμοιρη συνεπειών. Όσο υπηρετούν, η κύρια συνέπειά της είναι, όπως είδαμε, η εγγύηση της παραμονής τους στην υπηρεσία ακόμα και μετά τυχόν κατάργηση της θέσης τους. Η ισοβιότητα συνεπάγεται όμως επίσης πως, ακόμα και μετά την αφυπηρέτησή τους, οι δικαστικοί λειτουργοί εξακολουθούν να υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής των συνταγματικών διατάξεων που, είτε με τη μορφή δικαιώματος είτε με τη μορφή υποχρεώσεων ή απαγορεύσεων, θέτουν ειδικές εγγυήσεις δικαστικής ανεξαρτησίας.

Το άρθρο 88 παρ. 2 του Συντάγματος, για παράδειγμα, διακηρύσσει: «Οι αποδοχές των δικαστικών λειτουργών είναι ανάλογες με το λειτούργημά τους». Παρότι η διάταξη κάνει λόγο μόνο για ‘αποδοχές’ –όχι και για συντάξεις– αποτελεί περίπου κοινό τόπο και έχει κριθεί τόσες πολλές φορές ώστε να θεωρείται όχι μόνον αυτονόητο αλλά και αυταπόδεικτο πως από τη διάταξη απορρέει ο συνταγματικός κανόνας: οι συντάξεις των δικαστικών λειτουργών μετά την αποχώρησή τους από την υπηρεσία είναι ανάλογες με το λειτούργημά τους[6].

Με την ίδια ακριβώς λογική –και για τη διασφάλιση του ίδιου ακριβώς σκοπού: της προσωπικής ανεξαρτησίας των δικαστικών λειτουργών– (θα έπρεπε να) είναι εξίσου αυτονόητη η υπαγωγή των δικαστικών λειτουργών, και μετά την αφυπηρέτησή τους, σε όλες τις ειδικές εγγυήσεις δικαστικής ανεξαρτησίας, τουλάχιστον σε όσες δεν προσιδιάζουν αποκλειστικά σε εν ενεργεία δικαστές. Η σημαντικότερη από αυτές είναι η εγγύηση που θέτει το Σύνταγμα στο άρθρο 89 παρ. 4: «Απαγορεύεται στους δικαστικούς λειτουργούς η συμμετοχή στην Κυβέρνηση». Υπάρχουν κι άλλες. Άρθρο 89 παρ. 1: «Απαγορεύεται στους δικαστικούς λειτουργούς να παρέχουν κάθε άλλη μισθωτή υπηρεσία καθώς και να ασκούν οποιοδήποτε επάγγελμα». Άρθρο 89 παρ. 3: «Η ανάθεση διοικητικών καθηκόντων σε δικαστικούς λειτουργούς απαγορεύεται». Άρθρο 29 παρ. 3: «Απαγορεύονται απολύτως οι οποιασδήποτε μορφής εκδηλώσεις υπέρ ή κατά πολιτικού κόμματος στους δικαστικούς λειτουργούς».

Γνωρίζουμε πολύ καλά ότι καμία από τις παραπάνω διατάξεις δεν εφαρμόζεται σε αφυπηρετήσαντες δικαστικούς λειτουργούς. Τα παραπάνω όχι απλώς δεν θεωρούνται αυτονόητα, αλλά ακούγονται αδιανόητα. Θα πρέπει όμως κάποια στιγμή να ανοίξει επιτέλους η συζήτηση και γι’ αυτά. Η προϊούσα, και ραγδαία, απονομιμοποίηση της δικαστικής εξουσίας, αντί να θορυβήσει πρώτα απ’ όλους τους ίδιους τους λειτουργούς της, έχει οδηγήσει σε μιαν αμυντικού χαρακτήρα συντεχνιακή περιχαράκωση που αγγίζει τα όρια του γελοίου. Οι δικαστικές και, ιδίως, εισαγγελικές ενώσεις σπεύδουν, με την παραμικρή αφορμή δημόσιας κριτικής, να εκδίδουν λαύρες ανακοινώσεις ομνύοντας στο όνομα μιας (θεόσταλτης, άραγε;) δικαστικής ανεξαρτησίας, που απλώς προϋποτίθεται ως δεδομένη. Αποφεύγουν όμως να συζητήσουν πολύ σημαντικότερα. Τί εντύπωση δίνουν άραγε, όσον αφορά την ανεξαρτησία τους όσο ήταν εν ενεργεία, δικαστικοί λειτουργοί –προπαντός, μάλιστα, όσοι είχαν επιλεγεί σε κορυφαίες θέσεις από το υπουργικό συμβούλιο κατά το άρθρο 90 παρ. 5 του Συντάγματος– που, μετά την αφυπηρέτησή τους, διορίζονται υπουργοί ή ‘ανταμείβονται’ με υψηλές κρατικές θέσεις ή θέσεις σε ανεξάρτητες αρχές ή ακόμα και σε ιδιωτικούς οργανισμούς που συνδέονται με μεγάλα οικονομικά ή άλλα συμφέροντα;

[1] Το προσδόκιμο ζωής στην Ελλάδα το 2023 ανερχόταν στα 81,8 χρόνια (84,4 χρόνια για τις γυναίκες και 79,2 χρόνια για τους άνδρες), βλ. Greece in Figures, διαθέσιμο σε https://www.greeceinfigures.com/data-insights/sta-81-8-xronia-to-prosdokimo-zois-stin-ellada/.

[2] Βλ., ενδεικτικά, Κ. Γώγου, «Άρθρο 88», in Σπ. Βλαχόπουλος et al (επιμ.), Σύνταγμα, Ερμηνεία κατ’ άρθρο, Νομική Βιβλιοθήκη, 2024, σ. 1114 επ. (1116).

[3] Κ. Μαυριάς, Συνταγματικό δίκαιο, 6η έκδ., Π.Ν. Σάκκουλας, 2022, σ. 649.

[4] Ότι η ισοβιότητα των δικαστικών λειτουργών δεν ταυτίζεται με την αυξημένη προστασία της θέσης τους προκύπτει, άλλωστε, και από το ότι δεν προστατεύεται η θέση τους κατά τη διάρκεια της εκπαιδευτικής και δοκιμαστικής περιόδου στην αρχή της σταδιοδρομίας τους, μολονότι δεν αμφισβητείται ότι ήδη από τότε κατέχουν την ιδιότητα δικαστικού λειτουργού.

[5] Άρθρο 71 παρ. 4 του ν. 4938/2022 (Κώδικας Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών).

[6] Βλ., τελείως ενδεικτικά για μια δυσθεώρητη και απολύτως ανεξαίρετη νομολογία, τις αποφάσεις 1/2018 του Ειδικού Δικαστηρίου του άρθρου 88 του Συντάγματος και 2020/2020 του Ελεγκτικού Συνεδρίου σε ολομέλεια.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

one × two =