Αριστόβουλος Μάνεσης: ένα υπόδειγμα συνέπειας μεταξύ λόγων και έργων (παρουσίαση του Τόμου 100 χρόνια από τη γέννηση του Αριστόβουλου Μάνεση)

Χαράλαμπος Κουρουνδής, δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω / επίκουρος καθηγητής Συνταγματικής Θεωρίας και Ιστορίας, Πανεπιστήμιο Κρήτης

Ο τόμος που παρουσιάζουμε σήμερα[1] συνιστά μια εξαίρεση σε σχέση με τα συνήθως συμβαίνοντα. Δεν είναι συχνό το φαινόμενο πανεπιστημιακοί δάσκαλοι να τιμώνται είκοσι και πλέον χρόνια μετά τον θάνατό τους. Ο Αριστόβουλος Μάνεσης, όμως, δεν υπήρξε μια συνηθισμένη περίπτωση ανθρώπου και πανεπιστημιακού δασκάλου. Αναφορικά με την επιστημοσύνη του, δεν χρειάζεται να ειπωθούν πολλά: οι συμβολές στον παρουσιαζόμενο τόμο αναδεικνύουν τεκμηριωμένα και με πληρότητα την πολύτιμη συνεισφορά του στην επιστήμη του Συνταγματικού Δικαίου. Έχοντας τη χαρά να συγγράψω τη βιογραφία του Μάνεση που φιλοξενείται στον τόμο, μετά από την ιδιαίτερα τιμητική για εμένα πρόσκληση του Ομίλου που φέρει το όνομά του, θα επικεντρωθώ στη σχέση συνέπειας ανάμεσα στα λόγια και τις πράξεις του κορυφαίου συνταγματολόγου του δεύτερου μισού του 20ου αιώνα, από τα φοιτητικά του χρόνια ως το τέλος της ζωής του.

Ποιοι ήταν, λοιπόν, οι σταθμοί αυτής της πλούσιας ζωής; Ο πρώτος σταθμός, που ήταν καθοριστικός για τη συγκρότηση της προσωπικότητας του Μάνεση, ήταν η συμμετοχή του στο κίνημα της Αντίστασης μέσα από τις γραμμές της ΕΠΟΝ και του ΣΚ-ΕΛΔ, του κόμματος που είχε (συν)ιδρύσει ο Αλέξανδρος Σβώλος. Οι ιδέες που τον ενέπνευσαν εκείνη την περίοδο αναδεικνύονται σε ένα αδημοσίευτο διήγημά του, που γράφηκε το 1943. Ο Μάνεσης εκφράζεται μέσα από έναν νεαρό ήρωα που επιμένει εν μέσω Κατοχής ότι υπάρχουν δύο στάσεις, «η προσαρμογή προς τις περιστάσεις ή η εναντίωση προς τις περιστάσεις κι η ανατροπή τους. Ο πρώτος σημαίνει υποταγή· ο δεύτερος δηλώνει ανταρσία, γι’ αυτό είναι κι εντιμότερος». Ο 22χρονος Μάνεσης επέλεξε τον δεύτερο δρόμο και τον ακολούθησε σε όλη του τη ζωή.

Δεν ήταν εύκολο. Ήδη από τη δεκαετία του ‘50, ως εντεταλμένος υφηγητής του Συνταγματικού Δικαίου, επικεντρώθηκε σε ζητήματα τήρησης της δημοκρατικής αρχής και του κράτους δικαίου. Ερχόμενος αντιμέτωπος με το μετεμφυλιακό κράτος, το οποίο λειτουργούσε ως «ένα αληθινό εργαστήρι επεξεργασίας και πειραματισμού νομικών τακτικών καταπολέμησης του “κομμουνιστικού κινδύνου”, που δεν είχαν την ίδια περίοδο, το ανάλογό τους, και δεν θα το έχουν ούτε στη συνέχεια, σε καμία άλλη δυτική χώρα», όπως έχει επισημάνει ο Χαράλαμπος Ανθόπουλος, ο Μάνεσης έκανε τη δύσκολη επιλογή να μη σιωπήσει. Έτσι, δημοσίευσε άρθρα για επίκαιρα θέματα δικαιοπολιτικής σημασίας, που συνδέονταν με τη φαλκίδευση των θεμελιωδών δικαιωμάτων μέσα από τη συνύπαρξη του Συντάγματος με το «παρασύνταγμα». Εμβληματική υπήρξε σε αυτό το επίπεδο η γνωμοδότησή του για την αντισυνταγματικότητα των μετεκτοπίσεων, η οποία συνέβαλε και στη στροφή της νομολογίας επί του θέματος. Ο Μάνεσης, μάλιστα, πήρε θέση και για τις εκτοπίσεις εν γένει, υπογραμμίζοντας ότι εφόσον αυτές απολήγουν στην αναίρεση της προσωπικής ελευθερίας, δεν τελούν σε αρμονία προς το Σύνταγμα. Με αυτήν την τοποθέτηση δεν διαφοροποιήθηκε μόνο από τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας και του Αρείου Πάγου, που είχαν νομιμοποιήσει αυτές τις παραβιάσεις θεμελιωδών δικαιωμάτων. Διαχώρισε επίσης τη στάση του από τους άλλους συνταγματολόγους, οι οποίοι είχαν επιλέξει είτε να αγνοήσουν παντελώς την εκτόπιση (Γεωργόπουλος), είτε να την μνημονεύσουν απλώς σαν περίπτωση περιορισμού της προσωπικής ελευθερίας (Κυριακόπουλος), είτε να αναφερθούν συνοπτικά σε αυτήν, διατυπώνοντας απλώς αμφιβολίες για τη συνταγματικότητά της (Σγουρίτσας). Εξάλλου, η φαλκίδευση του Συντάγματος μέσω της ερμηνείας του αποτελούσε για τον Μάνεση πλήγμα στη δημοκρατία και στο κράτος δικαίου και υπόκλιση στην αυθαιρεσία των κρατούντων, όχι απόδειξη προσαρμογής του στις μεταβαλλόμενες συνθήκες.

Παράλληλα με τη φαλκίδευση των θεμελιωδών ελευθεριών, στο οπλοστάσιο των πρακτικών του μετεμφυλιακού κράτους εντασσόταν και η ποικιλότροπη νόθευση της εκλογικής διαδικασίας. Αποκορύφωμα αυτής της πρακτικής υπήρξε η σκανδαλώδης διεξαγωγή των εκλογών του 1961, που έμειναν στην Ιστορία ως εκλογές «βίας και νοθείας». Η διασφάλιση του αδιάβλητου χαρακτήρα των εκλογών αποτέλεσε αντικείμενο ειδικής μελέτης του Μάνεση εκείνη την περίοδο. Στην εν λόγω μελέτη του,  δεν δίστασε να ασκήσει δριμεία κριτική στη δικαστική εξουσία, και συγκεκριμένα στο Εκλογοδικείο, οι σχετικές αποφάσεις του οποίου νομιμοποίησαν πρακτικές που έπληξαν με πρόδηλο τρόπο τη μυστικότητα της ψήφου.

Αυτός ο προσανατολισμός εκφράστηκε και στο εναρκτήριο μάθημα του Μάνεση ως καθηγητή Συνταγματικού Δικαίου, στις 21 Μαρτίου 1962. Ο Μάνεσης συμπύκνωσε την αντίληψή του για το Συνταγματικό Δίκαιο ως τεχνική της πολιτικής ελευθερίας με λόγια που ηχούν επίκαιρα και σήμερα: «εις τα δημοκρατικά πολιτεύματα ο επί της ασκήσεως της κρατικής εξουσίας έλεγχος ενεργείται, όχι τόσον αμοιβαίως μεταξύ των κυβερνώντων, όσον κυρίως εκ των κάτω, υπό των κυβερνωμένων». Εκείνη την ημέρα, ο εισαγγελέας Παύλος Δελαπόρτας ψιθύρισε στον πατέρα του Μάνεση, μαζί με τον οποίο παρακολουθούσε το μάθημα, ότι «αν δεν του έχουν φάκελο στην Ασφάλεια, σίγουρα θα του φτιάξουν σήμερα». Ο φάκελος βεβαίως ήδη υπήρχε, εμπλουτίστηκε όμως αρκετά τα επόμενα χρόνια, αρχής γενομένης με τα Ιουλιανά του 1965, όταν η ερμηνεία του για την αρχή της δεδηλωμένης και τη δέσμευση του βασιλιά από το κοινοβουλευτικό σύστημα έγινε σύνθημα στα χείλη των διαδηλωτών. Κρίσιμη λεπτομέρεια: τον Ιούλιο του 1965 εκκρεμούσε ο διορισμός του ως τακτικού καθηγητή και το σχετικό διάταγμα βρισκόταν προς υπογραφή στα Ανάκτορα. Τούτο όμως ουδόλως επηρέασε την τοποθέτησή του. Αντιθέτως, αποτέλεσε αφετηρία μιας πορείας συγκρούσεων με δεκαετείς σταθμούς: «το 1965 απέναντι στον βασιλέα, το 1975 απέναντι στον πρόεδρο της δημοκρατίας, το 1985 απέναντι στον πρωθυπουργό».

Και βέβαια, αποκορύφωμα αυτής της στάσης υπήρξε το εμβληματικό τελευταίο μάθημά του επί δικτατορίας, στις 18 Ιανουαρίου 1968. Σε αυτό, ο Μάνεσης τόνισε ότι «Επειδή θεωρία και πράξη είναι αλληλένδετες, το ουσιώδες είναι να μείνει κανείς ελεύθερος, όρθιος και αλύγιστος απέναντι στους καταναγκαστικούς και ιδεολογικούς μηχανισμούς των κρατούντων». Έπειτα, απηύθυνε στους φοιτητές του μια πρόσκληση ανυπακοής: «αν η Εξουσία, που την συμφέρει να έχη παθητικούς και πολιτικά αδιάφορους υπηκόους, σας πη ότι, έτσι κάνοντας, δεν είστε φρόνιμοι και νομοταγείς πολίτες, αποδείξτε της ότι καλός πολίτης είναι μόνον ο ελεύθερος πολίτης, ο συνειδητός, ενεργός και υπεύθυνος πολίτης». Και τους αποχαιρέτισε λέγοντας «μην ξεχνάτε, στις σημερινές δύσκολες για την πατρίδα και το λαό μας περιστάσεις, τα λόγια του ποιητή:

Όσοι το χάλκεον χέρι

βαρύ του φόβου αισθάνονται,

ζυγόν δουλείας ας έχωσι.

Θέλει αρετήν και τόλμην η Ελευθερία.

Με αυτούς τους στίχους του Ανδρέα Κάλβου έκλεισε το τελευταίο του μάθημα και ακολούθησε η εκτόπισή του στο Λιδωρίκι Φωκίδος. Αυτήν την ομιλία του Μάνεση επικαλέστηκε ο Δημήτρης Χριστόπουλος, υποδεχόμενος πριν από μερικές μέρες την Φραντζέσκα Αλμπανέζε, την ειδική εισηγήτρια του ΟΗΕ για τα κατεχόμενα παλαιστινιακά εδάφη, στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. Εξήντα σχεδόν χρόνια από τότε που διατυπώθηκαν, τα λόγια του Μάνεση εξακολουθούν να συγκινούν και να ηχούν επίκαιρα κάθε φορά που άνθρωποι στέκονται όρθιοι και αλύγιστοι απέναντι σε καταναγκαστικούς και ιδεολογικούς μηχανισμούς, κάθε φορά που άνθρωποι δεν κλείνουν τα μάτια μπροστά στη βαρβαρότητα. Υπό αυτό το πρίσμα, η εκτίμηση του Γιώργου Σωτηρέλη ότι για τον Μάνεση δεν ισχύει το «ουδείς αναντικατάστατος», όντως αποτυπώνει την εμβέλεια της επιστημοσύνης και της προσωπικότητάς του. Τούτη η παρατήρηση, όμως, δεν συνεπάγεται τη φετιχοποίηση του προσώπου και της επιστημονικής και ευρύτερης κληρονομιάς του. Σημαίνει ότι η στάση ζωής του Μάνεση έχει θέσει τον πήχη για κάθε συνταγματολόγο, κάθε επιστήμονα, κάθε πολίτη.

[1] Το κείμενο μεταφέρει, με ελάχιστες διορθώσεις, την προφορική εισήγηση του γράφοντος στην παρουσίαση του Τόμου «100 χρόνια από τη γέννηση του Αριστόβουλου Μάνεση» (εκδ. Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων για τον Κοινοβουλευτισμό και τη Δημοκρατία, σε συνεργασία με τον Όμιλο «Αριστόβουλος Μάνεσης», Αθήνα 2025), που πραγματοποιήθηκε το Σάββατο 9 Μαΐου 2026 στη Διεθνή Έκθεση βιβλίου της Θεσσαλονίκης.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

four − 3 =