Μεγέθυνση και Αναδιανομή: Σκοποί ή Μέσα

Νίκος Κουτσιαρά, ομότιμος καθηγητής στο ΕΚΠΑ (Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης.

Εδώ και μια δεκαετία περίπου, η συσσώρευση βιβλιογραφίας περί τις ανισότητες και την αναδιανομή είναι κυριολεκτικώς ραγδαία· και η πολιτική σημασία του θέματος έχει, ομοίως –αν μη τι άλλο, στον δημόσιο λόγο–, αυξηθεί. Τούτο ουδόλως έχει προκαλέσει εκτοπισμό της ακαδημαϊκής έρευνας και της πολιτικής διαμάχης περί την οικονομική μεγέθυνση· μάλλον το αντίθετο συμβαίνει. Ενδεικτικώς, το (αποκαλούμενο) βραβείο Νόμπελ για τα Οικονομικά το 2025 απονεμήθηκε στους Τζόελ Μοκίρ, Φιλίπ Αγκιόν και Πήτερ Χάουιτ σε αναγνώριση της συμβολής τους στην εξήγηση της ‘βασισμένης στην καινοτομία μεγέθυνσης’. Ιστορικώς, παρ’ όλα αυτά, οι αντιλήψεις ως προς την σχέση μεγέθυνσης και αναδιανομής μεταβάλλονται, τόσο σε αναλυτικούς όσο και σε κανονιστικούς όρους. Οι αντιλήψεις αυτές συνοψίζονται στο ερώτημα ‘ποιος, μεταξύ των δυο, είναι ο σκοπός και ποιο είναι το μέσο;’ Ας επιχειρήσω λοιπόν μια σύντομη και πρόχειρη εξιστόρηση εστιάζοντας στις δυτικές καπιταλιστικές οικονομίες.

Μεταπολεμικώς και έως το τέλος της δεκαετίας του 1980, η μεγέθυνση, ιδίως η επιτάχυνση του ρυθμού αύξησης του ΑΕΠ, ήταν εν πολλοίς αυτοσκοπός. Μια τέτοια αντίληψη (και μια τέτοια στάση των δυτικών κυβερνήσεων) υπαγορευόταν από τον γεωπολιτικό, στρατιωτικό, οικονομικό και ιδεολογικό ανταγωνισμό με την Σοβιετική Ένωση και τις χώρες του σοσιαλιστικού στρατοπέδου εν γένει. Η περιορισμένη οικονομική ανισότητα, στην μεγαλύτερη διάρκεια εκείνης της περιόδου, ευνοούσε πιθανότατα την απόδοση σχεδόν αποκλειστικής πολιτικής έμφασης στην μεγέθυνση, ενώ η επιτάχυνση της τελευταίας εθεωρείτο, επίσης, μέσο ενδυνάμωσης των μηχανισμών αναδιανομής. Ωστόσο, μεταξύ των ευρωπαϊκών εργατικών και σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων και στις σκανδιναβικές χώρες, κατά πρώτο λόγο, μεγέθυνση και αναδιανομή εθεωρούντο, αμοιβαίως και από κοινού, ως σκοποί και μέσα: η σχέση αντιστάθμισης είχε μικρή πολιτική βαρύτητα ή, ίσως ορθότερα, η επίλυσή της συνέβαινε προς όφελος της αναδιανομής.

Στην δεκαετία του 1990 και μέχρι το τέλος της πρώτης δεκαετίας του εικοστού πρώτου αιώνα, η μεγέθυνση υπήρξε ο πρώτιστος σκοπός, η δε επιτάχυνσή της συνδεόταν, μεταξύ άλλων, με την επιλεκτική (στοχευμένη) ενίσχυση αναδιανεμητικών μηχανισμών (προς όφελος των πολύ χαμηλών  δεκατημορίων της διανομής του εισοδήματος) επιχειρώντας, εκ παραλλήλου, την αποδόμηση θεσμών και μηχανισμών που διέστρεφαν –σύμφωνα με την λογική της αντισταθμιστικής σχέσης– τα οικονομικά κίνητρα. Η εξασθένηση των ρυθμών μεγέθυνσης (σε σύγκριση με το παρελθόν), η υψηλή και επίμονη ανεργία, ιδίως στην Ευρώπη, και η μείωση της ισχύος των εργατικών συνδικάτων, συνέτειναν, μεταξύ άλλων, στην κανονιστική απίσχνανση της αναδιανομής, καθώς και στην ερευνητική παραμέληση της οικονομικής ανισότητας. Η αναδιανομή εθεωρείτο, στην πράξη, ευεργετική μεν, παράπλευρη δε, ουσιαστικώς, συνέπεια της μεγέθυνσης. Την ίδια στιγμή, η διεύρυνση της οικονομικής ανισότητας αντιμετωπιζόταν πολιτικώς μέσω της διευκόλυνσης του ιδιωτικού (ή/και του δημοσίου) δανεισμού και της στεγαστικής πίστης. Αυτά προσδιόριζαν, σε γενικές γραμμές, την ιδεολογική ταυτότητα και την πολιτική στρατηγική των κεντροαριστερών κυβερνήσεων του ‘Τρίτου Δρόμου’ – και οι προτιμήσεις πολιτικής των κεντροδεξιών κομμάτων και κυβερνήσεων ελάχιστα απέκλιναν.

Μετά την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση και μέχρι σήμερα, η αναλυτική και πολιτική μεταχείριση της αναδιανομής τείνει να αποδίδει στην τελευταία τον χαρακτήρα σκοπού θεωρώντας, μάλιστα, πως ο περιορισμός της οικονομικής ανισότητας συμβάλλει στην επιτάχυνση της μεγέθυνσης – η προτεραιότητα της μεγέθυνσης δεν αμφισβητείται. Μια τέτοια άποψη υποστηρίζεται, ενθέρμως, από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Ωστόσο, η κατεύθυνση και το περιεχόμενο της αναδιανομής, τόσο στα ερευνητικά κείμενα όσο και στις προτάσεις πολιτικής του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, δεν διαφέρουν αισθητώς από εκείνες του ‘Τρίτου Δρόμου’. Ίσως, κάποιος θα αντέτεινε, κατ’ αυτόν τον τρόπο η αναδιανομή αναβαθμίζεται οικονομικώς, καθίσταται εργαλείο της οικονομικής μεγέθυνσης. Μπορεί μια τέτοια άποψη να είναι ακριβής· είναι όμως ακριβέστερο ότι, κατ’ αυτόν τον τρόπο, υποβαθμίζεται η αυτοτέλεια του αναδιανεμητικού σκοπού και αφαλατώνεται αξιακώς η εξισωτική πράξη των ιθυνόντων. Είναι πολύ πιθανό, ως εκ τούτου, ότι οι μακροπρόθεσμες αναδιανεμητικές προσδοκίες (θα) συμπιέζονται.

Επαναλαμβάνω: αυτή είναι μια σύντομη και πρόχειρη εξιστόρηση και, συνεπώς, είναι ευάλωτη σε λάθη και (κρίσιμες) παραλείψεις.

_______________
Το κείμενο αυτό πρωτοδημοσιεύθηκε στον ιστότοπο www.poleconomix.gr

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

1 × two =