Ο ιδιωφελώς συντηρητικός κεντρικός τραπεζίτης

Νίκος Κουτσιαράς, ομότιμος καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας στο ΕΚΠΑ (Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης)

Η πλήρης αμοιβή της προέδρου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) Κριστίν Λαγκάρντ είναι κατά 56% υψηλότερη των επισήμως γνωστών αποδοχών της, τουτέστιν € 726.000 και € 466.000 ετησίως, αντιστοίχως. Σε αυτήν την εκτίμηση κατέληξε η δημοσιογραφική έρευνα της Φαϊνάνσιαλ Τάιμς, η αναλυτική στοιχειοθέτηση της οποίας δημοσιεύθηκε στο φύλλο της 2 Ιανουαρίου 2026.(1) Στο ίδιο άρθρο σημειώνεται πως η ετήσια αμοιβή του προέδρου της Ομοσπονδιακής Τράπεζας Αποθεμάτων (Fed) Τζερόμ Πάουελ δεν ξεπερνά τα $ 203.000 (€ 172.720), δηλαδή, είναι λίγο μόνο μεγαλύτερη από το 1/4 της πλήρους αμοιβής της Κριστίν Λαγκάρντ. Τώρα, η διάσταση μεταξύ επισήμως γνωστών αποδοχών και πλήρους αμοιβής της τελευταίας (εν μέρει και η απόσταση της πλήρους αμοιβής της Κριστίν Λαγκάρντ από εκείνην του Τζερόμ Πάουελ) οφείλεται στις πρόσθετες παροχές  (π.χ. έναντι δαπανών στέγασης) από τις οποίες επωφελείται η πρόεδρος της ΕΚΤ, καθώς και στην αποζημίωση της συμμετοχής της στο διοικητικό συμβούλιο της Τράπεζας Διεθνών Διακανονισμών (ΤΔΚ), τουτέστιν € 135.000 και € 125.000 κατ’ εκτίμησιν αντιστοίχως. Ας υπογραμμιστεί ότι ο πρόεδρος της Fed δεν έχει δικαίωμα αποζημίωσης από την ΤΔΚ· το σύνολο των Αμερικανών αξιωματούχων, άλλωστε, δεν επιτρέπεται να αμείβονται από μη αμερικανικούς οργανισμούς.

Πώς δικαιολογούνται –ή δεν δικαιολογούνται– η απολύτως και συγκριτικώς πολύ υψηλή αμοιβή (βλ. παρακάτω) της Κριστίν Λαγκάρντ και η θεσμική μεταχείρισή της; Υποστηρίζεται πως τόσο το επίπεδο ευθύνης σε δημόσιους οργανισμούς όπως η ΕΚΤ, όσο και η ανάγκη προσέλκυσης σε αυτούς ταλαντούχων και ικανών ανθρώπων, επιβάλλουν την καθιέρωση υψηλών αποδοχών· οι αποδοχές στον ιδιωτικό τομέα, ιδίως στον χρηματοπιστωτικό κλάδο, είναι συνήθως μακράν μεγαλύτερες. Το επιχείρημα αναφέρεται, κατ’ ουσίαν, στο κόστος ευκαιρίας που συνοδεύει την απόφαση ανάληψης μιας δημόσιας θέσης σοβαρής ευθύνης και, κατ’ επέκτασιν, στην πρόθεση μείωσης του κόστους τούτου. Ωστόσο, η πρόβλεψη για διετείς μεταβατικές παροχές, μετά την λήξη της θητείας του εκάστοτε προέδρου της ΕΚΤ (και μέχρι να βρει κάποια άλλη θέση) εν μέρει, έστω μικρό, περιορίζουν το κόστος ευκαιρίας. Ο περιορισμός του τελευταίου είναι, όμως, πολύ μεγαλύτερος ως αποτέλεσμα της αυξημένης πιθανότητας μετάβασης του απερχόμενου προέδρου στον ιδιωτικό τομέα και δη με (προσδοκώμενες) υπέρογκες αποδοχές. Όπως και να έχει πάντως, η απόκλιση της πλήρους αμοιβής της Κριστίν Λαγκάρντ από εκείνην του Τζερόμ Πάουελ δεν αποδίδεται στην απόκλιση των οριακών προϊόντων της (διανοητικώς απαιτητικής) εργασίας τους· από κάθε άποψη, συμπεριλαμβανομένης της νομικής ακαδημαϊκής εκπαίδευσης αμφοτέρων (σε σύγκριση με το ακαδημαϊκό ιστορικό των προκατόχων τους στην νομισματική και μακροοικονομική θεωρία), ένας τέτοιος ισχυρισμός θα ήταν μόνο γελοίος. Πρόκειται απλώς για διαφορική πρόσοδο.

Υποστηρίζεται, επίσης, ότι η προσωπική χρηματοοικονομική ανεξαρτησία των κεντρικών τραπεζιτών, εν προκειμένω οι κραυγαλέες (βλ. παρακάτω), ου μην αλλά και επισήμως αποσιωπούμενες ως προς το ήμισύ τους, απολαβές της προέδρου της ΕΚΤ, συνιστά προϋπόθεση της αποφασιστικής απόκρουσης πληθωριστικών (και αποπληθωριστικών) πιέσεων – και της ανάσχεσης ιδιωφελών επιρροών. Πόσο τιμάται άραγε η προσωπική χρηματοοικονομική ανεξαρτησία των κεντρικών τραπεζιτών και γιατί το τίμημα, όπως φαίνεται, είναι υψηλότερο στην Ευρωζώνη; Οι πειρασμοί δεν διαφέρουν πιθανότατα, ενώ η Fed έχει αποδειχθεί προθυμότερη ως προς την εισαγωγή καινοτομιών, ενίοτε ριψοκίνδυνων, στην νομισματική πολιτική της και, μάλιστα, παραβλέποντας τις αναδιανεμητικές συνέπειες τούτων των καινοτομιών, επομένως, αγνοώντας ενδεχόμενες απαιτήσεις συναλλασσομένων στις χρηματοπιστωτικές αγορές ή πολιτικών.

Η ανεξαρτησία των κεντρικών τραπεζών αμφισβητείται στις μέρες μας, ιδίως στις Ηνωμένες Πολιτείες, του αχρείου Τραμπ προεξάρχοντος. Αφήνοντας κατά μέρος αυτήν την συζήτηση –θεωρώ πως η εντολή στην κεντρική τράπεζα είναι το μείζον ερώτημα–(2), καθολική παραμένει η πεποίθηση ότι η ανεξαρτησία των κεντρικών τραπεζών νομιμοποιείται και εμπεδώνεται, μεταξύ άλλων, μέσω της ενδυνάμωσης των θεσμών διαφάνειας και λογοδοσίας. Παρ’ όλα αυτά, αλλά πολύ σοβαρότερο, σε αντίθεση προς την πρακτική λεπτομερούς δημοσιοποίησης των αμοιβών στις εισηγμένες (χρηματοπιστωτικές και άλλες) επιχειρήσεις, η ΕΚΤ εφαρμόζει πιο χαλαρούς κανόνες, τουτέστιν, δημοσιοποιεί μόνο τις κανονικές αποδοχές των μελών του διοικητικού συμβουλίου της. Επιγραμματικώς, η πρακτική της ΕΚΤ είναι νομότυπη, δεν είναι όμως ηθικώς αδιάβλητη και πολιτικώς συνετή – ομοίως και οι απολαβές της προέδρου και των διοικητικών στελεχών της.

Ας επανέλθουμε στα συγκριτικά ποσοτικά μεγέθη, εκ παραλλήλου διευρύνοντας το πλαίσιο της περιγραφής. Η πλήρης ετήσια αμοιβή της Κριστίν Λαγκάρντ ανέρχεται σε € 726.000. Το κατώφλι για το κορυφαίο 1% στην διανομή του (προ φόρου) εισοδήματος στην Γαλλία είναι € 224.488, ενώ το μέσο εισόδημα στην κορυφαία (1%) εισοδηματική τάξη είναι € 547.714. Στην Γερμανία, τα αντίστοιχα μεγέθη είναι € 276.271 και € 680.628. Στην άλλη όχθη του Ατλαντικού, η ετήσια αμοιβή του Τζερόμ Πάουελ είναι $ 203.000, το δε κατώφλι για το εισοδηματικώς κορυφαίο 1% είναι $ 553.005 και το μέσο εισόδημα της κορυφαίας (1%) εισοδηματικής τάξης ανέρχεται σε $ 1.900.000.(3)

Σε ένα πολυδιαβασμένο ακαδημαϊκό άρθρο του, το 1985, ο Κένεθ Ρογκόφ υποστήριξε ότι η ανάθεση της νομισματικής πολιτικής σε έναν ανεξάρτητο και καταλλήλως συντηρητικό κεντρικό τραπεζίτη –το ‘συντηρητικός’ εν προκειμένω σημαίνει ότι ο κεντρικός τραπεζίτης αποδίδει μικρότερη βαρύτητα στην σταθεροποίηση της απασχόλησης από αυτήν που αποδίδει η κοινωνία– έχει ως αποτέλεσμα την μείωση της ‘πληθωριστικής μεροληψίας’.(4) (Αυτό όμως συνεπάγεται, επίσης, αυξημένη μεταβλητότητα της απασχόλησης, με άλλα λόγια, προκαλεί ‘μεροληψία σταθεροποίησης’.) Τώρα, σε ό,τι αφορά τον (την) πρόεδρο της ΕΚΤ, ο συντηρητισμός ως προς την νομισματική πολιτική –η αποφασιστική ανάσχεση της πληθωριστικής μεροληψίας– τείνει πιθανώς να εμπλουτίζεται και να εδραιώνεται ως γενική οικονομική προτίμηση. Μια τέτοια προτίμηση ανταποκρίνεται πιθανότατα στις ιδιωφελείς επιδιώξεις των εισοδηματικώς ισχυρότερων, μεταξύ αυτών και του ίδιου του κεντρικού τραπεζίτη. Τι άλλο υπάρχει στιβαρότερο του οικονομικού κινήτρου – του ιδίου συμφέροντος; Η εκπλήρωση του δημοσίου συμφέροντος όμως –το μακροοικονομικό υποβέλτιστο– πιθανώς απομακρύνεται, εκτός εάν συναλλασσόμαστε σε έναν νέο κλασικό οικονομικό κόσμο.

Το ιδεότυπο του βικτωριανού δημοσίου λειτουργού έχει προ πολλού αποσυρθεί· η ακριβοδίκαιη και ικανοποιητική αμοιβή των στελεχών και αξιωματούχων του δημοσίου τομέα αναγνωρίζεται, θεωρητικώς και εμπειρικώς, ως κίνητρο αφοσίωσης και αίτιο υψηλής παραγωγικότητας. Παρ’ όλα αυτά, η (σχεδόν) αμιγής μεταφορά του ήθους, των συνηθειών και της πρακτικής της ιδιωτικής αγοράς στον χώρο του δημοσίου –στην προσφορά των δημοσίων και επιλέκτων αγαθών– μπορεί να αποδειχθεί καταστρεπτική: η εγγενής παρακίνηση εκείνων που επιλέγουν να εργαστούν στον δημόσιο τομέα εξασθενεί, η συμπάθεια τραυματίζεται και η συμπονετική συμπεριφορά εκτοπίζεται, η πρωτοβουλία αναχαιτίζεται, η ηθική ανταμοιβή απαξιώνεται, ο κίνδυνος κυνισμού και αδιαφορίας οξύνεται και, εν τέλει, η αποδοτικότητα συμπιέζεται.(5) Οι κεντρικές τράπεζες, το προσωπικό και οι επικεφαλής τους, δεν είναι αμέτοχοι σε αυτά· μα τώρα πλέον τα Οικονομικά –πρωτίστως ελέω της πειραματικής έρευνας για αιτιώδεις σχέσεις– δεν προσπερνούν με περιφρόνηση παρόμοια ερωτήματα και τέτοιες ευαισθησίες.(6)

 

Παραπομπές       

(1) “Christine Lagarde’s pay is 50% higher than disclosed by ECB.” Financial Times January 2 2026.

(2) Νίκος Κουτσιαράς (2024) Ηθική της Μακροοικονομικής. Αθήνα: Παπαζήσης, σελ. 255-289.

(3) World Inequality Report 2026. Διαθέσιμο στην https://wir2026.wid.world/

(4) Kenneth Rogoff (1985) “The Optimal Degree of Commitment to a Monetary Target.” Quarterly Journal of Economics 100(4), 1169-1190.

(5) Για παράδειγμα, βλ. Julian Le Grand (2003) Motivation, Agency, and Public Policy: Of Knights and Knaves, Pawns and Queens. Oxford: Oxford University Press.

(6) Για παράδειγμα, βλ. Ernst Fehr and Gary Charness (2025) “Social Preferences:  Fundamental Characteristics and Economic Consequences.” Journal of Economic Literature 63(2), 440-514. Επίσης Paola Giuliano and Antonio Spilimbergo (2025) “Aggregate Shocks and the Formation of Preferences and Beliefs.” Journal of Economic Literature 63(2), 542-597.

 

Το κείμενο δημοσιεύθηκε στον ιστότοπο https://www.poleconomix.gr/portal/

 

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

four + eight =