Περί του ασυμβίβαστου Υπουργού-Βουλευτή στο κοινοβουλευτικό σύστημα

Νίκος Παπασπύρου, αναπληρωτής καθηγητής στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών

Στην παρούσα μελέτη, πρώτον, εξετάζεται το προταθέν προσωρινό ασυμβίβαστο υπουργού-βουλευτή, και διερευνάται κριτικά η λειτουργικότητά του· δεύτερον, εξηγείται γιατί ένα αυστηρό ασυμβίβαστο θα επαγόταν δομική αλλοίωση στην οργάνωση του κοινοβουλευτικού συστήματος. Η συζήτηση δίδει ευκαιρία για αναστοχασμό ως προς βαθύτερα χαρακτηριστικά του κοινοβουλευτικού συστήματος, που συχνά παραβλέπουμε, ιδίως ως προς τον συνταγματικό ρόλο της Κυβερνήσεως, τη σχέση του με την πολιτική διαλεκτική, και την λειτουργία των πολιτικών αντιβάρων. Αναδεικνύει επίσης γιατί είναι επισφαλής η αδιαφοροποίητη μεταφορά επιχειρημάτων για συγγενείς θεσμούς, μεταξύ ημιπροεδρικών, συναινετικών και πλειοψηφικών κοινοβουλευτικών συστημάτων. Καταλήγουμε με πορίσματα.

 

Εισαγωγή – τυπολογία συστημάτων

Α. Τυπολογία

Η πρόταση του Πρωθυπουργού για ασυμβίβαστο μεταξύ υπουργού και βουλευτή προσκαλεί σε επιστημονικό διάλογο για την σχέση του υπουργικού αξιώματος με την βουλευτική ιδιότητα. Η βασική ιδέα της πρότασης είναι όχι η αποπολιτικοποίηση του υπουργικού θεσμού, αλλά η αναστολή των καθηκόντων του βουλευτή, όσο αυτός υπηρετεί σε υπουργική θέση. Και αυτό διότι, σε αντίθεση με πολιτεύματα όπως το αμερικανικό, όπου ο Υπουργός δεν επιτρέπεται να είναι μέλος του Κογκρέσου (incompatibility clause, art. I, s. 6, cl. 2), μεταξύ άλλων για να μην διαφθείρει ο Πρόεδρος το νομοθετικό σώμα[1], στα κοινοβουλευτικά πολιτεύματα, η Κυβέρνηση (και όχι μόνο ο Πρωθυπουργός) εν ταυτώ αποτελεί τον πολιτικό βραχίονα της εκτελεστικής εξουσίας και στηρίζεται στην εμπιστοσύνη του Κοινοβουλίου, από το οποίο ιστορικώς προέρχεται (cabinet government).

Επομένως, η ιδέα πρέπει να διακριθεί από προτάσεις που υιοθετούν το απόλυτο ασυμβίβαστο υπουργού βουλευτή, το οποίο συνήθως συμπληρώνουν με κώλυμα εκλογιμότητας για τις προσεχείς βουλευτικές εκλογές. Τέτοια πρόταση περιείχε το σχεδίασμα του λεγόμενου Καινοτόμου Συντάγματος.[2] Παλαιότερα, απόλυτο ασυμβίβαστο φερόταν ότι καθιέρωνε το χουντικό Σύνταγμα του 1968 (άρθρα 61 και 88), το οποίο απέκλειε την ανάληψη υπουργικού αξιώματος ακόμη και σε παραίτηση του βουλευτού (ineligibility). Συγγενή λύση περιείχε το αποτυχημένο γαλλικό σύνταγμα του 1791, το οποίο καθιέρωνε τέλεια διάκριση των εξουσιών.[3]

Το προσωρινό ασυμβίβαστο υιοθετείται στη Γαλλία (άρθρα 23 και 25Σ)[4], καθώς και σε ορισμένα κοινοβουλευτικά συστήματα (π.χ. Βέλγιο, άρθρο 50 Σ, Σουηδία, κεφ. 4, άρθρο 13, Νορβηγία άρθρο 62). Στο βαθμό που τα συστήματα αυτά είναι κοινοβουλευτικά, η ιδέα παραμένει ότι οι εκλεκτοί του λαού κατά βάση στελεχώνουν την κυβέρνηση, πλην όμως, ενόσω αναλαμβάνουν κυβερνητικά έργα, αφοσιώνονται σε αυτά.

Στην άλλη άκρη του φάσματος, στο Ηνωμένο Βασίλειο, όπου και διαμορφώθηκε ο θεσμός της κοινοβουλευτικής κυβέρνησης, υπάρχει συνταγματική συνθήκη κατά την οποία οι υπουργοί πρέπει να είναι κοινοβουλευτικοί και, για αυτόν τον λόγο, εξωκοινοβουλευτικοί υπουργοί διορίζονται στη Βουλή των Λόρδων. Αυτό συνέβη πρόσφατα, με τον λόρδο πλέον Cameron ως υπουργό Εξωτερικών το 2023, ενώ ο νυν πρωθυπουργός Keir Starmer το 2024 πρότεινε επτά εξωκοινοβουλευτικούς υπουργούς και υφυπουργούς, που έλαβαν αξίωμα στη Βουλή των Λόρδων. Η λύση αυτή πάντως επιδέχεται κριτική διότι ο διορισμός στη Βουλή των Λόρδων είναι ισόβιος. Μία άλλη διέξοδος, που ακολουθείται π.χ. στον Καναδά, είναι η άμεση επιδίωξη της εκλογής του υπουργού σε ασφαλή εκλογική περιφέρεια, μέσα από την παραίτηση του εν ενεργεία βουλευτή ή στο πλαίσιο επικείμενων βουλευτικών εκλογών (έτσι για παράδειγμα διευθετήθηκε η ανάδειξη του Mark Carney σε Πρωθυπουργό του Καναδά – διορισμός 14.3.2025, γενικές εκλογές 28.4.2025).

 

Β. Μία διάκριση σχετική, αλλά χρήσιμη

Στη μελέτη μας θα αξιοποιήσουμε, υπό μορφή τυπολογίας, τη διάκριση εργασίας ανάμεσα σε αυστηρό ασυμβίβαστο και χαλαρό, όπως το προσωρινό ασυμβίβαστο που τέθηκε στη δημόσια συζήτηση. Προφανώς η διάκριση δεν είναι απόλυτη, αλλά σχετική, και επιμέρους μηχανισμοί λειτουργούν διαφορετικά ανάλογα με την γενικότερη συνταγματική και πολιτική μηχανική. Για παράδειγμα, ο μηχανισμός της παραίτησης από τη βουλευτική θέση, μπορεί να λειτουργήσει τόσο σε ένα προεδρικό σύστημα με αυστηρό ασυμβίβαστο (π.χ. παραίτηση του Marco Rubio από το αξίωμα του γερουσιαστή στις 20.1.2025 προκειμένου να αναλάβει υπουργός εξωτερικών την επομένη), όσο και σε ένα συναινετικό κοινοβουλευτικό σύστημα (όπως της Ολλανδίας, που θα εξετάσουμε παρακάτω). Ένα σύστημα όπως αυτό που υποτίθεται ότι θέσπιζε το χουντικό σύνταγμα, με κωλύματα διορισμού και εκλογιμότητας, θα ήταν απολύτως αυστηρό. Όμως οι πολιτειακές συνέπειες και ενός λιγότερο αυστηρού συστήματος, όπως του ασυμβίβαστου που λειτουργεί με το μηχανισμό της παραίτησης, είναι σημαντικές και χρήζουν εξέτασης.

 

Μέρος Πρώτο:

Το προσωρινό ασυμβίβαστο: συνταγματική και λειτουργική αξιολόγηση

Α. Συνταγματική αξιολόγηση

Ένα εντοπισμένο προσωρινό ασυμβίβαστο, κατά τη γνώμη μας, δεν δημιουργεί συστημική αλλοίωση στην οργάνωση του κοινοβουλευτικού συστήματος. Και αυτό διότι δεν θα άλλαζε η κανονικότητα ο Υπουργός να προέρχεται από τη Βουλή στην οποία επιστρέφει, δίχως αλλοίωση στις κοινοβουλευτικές ισορροπίες (η Κυβέρνηση χάνει μία ψήφο, που θα θεωρείτο δεδομένη λόγω της συλλογικής υπουργικής ευθύνης). Υπάρχουν παράπλευρες συνέπειες, π.χ. ανασφάλεια στη θέση του αναπληρωτή, οι οποίες είναι δικαιοπολιτικώς εξεταστέες (π.χ. ερωτάται αν θα επηρεαστεί η ανεξαρτησία κρίσης από την έλλειψη ορισμένου του χρόνου της εντολής και την εξάρτηση από τη βούληση του Πρωθυπουργού), αλλά δεν νομίζουμε ότι, από μόνες τους, είναι συστημικά κρίσιμες.

Όμως, η εφαρμογή της πρότασης προϋποθέτει τον μηχανισμό της προσωρινής αναπλήρωσης στην άσκηση των βουλευτικών καθηκόντων. Αυτό δεν μπορεί να εισαχθεί με τυπικό νόμο. Η συνταγματική ρύθμιση της βουλευτικής ιδιότητας είναι απολύτως αυστηρή, η ρύθμιση των ασυμβιβάστων ιδιοτήτων εξαντλητική, ως εγγύηση της αντιπροσωπευτικής αρχής (η μόνη εξαίρεση, για την οποία υπάρχει επιφύλαξη νόμου, αφορά σε επαγγελματικές δραστηριότητες, και επάγει έκπτωση από το βουλευτικό αξίωμα, 57Σ), και η παραίτηση είναι δικαίωμα του βουλευτή και αμετάκλητη. Επομένως, η μόνη δυνατότητα σήμερα είναι η οικειοθελής παραίτηση του βουλευτή.

 

Β. Περιορισμένη λειτουργικότητα

Σε δικαιοπολιτικό επίπεδο, το προσωρινό ασυμβίβαστο αντιμετωπίζει ορισμένα λειτουργικά προβλήματα που συνδέονται με την σημερινή σώρευση των υποχρεώσεων υπουργού και βουλευτή. Έτσι, αν ο υπουργός απαλλάσσεται από τα βουλευτικά του καθήκοντα, δεν θα απασχολείται με τα αμιγώς κοινοβουλευτικά πράγματα (πρακτικώς, με τη συμμετοχή στις ψηφοφορίες, καθώς δεν μετέχει σε επιτροπές). Αντίστοιχα, δεν θα «καπαρώνει» την βουλευτική έδρα, και άρα κάποιο άλλο πρόσωπο θα αφοσιώνεται στα βουλευτικά καθήκοντα. Πρόκειται δηλαδή για έναν πιο λειτουργικό καταμερισμό αρμοδιοτήτων. Παράλληλα, θα δίδεται και η δυνατότητα σε όσους αναπληρώνουν, να αναδεικνύονται στην πολιτική ζωή. Το περαιτέρω επιχείρημα ότι έτσι θωρακίζεται η διάκριση των εξουσιών παραβλέπει ότι στο κοινοβουλευτικό σύστημα η διάκριση νομοθετικής και εκτελεστικής εξουσίας δεν είναι απόλυτη, ειδικά δε στο πλαίσιο του αγγλικού πολιτεύματος είναι διάσημη η φράση του Bagehot περί σύντηξης των δύο εξουσιών (fusion of powers)[5]. Πιο πρόσφορο είναι να ομιλεί κανείς για λειτουργικούς και δυσλειτουργικούς ελέγχους και ισορροπίες. Σε τέτοιο πλαίσιο, το ειδικότερο επιχείρημα ότι ενδυναμώνει ο ελεγκτικός ρόλος της … συμπολίτευσης δεν είναι μεν εκ προοιμίου απορριπτέο, πλην όμως, για τη χώρα μας και τις συνθήκες πλειοψηφικού κοινοβουλευτισμού που επικρατούν, φαντάζει αρκετά θεωρητικό.

Επομένως, το βασικό ερώτημα είναι ποια ακριβώς αποστολή αναμένουμε πειστικά ότι θα επιτελεί η Βουλή, ώστε να κρίνεται αναγκαία η ενίσχυση της συμπολίτευσης με την κάλυψη των θέσεων που σήμερα καταλαμβάνουν οι υπουργοί. Και είναι μεν αλήθεια ότι ο υπέρμετρος αριθμός υπουργών και υφυπουργών στερεί από τη συμπολίτευση την ενεργό κοινοβουλευτική παρουσία πολλών βουλευτών της (σε μία ούτως ή άλλως πολυπληθή Βουλή, βλ. παρακάτω), πλην όμως αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι οι βουλευτές της συμπολίτευσης δεν θεωρούν αρκούντως ελκτικό το κοινοβουλευτικό έργο και επιθυμούν την αξιοποίησή τους στην κυβέρνηση.

Επομένως, ερωτάται, ποια συγκεκριμένα μέτρα θα ληφθούν για την ουσιαστική και όχι εικονική ενίσχυση του κοινοβουλευτικού έργου, ώστε η ελληνική Βουλή να αποκτήσει την ισχύ που έχουν κοινοβούλια στη Βόρειο Ευρώπη (π.χ. στοχαστικός και επιδραστικός ρόλος κοινοβουλευτικών επιτροπών, ώστε να μπορούν εκεί να αξιοποιούνται βουλευτές που θα καλλιεργούν τεχνογνωσία, δίχως να προσδοκούν πότε θα αντικαταστήσουν εκείνοι τους υπουργούς που αντικαθιστούν)[6]; Ενίσχυση του Κοινοβουλίου προϋποθέτει και ενίσχυση της αυτονομίας κρίσης, κάτι που δύσκολα προσδοκάται στο δικό μας σύστημα ηγεμονικού πλειοψηφικού κοινοβουλευτισμού.

Από την άλλη πλευρά, το προσωρινό ασυμβίβαστο δεν επηρεάζει άμεσα άλλα προβλήματα, όπως το πελατειακό κράτος και την ψηφοθηρία. Όπως επαρκώς τονίστηκε στη δημόσια συζήτηση, ο υπουργός θα συνεχίζει να έχει περισπασμούς, εφόσον θα προσδοκά στην εκλογή του εκ νέου στη Βουλή. Περαιτέρω, μπορεί να υπάρξει και ανταγωνισμός με τον αναπληρωτή του (σε ορισμένες χώρες, για να μετριαστεί αυτός ο κίνδυνος, εκλέγονται μαζί, ως ζεύγη)[7].

 

Γ. Το γαλλικό παράδειγμα και η αντιπαραβολή με το σουηδικό

Αυτά νομίζω ότι γίνονται πιο κατανοητά αν συσχετιστούν με τους διακριτούς λόγους που οδήγησαν στο προσωρινό ασυμβίβαστο σε δύο συστήματα που είναι διαφορετικά τόσο μεταξύ τους όσο και με εμάς, τη Σουηδία και τη Γαλλία.

Στη Σουηδία, το ασυμβίβαστο εισήχθη στο νέο σύνταγμα του 1974. Είχε προηγηθεί εισήγηση συνταγματικής επιτροπής, η οποία είχε εξετάσει αντίστοιχο θεσμό που ήδη λειτουργούσε στη Νορβηγία.[8] Η εν λόγω έκθεση έχει για μας ενδιαφέρον διότι ρητώς αρνήθηκε να στηριχτεί στη διάκριση των εξουσιών. Αντίθετα μάλιστα, τόνισε ότι το ασυμβίβαστο δεν πρέπει να αποσκοπεί στην πολιτική αποσύνδεση μεταξύ κυβερνήσεως και Βουλής, καθώς δεν ανταποκρίνεται στη λειτουργία του κοινοβουλευτικού συστήματος να αναμένεται ότι η Βουλή θα παρέχει εμπιστοσύνη σε πολιτικά αυτόνομες κυβερνήσεις. Κατά την εισήγηση, το ασυμβίβαστο, ως προσωρινό ασυμβίβαστο, έχει ως σκοπό αφενός να απαλλάξει τους υπουργούς από τα κοινοβουλευτικά τους καθήκοντα και αφετέρου να υπάρχει επαρκής αριθμός βουλευτών για τα κοινοβουλευτικά έργα, ιδίως στις επιτροπές. Και πράγματι, το Σουηδικό κοινοβούλιο θεωρείται από τα πλέον ισχυρά μεταξύ των χωρών που έχουν κοινοβουλευτικό σύστημα κυβερνήσεως, εξαιτίας της ισχύος των επιτροπών (οι οποίες μεταξύ άλλων ασκούν και νομοθετική πρωτοβουλία) και της παράδοσης κυβερνήσεων μειοψηφίας.

Στη Γαλλία, το ασυμβίβαστο εισήχθη, ως απόλυτο ασυμβίβαστο, με το Σύνταγμα του 1958, στην προσπάθεια ισχυροποίησης της εκτελεστικής εξουσίας στο πρόσωπο του Προέδρου, και υπέρβασης της κυβερνητικής αστάθειας που ταλάνιζε την τρίτη και τέταρτη γαλλική κοινοβουλευτική δημοκρατία. Ως προς τον δεύτερο λόγο, το σκεπτικό ήταν όχι απλώς να αφοσιώνεται ο υπουργός στα κυβερνητικά καθήκοντα, αλλά να ενισχυθεί η κυβερνητική συνοχή και σταθερότητα, η οποία διασπάτο με τις συνεχείς εναλλαγές σε θέση υπουργού και βουλευτή και αντίστοιχα πτώσεις των κυβερνήσεων.

Ωστόσο, αυτά τα ζητήματα συνδέονταν πρωτίστως με βαθύτερα χαρακτηριστικά, όπως η δομή του πολιτικού συστήματος και το εκλογικό σύστημα. Όσο αυτά δεν αντιμετωπίζονταν, το ασυμβίβαστο, το οποίο οδηγούσε σε οριστική αποξένωση από τη βουλευτική ιδιότητα, προκαλούσε μεγαλύτερη ανασφάλεια στον Υπουργό, καθώς, στον πρώτο ανασχηματισμό, εκείνος κινδύνευε να ευρεθεί εκτός ενεργού πολιτικής, ενώ παράλληλα δημιουργούσε στρεβλά κίνητρα να μην αναζητούνται αναγκαίοι κυβερνητικοί ανασχηματισμοί. Έτσι, η επιτροπή Balladur, όπως παλαιότερα και η επιτροπή Vedel, πρότεινε το ασυμβίβαστο να είναι προσωρινό, όπως και έγινε με την αναθεώρηση του 2008.[9]

Η αναθεώρηση μάλλον επιβεβαίωσε ότι το ασυμβίβαστο, είτε οριστικό είτε προσωρινό, δεν μπορούσε να επιλύσει τα ζητήματα για τα οποία κρίθηκε αρχικά απαραίτητο. Ειδικώς ως προς τη διάκριση των εξουσιών τα αποτελέσματα είναι απογοητευτικά. Ο υπουργός εξακολουθεί να ασχολείται με τα εκλογικά ζητήματα της περιφέρειάς του, ο αναπληρωτής αντιμετωπιζόταν, και πλέον αντιμετωπίζεται έτι περισσότερο, ως τοποτηρητής του υπουργού, και προφανώς δεν προσδοκάται να ασκεί δραστικό έλεγχο επί της κυβερνήσεως στη διατήρηση της οποίας στηρίζει την παραμονή του.[10]

Επομένως, στη μεν Σουηδία το προσωρινό ασυμβίβαστο είχε αμιγώς λειτουργικό προσανατολισμό υπό το φως των αυξημένων καθηκόντων των βουλευτών, ενώ στη Γαλλία κλήθηκε να μετριάσει παρενέργειες μηχανισμών του ημιπροεδρικού συστήματος σχετικά με την ευστάθεια των κυβερνήσεων.

 

Δ. Το ζήτημα του αριθμού των βουλευτών

Αν θεσπιστεί το προσωρινό ασυμβίβαστο, με τον σημερινό αριθμό βουλευτών, θα αυξηθεί υπέρμετρα ο αριθμός των πολιτικών του κυβερνώντος κόμματος (και μόνο αυτού) που θα κατέχουν αξιώματα στην κεντρική πολιτική σκηνή. Αυτό ούτε δικαιολογείται λειτουργικά, ούτε συμβάλει στην εμπιστοσύνη των πολιτών. Πολύ δε περισσότερο όταν ο υπέρμετρος αριθμός υπουργών και, ιδίως, υφυπουργών αποσκοπεί σε πολιτικές ισορροπίες σε σχέση με την πλειοψηφούσα κοινοβουλευτική ομάδα.

Για αυτό, τέθηκε στο δημόσιο διάλογο και το ζήτημα της μείωσης του αριθμού των βουλευτών. Ο αριθμός των βουλευτών στη χώρα μας είναι, σε σχέση με τον πληθυσμό, σχετικά μεγάλος, π.χ. με βάση το (προφανώς ενδεικτικής αξίας) μοντέλο της κυβικής ρίζας[11] (βάσει του οποίου θα αναμενόταν να έχουμε περί του 220 βουλευτές). Από την άλλη πλευρά, δεν έχουμε δεύτερο βουλευτικό σώμα.

Μείωση του αριθμού των βουλευτών απαιτεί συνολική επαναχάραξη των εκλογικών περιφερειών. Και αυτό για πολλούς λόγους: για να μην αυξηθούν δραματικά οι μονοεδρικές περιφέρειες στις οποίες θα εκπροσωπείται μόνο η πλειοψηφία. Για να μην αλλοιωθεί η σύνθεση της αντιπροσωπείας στις μεγάλες αστικές περιφέρειες στις οποίες θα ανταποδίδονται έδρες στην αντιπολίτευση, και για να μην υποβαθμιστεί συνολικά η εκπροσώπηση της αντιπολίτευσης και των κοινοβουλευτικών ομάδων της.

Ως προς την περιφέρεια, σημειώνουμε ότι η ανάδειξη των προβλημάτων της περιφέρειας στην κεντρική πολιτική σκηνή, καθώς και η εγγύτητα της περιφέρειας με το πολιτικό σύστημα και τον ανταγωνισμό του, αποτελούν πτυχές της δημοκρατικής λειτουργίας. Ως προς την ισορροπία στην πολιτική εκπροσώπηση, σημειώνουμε ότι, στο βαθμό που το ασυμβίβαστο πρωτίστως αποσκοπεί να αντιμετωπίσει λειτουργικές ισορροπίες στη συμπολίτευση, δεν πρέπει τα βάρη να επιρρίπτονται δυσανάλογα στην αντιπολίτευση.

 

Ε. Εναλλακτικές προτάσεις

Προσφορότερη ίσως λύση είναι να περιοριστεί η αξιοποίηση των βουλευτών μόνο σε θέση μέλους της Κυβερνήσεως, του οργάνου δηλαδή που είναι κατά το Σύνταγμα φορέας της εκτελεστικής εξουσίας, και όχι επομένως σε θέση Υφυπουργού. Μία τέτοια λύση ανταποκρίνεται και στις ιστορικές προσδοκίες του κοινοβουλευτικού συστήματος, ότι κυβερνούν οι κορυφαίοι της Βουλής, που εξέλεξε ο λαός.[12] Παράλληλα, η αναπλήρωση των υπουργοποιηθέντων στη Βουλή θα έχει πεπερασμένο εύρος. Η λύση βέβαια προϋποθέτει εξορθολογισμό της θέσης του Υφυπουργού, ο οποίος σήμερα, εξαιτίας και του ίσου κοινοβουλευτικού status, κατά βάση αναλαμβάνει μέρος της υπουργικής ύλης. Αντίθετα, είναι κατά τη γνώμη μας προσφορότερο ο υφυπουργός να έχει επιτελεστικό ρόλο, παραπλήσιο προς τον θεσμό των Deputy Secretaries ή των Under Secretaries στις ΗΠΑ.

Συναφώς, πρέπει να εξεταστεί ο αριθμός των Υπουργών. Για παράδειγμα, στο Βέλγιο, για το οποίο έγινε λόγος, το Σύνταγμα θέτει ανώτατο όριο μελών του Υπουργικού Συμβουλίου (15 μέλη). Στην Ελλάδα, έχουμε χάσει το μέτρο, και αυτό επιτείνει τη λειτουργική σύγχυση υπουργών-βουλευτών.[13] Παραπλεύρως, τα μικρά υπουργικά συμβούλια επιτρέπουν την συλλογική εργασία, που αποτελεί συνταγματική επιταγή.

Ο περιορισμός στην υπουργοποίηση βουλευτών (κατά θέση ή/και αριθμό) μπορεί να συνοδευτεί με λελογισμένη διεύρυνση του αριθμού των βουλευτών που εκλέγονται χωρίς σταυρό (π.χ. με αύξηση των βουλευτών επικρατείας, ή με διαμόρφωση μεγάλων περιφερειών στις οποίες να εκλέγονται με λίστα συνολικά π.χ. 60 βουλευτές). Σκοπός θα είναι, για μέρος του πολιτικού προσωπικού, να υπάρχει και εκλογική ευθύνη και απεξάρτηση από την ψηφοθηρία.

Είναι κρίσιμο εδώ να γίνει μία επισήμανση. Υπέρμετρος αριθμός εκλεγόμενων με λίστα θα ενισχύσει την ολιγοπωλιακή δομή του πολιτικού συστήματος, θα περιορίσει το περιθώριο επιλογής των ψηφοφόρων και θα επιτείνει την απομάκρυνση μέρους του εκλογικού σώματος. Κατά τούτο, μία συνταγματική μεταρρύθμιση που θα συνδυάζει από-πολιτικοποίηση της Κυβερνήσεως (βλ. ιδίως όσα αναπτύσσουμε στο δεύτερο μέρος) με ουσιώδη εξασθένηση της εξουσίας επιλογών του ψηφοφόρου (άρα και της όποιας δυνατότητας να δείξει ο ψηφοφόρος ειδικότερα την κατεύθυνση πολιτικής που στηρίζει) δύναται να επιφέρει δυσμενείς συνέπειες στη δημοκρατική λειτουργία.

Γενικότερα μιλώντας, η αντιμετώπιση των προβλημάτων που σχετίζονται με την διαπλοκή ψηφοθηρίας και πελατειακού κράτους απαιτεί αναγωγή στις δύο άκρες του κυκλώματος, δηλαδή στις εκλογές και στις σχέσεις εκτελεστικής εξουσίας και διοικήσεως. Πάντως, αυτά αφορούν στην μικρο-διαπλοκή. Η μικρο-διαπλοκή του πελατειακού συστήματος δεν είναι ένα ανεξάρτητο μέγεθος, αλλά έχει αναπτυχθεί, για λόγους που ανάγονται στην πολιτική και κοινωνική ιστορία, ως συμπλήρωμα του ηγεμονικού συστήματος και της δικής του αυθαιρεσίας. Στο πλαίσιο όμως του δεύτερου λαμβάνονται οι σημαντικές αποφάσεις, και μάλιστα κατά τρόπο που ενίοτε συνιστά βαθιά και, εκ της προελεύσεως, ακαταμάχητη επέμβαση στη λειτουργία του κράτους.[14] Σε κάθε περίπτωση, δεν θα πρέπει να δημιουργηθεί η ψευδαίσθηση ότι έτσι αντιμετωπίζονται τα βαθύτερα αίτια των σχετικών παθογενειών στη χώρα μας, που αφορούν στη σχέση κράτους και κοινωνίας. Διότι όσο η κοινωνία εξαρτάται από το κράτος και το δίκτυο πατρωνίας που αναπτύσσεται γύρω του, και όσο ο νομικισμός εγκλωβίζει την οικονομική ζωή, εντοπισμένες θεσμικές αλλαγές σε υψηλό επίπεδο θα έχουν περιορισμένη έως οριακή πρακτική αξία.

 

Μέρος Δεύτερο:

Απόλυτο ασυμβίβαστο και αλλοίωση του κοινοβουλευτικού συστήματος

Α. Γενικά για το σύστημα της κοινοβουλευτικής κυβερνήσεως

Η συζήτηση για το ασυμβίβαστο παρέχει μία καλή ευκαιρία για αναστοχασμό σχετικά με τις ισορροπίες που ενυπάρχουν εντός του κοινοβουλευτικού συστήματος. Όπως προαναφέραμε, στην ιστορική προέλευση της κοινοβουλευτικής κυβερνήσεως (parliamentary government), οι εκλεκτοί του λαού στη Βουλή, που λογοδοτούν στο λαό, και όχι οι εκλεκτοί του Στέμματος που λογοδοτούν σε αυτό, στελεχώνουν την κυβέρνηση. Προκειμένου σήμερα να αξιολογήσουμε πληρέστερα το ζήτημα του ασυμβίβαστου, και τη σχέση ανάμεσα στον κοινοβουλευτικό χαρακτήρα της κυβέρνησης και την αρχή της κοινοβουλευτικής εμπιστοσύνης, είναι σημαντικό να αναχθούμε σε γενικότερες σκέψεις για τη δομή του κοινοβουλευτικού συστήματος.

Η βασική ιδέα είναι ότι οι πολίτες εκλέγουν βουλευτές και διά των βουλευτών, στο πλαίσιο του κομματικού συστήματος και των κοινοβουλευτικών ομάδων, παρέχεται εμπιστοσύνη προς την Κυβέρνηση και αναλαμβάνεται αντίστοιχη πολιτική ευθύνη (cabinet government). Η Κυβέρνηση, κατά μη αναθεωρητέα διάταξη του Συντάγματος (26 παρ. 2), και όχι ο Πρωθυπουργός, αποτελεί τον πολιτικό βραχίονα της εκτελεστικής εξουσίας. Αυτή διαθέτει την εμπιστοσύνη της Βουλής και, δυνάμει αυτής της εμπιστοσύνης, χαράσσει τη γενική πολιτική της χώρας, για την οποία τα μέλη της είναι συλλογικώς υπεύθυνα (82 παρ. 1, 84, 85).

 

Β. Ιστορική κατανόηση ως προς τους κοινοβουλευτικούς υπουργούς

Σε αυτό το πλαίσιο, το Σύνταγμα του 1975 αντιλαμβάνεται  ότι ο Υπουργός μπορεί να είναι βουλευτής. Έτσι, το άρθρο 84 παρ. 7 ρητά ορίζει ότι στις ψηφοφορίες επί προτάσεων εμπιστοσύνης ή δυσπιστίας ψηφίζουν οι υπουργοί που είναι μέλη της Βουλής.

Η ιστορική κατανόηση προκύπτει ευχερώς από τις συζητήσεις κατά την ψήφιση του Συντάγματος. Ο Πρόεδρος της Βουλής Κ. Παπακωνσταντίνου, εκ των συντακτών του Συντάγματος, τάχθηκε εναντίον ασυμβίβαστου Υπουργού-Βουλευτή όχι, όπως είπε, διότι το σύνταγμα του Παπαδόπουλου όριζε το ασυμβίβαστο, αλλά επειδή πιστεύει στην έννοια του Κοινοβουλευτισμού, δηλαδή ότι κατά κανόνα η Κυβέρνηση πρέπει να αποτελείται από μέλη του Κοινοβουλίου, τουλάχιστον επί βασικών τομέων, διότι έτσι διασφαλίζεται η συνεργασία Βουλής και Κυβερνήσεως[15]. Ο Παπακωνσταντίνου αντιπαρέρχεται τη διαφορετική λύση του τότε Γαλλικού μοντέλου (που δεν προέβλεπε προσωρινή, αλλά οριστική αναπλήρωση) υπό το φως της κυβερνητικής αστάθειας στην τρίτη και τέταρτη γαλλική δημοκρατία λόγω του πολυκομματισμού και της έλλειψης συνοχής των κομμάτων.

Πιο συγκρατημένος, ο Κ. Τσάτσος σημείωσε ότι τα ζητήματα αυτά δεν πρέπει να ορίζονται διά θεσμών, αλλά πρέπει να μένουν ανοιχτά στη ροή της πολιτικής ζωής και τη φυσιολογική ανάπτυξη των πολιτικών δυνάμεων. Η ισορροπία κοινοβουλευτικού και εξωκοινοβουλευτικού στοιχείου είναι, δηλαδή, ζήτημα πολιτικής διαλεκτικής. Για αυτό, εξήγησε, η πλειοψηφία απορρίπτει τόσο τη θέση οι Υπουργοί να είναι υποχρεωτικά βουλευτές, όσο και τη θέση οι Υπουργοί να μην είναι βουλευτές[16]. Σημειωτέον ότι τόσο η ΕΚ-ΝΔ, όσο και το ΠΑΣΟΚ, είχαν προτείνει μόνο βουλευτές να είναι υπουργοί, πρόταση που απορρίφθηκε για τον λόγο που εξήγησε ο Κ. Τσάτσος.[17]

 

Γ. Λειτουργικότητα και ισορροπίες στο πλειοψηφικό κοινοβουλευτικό σύστημα

Πέραν της κατανόησης των συντακτών του Συντάγματος, είναι κρίσιμο να εξετάσουμε πώς ένα αυστηρό ασυμβίβαστο θα αλληλοεπιδρούσε με θεμελιώδεις πτυχές του δικού μας, πλειοψηφικού χαρακτήρα, κοινοβουλευτικού συστήματος.

Στο κοινοβουλευτικό σύστημα, η πλειοψηφία της Βουλής και η Κυβέρνηση μετέχουν στην ίδια διαδικασία διαμόρφωσης πολιτικής βούλησης. Επομένως, είναι αναγκαίος ο συντονισμός αμφότερων, ώστε η σχέση πολιτικής εμπιστοσύνης να έχει αντίκρισμα στη συνοχή και δημοκρατική νομιμοποίηση της κυβερνητικής πολιτικής.

Αντίστροφη όψη της κοινοβουλευτικής εμπιστοσύνης είναι η ισχύς που στα κοινοβουλευτικά συστήματα, και κατά μείζονα λόγο στο δικό μας, παρέχεται στην Κυβέρνηση επί της Βουλής. Αυτό δεν εκδηλώνεται μόνο σε ακραίες περιπτώσεις (πρόκληση διάλυσης της Βουλής), αλλά στην καθημερινή λειτουργία της, ιδίως με την επιμέλεια και τον έλεγχο της νομοθετικής διαδικασίας. Ο λόγος που τα συνέχει είναι ο βαθιά πολιτικός χαρακτήρας της Κυβέρνησης και η άμεση πολιτική συνάφεια με την, στη χώρα μας κατά βάση μονοκομματική, πλειοψηφία της Βουλής. Έτσι, ο κοινοβουλευτικός χαρακτήρας του συστήματος κυβερνήσεως συνυφαίνεται με τον αντιπροσωπευτικό χαρακτήρα του πολιτεύματος.

Επομένως, όταν συζητάμε για το κοινοβουλευτικό καθεστώς των μελών της κυβέρνησης, πρέπει να γνωρίζουμε ότι δεν αναφερόμαστε μόνο στη συγκρότηση του οργάνου που ασκεί την εκτελεστική λειτουργία υλοποιώντας όσα έχει υποσχεθεί στη Βουλή, αλλά, εν ταυτώ, του οργάνου που, με την εμπιστοσύνη της μονοκομματικής πλειοψηφίας της Βουλής, ελέγχει και τη νομοθετική λειτουργία[18]· που ελέγχει δηλαδή  τις βασικές νομοθετικές επιλογές, οι οποίες όμως νομιμοποιούνται δυνάμει της αντιπροσωπευτικής αρχής.

Το δεύτερο στοιχείο που πρέπει να ληφθεί υπόψη είναι ο ρόλος του Πρωθυπουργού. Το Σύνταγμα (όχι μόνο το άρθρο 82 παρ. 2, αλλά και, ιδίως θα λέγαμε, το άρθρο 37 παρ. 1 και 2) καθώς και η δομή του πολιτικού συστήματος προσδίδουν ιδιαίτερο ρόλο στον Πρωθυπουργό. Ο Πρωθυπουργός της μονοκομματικής κυβέρνησης διαθέτει οιονεί άμεση δημοκρατική νομιμοποίηση, και το Σύνταγμα, κατά την άνοδό του, προοικονομεί την εμπιστοσύνη της κοινοβουλευτικής ομάδας.

Πρέπει όμως να τονιστεί ότι στο κοινοβουλευτικό πολίτευμα, επειδή η έμφαση είναι στην πολιτική συνέργεια, δεν υπάρχουν τα εξωτερικά πολιτικά αντίβαρα που υπάρχουν στο προεδρικό σύστημα. Στα συναινετικά συστήματα, υπάρχει η συνεργασία των κυβερνητικών εταίρων (βλ. παρακάτω) και, σε περίπτωση κυβέρνησης ανοχής, οι ισορροπίες στο Κοινοβούλιο. Στα πλειοψηφικά συστήματα, υπάρχει ο συλλογικός χαρακτήρας της Κυβερνήσεως και η διαρκής εμπιστοσύνη προς αυτό το όργανο ενός πολυπληθούς οργάνου, στην πράξη της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας (υπό τον έλεγχο και τις αντιπροτάσεις της αντιπολίτευσης), τα μέλη του οποίου χαίρουν των εγγυήσεων που συνοδεύουν την αντιπροσωπευτική αρχή. Αυτά τα αντίβαρα είναι εσωτερικά στο κύκλωμα του κοινοβουλευτικού συστήματος.

Ως προς το δεύτερο αντίβαρο, στην πολιτική επιστήμη και τη συνταγματική θεωρία έχει εξεταστεί το ζήτημα του ρόλου της πλειοψηφικής κοινοβουλευτικής ομάδας ως αντιβάρου έναντι του Πρωθυπουργού.[19] Αυτό εκδηλώνεται όχι τόσο με τη δυνατότητα αποχώρησης των βουλευτών, όσο με την ορατότητα του εσωτερικού πλουραλισμού, καθώς και την αποτροπή αυθαίρετων επιλογών.[20] Η κρίσιμη για εμάς διάσταση είναι ότι αυτή η λειτουργία δεν μπορεί να αποσπαστεί από τη δυνατότητα συμμετοχής μελών της κοινοβουλευτικής ομάδας στην Κυβέρνηση. Και αυτή η διάσταση πρέπει να συνδεθεί με το πρώτο αντίβαρο, δηλαδή τη συλλογική λειτουργία της Κυβερνήσεως – όχι στη λογική της ορατότητας των διαφωνιών, αλλά στη λογική της σύνθεσης και της αποτροπής της αυθαιρεσίας παντοκράτορος Πρωθυπουργού. Μάλιστα, η συνεισφορά των υπουργών στη φυσιογνωμία του κυβερνητικού σχήματος και του κυβερνητικού έργου δεν εκδηλώνεται τόσο σε συνεδριάσεις του Υπουργικού Συμβουλίου, όσο με το πλήθος των δράσεων, πολλές εκ των οποίων σε τομείς συναρμοδιότητας, αλλά και με την ίδια την παρουσία τους και την ανάληψη συλλογικής ευθύνης. Η συλλογική ευθύνη είναι η άλλη όψη της ανάγκης του Πρωθυπουργού να εξασφαλίζει συλλογική υποστήριξη. Και όπως σημειώνει βρετανός μελετητής, το πολιτικό status, οι πολιτικές φιλοδοξίες και λογοδοσία των υπουργών εξηγούν γιατί, ακόμη και σε σχήματα ηγεμονίας του Πρωθυπουργού, δεν είναι δόκιμο να μιλάμε για σύστημα Αυλής.[21] Η εγκατάλειψη ενός τέτοιου συστήματος, ας μην ξεχνάμε, ήταν στον κορμό του ιστορικού αιτήματος για κοινοβουλευτική αρχή.

Εξετάζοντας το ζήτημα των κρίσιμων ισορροπιών, πρέπει βεβαίως να λάβουμε ως δεδομένη την απόλυτη εξουσία του Πρωθυπουργού να επιλέγει εκείνος τους Υπουργούς, αλλά παράλληλα να μην είμαστε αμνήμονες στο ότι αυτό ιστορικά απαιτήθηκε και δικαιολογήθηκε όχι προς το σκοπό της παντοκρατορίας του ως μόνου εκφραστή της κοινοβουλευτικής εμπιστοσύνης, αλλά προς το σκοπό της ισχυροποιήσεως της λαϊκής αντιπροσωπείας έναντι του Ανώτατου Άρχοντος. Σήμερα βέβαια, αυτά πρέπει να συμπληρωθούν με τη διασφάλιση της αποτελεσματικότητας και της συνοχής στο κυβερνητικό έργο, καθώς και της καθαρότητας στο πολιτικό στίγμα, ενώ διαχρονικά σημαντική είναι η πολιτική κινητοποίηση του λαού και η ευχέρεια στην επίρριψη της πολιτικής ευθύνης. Δεν αρνούμαστε τίποτε από αυτά, ούτε εισηγούμαστε εξιδανίκευση του συλλογικού χαρακτήρα της Κυβερνήσεως. Ήδη κατά τις συζητήσεις για την ψήφιση του Συντάγματος το 1975, πολύ πριν την αναθεώρηση του 1986, υπήρχε μία αμφιθυμία για τη σχέση ανάμεσα στο συλλογικό και το πρωθυπουργοκεντρικό στοιχείο. Ωστόσο, επειδή ο ρόλος του Πρωθυπουργού είναι λειτουργικά σημαντικός, είναι εξίσου σημαντικός ο σεβασμός των ελάχιστων ισορροπιών που εναπομένουν στο κοινοβουλευτικό σύστημα. Και η δυνατότητα συγκρότησης της Κυβέρνησης με κοινοβουλευτικά πρόσωπα, που έχουν κριθεί και θα κριθούν από το λαό, αποτελεί, με τα καλά και τα κακά του, τέτοια εναπομείνασα ισορροπία.

Καταληκτικά, το κοινοβουλευτικό στοιχείο στη σύνθεση της κυβέρνησης παραδοσιακά θεωρείται σημαντικό στοιχείο ιδίως α) ως προς τον πολιτικό χαρακτήρα της Κυβερνήσεως, που αντλεί τη νομιμοποίησή της στην κοινοβουλευτική εμπιστοσύνη και σε αυτήν στηρίζεται στις σχέσεις της με τη Βουλή και δη ελέγχοντας τη νομοθετική διαδικασία, και β) ως προς τις ισορροπίες του πολιτεύματος, δοθείσης της παντοκρατορίας του έτερου κρίσιμου παράγοντα, του Πρωθυπουργού. Υπό το φως αυτών των σκέψεων, πρέπει να εξετάζεται υπό ποιες προϋποθέσεις το ασυμβίβαστο δεν αλλοιώνει συστημικά τη φύση και τις ελάχιστες ισορροπίες που απομένουν στο κοινοβουλευτικό μας πολίτευμα.

 

Δ. Διάκριση με συστήματα συναινετικού κοινοβουλευτισμού

Οι σκέψεις αυτές δέον να συμπληρωθούν με την συγκριτική οπτική εντός της κατηγορίας των κοινοβουλευτικών συστημάτων. Η ιδέα της κοινοβουλευτικής κυβέρνησης μας έρχεται από το Ηνωμένο Βασίλειο, μία χώρα πλειοψηφικού κοινοβουλευτισμού. Έτσι, η κοινοβουλευτική στελέχωση της κυβερνήσεως είναι η άλλη όψη της κοινοβουλευτικής ενότητας πλειοψηφίας της Βουλής και κυβέρνησης, σε πλαίσιο δικομματισμού.

Πρέπει να σημειωθεί ότι ακόμη και στο Η.Β., ο πρωθυπουργός έχει πολιτικά αντίβαρα: τη Βουλή των Λόρδων, η οποία έχει μετασχηματιστεί μετά τις αλλαγές της κυβέρνησης Blair, τους backbenchers που έλκουν την ισχύ τους από τον μονοεδρικό χαρακτήρα (σε συνδυασμό με την πλουραλιστική δομή των κομμάτων), και οι οποίοι ανέτρεψαν τους περισσότερους συντηρητικούς πρωθυπουργούς των προηγούμενων δεκαετιών όταν εκείνοι έγιναν πολιτικά βάρη, ενώ στη γενική αξιολόγηση πρέπει να ληφθεί υπόψη η παραδοσιακή ανεξαρτησία της δημόσιας διοίκησης. Στην Ελλάδα έχουμε υιοθετήσει το αγγλικό μοντέλο, δίχως κανένα από τα εν λόγω αντίβαρα, και αυτό λειτουργεί σε υπόβαθρο ιστορικά ριζωμένης πολιτικής πόλωσης, και με έντονα αυταρχικό και διχαστικό θεσμικό παρελθόν.

Τα πράγματα είναι εντελώς διαφορετικά σε συστήματα συναινετικού κοινοβουλευτισμού. Ας λάβουμε ως παράδειγμα την Ολλανδία.[22] Στην Ολλανδία, εξαιτίας του εκλογικού συστήματος, της ιστορικής παράδοσης και της έλλειψης διχαστικής τομής στο κοινωνικό σώμα, οι κυβερνήσεις είναι παραδοσιακά συναινετικές. Ο συναινετικός χαρακτήρας παλαιότερα εκφραζόταν με μία κουλτούρα σχετικής αποκομματικοποίησης της κυβερνήσεως, ενώ μετά τη δεκαετία του 1960, εκφράζεται με κυβερνήσεις συνεργασίας. Πλέον, τα μέλη της κυβέρνησης είναι εκλεκτοί των συνεργαζόμενων κομμάτων, καθώς και τρίτα πρόσωπα αμοιβαίας αποδοχής. Ο Πρωθυπουργός έχει ήπια ισχύ και η κυβέρνηση λειτουργεί πραγματικά συλλογικά με ισχυρά πολιτικά κίνητρα για συναινετική λήψη αποφάσεων.

Στην Ολλανδία υπάρχει σχετικά απόλυτο ασυμβίβαστο υπουργού-βουλευτή. Για τους παραπάνω όμως λόγους, όχι μόνο δεν ισχυροποιεί τον Πρωθυπουργό, αλλά αντίθετα υπηρετεί τις συνεργασίες, ώστε αυτές να είναι λειτουργικές. Τα κόμματα επιλέγουν τα μέλη τους που μετέχουν στην Κυβέρνηση και εκείνοι παραιτούνται οριστικά από την κοινοβουλευτική θέση (57 παρ. 2 Σ), ώστε να υλοποιήσουν το πρόγραμμα συνεργασίας· μπορούν όμως να λαμβάνουν μέρος στις εκλογές (και δεν χρειάζεται να παραιτηθούν όσο δεν έχει οριστικοποιηθεί η νέα κυβέρνηση, 57 παρ. 3 Σ). Αντίστοιχα, η Βουλή διατηρεί ορισμένο ελεγκτικό ρόλο και αρκούντως διαβουλευτικό, ιδίως σε επίπεδο επιτροπών, και δεν είναι μόνο αρένα ανταγωνισμού μεταξύ πλειοψηφίας και αντιπολίτευσης, όπως σε πλειοψηφικά κοινοβουλευτικά συστήματα. Σε κυβερνήσεις μειοψηφίας, ο ρόλος της Βουλής είναι εν μέρει και διαμορφωτικός (βλ. και παραπάνω ως προς τη Σουηδία).

Επομένως, θεσμικές διευθετήσεις που έχουν υιοθετηθεί σε χώρες συναινετικού κοινοβουλευτισμού, στη χώρα μας είναι πιθανό να έχουν ουσιωδώς διαφορετική λειτουργία.

 

Ε. Αξιολόγηση του αυστηρού ασυμβίβαστου

Έχουμε πλέον διαθέσιμα τα δεδομένα για να αξιολογήσουμε τις συνέπειες ενός αυστηρού ασυμβίβαστου στη δομή του δικού μας κοινοβουλευτικού συστήματος. Όπως προαναφέραμε, από το συνδυασμό του άρθρου 26 παρ. 2 Σ με το κοινοβουλευτικό σύστημα, συνάγεται ότι φορέας της κοινοβουλευτικής εμπιστοσύνης είναι η Κυβέρνηση, και όχι ο Πρωθυπουργός. Παραδοσιακά αυτό γίνεται αντιληπτό με την έννοια της κοινοβουλευτικής κυβέρνησης και εξετάσαμε το πλαίσιο λειτουργίας και ισορροπιών αυτού του μοντέλου.

Ένα αυστηρό ασυμβίβαστο θα μπορούσε να εισαχθεί με αποκλεισμό ανάληψης θέσης υπουργού από εκλεγέντα βουλευτή, με αποκλεισμό υπουργού από τη δυνατότητα να ανακηρυχθεί υποψήφιος σε προσεχείς εκλογές, ή με συνδυασμό αυτών. Σε τέτοια περίπτωση, θα προέκυπτε από-κοινοβουλευτικοποίηση της Κυβερνήσεως και ουσιαστικά αποπολιτικοποίησή της. Κάτι τέτοιο θα συνιστούσε δομική αλλοίωση του συστήματος κυβερνήσεως, καθώς οι κορυφαίοι των επιλογών του λαού θα αποκλείονταν από το όργανο που στηρίζεται στην εμπιστοσύνη τους και το οποίο ελέγχει το δικό τους νομοθετικό έργο.

Νομίζω στο ίδιο πόρισμα πρέπει να οδηγηθούμε και αν το ασυμβίβαστο εισαγόταν με τον μηχανισμό της παραίτησης από την βουλευτική ιδιότητα – δίχως δηλαδή κώλυμα διορισμού ή εκλογιμότητας. Και αυτό διότι έτσι θα προκαλείτο οριστική αποξένωση των μελών της κοινοβουλευτικά υπεύθυνης κυβέρνησης από τη Βουλή. Αυτή μας η κρίση δεν γίνεται αφηρημένα, αλλά σε συνάρτηση με την  πρωθυπουργοκεντρική εξέλιξη του πολιτεύματος στη χώρα μας.[23] Μάλιστα, σε περίπτωση παραίτησης, όχι μόνο οι υπουργοί, που αποτελούν προβεβλημένα πολιτικά στελέχη, δεν θα μετείχαν στη λειτουργία του συστήματος κοινοβουλευτικής εμπιστοσύνης (που λειτουργεί και ως έσχατο θεσμικό αντίβαρο προς την ισχύ του Πρωθυπουργού), αλλά αντιθέτως, θα εξαρτιόντουσαν απολύτως από τη βούληση του Πρωθυπουργού. Ο ανασχηματισμός θα συνεπαγόταν απώλεια και της βουλευτικής τους ιδιότητας. Επομένως, το κοινοβουλευτικό σύστημα θα μετασχηματιζόταν από σύστημα κοινοβουλευτικής κυβέρνησης με πολύ ισχυρό Πρωθυπουργό, σε σύστημα κοινοβουλευτικού πρωθυπουργού. Η αποδυνάμωση του βουλευτή θα αποτελούσε την άλλη όψη της αποδυνάμωσης της κυβερνήσεως, διότι υπουργοί που θα διαφωνούσαν με τον Πρωθυπουργό δεν θα είχαν πλέον φωνή ούτε στη λαϊκή αντιπροσωπεία, με αποτέλεσμα να αλλοιώνεται και η εσωτερική σύνθεση της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας.[24]

Για την αξιολόγηση μίας τέτοιας εξέλιξης πρέπει βεβαίως να συνεκτιμάται η γενικότερη ενίσχυση του Πρωθυπουργού διεθνώς[25], ένα φαινόμενο που ανακριβώς έχει αποδοθεί στην επιστήμη ως προεδροποίηση του κοινοβουλευτικού συστήματος.[26] Στη χώρα μας, όπως έχουμε ήδη εξηγήσει, αυτή η εξέλιξη αλληλοεπιδρά με την λειτουργία ενός πολωμένου πλειοψηφικού συστήματος. Θα μπορούσε εδώ να μας αντιταχθεί ότι ακριβώς λόγω αυτής της παράδοσης, η λειτουργία της Κυβέρνησης είναι ούτως ή άλλως αποδυναμωμένη. Όμως, νομίζουμε ότι μία τέτοια αλλαγή στη σύνθεση και τη φυσιογνωμία της Κυβέρνησης, φέρει και αθροιστικές συνέπειες και δομικά χαρακτηριστικά. Ο μετασχηματισμός στη φύση της Κυβέρνησης θα προσέθετε στο υπάρχον σχήμα θεσμικά χαρακτηριστικά που προσιδιάζουν στο προεδρικό ή έστω στο ημι-προεδρικό σύστημα δίχως τα θεσμικά αντίβαρα που ενυπάρχουν σε εκείνα. Μία τέτοια ανάμειξη κοινοβουλευτικών και προεδρικών στοιχείων μπορεί να οδηγήσει όχι στην άθροιση των αρετών τους, αλλά στη νόθευση αμφοτέρων.

 

ΣΤ. Η διάκριση πολιτικής διαλεκτικής και εξαναγκαστής αλλοίωσης

Εδώ μπορεί να προβληθεί ως αντίλογος ότι δεν αποκλείεται εξωκοινοβουλευτική κυβέρνηση, ούτε βεβαίως εξωκοινοβουλευτικοί υπουργοί. Αυτά όμως συνιστούν απόκλιση, η σκοπιμότητα και το (κατά χρόνο και αριθμό) εύρος της οποίας ανατίθενται στην πολιτική βούληση. Σπεύδουμε να τονίσουμε ότι η εμπειρία έχει δείξει ότι μεταρρυθμιστικά έργα μπορούν να επισπευσθούν από εξωκοινοβουλευτικούς υπουργούς (π.χ. η αντιμετώπιση του ζητήματος των ταυτοτήτων, ο γάμος ανεξαρτήτως φύλου, κ.λπ.) με ανάληψη της πολιτικής ευθύνης από τον Πρωθυπουργό. Μάλιστα, ο ίδιος ο Πρωθυπουργός έχει συχνά μια πιο συμπεριληπτική οπτική, σε σχέση με κοινοβουλευτικά πρόσωπα που προσβλέπουν στην ισχυρή επανεκλογή τους συσπειρώνοντας τη στενή κομματική βάση.

Είναι σφάλμα να παραβλέπουμε αυτές τις πτυχές και να εξιδανικεύουμε το κοινοβουλευτικό στοιχείο. Όμως αυτές οι πτυχές κρίνονται στην πολιτική διαλεκτική. Για παράδειγμα, η ισχύς του πρωθυπουργού έλαβε ιδιαίτερη προβολή στη διεθνή βιβλιογραφία με την πρωθυπουργία του Tony Blair. Θα είχε κανείς την ίδια αίσθηση μετά το φιάσκο της Theresa May ή τις επιδόσεις του Boris Johnson, για να μην αναφερθούμε στην ανυπαρξία των επιγόνων τους στο συντηρητικό κόμμα;[27] Και θα αξιολογούσε κατά τον ίδιο τρόπο την (υπαρκτή) ισχύ των πρωθυπουργών σε Ουγγαρία και Πολωνία την προηγούμενη δεκαετία;

Σε κάθε περίπτωση, η σημασία της αναγωγής στην πολιτική διαλεκτική έχει και συνταγματική βάση. Η επιλογή εξωκοινοβουλευτικών υπουργών υπόκειται στην αξιολόγηση της εκάστοτε κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας και του εκάστοτε Πρωθυπουργού, δηλαδή σε κρίση που το Σύνταγμα αναθέτει στην ελευθερία ψήφου του βουλευτή (αν θα δώσει ψήφο εμπιστοσύνης) και στην πολιτειακή κρίση του Πρωθυπουργού (ποιόν θα προτείνει υπουργό) με συνακόλουθη πολιτική ευθύνη, όχι σε αναγκαστικό κανόνα δικαίου καθολικής εφαρμογής. Και σε αυτό το πλαίσιο, υπάρχει πάντα η δυνατότητα αναδίπλωσης ή αναπροσαρμογής. Έτσι, η εξουσία του Πρωθυπουργού επί του status των υπουργών δεν εμπεριέχει εξουσία διαθέσεως του συνταγματικού πλαισίου, εντός του οποίου δημιουργούνται προσδοκίες και αναλαμβάνεται πολιτική ευθύνη.

Αυτό το πλαίσιο αποδίδει την προσαρμοστικότητα που παραδοσιακά εμφανίζει το κοινοβουλευτικό πολίτευμα – επειδή ακριβώς στηρίζεται σε σχέσεις πολιτικής εμπιστοσύνης. Η προσαρμοστικότητα του κοινοβουλευτικού συστήματος επιτρέπει σε αυτό να ανταποκρίνεται σε βασικά πολιτικά διλήμματα: να εξασφαλίζει πολιτική συνοχή μεταξύ της κυβερνητικής λειτουργίας και της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας και να παρέχει κίνητρα στον Πρωθυπουργό να πείθει τους υπουργούς και να κερδίζει την πολιτική τους υποστήριξη.[28] Η ενίσχυση του ρόλου του Πρωθυπουργού και η επιλογή εξωκοινοβουλευτικών υπουργών είναι στοιχεία αυτής της προσαρμοστικότητας, και δεν πρέπει να νοηθούν ανεξάρτητα από αυτήν, ούτε να παράσχουν άλλοθι για εξαναγκαστή συστημική της αλλοίωση. Αντίθετα, η εισαγωγή αυστηρού ασυμβιβάστου υπουργού-βουλευτή θα επαγόταν τέτοια συστημική αλλοίωση στη φυσιογνωμία του κοινοβουλευτικού συστήματος.

 

Ζ. Αυστηρό ασυμβίβαστο, ισχύον δίκαιο και αναθεώρηση

Το ασυμβίβαστο μεταξύ υπουργού και βουλευτή δεν μπορεί να εισαχθεί δίχως συνταγματική αναθεώρηση. Όπως προαναφέρθηκε, προσωρινό ασυμβίβαστο δεν είναι ανεκτό υπό το ισχύον καθεστώς της βουλευτικής ιδιότητας. Ένα αυστηρό ασυμβίβαστο θα μπορούσε να επιβληθεί μόνο με παραίτηση του βουλευτή, η οποία όμως είναι δικαίωμά του, ή, ακόμη πιο αυστηρά, με κώλυμα διορισμού εκλεγέντος βουλευτή κατά τη διάρκεια της οικείας βουλευτικής περιόδου. Κάτι τέτοιο δεν είναι σήμερα επιτρεπτό. Επίσης, δεν μπορεί να απαγορευθεί ούτε η συμμετοχή υπουργού σε εκλογές, καθώς το άρθρο 56Σ είναι επίσης εξαντλητικό.

Πρέπει να σημειωθεί ότι το άρθρο 81 παρ. 4 Σ ορίζει ότι ο νόμος μπορεί να καθιερώσει ασυμβίβαστο του υπουργού με άλλα έργα. Θα μπορούσε επομένως να υποστηριχτεί ότι ο νομοθέτης μπορεί να περιλάβει και τη βουλευτική ιδιότητα[29], περιορίζοντας την ευχέρεια του Πρωθυπουργού. Ωστόσο, η διάταξη προφανώς νοείται στο σύστημα των διατάξεων που οργανώνουν την αντιπροσωπευτική αρχή και το κοινοβουλευτικό σύστημα.

Ειδικότερα, η διάταξη αφορά σε επιμέρους ασυμβίβαστες ιδιότητες, π.χ., λόγω σύγκρουσης συμφερόντων, πλέον της επαγγελματικής δραστηριότητας της προηγούμενης παραγράφου, που μπορεί να τυποποιήσει ο νόμος.[30] Αντίθετα, η διάταξη δεν αφορά στη σχέση ανάμεσα σε δύο κεντρικά στη λειτουργία του πολιτεύματος αξιώματα, που ρυθμίζονται ειδικώς στο Σύνταγμα, και φυσικά δεν σκοπεί να επιτρέψει συστημική μεταβολή, πόσο μάλλον αλλοίωση, στην οργάνωση του κοινοβουλευτικού συστήματος και τη φύση της Κυβερνήσεως.

Εν προκειμένω, από τη μία πλευρά, ο νομοθέτης δεν μπορεί να θεωρήσει ότι η παρουσία του υπουργού νοθεύει την κοινοβουλευτική δραστηριότητα διότι το Σύνταγμα επ’ αυτού περιέχει αντίθετη, ειδική κρίση, προβλέποντας τη συμμετοχή του υπουργού βουλευτή ακόμη και σε περίπτωση πρότασης δυσπιστίας εναντίον του. Από την άλλη, για τους λόγους που αναδείξαμε, ένα αυστηρό ασυμβίβαστο θα συνεπαγόταν συστημική αλλοίωση του κοινοβουλευτικού συστήματος. Τέτοια συστημικά σημαντική αλλοίωση δεν μπορεί να βρει έρεισμα στο άρθρο 81 παρ. 4 Σ. Πρόκειται για μεταβολή συνταγματικού χαρακτήρα και προϋποθέτει ειδική συνταγματική διάταξη και αντίστοιχη νομιμοποίηση, όχι απλό νόμο. Δανειζόμενοι τη διατύπωση του δικαστή Scalia, δεν μπορεί το Σύνταγμα να κρύβει ελέφαντες σε ποντικότρυπες.[31] Αν ήθελε ποτέ επιχειρηθεί τέτοια μεταβολή, θα πρέπει να αξιολογηθούν οι προσήκουσες ισορροπίες, ώστε να μην τεθεί σε αμφιβολία η μορφή του πολιτεύματος ως κοινοβουλευτικής δημοκρατίας.

Σε μία τέτοια εξίσωση, πρέπει να συνεκτιμηθούν και άλλες πτυχές που εδώ δεν εξετάστηκαν. Η μελέτη μας περιορίστηκε στην λειτουργία της κοινοβουλευτικής κυβέρνησης και στις πολιτικές ισορροπίες στο πλαίσιο του πλειοψηφικού κοινοβουλευτισμού. Η ισχύς του Πρωθυπουργού, και γενικότερα της εκτελεστικής εξουσίας, οριοθετείται στις μέρες μας από άλλες θεσμικές εξελίξεις, όπως το ευρωπαϊκό δίκαιο ή η διεύρυνση του δικαστικού ελέγχου συνταγματικότητας. Τέλος, μία άλλη πτυχή που δεν εξετάστηκε είναι η τάση πολιτικού κατακερματισμού και πολωμένου πλουραλισμού. Αμφότερα αναμένεται να επηρεάσουν έτι περαιτέρω την εξέλιξη και λειτουργία της δημοκρατίας μας και η αλληλοεπίδραση με το πρωθυπουργοκεντρικό στοιχείο είναι προς ώρας άδηλη.

 

Πορίσματα

Πρώτον, ένα προσωρινό ασυμβίβαστο μεταξύ υπουργού και βουλευτή μπορεί να συμβάλει σε πιο λειτουργικό καταμερισμό καθηκόντων. Έχει όμως σημαντικές παράπλευρες συνέπειες και δεν αντιμετωπίζει τα προβλήματα που σχετίζονται με τη σύγχυση εκτελεστικών αρμοδιοτήτων και ψηφοθηρικών κινήτρων. Προτείνεται να εξεταστούν άλλες λύσεις, όπως ο εξορθολογισμός της θέσης του υφυπουργού και η λελογισμένη διεύρυνση του αριθμού των εκλεγόμενων δίχως σταυρό προτίμησης, σε βαθμό και κατά τρόπο όμως που δεν θα αποδυναμώσει το ρόλο του εκλογέα σε ολιγοπωλιακό και αρχηγικό πολιτικό περιβάλλον.

Δεύτερον, ένα αυστηρό ασυμβίβαστο που αποσκοπεί σε εξαναγκαστή από-κοινοβουλευτικοποίηση της κυβέρνησης εμφανίζει πολύ πιο σοβαρά προβλήματα. Θίγει τις αναγκαίες ισορροπίες που επιτρέπουν λειτουργική σχέση μεταξύ εκτελεστικής και νομοθετικής εξουσίας, δοθείσης της ευθύνης της πρώτης στη νομοθέτηση, ενώ αποδυναμώνει ουσιωδώς τις ενδοκυβερνητικές πολιτικές ισορροπίες, υπέρ του Πρωθυπουργού. Έτσι, αν υιοθετείτο, το κοινοβουλευτικό σύστημα θα μετασχηματιζόταν από σύστημα κοινοβουλευτικής κυβέρνησης με πολύ ισχυρό Πρωθυπουργό, σε σύστημα κοινοβουλευτικού πρωθυπουργού.

Αυτό το πόρισμα δεν αμφισβητεί τον κεντρικό ρόλο του Πρωθυπουργού στο πολίτευμα, ούτε τη σημασία των τεχνοκρατών υπουργών. Το κοινοβουλευτικό σύστημα επιτρέπει αμφότερα, ως προϊόν όμως της πολιτικής διαλεκτικής. Τέλος, όσοι κατά καιρούς έλκονται από φερόμενες αρετές προεδρικών ή ημιπροεδρικών συστημάτων, παραβλέπουν ότι στα οικεία συστήματα υπάρχουν θεσμοποιημένα πολιτικά αντίβαρα, που ελλείπουν στα κοινοβουλευτικά.

 

____

Ο Ν. Παπασπύρου είναι αναπλ. καθηγητής συνταγματικού δικαίου στη Νομική Σχολή (ΕΚΠΑ) και διευθυντής του Εργαστηρίου Συνταγματικών Ερευνών.

[1] The Federalist, No. 76 (1788, Hamilton). Η λύση στηρίχτηκε στην αρνητική εμπειρία της αποικιακής περιόδου. Βλ. Steven G. Calabresi & Joan L. Larsen, One Person, One Office: Separation of Powers or Separation of Personnel?, 79 Cornell L. Rev. 1045, 1050–51 (1994). Η αρχική ιδέα προέβλεπε και κώλυμα διορισμού, το οποίο όμως εγκαταλείφθηκε (με κάποιες εξαιρέσεις).

[2] Ένα Καινοτόμο Σύνταγμα για την Ελλάδα (Ν. Αλιβιζάτος, Π. Βουρλούμης, Γ. Γεραπετρίτης, Γ. Κτιστάκις, Φ. Σπυρόπουλος) 2016, άρθρα 50 και 68.

[3] Το γαλλικό σύνταγμα του 1791 καθιέρωνε ασυμβίβαστο, το οποίο συμπλήρωνε με κώλυμα διορισμού για διάστημα δύο ετών από την παύση των βουλευτικών καθηκόντων (ch. 2, s. IV, art. 2). Το σύνταγμα του 1791, σε αντίθεση με το αμερικανικό, καθιέρωνε τέλεια διάκριση των εξουσιών στη λογική της υποταγής της εκτελεστικής εξουσίας στο νόμο ως έκφραση της γενικής βούλησης. Η αδυναμία όμως του γαλλικού συντάγματος να αναγνωρίσει και να διαχειριστεί την πολιτική διάσταση της εκτελεστικής εξουσίας (λόγω του βασιλικού θεσμού) αποτέλεσε βασική αιτία της αποτυχίας του. Το αγγλικό παράδειγμα, αντίθετα, προχώρησε στην κατεύθυνση της πολιτικής σύζευξης Βουλής και κυβερνήσεως, η οποία ολοκληρώθηκε στη βικτωριανή περίοδο.

[4]  Όπως έχει ερμηνευθεί, το ασυμβίβαστο αφορά την ιδιότητα του βουλευτή και επομένως παραβίασή του δεν θίγει τη νομιμότητα των πράξεων του υπουργού. Conseil d’État – n° 496362 – 18/10/2024. Περαιτέρω, καθώς η διάταξη ομιλεί για μέλη της Κυβερνήσεως, καταλαμβάνει και τον Πρωθυπουργό. Βλ. Conseil d’État – n° 496101 – 8/11/2024.

[5] W. Bagehot, The English Constitution (2η εκδ., 1873) σελ. 48. Βεβαίως, σε επίπεδο αρμοδιοτήτων, ισχύει η supremacy of Parliament.

[6] Έτσι και Ν. Αλιβιζάτος, Ασυμβίβαστο ή κατάργηση του σταυρού προτίμησης; Η Καθημερινή, 12.4.2026.

[7] Στη Γαλλία, όπου εφαρμόζεται το πλειοψηφικό σύστημα, ο υποψήφιος ψηφίζεται μαζί με τον αναπληρωτή του. Στο Βέλγιο, υπάρχει λίστα αναπληρωματικών, ώστε αντίστοιχο σύστημα να εφαρμόζεται και στο πλαίσιο της αναλογικής εκλογής.

[8] Ersättare för riksdagsledamöterna, Betänkande av Grundlagberedningen, Στοκχόλμη, 1970, σελ. 37-42.

[9] Comité de réflexion et proposition de modernisation et le rééquilibrage des institutions de la Ve République, Une Ve République plus démocratique, La Documentation française, Fayard, 2007, σελ. 28.

[10] Βλ. Sophie Lamouroux, La révision de l’article 25 de la Constitution ou la mise en place d’une incompatibilité à coquille vide, 77 Revue française de droit constitutionnel 2009, 135 επ., ιδίως σελ. 139-40 και 144.

[11] R. Taagepera, The size of national assemblies, 1 Soc Sci Res (1972), 385–401.

[12] Κατά τις συζητήσεις για την ψήφιση του Συντάγματος το 1975, ο Ανδρέας Παπανδρέου είχε υποστηρίξει ότι τα μέλη της Κυβέρνησης πρέπει να είναι υποχρεωτικά βουλευτές, διότι αν έχουμε εξωλαϊκό παράγοντα στη θέση του Υπουργού, η ευθύνη έναντι του λαού αλλοιώνεται. Δέχτηκε όμως ότι οι υφυπουργοί, που δεν είναι μέλη του Cabinet, μπορεί να είναι τεχνικά πρόσωπα. Πρακτικά των Συνεδριάσεων της Ολομέλειας της Βουλής των συζητήσεων επί του Συντάγματος 1975, συνεδρίαση ΟΑ΄ 16.4.1975, σελ. 300.

[13] Έτσι και Ξ. Κοντιάδης, Τί πρέπει να αλλάξει στο Σύνταγμα; Κέντρο Ερευνών Συνταγματικού Δικαίου, 2025, σελ. 210-11 (ασυμβίβαστο με ιδιότητα υφυπουργού και περιορισμός του αριθμού των υπουργών).

[14] Πβλ. Ε. Βενιζέλο, Πολιτικά ανιστόρητη και θεσμικά επιπόλαιη αντίδραση, ΤΑ ΝΕΑ 7.4.2026 («Τα δε καλύτερα ρουσφέτια είναι τα πολύ μεγάλα που στην Ελλάδα θέλουν προσωπική και συγκεντρωμένη εξουσία»).

[15] Πρακτικά της Ολομέλειας της Βουλής, ο.π., σελ. 309 και 972-73.

[16] Ο.π., σελ. 301.

[17] Ο.π., 315.

[18] Αυτό δεν είναι κάτι καινούργιο. Όπως σημείωνε ο Dicey το 1914, “legislation again is now the business, one might almost say the exclusive business, of the Cabinet”. A. Dicey, Introduction to the study of the Law of the Constitution (8η εκδ. 1915) lxxiv.

[19] Ξ. Κοντιάδης, Δώδεκα Μαθήματα Συνταγματικού Δικαίου (Αθήνα, 2023) ιδίως σελ. 406-414.

[20] Κοντιάδης, ο.π., σελ. 399, 406, 412.

[21] Patrick Weller, Cabinet government: The least bad system of government?, σε Politics, Policy and Public Administration in Theory and Practice (ANU Press, 2021) σελ. 152.

[22] Έχουμε στηριχτεί στα The Oxford Handbook of Dutch Politics (επιμ. Paul ‘t Hart, Sarah de Lange, Carolien van Ham & Tom Louwerse, Oxford, 2024) κεφ. 4, 7 και 28, και Rudy B. Andeweg, Galen A. Irwin & Tom Louwerse, Governance and Politics of the Netherlands (5η εκδ., Macmillan, 2020), κεφ. 5-6.

[23] Για αυτή την εξέλιξη, μετά την αναθεώρηση του 1986, βλ. Αρ. Μάνεσης, Η συνταγματική αναθεώρηση του 1986 (Θεσσαλονίκη, 1989) σελ. 111 επ., και Ν. Αλιβιζάτος, Το Σύνταγμα του 1975 και η εφαρμογή του: Ένας στρεβλός εκσυγχρονισμός, ΝοΒ τ. 36/1988, σελ. 542επ., και, ως προς την αναθεώρηση του 2019, Ξ. Κοντιάδης, Το μετέωρο βήμα από τον συναινετικό στον συγκρουσιακό κοινοβουλευτισμό. Συγκρίνοντας τις αναθεωρήσεις του 2001 και του 2019, e-ΠΟΛΙΤΕΙΑ 2/2022 και Ν. Παπασπύρου, Η φυσιογνωμία της αναθεώρησης του 2019, ΕφημΔΔ 6/2021, σελ. 759 επ. Για μία ισόρροπη αξιολόγηση του πλειοψηφικού χαρακτήρα του κοινοβουλευτισμού σε μας, βλ. Νίκο Αλιβιζάτο, Οι Αρχιτέκτονες του Πολιτεύματος (Αθήνα, 2024).

[24] Παρενέργειες λόγω της οριστικής απώλειας της βουλευτικής ιδιότητας, θα ανέκυπταν, σε περίπτωση λήξης της υπουργικής ιδιότητας, και ανεξαρτήτως διαφωνίας με τον Πρωθυπουργό. Όπως είδαμε, συναφή ζητήματα είχαν ανακύψει στη Γαλλία και, σε συνδυασμό με τα αντικίνητρα που δημιουργούσαν για ανάληψη υπουργικού αξιώματος σε επισφαλή κυβερνητικά σχήματα, οδήγησαν στην αναθεώρηση του άρθρου 25 του Συντάγματος το 2008, ώστε η αναπλήρωση να είναι προσωρινή.

[25] Η πρωθυπουργοκεντρική στροφή καταγράφεται στο Ηνωμένο Βασίλειο ήδη το 1963 από τον Richard Crossman, στην εισαγωγή του σε επανέκδοση του The English Constitution του Bagehot (σελ. 51). Έκτοτε αποτελεί αντικείμενο κεντρικής συζήτησης στην αγγλική βιβλιογραφία, όπου όμως παρατηρείται πως το πλήθος των ζητημάτων αποφασίζεται σε επίπεδο συναρμόδιων υπουργών και δικτύων, ενώ ακόμη και στα μεγάλα ζητήματα, που αναλαμβάνει ο Πρωθυπουργός, είναι αναγκαία η πολιτική υποστήριξη του Cabinet. Έτσι, το γεγονός ότι πλείστα ζητήματα δεν αποφασίζονται στο τραπέζι του υπουργικού συμβουλίου συνεπάγεται ελαστικότητα της έννοιας και όχι εγκατάλειψη του cabinet government. Βλ. Martin Burch and Ian Holliday, The Blair Government and the Core Executive, 39 Government and Opposition (2004) σελ. 1-21.

[26] Βλ. τις παρατηρήσεις του Keith Dowding, The Prime Ministerialisation of the British Prime Minister,  66 Parliamentary Affairs (2013) σελ. 617–635. Για το σημερινό status της βιβλιογραφίας βλ. O’Malley E., Marland A., Palavicini G., Assessing the presidentialisation thesis: Prime ministerial authority in an era of rising centralisation and personalisation. European Journal of Political Research (online 2026), σελ. 1-14.

[27] Βλ. O’Malley E, κλπ., ο.π.

[28] Βλ. D. Grube, P. Weller & R.A.W. Rhodes, Comparing Cabinets: The dilemmas of collective government (Oxford, 2021).

[29] Έτσι, Σ. Κουτνατζής, άρθρο 81 σε Σύνταγμα: Ερμηνεία κατ’ άρθρο (Νομική Βιβλιοθήκη-ΚΕΣΔ, 2024) σελ. 1052.

[30] Η διάταξη είχε τεθεί στο Κυβερνητικό Σχέδιο, το οποίο προέβλεπε ασυμβίβαστο μόνο με το δικηγορικό λειτούργημα. Όταν το ασυμβίβαστο επεκτάθηκε σε κάθε επαγγελματική δραστηριότητα, ειπώθηκε να αφαιρεθεί η διάταξη, και ο Κ. Τσάτσος απάντησε, δεν μας πειράζει, ας μείνει.  Πρακτικά της Ολομέλειας της Επιτροπής του Συντάγματος 1975, Συνεδρίαση 15η, 7.3.1975, σελ. 223.

[31] Whitman v. American Trucking Ass’ns, Inc., 531 U.S. 457 (2001) σελ. 468.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

5 × 5 =