To ελληνικό Σύνταγμα, το Ενωσιακό Δίκαιο και η Ολομ. ΣτΕ 1918/2025 .  Πολιτειολογικές παρατηρήσεις

Γιώργος Η. Νικολόπουλος, Δικηγόρος, Δρ. Δημοσίου Δικαίου Παντείου Παν/μου

Η Ευρωπαϊκή Ένωση, ως ένωση κρατών, δεν αποτελεί μια απλή ομοσπονδία κρατών λόγω των υπαρχόντων στοιχείων υπερεθνικότητας (ανεξαρτησία των οργάνων της, κυρίως της Επιτροπής, απέναντι στις εθνικές κυβερνήσεις και άμεση ισχύς των κανονιστικών πράξεών της στα κράτη μέλη). Παράλληλα, δεν αποτελεί ούτε ομοσπονδιακό κράτος, καθώς δεν διαθέτει Σύνταγμα ώστε το πρωτογενές και παράγωγο δίκαιό της να υπερισχύει των συνταγμάτων των κρατών μελών (όπως φάνηκε από την απόρριψη της Συνθήκης για τη θέσπιση ευρωπαϊκού Συντάγματος το 2004).

Επιπλέον, η Ευρωπαϊκή Ένωση στερείται το στοιχείο της πρωτογενούς κρατικής εξουσίας-κυριαρχίας, καθώς η ύπαρξη, οι αρμοδιότητες και η οργάνωσή της στηρίζονται αποκλειστικά στις βουλήσεις και αποφάσεις των κρατών μελών. Συνεπώς, δεν διαθέτει Σύνταγμα ούτε υπό την τυπική ούτε υπό την κανονιστική έννοια του όρου. Ακόμη και αν είχε εγκριθεί η Συνθήκη της Ρώμης του 2004, δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί ως lex fundamentalis που θα απέδιδε ισχύ στα εθνικά Συντάγματα.

Έτσι, η εθνική κυριαρχία προσδιορίζει και νομιμοποιεί την ύπαρξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία διαθέτει νομικά μέσα που, αν και δεν μπορούν να την καταργήσουν, δύνανται να μεταβάλλουν τη φύση της.

Κατόπιν αυτών, η εθνική κυριαρχία και η ΕΕ βρίσκονται σε μια διαλεκτική σχέση, δεδομένου ότι η κυριαρχία σε ιστορικό και θεωρητικό πλαίσιο συνιστά εμπόδιο, το οποίο όμως ταυτόχρονα δημιουργεί το θεμέλιο της ΕΕ.

Ειδικότερα, τα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης διατηρούν την κυριαρχία τους, η οποία περιορίστηκε μόνο όταν τα συντεταγμένα όργανά τους μεταβίβασαν τμήμα αυτής σύμφωνα με τις αρμοδιότητες που τους παρέχει ρητά το Σύνταγμά τους. Για τον λόγο αυτό, τα κράτη-μέλη εξακολουθούν να παραμένουν μέχρι σήμερα «κύριοι των συνθηκών».

Κατ’ επέκταση, η κυριαρχία των κρατών μελών μεταβιβάζεται στην ΕΕ μόνο αν και στο μέτρο που το επιτρέπουν ρητά τα Συντάγματά τους, δημιούργημα των οποίων είναι η ίδια η Ένωση. Ως εκ τούτου, δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι το Σύνταγμα αναγνωρίζει σε οποιονδήποτε άλλο κανόνα δικαίου, εσωτερικό ή διεθνή, τυπική ισχύ ανώτερη από τη δική του. Αυτό ισχύει ειδικότερα και προκειμένου για το Ενωσιακό δίκαιο, για το οποίο το ίδιο το Σύνταγμα αποδέχτηκε, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, τη μεταβίβαση αρμοδιοτήτων στα όργανά του μέσω των συντεταγμένων συνταγματικών οργάνων[1].

Πράγματι, η αρχή της υπεροχής του Ενωσιακού Δικαίου απέναντι στα Συντάγματα των κρατών μελών προϋποθέτει αυτονόητα τη μεταβίβαση συντακτικής εξουσίας στα όργανα της Ένωσης. Ωστόσο, τέτοια μεταβίβαση αρμοδιότητας δεν προβλέπεται από το ισχύον ελληνικό Σύνταγμα, ούτε όμως από το γερμανικό ή το γαλλικό. Αντίθετα, μόνο τα Συντάγματα της Σλοβενίας και της Ιρλανδίας καθιερώνουν ρητά την αρχή της υπεροχής του Ενωσιακού δικαίου απέναντι στο Σύνταγμα[2].

Άλλωστε, οι διεθνείς συμβάσεις δημιουργούν δίκαιο μόνο όταν ενσωματώνονται στις εσωτερικές έννομες τάξεις των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης σύμφωνα με τα οικεία Συντάγματα. Η έμμεση τροποποίηση ενός αυστηρού Συντάγματος από τον κοινό νομοθέτη μέσω της κύρωσης μιας διεθνούς σύμβασης συνιστά «διαστρέβλωση συνταγματικής διαδικασίας[3]».

Επιπλέον, το άρθρο 6 της ΣυνθΛΕΕ ορίζει ρητά ότι «η παρούσα συνθήκη επικυρώνεται από τα υψηλά συμβαλλόμενα μέρη σύμφωνα με τους αντίστοιχους συνταγματικούς τους κανόνες». Σε κάθε περίπτωση, κανένας κανόνας του διεθνούς δικαίου (ακόμα και το άρθρο 27 της σύμβασης της Βιέννης περί συνθηκών του 1969) δεν δίνει στα κράτη το δικαίωμα συνομολόγησης συνθηκών με διατάξεις αντίθετες προς τα Συντάγματά τους. Παράλληλα, οφείλουμε να επισημάνουμε ότι η κύρωση μιας διεθνούς σύμβασης δεν είναι υποχρεωτική, και επομένως ουδείς μπορεί να υποχρεώσει τον συντακτικό νομοθέτη να αναθεωρήσει το Σύνταγμα.

Ενδεικτικά αναφέρεται ότι η Γαλλία και η Γερμανία αναθεώρησαν τα Συντάγματά τους ενόψει της κύρωσης της Συνθήκης του Μάαστριχτ αλλά και της ευρωπαϊκής Συνταγματικής Συνθήκης, ενώ αντίθετα η χώρα μας κύρωσε με απλούς νόμους τις δύο συνθήκες. Στο σημείο αυτό, πρέπει να τονιστεί ότι η ένταξη της Ελλάδας στην τότε ΕΟΚ πραγματοποιήθηκε μέσω της εφαρμογής του άρθρου 28 του Συντάγματος του 1975. Μέσω του ίδιου άρθρου και των προβλεπόμενων διαδικασιών, η Ελλάδα αποτελεί μέλος της ΕΕ, στην οποία ισχύει το Ενωσιακό δίκαιο που εφαρμόζεται άμεσα (όσον αφορά το πρωτογενές) στην ελληνική επικράτεια.

Ωστόσο, κατά τη γνώμη μας, είναι τελείως διακριτό το ζήτημα της μεταβίβασης αρμοδιοτήτων από τα συντεταγμένα κρατικά όργανα στην ΕΕ μέσω του άρθρου 28 από το ζήτημα της ουσιαστικής κατάργησης ή διαστρέβλωσης μιας συνταγματικής διάταξης από κρατικό όργανο, χωρίς τη νόμιμη αναθεώρησή της σύμφωνα με το άρθρο 110.

Στη χώρα μας, τα συντεταγμένα όργανα του κράτους, προκειμένου να μεταβιβάσουν αρμοδιότητες στην ΕΕ, πρέπει προηγουμένως να τις κατέχουν νόμιμα, τηρώντας παράλληλα τις πέντε προϋποθέσεις του άρθρου 28 του Συντάγματος[4]. Είναι αυτονόητο ότι καμία διάταξη του άρθρου 28 ή οποιουδήποτε άλλου άρθρου του Συντάγματος δεν μπορεί να ερμηνευθεί με τρόπο που να επιτρέπει στη Βουλή να μεταβιβάζει σε όργανα της Ένωσης την αρμοδιότητα αναθεώρησης συνταγματικών διατάξεων, την οποία η ίδια δεν διαθέτει[5].

Προς επίρρωση των ανωτέρω, επισημαίνεται ότι τα άρθρα 23 παρ. 1 εδ. γ’ και 79 παρ. 2 και 3 του Θεμελιώδους Νόμου της Γερμανίας, καθώς και το άρθρο 54 του γαλλικού Συντάγματος, προβλέπουν ρητά την αναθεώρησή τους σε περίπτωση αντίθεσης με το Ενωσιακό δίκαιο. Όσον αφορά την έκταση εφαρμογής της αρχής της υπεροχής του δικαίου της ΕΕ, χαρακτηριστική είναι η απόφαση της Ολομέλειας του Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου της Γερμανίας της 30/6/2009 (Lissabon, BVerfGE, 2/08), η οποία έκρινε ότι θα εξετάζει τη συμφωνία των πράξεων των ενωσιακών οργάνων με τις θεμελιώδεις συνταγματικές διατάξεις (αρ. 23 παρ. 1 σε συνδυασμό με αρ. 79 παρ. 3).

Αντίστοιχα, στο ισχύον γαλλικό Σύνταγμα, οι σχέσεις με τις διεθνείς συμβάσεις ρυθμίζονται από τα άρθρα 55[6] και 54, τα οποία προσδίδουν υπερνομοθετική αλλά υποσυνταγματική ισχύ στις διατάξεις τους. Συγκεκριμένα, το άρθρο 54[7] ορίζει ότι, εάν διαπιστωθεί από το Συνταγματικό Συμβούλιο αντίθεση μεταξύ διάταξης διεθνούς σύμβασης και του Συντάγματος, απαιτείται αναθεώρηση του Συντάγματος για να τεθεί σε ισχύ η σύμβαση.

Βάσει αυτών, το γαλλικό Συνταγματικό Συμβούλιο εξέτασε τις σχέσεις του Ενωσιακού δικαίου με το εσωτερικό δίκαιο, αξιοποιώντας τα άρθρα 54 και 55 για να αξιολογήσει τη δυνατότητα μη εφαρμογής ή καταγγελίας των διεθνών δεσμεύσεων της χώρας.

Η εφαρμογή του άρθρου 54 του γαλλικού Συντάγματος οδηγεί σε τρία ενδεχόμενα αποτελέσματα: α) μέχρι να αναθεωρηθεί το Σύνταγμα, υπερισχύει η συνταγματική διάταξη και δεν εφαρμόζεται η διεθνής σύμβαση, β) εάν η αναθεώρηση είναι αδύνατη επειδή προσκρούει στην απαγόρευση μεταβολής της μορφής του πολιτεύματος, η σύμβαση δεν μπορεί να ισχύσει, και γ) εάν το Σύνταγμα αναθεωρηθεί, αίρεται η δυσαρμονία και η σύμβαση εφαρμόζεται κανονικά.

Περνώντας στο ζήτημα της ερμηνείας του δικαίου, υπό την έννοια της επιστημονικής προσπάθειας για τη διαπίστωση της αληθούς έννοιας μιας νομοθετικής ή συνταγματικής διάταξης, γίνεται αποδεκτό ότι το Σύνταγμα ως lex fundamentalis πρέπει να ερμηνεύεται με τις κλασικές ερμηνευτικές μεθόδους. Αυτές περιλαμβάνουν: α) τη γραμματική ερμηνεία (τη γλωσσική διατύπωση), β) τη τελολογική ερμηνεία (τον σκοπό της διάταξης), γ) την ιστορική ερμηνεία (την ιστορία θέσπισής της) και δ) τη συστηματική ερμηνεία (τη θέση της στο όλο σύστημα του Συντάγματος).

Όπως επισημαίνεται, το προβάδισμα της γραμματικής ερμηνείας απορρέει από το γεγονός ότι το δίκαιο καθιερώνει ορισμένους τύπους θέσπισης και δημοσίευσης για την κατοχύρωση της ασφάλειας δικαίου. Υπό την έννοια αυτή, δεσμευτική είναι η βούληση του νομοθέτη και του εφαρμοστή του δικαίου που συνάγεται αναμφίβολα από τη γραμματική διατύπωση, ακόμη και αν αυτή φαίνεται να αμφισβητείται από τις προπαρασκευαστικές εργασίες.

Συνεπώς, η γραμματική ερμηνεία αποτελεί την αφετηρία και το όριο της ερμηνευτικής διαδικασίας, οριοθετώντας τις επιτρεπτές ερμηνευτικές εκδοχές. Οποιοδήποτε συμπέρασμα εξάγεται από τις λοιπές μεθόδους δεν επιτρέπεται να αντιβαίνει στο γράμμα του Συντάγματος, καθώς η contra constitutionem ερμηνεία απαγορεύεται[8]. Παράλληλα, η προσφυγή στην αυθεντική ερμηνεία[9] επιτρέπεται μόνο για την άρση αμφισβητήσεων και διενεργείται αποκλειστικά από το όργανο που ασκεί την αναθεωρητική λειτουργία.

Υπό αυτό το πρίσμα, ο εφαρμοστής του δικαίου διαθέτει αποκλειστικά ερμηνευτική αρμοδιότητα, η οποία σε καμία περίπτωση δεν μετατρέπεται σε κανονιστική εξουσία μέσω contra constitutionem ερμηνείας. Είναι πρόδηλο ότι δεν διαθέτει την αρμοδιότητα υποκατάστασης του συντακτικού νομοθέτη. Εν προκειμένω, το κρίσιμο ερώτημα που ανέκυψε με την απόφαση 1918/2025 της Ολομέλειας του ΣτΕ για τα ΝΠΠΕ είναι αν ο εφαρμοστής του δικαίου δικαιούται να παρακάμπτει τη σαφή γραμματική διατύπωση των παραγράφων 5 και 8 του άρθρου 16, αποφασίζοντας contra constitutionem[10] με επίκληση του Ενωσιακού δικαίου και της ερμηνευτικής δήλωσης του άρθρου 28[11].

Η υποχρέωση του εθνικού δικαστή να ερμηνεύει το Σύνταγμα σε αρμονία με το Ενωσιακό δίκαιο δεν μπορεί να φθάνει μέχρι την contra constitutionem ερμηνεία του άρθρου 16, παραβιάζοντας τη σαφή γραμματική διατύπωση των παραγράφων 5 και 8. Η υποχρέωση εναρμόνισης έχει ως όριο τη γραμματική ερμηνεία της συνταγματικής διάταξης. Όπως ορθά ανέφερε η μειοψηφία στην υπ’ αρ. 1918/2025 απόφαση, «…δεν πρέπει να αλλοιώνεται ο σημασιολογικός πυρήνας της λεκτικής διατύπωσης της συνταγματικής διάταξης και να οδηγούμαστε σε απόλυτη θεσμική ανασφάλεια». Κατά συνέπεια, ο δικαστής δεν έχει την αρμοδιότητα να υποκαθιστά τον συντακτικό νομοθέτη[12].

Με την απόφαση 1918/2025 της Ολομέλειας του ΣτΕ συντελείται υπέρβαση του θεσμικού ρόλου του Δικαστηρίου, το οποίο, αν και ερμηνευτής του δικαίου χωρίς αρμοδιότητα αναθεώρησης (η οποία ανήκει στο εκλογικό σώμα και τη Βουλή), προβαίνει σε παραμερισμό της γραμματικής ερμηνείας των παρ. 5 και 8 του άρθρου 16. Επισημαίνεται εύστοχα ότι οι αποφάσεις 1918-1920/2025 επιχειρούν να εμπεδώσουν μια στρατηγική ερμηνευτικής αποκένωσης των συνταγματικών διατάξεων[13].

Ανεξάρτητα από τα παραπάνω, αξίζει να επισημάνουμε αφενός ότι ο τομέας της παιδείας ανήκει στην αρμοδιότητα των κρατών μελών της ΕΕ και αφετέρου ότι το άρθρο 16 υπάγεται στην προϋπόθεση τήρησης των θεμελιωδών δικαιωμάτων του άρθρου 28 του Συντάγματος, βάσει του οποίου η χώρα κατέστη μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Συμπερασματικά, ενώ το άρθρο 16 πρέπει ορθώς να ερμηνεύεται σε αρμονία με το δίκαιο της ΕΕ, η γραμματική ερμηνεία των παραγράφων 5 και 8 δεν επιτρέπεται να διαστρεβλώνεται[14] για την επίτευξη αυτής της εναρμόνισης. Μια τέτοια εξέλιξη μπορεί να επέλθει μόνο μέσω της αναθεώρησης του άρθρου 16 κατά τη διαδικασία του άρθρου 110 του Συντάγματος.

 

 

[1] Για το νομικό χαρακτήρα της ένωσης βλ. Πολυξένη Παπαδάκη «Η δικαιολόγηση του σύγχρονου κράτους» σελ. 118-επ., και Ευαγγελία Πρεβεδούρου σε Βασίλη Σκουρή, «ερμηνεία συνθηκών για την ΕΕ και την ευρωπαϊκή κοινότητα», 2003, άρθρο 1 Συνθήκη για την ίδρυση της Ευρ. Ένωσης, σελ. 7 επ. και Αθ. Ράϊκο, «Συνταγματικό Δίκαιο», 5η έκδοση, σελ. 407 και τις εκεί παραπομπές σε Hesse και Maunz οι οποίοι αποκρούουν την υπερσυνταγματική ισχύ του ενωσιακού δικαίου αλλά και την αγόρευση του τότε βουλευτή Προκόπη Παυλόπουλου κατά τη συνεδρίαση της Ζ’ Αναθεωρητικής Βουλής της 14/2/2001 στα πρακτικά της βουλής, 2001, σελ. 4857.

[2] Το αρ. 3 του Συντάγματος της Σλοβενίας ορίζει «Οι νομικές πράξεις και οι αποφάσεις που εκδίδονται από διεθνείς οργανισμούς, στους οποίους η Σλοβενία έχει μεταβιβάσει την άσκηση μέρους των κυριαρχικών της δικαιωμάτων, εφαρμόζονται στη Σλοβενία σύμφωνα με την έννομη τάξη των οργανισμών αυτών» και το αρ. 29 παρ 4. Εδ δ’ του Συντάγματος της Ιρλανδίας ορίζει «Καμία διάταξη του παρόντος Συντάγματος δεν καθιστά άκυρους νόμους που θεσπίζονται, πράξεις που διενεργούνται ή μέτρα που λαμβάνονται από το Κράτος, πριν, κατά ή μετά την έναρξη ισχύος της Συνθήκης της Λισαβόνας, εφόσον αυτά επιβάλλονται από τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τη συμμετοχή στην Ευρωπαϊκή Ένωση ή στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα Ατομικής Ενέργειας, ούτε εμποδίζει νόμους, πράξεις ή μέτρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή των θεσμικών της οργάνων να έχουν ισχύ δικαίου εντός του κράτους».

[3] Όπως χαρακτηρίζει ο Francis Delpérée ως “détournement de la procédure constitutionnelle” σε “Le droit constitutionnel de la Belgique”, Bruxelles, Bruylant, 2000, σελ. 61

[4] Μεταξύ αυτών των προϋποθέσεων υπάρχει και η τήρηση των θεμελιωδών δικαιωμάτων που περιλαμβάνονται στο β΄ μέρος του ισχύοντος Συντάγματος υπό τον τίτλο Ατομικά και Κοινωνικά Δικαιώματα.

[5] Σύμφωνα με το άρθρο 110 του Συντάγματος, δύο χρονικά διαφορετικά νομοθετικά σώματα α) η προτείνουσα βουλή και β)η αναθεωρητική βουλή, μπορούν σύμφωνα και με τους  εκεί αναφερόμενους περιορισμούς να αναθεωρήσουν το Σύνταγμα.

[6] Αρ. 55 του γαλλικού συντάγματος ορίζει ότι «Οι διεθνείς συμβάσεις ή συμφωνίες που έχουν εγκριθεί έχουν, από τη δημοσίευσή τους, ισχύ ανώτερη από εκείνη των νόμων, υπό την επιφύλαξη, της εφαρμογής τους από τα άλλα συμβαλλόμενα μέρη».

[7] Αρ. 54 του γαλλικού συντάγματος ορίζει ότι «Εάν το Συνταγματικό Συμβούλιο, μετά από προσφυγή του Προέδρου της Δημοκρατίας, του Πρωθυπουργού, του Προέδρου της μίας ή της άλλης Βουλής ή εξήντα βουλευτών ή εξήντα γερουσιαστών, διαπιστώσει ότι μια διεθνής σύμβαση περιλαμβάνει μία διάταξη αντίθετη προς το Σύνταγμα, η άδεια για την κύρωση ή την έγκριση της διεθνούς σύμβασης δεν μπορεί να δοθεί παρά μόνο μετά από αναθεώρηση του Συντάγματος».

[8] Βλ. Σπ. Βλαχόπουλου-Ξ. Κοντιάδη, Εγχειρίδιο Συνταγματικού Δικαίου, σελ. 144, εκδ. Νομική Βιβλιοθήκη

[9] Αυθεντική ερμηνεία νοείται πάντοτε από το όργανο που έχει την αρμοδιότητα να θέσει ιδίου κύρους κανόνες με την ερμηνευόμενη διάταξη.

[10] Βλ. Σπ. Βλαχόπουλο, Οι λέξεις και το Σύνταγμα – Σκέψεις για την ερμηνεία του Συντάγματος με αφορμή την Ολομ ΣτΕ 1918/2025, 27/10/2025 και Γ. Σωτηρέλη, Αναπάντητα ερωτήματα για τα ιδιωτικά πανεπιστήμια. Γιατί η κυβέρνηση επέλεξε την κατάλυση αντί της αναθεώρησης του Συντάγματος, 2024, άρθρα δημοσιευμένα σε constitutionalism.gr, επίσης βλ. Χρ. Ράμμο, Συμβούλιο της Επικρατείας: όταν το «απαγορεύεται» γίνεται «επιτρέπεται», 19/12/2025, βλ. και Ακρ. Καϊδατζή, Αντίστροφος οριτζιναλισμός και ελιτιστικός ευρωπαϊσμός: η σημειολογία της απόφασης για τα ιδιωτικά πανεπιστήμια, 7/11/2025, άρθρα δημοσιευμένα σε nomarchia.gr.

[11] Παρ. 5  του αρ. 16 Σ “Η ανώτατη εκπαίδευση παρέχεται αποκλειστικά από ιδρύματα που αποτελούν νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου με πλήρη αυτοδιοίκηση. Τα ιδρύματα αυτά τελούν υπό την εποπτεία του Κράτους, έχουν δικαίωμα να ενισχύονται οικονομικά από αυτό και λειτουργούν σύμφωνα με τους νόμους που αφορούν τους οργανισμούς τους. Νόμος ορίζει το όριο της ηλικίας των καθηγητών των ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων· εωσότου εκδοθεί ο νόμος αυτός οι καθηγητές που υπηρετούν αποχωρούν αυτοδικαίως μόλις λήξει το ακαδημαϊκό έτος μέσα στο οποίο συμπληρώνουν το εξηκοστό έβδομο έτος της ηλικίας τους”.

Παρ. 8 του αρ. 16 Σ “ Νόμος ορίζει τις προϋποθέσεις και τους όρους χορήγησης άδειας για την ίδρυση και λειτουργία εκπαιδευτηρίων που δεν ανήκουν στο Κράτος, τα σχετικά με την εποπτεία που ασκείται πάνω σ’ αυτά, καθώς και την υπηρεσιακή κατάσταση του διδακτικού προσωπικού τους. Η σύσταση ανώτατων σχολών από ιδιώτες απαγορεύεται”.

[12]Όπως αναφέρει και ο καθηγητής Κωνσταντίνος Θ. Γιαννακόπουλος ο οποίος μιλά για αποκένωση του Συντάγματος με την έννοια της διαστρέβλωσης των συνταγματικών διατάξεων μέσω μίας ερμηνείας που φτάνει μέχρι την αντικατάσταση του συντακτικού νομοθέτη με αυτήν του ερμηνευτή, στο συνέδριο του συγκριτικού συνταγματικού δικαίου με τίτλο «Σύνταγμα και πρακτικές του Συντάγματος», στην εθνική έκθεση με τίτλο «L’ evidage de la constitution et l’auto-immunisation de l’ ordre constitutionnel”, διαθέσιμη σε https://dice.univ-amu.fr/sites/default/files/2026-08/Rapport%20provisoire%20GRECE.%20C.%20Yannakopoulos.pdf

[13] Βλ.Κ. Θ. Γιαννακόπουλου, L’évidage de la Constitution et l’auto-immunisation de l’ordre constitutionnel », Εθνική εισήγηση (Ελλάδα) και συμμετοχή στο διεθνές συνέδριο XLIIe Table ronde internationale de justice constitutionnelle de l’Institut Louis Favoreu « Constitution et pratiques de la Constitution », 11-12.09.2026., άρθρο δημοσιευμένο σε https://cyannakopoulos.gr/.

[14] Βλ. λέξεις «αποκλειστικά» και «απαγορεύεται» στις παραγράφους αυτές.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

five × five =