Το «ρουσφέτι» από συνταγματική σκοπιά

Κώστας Στρατηλάτης, επ. Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου, ΑΠΘ

Οι εξυπηρετήσεις τις οποίες βουλευτές προσφέρουν αφειδώς σε ψηφοφόρους τους, χτίζοντας έτσι πελατειακά δίκτυα που τους φέρνουν σταυρούς, όπως βέβαια και ψήφους στο κόμμα τους, συνθέτουν μία πρακτική που παραβιάζει πολλές συνταγματικές αρχές. Η πεποίθηση πολλών ότι, όταν οι εξυπηρετήσεις αφορούν κάτι νόμιμο, είναι όχι μόνον θεμιτές αλλά και αναγκαίες στη «δημοκρατία» για την αντιμετώπιση «κοινωνικών αδικιών» είναι εσφαλμένη. Η ανοχή την οποία άλλοι μας καλούν να δείχνουμε έναντι του φαινομένου, με τη δικαιολογία ότι αυτό συνιστά μακραίωνη πρακτική «που δεν αλλάζει από τη μία μέρα στην άλλη», ότι είναι περίπου φυσικό φαινόμενο, καθώς δεν αντιμετωπίζεται χωρίς αλλαγή πολιτισμικού παραδείγματος («αλλαγή νοοτροπιών», «Ευρώπη»), προτείνει στάση συνενοχής, η οποία διαβρώνει το δημοκρατικό πολίτευμα, πέραν του γεγονότος ότι υπονομεύει κάθε αναπτυξιακή προοπτική, οικονομική, κοινωνική, μορφωτική, εν τέλει πολιτισμική.

Συγκεκριμένα, το «ρουσφέτι» συνιστά παραβίαση της ισότητας ενώπιον των νόμων (άρθρο 4 παρ. 1 Συντ.), ειδικότερα της ισότητας κατά την εφαρμογή των νόμων από τη Δημόσια Διοίκηση και τους ΟΤΑ. Ταυτόχρονα, συνιστά βαριά προσβολή της πολιτικής ισότητας. Αυτή απορρέει από τη δημοκρατική αρχή (άρθρο 1 Συντ.) και δεν αφορά μόνον το δικαίωμα του εκλέγειν αλλά και το δικαίωμα του εκλέγεσθαι. Το «ρουσφέτι» καταλύει την ισότητα κατά την άσκηση του δικαιώματος του εκλέγεσθαι, καθώς παρεισάγει ένα πεδίο αθέμιτου ανταγωνισμού μεταξύ των υποψηφίων βουλευτών, οι οποίοι, κανονικά (συνταγματικά) θα έπρεπε να ανταγωνίζονται επί άλλων πεδίων. Τούτη η παρεισαγωγή είναι καθοριστική για τη δυνατότητα εκλογής. Χωρίς ρουσφέτια, κανείς δεν μπορεί να εκλεγεί. Ή τουλάχιστον, αυτή είναι η αίσθηση κάθε πολιτευτή. Η αίσθηση αυτή αρκεί για να τον ωθήσει να εισέλθει, ανεπιστρεπτί, σε τούτο το λαμπρό πεδίο δόξης. Από την άλλη πλευρά, θίγεται και η πολιτική ισότητα μεταξύ των ψηφοφόρων. Όταν ένας ψηφοφόρος αποκτά πελατειακή πρόσβαση στο βουλευτικό γραφείο, συχνά γίνεται ο ίδιος κόμβος πελατειακής σχέσης που περιλαμβάνει και άλλους ψηφοφόρους. Έτσι, ορισμένοι ψηφοφόροι αποκτούν προνομιακή θέση (θέση «μεγαλο-παράγοντα») στα τοπικά εκλογικά δίκτυα, ικανότητα επιρροής στα πολιτικά πράγματα μεγαλύτερη από αυτήν των υπολοίπων.  Συνολικά, ο γενικευμένος εκμαυλισμός που συνοδεύει την πρακτική του «ρουσφετιού» αναιρεί την ουσία της δημοκρατικής διαδικασίας, στην οποία περιλαμβάνεται η αίσθηση ότι όταν συζητούμε τα πολιτικά πράγματα είμαστε ίσοι, ότι η συζήτηση αυτή έχει κάποιο νόημα.

Άλλωστε, το «ρουσφέτι» προσβάλλει την αντιπροσωπευτική αρχή του πολιτεύματος, η οποία απαιτεί από τους βουλευτές να υπηρετούν γενικότερα συμφέροντα και όχι πάντως τα ατομικά συμφέροντα εκείνων που τους εξέλεξαν (άρθρο 51 παρ. 3 Συντ.) Υπονομεύεται, δε, βαθιά, ο συνταγματικός ρόλος των πολιτικών κομμάτων, η συμβολή τους στη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος (άρθρο 29 παρ. 1 Συντ.) Τούτο διότι η ιδιότητα του μέλους κόμματος γίνεται αντιληπτή ως μέσο απόκτησης πρόσβασης στον τοπικό βουλευτή ώστε το μέλος να εξυπηρετηθεί ατομικά (ή να καταστεί το ίδιο μεσολαβητής για να αποκτούν άλλοι πρόσβαση στον βουλευτή) και όχι ως ένταξη σε συλλογικότητα που βασίζεται σε ιδεολογίες και η οποία συζητά προγράμματα δημόσιας πολιτικής. Η διαδεδομένη αίσθηση ότι η ιδιότητα του μέλους κόμματος είναι μέσο ατομικής ευμάρειας διαβρώνει την αξιοπιστία των κομμάτων, όπως και την ικανότητά τους να αποτελούν πεδία δημόσιας διαβούλευσης και συναπόφασης, ενώ θίγεται και η εσωκομματική δημοκρατία, καθώς με τις εξυπηρετήσεις «χτίζονται» παντοδύναμα εσωκομματικά πελατειακά δίκτυα που επηρεάζουν ακόμη και την εκλογή της ηγεσίας των κομμάτων.

Ακόμη, οι μεσολαβήσεις που προσφέρουν οι βουλευτές αλλοιώνουν τη διάκριση μεταξύ της νομοθετικής και της εκτελεστικής εξουσίας (άρθρο 26 Συντ.). Πρόκειται για συνταγματικά αθέμιτη μορφή παρέμβασης των μελών του νομοθετικού σώματος στη λειτουργία των δημόσιων υπηρεσιών και της Δημόσιας Διοίκησης –η συνταγματικώς ορθή παρέμβαση συνίσταται στην αξιοποίηση των μέσων κοινοβουλευτικού ελέγχου (ερωτήσεις, επερωτήσεις κ.λπ.) προκειμένου να ελεγχθούν οι δημόσιες υπηρεσίες με τρόπο που υπηρετεί το δημόσιο συμφέρον και τα δικαιώματα των πολιτών εν συνόλω. Μάλιστα, ενεργώντας ως μεσολαβητές, οι βουλευτές υποκαθιστούν τον Συνήγορο του Πολίτη, ο οποίος αναγνωρίζεται συνταγματικά από το άρθρο 103 παρ. 9 Συντ. και ο οποίος έχει ταχθεί ακριβώς προς μεσολάβηση ώστε να επιλύονται προβλήματα στη σχέση του πολίτη με τη Δημόσια Διοίκηση. Περαιτέρω, οι ατομικές εξυπηρετήσεις τις οποίες οι βουλευτές προσφέρουν στους ψηφοφόρους θίγουν και την Τοπική Αυτοδιοίκηση. Τούτο συμβαίνει όχι μόνον όταν ο βουλευτής παρεμβαίνει στα πεδία αρμοδιοτήτων των δημοτικών ή περιφερειακών Αρχών, αλλά και επειδή με το «ρουσφέτι» αυτός εμφανίζεται ως εκλεγμένος υπεύθυνος για την επίλυση τοπικών προβλημάτων, ενώ συνταγματικά η διοίκηση των τοπικών υποθέσεων ανήκει κατά τεκμήριο στους ΟΤΑ (άρθρο 102 παρ. 1 Συντ.).

Ιδωμένο από τη σκοπιά των Υπουργείων, το «ρουσφέτι» παραβιάζει την αρχή της νομιμότητας, στην οποία υπόκειται και η Κυβέρνηση και, κατ’ επέκταση, οι δημόσιες υπηρεσίες στο σύνολό τους. Παραχαράσσεται, δε, ο συνταγματικός ρόλος του Πρωθυπουργού και της Κυβέρνησης. Αντί για καθορισμό και κατεύθυνση της γενικής πολιτικής της χώρας στο πλαίσιο του Συντάγματος και των νόμων, όπως ορίζει η παρ. 1 του άρθρου 82 Συντ., αντί για «εφαρμογή της κυβερνητικής πολιτικής στο πλαίσιο των νόμων», όπως ορίζει η παρ. 2 του ίδιου άρθρου, έχουμε προσαρμογή της κυβερνητικής πολιτικής –ενδεχομένως και νομοθετικών πρωτοβουλιών της Κυβέρνησης– στις ανάγκες εξυπηρέτησης των πελατειακών δικτύων. Οι δημόσιες υπηρεσίες, αντί να αφιερώνονται στο έργο τους, χάνουν άπειρες ώρες προκειμένου να εξυπηρετούν «αιτήματα» από το γραφείο του Υπουργού ή και απευθείας από τους ίδιους τους βουλευτές. Οι δημόσιοι υπάλληλοι καλούνται να ισορροπούν ανάμεσα στην πίεση να ικανοποιούν τέτοια αιτήματα και τον όρκο που έδωσαν ώστε να υπηρετούν τη νομιμότητα, γνωρίζοντας ότι η άρνησή τους να ενδώσουν στις πιέσεις μπορεί να οδηγήσει σε υποβιβασμό ή ακόμη και σε κυρώσεις, με ό,τι αυτό συνεπάγεται σε ατομικό, ψυχολογικό, οικογενειακό και οικονομικό επίπεδο. Αλλά και όταν υπηρετούν τα «ρουσφέτια» ενδέχεται να βρεθούν στο εδώλιο του κατηγορουμένου, χάνοντας τη θέση τους. Οι πολιτικοί προϊστάμενοί τους, αντίθετα, δεν διακινδυνεύουν τίποτα περισσότερο από το να απωλέσουν ίσως την υπουργική ή και βουλευτική τους ιδιότητα. Τούτη η ανισότητα –οφειλόμενη εν μέρει στο διαβόητο άρθρο 86 Συντ.– υπονομεύει το καθήκον πίστης των δημοσίων υπαλλήλων στο Σύνταγμα και, βέβαια, μειώνει κατά πολύ την απόδοση των δημοσίων υπηρεσιών, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για πολλές πτυχές του δημοσίου συμφέροντος.

Σε αυτές τις πτυχές θα πρέπει κανείς να εντάξει και το κοινωνικό κράτος δικαίου (άρθρο 25 παρ. 1 Συντ.), ιδίως σε ό,τι αφορά την παροχή υπηρεσιών δημόσιας υγείας, υποχρεωτική για το Κράτος (άρθρο 21 παρ. 3 Συντ.). Όταν σε αυτήν την παροχή υπεισέρχεται –χρειαζούμενη ή αχρείαστη– μεσολάβηση βουλευτή ή Υπουργού, είναι βέβαιο ότι πολλοί από εκείνους που δεν έχουν τέτοιες προσβάσεις θα καταφύγουν σε ιδιωτικές υπηρεσίες υγείας, ακόμη κι όταν κάτι τέτοιο δεν είναι αναγκαίο –διότι τα προβλήματα υγείας είναι πολλές φορές επείγοντα, ενώ οι περιβόητες «λίστες αναμονής» είναι κάποιες φορές μία οδυνηρή, θανατηφόρος πραγματικότητα. Συνολικά, η πεποίθηση ότι οι κοινωνικές αδικίες αντιμετωπίζονται με παρεμβάσεις σε ατομικό επίπεδο υποτιμά τον κοινωνικό χαρακτήρα των αδικιών και των αναγκών. Για κάθε κοινωνό που επιτυγχάνει ταχύτερη λ.χ. χειρουργική επέμβαση, ένας άλλος κοινωνός καθίσταται ασθενέστερος, ενώ υποχωρεί και η διάθεση για δημόσια παρέμβαση προκειμένου το πρόβλημα να επιλυθεί συστημικά.

Τί μπορεί να γίνει; Όπως δείχνει και η περίπτωση του ΟΠΕΚΕΠΕ, η ψηφιοποίηση δεν μπορεί ποτέ από μόνη να λύσει το πρόβλημα. Η διαβόητη λέξη «χεράτα» δείχνει ακριβώς αυτό: ότι είναι πάντα δυνατή η παράκαμψη των ψηφιακών διαδικασιών. Αυτό που ενδεχομένως αλλάζει με την ψηφιοποίηση είναι η αποτίμηση κάθε «ρουσφετιού» με πελατειακούς όρους. Δηλαδή, εκεί όπου μία εξυπηρέτηση «κόστιζε» λ.χ. δέκα ψήφους, ίσως τώρα να «κοστίζει» λ.χ. εκατό ψήφους. Ούτε η εγκαθίδρυση ασυμβίβαστου –ας υποθέσουμε γνήσιου και όχι προσχηματικού, όπως αυτό που πρότεινε ο Πρωθυπουργός– θα βοηθούσε πολύ, καθώς το κίνητρο του Υπουργού να ικανοποιεί αιτήματα των βουλευτών δεν είναι μόνον η δική του επιδίωξη να επανεκλεγεί. Το κύριο κίνητρο είναι η επιθυμία του να συμβάλλει στην εκλογική κυριαρχία του κυβερνώντος κόμματος, δείχνοντας και με αυτόν τον τρόπο στον Πρωθυπουργό και στους άλλους Υπουργούς ότι είναι «παίκτης ομάδας», πολιτικής μάλιστα ομάδας, καθώς δεν βρίσκεται στη θέση του μόνον ως «τεχνοκράτης» αλλά εννοεί «σοβαρά» την ένταξή του στο κόμμα.

Αντίθετα, υπεύθυνη ηγεσία θα σήμαινε ξεκάθαρη καταδίκη του φαινομένου, συνοδευόμενη από δήλωση ότι βουλευτές που εμπλέκονται σε τέτοιες πρακτικές τίθενται εκτός ψηφοδελτίων του κόμματος στις επόμενες εκλογές. Τέτοια δήλωση θα άλλαζε τους όρους του «παιχνιδιού», καθιστώντας επικίνδυνες τις εξυπηρετήσεις. Ταυτόχρονα, θα εξέπεμπε διάθεση να αναστραφεί ο εκμαυλισμός και ο κυνισμός. Τούτο θα ωφελούσε, ίσως, την αξιοπιστία του πολιτικού και του κομματικού συστήματος, εάν συνοδευόταν και από άλλες κινήσεις. Εδώ που έχουν φθάσει τα πράγματα, τίποτα λιγότερο δεν είναι πειστικό για να γίνουμε, πράγματι, κοινωνία λίγο υψηλότερων προσδοκιών.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

3 × two =