Δεν είναι η πρώτη φορά που μία κυβέρνηση καταφεύγει στην αναθεώρηση του Συντάγματος, με πρόσχημα να μας πείσει για τον μεταρρυθμιστικό της οίστρο αλλά στην πραγματικότητα για να απομακρυνθούν τα φώτα της δημοσιότητας από σκάνδαλα και αποτυχίες. Την μικροπολιτική αυτήν τακτική (την οποία έχω χαρακτηρίσει περιπαικτικά «το στρίβειν δια της αναθεώρησης») φαίνεται ότι προσεχώς θα την δούμε ξανά αλλά σε μια ακόμη χειρότερη εκδοχή της. Το γιατί είναι προφανές: κανένας λεκτικός βερμπαλισμός και καμία μεγαλεπήβολη εξαγγελία δεν μπορεί να υπερκεράσει το τεράστιο έλλειμμα θεσμικής αξιοπιστίας που έχει σωρεύσει η σημερινή κυβέρνηση κατά την διάρκεια της έως τώρα θητείας της. Το διαβόητο πλέον «επιτελικό κράτος», η ασφυκτική χειραγώγηση της Δικαιοσύνης, το πρωτοφανές σκάνδαλα των υποκλοπών, η εκτός δημοκρατικών ορίων ραδιοτηλεοπτική προπαγάνδα, η ασύστολη διαπλοκή, οι καλπονοθευτικές μεθοδεύσεις ως προς το εκλογικό σύστημα, η αδίστακτη επιβολή των ιδιωτικών Πανεπιστημίων, η αδιανόητη θεσμική διαχείριση των δυσωδών υποθέσεων των Τεμπών και του ΟΠΕΚΕΠΕ και πολλά άλλα δεν συνθέτουν απλώς ένα ολισθηρό πεδίο συνεχούς δοκιμασίας του Συντάγματος. Προδίδουν, ταυτόχρονα, με ολοένα και περισσότερη ένταση, μία βαθύτατα καθεστωτική νοοτροπία, η οποία, εν προκειμένω, αποστρέφεται κάθε συνταγματική δέσμευση που θα μπορούσε να θέσει φραγμούς στον αυταρχισμό και στις αυθαιρεσίες της εκτελεστικής εξουσίας (και δη του επικεφαλής της),
Με βάση λοιπόν αυτά τα δεδομένα, τι μπορεί να συνεισφέρει μία συνταγματική αναθεώρηση; Τι μπορεί να πει η σημερινή κυβερνητική πλειοψηφία για ένα καλύτερο θεσμικό μέλλον, όταν το «επιτελικό κράτος» της υπονομεύει διαρκώς και ασύστολα το παρόν; Και με ποια αξιοπιστία μπορεί να απευθυνθεί στην αντιπολίτευση για να της ζητήσει την απαιτούμενη συναίνεση, όταν ο πρωθυπουργός την έχει αντιμετωπίσει έως τώρα με σκαιό τρόπο, ανατινάζοντας συνεχώς τις γέφυρες κάθε συνεργασίας, ακόμη και στα στοιχειώδη; Είναι δυνατόν, για παράδειγμα, να πεισθούν τα κόμματα της αντιπολίτευσης να ξαναψηφίσουν στην παρούσα Βουλή πρόταση της κυβερνητικής πλευράς με την αυξημένη πλειοψηφία των 3/5, όταν είναι τόσο πρόσφατη η εξαπάτησή τους, στην προηγούμενη αναθεωρητική Βουλή (του 2019), στο μείζον ζήτημα της αλλαγής του τρόπου εκλογής του Προέδρου της Δημοκρατίας; Τι συζήτηση να γίνει για το Σύνταγμα, όταν ο Πρωθυπουργός όχι μόνο διέταξε –μέσω του ανιψιού του– την παρακολούθηση του προέδρου του ΠΑΣΟΚ αλλά και αρνήθηκε στην συνέχεια να τον ενημερώσει, αρνούμενος να εφαρμόσει την σχετική απόφαση του Συμβουλίου Επικρατείας; Αλλά και ακόμη χειρότερα: τι νόημα έχει να ψηφίζονται νέες συνταγματικές διατάξεις όταν στην συνέχεια η κυβερνητική πλειοψηφία αρνείται να τις εξειδικεύσει με εκτελεστικό νόμο, όπως συνέβη, μετά την αναθεώρηση του 2019, με την λαϊκή νομοθετική πρωτοβουλία και με την κατάργηση της παραγραφής (αποσβεστικής προθεσμίας) ως προς την ευθύνη υπουργών;
Θα μπορούσε βέβαια να ρωτήσει κανείς στο σημείο αυτό: δηλαδή δεν πρέπει να γίνει τίποτε στο ζήτημα της συνταγματικής αναθεώρησης;
Η απάντηση είναι απλή: πολλά επιβάλλεται να γίνουν και ήδη έχουν προταθεί και από μένα και από πολλούς άλλους συναδέλφους. Ωστόσο, όλα αυτά κινδυνεύουν να αποδειχθούν ασκήσεις επί χάρτου, αν δεν προηγηθούν κάποιες στοιχειώδεις πρωτοβουλίες από την κυβερνητική πλευρά, με έμμεση έστω – πλην σαφή– αυτοκριτική διάσταση και με συγκεκριμένη και πειστική δήλωση προθέσεων, ως προς την άρση συγκεκριμένων δυσλειτουργιών του πολιτεύματος, που η ίδια εν πολλοίς προκάλεσε.
Η πρώτη δέσμη προτάσεων πρέπει αναμφισβήτητα να εστιασθεί στην αποκατάσταση του δημοκρατικού και κοινοβουλευτικού χαρακτήρα του πολιτεύματος σε κρίσιμους τομείς, όπως:
α. Ο ρόλος του πρωθυπουργού, που πρέπει να αναπροσαρμοσθεί ώστε να μην παραβιάζει, όπως σήμερα, την λογική και τα όρια του κοινοβουλευτικού συστήματος.
β. Ο ρόλος του Προέδρου της Δημοκρατίας, που επείγει να αναβαθμισθεί, τόσο από την άποψη της δημοκρατικής νομιμοποίησης όσο και από την άποψη των αρμοδιοτήτων, ώστε να παύσει να είναι ένα «πουκάμισο αδειανό».
γ. Ο κοινοβουλευτικός έλεγχος από τις Εξεταστικές Επιτροπές, που μπορεί να καταστεί ουσιαστικός μέσω της πρόβλεψης για σύνταξη ενιαίου πορίσματος από εξωκοινοβουλευτικά πρόσωπα κύρους, που θα εκλέγονται με αυξημένη πλειοψηφία…
δ. Το εκλογικό σύστημα, που πρέπει να οριοθετηθεί συνταγματικά ώστε να επιβληθεί, χωρίς περιθώριο μικροκομματικών μεθοδεύσεων, η αναγκαία εξισορρόπηση μεταξύ αντιπροσωπευτικότητας και κυβερνησιμότητας.
ε. Το ραδιοτηλεοπτικό τοπίο, που πρέπει να αναρρυθμισθεί, ώστε να καταπολεμηθεί η διαπλοκή και να διασφαλισθεί ο πολιτικός πλουραλισμός τόσο στα ιδιωτικά ηλεκτρονικά ΜΜΕ όσο και στην ΕΡΤ (με πρώτο βήμα την εκλογή του Προέδρου της από την Βουλή με αυξημένη πλειοψηφία…).
Η δεύτερη δέσμη αναθεωρητικών προτάσεων πρέπει να αφορά το κράτος δικαίου –με ιδιαίτερη έμφαση στην εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσα Δικαιοσύνη– και να περιλαμβάνει ιδίως:
α. Τον πλήρη αποκλεισμό της κυβέρνησης από την επιλογή της ηγεσίας της Δικαιοσύνης και την πρόβλεψη για έναν μόνο αντιπρόεδρο σε κάθε Ανώτατο Δικαστήριο…
β. Τον πλήρη αποκλεισμό της Βουλής από την διαδικασία της ποινικής δίωξης των Υπουργών, διότι η πλήρης αποτυχία και εργαλειοποίηση της σημερινής ρύθμισης της ευθύνης των Υπουργών έχει αποδειχθεί πλήρως…
γ. Την ίδρυση Συνταγματικού Δικαστηρίου (με όλες τις πρόσφορες εγγυήσεις ως προς την επιλογή των μελών του), διότι ο έλεγχος της συνταγματικότητας από τα σημερινά Ανώτατα Δικαστήρια νοσεί βαρύτατα…
δ. Τον έλεγχο συνταγματικότητας των Πράξεων Νομοθετικού Περιεχομένου, τόσο από τον ΠτΔ όσο και από το ΣτΕ, διότι έως τώρα είναι – απαραδέκτως– ανέλεγκτες…
ε. Την συνταγματική αναθεώρηση του άρθρου 16 του Συντάγματος, ώστε η ίδρυση μη κρατικών Πανεπιστημίων να περιβληθεί με τις κατάλληλες θεσμικές εγγυήσεις, οι οποίες θα ανατρέψουν το σημερινό αντισυνταγματικό έκτρωμα, που είναι αποκλειστικά απότοκο της διαπλοκής…
Υπάρχει κανείς από όσους παρακολουθούν τον δημόσιο βίο της χώρας που να πιστεύει ότι υπάρχει πιθανότητα να κινηθεί η σημερινή κυβέρνηση προς μία τέτοια κατεύθυνση, ώστε να έχει νόημα να γίνει και μία περαιτέρω συζήτηση με όρους αξιοπιστίας; Προφανώς όχι. Άρα, εδώ σταματάει ο ρόλος της επιστήμης και αρχίζει η επικράτεια της μικροπολιτικής…
Μία συντομευμένη εκδοχή αυτού του κειμένου δημοσιεύθηκε στα ΝΕΑ Σαββατοκύριακο, 15.11.2025




