Υπόθεση Λαζαρίδη: Αναθεώρηση και Μετακλητοί

Απόστολος Παπατόλιας, πρ. Σύμβουλος ΑΣΕΠ, τέως Νομάρχης

Στην πρόσφατη συζήτηση στη Βουλή για το κράτος δικαίου, ο Πρωθυπουργός ανακοίνωσε την πρόθεση της κυβέρνησης να προχωρήσει στα επόμενα βήματα της αναθεωρητικής διαδικασίας. Η κυβερνητική πρόταση, επιδιώκοντας να συνδέσει την άρση της μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων με τη διοικητική αποτελεσματικότητα και την επίτευξη της στοχοθεσίας, θα συμπεριλάβει στον κύκλο των αναθεωρητέων διατάξεων το άρθρο 103 του Συντάγματος. Ενώ, όμως, η κυβέρνηση αναδεικνύει τον πελατειασμό ως μείζονα διαχρονική παθογένεια, δεν κάνει παραδόξως την παραμικρή νύξη σε διατάξεις του ίδιου άρθρου που ενθαρρύνουν μια από τις πιο προκλητικές εκφάνσεις του πελατειασμού στις προσλήψεις του Δημοσίου. Αναφερόμαστε στις ρυθμίσεις για τους μετακλητούς υπαλλήλους, που απέκτησαν μια ξεχωριστή επικαιρότητα μετά την «υπόθεση Λαζαρίδη».

Το Σύνταγμά μας, στο άρθρο 103 παρ. 5 και 8, παράλληλα με την έννοια της «οργανικής θέσης» και τις εγγυήσεις που τη συνοδεύουν, προβλέπει συγκεκριμένες θέσεις, οι οποίες καλύπτονται είτε από «μετακλητούς υπαλλήλους», που μπορούν να απολυθούν οποτεδήποτε από τη Διοίκηση χωρίς συγκεκριμένη αιτιολογία, είτε από «υπαλλήλους με θητεία». Οι μετακλητοί υπάλληλοι ασκούν επιτελικά ή αποφασιστικά καθήκοντα εκτός υπαλληλικής ιεραρχίας (π.χ. θέσεις Γενικού Γραμματέα Υπουργείου), υπό την προϋπόθεση, σύμφωνα με τη νομολογία του ΣτΕ ότι ο νόμος καθορίζει το περιεχόμενο του λειτουργήματος που ασκούν ως «ανώτατοι διοικητικοί υπάλληλοι».

Η πρακτική αυτή, που συνιστά την πιο εμβληματική εξαίρεση από τον κανόνα της αξιοκρατικής στελέχωσης του Δημοσίου, συνδυάζεται με την απόλυτη ρυθμιστική ελευθερία του κοινού νομοθέτη να προβλέψει οποιοδήποτε τυπικό ή ουσιαστικό προσόν για την πρόσληψη μετακλητών. Έτσι, όμως, εγείρονται πολλά ερωτήματα για το κατά πόσο δικαιολογημένο είναι να εξαιρούνται οι μετακλητοί από την εφαρμογή των συνταγματικών επιταγών περί ίσης πρόσβασης και αξιοκρατικής μεταχείρισης στο Δημόσιο. Ερωτήματα πιεστικά ιδίως ενόψει της εκτόξευσης του αριθμού των μετακλητών σε ύψη ρεκόρ, γεγονός που επιβάλλει να επανεξεταστούν οι ισορροπίες μεταξύ ευκαιριακών συνεργατών και τυπικής διοίκησης, προκειμένου να περιοριστούν οι κομματοκρατούμενοι μηχανισμοί της «παράλληλης διοίκησης».

Το Συμβούλιο της Επικρατείας έχει δεχθεί ότι η «ανάγκη σχέσεως πολιτικής και προσωπικής εμπιστοσύνης μεταξύ υπαλλήλων και Κυβερνήσεως για την απρόσκοπτη εφαρμογή της κυβερνητικής πολιτικής» αποτελεί λόγο για να εξαιρεθεί η πρόσληψη των μετακλητών από τις γενικές προϋποθέσεις της «αξιοκρατικής ισότητας». Αυτή, όμως, η νομολογία δεν συνεπάγεται και την απόλυτη ελευθερία του νομοθέτη ή της διοίκησης να καθορίζει τις προϋποθέσεις πρόσληψής τους, ιδίως όταν συζητείται η άρση της μονιμότητας υπαλλήλων που προσλαμβάνονται με αξιοκρατικές διαδικασίες και αξιολογούνται με σύγχρονες και απαιτητικές μεθόδους εκτίμησης δεξιοτήτων.

Εάν πράγματι θέλουμε μια δημόσια διοίκηση στελεχωμένη από «κατάλληλους» και «ικανούς» υπαλλήλους, τότε οι αρχές και τα κριτήρια μιας «ελάχιστης αξιοκρατίας» θα πρέπει να εφαρμοστούν και στους μετακλητούς υπαλλήλους. Η αναθεωρητική διαδικασία προσφέρει μια πρώτης τάξης ευκαιρία για να ανοίξει η δημόσια συζήτηση σχετικά με την πρόβλεψη ενός ελάχιστου (minimum) αριθμού τυπικών και ουσιαστικών προσόντων των μετακλητών, που θα επιτρέψει την τοποθέτηση προσώπων με γνώση, ικανότητα και εμπειρία σε ευαίσθητες δημόσιες λειτουργίες.

Η λύση αυτή είναι συμβατή και με το «κοινό αίσθημα», όπου η κυριαρχία του αξιοκρατικού ιδεώδους δύσκολα ανέχεται να εξαιρούνται αυτές οι θέσεις, με την επίκληση της «πολιτικοποίησης», δηλαδή την επιβράβευση της κομματοκρατίας, από τη γενική εφαρμογή των αρχών της ίσης πρόσβασης και της αξιοκρατίας στις δημόσιες λειτουργίες. Η πρόβλεψη ενός minimum προσόντων για τους μετακλητούς κρίνεται αναγκαία και για την εύρυθμη λειτουργία της δημόσιας διοίκησης, λόγω της ιδιαίτερης σημασίας των καθηκόντων των μετακλητών για το διοικητικό σύστημα. Με τον τρόπο αυτό και η «αξιοκρατική ισότητα» θα διασωθεί, αφού θα παραμένουν σε ισχύ τα «προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια επιλογής» που αναφέρονται στο άρθρο 103 παρ. 7, και το στοιχείο της πολιτικής εμπιστοσύνης και της απρόσκοπτης εφαρμογής της κυβερνητικής πολιτικής θα παραμείνει άθικτο. Έτσι, η διδακτική «περίπτωση Λαζαρίδη» θα μπορούσε να ανοίξει τον δρόμο σε μια χρήσιμη, αξιακά και λειτουργικά, παρέμβαση στο καθεστώς των μετακλητών. Τόλμη και, πρωτίστως, συνέπεια απαιτούνται.

 

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

3 + two =