Τα όρια στις θητείες βουλευτων (με αφορμή τη σχετική καταστατική πρόβλεψη στο Συνέδριο του ΠΑΣΟΚ)

Δημήτρης Ζακαλκάς, ΔΝ Δικηγόρος

(-1-) Το ζήτημα των ορίων στις θητείες βουλευτών μας έχει απασχολήσει, σε πολιτειακό επίπεδο, κατά το παρελθόν. Στην πρόταση επί της τελευταίας αναθεώρησης (2019) του Συντάγματος βουλευτές της Κ.Ο. του ΣΥΡΙΖΑ είχαν προτείνει  την προσθήκη στο άρθρο 56 Σ. της παρ. 5: «Όσοι έχουν διατελέσει βουλευτές σε τρεις διαδοχικές βουλευτικές περιόδους δεν μπορούν να ανακηρυχθούν υποψήφιοι ούτε να εκλεγούν βουλευτές στις αμέσως επόμενες εκλογές …». Επρόκειτο για «προσωρινό κώλυμα εκλογιμότητας»[1], στον βαθμό που δεν θα εμποδιζόταν κάποιος που είχε διατελέσει βουλευτής σε τρεις διαδοχικές βουλευτικές θητείες να θέσει και πάλι υποψηφιότητα, μετά την παρέλευση της βουλευτικής περιόδου στην οποία δεν του είχε επιτραπεί η υποψηφιότητα.  Η πρόταση αυτή δεν ευδοκίμησε και κατ’ αποτέλεσμα σε πολιτειακό επίπεδο δεν υπάρχει σήμερα όριο στις θητείες των βουλευτών.

(-2-) Η εισαγωγή ενός τέτοιου κωλύματος σε συνταγματικό επίπεδο δεν είναι αναντίρρητη. Αυτό καθόσον κάμπτεται η αρχή της λαϊκής κυριαρχίας σε μια ουσιώδη παράμετρό της: στο δικαίωμα του εκλέγεσθαι (απεριορίστως, εφόσον αυτό επιδοκιμάζεται από τους εκλογείς), αλλά και του εκλέγειν (δεδομένου ότι στερεί από τον εκλογέα το δικαίωμα να αξιολογήσει αυτός αυτόν που θα τον εκπροσωπήσει και όχι η πολιτεία πατερναλιστικά να μειώνει το εύρος των επιλογών του). Οι υποστηρικτές των ορίων θα μπορούσαν ενδεχομένως να υποστηρίξουν ότι η κάμψη της λαϊκής κυριαρχίας δια των ορίων στις θητείες βουλευτών είναι ανεκτή, προκειμένου να εξυπηρετηθεί η εναλλαγή των προσώπων στο Κοινοβούλιο και δι’ αυτής η έμπρακτη ανανέωση του πολιτικού προσωπικού[2].

(-3-) Προφανώς, η ως άνω πρόταση, κατά τη διαδικασία συνταγματικής αναθεώρησης, είχε τεθεί υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι θεσπίζει κώλυμα μόνον γι’ αυτούς που θα εκλεγούν στο μέλλον, δηλαδή μετά την ισχύ της διάταξης, και δεν  συμπεριελάμβανε και τους εκλεγέντες βουλευτές στο παρελθόν. Αλλιώς, θα υπήρχε ζήτημα συμβατότητας της διάταξης με την αρχή της προστατευμένης εμπιστοσύνης που πρέπει να διέπει τις σχέσεις μεταξύ πολιτείας και πολιτών.

Θυμίζω την απόφαση του ΕΔΔΑ στην υπόθεση «Λυκουρέζος κατά Ελλάδος» (15-6-2006) που έκρινε αντίθετη στις ρυθμίσεις της ΕΣΔΑ (όχι τη συνταγματική διάταξη που καθιέρωνε το απόλυτο επαγγελματικό ασυμβίβαστο, αλλά) την μεταβατική (επίσης συνταγματική) διάταξη για τον χρόνο ισχύος της που κατ’ αποτέλεσμα είχε την έκπτωση από το βουλευτικό αξίωμα του προσφεύγοντος, ο οποίος είχε εκλεγεί πριν την ψήφισή της, κατά παράβαση της αρχής της προστατευμένης εμπιστοσύνης, στον βαθμό που η επίδικη διάταξη αιφνιδίασε τόσο τον προσφεύγοντα όσο και τους εκλογείς του. Και αυτό συνέβη, χωρίς να γίνει επίκληση από την Κυβέρνηση κάποιας επιτακτικής ανάγκης για την άμεση εφαρμογή του επαγγελματικού ασυμβίβαστου (όπως επιχειρηματολόγησε η απόφαση του ΕΔΔΑ)[3].

(-4-) Πολιτειακές ρυθμίσεις που προβλέπουν όρια θητειών των βουλευτών δεν είναι συνηθισμένο φαινόμενο. Ωστόσο, τέτοιες προβλέψεις είναι υπαρκτές στα καταστατικά αρκετών πολιτικών κομμάτων, στον ευρωπαϊκό χώρο. Στη χώρα μας, όρια σε θητείες βουλευτών είχαν εισαχθεί  κατά το παρελθόν από το ΠΑΣΟΚ, χωρίς ωστόσο να ισχύσουν ως δεσμευτικές ρυθμίσεις, στον βαθμό που κάθε φορά παραβιάζονταν με διάφορες προφάσεις. Πάντως, οι καταστατικές αυτές προβλέψεις  όριζαν ότι θα ισχύσουν από την ψήφισή τους και έπειτα, χωρίς δηλαδή να συμπεριλαμβάνουν και τον αριθμό των βουλευτικών θητειών  προ της ψήφισής τους.

Ωστόσο, στο τελευταίο Συνέδριο του ΠΑΣΟΚ (Μάρτιος 2026) ψηφίστηκε ρύθμιση που προβλέπει ως κώλυμα για την υποψηφιότητα με τα ψηφοδέλτιά του σε όσους  έχουν διατελέσει βουλευτές για πέντε ολόκληρες θητείες, εξαιρουμένων των πρώην Προέδρων του Κόμματος καθώς και όσων έχουν διατελέσει Πρωθυπουργοί. Η καταστατική ρύθμιση (αν -ερμηνευόμενη από τη ηγεσία- ισχύσει δεσμευτικά)  δεν αφορά σε βουλευτικές θητείες από την ημερομηνία ψήφισής της και έπειτα, έτσι ώστε να αφορά μόνον αυτούς που θα εκλεγούν υπό την ισχύ της, από εδώ και εμπρός, αλλά επεκτείνεται και σ’ αυτούς που ήδη έχουν συμπληρώσει κατά το παρελθόν πέντε ολόκληρες θητείες, οι οποίοι κατ’ αποτέλεσμα δεν θα μπορούν να είναι υποψήφιοι με το κόμμα στις επόμενες εκλογές.

(-5-) Η εισαγωγή καταστατικών ρυθμίσεων για το όριο στις θητείες των βουλευτών,  στον βαθμό που συμπεριλαμβάνουν και όσους κατά το παρελθόν έχουν εκλεγεί, προβληματίζει ως προς την συμβατότητά τους με την αρχή της προστατευμένης εμπιστοσύνης και της προβλεψιμότητας. Κατ’ αποτέλεσμα, δι’ αυτών τα κόμματα επιβάλλουν την απαγόρευση θέσης υποψηφιότητας υπό τα ψηφοδέλτιά τους  στις επόμενες εκλογές σε συγκεκριμένα (γνωστά εκ των προτέρων) στελέχη. Εδώ, ο κίνδυνος της σκοπιμότητας και της «φωτογράφησης» συγκεκριμένων προσώπων, αντί των απρόσωπων ρυθμίσεων, είναι προφανής. Γιατί πχ να είναι απαγορευτικές οι πέντε θητείες και όχι οι τρεις ή οι δύο; Η σκέψη ότι δι’ αυτών των καταστατικών ρυθμίσεων δεν επιδιώκεται η (πολιτικά έστω ανεκτή) εξυπηρέτηση δημοκρατικά θεμιτών αρχών (όπως η ανανέωση του πολιτικού προσωπικού), αλλά ο εξοβελισμός ανεπιθύμητων (στην ηγετική ομάδα) υποψηφιοτήτων είναι προφανής.

Το πρόβλημα με την εισαχθείσα στο καταστατικό του ΠΑΣΟΚ ρύθμιση καθίσταται οξύτερο, στο μέτρο που δεν θεσπίζει κώλυμα επανεκλογής υπό το κομματικό ψηφοδέλτιο ενός βουλευτή (που είναι συνεχώς εκλεγείς για πέντε ολόκληρες θητείες), αλλά κώλυμα για κάποιον που έχει διατελέσει βουλευτής  στο παρελθόν για πέντε ολόκληρες θητείες, ακόμη και αν δεν είναι βουλευτής στον χρόνο ψήφισής της. Εν προκειμένω, δεν πρόκειται για «προσωρινό κώλυμα εκλογιμότητας», αλλά για αποκλεισμό εσαεί.

(-6-) Το χειρότερο για την  δικαιοταξία μας είναι ότι ο (διά της ως άνω καταστατικής ρύθμισης)   αποκλεισθείς δεν έχει καμία δικαστική προστασία. Η συμβατότητα των καταστατικών ρυθμίσεων με δημοκρατικές και δικαιοκρατικές αρχές δεν ελέγχεται από την Δικαιοσύνη[4]. Παρά την συνταγματική διάταξη που αξιώνει η οργάνωση και η δράση των πολιτικών κομμάτων να εξυπηρετούν το δημοκρατικό πολίτευμα (άρθρο 29 παρ. 1 Σ.), η εγχώρια νομολογία έχει θεωρήσει ότι η διάταξη αυτή έχει μηδενικό κανονιστικό βάρος (lex imperfecta) και συνακόλουθα δεν υφίσταται νομική   δέσμευση της οργάνωσής τους σε δημοκρατικές/δικαιοκρατικές αρχές (ΣτΕ 2145/1979, ΑΠ 590/2009). Συναφώς, ότι τα κόμματα έχουν ελευθερία αυτορρύθμισης στα πλαίσια της καταστατικής τους αυτονομίας.

Κατ’ αποτέλεσμα, σε εμάς,  σε αντίθεση με άλλες χώρες,  τα κόμματα εκφεύγουν από το ρυθμιστικό πεδίο της Πολιτείας, θεωρούμενα ως απλές ιδιωτικές ενώσεις των οποίων η προστασία εξαντλείται στην αποχή της Πολιτείας από τον τρόπο οργανωτικής τους οικοδόμησης. Συναφώς, στα πλαίσια της καταστατικής αυτορρύθμισης οι (ανταγωνιστικές) σχέσεις   που αναπτύσσονται στο εσωτερικό τους φαίνεται να μην αφορούν την Πολιτεία και ως εκ τούτου να μη  δεσμεύονται στην δημοκρατική/δικαιοκρατική αρχή.

Όμως, είναι προφανής η διαφορά των κομμάτων (και των άλλων πολιτικών ενώσεων) με τις ιδιωτικές ενώσεις, οι αποφάσεις των οποίων κατά βάση περιορίζονται στα μέλη τους. Των ιδιωτικών ενώσεων (π.χ. ενός συλλόγου φίλων μουσικής Μπετόβεν) ο τρόπος οργανωτικής οικοδόμησης είναι αδιάφορος για την ολότητα. Γι’ αυτό και απολαμβάνουν «ελευθερίες», προστατευμένες από την (κατά βάση) αμυντικής φύσης «ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι».

Υπό την λογική της καταστατικής αυτορρύθμισης των κομμάτων, τίποτε δεν θα εμπόδιζε, μελλοντικά, μια κομματική πλειοψηφία, όταν ο εσωκομματικός πολιτικός συσχετισμός το επιτρέψει, να αλλάζει τις καταστατικές διατάξεις εισάγοντας νέες ρυθμίσεις. Οι τελευταίες υπό το πρόσχημα ακόμη πιο γενναιόδωρης ανανέωσης του πολιτικού προσωπικού, θα εισάγουν ως απαγορευτικές επανεκλογής τις δύο  ή τις τρεις θητείες, με συμπερίληψη και όσων κατά το παρελθόν έχουν εκλεγεί. Στην πράξη,  θα φωτογραφίζονται κάθε φορά οι ανεπιθύμητοι και περαιτέρω δυνητικά θα εξοβελίζονται κριτικές φωνές.

(-7-)  Εσχάτως,  είχαμε αλλαγή πλεύσης από τον Νομοθέτη και τη Δικαιοσύνη (Α’ Πολ. Τμ. ΑΠ 8/2023 και 95/2023, καθώς και ΑΕΔ 9/2025 και 10/2025), οι οποίοι αποδέχτηκαν ότι η δέσμευση των κομμάτων στο δημοκρατικό πολίτευμα δεν είναι χωρίς κανονιστικές συνέπειες, αλλά επιβάλλεται η παρέμβαση του Νομοθέτη (υπό την λογική της «μάχιμης δημοκρατίας») όταν η δράση ενός κόμματος δεν το εξυπηρετεί. Και μάλιστα η παρέμβαση ήταν σε τέτοια έκταση που  διασκεδάζει τους φόβους και τις επιφυλάξεις των συντακτών του Σ. για τη δυνατότητα απαγόρευσης πολιτικών κομμάτων[5]. Συναφώς, δεν επετράπη προληπτικά η συμμετοχή στις εκλογές της 21-5-2023 ενός  κόμματος («Εθνικό Κόμμα Έλληνες»), καθώς και ακυρώθηκε εκ των υστέρων η συμμετοχή άλλου («Σπαρτιάτες») στις εκλογές της 25-6-2023[6].

Κατ’ αποτέλεσμα, η εσχάτως διαμορφωθείσα νομολογία αποδέχεται πολιτειακές παρεμβάσεις  όταν η δράση ενός κόμματος δεν εξυπηρετεί το δημοκρατικό πολίτευμα. Το ερώτημα είναι αν αυτό σηματοδοτεί μια αλλαγή πλεύσης και ως προς το ζήτημα της δέσμευσης της οργάνωσης (και όχι μόνον της δράσης) των κομμάτων στο δημοκρατικό πολίτευμα[7] ;

Όπως αναδείχθηκε παραπάνω (ως προς την συγκεκριμένη θέσπιση ορίου στις βουλευτικές θητείες στο καταστατικό του ΠΑΣΟΚ), η κατάφαση στην νομική δέσμευση (και) της οργάνωσης των κομμάτων σε δημοκρατικές/δικαιοκρατικές αρχές θα επέφερε εξόχως πρακτικά αποτελέσματα, υψώνοντας τοίχο προστασίας στα μέλη και τα στελέχη τους απέναντι σε υπαρκτά ελλείμματα και αυθαιρεσίες.

 

[1] Βλ. Ι.ΚΑΜΤΣΙΔΟΥ, Η αναθεώρηση του Συντάγματος ως ανάχωμα στην άνοδο του φασισμού, σε: www.constitutionalism.gr , ημ. καταχ. 18-3-2019.

[2] Βλ. τον  σχετικό προβληματισμό σε Γ.ΠΙΝΑΚΙΔΗ, Θητείες Βουλευτών, σε: www.constitutionalism.gr , ημ. καταχ. 22-12-2018.

[3] Βλ. σχετικά Π.ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟ, Το επαγγελματικό ασυμβίβαστο των βουλευτών ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, ΤοΣ, 3/2006, σ. 896-907.

[4] Βλ. Χ.ΑΝΘΟΠΟΥΛΟ, Η εσωτερική δημοκρατία στα πολιτικά κόμματα. Σκέψεις με αφορμή την απόφαση ΑΠ 590/2009, ΕφημΔΔ, 3/2009, σ. 300-311.

[5] Πρβλ. Χ.ΚΟΥΡΟΥΝΔΗ, Μεγάλες αφηγήσεις και σταθμοί της αντιπροσώπευσης, εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα – Θεσσαλονίκη, 2024, σ. 272 επ.

[6] Βλ. κριτικά τόσο στον κοινό Νομοθέτη  όσο και στον Δικαστή, ως προς το ότι ο μεν πρώτος εισήγαγε, ο δε δεύτερος αποδέχθηκε «ρευστά και αβέβαια κριτήρια» ως προς την αξιολόγηση της δράσης ενός κόμματος («Σπαρτιάτες») ως αντιδημοκρατικής, σε Γ.ΣΩΤΗΡΕΛΗ, Η υπόθεση των «Σπαρτιατών» στο Εκλογοδικείο (ΑΕΔ 9 και 10/2025). Ερμηνευτικές αυθαιρεσίες και αναπάντητα ερωτηματικά, σε: www.constitutionalism.gr , ημ. καταχ. 2-11-2025.

[7] Βλ. συναφώς Λ.ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Υπάρχει ανάγκη Αναθεώρησης του άρθρου 29 παρ. 1 του Συντάγματος, διαΝΕΟσις, Μάιος 2025, σ. 9-12.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

18 + seventeen =