Σκέψεις του καθενός: Η Δημοκρατία θέλει το Σύνταγμα να εκφράζει τη λαϊκή κυριαρχία και τα θεμελιακά δικαιώματα. Να αποτελεί σταθερό απαύγασμα της ιστορίας και του πολιτισμού μιας χώρας, να εξασφαλίζει ισότητα, ειρήνη, δικαιοσύνη. Να εισφέρει σταθερό πολίτευμα, αλλά να είναι και λιγόλογο. Είναι ευνόητος ο λόγος για τη λακωνικότητα: Το Σύνταγμα όχι μόνο οργανώνει το πολίτευμα αλλά και περιορίζει τον κοινό νομοθέτη, τυπικό εκφραστή της πλειοψηφίας. Αυτό στη Δημοκρατία μόνο σπάνια και πολύ φειδωλά επιτρέπεται να γίνεται, μόνο όταν ο περιορισμός υπηρετεί οικουμενικές και διαχρονικές αξίες χωρίς να ευνοεί την ολιγαρχία. Το Σύνταγμα γίνεται σημαία αγώνων όταν λείπει, αλλά ξεφτίζει όταν μένει ανεφάρμοστο, γράμμα κενό χωρίς λαϊκό έλεγχο και χωρίς αλληλοέλεγχο εξουσιών. Δηλαδή χωρίς κράτος δικαίου. Χάρη της απαιτούμενης σταθερότητας και της ανάγκης να εκφράζονται διαχρονικές αξίες και ελευθερίες, προβλέπονται οι χρονικοί περιορισμοί της αναθεώρησης, και ιδίως η ανάγκη επανάληψης της υπερψήφισης των αλλαγών σε δυο διαδοχικές κοινοβουλευτικές περιόδους και μάλιστα τουλάχιστον στη μια με αυξημένη πλειοψηφία (άρθρο110 παρ. 2-4 Συντ.).
Για όποιον κρατά στο νου την εγγυητική επιφύλαξη υπέρ της σταθερότητας, του ιστορικά διαμορφωμένου πολιτισμού και των διαχρονικών αξιών της δημοκρατίας και των ανθρώπινων δικαιωμάτων, μια ανησυχία πλανάται τώρα: Μήπως δεν είναι πρόσφορη η πολιτική συγκυρία για την αναθεώρηση του Συντάγματος; Η αποχή εμφανίζεται να διογκώνεται, πράγμα που φυσικά δεν αναιρεί αλλά κάπως αδυνατίζει την αντιπροσωπευτική δυναμική της Βουλής, ιδίως όσον αφορά την έκφραση διαχρονικών αντιλήψεων του λαού. Δευτερεύον αλλά όχι αμελητέο είναι το γεγονός ότι η πρόθεση ψήφου για το κόμμα που κυβερνά σήμερα κυμαίνεται περί το 25%, το ποσοστό του στις τελευταίες ευρωεκλογές ήταν χαμηλό, ενώ τα κόμματα της αντιπολίτευσης εμφανίζονται τώρα πολυκερματισμένα. Η «φωνή λαού» θα κινδυνεύσει να γίνει φωνή βοώντων εν τη ερήμω. Vox clamantis. Ποια βεβαιότητα μπορεί να έχει ο κυρίαρχος λαός, πως αν η πρώτη Βουλή υποδείξει μια διάταξη για μεταρρύθμιση, αυτή μετεκλογικά όντως θα λάβει ένα επιθυμητό σε αυτόν αξιακό περιεχόμενο; Τυπικά τουλάχιστον, δεν αναγνωρίζεται δέσμευση της δεύτερης Βουλής από ενδεχόμενες κατευθύνσεις της πρώτης ως προς το περιεχόμενο των μεταρρυθμιζόμενων διατάξεων (το θέμα είχε απασχολήσει και κατά την τελευταία αναθεώρηση).
Υπάρχει άραγε κάτι χειρότερο από μια συνταγματική μεταρρύθμιση που να τρέπεται σε εργαλείο πρόσκαιρης ψηφοθηρικής ή αγοραίας σκοπιμότητας; Ο κίνδυνος είναι ορατός, ιδίως στη σύγχρονη εποχή, ενόψει των οικονομικών και κοινωνικών περιστάσεων. Η τεχνητή νοημοσύνη, ωφέλιμη έως και σωτήρια για πολλά, εισάγει πάντως μια αλλαγή παραδείγματος στην ανθρώπινη σκέψη, που αφορά και τη Δημοκρατία [1] . Με ένα μόνο παράδειγμα: Οι αλγόριθμοι δυσκολεύουν λειτουργικά τον αναγκαίο στη δημοκρατία κανόνα της αιτιολογίας των κρίσεων. Η παντοδύναμη σήμερα αγορά είναι γενικά κατά των δεσμεύσεών της, εκφραστής της ιδιωτικής πρωτοβουλίας και της κερδοφορίας, λάτρης της ταχύτητας έστω και σε βάρος της ποιότητας του περιεχομένου, καταστατικός αντίπαλος της κοινής ωφέλειας, της ανιδιοτέλειας και του κοινού συμφέροντος. Εύχεται τη συρρίκνωση του αριθμού των δημόσιων υπαλλήλων, την κατάργηση της ισοβιότητάς τους, τη συρρίκνωση της δημόσιας δωρεάν παιδείας, τον καλπασμό ιδιωτικών διδάκτρων και νοσηλίων. Ενόψει κινδύνων και διαζεύξεων, η προσήλωση στο ισχύον Σύνταγμα ως καταρχήν στάση εμφανίζεται προτιμότερη από μια ψηφοθηρική και αγοραίας έμπνευσης αναθεώρηση.
Ένας κανόνας βέβαια δεν αποκλείει τις εξαιρέσεις. Ενόψει αναθεώρησης, τις λιγοστές δηλαδή συγκεκριμένες περιπτώσεις όπου μια συγκεκριμένη αλλαγή εμφανίζεται ιστορικά αναγκαία και η οποία με βάση συζητήσεις που έχουν αναπτυχθεί απηχεί ευρύτερες κοινωνικές συναινέσεις. Σήμερα μπορούμε πραγματικά να διακρίνουμε δυο κορυφαίας σημασίας συνταγματικές ρυθμίσεις που κατακρίνονται γενικευμένα και σε βάθος χρόνου: Αυτές είναι αφενός η ρύθμιση του τρόπου εκλογής της ηγεσίας της Δικαιοσύνης (άρθρο 90 Σ.) και αφετέρου εκείνες (68 και ιδίως 86 Συντ.) που συνδυαζόμενες καθορίζουν τη διαδικασία αναζήτησης της ποινικής ευθύνης μελών της κυβέρνησης και Υφυπουργών (άρθρο 86).
Στην πρώτη περίπτωση, της ηγεσίας της δικαιοσύνης, προτάσεις που προέρχονται από πολλές πηγές αφορούν τη θέσπιση ενός πιο ανοιχτού σώματος εκλεκτόρων, με διακομματική συμμετοχή βουλευτών, με εκπροσώπους δικαστών, δικηγόρων και καθηγητών κι όχι μόνο με κυβερνητικά στελέχη. Η εξυπηρέτηση της καταπολέμησης της διαφθοράς μέσω ενός θεσμικού βήματος που θα απεξαρτά τη δικαιοσύνη από την κυβέρνηση είναι νομίζω πρόδηλη και ευνόητη. Γι’ αυτό δεν θα επεκταθώ εδώ.
Για τη δεύτερη, που αφορά την ποινική ευθύνη των Υπουργών, πολύ περισσότερο από μια ισοπεδωτική απάλειψη του γνωστού άρθρου 86 Συντ. θα χρειαζόταν μια διαφορετική μεταρρύθμιση, την οποία κανείς δεν φαίνεται να προτείνει από τον πολιτικό χώρο: Συγκεκριμένα, οι κρίσιμες κοινοβουλευτικές επιτροπές που είναι επιφορτισμένες με ελεγκτικό έργο, όπως ιδίως οι ειδικές επιτροπές για τη διενέργεια (ποινικής) προκαταρκτικής εξέτασης, αλλά και οι εξεταστικές, θα πρέπει να έχουν μέλη που προκύπτουν με κλήρο από το σύνολο των 300 βουλευτών, κι όχι σύμφωνα με τον ισχύοντα τρόπο κατά το άρθρο 68 παρ. 3 Συντάγματος και κατά τον Κανονισμό της Βουλής. Θα πρέπει δηλαδή να εγκαταλειφθεί το ισχύον σύστημα να ορίζονται τα μέλη των συγκεκριμένων Επιτροπών ανάλογα με τη δύναμη των κοινοβουλευτικών ομάδων και των ανεξάρτητων Bουλευτών. Αυτή ακριβώς η ισχύουσα πρόβλεψη είναι που επιτρέπει (πρακτικά και άτυπα επιβάλλει ως κομματική πειθαρχία) στην κοινοβουλευτική πλειοψηφία να στηρίζει καθοριστικά το κυβερνητικό έργο. Έτσι μπορούν να ευνοούνται καθοριστικά οι κυβερνητικοί ή να εκτίθενται οι αντίπαλοι σε υποθέσεις που αφορούν διαφθορά, με αποτέλεσμα αντίστοιχες φιλικές κρίσεις, αθωώσεις ή ελαφρύνσεις κατηγοριών.
Εξάλλου η προκύπτουσα από την κλήρωση σύνθεση θα εκλέγει τον προεδρεύοντα στην Επιτροπή, οπότε δεν θα είναι προβλέψιμη μια διαδικασία που θα προωθεί πχ παραλείψεις πρόσκλησης κρίσιμων μαρτύρων και γενικά προσφυγής σε «καυτά « για την κυβέρνηση αποδεικτικά μέσα [2] .
Το θέμα μοιάζει και είναι καθαρό. Η κρίση για την ποινική προκαταρκτική εξέταση έχει σαφή και κυρίαρχα τα δικανικά (οιονεί δικαστικά) της χαρακτηριστικά, αφού καλείται να κρίνει κατά δίκαια κρίση με βάση την ποινική νομοθεσία και με αναλογική εφαρμογή ανάλογων διαδικαστικών ρυθμίσεων. Όταν όμως οι ελέγχοντες ταυτίζονται πολιτικά με τους ελεγχόμενους η κρίση ούτε από μακριά δεν θυμίζει δικαιοσύνη, που προϋποθέτει κριτή αμερόληπτο τρίτο κατά την καταστατική και φιλοσοφική συνθήκη του δικαίου και κατά την κοινή λογική.
Προφανώς και με την κλήρωση πιθανό θα είναι να προκύψει και πάλι φιλοκυβερνητική πλειοψηφία βουλευτών – μελών. Είναι όντως πιθανό, αλλά καθόλου βέβαιο. Αυτή η αβεβαιότητα ενώπιον της οποιασδήποτε προσεχούς ψηφοφορίας, ισοδύναμη με ουσιαστική «απειλή» αποτελεσματικής κι όχι φιλικής διερεύνησης ευθυνών Υπουργών και παραπομπής τους θα μπορεί να επιδρά αποτρεπτικά, υπέρ της πρόληψης της διαφθοράς.
Για λόγους ιστορικούς αλλά και θεωρητικούς παραμένει χρήσιμη η υπόμνηση ότι η κλήρωση ήταν το βασικό εργαλείο ανάδειξης όσων συμμετείχαν στην πολιτική κατά την Αθηναϊκή Δημοκρατία. Η θέση του Αριστοτέλη [3] ότι η κλήρωση των αρχόντων χαρακτηρίζει τη δημοκρατία, δεν αποτελεί μια μεμονωμένη ιδέα – κορωνίδα. Πρώτο, επειδή απηχεί την πράξη εκείνης της αξέχαστης για τη γη εποχής. Δεύτερο, επειδή εναρμονίζεται με μια άλλη βασική – και ιστορικά ανατρεπτική σύλληψη του Σταγειρίτη, ότι οι πολλοί κρίνουν καλύτερα από τους λίγους που θα μπορούσαν να επιλεγούν [4] .
Η Αθηναϊκή Δημοκρατία έφερε χαρακτηριστικά τόσο άμεσης όσο και έμμεσης – αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Η σύγχρονη, με δεδομένο το μεγάλο πλήθος των πολιτών, είναι αναπόφευκτα κατά βάση αντιπροσωπευτική[5] . Μήπως άραγε μια τυχαία δυσαναλογία με τη δύναμη των κοινοβουλευτικών ομάδων στη σύνθεση της συγκεκριμένης επιτροπής θα υπέσκαπτε την αντιπροσωπευτικότητα ως πυλώνα της δημοκρατίας;
Η απάντηση είναι μάλλον απλή: Η δημοκρατία με τη διάκριση και τον αλληλοέλεγχο των εξουσιών εντός των πλαισίων του πολιτεύματος και ιδίως με την ανεξαρτησία της δικαιοσύνης, καθώς και με την εγγύηση ατομικών δικαιωμάτων, έχει ιστορικά οριοθετήσει ως κράτος δικαίου την άσκηση της πολιτικής. Η αντιπροσωπευτικότητα είναι ένας πυλώνας της πολιτικής, αλλά όχι ο μόνος. Το οικοδόμημα της δημοκρατίας με λειψούς τους πυλώνες του, όπως θα συνέβαινε σε κάθε κτίσμα, κινδυνεύει να καταρρεύσει. Με δυο λόγια: Η κλήρωση, ως εγγύηση για τη λειτουργική διάκριση κριτών και κρινομένων, αποτελεί στη συγκεκριμένη περίπτωση αναγκαία ενισχυτική συνθήκη για την καταπολέμηση της διαπλοκής και της διαφθοράς.
[1] Βλ. M. Coeckelberg, Why AI undermines Democracy and what to do about it, Cambridge, Polity Press, 2024, 23 – 69.
[2] Βλ. και γνώμη υπέρ της πρόβλεψης στο άρθρο 68 παρ. 2 Συντ. να ανατίθεται η προεδρίας σε βουλευτή της αντιπολίτευσης, από Ι. Καμτσίδου, Κοινοβουλευτικός έλεγχος, σε Προτάσεις για τη συνταγματική αναθεώρηση. 58 εισηγήσεις για ένα σύγχρονο Σύνταγμα, έκδ. διαΝΕΟσις, 2025, σ. 82.)
[3] Αριστοτέλης, Πολιτικά 1294β 8-10, βλ. και 1294β 23)
[4] Αριστοτέλης, Πολιτικά 1286α 34, «κρίνει άμεινον όχλος πολλά ή εις οστιςούν», βλ. και τη γενική γνωσιολογική θέση του σε Μετά τα Φυσικά Ι Α’ έλαττον 993α 30 – 993β 4. Αναλυτικότερα στο βιβλίο Ν. Παρασκευόπουλου, Ο επιεικής αλγόριθμος, από την αριστοτελική σκέψη στην τεχνητή νοημοσύνη, Θεσσαλονίκη, εκδ. Ινστιτούτου Νεοελληνικών Σπουδών, 2024, σ. 118 – 120).
[5] Βλ. Χ. Κουρουνδή, Μεγάλες αφηγήσεις και σταθμοί της αντιπροσώπευσης, Θεωρητικές προσεγγίσεις και θεσμικές πρακτικές, έκδ. Σάκκουλα, 2024, σ. 185 κ.ε., 221 κ.ε.




