Εισαγωγή**
Η συζήτηση για την ανελεύθερη δημοκρατία και το δημοκρατικό έλλειμμα δεν ήρθε σαν κεραυνός εν αιθρία. Αντιθέτως: Είναι, μεταξύ άλλων, η αναμενόμενη εξέλιξη των νεοφιλελεύθερων[1] politics τα οποία μονοπωλούν τη Δύση τις τελευταίες δεκαετίες. Η Σχολή της Φρανκφούρτης, η Σχολή του Σικάγο και το δάνειο του υλικού ντετερμινισμού από τη Μαρξική Θεωρία[2] εγκαινίασαν τη μετάβαση στη μετανεωτερικότητα και έπλασαν γενιές ηγετών οι οποίοι αποφάσισαν «ορθολογικά» να αντικαταστήσουν τις αξίες (values), τις αρχές (principles) -μαζί με τα επιχειρήματα αρχής, την κοινωνική συνοχή, το γενικό καλό,[3] το κοινωνικό κράτος- από την αποτελεσματικότητα, τη λειτουργικότητα, τη μεγιστοποίηση του κέρδους× να αποστειρώσουν την κοινωνία από το έμψυχο απόθεμά της και να το αντικαταστήσουν με μία υπολογιστική λογική μεγιστοποίησης της ωφέλειας – ωφέλειας πάντως μετρήσιμης, σε αντίθεση με την αλληλεγγύη, την κοινωνική ηθική ή την κουλτούρα.
Η εξέλιξη αυτή, πέρα από το ότι άφησε την λαϊκή πλειοψηφία χωρίς ηθική και κοινωνική αναφορά, συσκότισε το ατομικό και το συλλογικό από τη μία, το πολιτικό, από την άλλη και αύξησε τις οικονομικές και κοινωνικές ανισότητες. Όπλισε, έτσι, το χέρι μεταμοντέρνων αυταρχικών, για κάποιους – υβριδικών δημοκρατικών, για άλλους, καθεστώτων, να αποσπάσουν, πολλές φορές συντριπτικά, τη λαϊκή εντολή και να διασπάσουν το δικαιοκρατικό θεμέλιο των κρατών που υπηρετούν, υποσχόμενοι στη λαϊκή βάση αυτά που οι νεοφιλελεύθερες πολιτικές με τις πολλαπλές τους κρίσεις[4] της στέρησαν. Το φαινόμενο του δικαιοκρατικού αυτού backsliding είναι πλέον – ιδιαίτερα μετά και τη δεύτερη εκλογή του Ντόναλτ Τραμπ – γενικευμένο και η λίστα των κρατών που έχουν υποπέσει σε αυτή τη θεσμική εκτροπή μακράιλ.
Στο παρόν άρθρο, ελλείψει χώρου, θα μετέλθουμε αμιγώς από νομική σκοπιά τα τιθέμενα στον τίτλο ζητήματα. Θα εστιάσουμε ιδίως στη συνταγματική διάσταση των φαινομένων: αφενός στις συνταγματικές τεχνικές που μετέρχεται ο εκάστοτε ευνοούμενος από τη λαϊκή ψήφο για να εγκαθιδρύσει και να συντηρήσει μία ανελεύθερη δημοκρατία, αφετέρου στις νομικές διαστάσεις ενός υφέρποντος σε διάφορα κράτη, μεταξύ αυτών ως ένα βαθμό και η χώρα μας, δημοκρατικού ελλείμματος.
I. Ανελεύθερη δημοκρατία ***
Α. Ορισμοί
Ανελεύθερη δημοκρατία και δημοκρατικό έλλειμμα: δύο έννοιες που άρχισαν να κυριαρχούν στο δημόσιο διάλογο ιδίως μετά την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση του 2008, εντάθηκε ωστόσο η χρήση τους στα μέσα της προηγούμενης δεκαετίας ιδίως στην επιστημολογική συζήτηση στο χώρο της πολιτικής, με case study κράτη όπως οι ΗΠΑ του Τραμπ, η Ουγγαρία, η Πολωνία κ.ά. Δύο έννοιες καταρχήν πολιτικές, περιγραφικές μίας υφιστάμενης ροπής ενός πολιτικού συστήματος στην κατάπτωση των εγγυήσεων της φιλελεύθερης δημοκρατίας.
Παράλληλα, όμως, με βαρύ και σημαίνον νομικό φορτίο ×όχι μόνο διότι τα καθεστώτα που πάσχουν από δημοκρατικό έλλειμμα ή έχουν χαρακτηριστεί ως ανελεύθερες δημοκρατίες επί της ουσίας καταβαραθρώνουν το δικαιοκρατικό σκέλος της αντίστοιχης έννομης τάξης, αλλά και γιατί τα καθεστώτα αυτά μετέρχονται τη «σκληρή» νομική επιστήμη -τους κανόνες δικαίου και τα φιλελεύθερα συντάγματα- προκειμένου να υλοποιήσουν τα πολιτικά τους προγράμματα. Αυτή -η τελευταία- θα είναι και η βασική θέση που θα υποστηριχθεί στην παρούσα μελέτη.
Τι σχέση έχουν όμως αυτές οι δύο έννοιες μεταξύ τους; Θα υποστηρίξουμε, αφενός, ότι έχουν μία σχέση μείζονος ελάσσονος, με μείζον την ανελεύθερη δημοκρατία και έλασσον το δημοκρατικό έλλειμμα. Αφετέρου ότι έχουν μία σχέση αιτίου αιτιατού, καθώς το δημοκρατικό έλλειμμα λειαίνει το έδαφος – χρησιμοποιείται ως όχημα για την εγκαθίδρυση μίας ανελεύθερης δημοκρατίας.[5] Υπάρχει χώρος για αντίστοιχη συζήτηση στη χώρα μας; Για τις ανάγκες του παρόντος, θα δεχτούμε προκαταβολικά ότι η Ελλάδα δεν ανήκει στις ανελεύθερες δημοκρατίες, παρουσιάζει ωστόσο στοιχεία υφέρποντος δημοκρατικού ελλείμματος το οποίο διατρέχει εντέλει ζωτικούς τομείς της δημόσιας δράσης. Τουλάχιστον υπέρ αυτού θα επιχειρηματολογήσουμε στο παρόν.
- Ανελεύθερη δημοκρατία
Με τούτα υπόψη, θα ξεκινήσουμε την ανάλυσή μας επιχειρώντας να προσεγγίσουμε το φαινόμενο της ανελεύθερης δημοκρατίας. Σε επίπεδο ορισμού, δεν επαιρόμαστε ότι μπορούμε να ορίσουμε επακριβώς τον όρο ανελεύθερη δημοκρατία, δεδομένου ότι δεν υπάρχει στη θεωρία κάποιος συστηματικός ορισμός. Μπορούμε, ωστόσο, να διατυπώσουμε ότι ο όρος εμπεριέχει μία αντίφαση, καθώς η δημοκρατία στο δυτικό χώρο, η δημοκρατία όπως την αντιλαμβανόμαστε στη νεωτερικότητα, μόνο ως φιλελεύθερη νοείται.[6]
Ενδεικτικό είναι ότι ως συνώνυμα της ανελεύθερης δημοκρατίας χρησιμοποιούνται στη διεθνή βιβλιογραφία ο όρος «δημοκρατορία», που αναδεικνύει τη διαδικαστική δημοκρατία ως συστατικό της ανελεύθερης δημοκρατίας και ο όρος «αυταρχικός ή ανελεύθερος φιλελευθερισμός».[7] Παραπλήσια έννοια, όχι ταυτόσημη πάντως, η οποία κατά κόρον χρησιμοποιείται στη διεθνή βιβλιογραφία, είναι αυτή του «rule of law backsliding».[8] Σε μία απόπειρα αρνητικού ορισμού, μπορεί κανείς να αναρωτηθεί τί δεν είναι σίγουρα μία ανελεύθερη δημοκρατία: Δεν είναι ένα δικτατορικό καθεστώς όπως ορίζεται ιστορικά, μία νέα ολιγαρχία (αν και εκ του αποτελέσματος προσομοιάζει), ούτε ένα παραδοσιακό ολοκληρωτικό καθεστώς (όπως πχ. το σταλινικό), καθώς και οι τρεις όροι υπονοούν, σε συσχέτιση με τα ιστορικά τους πεπραγμένα, ότι κείμεθα εκτός του φιλελεύθερου συνταγματισμού. Το κρίσιμο εντεύθεν στοιχείο είναι ότι η ανελεύθερη δημοκρατία δεν απαρνείται καταστατικά τις αρχές του τελευταίου, τουναντίον× καταστατικά, τις αποδέχεται.[9]
Πώς, όμως, πρέπει να αντιληφθούμε την ανελεύθερη δημοκρατία για τις ανάγκες της παρούσας ανάλυσης; Θα την καταλάβουμε ως τη λειτουργία ενός sui generis «πολιτεύματος» που ναι μεν θεμελιώνεται σε ένα δημοκρατικό και φιλελεύθερο σύνταγμα και κείται εντός των ορίων του, οι πολιτικώς δρώντες ωστόσο -συνήθως προς εξυπηρέτηση του λαϊκίστικού προγραμματικού τους σχεδιασμού[10] και με πρόφαση την εκλογική στιγμή-αρύονται από την τελευταία τη δημοκρατική νομιμοποίηση και ενσυνειδήτως αλλοιώνουν τον δικαιοκρατικό χαρακτήρα του πολιτεύματος: Η ανελεύθερη δημοκρατία δέχεται την εν στενή εννοία δημοκρατία και τα πολιτικά δικαιώματα, δυσανεκτεί ωστόσο απέναντι στις φιλελεύθερες εγγυήσεις, ήτοι το κράτος δικαίου και τα ατομικά δικαιώματα.[11]
- Ανελεύθερος συνταγματισμός
Στο πεδίο του συνταγματικού δικαίου, η μέθοδος επεξεργασίας του συνταγματικού κειμένου εντός μίας ανελεύθερης δημοκρατίας γίνεται γνωστή στη θεωρία ως «ανελεύθερος συνταγματισμός». Προκαταρκτικά, αρκεί κανείς να διακρίνει ότι αυτό το μόρφωμα συνταγματισμού, αποτελεί μία εκδοχή βουλησιαρχικού συνταγματισμού – δεν ορά δηλαδή το συνταγματισμό ως θεωρία θεσμικών αντιβάρων, κατά την Κελσενική σύλληψη,[12] αλλά ως έκφραση της λαϊκής κυριαρχίας και ως συνάρτηση της εκλογικής στιγμής. Ενώ οι συνταγματικές τεχνικές που ανιχνεύονται εντός του, είναι τεχνικές εγκαθίδρυσης και διατήρησης του ιδιόμορφου αυτού «πολιτεύματος»[13] μέσα στο φιλελεύθερο συνταγματικό κράτος, σε συνθήκες φαινομενικής, τύποις, συνταγματικής ομαλότητας.
Για την τεκμηρίωση του τελευταίου, θα επιχειρήσουμε να σταχυολογήσουμε ορισμένες τεχνικές[14] ανελεύθερου συνταγματισμού, προκειμένου να στηρίξουμε την αρχική μας θέση: ότι οι ανελεύθερες δημοκρατίες ανθίζουν με τις ίδιες πρώτες ύλες που συνθέτουν και διατηρούν τις φιλελεύθερες δημοκρατίες.
Β. Μέθοδοι
- Συνταγματική αναθεώρηση
Δε θα μπορούσαμε να εκκινήσουμε χωρίς αναφορά σε ένα συνταγματικό φαινόμενο με αυξημένη κανονιστική σημασία και τυποποίηση σχεδόν σε όλα τα φιλελεύθερα συντάγματα: τη συνταγματική αναθεώρηση. Ως προκαταρκτική παρατήρηση, η αναθεώρηση του Συντάγματος διαχρονικά είναι ιδωμένη ως σταθεροποιητική και εγγυητική λειτουργία, η οποία εξειδικεύει τις θεμελιώδεις συνταγματικές αρχές στους μεταβαλλόμενους πολιτικούς, κοινωνικούς ή ιδεολογικούς συσχετισμούς.[15] Σε καμία, λοιπόν, περίπτωση δεν πρέπει να συλλαμβάνει η εκάστοτε εξουσία την διαδικασία της αναθεώρησης εργαλειακά, ως έκφραση κυριαρχίας.[16]
Σε πείσμα των παραπάνω, την υπόθεση εργασίας μας προσέφερε πολύ πρόσφατα η Ουγγαρία, η οποία είναι παράλληλα και κράτος μέλος της ΕΕ. Ο Ούγγρος Πρόεδρος Βίκτορ Ορμπαν είχε εξαγγείλει σχεδόν μία δεκαετία πριν ότι το μοντέλο διακυβέρνησης που θα επιδιώξει είναι η «illiberal democracy»,[17] ενώ δεσμεύτηκε σε επίσημη ομιλία του πριν από ένα περίπου χρόνο ότι θα κάνει ό,τι μπορεί προκειμένου να προστατεύσει τα παιδιά από τους φερόμενους «gender activists», συμβούλευσε δε περιπαικτικά τους οργανωτές των «pride parades» «να μην σπαταλούν πλέον χρόνο και χρήμα». Εμμένοντας στις εξαγγελίες του Προέδρου της, η Ουγγρική κυβέρνηση προχώρησε σε συνταγματική αναθεώρηση η οποία ολοκληρώθηκε μόλις στα μέσα του περασμένου Απριλίου.[18]
Μεταξύ άλλων, καθιερώθηκε με υπερνομοθετική ισχύ και ρητώς το δυαδικό φύλο στο προοίμιο του Συντάγματος και προστέθηκε ειδική διάταξη που ορίζει ότι ο πολίτης μπορεί να είναι μόνον άνδρας ή γυναίκα ως αντίδραση στη σύγχρονη, ως liberal νοούμενη, μη δυαδική θεώρηση των φύλων.[19] Ακόμη, προστέθηκε εδάφιο στη διάταξη του Συντάγματος περί ανάληψης αρμοδιοτήτων εκπηγαζουσών από το ενωσιακό δίκαιο: συγκεκριμένα, οι τελευταίες δεν μπορούν να θίγουν το απαράγραπτο δικαίωμα της Ουγγαρίας να λαμβάνει μεταξύ άλλων αποφάσεις που αφορούν το συνοριακό της χώρο και τον πληθυσμό της. Τέλος, η ουγγρική αναθεωρητική Βουλή ψήφισε υπέρ μίας ιδιότυπης, sui generis ιεραρχίας μεταξύ των μέχρι τότε ισόκυρων τυπικών συνταγματικών διατάξεων, βάσει της οποίας η διάταξη που καθιερώνει δικαίωμα των παιδιών σε φροντίδα και υγιή πνευματική και σωματική ανάπτυξη έχει στο εξής ανώτερη τυπική ισχύ από κάθε άλλη διάταξη (προφανώς και από την ελευθερία του συνέρχεσθαι), πλην μόνον του δικαιώματος στη ζωή.[20]
Στο πρώτο αυτό παράδειγμα καθίσταται σαφές, πώς με μία στρεβλή χρήση μίας κατά τα άλλα ζωτικής για τις φιλελεύθερες έννομες τάξεις και τη συνέχειά τους συνταγματικής τεχνικής, ενός καταστατικού για την ομαλή λειτουργία του πολιτεύματος συνταγματικού θεσμού όπως η συνταγματική αναθεώρηση, μπορεί μια ανελεύθερη δημοκρατία εν τέλει να υποθάλψει το ίδιο το δικαιοκρατικό υπόβαθρο μιας έννομης τάξης και να υποσκάψει το φιλελεύθερο χαρακτήρα της.
- Επιρροή στη δικαιοσύνη μέσω της μεταβολής της σύνθεσης των Συνταγματικών Δικαστηρίων
Θεμέλιο του κράτους δικαίου (υπό την τυπική του πάντως εκδοχή) σε κάθε φιλελεύθερη δημοκρατία, είναι η λοκιανή και μοντεσκιανή διάκριση των εξουσιών, πυρήνας της οποίας είναι μια ανεξάρτητη δικαιοσύνη η οποία υπόκειται μόνο στο Σύνταγμα και στους νόμους και η οποία ελέγχει την εκτελεστική εξουσία για τυχόν παραβιάσεις των τελευταίων.[21]
Όπως αντιλαμβάνεται ο υποψιασμένος με τα ευρωπαϊκά πράγματα αναγνώστης ήδη από τον τίτλο της παραγράφου, η σχετική υπόθεση εργασίας έχει πολωνική καταγωγή: Με νόμο του 2018, με αναδρομική μάλιστα ισχύ,[22] η Πολωνική Κυβέρνηση μείωσε το όριο της υποχρεωτικής συνταξιοδότησης των δικαστών του Συνταγματικού Δικαστηρίου της Πολωνίας στα 65 έτη, ενώ δυνατή κατέστη η παράταση της θητείας τους μόνο με τη συγκατάθεση του Προέδρου της Πολωνίας. Ο δε Πρόεδρος δε δεσμευόταν από κανένα απολύτως κριτήριο – δρούσε, δηλαδή, με απόλυτη διακριτική ευχέρεια, ενώ στο ίδιο νομοθετικό πλαίσιο ορίστηκε ότι η σχετική απόφαση του Προέδρου δεν θα υπόκειται σε κανέναν δικαστικό έλεγχο. Τέλος, θεσπίστηκε ένα πειθαρχικό όργανο τα μέλη του οποίου είχαν την εξουσία να επιβάλλουν πειθαρχικές ποινές για παράβαση καθήκοντος στα μέλη των Ανωτάτων Δικαστηρίων. Οι αποφάσεις που επέβαλλαν τις ποινές ήταν επίσης δικαστικώς ανέλεγκτες.[23]
Το παραπάνω πακέτο μέτρων αποτέλεσε μία προσπάθεια της τότε συντηρητικής Πολωνικής Κυβέρνησης την οποία διαδέχτηκε η κεντροδεξιά Κυβέρνηση του Ντόναλτ Τουσκ το 2023, να ελέγξει το Συνταγματικό Δικαστήριο της χώρας, ιδίως ως προς την αποστολή προδικαστικών ερωτημάτων και τις σχέσεις του με το ΔΕΕ, το οποίο αντιμετωπιζόταν εγχώρια ως απειλή, λόγω της (αντικειμενικά) ανοικτής και φιλελεύθερης προσέγγισής του.
- Επίκληση της εθνικής συνταγματικής ταυτότητας και της τυπικής υπεροχής του εθνικού Συντάγματος ενώπιον του ενωσιακού δικαστή
Ιδιαίτερα σύνηθες στις μοντέρνες ανελεύθερες δημοκρατίες της ευρωπαϊκής ηπείρου είναι η à la carte επίκληση του ενωσιακού δικαίου. Ενώ, δηλαδή, υπάρχει μεγάλη δυσανεξία προς τις τελευταίες στο δικαιοκρατικό-ενωσιακό αποτύπωμα (άρθρα 2 και 19 ΣΕΕ, ΧΘΔΕΕ κ. ά.), τα πράγματα αλλάζουν όταν η επίκληση του δικαίου της ΕΕ εξυπηρετεί ή προάγει το εθνικό συμφέρον έναντι και εις βάρος του ευρωπαϊκού. Αντί παραδείγματος, θα συνεχίσουμε την αφήγηση μας από εκεί που την αφήσαμε στην προηγούμενη παράγραφο.
Με την έκδοση καταδικαστικής απόφασης του ΔΕΕ για τις πρακτικές ελέγχου της δικαστικής ανεξαρτησίας από την Πολωνική Κυβέρνηση, ο Πολωνός Πρόεδρος ζήτησε από το Συνταγματικό Δικαστήριο της Πολωνίας να ερμηνεύσει πρωτογενώς τα άρθρα 2 και 19 ΣΕΕ, αίτημα καταρχήν ασύμβατο με το ενωσιακό δίκαιο, καθώς αυθεντικός ερμηνευτής του δικαίου της Ένωσης είναι μόνο το Δικαστήριο του Λουξεμβούργου – η δε αποστολή προδικαστικού ερωτήματος και η διαδικασία της προδικαστικής παραπομπής οργανώνεται από σαφείς κανόνες θετικού και νομολογιακού δικαίου. Παρ’ όλα αυτά, το Συνταγματικό Δικαστήριο της Πολωνίας έκρινε ότι η απόφαση του ΔΕΕ εκδόθηκε ultra vires, καθ’ υπέρβαση δηλαδή της αρμοδιότητάς του, καθώς κατά την κρίση του τα ζητήματα οργάνωσης της Δικαιοσύνης αποτελούν εθνική αρμοδιότητα, το δε Εθνικό Σύνταγμα υπερέχει[24] τυπικώς και απροϋπόθετα του ενωσιακού δικαίου.[25] Κατέληξε, λοιπόν, με αυτό το σκεπτικό ότι ουδεμία ισχύ έχουν οι αποφάσεις του ΔΕΕ εντός της πολωνικής έννομης τάξης.[26]
Σε παρόμοια υπόθεση, αυτή τη φορά ενώπιον του Συνταγματικού Δικαστηρίου της Ρουμανίας, αφορώσα έλεγχο συμβατότητας με το ενωσιακό δίκαιο συστηθέντος τμήματος ελέγχου της δικαστικής εξουσίας οργανικά εντασσόμενου εντός της Γενικής Εισαγγελίας της χώρας, το ανώτατο ρουμανικό δικαστήριο έκρινε ότι τα ζητήματα οργάνωσης της Δικαιοσύνης εμπίπτουν στην έννοια της εθνικής συνταγματικής ταυτότητας και άρα αντλεί το κράτος – μέλος από το ίδιο το ενωσιακό δίκαιο, βάσει της διάταξης 4(2) ΣΕΕ, διακριτική ευχέρεια ως προς τη διαχείρισή τους. Η απόφαση αυτή αποτελεί άλλη μία περίπτωση à la carte επίκλησης διάταξης του ενωσιακού δικαίου με πρόδηλο αντιδημοκρατικό αποτύπωμα, καθώς, βάσει του ενωσιακού δικαίου, η τελική κρίση για το αν η επίκληση της εθνικής συνταγματικής ταυτότητας μπορεί να δικαιολογήσει απόκλιση από το δίκαιο της ΕΕ, ανήκει στο Δικαστήριο του Λουξεμβούργου.[27]
- Μεθόδευση τεχνητών κρίσεων του κανόνα δικαίου εν γένει, του συνταγματικού δε κανόνα ιδίως
Σε μια ανελεύθερη δημοκρατία, εύκολα μπορεί κανείς να παρατηρήσει το φαινόμενο της απάβλυνσης του συνταγματικού λόγου με αμιγώς συνεπειοκρατικά επιχειρήματα: Καλλιεργείται η αντίληψη ότι δε νοείται το Σύνταγμα να εμποδίσει το σωστό και ορθολογικό, πολλώ δε μάλλον το αναγκαίο.[28] Υπό αυτή την οπτική γωνία, αν το καλύτερο συνταγματικό επιχείρημα είναι πολιτικά επίψογο, τότε οι εγγυήσεις τήρησης του Συντάγματος παύουν να είναι αυτοσκοπός.[29] Ο σκοπός τίθεται εκ των προτέρων, και ενίοτε βαφτίζεται για τις ανάγκες του κατάσταση ανάγκης. Παράδειγμα μεθόδευσης τέτοιων κρίσεων προσφέρουν απλόχερα οι ΗΠΑ. Με σκοπό να συγκεντρώσει υπερεξουσίες, οι οποίες σε καμία περίπτωση δεν απονέμονται στον Πρόεδρο από το Αμερικανικό Σύνταγμα, ο Ντόναλντ Τραμπ ανακαλύπτει καταστάσεις ανάγκης σε νομοθετικά κείμενα από «αρχαιοτάτων» χρόνων,[30] καταστρατηγώντας ευθέως το Σύνταγμα και τις νομολογιακές επιταγές. Έτσι συνέβη και με την αποστολή Εθνοφρουράς πολύ πρόσφατα στην πολιτεία του Λος Άντζελες προκειμένου να καταστείλει μαζικές διαδηλώσεις κατά συλλήψεων των Ισπανόφωνων της περιοχής.[31] Χαρακτηριστική και περιγραφική της τρέχουσας κατάστασης, τέλος, είναι η πρόσφατη γλαφυρή δήλωσή του, όπου κυνικά εξέφρασε ότι «δεν ξέρει αν πρέπει να τηρήσει το Σύνταγμα».[32]
Άλλη τεχνική στην ίδια κατηγορία είναι η συνεπειοκρατική, ιδίως υπό τη μορφή της τεχνοκρατικής, σύλληψη του δικαίου.[33] Μέσω αυτής, «νομιμοποιείται» η κρατική εξουσία να απονέμει αρμοδιότητα με πρόφαση την «αποτελεσματική διεκπεραίωση καθηκόντων» (βλ. εισαγωγή) σε φορείς του ιδιωτικού τομέα, οι οποίοι στερούνται συνταγματικής και δημοκρατικής νομιμοποίησης ασκώντας παρά ταύτα δημόσια εξουσία.[34] Τρανό παράδειγμα η σύσταση τμήματος κυβερνητικής αποτελεσματικότητας με προϊστάμενο τον αλλόφρωνα Ιλον Μασκ από τον Ντόναλτ Τραμπ, η οποία παρόλο που δεν είχε την έγκριση του Κογκρέσου -άρα στερούταν δημοκρατικής νομιμοποίησης- εντάχθηκε de facto στον κρατικό μηχανισμό με πρόφαση την τεχνογνωσία για τη μείωση του δημοσίου χρέους. Ωστόσο άλλο σκοπό δεν είχε από το να απονείμει περαιτέρω εξουσία ελέγχου, αυτή τη φορά των δημοσιονομικών δαπανών, στον Αμερικανό Πρόεδρο. Ουσιαστικά, επρόκειτο για μια πρόδηλη συνταγματική εκτροπή με τεχνοκρατικό περίβλημα.[35]
- Σχετικοποίηση των μεθόδων ερμηνείας του συνταγματικού κειμένου[36]
Σε μια ανελεύθερη δημοκρατία, η συνταγματική ερμηνεία απολύει την παραδοσιακή μεθοδολογία και σχετικοποιείται. Κάθε ερμηνεία είναι υποστηρίξιμη – αρκεί να απαντά τους σκοπούς των κυβερνώντων, αφού, όπως αναδείξαμε, η τήρηση του Συντάγματος, του δικαίου της ΕΕ ή του κοινού νόμου δεν είναι αυτοσκοπός. Απαντώνται, κατά τούτα, ερμηνείες με αναφορά σε συστήματα και κανονιστικούς στόχους που δεν ερείδονται σε κάποια συνταγματική διάταξη. Παρατηρείται, έτσι, ένας ιδιότυπος ερμηνευτικός πλουραλισμός που απέχει παρασάγγας από τις κλασικές ερμηνευτικές μεθόδους -τη γραμματική, ιστορική, τελολογική και συστηματική μέθοδο-, ο οποίος αποσταθεροποιεί νοηματικά το Σύνταγμα, πλήττει την ασφάλεια δικαίου και το καθιστά έρμαιο της εκάστοτε άρχουσας τάξης.[37]
Οι παραπάνω προτάσεις φυσικά δεν υπερασπίζονται έναν άκριτο οριτζιναλινισμό.[38] Επιχειρούν, απεναντίας, να καταδείξουν, πως η μεθοδολογική συνέπεια, ιδίως όταν αφορά την ερμηνεία του Συντάγματος ως προϋπόθεση του σεβασμού του ως θεμελιώδους νόμου ή κανόνα αναγνώρισης, παρέχει ένα δίχτυ ασφάλειας έναντι ευκαιριακών συμφερόντων.[39] Διατηρεί την ενότητα του Συντάγματος, την ασφάλεια δικαίου και θωρακίζει την αλυσίδα της δημοκρατικής νομιμοποίησης μεταξύ του Λαού και της Πολιτείας.
Υπό αυτή την έννοια, ιδίως την τελευταία, μπορεί κανείς με ασφάλεια να συμπεράνει ότι η εύκολη και αναίμακτη απαγκίστρωση του εφαρμοστή ή του ερμηνευτή του νόμου από την παραδοσιακή μεθοδολογία, πολλώ δε μάλλον από το γράμμα του Συντάγματος, μπορεί να υποκρύπτει ή να υπονοεί στοιχεία δημοκρατικού ελλείμματος και να χρήζει, έτσι, ιδιαίτερης προσοχής.
II. Δημοκρατικό έλλειμμα****
Μέσω αυτής της σταχυολόγησης, φαίνονται εναργώς οι μέθοδοι, τις οποίες μετέρχονται οι διάφορες κυβερνήσεις, προκειμένου να περιστείλουν τις συνταγματικές ελευθερίες των πολιτών τους παραμένοντας, ωστόσο, τυπικά δημοκρατίες: διατηρώντας, δηλαδή, την εκλογική στιγμή. Εντούτοις, μια ειλικρινής και απροκατάληπτη επιστημονική προσέγγιση απαιτεί να αναγνωρίσουμε ότι και άλλα κράτη ή υπερεθνικοί οργανισμοί, πέραν των γνωστών «μαύρων προβάτων», πάσχουν από βαθύ δημοκρατικό έλλειμμα. Συναφώς, θα εξετασθούν τρία τέτοια παραδείγματα.
Α. Η Ευρωπαϊκή Ένωση
Καταρχήν, η ίδια η Ευρωπαϊκή Ένωση, που συχνά εξωραΐζεται επικοινωνιακά ως «η Ευρώπη των Λαών», πάσχει από βαθύ δημοκρατικό έλλειμμα. Είναι γνωστό ότι οι αρμοδιότητες των Ευρωπαίων πολιτών σε ενωσιακό επίπεδο εξαντλούνται στην εκλογή των ευρωβουλευτών κάθε πέντε χρόνια.[40] Και αυτή η μία και μοναδική αρμοδιότητα, ωστόσο, σε μεγάλο βαθμό στερείται ουσιαστικού αντικρίσματος για πλείονες λόγους.
Ένας πρώτος λόγος έγκειται στην μη ύπαρξη σχέσεων εξάρτησης μεταξύ Ευρωκοινοβουλίου και Επιτροπής. Ειδικότερα, στις εθνικές έννομες τάξεις υπάρχει ή περιβόητη «κοινοβουλευτική αρχή», βάσει της οποίας η Κυβέρνηση πρέπει να απολαμβάνει της εμπιστοσύνης της Βουλής.[41] Στην ελληνική πραγματικότητα αυτό αντικατοπτρίζεται τόσο στην συνταγματική επιταγή του αρ.84 παρ.1 («H Kυβέρνηση οφείλει να έχει την εμπιστοσύνη της Bουλής») όσο και στη δεύτερη παράγραφο του ίδιου άρθρου, βάσει της οποίας «H Bουλή μπορεί με απόφασή της να αποσύρει την εμπιστοσύνη της από την Kυβέρνηση ή από μέλος της». Από τη συνδυαστική εφαρμογή των δύο αυτών παραγράφων προκύπτει ότι η Κυβέρνηση πρέπει να απολαύει της εμπιστοσύνης της Βουλής μονίμως.
Εντούτοις, αντίστοιχη αρχή δεν υφίσταται στην ενωσιακή πραγματικότητα – τουλάχιστον όχι με την ίδια κανονιστική πυκνότητα. Έτσι η Επιτροπή, η οιονεί «Κυβέρνηση» της Ένωσης, δεν εδράζεται ουσιαστικά επί της εμπιστοσύνης του Ευρωκοινοβουλίου. Αυτό το οποίο συμβαίνει στην πράξη είναι η επιψήφιση από τους ευρωβουλευτές ορισμένων προσώπων που, μέσω αφανών διαπραγματεύσεων, έχουν επιλεγεί για τα κορυφαία αξιώματα της Ένωσης, ανάλογα με την εκλογική δύναμη των ευρωομάδων.[42] Το γεγονός αυτό καθιστά εξαιρετικά ισχνή την, ούτως ή άλλως έμμεση, δημοκρατική νομιμοποίηση της Επιτροπής.
Επιπλέον, ο ίδιος ο θεσμός του Ευρωκοινοβουλίου στερείται ουσιαστικής δημοκρατικής θεμελίωσης τόσο κατά την ανάδειξη των ευρωβουλευτών όσο και κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, παρά την άμεση εκλογή τους. Σε ό,τι αφορά την ανάδειξή τους, κοινό τόπο αποτελεί ότι οι ευρωβουλευτές δεν εκλέγονται με ευρωπαϊκά αλλά με εθνικά κριτήρια. Και τούτο διότι δεν υφίσταται ενιαίο ευρωπαϊκό ψηφοδέλτιο για κάθε ευρωομάδα (Χριστιανοδημοκράτες, Σοσιαλδημοκράτες, Αριστερά κτλ). Ως αποτέλεσμα οι πολίτες ψηφίζουν τα ευρωψηφοδέλτια που καταρτίζουν τα εθνικά κόμματα, βασιζόμενοι στις εθνικές εκλογικές τους προτιμήσεις. Έτσι, δεν είναι σπάνιο οι ευρωεκλογές, από αυτόνομη πολιτική διαδικασία, να υποβιβάζονται σε «σφυγμομέτρηση της κοινής γνώμης», ένα είδος δημοψηφίσματος ή ψήφου διαμαρτυρίας απέναντι στις εθνικές κυβερνήσεις.[43]
Αναφορικά με την λειτουργία του ευρωπαϊκού νομοθετικού σώματος, πρέπει να τονισθεί πως και αυτή φαλκιδεύει την όποια δημοκρατική νομιμοποίηση έχει απομείνει στον θεσμό. Αυτό οφείλεται στην χαλαρή διασύνδεση των μελών της κάθε ευρωομάδας. Ειδικότερα, εν αντιθέσει με τα εθνικά Κοινοβούλια, όπου η κάθε κοινοβουλευτική ομάδα αποτελεί -πλην σπανίων εξαιρέσεων- αρραγές σύνολο, στην Ευρωβουλή τα μέλη κάθε ευρωομάδας δεν ψηφίζουν επί τη βάσει κομματικής πειθαρχίας. Ως εκ τούτου, πολύ συχνά παρατηρούνται «αποστασίες», αφού τα μέλη μιας ευρωομάδας συντάσσονται σε ψηφοφορίες με αντίπαλα στρατόπεδα, επειδή κάτι τέτοιο επιτάσσει το εθνικό κράτος προέλευσής τους ή κάποια άλλη στάθμιση. Συνεπώς, η πολιτικής υφής επιλογή των πολιτών μπορεί να μεταφράζεται σε πολιτική αντίθετης ιδεολογικής απόχρωσης, απογυμνώνοντας τη δημοκρατική διαδικασία της άμεσης εκλογής από το ουσιαστικό περιεχόμενό της. Αυτό μαρτυρά και το γεγονός ότι την περίοδο 2019-2023 οι «άσπονδοι εχθροί» της εσωτερικής πολιτικής σκηνής (ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ) τήρησαν κοινή στάση στο 81,9% των ψηφοφοριών του Ευρωκοινοβουλίου ενώ το αντίστοιχο ποσοστό ταύτισης ΝΔ- ΠΑΣΟΚ ανήλθε στο 94,69%![44]
Ακόμη, αυτό το αμεσοδημοκρατικά εκλεγμένο όργανο υπολείπεται του Συμβουλίου και της Επιτροπής σε εύρος αρμοδιοτήτων.[45] Παρά την σταδιακή αύξηση των αρμοδιοτήτων του με τις συνθήκες του Μάαστριχτ, του Άμστερνταμ, της Νίκαιας και της Λισαβόνας,[46] το Ευρωκοινοβούλιο παραμένει ουραγός των εξελίξεων, αφήνοντας την πρωτοβουλία των κινήσεων στα άλλα ευρωπαϊκά όργανα και τις διακυβερνητικές διαπραγματεύσεις, των οποίων τις αποφάσεις νομιμοποιεί εκ των υστέρων. Τον περιορισμένο λόγο των πολιτών στα ευρωπαϊκά πράγματα, εξάλλου, καταδεικνύει και το γεγονός ότι ο θεσμός της «Ευρωπαϊκής Πρωτοβουλίας Πολιτών»[47] ουδέποτε έχει τεθεί αποτελεσματικά σε εφαρμογή, καίτοι υπάρχει ήδη από το 2012.[48]
Πέραν του Ευρωκοινοβουλίου, πάντως, και το ανώτατο δικαιοδοτικό όργανο της Ένωσης εκκολάπτει το δημοκρατικό έλλειμμα εντός της. Πιο συγκεκριμένα, το ευρωπαϊκό οικοδόμημα έχει συμπηχθεί πάνω στην αρχή της δοτής αρμοδιότητας. Αυτό σημαίνει ότι η Ένωση είναι αρμόδια μόνο για ό,τι ρητώς της έχει απονεμηθεί, ενώ για τα υπόλοιπα ζητήματα αρμόδια παραμένουν τα κράτη-μέλη. Ωστόσο, το ΔΕΕ, μέσω του εφευρήματος του «ωφέλιμου αποτελέσματος» (effet utile), επεκτείνει διαρκώς τις αρμοδιότητες της Ένωσης σε τομείς μη παραχωρηθέντες σε αυτήν.
Στο σημείο αυτό πρέπει να γίνει μια κρίσιμη επισήμανση: η ΕΕ δεν αποτελεί μια ιδεολογικά ουδέτερη ένωση κρατών αλλά μια υπερεθνική δομή που προέκυψε στο πλαίσιο του μεταπολεμικού παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού, τον οποίο και αναπαράγει διαλεκτικά. Δεν είναι τυχαίο ότι η ΕΕ προέκυψε ως μετεξέλιξη των αμιγώς οικονομικών οργανισμών ΕΚΑΧ και ΟΝΕ, την λογική των οποίων ουδέποτε αποτίναξε. Γι’ αυτό, άλλωστε, και η νομολογία του ΔΕΕ περιστρέφεται, ως επί το πλείστον, γύρω από οικονομικά ζητήματα (ελευθερία κίνησης αγαθών, υπηρεσιών, εργαζομένων, κεφαλαίων, ελεύθερος ανταγωνισμός) με την επεξεργασία των κοινωνικών δικαιωμάτων να είναι όλως περιθωριακή. Επομένως, όπως εύστοχα παρατηρείται, «η προσφυγή στην θεωρία του ωφέλιμου αποτελέσματος διευκόλυνε το ΔΕΚ να διευρύνει την εξυπηρέτηση των [οικονομικών] στόχων της Κοινότητας και ιδίως την προστασία του ελεύθερου ανταγωνισμού»[49] εις βάρος των δημοκρατικά νομιμοποιημένων αποφάσεων εθνικών κυβερνήσεων που στεγανοποιούν ορισμένες δραστηριότητες από τον επεκτατισμό των αγορών. Χαρακτηριστικά παραδείγματα αυτού αποτελούν οι περίφημες αποφάσεις «του βασικού μετόχου»[50] και «των κολεγίων», όπου το ενωσιακό δίκαιο λειτούργησε ως καταλύτης ιδιωτικοποιήσεων.
Δηλωτικό των χαμηλών ποσοστών λαϊκής αποδοχής των οποίων απολαύει η ΕΕ είναι και το γεγονός ότι σε πλήθος δημοψηφισμάτων που έχουν διενεργηθεί η απάντηση των πολιτών δεν υπήρξε θετική για την Ένωση. Συναφώς, πρέπει να αναφερθεί το βρετανικό δημοψήφισμα του 2016 που οδήγησε στο Brexit, το γαλλικό και το ολλανδικό δημοψήφισμα που απέτρεψαν την υιοθέτηση ευρωπαϊκού Συντάγματος το 2005, η αποχώρηση της Γροιλανδίας από την Ένωση το 1985, η διπλή άρνηση (1973, 1994) της Νορβηγίας να προσχωρήσει σ’ αυτήν και φυσικά το ελληνικό δημοψήφισμα του 2015.[51] Τα αποτελέσματα αυτά, σε συνδυασμό με πλήθος ερευνών που αναδεικνύουν ότι οι πολίτες κρατών-μελών της ΕΕ αισθάνονται πολίτες της χώρας τους μάλλον παρά πολίτες της Ένωσης, καθώς και τα εξωφρενικά ποσοστά αποχής που παρατηρούνται στις ευρωεκλογές (μόλις το 41,24% των Ελλήνων ψηφοφόρων προσήλθε στην κάλπη το 2024[52]), φανερώνουν ανάγλυφα το δημοκρατικό έλλειμμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και δικαιώνουν την άποψη ότι οι πολίτες της «όλο και πιο συχνά νιώθουν εγκλωβισμένοι σε μια δομή που όχι μόνον δεν μπορεί να μειώσει το δημοκρατικό της έλλειμμα, αλλά αυξάνει και τα ελλείμματά της σε οικονομικό και κοινωνικό επίπεδο».[53]
Επικουρικά προς την παραπάνω ανάλυση και προς αποφυγή κατηγοριών για στρατευμένη ανάλυση που αγνοεί ή αποκρύπτει συνειδητά μέρος της αλήθειας, πρέπει να σημειωθεί ότι και η ίδια η Ευρωπαϊκή Ένωση αναγνωρίζει την ύπαρξη δημοκρατικού ελλείμματος στους κόλπους της. Έχει, μάλιστα, προβεί και στον ορισμό του ως: «μιας κατάστασης όπου τα θεσμικά όργανα και οι διαδικασίες λήψης αποφάσεών τους ενδέχεται να παρουσιάζουν έλλειμμα δημοκρατίας και λογοδοσίας».[54]
Β. Οι δυτικές δημοκρατίες
Πέραν, ωστόσο, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των «σεσημασμένων» κρατών-παριών της διεθνούς κοινότητας, και άλλα, θεωρητικώς ευνομούμενα, κράτη παρουσιάζουν οξύ δημοκρατικό έλλειμμα.
Ένα εύγλωττο παράδειγμα αποτελεί μια χώρα με μακρά δημοκρατική παράδοση: η Γαλλία. Πιο συγκεκριμένα, από τον Μάιο του 2022 έως σήμερα η Γαλλία βρίσκεται πρακτικά σε ακυβερνησία, με έξι κυβερνήσεις να διαδέχονται η μία την άλλη άλλοτε κατόπιν εκλογών, άλλοτε κατόπιν ευδοκίμησης προτάσεων μομφής και άλλοτε λόγω πρόωρης διάλυσης της Εθνοσυνέλευσης από τον Πρόεδρο. Τα σημάδια περιορισμένης ταύτισης του λαϊκού αισθήματος με τα τεκταινόμενα σε επίπεδο πολιτικής ηγεσίας, άλλωστε, δεν σταματούν εδώ. Το γεγονός ότι, μετά τις βουλευτικές εκλογές του 2024, πρωθυπουργός διορίστηκε ο Μ. Barnier, του οποίου το κόμμα κατετάγη 4ο στην κάλπη, ο μη διορισμός πρωθυπουργού από την πρώτη σε κοινοβουλευτική δύναμη Αριστερά αλλά και ο επαναδιορισμός (!) του παραιτηθέντος πρωθυπουργού Lecornu στον πρωθυπουργικό θώκο δεν μπορούν να ιδωθούν παρά ως άκρως αντιδημοκρατικές μεθοδεύσεις, ευρισκόμενες στις παρυφές ακόμα και μιας αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Το τοπίο αυτό συμπληρώνει η επανειλημμένη προσφυγή στο αρ.49 παρ.3 του γαλλικού Συντάγματος, βάσει του οποίου υιοθετήθηκαν εξόχως αντιδημοφιλή μέτρα, κατά παράκαμψη της συνήθους κοινοβουλευτικής διαδικασίας.[55]
Φυσικά η Γαλλία δεν είναι η μόνη δυτική δημοκρατία που κυβερνάται με ολοένα και πιο αυταρχικό τρόπο, κατά την περίοδο που ακολούθησε την διεθνή οικονομική κρίση του 2008. Όλως ενδεικτικώς, αναφέρεται το παράδειγμα του «φάρου της Δημοκρατίας», των ΗΠΑ. Δηλωτικός της βαθύτατης δημοκρατικής κρίσης στην οποία έχουν περιέλθει οι ΗΠΑ είναι ο εντυπωσιακός αριθμός διαταγμάτων (περισσότερα από 100) που υπέγραψε ο επανεκλεγείς πρόεδρος Trump άμα τη αναλήψει των καθηκόντων του, καίτοι το κόμμα του ελέγχει και τα δύο νομοθετικά σώματα.
Στο σημείο αυτό δεν μπορεί να μην γίνει ειδική μνεία και στην διττή δημοκρατική κρίση την οποία διέρχεται η Ελλάδα. Το πρώτο σκέλος αυτής αφορά στην πολιτική πραγματικότητα. Ειδικότερα, στα παραδοσιακά κοινοβουλευτικά συστήματα είθισται να υπάρχουν δύο κυρίαρχα πολιτικά κόμματα με σαφώς διακριτές ιδεολογικές θέσεις, τα οποία και εναλλάσσονται στην εξουσία. Το εκάστοτε ηττημένο κόμμα, από την θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης, ελέγχει τους «κρατούντες», δηλαδή την Κυβέρνηση. Τα τελευταία χρόνια, ωστόσο, παρατηρείται μια ρευστοποίηση του πολιτικού σκηνικού, εντός του οποίου δεσπόζει ένα κυρίαρχο κόμμα (ΝΔ) χωρίς την ύπαρξη συμπαγούς αντίθετου πόλου. Επιπλέον, οι διαχωριστικές γραμμές μεταξύ των διαφόρων κομμάτων εξουσίας «ξεθωριάζουν». Έτσι, κατ’ αντιστοιχία με την πολιτική σύμπλευση της Ευρωβουλής, κατά την πρώτη τετραετία του κυβερνώντος κόμματος, η αξιωματική αντιπολίτευση του ΣΥΡΙΖΑ ψήφισε το 45,21% και το ΠΑΣΟΚ το 68,88% των νομοσχεδίων της Κυβέρνησης.[56]
Εάν στα στοιχεία αυτά προστεθεί το γεγονός ότι στις δύο τελευταίες εκλογικές αναμετρήσεις που ανέδειξαν Κυβέρνηση το ποσοστό συμμετοχής κινήθηκε γύρω στο 55% (53,74% τον Ιούνιο του 2023 και 57,78% τον Ιούλιο του 2019[57]), εύκολα γίνεται αντιληπτό ότι ακόμα και μια ισχυρή Κυβέρνηση, όπως η παρούσα, με ποσοστά που κυμαίνονται πέριξ του 40% (39,85% το 2019 και 40,56% το 2023[58]) απολαύει ποσοστών λαϊκής, δηλαδή δημοκρατικής, νομιμοποίησης που υπολείπονται του 25% του συνολικού εκλογικού σώματος. Συνεπώς, προκύπτει ότι στην Ελλάδα η αντιπολίτευση ουδόλως ελέγχει τους κρατούντες αλλά και αυτοί κάθε άλλο παρά κρατούντες είναι, τουλάχιστον με την έννοια των δημοκρατικώς νομιμοποιημένων κυβερνώντων.
Το δεύτερο σκέλος του δημοκρατικού ελλείμματος της χώρας οφείλεται στην εκτενή διαφθορά που επιτρέπει την θέση υπό έλεγχο ποικίλων θεσμικών αντιβάρων των κρατούντων. Θα αναλυθεί σχετικά η αποδυνάμωση τριών τέτοιων αντίρροπων της εκτελεστικής εξουσίας δυνάμεων:
- Ανεξάρτητες αρχές και κοινοβουλευτικές επιτροπές
Είναι γνωστό ότι με την αναθεώρηση του 2001 εισήχθη στην ελληνική έννομη τάξη ο θεσμός των ανεξάρτητων αρχών. Τα όργανα αυτά θωρακίστηκαν με εγγυήσεις έναντι της κυβερνητικής εξουσίας με κυριότερη όλων την επιλογή της ηγεσίας τους από το «υπερκομματικό» όργανο της Διάσκεψης των Προέδρων και δη με την ιδιαίτερα αυξημένη πλειοψηφία των τεσσάρων πέμπτων.[59] Ωστόσο, η ευοίωνη αυτή συνταγματική επιλογή δεν μακροημέρευσε, αφού με την αναθεώρηση του 2019 η απαιτούμενη πλειοψηφία μειώθηκε στα τρία πέμπτα[60], καθιστώντας πιο εύκολο τον διορισμό προσώπων φίλα προσκείμενων στην εκτελεστική εξουσία. Η τελευταία, πάντως, δεν δίστασε να επιστρατεύσει και επιπρόσθετες μεθοδεύσεις όταν και αυτή η μεταβολή του συνταγματικού κειμένου αποδείχθηκε ανεπαρκής. Έτσι, προσέφυγε στην δημιουργική λογιστική, προκειμένου να στρογγυλοποιήσει τους 16,2 βουλευτές που αποτελούσαν τα τρία πέμπτα των μετεχόντων στη Διάσκεψη των Προέδρων όχι στους 17 (μιας που είναι αυτονόητο ότι όταν το Σύνταγμα ορίζει ως απαραίτητα τα τρία πέμπτα εννοεί τουλάχιστον αυτά) αλλά στους 16, τους οποίους πράγματι διέθετε η κυβερνητική πρόταση. Με τον τρόπο αυτό, την μεθόδευση της, τυπικά άρτιας, συνταγματικής αναθεώρησης διαδέχθηκε η, θεσμικά προκλητική, παραβίαση του Συντάγματος. Βεβαίως, η παραβίαση αυτή του γράμματος αλλά και του πνεύματος του Συντάγματος δεν είναι η μόνη. Εξίσου βολική ερμηνεία του καταστατικού χάρτη της ελληνικής Πολιτείας πραγματοποίησε η κυβερνώσα παράταξη και στο αρ. 86 του Συντάγματος, συγκαλώντας άπαξ την εκεί προβλεπόμενη κοινοβουλευτική επιτροπή σε μια τυπική, οιονεί πανηγυρική, συνεδρίαση, αναφορικά με την πολύκροτη υπόθεση των Τεμπών.
- Δικαστήρια
Παρόμοιες είναι οι μέθοδοι που υιοθετούνται και σε ό,τι αφορά το δικαιοδοτικό σύστημα της χώρας, αφού η, ούτως ή άλλως προκλητική από δικαιοπολιτικής σκοπιάς, διάταξη του αρ.90 παρ.5 του Συντάγματος τυγχάνει εργαλειακής εφαρμογής. Αναλυτικότερα, η συγκεκριμένη διάταξη επιτρέπει στην κυβέρνηση τον διορισμό 34 ανωτάτων δικαστικών λειτουργών.[61] Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με την ιεραρχική δομή της δικαιοσύνης και την διενέργεια της τακτικής επιθεώρησης και του πειθαρχικό ελέγχου από ανώτατους δικαστές, κατατείνει σε αυξημένα επίπεδα επηρεασμού της δικαιοσύνης εν τω συνόλω της, υπό το πρόσχημα της διασύνδεσης με την αρχή της λαϊκής κυριαρχίας. Η κατάσταση αυτή γίνεται ακόμη χειρότερη όταν οι κυβερνώντες ασκούν κατά τρόπο βαθιά αντιθεσμικό την ευχέρειά τους αυτή. Έτσι, ο διορισμός ως εισαγγελέων του Αρείου Πάγου προσώπων που βρίσκονται πολύ χαμηλά στην σχετική επετηρίδα μόνο ως προσπάθεια προσεταιρισμού της Δικαιοσύνης μπορεί να γίνει αντιληπτός.[62]
- Μέσα μαζικής ενημέρωσης
Τρίτο θεσμικό αντίβαρο που η εκτελεστική εξουσία προσπάθησε να χαλιναγωγήσει αποτελεί η επονομαζόμενη 4η εξουσία, τα ΜΜΕ. Βάσει της φιλολογίας του αστικού κράτους, ο πλουραλισμός και η πολυφωνία τόσο στην πολιτική όσο και στην ενημέρωση αποτελούν βασικές δικαιοκρατικές εγγυήσεις της φιλελεύθερης δημοκρατίας.[63] Ο εν ευρεία εννοία τύπος είναι επιφορτισμένος με τον έλεγχο της εξουσίας και την αποκάλυψη των παρανόμως πεπραγμένων της, προκειμένου ο εν στενή εννοία λαός, το εκλογικό σώμα, να της απευθύνει μομφή μέσω απόδοσης της πολιτικής ευθύνης.
Η κυβέρνηση, ωστόσο, προσπάθησε να φαλκιδεύσει και αυτό το θεσμικό αντίβαρο μεταχειριζόμενη το δημόσιο χρήμα. Αναλυτικότερα, διανεμήθηκαν επισήμως περί τα 20 εκ. € σε διάφορα ΜΜΕ με πρόφαση την προώθηση της καμπάνιας «Μένουμε Σπίτι» την περίοδο της υγειονομικής κρίσης της covid-19. Αλγερινή εντύπωση, ωστόσο, προκάλεσε το γεγονός ότι λιγότερο από το 1% αυτών των χρημάτων είχε ως αποδέκτες αντιπολιτευόμενα ΜΜΕ, εμπεδώνοντας έτσι την πεποίθηση ότι η συγκεκριμένη κίνηση δεν ήταν παρά μια de facto αναδιάρθρωση της ενημέρωσης κατά τρόπο συμφέροντα για την κεντρική εξουσία. Για του λόγου το αληθές, την πτώση της χώρας στις διεθνείς κατατάξεις ελευθερίας του λόγου πιστοποιεί και έκθεση διεθνών παρατηρητών.[64]
Αν στα ως άνω ζητήματα προστεθούν το σκάνδαλο των υποκλοπών με θύματα υπηρετούντες σε υψηλά κλιμάκια της πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας, το δυστύχημα των Τεμπών με την μετέπειτα διαχείρισή του καθώς και το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ, φαίνεται εναργώς ότι η Ελλάδα δεν διαφέρει από την Ουγγαρία, την Πολωνία, την Τουρκία και το Ισραήλ όσο θέλει να πιστεύει. Προς επίρρωση αυτής της εκτίμησης λειτουργεί και πρόσφατο ψήφισμα του Ευρωκοινοβουλίου που κάνει λόγο για κρίση του κράτους δικαίου στην Ελλάδα.[65]
Γ. Δομικά προβλήματα του συστήματος
Τέλος, πέραν των υπερεθνικών και εθνικών δομών που στηλιτεύονται ως αντιδημοκρατικές, στον ύστερο καπιταλισμό έχουν αναπτυχθεί και οικονομικές δομές μηδενικής δημοκρατικής θεμελίωσης με μεγαλύτερη κανονιστική ισχύ και από τους ίδιους τους, παραδοσιακά νοούμενους, κρατούντες.
Αφενός, τράπεζες, οίκοι αξιολόγησης και το λεγόμενο Bretton Woods (ΔΝΤ, Παγκόσμια Τράπεζα, ΟΟΣΑ, ΠΟΕ κλπ) έχουν αποκτήσει τέτοια οικονομική δύναμη, ώστε οι στοχεύσεις τους να κατισχύουν ακόμη και έναντι των πολιτικών προγραμμάτων εκλεγμένων κυβερνήσεων. Ο ευρωπαϊκός Νότος έχει οδυνηρές αναμνήσεις από την δεκαετία της κρίσης που συνηγορούν υπέρ της διαπίστωσης περί κανονιστικότητας των αγορών. Άλλωστε, οι «γκουρού της αγοράς» δεν μπαίνουν στον κόπο να συγκαλύψουν τις προθέσεις τους. Χαρακτηριστικές είναι οι νουθεσίες της JP Morgan περί αναθεώρησης της σοσιαλίζουσας λογικής των ευρωπαϊκών Συνταγμάτων.[66] Στο ίδιο πλαίσιο κινούνται, ασφαλώς, και οι ωμοί εκβιασμοί προς κυβερνήσεις με φόβητρο αρνητικές γνώμες από οίκους αξιολόγησης που θα εκτόξευαν το κόστος δημόσιου δανεισμού.
Αφετέρου, μεμονωμένες εταιρείες ή και άτομα έχουν αποθησαυρίσει τέτοιο πλούτο ούτως ώστε τα κράτη ή ακόμα και υπερεθνικοί οργανισμοί, όπως η ΕΕ, να αδυνατούν να τους επιβληθούν. Χαρακτηριστικό παράδειγμα οι επονομαζόμενες big tech και οι διάφορες πλατφόρμες διαμεσολάβησης που αρνούνται να πειθαρχήσουν σε εθνικούς νόμους ή ευρωπαϊκούς κανονισμούς,[67] διεκδικώντας περιθώριο αυτορρύθμισης![68] Η κανονιστική δύναμη του χρήματος, μάλιστα, έφτασε στην, μέχρι πρότινος αδιανόητη, φανερή εξαγορά ψήφων από τον Musk προς όφελος του Trump, κατά παράκαμψη του όποιου φύλλου δημοκρατικής συκής είχε απομείνει στην διαδικασία των εκλογών.
Είναι προφανές ότι αυτοί οι οικονομικοί κολοσσοί ουδεμία δημοκρατική νομιμοποίηση διαθέτουν. Τουναντίον, κατευθύνοντας τις πολιτικές αποφάσεις και αρνούμενοι να συμμορφωθούν με συνταγματικής περιωπής αξιολογήσεις (προστασία προσωπικών δεδομένων, προστασία περιβάλλοντος, απόρρητο επικοινωνιών, δημοκρατική αρχή), στην πραγματικότητα αυτονομιμοποιούνται μη διαθέτοντας ούτε υποψία δημοκρατικού ερείσματος. Έτσι, γινόμαστε μάρτυρες μια δυστοπικής αντίστροφης τριτενέργειας. Ενώ, δηλαδή, κατά τα παγίως γενόμενα δεκτά, ένας συνταγματικός κανόνας (π.χ. ισότητα) τριτενεργεί, υπό προϋποθέσεις, και στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών,[69] πλέον συμβαίνει το αντίθετο: η βούληση ενός ιδιωτικού οργανισμού ή ακόμη και ενός μεμονωμένου ιδιώτη επενεργεί επί της δημόσιας σφαίρας. Περιττό να ειπωθεί πως αυτή η εισπήδηση της ιδιωτικής στην δημόσια εξουσίας είναι ξένη σε κάθε έννοια, έστω και πλήρως απονευρωμένης, δημοκρατίας.
Αναφορικά με την πρωτοκαθεδρία της οικονομίας έναντι του δικαίου πρέπει να σημειωθεί ότι δεν αποτελεί μια παραδοχή αποκλειστικά μαρξιστικών κύκλων. Ακόμα και συντηρητικοί διανοητές με κάποια διορατικότητα άρχισαν -ιδίως μετά την διεθνή οικονομική κρίση χρέους του 2008- να διαπιστώνουν ότι η καλούμενη «σχετική αυτονομία του δικαίου» αποτελεί, αν όχι φενάκη, πάντως σίγουρα μια αισιόδοξη εκδοχή της πραγματικότητας. Σχετικά με αυτό το ζήτημα, ο Π. Παυλόπουλος παρατηρεί ότι «οι μεταλλάξεις της κοινωνικής και οικονομικής υποδομής του Κανόνα Δικαίου οφείλονται -τουλάχιστον κατά βάση- σε συγκεκριμένες ιδιαιτερότητες που παρουσιάζει τα τελευταία χρόνια η όλη εξέλιξη και λειτουργία του Οικονομικού Συστήματος, παγκοσμίως. Και είναι αυτές οι ιδιαιτερότητες οι οποίες, grosso modo, προσδιορίζουν την έκταση και την ένταση της σχετικοποίησης της κανονιστικής του εμβέλειας. […] Η Παγκοσμιοποίηση η οποία, υπό τα δεδομένα αυτά, δρα ανεξέλεγκτη, μην υπακούοντας πλέον σε συγκεκριμένους ορθολογικούς οικονομικούς και νομικούς κανόνες. Είτε διότι οι κανόνες αυτοί δεν υφίστανται. Είτε -ακόμη χειρότερα- διότι οι ισχύοντες, έστω και ελλιπείς, κανόνες παραβιάζονται ανοιχτά και συστηματικά από τους παράγοντες των Αγορών, μ’ «αιχμή του δόρατος» τους παράγοντες του Παγκόσμιου Χρηματοπιστωτικού Συστήματος. […] Η σχετικότητα- ορθότερα σχετικοποίηση- της κανονιστικής δύναμης του Κανόνα Δικαίου οδηγεί σταδιακώς στην ρυθμιστική του αποδυνάμωση, ιδίως λόγω της αδυναμίας του να τιθασεύσει κανονιστικώς την κοινωνικοοικονομική υποδομή του».[70] Ως γενεσιουργό αιτία όλων αυτών θεωρεί ακριβώς την κατίσχυση της οικονομίας επί της δικαιικά ρυθμιζόμενης κοινωνίας σε πλήρη συμφωνία με τα προ(σ)τάγματα της Σχολής του Σικάγο που «αποφεύγει να υπολογίσει το τεράστιο κόστος ως προς τον Άνθρωπο, απλώς και μόνο διότι ο κοινωνικός κυνισμός της θεωρεί την παράμετρο αυτή αμελητέα».[71]
Επίλογος*****
Από την ανάλυση που προηγήθηκε προκύπτει ότι η Δημοκρατία κάθε άλλο παρά ακμαία μπορεί να θεωρηθεί. Παρά τις περί του αντιθέτου πομπώδεις διακηρύξεις, το φιλελεύθερο και δικαιοκρατικό στοιχείο αυτού του πολιτεύματος, που κυριάρχησε στην «Συλλογική Δύση» κατά την μεταπολεμική περίοδο, πάσχει δομικά. Τούτο μαρτυρά η αποκαρδιωτική άνθιση, και μάλιστα με εκθετικούς ρυθμούς, των ανελεύθερων δημοκρατιών (Α’ μέρος) όσο και το πολύ πιο ομιχλώδες -και ως εκ τούτου πολύ πιο επικίνδυνο- δημοκρατικό έλλειμμα που σοβεί ακόμα και σε θεωρητικώς υποδειγματικά κράτη (Β’ μέρος). Χρέος των νομικών, κατά μείζονα δε λόγο των δημοσιολόγων, εντός αυτής της πραγματικότητας δεν μπορεί να είναι άλλο από την στηλίτευση αυτής της προϊούσας δημοκρατικής εκτροπής, ως απαραίτητου πρώτου βήματος για την ανατροπή της.
___________________
Εισήγηση στο Κοινό Μεταπτυχιακό Σεμινάριο Συνταγματικού Δικαίου των Νομικών Σχολών ΕΚΠΑ και ΑΠΘ που πραγματοποιήθηκε στις 13 Ιουνίου 2025 στο Καρπενήσι
** Επιμέλεια: Γεράσιμος Λευκαδίτης.
[1] Ο όρος χρησιμοποιείται ως οικονομικοπολιτική έννοια.
[2] Πηγή έμπνευσης της εισαγωγής είναι, μεταξύ άλλων, η προσέγγιση του Α. Supiot, «Όταν κυβερνούν οι αριθμοί», Εκδόσεις Επιθεωρήσεως Εργατικού Δικαίου, 2025.
[3] Όπως εύστοχα παρατηρεί ο Γ. Καραβοκύρης, «Δημοκρατικό κενό, χαμένες ισορροπίες», Βήμα της Κυριακής, 9.11.12025, «Στις έρευνες και τη δημόσια σφαίρα […] καταγράφεται […] η δυσπιστία και απογοήτευση για την κατάσταση της [δημοκρατίας]. Ίσως γιατί μας λείπει – ευτυχώς, από μία άποψη – το μεγάλο και ενοποιητικό συλλογικό όραμα, ένα συνεκτικό και γοητευτικό αφήγημα. Ακόμα και η επίκληση του γενικού καλού ριζώνει πάντα σε καθεστώς έκτακτης ανάγκες, απολύτως επιβιωτικά και αποκτά […] αρνητικό πρόσημο».
[4] Ο όρος χρησιμοποιείται ως περιγραφικός του κυρίαρχου οικονομικού και πολιτικού συστήματος.
*** Επιμέλεια: Γεράσιμος Λευκαδίτης.
[5] Π. Παραράς, Π., Res Publica III, Εκδόσεις Σάκκουλα, 2023.
[6] Εν πάση περιπτώσει, τόσο ο φιλελεύθερος όσο και ο δημοκρατικός χαρακτήρας έχουν συστατικό χαρακτήρα στα σύγχρονα δυτικά πολιτεύματα. Βλ. σχετικά, Α. Μανιτάκης, «Η λογική προτεραιότητα της δημοκρατικής ιδέας απέναντι στη φιλελεύθερη: μια σταθερά του ελληνικού συνταγματισμού», www. constitutionalism.gr.
[7] Ibidem.
[8] Γ. Δρόσος, «Σημειώσεις για την κίνηση του συνταγματικού λόγου από το 1975 και σήμερα», σε: Συλλογικό Έργο, Τιμητικός Τόμος για τον Προκόπιο Παυλόπουλο, 2024, σ. 279.
[9] Βλ. Χ. Ανθόπουλος, «Αντιδημοκρατικές τάσεις στην Ευρώπη», Syntagma Watch, 2020.
[10] Πρόφαση είναι η εκλογική στιγμή, αλλά αιτία είναι η ιστορική στιγμή, η οποία ευνοεί τη συσπείρωση των λαϊκών μαζών κάτω από ένα λαϊκίστικό πολιτικό λόγο ο οποίος καταρχήν εκφράζει ανοιχτά τη δυσανασχέτηση προς το πολιτικό σύστημα. Κατά την εύστοχη παρατήρηση του Γ. Καραβοκύρη, «Οι συνταγματικές απορίες του λαϊκισμού», σε: Συλλογικό Έργο, Το Σύνταγμα εν εξελίξει, 2019, σε σχέση με το λαϊκισμό και τον πολιτικό του λόγο: «[…]Πρόκειται για μια έννοια εξαιρετικά αόριστη και υποκείμενη σε κάθε πολιτική χρήση και διαίρεση, ειδικά στον πολιτικό λόγο, και έτσι συνιστά ένα ρητορικό σχήμα που μπορεί να κινητοποιήσει το πολιτικό συναίσθημα και τον βολονταρισμό, να μας γοητεύσει δίχως να μας πείσει ορθολογικά».
[11] Όπως σωστά παρατηρούν οι Τ. Drinóczi, Α. Bień-Kacała, «Illiberal Constitutionalism: The Case of Hungary and Poland», German Law Journal 20, 2019: «[…]Illiberal constitutional democracy and illiberal constitutionalism are built in states that have already experienced liberal constitutionalism, and are supported by the misunderstood concept of political constitutionalism, relying heavily on the emotional components of national identity. We conceive of illiberal constitutionalism as a particular phase in the process of democratic decay or the backsliding from liberal constitutionalism towards an authoritarian regime».
[12] A. Σαμαρτζής, «Ο συνταγματισμός ως δημοκρατικός θεσμικός σχεδιασμός. Ορισμένες προκαταρκτικές σκέψεις», nomarchia.gr, 2024.
[13] Ο όρος χρησιμοποιείται περιγραφικά.
[14] Η απαρίθμηση είναι ενδεικτική και σε καμία περίπτωση εξαντλητική. Οι τεχνικές που απαριθμούνται επιδέχονται (και έχουν ήδη δεχτεί) πολύ μεγαλύτερη ανάλυση. Ωστόσο, ελλείψει του χώρου, θα τις διατρέξουμε όσο το δυνατόν περιεκτικότερα.
[15] Ξ. Κοντιάδης, «Αρχές Συνταγματικού Σχεδιασμού. Σκέψεις με αφορμή το διάλογο για την αναθεώρηση», ΕφΔΔ 3, 2017.
[16] Ibidem.
[17] […] A state that will undertake the odium of expressing that in character it is not of liberal nature (…). We have abandoned liberal methods and principles of organizing society, as well as the liberal way to look at the world (…). Απόσπασμα από την Ομιλία του Βίκτορ Ορμπαν στο Free Summer University and Youth Camp στη Ρουμανία ενόψει των ουγγρικών εκλογών του 2010, όπου το κόμμα του συγκέντρωσε πάνω από το 50% του εκλογικού σώματος.
[18] Βλ. σχετικά, «Hungary passes constitutional amendment to ban LGBTQ+ public events, seen as a major blow to rights», CNN.
[19] Στο μεταξύ η Ευρωπαική Επιτροπή έχει κινήσει διαδικασία προσφυγής επί παραβάσεως έναντι νέου Ουγγρικού νόμου ο οποίος περιορίζει την πρόσβαση των ανηλίκων σε περιεχόμενο που «προωθεί ή απεικονίζει απόκλιση από την ταυτότητα που αντιστοιχεί στο φύλο που τους αποδόθηκε κατά τη γέννηση, την αλλαγή φύλου ή την ομοφυλοφιλία», γνωστή ως «νομοθεσία για την προστασία των παιδιών» ή «αντι-LGBTIQ» νομοθεσία). Βλ. σχετικά Κ. Labrinoudis, «Somewhere over the rainbow», Verfassungsblog, 2025.
[20] Βλ. G. Meszaros, «We the bugs», Verfassungsblog, 2025.
[21] Βλ. σχετικά Λίνα Παπαδοπούλου, «Το κράτος δικαίου στην Ευρώπη και ο αυταρχικός λαϊκισμός ως «δούρειος ίππος» για την άλωσή του», σε: Ελληνική Εταιρία Δικαίου του Περιβάλλοντος, Το βιώσιμο Κράτος, 2022.
[22] Για μια αναλυτική περιγραφή του πολωνικού muzzle law, βλ. J. Macy, A. Duncan, «The Collapse of Judicial Independence in Poland: A Cautionary Tale», Judicature International, vol 104, Duke Law School, 2020.
[23] Βλ. αντί πολλών, L. Pech, «Doing Justice to Poland’s Muzzle Law», Verfassungsblog, 2023.
[24] Κώστας Μποτόπουλος, «Η υπεροχή του κοινοτικού δικαίου και η επιμονή παραβίασής του», SyntagmaWatch, 2021.
[25] Πρόκειται μάλιστα για την πρώτη φορά που εθνικό δικαστήριο διακηρύσσει απροϋπόθετα και γενικά την υπεροχή του εθνικού δικαίου έναντι του ενωσιακού.
[26] A. Gliszczyńska-Grabias, W. Sadurski, «Is It Polexit Yet? Comment on Case K 3/21 of 7 October 2021 by the Constitutional Tribunal of Poland», European Constitutional Law Review 19, 2023.
[27] Κοινές προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Poiares Maduro, της 20ής Σεπτεμβρίου 2005, στις υποθέσεις C-53/04, Marrosu και Sardino, και C-180/04.
[28] Δρόσος, (2024), ό.π.
[29] Βλ. τη γλαφυρή ανάρτηση του Λευκού Οίκου στην ηλεκτρονική πλατφόρμα X, «He who saves his Constitution does not violate any Law» και Γ. Δρόσος, Les Malheurs de la Vertu, Εκδόσεις Ευρασία, 2025.
[30] Για περισσότερα, βλ. «Alien Enemies Act: The 1798 law Trump used to deport migrants», BBC, 3.9.2025.
[31] Για περισσότερα βλ. «California says Trump sent military to ‘silence’ LA protests», Reuters, 13.08.2025.
[32] Βλ. τη δήλωση στο CNN: «Σιβυλλική δήλωση Τραμπ για το μεταναστευτικό: «Δεν ξέρω αν πρέπει να τηρήσω το Σύνταγμα», CNN.gr.
[33] Βλ. την ανάλυση του Ακρίτα Καιδατζή, «Δημοκρατία, Τεχνοκρατία και αποπολιτικοποίηση, 2024.
[34] Ibidem και K.L. Scheppele, «The opportunism of populists and the defense of constitutional liberalism», German Law Journal 20, 2029.
[35] Βλ. σχετικά, «Opinion | DOGE is unconstitutional. Here’s why», The Washington Post.
[36] Βλ. Μ. Belov, «Populist Constitutionalism and Illiberal Democracies: Between Constitutional Imagination, Normative Entrenchment and Political Reality», Intersentia, 2021.
[37] Βλ. και Γ. Δρόσος2025, ό.π., Επίμετρο.
[38] Βλ. σχετικά Ακρίτας Καϊδατζής, «Αντίστροφος οριτζιναλισμός και ελιτιστικός ευρωπαϊσμός: η σημειολογία της απόφασης για τα ιδιωτικά πανεπιστήμια» Nomarchia.gr, 7.11.2025.
[39] Βλ. σχετικά Σπύρος Βλαχόπουλος, «Οι λέξεις και το Σύνταγμα – Σκέψεις για την ερμηνεία του Συντάγματος με αφορμή την Ολομ ΣτΕ 1918/2025», διαθέσιμο στον ιστότοπο www.constitutionalism.gr, 2025.
****Επιμέλεια: Λεωνίδας Διαμάντης.
[40] Φωτεινή Βήττου, «Το δημοκρατικό έλλειμμα στην Ε.Ε: Ο ρόλος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου», ΟΔΕΘ, 3/12/2023.
[41] Περισσότερα για την κοινοβουλευτική αρχή σε: Ευάγγελος Βενιζέλος, Μαθήματα συνταγματικού δικαίου, εκδ. Σάκκουλα, 2021, σ. 371 επ. αλλά και σε: Φίλιππος Σπυρόπουλος, Συνταγματικό δίκαιο, εκδ. Σάκκουλα, 2018, σ. 44 επ.
[42] Τώρα, λ.χ., οι πρωτεύσαντες χριστιανοδημοκράτες επέλεξαν την πρόεδρο της Επιτροπής, Ursula von der Leyen, οι δεύτεροι σοσιαλδημοκράτες τον πρόεδρο του ευρωπαϊκού Συμβουλίου, Antonio Costa, ενώ οι τρίτοι φιλελεύθεροι την Ύπατη εκπρόσωπο για θέματα εξωτερικής πολιτικής, Kaja Kallas.
[43] Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της εμπεδωμένης αντίληψης αποτελεί η εκλογική αναμέτρηση του 2019. Η μεγάλη ήττα του τότε κυβερνόντος κόμματος (ΣΥΡΙΖΑ) οδήγησε σε πρόωρες βουλευτικές εκλογές. Ομοίως, η ήττα του κόμματος του Προέδρου Macron στις ευρωεκλογές του 2024 οδήγησε στην διάλυση της Εθνοσυνέλευσης και σε πρόωρες εκλογές.
[44] «Η ψήφος τους ταυτίζεται σε 8 από τις 10 ψηφοφορίες!», Ριζοσπάστης,10/6/2023, σ. 11.
[45] Βασίλειος Χριστιανός, Ρεβέκκα-Εμμανουέλα Παπαδοπούλου, Μανώλης Περάκης, Εισαγωγή στο δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εκδ. Νομική Βιβλιοθήκη, 2021, σ. 104-106
[46] Βήττου, ό.π.
[47] Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τον θεσμό χρήσιμος μπορεί να φανεί ο ιστότοπος της ίδιας της Ένωσης: https://citizens-initiative-forum.europa.eu.
[48] Προφανείς οι αναλογίες με το αρ.73 παρ. 6 του Συντάγματος, του οποίου ο εκτελεστικός νόμος δεν έχει ψηφιστεί από το 2019, οδηγώντας το πρακτικά σε αχρησία.
[49] Κωνσταντίνος Γιαννακόπουλος, «Μεταξύ συνταγματικών σκοπών και συνταγματικών ορίων: η διαλεκτική εξέλιξη της συνταγματικής πραγματικότητας στην εθνική και στην κοινοτική έννομη τάξη», ΕφημΔΔ– 5/2008, σ. 733 – 752 (741).
[50] ΣτΕ 3471/2011.
[51] Πολυδεύκης Παπαδόπουλος, «Δημοψηφίσματα για την Ευρώπη στις χώρες της ΕΕ», www.ertnews.gr, 1/7/2015.
[52] Με στοιχεία από το ΥΠ.ΕΣ.
[53] Κωνσταντίνος Γιαννακόπουλος, «Η συνταγματική απορρύθμιση», ΕφημΔΔ -1/2017, σελ. 73-80 (74).
[54] «Δημοκρατικό έλλειμμα», EUR–Lex, eur-lex.europa.eu.
[55] Φίλιππος Καπόγιαννης, «49 παρ. 3: μια αμφιλεγόμενη εξουσία του Γαλλικού Συντάγματος και η επίκλησή της από τον Εμμανουέλ Μακρόν», www.syntagmawatch.gr, 24/3/2023.
[56] Γεράσιμος Λιβιτσάνος, «Βουλή 2019-2023: Τελικά, πόσο συμφωνούν τα κόμματα στις ψηφοφορίες;», vouliwatch.gr, 11/5/2023.
[57] Με στοιχεία από το ΥΠ.ΕΣ.
[58] Με στοιχεία από το ΥΠ.ΕΣ.
[59] Βλ. Αρ. 101Α του Συντάγματος, όπως ίσχυε μέχρι την αναθεώρηση του 2019.
[60] Αρ.101Α παρ. 2 του Συντάγματος κατά τη νέα διατύπωση: «Τα πρόσωπα που στελεχώνουν τις ανεξάρτητες αρχές πρέπει να έχουν τα ανάλογα προσόντα, όπως νόμος ορίζει. Η επιλογή τους γίνεται με απόφαση της Διάσκεψης των Προέδρων της Βουλής. Η απόφαση λαμβάνεται με πλειοψηφία των τριών πέμπτων των μελών της».
[61] Βασίλειος Ανδρουλάκης, «Ζητήματα δικαστικής ανεξαρτησίας», ΘΠΔΔ, 2018, σ. 319 επ.
[62] «Νέα πρόεδρος του Αρείου Πάγου η Ιωάννα Κλάπα – Η εισαγγελέας Γ. Αδειλίνη επικεφαλής του Αν. Δικαστηρίου», www.ertnews.gr, 25/7/2023.
[63] Σπύρος Βλαχόπουλος, Θεμελιώδη δικαιώματα, εκδ. Νομική βιβλιοθήκη, 2017, σ. 283 επ.
[64] Σύμφωνα με την ετήσια έκθεση των Ρεπόρτερ Χωρίς Σύνορα (RSF) για το 2022, σε συνολικά 180 χώρες, η Ελλάδα έπεσε μέσα σε έναν μόλις χρόνο από την 70η στην 108η θέση.
[65]«Το Κοινοβούλιο ανησυχεί για πολύ σοβαρές απειλές κατά των αξιών της ΕΕ στην Ελλάδα», www.europarl.europa.eu, 7/2/2024.
[66] Χαράλαμπος Ανθόπουλος, «Οι συνταγματικές συμβουλές της JPMorgan», Έθνος, 7/8/2013.
[67] Χαρακτηριστική η κατάργηση του ελέγχου αλήθειας (fact checking) από την Meta τον Ιανουάριο του 2025.
[68] Βλ. σχετικά: Κωνσταντίνος Γιαννακόπουλος, «Το «Ανώτατο Δικαστήριο» του Facebook και η κρυφή γοητεία του ιδιωτικού ψηφιακού συνταγματισμού», www.constitutionalism.gr, 26/2/2021.
[69] Βλαχόπουλος ό.π., σ. 15-16.
[70] Προκόπιος Παυλόπουλος, «Ο Δικαστής ως υπερασπιστής της κανονιστικής ισχύος του Κανόνα Δικαίου στην σύγχρονη Αντιπροσωπευτική Δημοκρατία», www.constitutionalism.gr, 9/9/2021.
[71]Ibidem.
***** Επιμέλεια: Λεωνίδας Διαμάντης.




