I. Εισαγωγή[1]
Αντικείμενο της παρούσας μελέτης με τίτλο “Trump v. DEI and Harvard: το διακύβευμα για την ισότητα και την ακαδημαϊκή ελευθερία» είναι ο τρόπος με τον οποίο η αντίθεση- ή μάλλον- η επίθεση της Διοίκησης Trump στις πολιτικές DEI του πανεπιστημίου Harvard οδηγεί στην παραβίαση της αρχής της ισότητας και της ακαδημαϊκής ελευθερίας.
Α. Πολιτικές DEI
Αμέσως μόλις ανέλαβε τα καθήκοντα του προέδρου των ΗΠΑ, ο Donald Trump εξέδωσε σειρά εκτελεστικών διαταγμάτων, μεταξύ των οποίων και διατάγματα κατά των προγραμμάτων διαφορετικότητας, ισότητας και συμπερίληψης- των αποκαλούμενων πολιτικών DEI. Πρόκειται για τα αρχικά των λέξεων diversity, equity, inclusion, δηλαδή της ποικιλομορφίας, της ισότητας και της συμπερίληψης, ενώ συχνά γίνεται λόγος για πολιτικές DEIA που περιλαμβάνουν και την προσβασιμότητα (accessibility).[2] Σκοπός της θέσπισης των πολιτικών αυτών είναι η καταπολέμηση των διακρίσεων στη βάση φυλής, φύλου, σεξουαλικού προσανατολισμού, θρησκείας, αναπηρίας κ.α.
Οι πολιτικές DEI δεν εφαρμόζονται για πρώτη φορά στη σύγχρονη εποχή, αλλά έχουν μακρά ιστορική πορεία. Η απαρχή τους εντοπίζεται στην αντιμετώπιση των φυλετικών διακρίσεων που επικρατούσαν στις Ηνωμένες Πολιτείες. Σταθμό για την ποικιλομορφία, την ισότητα και τη συμπερίληψη αποτέλεσε η ψήφιση του “Civil Rights Act” το 1964, ο οποίος απαγόρευσε τις διακρίσεις λόγω φυλής, χρώματος, φύλου ή εθνικής καταγωγής σε δημόσιους χώρους, στην εργασία και την εκπαίδευση.[3] Ακολούθησε η θεμελιώδης απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου των ΗΠΑ στην υπόθεση Brown[4] που έκρινε αντισυνταγματικό τον φυλετικό διαχωρισμό στα σχολεία και αποτέλεσε την αρχή του τέλους των νόμων φυλετικού διαχωρισμού στις ΗΠΑ.[5]
Σήμερα, οι πολιτικές DEI λαμβάνουν διάφορες μορφές, σε ποικίλους τομείς της ζωής και έχουν επεκταθεί στην Ευρώπη, αλλά και στην Ελλάδα. Ορισμένα παραδείγματα τέτοιων πολιτικών είναι η προσβασιμότητα των δημόσιων χώρων για τα άτομα με αναπηρία, η ίση αμοιβή στην εργασία και το πρόσφατο μέτρο για την εκπροσώπηση των γυναικών στα διοικητικά συμβούλια εταιρειών.
Οι πολιτικές DEI παρουσιάζουν διαβαθμίσεις. Αφενός, εφαρμόζονται για την εφαρμογή της τυπικής ισότητας, με την έννοια της απαγόρευσης των διακρίσεων. Για παράδειγμα, δεν επιτρέπεται η άρνηση υπηρεσιών σε κάποιον λόγω της φυλής, του φύλου ή της θρησκείας του. Αφετέρου, υλοποιούνται για την εκπλήρωση της ουσιαστικής ισότητας, δηλαδή της ίσης μεταχείρισης όμοιων περιστάσεων και της ανόμοιας μεταχείρισης ανόμοιων, λόγου χάριν για την εξασφάλιση της ίσης πρόσβασης των ατόμων με αναπηρία στους δημόσιους χώρους ή στην εργασία. Μέσα επίτευξης της ουσιαστικής ισότητας είναι και τα θετικά μέτρα. Τέτοια μέτρα αποτελούν οι ποσοστώσεις ή τα φυλετικά κριτήρια για την εισαγωγή στα πανεπιστήμια.
Τα οφέλη από την εφαρμογή των πολιτικών συμπερίληψης είναι πολλαπλά. Αφενός ενισχύεται η εκπροσώπηση των μειονοτήτων στην κοινωνία, με αποτέλεσμα την άμβλυνση ανισοτήτων και στερεοτύπων και αφετέρου η διαφορετικότητα και η ποικιλομορφία ενισχύουν την προώθηση καινοτόμων ιδεών που εξελίσσουν το εκπαιδευτικό και εργασιακό περιβάλλον.[6]
Β. Τα εκτελεστικά διατάγματα του προέδρου Trump κατά των πολιτικών DEI
Ο πρόεδρος Trump, όπως προαναφέρθηκε, έχει αντιταχθεί έντονα στις πολιτικές DEI μέσα από τα πρώτα κιόλας προεδρικά διατάγματα που εξέδωσε τον Ιανουάριο του 2025. Πρόκειται για τα προεδρικά διατάγματα που τιτλοφορούνται ως «Τερματισμός των ριζοσπαστικών και σπάταλων κυβερνητικών DEI προγραμμάτων και προτιμήσεων»[7] και «Τερματισμός των παράνομων διακρίσεων και αποκατάσταση της αξιοκρατίας».[8]
Με το πρώτο διάταγμα, ο πρόεδρος Trump κήρυξε παράνομα προγενέστερα διατάγματα για την ενσωμάτωση των πολιτικών DEI στην ομοσπονδιακή κυβέρνηση, με τη λογική ότι οδηγούν σε κατασπατάληση του δημοσίου χρήματος και δημιουργούν διακρίσεις. Διέταξε, επομένως, τον τερματισμό όλων των πολιτικών DEI στην ομοσπονδιακή κυβέρνηση και ειδικότερα την κατάργηση γραφείων και θέσεων για τα σχετικά προγράμματα, καθώς και την κατάργηση των κριτηρίων διαφορετικότητας για τους εργαζομένους.
Με το δεύτερο διάταγμα, ο αμερικανός πρόεδρος υποστήριξε ότι οι πολιτικές DEI υπονομεύουν τις παραδοσιακές αμερικανικές αξίες της σκληρής εργασίας και της ατομικής επιτυχίας και διακινδυνεύουν την ασφάλεια των πολιτών. Γι’ αυτό, με το δεύτερο διάταγμα διέταξε την ανάκληση μιας σειράς εκτελεστικών διαταγμάτων που ξεκινούν από το 1965 σχετικά με τις ίσες ευκαιρίες στην εργασία και καταλήγουν στο 2016 για τη συμπερίληψη στις υπηρεσίες Εθνικής Ασφάλειας.
Η βασική διαφορά του εν λόγω διατάγματος σε σχέση με το πρώτο είναι πως επεκτείνει την επιβολή της κατάργησης των πολιτικών DEI από την ομοσπονδιακή κυβέρνηση και στον ιδιωτικό τομέα. Ιδιαίτερη σημασία έχει το γεγονός ότι με το τελευταίο αυτό διάταγμα ο Trump διέταξε τη συμμόρφωση των ιδρυμάτων ανώτατης εκπαίδευσης που λαμβάνουν ομοσπονδιακή χρηματοδότηση προς την απόφαση του Ανώτατου δικαστηρίου των ΗΠΑ Students for Fair Admissions, inc. v. President and Fellows of Harvard College, με την οποία κρίθηκαν αντισυνταγματικά τα φυλετικά κριτήρια εισαγωγής στα πανεπιστήμια του Harvard και της Βόρειας Καρολίνας.
Γ. Trump v. Harvard
Αποτέλεσμα της υιοθέτησης των εν λόγω προεδρικών διαταγμάτων είναι η λήψη μέτρων για την άρση των πολιτικών DEI σε διάφορους τομείς, μεταξύ των οποίων και στην ανώτατη εκπαίδευση. Πολλά πανεπιστήμια έχουν προβεί στην κατάργηση των γραφείων ποικιλομορφίας, ισότητας και συμπερίληψης και στην άρση υποτροφιών αλλά και προγραμμάτων έρευνας για την υγεία των γυναικών.[9] Λίγους μήνες μετά την έκδοση των διαταγμάτων, ο Αμερικανός πρόεδρος στράφηκε εναντίον πολύ γνωστών και καταξιωμένων αμερικανικών πανεπιστημίων και κατά των πολιτικών διαφορετικότητας που αυτά ακολουθούν.[10]
Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του πανεπιστημίου Harvard, κατά του οποίου στράφηκε ο Trump καταδικάζοντας τις πολιτικές DEI που το Πανεπιστήμιο έχει υιοθετήσει, καθώς και την πολιτική εισαγωγής στο τελευταίο, που περιλαμβάνει φυλετικά και άλλα κριτήρια. Συγκεκριμένα, με την από 11.4.2025 επιστολή του Υπουργείου Παιδείας, η κυβέρνηση απείλησε το Harvard με πάγωμα ομοσπονδιακής χρηματοδότησης, αν το τελευταίο δεν προβεί στην άρση των πολιτικών DEI και των κριτηρίων διαφορετικότητας για την εισαγωγή σε αυτό.[11] Κατόπιν άρνησης συμμόρφωσης του Πανεπιστημίου, η κυβέρνηση προχώρησε σε πάγωμα χρηματοδότησης ύψους 2,2 δισ. δολαρίων και σε ανακοίνωση τερματισμού για το μέλλον οποιασδήποτε χρηματοδότησης του Πανεπιστημίου. Σε απάντηση, το Harvard προσέφυγε στις 21.4.2025 κατά της διακοπής της χρηματοδότησης.[12] Στη δικαστική αυτή αντιδικία αναδεικνύονται με ενάργεια τα ζητήματα ισότητας και ελευθερίας της έκφρασης που διακυβεύονται από την πολιτική της διοίκησης Trump ενάντια στις πολιτικές DEI στα πανεπιστήμια. Η μεν διοίκηση Trump υποστηρίζει ότι οι πολιτικές DEI παραβιάζουν την αρχή της ισότητας, το δε Harvard ότι η επιβολή της άρσης των προγραμμάτων αυτών από την διοίκηση Trump αντίκειται στην ελευθερία της έκφρασης στο πανεπιστήμιο και ειδικότερα στην ακαδημαϊκή ελευθερία.
Οι ανωτέρω προβληματικές εξετάζονται στα επόμενα υπό II. και III. κεφάλαια. Συγκεκριμένα, στην υπό II. ενότητα, διερευνάται η συμβατότητα των πρακτικών DEI με τη ρήτρα ίσης προστασίας της 14ης Τροπολογίας του αμερικανικού Συντάγματος υπό το φως βασικών θεωριών και πρόσφατης αμερικανικής νομολογίας για την ισότητα και τα θετικά μέτρα στην εκπαίδευση. Στο υπό III. κεφάλαιο εξετάζονται τα συνταγματικά ζητήματα που ανακύπτουν σε σχέση με την 1η Τροπολογία του αμερικανικού Συντάγματος – δηλαδή την ελευθερία της έκφρασης και την ακαδημαϊκή ελευθερία – από την επιβολή της κατάργησης πολιτικών DEI ιδίως στα πανεπιστήμια.
II. Η αρχή της ισότητας στο αμερικανικό Σύνταγμα
Με τα εκτελεστικά διατάγματα που εξέδωσε, η διοίκηση Trump στράφηκε κατά των πολιτικών DEI, υποστηρίζοντας ότι ευνοούν συγκεκριμένες κοινωνικές ομάδες εις βάρος άλλων κι άρα παραβιάζουν την αρχή της ισότητας. Για την αξιολόγηση αυτού του ισχυρισμού θα αναφερθούν ορισμένα σημαντικά στοιχεία για την αρχή της ισότητας του αμερικανικού Συντάγματος.
Η αρχή της ισότητας καθιερώθηκε στη 14η Τροπολογία του αμερικανικού Συντάγματος το 1868, για την ανατροπή του καθεστώτος φυλετικών διακρίσεων που επικρατούσε στις ΗΠΑ. Η ρήτρα ίσης προστασίας προβλέπει ότι «Καμία Πολιτεία δεν μπορεί να αρνηθεί σε οποιοδήποτε πρόσωπο, που υπάγεται στη δικαιοδοσία της, την ίση προστασία των νόμων». Ενώ στην αρχή είχε προταθεί η διατύπωση της ρήτρας με τη μορφή της απαγόρευσης των διακρίσεων, επικράτησε τελικά η έννοια της ίσης προστασίας. Η ρητή απόρριψη της διατύπωσης περί απαγόρευσης των διακρίσεων, σε συνδυασμό με το ιστορικό και πολιτικό πλαίσιο της εποχής, δηλαδή την προσπάθεια αποδόμησης της θεσμικά κατοχυρωμένης φυλετικής ανισότητας μετά τον Εμφύλιο Πόλεμο και την κατάργηση της δουλείας,[13] μπορεί να ερμηνευθεί ως ένδειξη πρόθεσης παροχής ερμηνευτικής ευελιξίας, ικανής να δικαιολογήσει, υπό προϋποθέσεις, θετικά μέτρα υπέρ των πρώην υποτελών ή περιθωριοποιημένων ομάδων.[14]
Α. Τυπική και ουσιαστική ισότητα[15]
Κατά τη θεωρία, η ισότητα διακρίνεται σε τυπική και ουσιαστική. Η τυπική ισότητα είναι ουδέτερη και δεν επιτρέπει καμίας μορφής διάκριση, είτε θετική είτε αρνητική. Αντιθέτως, η ουσιαστική ισότητα υπερβαίνει την απλή νομική ισοτιμία και επιδιώκει την πραγματική άρση των κοινωνικών και οικονομικών ανισοτήτων. Περιλαμβάνει δύο επιμέρους διαστάσεις: την ισότητα ευκαιριών και την ισότητα αποτελέσματος. Η ισότητα ευκαιριών εξασφαλίζει τη διεκδίκηση από όλους επί ίσοις όροις των κοινωνικών, οικονομικών και πολιτικών αγαθών -πρόκειται για ισότητα στην αφετηρία. Ενδεικτικό παράδειγμα ισότητας ευκαιριών συνιστά η οικονομική ενίσχυση μαθητών χαμηλού εισοδήματος για τα δίδακτρα φοίτησης σε ανώτατα πανεπιστημιακά ιδρύματα. Από την άλλη, η ισότητα αποτελέσματος, άλλως ισότητα στον τερματισμό, αφορά τη δίκαιη κατανομή των ωφελημάτων της έννομης τάξης, ανεξαρτήτως της αρχικής θέσης του κάθε προσώπου. Χαρακτηριστικό παράδειγμα μέτρου που επιδιώκει την ισότητα στο αποτέλεσμα είναι η εισαγωγή στα πανεπιστήμια με το σύστημα των φυλετικών ποσοστώσεων, στο πλαίσιο του οποίου, δεκτό στο πανεπιστήμιο γίνεται κάθε φορά συγκεκριμένο, προκαθορισμένο ποσοστό υποψηφίων από κάθε φυλή, ανεξάρτητα από τα ατομικά χαρακτηριστικά των τελευταίων.
Εν προκειμένω, τα υπ’ αρ. 14151/20.1.2025 και 14173/21.01.2025 προεδρικά διατάγματα της διοίκησης Trump για την κατάργηση των πολιτικών DEI και DEIA υιοθετούν μια τυπική αντίληψη της ισότητας. Συγκεκριμένα, προβλέπουν ότι πρακτικές πολυμορφίας, ισότητας και συμπερίληψης παραβιάζουν την αρχή της ισότητας και εισάγουν διακρίσεις με βάση τη φυλή, το φύλο και εν γένει εγγενή χαρακτηριστικά του ατόμου. Δεν συνυπολογίζεται, ως εκ τούτου, η ενδεχόμενη προϋφιστάμενη κοινωνική ή οικονομική ανισότητα που οδήγησε στην υιοθέτηση πολιτικών DEI. Με την απαγόρευση τους, η αμερικανική κυβέρνηση απαιτεί την απαρέγκλιτη εφαρμογή της τυπικής ισότητας, αδιαφορώντας για την κοινωνική πραγματικότητα.
B. Θετικά μέτρα στην ανώτατη εκπαίδευση ειδικότερα
Ένα εργαλείο για την επίτευξη της ουσιαστικής ισότητας είναι τα θετικά μέτρα. Πρόκειται για θεσμικά μέτρα ενίσχυσης ορισμένων κοινωνικών ομάδων με κοινά εγγενή χαρακτηριστικά (π.χ. φυλή), οι οποίες εξαιτίας των χαρακτηριστικών τους αυτών, διαθέτουν περιορισμένη ή και καμία δυνατότητα για ίση συμμετοχή στους τομείς της κοινωνικής, πολιτικής και οικονομικής ζωής σε σχέση με τις άλλες κοινωνικές ομάδες.[16] Σκοπός των θετικών μέτρων είναι να άρουν τα εμπόδια που τίθενται στις ομάδες αυτές, ώστε τα μέλη τους να αποκτήσουν ίσες ευκαιρίες συμμετοχής. Συνεπώς, δογματικά, τα θετικά μέτρα δύνανται να ενεργοποιηθούν, όπου εντοπίζονται κοινωνικές ανισότητες.
Στη βάση της ανωτέρω ανάλυσης καθίσταται σαφές ότι ανάλογα με το πώς αντιλαμβάνεται κάθε έννομη τάξη την ισότητα, υπό την ουσιαστική ή την τυπική της μορφή, τα θετικά μέτρα καταρχήν επιτρέπονται ή απαγορεύονται αντίστοιχα.[17] Σε κάθε περίπτωση, ανεξαρτήτως της αντιμετώπισης των θετικών μέτρων ως στοιχείων ή εξαιρέσεων από την αρχή της ισότητας, τα τελευταία, λόγω της άμεσης σύνδεσης τους με την κοινωνική πραγματικότητα, οι συσχετισμοί της οποίας μεταβάλλονται γρήγορα, αλλά και λόγω του κοινωνικού εκάστοτε (αποκαταστικού) σκοπού που επιδιώκουν, δεν μπορούν παρά να συνιστούν προσωρινά μέτρα εν ισχύ έως ότου εγκαθιδρυθεί η ισότητα στην πράξη.
Στη έννομη τάξη των ΗΠΑ, τα θετικά μέτρα κρίνονται καταρχήν συνταγματικά από το Ανώτατο Δικαστήριο,[18] με εξαίρεση τις ποσοστώσεις που αποτελούν εκδήλωση της ισότητας αποτελέσματος, τις οποίες το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με επιφυλακτικότητα σε όλους τους τομείς και ειδικά στην εκπαίδευση τις έχει κρίνει αντισυνταγματικές.[19][20]
Από τα πρώτα ζητήματα που απασχόλησαν το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ κατά την εξέταση της συνταγματικότητας των θετικών μέτρων, ήταν ο βαθμός έντασης του συνταγματικού ελέγχου, στον οποίο αυτά έπρεπε να υπαχθούν. Πηγή του προβληματισμού αυτού αποτέλεσε η προηγούμενη καθιέρωση δύο ειδών δικαστικού ελέγχου ανάλογα με το είδος της εκάστοτε διάκρισης: ο αυστηρός και ο ενδιάμεσος έλεγχος. Αναλυτικότερα, αν πρόκειται για διάκριση στη βάση της φυλής, εφαρμόζεται ο αυστηρός έλεγχος συνταγματικότητας (“strict scrutiny”),[21] ο οποίος απαιτεί το μέτρο που εισάγει διάκριση υπέρ κάποιας φυλής να εξυπηρετεί ένα επιτακτικό δημόσιο συμφέρον και να είναι απολύτως αναγκαίο για την εκπλήρωση του σκοπού, δηλαδή να μην υπάρχουν ηπιότεροι τρόποι επίτευξης του σκοπού. Δικαιολογητικός λόγος εφαρμογής του αυστηρού ελέγχου στα θετικά μέτρα με βάση τη φυλή είναι ότι η τελευταία αντιμετωπίζεται ως ύποπτη διάκριση[22] λόγω των προϋφιστάμενων σοβαρών και μακρόχρονων φυλετικών διακρίσεων εις βάρος της μαύρης φυλής και άλλων φυλετικών μειονοτήτων. Στο πλαίσιο της ανώτατης εκπαίδευσης, ως επιτακτικό δημόσιο συμφέρον που δικαιολογεί θετικά μέτρα υπέρ μειονοτήτων, θεωρούνταν παγίως τα οφέλη από την ποικιλομορφία (diversity) στο χώρο του πανεπιστημίου.[23]
Η πρακτική του αυστηρού συνταγματικού ελέγχου των θετικών μέτρων με κριτήριο τη φυλή έχει οδηγήσει το Δικαστήριο κατά καιρούς, στην απόρριψη θετικών μέτρων υπέρ φυλετικών μειονοτήτων ως αντισυνταγματικών. Η υιοθέτηση του αυστηρού συνταγματικού ελέγχου από το Ανώτατο Δικαστήριο, στηρίζεται, κατά υποστηριχθείσα στην αμερικανική συνταγματική θεωρία γνώμη, σε εσφαλμένες προϋποθέσεις, διότι τα θετικά μέτρα υπέρ των μειονοτήτων δεν ενέχουν ιστορικά και κοινωνικά τον ίδιο κίνδυνο παραβίασης της αρχής της ισότητας, σε σχέση με τυχόν θετικές διακρίσεις υπέρ της λευκής φυλής. Ναι μεν τα θετικά μέτρα υπέρ φυλετικών μειονοτήτων εισάγουν θετική διάκριση με βάση τη φυλή, αλλά η τελευταία δεν έχει το στοιχείο της προκατάληψης, δεν είναι δηλαδή εξ ορισμού ύποπτη όπως τυχόν θα ήταν θετικές διακρίσεις υπέρ της λευκής φυλής στην αμερικανική κοινωνία. Άλλωστε, τα κριτήρια για τη διαπίστωση ύποπτης διάκρισης σε βάρος μιας φυλής είναι η μακρά ιστορία διακρίσεων κατά της τελευταίας, το δεδομένο ότι η φυλή είναι αμετάβλητο χαρακτηριστικό και ότι η πλειοψηφία εξακολουθεί να κάνει διακρίσεις εις βάρος της συγκεκριμένης φυλετικής ομάδας. Όμως, σε περίπτωση θετικών μέτρων υπέρ φυλετικών μειονοτήτων, δεν πληρούνται τα ανωτέρω κριτήρια, καθώς δεν υφίσταται ύποπτη διάκριση κατά της φυλετικής πλειοψηφίας των λευκών, και επομένως δεν υπάρχει συνταγματικός λόγος ενεργοποίησης του αυστηρού ελέγχου των μέτρων αυτών.[24] Άλλωστε, οι φυλετικές μειονότητες της Αμερικής, ιστορικά, είναι αυτές που έχουν υποστεί ύποπτες διακρίσεις και ως εκ τούτου τυχόν θετικά μέτρα που θεσπίζονται υπέρ των ομάδων αυτών προωθούν την ουσιαστική ισότητα σύμφωνα με την 14η τροπολογία του αμερικανικού Συντάγματος.[25] Συμπερασματικά, τα θετικά μέτρα υπέρ μειονοτήτων, στοχεύοντας στην άρση των φυλετικών ανισοτήτων και όχι το αντίστροφο, θα έπρεπε να υποβάλλονται σε ηπιότερο του αυστηρού συνταγματικό έλεγχο και να γίνονται κατά κανόνα δεκτά από το δικαστήριο. Περαιτέρω, θετικά μέτρα που στηρίζονται σε άλλες βάσεις, όπως το φύλο, υπόκεινται σε χαμηλότερης έντασης έλεγχο, είτε στον ενδιάμεσο έλεγχο (“intermediate review”)[26] ή στον ορθολογικό έλεγχο (“rational basis review”)[27] και γίνονται κατά βάση δεκτά από το Δικαστήριο.
Όπως επισημάνθηκε, οι πολιτικές DEI δεν αποτελούν ενιαίο ρυθμιστικό φαινόμενο ούτε ταυτίζονται πάντα με τα θετικά μέτρα (“affirmative action”). Για παράδειγμα, το πανεπιστήμιο Harvard χρησιμοποιούσε μέχρι προσφάτως στο σύστημα εισαγωγής του θετικά μέτρα υπέρ φυλετικών μειονοτήτων, καθ’ ο μέρος συνεκτιμούσε, μεταξύ άλλων παραγόντων, τη φυλή των υποψηφίων ως κριτήριο εισαγωγής. Το Πανεπιστήμιο, από την άλλη, έχει δεσμευτεί να ακολουθεί πολιτικές ποικιλομορφίας και συμπερίληψης, και έχει στο πλαίσιο αυτό ενσωματώσει σε οδηγούς μαθημάτων του (syllabus) δηλώσεις δέσμευσης υπέρ της διαφορετικότητας και της συμπερίληψης.[28] Στο βαθμό που μια πολιτική DEI εισάγει ένα αξιακό προσανατολισμό ή μία οργανωτική πολιτική συμπερίληψης, συνιστά μεν εκπλήρωση ουσιαστικής ισότητας, όχι όμως και θετικό μετρο. Γίνεται, επομένως, ήδη προκαταρκτικά φανερό ότι οι πολιτικές DEI, που δεν αποτελούν θετικά μέτρα, δεν προβάλλουν κάποιο ζήτημα ασυμβατότητας με τη συνταγματική ρήτρα ίσης προστασίας, αφού δεν οδηγούν σε διαφορετική μεταχείριση ατόμων με βάση τη φυλή, πολλώ δε μάλλον υλοποιούν στο μέγιστο την ίση προστασία, αφού θέτουν ως αξιακή βάση τους τον σεβασμό στη διαφορετικότητα.[29]
Στο βαθμό ωστόσο που οι πολιτικές DEI υλοποιούνται με θετικά μέτρα υπέρ φυλετικών μειονοτήτων στην ανώτερη εκπαίδευση, οι τελευταίες ελέγχονται για τη συμβατότητα τους με τη ρήτρα ίσης προστασίας και μέχρι πρόσφατα[30] περνούσαν το κατώφλι του αυστηρού συνταγματικού ελέγχου, εφόσον το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ δεν διαπίστωνε να έχουν γίνει φυλετικές κατηγοριοποιήσεις μέσω του συστήματος των ποσοστώσεων.
Αναλυτικότερα, στην απόφαση-σταθμό Regents of the University of California v. Bakke (1978), το Δικαστήριο έκρινε ότι η προώθηση φυλετικής ποικιλομορφίας στην εκπαίδευση είναι θεμιτός σκοπός και μπορεί να δικαιολογήσει θετικά μέτρα, με εξαίρεση τις ποσοστώσεις.[31] Η απόφαση αυτή αποτέλεσε πάγια νομολογία του Δικαστηρίου,[32] η οποία ανατράπηκε με την πρόσφατη απόφαση του 2023 στην υπόθεση Students for Fair Admissions. Με την απόφαση αυτή κρίθηκαν αντισυνταγματικά τα συστήματα εισαγωγής στα εν λόγω πανεπιστήμια που θεσπίζουν ως κριτήριο εισαγωγής μεταξύ άλλων και τη φυλή των αιτούντων. Το δικαστήριο έκρινε ότι η ρήτρα ίσης προστασίας με βάση το νομολογιακό προηγούμενο είναι ουδέτερη και δεν επιτρέπει καμία διάκριση- ούτε θετική. Και τούτο διότι τα θετικά μέτρα υπέρ μειονοτήτων βλάπτουν εκ του αποτελέσματος τις μη μειονοτικές ομάδες, διαιωνίζουν στερεότυπα και δεν έχουν συγκεκριμένο χρονικό σημείο λήξης. Στην κρίση της πλειοψηφίας αντιτάχθηκε η δικαστής Sotomayor, η οποία ανέδειξε με ενάργεια ότι η γραμματική, ιστορική και τελολογική ερμηνεία της ρήτρας ίσης προστασίας καθώς και το νομολογιακό προηγούμενο επιτάσσουν την ανοχή θετικών μέτρων υπέρ μειονοτήτων για την επίτευξη της ουσιαστικής ισότητας. Η αντίληψη ότι η φυλετική ανισότητα είναι πρόβλημα προηγούμενης γενιάς, κατά τη γνώμη της μειοψηφίας, είναι “ψευδαίσθηση” και επομένως η λήψη θετικών μέτρων για την αντιμετώπιση των ανισοτήτων είναι απαραίτητη.
Γ. Η (κατά)χρηση της απόφασης Students for Fair Admissions v. Harvard στα εκτελεστικά διατάγματα
Η απόφαση Students for Fair Admissions, Inc. v. President and Fellows of Harvard College, et al. (2023) χρησιμοποιήθηκε από τον πρόεδρο Trump ως βάση για την κατάργηση των πολιτικών DEI γενικά.[33] Παρότι με την απόφαση αυτή υιοθετήθηκε μία τυπική αντίληψη για την ισότητα, η απόφαση αφορούσε μόνο στο ειδικό ζήτημα των πολιτικών εισαγωγής στα συγκεκριμένα πανεπιστήμια[34] και μόνο σε σχέση με τη χρήση του κριτηρίου της φυλής.[35] Ωστόσο, όπως αναφέρθηκε στο υπό I. A. κεφάλαιο του παρόντος άρθρου, οι πολιτικές DEI έχουν πολύ ευρύτερο περιεχόμενο, καθώς, πρώτον, αφορούν στη διαφορετικότητα σε ποικίλους τομείς της ζωής, δηλαδή όχι μόνο στα πανεπιστήμια και δη στα προγράμματα εισαγωγής τους. Δεύτερον, αφορούν στο σύνολο των εκφάνσεων της αρχής της ισότητας και δεν συνιστούν μόνο θετικά μέτρα, όπως είναι τα φυλετικά κριτήρια εισαγωγής στα πανεπιστήμια (βλ. και II. B. κεφάλαιο). Τρίτον, αφορούν σε περισσότερα κριτήρια διάκρισης, όπως, το φύλο, τον σεξουαλικό προσανατολισμό, την αναπηρία, τη θρησκεία, και δεν περιορίζονται στη φυλή, η οποία και μόνο αποτέλεσε αντικείμενο εξέτασης από το Δικαστήριο στη συγκεκριμένη υπόθεση.
Συγκεκριμένα, αν και με την απόφαση Students for Fair Admissions, Inc. v. President and Fellows of Harvard College, et al., έγινε δεκτό ότι τα οφέλη από την φυλετική ποικιλομορφία εντός του πανεπιστημίου δεν συνιστούν επιτακτικό δημόσιο συμφέρον, δεν κρίθηκαν, ωστόσο, καθαυτή η φυλετική ποικιλομορφία και τα οφέλη από αυτή ως αντισυνταγματικά[36] και δεν απαγορεύθηκε η επιδίωξη της φυλετικής ποικιλομορφίας με άλλους τρόπους, παρά μόνο με τα θετικά μέτρα. Μάλιστα, η προώθηση εν γένει της ποικιλομορφίας στο πανεπιστήμιο, εφόσον δεν βασίζεται σε φυλετικές κατηγοριοποιήσεις, κρίθηκε ως αξιέπαινη. Αναλυτικά, διατυπώθηκε η άποψη από πέντε δικαστές ότι τα πανεπιστήμια μπορούν να επιδιώκουν την (φυλετική) ποικιλομορφία με τα συστήματα εισαγωγής τους στη βάση ανεξάρτητων της φυλής κριτηρίων, όπως κοινωνικοοικονομικά και γεωγραφικά κριτήρια εισαγωγής, τα οποία είναι συνταγματικά ανεκτά.[37] Ως εκ τούτου, γενικά οι φυλετικά ουδέτερες πολιτικές συμπερίληψης και συγκεκριμένα οι φυλετικά ουδέτερες πολιτικές εισαγωγής δεν κρίθηκε ότι παραβιάζουν τη ρήτρα ίσης προστασίας. Στο πλαίσιο αυτό, η διοίκηση Trump με την – κατ’ εφαρμογή του υπ’ αρ. 14173/21.01.2025 προεδρικού διατάγματος- επιστολής “Dear Colleague” που απηύθυνε προς τα πανεπιστήμια που λαμβάνουν κρατική χρηματοδότηση[38] φαίνεται να απαιτεί καταχρηστικά την κατάργηση φυλετικά ουδέτερων πολιτικών συμπερίληψης.
Περαιτέρω, σε άλλους τομείς εκτός της ανώτατης εκπαίδευσης, όπως στις στρατιωτικές ακαδημίες, η απόφαση διασαφηνίζει ότι τα οφέλη από τον φυλετικό πλουραλισμό αποτελούν επιτακτικό δημόσιο συμφέρον,[39] κηρύσσοντας ως συνταγματικές τις πολιτικές εισαγωγής με βάση τη φυλή. Από το παράδειγμα αυτό που αφορά στο ίδιο είδος διάκρισης και στον ίδιο τομέα ζωής με τη σχολιαζόμενη απόφαση (φυλετικές διακρίσεις στο χώρο της εκπαίδευσης) γίνεται αντιληπτό το περιορισμένο εύρος της απόφασης κατά την κήρυξη της αντισυνταγματικότητας των φυλετικών διακρίσεων στην ανώτατη εκπαίδευση. Πολλώ δε μάλλον, η επίκληση της απόφασης από τηδιοίκηση Trump για τον αποκλεισμό πολιτικών διαφορετικότητας και σε άλλους τομείς της ζωής, πέραν της εκπαίδευσης, καθώς και ως προς άλλα κριτήρια διάκρισης, είναι ανεδαφική και καταχρηστική.
Επιπροσθέτως, η απόφαση Students for Fair Admissions, την οποία επικαλείται ο Trump ως βάση για την κατάργηση όλων των πολιτικών διαφορετικότητας, ισότητας και συμπερίληψης, θέτει σαφή όρια στην αρχή της τυπικής φυλετικής ισότητας, άλλως φυλετικής ουδετερότητας (“colorblindness”), την οποία προκρίνει ως συνταγματική. Συγκεκριμένα, η απόφαση αναγνωρίζει ότι η συνεκτίμηση της φυλής για την εισαγωγή στα πανεπιστήμια μπορεί να είναι επιτρεπτή, όταν συμβάλλει ουσιωδώς στην αξιολόγηση της ατομικής αξίας και των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών ενός υποψηφίου.[40] Απευθύνοντας όμως, η διοίκηση Trump προεδρικό διάταγμα και επιστολή στα πανεπιστήμια για την καθολική απαγόρευση όλων των προγραμμάτων που ενέχουν άμεση ή «υποκρυπτόμενη» διάκριση στη βάση της φυλής, έρχεται σε αντίθεση με τα κρινόμενα στην επικαλούμενη απόφαση, που θέτει όρια στην φυλετική ουδετερότητα.
Στη βάση των ανωτέρω, συνάγεται το συμπέρασμα ότι η χρήση της πρόσφατης απόφασης του Ανώτατου Δικαστηρίου από τον Trump για την εν συνόλω επιβολή της κατάργησης πολιτικών DEI, είναι νομικά έωλη και καταχρηστική.
Συνολικά, στο πρώτο ερώτημα που τέθηκε στην ύπο I.Γ. ενότητα, αν οι πολιτικές DEI είναι ασύμβατες με τη ρήτρα ίσης προστασίας και αν κατά τούτο η πολιτική κατάργησής τους από τη διοίκηση Trump έχει συνταγματικό έρεισμα, δίνεται, με τη βοήθεια της πρόσφατης απόφασης Students for Fair Admissions, Inc. v. President and Fellows of Harvard College, et al. (2023), η απάντηση ότι οι πολιτικές DEI, σε κάθε περίπτωση, εφόσον δεν αποτελούν θετικά μέτρα, δεν εγείρουν ουδόλως ζήτημα διαφορετικής μεταχείρισης σε βάρος κάποιας ομάδας, αντιθέτως, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι εκπληρώνουν την ουσιαστική ισότητα και είναι συνταγματικά επιτρεπτές. Όταν οι πολιτικές DEI αποκτούν τη μορφή θετικών μέτρων, τότε μόνο εγείρεται ζήτημα αντισυνταγματικότητάς τους, εφόσον εισάγουν θετικά μέτρα υπέρ ορισμένων φυλών για την εισαγωγή στην ανώτερη εκπαίδευση. Ως προς τα θετικά μέτρα στη βάση άλλων κριτηρίων όπως το φύλο και σε άλλους τομείς της ζωής, όπως η εργασία, αυτά γίνονται διαχρονικά δεκτά από το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ ως συνταγματικά επιτρεπτές διακρίσεις. Καταληκτικά, οι πολιτικές DEI, με εξαίρεση τα θετικά μέτρα υπέρ συγκεκριμένων φυλών για την εισαγωγή στα πανεπιστήμια, διασφαλίζουν την ενίσχυση των μειονοτήτων και την εγκατάλειψη στερεοτύπων και ανισοτήτων στην εκπαίδευση και αποτελούν μέσα για την εκπλήρωση της ουσιαστικής ισότητας σύμφωνα με το γράμμα και το πνεύμα της 14ης τροπολογίας του αμερικανικού Συντάγματος.
III. Η ελευθερία της έκφρασης στο αμερικανικό Σύνταγμα
Το παρόν κεφάλαιο αφορά στην ελευθερία της έκφρασης στην αμερικανική έννομη τάξη και, ιδίως, στην αρχή της ακαδημαϊκής ελευθερίας των πανεπιστημίων, ως ειδικότερη έκφανσή της. Η προβληματική αυτή θα αναδειχθεί μέσα από τις πρόσφατες εξελίξεις και, ιδίως, την επίθεση της διοίκησης Trump στα πανεπιστήμια που εφαρμόζουν -ή τουλάχιστον εφάρμοζαν μέχρι πρόσφατα- πολιτικές διαφορετικότητας, ισότητας, συμπερίληψης και προσβασιμότητας (DEI / DEIA policies). Το ερώτημα που εγείρεται εν προκειμένω είναι κατά πόσο η προτροπή κατάργησης των πολιτικών DEI και DEIA στα πανεπιστήμια, επί ποινή άρσης της κρατικής τους χρηματοδότησης, θίγει την ακαδημαϊκή ελευθερία των πανεπιστημίων και παραβιάζει, κατ’ επέκταση, την ελευθερία της έκφρασής τους.
Α. Η ακαδημαϊκή ελευθερία ως ειδικότερη έκφανση της ελευθερίας της έκφρασης
Η ελευθερία της έκφρασης κατοχυρώθηκε για πρώτη φορά στο αμερικανικό Σύνταγμα το 1791, με την 1η τροπολογία του στην οποία ορίζεται -μεταξύ άλλων- ότι «το Κογκρέσο απαγορεύεται να θεσπίζει νόμους που παραβιάζουν την ελευθερία της έκφρασης και του Τύπου».[41] Αποτελεί βασική συνταγματική αρχή και είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τη δημοκρατία και τον πολιτικό διάλογο. Η προστασία της είναι αυξημένη και τυχόν παραβίασή της ενεργοποιεί τον αυστηρό δικαστικό έλεγχο (“strict scrutiny”), με αποτέλεσμα περιορισμοί να δικαιολογούνται μόνο σε σπάνιες περιπτώσεις, στενά περιορισμένες και για λόγους επιτακτικού δημοσίου συμφέροντος.[42]
Η ακαδημαϊκή ελευθερία στο αμερικανικό Σύνταγμα, σε αντίθεση με ό,τι ισχύει στο ελληνικό Σύνταγμα,[43] δεν κατοχυρώνεται ρητά. Η συνταγματική της κατοχύρωση αποτελεί νομολογιακό κεκτημένο, καθώς γίνεται δεκτό ότι βρίσκει συνταγματικό έρεισμα στην 1η τροπολογία του αμερικανικού Συντάγματος, ως ειδικότερη μορφή της ελευθερίας της έκφρασης.[44] Περιλαμβάνει, αφενός, το δικαίωμα των καθηγητών και φοιτητών να εκφράζονται και να συζητούν ιδέες ελεύθερα, χωρίς τον φόβο κρατικής παρέμβασης και, αφετέρου, το αυτοδιοίκητο των πανεπιστημίων, την ελευθερία δηλαδή να λαμβάνουν αυτόνομα αποφάσεις και να καθορίζουν τα δικά τους προγράμματα χωρίς να τους επιβάλλεται καμία κρατική ιδεολογία.
Η συνταγματική προστασία της ακαδημαϊκής ελευθερίας αναγνωρίστηκε για πρώτη φορά ως πτυχή της ελευθερίας της έκφρασης στην απόφαση Sweezy v. New Hampshire του Ανώτατου Δικαστηρίου των ΗΠΑ, το 1957.[45] O καθηγητής Paul Sweezy στην υπόθεση αυτή, στο πλαίσιο διεξαγωγής έρευνας για την εύρεση «υπονομευτικών προσώπων» (subversive persons),[46] είχε αρνηθεί να αποκαλύψει το περιεχόμενο των διαλέξεών του στο κρατικό πανεπιστήμιο του New Hampshire -αν αυτό δηλαδή περιείχε σοσιαλιστικές ιδέες. Το Δικαστήριο έκρινε ότι η έρευνα, η οποία μάλιστα διεξήχθη κατά παράβαση της δέουσας διοικητικής διαδικασίας (Due Process Clause), οδήγησε σε παραβίαση της ακαδημαϊκής ελευθερίας του καθηγητή Sweezy. Κατά τη γνώμη δε της πλειοψηφίας, η δημοκρατία -«ο πολιτισμός μας» όπως την αποκάλεσε- κινδυνεύει με κατάρρευση αν δεν επιτρέπεται στους καθηγητές και τους φοιτητές να συζητούν ακόμη και τις πολιτικές τους ιδέες στις αίθουσες των πανεπιστημίων.[47] Στην απόφαση αυτή, διατυπώθηκαν για πρώτη φορά οι τέσσερις βασικές ελευθερίες του πανεπιστημίου, οι οποίες συνίστανται στο δικαίωμα που έχει το πανεπιστήμιο να λειτουργεί αυτόνομα, να επιλέγει ελεύθερα το εκπαιδευτικό του προσωπικό, το πρόγραμμα σπουδών και τις πολιτικές εισαγωγής των φοιτητών σε αυτό.[48]
Δέκα χρόνια μετά, το 1967, στην απόφαση Keyishian v. Board of Regents,[49] το Δικαστήριο ακύρωσε νόμο που εισήγαγε τεκμήριο αποκλεισμού από την απασχόληση στο δημόσιο καθηγητών μόνο και μόνο επειδή ήταν μέλη του κομμουνιστικού κόμματος, ως υπερβολικά ευρύ και ως εκ τούτου αντισυνταγματικό. Το Δικαστήριο έκρινε ότι οι πανεπιστημιακές αίθουσες αποτελούν “αγορά ιδεών” (marketplace of ideas),[50] γεγονός που απαγορεύει την επιβολή οποιασδήποτε ιδεολογίας στους καθηγητές. Στην απόφαση αυτή, το Δικαστήριο ρητά διατύπωσε ότι η ακαδημαϊκή ελευθερία αποτελεί «ιδιαίτερη μέριμνα της Πρώτης Τροποποίησης, η οποία δεν ανέχεται νόμους που ρίχνουν ένα πέπλο ορθοδοξίας πάνω από την τάξη».[51]
Απο την παραπάνω νομολογία συνάγεται ότι η αρχή της ακαδημαϊκής ελευθερίας έχει δύο προεκτάσεις. Αφενός διασφαλίζει το δικαίωμα των καθηγητών και φοιτητών να ερευνούν, να μαθαίνουν και να ανταλλάσσουν απόψεις ελεύθερα και, αφετέρου, διασφαλίζει τη λειτουργική αυτονομία των πανεπιστημίων. Από τη στιγμή δηλαδή της ίδρυσης ενός πανεπιστημίου, αυτό απομονώνεται από πολιτικούς και οικονομικούς παράγοντες, οι οποίοι δεν επιτρέπεται να παρεμβαίνουν στον τρόπο λειτουργίας του, είτε καθορίζοντας το πρόγραμμα σπουδών είτε τον τρόπο επιλογής των φοιτητών. Αντίστοιχα, η ακαδημαϊκή ελευθερία διασφαλίζει την αυτονομία των καθηγητών έναντι των διοικητικών παραγόντων του πανεπιστημίου, υπό την έννοια ότι οι τελευταίοι δεν μπορούν να παρεμβαίνουν στον τρόπο διδασκαλίας των πρώτων.[52]
Β. Κρατική χρηματοδότηση: περιορισμός της ακαδημαϊκής ελευθερίας;
Την επαύριο των εκτελεστικών διαταγμάτων για τον τερματισμό των πολιτικών DEI σε όλους τους τομείς της ομοσπονδιακής κυβέρνησης και τον τερματισμό των παράνομων διακρίσεων με σκοπό την αποκατάσταση της αξιοκρατικής ισότητας ευκαιριών,[53] ακολούθησε η γενική επιστολή που απέστειλε το Υπουργείο Παιδείας των ΗΠΑ προς τα πανεπιστήμια που λαμβάνουν κρατική χρηματοδότηση -μεταξύ των οποίων και το Harvard- καλώντας τα να άρουν τις πολιτικές DEI που εφαρμόζουν, επί ποινή άρσης της κρατικής τους χρηματοδότησης. Συγκεκριμένα, με την επιστολή αυτή το διατακτικό της απόφασης Students for Fair Admissions v. Harvard, η οποία κατά τα αναφερθέντα παραπάνω απευθύνεται αποκλειστικά σε πολιτικές εισαγωγής, ρητά επεκτείνεται σε όλο το φάσμα λειτουργίας του πανεπιστημίου σχετικά με προσλήψεις, προαγωγές, αμοιβές, οικονομική στήριξη, υποτροφίες και, εν γένει σε κάθε πτυχή της φοιτητικής, ακαδημαϊκής και πανεπιστημιακής ζωής.[54] Λόγω του ότι τα διατάγματα αυτά και οι μετέπειτα επιστολές προς τα πανεπιστήμια επιβάλλουν στην ουσία όρους στον τρόπο λειτουργίας των πανεπιστημίων, εγείρονται ζητήματα περιορισμού της αρχής της ακαδημαϊκής ελευθερίας των πανεπιστημίων και αυθαίρετης επιβολής του κρατικού λόγου.
Στην απόφαση Hague v. CIO,[55] το 1939, το ζήτημα περιορισμού της ελευθερίας της έκφρασης σε ορισμένους χώρους από την κρατική εξουσία, αντιμετωπίστηκε κυρίως με όρους ιδιοκτησίας.[56] Έτσι, το δικαστήριο αναγνώρισε ότι σε δημόσιους χώρους που παραδοσιακά λειτουργούν ως δημόσια fora, όπως τα πάρκα και οι δρόμοι, ο περιορισμός της ελευθερίας της έκφρασης είναι ανεπίτρεπτος. Πλην των παραδοσιακών δημοσίων χώρων, ως δημόσια fora λειτουργούν και τα πανεπιστήμια, καθώς από τη φύση και τον σκοπό τους περιλαμβάνουν εκφραστικές δραστηριότητες. Όταν εγείρεται δε ζήτημα περιορισμού της ελευθερίας της έκφρασης σε ορισμένους χώρους από την κρατική εξουσία, το Δικαστήριο οφείλει να εξετάσει σε ποια κατηγορία ανήκουν. Αν οι χώροι αποτελούν δημόσια fora τότε οι περιορισμοί θα πρέπει να περάσουν το κατώφλι του αυστηρού δικαστικού ελέγχου (“strict scrutiny”), να υπηρετούν δηλαδή ένα επιτακτικό δημόσιο συμφέρον και να πληρούν την αρχή της αναλογικότητας. Αντίθετα, αν οι χώροι δεν αναγνωρίζονται ως δημόσια fora τότε οι περιορισμοί αρκεί να στηρίζονται σε μία εύλογη αιτιολογία (“rational basis review”).[57]
Σχετικά με την κρατική χρηματοδότηση και την ελευθερία της έκφρασης που κατοχυρώνεται στην 1η τροπολογία του αμερικανικού Συντάγματος, έχουν υιοθετηθεί δύο αρχές από τη νομολογία του Ανώτατου Δικαστηρίου των ΗΠΑ.[58] Από τη μία πλευρά, στο πλαίσιο της ευρείας εξουσίας της κυβέρνησης να δαπανά πόρους για τη γενική κοινωνική ευημερία και να φορολογεί ευνοϊκότερα, μπορεί να επιβάλλει περιορισμούς στον τρόπο αξιοποίησης της κρατικής χρηματοδότησης προκειμένου να διασφαλίσει ότι αυτή θα χρησιμοποιηθεί είτε προς επίτευξη ενός συγκεκριμένου σκοπού είτε ως μέσο έκφρασης του κυβερνητικού λόγου.[59] Από την άλλη πλευρά, η 1η τροπολογία του αμερικανικού Συντάγματος, απαγορεύει στην κρατική εξουσία να θέτει περιορισμούς που κείνται εκτός του σκοπού της χρηματοδότησης ή να διακρίνει βάσει ιδεολογίας για την παροχή της χρηματοδότησης ή, μέσω αυτής, να εξαναγκάσει τον ιδιωτικό λόγο, για τον λόγο ακριβώς ότι κάτι τέτοιο θα παραβίαζε την ελευθερία της έκφρασης του χρηματοδοτούμενου φορέα.[60]
Σε κάθε περίπτωση, θα πρέπει να εξεταστεί, με βάση τις παραπάνω αρχές, αν οι περιορισμοί που επιβάλλονται από την κρατική εξουσία επηρεάζουν μόνο το χρηματοδοτούμενο πρόγραμμα ή εκτείνονται, ευρύτερα, στον τρόπο λειτουργίας του χρηματοδοτούμενου φορέα, με αποτέλεσμα να παραβιάζουν την ελευθερία της έκφρασής του. Στην υπό κρίση δε περίπτωση, της παραβίασης της ακαδημαϊκής ελευθερίας των πανεπιστημίων, ο όρος που τίθεται στα πανεπιστήμια -η επιβολή, δηλαδή, της άρσης των πολιτικών DEI σε όλο το φάσμα της φοιτητικής, ακαδημαϊκής και πανεπιστημιακής ζωής- εκτείνεται ευρύτερα του αντικειμένου της κρατικής χρηματοδότησης, που δεν είναι άλλο παρά η προαγωγή της έρευνας και της διδασκαλίας, και στοχεύει στον περιορισμό της ακαδημαϊκής ελευθερίας, έκφανση της οποίας αποτελεί η λειτουργική του αυτονομία.
Όπως αναφέρθηκε και παραπάνω, τα δημόσια fora, όπως έχουν χαρακτηριστεί τα campus των πανεπιστημίων, εξαιρούνται από τη δυνατότητα της κρατικής εξουσίας να ελέγχει το περιεχόμενό τους, πόσο μάλλον επ’ ευκαιρία κρατικής χρηματοδότησης -ή τουλάχιστον ο περιορισμός αυτός θα πρέπει να διαπεράσει το κατώφλι του αυστηρού δικαστικού ελέγχου (strict scrutiny). Και αυτό γιατί τα πανεπιστήμια -και εν γένει τα δημόσια fora- αναγνωρίζονται ως ζώνες στις οποίες είναι ιδιαίτερα σημαντικό για τα μέλη τους να είναι ελεύθερα να ασκούν το δικαίωμά τους στην ελευθερία της έκφρασης και, εν προκειμένω, την ακαδημαϊκή ελευθερία.[61]
Γ. Τα επιχειρήματα του Harvard υπέρ της ακαδημαϊκής ελευθερίας
Το πανεπιστήμιο Harvard, στη διαμάχη που ξέσπασε μεταξύ αυτού και του προέδρου Trump,[62] προς υπεράσπιση των συνταγματικών του δικαιωμάτων και συγκεκριμένα, της ακαδημαϊκής του ελευθερίας δυνάμει της 1ης τροπολογίας του αμερικανικού Συντάγματος, στην προσφυγή του κατά της κυβέρνησης, επικαλέστηκε δύο βασικά επιχειρήματα.[63] Πρώτον, υποστήριξε ότι παραβιάζεται η αρχή της ακαδημαϊκής ελευθερίας διότι η κυβέρνηση επιχειρεί να επιβληθεί ιδεολογικά στην εκπαιδευτική πολιτική, στα προγράμματα σπουδών, στο σύστημα εισαγωγής και στις φοιτητικές οργανώσεις. Με αυτό τον τρόπο παραβιάζεται το δικαίωμά του σε αυτόνομη λήψη των αποφάσεών του.[64] Δεύτερον, ισχυρίστηκε ότι δεν τηρήθηκε η προβλεπόμενη από τον Τίτλο VI του νόμου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα του 1964,[65] τυπική διαδικασία για την επιβολή κυρώσεων σε φορείς που λαμβάνουν κρατική χρηματοδότηση, και ως εκ τούτου, ότι το μέτρο επιβλήθηκε χωρίς την απαιτούμενη αιτιολογία, κατά τρόπο αυθαίρετο και καταχρηστικό. Στο πλαίσιο αυτό, η κυβέρνηση προέβη απευθείας στο πάγωμα της κρατικής χρηματοδότησης, χωρίς την τήρηση του δικαιώματος σε προηγούμενη ακρόαση, τη διεξαγωγή ερευνών, την παροχή δυνατότητας σε συμμόρφωση, την υποβολή έκθεσης στην αρμόδια επιτροπή και λοιπές διαδικαστικές ενέργειες, ενώ βασίστηκε αποκλειστικά σε αβάσιμες κατηγορίες περί αντισημιτισμού.[66]
Στην απόφαση που εξέδωσε στις 3 Σεπτεμβρίου του 2025 το Περιφερειακό Δικαστήριο της Μασαχουσέτης, το τελευταίο έκανε δεκτό ότι τα μέτρα διακοπής της κρατικής χρηματοδότησης που επέβαλε η διοίκηση Trump στο πανεπιστήμιο του Harvard παραβιάζουν την 1η τροπολογία του Συντάγματος.[67] Σύμφωνα με τη δικαστική απόφαση, τα μέτρα αυτά συνιστούν αντίποινα και οι αποφάσεις με τις οποίες λήφθηκαν είναι αυθαίρετες και καταχρηστικές, καθώς δεν εξυπηρετούν με κάποιο τρόπο τον σκοπό καταπολέμησης του αντισημιτισμού. Αντίθετα, η κυβέρνηση χρησιμοποίησε τον αντισημιτισμό ως δικαιολογία για μία στοχευμένη, ιδεολογικά υποκινούμενη επίθεση εναντίον του Harvard και των κορυφαίων πανεπιστημίων της χώρας, προκειμένου να επιβάλει σε αυτά την ιδεολογία της με τρόπο που καταστέλλει τον λόγο και παραβιάζει την 1η τροπολογία. Το δικαστήριο επεσήμανε τη μεγάλη σημασία της 1ης τροπολογίας για τη δημοκρατία και την ανάγκη προστασίας της ελευθερίας του λόγου και της ακαδημαϊκής ελευθερίας για την τήρηση της συνταγματικής αυτής διάταξης. Με το σκεπτικό αυτό, το δικαστήριο διέταξε, μεταξύ άλλων, την ακύρωση της διακοπής χρηματοδότησης που η κυβέρνηση επέβαλε στο πανεπιστήμιο του Harvard.
IV. Καταληκτικές παρατηρήσεις. Θεσμικά αντίβαρα στην εξουσία του αμερικανού Προέδρου
Ανακεφαλαιώνοντας, αναφορικά με την πρώτη προβληματική, οι DEI πολιτικές όχι μόνο δεν παραβιάζουν, αλλά εκπληρώνουν την αρχή της ισότητας. Και τούτο διότι λαμβάνουν πραγματικά υπόψη τις κοινωνικές ανισότητες και επιδιώκουν ουσιαστικά την άρση τους. Αναφορικά με τη δεύτερη προβληματική που αναπτύχθηκε, η επιβολή από τον αμερικανό πρόεδρο της απαγόρευσης των DEI πολιτικών στα πανεπιστήμια, παραβιάζει την ελευθερία της έκφρασης και ειδικότερα την ακαδημαϊκή ελευθερία των πανεπιστημίων, κυρίως διότι η διοίκηση Trump προέβη σε ανεπίτρεπτη επέμβαση στην εκπαιδευτική πολιτική του πανεπιστημίου.
Ως καταληκτική παρατήρηση, κάθε Σύνταγμα, όσο προσεκτικά κι αν έχει διαμορφωθεί, μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να υπονομεύσει τη δημοκρατία, με τρόπους φαινομενικά νόμιμους. Είτε μέσω της παραβίασης του πνεύματός του Συντάγματος είτε μέσω της εκμετάλλευσης των κενών του ή της επιλεκτικής εφαρμογής του. Η τήρηση του Συντάγματος και η αποτελεσματική λειτουργία της δημοκρατίας επιτυγχάνεται μέσω της θεσμικής αυτοσυγκράτησης, της αποφυγής, δηλαδή, της κατάχρησης της εξουσίας- κι αυτή η θεσμική αυτοσυγκράτηση φαίνεται να λείπει από την παρούσα αμερικανική κυβέρνηση και όχι μόνο. Ζήτημα, λοιπόν, είναι αν η αμερικανική δημοκρατία, μέσω της αποτελεσματικής λειτουργίας των θεσμικών αντιβάρων απέναντι στην εξουσία αλλά και μέσω της πολιτικής απομόνωσης των εχθρών της, θα καταφέρει να σώσει τον εαυτό της.[68]
_________________
Εισήγηση στο Κοινό Μεταπτυχιακό Σεμινάριο Συνταγματικού Δικαίου των Νομικών Σχολών ΕΚΠΑ και ΑΠΘ που πραγματοποιήθηκε στις 13 Ιουνίου 2025 στο Καρπενήσι
[1] Η παρούσα μελέτη βασίζεται στην εισήγησή μας στο πλαίσιο του κοινού μεταπτυχιακού σεμιναρίου των ΜΠΣ Αθήνας – Θεσσαλονίκης που πραγματοποιήθηκε στο Καρπενήσι στις 13 Ιουνίου 2025. Από τη θέση αυτή ευχαριστούμε την επίκ. καθηγήτρια κυρία Βασιλική Χρήστου για την πολύτιμη βοήθειά της.
[2] Για μια σφαιρική και ευσύνοπτη παρουσίαση των πολιτικών DEI / DEIA βλ. N. Terry Ellis, “What is DEI, and why is it dividing America?”, CNN, 2025, διαθέσιμο σε https://edition.cnn.com/2025/01/22/us/dei-diversity-equityinclusion-explained.
[3] Kim Conway, Kellen Zeng, Ricardo Mimbela, “DEI and accessibility explained”, ACLU, 2025, σ. 2, διαθέσιμο σε https://www.aclu.org/news/racial-justice/dei-and-accessibility-explained.
[4] Απόφαση Ανώτατου Δικαστηρίου των ΗΠΑ Brown v. Board of Education of Topeka, 347 U.S. 483 (1954).
[5] Daniel E. Hall, John P. Feldmeier, Constitutional Law, Governmental Powers and Individual Freedoms, 2η έκδοση, εκδόσεις Pearson, 2012, σ. 455 – 458, Laurence H. Tribe, American Constitutional Law, 2η έκδοση, The Foundation Press, Inc. Mineola, New York 1988, σ. 1475.
[6] Kim Conway, Kellen Zeng, Ricardo Mimbela, “DEI and accessibility explained”, όπ.π., σ. 3.
[7] Εκτελεστικό Διάταγμα του προέδρου Trump με αρ. 14151, 20.1.2025.
[8] Εκτελεστικό Διάταγμα του προέδρου Trump με αρ. 14173, 21.1.2025.
[9] Shefali Luthra & Barbara Rodriguez, “What Happens to Health Research when ‘Women’ is a Banned Word?” The 19th, 2025, σ. 2, διαθέσιμο σε https://19thnews.org/2025/03/women-lgbtq-health-research-trump-funding/.
[10] Νατάσα Ρουγγέρη, «Ο πόλεμος του Τραμπ με τα πανεπιστήμια – ‘Το Χάρβαρντ είναι ένα ανέκδοτο, διδάσκει μίσος και ηλιθιότητα’», εφημερίδα in.gr, 17.04.2025, διαθέσιμο https://www.in.gr/2025/04/17/world/o-polemos-tou-tramp-ta-panepistimia-xarvarnt-einai-ena-anekdoto-didaskei-misos-kai-ilithiotita/, «Τραμπ εναντίον πανεπιστημίων: Πώς ‘έχτισε’ ο Λευκός Οίκος την εκστρατεία πίεσης», εφημερίδα Καθημερινή, 15.04.2025, διαθέσιμο σε https://www.kathimerini.gr/world/563565109/tramp-enantion-panepistimion-pos-echtise-o-leykos-oikos-tin-ekstrateia-piesis/.
[11]βλ. την από 11.4.2025 Επιστολή, διαθέσιμη σε https://www.harvard.edu/research-funding/wp-content/uploads/sites/16/2025/04/Letter-Sent-to-Harvard-2025-04-11.pdf.
[12] βλ. την από 21.04.2025 προσφυγή του Harvard, διαθέσιμη σε https://www.harvard.edu/research-funding/wp-content/uploads/sites/16/2025/04/Harvard-Funding-Freeze-Order-Complaint.pdf. και σχετική ανακοίνωση, διαθέσιμη σε https://www.harvard.edu/president/news/2025/upholding-our-values-defending-our-university/.
[13] Η δουλεία καταργήθηκε το 1864 με τη 13η Τροποποίηση του Αμερικανικού Συντάγματος. Στην απόφαση, Dred Scott v. Sanford, το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ απέρριψε το αίτημα για κατάργηση της δουλείας, κρίνοντας ότι οι μαύροι άνδρες, είτε ελεύθεροι είτε υπό καθεστώς δουλείας, δεν είχαν κανένα νόμιμο δικαίωμα σύμφωνα με το τότε ισχύον Σύνταγμα στις ΗΠΑ. Βλ. Απόφαση Ανώτατου Δικαστηρίου των ΗΠΑ Dred Scott v. Sandford, 60 U.S. (19 How.) 393, (1857).
[14] Students for Fair Admissions, inc. v. President and Fellows of Harvard College, 2023, μειοψηφία Sotomayor, σ. 6.
[15] Γ. Γεραπετρίτης, Ισότητα και Θετικά Μέτρα, εκδ. Αντ. Σάκκουλα, Αθήνα – Θεσσαλονίκη 2007, σ. 20 – 24.
[16] Για τον ορισμό των θετικών μέτρων βλ. https://eige.europa.eu/publications-resources/thesaurus/terms/1108?language_content_entity=el και Γ. Γεραπετρίτη, Ισότητα και Θετικά Μέτρα, όπ.π., σ. 1 – 9.
[17] Στην Ελλάδα, τα θετικά μέτρα κατοχυρώνονται στη μεταβατική διάταξη του άρθρου 116 παρ. 2 Συντ. και κατά πάγια νομολογία απευθείας στα άρθρα 4 παρ. 2 Συντ. και 5 παρ. 1 Συντ., αποτελώντας αναπόσπαστο στοιχείο της συνταγματικά προστατευόμενης ουσιαστικής ισότητας. Στην ευρωπαϊκή έννομη τάξη, τα θετικά μέτρα θεσπίζονται στο άρθρο 157 παρ. 4 ΣΛΕΕ, βλ. πάγια νομολογία ΔΕΕ για θετικά μέτρα ως απόκλιση από την αρχή της τυπικής ισότητας. Βλ. ενδεικτικά αποφάσεις ΔΕΕ της 17ης Οκτωβρίου 1995, υπόθεση C-450/93, Eckhard Kaianke κατά Freie Hansestadt Bremen, σκ. 21 και της 30ης Σεπτεμβρίου 2004, υπόθεση C-319/03, Serge Briheche κατά Ministre de l’Intérieur κλπ., σκ. 24.
[18] βλ. χαρακτηριστική ευνοϊκή προς τα θετικά μέτρα Απόφαση Ανώτατου Δικαστηρίου ΗΠΑ, Fullilove v. Klutznick, 1980, όπου κρίθηκε ότι το 10% των κεφαλαίων του Κράτους για δημόσια έργα θα δίνεται σε επιχειρήσεις μειονοτικών ομάδων, ανεξαρτήτως του αν αποτελούν τις χαμηλότερες από οικονομικής άποψης προσφορές.
[19] βλ. Απόφαση Ανώτατου Δικαστηρίου ΗΠΑ, Regents of the University of California v. Bakke, 1978, όπου το Δικαστήριο έκρινε ότι η κράτηση συγκεκριμένων θέσεων στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνια συνιστούσε εκπαιδευτική πολιτική εισαγωγής βασισμένη σε ποσοστώσεις και ως εκ τούτου παραβίαζε τη ρήτρα ίσης προστασίας της 14ης Τροπολογίας για τους λευκούς υποψηφίους. Βλ. επίσης την απόφαση Ανώτατου Δικαστηρίου ΗΠΑ, Grutter v. Bollinger et al., 2003, η οποία στο πλαίσιο εξέτασης του εκπαιδευτικού συστήματος εισαγωγής της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου του Michigan, και συγκεκριμένα της πολιτικής συνεκτίμησης της φυλής των αιτούντων για την εισαγωγή τους στο Πανεπιστήμιο, αξιολόγησε ως θετική τη μη επιβολή πολιτικής ποσόστωσης υπέρ κάποιας φυλής και προχώρησε κατόπιν στον συνταγματικό έλεγχο. Daniel E. Hall, John P. Feldmeier, Constitutional Law: Governmental Powers and Individual Freedoms, όπ.π., σ. 463, 465.
[20] Αρχικά, το Δικαστήριο, στο πλαίσιο της διαδικασίας αποκατάστασης από τις φυλετικές διακρίσεις στα σχολεία (“desegregation”), έκανε δεκτή την περιορισμένη χρήση του θετικού μέτρου των φυλετικών ποσοστώσεων, ώστε να διορθωθούν οι συνταγματικές παραβιάσεις της ρήτρας ισότητας του παρελθόντος, διασφαλίζοντας, σε πρώτη φάση, έστω και τυπικά, την εξάλειψη του δυαδικού εκπαιδευτικού συστήματος και τη λειτουργία φυλετικά πλουραλιστικών σχολείων. Το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ, είχε ξεκαθαρίσει ότι η εφαρμογή του μέτρου των φυλετικών ποσοστώσεων δεν ήταν παρά μόνο ένα πρόσκαιρο μέτρο κατά την έναρξη της διαδικασίας διόρθωσης της συνταγματικής φυλετικής ανισότητας στα σχολεία, το οποίο έπρεπε να χρησιμοποιείται πολύ περιορισμένα, βλ. Swann v. Charlotte-Mecklenburg Board of Education, 1971, 402 U. S. σ. 16, 25, Pasadena City Bd. of Educ. v. Spangler, 427 U.S. σ. 437.
[21] Στις υποθέσεις Fullilove v. Kutznick (1980) και Metro Broadcoasting, Inc. v. Federal Communications Commission (1990), το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ εφάρμοσε, κατά τον έλεγχο θετικών μέτρων με βάση τη φυλή, χαλαρότερο συνταγματικό έλεγχο (“intermediate scrutiny”) και όχι τον αυστηρό έλεγχο (“strict scrutiny”). Μετά το 1990, εφαρμόζεται σταθερά από τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου αυστηρός έλεγχος στα θετικά μέτρα με βάση τη φυλή, βλ. Daniel E. Hall, John P. Feldmeier, Constitutional Law: Governmental Powers and Individual Freedoms, σ. 463
[22] Laurence H. Tribe, American Constitutional Law, όπ.π., σ. 1465 επ.
[23] βλ. Αποφάσεις Grutter v. Bollinger et al., 2003, Gratz et. al. v. Bollinger et al. (2003), όπου εφαρμόζονται τα κριτήρια του αυστηρού ελέγχου συνταγματικότητας (επιτακτικό δημόσιο συμφέρον και αναγκαιότητα μέτρων για επίτευξη σκοπού) ως προς θετικά μέτρα υπέρ φυλετικών μειονοτήτων σε εκπαιδευτικά συστήματα εισαγωγής.
[24] Daniel E. Hall, John P. Feldmeier, Constitutional Law: Governmental Powers and Individual Freedoms, όπ.π., σ. 458, σ. 462, Απόφαση Parents Involved in Community Schools v. Seattle School Dist. No. 1 and Meredith v. Jefferson County Board of Education (2007), αποκλίνουσα γνώμη δικαστή Justice Stevens, Sonja B. Starr, Genevieve Lakier, “The Constitution and the War on DEI”, UChicagoLaw, 2025, σ. 37 και υποσημείωση 202.
[25] βλ. Κεφάλαιο II. A. σχετικά με την τελική γραμματική μορφή της ρήτρας ίσης προστασίας της 14ης Τροπολογίας, η οποία δυνητικά ανέχεται θετικές διακρίσεις υπέρ φυλετικών μειονοτήτων.
[26] Βλ. απόφαση Craig v. Boren, 429 U.S. 190 (1976) στην οποία το Δικαστήριο έκρινε αντισυνταγματικό νόμο που απαγόρευε την πώληση αλκοόλ σε άνδρες ηλικίας κάτω των 21 και γυναίκες ηλικίας κάτω των 18 καθώς εισήγαγε διάκριση λόγω φύλου βάσει στερεοτυπικών αντιλήψεων, απόφαση Ανώτατου Δικαστηρίου των ΗΠΑ Johnson v. Transportation Agency, 480 U.S. 616 (1987). Στην δεύτερη απόφαση, το Δικαστήριο, εφαρμόζοντας, ενδιάμεσο δικαστικό έλεγχο έκρινε συμβατό προς τον τίτλο VII του Civil Rights Act του 1964 εθελούσιο πρόγραμμα θετικής δράσης το οποίο είχε υιοθετηθεί από τον εργοδότη προκειμένου να ενισχυθεί η υποεκπροσώπηση των γυναικών σε έναν παραδοσιακά ανδροκρατούμενο επαγγελματικό τομέα. Λόγω της μερικότερης αυστηρότητας του ελέγχου, το Δικαστήριο έκρινε ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση ο εργοδότης δεν χρειαζόταν να δικαιολογήσει τη νομιμότητα της θετικής δράσης επικαλούμενος προγενέστερες πρακτικές διακρίσεων εις βάρος των γυναικών, όπως ενδεχομένως θα χρειαζόταν να αποδείξει αν το θετικό μέτρο είχε ληφθεί προς όφελος φυλετικών μειονοτήτων. Αντιθέτως, αυτό που όφειλε να αποδείξει ήταν η ύπαρξη ανισορροπίας λόγω ακριβώς της υποεκπροσώπησης των γυναικών.
[27] L. H. Tribe, American Constitutional Law, όπ.π., σ. 1439 – 1446. Εφόσον με τη λήψη μέτρου θίγονται οικονομικά δικαιώματα, εφαρμόζεται ο ήπιος δικαστικός έλεγχος (rational basis), σύμφωνα με τον οποίο η διάκριση που εισάγει το μέτρο θα πρέπει να έχει απλώς μια εύλογη βάση για την επιδίωξη του σκοπού της. Για την εφαρμογή στη πράξη του ήπιου ελέγχου συνταγματικότητας, όχι ως προς θετικά ωστόσο μέτρα, βλ. ενδεικτικά αποφάσεις Cleburne v. Cleburne Living Center, Inc., 473 U. S. 432 (1985) και Heller v. Doe, 509 U.S. 312 (1993), σχετικά με διακρίσεις σε βάρος αναπήρων.
[28] βλ. πρότυπα δηλώσεων σχετικά με τη διαφορετικότητα και την ένταξη στο πρόγραμμα σπουδών του πανεπιστημίου διαθέσιμα σε: https://teachingandlearning.knowledgeowl.com/docs/sample-deib-syllabus-statements, έγγραφο με συμβουλές για τη διαμόρφωση μαθήματος στο Πανεπιστήμιο στο πλαίσιο των αξιών DEI διαθέσιμο σε https://bokcenter.harvard.edu/sites/g/files/omnuum6756/files/shadowbok/files/creightonalexander_late_20877_12347191_english_98r_-_tips_and_resources_on_creating_diverse_and_inclusive_syllabi.pdf
[29] βλ. Sonja B. Starr, Genevieve Lakier, “The Constitution and the War on DEI”, όπ.π., σ. 36 – 37.
[30] βλ. όμως την ανατροπή της νομολογίας με την απόφαση Students for Fair Admissions, inc. v. President and Fellows of Harvard College (2023).
[31] Laurence H. Tribe, American Constitutional Law, όπ.π., σ. 1529 – 1530.
[32] βλ. αποφάσεις Grutter v. Bollinger (2003), Fisher v. University of Texas (2013, 2016).
[33] βλ. εκτελεστικό διάταγμα του προέδρου Trump υπ’ αρ. 14173, 21.1.2025, Τμήμα 5, Επιστολή “Dear Colleague”, Υπουργείο Παιδείας ΗΠΑ, 14.02.2025, σ. 2 – 3.
[34] Sonja B. Starr, Genevieve Lakier, “The Constitution and the War on DEI”, όπ.π. σ. 39.
[35] Sonja B. Starr, Genevieve Lakier, “The Constitution and the War on DEI”, όπ.π., σ. 43. Η SFFA ρυθμίζει ζητήματα ίσης προστασίας με βάση το κριτήριο της φυλής και δεν απαγορεύει θετικά μέτρα με βάση το κριτήριο του φύλου.
[36] Χαρακτηριστικά, μάλιστα, η απόφαση χαρακτήρισε τα οφέλη από τη διαφορετικότητα ως αξιόλογα, βλ. Students for Fair Admissions, inc. v. President and Fellows of Harvard College, 2023, Άποψη Δικαστηρίου, σ. 23 – 24 (“commendable”, “worthy”), Sonja B. Starr, Genevieve Lakier, “The Constitution and the War on DEI”, όπ.π., σ. 47.
[37] Students for Fair Admissions, inc. v. President and Fellows of Harvard College, συγκλίνουσα άποψη Δικαστή Kavanaugh, σ. 8, συγκλίνουσα άποψη Δικαστή Thomas, σ. 55, μειοψηφία Δικαστή Sotomajor, σ. 50.
[38] Επιστολή “Dear Colleague”, Υπουργείο Παιδείας ΗΠΑ, 14.02.2025, σ. 2 – 3.
[39] Students for Fair Admissions, inc. v. President and Fellows of Harvard College, 2023, άποψη Δικαστηρίου, σ. 22.
[40] Sonja B. Starr, Genevieve Lakier, “The Constitution and the War on DEI”, όπ.π., σ. 39.
[41] “Congress shall make no law respecting an establishment of religion, or prohibiting the free exercise thereof; or abridging the freedom of speech, or of the press; or the right of the people peaceably to assemble, and to petition the Government for a redress of grievances.”
[42] Βλ. ενδεικτικά απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου των ΗΠΑ Citizens United v. FEC, 558 U.S. 310 (2010) όπου αναφέρεται ότι η έκφραση αποτελεί ουσιώδη μηχανισμό της δημοκρατίας και, ως εκ τούτου, οι νόμοι που την περιορίζουν υπόκεινται στον αυστηρό έλεγχο του Δικαστηρίου, καθώς και απόφαση Reed v. Town of Gilbert, 576 U.S. 155 (2015).
[43] Για την ακαδημαϊκή ελευθερία στο ελληνικό Σύνταγμα βλ., αντί πολλών, Σπ. Βλαχόπουλου, Άρθρο 16: Παιδεία, τέχνη, επιστήμη, σε (επιμ. Σπ. Βλαχόπουλου, Ξ. Κοντιάδη, Γ. Τασόπουλου) ΣΥΝΤΑΓΜΑ, Ερμηνεία κατ’ άρθρο, διαθέσιμο στην ιστοσελίδα https://www.syntagmawatch.gr/.
[44] Για τη σχέση ακαδημαϊκής ελευθερίας και ελευθερίας της έκφρασης βλ. Ronald Dworkin, Freedom of Law, The moral reading of the American Constitution, Oxford University Press, 1999, σ. 247 επ. όπου, αφενός, η ελευθερία του λόγου είναι έννοια ευρύτερη της ακαδημαϊκής ελευθερίας καθώς πρόκειται για ένα ηθικό και νομικό δικαίωμα για όλους, αφετέρου, είναι στενότερη διότι δεν παρέχει την ίδια προστασία που παρέχει η ακαδημαϊκή ελευθερία στους φοιτητές.
[45] Sweezy v. New Hampshire, 354 U.S. 234 (1957). Βλ. επίσης και απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου των ΗΠΑ Shelton v. Tucker, 364 U.S. 479 (1960) όπου το Δικαστήριο ακύρωσε νόμο που απαιτούσε από τους δασκάλους να αποκαλύπτουν τις πολιτικές τους πεποιθήσεις.
[46] Με τον όρο «υπονομευτικό πρόσωπο» (subversive person) νοείται κάθε πρόσωπο που με οποιονδήποτε τρόπο επιδιώκει την ανατροπή ή αλλοίωση της συνταγματικής μορφής της κυβέρνησης με χρήση βίας ή εξαναγκασμού. Ο όρος αυτός συνδέεται με την εποχή του μακαρθισμού τη δεκαετία του 1950 στις ΗΠΑ και τις πολιτικές ενάντια στα κομμουνιστικά φρονήματα. Την ίδια περίοδο στην Ελλάδα, υπό το πρόσχημα της κομμουνιστικής απειλής, οι δημόσιοι υπάλληλοι υποχρεούνται να υπογράφουν τις λεγόμενες δηλώσεις νομιμοφροσύνης, επί ποινή επιβολής του διοικητικού μέτρου της εκτόπισης και απόλυσης (βλ. σχετικά ΣτΕ 1796/1954 και ΣτΕ 1235/1957).
[47] Βλ. γνώμη της πλειοψηφίας κατά τον δικαστή Warren, σύμφωνα με την οποία “Teachers and students must always remain free to inquire, to study and to evaluate, to gain new maturity and understanding; otherwise our civilization will stagnate and die.”, Sweezy v. New Hampshire, 354 U.S. 234 (1957), σ. 250.
[48] Βλ. συγκλίνουσα γνώμη των δικαστών Frankfurter και Harlan της απόφασης Sweezy v. New Hampshire, 354 U.S. 234 (1957), σ. 255 επ.
[49] Keyishian v. Board of Regents, 385 U.S. 589 (1967).
[50] Keyishian v. Board of Regents, 385 U.S. 589 (1967), σ. 603 και Rosenberger v Rector and Visitors of the University of Virginia, 515 US 819 (1995), σ. 831.
[51] Keyishian v. Board of Regents, 385 U.S. 589 (1967), σ. 603, όπου “That freedom is therefore a special concern of the First Amendment, which does not tolerate laws that cast a pall of orthodoxy over the classroom”.
[52] Ronald Dworkin, Freedom of Law, The moral reading of the American Constitution, Oxford University Press 1999, σ. 246.
[53] Βλ. εκτελεστικό διάταγμα υπ’ αρ. 14151, 20.01.2025 και εκτελεστικό διάταγμα με αρ. 14173, 21.01.2025 του Προέδρου Trump, αντίστοιχα.
[54] Βλ. την από 14.02.2025 επιστολή του Υπουργείου Παιδείας με τίτλο “Dear Colleague Letter”, η οποία απευθύνεται στα πανεπιστήμια που λαμβάνουν ομοσπονδιακή χρηματοδότηση.
[55] Hague v. Committee for Industrial Organization, 307 U.S. 496 (1939).
[56] Βλ. νομολογία ανώτατου δικαστηρίου των ΗΠΑ για τη χρηματοδότηση ως μορφή λόγου, απόφαση Citizens United v. Federal Election Commission, 558 U.S. 310 (2010).
[57] Στ. Τσακυράκης, Η ελευθερία του λόγου στις ΗΠΑ, Μελέτες 7, εκδ. Π. Ν. Σάκκουλας, Αθήνα 1997, σ. 167 επ. και ιδίως σ. 173.
[58] Frederick P. Schaffer, “Speech-Related Conditions on Federal Funding in the University Context”, δημοσιευμένο στον διαδικτυακό τόπο Knight First Amendment Institute, https://knightcolumbia.org/blog/speech-related-conditions-on-federal-funding-in-the-university-context
[59] Βλ. απόφαση Ανώτατου Δικαστηρίου των ΗΠΑ, Rust v. Sullivan, 500 U.S. 173 (1991) όπου το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν συνιστά διάκριση βάσει ιδεολογίας και κατ’ επέκταση παραβίασης της 1ης τροποποίηση, όταν η κυβέρνηση επιλέγει να χρηματοδοτήσει μία δραστηριότητα αποκλείοντας μία άλλη.
[60] Βλ. απόφαση Ανώτατου Δικαστηρίου των ΗΠΑ, Rosenberger v. Rector & Visitors of University of Virginia, 515 U.S. 819 (1995) στην οποία το Δικαστήριο έκρινε ότι η άρνηση χορήγησης πανεπιστημιακής χρηματοδότησης αποκλειστικά σε φοιτητική εφημερίδα θρησκευτικού περιεχομένου συνιστά απαγορευμένη διάκριση βάσει ιδεολογίας, η οποία αντίκειται στην 1η τροποποίηση καθώς και Agency for International Development v. Alliance for Open Society International, Inc., 570 U.S. 205 (2013) όπου το Δικαστήριο έκρινε ότι η υποχρέωση των οργανισμών που λαμβάνουν χρηματοδότηση να έχουν πολιτική που να αντιτίθεται ρητά στην πορνεία, συνιστά παραβίαση της 1ης τροποποίησης καθώς, στην ουσία, «απαιτούσε από τους δικαιούχους της χρηματοδότησης να υιοθετήσουν, ως δική τους, την άποψη της κυβέρνησης σχετικά με ένα ζήτημα δημόσιου ενδιαφέροντος», επηρεάζοντας με τον τρόπο αυτό μία προστατευμένη δραστηριότητα εκτός του σκοπού της χρηματοδότησης.
[61] Frederick P. Schaffer, “Speech-Related Conditions on Federal Funding in the University Context”, όπ.π.
[62] Βλ. αναλυτικά παραπάνω, υπό Ι.Γ.
[63] βλ. την από 21.04.2025 προσφυγή του Harvard διαθέσιμη σε https://www.harvard.edu/research-funding/wp-content/uploads/sites/16/2025/04/Harvard-Funding-Freeze-Order-Complaint.pdf.
[64] βλ. την από 21.04.2025 προσφυγή του Harvard, όπ.π., σ. 29 επ.
[65] Civil Rights Act 1964, Τίτλος VI, άρθρο 42 U.S.C. § 2000d-1.
[66] βλ. την από 21.04.2025 προσφυγή του Harvard, όπ.π., σ. 36 επ.
[67] Περιφερειακό Δικαστήριο της Μασαχουσέτης, President & Fellows of Harvard College v. United States Department of Health & Human Services και American Association of University Professors – Harvard Faculty Chapter et al. v. United States Department of Justice.
[68] Steven Levitsky, Daniel Ziblatt, How Democracies Die, Crown, United States 2018.


