Category Archives: ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ

ΣτΕ 792/2012 – Επίδομα 176 ευρώ – Αρχή της ισότητας

ΣτΕ 792/2012, με σημείωμα Α. Καϊδατζή

Η εφαρμογή της συνταγματικής αρχής της ισότητας δεν μπορεί να οδηγεί στην επέκταση και γενίκευση μιας παράνομης διοικητικής πρακτικής. Δεν νοείται ισότητα στην παρανομία. Δεν μπορεί, με επίκληση της αρχής της ισότητας, να υποχρεωθεί η Διοίκηση να επεκτείνει στις λοιπές κατηγορίες υπαλλήλων ορισμένη μισθολογική παροχή που χορηγήθηκε σε διάφορες κατηγορίες υπαλλήλων κατά παράβαση των εξουσιοδοτικών διατάξεων του νόμου (παραπέμπει στην Ολομέλεια).

ΣτΕ (Ολ.) 1972/2012 – Συνταγματικότητα ειδικού τέλους ακινήτων (Ε.Ε.Τ.Η.Δ.Ε.)

ΣτΕ (Ολ.) 1972/2012, με σημείωμα Α. Καϊδατζή

Το Έκτακτο Ειδικό Τέλος Ηλεκτροδοτούμενων Δομημένων Επιφανειών δεν αποτελεί νέο πάγιο φόρο, αλλά έκτακτο μέτρο προς αντιμετώπιση ιδιαιτέρως σοβαρού, κατά την εκτίμηση του νομοθέτη, δημοσιονομικού προβλήματος. Προστιθέμενο στις έκτακτες φορολογίες που επιβλήθηκαν την τελευταία τριετία συνεπάγεται μεν αυξημένη φορολογική επιβάρυνση των πολιτών, όμως υπό τις δεδομένες συνθήκες συνιστά ανεκτό περιορισμό της περιουσίας (μειοψ.). Η ανάθεση της εισπράξεώς του σε μη κρατικά όργανα (ΔΕΗ και εναλλακτικοί πάροχοι ηλεκτρικής ενέργειας) δεν αντίκειται στην αρχή της διακρίσεως των εξουσιών, εφ’ όσον τα όργανα αυτά περιορίζονται στο έργο της απλής εισπράξεως βεβαιωμένων φόρων και δεν εξοπλίζονται περαιτέρω με μέσα αναγκαστικής εκτελέσεως (μειοψ.). Ωστόσο, η θεσπιζόμενη δυνατότητα της ΔΕΗ και των εναλλακτικών παρόχων να προβαίνουν σε διακοπή της παροχής ηλεκτρικού ρεύματος προς τον καταναλωτή συνιστά μη επιτρεπτή παρέμβαση του νομοθέτη σε όρους συνεστημένης σύμβασης, ενώ επίσης άγει σε αναίρεση της καθολικότητας της παροχής υπηρεσιών κοινωφελούς δικτύου για λόγο που δεν είναι συναφής με την εν λόγω παροχή και, ως εκ τούτου, αντίκειται στο Σύνταγμα (μειοψ.).

Ελευθερία του τύπου κατά ιδιωτικότητας: Οι υποθέσεις Mosley και Campbell ενώπιον του ΕΔΔΑ

Της Χ. Μ. Ακριβοπούλου

Στο άρθρο αυτό εξετάζεται η πρόσφατη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου στο ζήτημα της σύγκρουσης μεταξύ της ιδιωτικότητας δημοσίων προσώπων και ελευθερίας της έκφρασης και του τύπου, όπως αυτή κατοχυρώνεται στο άρθρο 10 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Ειδικότερα, εξετάζονται οι υποθέσεις Mosley και MGN Ltd κατά Ηνωμένου Βασιλείου (2011) και η επίδρασή τους στη βρετανική έννομη τάξη αλλά και στη νομολογία του ΕΔΔΑ. Όπως υποστηρίζεται, οι υποθέσεις αυτές συνιστούν μια τομή στην υψηλή προστασία που το ΕΔΔΑ παρέχει στην ελευθερία της έκφρασης (άρθρο 10 ΕΣΔΑ), η οποία οφείλεται στις νέες διακινδυνεύσεις που ο ψυχαγωγικός τύπος και οι paparazzi εγκυμονούν για την ιδιωτικότητα των δημοσίων προσώπων. Τέλος, αντί συμπεράσματος, προτείνονται πέντε θεμελιακές αρχές για τη στάθμιση μεταξύ ελευθερίας της έκφρασης και του τύπου και ιδιωτικότητας, ειδικότερα στις περιπτώσεις δημοσίων προσώπων. Αναδημοσίευση από το περιοδικό ‘Το Σύνταγμα’ (ΤοΣ) 1/2011

Συμβούλιο της Επικρατείας, 668/2012, (Ολομέλεια) «Μνημόνιο»

1. Δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής της παραγράφου 2 του άρθρου 28Σ ούτε λόγος παραβιάσεώς του στην υπόθεση του Μνημονίου. Αλλα ούτε και στο άρθρο 28 παρ. 3Σ μπορεί να θεωρηθεί ότι αντίκειται το Μνημόνιο διότι δεν επάγεται περιορισμούς στην άσκηση της εθνικής κυριαρχίας του κράτους αλλά ούτε και περιορισμούς ως προς την άσκηση αρμοδιοτήτων ανατιθεμένων από το Σύνταγμα σε προβλεπόμενα από αυτό όργανα του κράτους. Το Μνημόνιο με τα τρία μέρη του, που προσταρτήθηκε στο νόμο ν. 3845/2010, αποτελεί πρόγραμμα δημοσιονομικής πολιτικής της Ελληνικής Κυβέρνησης με το οποίο καθορίζονται οι στόχοι της γενικότερης πολιτικής της και τα μέσα επιτεύξεώς τους καθώς και το χρονοδιάγραμμα για τη θέσπιση των μέτρων αυτών, με σκοπό την αντιμετώπιση οξύτατης δημοσιονομικής κρίσης και κίνδυνο χρεοκοπίας της χώρας. Είναι προϊόν συνεργασίας μεταξύ των ελληνικών αρχών, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου. Με την προσάρτηση του Μνημονίου στο ν. 3845/2010 επιχειρείται η κατά πανηγυρικό τρόπο δημοσιοποίηση του περιεχομένου και του χρονοδιαγράμματος υλοποιήσεως του εν λόγω προγράμματος, το οποίο εντάσσεται άλλωστε και στον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Στήριξης της ελληνικής οικονομίας, ενεργοποίηση του οποίου και αποτελεί. Ως κυβερνητικό πρόγραμμα το Μνημόνιο δεν αναγνωρίζει αρμοδιότητες σε όργανα διεθνών οργανισμών ούτε θεσπίζει άλλους κανόνες δικαίου και δεν έχει άμεση εφαρμογή. Εξ άλλου, το ίδιο το κείμενο του Μνημονίου που υπεγράφηκε στις 3.5.2010 δεν έχει τον χαρακτήρα διεθνούς συνθήκης μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωζώνης και της Ελλάδας, ούτε πολύ περισσότερο μεταξύ της τελευταίας και του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου. Δεν αποτελεί δε το Μνημόνιο διεθνή συνθήκη, διότι με αυτό δεν αναλαμβάνονται αμοιβαίες δεσμεύσεις των μερών που υπέγραψαν το κείμενό του ούτε άλλωστε προβλέπονται νομικά μέσα για τον εξαναγκασμό των ελληνικών αρχών στην πιστή και απαρέγκλιτη εφαρμογή του ή άλλου είδους νομικής φύσεως κυρώσεις, ούτε προκύπτει ότι τα υπογράψαντα το ανωτέρω κείμενο μέρη θέλησαν να προσδώσουν, κατ’ εξαίρεση, νομική δεσμευτικότητα στο κείμενο αυτό. Άλλωστε η νομική δέσμευση της Ελλάδος για την πραγματοποίηση των δημοσιονομικών στόχων του Μνημονίου προκύπτει από την απόφαση 2010/320/ΕΕ του Συμβουλίου, που εκδόθηκε, κατ’ εφαρμογή των άρθρων 126 παρ. 9 και 136 της Σ.Λ.Ε.Ε.με την οποία προσδιορίσθηκαν τα μέτρα, τα οποία πρέπει να λάβει το Ελληνικό Κράτος για να περιορίσει το υπερβολικό έλλειμμα και να εκπληρώσει την υποχρέωση, που υπέχει, ως κράτος μέλος της Ευρωζώνης. Ως προς το κύρος της Σύμβασης Δανειακής Διευκόλυνσης που προβλέπει ως όρο εκλήρωσής της την τήρηρη των προβλέψεων του Μνημονίου, αυτή δεν μπορεί να ελεγχθεί παρεμπιπτόντως στο πλαίσιο της παρούσας δίκης. 2. Η θεσπισθείσα με τους νόμους 3833/2010 και 3845/2010 περικοπή αποδοχών και επιδομάτων εργαζομένων στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα και συνταξιοδοτικών παροχών αποτελεί τμήμα ενός ευρύτερου προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής και προωθήσεως διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων της ελληνικής οικονομίας, το οποίο, συνολικώς εφαρμοζόμενο, αποσκοπεί τόσο στην αντιμετώπιση της κατά την εκτίμηση του νομοθέτη άμεσης ανάγκης καλύψεως οικονομικών αναγκών της χώρας όσο και στη βελτίωση της μελλοντικής δημοσιονομικής και οικονομικής της καταστάσεως, δηλαδή στην εξυπηρέτηση σκοπών, που συνιστούν κατ’ αρχήν σοβαρούς λόγους δημοσίου συμφέροντος και αποτελούν, ταυτοχρόνως, και σκοπούς κοινού ενδιαφέροντος των κρατών μελών της Ευρωζώνης, εν όψει της καθιερουμένης από τη νομοθεσία της Ευρωπαϊκής Ενώσεως υποχρεώσεως δημοσιονομικής πειθαρχίας και διασφαλίσεως της σταθερότητας της ζώνης του ευρώ στο σύνολό της. Εν όψει τούτων, με τα δεδομένα, που, κατά τον νομοθέτη, συνέτρεχαν κατά τον χρόνο θεσπίσεως των επιμάχων μέτρων, τα μέτρα αυτά δεν παρίστανται, κατ’ αρχήν, απρόσφορα, και μάλιστα προδήλως, για την επίτευξη των επιδιωκομένων με αυτά σκοπών, ούτε μπορεί να θεωρηθούν ότι δεν ήταν αναγκαία, λαμβανομένου, άλλωστε, υπόψη ότι η εκτίμηση του νομοθέτη ως προς τα ληπτέα μέτρα για την αντιμετώπιση της υπ’ αυτού διαπιστωθείσης κρίσιμης δημοσιονομικής καταστάσεως υπόκειται σε οριακό μόνον δικαστικό έλεγχο.Δεν συντρέχει επομένως λόγος παραβίασης του αρχής της αναλικότητας αφού, εξάλλου, εξασφαλίζεται, κατ’ αρχήν, ισορροπία ανάμεσα στις απαιτήσεις του, κατά την εκτίμηση του νομοθέτη, συντρέχοντος εν προκειμένω γενικού συμφέροντος και την ανάγκη προστασίας των περιουσιακών δικαιωμάτων των εργαζομένων και συνταξιούχων, εν όψει και του συγκεκριμένου ύψους των επερχομένων περικοπών. Δεν παραβιάζεται το άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως όταν η νομοθετική επέμβαση σε περιουσιακής φύσεως αγαθό προβλέπεται από νομοθετικές ή άλλου είδους κανονιστικές διατάξεις, καθώς όταν δικαιολογείται από λόγους γενικού συμφέροντος, στους οποίους περιλαμβάνονται, κατ’ αρχήν, και λόγοι συναπτόμενοι προς την αντιμετώπιση ενός ιδιαιτέρως σοβαρού, κατά την εκτίμηση του εθνικού νομοθέτη, δημοσιονομικού προβλήματος ή προς την εξασφάλιση της βιωσιμότητας κοινωνικοασφαλιστικών οργανισμών.

Ασκούμενοι δικηγόροι και ελευθερία εγκατάστασης: Σχόλιο με αφορμή τις ΣτΕ Ολ. 2770-2771/2011

της Βασιλικής Κόκοτα

Από τις δύο σχολιαζόμενες αποφάσεις της Ολομέλειας προκύπτει με σαφήνεια ότι ο έλληνας δικαστής, συγκλίνοντας στο συγκεκριμένο ζήτημα με τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ένωσης, προσλαμβάνει την υποχρεωτική πρακτική άσκηση ως προπαρασκευαστικό στάδιο για την πρόσβαση σε ένα «νομοθετικά κατοχυρωμένο επάγγελμα», υπάγοντάς τη στις ρυθμίσεις του πρωτογενούς ενωσιακού δικαίου περί ελεύθερης κυκλοφορίας και αμοιβαίας αναγνώρισης των επαγγελματικών προσόντων.

ΣτΕ 2770/2011, Πρακτική άσκηση δικηγόρων-Αλλοδαπό Πτυχίο Μ. Βρετανίας. Με Παρατηρήσεις Ανθούλας Καπελώνη

Ανθούλα Καπελώνη. Μεταπτυχιακή φοιτήτρια Δημοσίου Δικαίου Α.Π.Θ.

Η δεκαοκτάμηνη πρακτική άσκηση που προηγείται της συμμετοχής στις εξετάσεις για τη λήψη άδειας άσκησης επαγγέλματος δικηγόρου συνιστά προπαρασκευαστικό στάδιο για την πρόσβαση σε «νομοθετικά κατοχυρωμένο επάγγελμα» και καταλαμβάνεται από τις ρυθμίσεις του πρωτογενούς ενωσιακού δικαίου. Ως «αλλοδαπό πτυχίο αναγνωρισμένο ομοταγούς Πανεπιστημίου», το οποίο προβλέπει ο Κώδικας Δικηγόρων ως προϋπόθεση για την εγγραφή στα μητρώα ασκουμένων του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου, νοείται το σύνολο των επαγγελματικών προσόντων (αλλοδαπός τίτλος σπουδών, γνώσεις, επαγγελματική πείρα) που αποκτήθηκαν σε κράτος μέλος της Ένωσης (Μ. Βρετανία) και παρέχουν τη δυνατότητα στον ενδιαφερόμενο να πραγματοποιήσει την πρακτική άσκηση σε εκείνο το κράτος μέλος. Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής οφείλουν να προβούν σε συγκριτική αξιολόγηση του συνόλου των επαγγελματικών προσόντων με το ημεδαπό πτυχίο Νομικής, χωρίς να έχουν τη δυνατότητα να εξαρτούν την επαγγελματική αναγνώριση του τίτλου σπουδών από την ακαδημαϊκή του αναγνώριση. Αντίθετη μειοψηφία. Δεκτή η αίτηση ακύρωσης κατά της σιωπηρής απόρριψης από τον Δικηγορικό Σύλλογο του αιτήματος της ενδιαφερόμενης να εγγραφεί στα μητρώα ασκουμένων δυνάμει τίτλου σπουδών βρετανικού πανεπιστημίου καθώς και της εγγραφής της στα μητρώα ασκουμένων βρετανικού Δικηγορικού Συλλόγου.

ΣτΕ 2771/2011 (Ολομ.), Πρακτική άσκηση δικηγόρων-πτυχιούχος Γαλλίας

Ανθούλα Καπελώνη

Η δεκαοκτάμηνη πρακτική άσκηση που προηγείται της συμμετοχής στις εξετάσεις για τη λήψη άδειας άσκησης επαγγέλματος δικηγόρου συνιστά προπαρασκευαστικό στάδιο για την πρόσβαση σε «νομοθετικά κατοχυρωμένο επάγγελμα» και υπάγεται στις ρυθμίσεις του πρωτογενούς ενωσιακού δικαίου. Ως «αλλοδαπό πτυχίο αναγνωρισμένο ομοταγούς Πανεπιστημίου», το οποίο προβλέπει ο Κώδικας Δικηγόρων ως προϋπόθεση για την εγγραφή στα μητρώα ασκουμένων του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου, νοείται το σύνολο των επαγγελματικών εκείνων προσόντων (αλλοδαπός τίτλος σπουδών, γνώσεις, επαγγελματική πείρα) που αποκτήθηκαν σε κράτος μέλος της Ένωσης και παρέχουν τη δυνατότητα στον ενδιαφερόμενο να πραγματοποιήσει την πρακτική άσκηση σε εκείνο το κράτος μέλος. Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής οφείλουν να προβούν σε συγκριτική αξιολόγηση του συνόλου των επαγγελματικών προσόντων με το ημεδαπό πτυχίο Νομικής, χωρίς να έχουν τη δυνατότητα να εξαρτούν την επαγγελματική αναγνώριση του τίτλου σπουδών από την ακαδημαϊκή του αναγνώριση. Αντίθετη μειοψηφία. Δεκτή η αίτηση ακύρωσης κατά της παράλειψης οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας την οποία συνιστά η σιωπηρή άρνηση του Δικηγορικού Συλλόγου να χορηγήσει πιστοποιητικό πραγματοποίησης άσκησης. Εφόσον ο αιτών είχε ήδη εγγραφεί ως ασκούμενος δικηγόρος, επικαλούμενος πτυχίο Νομικής γαλλικού πανεπιστημίου, ο Δικηγορικός Σύλλογος δεν δύναται να εξετάσει, κατά το στάδιο της ολοκλήρωσης της πρακτικής άσκησης και της χορήγησης του σχετικού πιστοποιητικού, λόγους αναγόμενους στην ακαδημαϊκή ισοτιμία του πτυχίου. Η προβολή, παρεμπιπτόντως, λόγων που αφορούν στο κύρος του τίτλου μπορεί να γίνει μονάχα στο πλαίσιο ανάκλησης της (παράνομης) εγγραφής του αιτούντος στον Σύλλογο.

ΣτΕ 3242/2004 (Δ΄ Τμήμα) «Βασικός Μέτοχος» – Μηχανική / ΕΣΡ

Κρίθηκε ομόφωνα ότι οι διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 2 περ. α και 3 παρ. 2 του ν. 3021/2002, κατά το μέρος που προβλέπουν, ότι η απαγόρευση συνάψεως δημοσίων συμβάσεων, σε ό,τι αφορά τους συγγενείς των ιδιοκτητών, εταίρων, βασικών μετόχων κλπ. των επιχειρήσεων μέσων μαζικής ενημέρωσης, αίρεται αν οι εν λόγω συγγενείς αποδείξουν ότι διαθέτουν οικονομική αυτοτέλεια σε σχέση με τα πρόσωπα αυτά – καθ’ ό, δηλαδή, μέρος εισάγουν σχετικώς μαχητό τεκμήριο – προσκρούει στη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 9 του Συντάγματος. Ο κοινός νομοθέτης, ρυθμίζοντας τα ειδικότερα ζητήματα τα σχετικά με την εφαρμογή της εν λόγω συνταγματικής διατάξεως δεν μπορεί να περιορίσει το πεδίο εφαρμογής της, όπως αυτό έχει προσδιορισθεί από τον ίδιο τον συνταγματικό νομοθέτη, και κατά τρόπο αντίθετο προς τη βούλησή του, θεσπίζοντας πρόσθετες προϋποθέσεις ή εισάγοντας μαχητά τεκμήρια, σε περίπτωση ανατροπής των οποίων αίρεται η απαγόρευση συνάψεως δημοσίων συμβάσεων και το ασυμβίβαστο για τις ανωτέρω κατηγορίες. Άρα, η προσβαλλόμενη πράξη του ΕΣΡ, η έκδοση της οποίας ερείδεται επί των ανωτέρω κατά το μέρος τούτο αντισυνταγματικών διατάξεων του ν. 3021/2002 θα έπρεπε για τον λόγο αυτό, βασίμως προβαλλόμενο, να ακυρωθεί. Έλεγχος συμβατού της απαγόρευσης σύναψης δημοσίων έργων με τους ιδιοκτήτες, βασικούς μετόχους, εταίρους κ.λπ. επιχειρήσεων ΜΜΕ προς την οδηγία 93/37/ΕΟΚ. Κατά την κρατήσασα γνώμη, ο κανόνας του άρθρου 14 παρ. 9 Συντ. δεν εμπίπτει στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του κανόνα του θεσπιζομένου με το προαναφερθέν άρθρο 24 της εν λόγω οδηγίας, καθώς το καθιερούμενο με την ως άνω συνταγματική διάταξη ασυμβίβαστο δεν σχετίζεται με επαγγελματικές αναξιότητες επιχειρηματία, όπως αυτές που προβλέπει η Οδηγία 93/37/ΕΟΚ, με την οποία, άλλωστε, επέρχεται μερική μόνο εναρμόνιση στον τομέα των συμβάσεων δημοσίων έργων. Ειδικότερες γνώμες πλειοψηφίας και αντίθετη μειοψηφία. Επιπλέον, αλυσιτελής κρίνεται, κατά την κρατήσασα γνώμη, η διατύπωση προδικαστικού ερωτήματος προς το ΔΕΚ, προκειμένου να διαπιστωθεί αν διάταξη επιτακτικού χαρακτήρος του ελληνικού Συντάγματος είναι συμβατή κατά το περιεχόμενο της ρυθμίσεως της με διάταξη του πρωτογενούς ή του παραγώγου ενωσιακού δικαίου, αφού ακόμη και στην περίπτωση, που από την προδικαστική απόφαση τυχόν θα προέκυπτε ότι η ερμηνεία της διατάξεως του άρθρου 24 της οδηγίας 93/37/ΕΟΚ την καθιστά αντίθετη με την διάταξη του άρθρου 14 παρ. 9 του Συντάγματος, η εφαρμογή της τελευταίας από τον έλληνα δικαστή δεν θα μπορούσε σε καμία περίπτωση να παρακαμφθεί. Και τούτο διότι – τουλάχιστον κατά την παρούσα φάση εξελίξεως του ενωσιακού δικαίου – δεν είναι δυνατόν στην ελληνική έννομη τάξη να αναγνωρισθεί κανόνας υπερτέρας τυπικής ισχύος από οποιαδήποτε επιτακτικού χαρακτήρος συνταγματική διάταξη. Αντίθετη μειοψηφία. Αναβάλλεται η έκδοση οριστικής αποφάσεως. Παραπομπή στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου του ζητήματος: α) (κατά το άρθρο 100 παρ. 5 Συντ.) του συμφώνου των διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 2 περ. α και 3 παρ. 2 του ν. 3021/2002 με το άρθρο 14 παρ. 9 Συντ., β) (κατά το άρθρο 14 παρ. 2 εδ. β π.δ. 18/1989) αν για την προαναφερθείσα συνταγματική διάταξη (όπως εξειδικεύεται από τις διατάξεις του ν. 3021/2002) τίθεται θέμα ελλείψεως συμβατού της με τα οριζόμενα στο άρθρο 24 της οδηγίας 93/37/ΕΟΚ και γ) αν είναι λυσιτελής η διατύπωση σχετικού προδικαστικού ερωτήματος προς το ΔΕΚ.

Προτάσεις Γενικού Εισαγγελέα Maduro C-213/07 για τον Βασικό Μέτοχο

Μπορεί ένα κράτος να προσθέσει στον κατάλογο του άρθρου 24 της οδηγίας 93/37/ΕΟΚ ένα λόγο αποκλεισμού από τη συμμετοχή στις διαδικασίες σύναψης των συμβάσεων δημοσίων έργων ( 2 ); Υπό ποιες προϋποθέσεις και εντός ποιων ορίων; Αυτά τα ζητήματα, που αποτελούν, κατ’ ουσίαν, το αντικείμενο της υπό κρίση αίτησης για την έκδοση προδικαστικής απόφασης, θέτουν το θέμα της ύπαρξης και, ενδεχομένως, της έκτασης της νομοθετικής εξουσίας την οποία διαθέτουν τα κράτη μέλη όταν υπάρχει κοινοτική εναρμόνιση. Η προβληματική αυτή δεν είναι νέα. Έχει ήδη αποτελέσει το αντικείμενο πλούσιας νομολογίας. Η ιδιαιτερότητα, ωστόσο, της υπό κρίση υπόθεσης έγκειται στο ότι το επίμαχο εθνικό νομοθετικό μέτρο συνιστά διάταξη συνταγματικής ισχύος. Μπορεί αυτό να επηρεάσει την απάντηση; Αυτά είναι τα σημεία που βρίσκονται στο επίκεντρο της παρούσας διαφοράς. Ο κατάλογος των λόγων αποκλεισμού των εργοληπτών που περιέχει το άρθρο 24 της οδηγίας 93/37 δεν είναι εξαντλητικός. Ειδικότερα, πρέπει να γίνει δεκτό ότι τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν, κατά διακριτική ευχέρεια, και υπό τον έλεγχο του Δικαστηρίου, και άλλες περιπτώσεις αποκλεισμού, αν αυτό αποδεικνύεται αναγκαίο για την πρόληψη τυχόν συγκρούσεων συμφερόντων και, συνεπώς, για τη διασφάλιση των αρχών της διαφάνειας και της ίσης μεταχείρισης. Μάλιστα, εφόσον ο σεβασμός της συνταγματικής ταυτότητας των κρατών μελών μπορεί να συνιστά θεμιτό συμφέρον ικανό να δικαιολογήσει, καταρχήν, έναν περιορισμό των υποχρεώσεων που επιβάλλονται από το κοινοτικό δίκαιο, κατά μείζονα λόγο μπορεί να τον επικαλεστεί ένα κράτος μέλος για να δικαιολογήσει τη δική του εκτίμηση των συνταγματικών μέτρων που πρέπει να συμπληρώσουν την κοινοτική νομοθεσία προς εξασφάλιση, εντός της επικράτειάς του, των αρχών και κανόνων που θεσπίζει ή επί των οποίων βασίζεται η εν λόγω νομοθεσία. Υπό την προϋπόθεση, όμως, ότι το εθνικό συνταγματικό δίκαιο προσαρμόζεται στις επιταγές της κοινοτικής έννομης τάξης, ακριβώς όπως το κοινοτικό δίκαιο λαμβάνει υπόψη του τη συνταγματική ταυτότητα των κρατών μελών. Έτσι, λοιπόν, το ασυμβίβαστο μεταξύ του τομέα των δημοσίων έργων και του τομέα των μέσων ενημέρωσης που καθιερώνει το άρθρο 14 παρ. 9 του ελληνικού Συντάγματος πρέπει να είναι σύμφωνο προς την αρχή της αναλογικότητας. Η τελευταία, όμως, φαίνεται να παραβιάζεται καθώς ασυμβίβαστο της έκτασης εκείνου που καθιερώνει η προαναφερθείσα συνταγματική διάταξη, μολονότι άπτεται της αρχής της ίσης μεταχείρισης, υπερβαίνει το αναγκαίο μέτρο για την τήρηση της αρχής αυτής. Και τούτο διότι το ασυμβίβαστο αυτό καταλαμβάνει όλους τους εργολήπτες που: α) συνδέονται με επιχειρήσεις μέσων ενημέρωσης, ανεξαρτήτως της έκτασης της κυκλοφορίας των εν λόγω μέσων ενημέρωσης, και β) έχουν κάποια συγγένεια με επιχειρηματία μέσων ενημέρωσης, χωρίς να εξετάζεται αν αυτή είναι κοντινή ή μακρινή.

Υπόθεση C-213/07 «Βασικός Μέτοχος» – Μηχανική/ΕΣΡ

Το άρθρο 24 εδ. α της Οδηγίας 93/37 απαριθμεί εξαντλητικά τους στηριζόμενους σε αντικειμενικές σκέψεις – απτόμενες της επαγγελματικής ιδιότητας – λόγους αποκλεισμού της συμμετοχής ενός εργολήπτη από διενεργούμενο διαγωνισμό. Ωστόσο, η Οδηγία αυτή δεν κωλύει ένα κράτος μέλος να προβλέψει – κατά διακριτική ευχέρεια – άλλα μέτρα αποκλεισμού αποσκοπούντα στη διασφάλιση της τήρησης των αρχών της ίσης μεταχείρισης των υποβαλλόντων προσφορά και της διαφάνειας, υπό την επιφύλαξη της αρχής της αναλογικότητας. Και τούτο διότι κάθε κράτος μέλος είναι το πλέον αρμόδιο να εντοπίσει, βάσει των δικών του ιστορικών, νομικών, οικονομικών ή κοινωνικών συνθηκών τις καταστάσεις που ευνοούν την εμφάνιση συμπεριφορών ικανών να προκαλέσουν παραβιάσεις των αρχών αυτών. Ειδικότερα, η βούληση ενός κράτους μέλους να αποτρέψει τον κίνδυνο εμφάνισης πρακτικών ικανών να απειλήσουν τη διαφάνεια και να νοθεύσουν τον ανταγωνισμό, οι οποίες θα μπορούσαν να προκληθούν – κατά την εκτίμηση του κράτους αυτού – από την παρουσία, μεταξύ των υποβαλλόντων προσφορά κατά τη σύναψη μιας δημόσιας σύμβασης, εργολήπτη ο οποίος ασκεί δραστηριότητα στον τομέα των μέσων ενημέρωσης ή διατηρεί δεσμούς με πρόσωπο εμπλεκόμενο στον τομέα αυτόν, συνάδει προς τους σκοπούς γενικού συμφέροντος διατήρησης της πολυφωνίας και της ανεξαρτησίας των μέσων ενημέρωσης καθώς, επίσης, και της καταπολέμησης της απάτης και της διαφθοράς. Ωστόσο, εθνική διάταξη η οποία καθιερώνει γενικό ασυμβίβαστο μεταξύ του τομέα των δημοσίων έργων και του τομέα των μέσων ενημέρωσης, αποκλείοντας μια ολόκληρη κατηγορία εργοληπτών δημοσίων έργων βάσει αμάχητου τεκμηρίου, σύμφωνα με το οποίο, η παρουσία – μεταξύ των υποβαλλόντων την προσφορά – εργολήπτη που εμπλέκεται και στον τομέα των μέσων ενημέρωσης είναι αναπόφευκτα ικανή να αλλοιώσει τον ανταγωνισμό, χωρίς να του παρέχεται δικαίωμα απόδειξης προς αντίκρουση τυχόν προβαλλόμενων στοιχείων, βαίνει πέραν του αναγκαίου μέτρου για την επίτευξη των ως άνω προβαλλόμενων στόχων της ίσης μεταχείρισης και της διαφάνειας, παραβιάζοντας την αρχή της αναλογικότητας.

ΣτΕ 3670/2006 (Ολ.) «Βασικός Μέτοχος» – Μηχανική / ΕΣΡ

Στο άρθρο 14 παρ. 9 εδ. ε Συντ. καθιερώνεται απόλυτο κώλυμα για τους επιχειρηματίες που αναπτύσσουν επιχειρηματική και διευθυντική επαγγελματική δραστηριότητα είτε στο χώρο των ΜΜΕ είτε στο χώρο των δημοσίων έργων, να δραστηριοποιούνται, αντίστοιχα, και στον άλλο. Το συνταγματικώς δε θεσπισθέν αυτό κώλυμα ο κοινός νομοθέτης δεν μπορεί να το άρει μέσω της πρόβλεψης «ειδικότερων» ρυθμίσεων, επί τη βάσει της εξουσιοδοτήσεως, που του παρέχεται με το τελευταίο εδάφιο της διατάξεως αυτής. Αντίθετη και παραλλάσσουσα μειοψηφία.. Και τούτο διότι το τεκμήριο αυτό θεσπίζεται ως μαχητό, υπό την έννοια ότι στα ως άνω μνημονευόμενα πρόσωπα παρέχεται η δυνατότητα να ανταποδείξουν ότι ενεργούν, στην προκείμενη περίπτωση, αυτοτελώς και για ίδιο λογαριασμό, ασκούντες την περί ης πρόκειται δραστηριότητα (σύναψη με το Δημόσιο συμβάσεως έργου, προμήθειας ή υπηρεσιών) αποκλειστικώς προς ίδιον συμφέρον. Αντίθετη και παραλλάσσουσες μειοψηφίες. Συνεπώς, οι διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 2 περ. α και 3 παρ. 2 του ν. 3021/2002, κατά το μέρος που με αυτές ορίζεται ότι οι συγγενείς ιδιοκτήτη, βασικού μετόχου κ.λπ. επιχειρήσεως μέσων ενημέρωσης δεν λογίζονται ως παρένθετα αυτών πρόσωπα, αν αποδείξουν ότι διαθέτουν οικονομική αυτοτέλεια, σε σχέση με τα προαναφερθέντα στελέχη επιχειρήσεως μέσων ενημέρωσης, αντίκεινται στην ανωτέρω συνταγματική διάταξη. Αντίθετη μειοψηφία. Με βάση τα παραπάνω δεδομένα, η προσβαλλόμενη απόφαση του ΕΣΡ, εκδοθείσα επί τη βάσει των αντισυνταγματικών, κατά τα ανωτέρω, διατάξεων του ν. 3021/2002, θα ήταν, καταρχήν, ακυρωτέα, κατ’ αποδοχή σχετικού λόγου ακυρώσεως. Αντίθετη μειοψηφία. Το δικαστήριο, όμως, οφείλει, περαιτέρω, να ερευνήσει αυτεπαγγέλτως αν οι προαναφερθείσες διατάξεις του εθνικού δικαίου, που διέπουν την υπό κρίση υπόθεση, είναι συμβατές με τους κανόνες του ενωσιακού δικαίου. Κρίνεται δε λυσιτελής η εξέταση του σχετικού ζητήματος στην παρούσα υπόθεση κυρίως χάριν της αρχής της οικονομίας της δίκης. Ειδικότερη γνώμη πλειοψηφίας και αντίθετη μειοψηφία. Μάλιστα, το ζήτημα του συμβατού του άρθρου 14 παρ. 9 του Συντάγματος προς τους κανόνες του ενωσιακού δικαίου πρέπει να εξετασθεί σε σχέση τόσο με το πέμπτο όσο και με το έκτο εδάφιο αυτού. Αντίθετη μειοψηφία. Ειδικότερα, από την εξέταση, αρχικά, της συμβατότητας της κρίσιμης εθνικής νομοθεσίας με το παράγωγο ενωσιακό δίκαιο κρίνεται, κατά πλειοψηφία, ότι ο κανόνας της προαναφερθείσας συνταγματικής διάταξης, όπως αυτός εξειδικεύεται, κατά τις λεπτομέρειες του, με τις διατάξεις των άρθρων 2 και 3 του ν. 3021/2002, φαίνεται να θεσπίζει, πέραν των περιοριστικά προβλεπομένων από το άρθρο 24 της οδηγίας 93/37/ΕΟΚ και κατά παράβαση αυτού, έναν ακόμη λόγο αποκλεισμού υποψηφίων αναδόχων από τη σύναψη δημοσίων συμβάσεων, σχετικών με δημόσια έργα.. Υποβάλλεται, συνεπώς, στο ΔΕΚ σχετικό προδικαστικό ερώτημα περί του αν είναι περιοριστικός ή όχι ο χαρακτήρας της απαρίθμησης των λόγων αποκλεισμού εργοληπτών δημοσίων έργων του άρθρου 24 της Οδηγίας 93/37/ΕΟΚ. προδικαστικό ερώτημα, με το εξής περιεχόμενο: υπό την εκδοχή ότι η μνεία λόγων αποκλεισμού εργοληπτών στο προαναφερθέν άρθρο της Οδηγίας δεν είναι περιοριστική, διάταξη (όπως οι κρίσιμες εθνικές) θεσπίζουσα τα επίμαχα ασυμβίβαστα για λόγους προστασίας της διαφάνειας των κρατικών οικονομικών λειτουργιών, εξυπηρετεί σκοπούς συμβατούς με τις γενικές αρχές του ενωσιακού δικαίου και συμβιβάζεται με την ευρωπαϊκή αρχή της αναλογικότητας; Τέλος, και ενόψει σχετικής νέας διάστασης των γνωμών μεταξύ των μελών του δικαστηρίου, τίθεται υπόψη του ΔΕΚ και τρίτο προδικαστικό ερώτημα, ως ακολούθως: εάν γίνει δεκτό ότι η μνεία των λόγων αποκλεισμού είναι περιοριστική ή είναι ενδεικτική και το δεύτερο ερώτημα απαντηθεί αρνητικά, η παραπάνω Οδηγία παραβιάζει τις γενικές αρχές του ενωσιακού δικαίου περί προστασίας του ανταγωνισμού και της διαφάνειας και την αρχή της επικουρικότητας; Αναβάλλεται η οριστική κρίση της υποθέσεως, μέχρις εκδόσεως αποφάσεως του ΔΕΚ επί των προδικαστικών ερωτημάτων.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΟΣ ΠΙΝΑΚΑΣ «ΒΑΣΙΚΟΣ ΜΕΤΟΧΟΣ

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΟΣ ΠΙΝΑΚΑΣ «ΒΑΣΙΚΟΣ ΜΕΤΟΧΟΣ Α. Μονογραφίες/ Συστηματικά έργα Βενιζέλος Ευ., (2002). Το αναθεωρητικό κεκτημένο. Αθήνα – Κομοτηνή. Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, σ. 197 επ. Κική Γ., (2003). Η ελευθερία των οπτικοακουστικών μέσων (υπό το πρίσμα της συνταγματικής αναθεώρησης του 2001). Αθήνα – Θεσσαλονίκη. Σάκκουλας, σ. 108 επ. Κοντιάδης Ξ., (2002). Ο νέος συνταγματισμός και τα… Read More: ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΟΣ ΠΙΝΑΚΑΣ «ΒΑΣΙΚΟΣ ΜΕΤΟΧΟΣ »

ΣτΕ 2531/2011 (Δ΄ τμ.) Ίδρυση Φαρμακείου-συνταγματικότητα πληθυσμιακών κριτηρίων

Κρίθηκε ομόφωνα συνταγματική η διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 12 του Ν. 3457/2006, με την οποία θεσπίζονται και πάλι πληθυσμιακά κριτήρια κατά τη χορήγηση άδειας ίδρυσης φαρμακείου. Η διάταξη αυτή δεν αντίκειται στην παρ. 1 του άρθρου 5 του Συντάγματος που εγγυάται την επαγγελματική ελευθερία, καθώς ο περιορισμός επιβλήθηκε για λόγους αναγόμενους στην προστασία της δημόσιας υγείας. Επιβλήθηκε, στα πλαίσια της, κατά τα άρθρα 21 παρ. 3 και 22 παρ. 5 του Συντάγματος, μέριμνας του Κράτους για την υγεία των πολιτών – για την οποία οφείλει να μεριμνά και προληπτικώς – και την κοινωνική ασφάλιση των εργαζομένων, αφ’ ενός μεν για λόγους προστασίας της δημοσίας υγείας και αφ’ ετέρου για λόγους προστασίας των διαθεσίμων για την υγειονομική περίθαλψη από το Δημόσιο και τους οργανισμούς κοινωνικής ασφαλίσεως οικονομικών πόρων. Είναι δε σύμφωνος με την αρχή της αναλογικότητας, διότι δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι είναι προδήλως απρόσφορος για την επίτευξη των επιδιωκομένων από τις διατάξεις του νόμου σκοπών, ούτε υπερβαίνει το αναγκαίο για την επίτευξη των εν λόγω σκοπών μέτρο ή τα επιβαλλόμενα από την αρχή της αναλογικότητας όρια. Περαιτέρω, ο περιορισμός δεν προσκρούει στις ρυθμίσεις του ενωσιακού δικαίου για την ελευθερία εγκατάστασης. Παραπομπή του ζητήματος στην Ολομέλεια.

ΣτΕ 3665/2005 (Ολομ.) Φαρμακοποιός Αθηνών – Αντισυνταγματικά τα πληθυσμιακά κριτήρια ίδρυσης Φαρμακείου.

Κρίθηκε κατά πλειοψηφία αντισυνταγματική η διάταξη του άρθρου 2 του Ν. 1963/1991 με την οποία θεσπίζονται πληθυσμιακά κριτήρια για τη χορήγηση άδειας ίδρυσης φαρμακείου. Ο συγκεκριμένος περιορισμός αντίκειται στην παρ. 1 του άρθρου 5 του Συντάγματος που εγγυάται την επαγγελματική ελευθερία, καθώς το μέτρο αποσκοπεί στην εξασφάλιση της οικονομικής βιωσιμότητας των ήδη λειτουργούντων φαρμακείων και δεν συνδέεται με την προστασία της δημόσιας υγείας. Αντίθετη μειοψηφία

ΣτΕ 3470/2011 (Ολομέλεια) Βασικός Μέτοχος- Μηχανική/ΕΣΡ

Πρόεδρος Π. Πικραμμένος, Εισηγητής: Χρ.Ράμμος

Κρίθηκε ομόφωνα αντισυνταγματικό το πλέγμα των διατάξεων των άρθρων 2 και 3 του ν. 3021/2002 με τα οποία καθιερωνόταν απόλυτη και γενική απαγόρευση σύναψης δημοσίων συμβάσεων κατηγορίας προσώπων, που συνδέονταν ιδιοκτησιακά, επιχειρηματικά ή διευθυντικά με Επιχειρήσεις Μέσων Ενημέρωσης. Κρίθηκε συγκεκριμένα αντισυνταγματική, ως αντίθετη στην αρχή της αναλογικότητας, νοουμένης ως θεμελιώδους αρχής τόσο του εθνικού όσο και του κοινοτικού δικαίου, η προαναφερόμενη νομοθετική πρόβλεψη, επειδή καθιέρωνε με τη μορφή αμάχητου τεκμηρίου επαγγελματικό ασυμβίβαστο που οδηγούσε στην απαγόρευση σύναψης δημόσιων συμβάσεων από τα προαναφερόμενα πρόσωπα και στην ακύρωση των εν λόγω συμβάσεων. Η κρίση για την αντισυνταγματικότητα της κρίσιμης ρύθμισης, που συγκροτούνταν από ένα ολόκληρο πλέγμα διατάξεων, βασίστηκε στη σύμφωνη με το κοινοτικό δίκαιο ερμηνεία των διατάξεων του άρθρου 14 παρ. 9 του Συντάγματος. Η υποχρέωση εναρμονισμένης με το κοινοτικό δίκαιο ερμηνείας της συγκεκριμένης συνταγματικής διάταξης στηρίχθηκε τόσο στη βούληση του αναθεωρητικού νομοθέτη όσο και στην ερμηνευτική δήλωση του άρθρου 28 του Συντάγματος, από την οποία προκύπτει η υποχρέωση εναρμόνισης των συνταγματικών διατάξεων με τους κανόνες του κοινοτικού δικαίου. Αν ερμηνευτούν υπό το πρίσμα αυτό οι διατάξεις του άρθρου 14 παρ.9 Σ. αναγνωρίζουν μεν στον κοινό νομοθέτη να καθορίζει με ευχέρεια αυτός κατά τη θέσπιση των «ειδικοτέρων ρυθμίσεων» τα αναγκαία και πλέον πρόσφορα κατά την εκτίμησή του μέτρα εν όψει των εξελισσόμενων κοινωνικών και οικονομικών συνθηκών και των πολιτικών του εκτιμήσεων, καθώς και των υποχρεώσεων της Χώρας ως μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης μέτρα, τηρώντας όμως απαρέγκλιτα την αρχή της αναλογικότητας. Ακυρώνεται η προσβληθείσα με αίτηση ακυρώσεως απόφαση του ΕΣΡ επειδή βασίστηκε στην αντισυνταγματική ρύθμιση των διατάξεων των άρθρων 2 και 3 του ν. 3021/2002.