Η υποχρέωση ανέλκυσης ναυαγίων υπό το φως του άρθρου 24 Συντάγματος

Γεώργιος Φιλτσόγλου, Επίκουρος Δικαστικού Έργου Δ.Δ., υπ. ΜΔΕ Δημοσίου Δικαίου και Πολιτικής Επιστήμης

Καρπενήσι, Ιούνιος 2025

ΔΙΑΓΡΑΜΜΑ – ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Κεφάλαιο                                                                                                             Σελίδα

Εισαγωγή σ. 3

Α΄ Μέρος: Το συνταγματικό δικαίωμα στο περιβάλλον σ. 5

  1. Η ιδιαίτερη φύση του δικαιώματος στο περιβάλλον  σ. 5
  2. Βασικές αρχές προστασίας του περιβάλλοντος  σ. 6

Α. Οι αρχές της πρόληψης και της προφύλαξης  σ. 7

Β. Αρχή «ο ρυπαίνων πληρώνει» και Οδηγία 2004/35/ΕΚ  σ. 8

Β΄ Μέρος: Οριζόντια ισχύς και κανονιστικότητα του δικαιώματος στο περιβάλλον  σ. 11

  1. Η οριζόντια ισχύς των θεμελιωδών δικαιωμάτων  σ. 11
  2. Δικαίωμα στο περιβάλλον και οριζόντια ισχύς  σ. 12
  • Η κανονιστικότητα του κοινωνικού δικαιώματος στο περιβάλλον  σ. 14

Γ΄ Μέρος: Η υποχρέωση ανέλκυσης ναυαγίων  σ. 17

  1. Η διαμόρφωση της υποχρέωσης βάσει του άρθρου 24 Συντάγματος και των βασικών αρχών προστασίας του περιβάλλοντος και η νομοθετική της εξειδίκευση  σ. 17
  2. Νομολογιακή αντιμετώπιση της υποχρέωσης ανέλκυσης ναυαγίων  σ. 18

Α. Οι υποχρεώσεις των κρατικών οργάνων (ΣτΕ 1820/2019 και 714/2019)  σ. 18

  1. Η υπόθεση του ναυαγίου του Κ/Ζ Sea Diamond (παράλειψη οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας εκ μέρους της διοίκησης)  σ. 19
  2. Η υπόθεση του ναυαγίου του πλοίου TRIZAN (ορθή η ανάληψη δράσης εκ μέρους της διοίκησης)  σ. 21

Β. Οι υποχρεώσεις των ιδιωτών πλοιοκτητών (ΑΠ 539/2024)  σ. 22

Δ΄ Μέρος: Συμπεράσματα – Διαπιστώσεις: πώς αναπτύσσει οριζόντια ισχύ το δικαίωμα στο περιβάλλον;  σ. 24

Βιβλιογραφία – Αρθρογραφία σ. 26

 

 

 

Εισαγωγή

Αναπτύσσει το δικαίωμα στο περιβάλλον οριζόντια ισχύ;

Η φετινή έντονη σεισμική δραστηριότητα στο νησί της Σαντορίνης έφερε ξανά στο προσκήνιο ένα χρονίζον ζήτημα, την υπόθεση του ναυαγίου του κρουαζιερόπλοιου (Κ/Ζ) Sea Diamond. Το μεσημέρι της 5ης Απριλίου 2007, ενώ το κρουαζιερόπλοιο έπλεε προς τη Σαντορίνη, παρέκκλινε της πορείας του και προσέκρουσε σε ξέρα, με αποτέλεσμα να αρχίσει η εισχώρηση υδάτων στο εσωτερικό του. Το πρωί της επόμενης ημέρας, 15 ώρες μετά την πρόσκρουση, το πλοίο βυθίστηκε στον κόλπο της Καλντέρας, αφού κάθε προσπάθεια αποτροπής της βύθισής του φάνηκε ελλιπώς οργανωμένη και, συνεπώς, ανεπιτυχής. Από το 2007 έως και σήμερα, για 18 ολόκληρα χρόνια, το ναυάγιο του Sea Diamond παραμένει στο βυθό της Σαντορίνης, σε βάθος περίπου 150 μέτρων, ενώ υπολογίζεται πως η πρύμνη του βρίσκεται στο χείλος ενός θαλάσσιου γκρεμού. Ενδεχόμενη αποσταθεροποίησή του από έναν ισχυρό σεισμό, συνεπώς, μπορεί να το ρίξει σε άβυσσο με αποτέλεσμα την πλήρη διάλυσή του και την απελευθέρωση στο θαλάσσιο περιβάλλον που έχει χαρακτηριστεί δίκτυο NATURA και «τοπίο ιδιαίτερου φυσικού κάλλους»[1] ό,τι έχει απομείνει από τις ρυπογόνες και τοξικές ουσίες που έφερε κατά τη βύθισή του, ήτοι από 430 τόνους μαζούτ, 63 τόνους Diesel, 36.000 λίτρα λιπαντέλαια, 10 κυβικά βαρέα πετρελαιοειδή κατάλοιπα, 15 κυβικά ελαφρά πετρελαιοειδή κατάλοιπα και 10 κυβικά κατάλοιπα λιπαντελαίων.[2]

Καθίσταται εκ των ανωτέρω σαφές ότι το ναυάγιο, ενόψει του φορτίου του και της θέσης του στον κόλπο της Καλντέρας, συνιστά απειλή για το θαλάσσιο περιβάλλον. Την απειλή αυτή επιχειρούν να αναδείξουν τα όργανα της τοπικής αυτοδιοίκησης της νήσου Θήρας, από κοινού με φιλοπεριβαλλοντικές οργανώσεις και κατοίκους του νησιού ζητώντας την άμεση ανέλκυση του ναυαγίου, καθώς και χρηματική αποζημίωση εξαιτίας της παράλειψης των σχετικών ενεργειών ανέλκυσης. Για να επιτύχουν τον στόχο τους έχουν εκκινήσει έναν πολυετή δικαστικό αγώνα, που, όπως θα αναλύσουμε και στη συνέχεια, έχει κεντρικό άξονα το συνταγματικά κατοχυρωμένο στο άρθρο 24 θεμελιώδες δικαίωμα στην προστασία του περιβάλλοντος και τον νόμο 2881/2001 για την ανέλκυση ναυαγίων.

Η παραπάνω υπόθεση, αφορώσα την υποχρέωση ανέλκυσης ναυαγίων, αποτελεί μέρος μιας γενικότερης προβληματικής που σχετίζεται με την οριζόντια ισχύ των θεμελιωδών δικαιωμάτων και, ιδιαίτερα, του συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματος στην προστασία του περιβάλλοντος. Σε μια εποχή που χαρακτηρίζεται από έντονες προκλήσεις για το περιβάλλον αμφισβητείται εάν το συνταγματικό αυτό δικαίωμα μπορεί να επιδράσει στις ιδιωτικές έννομες σχέσεις, είτε αυτοτελώς είτε μέσω κρατικής παρέμβασης που θα το «αντικειμενικοποιήσει» με νομοθετικές προβλέψεις και διοικητικές κυρώσεις.

Στο πλαίσιο, λοιπόν, της παρούσας μελέτης θα επιχειρήσουμε να προσεγγίσουμε την ιδιαίτερη φύση του θεμελιώδους δικαιώματος στο περιβάλλον και τους τρόπους με τους οποίους αποκτά κανονιστικότητα. Απώτερος μας στόχος είναι να αχθούμε σε χρήσιμα συμπεράσματα σχετικά με την ενδεχόμενη ανάπτυξη οριζόντιας ισχύος του δικαιώματος στο περιβάλλον μέσα από το παράδειγμα της υποχρέωσης ανέλκυσης ναυαγίων.

 

 

 

Α΄ Μέρος

Το συνταγματικό δικαίωμα στο περιβάλλον

Ι. Η ιδιαίτερη φύση του δικαιώματος στο περιβάλλον

Πριν εξετάσουμε το ζήτημα της οριζόντιας ισχύος του συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματος στο περιβάλλον, κρίνεται απαραίτητο να αναφερθούμε στην ιδιαίτερη φύση του. Συγκεκριμένα, όπως γίνεται δεκτό, το δικαίωμα στο περιβάλλον ανήκει στα αποκαλούμενα δικαιώματα τρίτης γενιάς, καθώς εκφράζει το συλλογικό ενδιαφέρον για την προστασία του περιβάλλοντος, για τη διαβίωση σε ένα υγιεινό και οικολογικά ισορροπημένο περιβάλλον. Το συλλογικό αυτό ενδιαφέρον δεν ταυτίζεται πάντοτε με τα προσωπικά – ανταγωνιστικά συμφέροντα του κάθε ατόμου. Πρόκειται, συνεπώς, για ένα δικαίωμα αλληλεγγύης, εφόσον προστατεύει ένα αγαθό το οποίο λαμβάνει υπόψη και τη μέλλουσα ανθρωπότητα, δημιουργώντας στο παρόν συνθήκες ζωής τέτοιες που να επιτρέπουν την επιβίωση και ανάπτυξή της.[3]

Το δικαίωμα στο περιβάλλον μπορεί, επίσης, να ιδωθεί υπό το πρίσμα των ατομικών δικαιωμάτων. Η νομική ισχύς του δικαιώματος στο περιβάλλον, ως ατομικού δικαιώματος, είναι επιτακτική, ήτοι καθιερώνει έναν άμεσης ισχύος κανόνα δικαίου που περιέχει δεσμευτική επιταγή προς τον κοινό νομοθέτη, τη Διοίκηση, τα δικαστήρια και τους διοικούμενους να συμμορφωθούν προς το περιεχόμενό του, χωρίς να απαιτείται η μεσολάβηση ενός νόμου.[4] Συνεπώς, εκτός από θεμελιώδες δικαίωμα, η προστασία του περιβάλλοντος μπορεί να θεωρηθεί αντικειμενικός κανόνας δικαίου, εφαρμοστέος σε περιπτώσεις προσβολών του προερχόμενων από ιδιώτες, ο οποίος καθορίζει την ερμηνεία και την εφαρμογή διατάξεων ήσσονος τυπικής ισχύος.[5] Άλλωστε, οι περισσότεροι κίνδυνοι για το περιβάλλον δεν προέρχονται από την κρατική δραστηριότητα αυτή καθ’ αυτήν, αλλά από την ιδιωτική πρωτοβουλία, έναντι τις οποίας οι πολίτες χρειάζονται κρατική προστασία, μεταξύ άλλων, μέσω νομοθετικών παρεμβάσεων.[6]

Ωστόσο, προκειμένου να επιτευχθεί η πλήρης ισχύς του δικαιώματος στο περιβάλλον δεν αρκεί η αξίωση προς αποχή. Η αποτελεσματική προστασία του περιβάλλοντος μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσω της ενεργούς παρέμβασης του κράτους. Συνεπώς, όσον αφορά τον κοινωνικό χαρακτήρα του δικαιώματος, η συνταγματικά επιβεβλημένη λήψη από το κράτος κατασταλτικών μέτρων για την προστασία του περιβάλλοντος μπορεί να εξειδικεύεται μέσα από τη νομοθετική πρόβλεψη και την επιβολή από τη διοίκηση και τα δικαστήρια κυρώσεων σε όσους το προσβάλλουν.[7] Παράλληλα, όπως γίνεται δεκτό και νομολογιακά, τα επιβαλλόμενα μέτρα καθιστούν αναγκαία την παρέμβαση εκ μέρους των κρατικών οργάνων στην οικονομική ή άλλη ατομική ή συλλογική δραστηριότητα,[8] προκειμένου να διασφαλίζουν την, κατά το δυνατόν, απρόσκοπτη απόλαυση ενός αειφόρου φυσικού περιβάλλοντος από όλους, αφού η προστασία του αποτελεί δικαίωμα του καθενός.[9],[10]

Από τον συνδυασμό των 2 πρώτων εδαφίων της παραγράφου 1 του άρθρου 24 Συντ. μπορεί να συναχθεί και μια συμπεριληπτική θεσμική εγγύηση υπέρ του περιβάλλοντος, ήτοι ότι το κράτος δεν επιτρέπεται να θέτει σε κίνδυνο το περιβάλλον παραλείποντας να εφαρμόσει τα ήδη θεσπισθέντα ειδικά μέτρα προστασίας.[11] Συναφής είναι και η έννοια του «περιβαλλοντικού κεκτημένου», σύμφωνα με την οποία το κράτος όχι μόνο απαγορεύεται να αναιρεί τα προστατευτικά για το περιβάλλον ισχύοντα μέτρα, αλλά θα πρέπει και να λαμβάνει επιπλέον μέτρα σε περίπτωση που τα ισχύοντα καθίστανται ανεπαρκή ή ασύμφορα, ενόψει και των διαρκώς μεταβαλλόμενων κλιματολογικών συνθηκών.

 

ΙΙ. Βασικές αρχές προστασίας του περιβάλλοντος

Όπως γίνεται παγίως δεκτό, το περιεχόμενο του θεμελιώδους δικαιώματος στο περιβάλλον δεν εξαντλείται στα όρια της διάταξης του άρθρου 24 του Συντάγματος. Αντιθέτως, το δικαίωμα στο περιβάλλον συνδιαμορφώνεται μέσω μιας σειράς γενικών αρχών, αποτυπωθεισών, ως επί το πλείστον, σε κείμενα και συνθήκες υπερνομοθετικής ισχύος. Θα μπορούσε, μάλιστα, να υποστηριχθεί ότι οι κάτωθι αρχές αποτελούν ειδικότερες πτυχές της αρχής της αειφορίας που κατοχυρώνεται στο άρθρο 24 παρ.1 Συντάγματος και προβλέπει την υποχρέωση για λήψη τόσο προληπτικών όσο και κατασταλτικών μέτρων για την κατά το δυνατόν αποτελεσματικότερη διαφύλαξη του περιβάλλοντος.[12]

Α. Οι αρχές της πρόληψης και της προφύλαξης

Σύμφωνα με την αρχή της πρόληψης η αποτελεσματική προστασία των περιβαλλοντικών αγαθών απαιτεί την προληπτική λήψη περιβαλλοντικών μέτρων, καθώς οι περιβαλλοντικές βλάβες κατά κανόνα είναι δυσχερώς επανορθώσιμες ή και ανεπανόρθωτες. Μέσω της αρχής της πρόληψης μπορεί απαιτηθεί από το κράτος προληπτική παρέμβαση στην οικονομική δραστηριότητα.[13] Για τη λήψη των εν λόγω μέτρων, τα οποία μπορεί να περιλαμβάνουν μέχρι και απαίτηση λήψης προηγούμενης διοικητικής άδειας πριν από μια επιβαρυντική για το περιβάλλον δραστηριότητα,[14] αρκεί η βλάβη του περιβάλλοντος να πιθανολογείται ή να επαπειλείται, ήτοι δεν απαιτείται να έχει ήδη υποβαθμιστεί το περιβάλλον. Η αρχή της πρόληψης συνδέεται στενά με την έννοια του περιβαλλοντικού κεκτημένου και της βιώσιμης ανάπτυξης, δηλαδή της ανάγκης να υπάρχει μια ισορροπία μεταξύ της οικονομικής ανάπτυξης και της προστασίας του περιβάλλοντος. Συνεπώς, σε περίπτωση που δεν ληφθούν προληπτικά μέτρα για την προστασία του περιβάλλοντος και επέλθει η υποβάθμιση αυτού, το σχετικό συνταγματικό δικαίωμα έχει ήδη υποστεί προσβολή, ακόμα και αν μπορούν να ληφθούν μεταγενέστερα μέτρα για την αποκατάσταση της βλάβης.

Συναφής με την αρχή της πρόληψης είναι και η αρχή της προφύλαξης. Σύμφωνα με την αρχή της προφύλαξης η διαχείριση των οικολογικών διακινδυνεύσεων επαφίεται στη λήψη προληπτικών μέτρων, ακόμη και εάν οι κίνδυνοι και τα αρνητικά αποτελέσματα ενός έργου ή μιας δραστηριότητας δεν μπορούν να θεμελιωθούν μέσω πλήρους και αποδεδειγμένης επιστημονικής ανάλυσης.[15] Αξίζει στο πλαίσιο της παρούσας μελέτης να επισημανθεί ότι στη Σύμβαση των Παρισίων του 1992 για την προστασία του θαλάσσιου περιβάλλοντος του Ατλαντικού η αρχή της προφύλαξης θεωρήθηκε ότι επιβάλλει τη λήψη προληπτικών μέτρων όταν υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις ανησυχίας εκ του γεγονότος ότι κάποιες ουσίες ή κάποια ενέργεια εισήλθαν στο θαλάσσιο περιβάλλον που μπορούν να συνεπάγονται διακινδυνεύσεις για την ανθρώπινη υγεία ή να βλάψουν τα θαλάσσια οικοσυστήματα.[16]

Οι αρχές της πρόληψης και της προφύλαξης είναι καινοφανείς στον χώρο του δικαίου και θα μπορούσαν να εφαρμοστούν σε όλες τις περιπτώσεις όπου τίθεται σε αμφισβήτηση η προστασία του περιβάλλοντος, είτε κινούμαστε στο πεδίο της σχέσης διοίκησης – διοικουμένων είτε στο πεδίο των ιδιωτικών εννόμων σχέσεων.[17] Ωστόσο, σε κάθε περίπτωση, οι αρχές αυτές δεν θα πρέπει να συνεπάγονται την άνευ ετέρου και με κάθε κόστος διατήρηση αναλλοίωτου του περιβάλλοντος, αλλά η εφαρμογή τους θα πρέπει να είναι σύμφωνη με την αρχή της αναλογικότητας. Ειδικότερα, η αναλογικότητα επιβάλλει τη στάθμιση κόστους – οφέλους πριν από τη λήψη οποιωνδήποτε μέτρων προστασίας του περιβάλλοντος, με δεδομένο ότι δεν είναι ποτέ δυνατόν να εξαλειφθούν εντελώς όλες οι πηγές κινδύνου για το περιβάλλον, ούτε, όμως, θα ήταν θεμιτό να παύσει εντελώς η οικονομική ανάπτυξη χάριν της προστασίας του περιβάλλοντος. Η στάθμιση κόστους – οφέλους μπορεί να γίνεται και επί οικονομικών δεδομένων, αλλά σε κάθε περίπτωση θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη τις ενδεχόμενες συνέπειες σε μακροπρόθεσμο ορίζοντα. Είναι, για παράδειγμα, πιθανόν μια οικονομική δραστηριότητα που συνεπάγεται, αρχικά, κάποια περιβαλλοντική επιβάρυνση να λειτουργήσει μακροπρόθεσμα με τέτοιο τρόπο, ώστε να ωφεληθεί το περιβάλλον και η ανθρώπινη υγεία. Σε κάθε περίπτωση οι απαιτήσεις του περιβάλλοντος και της υγείας έχουν βαρύνοντα χαρακτήρα σε σχέση με τις οικονομικές απαιτήσεις.[18]

 

Β. Αρχή «ο ρυπαίνων πληρώνει» και Οδηγία 2004/35/ΕΚ

Η ενσωματωθείσα στο άρθρο 191 παρ.2 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης αρχή «ο ρυπαίνων πληρώνει» είναι στενά συνδεδεμένη με τις αρχές της πρόληψης και της προφύλαξης, αλλά και της αντιμετώπισης της ρύπανσης κατά προτεραιότητα στην πηγή.[19] Έρεισμά της αποτελεί η γενικώς αποδεκτή πλέον συνειδητοποίηση ότι η ευθύνη πρέπει να βαρύνει το μέρος εκείνο που είναι υπεύθυνο για τη δραστηριότητα που ενέχει κινδύνους περιβαλλοντικών ζημιών.[20] Ο ρυπαίνων, συνεπώς, βαρύνεται με τα έξοδα για την υλοποίηση των μέτρων που αποφασίζουν οι δημόσιες αρχές, για να διασφαλισθεί η διατήρηση του περιβάλλοντος σε αποδεκτή κατάσταση.[21] Η ευθύνη του ρυπαίνοντος φορέα είναι, συνεπώς, κυρίως οικονομική.[22]

Η αρχή «ο ρυπαίνων πληρώνει» έχει εξειδικευτεί στο Ενωσιακό Δίκαιο διαμέσου της Οδηγίας 2004/35/ΕΚ. Οι εισαγόμενες με την Οδηγία ρυθμίσεις, οι οποίες κατέστησαν μέρος της εθνικής έννομης τάξης με το π.δ. 148/2009, προβλέπουν την υποχρέωση της Διοίκησης να παρεμβαίνει, ακόμα και προληπτικά, σε περίπτωση απειλής περιβαλλοντικής ζημίας προερχόμενης από τη δραστηριότητα οποιουδήποτε φορέα εκμετάλλευσης και να επιβάλλει στον φορέα το κόστος που απαιτείται είτε για την αποτροπή είτε για την αποκατάσταση περιβαλλοντικής βλάβης.[23] Η ευθύνη, μάλιστα, του φορέα εκμετάλλευσης είναι αντικειμενική, ήτοι του καταλογίζεται το κόστος ανεξαρτήτως υπαιτιότητάς του, ρύθμιση θεσπισθείσα κατόπιν ελληνικής πρωτοβουλίας που υπερβαίνει τις ελάχιστες απαιτήσεις που έθεσε η ως άνω Οδηγία.[24] Εάν ο ρυπαίνων φορέας δεν συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις του, οι αρμόδιες αρχές υποχρεούνται να προβούν – οι ίδιες ή σε συνεργασία με τρίτα πρόσωπα – στις ενδεικνυόμενες ενέργειες, καταλογίζοντας τις σχετικές δαπάνες στον φορέα.[25]

Θα πρέπει, επίσης, να σημειωθεί ότι, η Οδηγία 2004/35/ΕΚ, όπως ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη με το π.δ. 148/2009 παρείχε σημαντικά δικαιώματα και στους πολίτες που θίγονται από την υποβάθμιση του περιβάλλοντος. Πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με το άρθρο 13 του πδ 148/2009, κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που επηρεάζεται ή ενδέχεται να επηρεασθεί από περιβαλλοντική ζημιά δικαιούται να υποβάλει στην αρμόδια αρχή τις πληροφορίες που διαθέτει και να την καλέσει να αναλάβει δράση. Ωστόσο, δεν θεσπίζεται δικαίωμα διεκδίκησης αποζημίωσης, παρά μόνο αναζήτησης των πραγματοποιηθεισών δαπανών για την λήψη μέτρων πρόληψης ή αποκατάστασης της περιβαλλοντικής βλάβης, σύμφωνα με το άρθρο 11 παρ. 9 του π.δ. 148/2009, το οποίο παραπέμπει στις διατάξεις του Αστικού Κώδικα περί αδικαιολόγητου πλουτισμού (άρθρα 904 επ.) ή διοίκησης αλλοτρίων (άρθρα 730 επ.), οι οποίες εφαρμόζονται εν προκειμένω αναλογικά.

Δικαίωμα διεκδίκησης αποζημίωσης εκ μέρους ιδιωτών από άλλους ιδιώτες λόγω υποβάθμισης του περιβάλλοντος μπορεί, βέβαια, να αναγνωριστεί μέσω του άρθρου 29 ν. 1650/1986,[26] το οποίο, επίσης, θεσπίζει ένα καθεστώς αντικειμενικής ευθύνης για τις περιβαλλοντικές ζημιές, έτσι μπορεί να αναγνωριστεί ως κανονιστικό πλαίσιο που διευκολύνει την πραγμάτωση της αρχής «ο ρυπαίνων πληρώνει». Προκειμένου να εφαρμοστεί η διάταξη αυτή θα πρέπει να συντρέχει η προϋπόθεση της ρύπανσης, της μόλυνσης ή, εν γένει, της υποβάθμισης του περιβάλλοντος. Σύμφωνα με τους ορισμούς του νόμου 1650/1986 (άρθρο 2) ρύπανση αποτελεί η παρουσία στο περιβάλλον ρύπων, δηλαδή κάθε είδους ουσιών, θορύβου, ακτινοβολίας ή άλλων μορφών ενέργειας, σε ποσότητα, συγκέντρωση ή διάρκεια που μπορούν να προκαλέσουν αρνητικές επιπτώσεις στην υγεία, στους ζωντανούς οργανισμούς και στα οικοσυστήματα ή υλικές ζημιές και γενικά να καταστήσουν το περιβάλλον ακατάλληλο για τις επιθυμητές χρήσεις του.[27] Παράλληλα, μόλυνση συνιστά η μορφή ρύπανσης που χαρακτηρίζεται από την παρουσία παθογόνων μικροοργανισμών στο περιβάλλον ή δεικτών που υποδηλώνουν την πιθανότητα παρουσίας τέτοιων μικροοργανισμών. Περαιτέρω, υποβάθμιση του περιβάλλοντος, σύμφωνα με τους ορισμούς του άρθρου 2 ν. 1650/1986 αποτελεί η πρόκληση από ανθρώπινες δραστηριότητες ρύπανσης ή οποιασδήποτε άλλης μεταβολής στο περιβάλλον, η οποία είναι πιθανό να έχει αρνητικές επιπτώσεις στην οικολογική ισορροπία, στην ποιότητα ζωής και στην υγεία των κατοίκων, στην ιστορική και πολιτιστική κληρονομιά και στις αισθητικές αξίες.

 

Β΄ Μέρος

Οριζόντια ισχύς και κανονιστικότητα του δικαιώματος στο περιβάλλον

Από την προηγηθείσα ανάλυση μπορούμε να συνάγουμε ότι το συνταγματικά κατοχυρωμένο στο άρθρο 24 δικαίωμα στο περιβάλλον έχει έναν ιδιαίτερο μικτό χαρακτήρα. Συγκεκριμένα, αποτελεί δικαίωμα τρίτης γενιάς ή «αλληλεγγύης», ενώ συγκεντρώνει χαρακτηριστικά και ατομικού, αλλά και κοινωνικού δικαιώματος. Παράλληλα, το δικαίωμα στο περιβάλλον εξειδικεύεται μέσω των βασικών αρχών προστασίας του, οι οποίες προσδίδουν σε αυτό πιο ειδικό περιεχόμενο και συμβάλλουν στην πύκνωση της  κανονιστικότητας του. Το βασικό ερώτημα όμως παραμένει: πώς αναπτύσσει το συνταγματικό δικαίωμα στο περιβάλλον οριζόντια ισχύ;

 

Ι. Η οριζόντια ισχύς των θεμελιωδών δικαιωμάτων

Η βασική ιδέα στις διάφορες θεωρίες που αναπτύχθηκαν σχετικά με τη λεγόμενη «τριτενέργεια» ή «οριζόντια ενέργεια» ή «οριζόντια ισχύ» των θεμελιωδών δικαιωμάτων είναι η επέκταση της νομικής προστασίας, την οποία απολαύουν οι ιδιώτες όσον αφορά τις σχέσεις τους με το Κράτος, στις σχέσεις τους με άλλους ιδιώτες, με την αναγνώριση της δυνατότητας να επικαλούνται εκατέρωθεν στις μεταξύ τους σχέσεις τα συνταγματικά κατοχυρωμένα δικαιώματα και ελευθερίες.[28] Το ζήτημα του κύκλου των αποδεκτών κάθε συνταγματικού δικαιώματος εξαρτάται, κυρίως, από την ίδια τη συνταγματική διάταξη που το καθιερώνει, καθώς και από τη φύση της ρυθμιζόμενης κοινωνικής ύλης. Συνεπώς, ορισμένα δικαιώματα αναπτύσσουν οριζόντια ισχύ (erga omnes), ενώ άλλα δικαιώματα αναπτύσσουν ισχύ μόνο έναντι του κράτους.[29]

Η οριζόντια ισχύς των συνταγματικών δικαιωμάτων μπορεί να διακριθεί σε άμεση και έμμεση. Πιο αναλυτικά, όταν ένα συνταγματικό δικαίωμα αναπτύσσει άμεση οριζόντια ισχύ, θεωρείται ότι εφαρμόζεται στις ιδιωτικές σχέσεις άμεσα, ως αυτοτελής, δηλαδή, κανόνας δικαίου, ο οποίος μπορεί να τροποποιήσει το ισχύον δίκαιο ή να διαμορφώσει νέο νομικό πλαίσιο. Με βάση θεωρία της άμεσης τριτενέργειας θα μπορούσαν να απορρέουν υπέρ του προστατευόμενου ιδιώτη αξιώσεις αποζημίωσης εξαιτίας της προσβολής ενός συνταγματικού δικαιώματος ή παράλειψης άρσης μιας επαπειλούμενης προσβολής.[30] Από την άλλη μεριά, η έμμεση οριζόντια ισχύς των συνταγματικών δικαιωμάτων έχει υποστηριχθεί ότι αναπτύσσεται στην περίπτωση της αποδοχής μιας διαπροσωπικής ισχύος (του θεμελιώδους δικαιώματος) στο μέτρο και στο βαθμό που ήδη έχει παρέμβει ο κοινός νομοθέτης και έχει θεσπίσει νομοθετικές διατάξεις που επεκτείνουν το πεδίο εφαρμογής των θεμελιωδών δικαιωμάτων και στις σχέσεις μεταξύ των ιδιωτών.[31] Η συνταγματική διάταξη δεν εφαρμόζεται, υπό τη θεωρία αυτή, άμεσα στις ιδιωτικές έννομες σχέσεις, αλλά εξειδικεύει γενικές ρήτρες και αόριστες νομικές έννοιες που εμπεριέχονται στους κανόνες του κοινού ιδιωτικού δικαίου, όπως η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη. Με την έμμεση οριζόντια ενέργεια των θεμελιωδών δικαιωμάτων συνδέεται και η σύμφωνη με το Σύνταγμα ερμηνεία του νόμου, καθώς τα συνταγματικά δικαιώματα ενεργούν ως ερμηνευτικές οδηγίες και ως μέτρα κρίσης για τη συγκεκριμενοποίηση των κανόνων του ιδιωτικού δικαίου.[32]

 

ΙΙ. Δικαίωμα στο περιβάλλον και οριζόντια ισχύς

Προκειμένου να οδηγηθούμε σε ασφαλή συμπεράσματα ως προς το ενδεχόμενο ανάπτυξης οριζόντιας ισχύος εκ μέρους του συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματος στο περιβάλλον, θα πρέπει αρχικά να παρατηρήσουμε πως το άρθρο 24 παρ.1 του Συντάγματος ορίζει ρητά το κράτος ως υποκείμενο της υποχρέωσης προς προστασία του περιβάλλοντος. Κύριος αποδέκτης, επομένως, του δικαιώματος στο περιβάλλον είναι το κράτος, τα κρατικά όργανα, όποια μορφή και αν λαμβάνουν, ανεξαρτήτως αν οργανώνονται με τους κανόνες του δημοσίου ή του ιδιωτικού δικαίου. Τα όργανα του Κράτους οφείλουν αφενός να μην προβαίνουν σε πράξεις που συνιστούν προσβολή του περιβάλλοντος ή θέτουν σε κίνδυνο την προστασία του και, αφετέρου, να το προστατεύουν με θετικές ενέργειες, είτε προληπτικά είτε κατασταλτικά.[33]

Παράλληλα, είναι αδιαμφισβήτητο πως το προστατευόμενο έννομο αγαθό – το περιβάλλον – κινδυνεύει έντονα από τις ενέργειες των ιδιωτών. Συνεπώς, οι κανόνες δικαίου που θεσπίζει ή εφαρμόζει ο κύριος αποδέκτης του δικαιώματος στο περιβάλλον ήτοι το κράτος, θα πρέπει να αποβλέπουν στην προστασία του περιβάλλοντος και από τις οικονομικές ενέργειες των ιδιωτών. Με αυτά τα δεδομένα, πέρα από την υποχρέωση που έχει το κράτος να λαμβάνει μέτρα προστασίας του περιβάλλοντος, θα πρέπει να θεσπίζει και το κατάλληλο νομικό πλαίσιο, προκειμένου να δύνανται οι πολίτες να διεκδικούν την προστασία του δικαιώματός τους από ιδιωτικές παρεμβάσεις.[34] Άλλωστε, οι δράσεις των δικαιωμάτων τρίτης γενιάς (όπως το δικαίωμα στο περιβάλλον) στρέφονται erga omnes και αντιδιαστέλλονται προς την κλασσική αποκλειστική σχέση μεταξύ κράτους και ατόμου. Το υγιές και ασφαλές περιβάλλον, ως μια αναγκαία προϋπόθεση για τη διαφύλαξη της φυσικής, πνευματικής και ψυχολογικής υγείας, συνδέεται με την αναγνώριση του σχετικού θεμελιώδους δικαιώματος, τη λήψη μέτρων, καθώς και τη διασφάλιση συμμόρφωσης όλων των εμπλεκόμενων φορέων, ήτοι της κρατικής εξουσίας, αλλά και των ιδιωτών.[35]

Καθώς, όπως διαπιστώσαμε, το δικαίωμα στο περιβάλλον αποτελεί αντικειμενικό κανόνα δικαίου (βλ. υπό Α΄ Ι.), σε περιπτώσεις που δεν έχει διαμορφωθεί το ως άνω απαιτούμενο νομικό πλαίσιο για την προστασία των περιβαλλοντικών αγαθών από προσβολές προερχόμενες από ιδιώτες, υποστηρίζεται ότι αναπτύσσεται άμεση οριζόντια ισχύς. Ειδικότερα, στις περιπτώσεις που το δικαίωμα στο περιβάλλον εκλαμβάνεται ως ατομικό δικαίωμα, ως αντικειμενικός κανόνας δικαίου, είναι δυνατόν οι ιδιώτες να το επικαλούνται δικονομικά για τη στήριξη μέσων επίθεσης ή άμυνας.[36] Ακόμα και σε περιπτώσεις, όμως, όπου υφίσταται το κατάλληλο νομοθετικό πλαίσιο για την προστασία του δικαιώματος στο περιβάλλον, είναι δυνατόν ο συνταγματικός κανόνας, αναπτύσσοντας έμμεση οριζόντια ισχύ, να επιδρά καθοριστικά στο περιεχόμενο του νόμου, εξειδικεύοντάς το και παρέχοντας ερμηνευτικές προσεγγίσεις για την πληρέστερη προστασία των περιβαλλοντικών αγαθών. Για παράδειγμα γίνεται δεκτό ότι το άρθρο 24 παρ.1 του Συντάγματος αναπτύσσει οριζόντια ισχύ μέσω της διάταξης του άρθρου 57 ΑΚ που προβλέπει την προστασία της προσωπικότητας.[37] Σύμφωνα με την άποψη αυτήν, η ανάπτυξη της προσωπικότητας αποτελεί συνάρτηση του βαθμού προστασίας του περιβάλλοντος και της ποιότητάς του. Από το δικαίωμα ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας απορρέει το δικαίωμα χρήσης των περιβαλλοντικών αγαθών, των κοινών και κοινόχρηστων πραγμάτων, όπως του ατμοσφαιρικού αέρα και της θάλασσας. Το δικαίωμα χρήσης αυτών των περιβαλλοντικών αγαθών, αλλά και το δικαίωμα προστασίας της ζωής και της υγείας που συνδέεται με αυτά είναι η ιδιωτικού δικαίου έκφανση του συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματος στο περιβάλλον.[38]

 

ΙΙΙ. Η κανονιστικότητα του κοινωνικού δικαιώματος στο περιβάλλον

Από την προηγηθείσα ανάλυση παρατηρούμε ότι το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα στο περιβάλλον αναπτύσσει οριζόντια ισχύ στις περιπτώσεις που εκλαμβάνεται ως ατομικό δικαίωμα και αντικειμενικός κανόνας δικαίου. Ωστόσο, αμφισβητείται αν το δικαίωμα στο περιβάλλον τριτενεργεί υπό την νομική του φύση ως κοινωνικού δικαιώματος.[39] Προϋπόθεση, βεβαίως, προκειμένου να αναπτύξει το κοινωνικό δικαίωμα στο περιβάλλον οριζόντια ισχύ, έστω έμμεση, αποτελεί η ανάπτυξη κανονιστικής ισχύος.

Το ζήτημα της κανονιστικής ισχύος των κοινωνικών δικαιωμάτων αποτελεί διαχρονικά πεδίο αντιπαράθεσης και αντικρουόμενων απόψεων. Επί της αρχής γίνεται δεκτό ότι τα κοινωνικά δικαιώματα δεν αναπτύσσουν κανονιστική ισχύ, ήτοι ότι δεν είναι δυνατόν να αξιωθεί με αγωγή από την Πολιτεία να υλοποιήσει το περιεχόμενο ενός κοινωνικού δικαιώματος.[40] Συναφώς υποστηρίζεται ότι τα κοινωνικά δικαιώματα δεν είναι προεχόντως αξιώσεις ατόμων, αλλά, κυρίως, συλλογικά δικαιώματα των μελών του κοινωνικού συνόλου. Τα δικαστήρια δεν έχουν, δηλαδή, τη δυνατότητα να υλοποιήσουν ορισμένο κοινωνικό δικαίωμα που κατοχυρώνεται στο Σύνταγμα, αλλά μόνο να αναγνωρίσουν σε συγκεκριμένο διάδικο ατομικές αξιώσεις που απορρέουν από αυτό.[41]

Παρά την απουσία κανονιστικότητας επί της αρχής, υποστηρίζεται ότι τα κοινωνικά δικαιώματα μπορούν να αποκτήσουν κανονιστική ισχύ εμμέσως, υπό ειδικές περιστάσεις. Πιο συγκεκριμένα, γίνεται δεκτό ότι από τα κοινωνικά δικαιώματα απορρέει μια ιδιαίτερη αξίωση «μη αυθαίρετης επέμβασης στο δικαίωμα». Υπό αυτό το πλαίσιο θα πρέπει τα μέτρα που λαμβάνει ο νομοθέτης ή η διοίκηση για την υλοποίηση ενός κοινωνικού δικαιώματος ή για την υποβάθμιση του status quo προστασίας να αιτιολογούνται. Θα πρέπει, επίσης, να προστατεύονται οι δομές και οι διαδικασίες που υποδέχονται την εφαρμογή των κοινωνικών δικαιωμάτων μέσω θετικών παρεμβάσεων, που μπορεί να θέτουν ακόμα και όρια στην προσωπική και συλλογική αυτονομία.[42] Περαιτέρω, τα κοινωνικά δικαιώματα μπορούν να αποκτούν κανονιστική ισχύ μέσω της δέσμευσης του νομοθέτη ή της διοικήσεως να ασκήσουν τη διακριτική τους ευχέρεια με τέτοιο τρόπο, ώστε να ικανοποιούν το περιεχόμενο του κοινωνικού δικαιώματος, μέσω της αξιοποίησής τους ως βάση για τον περιορισμό των ατομικών ελευθεριών, αλλά και μέσω της δυνατότητάς τους να ληφθούν υπόψη ως ερμηνευτικό εργαλείο για την εξειδίκευση του περιεχομένου της κοινής νομοθεσίας.[43]

Οι παραπάνω θεωρητικές προσεγγίσεις δύνανται να εφαρμοστούν σε σχέση με το δικαίωμα στο περιβάλλον. Ειδικότερα, με βάση την αρχή του περιβαλλοντικού κεκτημένου, αλλά και την παραδοχή ότι το δικαίωμα στο περιβάλλον συνιστά θεσμική εγγύηση (βλ. ως άνω υπό Α΄ Ι.) θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε ότι κάθε κρατικό μέτρο που λαμβάνεται και ενδέχεται να έχει επιπτώσεις στο περιβάλλον θα πρέπει να αιτιολογείται επαρκώς. Παράλληλα, σε περίπτωση που υπάρχουν περισσότερες επιλογές για την ανάπτυξη μιας οικονομικής δραστηριότητας θα πρέπει να υλοποιείται εκείνη που συνεπάγεται τη μικρότερη περιβαλλοντική επιβάρυνση, ακόμα και αν οικονομικά είναι λιγότερο συμφέρουσα. Όταν, δε, ο νόμος δεν εξειδικεύει πλήρως τις προδιαγραφές για την ανάπτυξη οικονομικών δραστηριοτήτων ή τα απαιτούμενα μέτρα περιβαλλοντικής προστασίας, δύναται το συνταγματικό δικαίωμα στο περιβάλλον να δρα επικουρικά ως ερμηνευτικό εργαλείο. Γίνεται, μάλιστα, δεκτό ότι η υποχρέωση της Διοίκησης να λάβει υπόψη της κατά τη διαμόρφωση της κρίσης της, για τη ρύθμιση θεμάτων, που αφορούν ή έχουν επιπτώσεις στο περιβάλλον, την ανάγκη προστασίας του και να λάβει τα κατάλληλα προς αυτό μέτρα ή να απόσχει από την έκδοση δυσμενών για αυτό πράξεων απορρέει απευθείας από τις ρυθμίσεις του άρθρου 24 παρ.1, χωρίς να απαιτείται ειδική νομοθετική ρύθμιση.[44],[45] Υπό αυτές τις προϋποθέσεις μπορεί πράγματι το δικαίωμα στο περιβάλλον να αναπτύξει κανονιστική ισχύ και υπό τη φύση του ως κοινωνικού δικαιώματος.

Γ΄ Μέρος

Η υποχρέωση ανέλκυσης ναυαγίων

Ι. Η διαμόρφωση της υποχρέωσης βάσει του άρθρου 24 Συντάγματος και των βασικών αρχών προστασίας του περιβάλλοντος και η νομοθετική της εξειδίκευση

Αξιοποιώντας το περιεχόμενο του άρθρου 24 του Συντάγματος, καθώς και τις ως άνω αναλυθείσες βασικές αρχές προστασίας του περιβάλλοντος, εύλογα μπορούμε να συνάγουμε ότι υφίσταται υποχρέωση ανέλκυσης ενός ναυαγίου που φέρει επικίνδυνες ρυπογόνες και τοξικές ουσίες, ακόμα και αν η απειλή για το θαλάσσιο περιβάλλον δεν είναι άμεση ή δεν στηρίζεται σε αδιαμφισβήτητα επιστημονικά δεδομένα (αρχές της πρόληψης και της προφύλαξης). Μπορούμε, συγχρόνως, να συμπεράνουμε πως, με βάση την αρχή «ο ρυπαίνων πληρώνει» και τις διατάξεις που την εξειδικεύουν, το κόστος για την ανέλκυση του ναυαγίου θα πρέπει να φέρει ο ιδιοκτήτης αυτού, ακόμα και αν, τελικά, οι απαιτούμενες ενέργειες για την προστασία του περιβάλλοντος πραγματοποιήθηκαν από τη Διοίκηση ή από τρίτα πρόσωπα που αυτή όρισε.

Στα ίδια συμπεράσματα φαίνεται πως ήχθη και ο Έλληνας νομοθέτης κατά τη θέσπιση του νόμου 2881/2001,[46] ο οποίος, κατά την εισηγητική του έκθεση, αποσκοπεί να εκκαθαρίσει τις θαλάσσιες περιοχές από ναυάγια επικίνδυνα προεχόντως για τα θαλάσσια οικοσυστήματα. Σύμφωνα με το άρθρο 2 του νόμου «Ο κύριος ναυαγίου το οποίο […] προσβάλλει ή απειλεί να προσβάλλει το περιβάλλον, υποχρεούται να το ανελκύσει και απομακρύνει εκτός λιμένα, διώρυγας ή διαύλου, όπως έχει ή κατά τμήματα ή, αν επιβάλλεται από τις περιστάσεις, να το μετατοπίσει ή καταστρέψει ή με οποιονδήποτε τρόπο εξουδετερώσει». Το εκάστοτε αρμόδιο όργανο του δημοσίου προσκαλεί τον κύριο του ναυαγίου να εκτελέσει τις υποχρεώσεις του και, σε περίπτωση μη εκπλήρωσης αυτών, δύναται να τις αναλάβει το ίδιο είτε με ίδια μέσα και προσωπικό είτε με ανάθεση των σχετικών εργασιών σε τρίτο και να καταλογίσει τις δαπάνες στον κύριο του ναυαγίου κατά τις διατάξεις του ΚΕΔΕ.[47] Προβλέπεται επίσης δυνατότητα του αρμόδιου δημόσιου φορέα να εκποιήσει το ναυάγιο με ανοιχτό πλειοδοτικό διαγωνισμό. Αξιοσημείωτη είναι και η πρόνοια πρόσκλησης κυρίου πλοίου, το οποίο, δίχως να έχει καταστεί ναυάγιο, παρακωλύει τη ναυσιπλοΐα ή έχει καταστεί επιβλαβές λόγω ακινησίας σε λιμένα, διώρυγα ή δίαυλο, προς άρση της επικίνδυνης κατάστασης. Με αυτή την πρόβλεψη επιδιώκεται η αποτροπή επέλευσης ενός ναυαγίου.[48]

Ο νόμος 2881/2001 συμπληρώνεται από το π.δ. 55/1998 (Κωδικοποίηση των διατάξεων του ν.743/1977) που υποχρεώνει τις αρμόδιες αρχές (π.χ. Λιμεναρχεία) να λαμβάνουν μέτρα για την προστασία του περιβάλλοντος σε περίπτωση περιστατικού ρύπανσης ή πρόδηλου και επικείμενου κινδύνου πρόκλησης ρύπανσης, καταλογίζοντας το κόστος στον ρυπαίνοντα και επιβάλλοντας τις αναγκαίες διοικητικές και ποινικές κυρώσεις.[49] Σοβαρές ποινικές (άρθρο 6 παρ.1), καθώς και διοικητικές κυρώσεις (άρθρο 8) σε περίπτωση που ένα πλοίο μολύνει το περιβάλλον προβλέπει και ο ν. 4037/2012. Εφαρμόζεται, επίσης, το π.δ. 11/2002 που ορίζει οργανωτικά ζητήματα για την αντιμετώπιση της ρύπανσης της θάλασσας και των ακτών από πετρέλαιο και άλλες επιβλαβείς ουσίες στο πλαίσιο ενός Εθνικού Σχεδίου Έκτακτης Ανάγκης.

Τις ειδικές αυτές νομοθετικές διατάξεις πλαισιώνει και ο προαναφερθείς (βλ. υπό Α΄ ΙΙ. Β.) γενικός νόμος 1650/1986 για την προστασία του περιβάλλοντος. Ιδιαίτερη μνεία αξίζει και στην Διεθνή Σύμβαση Ανέλκυσης Ναυαγίων του Ναϊρόμπι (2007), της οποίας οι ρυθμίσεις περιέχονται εν πολλοίς στον ν. 2881/2001. Ωστόσο, λόγω και της αυξημένης χωρικά ευθύνης που συνεπάγεται η εφαρμογή της (200 ναυτικά μίλια), η Σύμβαση αυτή δεν έχει επικυρωθεί από την Ελλάδα,[50] γεγονός που έχει επισημανθεί και από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή στην υπόθεση του Sea Diamond.[51]

 

ΙΙ. Νομολογιακή αντιμετώπιση της υποχρέωσης ανέλκυσης ναυαγίων

Α. Οι υποχρεώσεις των κρατικών οργάνων (ΣτΕ 1820/2019 και 714/2019)

        i.            Η υπόθεση του ναυαγίου του Κ/Ζ Sea Diamond (παράλειψη οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας εκ μέρους της διοίκησης)

Το γεγονός της αποτύπωσης των επιταγών του άρθρου 24 Συντ. και των βασικών αρχών προστασίας του περιβάλλοντος στη νομοθεσία σχετικά με την ευθύνη για την ανέλκυση ναυαγίων επιβεβαιώνεται με εμφατικό τρόπο στην απόφαση ΣτΕ 1820/2019, η οποία αφορά την υποχρέωση ανέλκυσης του ναυαγίου του Κ/Ζ Sea Diamond, για το οποίο έγινε λόγος στην εισαγωγή της παρούσας μελέτης. Συγκεκριμένα το ΣτΕ, λαμβάνοντας υπόψη τις αρχές της πρόληψης και της προφύλαξης, επισημαίνει ότι δεν απαιτείται ειδική αιτιολόγηση όσον αφορά τον επαπειλούμενο από την ύπαρξη του ναυαγίου κίνδυνο προσβολής του περιβάλλοντος ή την παρεμπόδιση της ελεύθερης και ασφαλούς ναυσιπλοΐας, αλλά ούτε και ως προς την επιβολή του μέτρου της ανέλκυσης ολόκληρου του ναυαγίου. Συναφώς, κατά την κρίση του Ανώτατου Ακυρωτικού Δικαστηρίου, η ανέλκυση αποτελεί γενικότερα «το πλέον κατάλληλο για την απάλειψη κάθε δυσμενούς συνέπειας από την ύπαρξη του ναυαγίου μέτρο, διότι με αυτό επιτυγχάνεται η αποκατάσταση, κατά το δυνατόν, του θαλασσίου περιβάλλοντος στην προ του ναυαγίου κατάσταση».[52] Συναφώς, παράλειψη των αρμοδίων διοικητικών οργάνων να κινήσουν τη διαδικασία που απαιτείται για την ανέλκυση ναυαγίου συνιστά παράλειψη οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας δυναμένη να προσβληθεί με αίτηση ακυρώσεως ενώπιον του ΣτΕ από οποιονδήποτε έχει έννομο συμφέρον. Σε διαφορετική περίπτωση η συνταγματική επιταγή για την προστασία του περιβάλλοντος (εν προκειμένω του θαλάσσιου περιβάλλοντος) «θα μετέπιπτε σε θεωρητική διακήρυξη αρχής, το δε φυσικό περιβάλλον θα παρέμενε άνευ προστασίας, εκτεθειμένο σε καταστροφή, εναντίον της σαφούς βουλήσεως του συνταγματικού νομοθέτη».[53]

Εν συνεχεία το ΣτΕ αποφαίνεται ότι τα αρμόδια διοικητικά όργανα όφειλαν να επιληφθούν του αιτήματος των αιτούντων φυσικών και νομικών προσώπων, ώστε να διαπιστώσουν αν συντρέχει πρακτική δυνατότητα ανελκύσεως του βυθισθέντος πλοίου, αφενός από τεχνική άποψη, και αφετέρου από οικονομική άποψη, και, ενόψει της διακριτικής ευχέρειας που διαθέτουν ως προς την εκτίμηση των σχετικών ζητημάτων, να διερευνήσουν τις περαιτέρω δυνατότητες που διαθέτουν βάσει του ν. 2881/2001. Παράλληλα, απαντώντας στους ισχυρισμούς του Δημοσίου ότι έχουν ληφθεί όλα τα απαραίτητα μέτρα, ώστε να μην υφίσταται υποχρέωση ανέλκυσης, το Συμβούλιο της Επικρατείας τους κρίνει μη επαρκείς. Συγκεκριμένα, το Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο απεφάνθη ότι, κατά τον προσδιορισμό των αναγκαίων για την περιβαλλοντική προστασία μέτρων υπό το πρίσμα της αρχής της προφύλαξης, δεν εκτιμήθηκαν, μολονότι προέκυπταν σαφώς, ιδίως από μελέτη του Πολυτεχνείου Κρήτης, οι απώτερες επιπτώσεις του ναυαγίου στο περιβάλλον και, ειδικότερα, η συνεχιζόμενη διαρροή υπολειμμάτων πετρελαιοειδών, η ανίχνευση- κατά τρόπο συστηματικό- σημαντικών ποσοτήτων βαρέων μετάλλων (καδμίου και μολύβδου) και η απελευθέρωση στη θάλασσα ρυπαντικών φορτίων εξαιτίας της διάβρωσης του πλοίου.[54]

Επομένως, στην υπόθεση του ναυαγίου του Κ/Ζ Sea Diamond το Συμβούλιο της Επικρατείας απεφάνθη πως υφίστατο παράλειψη οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας εκ μέρους των αρμοδίων οργάνων και έκανε δεκτό το αίτημα των διαδίκων φυσικών και νομικών προσώπων για ακύρωση της εν λόγω παραλείψεως. Το Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο, ωστόσο, δεν αρκέστηκε να αναπέμψει απλώς την υπόθεση στη Διοίκηση για νέα κρίση, αλλά παρείχε σε αυτήν σαφείς οδηγίες ως προς τα στοιχεία που θα έπρεπε να ληφθούν υπόψη κατά την εκφορά της νέας αυτής κρίσεως. Συγκεκριμένα, το ΣτΕ επεσήμανε ότι η Διοίκηση θα έπρεπε να λάβει υπόψη και τα νεότερα πραγματικά και νομικά δεδομένα, στα οποία περιλαμβάνεται και το γεγονός ότι με την πάροδο των ετών, το βυθισμένο πλωτό ναυπήγημα το οποίο αποτελεί αυτοτελώς πηγή ρύπανσης για το θαλάσσιο περιβάλλον, λόγω της έκλυσης τοξικών και επικίνδυνων ουσιών, μπορεί, ανάλογα με τις συνθήκες της συγκεκριμένης περιπτώσεως και την εκτίμηση της Διοίκησης, να θεωρηθεί «απόβλητο» κατά την έννοια της οδηγίας 2008/98/ΕΚ (ΕΕ L 312, άρθρα 3, 13 και 36) ή να θεωρηθεί ότι η απόρριψή του στη θάλασσα είναι πλέον «ηθελημένη», κατά την έννοια του άρθρου 3 παρ. 3 περ. β΄ του πρωτοκόλλου που αφορά «εις την πρόληψιν ρυπάνσεως της Μεσογείου Θαλάσσης εκ της απορρίψεως αποβλήτων και άλλων υλικών εκ των πλοίων και αεροσκαφών» και κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 855/1978 (Α’ 235). Συγχρόνως το ΣτΕ υπενθύμισε στη Διοίκηση ότι όφειλε να λάβει κατ’ εξοχήν υπόψη και να αξιολογήσει ειδικά το αποτέλεσμα της πραγματογνωμοσύνης που είχε διαταχθεί με την υπ’ αριθμ. 51/2017 μη οριστική απόφαση του Εφετείου Πειραιώς.

Η παροχή των παραπάνω οδηγιών προς τη διοίκηση συνιστά ένα πολύ σημαντικό γεγονός για την οικονομία της δίκης. Ειδικότερα, η παροχή διευκρινίσεων προς τη Διοίκηση για το εφαρμοστέο νομοθετικό καθεστώς κατά την νομότυπη επανάληψη της διοικητικής διαδικασίας δύναται να προλάβει την επανάληψη αντίστοιχων ενεργειών και να συμβάλλει στη συμμόρφωση της διοίκησης στους ορισμούς του νόμου, μειώνοντας δραστικά τον απαιτούμενο χρόνο για την επανάληψη της διοικητικής διαδικασίας.[55]

 

      ii.            Η υπόθεση του ναυαγίου του πλοίου TRIZAN (ορθή η ανάληψη δράσης εκ μέρους της διοίκησης)

Εξίσου σημαντική απόφαση για την υποχρέωση ανέλκυσης ναυαγίων αποτελεί η ΣτΕ 714/2019, η οποία αφορά το ναυάγιο του εμπορικού πλοίου «TRIZAN» στον όρμο Ποταμιάς της Θάσου. Ακολουθώντας την ίδια συλλογιστική με την υπόθεση του Sea Diamond το ΣτΕ έκρινε ότι το άρθρο 24 του Συντάγματος και οι απορρέουσες από αυτό αρχές της πρόληψης και της προφύλαξης επιβάλλουν την ανέλκυση και απομάκρυνση του ναυαγίου για την προστασία του θαλάσσιου περιβάλλοντος. Συνεπώς, εφόσον ο κανόνας είναι η ανέλκυση του ναυαγίου – και μάλιστα αυτούσιου – αν επιλεχθεί άλλη ενέργεια εκτός της ανέλκυσης, απαιτείται ειδική αιτιολόγηση, επιστημονικά τεκμηριωμένη, τόσο ως προς τους λόγους που καθιστούν αδύνατη ή ιδιαιτέρως δυσχερή την ανέλκυση – οι οποίοι, πάντως, δεν μπορεί να είναι οικονομικοί – όσο και ως προς την πρόκριση των μέτρων που διατάσσονται.[56]

Εν συνεχεία, το ΣτΕ απεφάνθη ότι ειδική έκθεση και διενεργηθείσα πραγματογνωμοσύνη τεκμηρίωσαν επαρκώς τις δυσμενείς συνέπειες στο θαλάσσιο περιβάλλον, όπου ευδοκιμεί ο προστατευτέος οικότοπος λιβαδιών ποσειδωνίας, αλλά και την αισθητική υποβάθμιση του όρμου εν όψει των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών του (προταθείς προς ένταξη στο δίκτυο Natura, τοπίο ιδιαιτέρου φυσικού κάλλους σύμφωνα με το χωροταξικό σχέδιο, τουριστικός χαρακτήρας) από το ναυάγιο, το οποίο έφερε φορτίο τόνων βαμβακόσπορου. Επομένως, ορθώς η αρμόδια λιμενική αρχή προέβη, όπως υποχρεούνταν, στην ανέλκυση και απομάκρυνση του ναυαγίου, καταλογίζοντας το κόστος στον κύριο του ναυαγίου κατά τις επιταγές τις αρχής «ο ρυπαίνων πληρώνει», χωρίς να ασκεί επιρροή το γεγονός ότι άλλες ενέργειες, όπως η προτεινόμενη από την αιτούσα πλοιοκτήτρια εταιρεία βύθιση του ναυαγίου, θα ήταν φθηνότερες.[57]

 

Β. Οι υποχρεώσεις των ιδιωτών πλοιοκτητών (ΑΠ 539/2024)

Παρατηρήσαμε παραπάνω πώς το συνταγματικό δικαίωμα στο περιβάλλον και οι συναφείς αρχές της πρόληψης, της προφύλαξης και του «ο ρυπαίνων πληρώνει» έχουν εξειδικευτεί μέσω της νομοθεσίας και αποτελούν εργαλείο για την ερμηνεία των νομοθετικών διατάξεων, με αποτέλεσμα να επιβάλλουν δικαστικά επιδιώξιμες υποχρεώσεις στη διοίκηση. Όπως, όμως θα αποδειχθεί στη συνέχεια, δικαστικά επιδιώξιμες μπορεί να είναι και οι υποχρεώσεις των ίδιων των ιδιωτών – κύριων των ναυαγίων. Συγκεκριμένα, με την απόφαση 539/2024 ο Άρειος Πάγος κλήθηκε να αποφανθεί επί αιτήσεως αναίρεσης σε αγωγή που άσκησε ο Δήμος Θήρας κατά των πλοιοκτητών του Sea Diamond.

Στην παρούσα υπόθεση σε πρώτο βαθμό εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 464/2014 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία όχι μόνο υποχρέωσε τις εναγόμενες εταιρείες να ανελκύσουν το ναυάγιο από το βυθό της Καλντέρας με δικές τους δαπάνες, αλλά και επιδίκασε στον ενάγοντα Δήμο αποζημίωση λόγω ηθικής βλάβης συνολικού ποσού 8.000.000€. Στη συνέχεια, όμως, το Εφετείο Πειραιώς ακύρωσε την πρωτόδικη απόφαση και απέρριψε την αγωγή, καθώς έκρινε ότι ο Δήμος δεν νομιμοποιείται ενεργητικά για την έγερση των εν λόγω αξιώσεων.

Επιλαμβανόμενος της υπόθεσης ο Άρειος Πάγος ερμήνευσε το άρθρο 24 του Συντάγματος και το Ενωσιακό Δίκαιο (άρθρα 11 και 191 παρ.2 ΣΛΕΕ, 37 ΧΘΔΕΕ), προκειμένου να συνάγει ότι υφίσταται υποχρέωση του Κράτους να λαμβάνει τα απαιτούμενα προληπτικά και κατασταλτικά για την προστασία του θαλάσσιου περιβάλλοντος μέτρα στο πλαίσιο των αρχών της πρόληψης και της προφύλαξης. Οι αρχές αυτές εξειδικεύονται όσον αφορά τη θαλάσσια ρύπανση μέσω της προαναφερθείσας (υπό Γ΄ Ι.) νομοθεσίας, η οποία αναγνωρίζει στους ΟΤΑ αρμοδιότητα για τη λήψη μέτρων αποτροπής ή αντιμετώπισης της ρύπανσης. Επομένως, σύμφωνα με τον Άρειο Πάγο, οι ΟΤΑ νομιμοποιούνται ενεργητικά για την άσκηση της σχετικής αγωγής άρσης της προσβολής του θαλασσίου περιβάλλοντος και αποκατάστασης των πραγμάτων δια της ανελκύσεως του ναυαγίου πλοίου, που ρυπαίνει ή απειλεί να ρυπάνει το περιβάλλον, ακόμα και αν δεν είναι τα αρμόδια κρατικά όργανα που θα επιληφθούν της ανέλκυσης ναυαγίου βάσει του ν. 2881/2001. Επομένως, ως προς το σκέλος αυτό ακυρώθηκε η απόφαση του Εφετείου Πειραιώς.

Αντιθέτως, ως προς το σκέλος της αγωγής αποζημίωσης λόγω ηθικής βλάβης ο Άρειος Πάγος επικύρωσε την απόφαση του Εφετείου περί ελλείψεως εννόμου συμφέροντος εκ μέρους του Δήμου. Εντούτοις το ενδιαφέρον εντοπίζεται στο γεγονός ότι το Ανώτατο Δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στην κρίση του ότι δεν εξειδικεύεται η προσβολή της φήμης του Δήμου και ότι δεν νοείται ηθική βλάβη σε νομικά πρόσωπα, κάνει ρητή αναφορά στην οριζόντια ισχύ που αναπτύσσει το δικαίωμα στο περιβάλλον στις ιδιωτικές έννομες σχέσεις μέσω των διατάξεων των άρθρων 57 και 914 ΑΚ. Ειδικότερα, κρίνεται ότι το δικαίωμα χρήσης των κοινών σε όλους και των κοινόχρηστων πραγμάτων, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονται και τα περιβαλλοντικά αγαθά, αποτελεί αυτοτελή εκδήλωση του δικαιώματος στην προσωπικότητα, όπως προσδιορίζεται από τη διάταξη του άρθρου 57 ΑΚ. Επομένως, σε περίπτωση που προσβάλλεται το δικαίωμα χρήσης ενός περιβαλλοντικού αγαθού με τρόπο παράνομο και υπαίτιο, τα πρόσωπα που προσβάλλονται μπορούν να αξιώσουν άρση της προσβολής, παράλειψή της στο μέλλον, αλλά και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Η αναφορά αυτή θα μπορούσε να συνιστά έμμεση αναγνώριση των δικαιωμάτων των θιγόμενων ιδιωτών να ζητήσουν τόσο την ανέλκυση του ναυαγίου από τους πλοιοκτήτες όσο και αποζημίωση εξαιτίας της υποβάθμισης του ζωτικού τους χώρου.[58]

 

 

Δ΄ Μέρος

Συμπεράσματα – Διαπιστώσεις: πως αναπτύσσει οριζόντια ισχύ το δικαίωμα στο περιβάλλον;

Διαμέσου του παραδείγματος της ανέλκυσης ναυαγίων μπορούμε αναμφίβολα να επιβεβαιώσουμε την κανονιστική φύση του συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματος στο περιβάλλον. Συγκεκριμένα, παρατηρούμε τον τρόπο με τον οποίο το συνταγματικό δικαίωμα «αντικειμενικοποιείται», δηλαδή μετατρέπεται σε έναν άμεσης εφαρμογής κανόνα δικαίου που καθιερώνει υποχρεώσεις τόσο για τα κρατικά όργανα, όσο και για τους ιδιώτες. Η πολυεπίπεδη νομοθεσία που υφίσταται σήμερα για την προστασία του θαλάσσιου περιβάλλοντος από κίνδυνο ρύπανσης, όπως αποτελεί δυνητικά ένα ναυάγιο, φαίνεται ότι δεν αρκεί αυτοτελώς για την επιβολή υποχρεώσεων λήψης των απαραίτητων προληπτικών και κατασταλτικών μέτρων. Αντιθέτως, σε κάθε νομολογιακό παράδειγμα που αναλύσαμε, οι υποχρεώσεις, τόσο των κρατικών φορέων, όσο και των ιδιωτών ανάγονται στο συνταγματικό δικαίωμα στο περιβάλλον και τις βασικές αρχές που απορρέουν από αυτό, οι οποίες εξειδικεύονται μέσω της ισχύουσας νομοθεσίας.

Επομένως, παρόλο που ούτε στις υποθέσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας που αφορούν υποχρεώσεις της διοίκησης, ούτε στις υποθέσεις του Αρείου Πάγου που αφορούν υποχρεώσεις των ιδιωτών γίνεται μνεία αποκλειστικά στα υπερνομοθετικά θεμέλια της προστασίας του θαλάσσιου περιβάλλοντος, τα Ανώτατα Δικαστήρια υπολαμβάνουν ότι τα θεμέλια αυτά προσδίδουν νόημα στον κοινό νόμο, τον ερμηνεύουν και τον εξειδικεύουν. Φαίνεται, συνεπώς, να βρισκόμαστε ενώπιον μιας περίπτωσης ανάπτυξης κανονιστικής, αλλά και έμμεσης οριζόντιας ισχύος, όπου το συνταγματικό δικαίωμα επενεργεί σε σχέσεις ιδιωτικού και δημοσίου δικαίου μέσω της προκριθείσας ερμηνευτικής εκδοχής του νόμου και της εξειδίκευσης νομικών ασαφειών.[59] Και αν το δικαίωμα στο περιβάλλον έχει ιδιαίτερο μικτό χαρακτήρα, δεν θα ήταν παράλογο να υποστηρίξουμε ότι ακόμα και η κοινωνική φύση του δικαιώματος αυτού αποκτά κανονιστικότητα μέσω της ερμηνείας που δίνει στον κοινό νόμο.[60]

Παρόλα αυτά, από τις ως άνω αναλυθείσες αποφάσεις σχετικά με την ανέλκυση ναυαγίων μπορούμε να συνάγουμε ότι η οριζόντια ισχύς του δικαιώματος στο περιβάλλον αναπτύσσεται μόνο κατά το μέρος που αφορά τη νομική φύση του δικαιώματος αυτού ως ατομικού. Αντιθέτως, το κοινωνικό δικαίωμα στο περιβάλλον δεν φαίνεται να αποκτά οριζόντια ισχύ, δεν μπορούν οι ίδιοι οι ιδιώτες να στραφούν κατά ιδιωτών με αίτημα τη λήψη μέτρων για την προστασία του περιβάλλοντος. Η αξίωση, βέβαια, για άρση της προσβολής, στο πλαίσιο της προστασίας της προσωπικότητας του ατόμου ως προς το δικαίωμά του να κάνει ακώλυτη χρήση των περιβαλλοντικών αγαθών, θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε ότι ενέχει και μια κοινωνική διάσταση. Καθώς, όμως, το δικαίωμα στην προσωπικότητα είναι καθαρά ατομικό, ο κοινωνικός χαρακτήρας της προστασίας υποχωρεί έναντι της αξίωσης για αποχή.

___________________

Εισήγηση στο Κοινό Μεταπτυχιακό Σεμινάριο Συνταγματικού Δικαίου των Νομικών Σχολών ΕΚΠΑ και ΑΠΘ που πραγματοποιήθηκε στις 13 Ιουνίου 2025 στο Καρπενήσι

 

 

Βιβλιογραφία – Αρθρογραφία

  • Chrysogonos Kostas, The enforcement of social rights as a way of promoting redistributive equality
  • Βλαχόπουλος Σπύρος, Θεμελιώδη Δικαιώματα, 2η Έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, 2022
  • Ηλιοπούλου – Στράγγα Τζούλια, Η «Τριτενέργεια» των ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων του Συντάγματος 1975, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα 1990
  • Καϊδατζής Ακρίτας, Κοινωνικά Δικαιώματα και Κοινωνική Δημοκρατία, e-ΠΟΛΙΤΕΙΑ, τεύχος 14 (Απρίλιος – Ιούνιος 2025)
  • Καμτσίδου Ιφιγένεια, Η «επικλησιμότητα» των κοινωνικών δικαιωμάτων και η τριπλή υποχρέωση του κράτους για την προστασία τους, ΔιΔικ, 5/2019
  • Καρακώστας Κ. Ιωάννης, Περιβάλλον & Δίκαιο, Δίκαιο Διαχείρισης και προστασίας των περιβαλλοντικών αγαθών, 3η Έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα 2011
  • Κουβαράς Ηλίας, «Παροχή κατευθύνσεων για την άσκηση της διοικητικής αρμοδιότητας», Περί των εξουσιών του δικαστή ουσίας, Sakkoulas Online, 2024
  • Κουσούλης Κώστας, «το Προεδρικό Διάταγμα για την εναρμόνιση της ελληνικής νομοθεσίας με την Οδηγία 2004/35», Περιβαλλοντική Ευθύνη, θεωρητικές εξελίξεις και ζητήματα εφαρμογής, Νομική Βιβλιοθήκη, 2010
  • Κωνσταντινίδης Θ. Νικόλαος, «Η ευθύνη ανέλκυσης ναυαγίου κατά το Ελληνικό και το Διεθνές Δίκαιο», Περιβαλλοντική Ευθύνη, θεωρητικές εξελίξεις και ζητήματα εφαρμογής, Νομική Βιβλιοθήκη, 2010
  • Μενουδάκος Φ. Κωνσταντίνος, ««Περιβαλλοντική Ευθύνη»: Μια νέα νομική έννοια στο μεταίχμιο μεταξύ δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου», Περιβαλλοντική Ευθύνη, θεωρητικές εξελίξεις και ζητήματα εφαρμογής, Νομική Βιβλιοθήκη, 2010
  • Παναγόπουλος Ι. Θεόδωρος, «Οι συνταγματικώς κατοχυρωμένες γενικές αρχές του δικαίου περιβάλλοντος», Σύ καί δικαστής άριστος, Σύμμεικτα εις μνήμην Γεωργίου Χ. Παναγιωτόπουλου, Εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα – Θεσσαλονίκη 2022
  • Παπαδάκη Πολυξένη, «Τα δικαιώματα τρίτης γενεάς και η συνταγματική προστασία τους», Σύ καί δικαστής άριστος, Σύμμεικτα εις μνήμην Γεωργίου Χ. Παναγιωτόπουλου, Εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα – Θεσσαλονίκη 2022
  • Ρόκας Κ. Ιωάννης, Θεοχαρίδης Δ. Γεώργιος, Ναυτικό Δίκαιο, Ε΄ Έκδοση, Εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα – Θεσσαλονίκη 2024
  • Σιούσιουρας Πέτρος, «Προστασία από τη ρύπανση στις θαλάσσιες και υποθαλάσσιες ζώνες του νησιωτικού συμπλέγματος του Αιγιαίου», Γρηγόρης Τσάλτας, Μαριάνθη Κλάδη – Ευσταθοπούλου (επιμ.), Περιβάλλον και θαλάσσιος χώρος, εξελίξεις και προοπτικές προστασίας και διαχείρισης του θαλάσσιου περιβάλλοντος – διεθνής και ευρωπαϊκή διάσταση, Εκδόσεις Ι. Σιδέρης, Αθήνα 2006
  • Σιούτη Π. Γλυκερία, Εγχειρίδιο Δικαίου Περιβάλλοντος, Δ΄ Έκδοση, Εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα – Θεσσαλονίκη 2022
  • Συμεωνίδου – Καστανίδου Ελισάβετ, «Ποινικές και διοικητικές κυρώσεις για τις προσβολές του περιβάλλοντος στο ελληνικό δίκαιο», Γιώργος Μπάλιας, Ευπραξία – Αίθρα Μαριά, Βασίλης Φαϊτάς, Γιώργος Καφφές (επιμ.) Περιβαλλοντικές προκλήσεις στον 21ο αιώνα, Εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα – Θεσσαλονίκη 2020
  • Χατζηνικολάου – Αγγελίδου Ράνια, «Η σχέση της αρχής «ο ρυπαίνων πληρώνει» με την ασφάλιση της περιβαλλοντικής ευθύνης», Τιμητικός Τόμος Ιωάννη Κ. Ρόκα, Νομική Βιβλιοθήκη, 2017
  • Χρυσόγονος Χ. Κώστας, Ατομικά και Κοινωνικά Δικαιώματα, Πέμπτη Αναθεωρημένη Έκδοση, Εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα – Θεσσαλονίκη 2023

[1] Υ.Α. 23732/28.9.1972, Β΄ 820

[2] Τα στοιχεία αυτά αντλήθηκαν από την 5η σκέψη της υπ’ αριθμ. 1820/2019 αποφάσεως του Συμβουλίου της Επικρατείας, Σωματείο με την επωνυμία «Διεθνής Δράση για το Περιβάλλον και τον Πολιτισμό της Σαντορίνης» κ.λπ κατά Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας κ.λπ.

[3] Γλυκερία Π. Σιούτη, Εγχειρίδιο Δικαίου Περιβάλλοντος, Δ΄ Έκδοση, Εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα – Θεσσαλονίκη 2022, σ. 32

[4] Γλυκερία Π. Σιούτη, Εγχειρίδιο Δικαίου Περιβάλλοντος, σ. 34

[5] Ιωάννης Κ. Καρακώστας, Περιβάλλον & Δίκαιο, Δίκαιο Διαχείρισης και προστασίας των περιβαλλοντικών αγαθών, 3η Έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα 2011, σ. 76

[6] Κώστας Χ. Χρυσόγονος, Ατομικά και Κοινωνικά Δικαιώματα, Πέμπτη Αναθεωρημένη Έκδοση, Εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα – Θεσσαλονίκη 2023, σ. 825

[7] Κώστας Χ. Χρυσόγονος, Ατομικά και Κοινωνικά Δικαιώματα, σ. 825

[8] Σπύρος Βλαχόπουλος, Θεμελιώδη Δικαιώματα, 2η Έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, 2022, σ. 204

[9] Γλυκερία Π. Σιούτη, Εγχειρίδιο Δικαίου Περιβάλλοντος, σ. 25

[10] βλ. ΣτΕ Ολ 666/2021 Σπυρίδων Κίνιας κατά Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας

[11] Κώστας Χ. Χρυσόγονος, Ατομικά και Κοινωνικά Δικαιώματα, σ. 823

[12] Θεόδωρος Ι. Παναγόπουλος, «Οι συνταγματικώς κατοχυρωμένες γενικές αρχές του δικαίου περιβάλλοντος», Σύ καί δικαστής άριστος, Σύμμεικτα εις μνήμην Γεωργίου Χ. Παναγιωτόπουλου, Εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα – Θεσσαλονίκη 2022, σ. 1259

[13] Γλυκερία Π. Σιούτη, Εγχειρίδιο Δικαίου Περιβάλλοντος, σ. 53

[14] Κώστας Χ. Χρυσόγονος, Ατομικά και Κοινωνικά Δικαιώματα, σ. 828

[15] Γλυκερία Π. Σιούτη, Εγχειρίδιο Δικαίου Περιβάλλοντος, σ. 54

[16] Γλυκερία Π. Σιούτη, Εγχειρίδιο Δικαίου Περιβάλλοντος, σ. 55

[17] Κωνσταντίνος Φ. Μενουδάκος, ««Περιβαλλοντική Ευθύνη»: Μια νέα νομική έννοια στο μεταίχμιο μεταξύ δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου», Περιβαλλοντική Ευθύνη, θεωρητικές εξελίξεις και ζητήματα εφαρμογής, Νομική Βιβλιοθήκη, 2010, σ. 265

[18] Γλυκερία Π. Σιούτη, Εγχειρίδιο Δικαίου Περιβάλλοντος, σ. 59

[19] Ράνια Χατζηνικολάου – Αγγελίδου, «Η σχέση της αρχής «ο ρυπαίνων πληρώνει» με την ασφάλιση της περιβαλλοντικής ευθύνης», Τιμητικός Τόμος Ιωάννη Κ. Ρόκα, Νομική Βιβλιοθήκη, 2017, σ. 1011

[20] Γλυκερία Π. Σιούτη, Εγχειρίδιο Δικαίου Περιβάλλοντος, σ. 373

[21] Ράνια Χατζηνικολάου – Αγγελίδου, «Η σχέση της αρχής «ο ρυπαίνων πληρώνει» με την ασφάλιση της περιβαλλοντικής ευθύνης», Τιμητικός Τόμος Ιωάννη Κ. Ρόκα, σ. 1010

[22] Κώστας Κουσούλης, «το Προεδρικό Διάταγμα για την εναρμόνιση της ελληνικής νομοθεσίας με την Οδηγία 2004/35», Περιβαλλοντική Ευθύνη, θεωρητικές εξελίξεις και ζητήματα εφαρμογής, Νομική Βιβλιοθήκη, 2010, σ. 197

[23] Κωνσταντίνος Φ. Μενουδάκος, ««Περιβαλλοντική Ευθύνη»: Μια νέα νομική έννοια στο μεταίχμιο μεταξύ δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου», Περιβαλλοντική Ευθύνη, θεωρητικές εξελίξεις και ζητήματα εφαρμογής, σ. 269

[24] Κώστας Κουσούλης, «το Προεδρικό Διάταγμα για την εναρμόνιση της ελληνικής νομοθεσίας με την Οδηγία 2004/35», Περιβαλλοντική Ευθύνη, θεωρητικές εξελίξεις και ζητήματα εφαρμογής, σ. 207

[25] Ράνια Χατζηνικολάου – Αγγελίδου, «Η σχέση της αρχής «ο ρυπαίνων πληρώνει» με την ασφάλιση της περιβαλλοντικής ευθύνης», Τιμητικός Τόμος Ιωάννη Κ. Ρόκα, σ. 1014

[26] Σύμφωνα με το άρθρο 29 του ν. 1650/1986 «Οποιοσδήποτε, φυσικό ή νομικό  πρόσωπο, προκαλεί ρύπανση ή άλλη υποβάθμιση του περιβάλλοντος ευθύνεται σε αποζημίωση, εκτός αν αποδείξει ότι η ζημιά οφείλεται σε ανώτερη βία ή ότι προήλθε από υπαίτια ενέργεια τρίτου που ενήργησε δολίως»

[27] «Ειδικά η ρύπανση της θάλασσας φέρει ως αποτέλεσμα την είσοδο ξένων ουσιών (ρύπων) με φυσικές, χημικές, παθογενείς, ραδιενεργές ή πετρελαιογενείς επιδράσεις, οι οποίες περιορίζουν δραστικά το αναγκαίο οξυγόνο από το θαλάσσιο ύδωρ» (βλ. Πέτρος Σιούσιουρας, «Προστασία από τη ρύπανση στις θαλάσσιες και υποθαλάσσιες ζώνες του νησιωτικού συμπλέγματος του Αιγιαίου», Γρηγόρης Τσάλτας, Μαριάνθη Κλάδη – Ευσταθοπούλου (επιμ.), Περιβάλλον και θαλάσσιος χώρος, εξελίξεις και προοπτικές προστασίας και διαχείρισης του θαλάσσιου περιβάλλοντος – διεθνής και ευρωπαϊκή διάσταση, Εκδόσεις Ι. Σιδέρης, Αθήνα 2006, σ. 439 – 440)

[28] Τζούλια Ηλιοπούλου – Στράγγα, Η «Τριτενέργεια» των ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων του Συντάγματος 1975, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα 1990, σ. 27

[29] Κώστας Χ. Χρυσόγονος, Ατομικά και Κοινωνικά Δικαιώματα, σ. 101

[30] Τζούλια Ηλιοπούλου – Στράγγα, Η «Τριτενέργεια» των ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων του Συντάγματος 1975, σ. 51

[31] Σπύρος Βλαχόπουλος, Θεμελιώδη Δικαιώματα, σ. 16

[32] Τζούλια Ηλιοπούλου – Στράγγα, Η «Τριτενέργεια» των ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων του Συντάγματος 1975, σ. 52, 54 – 55

[33] Γλυκερία Π. Σιούτη, Εγχειρίδιο Δικαίου Περιβάλλοντος, σ. 43

[34] Γλυκερία Π. Σιούτη, Εγχειρίδιο Δικαίου Περιβάλλοντος, σ. 46

[35] Πολυξένη Παπαδάκη, «Τα δικαιώματα τρίτης γενεάς και η συνταγματική προστασία τους», Σύ καί δικαστής άριστος, Σύμμεικτα εις μνήμην Γεωργίου Χ. Παναγιωτόπουλου, Εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα – Θεσσαλονίκη 2022, σ. 1356 – 1357

[36] Τζούλια Ηλιοπούλου – Στράγγα, Η «Τριτενέργεια» των ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων του Συντάγματος 1975, σ. 158

[37] Βλ. σχετικά την απόφαση στην υπόθεση Taskin κ.α. κατά της Τουρκίας (ΕΔΔΑ), όπου αναγνωρίστηκε ότι «με τη λειτουργία των ορυχείων χρυσού και την εφαρμογή συγκεκριμένων μεθόδων επεξεργασίας παραβιάστηκε αστικό δικαίωμα των προσφευγόντων για την προστασία της σωματικής τους ακεραιότητας, αλλά και διακυβεύτηκε άμεσα το δικαίωμά τους να ζουν σε ένα υγιές και ισορροπημένο περιβάλλον» (Πολυξένη Παπαδάκη, «Τα δικαιώματα τρίτης γενεάς και η συνταγματική προστασία τους», Σύ καί δικαστής άριστος, Σύμμεικτα εις μνήμην Γεωργίου Χ. Παναγιωτόπουλου, σ. 1352)

[38] Γλυκερία Π. Σιούτη, Εγχειρίδιο Δικαίου Περιβάλλοντος, σ. 48 – 49

[39] Τζούλια Ηλιοπούλου – Στράγγα, Η «Τριτενέργεια» των ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων του Συντάγματος 1975, σ. 159

[40] Kostas Chrysogonos, The enforcement of social rights as a way of promoting redistributive equality, σ. 4

[41] Ακρίτας Καϊδατζής, Κοινωνικά Δικαιώματα και Κοινωνική Δημοκρατία, e-ΠΟΛΙΤΕΙΑ, τεύχος 14 (Απρίλιος – Ιούνιος 2025), σ. 212

[42] Ιφιγένεια Καμτσίδου, Η «επικλησιμότητα» των κοινωνικών δικαιωμάτων και η τριπλή υποχρέωση του κράτους για την προστασία τους, ΔιΔικ, 5/2019, σ. 712 – 713

[43] Kostas Chrysogonos, The enforcement of social rights as a way of promoting redistributive equality, σ. 5 – 6

[44] Γλυκερία Π. Σιούτη, Εγχειρίδιο Δικαίου Περιβάλλοντος, σ. 27

[45] Ιωάννης Κ. Καρακώστας, Περιβάλλον & Δίκαιο, Δίκαιο Διαχείρισης και προστασίας των περιβαλλοντικών αγαθών, σ. 72

[46] ΦΕΚ Α’ 16/6.2.2001 ΝΟΜΟΣ ΥΠ’ ΑΡΙΘ. 2881 Ρύθμιση θεμάτων ανέλκυσης ναυαγίων και άλλες διατάξεις

[47] Ιωάννης Κ. Ρόκας, Γεώργιος Δ. Θεοχαρίδης, Ναυτικό Δίκαιο, Ε΄ Έκδοση, Εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα – Θεσσαλονίκη 2024, σ. 561

[48] Ιωάννης Κ. Ρόκας, Γεώργιος Δ. Θεοχαρίδης, Ναυτικό Δίκαιο, σ. 564 – 565

[49] Ελισάβετ Συμεωνίδου – Καστανίδου, «Ποινικές και διοικητικές κυρώσεις για τις προσβολές του περιβάλλοντος στο ελληνικό δίκαιο», Γιώργος Μπάλιας, Ευπραξία – Αίθρα Μαριά, Βασίλης Φαϊτάς, Γιώργος Καφφές (επιμ.) Περιβαλλοντικές προκλήσεις στον 21ο αιώνα, Εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα – Θεσσαλονίκη 2020, σ. 274

[50] Νικόλαος Θ. Κωνσταντινίδης, «Η ευθύνη ανέλκυσης ναυαγίου κατά το Ελληνικό και το Διεθνές Δίκαιο», Περιβαλλοντική Ευθύνη, θεωρητικές εξελίξεις και ζητήματα εφαρμογής, Νομική Βιβλιοθήκη, 2010, σ. 133

[51] E-001828/2019 Απάντηση της κ. Bulc εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (20.6.2019), όπου επισημαίνεται ότι, «ελλείψει κύρωσης της Σύμβασης του Ναϊρόμπι, εναπόκειται στις ελληνικές αρχές (συμπεριλαμβανομένων των ελληνικών δικαστηρίων) να κρίνουν κατά πόσον είναι δυνατό να υποχρεωθούν οι ιδιοκτήτες του Sea Diamond να ανελκύσουν το σκάφος».

[52] ΣτΕ 1820/2019, Σωματείο με την επωνυμία «Διεθνής Δράση για το Περιβάλλον και τον Πολιτισμό της Σαντορίνης» κ.λπ κατά Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας κ.λπ., σκψ. 13

[53] ΣτΕ 1820/2019, Σωματείο με την επωνυμία «Διεθνής Δράση για το Περιβάλλον και τον Πολιτισμό της Σαντορίνης» κ.λπ κατά Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας κ.λπ., σκψ. 13

[54] ΣτΕ 1820/2019, Σωματείο με την επωνυμία «Διεθνής Δράση για το Περιβάλλον και τον Πολιτισμό της Σαντορίνης» κ.λπ κατά Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας κ.λπ., σκψ. 14

[55] Ηλίας Κουβαράς, «Παροχή κατευθύνσεων για την άσκηση της διοικητικής αρμοδιότητας», Περί των εξουσιών του δικαστή ουσίας, Sakkoulas Online 2024, σ. 124 – 125

[56] ΣτΕ 714/2019, MEDMAR NAVIGATIONS S.A. κατά του Υπουργού Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής, σκψ. 5

[57] ΣτΕ 714/2019, MEDMAR NAVIGATIONS S.A. κατά του Υπουργού Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής, σκψ. 8

[58] Βλ. την κρίση του Αρείου Πάγου ότι «δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ο αναιρεσείων υπέστη ηθική βλάβη από αυτήν καθαυτήν τη ρύπανση του θαλασσίου περιβάλλοντος, αφού η βλάβη αυτή δεν είναι συμβατή με νομικά πρόσωπα, όπως ο αναιρεσείων, αλλά αφορά μόνο σε φυσικά πρόσωπα γιατί, όπως προαναφέρθηκε, προϋποθέτει ανθρώπινη υπόσταση»

[59] Τζούλια Ηλιοπούλου – Στράγγα, Η «Τριτενέργεια» των ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων του Συντάγματος 1975, σ. 54 – 55

[60] Kostas Chrysogonos, The enforcement of social rights as a way of promoting redistributive equality, σ. 6

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

thirteen − 7 =