Περιεχόμενα
ΙΙ. Το κοινωνικό δικαίωμα στην κατοικία: μια σύντομη επισκόπηση. 4
ΙΙΙ. Τα κοινωνικά κινήματα κατοικίας και οι καταλήψεις ως εναλλακτική μορφή στέγασης. 5
- Η «κατοικία» ως αυτόνομη έννοια στο πλαίσιο της ΕΣΔΑ.. 9
- Πρόσφορα παραδείγματα από τη νομολογία του ΕΔΔΑ.. 10
Γ. Υπαγωγή των συμπερασμάτων της νομολογίας στην περίπτωση των καταλήψεων. 15
Ι. Κοινωνικά δικαιώματα: μεταξύ νομιμοποίησης του αστικού κράτους και της δράσης των κοινωνικών κινημάτων
Σύμφωνα με μία διαδεδομένη άποψη, το Σύνταγμα είναι η νομική έκφραση και αποκρυστάλλωση ενός συγκεκριμένου συσχετισμού των κοινωνικών δυνάμεων, τις οποίες ρυθμίζει και ταυτόχρονα εκφράζει, εξυπηρετώντας πρωτίστως τα συμφέροντα της οικονομικά κυρίαρχης τάξης.[1] Επειδή, όμως αποτελεί προϊόν συμβιβασμού, εμπεριέχει και ορισμένα στοιχεία αμφισβήτησης του status quo,[2] επιβεβαιώνοντας τη διττή του φύση ως κανονιστικού και πολιτικού κειμένου.[3] Η κατοχύρωση των κοινωνικών δικαιωμάτων, ως επιμέρους εκφάνσεων της αρχής του κοινωνικού κράτους,[4] και η ένταξή τους στον σκληρό πυρήνα του Συντάγματος[5] -σε ένα πρώτο επίπεδο- συνδέεται με την ιδεολογική και νομιμοποιητική βάση του σύγχρονου αστικού κράτους, το οποίο αναλαμβάνει «να χειριστεί αποτελεσματικά (…) το σύνολο των προβλημάτων του κοινωνικού σχηματισμού».[6] Συναφώς, η συναίρεση του πολιτικού φιλελευθερισμού με τη δημοκρατία πραγματώνεται στο επίπεδο της «δίκαιης κατανομής».[7] Σε αυτό το πλαίσιο, τα κοινωνικά δικαιώματα αποτελούν θεσμοθετημένα εργαλεία αναδιανομής του πλούτου, δηλαδή της υπεραξίας της εργασίας των μελών του κοινωνικού συνόλου,[8] υπό μορφή αγαθών ή υπηρεσιών.[9] Στην πράξη, εμφανίζονται -συνήθως- ως νομικά αντίδοτα που, αν πετύχουν, οδηγούν σε μικρότερες ή μεγαλύτερες «ατομικές βελτιώσεις και αναδιατάξεις της ταξικής ισορροπίας»,[10] με βάση και την ιστορική/ πολιτισμική σχετικότητα των κοινωνικών αγαθών.[11]
Ωστόσο, η περιορισμένη -κατά κανόνα- επίδρασή των κοινωνικών δικαιωμάτων στον αστικό συσχετισμό των οικονομικών και -συνακόλουθα- πολιτικών δυνάμεων θέτει τα θεμέλια για την υποβάθμισή τους. Με δεδομένο ότι δεν οδηγούν στην ουσιώδη μεταφορά οικονομικών πόρων από την αστική τάξη,[12] η τελευταία, διατηρώντας ακέραιη την πολιτική της επιρροή, δύναται να την αξιοποιεί για να συρρικνώσει το περιεχόμενό τους.[13] Υπό αυτή την έννοια φαίνεται να επαληθεύεται ο σκεπτικισμός του Μάνεση ότι «κοινωνικοποίηση του κράτους χωρίς κοινωνικοποίηση των συμφερόντων, και βασικά των μέσων παραγωγής (…), είναι αδιανόητη».[14]
Έτσι, σε ένα δεύτερο επίπεδο, όταν οξύνεται η ένταση μεταξύ της τυπικής ισότητας και της κοινωνικής ανισότητας,[15] η επίκληση των κοινωνικών δικαιωμάτων λειτουργεί απονομιμοποιητικά για την εξουσία, ανοίγοντας «νέα πεδία στην πολιτική αντιπαράθεση».[16] Σε αυτό το σημείο, τα κοινωνικά δικαιώματα υπερβαίνουν τη θεσμική τους διάσταση[17] και «δεν διεκδικούνται αποκλειστικά στα δικαστήρια ή τη βουλή».[18] Αντίθετα, εμφανίζονται ως συνθήματα, επικλήσεις και οδηγοί στους πολιτικούς αγώνες,[19] ξαναβρίσκοντας κάτι από την αρχετυπική τους ουσία ως πάγιες διεκδικήσεις του εργατικού κινήματος.[20] Εξ αυτού, τα ατομικά δικαιώματα συλλογικής δράσης αναγνωρίζονται ως η αναγκαία βιόσφαιρα των κοινωνικών δικαιωμάτων,[21] μιας και για την αποτελεσματική προστασία και προαγωγή τους δεν αρκούν μονάχα οι θεσμοθετημένες διαδικασίες.[22] Σε αυτό το πλαίσιο ενεργοποιούνται μηχανισμοί, όπως η αυτοοργάνωση, η δημοκρατία της βάσης και τα κοινωνικά κινήματα,[23] που μέσω της δράσης τους συνδιαλέγονται με το πολιτικό σύστημα. Συμβαίνει όμως, ορισμένες φορές, εκφάνσεις των λαϊκών κινητοποιήσεων να κείνται πέραν των στενών ορίων της νομιμότητας.[24] Η αντίθεση συμφερόντων που προκύπτει από αυτή τη συνθήκη απολήγει κατ’ ανάγκη σε δικαστικές διαμάχες. Σε αυτό το πλαίσιο τα κοινωνικά δικαιώματα επανέρχονται στη θεσμική τους διάσταση, συμβάλλοντας στην ορθή νομική αντιμετώπιση των πραγματικών καταστάσεων που ανακύπτουν κατά τη διεκδίκησή τους.
ΙΙ. Το κοινωνικό δικαίωμα στην κατοικία: μια σύντομη επισκόπηση
Η εγγύηση επαρκούς και ικανοποιητικής στέγασης αποτελεί προϋπόθεση για την αξιοπρεπή διαβίωση του ανθρώπου,[25] αλλά και κοινωνικό δικαίωμα-συνταγματικό σκοπό,[26] που κατοχυρώνεται ρητά στο άρθρο 21 παρ. 4 Σ. Στην οικεία διάταξη ορίζεται ότι «η απόκτηση κατοικίας από αυτούς που την στερούνται ή που στεγάζονται ανεπαρκώς αποτελεί αντικείμενο ειδικής φροντίδας του κράτους». Η ικανοποίηση του δικαιώματος δεν απολήγει κατ’ ανάγκη σε απόκτηση κυριότητας από τον δικαιούχο,[27] αλλά «στην εξασφάλιση στέγης με οποιονδήποτε τρόπο»[28] (πχ μίσθωση, δωρεάν παραχώρηση καταλύματος, χορήγηση επιδόματος στέγασης, άτοκου/χαμηλότοκου δανείου, απαλλαγή από φόρο κλπ).[29] Υπό αυτή την έννοια το άρθρο 21 παρ. 4 Σ εγγυάται ένα δικαίωμα σε προσιτή στέγη, που εξικνείται έως και την προσιτή ιδιοκατοίκηση (optimum).[30] Είναι ευεξήγητο, ότι ο νομοθέτης δεσμεύεται να μην λαμβάνει μέτρα, που επιβαρύνουν ή δυσχεραίνουν την απόκτηση κατοικίας,[31] ενώ πρέπει να μεριμνά για την προστασία της.[32] Η καθολική όψη του δικαιώματος επιβάλλει την αναγνώριση ενός «κατώτατου επιτρεπτού ορίου στέγασης».[33] Σύμφωνα με τη νομολογία, η επάρκεια μιας κατοικίας κρίνεται βάσει της συνάρτησης του εμβαδού[34] προς τον αριθμό των διαμενόντων σε αυτή[35] και από την εν γένει «κατάστασή» της[36] (δηλαδή, την κατασκευαστική και στατική της επάρκεια, την εξασφάλιση βασικών ανέσεων, την πλήρωση των προδιαγραφών υγείας και υγιεινής και τη σύνδεση με τα οικεία δίκτυα ηλεκτροδότησης, ύδρευσης, αποχέτευσης και αποκομιδής απορριμμάτων).[37] Φυσικά, για την υλοποίηση όλων αυτών των στοιχείων απαιτείται η ενεργοποίηση του νομοθέτη και η συγκρότηση ενός κατάλληλου συστήματος-δικτύου διανομής αγαθών-υπηρεσιών.[38]
ΙΙΙ. Τα κοινωνικά κινήματα κατοικίας και οι καταλήψεις ως εναλλακτική μορφή στέγασης
Τούτων λεχθέντων, η κατοικία αποτελεί το πεδίο εκείνο στο οποίο αναδεικνύεται εναργέστερα η θεμελιώδης καπιταλιστική αντίφαση μεταξύ της αξίας χρήσης και της ανταλλακτικής αξίας ενός εμπορεύματος.[39] Η διπλή ιδιότητά της στέγης ως βιοτικού αγαθού και ως παραγωγικού κλάδου της οικονομίας, την τοποθετεί στο επίκεντρο κοινωνικών συγκρούσεων, οι οποίες εκδηλώνονται όταν το κράτος αφίσταται του ρυθμιστικού και παρεμβατικού του ρόλου. Η κατάργηση των μηχανισμών μέσω των οποίων υλοποιούταν το άρθρο 21 παρ. 4 Σ (δηλαδή, ο ΟΕΚ και ν. 3869/2010 για την προστασία της πρώτης κατοικίας),[40] σε συνδυασμό με τη μακρόχρονη νομοθετική αδράνεια και την όξυνση των επιπτώσεων της οικονομικής και στεγαστικής κρίσης, ιδίως στα κατώτερα κοινωνικά στρώματα, συνέδραμαν αποφασιστικά στην ανάδυση του κοινωνικού κινήματος κατοικίας στην Ελλάδα.
Την πλέον δυναμική μορφή δράσης τούτου του κινήματος αποτελεί το φαινόμενο των καταλήψεων[41] εγκαταλελειμμένων κτηρίων -συνήθως- του Δημοσίου ή άλλων νπδδ.[42] Στην πλειοψηφία των περιπτώσεων πρόκειται για κτήρια-κελύφη, τα οποία δεν πληρούν τις προϋποθέσεις καταλληλότητας στέγης. Ωστόσο, με τη συνδρομή συλλογικοτήτων ή και μεμονωμένων ακτιβιστών, οι συγκεκριμένοι χώροι αναμορφώνονται,[43] ώστε να ανταποκρίνονται στις κύριες βιοτικές ανάγκες όσων διαμένουν σε αυτούς. Εξάλλου, η θέση τους στο κέντρο των πόλεων επιτρέπει στα μέλη των καταλήψεων: αφενός να αξιοποιούν το σύνολο των υποδομών και κοινωνικών υπηρεσιών που βρίσκονται στην ευρύτερη περιοχή,[44] αφετέρου να μετέχουν στα πολιτικά και πολιτιστικά δρώμενα που εξελίσσονται στον δημόσιο χώρο.[45] Πάντως, η κατάληψη -ως κινηματική δράση- δεν περιορίζεται πάντοτε μόνο στην ικανοποίηση των στεγαστικών αναγκών των μελών της. Πολλές φορές, εξίσου σημαντική για τους καταληψίες εμφανίζεται η «δυνατότητα συλλογικής διαμόρφωσης της καθημερινότητας μέσα από το πρίσμα του πολιτικού λόγου».[46] Έτσι, το κατειλημμένο κτήριο αποκτά συμβολικό βάρος και μετατρέπεται σε επιφάνεια προβολής συνθημάτων και δηλώσεων, απευθυνόμενα προς την εξουσία και το κοινωνικό σύνολο.[47] Εντούτοις, αυτή η παράμετρος φέρνει συχνά τις καταλήψεις αντιμέτωπες με τις δημόσιες αρχές, που επιχειρούν να τις εκκενώσουν ενόψει και του παράνομου χαρακτήρα τους.[48]
ΙV Πέρα από την παρανομία: η θέαση των καταλήψεων υπό το πρίσμα του δικαιώματος στην κατοικία και η ερμηνευτική συμβολή του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ
Η προσέγγιση του εν λόγω φαινομένου με νομικούς όρους αποτελεί μια σύνθετη διαδικασία, που εγκυμονεί κινδύνους για τον ερμηνευτή του δικαίου. Οι καταλήψεις, καίτοι παράνομες, «δεν είναι ατυχήματα εξωτερικά́ ως προς το νόμο ούτε κοινωνιολογικά́ απρόοπτα».[49] Αντίθετα, εμφανίζονται ως μια μορφή «αυτοδύναμης» εκπλήρωσης του δικαιώματος στην κατοικία, που ενεργοποιείται εξαιτίας των παραλείψεων του νομοθέτη να αναλάβει άμεσα μέτρα αποτελεσματικά και διεκπαιρεωτικά στον τομέα της στέγης. Σε επίπεδο δικαστικής προστασίας η σύγχυση είναι αναμενόμενη, καθότι η εξεταζόμενη διαφορά δεν περιλαμβάνει δύο αντίθετες εμπράγματες αξιώσεις. Οι καταληψίες δεν διεκδικούν την κυριότητα των ακινήτων στα οποία καταλύουν, αλλά την κοινωνική τους χρήση.[50] Ακόμη όμως και αν αξίωναν την κυριότητα τους, τα περιθώρια για την ευόδωση του σχετικού αιτήματος θα ήταν εξαιρετικά περιορισμένα. Έτσι, σε περίπτωση που ο κατειλημμένος χώρος ανήκει σε ιδιώτη (κάτι που συμβαίνει εξαιρετικά σπάνια), ίσως να έβρισκε εφαρμογή το άρθρο 1045 ΑΚ για την έκτακτη χρησικτησία.[51] Αναφορικά όμως με τα ακίνητα του Δημοσίου, ισχύει το άρθρο 4 παρ. 1 ν. 3127/2003, σύμφωνα με το οποίο η κτήση κυριότητας επιτρέπεται: «εφόσον κάποιος που απέκτησε με καλή πίστη τη νομή ακινήτου του Δημοσίου, νέμεται αδιατάρακτα τούτο για τριάντα έτη, που φθάνουν χρονικά μέχρι την (…) 19-03-2003».[52] Είναι προφανές ότι οι προϋποθέσεις εφαρμογής της εν λόγω διάταξης δεν συμβαδίζουν με την προπεριγραφείσα πρακτική των καταλήψεων. Κατά τα λοιπά, η ελληνική έννομη τάξη δεν διαθέτει ειδικότερο θεσμικό πλαίσιο για τη λειτουργία ή τη νομιμοποίησή τους,[53] κυρίως ενόψει της ένστασης ότι «οποιοσδήποτε άστεγος θα μπορούσε να εισβάλλει» και να παραμένει σε έναν χώρο, «επικαλούμενος κατάσταση ανάγκης».[54] Από την άλλη, η απουσία συγκεκριμένης νομοθετικής πρόβλεψης δεν συνεπάγεται αυτομάτως τη γενική ευχέρεια εκκένωσης των κατειλημμένων κτηρίων.[55] Η επικράτηση μιας τέτοιας ερμηνείας θα ήταν ασύμβατη με την αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 25 παρ. 1 Σ) και τον εν γένει προσωποκρατικό χαρακτήρα του Συντάγματος,[56] καθότι θα επέφερε αντικοινωνικά αποτελέσματα.
Η λύση του ζητήματος πρέπει να αναζητηθεί με βάση το άρθρο 21 παρ. 4 Σ και όχι ερήμην αυτού. Εντούτοις, η συγκεκριμένη διάταξη δεν έχει αποτελέσει αντικείμενο συστηματικής επεξεργασίας στο πλαίσιο του σταθμιστικού ελέγχου από τα δικαστήρια.[57] Τα τελευταία δεν είναι εξοικειωμένα με τη χρήση του δικαιώματος στην κατοικία,[58] το οποίο μοιάζει να γίνεται αντιληπτό περισσότερο ως τμήμα του νομοθετημένου ή πολιτικού, παρά του νομολογημένου Συντάγματος.[59] Ως εκ τούτου, παρίσταται επιτακτική ανάγκη -κατά τη διεξαγωγή του ελέγχου της αναλογικότητας- ο δικαστής να ανατρέξει σε έτερα νομικά κείμενα «με στοιχεία συνταγματικής ποιότητας»,[60] προκειμένου να προσδώσει στη σχετική διάταξη «το μείζον κανονιστικό περιεχόμενο». Δηλαδή, «το περιεχόμενο που προσφέρει τη μείζονα προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, του κράτους δικαίου και βέβαια των εγγυήσεων της δημοκρατίας».[61] Ειδικότερα, όσον αφορά την εξεταζόμενη περίπτωση, η ΕΣΔΑ αποτελεί εκείνο το νομικό κείμενο που συμβάλλει ουσιωδέστερα στην κανονιστική πύκνωση του άρθρου 21 παρ. 4 Σ.[62]
Σε ένα πρώτο επίπεδο, τούτη η διαπίστωση ίσως να φαίνεται παράδοξη, καθότι η προστασία των κοινωνικών δικαιωμάτων δεν εμπίπτει στη ratione materiae της Σύμβασης. Εντούτοις, ήδη από τη δεκαετία του 1980, στο πλαίσιο αναζήτησης της κοινωνικής διάστασης της ΕΣΔΑ, αναπτύχθηκε η θεωρία των θετικών υποχρεώσεων του κράτους, σύμφωνα με την οποία τα συμβαλλόμενα μέλη οφείλουν να εγγυόνται την ακώλυτη άσκηση των δικαιωμάτων και ελευθεριών όλων όσων βρίσκονται στην επικράτειά τους (άρθρο 1 ΕΣΔΑ).[63] Η σταδιακή επικράτηση τούτης της αντίληψης, σε συνδυασμό με την πρόσληψη της Σύμβασης ως «ζωντανού εργαλείου»,[64] επέτρεψε την εξαγωγή παράγωγων δικαιωμάτων και αξιώσεων κοινωνικού περιεχομένου από τις διατάξεις της.[65] Έτσι, η συστηματική ερμηνεία του άρθρου 8 ΕΣΔΑ (δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής) οδήγησε στην έμμεση αναγνώριση ορισμένων πτυχών ενός δικαιώματος στην κατοικία.[66]
A. Η «κατοικία» ως αυτόνομη έννοια στο πλαίσιο της ΕΣΔΑ
Εκκινώντας από μια κρίσιμη ορολογική διευκρίνιση, επισημαίνεται ότι η «κατοικία»[67] εντάσσεται στον ευρύ κατάλογο των εννοιών, οι οποίες ερμηνεύονται αυτόνομα στο πλαίσιο της ΕΣΔΑ.[68] Κατά τη νομολογία του Στρασβούργου, τούτη η ιδιότητα αποδίδεται σε οποιονδήποτε οριοθετημένο χώρο, εντός του οποίου αναπτύσσεται η ιδιωτική και οικογενειακή ζωή ενός ατόμου.[69] Αυτή η διασταλτική προσέγγιση[70] ερείδεται -πρωτίστως- σε εμπειρικώς διαπιστώσιμα δεδομένα, όπως η ύπαρξη πραγματικών και διαρκών δεσμών ενός προσώπου με ένα τόπο,[71] και αποσκοπεί στην προστασία όσο το δυνατόν περισσότερων μορφών διαβίωσης. Ως εκ τούτου, το ΕΔΔΑ αναγνωρίζει την ιδιότητα της κατοικίας, πέρα από ακίνητα, τα οποία πληρούν τις απαιτήσεις της πολεοδομικής νομοθεσίας,[72] και σε άλλες κατασκευές, όπως αυτοσχέδια λυόμενα ή παραπήγματα, σκηνές,[73] ακόμη και τροχόσπιτα.[74] Μάλιστα, ο δεσμός αυτός δεν χρειάζεται να είναι αδιάκοπος.[75] Διευκρινίζεται, ωστόσο, ότι εάν ένα πρόσωπο δεν έχει κατοικήσει ποτέ ή έχει διαμείνει ελάχιστα ή έχει απομακρυνθεί για μεγάλο χρονικό διάστημα από έναν τόπο, τότε ενδέχεται η σύνδεση μεταξύ τους να είναι τόσο εξασθενημένη, «ώστε να μην εγείρεται κανένα ζήτημα βάσει του άρθρου 8».[76] Τέλος, ακριβώς επειδή η κατοικία γίνεται αντιληπτή ως πραγματική συνθήκη, ο προσδιορισμός της δεν περιορίζεται από το σύννομο της κατοχής ή νομής του εξεταζόμενου κάθε φορά χώρου,[77] ούτε από το ιδιοκτησιακό του καθεστώς.[78] Η ευρύχωρη διάπλαση της έννοιας «κατοικία» από το δικαστήριο του Στρασβούργου επιτρέπει την υπαγωγή των καταλήψεων, που ικανοποιούν (μεταξύ άλλων) στεγαστικές ανάγκες, στο προστατευτικό πεδίο του άρθρου 8 ΕΣΔΑ. Ως εκ τούτου, το κοινωνικό αίτημα για παραμονή στους κατειλημμένους χώρους μετατρέπεται σε αξίωση σεβασμού της κατοικίας όσων διαβιούν σε αυτούς.
B. Πρόσφορα παραδείγματα από τη νομολογία του ΕΔΔΑ
Χαρακτηριστικό παράδειγμα που συμπυκνώνει το σύνολο των παραμέτρων του σχετικού προβληματισμού αποτελεί η υπόθεση Yordanova κατά Βουλγαρίας. Εν προκειμένω, το ΕΔΔΑ αντιμετώπισε τη διοικητική αποβολή μιας κοινότητας Ρομά, η οποία κατέλαβε παράνομα και διέμενε από το 1960 σε έκταση κυριότητας του Δημοσίου στη Σόφια, η οποία πέρασε το 1996 στον έλεγχο του οικείου Δήμου. Στον αυτοσχέδιο καταυλισμό στεγάζονταν περίπου 300 άτομα και μέχρι το 2005 δεν είχε ανακύψει κανένα ζήτημα, ώσπου το Σεπτέμβριο του ίδιου έτους, η δημοτική αρχή αποφάσισε την εκκένωση του. Τα εθνικά δικαστήρια έκριναν σύννομη την εν λόγω πράξη, με βάση τον κώδικα για τη Δημοτική Περιουσία, γεγονός που οδήγησε τους αιτούντες ενώπιον του Στρασβούργου, επικαλούμενοι την παραβίαση του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ.[79]
Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι τα επίδικα καταλύματα συνιστούσαν πράγματι κατοικίες,[80] ενώ περαιτέρω έκρινε ότι η διαταγή απομάκρυνσης των αιτούντων αποτελούσε επέμβαση στο δικαίωμα σεβασμού τόσο της κατοικίας, όσο και της ιδιωτικής και οικογενειακής τους ζωής.[81] Σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 2 μια τέτοια επέμβαση θεωρείται καταρχήν ανεπίτρεπτη, εκτός εάν προβλέπεται από το νόμο και αποτελεί αναγκαίο μέτρο, σε μία δημοκρατική κοινωνία, για την επίτευξη ορισμένου σκοπού δημοσίου συμφέροντος. Παρότι στο σχετικό πρωτόκολλο δεν αναγράφονταν οι επιδιωκόμενοι σκοποί, το ΕΔΔΑ συνήγαγε ότι η διοικητική αποβολή απέβλεπε: α) στην ανάκτηση περιουσιακού στοιχείου του Δημοσίου από πρόσωπα που δεν έχουν δικαίωμα χρήσης του,[82] [83] β) στην αναβάθμιση του αστικού περιβάλλοντος[84] και γ) στην προστασία της δημόσιας υγείας, αντικαθιστώντας τα αυτοσχέδια καταλύματα που δεν διέθεταν δίκτυο ύδρευσης και αποχέτευσης, από ένα σύγχρονο οικοδομικό συγκρότημα.[85] [86] Μάλιστα, το ανωτέρω σχέδιο είχε εκπονηθεί ήδη από τη δεκαετία του 1990, όμως δεν είχε ληφθεί κανένα μέτρο για την πραγματοποίησή του.
Ακολουθώντας την πάγια σχετική νομολογία του, το ΕΔΔΑ επικεντρώθηκε στον έλεγχο αναγκαιότητας της εν λόγω επέμβασης.[87] Καταρχήν, όσον αφορά τη χάραξη κοινωνικής και οικονομικής πολιτικής, το δικαστήριο αναγνωρίζει ένα ευρύ περιθώριο εκτίμησης στις εθνικές αρχές, προκειμένου να εναρμονίσουν τη δράση τους με την προαναφερθείσα διάταξη.[88] Εντούτοις, η ευχέρεια της διοίκησης συστέλλεται ή διαστέλλεται ad hoc,[89] εξαιτίας μιας σειράς κρίσιμων πραγματικών και νομικών παραγόντων που συνοδεύουν την κάθε υπόθεση,[90] όπως η φύση και η σημασία του προστατευόμενου δικαιώματος, το είδος της περιοριζόμενης δραστηριότητας, η βαρύτητα του επιδιωκόμενου σκοπού κλπ.
Εν προκειμένω, κρίθηκε ότι ο ισχυρός σύνδεσμος ανάμεσα στην κατοικία αφενός, στην προσωπική σφαίρα του ατόμου και την απόλαυση των λοιπών θεμελιωδών δικαιωμάτων του αφετέρου, επιτάσσει να περιορισθεί το εύρος της εκτίμησης της διοίκησης.[91] Η έκταση του περιορισμού αυτού συναρτάται με τον προηγούμενο έλεγχο ή μη της αναλογικότητας της πράξης διοικητικής αποβολής από εγχώριο δικαιοδοτικό όργανο.[92] [93] Πρόκειται για ένα ζήτημα που άπτεται τόσο της διαδικασίας, όσο και της ουσίας της υπόθεσης.[94] Με άλλα λόγια, το ΕΔΔΑ δέχεται ένα ευρύ περιθώριο εκτίμησης, εφόσον οι εθνικές δικαιοδοτικές αρχές έχουν ήδη εξετάσει την επέμβαση με βάση το άρθρο 8 παρ. 2 ΕΣΔΑ. Σε αυτή την περίπτωση το Στρασβούργο αρκείται στην διαπίστωση της ορθότητας του διεξαχθέντος ελέγχου. Ειδικότερα, η διοικητική αποβολή από ένα τόπο, που εκλαμβάνεται ως κατοικία δεν μπορεί απλώς να βασίζεται στον παράνομο χαρακτήρα της κατάληψης.[95] Στην επίμαχη υπόθεση, ούτε η απόφαση της δημοτικής αρχής αναφερόταν στον εξυπηρετούμενο σκοπό,[96] ούτε τα βουλγαρικά δικαστήρια προέβησαν στον απαιτούμενο έλεγχο αναλογικότητας. Ως εκ τούτου, και μόνο εξ αυτού, παραβιαζόταν ήδη το περιεχόμενο της Σύμβασης.
Σε αντίθεση όμως με το παρελθόν,[97] το ΕΔΔΑ δεν σταμάτησε τον έλεγχο του στην έλλειψη των διαδικαστικών εγγυήσεων. Επεκτάθηκε και στο ουσιαστικό σκέλος της υπόθεσης, αναδεικνύοντας ότι η δημιουργία κοινοτικής ζωής,[98] σε συνδυασμό με τη μη πραγματοποίηση του σχεδίου οικοδομικής ανάπλασης της ευρύτερης περιοχής[99] και την ευαλωτότητα[100] των αποβληθέντων, αποτελούν κρίσιμα στοιχεία, τα οποία θα έπρεπε να ληφθούν υπόψη κατά τη διενέργεια των σταθμίσεων. Συγκεκριμένα, κρίθηκε ότι η απομάκρυνση μιας ολόκληρης κοινότητας, η οποία αναπτύχθηκε λόγω της αδράνειας του κρατικού μηχανισμού, είναι ποιοτικά ουσιωδώς διαφορετική από την έξωση ενός μεμονωμένου ατόμου.[101] Σύμφωνα δε με πάγια αρχή του δικαίου, το Κράτος δεν πρέπει να προκαλεί καταστάσεις, τις οποίες εν συνεχεία θα κληθεί να αντιμετωπίσει.[102] Ο διαφαινόμενος κίνδυνος της αστεγίας εκατοντάδων μελών του καταυλισμού,[103] τα οποία ανήκαν σε μια μη προνομιούχα ομάδα, θα έπρεπε να είχε οδηγήσει τις αρχές στην εξέταση εναλλακτικών λύσεων, όπως η νομιμοποίηση των υφιστάμενων κατοικιών, η σύνδεσή τους με το δίκτυο ύδρευσης/αποχέτευσης και η συνδρομή προς απόκτηση στέγης, εφόσον η απομάκρυνση τους είναι επιβεβλημένη.[104] Αξίζει δε να σημειωθεί ότι τις τελευταίες δεκαετίες αναδύεται μια τάση στη νομολογία του δικαστηρίου, να εκλαμβάνεται η έλλειψη πρόβλεψης εναλλακτικών λύσεων -και μάλιστα εγκαίρως-[105] ως ένδειξη μείζονος σημασίας για το δυσανάλογο χαρακτήρα[106] των πραγματοποιούμενων εξώσεων/ αποβολών.[107] [108] Υπό αυτή την οπτική λοιπόν, η αντίληψη ότι το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ δεν κατοχυρώνει δικαίωμα σε παροχή κατοικίας μοιάζει να σχετικοποιείται.[109] Τέλος, η παραδοχή ότι η άμεση αποβολή των καταληψιών εμφανίζεται ως μη αναγκαία, ενόψει του γεγονότος ότι τα έργα οικιστικής ανάπλασης δεν είχαν αρχίσει καν να υλοποιούνται[110] υποκρύπτει μια ακόμα σοβαρότερη συνέπεια: ότι, από μόνη της, η ανάκτηση περιουσιακού στοιχείου δεν επαρκεί για να δικαιολογήσει την απομάκρυνση μιας κοινότητας προσώπων, σε επισφαλή θέση, από την κατοικία τους.[111]
Η τελευταία αυτή παρατήρηση αφορά πρωτίστως τις περιπτώσεις που ο νόμιμος ιδιοκτήτης της «κατοικίας» είναι το Δημόσιο ή άλλο νπδδ[112] και όχι κάποιος ιδιώτης.[113] Βεβαίως, το ΕΔΔΑ αναγνωρίζει τη λειτουργική δέσμευση του δικαιώματος στην ιδιοκτησία.[114] Προϋποθέτει όμως τη διασφάλιση της δίκαιης ισορροπίας μεταξύ του ως άνω περιοριζόμενου δικαιώματος και του επιδιωκόμενου σκοπού δημοσίου συμφέροντος. Έτσι, στην υπόθεση Παπαχελά και Amazon κατά Ελλάδος,[115] η οποία αφορούσε την τριετή κατάληψη ενός ξενοδοχείου[116] από πρόσφυγες και μετανάστες (με τη συνδρομή πολιτών), το δικαστήριο έκρινε ότι οι αρχές δεν προέβησαν στις απαραίτητες ενέργειες, ώστε να διασφαλισθεί το δικαίωμα της ιδιοκτησίας των προσφευγουσών (άρθρο 1 ΠΠΠ ΕΔΣΑ).[117] Τούτη η διαπίστωση δεν υπήρξε αυτόθροη. Το Στρασβούργο, κατά την εκφορά της κρίσης του, συνεκτίμησε την κατάσταση έκτακτης ανάγκης στην οποία βρίσκονταν οι καταληψίες, καθώς και τον ισχυρισμό των αρχών ότι η ως άνω συνθήκη διατηρούταν για λόγους κοινωνικής συνοχής και πρόνοιας.[118] Μάλιστα, ενόψει αυτών των παραδοχών, το δικαστήριο δέχθηκε ότι θα μπορούσε να γίνει ανεκτή η προσωρινή διαμονή των τελευταίων εντός του κτηρίου[119] (για εύλογο χρονικό διάστημα), μέχρις ότου να επιλυθεί το στεγαστικό τους πρόβλημα.[120] Ωστόσο, η παράλειψη της πολιτείας να προβεί στις απαιτούμενες ενέργειες, προχωρώντας είτε στη μετεγκατάσταση είτε στη μίσθωση είτε στη μείωση του σχετικού φόρου, όπως και την απόσβεση των χρεών χρήσης ηλεκτρικού ρεύματος και νερού,[121] κατέληξε στην πλήρη ανατροπή των ισορροπιών μεταξύ των αντικρουόμενων δικαιωμάτων και τη συνακόλουθη καταδίκη της χώρας.[122]
Γ. Υπαγωγή των συμπερασμάτων της νομολογίας στην περίπτωση των καταλήψεων
Οι προαναφερθείσες αποφάσεις αναδεικνύουν το σύνολο των παραμέτρων, τις οποίες ο ερμηνευτής του δικαίου οφείλει να συνεκτιμήσει, εφόσον κληθεί να αντιμετωπίσει την εκκένωση μιας κατάληψης (κατοικίας με βάση το άρθρο 8 ΕΣΔΑ). Έτσι, εάν το κατειλημμένο κτήριο ανήκει στην ιδιοκτησία του Δημοσίου, δεν είναι νοητή η άμεση αστυνομική παρέμβαση με σκοπό την εκδίωξη των διαμενόντων σε αυτό. Αντίθετα, πρέπει να προηγηθεί δικαστικός έλεγχος στο πλαίσιο του οποίου θα ληφθούν υπόψη: α) η (μακρά) χρονική διάρκεια της κατάληψης,[123] β) η γνώση της λειτουργίας της από τις αρμόδιες αρχές, γ) ο αριθμός των καταληψιών,[124] δ) η ύπαρξη κοινοτικής ζωής (δηλαδή, η ανάπτυξη ισχυρών δεσμών ανάμεσα στους καταληψίες και με τον χώρο στον οποίο κατοικούν), ε) η προσωπική τους «κατάσταση» και ο κίνδυνος να περιέλθουν σε συνθήκες αστεγίας.[125] Σε περίπτωση που πληρούνται τα ανωτέρω δεδομένα, υφίσταται μιας μορφή «αποδυνάμωση δικαιώματος» του Δημοσίου, με αποτέλεσμα να περιορίζεται η ευχέρειά του να ανακτήσει το κατειλημμένο περιουσιακό του στοιχείο.[126] Βεβαίως, οι καταληψίες δύναται να απομακρυνθούν από το κτήριο, εφόσον εξυπηρετείται ορισμένος σκοπός δημοσίου συμφέροντος. Πάντως, και σε αυτή την περίπτωση η επίκληση ενός τέτοιου λόγου δεν συνεπάγεται αυτομάτως τη νομιμοποίηση της έξωσης. Αντίθετα, ενόψει και των πραγματικών περιστάσεων που τη συνοδεύουν, θα πρέπει να εξετασθεί: α) εάν υπάρχουν λιγότερο επαχθείς τρόποι για την υλοποίηση του σκοπού,[127] β) εάν (και κατά πόσο) η έξωση χρειάζεται να ολοκληρωθεί άμεσα και γ) εάν υφίστανται κατάλληλες εναλλακτικές λύσεις για τη στέγαση όσων πρόκειται να αποστερηθούν την κατοικία τους.[128] Ειδικότερα, όσον αφορά το τελευταίο ζήτημα, επισημαίνεται ότι μόνη «η εξασφάλιση προσωρινής στέγης δεν θεωρείται ικανοποιητικό μέτρο: οι άστεγοι πρέπει να αποκτήσουν κατάλληλη στέγη για εύλογο χρόνο, ενώ τα μέτρα που θα ληφθούν πρέπει να αποσκοπούν στην αποφυγή επαναφοράς τους στην προηγούμενη κατάσταση»[129]. Η διεξαγωγή του ελέγχου της αναλογικότητας κατά τον παραπάνω τρόπο αναδεικνύει το status mixtus του δικαιώματος στην κατοικία,[130] αφού εκκινώντας από την αμυντική (αξίωση σεβασμού της κατοικίας) καταλήγει στη θετική του διάσταση, «στο αίτημα δηλαδή για επαρκή στέγαση».[131] [132] Τούτη η προσέγγιση φαίνεται να είναι η ενδεδειγμένη, αφού ευθυγραμμίζεται και με τις απαιτήσεις του άρθρου 31 παρ. 2 ΕΚΧ, σύμφωνα με τον οποίο τα συμβαλλόμενα κράτη οφείλουν να λαμβάνουν μέτρα για την πρόληψη και την μείωση του αριθμού των αστέγων.
V. Καταληκτικές σκέψεις
Τα κοινωνικά δικαιώματα συνδέονται τόσο με την υλική υπόσταση του ανθρώπου, όσο και με τη δυνατότητα της ίσης συμμετοχής στους δημοκρατικούς θεσμούς. Η υποβάθμισή τους σε μια εποχή οξυμένων ανισοτήτων και κρίσεων φαίνεται να αποκτά εσχατολογικές διαστάσεις για τους πολίτες και το πολίτευμα. Η στεγαστική επισφάλεια,[133] μολονότι αποτελεί ένα διαχρονικό πρόβλημα για τα ασθενέστερα κοινωνικά στρώματα, μόνο πρόσφατα επανήλθε στη δημόσια σφαίρα, καθότι απέκτησε διαταξικά χαρακτηριστικά.[134] Σύμφωνα με το υπάρχον κανονιστικό πλαίσιο, η πρακτική των καταλήψεων μπορεί να γίνει ανεκτή -υπό προϋποθέσεις- ως κοινωνικό αντανακλαστικό απέναντι στον κίνδυνο της αστεγίας. Είναι εξαιρετικά αμφίβολο όμως, εάν θα μπορούσε να αποτελέσει μια γενικευμένη εναλλακτική στρατηγική για την αντιμετώπιση του εν λόγω ζητήματος.
Συνεπώς, η επίλυσή του στεγαστικού προβλήματος διέρχεται κατ’ ανάγκη μέσα από την ενεργοποίηση της κρατικής παρέμβασης. Η πολιτεία οφείλει να διαμεσολαβεί, ώστε να διασφαλίζεται η καθολική πρόσβαση στο κοινωνικό αγαθό της κατοικίας, ακόμη και όταν η αγορά δεν έχει κίνητρα προς αυτή την κατεύθυνση.[135] Σε αυτό το επίπεδο προβάλλει εκ νέου το αίτημα της κοινωνικής δημοκρατίας[136] και προσαρμογής ή ακόμη και αλλαγής[137] του παρόντος συστήματος οικονομικής οργάνωσης,[138] ιδίως εάν γίνει δεκτό ότι «η κεφαλαιοκρατική κοινωνία όχι μόνο δεν μπορεί καθόλου να εξαλείψει (…), μα απεναντίας είναι υποχρεωμένη να οξύνει» τις γενεσιουργές αιτίες της στεγαστικής κρίσης».[139]Συνεπώς, μοιάζει να επαληθεύεται, αλλά και να ανανοηματοδοτείται η διαπίστωση ότι «δεν υπάρχει σωτηρία (…) του υποκειμένου άλλη από την πολιτικοποίησή του» .[140]
___________________
Εισήγηση στο Κοινό Μεταπτυχιακό Σεμινάριο Συνταγματικού Δικαίου των Νομικών Σχολών ΕΚΠΑ και ΑΠΘ που πραγματοποιήθηκε στις 13 Ιουνίου 2025 στο Καρπενήσι
[1] Αριστόβουλος Μάνεσης, Συνταγματικό Δίκαιο Ι, Εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα-Θεσσαλονίκη 1980, σ. 16 και 61.
[2] Ακρίτας Καϊδατζής, «Κοινωνικά Δικαιώματα και Κοινωνική Δημοκρατία», e-Πολιτεία 2025, σ. 216.
[3] Ευάγγελος Βενιζέλος, Μικρή εισαγωγή στο Σύνταγμα και στο Συνταγματικό Δίκαιο: Ένα εισαγωγικό μάθημα και μια συζήτηση, Εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα-Θεσσαλονίκη 2023, σ. 6.
[4] Γιώργος Παπαδημητρίου, Συνταγματικές μελέτες: Τόμος Ι, Εκδόσεις Σάκκουλα Αθήνα-Θεσσαλονίκη 2007, σ. 58-61.
[5] Γιώργος Κατρούγκαλος, Το Κοινωνικό Κράτος της Μεταβιομηχανικής Εποχής, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή 1998, σ. 472.
[6] Ευάγγελος Βενιζέλος, Μαθήματα Συνταγματικού Δικαίου, Εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα-Θεσσαλονίκη 2021, σ. 392.
[7] Norberto Bobbio, Το μέλλον της Δημοκρατίας, Παρατηρητής, Θεσσαλονίκη 1993, σ. 145.
[8] Γεώργιος Βλάχος, Κοινωνιολογία των δικαιωμάτων του ανθρώπου, Παπαζήσης, Αθήνα 1979, σ. 129.
[9] Επαμεινώνδας Σπηλιωτόπουλος, «Η αρχή του κοινωνικού Κράτους Δικαίου: Σκέψεις για την ερμηνεία της παραγράφου 1 του άρθρου 25 του Συντάγματος», ΔτΑ 2006, σελ. 1182. Συνεπώς, επισημαίνεται ότι το φορολογικό κοινωνικό κράτος αποτελεί «ενδογενές σύστοιχο» τούτης της συνταγματικά
προβλεπόμενης διαδικασίας κοινωνικού μετασχηματισμού. Βλ. Άγγελο Στεργίου, Κοινωνικά δικαιώματα: Γι’ έναν κόσμο λιγότερο άνισο, Εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα-Θεσσαλονίκη 2023, σ. 95.
[10] Κώστας Δουζίνας, Το κράτος των δικαστών, Παπαζήσης, Αθήνα 2025, σ. 130.
[11] Ξενοφών Κοντιάδης, Μαθήματα Κοινωνικής Διοίκησης και Δικαίου Κοινωνικής Ασφάλειας, Παπαζήσης, Αθήνα 2023, σ. 55.
[12] John Rawls, Justice as Fairness: A restatement, Harvard University Press, Massachusetts 2001, σ. 131 και 138.
[13] Βλ. Αλέξανδρο Σβώλο, Το νέον Σύνταγμα και αι βάσεις του πολιτεύματος, τύποις Πυρσού, Αθήναι 1928, σ. 95: «Η επίδρασις μάλιστα των οικονομικών οργανώσεων – trusts, cartels, ανωνύμων εταιρειών – τας οποίας ακριβώς δι’ αυτόν τον λόγον φοβείται η δημοκρατική συνείδησις εις πολλάς χώρας, είναι τόσον μεγάλη, ώστε πράγματι οικειοποιείται αυτήν ταύτην την ως θέλησιν του Κράτους εμφανιζομένην θέλησιν των εξουσιών».
[14] Αριστόβουλος Μάνεσης, «Οι κύριες συνιστώσες του συστήματος θεμελιωδών δικαιωμάτων του Συντάγματος του 1975», Συνταγματική θεωρία και πράξη, τομ. 2, Εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα-Θεσσαλονίκη 2007, σ. 537.
[15] Χρήστος Τσαϊτουρίδης, Δύναμη και δίκαιο: Το σώμα του νομικού υποκειμένου, Εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα-Θεσσαλονίκη 2009, σ. 215.
[16] Ακρίτας Καϊδατζής, «Κοινωνικά Δικαιώματα …» (…), σ. 216.
[17] Βλ. Richard D. Parker, «Εδώ, κυβερνά ο λαός»: Ένα Συνταγματικό Λαϊκίστικό Μανιφέστο, Παπασωτηρίου, Αθήνα 2021, σ. 117, ο οποίος παρατηρεί γλαφυρά ότι «δεν υπάρχουν εγγυήσεις για οτιδήποτε υπερβαίνει την πολιτική. Το μόνο που υπάρχει είναι η πολιτική. Στο κάτω κάτω, αυτή έχει ήδη μεταβάλει θεμελιωδώς το συνταγματικό μας δίκαιο πολλές φορές (…)».
[18] Κώστας Δουζίνας, Το Κράτος των δικαστών (…), σ. 127.
[19] Ο.π., σ. 131.
[20] Λίνα Παπαδοπούλου, «Η κανονιστικότητα και εκδικασιμότητα των κοινωνικών δικαιωμάτων, και ταυτόχρονα μία συνηγορία υπέρ του status mixtus των δικαιωμάτων», ΤοΣ 2020, σ. 930.
[21] Γιώργος Σωτηρέλης, «Τα κοινωνικά δικαιώματα στη δίνη της οικονομικής κρίσης», ΕφημΔΔ 2013, σ. 301.
[22] Αριστόβουλος Μάνεσης, «Η προβληματική της προστασίας των κοινωνικών δικαιωμάτων στον ευρωπαϊκό χώρο», Συνταγματική θεωρία και πράξη, τομ. 2, Εκδόσεις Σάκκουλα, 2007, σ. 582.
[23] Αναστασία Πούλου, «Τα βαλλόμενα κοινωνικά δικαιώματα και η σύγχρονη έννοια της κοινωνικής δημοκρατίας κατά τον Αριστόβουλο Μάνεση», ΤοΣ 2019, σ. 89.
[24] Σύμφωνα με τον Κώστα Δουζίνα, Το Κράτος των δικαστών (…), σ. 141, «οι διαδηλώσεις και η πολιτική́ ανυπακοή́ παραβιάζουν δευτερεύοντες νόμους προστασίας της δημόσιας τάξης για να αναδείξουν τις μεγάλες αδικίες της εξουσίας». Σημειώνεται ωστόσο, ότι δεν είναι άγνωστη στην παράδοση του συνταγματισμού η ανάπτυξη δυναμικών φαινομένων, ακόμη και βίαιων όταν διακυβευόταν ο σεβασμός ενός δικαιώματος ή η τήρηση του Συντάγματος. Ο Larry Kramer σημειώνει: «ο όχλος (…) οργανωνόταν για να διαφυλάξει τις αξίες της κοινότητας απέναντι σε αδιάφορους ή αναποτελεσματικούς δημόσιους λειτουργούς και στην παράνομη ή αντισυνταγματική δράση. (…) Το πλήθος αυτό επέδειξε αξιοσημείωτη συνέπεια και ακρίβεια, τόσο ως προς την επιλογή των στόχων του, όσο και για την αποφυγή πρόκλησης τυχόν παράπλευρων βλαβών. (…) Η δράση του πλήθους ακολουθούσε άγραφους, εθιμικούς κανόνες σχετικά με το πόση βία ήταν αποδεκτή και ποιοι στόχοι θεωρούνταν θεμιτοί, γεγονός που επέτρεπε στους συγχρόνους να διακρίνουν τη συνταγματική (νομιμοποιημένη) κινητοποίηση του πλήθους από μια απλή ταραχή (riot)». Βλ. του ίδιου, The People Themselves: Popular Constitutionalism and Judical Review, Oxford University Press, New York 2004, σ. 27.
[25] ΣτΕ 2287/2015, σκέψη 7.
[26] Στη Συνταγματική θεωρία η αντικειμενική όψη των κοινωνικών δικαιωμάτων εμφανίζεται με μια πληθώρα νομικών μορφών, όπως: οι κρατικοί στόχοι, οι κατευθυντήριες αρχές, οι συνταγματικές εντολές/εξουσιοδοτήσεις κ.α. Βλ. Άγγελο Στεργίου, «Η αναζήτηση κανονιστικότητας των κοινωνικών δικαιωμάτων: Με αφορμή τη διάταξη του άρθρ. 22 παρ. 4 του Συντάγματος», ΤοΣ 1993, σ. 720.
[27] Γεώργιος Λεβέντης, «Τα κοινωνικά δικαιώματα του πολίτη», ΤοΣ 1976, σελ. 177.
[28] Ιωάννης Ιγγλεζάκης, Κοινωνικό κράτος δικαίου, Εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα-Θεσσαλονίκη 2005, σελ. 136.
[29] Πατρίνα Παπαρρηγοπούλου, «Άρθρο 21», Ευάγγελος Βενιζέλος,Το Ελληνικό Σύνταγμα: Κατ’ άρθρο ερμηνεία, Εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα-Θεσσαλονίκη 2025, σελ. 1082.
[30] Στέλιος Τσεβάς, «Δικαίωμα στο χώρο; Μια μελέτη για τη συμβολή της ιδιοκτησίας στη βιώσιμη ανάπτυξη του χώρου», e-Πολιτεία 2025, σελ. 127.
[31] Κώστας Χρυσόγονος, Ατομικά και Κοινωνικά Δικαιώματα, Εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα-Θεσσαλονίκη 2023, σ. 811.
[32] Άγγελος Στεργίου, Κοινωνικά δικαιώματα (…), σ. 240.
[33] Γιώργος Κατρούγκαλος, Το Κοινωνικό Κράτος (…), σ. 732.
[34] Σύμφωνα με την ΟλΣτΕ 106/1991 το εμβαδόν μιας κατοικίας δεν μπορεί να είναι κατώτερο των 25 τετρ. μέτρων, εφόσον μια οικογένεια πρόκειται να διαμείνει στο εσωτερικό της.
[35] ΣτΕ 2743/2004, σκέψη 5: « το σκέλος της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, με το οποίο κρίθηκε ότι το ποσοστό 16,6% σε μια παλαιά οικία 60 τ.μ. στα Χανιά που έχει ο αναιρεσίβλητος δεν καλύπτει τις στεγαστικές ανάγκες της εξαμελούς οικογένειάς του, ενόψει του εμβαδού της οικίας και του ποσοστού συνιδιοκτησίας του σε αυτή, σε σύγκριση με το εμβαδόν (100 τ.μ.) της εργατικής κατοικίας που του κληρώθηκε, είναι νόμιμο και επαρκές».
[36] ΔΠρΠειρ 2192/2006, σκέψη 3.
[37] Report on the right to housing in the light of European Standards and European good practices (ESC), 2024, σ. 8.
[38] Ακρίτας Καϊδατζής, «Κοινωνικά Δικαιώματα …» (…), σ. 209.
[39] Δήμητρα Σιατίτσα, «Κινήματα κατοικίας στην Ελλάδα μια ιστορική αναδρομή», Νίκος Κουραχάνης (επιμ.), Κατοικία και κοινωνία: Προβλήματα, πολιτικές και κινήματα, Εκδόσεις Διόνικος, Αθήνα 2019, σ. 334.
[40] Η κατάργηση τους, δίχως την παράλληλη πρόβλεψη λειτουργικά ισοδύναμων μηχανισμών/μέτρων στεγαστικής πρόνοιας, δεν επέφερε απλώς τη μείωση του σχετικού κοινωνικού κεκτημένου, αλλά προσέβαλε ευθέως τον πυρήνα του δικαιώματος στην κατοικία, όπως και την αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου. Βλ. αντί άλλων Άγγελο Στεργίου, Κοινωνικά δικαιώματα (…), σ. 245.
[41] Κατάληψη είναι: «α) η ενέργεια με την οποία κάποιος γίνεται κύριος ξένου εδάφους ή ξένης ιδιοκτησίας ή β) η αυθαίρετη ή δυναμική εγκατάσταση σε ένα χώρο από τον οποίο αρνούμαι να απομακρυνθώ». Βλ. Διονύσιο Σπινέλλη, «Καταλήψεις-μορφή πολιτικής ή κοινωνικής δράσης ή αξιόποινη πράξη;», Αναστασία Σαμαρά-Κρίσπη (επιμ.), Αίνος Μνήμης καθηγητού Ηλία Κρίσπη: Συμβολές στην επιστήμη του δικαίου των διεθνών σχέσεων, Εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα-Θεσσαλονίκη 2015, σ. 341. Ο Hans Pruijt, «The logic of urban squatting», International Journal of urban and regional research 2013, σ. 19 επ., διακρίνει 5 κατηγορίες αστικών καταλήψεων: α) οι καταλήψεις με βάση την ανάγκη της στέγασης, β) οι καταλήψεις ως μια εναλλακτική στρατηγική στέγασης, γ) οι καταλήψεις με σκοπό την ανάπτυξη ορισμένης επιχείρησης, δ) οι καταλήψεις με σκοπό τη συντήρηση κτηρίων-μνημείων, ε) οι πολιτικές καταλήψεις. Στην Ελλάδα παρατηρείται η συμπλοκή περισσότερων μορφών σε κάθε κατάληψη.
[42] Δήμητρα Σιατίτσα, «Κινήματα κατοικίας στην Ελλάδα …» (…), σ. 348.
[43] Βλ. ενδεικτικά Ομάδα Σύνταξης, «Rosa Nera… Το όνομα του κτιρίου και όχι της κατάληψης», Parakrtika.gr 2020,: «Τον Ιούνιο του 2004 μία αυτόνομη ομάδα κατέλαβε το κτίριο και το ανακήρυξε για πρώτη φορά ελεύθερο χώρο. Από ένα εγκαταλελειμμένο κτίριο μετατράπηκε σε ένα χώρο στέγασης αλλά και σε ένα χώρο πολιτιστικών και κοινωνικών δραστηριοτήτων. Με συλλογική εργασία, καθαρίστηκε ο χώρος από απορρίμματα, με προσωπικά έξοδα της ομάδας έγιναν επισκευές και η συντήρηση του κτιρίου».
[44] Άννα Τσέτουρα, Το θεσμικό πλαίσιο της κοινωνικής εργασίας, Εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα-Θεσσαλονίκη 2022, σ. 372.
[45] Σε αυτό το σημείο, αξίζει να επισημανθεί ο ρόλος του δημόσιου χώρου ως ύστατου καταφυγίου των αστέγων, καθότι οι τελευταίοι, στερούμενοι ιδιωτικής κατοικίας, ικανοποιούν εκεί όλες τους τις βασικές ανάγκες. Εντούτοις, προκύπτει ζήτημα αναφορικά με το δικαίωμα πρόσβασης και το ιδιοκτησιακό του καθεστώς. Ο άστεγος, ως μέλος του κοινωνικού συνόλου, είναι δικαιούχος των κοινόχρηστων πραγμάτων και τα χρησιμοποιεί νομίμως. Ωστόσο, η μόνιμη διαβίωση του στον δημόσιο χώρο εγείρει το ερώτημα, εάν αυτή συνιστά μια θεμιτή χρήση, δεδομένου ότι η κοινοχρησία θεωρείται παροδική. Η αντίληψη ότι η μόνιμη εγκατάστασή του αστέγου δημιουργεί «οιονεί ιδιωτικό χώρο» εις βάρος της κοινής χρήσης πρέπει να απορριφθεί. Τυχόν εκτοπισμός του από τον δημόσιο χώρο, ελλείψει ιδιωτικής στέγης, προσβάλλει την ανθρώπινη αξία και παραβιάζει το δικαίωμα στην κατοικία. Στη σύγκρουση μεταξύ του δικαιώματος του κοινού στη χρήση του δημόσιου χώρου και του δικαιώματος των αστέγων σε στέγη, προέχει το δεύτερο, δεδομένου του ανθρωποκεντρικού χαρακτήρα της έννομης τάξης (άρθρα 2 παρ. 1 και 25 παρ. 1 Σ) και του κοινωνικού προορισμού του δημόσιου χώρου. Βλ. Σταυρούλα Γεωργίου, Τα συνταγματικά θεμέλια του δημόσιου χώρου, Εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα-Θεσσαλονίκη 2017, σ. 382-386.
[46] Ρένα Ταβερναράκη, «Ο κατειλημμένος χώρος: το παράδειγμα των καταλήψεων στέγης», Κώστας Μανωλίδης (επιμ.), Μεταβολές και ανασημασιοδοτήσεις του χώρου στην Ελλάδα της κρίσης: Βιβλίο περιλήψεων, Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας: Πολυτεχνική σχολή-Τμήμα αρχιτεκτόνων, Βόλος 2013, σ. 82.
[47] Βλ. Χρήστο Φιλιππίδη, Φωτοβολίδες μέχρι το τέλος του παλιού κόσμου, Futura, Αθήνα 2023, σ. 16 και 36-37.
[48] Διονύσιος Σπινέλλης, «Καταλήψεις-μορφή πολιτικής ή κοινωνικής δράσης …» (…), σ. 352.
[49] Κώστας Δουζίνας, Το κράτος των δικαστών (…), σελ. 141.
[50] Σταύρος Σταυρίδης, Κοινός χώρος: η πόλη ως τόπος των κοινών, Εκδόσεις angelus novus, Αθήνα 2018, σ. 20-21.
[51] Ιωάννα Πέρβου, «Κατάληψη ακινήτων και δίκαιο ιδιοκτησίας: επισημάνσεις από την πρόσφατη νομολογία του ΕΔΔΑ», Αρμ 2021, σ. 751.
[52] ΑΠ 585/2021, σκέψη 1.
[53] Για το ζήτημα αυτό βλ. την μονογραφία των Lorna Fox O’ Mahony και Marc Lane Roark, Squatting and the State: Resilient Property in an age of crisis, Cambridge University Press, Cambridge 2022, σ. 92 επ., όπου περιγράφονται και αποτιμώνται συγκριτικά τα συστήματα κανόνων αντιμετώπισης των καταλήψεων σε: Ιρλανδία, Αγγλία και Ουαλία, Νότια Αφρική, Ισπανία και ΗΠΑ. Οι συγγραφείς επισημαίνουν ότι το εκάστοτε ισχύον θεσμικό πλαίσιο αποκαλύπτει τη σύνθετη σχέση μεταξύ «γης, στέγασης, φτώχειας, ιδιοκτησίας, ιδιότητας του πολίτη και κοινωνικού αποκλεισμού».
[54] Διονύσιος Σπινέλλης, «Καταλήψεις-μορφή πολιτικής ή κοινωνικής δράσης …» (…), σ. 349.
[55] Σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 α.ν. 263/1968, το πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής συντάσσεται «κατά του αυτογνωμόνως επιλαμβανόμενου οιουδήποτε δημοσίου κτήματος». Δηλαδή, κατά οποιουδήποτε (φυσικού ή νομικού) προσώπου που καταλαμβάνει αυθαίρετα ακίνητο, ανήκον στην ιδιωτική ή δημόσια περιουσία του Δημοσίου ή της ΕΤΑΔ, «με σκοπό απόκτησης δικαιωμάτων». Μάλιστα, για να κριθεί έγκυρη η έκδοση του πρωτοκόλλου, το δημόσιο κτήμα πρέπει να βρίσκεται υπό την αδιαμφισβήτητη κατοχή του Δημοσίου ή της ΕΤΑΔ. Για να στοιχειοθετηθεί δε η έννοια της κατάληψης δεν αρκεί απλή κατοχή του ακινήτου, αλλά ενέργειες που προσιδιάζουν «με την κτήση δικαιωμάτων από τον παρανόμως καταλαβόντα, ήτοι η απόλυτη και αποκλειστική εξουσία επί» αυτού. Συνεπώς, αναδεικνύεται ως ουσιώδες στοιχείο η «διάνοια κυρίου» του καταληψία, η οποία «εκδηλώνεται με τη μεταχείριση του πράγματος με τον ίδιο τρόπο με τον οποίο θα μπορούσε να το μεταχειριστεί ο ιδιοκτήτης, χωρίς να απαιτείται απαραίτητα και να κατευθύνεται η πρόθεση του (…) σε έννομη κτήση της κυριότητας ούτε και να έχει (…) την πεποίθηση ότι έχει κυριότητα». Τέλος, κατά πάγια νομολογία, που αποκρυσταλλώθηκε και σε ερμηνευτική διάταξη (άρθρο 15 ν. 719/1977), η «αληθής έννοια (…) της παραγράφου 1 του άρθρου 2 του α.ν. 263/1968 είναι ότι αυτή εφαρμόζεται ανεξαρτήτως του χρόνου ενάρξεως της κατοχής του κτήματος», καθώς το δικαίωμα του Δημοσίου να εκδίδει τα σχετικά πρωτόκολλα «δεν συνάπτεται με κάποιου είδους παραγραφή ή αποσβεστική προθεσμία». Τα αυτά ισχύουν και για τα ακίνητα ιδιοκτησίας των ΟΤΑ (άρθρο 1 παρ. 1 ν.δ. 31/1968).
[56] Γεώργιος Βλάχος, Κοινωνιολογία των δικαιωμάτων του ανθρώπου, Παπαζήσης, Αθήνα 1979, σ. 151.
[57] Βλ. ενδεικτικά Πέτρο Παραρά, Σύνταγμα 1975-Corpus Ι: άρθρα 1-50, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή 1982, σ. 321-325, ο οποίος δεν είχε εντοπίσει συναφή νομολογία του ΣτΕ.
[58] Βλ. Ακρίτα Καϊδατζή, Κοινωνικά Δικαιώματα (…), σελ. 214
[59] Ο.π., σ. 212.
[60] Γιώργος Πινακίδης, «Η συνταγματική υφή της ευρωπαϊκής σύμβασης δικαιωμάτων του ανθρώπου», ΔτΑ 2007, σ. 80.
[61] Ευάγγελος Βενιζέλος, «Η μετεξέλιξη της έννοιας του Συντάγματος: Το ‘επαυξημένο’ Σύνταγμα», ΕφημΔΔ 2023, σ. 609.
[62] Πέτρος Παραράς, «Το Ευρωπαϊκό Δίκαιο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου», ΔτΑ 2012, σ. 1160. Η ΕΣΔΑ μέσω του άρθρου 53 εγγυάται ένα κατώτατο επίπεδο προστασίας για τους πολίτες των συμβεβλημένων κρατών.
[63] Τζούλια Ηλιοπούλου-Στράγγα, Γενική θεωρία θεμελιωδών δικαιωμάτων, Εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα-Θεσσαλονίκη 2018, σ. 274.
[64] Μιχάλης Πικραμένος, «Το ΕΔΔΑ και το ΣτΕ: Ο διάλογος δύο δικαστηρίων με δικαιοπλαστική εξουσία μεγάλης έντασης», Ε-politeia 2024, σ. 194.
[65] Τζούλια Ηλιοπούλου-Στράγγα, Γενική θεωρία θεμελιωδών δικαιωμάτων (…), σ. 241.
[66] Καταρχήν, η νομολογία του Στρασβούργου δεν μοιάζει να διαφοροποιείται από την εθνική, αφού αρνείται παγίως την ευθεία απόρροια από το άρθρο 8 ΕΣΔΑ ενός δικαιώματος για παροχή στέγης (Βλ. αντί άλλων ΕΔΔΑ Chapman v. the United Kingdom, 2001, σκέψη 99, ΕΔΔΑ Hudorovic and others V. Slovenia, 2020, σκέψη 114). Εντούτοις, έχει κριθεί ότι η παράλειψη σχετικής συνδρομής -από πλευράς της πολιτείας- προς άτομο, το οποίο βρίσκεται σε ιδιαίτερα ευάλωτη θέση, ενδέχεται να οδηγεί σε παραβίαση της οικείας διάταξης, λόγω του ισχυρού αντίκτυπου στην ιδιωτική ζωή του τελευταίου (ΕΔΔΑ Marzari V. Italy, 1999). Μάλιστα, πηγαίνοντας ένα βήμα παραπέρα, το ΕΔΔΑ έχει δεχθεί ότι εφόσον ο αιτών δικαστική προστασία πάσχει από αναπηρία, το βάρος αιτιολόγησης της άρνησης συνδρομής του για την ανεύρεση καταλύματος βάσει του άρθρου 8 παρ. 2 μπορεί να είναι μεγαλύτερο από ό,τι σε άλλες περιπτώσεις (Βλ. ΕΔΔΑ Botta V. Italy, 1998, σκέψη 34). Βλ. Maris Burbergs, «How the right to respect for private and family life, home and correspondence became the nursery in which new rights are born», Eva Brems και, Janneke Gerards (επιμ.), Shaping Rights in the ECHR: The Role of the European Court of Human Rights in Determining the Scope of Human Rights, Εκδόσεις Cambridge University, Cambridge 2013, σ. 323.
[67] ΕΔΔΑ Khatun and 180 others V. the United Kingdom, 1998.
[68] George Letsas., «The Truth in Autonomous Concepts: How to Interpret the ECHR», European Journal of International Law 2004 ,σ. 283.
[69] Μάρκος Καραβίας, Άρθρο 8, Λίνος Αλέξανδρος Σισιλιάνος (επιμ.), Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα 2025, σ. 501.
[70] Η δυναμική τούτης της πρόσληψης υπερβαίνει ουσιωδώς το άρθρο 51 ΑΚ. Πάντως, ορθά επισημαίνεται ότι δεν υπάρχει ένας ενιαίος-ακριβής ορισμός της κατοικίας στην ελληνική έννομη τάξη, αλλά μόνο επιμέρους εκφάνσεις του. Βλ. Πρόδρομο Δαγτόγλου, Συνταγματικό Δίκαιο-Ατομικά Δικαιώματα [4η Έκδοση], Εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, 2012, σ. 511.
[71] ΕΔΔΑ Gillow V. the United Kingdom, 1986, σκέψη 46.
[72] Για το ζήτημα των αυθαιρέτων βλ. ΕΔΔΑ Ivanova Cherkezov V. Bulgaria (2016) με σχόλιο Β. Χειρδάρη, ΝοΒ2016, σελ. 2134 επ. (ιδίως σελ. 2141-2142).
[73] ΕΔΔΑ Winterstein and others V. France, 2013, σκέψη 141.
[74] ΕΔΔΑ Buckley V. the United Kingdom, 1996, σκέψη 54.
[75] ΕΔΔΑ Gillow V. the United Kingdom, 1986, σκέψη 46.
[76] ΕΔΔΑ Demopoulos V. Turkey, 2010, σκέψη 136. Η υπόθεση αφορούσε αίτημα ελληνοκυπρίου να αναγνωρισθεί ως κατοικία του ακίνητο στα κατεχόμενα.
[77] Βλ. αντί άλλων ΕΔΔΑ Brezec V. Croatia, 2013, σκέψη 35.
[78] ΕΔΔΑ Mentes and others V. Turkey, 1997, σκέψη 73.
[79] ΕΔΔΑ Yordanova and others V. Bulgaria, 2012, σκέψεις 6-19.
[80] Ο.π., σκέψεις 102-103.
[81] ΕΔΔΑ Yordanova and others V. Bulgaria, 2012, σκέψη 105.
[82] Η ανάκτηση της περιουσίας του Δημοσίου δεν μνημονεύθηκε ρητά ως επιδιωκόμενος σκοπός στο corpus της πράξης διοικητικής αποβολής, αλλά συνήχθη ερμηνευτικά από το δικαστήριο. ΕΔΔΑ Yordanova and others V. Bulgaria, 2012, σκέψεις 110-111. Ομοίως και για τους λοιπούς σκοπούς.
[83] Ομοίως, ΕΔΔΑ Connors V. the United Kingdom, 2004, σκέψη. 69, ΕΔΔΑ McCann V. the United Kingdom, 2008, σκέψη 48.
[84] ΕΔΔΑ Yordanova and others V. Bulgaria, 2012, σκέψεις 113.
[85] Ο.π., σκέψη 114.
[86] Ενδιαφέρον παρουσιάζει ο ισχυρισμός ότι ο πραγματικός στόχος της δημοτικής αρχής ήταν η ιδιωτικοποίηση της εν λόγω έκτασης και η διάλυση του οικισμού των Ρομά. Ο.π., σκέψη 86.
[87] O.π., σκέψη 117. Ο έλεγχος της αναγκαιότητας καταλαμβάνει τη μερίδα του λέοντος στις υποθέσεις, οι οποίες σχετίζονται με το δικαίωμα σεβασμού της κατοικίας (άρθρο 8 ΕΣΔΑ). Βλ. αντί πολλών άλλων ΕΔΔΑ Orlic V. Croatia, 2011, σκέψη 63.
[88] Βλ. ΕΔΔΑ Connors V. the United Kingdom, 2004, παρ. 82, ΕΔΔΑ Hudorovic and others V. Slovenia, 2020, σκέψη 141.
[89] Serde Atalay, «Housing and Social Control: Reassessing the Protection Asymmetries of Article 8 of the European Convention on Human Rights», Social & Legal Studies 2024, σ. 12.
[90] ΕΔΔΑ Yordanova and others V. Bulgaria, 2012, σκέψη 118.
[91] Ο.π., σκέψη 118.
[92] Αναλυτική επεξεργασία του συνόλου των κρίσεων (200) που αφορούν εξώσεις στο πλαίσιο της νομολογίας του ΕΔΔΑ ανέδειξε ότι η μη διενέργεια προηγούμενου ελέγχου αναλογικότητας από εγχώριο δικαιοδοτικό όργανο αποτελεί τον πλέον κρίσιμο παράγοντα για την αρνητική έκβαση μιας υπόθεσης. Η απόφαση Mc Cann V. the United Kingdom (2008) αποτελεί ορόσημο στη νομολογία του δικαστηρίου, καθότι εισήγαγε την εν λόγω τάση. Βλ. Michelle Bruijn, «X Factors and Tipping Points in Eviction Cases: A Statistical Analysis of Eviction Litigation of the European Court of Human Rights», Human Rights Law Review 2024, σ. 15.
[93] «Tribunal»: πρόκειται επίσης για μία έννοια που ερμηνεύεται αυτόνομα στο πλαίσιο του άρθρου 6 ΕΣΔΑ. Βλ. ενδεικτικά ΕΔΔΑ Bilgen V. Turkey, 2021, σκέψη 73.
[94] ΕΔΔΑ Yordanova and others V. Bulgaria, 2012, σκέψη 127. Η διαπίστωση μη επαρκούς τήρησης των διαδικαστικών απαιτήσεων επιτρέπει την αυστηροποίηση της έντασης του δικαστικού ελέγχου σε υποθέσεις που αφορούν κοινωνικά δικαιώματα. Βλ. Αναστασία Πούλου, «Μέτρα λιτότητας και Χάρτης Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ. Η δικαστική προστασία των κοινωνικών δικαιωμάτων σε εποχές κρίσης», ΔτΑ 2014, σ. 871-872.
[95] Το στοιχείο αυτό βέβαια συνεκτιμάται στο πλαίσιο του ελέγχου της αναλογικότητας. Παλαιότερα, η νομολογία έδιδε μεγαλύτερη βαρύτητα στο στοιχείο της παρανομίας: «Αν η οικία εγκαταστάθηκε παράνομα σε ένα δεδομένο τόπο, το πρόσωπο που αμφισβητεί τη διαταγή εγκατάλειψής του χώρου βρίσκεται σε μια λιγότερο εύκολη κατάσταση. Το δικαστήριο δυσκολεύεται να χορηγήσει προστασία σε πρόσωπα που, αψηφώντας εν γνώσει τους την απαγόρευση του νόμου, εγκαθίστανται σε ένα τόπο». Βλ. Ιωάννη Σαρμά, Κράτος και δικαιοσύνη (1)· Ελευθερία με υπεροχή του δικαίου: Η νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή 2003, σ. 129.
[96] Βλ. σκέψεις και ΕΔΔΑ Bjedov V. Croatia, 2012, σκέψεις 70-71.
[97] ΕΔΔΑ Connors V. the United Kingdom, 2004, ΕΔΔΑ McCann V. the United Kingdom, 2008, ΕΔΔΑ Cosic V. Croatia, 2009.
[98] ΕΔΔΑ Yordanova and others V. Bulgaria, 2012, σκέψη 121.
[99] Ο.π., σκέψεις 109 και 127
[100] Bλ. Ναταλία Πάνου, «Η ‘ευαλωτότητα’ στη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και η (µετα;)πανδημική εποχή», E–politeia 2023, σελ. 235 επ.
[101] ΕΔΔΑ, ο.π., σκέψη 121.
[102] Στέλλα Χριστοφορίδου, «Η ανθρώπινη ανάγκη για στέγαση και η νομιμότητα μέσα από δραματικές σταθμίσεις του νόμου και του δικαστή», ΤοΣ 2021, σελ. 551.
[103] Ο εν λόγω κίνδυνος οξυνόταν έτι περαιτέρω και από το γεγονός ότι οι αιτούντες ανήκαν σε ευάλωτη ομάδα, η οποία βιώνει κοινωνικούς αποκλεισμούς. Βλ. Ο.π., σκέψη 129. Βεβαίως, σε μεταγενέστερη απόφαση (ΕΔΔΑ Ivanova Cherkezov V. Bulgaria, 2016) το δικαστήριο αναφέρεται ρητά στην αρχή της απόλυτης εξατομίκευσης. Δηλαδή, ανεξαρτήτως του εάν είναι κάποιος μέλος μιας ευάλωτης ομάδας ή οχι, κρίσιμο είναι να διαπιστωθεί -ενόψει και της «προσωπικής του κατάστασης»- εάν θα ήταν δυσανάλογο να απωλέσει την κατοικία του (Βλ. υποσημείωση 125).
[104] ΕΔΔΑ, ο.π., σκέψη 125.
[105] ΕΔΔΑ Tuleshov and Others V. Russia, 2007, σκέψη 53. Στην προκειμένη περίπτωση οι αιτούντες εντάχθηκαν σε πρόγραμμα κοινωνικής στέγης 2 έτη αφότου τους επιδόθηκε η πράξη αποβολής από την κατοικίας τους και 1 μήνα αφότου υλοποιήθηκε.
[106] ΕΔΔΑ Stankova V. Slovakia, 2008, σκέψεις 60-63. Στην προκειμένη περίπτωση εκδόθηκε απόφαση, η οποία επέβαλε στην αιτούσα να εγκαταλείψει την κοινωνική κατοικία που της είχε παραχωρηθεί, χωρίς να της έχει παρασχεθεί εναλλακτική ως προς τη στέγασή της. Εξ’ αντιδιαστολής το στοιχείο αυτό επιβεβαιώνεται από μια σειρά πρόσφατων γαλλικών υποθέσεων ενώπιον του ΕΔΔΑ, οι οποίες δικαίωσαν το γαλλικό Κράτος, καθότι το τελευταίο είχε παραχωρήσει καταλύματα έκτακτης ανάγκης στους αιτούντες έννομη προστασία. Βλ. ΕΔΔΑ Caldaras and Lupu V. France, 2022, σκέψη 21, ΕΔΔΑ Ciurar and others V. France, 2022, σκέψη 22.
[107] Adelaide Remiche, «Yordanova and Others v Bulgaria: The Influence of the Social Right to Adequate Housing on the Interpretation of the Civil Right to Respect for One’s Home», Human Rights Law Review 2012, σ. 798.
[108] Εν προκειμένω το ΕΔΔΑ φαίνεται να διαλέγεται με τη διάσημη απόφαση Grootboom του Συνταγματικού Δικαστηρίου της Ν. Αφρικής, που αφορούσε την αποβολή περίπου 500 ατόμων από έκταση που είχαν -παράνομα- καταλάβει, με αποτέλεσμα να βρεθούν άστεγοι. Το Συνταγματικό Δικαστήριο της Νοτίου Αφρικής, για να εκφέρει κρίση ως προς το αν υπήρξε παραβίαση του Συντάγματος ήλεγξε: α) εάν η δημόσια εξουσία είχε λάβε προσήκοντα μέτρα για την υλοποίηση του δικαιώματος στην κατοικία (ενόψει και της εξεταζόμενης κατάστασης), β) εάν είχε ληφθεί ειδική μέριμνα για όσους βρίσκονται σε ιδιαίτερη ανάγκη ή ανήκουν σε ευπαθείς ομάδες. Βλ. Γιώργο Κατρούγκαλο, «Το θεμελιώδες δικαίωμα για κατοικία και η απόφαση του συνταγματικού δικαστηρίου της Ν. Αφρικής Irene Grootboom (CCT 11/00)», ΔτΑ 2004, σ. 1331 επ.
[109] Βεβαίως, η ίδια η απόφαση (ΕΔΔΑ Yordanova and others V. Bulgaria, 2012) στην σκέψη 130 επαναλαμβάνει ρητά ότι τέτοιου είδους δικαίωμα δεν κατοχυρώνεται.
[110] ΕΔΔΑ Yordanova and others V. Bulgaria, 2012, σκέψη 127.
[111] Έτσι και η ΕΔΔΑ Bjedov V. Croatia, 2012, σκέψεις 70-71, η οποίο αφορούσε μάλιστα μεμονωμένο άτομο και όχι κοινότητα.
[112] ΕΔΔΑ F.J.M. V. the United Kingdom, 2018, σκέψη 37. Σύμφωνα με την οποία, σε διαφορές μεταξύ ιδιωτών η εγχώρια νομοθεσία έχει μεριμνήσει ήδη να σταθμίσει τα συμφέροντα των αντιμαχόμενων πλευρών και επομένως απομένει η εφαρμογή της. Ως εκ τούτου δεν εμφανίζεται εξίσου αναγκαίος ο προηγούμενος έλεγχος αναλογικότητας από δικαιοδοτικό όργανο.
[113] ΕΔΔΑ F.J.M. V. the United Kingdom, 2018, σκέψεις 41-46.
[114] «Το δικαίωμα στην ιδιοκτησία λειτουργεί εξαρχής εξισορροπητικά σε μια εγγενή διελκυστίνδα ανάμεσα στο γενικό συμφέρον (ανάγεται αυτομάτως σε κοινωνική επιταγή) που είναι πιθανό να συγκρούεται με το ιδιωτικό». Βλ. Ιωάννα Πέρβου, «Κατάληψη ακινήτων και δίκαιο ιδιοκτησίας …» (…), σ. 752-753:
[115] ΕΔΔΑ Παπαχελά και ΑΜΑΖΩΝ Α.Ε. κατά Ελλάδας, ΤοΣ 2021, σελ. 611 επ.
[116] Σημειώνεται ότι το εν λόγο κτήριο παρέμενε αναξιοποίητο τη στιγμή της κατάληψής του (δηλαδή, δεν λειτουργούσε ως ξενοδοχείο).
[117] Παπαδοπούλου Κ., Το δικαίωμα στην ιδιοκτησία και η κατάληψη ιδιωτικών κτηρίων για τη στέγαση προσφύγων και μεταναστών, ΠερΔικ 2020, σελ. 590.
[118] ΕΔΔΑ, Papachela and Amazon S.A. V. Greece, 2020, σκέψεις 57-58.
[119] Συναφής με την παραπάνω απόφαση εμφανίζεται και η γαλλική εφετειακή «Rue Dragon» της 15ης Σεπτεμβρίου του 1995. Η εν λόγω απόφαση ασχολήθηκε με το ζήτημα της κατάληψης από αστέγους ενός κενού από πολύ καιρό κτηρίου, το οποίο ανήκε σε μια κατασκευαστική εταιρεία. Οι ιδιοκτήτες προσέφυγαν στο αρμόδια δικαστήριο, ζητώντας την έξωση των καταληψιών. Ενόψει και της αχρησίας στην οποία είχε περιπέσει ο χώρος, το δικαστήριο -στο πλαίσιο μιας in concreto στάθμισης μεταξύ του δικαιώματος στην ιδιοκτησία και του δικαιώματος στην κατοικία- επέτρεψε στους τελευταίους να διαμείνουν προσωρινά στο κτήριο μέχρι να επιλυθεί το στεγαστικό τους πρόβλημα. Για τον σχηματισμό τούτης της απόφασης κρίσιμο ρόλο διαδραμάτισε η αρχή της αξίας του ανθρώπου. Βλ. αναλυτικότερα Βασίλειο Τσεβρένη, Ανθρώπινη αξιοπρέπεια, Εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα-Θεσσαλονίκη 2012, σ. 239-240.
[120] ΕΔΔΑ, Papachela and Amazon S.A. V. Greece, 2020,, σκέψη 63.
[121] Στέλλα Χριστοφορίδου, «Η ανθρώπινη ανάγκη για στέγαση και η νομιμότητα μέσα από δραματικές σταθμίσεις του νόμου και του δικαστή», ΤοΣ 2021, σελ. 551.
[122] Η καταδίκη επήλθε λόγω της ανατροπής της δίκαιης ισορροπίας. Συνεπώς, «η παραβίαση του άρθρου 1 ΠΠΠ ΕΣΔΑ δεν ήταν ένα αυταπόδεικτο γεγονός το οποίο κλήθηκε να επιβεβαιώσει το ΕΔΔΑ». (βλ. Ιωάννα Πέρβου, Κατάληψη ακινήτων και δίκαιο ιδιοκτησίας …, σ. 755). Επί της ουσίας όλο το βάρος άσκησης κοινωνικής πολιτικής μετατέθηκε από το κράτος σε έναν ιδιώτη. Η αδράνεια εκ μέρους του κρατικού μηχανισμού, σε συνδυασμό με την -επί τριετία- αδυναμία εκμετάλλευσης του ακινήτου θα μπορούσε να θεωρηθεί συνώνυμη μιας de facto απαλλοτρίωσης. Βλ. Κατερίνα Παπαδοπούλου, «Το δικαίωμα στην ιδιοκτησία και η κατάληψη ιδιωτικών κτηρίων για τη στέγαση προσφύγων και μεταναστών», ΠερΔικ 2020, σ. 594.
[123] Ενδεικτικά, η κατάληψη των «προσφυγικών» της λεωφόρου Αλεξάνδρας συμπλήρωσε φέτος (2025) 16 χρόνια λειτουργίας. Βλ. Lifo Newsroom, Τα Προσφυγικά της Λεωφόρου Αλεξάνδρας – Η επόμενη μέρα για το τοπόσημο της Αθήνας, 2019, Lifo.gr. Αντίστοιχα, η «Φάμπρικα-Υφανετ» κλείνει 21 χρόνια ζωής. Βλ. το αυτοπαρουσιαστικό κείμενο της κατάληψης στο yfanet.espivblogs.net.
[124] Την πολυπληθέστερη κατάληψη στον ελληνικό χώρο αποτελούν τα «προσφυγικά» της λεωφόρου Αλεξάνδρας στα οποία υπολογίζεται ότι κατοικούν 400-500 άτομα. Βλ. Lifo Newsroom, Τα Προσφυγικά της Λεωφόρου Αλεξάνδρας – Η επόμενη μέρα για το τοπόσημο της Αθήνας, 2019, Lifo.gr. Ενδιαφέρον παρουσιάζει και η κατάληψη προσφύγων-μεταναστών «Νοταρά 26» στην οποία διαμένουν κατά μέσο όρο 100 άτομα. Βλ. Άπατρις: Εφημερίδα δρόμου, Κανένας Μόνος! (23/5/2016).
[125] Βλ. ΕΔΔΑ Ivanova Cherkezov V. Bulgaria, 2016, σκέψη 53. Με την παρούσα απόφαση το ΕΔΔΑ υπερέβη τα κριτήρια που είχε θέσει στην Yordanova and others V. Bulgaria (2012). Συγκεκριμένα, η θέση της μοναδικής κατοικίας αναβαθμίζεται και προστατεύει τους πολίτες που κινδυνεύουν να την απωλέσουν ανεξαρτήτως αν εντάσσονται σε κάποια ευάλωτη ομάδα ή όχι. Το ΕΔΔΑ υποχρεώνει τα εθνικά δικαστήρια να εφαρμόζουν σε κάθε περίπτωση την αρχή της αναλογικότητας, υιοθετώντας μια πρακτική απόλυτης εξατομίκευσης της κάθε υπόθεσης. Λαμβάνοντας υπόψη την «προσωπική κατάσταση» του κάθε ατόμου, σχηματίζεται η κρίση σχετικά με τον δυσανάλογο χαρακτήρα της απώλειας της κατοικίας του.
[126] Όσον αφορά την κατάληψη ακινήτων ιδιωτών τούτη συντελείται πρωτίστως για την ανάκτηση ιδιοκτησίας, ενώ -ανάλογα με τις επικρατούσες συνθήκες- ενδέχεται να γίνει ανεκτή μόνο η προσωρινή διατήρησή της, έως ότου επιλυθεί το στεγαστικό πρόβλημα των καταληψιών από τις αρμόδιες αρχές.
[127] Το Δικαστήριο επιβάλλεται να προβεί σε έλεγχο της επιμέρους αρχής της αναγκαιότητας, χωρίς να είναι απαραίτητα πρόδηλη η έλλειψη αναγκαιότητας των επιδίκων μέτρων που έχουν προκριθεί από το κράτος.
[128] Σε αυτό το πλαίσιο, αξίζει να μνημονευθεί το άρθρο 159 του ν. 4483/2017, που αφορά τους καταυλισμούς των Ρομά. Εφόσον οι συνθήκες διαβίωσης στους τελευταίους δεν είναι αποδεκτές και αποτελούν εστία υγειονομικού κινδύνου, δίδεται στους ΟΤΑ η δυνατότητα μετεγκατάστασης τους είτε σε νέα προτεινόμενη κατάλληλη έκταση ή εντός του ίδιου χώρου, αρκεί να τηρούνται οι απαιτούμενες προδιαγραφές. Για την πρακτική των αυθαίρετων απομακρύνσεων Ρομά (δίχως πρόβλεψη εναλλακτικών λύσεων) βλ. Αριάδνη Παπαδοπούλου, «Ακολουθώντας τους Ρομά», Ανεξάρτητη Αρχή 2006, σ. 36-40.
[129] Γιάννης Κτιστάκις, Μετανάστες & ευρωπαϊκό δίκαιο των δικαιωμάτων του ανθρώπου, Εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα-Θεσσαλονίκη 2014, σ. 143.
[130] Δημήτρης Τσάτσος, Συνταγματικό Δίκαιο: Θεμελιώδη δικαιώματα (Τόμος Γ), Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή 1988, σ. 216.
[131] Αικατερίνα Παπανικολάου, «Η πρόσβαση στην κατοικία ως διαρκές κοινωνικό αιτούμενο και όψη του σύγχρονου κράτους δικαίου», E–politeia 2022, σ. 380.
[132] Η μη αναίρεση της πραγματικής συνθήκης της κατάληψης αποτελεί μορφή υλοποίησης του κοινωνικού δικαιώματος στην κατοικία σε δικαστικό επίπεδο. Βλ. Kostas Chrysogonos, The enforcement of social rights as a way of promoting redistributive equality, 2025 (προσχέδιο εισήγησης).
[133] Βλ. Χάρη Ασημόπουλο, Σοφία Μαρτινάκη και Αθηνά Ασημοπούλου Μαρίνου, «Το πρόβλημα της έλλειψης στέγης και οι άστεγοι στην Ελλάδα: Αιτιολογικοί παράγοντες, ψυχοκοινωνικές επιπτώσεις και οι δημόσιες πολιτικές πρόληψης και αντιμετώπισης», Κοινωνική Εργασία 2015, σ. 47-48.
[134] Friedrich Engels, Για το Ζήτημα της Κατοικίας, Εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 2021, σ. 26. Ο συγγραφέας επισημαίνει ότι η «στενότητα της κατοικίας δεν περιορίστηκε μόνο στην εργατική, αλλά έθιξε και τη μικροαστική τάξη».
[135] Ακρίτας Καϊδατζής, Συνταγματικοί περιορισμοί των ιδιωτικοποιήσεων, Εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα-Θεσσαλονίκη 2006, σ. 141-142.
[136] Χαράλαμπος Κουρουνδής, «Κοινωνική δημοκρατία και κοινωνικά δικαιώματα στο έργο των Αλέξανδρου Σβώλου και Αριστόβουλου Μάνεση», Αλέξανδρος Κεσσόπουλος και Γιώργος Σωτηρέλης (επιμ.), Από τον Αλέξανδρο Σβώλο στον Αριστόβουλο Μάνεση: Η κοινή θεωρητική θεμελίωση του ελληνικού δημοκρατικού συνταγματισμού, Εκδόσεις Ευρασία, Αθήνα 2022, σ. 135 επ.
[137] Τα άρθρα 5 και 110 παρ. 1 Σ διασφαλίζουν ένα ελάχιστο, αλλά ποιοτικά επαρκές όριο συμμετοχής του καθενός στην οικονομική και κοινωνική ζωή, μέσα από τους κατάλληλους θεσμούς (Βλ. Ευάγγελο Βενιζέλο, Τα όρια της αναθεώρησης του Συντάγματος του 1975, Παρατηρητής, Θεσσαλονίκη 1984, σ. 171). Κατά τα λοιπά, ο ουδέτερος χαρακτήρας του ελληνικού οικονομικού Συντάγματος (Βλ. Νίκο Αλιβιζάτο, Το Σύνταγμα και οι εχθροί του στη νεοελληνική ιστορία: 1800-2010, Πόλις, Αθήνα 2011, σ. 500-501) καταλείπει ευρέα περιθώρια στον κοινό νομοθέτη να διαμορφώνει την εκάστοτε οικονομική και κοινωνική πολιτική, επιτρέποντας ικανές παρεμβάσεις για την εκπλήρωση των κοινωνικών δικαιωμάτων (και πέρα από τον ελάχιστο πυρήνα τους). Βεβαίως, ο ανοιχτός χαρακτήρας του οικονομικού Συντάγματος δοκιμάζεται υπό το βάρος της ευρωπαϊκής οικονομικής διακυβέρνησης, που έχει αποκτήσει νεοφιλελεύθερα χαρακτηριστικά (Βλ. Γιώργο Κατρούγκαλο, «Η έξοδος από την κρίση στο φως του πολυεπίπεδου συνταγματισμού», ΔτΑ 2011, σ. 53). Όπως έχει εύστοχα παρατηρηθεί η στάση της Ευρωπαϊκής Ένωσης απέναντι στα κοινωνικά δικαιώματα είναι διπολική: αφενός οι θεσμοί προτείνουν την οικονομική ευελιξία -κύριο αίτημα των επιχειρήσεων- κι από την άλλη διακηρύσσουν την προστασία των κοινωνικών δικαιωμάτων στον ΧΘΔΕΕ. Η δημοσιονομική πολιτική που επέβαλε η ένωση «χρησίμευσε μέχρι πρότινος ως δούρειος ίππος για την διάλυση του κοινωνικού κράτους των κρατών μελών» (Βλ. Άγγελο Στεργίου, «Κοινωνική Ευρώπη. Στη στενωπό των εθνικών συμβιβασμών», 2024, Νομαρχία.gr). Σε κάθε περίπτωση, η δυνατότητα σύλληψης και υλοποίησης προοδευτικών οικονομικών πολιτικών συνδέεται με την ίδια τη δημοκρατική αρχή (Για το ζήτημα τριβής της ευρωπαϊκής οικονομικής διακυβέρνησης με τη δημοκρατία βλ. Μιχάλη Χρυσομάλλη, Ευρωπαϊκή οικονομική διακυβέρνηση: οικοδόμηση, εμβάθυνση, ζητήματα δημοκρατίας και κράτους δικαίου, Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα 2018, σ. 238-255). Τούτο ισχύει ακόμα και μέσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση και την ΟΝΕ, οι οποίες, υπό φυσιολογικές τουλάχιστον συνθήκες, θα ήταν σφάλμα να ταυτισθούν με τον ακραίο φιλελευθερισμό (Βλ. Κώστα Στρατηλάτη, Το πολιτικό σύστημα σε κρίσιμη καμπή, Παπαζήσης, Αθήνα 2015, σ. 163). Ευκταίο πάντως θα ήταν, μέτρα για την κοινωνική αλληλεγγύη να ληφθούν σε ευρωπαϊκό επίπεδο, καθώς ο οδικός χάρτης για την προώθηση της ευρωπαϊκής ιδέας συνδέεται με την απορρόφηση της εθνικής αλληλεγγύης από την ενωσιακή (Βλ. Άγγελο Στεργίου, «Κοινωνική Ευρώπη. Στη στενωπό των εθνικών συμβιβασμών», 2024, Νομαρχία.gr). Το μέλλον της Ευρώπης θα κριθεί από τον βαθμό στον οποίο θα κατορθώσει να ανταποκριθεί στο πλήθος των αναδυόμενων κοινωνικών προβλημάτων. Πάντως εντός του υφιστάμενου πλαισίου δεν είναι νοητή η πλήρης κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής. Ορθά έχει επισημανθεί ότι το κράτος, «ο μηχανισμός αυτός της επιβολής, ο οποίος εχρησιμοποιήθη και χρησιμοποιείται τοσάκις σήμερον δια να εξασφαλίζη νομικώς την οικονομικήν εκμετάλλευσιν μιας τάξεως παρ’ άλλης, ημπορεί να χρησιμεύση και δια την νομικήν άρσιν του ταξικού διαφορισμού δια της καταργήσεως της ατομικής ιδιοκτησίας και των στοιχείων εν γένει της ταξικής κοινωνίας, όταν η αντίστοιχος εξέλιξις αυτής θα έχει ήδη συντελεσθεί» (Βλ. Αλέξανδρο Σβώλο, Το νέον Σύνταγμα …, σ. 116).
[138] Διονύσιος Καραγέωργας, «Η οργάνωση της οικονομίας κατά το σχέδιο Συντάγματος», ΤοΣ 1975, σ. 314.
[139] Friedrich Engels, Για το Ζήτημα της Κατοικίας, Εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, 2021, σ. 76.
[140] Αντώνης Μανιτάκης, Το υποκείμενο των Συνταγματικών Δικαιωμάτων, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή 1981, σ. 267.




