Η αρχή για την ολική επαναφορά του 13ου και 14ου μισθού στον δημόσιο τομέα

Αλέξανδρος Κριτσίκης, Νομικός, ΔΝ, Μ.Ε Πάντειον Παν/μιο & ΔΠΘ

Με αφορμή  την υπ’ αρ. 1201/2026 απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας με την οποία δεν κρίθηκε, ότι απαγορεύεται η επαναφορά του 13ου και 14ου μισθού, αλλά ότι η μη επαναφορά του από τον νομοθέτη δεν συνιστά κατά τη κρίση του δικάζοντος Δικαστηρίου παραβίαση του Συντάγματος ή του Δίκαιου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Στο ίδιο πλαίσιο κρίθηκε, ότι η μη επαναφορά των επιδομάτων εορτών και αδείας στους δημόσιους υπαλλήλους δεν παραβιάζει το Σύνταγμα, ούτε το Δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ως εκ τούτου η διεκδίκηση του 13ου και 14ου μισθού απορρίφθηκε από το Δικαστήριο, το οποίο έκρινε αρνητικά για την εν λόγω χρηματική παροχή, αλλά σε καμία περίπτωση δεν θα πρέπει να θεωρηθεί, ότι με την ως άνω απόφαση του το ανώτατο Δικαστήριο έκρινε οριστικά το τέλος της δημόσιας συζήτησης για τον 13ο και 14ο μισθό.

Στην πραγματικότητα την εν λόγω απόφαση κρίθηκε απλώς, ότι δεν παραβιάζεται το Σύνταγμα και το Ενωσιακό Δίκαιο από τη μη εκ νέου χορήγηση τους, το οποίο εντέλει δεν παραβιάζεται με τα σημερινά οικονομικά δεδομένα της σκληρής νεοφιλελεύθερης δημοσιονομικής προσαρμογής. Αντίθετα, αυτό που πρέπει να διευκρινισθεί, είναι ότι η διεκδίκηση τους υφίσταται, είναι ενεργή και η εκάστοτε εκλεγμένη κυβέρνηση μπορεί αν το επιτρέψουν οι οικονομικές συγκυρίες να τις χορηγήσει.

Όσον αφορά την ελληνική περίπτωση, τα Μνημόνια απέδειξαν επίσημα τον ερμηνευτικό καθορισμό του εθνικού «οικονομικού Συντάγματος» υπό την καθοδήγηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης[1], με γνώμονα τη δημοσιονομική σταθερότητα. Γι’ αυτόν τον λόγο αποκλείστηκε η εφαρμογή ακόμα και μετριοπαθών πολιτικών που είχαν εφαρμοστεί για πολλές δεκαετίες στη χώρα μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο με αποτέλεσμα το κεϋνσιανό «οικονομικό Σύνταγμα» της Ελλάδας, όπως προσδιορίστηκε στο Συνταγματικό κείμενο του 1975 να προσδιοριστεί εκ νέου και να αδρανοποιηθεί επί της ουσίας από τη νεοφιλελεύθερη «ευρωπαϊκή οικονομική διακυβέρνηση»[2].Η δικαιοσύνη, σήμερα, όταν αποφαίνεται για ζητήματα πολιτικού χαρακτήρα[3] επικαλείται λόγους δημοσίου συμφέροντος διάσωσης της χώρας, προκειμένου να καμφθεί η προστασία των συνταγματικών δικαιωμάτων[4]. Με βάση την κρατούσα θέση στην ελληνική νομολογία επιτρέπεται να τίθενται περιορισμοί στην άσκηση ενός ατομικού δικαιώματος, όταν εξυπηρετείται το δημόσιο ή κοινωνικό συμφέρον.

Με πάγια, λοιπόν, νομολογία του ΣτΕ έχει κριθεί, ότι όλες οι συνταγματικές διατάξεις περί ατομικών δικαιωμάτων[5] μπορούν να επιδέχονται περιορισμούς με επίκληση της ρήτρας του δημοσίου συμφέροντος, έστω και αν δεν τελούν υπό την επιφύλαξη του νόμου[6]. Με αυτόν τον τρόπο καταρρίφθηκε έμπρακτα και η θεωρία περί δήθεν ύπαρξης ανεπιφύλακτων δικαιωμάτων στο Σύνταγμα[7]. Σε συναφές πλαίσιο όταν αμφισβητήθηκε η ύπαρξη θεσμικών εγγυήσεων για την εξασφάλιση αξιοπρεπούς διαβίωσης, τα Ελληνικά Δικαστήρια αρνήθηκαν να δεχθούν, ότι διατάξεις του άρθρου 25 παρ. 1, 2 και 4 σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 και 5 παρ. του Συντάγματος καθιερώνουν έστω και υπό στοιχειώδη μορφή την αρχή ενός «ελαχίστου επιπέδου αξιοπρεπούς διαβίωσης»[8]. Προς τούτο η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ) δια της υπ’ αρ. 668/2012 λ.χ απόφασης του υποχώρησε ως προς δικαιοδοτικές κατακτήσεις αναφορικά με το κοινωνικό κράτος δικαίου ερμηνεύοντας ως συνταγματικές τις διατάξεις του κοινού νομοθέτη, που αποδυνάμωσαν το θεσμοθετημένο κοινωνικό κεκτημένο[9]. Το προαναφερθέν Δικαστήριο έκρινε, πως τα Μνημόνια ένεκα της δεινής οικονομικής συγκυρίας, στην οποία έχει επέλθει η χώρα και της ανάγκης παραμονής στην Ευρωζώνη είναι συνταγματικά δεκτά, εφόσον κατά την εφαρμογή των «in concreto» πολιτικών τους δεν θίγουν τον πυρήνα των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ανθρώπου[10]. Περαιτέρω, με την υπ’ αρ. 1972/2012 απόφαση του το Συμβούλιο της Επικρατείας αποφάνθηκε με αφορμή το  δικαίωμα στην ιδιοκτησία, ότι η συρρίκνωση των δικαιωμάτων του ανθρώπου είναι κατ’ εξαίρεση δεκτή εφόσον δεν θίγεται ο πυρήνας τους από τη στιγμή, που η εθνική οικονομία θα επιστρέψει στην στοιχειώδη ομαλότητα[11].  Στην πράξη, βέβαια, τα πειράματα του νεοφιλελευθερισμού απέτυχαν, καθώς όπου εφαρμόστηκαν οι πολιτικές του οι μισθοί παρέμειναν χαμηλοί, όπως εν προκειμένω στη χώρα μας, το κέρδος καρπώθηκαν ορισμένες ελίτ[12] και το χειρότερο εφαρμόστηκαν διαβρωτικές για το κράτος πρόνοιας πολιτικές.[13] Όλες αυτές οι εξελίξεις απέδειξαν μια εγγενή τάση αυτοκαταστροφής του καπιταλισμού[14]. Η εκδοχή, πως δεν υφίσταται εναλλακτική λύση (there is no alternative-ΤΙΝΑ)[15] συνιστά θεμελιώδες χαρακτηριστικό του νεοφιλελευθερισμού και όχι, όπως εκτιμάται, μια απλή συνέπεια του[16]. Προς τούτο κατά την εκδήλωση της κρίσης οι νεοφιλελεύθερες πολιτικές καθίσταται εκ των πραγμάτων επιβεβλημένες, προκειμένου οι πολίτες πρώτοι να συνειδητοποιήσουν την αναγκαιότητα τους[17].  Εν ολίγοις, το κεφάλαιο σήμερα διαπερνά τα σύνορα των εθνικών επικρατειών[18]. Λόγω, μάλιστα, της εφαρμογής νεοφιλελεύθερων πρακτικών η πολιτική εξουσία όχι μόνο καθίσταται άπραγη, αλλά συχνά καθίσταται ανίσχυρη[19].

Όσον αφορά την εν λόγω περίπτωση  η διεκδίκηση της επαναφοράς του 13ου και 14ου μισθού αν και απορρίφθηκε δικαστικώς κρίθηκε όπως αναφέρθηκε, ότι δεν συνιστά, παραβίαση του Συντάγματος ή του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Συνεπώς, η δυνατότητα της Πολιτείας να προχωρήσει νομοθετικά στην επαναφορά των επιδομάτων υφίσταται στο ακέραιο και μαζί με αυτήν και η πολιτική ευθύνη της Κυβέρνησης να εξασφαλίσει έλα ελάχιστο επίπεδο αξιοπρεπούς διαβίωσης στον Έλληνα δημόσιο καθηγητή τόσο της τριτοβάθμιας (ακαδημαϊκό) όσο και της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης,  στον δάσκαλο, στον αστυνόμο, στον Ιατρό, στον Πυροσβέστη και εν γένει στον Έλληνα δημόσιο Υπάλληλο. Σε βάθος χρόνου και εφόσον το επιτρέψουν οι δημοσιονομικές συγκυρίες εναπόκειται στην εκάστοτε εκλεγμένη ελληνική κυβέρνηση και στο εκάστοτε ελληνικό κοινοβούλιο σύμφωνα με την αρχή της κοινωνικής αλληλεγγύης, που αποτελεί θεμελιώδη πυλώνα του Ελληνικού Συντάγματος, κατοχυρωμένη ρητά στο Άρθρο 25 παράγραφος 4, να τολμήσει να αποκαταστήσει την αδικία, που επέφεραν οι μνημονιακοί νόμοι ως το εργαλείου του νεοφιλελευθερισμού στη χώρα. Η αρχή ως ήμισυ του παντός κατέστη προφανές, πως έγινε μετά την πρόσφατη δικαστική κρίση. Ελπίζουμε και διεκδικούμε…

 

[1] Βλ. Γιαννακόπουλο Κ., «Μεταξύ εθνικής και ενωσιακής έννομης τάξης: το “Μνημόνιο” ως αναπαραγωγή της κρίσης του κράτους δικαίου», σε https://www.constitutionalism.gr/1914-metaxy-etnikis-kai-enwsiakis-ennomis-taxis-to-mnim/ πρόσβαση: 11/3/2026.

[2] Βλ. Κουρουνδή Χ. (2026), Ξορκίζοντας το μέλλον: η επιδίωξη της «μόνιμης δημοσιονομικής ισορροπίας» και το άρθρο 106 του Συντάγματος, στο: https://nomarchia.gr/ πρόσβαση 22.4.2026.

[3] Βλ. Καιδατζή Α (2011)., Μεγάλη πολιτική και ασθενής δικαστικός έλεγχος. Συνταγματικά ζητήματα και ζητήματα συνταγματικότητας στο «Μνημόνιο», στο: https://www.constitutionalism.gr/1964-megali-politiki-kai-astenis-dikastikos-eleghos-ena/ πρόσβαση 22.8.2025 , στο οποίο γίνεται μνεία στην συνταγματικότητα των μνημονίων και αναδεικνύεται η δυσκολία που συναντά ο δικαστής όταν κρίνει ζητήματα που έχουν σχέση με πολιτική.

[4] Βλ. 163.               Καμτσίδου Ι. (2013). Οικονομική κρίση, Σύνταγμα και δημοκρατία, στο: https://www.constitutionalism.gr/wp-content/uploads/2013/06/Syntagma_Dimokratia.pdf πρόσβαση 10.8.2025/

[5] Βλ. Παραρά Π. (2019), Οικονομική Ελευθερία, άρθρο 5 παρ. 1 Σ, Αθήνα-Θεσσαλονίκη: εκδ. Σάκκουλα. σελ. 472.

[6] Βλ. Βενιζέλο Ε. (1990), Το γενικότερο συμφέρον και οι περιορισμοί των συνταγματικών δικαιωμάτων. Κριτική προσέγγιση των τάσεων της νομολογίας, Θεσσαλονίκη: Παρατηρητής, σελ. 32 και 193.

[7] Βλ. Βλ. Παραρά Π. (2019), ο.π σελ. 452-454.

[8] Βλ. Παυλόπουλο Π. (2014), Το δημόσιο Δίκαιο στον αστερισμό της οικονομικής κρίσης, Αθήνα: Α.Α. Λιβάνη,  σελ.519, 524.

[9] Βλ. Παυλόπουλο Π. (2014), ο.π. σελ. 529, επίσης του ιδίου «Παρατηρήσεις ως προς τη νομική φύση και τις έννομες συνέπειες του «Μνημονίου» (2010), στο: Το Δημόσιο Δίκαιο σε εξέλιξη, Σύμμεικτα προς τιμήν του καθηγητού Πέτρου Ι. Παραρά, (2012), Αθήνα-Κομοτηνή: Αντ. Σάκκουλα, σελ. 791 επ., ομοίως στο: https://www.constitutionalism.gr/1786-paratiriseis-ws-pros-ti-nomiki-fysi-kai-tis-ennome/ προσπέλαση 20.9.2024.

[10]Βλ απόφαση δημοσιευμένη στην Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΝΟΜΟΣ  https://lawdb.intrasoftnet.com/. Στην υπόθεση αυτή το ανώτατο ακυρωτικό ήρθε αντιμέτωπο με τις βασικές πολιτικές επιλογές της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ, οι οποίες είχαν κατοχυρωθεί ως διεθνείς δεσμεύσεις της χώρας Βλ. αναλυτικά Καϊδατζή Α. (2011), ο.π.

[11]  Βλ. Παυλόπουλο Π. (2014), ο.π. σελ. 550.

[12] Βλ. Stiglitz J. (2014), Ο θρίαμβος της απληστίας: Η ελεύθερη αγορά και η κατάρρευση της παγκόσμιας οικονομίας, Τόμος Α. Αθήνα: Ημερησία, σελ.24.

[13] Βλ. Klein N. (2008), The shock doctrine: The rise of disaster capitalism. New York: Metropolitan Books, σελ. 160.

[14] Βλ. Beck U. (1999), World at risk: The new task of critical theory. Development & Society, vol. 37, no. 1, 121, Lazzarato M. (2014), H κατασκευή του χρεωμένου ανθρώπου. Αθήνα: Αλεξάνδρεια, σελ. 174, Βεργόπουλο Κ. (2000), Ποιος φοβάται την Ευρώπη: Ανατομία ενός μύθου. Αθήνα: Λιβάνης.  σελ. 234, 252 ο οποίος υποστηρίζει ενδεικτικά: «Ο καπιταλισμός διοργανώνει δόλια αυτοχρεωκοπία και αυτοκαταβύθιση του συστήματος του, προκειμένου να πείσει τους υπηκόους του, ότι πρέπει να αλλάξει. Στο κέντρο του κοινωνικού κράτους ασφαλιστικά ταμεία εργαζομένων κι επιδόματα ανεργίας, ασθένειας, συντάξεις άγονται στην εποχή μας προς κατευθυνόμενη δογματική αυτοκαταβύθιση, για να θριαμβεύσει με το ζόρι το νεοφιλελεύθερο και ιδιωτικοποιητικό δόγμα… Ο φιλελευθερισμός συνοψίζεται στην εξωφρενική φράση: Μας συγχωρείτε καταστρέφουμε το χωριό σας επειδή θέλουμε να το σώσουμε», επίσης βλ. Ταστσόγλου Μ. (2022), ο.π.  σελ. 80.

[15] Βλ. Το εν λόγω επιχείρημα αρθρώθηκε από την Thatcher προκειμένου να δικαιολογηθούν οι πολιτικές απομάκρυνσης από τις πολιτικές του κευνσιανισμού και να υιοθετηθεί το σύστημα της ελεύθερης αγοράς ως το μόνο επαρκές να εφαρμοστεί, βλ. σελ. 310, Ταστσόγλου Μ. (2022), H ηγεμονία του νεοφιλελευθερισμού στον περί Μνημονίων λόγο, Αθήνα: Παπαζήσης, σελ. 81.

[16] Βλ. Queiroz R. (2016), Neoliberal TINA: an ideological and political subversion of libertalism. Critical Political Studies, vol. 12, no. 2, 227-246, σελ. 227.

[17] Βλ. Wilson J. A. (2018), Neoliberalism. New York: Routldege,  σελ. 47.

[18] Βλ. Sassen S. (2007), A sociology of globalization. New York:  W. W. Norton & Company, σελ. 73.

[19] Βλ. Hoffman J. (1997), Πέραν του κράτους. Αθήνα: Στάχυ, σελ. 251, Bauman Z. & Bordoni C. (2014), State of crisis. Cambridge: Polity Press  σελ. 17, Ταστσόγλου Μ. (2022), ο.π. σελ. 110, περαιτέρω για την κρίση, που επέφεραν τα μνημόνια στη χώρα, για τη νεοφιλελεύθερη διακυβέρνηση τόσο στον εγχώριο όσο και στο διεθνές στερέωμα βλ. αναλυτικά Κριτσίκη Α. (2026), Τα πολιτικά κόμματα, το κράτος και η νεοφιλελεύθερη σύγκλιση 2010-2014. Συγκριτική πολιτική και ιδεολογική ανάλυση, Αθήνα: Εναλλακτικές εκδόσεις, σελ. 137-196.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

nineteen − one =