Ι. Αντί εισαγωγής: τα κρίσιμα ερωτήματα
Η συζήτηση περί της δημόσιας τάξης στον χώρο των Α.Ε.Ι. αποτελεί, δυστυχώς, ένα διαχρονικό αντικείμενο θεωρητικής και πολιτικής αντιπαράθεσης στη χώρα μας, θα μπορούσε δε να συμπυκνωθεί στο εξής, μάλλον ταυτολογικό, ερώτημα: οι χώροι των Α.Ε.Ι. χρήζουν ιδιαίτερης και διακριτικής μεταχείρισης ως προς την παρέμβαση του κράτους, για την εγγύηση της δημόσιας ασφάλειας, σε σχέση με όλους τους υπολοίπους δημοσίους χώρους; Και εάν ναι, ποιο είναι το συνταγματικό έρεισμα και τα όρια αυτής της διαφοροποίησης;
Η συγκεκριμένη συζήτηση εντάσσεται στο ευρύτερο θεωρητικό πλαίσιο αντιπαράθεσης μεταξύ της ελευθερίας και της ασφάλειας, η οποία, διαχρονικά, χαρακτηρίζει κάθε φιλελεύθερη έννομη τάξη. Η στάθμιση μεταξύ, αφενός, της ανάγκης προστασίας των ατομικών δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών και, αφετέρου, της υποχρέωσης του κράτους να διασφαλίζει τη δημόσια ασφάλεια και την κοινωνική ειρήνη, ενίοτε περιορίζοντας τα δικαιώματα, αποκτά ιδιαίτερο βάθος στον χώρο των Α.Ε.Ι. εξαιτίας του συμβολικού αλλά και ουσιαστικού ρόλου που διαδραματίζουν τα δημόσια πανεπιστήμια στη λειτουργία μίας σύγχρονης δημοκρατίας.
Μία συνοπτική και όσον το δυνατόν περιεκτική προσέγγιση της κρατικής παρέμβασης στον χώρο των Α.Ε.Ι., για λόγους προστασίας της δημόσιας ασφάλειας, προϋποθέτει την εξέταση των ακολούθων πέντε (5) ζητημάτων: Πρώτον, της έννοιας και του περιεχομένου της ακαδημαϊκής ελευθερίας και της πανεπιστημιακής αυτοδιοίκησης. Δεύτερον, της έννοιας της δημόσιας ασφάλειας και των ορίων της άσκησης δημόσιας εξουσίας με επίκλησή της. Τρίτον, της αποτίμησης του θεσμού του «πανεπιστημιακού ασύλου» και, ιδίως, της σχέσης του (ή μη) με την ακαδημαϊκή ελευθερία και το λεγόμενο «αυτοδιοίκητο» των Α.Ε.Ι.. Τέταρτον, της συμβατότητας του πρόσφατου νομοθετικού εγχειρήματος των «Ομάδων Προστασίας Πανεπιστημιακών Ιδρυμάτων» (Ο.Π.Π.Ι.) (ευρύτερα γνωστών και ως «πανεπιστημιακή αστυνομία») με τη συνταγματική τάξη. Και, πέμπτον, της δυνατότητας διαμόρφωσης ενός συνεκτικού και σταθερού θεσμικού πλαισίου κρατικής παρέμβασης στους πανεπιστημιακούς χώρους, για λόγους διασφάλισης της δημόσιας τάξης, το οποίο θα εγγυάται, κατά τρόπο ισόρροπο, αφενός τη μη αλλοίωση του χαρακτήρα των Α.Ε.Ι. ως αυτοδιοικούμενων χώρων ακαδημαϊκής ελευθερίας και, αφετέρου, την αποτελεσματική προστασία της δημόσιας ασφάλειας στους χώρους αυτούς.
II. Τα Α.Ε.Ι. ως πεδίο εφαρμογής συνταγματικών δικαιωμάτων και αρχών
Τα Α.Ε.Ι. δεν αποτελούν απλώς θεσμικά οργανωμένους χώρους παροχής υπηρεσιών τριτοβάθμιας εκπαίδευσης με δημόσιο χαρακτήρα, δηλαδή υπό τη μορφή νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, αλλά συγκροτούν, κατά το Σύνταγμα, ένα ιδιαίτερο πεδίο εφαρμογής συνταγματικών δικαιωμάτων και αρχών. Ο πανεπιστημιακός χώρος διακρίνεται για τη συνταγματική του «ιδιομορφία», καθώς σε αυτόν συναντώνται το ατομικό δικαίωμα της ακαδημαϊκής ελευθερίας και η θεσμική εγγύηση της «πλήρους αυτοδιοίκησης» των Α.Ε.Ι. με τη γενική υποχρέωση του κράτους για την προστασία και την εγγύηση της δημόσιας ασφάλειας.
Α. Ακαδημαϊκή ελευθερία
Αρχικά, τα Α.Ε.Ι. αποτελούν το αποκλειστικό πεδίο εφαρμογής της ακαδημαϊκής ελευθερίας, δηλαδή της ελευθερίας της σκέψης, της έρευνας και της διδασκαλίας που ασκείται εντός του πανεπιστημιακού χώρου, όπως αυτή κατοχυρώνεται ρητά στο άρθρο 16 παρ. 1 εδ. β’ του Συντάγματος. Ειδικότερα, από την κατοχύρωση της ακαδημαϊκής ελευθερίας στο Σύνταγμα απορρέει το θεμελιώδες δικαίωμα κάθε μέλους της πανεπιστημιακής κοινότητας, δηλαδή του πανεπιστημιακού δασκάλου, του ερευνητή αλλά και του φοιτητή, στην αδέσμευτη και ακηδεμόνευτη επιστημονική σκέψη, έρευνα και διδασκαλία εντός του πλαισίου λειτουργίας των Α.Ε.Ι., όσο και η συναφής υποχρέωση των οργάνων της Πολιτείας για τη διασφάλιση της ακώλυτης άσκησης των ανωτέρω επιστημονικών δραστηριοτήτων, ιδίως δε του κοινού νομοθέτη κατά τη θέσπιση των κανόνων που αφορούν την οργάνωση και τη λειτουργία των Α.Ε.Ι..[1]
Με αυτό το περιεχόμενο, η ακαδημαϊκή ελευθερία συνδέεται ασφαλώς με το γενικό δικαίωμα περί ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας του άρθρου 5 παρ. 1 του Συντάγματος, πλην όμως φέρει σαφώς μία υπερ-ατομική διάσταση, δεδομένου ότι δεν αποσκοπεί αποκλειστικά στην προστασία της προσωπικότητας των επιμέρους φορέων της, αλλά εξυπηρετεί και ευρύτερους σκοπούς, όπως η προαγωγή της επιστήμης και η συμβολή στην πολιτιστική και κοινωνική πρόοδο.[2] Για τον λόγο αυτόν λειτουργεί όχι μόνο ως ατομικό δικαίωμα αλλά και ως θεσμική εγγύηση, υπό την έννοια της κατοχύρωσης του δημοσίου πανεπιστημίου ως του αποκλειστικού χώρου ανάπτυξης και προαγωγής της επιστημονικής σκέψης, της έρευνας και της διδασκαλίας.[3]
Βέβαια, η συνταγματική κατοχύρωση της ακαδημαϊκής ελευθερίας εντός του «πλαισίου λειτουργίας» των Α.Ε.Ι. δεν οριοθετείται μεταξύ των στενών ορίων των εδαφικών εγκαταστάσεων των ιδρυμάτων, παρά εκτείνεται σε κάθε χώρο στον οποίο δύνανται τα μέλη της πανεπιστημιακής κοινότητας να παράξουν διδακτικό και ερευνητικό έργο. Κατά συνέπεια, κρίσιμο στοιχείο για τη θεμελίωση της οικείας συνταγματικής προστασίας αποτελεί αυτή καθ’ αυτή η παραγωγή επιστημονικού έργου, όχι γενικά και αφηρημένα, αλλά είτε στο πλαίσιο προγράμματος σπουδών ή ερευνητικού προγράμματος που παρέχεται ή υλοποιείται, αντίστοιχα, από συγκεκριμένο Α.Ε.Ι., ανεξαρτήτως του εάν τα μέλη της ακαδημαϊκής κοινότητας συμμετέχουν στα προγράμματα αυτά αποκλειστικά από τους πανεπιστημιακούς χώρους ή και εκτός αυτών (λ.χ. από την οικία τους και με τα γνωστά μέσα που προσφέρει πλέον η τεχνολογία), είτε στο πλαίσιο συμμετοχής ορισμένου μέλους της πανεπιστημιακής κοινότητας σε εξωπανεπιστημιακές δημόσιες εκδηλώσεις ή έκφρασης σε μέσα ενημέρωσης ή κοινωνικής δικτύωσης, υπό την προϋπόθεση ότι οι συγκεκριμένες δραστηριότητες σχετίζονται αποκλειστικά με την προαναφερθείσα ακαδημαϊκή ιδιότητά των προσώπων αυτών.[4]
Β. Πανεπιστημιακή αυτοδιοίκηση
Περαιτέρω, η οργάνωση και η λειτουργία των Α.Ε.Ι. διέπεται και από την αρχή της πλήρους αυτοδιοίκησης, όπως αυτή κατοχυρώνεται ρητά στο άρθρο 16 παρ. 5 εδ. α’ του Συντάγματος. Η συνταγματική αυτή διάταξη θεσπίζει το λεγόμενο «αυτοδιοίκητο» των Α.Ε.Ι. το οποίο συνίσταται στην αναγνώριση της αποκλειστικής εξουσίας των ιδρυμάτων να αποφασίζουν για τις δικές τους υποθέσεις, ήτοι για ζητήματα ακαδημαϊκής, οικονομικής ή διοικητικής φύσης που τα αφορούν (λ.χ. για την επιλογή του διδακτικού προσωπικού τους, την κατάρτιση των προγραμμάτων σπουδών, τη διαχείριση της περιουσίας τους κ.α.), με τα δικά τους όργανα, τα γνωστά και ως «πανεπιστημιακά όργανα» ή «όργανα διοίκησης» των Α.Ε.Ι.. Τα εν λόγω όργανα καθορίζονται μεν από τον κοινό νομοθέτη, πλην όμως συγκροτούνται από μέλη της ακαδημαϊκής κοινότητας, τα οποία επιλέγονται (εκλέγονται) άμεσα ή έμμεσα από την ίδια.[5]
Η ως άνω εξουσία των Α.Ε.Ι. δεν περιλαμβάνει τη δυνατότητα θέσπισης των σχετικών γενικών και αφηρημένων κανόνων δικαίου που αφορούν την οργάνωση και τη λειτουργία των ιδίων (ή έστω σύμπραξης στη θέσπισή τους). Αντίθετα, η παροχή στα Α.Ε.Ι. της εξουσίας να εκδίδουν κανονιστικού χαρακτήρα πράξεις επιτρέπεται μόνο κατόπιν σχετικής νομοθετικής εξουσιοδότησης, σύμφωνα με το άρθρο 43 παρ. 2 εδ. β’ του Συντάγματος, περιορίζεται δε σε ζητήματα ειδικότερα, τεχνικού ή λεπτομερειακού χαρακτήρα. Σε κάθε άλλη περίπτωση, η θέσπιση των οικείων γενικών και αφηρημένων κανόνων ανήκει στα όργανα της νομοθετικής λειτουργίας, κατά το άρθρο 26 παρ. 1 του Συντάγματος. Σε διαφορετική περίπτωση, δεν θα γινόταν λόγος για «αυτοδιοίκητο» αλλά για «αυτονομία» των Α.Ε.Ι. που, σε καμία περίπτωση, δεν προβλέπεται στο ισχύον συνταγματικό πλαίσιο.[6]Βέβαια, τα Α.Ε.Ι., παρότι αυτοδιοικούμενα, τελούν, κατά το άρθρο 16 παρ. 5 εδ. β’ του Συντάγματος, υπό κρατική (διοικητική) εποπτεία,[7] η οποία συνίσταται στον έλεγχο νομιμότητας των πράξεων των πανεπιστημιακών οργάνων από μη πανεπιστημιακό, κρατικό όργανο.[8] Η εποπτεία αυτή δεν είναι γενική, αλλά περιορίζεται αποκλειστικά στις κατηγορίες πράξεων και υποθέσεων που προβλέπονται ρητά, ως υπαγόμενες σε κρατική εποπτεία, από τον οργανωτικό νόμο που διέπει τη λειτουργία των Α.Ε.Ι., χαρακτηρίζεται δε από την οικεία νομολογία του ΣτΕ ως ο «μοναδικός αναγκαίος» περιορισμός του αυτοδιοίκητου των Α.Ε.Ι..[9]
Στο σημείο αυτό επισημαίνεται το εξής: η συνταγματική κατοχύρωση της πανεπιστημιακής αυτοδιοίκησης δεν συνιστά επιλογή οργανωτικής ευχέρειας του συνταγματικού νομοθέτη, ούτε βασίζεται σε λειτουργικά ή εν γένει τεχνοκρατικά κριτήρια περί της αποτελεσματικότερης διοίκησης των Α.Ε.Ι., σε σχέση φερ’ ειπείν με μία ενδεχόμενη οργανική ένταξή τους στο Υπουργείο Παιδείας. Αντιθέτως, εισήχθη ως συνταγματικά κατοχυρωμένο σχήμα διοίκησης των Α.Ε.Ι. χάριν και προς εξυπηρέτηση της ακαδημαϊκής ελευθερίας, υπό το πρίσμα δε αυτό θα μπορούσε να λεχθεί ότι το αυτοδιοίκητο των Α.Ε.Ι. αποτελεί τη θεσμική προέκταση και την οργανωτική – διοικητική έκφραση της ακαδημαϊκής ελευθερίας.[10]
Γ. Δημόσια τάξη και ασφάλεια
Η δημόσια τάξη, ως μία θεμελιώδης έννοια για το δημόσιο δίκαιο, είναι οπωσδήποτε δυναμική και σχετική, καθώς εξαρτάται και διαμορφώνεται διαρκώς από την εποχή, την κυρίαρχη κοινωνική αντίληψη, αλλά και τις ειδικότερες συνθήκες ενός εκάστου δημοκρατικού πολιτεύματος.
Εντούτοις σε κάθε περίπτωση, ως εκ των λέξεων από τις οποίες αποτελείται, η δημόσια τάξη παραπέμπει, κατ’ ελάχιστο, σε μία οργανωμένη και ισορροπημένη διάταξη των εννόμων σχέσεων μεταξύ τους, η οποία επιτυγχάνεται μέσω κανόνων δικαίου και θεσμών και η οποία προφανώς διαθέτει δημόσια διάσταση, ενόψει των σκοπών τους οποίους εξυπηρετεί. Πρόκειται, δηλαδή, για ένα σύνολο θεμελιωδών και επιτακτικών κανόνων που είναι αναγκαίοι για μία κοινωνία και από τους οποίους δεν επιτρέπεται να παρεκκλίνουν ούτε η δημόσια εξουσία ούτε οι πολίτες.[11] Η δημόσια τάξη γίνεται, παραδοσιακά, αντιληπτή ως μία έννοια γένους που προσδιορίζεται μέσω τριών επιμέρους συνιστωσών: της δημόσιας ηρεμίας, της δημόσιας υγείας και της δημόσιας ασφάλειας. Η πρώτη, η δημόσια ηρεμία, συνίσταται στην καταπολέμηση των ταραχών που μπορεί να προκύψουν στην κοινωνία και να απειλήσουν τη συνοχή της τελευταίας (λ.χ. βίαιες διαδηλώσεις), ενώ η δημόσια ασφάλεια, ως αρχή, στοχεύει στην πρόληψη και αντιμετώπιση των κινδύνων που απειλούν την κοινωνία και τους πολίτες.[12]
Με αυτό το περιεχόμενο η δημόσια ασφάλεια, ως συστατικό στοιχείο της δημόσιας τάξης, καθίσταται ταυτότικο και συγκροτητικό στοιχείο της ίδιας έννοιας του κράτους ως οργανωμένης έννομης τάξης, εκφράζοντας κανονιστικά και επιτακτικά την αναγκαιότητα το κράτος να μπορεί διασφαλίζει την κοινωνική ειρήνη, την ασφάλεια των πολιτών του και την αποτελεσματικότητα των κανόνων της έννομης τάξης. Με άλλα λόγια, μία δημόσια εξουσία, εφόσον επιθυμεί να λογίζεται ως οργανωμένο κράτος δικαίου, οφείλει να εξασφαλίζει, σε γενικές γραμμές, τη δημόσια ασφάλεια, δηλαδή τη δυνατότητα των πολιτών του να ασκούν τις δραστηριότητες και τα δικαιώματά τους δίχως φόβο και διακινδύνευση των εννόμων αγαθών τους, ήτοι της ζωής, της υγείας, τη σωματικής τους ακεραιότητας ή της περιουσίας τους. Στο πλαίσιο αυτό, η αστυνόμευση των δημοσίων χώρων, δηλαδή η επιτήρησή τους από ειδικά εκπαιδευμένες προς τούτο δυνάμεις με σκοπό την αποτροπή ή την καταστολή του εγκλήματος, θεωρείται, κατά την απολύτως κρατούσα άποψη, ένα από τα πεδία όπου το κράτος ασκεί θεμελιώδεις κυριαρχικές λειτουργίες του, αποτελεί δηλαδή μία αρμοδιότητα αναπόσπαστη από τον πυρήνα της κρατικής εξουσίας και, ως τέτοια, οφείλει να ασκείται από δύναμη (αστυνομική αρχή) που ανήκει στο δημόσιο με τη στενή έννοια του όρου, δηλαδή είτε στο νομικό πρόσωπο του κράτους είτε σε άλλο Ν.Π.Δ.Δ., μη δυνάμενη να παραχωρηθεί σε ιδιώτες.[13]
Πέραν των ανωτέρω, η δημόσια τάξη αναγνωρίζεται, κατά την κρατούσα άποψη, ως θεμιτός και ανεκτός περιορισμός των ατομικών δικαιωμάτων, ιδίως στις περιπτώσεις όπου τόσο το Σύνταγμα όσο και η Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε.Σ.Δ.Α.) την προβλέπουν ρητώς ως νόμιμο λόγο περιορισμού των εν λόγω δικαιωμάτων. Συγκεκριμένα, στην Ε.Σ.Δ.Α. η δημόσια τάξη συναντάται ως ρήτρα νομιμότητας του περιορισμού των δικαιωμάτων στα άρθρα 9 (ελευθερία σκέψης, συνείδησης και λατρείας), 10 (ελευθερία έκφρασης) και 11 (ελευθερία συνένωσης), ενώ στο εθνικό Σύνταγμα η δημόσια τάξη κατοχυρώνεται είτε έμμεσα -με την επιφύλαξή «τηρώντας τους νόμους του κράτους»- για την άσκηση των δικαιωμάτων της συνένωσης και της έκφρασης (12 και 14 Συντ.), είτε άμεσα στο άρθρο 11 παρ. 2 για την άσκηση του δικαιώματος του συνέρχεσθαι (της συνάθροισης), ως λόγος επιτρεπτής απαγόρευσης των υπαίθριων συναθροίσεων κατόπιν σχετικής αιτιολογημένης απόφασης της αστυνομικής αρχής, καθώς και στο άρθρο 13 παρ. 2 ως όριο της ελευθερίας λατρείας, ως στοιχείου του δικαιώματος της θρησκευτικής ελευθερίας.[14] Σε κάθε περίπτωση, ωστόσο, η επίκληση της δημόσιας τάξης από τον νομοθέτη ή τη διοίκηση, ως λόγο περιορισμού συνταγματικά κατοχυρωμένων δικαιωμάτων, προϋποθέτει, αφενός, επαρκή και συγκεκριμένη αιτιολόγηση, ήτοι σύνδεση με ορισμένο, πραγματικό και τεκμηριωμένο κίνδυνο για τη δημόσια τάξη και όχι με γενικές, αόριστες ή ταυτολογικές διατυπώσεις, αφετέρου δε απαιτείται ο επιβαλλόμενος περιορισμός να πληροί την αρχή της αναλογικότητας, ήτοι να είναι πρόσφορος, αναγκαίος και ανάλογος σε σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό.
Δ. Ενδιάμεση παρατήρηση
Με βάση τα ανωτέρω, καθίσταται σαφές ότι οι οργανωμένοι χώροι των πανεπιστημίων (οφείλουν να) αποτελούν κατ’ αρχήν αυτοδιοικούμενους χώρους ακαδημαϊκής ελευθερίας, διότι σε διαφορετική περίπτωση, εάν υπαγόντουσαν οργανωτικά λ.χ. σε μία «γενική διεύθυνση τριτοβάθμιας εκπαίδευσης» του Υπουργείου Παιδείας και στον ιεραρχικό (τουλάχιστον) έλεγχο του εκάστοτε Υπουργού, δεν θα ήταν σε θέση να εξυπηρετήσουν τη συνταγματική τους αποστολή, δηλαδή την ελεύθερη ανάπτυξη και προαγωγή της επιστημονικής σκέψης, έρευνας και διδασκαλίας. Πέραν αυτού, ωστόσο, οι πανεπιστημιακοί χώροι δεν παύουν να αποτελούν ταυτόχρονα και δημόσιους χώρους, εντός των οποίων το κράτος, κατ’ εξοχήν, υπέχει υποχρέωση να εγγυάται τη δημόσια ασφάλεια, ήτοι τη δυνατότητα των πολιτών να ασκούν τις δραστηριότητές τους και να απολαμβάνουν τα συνταγματικώς κατοχυρωμένα δικαιώματά τους χωρίς φόβο και χωρίς να διακυβεύονται τα έννομα αγαθά τους. Υπό το πρίσμα αυτό, το αρχικό ερώτημα αναδιατυπώνεται ως εξής: οι συνταγματικές εγγυήσεις της ακαδημαϊκής ελευθερίας και της πανεπιστημιακής αυτοδιοίκησης επιβάλλουν την εφαρμογή ιδιαίτερων κανόνων αστυνόμευσης στους πανεπιστημιακούς χώρους, σε σχέση με τους λοιπούς δημόσιους χώρους;
III. Πριν την πανεπιστημιακή αστυνομία: στη σφαίρα του «πανεπιστημιακού ασύλου» και των «ηπιότερων μέτρων»
Α. Η νομοθετική καθιέρωση του «πανεπιστημιακού ασύλου» στην αυγή της Μεταπολίτευσης
Ο μεταπολιτευτικός κοινός νομοθέτης, έχοντας προφανώς νωπές τις μνήμες από τις πρακτικές του «Σπουδαστικού Τμήματος Εθνικής Ασφαλείας» – μέσω του οποίου το μετεμφυλιακό κράτος των δεκαετιών 1950 και 1960 παρακολουθούσε, «φακέλωνε» και δίωκε πανεπιστημιακούς και φοιτητές που ανήκαν ή πρόσκειντο στην τότε εκτός νόμου κομμουνιστική αριστερά – καθώς και τις παρεμβάσεις της στρατιωτικής δικτατορίας (1967–1974) στους φοιτητικούς συλλόγους και την ΕΦΕΕ μέσω διορισμένων διοικήσεων, αλλά και τις βίαιες καταστολές των φοιτητικών εξεγέρσεων στη Νομική και το Πολυτεχνείο το 1973, προέβη για πρώτη φορά στη νομοθετική καθιέρωση του «πανεπιστημιακού ασύλου». Η εν λόγω θεσμοθέτηση πραγματοποιήθηκε με τον περίφημο νόμο – πλαίσιο για την ανώτατη εκπαίδευση, δηλαδή τον Ν. 1268/1982 (περί «Δομής και Λειτουργίας των Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων») και ειδικότερα με τα άρθρα 2 παρ. 4 έως 8 του νόμου αυτού. Το πανεπιστημιακό άσυλο καθιερώθηκε ως μία μάλλον πολιτική κατάκτηση της τότε πλειοψηφίας του ενεργού φοιτητικού κινήματος, με τη φιλοδοξία να αποτελέσει μία θεσμική εγγύηση της ακαδημαϊκής ελευθερίας, της ελεύθερης επιστημονικής έρευνας και της ανεμπόδιστης διακίνησης των ιδεών εντός των Α.Ε.Ι..[15]
Τα βασικά χαρακτηριστικά του θεσμού του «πανεπιστημιακού ασύλου» ήταν τα εξής: Σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 5 έως 8 του Ν. 1268/1982, το πανεπιστημιακό άσυλο κάλυπτε όλους τους χώρους των Α.Ε.Ι. και συνίστατο στην απαγόρευση επέμβασης της δημόσιας δύναμης στους χώρους αυτούς χωρίς προηγούμενη πρόσκληση ή άδεια του αρμόδιου οργάνου του εκάστοτε ιδρύματος. Το εν λόγω πανεπιστημιακό όργανο, κατά την παράγραφο 6 του ιδίου άρθρου, ήταν τριμελές και αποτελούνταν από τον εκάστοτε Πρύτανη ή τον νόμιμο αναπληρωτή του, έναν εκπρόσωπο του Διδακτικού – Ερευνητικού Προσωπικού (Δ.Ε.Π.) του κάθε ιδρύματος και έναν εκπρόσωπο των φοιτητών, αποφάσιζε δε μόνο με ομοφωνία των μελών του. Σε περίπτωση διαφωνίας μεταξύ των μελών, συγκαλούνταν αυθημερόν έκτακτη συνεδρίαση της Συγκλήτου, η οποία λάμβανε την τελική απόφαση με πλειοψηφία των δύο τρίτων (2/3) των παρόντων μελών. Κατ’ εξαίρεση και σύμφωνα με την παράγραφο 7 του ιδίου, επέμβαση της δημόσιας δύναμης χωρίς την άδεια του ανωτέρω οργάνου επιτρεπόταν μόνο όταν διαπράττονταν αυτόφωρα κακουργήματα ή εν γένει αυτόφωρα εγκλήματα κατά της ζωής. Τέλος, κατά την παράγραφο 8, η παραβίαση της απαγόρευσης επέμβασης στους πανεπιστημιακούς χώρους συνιστούσε ποινικό αδίκημα και τιμωρούνταν με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον έξι (6) μηνών, κατόπιν έγκλησης είτε του τριμελούς οργάνου της παραγράφου 6 είτε της Συγκλήτου.
Με άλλα λόγια, ο μεταπολιτευτικός νομοθέτης καθιέρωσε τη γενική απαγόρευση επέμβασης της δημόσιας δύναμης στους χώρους των Α.Ε.Ι. χωρίς προηγούμενη πρόσκληση ή άδεια του αρμόδιου κατά περίπτωση τριμελούς οργάνου του ιδρύματος, το οποίο απαρτιζόταν από τον Πρύτανη, έναν εκπρόσωπο των μελών Δ.Ε.Π. και έναν εκπρόσωπο των φοιτητών, με δυνατότητα λήψης κατ’ αρχάς ομόφωνης απόφασης και, σε περίπτωση διαφωνίας, με πλειοψηφία δύο τρίτων (2/3) της Συγκλήτου, μόνη δε εξαίρεση στην εν λόγω απαγόρευση συνιστούσε η περίπτωση της τέλεσης αυτόφωρων κακουργημάτων ή αυτόφωρων εγκλημάτων κατά της ζωής εντός των πανεπιστημιακών χώρων.
B. Από τον περιορισμό έως την κατάργηση του «πανεπιστημιακού ασύλου»
Στη συνέχεια, οι προαναφερθείσες διατάξεις του Ν. 1268/1982 τροποποιήθηκαν με το άρθρο 3 του Ν. 3549/2007 (ευρύτερα γνωστού και ως «νόμου Γιαννάκου»), ο οποίος επέφερε δύο σημαντικές μεταβολές στον θεσμό του πανεπιστημιακού ασύλου: αφενός μία ουσιαστικού χαρακτήρα, καθώς περιόριζε το χωρικό πεδίο εφαρμογής του ασύλου, ορίζοντας ότι αυτό δεν καταλάμβανε πλέον το σύνολο των πανεπιστημιακών χώρων, αλλά μόνο εκείνους στους οποίους διεξάγεται διδασκαλία και έρευνα,[16] και αφετέρου μία διαδικαστικού χαρακτήρα, καθώς κατήργησε το προαναφερθέν ad hoc τριμελές όργανο του Ν. 1268/1982 και ανέθεσε την αρμοδιότητα χορήγησης της άδειας επέμβασης στα τότε Πρυτανικά Συμβούλια των Α.Ε.Ι.. Οι εν λόγω ρυθμίσεις καταργήθηκαν μεταγενέστερα με το άρθρο 3 του Ν. 4009/2011 (γνωστού και ως «νόμου Διαμαντοπούλου»), ο οποίος προέβλεπε ότι σε περίπτωση τέλεσης αξιόποινων πράξεων εντός των πανεπιστημιακών χώρων, εφαρμόζεται η κοινή νομοθεσία, καταργώντας έτσι de facto το καθεστώς του πανεπιστημιακού ασύλου.[17] Εντούτοις, με το άρθρο 3 του Ν. 4485/2017 (γνωστού και ως «νόμου Γαβρόγλου»), το πανεπιστημιακό άσυλο κατοχυρωνόταν εκ νέου ρητώς, επαναφέροντας τον θεσμό αυτό στην έννομη τάξη της χώρας, πλην όμως για ένα βραχύ χρονικό διάστημα, καθώς, με μία από τις πρώτες νομοθετικές παρεμβάσεις της επόμενης κυβέρνησης (2019-2023) και, συγκεκριμένα, με το άρθρο 64 του Ν. 4623/2019 καταργήθηκε εκ νέου το πανεπιστημιακό άσυλο, ορίζοντας ότι εντός των χώρων των Α.Ε.Ι. οι δημόσιες αρχές «ασκούν ανεμπόδιστα όλες τις κατά νόμο αρμοδιότητές τους», συμπεριλαμβανομένης και της επέμβασης λόγω τέλεσης αξιόποινων πράξεων.
Γ. Οι κατά καιρούς νομοθετικές παρεμβάσεις
Πέραν των ανωτέρω, ο μεταπολιτευτικός κοινός νομοθέτης έχει επανειλημμένως επιχειρήσει να ρυθμίσει ζητήματα που αφορούν τη φύλαξη και την προστασία των χώρων των ελληνικών Α.Ε.Ι., καθώς και των προσώπων που δραστηριοποιούνται εντός αυτών, εισάγοντας, διαχρονικά, ένα πλέγμα συναφών κανονιστικών ρυθμίσεων. Ήδη από το έτος 1992, με το άρθρο 1 παρ. 8 του Ν. 2083/1992, προβλέφθηκε η δυνατότητα σύναψης συμβάσεων μεταξύ των Α.Ε.Ι. και φυσικών ή νομικών προσώπων (δηλαδή ιδιωτών), προκειμένου να καλύπτονται, μεταξύ άλλων, οι ανάγκες φύλαξης των κτηρίων και των λοιπών εγκαταστάσεων των ιδρυμάτων.
Στη συνέχεια, με το άρθρο 4 του Ν. 3549/2007, η φύλαξη των εγκαταστάσεων και της περιουσίας των ιδρυμάτων συμπεριλήφθηκε ρητά μεταξύ του ελαχίστου περιεχομένου των εσωτερικών κανονισμών λειτουργίας των Α.Ε.Ι., ενώ η σχετική ρύθμιση εξειδικεύτηκε περαιτέρω με τον Ν. 4009/2011, ο οποίος καθιέρωσε ένα πιο συγκροτημένο πλαίσιο για την οργάνωση της ασφάλειας εντός των χώρων των Α.Ε.Ι.. Ειδικότερα, σύμφωνα με τα άρθρα 5 παρ. 1 και 2 περ. κγ, κθ, και λδ του εν λόγω νόμου, ο «Οργανισμός» κάθε πανεπιστημιακού ιδρύματος όφειλε να ρυθμίζει τη διαδικασία προστασίας και ασφάλειας του προσωπικού και της περιουσίας αυτού, να προσδιορίζει τους φορείς φύλαξης και να προβλέπει τη δυνατότητα ανάθεσης των σχετικών υπηρεσιών σε τρίτους μέσω σύναψης συμβάσεων. Επιπλέον, το άρθρο 6 παρ. 1 περ. ιβ’ του ιδίου νόμου όριζε ότι ο εσωτερικός κανονισμός κάθε ιδρύματος όφειλε να ρυθμίζει ειδικότερα ζητήματα φύλαξης, ενώ το άρθρο 8 παρ. 18 περ. ιδ’ ανέθετε την ευθύνη λήψης των απαραίτητων μέτρων προστασίας και ασφάλειας, προσωπικά, στον εκάστοτε Πρύτανη.
Ωστόσο, το εν λόγω θεσμικό πλαίσιο τροποποιήθηκε ουσιωδώς με τον Ν. 4485/2017. Ειδικότερα, καταργήθηκαν οι σχετικές διατάξεις του Ν. 4009/2011 (άρθρο 88 περ. β) και εισήχθη ένα νέο κανονιστικό πλαίσιο, σύμφωνα με το οποίο ο «Οργανισμός» κάθε ιδρύματος προβλέπει πλέον τη σύσταση υπηρεσίας προστασίας και ασφάλειας των φοιτητών, του προσωπικού και της περιουσίας του (άρθρο 7 παρ. 1 περ. γ υποπερ. ββ), ενώ ο εσωτερικός κανονισμός εξειδικεύει περαιτέρω τα σχετικά ζητήματα (άρθρο 8 παρ. 1 και 2 περ. ιη). Επιπροσθέτως, διατηρήθηκε η δυνατότητα ανάθεσης της φύλαξης μέσω συμβάσεων (άρθρο 13 παρ. 3), ενώ η αρμοδιότητα του Πρύτανη ως προς την προστασία και ασφάλεια του ιδρύματος επαναβεβαιώθηκε (άρθρο 15 παρ. 15 περ. ιδ).
Το υφιστάμενο κανονιστικό πλαίσιο διαμορφώνεται πλέον με βάση τις διατάξεις του Ν. 4957/2022, και ιδίως των άρθρων 223 και 225, στις οποίες αφενός μεν επαναλαμβάνεται ότι στα θέματα εσωτερικής λειτουργίας των Α.Ε.Ι. που ρυθμίζονται με τους εσωτερικούς κανονισμούς κάθε ιδρύματος περιλαμβάνονται τα ειδικότερα σχετικά με την προστασία και ασφάλεια των φοιτητών, του διδακτικού και λοιπού προσωπικού του ιδρύματος, καθώς και τη φύλαξη του ιδρύματος και της περιουσίας του (άρθρο 223 παρ. 2 περ. ια’), αφετέρου δε ότι κάθε Α.Ε.Ι. οφείλει να διαθέτει σχέδιο ασφαλείας και προστασίας, εκδιδόμενο με ευθύνη του οικείου Συμβουλίου Διοίκησης στο οποίο περιλαμβάνονται όλα τα τεχνικά και άλλα αναγκαία μέτρα ασφάλειας του ιδρύματος για την ενίσχυση του επιπέδου ασφάλειας και προστασίας (λ.χ. μέσα επιτήρησης με τη λήψη ή καταγραφή εικόνας και ήχου από τους χώρους των Α.Ε.Ι. πλην των αιθουσών διδασκαλίας και των χώρων εργασίας του διδακτικού και διοικητικού προσωπικού, σύστημα ελεγχόμενης πρόσβασης κ.α.), το οποίο να καταρτίζεται και να επικαιροποιείται σύμφωνα με τις ανάγκες και τις ιδιαιτερότητες κάθε Α.Ε.Ι. (βλ. άρθρο 225 παρ. 1 έως 10).
IV. Το νομοθετικό εγχείρημα των Ομάδων Προστασίας Πανεπιστημιακών Ιδρυμάτων (Ο.Π.Π.Ι)
A. Τα βασικά χαρακτηριστικά της «πανεπιστημιακής αστυνομίας»
Η λεγόμενη «πανεπιστημιακή αστυνομία», επισήμως «Ομάδες Προστασίας Πανεπιστημιακών Ιδρυμάτων (Ο.Π.Π.Ι.)», καθιερώθηκε με τα άρθρα 18 έως 20 του Ν. 4777/2021, ως ειδικό σώμα υπαγόμενο στην ΕΛ.ΑΣ. και, κατά συνέπεια, στο Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη. Το εν λόγω σώμα λειτουργεί άνευ οποιασδήποτε οργανικής ή λειτουργικής διασύνδεσης με τα όργανα διοίκησης των Α.Ε.Ι., ενώ η παρουσία του εντός των πανεπιστημιακών χώρων είναι μόνιμη, σταθερή και προληπτικού χαρακτήρα, δηλαδή ανεξαρτήτως της τέλεσης αξιόποινων πράξεων ή έστω της συνδρομής σχετικού κινδύνου. Με την παρ. 4 του άρθρου 18 του ως άνω νόμου, ορίζεται ως αποστολή της πανεπιστημιακής αστυνομίας «η προστασία και ασφάλεια τόσο των προσώπων που βρίσκονται στους χώρους των Α.Ε.Ι., όσο και των υποδομών αυτών», ορίζεται δε ρητά και η αποκλειστική αρμοδιότητα του συγκεκριμένου σώματος που συνίσταται στην άσκηση αστυνομικών καθηκόντων εντός των χώρων των Α.Ε.Ι., ήτοι η πρόληψη της τέλεσης και την αντιμετώπιση κάθε αξιόποινης πράξης εντός των χώρων των Α.Ε.Ι. και η πραγματοποίηση περιπολιών στους πανεπιστημιακούς χώρους, στο πλαίσιο άσκησης αυτών των καθηκόντων της.
Περαιτέρω, οι αρμοδιότητες της πανεπιστημιακής αστυνομίας εξειδικεύτηκαν με το άρθρο 3 του Π.Δ. 53/2022 (ΦΕΚ Α’ 132), εκδοθέν δυνάμει της νομοθετικής εξουσιοδότησης του άρθρου 20 του Ν. 4777/2021, όπου ορίζεται ότι το προσωπικό της τελευταίας, στο πλαίσιο άσκησης των αστυνομικών του καθηκόντων εντός των χώρων των Α.Ε.Ι., είναι αρμόδιο ιδίως για: (α) την επικοινωνία και συνεργασία με τον πρύτανη ή αρμόδιο αντιπρύτανη για θέματα ασφάλειας και προστασίας του Α.Ε.Ι. και με τις συναφείς υπηρεσίες και τα διοικητικά όργανα του εκάστοτε ιδρύματος, καθώς και με λοιπούς, κατά περίπτωση, συναρμόδιους δημόσιους φορείς και υπηρεσίες, για ζητήματα που άπτονται της προστασίας των προσώπων και της ασφάλειας των εγκαταστάσεων του ιδρύματος, (β) την πρόληψη τέλεσης και την αντιμετώπιση κάθε αξιόποινης πράξης, ανεξαρτήτως βαρύτητας, που τελείται εντός του πανεπιστημιακού χώρου, (γ) τις απαιτούμενες ενέργειες, σε περίπτωση διάπραξης οποιασδήποτε αξιόποινης πράξης, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας και ιδίως για τη βεβαίωσή της, τη συλλογή των αποδείξεων και πειστηρίων, την αναζήτηση και σύλληψη του δράστη και την παράδοσή του στην αρμόδια δικαστική αρχή, (δ) τη διενέργεια πεζών και εποχούμενων περιπολιών, με σκοπό την άμεση επέμβαση στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων του, (ε) τη συστηματική διέλευση, μέσω πεζών και εποχούμενων περιπολιών, των κτιριακών εγκαταστάσεων και των λοιπών πανεπιστημιακών χώρων, με σκοπό τον εντοπισμό ύποπτων προσώπων ή αντικειμένων και την αποτροπή οιασδήποτε αξιόποινης πράξης σε βάρος προσώπων ή υποδομών, ορίζεται δε ρητά η συχνότητα, ο τρόπος και η διάρκεια των περιπολιών καθορίζονται με απόφαση του επικεφαλής κάθε ομάδας της πανεπιστημιακής αστυνομίας (δηλαδή του αρχαιότερου αστυνομικού), βάσει κριτηρίων όπως η φύση των χώρων αυτών, ο βαθμός επικινδυνότητας, οι διαθέσιμες πληροφορίες και οι «κρατούσες συνθήκες στην περιοχή», καθώς και (στ) τη διενέργεια προγραμματισμένων ή έκτακτων ελέγχων και ερευνών σε πρόσωπα, οχήματα, εγκαταστάσεις και λοιπούς πανεπιστημιακούς χώρους.
Όσον αφορά το προσωπικό, αυτό αποτελείται αφενός μεν από ήδη εν ενεργεία αστυνομικούς και αφετέρου από νέες θέσεις ειδικών φρουρών (1.030 νέες οργανικές θέσεις), που συστάθηκαν στο Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη ειδικά για τον σκοπό της συγκρότησης της πανεπιστημιακής αστυνομίας, κατά τα οριζόμενα στην παρ. 5 του άρθρου 18 του Ν. 4777/2021. Το εν λόγω προσωπικό διαφοροποιείται από το υπόλοιπο αστυνομικό προσωπικό της ΕΛ.ΑΣ. μόνον ως προς δύο σημεία: πρώτον, ως προς το γεγονός ότι οι αστυνομικοί και οι ειδικοί φρουροί που στελεχώνουν την πανεπιστημιακή αστυνομία δεν φέρουν πυροβόλο οπλισμό κατά την άσκηση του καθηκόντων τους (κατ’ άρθρο 18 παρ. 4 εδ. τελ. Ν. 4777/2021), και δεύτερον, ως προς το γεγονός ότι οι μεν προαναφερθέντες ειδικοί φρουροί λαμβάνουν, στο πλαίσιο της τρίμηνης βασικής εκπαιδευτικής διαδικασίας τους κατά την κατάταξή τους στην ΕΛ.ΑΣ., εξειδικευμένα μαθήματα από «τομείς της νομικής επιστήμης και της κοινωνικής και ηθικής αγωγής» (κατ’ άρθρο 13 παρ. 1 Π.Δ. 53/2022), αμφότεροι δε, δηλαδή τόσο οι αστυνομικοί όσο και οι ειδικοί φρουροί που στελεχώνουν την πανεπιστημιακή αστυνομία, μετεκπαιδεύονται σε θέματα που αφορούν τις ανωτέρω αρμοδιότητές του (κατ’ άρθρο 13 παρ. 2 Π.Δ. 53/2022).
B. Από ρύθμιση δια του οποίας «θάλπεται η συνταγματική τάξη» (ΣτΕ Ολομ. 2046, 2047/2022) στην εν τοις πράγμασι κατάργησή της
Το ζήτημα της συνταγματικότητας των ρυθμίσεων των άρθρων 18 έως 20 του Ν. 4777/2021, αναφορικά με τη σύσταση και λειτουργία της πανεπιστημιακής αστυνομίας, δηλαδή της συμβατότητας των διατάξεων αυτών με τις θεμελιώδεις αρχές της ακαδημαϊκής ελευθερίας (κατ’ άρθρο 16 παρ. 1 εδ. β’ Συντ.) και της πλήρους αυτοδιοίκησης των Α.Ε.Ι. (κατ’ άρθρο 16 παρ. 5 εδ. α’ Συντ.), κρίθηκε από την Ολομέλεια του ΣτΕ με τις υπ’ αριθ. 2046 και 2047/2022 αποφάσεις της, κατά τρόπο ευμενή προς τις συγκεκριμένες νομοθετικές διατάξεις.
Συγκεκριμένα, ως προς το αυτοδιοίκητο των Α.Ε.Ι., το Δικαστήριο προέβη σε μία λεπτή εννοιολογική διάκριση: αφενός, διακρίθηκε το πεδίο των διοικητικών αρμοδιοτήτων των πανεπιστημιακών οργάνων, στις οποίες περιλαμβάνεται η ευθύνη για τη διατήρηση της «κοινής ακαδημαϊκής ευταξίας, κοινής φύλαξης και ασφάλειας των πανεπιστημιακών χώρων και ελέγχου της πρόσβασης σε αυτούς», και αφετέρου, διαχωρίστηκε από τις προαναφερθείσες διοικητικές αρμοδιότητες η φύλαξη των πανεπιστημιακών χώρων και των προσώπων που δραστηριοποιούνται εντός αυτών, με σκοπό την αποτροπή ή καταστολή τέλεσης αξιόποινων πράξεων, η οποία υπάγεται, κατά το δικαστήριο, στο πεδίο της δημόσιας ασφάλειας και, συνεπώς, αποτελεί στοιχείο του λεγόμενου σκληρού πυρήνα της κρατικής εξουσίας, ανήκουσα στα όργανα της αστυνομικής αρχής, ήτοι της ΕΛ.ΑΣ.. Με βάση αυτή την οριακή διάκριση, το Δικαστήριο δέχθηκε ότι, εν προκειμένω, επιτρεπτά ανατέθηκε με τις επίμαχες διατάξεις του Ν. 4777/2021 η άσκηση των προαναφερθέντων αστυνομικών καθηκόντων εντός των χώρων των Α.Ε.Ι. σε ένα σώμα της ΕΛ.ΑΣ. όπως η πανεπιστημιακή αστυνομία, με τα χαρακτηριστικά που ήδη εκτέθηκαν.
Η εν λόγω συλλογιστική του ΣτΕ βασίζεται σε μία εξαιρετικά οριακή και μάλλον θολή διάκριση μεταξύ της «κοινής φύλαξης» των πανεπιστημιακών χώρων που φέρει διοικητικό χαρακτήρα που ασκείται από τα αρμόδια όργανα και τις υπηρεσίες των Α.Ε.Ι. και της φύλαξης των ιδίων χώρων με σκοπό την αποτροπή ή καταστολή τέλεσης αξιόποινων πράξεων που φέρει αστυνομικό χαρακτήρα και επιτρεπτά ανατίθεται στην πανεπιστημιακή αστυνομία. Εντούτοις, παρότι χρήζει οπωσδήποτε περαιτέρω διευκρίνισης προκειμένου να θεμελιωθεί κανονιστικά, η διάκριση αυτή δύναται κατ’ αρχήν να υποστηριχθεί σε θεωρητικό επίπεδο. Άλλωστε, το ζήτημα που ανακύπτει με τη συγκρότηση και τη λειτουργία της πανεπιστημιακής αστυνομίας δεν ανάγεται κυρίως στο εύρος ή τα όρια των απονεμηθεισών αρμοδιοτήτων της σε σχέση με τις συναφείς αρμοδιότητες των πανεπιστημιακών αρχών, αλλά εντοπίζεται πρωτίστως στο κατά πόσο η ίδια η νομοθετική πρόβλεψη ενός τέτοιου ειδικού σώματος της ΕΛ.ΑΣ., με τα χαρακτηριστικά που προεκτέθηκαν, είναι συμβατή με την αρχή της ακαδημαϊκής ελευθερίας.
Ως προς την ακαδημαϊκή ελευθερία, λοιπόν, το ΣτΕ υιοθέτησε μία απολύτως ταυτολογική θέση, υποστηρίζοντας ρητά ότι με τη θέσπιση της πανεπιστημιακής αστυνομίας «όχι μόνο δεν πλήττεται αλλά θάλπεται η συνταγματική τάξη», δηλαδή η αρχή της ακαδημαϊκής ελευθερίας, διότι οι επίμαχες διατάξεις του Ν. 4777/2021 δεν απονέμουν στην πανεπιστημιακή αστυνομία καμία αρμοδιότητα επέμβασης επί θεμάτων επιστήμης, έρευνας και διδασκαλίας στο πλαίσιο λειτουργίας των Α.Ε.Ι.. Με βάση αυτήν την επιφανειακή παραδοχή, η Ολομέλεια του ΣτΕ έκρινε με τις επίμαχες αποφάσεις της ότι, από τη στιγμή που δεν παρέχεται στην πανεπιστημιακή αστυνομία η προαναφερθείσα δυνατότητα, όχι μόνο δεν συντρέχει περίπτωση παραβίασης της αρχής της ακαδημαϊκής ελευθερίας, αλλά τουναντίον και μόνο η παρουσία του σώματος αυτού εντός των χώρων των Α.Ε.Ι. θωρακίζει έμμεσα την ακαδημαϊκή ελευθερία, με δεδομένο ότι το εν λόγω σώμα έχει ως αποστολή και αρμοδιότητα την πρόληψη και καταστολή των εγκλημάτων προς διαφύλαξη και ενίσχυση της ακαδημαϊκής ελευθερίας έναντι αξιόποινων πράξεων κατά της ζωής και σωματικής ακεραιότητας των μελών της ακαδημαϊκής κοινότητας. Με άλλα λόγια, το Δικαστήριο, δέχτηκε εμμέσως πλην σαφώς ότι οποιαδήποτε παρουσία της αστυνομικής αρχής είναι επί της ουσίας a priori συμβατή με την αρχή της ακαδημαϊκής ελευθερίας, με μόνη προϋπόθεση την απουσία επεμβάσεων εκ μέρους της τελευταίας επί θεμάτων επιστήμης, έρευνας και διδασκαλίας στο πλαίσιο λειτουργίας των Α.Ε.Ι..
Ωστόσο, η ως άνω θέση του Δικαστηρίου δεν συνιστά απλώς μία στενή ερμηνεία της αρχής της ακαδημαϊκής ελευθερίας αλλά έναν ανεπίτρεπτο περιορισμό του κανονιστικού περιεχόμενού της, καθόσον παραγνωρίζει ότι η ακαδημαϊκή ελευθερία δεν προϋποθέτει μόνον την στην απουσία άμεσων παρεμβάσεων επί της έρευνας ή της διδασκαλίας, αλλά προϋποθέτει ένα περιβάλλον πλήρως ανεμπόδιστης πνευματικής έκφρασης. Υπό το πρίσμα αυτό, η μόνιμη, καθημερινή, μαζική και ανεξαρτήτως της συνδρομής ειδικής περίπτωσης τέλεσης εγκληματικής πράξης, παρουσία ενός ειδικού σώματος της ΕΛ.ΑΣ. εντός των πανεπιστημιακών χώρων και, συγκεκριμένα, η παρουσία χιλίων (1.000) και πλέον αστυνομικών, κατανεμημένων κυρίως, κατά εκατοντάδες, στα πανεπιστήμια της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης με τα γνωστά, δυστυχώς, προβλήματα ασφαλείας, δημιουργεί εκ των πραγμάτων ένα απολύτως αστυνομοκρατούμενο ακαδημαϊκό περιβάλλον, δηλαδή έναν ακαδημαϊκό χώρο υπό στενή αστυνομική -και αρά κρατική- επιτήρηση και, κατά συνέπεια, θα συνιστούσε έναν απολύτως μη αναγκαίο και μη εύλογο περιορισμό της ακαδημαϊκής ελευθερίας.
Σήμερα, παρά την κατά ανωτέρω αναγωγή της σε θεσμό που «θάλπει τη συνταγματική τάξη» από την Ολομέλεια του ΣτΕ, η πανεπιστημιακή αστυνομία, όπως προβλέπεται από τις οικείες διατάξεις του Ν. 4777/2021, εξακολουθεί μεν να υφίσταται τυπικά, δεδομένου ότι οι σχετικές διατάξεις δεν έχουν εισέτι καταργηθεί, εντούτοις, σε επίπεδο αμιγώς επιχειρησιακό, η παρουσία της πανεπιστημιακής αστυνομίας σταδιακά περιορίστηκε, μετά την εμφάνισή της στα campus το φθινόπωρο του 2022, και σήμερα δεν υπάρχουν ενδείξεις για την παραμικρή ενεργή παρουσία των ομάδων της εντός των πανεπιστημιακών χώρων. Αντίθετα, οι 1.030 ειδικοί φρουροί που προσλήφθηκαν για τη στελέχωσή της κατά τα ανωτέρω, έχουν ήδη μετακινηθεί και ενταχθεί σε άλλες υπηρεσίες της ΕΛ.ΑΣ., στο σύνολό τους,.
V. Αντί επιλόγου: Μετά την «πανεπιστημιακή αστυνομία», τι;
Καταλήγοντας, η απάντηση στο ερώτημα που τέθηκε στην παρούσα μελέτη είναι η εξής: ούτε η συνταγματικά κατοχυρωμένη αρχή της ακαδημαϊκής ελευθερίας, ούτε το επίσης συνταγματικά κατοχυρωμένο πανεπιστημιακό αυτοδιοίκητο, νομιμοποιούν την καθιέρωση ενός ιδιαίτερου κανονιστικού πλαισίου αστυνόμευσης στους χώρους των Α.Ε.Ι., διαφορετικού από εκείνο που ισχύει στους λοιπούς δημόσιους χώρους. Τούτο δε ισχύει τόσο έναντι παρωχημένων αντιλήψεων περί «πανεπιστημιακού ασύλου», όσο και έναντι επιπόλαιων μέτρων επικοινωνιακού χαρακτήρα, όπως η θεσμοθέτηση της πανεπιστημιακής αστυνομίας.
Μακάρι, τελικά, να επικρατήσει άμεσα στη χώρα μας το αυτονόητο: Η ευθύνη για την ασφάλεια των Α.Ε.Ι. να ανήκει πρωτίστως στα ίδια τα ιδρύματα, τα οποία και οφείλουν να λαμβάνουν όλα τα απαραίτητα τεχνικά και οργανωτικά μέτρα για τη φύλαξη των χώρων των Α.Ε.Ι. και των προσώπων που κινούνται εντός αυτών, το δε κράτος, δηλαδή η αστυνομία, να επεμβαίνει αποτελεσματικά, τόσο κατασταλτικά σε περίπτωση τέλεσης οποιουδήποτε αδικήματος αλλά και προληπτικά σε περίπτωση σχετικού κινδύνου, χωρίς να απαιτείται η έγκριση, πρόσκληση ή άδεια οποιουδήποτε πανεπιστημιακού οργάνου, αλλά και χωρίς να κατοικοεδρεύει στα campus, με μία αδικαιολόγητα μαζική και δυσανάλογη παρουσία που αλλοιώνει τη φυσιογνωμία των Πανεπιστημίων, ως αυτοδιοικούμενων χώρων ακαδημαϊκής ελευθερίας.
Η ελευθερία και η απόλαυση των δικαιωμάτων προϋποθέτει την ασφάλεια των υποκειμένων τους και, ως εκ τούτου, πράγματι δεν δύναται να υπάρξει ακαδημαϊκή ελευθερία χωρίς ασφάλεια στους χώρους των Πανεπιστημίων. Αυτή, ωστόσο, η παραδοχή δεν πρέπει να λειτουργεί προσχηματικά, προκειμένου να δικαιολογεί a priori οποιαδήποτε κρατική παρέμβαση στους χώρους των Πανεπιστημίων με την επίκληση της ανάγκης προστασίας της δημόσιας ασφάλειας εντός των χώρων αυτών, δίχως να εξετάζεται, συγκεκριμένα, το κατά πόσο η εκάστοτε παρέμβαση επιφέρει δυσανάλογες εκπτώσεις στο δικαίωμα της ακαδημαϊκής ελευθερίας.
___________________
Εισήγηση στο Κοινό Μεταπτυχιακό Σεμινάριο Συνταγματικού Δικαίου των Νομικών Σχολών ΕΚΠΑ και ΑΠΘ που πραγματοποιήθηκε στις 13 Ιουνίου 2025 στο Καρπενήσι
[1] ΣτΕ 4741/2014 Ολομ. σκ. 11
[2] Κωνσταντίνος Χρυσόγονος, Ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα (5η έκδ.), Εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα – Θεσσαλονίκη 2023, σ. 506
[3] Δημήτρης Τσάτσος, «Το Σύνταγμα και η Ανώτατη Παιδεία (Δώδεκα επισημάνσεις για το νομικό και πολιτικό νόημα της σχετικής αντιδικίας)», Δίκαιο και Πολιτική, τευχ. 6/1983, σ. 6
[4] Σπυρίδων Βλαχόπουλος σε: Σύνταγμα, Ερμηνεία κατ’ άρθρο, Κέντρο Ευρωπαϊκού Συνταγματικού Δικαίου – Ίδρυμα Θεμιστοκλή και Δημήτρη Τσάτσου, Ηλεκτρονική έκδοση 2023, σ. 25
[5] Κωνσταντίνος Χρυσόγονος, Ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα, σ. 520-523
[6] ΣτΕ 652/2016 Ολομ. σκ. 12, 1268/2016 σκ. 10
[7] Για την έννοια της διοικητικής εποπτείας: Επαμεινώνδας Σπηλιωτόπουλος, Βασίλειος Κονδύλης, Εγχειρίδιο ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ, 16η έκδ., ΝΟΜΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ, Αθήνα 2023, σ. 350-351
[8] Η εποπτεία του Κράτους επί των Α.Ε.Ι. ασκείται, αρμοδίως, από τον Υπουργό Παιδείας και Θρησκευμάτων (κατ’ άρθρο 3 παρ. 2 εδ. α’ Ν. 4957/2022)
[9] ΣτΕ Ολ 982/2012 σκ. 15, 519/2015 σκ. 14, 2086/2022, σκ. 21
[10] Παναγιώτης Μαντζούφας, Η ακαδημαϊκή ελευθερία, Εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα – Θεσσαλονίκη 1997, σ. 235-236
[11] Γεώργιος Καραβοκύρης, Οι συνταγματικοί σκοποί. Το δημόσιο δίκαιο σε λειτουργική στροφή, Κέντρο Ευρωπαϊκού Συνταγματικού Δικαίου – Ίδρυμα Θεμιστοκλή και Δημήτρη Τσάτσου, Ηλεκτρονική έκδοση 2024, σ. 262-263
[12] Κυριακή – Θεοδώρα Φορτσάκη, Η άυλη δημόσια τάξη. Σκέψεις με αφορμή μια νέα διάσταση της δημόσιας τάξης στο γαλλικό δίκαιο, 18-10-2024, διαθέσιμο σε: https://nomarchia.gr/η-άυλη-δημόσια-τάξη-σκέψεις-με-αφορμή-μ/
[13] Ενδεικτικά: ΣτΕ Ολομ. 2194/2014, 16/2015, ΣτΕ 1879/2012, 701/2015
[14] Γεώργιος Καραβοκύρης, Οι συνταγματικοί σκοποί. Το δημόσιο δίκαιο σε λειτουργική στροφή, σ. 264-265
[15] Ευάγγελος Βενιζέλος, «Ο «νόμος – πλαίσιο» για τα ΑΕΙ: Ο κοινός νομοθέτης και το άρθρο 16 του Συντάγματος», Δίκαιο και Πολιτική, τευχ. 2/1982, σ. 169-177
[16] Η εν λόγω νομοθετική μεταβολή δεν πραγματοποιήθηκε εν κενώ, καθώς είχε προηγηθεί η έκδοση της υπ’ αριθ. 1/2003 Γνωμοδότησης του τότε Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου προς τον Γενικό Γραμματέα του τότε Υπουργείου Δημοσίας Τάξεως, κατά την οποία διατυπώθηκε η γνώμη ότι ο χώρος της φοιτητικής εστίας του Ε.Μ.Π. που περιλαμβάνεται στην περίφρακτη έκταση της πολυτεχνειούπολης δεν καλύπτεται από το πανεπιστημιακό άσυλο, αφού στον χώρο αυτό δεν πραγματοποιείται διδασκαλία ούτε επιστημονική αναζήτηση και έρευνα και για αυτό είναι επιτρεπτή η παρουσία αστυνομικών και αστυνομικών περιπόλων στον εν λόγω χώρο, για πρόληψη ή καταστολή αξιόποινων πράξεων γενικών, και ιδίως διακίνησης και χρήσης ναρκωτικών, χωρίς άδεια του αρμοδίου οργάνου του Α.Ε.Ι..
[17] πρβλ. Εγκύκλιο ΕισΑΠ 1/12-2-2012 προς τους Εισαγγελείς Εφετών της χώρας και δι’ αυτών στους Εισαγγελείς Πρωτοδικών της περιφέρειάς τους, διαθέσιμη στο: https://eisap.gr/εγκύκλιος-01-2012/




