Η επεκτατική μορφή της ισότητας – Μία «αμαρτωλή»[1] όψη της αρχής
Περιεχόμενα
Α. Τυπολογία της αρχής της ισότητας. 2
Β. Αναζήτηση της νομικής της φύσης. 3
Γ. Μεταχείριση της αρχής κατά τον δικαστικό έλεγχο.. 5
III. Το σχήμα της επεκτατικής μορφής της ισότητας. 8
Α. Ιστορικές καταβολές και αναθεωρητικές προτάσεις. 9
Β. Θεωρητική συστηματοποίηση των περιπτώσεων. 11
Α. Διασταύρωση των εξουσιών – Η επεκτατική ισότητα ως δικαιοπλαστική εξουσία του δικαστή.. 13
Β. Η αρχή της ισότητας εν τοις πράγμασι – Η επεκτατική μορφή της ως δημοσιονομική πρόκληση.. 14
I. Εισαγωγή
Η γενική αρχή της ισότητας συναντάται στο συνταγματικό κείμενο στο άρθρο 4 παρ. 1[2] και αποτελεί ακρογωνιαία λίθο του φιλελεύθερου συνταγματικού κράτους,[3] καθώς δεν νοείται δημοκρατικό πολίτευμα χωρίς να βασίζεται στην ισότητα των πολιτών.[4] Κατά συνέπεια, εντάσσεται και στις μη αναθεωρήσιμες διατάξεις του Συντάγματος.[5] Η ισότητα εμφανίζεται με διάφορες μορφές στην ως άνω διάταξη. Έτσι, στο ίδιο άρθρο κατοχυρώνεται η ισότητα των φύλων, η ισότητα στα δημόσια βάρη και η ισότητα στη στρατολογική υποχρέωση. Προστατεύεται επίσης και το δικαίωμα πρόσβασης στις δημόσιες υπηρεσίες αλλά και το δικαίωμα στην ιθαγένεια, ως άμεσο επακόλουθο της γενικής αρχής της ισότητας. Η παρούσα μελέτη εστιάζει το ενδιαφέρον σε μία ακόμα επιμέρους έκφανση της αρχής αυτής, τη λεγόμενη επεκτατική μορφή της. Συγκεκριμένα, αρχικά θα εξεταστεί η νομική φύση της ισότητας στην ελληνική έννομη τάξη, προκειμένου να δοθούν οι κρίσιμοι ορισμοί που θα συνοδεύσουν την παρουσίαση του σχήματος και της θεωρητικής κατασκευής της επεκτατικής ισότητας. Εν συνεχεία, ιδιαίτερο βάρος θα δοθεί στην προβληματική της παρέμβασης του δικαστή στο νομοθετικό έργο κατά την εφαρμογή της, η οποία θολώνει τα όρια ανάμεσα στην δικαιοδοτική και στην δικαιοπλαστική του αρμοδιότητα. Τελευταίο σταθμό της μελέτης αποτελεί η ανάλυση της δημοσιονομικής αποτύπωσης της επεκτατικής ισότητας, ζήτημα που απέκτησε σημαντικές διαστάσεις κατά την τελευταία δεκαετία λόγω των επιβαρυμένων οικονομικών συνθηκών της χώρας με σκοπό να εξετασθεί αν και κατά πόσο αυτές επηρέασαν εν τέλει την ανάδυση της στη νομική θεωρία και δικαστική πρακτική. Αφότου ολοκληρωθεί η ανάλυση των θεματικών, ακολουθούν ορισμένες σκέψεις και παρατηρήσεις.
II. Κανονιστικό περιεχόμενο της αρχής της ισότητας
Α. Τυπολογία της αρχής της ισότητας
Η προσέγγιση της εν λόγω προβληματικής χρήζει ορισμένων προκαταρκτικών επισημάνσεων. Κατ’ αρχάς, είναι κρίσιμο να διασαφηνιστεί πως το κανονιστικό περιεχόμενο της αρχής δεν περιορίζεται απλώς στην λεγόμενη ισότητα ενώπιον του νόμου, οριζόμενη ως ισότητα κατά την εφαρμογή αόριστης και αφηρημένης ρύθμισης[6] από τις διοικητικές και δικαστικές αρχές.[7] Αντιθέτως, η αρχή της ισότητας δεσμεύει και τον νομοθέτη.[8] [9] Μπορεί έτσι να χαρακτηριστεί ως ισότητα των πολιτών απέναντι στον νόμο και αντιστρόφως, ισότητα του νόμου απέναντι στους πολίτες.[10] Παρατηρείται, επομένως ένας αναδιπλασιασμός του κανονιστικού περιεχομένου της αρχής, ο οποίος αποσκοπεί στο να την καταστήσει δεκτική δικαστικού ελέγχου συνταγματικότητας.[11]
Μια ακόμα διάκριση που οφείλει να επισημανθεί είναι αυτή ανάμεσα στην λεγόμενη τυπική ή αριθμητική ισότητα και στην αναλογική ή ουσιαστική ισότητα. Η πρώτη εξ αυτών έλκει την καταγωγή της από τον κλάδο της φιλοσοφίας και συνδέεται άρρηκτα με τη δημοκρατική αρχή και τα πολιτικά δικαιώματα,[12] ως άμεση συνέπεια της αξίας του ανθρώπου.[13] Ως εκ τούτου προκύπτει μία ενιαία και όμοια για όλους ρύθμιση ανεξαρτήτως της κατάστασης υπό την οποία τελούν. Κλασικό παράδειγμα της τυπικής ισότητας που μπορεί να αναφερθεί είναι η ισότητα στην ψήφο.[14] Ωστόσο, η αρχή του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος αφορά στην πραγματικότητα το δεύτερο σκέλος της διάκρισης. Θεσπίζει δηλαδή επιταγή για την όμοια μεταχείριση των όμοιων και ανόμοια μεταχείριση των ανόμοιων,[15] ως νομική απάντηση στην υπάρχουσα πραγματική κοινωνική ανισότητα.[16] Εύστοχα λοιπόν έχει παρατηρηθεί πως η αρχή της ισότητας είναι αυτή που «προσανατολίζει την κοινωνία και την πολιτεία προς το κοινό συμφέρον».[17]
Β. Αναζήτηση της νομικής της φύσης
Βάσει των ανωτέρω, εύλογα εγείρεται το ερώτημα αν πρόκειται για μια διακηρυκτική απλώς διάταξη ή αν μπορεί να επιφέρει και έννομες συνέπειες. Παγίως η νομολογία αποκαλεί τη γενική αρχή της ισότητας «νομικό κανόνα» και το περιεχόμενο του καθορίζεται ως εξής: «η καθιερούμενη με το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της ισότητα αποτελεί νομικό κανόνα, ο οποίος επιβάλλει την ομοιόμορφη μεταχείριση προσώπων που τελούν υπό τις αυτές ή παρόμοιες συνθήκες και αποκλείει τόσο την έκδηλα άνιση μεταχείριση, είτε με τη μορφή της εισαγωγής χαριστικού μέτρου ή προνομίου μη συνδεομένου προς αξιολογικά κριτήρια είτε με την μορφή της επιβολής αδικαιολόγητης επιβάρυνσης, όσο και την αυθαίρετη εξομοίωση διαφορετικών καταστάσεων ή την ενιαία μεταχείριση προσώπων που τελούν υπό διαφορετικές συνθήκες με βάση όλως τυπικά ή συμπτωματικά ή άσχετα μεταξύ τους κριτήρια».[18] Επομένως, εκ πρώτης όψεως φαίνεται να δίδεται απάντηση στο ερώτημα. Η θεωρητική επεξεργασία όμως του ζητήματος είναι πολύ πλουσιότερη. Πρώτη άποψη που θα μπορούσε να υποστηριχθεί είναι πως η ισότητα αποτελεί αρχή που λειτουργεί ως αντικειμενικός κανόνας δικαίου που δεσμεύει τον νομοθέτη, τη διοίκηση και τον δικαστή κατά τη δράση τους «ανεξαρτήτως της νομικής θέσης και των αξιώσεων ή υποχρεώσεων των φυσικών ή νομικών προσώπων που εμπλέκονται».[19] Προβληματική εμφανίζεται η υιοθέτηση της άποψης αυτής, καθώς θα παραγνώριζε την δυνατότητα δικαστικής επιδίωξης αξιώσεων που μπορούν να προκύψουν από την παραβίαση της. Δεύτερη κατά σειρά θέση προς εξέταση είναι αυτή που χαρακτηρίζει την αρχή της ισότητας ως standard ή δικαιική σταθερά.[20] Τα standards μπορούν να οριστούν ως «τα κανονιστικά μεγέθη με βάση τα οποία, ενόψει συγκεκριμένης κάθε φορά αντιδικίας, εξειδικεύεται η απαίτηση για εναρμονισμένη εφαρμογή των γενικών αρχών του δικαίου και καθορίζεται το ερμηνευτικό πλαίσιο της επιχειρούμενης στάθμισης των συνταγματικών αξιών».[21] Επομένως, συνδέονται στενά με τις αόριστες νομικές έννοιες, αλλά εν προκειμένω η αρχή της ισότητας διαθέτει συγκεκριμένο κανονιστικό περιεχόμενο και ως εκ τούτου η θέση αυτή δε φαίνεται ιδιαίτερα πειστική. Τελευταία[22] άποψη που πρέπει να διερευνηθεί είναι εκείνη που αντιλαμβάνεται την ισότητα ως κλασικό ατομικό δικαίωμα.[23] Είναι εμφανές πως η ισότητα δεν εμπίπτει με σαφήνεια στην παραδοσιακή κατηγοριοποίηση των ατομικών δικαιωμάτων ως αξίωση αποχής από τη σφαίρα δράσης του πολίτη ή αξίωση θετικής δράσης του κράτους προς κάποια κατεύθυνση. Κατά συνέπεια, φαντάζει ιδιαίτερα δυσχερής η θεωρητική σύλληψη ενός αναπαλλοτρίωτου σκληρού πυρήνα, όπως επίσης και η αναγνώριση εννόμου συμφέροντος για την δικαστική ικανοποίηση αξίωσης, χαρακτηριστικά συνυφασμένα με τις λοιπές συνταγματικά κατοχυρωμένες ελευθερίες.[24] Ωστόσο, είναι αληθές πως συναντάται στην πράξη απευθείας άντληση δικαιώματος κατ’ επίκληση της αρχής της ισότητας, ιδίως σε περιπτώσεις που ζητείται η επεκτατική εφαρμογή κάποιας ήδη υπάρχουσας διάταξης. Συμπερασματικά, δογματικά ορθότερη φαίνεται η άποψη ότι η ισότητα αποτελεί μια ιδιάζουσα γενική αρχή του δικαίου, ικανή να παράξει δικαστικά επιδιώξιμες αξιώσεις, αν και η πραγματικότητα μάλλον υποδεικνύει πως πρόκειται για μια αντιλογία με περιορισμένο πρακτικό αντίκρισμα.
Γ. Μεταχείριση της αρχής κατά τον δικαστικό έλεγχο
1. Η έκταση του ελέγχου
Η αναζήτηση της νομικής φύσης της αρχής της ισότητας ανέδειξε πως κατέχει ιδιάζουσα θέση κατά τον δικανικό συλλογισμό του ελέγχου συνταγματικότητας. Ένα κρίσιμο πόρισμα της πάγιας νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας είναι πως ο δικαστικός έλεγχος της συνταγματικής αρχής της ισότητας οφείλει να είναι οριακός και κατ’ αρχήν εκφεύγουν της ελεγκτικής αρμοδιότητας του δικαστή τόσο οι επιλογές του νομοθέτη όσο και το ουσιαστικό περιεχόμενο των τιθέμενων νομικών κανόνων.[25] Επομένως, καθίσταται σαφές πως ο δικαστής καλείται απλώς να επιβεβαιώσει πως η νομοθετική ρύθμιση κείται εντός των ορίων που διαγράφονται από την εν λόγω συνταγματική αρχή. Άλλωστε, ο έλεγχος συνταγματικότητας συνίσταται σε έλεγχο αντίθεσης διάταξης προς το συνταγματικό κείμενο στο πλαίσιο μιας συγκεκριμένης διαφοράς[26] και όχι έλεγχο συμφωνίας.[27] Κατά συνέπεια, αντίθετη στην αρχή της ισότητας πρέπει να θεωρηθεί οποιαδήποτε ρύθμιση οδηγεί σε άνιση μεταχείριση. Ενδιαφέρουσα παρατήρηση που μπορεί να γίνει σε αυτό το σημείο είναι πως ο έλεγχος συνταγματικότητας μπορεί να είναι οριακός αλλά ταυτόχρονα να καταλήγει σε ιδιαιτέρως παρεμβατικά αποτελέσματα[28].
2. Η κατασκευή της «τριγωνικής σχέσης»
Μεθοδολογικά, κατά τον δικαστικό έλεγχο συγκεκριμένης ρύθμισης, αντικείμενο έρευνας του δικαστή αποτελεί μια τριγωνική σχέση,[29] δηλαδή κατά πόσο μια ομάδα ή ένα άτομο Α τελεί με μια δεύτερη ομάδα Β σε όμοια νομική κατάσταση ως προς ένα κριτήριο Γ. Πρώτο βήμα λοιπόν του δικαστή θα είναι να διαπιστώσει κατά πόσο αυτή η οντολογική προϋπόθεση πληρούται στην υπόθεση που έχει φτάσει ενώπιον του. Έτσι, στον δικανικό συλλογισμό αυτή η διαπίστωση πρέπει να εμφανίζεται με τη μορφή της κατηγοριοποίησης των δύο συγκρινόμενων ομάδων. Την κατασκευή των διακριτών προς σύγκριση ομάδων δεν απαιτείται να κάνει ο προσφεύγων διάδικος αλλά αντιθέτως αρκεί και να μπορεί να συναχθεί ερμηνευτικά από το δικόγραφο που καταθέτει.[30] Ωστόσο, δε φαίνεται η συγκεκριμένη διεργασία να προκαλεί ιδιαίτερες δυσκολίες κατά τον δικαστικό έλεγχο. Θεμελιώδες ερώτημα για να διαγνωσθεί η σχέση ισότητας ή ανισότητας ανάμεσα στις ομάδες αυτή αποτελεί το αν υπάρχει ρύθμιση ευνοϊκότερη για οποιαδήποτε εξ αυτών,[31] η απάντηση του οποίου τελεί σε άμεση συνάρτηση με το πρώτο στάδιο του δικαστικού ελέγχου. Ιδιαίτερο σημαντικό ρόλο επιτελεί και το κριτήριο σύγκρισης που θα επιλέξει να επιστρατεύσει ο δικαστής κατά την εξέταση της υπόθεσης. Ωστόσο είναι αναγκαίο να επισημανθεί πως το κριτήριο αυτό εμφανίζεται διαφορετικό αναλόγως με τα πραγματικά περιστατικά της κάθε υπόθεσης και ως εκ τούτου είναι αδύνατη μια θεωρητική συστηματοποίηση τους. Αυτό που αξίζει να τονιστεί είναι πως πρέπει να πρόκειται για ένα κριτήριο επαρκές, γενικό, αντικειμενικό και ορθολογικό[32] και να σχετίζεται πάντα με τον σκοπό που επιδιώκει η διάταξη όπως προκύπτει ερμηνευτικά ή από εξωτερικά στοιχεία σαν την αιτιολογική έκθεση του νόμου ή τις προπαρασκευάστικες του εργασίες. Επομένως με την θεμελίωση της τριγωνικής σχέσης και την επιλογή του κατάλληλου κριτηρίου ομοιότητας μια διάταξη ενδέχεται να εγείρει προβληματισμούς σε περίπτωση που δε ρυθμίζει με όμοιο τρόπο όμοιες περιπτώσεις ή ρυθμίζει με ανόμοιο τρόπο όμοιες περιπτώσεις.
3. Το επιτρεπτό των αποκλίσεων
Γίνεται αντιληπτό, επομένως πως μια διάταξη μπορεί εκ πρώτης όψεως να μοιάζει αντισυνταγματική. Περαιτέρω διερεύνηση απαιτείται προκειμένου να διασαφηνισθεί αν και ως ποιο σημείο μπορεί να γίνει ανεκτή μια απόκλιση από την αρχή αυτή. Σαφή όρια για το επιτρεπτό των αποκλίσεων μπορούν να προκύψουν απευθείας από το συνταγματικό κείμενο. Έτσι, η ειδική μεταχείριση και η θέσπιση μέτρων προστασίας απόρων, πολυτέκνων ή ορφανών, ούτως ή άλλως αποτελεί αντικείμενο ειδικής μέριμνας του Κράτους[33] και συνεπώς πρέπει να θεωρηθεί θεμιτή. Αντιστοίχως, βάσει του άρθρου 5 παρ. 2 του Συντάγματος απαγορεύονται οι διακρίσεις βάσει εθνικότητας, φυλής, γλώσσας και θρησκευτικών ή πολιτικών πεποιθήσεων. Ως εκ τούτου, οποιαδήποτε παρέμβαση του νομοθέτη προς την κατεύθυνση αυτή είναι εξ ορισμού μη επιτρεπτή. Συνηθέστερος λόγος απόκλισης από την αρχή της ισότητας συναντάται στην περίπτωση της επίκλησης λόγων γενικού συμφέροντος,[34] που λειτουργούν τρόπον τινά ανταγωνιστικά, καθώς επιβάλλουν την διαφορετική μεταχείριση. Κατ’ αρχήν, πρέπει προκαταρκτικά να τονιστεί πως το γενικό συμφέρον που εξυπηρετείται σε κάθε περίπτωση πρέπει να εντοπίζεται σε συγκεκριμένη συνταγματική διάταξη και δεν αρκεί απλώς η αόριστη επίκληση του[35] και ειδικότερα πρέπει να προκύπτει από το κείμενο ή έστω να συνάγεται ερμηνευτικά.[36] Έτσι, γίνεται αντιληπτό πως η απόκλιση από την αρχή της ισότητας για λόγους δημοσίου συμφέροντος εδράζεται στην υποκειμενική κρίση του τυπικού ή κανονιστικού νομοθέτη και όχι στις πραγματικές διαφορετικές καταστάσεις των ανθρώπων.[37] Κατά συνέπεια, η συνταγματικότητα ή μη της απόκλισης εξαρτάται από τη συνταγματικότητα των λόγων δημοσίου συμφέροντος,[38] οι οποίοι πρέπει να άπτονται άμεσα του του σκοπού και του αντικειμένου του υπό ρύθμιση θέματος. Η αρχή της ισότητας σε αυτό το πλαίσιο εμφανίζεται ως μέτρο ελέγχου του έργου του νομοθέτη[39] και κατά συνέπεια σχετίζεται με την αρχή της αναλογικότητας, καθώς θα αναπτύξουν το κανονιστικό περιεχόμενο τους μόνο όταν εξεταστούν από τον δικαστή επί τη βάσει κάποιας συγκεκριμένης σχέσης και πραγματικότητας. Η αναλογικότητα, κατά την κλασική θεώρηση της, θα υποδείξει κατά πόσον εντοπίζεται στη διάταξη η σχέση προσφορότητας, αναγκαιότητας και εν στενή εννοία αναλογικότητας και κατ’ επέκταση, επιτελεί τον ρόλο του μέτρου ελέγχου της νομοθετικής παρέμβασης. Τέλος, λόγοι απόκλισης μπορεί να προκύψουν από την εξέταση των πραγματικών στοιχείων της υπόθεσης όπως η σχέση της ρύθμισης με την έννοια της δικαιοσύνης, από την ίδια τη φύση του πράγματος,[40] υπό την προϋπόθεση πάντα πως πρόκειται για μια γενική και αφηρημένη διάταξη που κατοχυρώνει τον απρόσωπο χαρακτήρα της.
III. Το σχήμα της επεκτατικής μορφής της ισότητας
Έχοντας υπ’ όψιν την ανωτέρω ανάλυση, είναι σαφές πως εγείρεται το ζήτημα της αντιμετώπισης της διάγνωσης της αντισυνταγματικότητας κάποιας ρύθμισης όταν παραβιάζει την αρχή της ισότητας. Η απάντηση στο ερώτημα αυτό συνίσταται, κατά τη δικαστηριακή πρακτική, είτε στην επεκτατική εφαρμογή της ευνοϊκής ρύθμισης σε δεύτερη ομάδα ατόμων εφόσον τελεί υπό τις ίδιες συνθήκες, είτε στην κήρυξη της ως αντισυνταγματικής και τον παραμερισμό της ακόμα για την ομάδα που ευνοούσε. Αρχικά θα εξεταστεί η γενεαλογία της θεωρητικής αυτής κατασκευής σε συνδυασμό με την επεξεργασία της από τον αναθεωρητικό νομοθέτη και στη συνέχεια θα παρουσιαστούν με ευσύνοπτο τρόπο τα κυρίαρχα πρότυπα της περιπτωσιολογίας.
Α. Ιστορικές καταβολές και αναθεωρητικές προτάσεις
Η επεκτατική ισότητα αποτελεί μια νομολογιακή κατασκευή,[41] που έλκει την καταγωγή της από την αντιμετώπιση ζητημάτων της αρχής της ισότητας ενώπιον του Αρείου Πάγου. Ορθώς έχει επικριθεί ωστόσο από τους θεωρητικούς η στενή συνάφεια της με υποθέσεις που αφορούσαν την ένταξη των δικαστικών λειτουργών στο κανονιστικό πεδίο κάποιας ρύθμισης που περιλάμβανε παροχές με τη μορφή επιδομάτων κτλ.[42] Ήδη από το 1949[43] και το 1957,[44] εμφανίζονται στα επιστημονικά περιοδικά μελέτες που πραγματεύονται την εν λόγω προβληματική επ’ αφορμή τέτοιου είδους περιστατικών. Αντίστοιχη κατεύθυνση είχε και η αναθεώρηση του άρθρου 88 παρ. 2 του Συντάγματος το 2001 σχετικά με την δικαστική επέκταση ευνοϊκών ρυθμίσεων για αποδοχές ή συντάξεις προς όφελος των δικαστών.[45] Η συνθήκη αυτή σε συνδυασμό με τους προβληματισμούς σχετικά με τη σχέση του δικαστικού ελέγχου και του νομοθετικού έργου και έτι περαιτέρω με την επιδείνωση των δημοσιονομικών της χώρας, επέτρεψε να αποκαλυφθεί ένα κύμα αμφισβήτησης της επεκτατικής ισότητας. Άλλωστε, δεν είναι τυχαίο πως επί μακρόν το Συμβούλιο της Επικρατείας, που κατέλαβε κυρίαρχη θέση στην παραγωγή συνταγματικής νομολογίας στην ελληνική έννομη τάξη, αρνούνταν να εγκολπώσει την κατασκευή αυτή στις αποφάσεις του.[46]
Επομένως, το 2001 κατά τη διαδικασία αναθεώρησης[47] του Συντάγματος, ο εισηγητής της πλειοψηφίας Ευάγγελος Βενιζέλος, προτείνοντας την αλλαγή του άρθρου 80 παρ. 1 του Συντάγματος, υποστήριξε τα εξής,: «Η νέα διατύπωση προβλέπει ότι πέρα από την υποχρέωση εγγραφής των μισθών, των εν γένει αποδοχών, των συντάξεων και των χορηγιών, η εγγραφή στον προϋπολογισμό είναι υποχρεωτική και προκειμένου να γίνει επεκτατική εφαρμογή μισθολογικών ή άλλων συναφών διατάξεων σε πρόσωπα ή κατηγορίες προσώπων που δεν προβλέπονται ρητά στη σχετική διάταξη και άρα, δεν προβλέπονται στη σχετική εγγραφή στον προϋπολογισμό».[48] Η πρόταση ματαίωσης επεκτατικής εφαρμογής της ισότητας από τα δικαστήρια καταψηφίστηκε από την Ολομέλεια της Βουλής με 158 ψήφους έναντι των απαιτούμενων 180. Έχει υποστηριχθεί λοιπόν πως η καταψήφιση ισοδυναμεί με πλάγια παραδοχή του αναθεωρητικού νομοθέτη περί του επιτρεπτού της.[49]
Παρόμοιου περιεχομένου προτάσεις έχουν κατατεθεί στον επιστημονικό διάλογο. Έτσι, σε σχέδιο συντάγματος προτάθηκε η προσθήκη διάταξης στο άρθρο περί ισότητας με το εξής περιεχόμενο: «Ρυθμίσεις που ισχύουν για συγκεκριμένη κατηγορία ατόμων ουδέποτε επεκτείνονται με δικαστική απόφαση σε άλλες κατηγορίες».[50] Η πρόταση αυτή συνοδεύεται από σχολιασμό, κατά τον οποίο η διάταξη «επιδιώκει να θέσει τέρμα στη δημοσιονομικά καταστροφική εφαρμογή της επεκτατικής ισότητας, ιδίως από τα δικαστήρια», απηχώντας την επικρατούσα αντίληψη της επεκτατικής ισότητας σε καιρούς δημοσιονομικού εκτροχιασμού. Τέλος, αξίζει να γίνει αναφορά και σε μία φαινομενικά εύλογη πρόταση, σύμφωνα με την οποία προτείνεται η οριοθέτηση της επεκτατικής ισότητας με διαδικαστικούς κανόνες που θα εγγυώνται αφενός την έννομη προστασία του πολίτη και αφετέρου τη μη ανατροπή των προβλέψεων του κρατικού προϋπολογισμού.[51] Ενδεχομένως όμως η ρύθμιση του φαινομένου εντός του συνταγματικού κειμένου να δημιουργούσε περισσότερα προβλήματα από όσα θα έλυνε.
Β. Θεωρητική συστηματοποίηση των περιπτώσεων
Πρώτη κλασική περίπτωση όπου τίθεται ζήτημα επεκτατικής εφαρμογής είναι όταν θεσπίζεται μια εξαιρετική ευμενής διάταξη νόμου υπέρ μιας ομάδας ατόμων.[52] Εν προκειμένω, ο δικαστής που θα προβεί στον έλεγχο συνταγματικότητας και θα διαπιστώσει την παράβαση της αρχής της ισότητας διαθέτει δύο επιλογές. Η πρώτη εξ αυτών είναι να παραμερίσει τη διάταξη ως αντισυνταγματική και να στερήσει την ευνοϊκή ρύθμιση από την ομάδα υπέρ της οποίας εισήχθη. Η δεύτερη είναι να επεκτείνει την εφαρμογή της ρύθμισης υπέρ της δεύτερης ομάδας που αδικαιολογήτως εξαιρέθηκε. Αμφότερες οι λύσεις αυτές εμφανίζουν προβλήματα. Αφενός, η εξαφάνιση της ρύθμισης δεν ικανοποιεί το δίκαιο αίτημα της δεύτερης ομάδας να συμπεριληφθεί στο κανονιστικό της περιεχόμενο. Επίσης θα προκαλούσε και σοβαρά προβλήματα απαγορευμένης αναδρομικότητας λόγω των ήδη γεννημένων αξιώσεων των πρώτων προς παροχή. Ακολούθως, η δεύτερη λύση φαίνεται να προσκρούει στον παραδοσιακό ερμηνευτικό κανόνα πως «μια εξαιρετική ρύθμιση πρέπει να ερμηνεύεται στενά»[53] και ως εκ τούτου δεν επιδέχεται κατ’ αρχήν επεκτατικής εφαρμογής.[54] Επίσης, εγείρονται και προβληματισμοί για την διόγκωση της δικαστικής εξουσίας σε βάρος της νομοθετικής. Ωστόσο, η απαγόρευση της διευρυμένης ή αναλογικής ρύθμισης δεν είναι απόλυτη και πρέπει πάντα να εξετάζεται σε συνάρτηση με τον σκοπό του νομοθέτη. Έτσι, μόνο εφόσον ο νομοθέτης ηθελημένα δεν ενέταξε τη δεύτερη ομάδα στην ευνοϊκή ρύθμιση, οφείλει να απέχει ο δικαστής από την επεκτατική εφαρμογή της.
Δεύτερη, και απλούστερη ως προς την αντιμετώπιση της, περίπτωση είναι εκείνη κατά την οποία θεσπίζεται μια γενική ρύθμιση από την εξαιρείται μία ομάδα ατόμων αδικαιολογήτως. Στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν παρουσιάζονται ιδιαίτερες δυσκολίες καθώς ανακύπτει ζήτημα αντισυνταγματικότητας αποκλειστικά ως προς το σκέλος της εξαίρεσης συγκεκριμένης ομάδας και όχι κατά ακριβολογία ζήτημα επέκτασης της ρύθμισης. Κατά συνέπεια, ο δικαστής μπορεί να διαπιστώσει την αντισυνταγματικότητα της και να άρει τα αποτελέσματα της που παραβιάζουν την αρχή της ισότητας. Η δυσκολία της συγκεκριμένης κατηγορίας έγκειται στην αναγνώριση σχέσης γενικού ευνοϊκού κανόνα και δυσμενούς εξαιρετικού κανόνα,[55] μια διάκριση που τελεί υπό την προϋπόθεση πως υπάρχει σχέση ομοιότητας ανάμεσα στις δυο προς σύγκριση ομάδες. Μία επιπλέον περίπτωση που μπορεί να διακριθεί από τις υπόλοιπες είναι όταν θεσπίζεται μια νέα διάταξη που εισάγει εξαιρέσεις που δεν υπήρχαν στην προκάτοχο της.[56] Στην περίπτωση αυτή ο δικαστής μπορεί να κηρύξει αντισυνταγματική την νέα διάταξη εφόσον παραβιάζει την αρχή της ισότητας και δεν δικαιολογείται η απόκλιση της από αυτήν και κατά συνέπεια να αναβιώσει η παλαιότερη ρύθμιση.
Το κρισιμότερο στοιχείο που πρέπει να λάβει υπόψιν του ο δικαστής κατά τη διαμόρφωση του συλλογισμού του, ωστόσο, είναι η νομοτεχνική κατάστρωση και συστηματική ερμηνεία της υπό κρίση διάταξης.[57] Κατά την πάγια νομολογία του ΣτΕ, εάν το δικαστήριο διαπιστώσει παράβαση της αρχής της ισότητας οφείλει να προβεί στην άρση της διαπιστωθείσας αντισυνταγματικότητας και ειδικότερα εάν το δικαστήριο διαπιστώσει παράβαση λόγω του ότι ο νομοθέτης ή η κανονιστικώς δρώσα Διοίκηση προέβη σε ειδική ρύθμιση από την οποία αποκλείσθηκαν πρόσωπα που τελούν υπό τις ίδιες ή παρόμοιες συνθήκες απαιτείται να προβεί το Δικαστήριο στην επέκταση της εφαρμογής της ειδικής ρύθμισης με νομική βάση τη παρ. 1 του άρθρου 4 του Συντάγματος.[58] Η θέση αυτή του δικαστηρίου προσφέρει τη βασική λύση στις ανωτέρω θεωρητικές αναζητήσεις.
IV. Προβληματισμοί σχετικά με την επεκτατική ισότητα
Α. Διασταύρωση των εξουσιών – Η επεκτατική ισότητα ως δικαιοπλαστική εξουσία του δικαστή
Διαφαίνεται με ιδιαίτερα γλαφυρό τρόπο πως ένα από τα μείζονα ζητήματα της εν λόγω προβληματικής είναι η λεπτή ισορροπία ανάμεσα στον τεχνοκρατικά νομιμοποιημένο δικαστή ο οποίος εφαρμόζει επεκτατικά μια ρύθμιση και τον δημοκρατικά νομιμοποιημένο νομοθέτη.[59] Προφανής διαχωριστική γραμμή των αρμοδιοτήτων τους είναι η αρχή της διάκρισης των λειτουργιών, καθώς εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του νομοθέτη η άσκηση της νομοθετικής εξουσίας και στην κυβέρνηση η χάραξη της γενικής πολιτικής.[60] Η υποκατάσταση τους από τον δικαστή σε καμία περίπτωση δε μπορεί να γίνει ανεκτή.[61] Ασφαλώς βέβαια, δε λησμονείται πως το γενικό συμφέρον αποτελεί στοιχείο ερμηνείας του νόμου και αποτελεί άμεσο αποτέλεσμα του χαρακτήρα του δικαστικού ελέγχου του συντάγματος κατά το ελληνικό σύστημα[62] και ως τέτοιο μπορεί να δικαιολογήσει τον έντονο έλεγχο του περιεχομένου της νομοθετικής ρύθμισης και κατά συνέπεια την επεκτατική εφαρμογή της. Αναδύεται κατ’ αυτόν τον τρόπο ένα αδιέξοδο. Αφενός η φαινομενικά απλούστερη άποψη ότι δεν είναι θεσμικά επιτρεπτή τέτοια δράση του δικαστή οδηγεί σε σημαντική αποδυνάμωση του δικαιώματος δικαστικής προστασίας των αποκλεισθέντων από την επίμαχη ρύθμιση, καθώς το δικαστήριο θα περιοριζόταν σε μία απλή διαπίστωση πως έχει παραβιαστεί η αρχή της ισότητας χωρίς να διαθέτει τα απαραίτητα εργαλεία για την ουσιαστική πραγμάτωση της. Αφετέρου απολύτως εύλογη είναι και η θέση πως πρόκειται για παραβίαση της διάκρισης των λειτουργιών με την νομολογία να αντιπαρέρχεται αυτό το εμπόδιο θεμελιώνοντας την σχετική νομιμοποίηση της στον ρόλο της ως θεσμικού αντιβάρου. Είναι σημαντικό να επισημανθεί πως μια τέτοια τάση θα μπορούσε να οδηγήσει στη διαμόρφωση ενός «δικαστικού συντάγματος»[63] και αναθέτοντας στον δικαστή το έργο της επιδιόρθωσης της νομοθετικής αδικίας[64] είναι σαφές πως νομοτελειακά θα κλονιστούν οι θεσμικές ισορροπίες. Ανακύπτει το ερώτημα λοιπόν αν μπορεί να γίνει δεκτή από τη σκοπιά της αρχιτεκτονικής του Συντάγματος η απόδοση τέτοιων αρμοδιοτήτων στον δικαστή. Ορθότερη φαίνεται η άποψη που συνηγορεί υπέρ της δυνατότητας του δικαστή να επεμβαίνει σε τέτοια κλίμακα στο πεδίο δραστηριοτήτων του νομοθέτη, καθώς υπερέχει κατά την άποψη του γράφοντος η ανάγκη προστασίας των προσφευγόντων στη Δικαιοσύνη. Μόνο έτσι μπορεί να επιτευχθεί η λεγόμενη πραγματική ισότητα και να μην μείνει το αρ. 4 παρ. 1 κενό περιεχομένου.
Β. Η αρχή της ισότητας εν τοις πράγμασι – Η επεκτατική μορφή της ως δημοσιονομική πρόκληση
Συμπληρωματικά, και σε πιο πρακτικό επίπεδο, εμπόδιο στην επεκτατική ισότητα αποτελούν και οι δημοσιονομικές διατάξεις του Συντάγματος,[65] ήτοι τα άρθρα 78 επ. και ειδικότερα το άρθρο 80 παρ. 1 που ορίζει πως «Mισθός, σύνταξη, χορηγία ή αμοιβή ούτε εγγράφεται στον προϋπολογισμό του Kράτους ούτε παρέχεται χωρίς οργανικό ή άλλο ειδικό νόμο». Προκύπτει έτσι το ερώτημα του πως μπορεί να επιβαρύνει τον κρατικό προϋπολογισμό ο δικαστής απονέμοντας ένα επίδομα με την επεκτατική εφαρμογή διάταξης σε ομάδα που δεν προβλεπόταν στη νομοθετική ρύθμιση. Το επιχείρημα αυτό αντιπαρήλθε η νομολογία υποστηρίζοντας πως υπάρχει νόμος κατά την επιταγή του άρθρου 80 παρ. 1 και είναι ο νόμος που προβλέπει την παροχή.[66] Το πρόβλημα αυτό παρουσιάστηκε αρκετά εντονότερα κατά την περίοδο των μνημονίων, καθώς επηρεάστηκε σημαντικά η δυνατότητα του δικαστή να επιβαρύνει τον κρατικό προϋπολογισμό,[67] επισύροντας στην επεκτατική ισότητα και τον χαρακτηρισμό της ως αμαρτωλή[68]. Κατ’ ουσίαν η οικονομική κρίση εγκαινίασε μία νέα εποχή για την αντιμετώπιση της επεκτατικής ισότητας.[69] Κατά τη νομολογία της περιόδου αυτής ο δικαστής επέδειξε ιδιαίτερο αυτοπεριορισμό με διάφορες μεθόδους. Άλλοτε κρίνοντας για παράδειγμα πως η επίδικη ρύθμιση ήταν παράνομη[70] και επομένως δεν νοείται ισότητα στην παρανομία[71] και άλλοτε κρίνοντας ρυθμίσεις ως εξαιρετικές με αποτέλεσμα να απέχει από την διασταλτική και επεκτατική ερμηνεία τους. Ακόμη, δύσκολα θα ευσταθούσε η επίκληση λόγου γενικού συμφέροντος, καθώς κάτι τέτοιο θα προϋπέθετε πως τα κριτήρια εξαίρεσης τελούν σε άμεση συνάφεια με επιδιωκόμενο συμφέρον διάφορο του απλού ταμειακού συμφέροντος του Δημοσίου. Συνεπώς, το Δικαστήριο διαχειρίστηκε με μεγάλη προσοχή την επίκληση δημοσιονομικών επιχειρημάτων. Εντυπωσιακό είναι βέβαια το γεγονός ότι τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια είχαν δεχθεί σε πολλές περιπτώσεις την επεκτατική εφαρμογή ρυθμίσεων.[72] Αυτό που είναι όμως σημαντικό να παρατηρηθεί είναι πως η νομολογία ακολούθησε μια συνεπειοκρατική προσέγγιση σε ένα κατ’ εξοχήν δεοντοκρατικό ζήτημα. Κι αυτό γιατί η διάγνωση της σχέσης ισότητας ανάγεται σε προγενέστερο στάδιο από την επεκτατική εφαρμογή της ρύθμισης. Κατά συνέπεια η μη επέκταση της λόγω των επιβαρυμένων δημοσιονομικών δεν συνάδει με την ορθή μεταχείριση δύο ομάδων που τελούν υπό ίδιες συνθήκες. Πάντως, μπορεί να εξαχθεί με ασφάλεια το συμπέρασμα πως η δημοσιονομική επιβάρυνση συντέλεσε καταλυτικό ρόλο στις κρίσεις του ΣτΕ.
Συμπεράσματα
Από την ανάλυση που προηγήθηκε κατέστη σαφές πως η αρχή της ισότητας αποτελεί μια κομβική έννοια για το ίδιο το δημοκρατικό πολίτευμα και την συνταγματική έννομη τάξη. Άλλωστε, όπως εύστοχα έχει παρατηρηθεί η ισότητα και κατ’ επέκταση η δικαιοσύνη αποτελεί το κατ’ εξοχήν κοινωνικό αγαθό.[73] Έτσι, στο πλαίσιο αυτό η αρχή της ισότητας και η επεκτατική εφαρμογή της μπορεί να επιτελέσει κρίσιμο ρόλο στην καταπολέμηση των πραγματικών κοινωνικών ανισοτήτων ως στόχος που μπορεί να επιτευχθεί με την ανακατανομή των κοινωνικών αγαθών.[74] Επιπροσθέτως, αξίζει να παρατηρηθούν οι ιδιαιτερότητες και η πλαστικότητα του δικαστικού ελέγχου της αρχής της ισότητας. Ακόμη, αναδείχθηκε επίσης από την παρούσα μελέτη πως το κανονιστικό περιεχόμενο των συνταγματικών διατάξεων φάνηκε ιδιαίτερα ευάλωτο σε καταστάσεις εξαιρετικών συνθηκών, όπως είναι η δημοσιονομική κρίση. Τέλος, καθίσταται σαφές πόσο καθοριστικός είναι ο εγγυητικός ρόλος του δικαστή για την αρχή της ισότητας αλλά και πόσο ιδιαίτερη είναι η θέση του στη διαδικασία πραγμάτωσης της.
___________________
Εισήγηση στο Κοινό Μεταπτυχιακό Σεμινάριο Συνταγματικού Δικαίου των Νομικών Σχολών ΕΚΠΑ και ΑΠΘ που πραγματοποιήθηκε στις 13 Ιουνίου 2025 στο Καρπενήσι
[1] Παναγιώτης Πικραμμένος, «Δημόσιο δίκαιο σε έκτακτες συνθήκες από την οπτική της ακυρωτικής διοικητικής διαδικασίας», ΘΠΔΔ 2012, σ. 98
[2] Ο Στέργιος Κοφίνης, αναδεικνύοντας την γενεαλογία της διάταξης, επισημαίνει πως έχει διατηρήσει το νοηματικό της περιεχόμενο ήδη από το Σύνταγμα της Επιδαύρου (1822) σε «Άρθρο 4» σε Ευάγγελος Βενιζέλος (επιμ.), Το Ελληνικό Σύνταγμα – Κατ’ άρθρο ερμηνεία τόμος Ι, εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα – Θεσσαλονίκη 2025, σ. 306. Ομοίως και ο Νίκος Ρώτης, σε «Το πρόβλημα της ισότητας στη δόμηση του Ελληνικού Δημοσίου Δικαίου», ΤοΣ 1983, σ. 608 που εξετάζει την καταγωγή της συνταγματικής κατοχύρωσης της αρχής σε συγκριτική σχέση με την γαλλική έννομη τάξη.
[3] Γιώργος Γεραπετρίτης, Ισότητα και θετικά μέτρα, εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα – Κομοτηνή 2007, σ. 19, ο οποίος την χαρακτηρίζει ως το «μέσο για την αποτελεσματική απόλαυση των θεμελιωδών δικαιωμάτων».
[4] Θεοδώρα Αντωνίου, Η ισότητα εντός και δια του νόμου: μια συμβολή στην ερμηνεία του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος του 1975, εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα – Κομοτηνή 1998, σ. 5 και Αντώνης Μανιτάκης, «Η συνταγματική αρχή της ισότητας και η έννοια του δημοσίου συμφέροντος», ΤοΣ 1978, σ. 435
[5] Ηλίας Κουβαράς, «Άρθρο 4» σε Σπυρίδων Βλαχόπουλος, Ξενοφών Κοντιάδης και Γιάννης Τασόπουλος (επιμ.), SyntagmaWatch – Ερμηνεία κατ’ άρθρο, σ. 66, διαθέσιμο σε: https://www.syntagmawatch.gr/my-constitution/arthro-4/
[6] Στέργιος Κοφίνης Σ., Ισότητα και απαγόρευση διακρίσεων, εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα – Θεσσαλονίκη 2016, σ. 28 – 29 και σ. 34, ο οποίος επισημαίνει πως εξέχοντα ρόλο πρέπει να διαδραματίζουν οι ειδικές κοινωνικές συνθήκες που επικρατούν κατά τη διαμόρφωση της νομοθετικής βούλησης. Ομοίως και ο Ι.Δ. Αναστόπουλος σε «Αρχή της ισότητας και κρατικός οικονομικός παρεμβατισμός σε Σύμμεικτα προς τιμήν Φαίδωνος Θ. Βεγλερή, εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα – Κομοτηνή 1988, σ. 321
[7] Κώστας Χρυσόγονος και Σπυρίδων Βλαχόπουλος, Ατομικά και Κοινωνικά Δικαιώματα 4η εκδ., εκδόσεις Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα 2017, σ. 157 και Αριστόβουλος Μάνεσης, «Η συνταγματική αρχή της ισότητας και η εφαρμογή της υπό των δικαστηρίων» σε Συνταγματική Θεωρία και Πράξη Ι, εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα – Θεσσαλονίκη 1980, σ. 318
[8] Στο παρελθόν η ισότητα θεωρούνταν ως απλή υπόδειξη προς τον νομοθέτη. Βλ. Φαίδων Βεγλερής, «Το πρόβλημα της παραβάσεως της ισότητος εκ παραλείψεως του νομοθέτου», σε Παρατηρήσεις επί της νομολογίας περί το δημόσιον δίκαιον, ανώνυμες εκδόσεις, 1955, σ. 117 – 118
[9] Η αρχή της ισότητας δεσμεύει τόσο τον τυπικό όσο και τον κανονιστικό νομοθέτη.
[10] Αριστόβουλος Μάνεσης, «Η συνταγματική αρχή της ισότητας και η εφαρμογή της…», σ. 318 και Αντώνης Μανιτάκης Α, «Η συνταγματική αρχή της ισότητας και η έννοια…», σ. 440
[11] Στέργιος Κοφίνης Σ., Ισότητα και απαγόρευση διακρίσεων ,σελ. 33
[12] Θεοδώρα Αντωνίου, Η ισότητα εντός και δια του νόμου, σ. 29 και Κώστας Χρυσόγονος, Ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα, σ. 157
[13] Γιώργος Γεραπετρίτης, Ισότητα και θετικά μέτρα, σ. 21
[14] Δεν νοείται π.χ. πολλαπλή ψήφος βάσει της περιουσίας ή της μόρφωσης του ατόμου.
[15] Αριστόβουλος Μάνεσης, «Η συνταγματική αρχή της ισότητας και η εφαρμογή της…», σ. 320
[16] Θεοδώρα Αντωνίου, Η ισότητα εντός και δια του νόμου, σ. 33
[17] Νίκος Ρώτης, «Το πρόβλημα της ισότητας στη δόμηση του Ελληνικού Δημοσίου Δικαίου», ΤοΣ 1983, σ. 617
[18] Ενδεικτικά, ΑΕΔ 8/2019, ΣτΕ 986/2014, ΣτΕ 149/2024, ΣτΕ 1083/2024, ΣτΕ 703/2024, ΣτΕ 543/2023.
[19] Στέργιος Κοφίνης, Ισότητα και απαγόρευση διακρίσεων, σ. 14. Ομοίως και Θεοδώρα Αντωνίου, Η ισότητα εντός και δια του νόμου, σ. 9
[20] Οι δικαιικές σταθερές αποτελούν τεχνική του δικαστικού ελέγχου συνταγματικότητας κατά τον Στέργιο Κοφίνη, Ισότητα και απαγόρευση διακρίσεων, σ. 16
[21] Κώστας Στρατηλάτης, «H συγκεκριμένη στάθμιση των συνταγματικών αξιών κατά τη δικαστική ερμηνεία του Συντάγματος», ΤοΣ 2001, σ. 526
[22] Η επιλογή των ως άνω συνοψίζει τις κυρίαρχες στον επιστημονικό διάλογο απόψεις. Υπάρχει βέβαια και η θέση που υποστηρίζει πως η ισότητα αποτελεί τόσο αρχή όσο και δικαίωμα βλ. Ηλίας Κουβαράς, «Άρθρο 4», σ. 21 – 22
[23] Θεοδώρα Αντωνίου, Η ισότητα εντός και δια του νόμου, σ. 9 η οποία υποστηρίζει πως η ισότητα μεταβάλλεται σε ατομικό υποκειμενικό δικαίωμα «όταν κρίνεται αναγκαία η εφαρμογή του για την προστασία ατομικών δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται από άλλους κανόνες δικαίου» και Ανδρομάχη Μαρκαντωνάτου – Σκαλτσά, Γενικές αρχές στη νομολογία του ΣτΕ και του ΔΕΚ, εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα – Θεσσαλονίκη 2007, σ. 124
[24] Στέργιος Κοφίνης, Ισότητα και απαγόρευση διακρίσεων, σ. 20
[25] Ενδεικτικά, ΣτΕ 223/2025, ΣτΕ 3281/2017, ΣτΕ 2266/2013, ΣτΕ 3693/2015, όπου αναφέρεται πως «Ο δικαστικός έλεγχος τήρησης της αρχής της ισότητας, που είναι έλεγχος ορίων και όχι των κατ’ αρχήν επιλογών του νομοθέτη ή της ουσιαστικής ορθότητας των τιθέμενων νομικών κανόνων, περιορίζεται ειδικότερα στην έκδηλη υπέρβαση των ορίων που διαγράφονται από την εν λόγω συνταγματική αρχή. Κατά τον έλεγχο δε αυτόν αναγνωρίζεται στον κοινό νομοθέτη ή την κατ’ εξουσιοδότηση θεσμοθετούσα Διοίκηση η ευχέρεια να ρυθμίσει με ενιαίο ή με διαφορετικό τρόπο τις ποικίλες προσωπικές ή πραγματικές καταστάσεις και σχέσεις, λαμβάνοντας υπόψη τις υφιστάμενες κοινωνικές, οικονομικές, επαγγελματικές ή άλλες συνθήκες, που συνδέονται με καθεμία από τις καταστάσεις ή σχέσεις αυτές, με βάση γενικά και αντικειμενικά κριτήρια, που βρίσκονται σε συνάφεια προς το αντικείμενο της ρύθμισης.»
[26] Βασίλειος Σκουρής, Η συνταγματική αρχή της ισότητας, η τήρηση της από τον νομοθέτη και ο έλεγχος της από τον δικαστή, εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα – Κομοτηνή 1982, σ. 188
[27] Ευάγγελος Βενιζέλος και Βασίλειος Σκουρής, Ο δικαστικός έλεγχος της συνταγματικότητας των νόμων, εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα – Κομοτηνή 1985, σ. 96.
[28]Βλ. Ακρίτας Καϊδατζής, «Το ελληνικό σύστημα δικαστικού ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων: μια επανεκτίμηση», nomarchia.gr, ο οποίος αναφέρει πως «Ο δικαστικός έλεγχος αντισυνταγματικότητας του νόμου νοείται ως έλεγχος του περιεχομένου του νόμου… Η μορφή αυτή ελέγχου τυποποιείται ρητά στο άρθρο 93 παρ. 4 του Συντάγματος, που επιβάλλει στα δικαστήρια την υποχρέωση να μην εφαρμόζουν νόμο «το περιεχόμενο» του οποίου είναι αντίθετο προς το Σύνταγμα», διαθέσιμο σε: https://nomarchia.gr/%CF%84%CE%BF-%CE%B5%CE%BB%CE%BB%CE%B7%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CF%8C-%CF%83%CF%8D%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BC%CE%B1-%CE%B4%CE%B9%CE%BA%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CF%8D-%CE%B5%CE%BB%CE%AD%CE%B3%CF%87/
[29] Βλ. Στέργιος Κοφίνης, Ισότητα και απαγόρευση διακρίσεων, σ. 80 επ.
[30]Με την άποψη αυτή συντάσσεται και ο Βασίλειος Σκουρής σε «Η δικαστική επανόρθωση της νομοθετικής αδικίας», σε Σύμμεικτα προς τιμήν Φαίδωνος Θ. Βεγλερή, εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα – Κομοτηνή, 1988, σ. 302 που υποστηρίζει πως «λόγος περί παραβίασης της αρχής της ισότητας αφηρημένως, χωρίς να διατυπώνονται ρητώς ή να συνάγονται από το σύνολο του δικογράφου οι προς σύγκριση κατηγορίες, δε μπορεί παρά να απορριφθεί ως αόριστος».
[31] Βλ. Αριστόβουλος Μάνεσης, «Η συνταγματική αρχή της ισότητας και η εφαρμογή…», σ. 320 – 321
[32] Στέργιος Κοφίνης, Ισότητα και απαγόρευση διακρίσεων, σ. 102
[33] Συντ. άρ. 21 παρ. 1-3 και Θεοδώρα Αντωνίου, Η ισότητα εντός και δια του νόμου, σ. 73 – 74
[34] Βλ. και Αθανάσιος Τσιρωνάς, «Έλεγχος συνταγματικότητας, αρχή της ισότητας και οι πρόσφατες εξελίξεις στις διαφορές ως προς τις αποδοχές των δικαστικών λειτουργών», ΕφημΔΔ 2007, σ. 534 επ.
[35] Αριστόβουλος Μάνεσης, «Η συνταγματική αρχή της ισότητας και η εφαρμογή…», σ. 326
[36] Στέργιος Κοφίνης, Ισότητα και απαγόρευση διακρίσεων, σ. 109
[37] Αντώνης Μανιτάκης, «Η συνταγματική αρχή της ισότητας και η έννοια…», σ. 444. Αυτό ισχύει υπό την προϋπόθεση πως η ρύθμιση δικαιολογείται αποκλειστικά και μόνο για τους λόγους γενικού συμφέροντος που επικαλείται ο νομοθέτης κατά τον Αριστόβουλο Μάνεση σε «Η συνταγματική αρχή της ισότητας και η εφαρμογή…», σ. 325
[38] Αντώνης Μανιτάκης, «Η συνταγματική αρχή της ισότητας και η έννοια…», σ. 445
[39] Θεοδώρα Αντωνίου, Η ισότητα εντός και δια του νόμου, σ. 88
[40] Βλ. Θεοδώρα Αντωνίου, Η ισότητα εντός και δια του νόμου, σ. 114 επ.
[41] Γεώργιος Ν. Γεωργόπουλος, «Η επαναφορά (;) της επεκτατικής μορφής της ισότητας επί ευνοϊκών ρυθμίσεων στη νομολογία του Συμβουλίου Επικρατείας – Παρατηρήσεις στην ΣτΕ 2252/2017 (ΣΤ’ τμήμα)», constitutionalism.gr, διαθέσιμο σε: https://www.constitutionalism.gr/ste-2252-2017/
[42] Απόστολος Παπακωνσταντίνου, «Η επεκτατική εφαρμογή ευνοϊκών διατάξεων νόμου με βάση την αρχή της ισότητας – Παρατηρήσεις στις ΑΠ 13/1996 (Ολ.), 21/1997 (Ολ.), 1341/1996 και 431/1997», ΤοΣ 1998, σ. 546 -547 και Αντωνίου Θ., Η ισότητα εντός και δια του νόμου, σ. 204
[43] Φαίδων Βεγλερής, με σχόλιο επί της ΣτΕ 2080/1949 σε «Το πρόβλημα της παραβάσεως της ισότητος εκ παραλείψεως του νομοθέτου», σε Παρατηρήσεις επί της νομολογίας περί το δημόσιον δίκαιον, εκδόσεις χωρίς όνομα, 1955
[44] Αριστόβουλος Μάνεσης, με σχόλιο επί της υπ’ αριθμ. 18166/1957 απόφασης του Πρωτοδικείου Αθηνών σε «Η συνταγματική αρχή της ισότητας και η εφαρμογή…»
[45] Βλ. Ιάκωβος Μαθιουδάκης, «Επέκταση ευνοϊκής ρύθμισης για λόγους ισότητας – Τάσεις δικαστικού αυτοπεριορισμού;», ΔιΔικ 2003, σ. 852 – 870
[46] Κώστας Χρυσόγονος, Ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα , σ. 163
[47] Βλ. αναλυτικό κατάλογο συνταγματικών διατάξεων και προτεινόμενων αλλαγών σε Δημήτρης Πατσίκας και Ευαγγελία Ράπτη, «Ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα (Προτάσεις Αναθεώρησης)», constitutionalism.gr, διαθέσιμο σε: https://www.constitutionalism.gr/wp-content/uploads/2017/06/Patsikas-Raptiepimeleia_arthra4-25_protaseis-anatheorisis.pdf
[48] Ευάγγελος Βενιζέλος, Ζ΄ Αναθεωρητική Βουλή των Ελλήνων Περίοδος Ι΄ – Σύνοδος Α’ Επιτροπή Αναθεώρησης του Συντάγματος | Εισήγηση Ευάγγελου Βενιζέλου, Αθήνα 2000, σ. 55 – 56
[49] Κώστας Χρυσόγονος, Ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα, σ. 165
[50] Νίκος Αλιβιζάτος, Παναγής Βουρλούμης, Γιώργος Γεραπετρίτης, Γιάννης Κτιστάκις, Στέφανος Μάνος, Φίλιππος Σπυρόπουλος, Ένα καινοτόμο Σύνταγμα για την Ελλάδα, Η Καθημερινή, 05/06/2016, διαθέσιμο σε: https://constitutions.albasio.eu/wp-content/uploads/syntagma_20160605.pdf (σ. 13)
[51] Στέργιος Κοφίνης, «Άρθρο 4», σελ. 337
[52] Εννοείται πως τεκμαίρεται πως το περιεχόμενο της διάταξης είναι σύμφωνο με το σύνταγμα, καθώς δεν νοείται «ισότητα στην παρανομία». Βλ. Χρυσόγονος Κ., Ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα, σ. 165
[53] Βλ. Κώστας Σταμάτης, «Τι σημαίνει ότι «οι ευμενείς ρυθμίσεις πρέπει να ερμηνεύονται στενά;», ΕΔΚΑ 2003, σ. 641 – 647
[54] Βλ. Διονύσης Φιλίππου, «Επεκτατική εφαρμογή της αρχής της ισότητας και επί εξαιρετικής ευμενούς ρύθμισης; – Με αφορμή τη ΣτΕ 2704/1998», ΔτΑ 2003, σ. 187 – 195
[55] Θεοδώρα Αντωνίου, Η ισότητα εντός και δια του νόμου, σ. 207
[56] Ευάγγελος Βενιζέλος και Βασίλειος Σκουρής, Ο δικαστικός έλεγχος της συνταγματικότητας των νόμων, εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα – Κομοτηνή 1985, σ. 114 επ.
[57] Κώστας Χρυσόγονος, Ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα, σ. 164
[58] Βλ. ενδεικτικά ΣτΕ 1519/1995, 3587/97, 2495/2000
[59] Κώστας Χρυσόγονος, Ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα, σ. 159
[60] Βλ. Αντώνης Μανιτάκης, «Η συνταγματική αρχή της ισότητας και η έννοια…», σ. 455 επ.
[61] Βλ. και Ξενοφών Κοντιάδης, «Δικαστικός ακτιβισμός και αυτοπεριορισμός στη θεμελίωση της επεκτατικής ισότητας – Παρατηρήσεις στις ΑΠ 576/2009 και 638/2009», ΔτΑ 2010, σ. 237 – 249
[62] Αντώνης Μανιτάκης, «Η συνταγματική αρχή της ισότητας και η έννοια…», σ. 446
[63] Ευάγγελος Βενιζέλος, Η ερμηνεία του Συντάγματος και τα όρια του δικαστικού ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων, εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα – Κομοτηνή 1994, σ. 122 επ.
[64] Βλ. Βασίλειος Σκουρής, «Η δικαστική επανόρθωση της νομοθετικής αδικίας», σε Σύμμεικτα προς τιμήν Φαίδωνος Θ. Βεγλερή, εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα – Κομοτηνή 1988, σ. 312 – 314, ο οποίος θεωρεί πως ο δικαστής οφείλει να απέχει από την επέκταση ευνοϊκής ρύθμισης και να εμπιστευθεί τη θεραπεία της ανισότητας στον νομοθέτη. Χαρακτηριστικά αναφέρει πως «Παράδοξο δεν είναι να περιορισθεί ο δικαστής στην απλή εξακρίβωση της αντισυνταγματικότητας· παράδοξο είναι να λάβουν οι θιγόμενοι ιδιώτες με ευθύνη του δικαστή ό, τι τους έχει αρνηθεί ο νομοθέτης».
[65] Ευάγγελος Βενιζέλος και Βασίλειος Σκουρής, Ο δικαστικός έλεγχος της συνταγματικότητας των νόμων, εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα – Κομοτηνή 1985, σ. 124
[66] Βλ. Θεοδώρα Αντωνίου, Η ισότητα εντός και δια του νόμου, σ. 216 επ.
[67] Βλ. Στέργιος Κοφίνης, «Μια υπεράσπιση της επεκτατικής ισότητας σε καιρό οικονομικής κρίσης – και ταυτόχρονα μια αφορμή συζήτησης για το μέλλον της», ΕφημΔΔ 2017, σ. 244 – 264. Όπως επίσης και Απόστολος Βλαχογιάννης, «Το τέλος της δημοσιονομικής αθωότητας: δικαστικός έλεγχος και δημοσιονομική πολιτική εντός της νέας ευρωπαϊκής οικονομικής διακυβέρνησης», ΤοΣ 2019, σ. 43 – 71 και Παναγιώτης Μαντζούφας, «Η αναθεώρηση του Συντάγματος στη δίνη της παροχολογίας», ΔτΚΑ 2019, σ. 550
[68] Βλ. Παναγιώτης Πικραμμένος, «Δημόσιο δίκαιο σε έκτακτες συνθήκες από την οπτική της ακυρωτικής διοικητικής διαδικασίας», ΘΠΔΔ 2012, σ. 98 ο οποίος επισημαίνει πως «ο περιορισμός της σπατάλης και η εξοικονόμηση πόρων ανάγονται σε υπέρτατες πολιτειακές αξίες».
[69] Βλ. Δημήτριος Πατσίκας, Η συνταγματική νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα – Θεσσαλονίκη 2022, σ. 72 και Παναγιώτης Μαντζούφας, Οικονομική κρίση και Σύνταγμα, εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα – Θεσσαλονίκη 2014, σ. 171 επ.
[70] Βλ. ΣτΕ 2633/2011
[71] Για παράδειγμα ΟλΣτΕ 95/2013 για την υπόθεση του επιδόματος των 176 ευρώ. Βλ. Καϊδατζής Α., «ΣτΕ 792/2012 – Επίδομα 176 ευρώ – Αρχή της ισότητας», constitutionalism.gr, διαθέσιμο σε: https://www.constitutionalism.gr/2385-ste-792-2012-epidoma-176-eyrw-arhi-tis-isotitas/?hilite=%CE%B5%CF%80%CE%B5%CE%BA%CF%84%CE%B1%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE+%CE%B9%CF%83%CF%8C%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B1
[72] Π.χ. δέχθηκε σε απόφαση του την αναλογική εφαρμογή ρυθμίσεων για μέλη ΔΕΠ των ΑΕΙ σε ερευνητές σε ειδικά ερευνητικά κέντρα .
[73] Νορμπέρτο Μπόμπιο, Ισότητα και Ελευθερία, εκδόσεις Πόλις, Αθήνα 1998, σ. 47
[74] Βλ. σχετικά Ακρίτας Καϊδατζής, «Κοινωνικά δικαιώματα και κοινωνική δημοκρατία», eΠολιτεία 2025, διαθέσιμο σε: https://www.epoliteia.gr/wp-content/uploads/2025/04/MELETES_14.2.pdf και Άγγελος Στεργίου, «Τα κοινωνικά (αναδιανεμητικά) δικαιώματα ενώπιον της κρίσης», διαθέσιμο σε: https://www.koufafoundation.org/wp-content/uploads/2017/02/STERGIOU-ANGELOS-DIMOSIO-XREOS.pdf




