Η ερμηνευτική ευρυχωρία του άρθρου 16 του Συντάγματος

Λίνα Παπαδοπούλου, Καθηγήτρια Νομικής Σχολής ΑΠΘ

Στην 50χρονη ζωή του, το ά.16Σ λειτούργησε όπως αναμένεται να λειτουργεί και κάθε άλλη συνταγματική διάταξη: εγγυήθηκε τα θεμελιώδη, αποδείχθηκε εύπλαστο ως προς όσα (πρέπει να) επαφίενται στον κοινό νομοθέτη, και μάλιστα παρά την υπερβολικά αναλυτική του διατύπωση. Αναφορικά με το μοντέλο διοίκησης των πανεπιστημίων, επέτρεψε τη μετάβαση από ένα πιο συγκεντρωτικό (ν.815/78) στο δημοκρατικό μοντέλο του ν.1268/1982, που κατοχύρωσε το «πανεπιστήμιο των ομάδων» με ισότιμη συμμετοχή όλων των μελών του στη διοίκηση, αλλά και την ταλάντωση προς περισσότερο τεχνοκρατικές μορφές διοίκησης (ν. 4009/2011 και 4957/2022), όπως σήμερα με τα συμβούλια διοίκησης, με συμμετοχή εξωτερικών μελών και μη άμεσα εκλεγμένους αντιπρυτάνεις. Η ποικιλότητα αυτή φανερώνει, κατεξοχήν, την ευρυχωρία της συνταγματικής ρύθμισης, τη χρήση της από τον νομοθέτη και την αποδοχή της, κατά το μεγαλύτερο μέρος των ρυθμίσεων, με ελάχιστες μέχρι σήμερα εξαιρέσεις, από το Συμβούλιο της Επικρατείας (ΣτΕ, π.χ. 1469/2016).

Ομοίως, δεκτά από τα αρμόδια δικαστήρια έγιναν και τα δίδακτρα στις προπτυχιακές σπουδές στο ΕΑΠ (ΔΕφΠατρ 705/2010) και σε μεταπτυχιακές σπουδές στα συμβατικά πανεπιστήμια (ΣτΕ, Γ΄τμήμα, 2714/2010 και Ολομ. 2411/2012), παρά τη διαδεδομένη μέχρι τότε αντίληψη περί υποχρεωτικά δωρεάν παροχής και τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Και αυτό παρά την ελάχιστα πειστική επιχειρηματολογία ως προς τα μεταπτυχιακά, τα οποία, κατά το ΣτΕ, ο συνταγματικός νομοθέτης του 1975 δεν είχε υπόψη του.

Εξίσου, το ΣτΕ αποδέχθηκε ως μη αντίθετη προς το Σύνταγμα η ανωτατοποίηση των Τεχνολογικών Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων (ΤΕΙ). Η μετατροπή αυτή δεν προσέκρουε, κατά το Δικαστήριο (ΣτΕ 1291/2003) στη διάκριση μεταξύ ανώτερης και ανώτατης εκπαίδευσης, παρά τη ρητή κατοχύρωσή της στην παρ. 7, δηλαδή, κατά μία, τουλάχιστον, άποψη (βλ. Αλιβιζάτος, Ιδιωτικά πανεπιστήμια: το κόστος της ατολμίας, ΔτΑ 77/2018, 641), contra constitutionem.

Θα μπορούσε το ΣτΕ να υποδεχθεί με την ίδια ευελιξία την ίδρυση ιδιωτικών ΑΕΙ, παρά τη ρητή και σταθερά επαναλαμβανόμενη ρήση του ότι «η ίδρυση ΑΕΙ από ιδιώτες απαγορεύεται»; Ισχυρίζομαι πως ναι, στη βάση μιας, σύμφωνης με το Σύνταγμα ερμηνείας του νόμου, και μιας γραμματικής, τελεολογικής και συστηματικής ερμηνείας του ά. 16Σ.

Η γραμματική ερμηνεία επιτρέπει να διακρίνουμε τα «κρατικά εκπαιδευτήρια» από τα ΑΕΙ, που πρέπει να οργανώνονται ως νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου (ΝΠΔΔ). Στο φιλελεύθερο και δημοκρατικό Σύνταγμα της Γ’ Δημοκρατίας η μορφή αυτή υπηρετεί τελεολογικά την αποδέσμευση από την κρατική μέγγενη και την υπαγωγή σε κρατική εποπτεία μόνον νομιμότητας και όχι σκοπιμότητας, σε αντίθεση ακριβώς με τα «κρατικά εκπαιδευτήρια», στα οποία –και μόνον– επιβάλλεται η παροχή δωρεάν εκπαίδευσης. Ακριβώς, επειδή τα ΑΕΙ δεν είναι κρατικά εκπαιδευτήρια, (μπορούν να) είναι πλήρως αυτοδιοικούμενα – και αυτή είναι η οργανωτική εγγύηση της ακαδημαϊκής ελευθερίας.

Επίσης, σε ένα κανονιστικό κείμενο, οι δύο διακριτοί όροι, «ιδρύματα» και «ανώτατες σχολές» δεν μπορεί να σημαίνουν το ίδιο πράγμα. Αν ο συνταγματικός νομοθέτης ήθελε να αποκλείσει την ίδρυση ΑΕΙ συνολικά αυτόν τον όρο θα χρησιμοποιούσε. Αντίθετα, μπορεί να υποστηριχθεί ότι, έχοντας την εμπειρία των αρχικά ιδιωτικά ιδρυθεισών σχολών (π.χ. Πάντειος, Βιομηχανική), ήθελε να αποκλείσει την πολυδιάσπαση των επιστημών, που έρχεται σε αντίθεση με την έννοια του «Παν-επιστημίου», που πρέπει να είναι ίδρυμα (δηλαδή να συνενώνει περισσότερες σχολές).

Αρκεί, όμως, η νομική μορφή των «νομικών προσώπων πανεπιστημιακής εκπαίδευσης» (ΝΠΠΕ) για να πληρούται ο όρος των «ΝΠΔΔ», που απαιτεί το ά 16 Σ; Νομίζω πως ναι: Καταρχάς, η διχοτόμηση μεταξύ ιδιωτικού και δημοσίου δικαίου έχει στο πέρασμα των χρόνων σχετικοποιηθεί σε μεγάλο βαθμό, σε όλη την έκταση του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Τα όρια πλέον δεν είναι σαφή και η λειτουργία προσώπων διφυούς χαρακτήρα, ολοένα και πιο διευρυμένη. Παρότι, τα μέχρι σήμερα διφυούς χαρακτήρα πρόσωπα λαμβάνουν μορφές εταιρειών ιδιωτικού δικαίου (που όμως, υπό προϋποθέσεις, υπάγονται στο δημόσιο δίκαιο, αν ασκούν δημόσια εξουσία ή εκδίδουν πράξεις δημοσίου δικαίου), τίποτε δεν αποκλείει το κράτος από να δημιουργήσει νέες μορφές νομικών προσώπων διφυούς χαρακτήρα, που πληρούν τον όρο της υπαγωγής στο δημόσιο δίκαιο, αν διέπονται από αυτό ως προς ουσιώδη χαρακτηριστικά τους. Τέτοια είναι τα ΝΠΠΕ, που μετέχουν και του δημοσίου δικαίου. Εξάλλου, η έννοια του ΝΠΔΔ ούτε σαφής ούτε αμετάβλητη είναι, ούτε υπάρχει μία καταγεγραμμένη λίστα εκ των ων ουκ άνευ όρων για να καταφαθεί αυτός ο χαρακτηρισμός.

Εξάλλου, οι όροι που τίθενται στον ν.5094/2024 για τα ΝΠΠΕ είναι τέτοιοι ποιοτικά και ποσοτικά και αφήνουν τόσο λίγα περιθώρια στην ιδιωτική αυτονομία, που διαφοροποιούν ριζικά τα νέα ιδιωτικά πανεπιστήμια από τα υφιστάμενα ιδιωτικά κολλέγια και άρα δικαιολογούν στροφή της νομολογίας.

Αυτή η σύμφωνη με το Σύνταγμα ερμηνεία του ν.5094 συνεπάγεται όλες τις εγγυήσεις ακαδημαϊκής ελευθερίας, δικαιωματικού και οργανωτικού χαρακτήρα: τα ιδιωτικά ΑΕΙ (πρέπει να) είναι πλήρως αυτοδιοικούμενα και οι καθηγητές τους θεωρούνται (άμισθοι) δημόσιοι λειτουργοί –όπως και οι δικηγόροι-μέλη των δικηγορικών συλλόγων, που είναι σωματειακού χαρακτήρα ΝΠΔΔ– και μετέχουν στα όργανα όπου προβλέπεται η συμμετοχή καθηγητών (π.χ. ΑΕΔ). Η ερμηνεία αυτή, εξάλλου, υπηρετεί προεχόντως την ακαδημαϊκή ελευθερία, που συνιστά, πανευρωπαϊκά, υπαρξιακή προϋπόθεση για κάθε δημόσιο ή ιδιωτικό πάροχο ανώτατης εκπαίδευσης, όπως η ανεξαρτησία για κάθε δικαστήριο.

 

Δημοσιεύθηκε στ ΝΕΑ 7.6.2025

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

two − 1 =