Η δημόσια συζήτηση που έχει ανακύψει γύρω από το ενδεχόμενο αλλαγής του εκλογικού νόμου έρχεται, εκ των πραγμάτων, να αντιμετωπίσει ζητήματα που απορρέουν από την τρέχουσα κρίση εμπιστοσύνης και εκπροσώπησης. Μια κρίση που έχει υπονομεύσει σε σημαντικό βαθμό την κυρίαρχη θέση του κυβερνώντος κόμματος στον πολιτικό ανταγωνισμό. Το τρίπτυχο «κυβερνησιμότητα – σταθερότητα – υπευθυνότητα» προβάλλεται εκ νέου ως το βασικό αξιακό πλαίσιο, το οποίο καλούνται να υπηρετήσουν τόσο το κυβερνών κόμμα όσο και, ενδεχομένως, η αξιωματική αντιπολίτευση. Στο πλαίσιο αυτό, επιδιώκεται η ενίσχυση της θεσμικής αξιοπιστίας του πολιτικού συστήματος, ώστε να αποτραπεί η περαιτέρω ενίσχυση των αντισυστημικών και αντισυμβατικών τάσεων που φαίνεται να αποκτούν αυξημένη απήχηση στη σύγχρονη ελληνική κοινωνία. Παρά ταύτα, τίθεται το εύλογο ερώτημα κατά πόσο μια τεχνικού χαρακτήρα θεσμική παρέμβαση, όπως η μεταβολή του εκλογικού συστήματος, μπορεί πράγματι να επιλύσει προβλήματα που πηγάζουν από τη λειτουργική δυσχέρεια του πολιτικού συστήματος ή να αναστρέψει βαθύτερες κοινωνικές και πολιτικές στάσεις που διαμορφώνονται στην κοινή γνώμη. Υπό αυτήν την έννοια, έχει ιδιαίτερη σημασία να αποκτήσουμε μια σαφή και τεκμηριωμένη εικόνα του πολιτικού ανταγωνισμού μετά τις εκλογές του 2023, προκειμένου να καθοριστούν τα όρια και οι προϋποθέσεις μέσα στα οποία μπορεί να διεξαχθεί μια ουσιαστική και παραγωγική συζήτηση για το εκλογικό σύστημα. Διότι, το εκλογικό σύστημα δεν αποτελεί απλώς προϊόν πολιτικής πρωτοβουλίας των κομματικών ελίτ ή αντανάκλαση ενός συγκεκριμένου συσχετισμού δυνάμεων, αλλά ταυτόχρονα αντικατοπτρίζει βαθύτερες κοινωνικές αντιλήψεις και συλλογικές προσδοκίες των ψηφοφόρων σχετικά με τη φύση και τη λειτουργία της δημοκρατικής εκπροσώπησης.
Το άμεσο αποτέλεσμα των εκλογών του 2023 ήταν η δημιουργία των προϋποθέσεων για τη διαμόρφωση για πρώτη φορά ενός συστήματος κυρίαρχου κόμματος στον ελληνικό πολιτικό ανταγωνισμόii. Υπενθυμίζεται ότι από το 1981 ως το 2009 στην Ελλάδα επικρατεί ένας δικομματισμός που βασίζεται σε εναλλαγή ανάμεσα σε μονοκομματικές κυβερνήσεις (με την εξαίρεση του 1989-1990) και με την ύπαρξη κομμάτων εξ αριστερών και εκ δεξιών (από το 2007 και μετά), τα οποία, ωστόσο, δεν επηρεάζουν τον σχηματισμό κυβερνήσεων και ως εκ τούτου δίνουν έμφαση στη διαμαρτυρία και στον έλεγχο συγκεκριμένων κοινωνικών ακροατηρίων. Η πολιτική κρίση, ως διάβρωση της κοινωνικής αποδοχής του πολιτικού δεσπόζοντος ρεύματος εκκινεί πρακτικά από τις εκλογές του 2007, όπου διαπιστώνεται και η ανάδυση ενός διακριτού αντιδικομματικού συναισθήματος και σε πολύ μεγάλο βαθμό μετασχηματίζεται σε κρίση εκπροσώπησης και νομιμοποίησης από το 2010 διαμέσου του καταλύτη της οικονομικής κρίσηςiii. Η απαξίωση των κομμάτων του δεσπόζοντος ρεύματος και ειδικά του ηγεμονικού ΠΑΣΟΚ οδηγεί στον «εκλογικό σεισμό» του 2012, ο οποίος αφενός κατακερματίζει το κομματικό σύστημα και τις εκλογικές βάσεις των μεγάλων κομμάτων και αφετέρου οδηγεί σε μία ριζική αλλαγή του εναλλακτικού πόλου στον πολιτικό ανταγωνισμό, όπου τη θέση του ΠΑΣΟΚ λαμβάνει πλέον το κόμμα του ΣΥΡΙΖΑiv.
Καθόλη την περίοδο από το 2012 ως το 2019 το σύστημα είναι πολυκομματικό, καθώς έχει να διαχειριστεί την αστάθεια που προκάλεσε η διαχείριση τριών μνημονιακών προγραμμάτων. Σε επίπεδο πολιτικών διαιρέσεων, όμως, ως το 2015 χαρακτηρίζεται από τη διαίρεση ανάμεσα στο μνημόνιο και το αντιμνημόνιο, όπου ένα πολυπρόσωπο κοινωνικό και πολιτικό μπλοκ με κινηματική ενεργοποίηση ενάντια στη λιτότητα και τη μνημονιακή εποπτεία συνιστά τη βάση του αιτήματος του ΣΥΡΙΖΑ για την εξουσία. Από το 2015 και μετά, η εκ των πραγμάτων ακύρωση του αντιμνημονιακού προτάγματος λόγω της υιοθέτησης του τρίτου προγράμματος από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, επιτρέπει στη ΝΔ υπό την ηγεσία του Κυρ. Μητσοτάκη να συγκροτήσει ένα νέο κοινωνικοπολιτικό μπλοκ το οποίο αυτοτοποθετείται ως αντιΣΥΡΙΖΑ και αναφέρεται στην ανάγκη επανάκαμψης του πολιτικού δεσπόζοντος ρεύματος στην εξουσία. Το λεγόμενο αντιΣΥΡΙΖΑ μέτωπο συνθέτει τις δυνάμεις του τέως δικομματισμού, τμημάτων της ανανεωτικής Αριστεράς και της Ακροδεξιάς υπό την κυριαρχία της μητσοτακικής ΝΔ και κατορθώνει ουσιαστικά να απομονώσει τον ΣΥΡΙΖΑ από οποιασδήποτε δυνατότητα συμμαχιακής σύμπλευσηςv. Θέτοντας τα προτάγματα της κανονικότητας και της υπευθυνότητας κερδίζει τις εκλογές του 2019, οι οποίες χαρακτηρίστηκαν από την πρόσκαιρη, όπως φάνηκε, αναβίωση ενός ατελούς δικομματισμούvi.
Η πολιτική κυριαρχία της ΝΔ από το 2019 και μετά εν πολλοίς συμπυκνώνεται σε τρία στοιχεία: πρώτον, στη δυνατότητά της να μονοπωλεί τον χώρου του δεσπόζοντος ρεύματος εμφανιζόμενη ως κατεξοχήν δύναμη του κέντρου και απορροφώντας μεγάλο μέρος του στελεχιακού δυναμικού του εκσυγχρονιστικού ΠΑΣΟΚ· δεύτερον, επιταχύνοντας έτι περαιτέρω διαμέσου του μηχανισμού του λεγόμενου «επιτελικού κράτους» στη διόγκωση του εκτελεστικού βραχίονα, στη συγκεντροποίηση της άσκησης δημόσιας εξουσίας και στην εν τοις πράγμασι εξουδετέρωση των υπαρχόντων θεσμικών αντιβάρων· και τρίτον, ενεργοποιώντας διαρκώς τη μνήμη του αντιΣΥΡΙΖΑ μετώπου. στην προώθηση ενός συγκεκριμένου αφηγήματος γύρω από τη διακυβέρνηση της περιόδου 2015-2019 που απομόνωνε τον ΣΥΡΙΖΑvii. Σε όλα αυτά καθοριστικό ρόλο έπαιξαν και άλλες δύο παράμετροι: από τη μία πλευρά η πανδημική κρίση που επέτρεψε αυταρχικές μεθόδους διακυβέρνησης, αλλά και έναν ιδιότυπο διανεμητισμό που βασίστηκε σε ευρωπαϊκούς πόρους και δεν επέτρεψε μια κάποιου είδους οικονομική επιδείνωση που θα συνέβαλλε στην απονομιμοποίηση της κυβέρνησης. Και από την άλλη πλευρά, η στρατηγική αμηχανία του ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος ταλαντευόταν ανάμεσα σε μία ρητορική στροφή προς το Κέντρο και σε μία καταστροφολογική ρητορική που δεν αντιστοιχούσε στις συλλογικές αντιλήψεις της πρώτης κυβερνητικής θητείας της ΝΔ. Για αυτόν τον λόγο η ΝΔ κατόρθωσε να επιτύχει το 2023 εντυπωσιακά υψηλά ποσοστά με δύο διαφορετικής λογικής εκλογικά συστήματα, επιβεβαιώνοντας την έως τότε τάση ανάδειξής της σε κυρίαρχο κόμμα.
Σε τί συνίσταται ένα σύστημα κυρίαρχου κόμματος;
Πρόκειται για ένα κομματικό σύστημα, το οποίο χαρακτηρίζεται από ένα κυρίαρχο κόμμα μίας ισχυρής ή σχετικά ισχυρής πλειοψηφίας που συνήθως συγκροτεί μονοκομματική κυβέρνηση, το οποίο έχει να αντιμετωπίσει μία οργανωτικά και ιδεολογικά κατακερματισμένη αντιπολίτευση. Κρίσιμος εμπειρικός δείκτης για ένα τέτοιο σύστημα είναι το ποσοστό του δεύτερου κόμματος να κινείται στο μισό του ποσοστού του πρώτου κόμματος. Για να μπορούμε να μιλήσουμε για την παγίωση ενός τέτοιου συστήματος πρέπει το αντίστοιχο κόμμα να έχει επικρατήσει σε τρεις συνεχόμενες εκλογικές αναμετρήσεις. Επί της ουσίας, αυτού του είδους η κυριαρχία έχει ως προϋπόθεση το κυρίαρχο κόμμα να εκφράζει επί της ουσίας το πνεύμα μιας εποχής και ως τέτοιο να συνιστά ένα κόμμα-άξονα (pivot party), το οποίο να αποτελεί σημείο αναφοράς του κομματικού ανταγωνισμού καθώς και να διαθέτει και κόμματα-δορυφόρους ως δυνητικούς συμμάχους σε περιπτώσεις που δεν δύναται να επιτύχει την απόλυτη πλειοψηφία. Κλειδί της κυριαρχίας είναι η μακροημέρευση του κατακερματισμού της αντιπολίτευσης. Πότε υποχωρεί το κυρίαρχο κόμμα; Όταν ταλανίζεται από έντονες εσωκομματικές συγκρούσεις που παράγουν διασπάσεις, όταν φθείρεται από τη μακρόχρονη άσκηση εξουσίας και πρακτικές διαφθοράς και όταν η κατακερματισμένη αντιπολίτευση συνασπίζεται και προβάλλει ως εναλλακτικήviii.
Πώς έχει διαμορφωθεί, επομένως, σήμερα ο πολιτικός ανταγωνισμός;
Η πάγια στρατηγική της Νέας Δημοκρατίας για την κατάληψη του χώρου του κέντρου βασίστηκε εν πολλοίς στην πρόταξη ενός αντιΣΥΡΙΖΑ κινδύνου, στον οποίο συνομολογούσε μεγάλο μέρος όχι μόνο της κεντροαριστερής βάσης, αλλά και ακροατηρίων εκ δεξιών της ΝΔ. Στους κεντρώους αυτοπροβαλλόταν ως κόμμα υπεύθυνης διακυβέρνησης και κανονικότητας και στους ακροδεξιούς ως κόμμα υπεράσπισης εθνικών συμφερόντων. Και το 2019, αλλά κυρίως το 2023, κατόρθωσε να επιτύχει ένα υψηλό ποσοστό αφήνοντας την αντιπολίτευση κατακερματισμένη τόσο στα αριστερά (λόγω και της συνακόλουθης αυτοδιάλυσης του ΣΥΡΙΖΑ) όσο και στα δεξιά (όπου ενώ διαπιστώνεται η διευρυνόμενη διείσδυση ενός δεξιού-αυταρχικού προτάγματος δεν είχε τότε τουλάχιστον αναδειχθεί ένας πολιτικός δρων για να το μονοπωλήσει). Η Νέα Δημοκρατία ουσιαστικά κατόρθωσε να εμφανιστεί ως το κόμμα-εκφραστής του δεσπόζοντος ρεύματος, κυρίως ενσωματώνοντας πρώην ψηφοφόρους του ΠΑΣΟΚ και πολιτικά στελέχη του λεγόμενου «εκσυγχρονιστικού» ΠΑΣΟΚ. Η δυνατότητα της Νέας Δημοκρατίας να κινείται αμφίπλευρά προς το κέντρο και προς τα δεξιά της δίνει τη δυνατότητα να εδραιώνεται ως κόμμα-άξονας (pivot party)ix που καθοδηγεί τον κομματικό ανταγωνισμό. Το κρίσιμο, ωστόσο, στοιχείο είναι η ενσωμάτωση ενός μέρους του ΠΑΣΟΚ που της έδινε νομιμοποίηση σε ευρύτερα ακροατήρια. Και αυτή η συνθήκη εγκλωβίζει ουσιαστικά και το ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ σε μία θέση εγγύτερα προς την ΝΔ παρά προς τον χώρο της (κεντρο)Αριστεράς. Πρόκειται για ένα σύστημα που θα μπορούσε να αποκληθεί ως σύστημα του ενάμιση κόμματος ή σύμφωνα με τη διατύπωση του Άγγελου Χρυσόγελου «σύστημα του συμπυκνωμένου δικομματισμού»x. Πρόκειται για ένα χώρο που υπό προϋποθέσεις οριοθετεί το «συστημικό» με όλους, βέβαια, τους περιορισμούς και τις αμφισημίες του όρου «συστημικός».
Κρίσιμη παράμετρος αυτής της εδραίωσης συνιστά η αυτοδιάλυση του ΣΥΡΙΖΑ που εκκινεί με την αποχώρηση του Αλέξη Τσίπρα από την ηγεσία, τον τρόπο με τον οποίο μεθοδεύθηκε η μετάβαση του κόμματος σε μία νέα ηγετική ομάδα, οι δύο αλλεπάλληλες διασπάσεις και η αποσύνθεση της εκλογικής βάσης του κόμματος που προς το παρόν κατανέμεται σε πέντε συριζογενή κόμματα (σε αναμονή πλέον και του έκτου) xi. Η οικειοθελής παραχώρηση της αξιωματικής αντιπολίτευσης στον έτερο πόλο του συμπυκνωμένου δικομματισμού είχε ως άμεση πολιτική συνέπεια την παραβίαση της εντολής του 2023 (έστω και εάν ο ΣΥΡΙΖΑ είχε απομειωμένο ποσοστό) και ως δομική συνέπεια την εν τοις πράγμασι ακύρωση του πολιτικού αντιβάρου της αντιπολίτευσης, καθώς η νέα αξιωματική αντιπολίτευση δεν διαθέτει την εκλογική επιρροή για να λειτουργήσει ως εναλλακτική και άρα να αποκοπεί από το μπλοκ του συμπυκνωμένου δικομματισμού και πλέον προπορεύεται σε έναν πλήρως κατακερματισμένο κοινωνικοπολιτικό χώρο χωρίς να παρουσιάζει δυνατότητες κυριαρχίας. Αυτός ο κατακερματισμός και συσχετισμός δυνάμεων στον (κεντρο)αριστερό χώρο πρακτικά συντηρεί την κυριαρχία της Νέας Δημοκρατίας στο ελληνικό κομματικό σύστημα και της επιτρέπει να ασκεί εξουσία εν τη απουσία θεσμικών και πολιτικών αντιβάρων.
Βέβαια, όπως οτιδήποτε αφορά την πολιτική, το εν λόγω πλαίσιο πολιτικού ανταγωνισμού έχει να αντιμετωπίσει την κοινωνική δυναμική, η οποία ενίοτε υπερβαίνει και τους σχεδιασμούς, τις προβλέψεις ή ακόμα και τις αδράνειες των πολιτικών ελίτ. Καταρχάς η πληθωριστική ανάκαμψη της πρώτης κυβερνητικής θητείας Μητσοτάκη που βασίστηκε στη χαλάρωση των δημοσιονομικών περιορισμών λόγω πανδημίας και στους πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης, άρχισε πλέον να παράγει ακρίβεια στην εγχώρια κατανάλωση, η οποία ενισχύθηκε και από την περαιτέρω κλιμάκωση της τουριστικής κίνησης. Πρόκειται για εξέλιξη που προκαλεί εισοδηματικές απώλειες, στεγαστική κρίση και ένα αίσθημα σχετικής αποστέρησης που επιτείνει συναισθήματα απαισιοδοξίας γύρω από την οικονομική κατάστασηxii. Η δε αποκάλυψη υποθέσεων διαφθοράς, όπως του ΟΠΕΚΕΠΕ, αποκαλύπτει την εμπλοκή τμημάτων του κομματικού μηχανισμού της ΝΔ σε όλα τα επίπεδα του σε μεροληπτικού τύπου κατανομές πόρων που δημιουργούν, επίσης, μία αίσθηση insider/outsider ως προς την πρόσβαση στην όποια παραγόμενη ευημερία. Πρόκειται, επομένως, για διαδικασίες που φθείρουν το διαχειριστικό πλεονέκτημα της κυβέρνησης και υπονομεύουν το αφήγημα της «κανονικότητας» ή της «σταθερότητας» που υποστυλώνει το λεγόμενο πολιτικό μέινστριμ. Δεύτερον, η υπόθεση των Τεμπών σε όλες της τις διαστάσεις φανερώνει μία σύνδεση της διαχειριστικής ανεπάρκειας με την αυθαίρετη και πέραν αντιβάρων άσκηση εξουσίας, η οποία προσθέτει στην οικονομική δυσπραγία και τις θεματικές της διαφθοράς και του κράτους δικαίου ως κεντρικών για τη διαμόρφωση πολιτικών προτιμήσεων από τους πολίτες.
Στη συνάφεια αυτή εντοπίζουμε δύο αλληλένδετες τάσεις, οι οποίες τουλάχιστον σε επίπεδο στάσεων χαρακτηρίζουν τη δυναμική της πολιτικής συμπεριφοράς των πολιτών. Η μία τάση αφορά την ενίσχυση δυναμικών χαμηλής πολιτικής εμπιστοσύνης, η οποία δεν περιορίζεται στους «συνήθεις υπόπτους» (κόμματα, πολιτικοί, κοινοβούλιο), αλλά πλέον στρέφεται ενάντια και στις τρεις εξουσίες δημιουργώντας ένα γενικότερο κλίμα δυσπιστίας απέναντι στο πολιτικό σύστημα, που συμπυκνώνεται σε μία κρίση εμπιστοσύνης απέναντι στο ελληνικό κράτοςxiii. Αυτό φθείρει, προφανώς, το διαχειριστικό πλεονέκτημα του κυβερνώντος κόμματος και, το κυριότερο, τροφοδοτεί εχθρότητα απέναντι στο οτιδήποτε ορίζεται ή φαντάζει ως συστημικό ενώ ενισχύει απόψεις που αναζητούν ή έστω διευρύνουν αντισυμβατικές πολιτικές διεξόδους. Απόρροια της εν λόγω τάσης είναι η εν εξελίξει αποευθυγράμμιση ψηφοφόρων καταρχάς από τη Νέα Δημοκρατία (απώλεια ενός εκατομμυρίου ψηφοφόρων στις ευρωεκλογές του 2024) και η μερική αναευθυγράμμιση η οποία προς το παρόν είτε τροφοδοτεί την αδιευκρίνιστη ψήφο είτε κερματίζεται σε διάφορά κόμματα. Σε ένα περιβάλλον, ωστόσο, χαμηλής θετικής κομματικής ταύτισης και πιο ισχυρής αρνητικής κομματικής ταύτισης, το οποίο χαρακτηρίζεται από εγγενή ρευστότητα και πλειοψηφική επιθυμία στην κοινωνία για πολιτικές πρακτικές, ιδέες ή ακόμα και πολιτικά πρόσωπα εκτός του δεσπόζοντος ρεύματος, δεν είναι εύκολο να διαμορφωθούν σταθερές ευθυγραμμίσεις. Όλα αυτά ήταν παραπάνω από εμφανή στο καθοριστικό ορόσημο του Φεβρουαρίου 2025, όπου η ορμητική είσοδος του λαϊκού παράγοντα στην πολιτική διαδικασία κατέστησε σαφή την κρίση εμπιστοσύνης και εκπροσώπησης στο πολιτικό σύστημα που ουσιαστικά απονομιμοποιεί και το σύστημα κυρίαρχου κόμματος. Πλέον η Νέα Δημοκρατία φαίνεται να ελέγχει έναν συμπαγή πυρήνα εκλογικής επιρροής, ο οποίος συνιστά ένα υποσύνολο της πρότερης επιρροής της· παραμένει ωστόσο σε σχετικά κυρίαρχη θέση διότι προς το παρόν τουλάχιστον δεν φαίνεται να διαμορφώνεται μία εναλλακτική που θα ανατρέψει το προβάδισμα του κόμματος.
Κι εδώ προφανώς ερχόμαστε στο κρίσιμο ερώτημα, που αφορά τον εγχώριο πολιτικό ανταγωνισμό. Προς τα που θα κινηθεί η υπάρχουσα αντισυμβατική ψήφος; Στο πλαίσιο αυτό, διαφαίνονται δύο πιθανές εκβάσεις για το μέλλον του πολιτικού ανταγωνισμού στη χώρα, δεδομένων και των συνθηκών που επικρατούν σήμερα.
Η πρώτη είναι η έκβαση της μακρονοποίησης, κατά την οποία συντηρείται ένα κόμμα κεντρώας θεμελίωσης, που θα κατορθώνει να διασυνδέει τους δύο βασικούς συστημικούς πόλους, το οποίο θα πολιορκείται από μία κατακερματισμένη Αριστερά και από μία περισσότερο συμπαγή ακροδεξιά. Σε αυτό το σενάριο, το κεντρώο κόμμα θα επικαλείται διαρκώς τον ακροδεξιό κίνδυνο, ετεροκαθοριζόμενο, ωστόσο, από τη στρατηγική και τη δυναμική του ακροδεξιού πόλου. Η δεύτερη είναι η έκβαση της ιταλοποίησης, κατά την οποία θα υπάρχουν δύο αντιπαρατιθέμενα μπλοκ ένα δεξιό-αυταρχικό και ένα αριστερό-προοδευτικό, τα οποία θα χαρακτηρίζονται από εσωτερικό κατακερματισμό και ανάμεσα στα οποία το προβάδισμα θα έχει το πρώτο. Εδώ δεν αναφερόμαστε τόσο σε πολιτική κέντρου όσο σε πολιτική δεξιάς μετατόπισης στον κομματικό ανταγωνισμό, που θα λειτουργεί ενισχυτικά για την Ακροδεξιά. Και στα δύο σενάρια προκύπτει αφενός ενισχυμένη η ακροδεξιά και αφετέρου αποδυναμωμένη η αριστεράxiv.
Εν κατακλείδι και σε σχέση με την προβληματική για το εκλογικό σύστημα, θα πρέπει ενδεχομένως να συνειδητοποιήσουμε ότι σε μία φάση ριζικής αμφισβήτησης τόσο της δυνατότητας των κομμάτων να εκπροσωπούν τα αιτήματα και τις διεκδικήσεις της κοινωνίας όσο και της επάρκειάς τους στο να παρέχουν μια σταθερότητα διακυβέρνησης – όσο μπορούμε να μιλάμε για σταθερότητα στις κοινωνίες του μεταδημοκρατικού καπιταλισμού – δεν υπάρχουν «τεχνικές» λύσεις στην κρίση του πολιτικού συστήματος. Εάν δεν ανακτηθεί μέρος της απωλεσθείσας προς το πολιτικό σύστημα εμπιστοσύνης – το οποίο σημαίνει αναπροσανατολισμό των πολιτικών δρώντων σε πολιτικές πρακτικές που παράγουν δημοκρατικό νόημα για την κοινωνία – και αν δεν ανασυσταθεί μία δημοκρατική αντιπολίτευση που θα λειτουργεί ως αντίβαρο και ως εναλλακτική προς τη σημερινή κυβέρνηση, τότε οποιαδήποτε παρέμβαση – υπό τη μορφή ενδεχομένως μιας εκλογικής μεταρρύθμισης – θα επιτείνει παρά θα αντιμετωπίσει την κρίση. Η επιτυχής επιδίωξη ενός βραχυπρόθεσμού οφέλους μπορεί μακροπρόθεσμα να αποβεί μοιραία.
i Επίκουρος καθηγητής τμήματος Πολιτικής Επιστήμης Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης και συντονιστής κύκλου πολιτικής ανάλυσης Ινστιτούτου Εναλλακτικών Πολιτικών ΕΝΑ.
ii Yannis Tsirbas, ‘Towards a predominant party system: the May 2023 election in Greece’, South European Society and Politics, 28(2023), 207–230· Κώστας Ελευθερίου, «Οι εθνικές εκλογές του 2023 και ο κομματικός ανταγωνισμός στην Ελλάδα: προς ένα σύστημα κυρίαρχου κόμματος;», Εφημερίδα Διοικητικού Δικαίου, 2 (2024), 146 – 159.
iii Yiannis Tsirbas, “The Party System” in The Oxford Handbook of Modern Greek Politics, K. Featherstone & D.A. Sotiropoulos (Oxford University Press, 2020)· Κώστας Ελευθερίου, Κρίση, κομματικό σύστημα, Αριστερά (Ινστιτούτο Εναλλακτικών Πολιτικών, 2024), 26-33.
iv Γιάννης Βούλγαρης και Ηλίας Νικολακόπουλος, επιμ., 2012: Ο διπλός εκλογικός σεισμός (Θεμέλιο, 2014)· Παναγιώτης Κουστένης, «Στο Λυκόφως (;) του Πράσινου Ήλιου: Συγκρότηση και Μετεξέλιξη της Εκλογικής Βάσης του ΠΑΣΟΚ, 1974-2015» στο ΠΑΣΟΚ 1974-2018: Πολιτική Οργάνωση, Ιδεολογικές Μετατοπίσεις, Κυβερνητικές Πολιτικές, επιμ. Β. Ασημακόπουλος και Χρ. Τάσσης (Gutenberg, 2018).
v Γεράσιμος Μοσχονάς και Άγγελος Σεριάτος, «Το αντι-ΣΥΡΙΖΆ ρεύμα: Συγκρότηση, εύρος και δυναμική» στο Η Εκλογική Συμπεριφορά των Ελλήνων: Ανάμεσα στα Μνημόνια και την Πανδημία, επιμ. Β. Αρανίτου, Β. Γεωργιάδου & Μ. Τσατσάνης (Gutenberg, 2022).
vi Γιάννης Μαυρής, «Εδραίωση και κάμψη του μεταπολιτευτικού δικομματισμού, 1981-2024», Τετράδια Πολιτικού Διαλόγου, Έρευνας και Κριτικής, 88-89 (2024-2025), https://www.mavris.gr/wp-content/uploads/2024/12/MAVRIS_DIKOMMATISMOS_TETRADIA.pdf.
vii Βλ. επίσης Angelos Chryssogelos, “New democracy and centre-right dominance in Greece: a new normal?” Southeast European and Black Sea Studies (2024), 1–17.
viii Matthijs Bogaards & Fracoise Boucek F. (eds.), Dominant Political Parties and Democracy: Concepts, measures, cases, and comparisons (Routledge, 2010)· R. Kenneth Carty, The Government Party: Political Dominance in Democracy (Oxford University Press, 2022).
ix Hans Keman, ‘The search for the centre: Pivot parties in West European party systems’, West European Politics, 17(1994), 124-148.
x Άγγελος Χρυσόγελος, «Δημοψήφισμα και Νέα Δημοκρατία δέκα χρόνια μετά: Η επικράτηση των ‘ηττημένων’» στο Δυστυχώς χρεοκοπήσαμε: Η Ελλάδα και τα μνημόνια, Β. Παναγιωτόπουλος, Γ. Βούλγαρης και Σ. Ριζάς (Το Βήμα, 2025).
xi Ελευθερίου, Κρίση, κομματικό σύστημα, Αριστερά, 278-308.
xii https://enainstitute.org/publication/i-poiotita-zois-stin-ellada-i-koinoniki-erevna-tou-ena-iounios-2025/.
xiii https://enainstitute.org/publication/oi-pollaples-opseis-tou-rizospastismou-prokliseis-efkairies-gia-ti-dimokratia/.
xiv Βλ. επίσης Ελευθερίου, Κρίση, κομματικό σύστημα, Αριστερά, 270-277.
* Εισήγηση στην Εκδήλωση του Ομίλου «Αριστόβουλος Μάνεσης» Εκλογικό Σύστημα και Πολιτικό Σύστημα: μεταξύ αντιπροσωπευτικότητας και «κυβερνησιμότητας», ΔΣΑ 17 Οκτωβρίου 2025




