Είναι μεγάλη τιμή και χαρά να παρουσιάζω το βιβλίο του Γιώργου Σταυρόπουλου «Βιώματα και Εξουσία. Προσωπικές μνήμες και σκέψεις για θεσμικές αλλαγές». Πρόκειται για ένα βιβλίο το οποίο είχα διαβάσει πολύ προσεκτικά, ως critical reader, πριν από την επιμελημένη έκδοσή του από τις εκδόσεις Παπαζήση, και θέλω να επισημάνω, ευθύς εξ αρχής, ότι πρόκειται για ένα πολύ καλογραμμένο, πολύ σημαντικό και προπαντός πολύ χρήσιμο βιβλίο. Αυτό οφείλεται προεχόντως στην προσωπικότητα του συγγραφέα και ιδίως στην ευρύτερη καλλιέργεια, τον εξαιρετικό χειρισμό της ελληνικής γλώσσας και την γλαφυρή γραφή του. Οφείλεται όμως και στα ποικίλα και πλούσια βιώματά του, που αγκαλιάζουν όλες σχεδόν τις πτυχές του συνταγματικού μας πολιτεύματος. Και επειδή αυτά τα βιώματα είναι το επίκεντρο αυτού του βιβλίου, ας επιχειρήσουμε να τα αναδείξουμε, όπως ξεδιπλώνονται σε αυτό, με μια προσέγγιση όμως που και από την πλευρά μου θα είναι, εν μέρει, βιωματική.
Α. Εν αρχή ην ο δικαστής. Είναι πανθομολογούμενο ότι ο Γιώργος Σταυρόπουλος ήταν ένας εξαιρετικός δικαστής, όχι μόνο για την ευθυκρισία του αλλά και για την προσήνεια, το ανοιχτό πνεύμα, την απουσία προκαταλήψεων και την έκδηλη και ουσιαστική δημοκρατική ευαισθησία του.
Τον γνώρισα πρώτα στο Εκλογοδικείο και μου έκανε αμέσως εντύπωση το με πόσο μεγάλο ενδιαφέρον ασχολήθηκε με μία κρίσιμη υπόθεση ψηφοδελτίων, χωρίς γραφειοκρατικές αγκυλώσεις και με μόνο μέλημα να υπηρετήσει την συνταγματική επιταγή του άρθρου 52 για ελεύθερη και ανόθευτη εκδήλωση της εκλογικής βούλησης.
Στην συνέχεια τον συνάντησα στο ΣτΕ ως Πρόεδρο του Γ΄ Τμήματος και κατάλαβα αμέσως ότι ήταν ο κατάλληλος άνθρωπος στην κατάλληλη θέση. Σκέφτηκα ότι δεν θα ήταν καθόλου εύκολο να βρεθεί ένας Πρόεδρος που θα αντιμετώπιζε τα θέματα που άπτονται της Δημόσιας Διοίκησης με τόσο βαθιά επίγνωση των προβλημάτων της και ταυτόχρονα με τόσο ανοιχτόμυαλη προσέγγιση και με τέτοια ρεαλιστική κατανόηση των προβλημάτων και των αναγκών της, στο πλαίσιο όμως, πάντοτε, των ισχυουσών συνταγματικών διατάξεων. Αυτό φάνηκε άλλωστε και αργότερα, τόσο με την ανυποχώρητη στάση του στο θέμα της αντισυνταγματικής μονιμοποίησης στο Δημόσιο υπαλλήλων με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου (την οποία αποδέχθηκε, φευ, η Ολομέλεια του ΣτΕ…) όσο και με τις ουκ ολίγες εξαιρετικά εύστοχες σχετικές προτάσεις του σε αυτό το βιβλίο, που ελπίζω, όπως και εκείνος, ότι κάποτε θα βρουν ευήκοα ώτα…
Είναι και κάτι άλλο όμως, στο οποίο θα ήθελα να δώσω ιδιαίτερη έμφαση. Πρόκειται για μία κοινή εμπειρία που μοιραστήκαμε, από διαφορετικές πλευρές βέβαια, με αφορμή την ένσταση που κατέθεσα ως προς την αντισυνταγματικότητα του εκλογικού συστήματος των αυτοδιοικητικών εκλογών, που υποβίβασε σε 42% (αντί του παραδοσιακά ισχύοντος 50%+1), την αναγκαία πλειοψηφία για την εκλογή όχι μόνο των δημάρχων ή περιφερειαρχών αλλά και των 3/5 του οικείου (δημοτικού ή περιφερειακού) Συμβουλίου. Υποστήριξα συγκεκριμένα, ότι το 42% του εκλογικού σώματος ενός δήμου ή μιας περιφέρειας δεν μπορεί επ’ουδενί να αποτελεί να αποτελεί επαρκή δημοκρατική νομιμοποίηση των εν λόγω αυτοδιοικητικών οργάνων, διότι παραβιάζει ευθέως την αρχή της ισοδυναμίας της ψήφου χωρίς να έχει προβληθεί στην αιτιολογική έκθεση του νόμου –ούτε και υπήρχε άλλωστε…– οποιοσδήποτε σοβαρός λόγος δημόσιου συμφέροντος (πχ κυβερνησιμότητα ή διοικητική αποτελεσματικότητα) που θα δικαιολογούσε αυτήν την τόσο έντονη αναντιστοιχία ψήφων και αιρετών οργάνων. Παρότι φαινόταν ότι επρόκειτο για χαμένες υποθέσεις και παρά το ότι πολλοί συνάδελφοί μου με αποθάρρυναν, με το επιχείρημα ότι τα Δικαστήριά μας δεν τολμούν να αμφισβητήσουν τις σχετικές με το εκλογικό σύστημα νομοθετικές επιλογές της εκάστοτε πλειοψηφίας, ακόμη και αν είναι εμφανώς καλπονοθευτικές, η στάση του Γιώργου Σταυρόπουλου με εξέπληξε. Ξεπέρασε γρήγορα τις όποιες αρχικές επιφυλάξεις του και όχι μόνο ενέκυψε με μεγάλη προσοχή και με γνήσιο ενδιαφέρον στην υπόθεση αλλά και τελικά πείσθηκε πλήρως ως προς το ότι υφίστατο πρόβλημα συνταγματικότητας. Έτσι το Γ΄ Τμήμα έκρινε εντέλει αντισυνταγματικό το 42%, υπερακοντίζοντας μάλιστα ως προς την επιχειρηματολογία περί παραβίασης της ισοδυναμίας της ψήφου και αποδεικνύοντας ότι ακόμη και σε ζητήματα ταμπού υπάρχουν δικαστές που τολμούν, όχι μόνον γιατί διακρίνονται από ευθυκρισία και έλλειψη δογματισμού αλλά και διότι δεν τείνουν ευήκοον ους στις επιθυμίες ή/και στις προτροπές της εκάστοτε εκτελεστικής εξουσίας. Δυστυχώς βέβαια η Ολομέλεια του ΣτΕ επέστρεψε στον συνήθη κομφορμισμό της. Όχι μόνο δεν αποδείχθηκε εξ ίσου τολμηρή με το Γ΄ Τμήμα, ανατρέποντας τελικά, παρά την ισχυρή μειοψηφία, την απόφασή του, αλλά και άνοιξε τον δρόμο, με το άκριτο, ανερμάτιστο και οιονεί αυταποδεικτικό σκεπτικό της, για ακόμη εντονότερες αντισυνταγματικές παρεμβάσεις (όπως αυτή που εξήγγειλε πρόσφατα η κυβέρνηση, με την πρόβλεψη και άθροιση πρώτης και δεύτερης επιλογής, που αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο να υποβιβασθεί πολύ περισσότερο η απαιτούμενη πλειοψηφία, προκειμένου να καταργηθεί ο απρόβλεπτος δεύτερος γύρος).
Το κέρδος πάντως για μένα ήταν ότι η συνάντησή μας αυτή με τον Γιώργο Σταυρόπουλο αποτέλεσε την απαρχή μιας μεγάλης φιλίας, που έμεινε έκτοτε αμείωτη στο πέρασμα του χρόνου.
Β. Ωστόσο, όπως προκύπτει ανάγλυφα από το βιβλίο, ο Γιώργος Σταυρόπουλος δεν υπήρξε μόνο δικαστής. Ένας συνδυασμός προσωπικών του επιλογών και συγκυριών τον οδήγησε στο να γνωρίσει από κοντά, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, όλα τα γρανάζια της μηχανής του συνταγματικού κράτους, αρχής γενομένης από την εκτελεστική εξουσία. Ξεκίνησε από τις παρυφές της, στο Νομικό Γραφείο του τότε Πρωθυπουργού Γ. Παπανδρέου, αλλά πολύ γρήγορα οι ραγδαίες εξελίξεις εκείνης της εποχής τον έφεραν, σε μία κρίσιμη περίοδο, στην θέση του Υπουργού Επικρατείας στην Κυβέρνηση του παλαιού φίλου του Λουκά Παπαδήμου. Επρόκειτο για μία Κυβέρνηση της οποίας, παραδόξως, η δημοκρατική νομιμοποίηση αμφισβητήθηκε έντονα –«δοτή» την χαρακτήρισαν κάποιοι– παρότι με βάση το κριτήριο που είναι πρωταρχικό σε ένα κοινοβουλευτικό (και όχι προεδρικό…) πολίτευμα, είχε την εμπιστοσύνη μιας ευρύτατης κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας (άνω των 2/3). Δεν αντέχω δε στον πειρασμό να επισημάνω το παράδοξο να θεωρείται συχνά περισσότερο δημοκρατικά νομιμοποιημένη μια κυβέρνηση της οποίας η απόλυτη πλειοψηφία αντιστοιχεί, ελέω καλπονοθευτικών εκλογικών συστημάτων, σε ένα ποσοστό που είναι λίγο παραπάνω από τι 1/3 του εκλογικού σώματος… Το μόνο πραγματικά αρνητικό σε εκείνη την κυβέρνηση είναι το ότι «ξέπλυνε» την αντιδημοκρατική και αντικοινοβουλευτική ακροδεξιά του Καρατζαφέρη και αυτό το πληρώνουμε ακόμη…
Στην Κυβέρνηση του Λουκά Παπαδήμου ο Γιώργος Σταυρόπουλος δεν εισήλθε βέβαια για να διαδραματίσει διακοσμητικό ρόλο. Κάθε άλλο μάλιστα. Το τόνισε άλλωστε αρκούντως και ο ίδιος ο πρώην πρωθυπουργός, στην δική του παρουσίαση. Αλλά και στο βιβλίο γίνεται αναλυτική αναφορά στις νομοθετικές πρωτοβουλίες και γενικότερα στο νομοθετικό έργο στο οποίο πρωτοτοστάτησε, ενώ και η προετοιμασία μιας ευρείας πλην συνετής συνταγματικής αναθεώρησης αποτέλεσε κύριο μέλημά του, παρά την έκδηλη απροθυμία του Αντώνη Σαμαρά ως κυβερνητικού εταίρου.
Ας μου επιτραπεί και στο σημείο αυτό να αναδείξω μια σχετικά άγνωστη πτυχή της υπουργικής του δραστηριότητας. Ήμουν επικεφαλής μιας ομάδας επιστημόνων που είχαμε προτείνει την καθιέρωση επιτελικού κράτους. Δεν αναφέρομαι φυσικά στο ψευδεπίγραφο («γιαλαντζί») «επιτελικό κράτος» της σημερινής κυβέρνησης, δηλαδή στο υπερπρωθυπουργείο που υποκαθιστά την Κυβέρνηση, ως προς τις συνταγματικές της αρμοδιότητες, νοθεύοντας και υπονομεύοντας τον κοινοβουλευτισμό. Αναφέρομαι στο πραγματικό επιτελικό κράτος, που σημαίνει προεχόντως επιτελικά υπουργεία με ευάριθμες διευθύνσεις και μικρό αριθμό υπαλλήλων υψηλής επιστημονικής κατάρτισης, που θα ασχολούνται με τον σχεδιασμό, την νομοθετική πρωτοβουλία, την παρακολούθηση και τον έλεγχο, ενώ οι εκτελεστικές αρμοδιότητες θα ανατεθούν πλέον στην αποκέντρωση (καθ’ύλην ή κατά τόπον) και στην αυτοδιοίκηση. Αναφέρομαι δηλαδή στο επιτελικό κράτος, όπως είχαμε την ευκαιρία να το παρουσιάσουμε αναλυτικά, με κοινή αρθρογραφία, με τον προλαλήσαντα Αλέκο Παπαδόπουλο, που επιτρέψτε μου να τονίσω ότι τον θεωρώ έναν από τους ελάχιστους πραγματικούς statesmen της μεταπολιτευτικής περιόδου. Αυτό λοιπόν το επιτελικό κράτος-–που είναι προτιμότερο πλέον να το αποκαλούμε κράτος στρατηγείο, για να μην υπάρχει σύγχυση με το πολλαπλά προβληματικό κακέκτυπό του– το είχε υιοθετήσει ενθέρμως ο Δημήτρης Ρέππας, ως υπουργός εσωτερικών της κυβέρνησης Γ. Παπανδρέου και στην συνέχεια της κυβέρνησης Παπαδήμου, με αποτέλεσμα η πρόταση να έχει λάβει ήδη την μορφή νομοσχεδίου όταν ασχολήθηκε με αυτό ο Γιώργος Σταυρόπουλος. Στο σημείο δε αυτό αποδείχθηκε η σημασία των προηγούμενων βιωμάτων του. Όχι μόνο κατανόησε ευχερώς και πλήρως την σπουδαιότητα και την προοπτική του εγχειρήματος αλλά και το εμπλούτισε με εύστοχες προτάσεις, με κριτήριο ιδίως τον ρόλο που έπρεπε να διαδραματίσει ένα τέτοιο κράτος στην οικονομία για να μην ξαναφτάσουμε στην χρεωκοπία… Στην συνέχεια δε, αφού συνεννοήθηκε με τον Λουκά Παπαδήμο και τον Δημήτρη Ρέππα, το «έτρεξε» ταχύτατα και με υποδειγματικό τρόπο. Δυστυχώς όμως η όλη προσπάθεια έληξε άδοξα, διότι προσέκρουσε στην πεισματική άρνηση του Αντώνη Σαμαρά να αποδεχθεί οτιδήποτε που θα καθυστερούσε τις εκλογές και την ανάληψη από αυτόν της πρωθυπουργίας. Αλλά και όταν συνέβη αυτό, η τρικομματική κυβέρνησή του αρκέσθηκε σε μία απλή και στείρα διαχείριση, χωρίς να επιδείξει καμία ουσιαστική μεταρρυθμιστική διάθεση ως προς το κράτος.
Γ. Ούτε όμως το νομοθετικό έργο ξέφυγε από τον κύκλο των ενδιαφερόντων και των ενασχολήσεών του Γιώργου Σταυρόπουλου. Υπήρξε μέλος πολλών νομοπαρασκευαστικών Επιτροπών, που κάλυπταν ένα ευρύτατο πεδίο νομοθετημάτων. Τις πολύτιμες δε σχετικές εμπειρίες του τις αξιοποίησε στην συνέχεια πλήρως με την τελευταία του ιδιότητα, ως Προέδρου της Επιτροπής Κωδικοποίησης, στην οποία έχει κάνει σπουδαίο έργο, όπως προκύπτει όχι μόνο από το βιβλίο αλλά και από έναν πολύ ενδιαφέροντα απολογισμό που δημοσιεύθηκε στην ιστοσελίδα Constitutionalism.gr, του Ομίλου «Αριστόβουλος Μάνεσης». Δράττομαι δε της ευκαιρίας να επισημάνω ότι στον Όμιλο αυτόν βρέθηκε πολύ κοντά από την πρώτη στιγμή της ίδρυσής του, συμμετέχοντας ανελλιπώς στις εκδηλώσεις και στις εν γένει δραστηριότητές του.
Δ. Αλλά και γενικότερα, ο Γιώργος Σταυρόπουλος είχε στενή σχέση με τον χώρο που γενικά αποκαλούμε κοινωνία των πολιτών. Εν πρώτοις υπήρξε ιδρυτικό μέλος και για πολλά χρόνια Πρόεδρος της εξαιρετικά δραστήριας και υπεύθυνα παρεμβατικής Εταιρείας Ελλήνων Δικαστικών Λειτουργών για την Δημοκρατία και τις Ελευθερίες, που σηματοδότησε καλύτερα από οποιαδήποτε άλλη συλλογική έκφραση των Δικαστών την αναγκαία σύνδεση της δικαστικής εξουσίας με τις συνταγματικές αρχές και αξίες της σύγχρονης Δημοκρατίας. Επίσης ο Γιώργος Σταυρόπουλος υπήρξε για πολλά χρόνια μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του Ιδρύματος Μαραγκοπούλου, που είχε εμβληματικό ρόλο στη χώρα μας ως προς την προστασία των συνταγματικών δικαιωμάτων.
Ε. Από το Ίδρυμα Μαραγκοπούλου προέκυψε στη συνέχεια και ένας ακόμη τομέας ενεργού δραστηριοποίησης στο πεδίο των συνταγματικών δικαιωμάτων. Αναφέρομαι στην συμμετοχή του, αρχικά ως μέλους και στην συνέχεια ως Προέδρου, στην Εθνική Επιτροπή για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (Ε.Ε.Δ.Α.), η οποία έχει ιδρυθεί με πρόταση του αείμνηστου Γιώργου Παπαδημητρίου για να συμβάλλει, ως (ιδιότυπη) Ανεξάρτητη Αρχή, στην ορθή εφαρμογή των συνταγματικών δικαιωμάτων, σε συνεργασία και με αντίστοιχους θεσμούς και αρχές άλλων χωρών. Έχοντας και εγώ μετάσχει, ως μέλος, στην εν λόγω Επιτροπή, λίγο πριν αναλάβει, γνωρίζω πολύ καλά πόσο σπουδαίο έργο επιτέλεσε, ως Πρόεδρός της, με άοκνες προσπάθειες και με σπάνια αφοσίωση. Γνωρίζω επίσης πολύ καλά ότι όντως δεν είχε την μεταχείριση που του άξιζε από την τότε κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, όπως τα περιγράφει αναλυτικά στο βιβλίο. Είμαι δε πεπεισμένος ότι αν είχε μείνει για μία θητεία ακόμη αλλά και γενικότερα αν είχαν εισακουσθεί έκτοτε οι προτάσεις του, η λειτουργία της Επιτροπής θα ήταν πολύ αποτελεσματικότερη.
ΣΤ. Αυτό όμως ισχύει, σε τελευταία ανάλυση, και για όλα τις προαναφερθείσες δραστηριότητές του και ας μου επιτραπεί, στο σημείο αυτό, να γίνω αιχμηρός:
Αν είχαμε στην ηγεσία του ΣτΕ δικαστές όπως ο Γιώργος Σταυρόπουλος (και άλλοι βέβαια, ορισμένοι από τους οποίους είναι παρόντες, αλλά θα ήθελα εν προκειμένω να περιορισθώ στον συγγραφέα) το Δικαστήριο αυτό δεν θα είχε οδηγηθεί σε αποφάσεις που δεν τιμούν την σπουδαία παράδοσή του. Δεν θα είχε επίσης οπισθοδρομήσει στις όζουσες εθνολαϊκισμού αποφάσεις του για την ιθαγένεια (ερειδόμενο μάλιστα ακόμη και στο «δίκαιο του αίματος») και στην υποχρεωτική επιβολή του θρησκευτικού κατηχητισμού στα σχολεία, που αποτελούν αναμφίβολα σκοτεινές σελίδες του. Δεν θα είχε, επίσης, αποκολλήσει αυθαίρετα τις μεταπτυχιακές σπουδές από την ανώτατη εκπαίδευση, προκειμένου να παρακαμφθεί το συνταγματικό δικαίωμα της δωρεάν παιδείας και να επιβληθούν δίδακτρα. Και βεβαίως δεν θα είχε φτάσει στο σημείο να βαφτίσει το κρέας ψάρι ως προς τα ιδιωτικά (και κερδοσκοπικά…) Πανεπιστήμια, όχι μόνον παρακάμπτοντας προκλητικά το Σύνταγμα (με βάση μια θεωρία που το καταντά λάστιχο, τανυζόμενο κατά το δοκούν) αλλά και ανοίγοντας την κερκόπορτα για την άλωση της Ανώτατης Εκπαίδευσης από μεταλλαγμένα και διαπλεκόμενα ΙΕΚ που παριστάνουν τα Πανεπιστήμια – και όλα αυτά μάλιστα λίγο πριν από την εν εξελίξει αναθεώρηση του Συντάγματος, που θα μπορούσε να δώσει την ενδεδειγμένη λύση στο ζήτημα.
Αν είχαμε στην ηγεσία του Εκλογοδικείου (ΑΕΔ) δικαστές όπως ο Γιώργος Σταυρόπουλος δεν θα είχαμε φτάσει ποτέ στην δυσώδη απόφαση που δώρισε αυθαίρετα μια έδρα στον Αχιλλέα Καραμανλή, με τον συνυπολογισμό, στο εκλογικό μέτρο, των λευκών ψηφοδελτίων, δηλαδή ψηφοδελτίων που δεν ενσωματώνουν εξ ορισμού βούληση εκπροσώπησης. Και βεβαίως δεν θα είχαμε επ’ουδενί την ανεκδιήγητη απόφαση για τους Σπαρτιάτες, η οποία όχι μόνο έκρινε με βάση οψιγενείς και οψιφανείς ισχυρισμούς αλλά και άφησε κολοβή την Βουλή, για πρώτη φορά στην ιστορία της.
Αν είχαμε στην ηγεσία της Πολιτικής Δικαιοσύνης, και ιδίως στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου, δικαστές όπως ο Γιώργος Σταυρόπουλος δεν θα είχαμε τις συνεχείς προσπάθειες συγκάλυψης σκανδάλων της εκτελεστικής εξουσίας από ανώτατους δικαστικούς λειτουργούς, με αποκορύφωμα τον πολλαπλό διασυρμό τους και την έκθεσή τους στην κοινή χλεύη (ιδίως μετά την σχετική απόφαση ενός θαρραλέου πρωτοδικείου) στην περίπτωση του σκανδάλου των υποκλοπών – ενός σκανδάλου δέκα φορές βαρύτερου από το Watergate…
Εν κατακλείδι, αν είχαμε δικαστές όπως ο Γιώργος Σταυρόπουλος στην ηγεσία της Δικαιοσύνης δεν θα είχαμε αποφάσεις και κινήσεις στις οποίες περισσεύουν ο κομφορμισμός, η ατολμία και οι γονυκλισίες προς την εκτελεστική εξουσία. Και αυτό δεν το λέω υποθετικά, διότι όλες τις ανωτέρω δικαστικές αποφάσεις τις έχει στηλιτεύσει επανειλημμένα, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο…
Αλλά και γενικότερα:
Αν είχαμε τέτοιους γνώστες της Δημόσιας Διοίκησης, και σε τελευταία ανάλυση του κράτους, σε κρίσιμες υπουργικές θέσεις θα είχαμε μια άλλη κυβέρνηση, που θα ασχολούνταν με πραγματικές μεταρρυθμίσεις και όχι με μικροκομματικές διευθετήσεις.
Αν υιοθετούνταν, έστω, οι προτάσεις του Γιώργου Σταυρόπουλου ως προς την καλή νομοθέτηση και την Διοίκηση, θα είχαμε μια άλλη πολιτική πραγματικότητα.
Αν τέλος το πολιτικό μας σύστημα ενέκυπτε με προσοχή σε σημαντικές προτάσεις του Γιώργος Σταυρόπουλου ως προς την συνταγματική αναθεώρηση, δεν θα μιλούσαμε σήμερα για το «στρίβειν δια του Συντάγματος», όπως έχω βαφτίσει περιπαικτικά αυτό που επιχειρεί η σημερινή κυβέρνηση, με τις τόσο προσχηματικές, μικροκομματικές, ανούσιες και ενίοτε επικίνδυνες προτάσεις της. Θα μιλούσαμε, αντίθετα, με τρόπο υπεύθυνο και εποικοδομητικό και με όρους θεσμικής αξιοπιστίας, για μία αναθεώρηση εστιασμένη στην θωράκιση και εμβάθυνση της Δημοκρατίας, του Κράτους Δικαίου και του Κοινωνικού Κράτους, που τόσα πλήγματα έχουν δεχτεί τα τελευταία 15 χρόνια. Θα μιλούσαμε δηλαδή, με άλλα λόγια, για το Σύνταγμα που έχει πράγματι ανάγκη ο τόπος.




