Υποκλοπές: Πώς η στρεβλή σχέση απορρήτου και «εθνικής ασφάλειας» εξέθρεψε τη θεσμική κρίση

Γιώργος Γούλας, Δικηγόρος - Αρχισυντάκτης του NOMIKI BIBLIOTHIKI Daily

Οι Προκόπης Παυλόπουλος, Ευάγγελος Βενιζέλος, Κωνσταντίνος Μενουδάκος, Χρήστος Ράμμος, Γιάννης Μεταξάς, Μαρία Σκάγκου και Αικατερίνη Παπανικολάου συζήτησαν για το απόρρητο των επικοινωνιών, την εθνική ασφάλεια, το κράτος δικαίου και τα θεσμικά ερωτήματα που εξακολουθεί να γεννά η υπόθεση των υποκλοπών.

 

Η μεταδιδακτορική μονογραφία της Αικατερίνης Παπανικολάου, Δ.Ν., δικηγόρου και πρώην μέλους της Ολομέλειας της ΑΔΑΕ, με τίτλο «Επικοινωνιακό απόρρητο και Εθνική Ασφάλεια», χαρτογραφεί ένα από τα πιο απαιτητικά πεδία του δημόσιου δικαίου, επιχειρώντας να συγκεκριμενοποιήσει το περιεχόμενο του επικοινωνιακού απορρήτου και να επαναχαράξει τις κόκκινες γραμμές του δικαιώματος όταν αυτό συμπιέζεται από την ποινική καταστολή και τη διαρκή επίκληση της κρατικής ασφάλειας.

Η συγγραφική αυτή προσπάθεια συνδέεται στενά με τη θερμή συγκυρία των διευρυμένων παρακολουθήσεων στην εγχώρια πολιτική σκηνή από το 2022 και μετά, καθώς πίσω από τις διαδοχικές δημοσιογραφικές αποκαλύψεις εντοπίζεται μια βαθύτερη επιστημονική και θεσμική σύγκρουση, αυτή ανάμεσα στην «ελευθερία» και την «ασφάλεια». Πρόκειται για ένα ζήτημα «σταυρικό για όλες τις φιλελεύθερες δημοκρατίες», όπως ακριβώς το περιέγραψε ο Ευάγγελος Βενιζέλος, πρώην Αντιπρόεδρος της Κυβέρνησης και Υπουργός Εξωτερικών, Ομότιμος Καθηγητής ΑΠΘ, στην εκδήλωση που πραγματοποιήθηκε την Τετάρτη 17 Ιουνίου στο Βιοτεχνικό Επιμελητήριο Αθήνας με αφορμή την έκδοση του βιβλίου.

Από τη σύγκρουση αυτή ξεκινά και η αγωνία γύρω από το άρθρο 19 του Συντάγματος: πότε η προστασία της εθνικής ασφάλειας δικαιολογεί την άρση του απορρήτου και πότε η επίκλησή της γίνεται ένα υπερμέγεθες επιχείρημα που σκεπάζει τις εγγυήσεις του κράτους δικαίου. Εκεί στάθηκε ο Προκόπης Παυλόπουλος, πρώην Πρόεδρος της Δημοκρατίας, τακτικό μέλος της Ακαδημίας Αθηνών και Επίτιμος Καθηγητής της Νομικής Σχολής ΕΚΠΑ, λέγοντας ότι η έννοια της εθνικής ασφάλειας «πρέπει να ερμηνεύεται στενά». Κάτι που, όπως υποστήριξε, «δεν συνέβη» στην υπόθεση των υποκλοπών, την οποία χαρακτήρισε «βαθύτατο τραύμα στην καρδιά του κράτους δικαίου», κάνοντας λόγο για «σύμπραξη» της δικαστικής εξουσίας με επιλογές της κυβέρνησης.

Από το συνταγματικό πλαίσιο, η συζήτηση πέρασε αναπόφευκτα στις εγγυήσεις που αποδείχθηκαν ανεπαρκείς ή δεν ενεργοποιήθηκαν με τον τρόπο που θα έπρεπε. Ο Κωνσταντίνος Μενουδάκος, Πρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας ε.τ. και πρώην Πρόεδρος της ΑΠΔΠΧ, προειδοποίησε για τον υπαρκτό κίνδυνο «κανονικοποίησης» των παρακολουθήσεων και της χρήσης κακόβουλων λογισμικών. Δίπλα σε αυτή την ανησυχία, ο Χρήστος Ράμμος, Αντιπρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας ε.τ. και πρώην Πρόεδρος της ΑΔΑΕ, έθεσε ζήτημα αλλαγής του ίδιου του μηχανισμού άρσης του απορρήτου, προτείνοντας την «αφαίρεση της αρμοδιότητας έκδοσης πράξεων άρσης του απορρήτου για λόγους εθνικής ασφάλειας από μονοπρόσωπα εισαγγελικά όργανα» και την ανάθεσή της σε «πολυμελές δικαστικό συμβούλιο».

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον είχε η παρέμβαση της Μαρίας Σκάγκου, δικηγόρου, D.E.A. droit public, πρώην υπεύθυνης ασφαλείας και νομικής συμβούλου σε τηλεπικοινωνιακό πάροχο, η οποία υποστήριξε ότι τα προειδοποιητικά σημάδια υπήρχαν πολύ πριν το κεφάλαιο των υποκλοπών ανοίξει στη δημόσια συζήτηση. Όπως ανέφερε, «υπήρχαν θεσμικές αδυναμίες και πρακτικές εφαρμογής του νόμου που προετοίμαζαν σιωπηρά το έδαφος για την εκτροπή που τελικά αποκαλύφθηκε». Με άλλα λόγια, το πρόβλημα δεν εμφανίστηκε αιφνίδια· είχε ήδη προϊστορία, θεσμικά κενά και διαδικασίες που λειτουργούσαν στα όρια των εγγυήσεων του κράτους δικαίου.

Στο βάθος όλων αυτών βρίσκεται και ένα ερώτημα που δεν αφορά μόνο νομικούς, δικαστές ή ανεξάρτητες αρχές. Ο Γιάννης Μεταξάς, Επίτιμος Καθηγητής ΕΚΠΑ και τακτικό μέλος της Académie Européenne Interdisciplinaire des Sciences, το έθεσε με τον πιο καθαρό τρόπο: η προστασία του απορρήτου των επικοινωνιών δεν μπορεί να παραμένει γνώση «μόνο κάποιων που ξέρουν περισσότερο», όσο η κοινωνία αγνοεί «τι είναι αυτό που προστατεύεται».

Η ίδια η Αικατερίνη Παπανικολάου έδωσε, τέλος, στην εκδήλωση και την προσωπική, βιωματική διάσταση της συγγραφής. Μίλησε για την προσπάθειά της να αντισταθεί «στην αίσθηση ματαιοπονίας και στον κίνδυνο ιδιώτευσης», σε μια περίοδο κατά την οποία όσοι βρέθηκαν «στη δίνη αυτής της συγκυρίας» άθροιζαν «αποτυχίες, τη μία μετά την άλλη». Η πιο βαριά διαπίστωση ήρθε από την ίδια: «καμία από τις πολλαπλές εγγυήσεις του δικαιώματος» δεν κατόρθωσε τελικά να προστατεύσει όσους βρέθηκαν στο στόχαστρο των παρακολουθήσεων.

Η εκδήλωση άφησε τελικά ανοιχτό το βασικό ερώτημα που συνοδεύει, από την πρώτη στιγμή, αυτή τη χαίνουσα πληγή για το κράτος δικαίου: πώς γίνεται μια δημοκρατική πολιτεία, με Σύνταγμα, ευρωπαϊκές εγγυήσεις, δικαστήρια και ανεξάρτητες αρχές, να αποτυγχάνει να προστατεύσει ένα δικαίωμα που το ίδιο το Σύνταγμα χαρακτηρίζει «απολύτως απαραβίαστο»;

Οι παρεμβάσεις των ομιλητών

Ξένια Κουναλάκη: «Μέσα από τις αποκαλύψεις των υποκλοπών διαπιστώνουμε ότι όλοι εμφανίζονται να εκβιάζουν και να εκβιάζονται»

Η Ξένια Κουναλάκη, η οποία είχε και τον συντονισμό της συζήτησης, περιέγραψε το σκάνδαλο των υποκλοπών ως μια υπόθεση που έχει διαπεράσει «όλες τις εκφάνσεις της πολιτικής, κοινωνικής και οικονομικής ζωής», υποστηρίζοντας ότι οι αποκαλύψεις των τελευταίων ετών ανέδειξαν ένα πλέγμα αλληλεξαρτήσεων, πιέσεων και σιωπής. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε, «μέσα από τις αποκαλύψεις των υποκλοπών διαπιστώνουμε ότι όλοι εμφανίζονται να εκβιάζουν και να εκβιάζονται», ενώ «υπάρχει μια σιωπηρή συνενοχή μεταξύ θυτών και θυμάτων».

Η δημοσιογράφος της «Καθημερινής» αναφέρθηκε σε περιστατικά και συμπεριφορές που, κατά την άποψή της, αποτυπώνουν αυτή την πραγματικότητα. Επισήμανε ότι ο ιδιοκτήτης του κακόβουλου λογισμικού, Ταλ Ντίλιαν, «απειλεί να δημοσιοποιήσει τα συμβόλαια με την ΕΥΠ, εάν δεν απαλλαγεί από τις κατηγορίες», ενώ στάθηκε ιδιαίτερα στη στάση προσώπων που βρέθηκαν υπό παρακολούθηση. Όπως είπε, η στρατιωτική ηγεσία, «η οποία παρακολουθούνταν», τελικά «σιώπησε», ενώ οι υπουργοί που υπήρξαν θύματα εμφανίζονται «σαφώς δυσαρεστημένοι», αλλά «δεν λένε δημοσίως ούτε μία λέξη». Αντίθετα, όπως ανέφερε, «τα λένε σε εμάς, τους δημοσιογράφους». Και έδωσε τη δική της εξήγηση: «Γιατί; Διότι, προφανώς, κάποιοι διαθέτουν στοιχεία για την προσωπική τους ζωή».

Παρά τον κυβερνητικό ισχυρισμό ότι «οι υποκλοπές δεν απασχολούν την κοινή γνώμη», η ίδια αντέτεινε ότι οι δημοσκοπήσεις δείχνουν το αντίθετο. Όπως σημείωσε, «οι πολίτες, σε ποσοστό περίπου δύο τρίτων, θεωρούν πως η κυβέρνηση είναι έκθετη», ενώ «μόλις το 14%» δηλώνει ικανοποιημένο από το έργο της στον τομέα του κράτους δικαίου.

Κλείνοντας, υπογράμμισε ότι η υπόθεση δεν πρέπει να ξεχαστεί και ότι απαιτείται διαρκής επιμονή από όσους ασχολούνται με αυτήν. «Το μόνο που χρειάζεται», ανέφερε, «είναι άνθρωποι επίμονοι, “εμμονικοί” ή “μονοθεματικοί”, όπως τους αποκαλεί η κυβέρνηση και ο φιλικός προς αυτήν Τύπος», ώστε «να μην περάσουν στη λήθη υποθέσεις όπως αυτή» και «να μην αποτελέσουν οι παράνομες επισυνδέσεις μια νέα κανονικότητα».

Προκόπης Παυλόπουλος: «Όσοι επιχειρούν να υποτιμήσουν το σκάνδαλο των υποκλοπών, ένα βαθύτατο τραύμα στην καρδιά του κράτους δικαίου, γνωρίζουμε γιατί το κάνουν»

Ο Προκόπης Παυλόπουλος παρουσίασε το βιβλίο της Κατερίνας Παπανικολάου ως μια υποδειγματική και ολοκληρωμένη ερμηνευτική προσέγγιση του άρθρου 19 του Συντάγματος. Όπως ανέφερε, «εκείνο που παρατηρεί κανείς στο βιβλίο της Κατερίνας είναι ότι ξεκινά να ερμηνεύει με τρόπο πραγματικά υποδειγματικό το άρθρο 19», ένα άρθρο «για το οποίο έχουν γραφτεί πολλά» και το οποίο ο ίδιος, μαζί με τον Ευάγγελο Βενιζέλο, έζησαν «και στις αναθεωρητικές του διαστάσεις». Υπενθύμισε, μάλιστα, ότι οι παράγραφοι 2 και 3 του άρθρου 19 προστέθηκαν στην αναθεώρηση του 2001, όταν, «με ευρύτατη συναίνεση», κρίθηκε αναγκαίο να προστεθούν διατάξεις που θα εξειδίκευαν το αρχικό περιεχόμενο.

Ο πρώην Πρόεδρος της Δημοκρατίας υποστήριξε ότι η συγγραφέας δεν περιορίζεται σε μια αφηρημένη νομική ανάλυση, αλλά συνδέει την ερμηνεία του άρθρου 19 με τα πραγματικά γεγονότα και τη θεσμική εμπειρία των τελευταίων ετών. Όπως είπε, αυτή η ερμηνεία, «μαζί με τα γεγονότα πάνω στα οποία στηρίχθηκε και τα οποία έζησε και εκ των έσω», τη βοήθησε να δει «το σύμπτωμα της κρίσης του δικαίου» και ειδικότερα «της κρίσης αυτού του θεμελιώδους δικαιώματος, του απορρήτου των επικοινωνιών».

Κατά τον κ. Παυλόπουλο, η συμβολή του βιβλίου είναι ότι ανάγει την κρίση του απορρήτου των επικοινωνιών σε ευρύτερο ζήτημα δημοκρατίας. Η συγγραφέας, όπως σημείωσε, το συνδέει «με την εν γένει κρίση της σύγχρονης αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας στον τόπο μας και όχι μόνο». Υπενθύμισε ότι «η αντιπροσωπευτική δημοκρατία, εκ φύσεως, είναι η μορφή του πολιτεύματος εκείνου που συνιστά την εγγύηση για την ακώλυτη άσκηση των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ανθρώπου», προσθέτοντας ότι «αυτός είναι ο ρόλος του κράτους δικαίου στην εποχή μας».

Στη συνέχεια, επισήμανε ότι η σημερινή κρίση της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας αποτυπώνεται ακριβώς στον τρόπο με τον οποίο ερμηνεύεται και εφαρμόζεται το άρθρο 19. Όπως τόνισε, «αυτή η αντιπροσωπευτική δημοκρατία, πάνω στην οποία θεμελιώνεται όλη η φαρέτρα των εγγυήσεων, πάσχει σήμερα», επειδή υπάρχουν «ερμηνείες και εφαρμογές σαν αυτή που ζούμε στη χώρα μας με το άρθρο 19 του Συντάγματος». Το άρθρο αυτό, κατά την ανάγνωση της συγγραφέως, λειτουργεί ως «σημάδι βαθιάς κρίσης της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας» και ως ένδειξη «ελλείμματος αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας».

Ο κ. Παυλόπουλος στάθηκε ιδιαίτερα στη διάβρωση των θεσμικών αντιβάρων. Όπως είπε, δεν τηρούνται «ούτε τα προσχήματα» ως προς την «ομαλή, πραγματική, τουλάχιστον στοιχειώδη» συνύπαρξη των μεγάλων θεσμικών αντιβάρων, δηλαδή «της διάκρισης των εξουσιών» και «του κράτους δικαίου». Σε αυτό το πλαίσιο χαρακτήρισε την ανάλυση του βιβλίου «την πιο πλήρη ανάλυση που μπορούσε να γίνει», διότι η συγγραφέας «στάθηκε πάνω στη σύγχρονη πραγματικότητα» και εξέτασε πώς εφαρμόστηκε το άρθρο 19 «στα συγκεκριμένα ζητήματα του μεγάλου σκανδάλου των υποκλοπών».

Για τον ίδιο, η υπόθεση των υποκλοπών συνιστά «ένα βαθύτατο τραύμα στην καρδιά του κράτους δικαίου στην Ελλάδα». Απευθυνόμενος σε όσους υποβαθμίζουν τη σημασία της υπόθεσης, λέγοντας ότι «αυτά συνέβαιναν και στο παρελθόν» ή ότι «άλλα είναι τα μεγάλα προβλήματα», προειδοποίησε ότι αυτή η στάση οδηγεί σε θεσμικό μιθριδατισμό. «Πρέπει να συνεχίσουμε να είμαστε σε εγρήγορση», είπε, «να μην ακολουθήσουμε αυτό το πρόσταγμα, ή πρόταγμα, του μιθριδατισμού», δηλαδή την εξοικείωση με τέτοιες θεσμικές πληγές.

Ο πρώην Πρόεδρος της Δημοκρατίας διευκρίνισε, πάντως, ότι το φαινόμενο «δεν είναι μόνο ελληνικό». Όπως σημείωσε, «συμβαίνει και σε πολλές άλλες χώρες» και μάλιστα «σε χώρες πέραν του Ατλαντικού», τις οποίες είχαμε συνηθίσει να βλέπουμε ως «κορωνίδα» των θεσμικών αντιβάρων.

Επιστρέφοντας στη μελέτη της Κατερίνας Παπανικολάου, υπογράμμισε ότι η συγγραφέας ακολούθησε μια «συνθετική λογική της ερμηνείας». Προσέγγισε το άρθρο 19, όπως είπε, με τρόπο που ανταποκρίνεται στη «γραμματική, τελεολογική και συστηματική ερμηνεία», σε συνδυασμό με τα αντίστοιχα δικαιώματα της ευρωπαϊκής έννομης τάξης και της έννομης τάξης του Συμβουλίου της Ευρώπης, ιδίως μέσα από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.

Το βασικό συμπέρασμα αυτής της ανάλυσης, όπως το απέδωσε ο κ. Παυλόπουλος, είναι ότι στο κανονιστικό πλαίσιο του άρθρου 19 «στο επίκεντρο βρίσκεται η προστασία του απορρήτου των επικοινωνιών». Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσονται και τα μέσα που επιτρέπουν στον ερμηνευτή και εφαρμοστή του δικαίου «να επιβάλει το γράμμα και το πνεύμα» των διατάξεων του άρθρου 19, χωρίς περιορισμούς που «έρχονται να θίξουν τον ίδιο τον πυρήνα του δικαιώματος».

Από αυτό, συνέχισε, προκύπτει ότι «όλα τα υπόλοιπα, και ιδίως οι περιορισμοί», είναι αόριστες νομικές έννοιες που πρέπει να ερμηνεύονται στενά. Η σημαντικότερη από αυτές, όπως είπε, είναι «η έννοια της εθνικής ασφάλειας». Πρόκειται για μια έννοια που «πρέπει να ερμηνεύουμε με τέτοιο τρόπο ώστε να μην φτάνει στο σημείο να λειτουργεί σαν μπαλόνι», το οποίο «υπερκαλύπτει όλο το κανονιστικό πλαίσιο του άρθρου 19» και περιθωριοποιεί τις υπόλοιπες διαστάσεις του.

Ο κ. Παυλόπουλος εξήγησε ότι ακριβώς αυτή τη διάσταση ανέλυσε η συγγραφέας μέσα από το σκάνδαλο των υποκλοπών: «πώς κατέστη, δυστυχώς, δυνατό να παρακαμφθεί αυτό το πλαίσιο» και πώς δεν λειτούργησαν τα βασικά θεσμικά αντίβαρα μιας σύγχρονης αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, δηλαδή «το κράτος δικαίου και η διάκριση των εξουσιών».

Στη συνέχεια, άσκησε κριτική στην κυβέρνηση, σημειώνοντας ότι τέτοιες τάσεις μπορεί να τις αναμένει κανείς από «κυβερνήσεις πρωθυπουργοκεντρικών συστημάτων». Εκείνο όμως που χαρακτήρισε ιδιαίτερα ανησυχητικό ήταν η στάση της δικαστικής εξουσίας, «η οποία τελικά είναι το μόνο σοβαρό θεσμικό αντίβαρο στο πλαίσιο του κράτους δικαίου». Όπως τόνισε, αφού «η παραβίαση του κανόνα πρέπει να συνοδεύεται από αντίστοιχες κυρώσεις», η μόνη ουσιαστική κύρωση είναι εκείνη που μπορεί να επιβάλει το αρμόδιο όργανο της δικαστικής εξουσίας.

Κατά την αποτίμησή του, η εκτελεστική εξουσία μπόρεσε να φτάσει σε αυτό το σημείο «κατάπτωσης», επειδή, σε ορισμένες ή και πολλές περιπτώσεις, είχε «τη σύμπραξη της δικαστικής εξουσίας». Αναγνώρισε ότι «φωτεινές εξαιρέσεις υπήρξαν», επέμεινε όμως ότι υπήρξε και αυτή η σύμπραξη. «Σε αυτό το μείζον ζήτημα», είπε, «μία είναι η αλήθεια»: από την έναρξη και την έκταση των παρακολουθήσεων μέχρι τον τρόπο αντιμετώπισης των αποκαλύψεων, «η δικαστική εξουσία δυστυχώς δεν μπόρεσε να αρθεί στο ύψος των περιστάσεων και να επιβάλει κυρώσεις».

Κλείνοντας, επανήλθε στην έννοια της εθνικής ασφάλειας, υπογραμμίζοντας ότι ως αόριστη νομική έννοια «πρέπει να ερμηνεύεται στενά», ώστε να μη θίγεται ο πυρήνας του δικαιώματος και να μην οδηγείται «σε ένα είδος τήξης». Στην υπόθεση των υποκλοπών, όμως, συνέβη «το αντίθετο». Η κυβέρνηση, τα όργανά της, «από τις μυστικές υπηρεσίες μέχρι γενικότερα το Υπουργείο Δικαιοσύνης και άλλα», αντιμετώπισαν το άρθρο 19 «ως εάν το πρώτιστο κανονιστικό δεδομένο να είναι η εθνική ασφάλεια», μπροστά στην οποία «πρέπει πραγματικά να υποκλίνονται όλοι».

Ευάγγελος Βενιζέλος: «Η θεσμική κρίση που έχει παραχθεί από την υπόθεση των υποκλοπών είναι τεραστίων διαστάσεων, σχεδόν γενετικών για αυτό που λέγεται Σύνταγμα και προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων»

Ο Ευάγγελος Βενιζέλος χαρακτήρισε το άρθρο 19 του Συντάγματος και συνολικά το απόρρητο των επικοινωνιών ως «το σταυρικό ζήτημα όλων των φιλελεύθερων δημοκρατιών», καθώς, όπως εξήγησε, αποτελεί το κατεξοχήν πεδίο όπου συγκρούονται δύο θεμελιώδεις αξίες: «η ελευθερία και η ασφάλεια». Από τη μία πλευρά βρίσκεται η προστασία της ιδιωτικότητας, «στην πιο δυναμική μορφή της», δηλαδή το απόρρητο των επικοινωνιών, το οποίο πλέον δεν αφορά μόνο τις τηλεφωνικές ή ταχυδρομικές επικοινωνίες αλλά και τις ψηφιακές, ηλεκτρονικές επικοινωνίες «υπό καθεστώς διαδικτύου, νέφους, τεχνητής νοημοσύνης και παραποιημένης αλήθειας». Από την άλλη πλευρά βρίσκεται η ανάγκη προστασίας της «εθνικής ασφάλειας, της εσωτερικής ασφάλειας και της δημόσιας ασφάλειας».

Ο πρώην αντιπρόεδρος της κυβέρνησης προχώρησε σε μια κρίσιμη διάκριση ανάμεσα στις δύο περιπτώσεις άρσης του απορρήτου που προβλέπει το Σύνταγμα. Όπως εξήγησε, η άρση του απορρήτου για τη διακρίβωση ιδιαιτέρως σοβαρών εγκλημάτων, όπως συνέβη στην υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ, γίνεται «με βούλευμα δικαστικού συμβουλίου» και εντάσσεται στην ποινική προδικασία. Αντίθετα, η άρση του απορρήτου για λόγους εθνικής ασφάλειας «γίνεται πολύ πιο εύκολα», δεν εντάσσεται σε ποινική διαδικασία και δεν προϋποθέτει την ύπαρξη εγκλήματος. Όπως σημείωσε, η ΕΥΠ δεν ισχυρίζεται ότι έχει τελεστεί κάποιο αδίκημα, αλλά ότι απαιτείται η συλλογή πληροφοριών για λόγους εθνικής ασφάλειας, γεγονός που καθιστά τα σχετικά κριτήρια «πολύ πιο χαλαρά και αόριστα».

Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στη διαφορετική θεσμική διαδικασία που ακολουθείται στις δύο περιπτώσεις. Για τα σοβαρά εγκλήματα, η άδεια χορηγείται από ένα πολυμελές δικαστικό όργανο, αποτελούμενο από τακτικούς δικαστές, κατόπιν εισαγγελικής πρότασης. Στις περιπτώσεις εθνικής ασφάλειας, όμως, το κρίσιμο όργανο είναι «εισαγγελικό και μονομελές»: ο εισαγγελικός λειτουργός που είναι εγκατεστημένος στην ΕΥΠ. Όπως τόνισε, ο συγκεκριμένος λειτουργός μπορεί να αποφασίσει την άρση του απορρήτου «ακόμη και με προφορική διαδικασία», όπως αποδείχθηκε, «χωρίς πλήρη φάκελο» και «χωρίς αιτιολογία».

Ο κ. Βενιζέλος υπογράμμισε ότι αυτή η εξουσία δεν ασκήθηκε μόνο σε περιπτώσεις που θα μπορούσε να φανταστεί κανείς ότι συνδέονται με κλασικές απειλές εθνικής ασφάλειας. Αντιθέτως, ανέφερε ότι η διαδικασία χρησιμοποιήθηκε ακόμη και για πρόσωπα όπως «ο Αρχηγός του Γενικού Επιτελείου Εθνικής Άμυνας», «ο Υπουργός Εθνικής Άμυνας» ή «ο ίδιος ο Οικονομικός Εισαγγελέας». «Αντιλαμβάνεστε ποιο είναι το σκηνικό στο οποίο βρισκόμαστε», ανέφερε χαρακτηριστικά, επισημαίνοντας πόσο επικίνδυνο είναι «ένα πρόσωπο να έχει αυτή την αρμοδιότητα».

Παράλληλα, εξήγησε ότι στις περιπτώσεις εθνικής ασφάλειας ο εισαγγελικός λειτουργός δεν επικουρείται από προανακριτικούς υπαλλήλους, όπως συμβαίνει στην ποινική προδικασία, αλλά από την ίδια την υπηρεσία πληροφοριών. Ως εκ τούτου, δεν πρόκειται για διαδικασία ποινικής διερεύνησης αλλά για μια «διοικητική, εντός εισαγωγικών, διαδικασία».

Ανατρέχοντας στην αναθεώρηση του Συντάγματος του 2001, υπενθύμισε ότι οι αλλαγές στο άρθρο 19 αποτέλεσαν απάντηση στην εμπειρία των υποκλοπών της περιόδου 1990-1993 και στη δημόσια συζήτηση που είχε προηγηθεί. Όπως ανέφερε, η πολιτική επιλογή εκείνης της περιόδου ήταν, «με πρωτοβουλία του Ανδρέα Παπανδρέου», να ανασταλούν οι σχετικές διώξεις και να αναθεωρηθεί το Σύνταγμα, εισάγοντας νέες εγγυήσεις για την προστασία του απορρήτου.

Στο πλαίσιο αυτό, όπως εξήγησε, προστέθηκαν δύο κρίσιμες συνταγματικές εγγυήσεις. Η πρώτη ήταν η ίδρυση της ΑΔΑΕ, μιας ανεξάρτητης αρχής με αρμοδιότητα τον συνολικό έλεγχο της εφαρμογής του άρθρου 19 και των διαδικασιών άρσης του απορρήτου. Η δεύτερη ήταν η συνταγματική απαγόρευση χρήσης παρανόμως κτηθέντων αποδεικτικών μέσων. Όπως διευκρίνισε, ως παράνομα αποδεικτικά μέσα νοούνται όσα έχουν αποκτηθεί κατά παράβαση του άρθρου 19, αλλά και των άρθρων 9 και 9Α του Συντάγματος που προστατεύουν το άσυλο της κατοικίας και τον ιδιωτικό βίο.

Κλείνοντας, ο Ευάγγελος Βενιζέλος υποστήριξε ότι η υπόθεση των υποκλοπών έχει προκαλέσει μια κρίση «τεραστίων διαστάσεων». Όπως είπε, πρόκειται για μια κρίση που αγγίζει τον ίδιο τον πυρήνα της συνταγματικής τάξης και της προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, όχι μόνο σε εθνικό αλλά και σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο. Χαρακτηριστικά τόνισε ότι η θεσμική κρίση που προκλήθηκε είναι «σχεδόν γενετικών διαστάσεων» για αυτό που ονομάζουμε Σύνταγμα, κράτος δικαίου και προστασία θεμελιωδών δικαιωμάτων.

Κωνσταντίνος Μενουδάκος: «Ο κίνδυνος να επικρατήσει η αντίληψη της κανονικότητας των παρακολουθήσεων είναι υπαρκτός»

Ο Κωνσταντίνος Μενουδάκος επικεντρώθηκε στην κεντρική θεματική του βιβλίου της Κατερίνας Παπανικολάου, επισημαίνοντας ότι, όπως προκύπτει ήδη από τον τίτλο του, «Επικοινωνιακό απόρρητο και εθνική ασφάλεια», η μελέτη εστιάζει πρωτίστως στο απόρρητο των επικοινωνιών υπό το πρίσμα της εθνικής ασφάλειας ως λόγου άρσης του απορρήτου. Όπως εξήγησε, η επιλογή αυτή είναι απολύτως εύλογη, καθώς ακριβώς σε αυτές τις περιπτώσεις αναδεικνύεται με τη μεγαλύτερη ένταση η σύγκρουση ανάμεσα σε θεμελιώδη δικαιώματα και σε αξίες που το κράτος καλείται να προστατεύσει.

Ο πρώην πρόεδρος της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα επισήμανε ότι υπάρχει και ένας δεύτερος λόγος που δικαιολογεί αυτή την εστίαση. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παραθέτει το βιβλίο αλλά και τις εκθέσεις πεπραγμένων της ΑΔΑΕ, «η μεγάλη πλειοψηφία των άρσεων απορρήτου γίνεται για λόγους εθνικής ασφάλειας». Όπως ανέφερε χαρακτηριστικά, σε ορισμένες χρονιές «το 80% και λίγο περισσότερο των άρσεων» πραγματοποιήθηκε με επίκληση λόγων εθνικής ασφάλειας.

Αναφερόμενος στο ζήτημα των κατασκοπευτικών λογισμικών, σημείωσε ότι το βιβλίο δεν το αναπτύσσει εκτενώς, καθώς δεν αποτελεί τον βασικό του άξονα. Εξήγησε ότι η χρήση τέτοιων λογισμικών εμπίπτει κατ’ αρχήν στην ύλη του ποινικού δικαίου και δεν επιτρέπεται από την ελληνική νομοθεσία. Ως εκ τούτου, «είναι απαγορευμένη» και δεν τίθεται ζήτημα στάθμισης μεταξύ δικαιωμάτων και δημοσίου συμφέροντος, όπως συμβαίνει με τις νόμιμες διαδικασίες άρσης του απορρήτου.

Ωστόσο, υπενθύμισε ότι το 2022 εισήχθη για πρώτη φορά νομοθετική πρόβλεψη που επιτρέπει σε κρατικές δομές να προμηθεύονται λογισμικά ή συσκευές παρακολούθησης, ενώ παράλληλα προβλέφθηκε η έκδοση σχετικού προεδρικού διατάγματος. Για τη ρύθμιση αυτή ο κ. Μενουδάκος ήταν ιδιαίτερα επικριτικός, επικαλούμενος και σχετική γνωμοδότηση της Αρχής Προστασίας Δεδομένων. Όπως τόνισε, η διάταξη «δεν είναι καλή», «δεν είναι νόμιμη», «δεν είναι σύμφωνη με το Σύνταγμα» και δεν πληροί τις εγγυήσεις που απαιτούν η νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας και του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.

Εξήγησε μάλιστα ότι το πρόβλημα έγκειται στο γεγονός ότι η συγκεκριμένη νομοθετική πρόβλεψη δεν καθορίζει τα ουσιώδη κριτήρια βάσει των οποίων θα μπορούσε να θεωρηθεί ανεκτός ένας τόσο «σοβαρός, επιθετικός και παρεμβατικός τρόπος επέμβασης στην ιδιωτική ζωή».

Ο κ. Μενουδάκος στάθηκε ιδιαίτερα στους προβληματισμούς που αναπτύσσει η συγγραφέας σχετικά με τη διαδικασία άρσης του απορρήτου για λόγους εθνικής ασφάλειας. Αναφέρθηκε στις «εκλεκτικές συγγένειες», όπως τις χαρακτήρισε, που δημιουργούνται από το γεγονός ότι ο εισαγγελέας που καλείται να εγκρίνει ή να απορρίψει ένα αίτημα άρσης του απορρήτου «συστεγάζεται με την υπηρεσία την οποία ελέγχει», δηλαδή με την ίδια υπηρεσία που υποβάλλει το αίτημα και της οποίας τη δράση οφείλει να εποπτεύει.

Πέραν αυτού, σημείωσε ότι η συγγραφέας αναδεικνύει σοβαρούς προβληματισμούς για την ποιότητα των εισαγγελικών διατάξεων. Όπως είπε, το βασικό πρόβλημα είναι η απουσία αιτιολογίας. Η αιτιολογία «δεν απαιτείται ως τύπος της πράξης» και, σύμφωνα με όσα προκύπτουν από την πρακτική εφαρμογή του συστήματος, «φαίνεται ότι δεν υπάρχει τις περισσότερες φορές».

Ο προβληματισμός αυτός, κατά τον ίδιο, ενισχύεται από ένα ακόμη κρίσιμο στοιχείο: τον τεράστιο όγκο υποθέσεων που καλείται να χειριστεί ένας μόνο εισαγγελικός λειτουργός. Υπενθύμισε ότι το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου λαμβάνει υπόψη και τέτοιου είδους πραγματικά δεδομένα όταν αξιολογεί αν ένα σύστημα διαθέτει επαρκείς εγγυήσεις προστασίας της ιδιωτικής ζωής. Όπως είπε, είναι εύλογο να τίθεται ζήτημα ως προς το κατά πόσο ένας εισαγγελέας μπορεί να ασκεί ουσιαστικό έλεγχο όταν καλείται να εγκρίνει τόσο μεγάλο αριθμό αιτημάτων.

Κατά τον κ. Μενουδάκο, «το κεντρικό σημείο της ανάλυσης» του βιβλίου είναι ακριβώς η αιτιολογία ή, ορθότερα, «η έλλειψη αιτιολογίας». Μια έλλειψη που δεν αφορά μόνο την τυπική νομιμότητα της πράξης αλλά και τη δυνατότητα άσκησης πραγματικού ελέγχου νομιμότητας. Χωρίς αιτιολογία, υπογράμμισε, καθίσταται εξαιρετικά δυσχερές να διαπιστωθεί αν μια άρση του απορρήτου στηρίζεται σε πραγματικούς και νόμιμους λόγους.

Στη συνέχεια, αναφέρθηκε στη γενικότερη μεταβολή που συντελέστηκε διεθνώς μετά τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου 2001. Όπως παρατήρησε, η συγγραφέας καταγράφει πώς η εμφάνιση μιας νέας γενιάς απειλών μετέβαλε τον τρόπο με τον οποίο σταθμίζονται η ελευθερία και η ασφάλεια. «Το εκκρεμές μετακινήθηκε προς την πλευρά της ασφάλειας», σημείωσε, περιγράφοντας μια διεθνή τάση που επηρέασε και τα ευρωπαϊκά κράτη.

Ο κ. Μενουδάκος υπενθύμισε επίσης ότι η Κατερίνα Παπανικολάου υπήρξε μέλος της ΑΔΑΕ σε μια ιδιαίτερα κρίσιμη περίοδο, όταν θεσπίστηκαν σημαντικές νομοθετικές μεταβολές και άρχισαν να αναδεικνύονται ερμηνευτικά και νομικά προβλήματα τα οποία έως τότε δεν είχαν απασχολήσει ούτε τις αρμόδιες αρχές ούτε τα δικαστήρια ούτε το πολιτικό σύστημα. Πρόκειται, όπως είπε, για ζητήματα που συνδέονται με όψεις του επικοινωνιακού απορρήτου οι οποίες παρέμεναν έως τότε ουσιαστικά αχαρτογράφητες.

Τα ζητήματα αυτά, συνέχισε, βρέθηκαν στο επίκεντρο έντονων συγκρούσεων όταν συνδέθηκαν με την υπόθεση των υποκλοπών. Μέσα από αυτή τη διαδικασία αναδείχθηκε μια βαθιά θεσμική και νομική αντιπαράθεση ανάμεσα στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου και την ΑΔΑΕ. Η αντιπαράθεση αυτή, όπως υπενθύμισε, δεν έμεινε σε θεωρητικό επίπεδο αλλά έφθασε μέχρι «δημόσιες συγκρούσεις», «απειλές ποινικών διώξεων» και ακόμη και «κίνηση ποινικών διαδικασιών».

Κατά τον ίδιο, οι εξελίξεις αυτές φώτισαν για ακόμη μία φορά μια διαχρονική διαφορά προσέγγισης ανάμεσα στις ανεξάρτητες αρχές και στις εισαγγελικές αρχές ως προς την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Η διαφορά αυτή δεν εμφανίστηκε μόνο στην υπόθεση των υποκλοπών, αλλά είχε αναδειχθεί και σε παλαιότερες υποθέσεις που αφορούσαν τόσο την ΑΔΑΕ όσο και την Αρχή Προστασίας Δεδομένων.

Ολοκληρώνοντας την παρέμβασή του, ο κ. Μενουδάκος προειδοποίησε για έναν κίνδυνο που, όπως είπε, διαφαίνεται έντονα μέσα από το βιβλίο: τον κίνδυνο να θεωρηθούν οι παρακολουθήσεις και η χρήση κακόβουλων λογισμικών ως κάτι φυσιολογικό και αναμενόμενο. Υιοθετώντας τη διατύπωση της συγγραφέως, σημείωσε ότι υπάρχει «υπαρκτός κίνδυνος εξοικείωσης των λιγότερο υποψιασμένων πολιτών με πρακτικές παρακολούθησης» και, κυρίως, ο κίνδυνος να διαμορφωθεί η αντίληψη ότι τέτοιες πρακτικές αποτελούν «αναπόσπαστο τμήμα του επιχειρησιακού πρωτοκόλλου» μέσω του οποίου το σύγχρονο κράτος προστατεύει την εθνική ασφάλεια και αντιμετωπίζει την εγκληματικότητα.

Κατά τον Κωνσταντίνο Μενουδάκο, αυτή ακριβώς η διαδικασία κανονικοποίησης των παρακολουθήσεων συνιστά μία από τις μεγαλύτερες απειλές για το μέλλον της ιδιωτικότητας και των θεμελιωδών δικαιωμάτων σε ένα δημοκρατικό κράτος δικαίου.

Χρήστος Ράμμος: «Η τάση να θεωρείται υπεράνω πάντων η εθνική ασφάλεια, ό,τι κι αν αυτή σημαίνει, είναι στην πραγματικότητα ένας κίνδυνος για τα ατομικά δικαιώματα»

Ο Χρήστος Ράμμος ανέδειξε την ιδιαίτερη συνταγματική βαρύτητα του άρθρου 19, υπογραμμίζοντας ότι πρόκειται για μια διάταξη «πολύ κατηγορηματική». Όπως επισήμανε, είναι «το μόνο άρθρο του Συντάγματος, στον κατάλογο των ατομικών δικαιωμάτων, στο οποίο γίνεται λόγος για απολύτως απαραβίαστο δικαίωμα». Σε κανένα άλλο άρθρο, όπως σημείωσε, δεν υπάρχει «αυτού του είδους ο επιρρηματικός προσδιορισμός».

Με αφετηρία αυτή τη διαπίστωση, ο πρώην Πρόεδρος της ΑΔΑΕ υποστήριξε ότι στην Ελλάδα υπάρχει «μια μεγάλη καθυστέρηση» και «ένα μεγάλο έλλειμμα κατανόησης» ως προς τη σημασία του απορρήτου των επικοινωνιών. Το απέδωσε κυρίως στο γεγονός ότι, όπως είπε, «καλλιεργείται διαρκώς ο φόβος της εθνικής ασφάλειας». Διευκρίνισε ότι δεν υποστηρίζει πως δεν υπάρχουν πραγματικά ζητήματα ασφάλειας, λέγοντας χαρακτηριστικά: «Μην παρεξηγηθώ, δεν εννοώ κάτι τέτοιο». Ωστόσο, τόνισε ότι «η έμφαση που δίνεται συνεχώς από τους κυβερνώντες καλλιεργεί τον φόβο» και ότι «ο φόβος είναι ένα συναίσθημα στο οποίο είμαστε όλοι πολύ ευάλωτοι».

Κατά τον κ. Ράμμο, αυτή η διαρκής επίκληση της ασφάλειας έχει οδηγήσει σε «υποβάθμιση της έννοιας της προστασίας της ιδιωτικότητας» και, ταυτόχρονα, σε υπερτονισμό της εθνικής ασφάλειας, την οποία χαρακτήρισε «μεγάλο τοτέμ». Συνέδεσε, μάλιστα, αυτή τη νοοτροπία με τη νεότερη πολιτική ιστορία της χώρας, αναφέροντας τα μετεμφυλιακά χρόνια, «όπου η μισή Ελλάδα θεωρούνταν εχθρός», αλλά και τη δικτατορία, για να επισημάνει ότι «οι νοοτροπίες δεν αλλάζουν τόσο εύκολα».

Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στη στάση των εισαγγελικών αρχών. Όπως παρατήρησε, «οι εισαγγελικές αρχές δείχνουν να συμμερίζονται αυτή την προτεραιότητα της εθνικής ασφάλειας» έναντι της προστασίας του συνταγματικού δικαιώματος στο απόρρητο των επικοινωνιών. Υποστήριξε ότι το Σύνταγμα «δεν λέει ότι πρέπει η αρμοδιότητα να ανατίθεται σε εισαγγελική αρχή», αλλά κάνει λόγο για «δικαστική αρχή». Με βάση αυτό, εξέφρασε την άποψη ότι ο εισαγγελικός κλάδος, «όχι όλοι φυσικά», έχει δείξει, μέσα από τον χειρισμό των σχετικών υποθέσεων, ότι «κλίνει περισσότερο» προς την προστασία της εθνικής ασφάλειας και «φοβάται περισσότερο την εθνική ασφάλεια» από όσο έχει κατά νου την προστασία του ατομικού δικαιώματος.

Στο πλαίσιο αυτό, πρότεινε μια νομοθετική μεταβολή: την αφαίρεση της αρμοδιότητας έκδοσης πράξεων άρσης του απορρήτου για λόγους εθνικής ασφάλειας από μονοπρόσωπα εισαγγελικά όργανα και την ανάθεσή της σε κάποιο πολυμελές δικαστικό συμβούλιο. Όπως είπε, «μόνο γι’ αυτό μιλάω τώρα», δηλαδή για τις άρσεις απορρήτου για λόγους εθνικής ασφάλειας. Επικαλέστηκε μάλιστα το παράδειγμα της Γαλλίας, το οποίο, όπως σημείωσε, αναφέρει και η Κατερίνα Παπανικολάου στο βιβλίο της. Μια τέτοια λύση, κατά τον ίδιο, «θα αποτελούσε εγγύηση».

Ο κ. Ράμμος υπογράμμισε ότι τα προβλήματα στο πεδίο του απορρήτου των επικοινωνιών οφείλονται τόσο «σε ελλείψεις του νόμου» όσο και «στην εφαρμογή που έχει γίνει». Ως χαρακτηριστικό παράδειγμα ανέφερε τις άρσεις για λόγους εθνικής ασφάλειας, επισημαίνοντας ότι «η συντριπτική πλειοψηφία» των σχετικών διατάξεων εκδίδονται από εισαγγελείς αποσπασμένους στην ΕΥΠ και στην Αντιτρομοκρατική, οι οποίοι είναι «εγκατεστημένοι στον ίδιο χώρο».

Στη συνέχεια, στάθηκε στις συνταγματικές αρμοδιότητες της ΑΔΑΕ, επιμένοντας ότι συχνά παραγνωρίζεται το εύρος τους. Όπως ανέφερε, «η ΑΔΑΕ έχει από το Σύνταγμα συγκεκριμένες αρμοδιότητες» και το άρθρο 19 παράγραφος 2 ορίζει ρητώς ότι ελέγχει «τη διασφάλιση του απορρήτου στο σύνολο της παραγράφου 1». Αυτό σημαίνει, κατά τον ίδιο, ότι η Αρχή μπορεί να ελέγχει και τις πράξεις που έχουν εκδώσει οι δικαστικοί λειτουργοί οι οποίοι διέταξαν την άρση του απορρήτου.

Ο πρώην Πρόεδρος της ΑΔΑΕ απέρριψε κατηγορηματικά την άποψη ότι ένας τέτοιος έλεγχος θα συνιστούσε παραβίαση της διάκρισης των εξουσιών. «Αυτό είναι σαφές ότι το Σύνταγμα το επιτρέπει», σημείωσε, προσθέτοντας ότι, «εφόσον το επιτρέπει το Σύνταγμα, δεν τίθεται θέμα παραβίασης της διάκρισης των εξουσιών». Όπως είπε, τα αναφέρει αυτά επειδή «έχουν ακουστεί πολλά τέτοια», ότι δήθεν η ΑΔΑΕ «παρεμβαίνει στο δικαστικό έργο».

Κρίσιμο σημείο της παρέμβασής του αποτέλεσε ο έλεγχος της αιτιολογίας των πράξεων άρσης του απορρήτου. Ο κ. Ράμμος υποστήριξε ότι ένας τέτοιος έλεγχος από ένα «συνταγματικά κατοχυρωμένο όργανο» θα λειτουργούσε ως «φραγμός» απέναντι στην έκδοση ανεξέλεγκτων και πολυάριθμων διατάξεων άρσης του απορρήτου. Πρόκειται, όπως είπε, για διατάξεις «για τις οποίες ποτέ δεν θα μάθουμε για ποιον λόγο εκδόθηκαν».

Ένα δεύτερο μεγάλο ζήτημα που ανέδειξε ήταν η ενημέρωση του θιγόμενου πολίτη. Υπενθύμισε ότι παλαιότερα ο νόμος προέβλεπε πως η αρμοδιότητα ενημέρωσης του πολίτη για την άρση του απορρήτου ανήκε στην ΑΔΑΕ, υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι δεν θα διακυβευόταν ο σκοπός για τον οποίο είχε γίνει η άρση. Πρόκειται, όπως σημείωσε, για προϋπόθεση που δέχεται και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.

Η αρμοδιότητα αυτή, όμως, αφαιρέθηκε από την ΑΔΑΕ. Ο κ. Ράμμος τόνισε ότι με τον τρόπο αυτό αφαιρέθηκε από «ένα πραγματικά ανεξάρτητο όργανο», κατά την έννοια της νομολογίας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, η δυνατότητα να ενημερώνεται ο πολίτης από μια ανεξάρτητη αρχή για το μέτρο που τον αφορούσε.

Κλείνοντας, επισήμανε ότι το πρόβλημα επιτείνεται από την απουσία ουσιαστικού δημόσιου διαλόγου. Όπως είπε, υπάρχει «έλλειψη ευαισθητοποίησης» στο θέμα του απορρήτου των επικοινωνιών και της άρσης του απορρήτου, ενώ ο δημόσιος διάλογος μέχρι σήμερα, «ή μάλλον η ανυπαρξία δημόσιου διαλόγου», αναδεικνύει την έκταση του προβλήματος. Αντί για συζήτηση, όπως είπε, υπάρχει «απλώς μια πολεμική», «μια άγνοια» και «μια φοβία»: «τι θα γίνει εδώ πέρα, έχουμε πάρα πολλούς εχθρούς».

Κατά τον Χρήστο Ράμμο, στη διόγκωση αυτής της φοβίας συμβάλλει, δυστυχώς, και η Ευρωπαϊκή Ένωση, μέσω των πολιτικών που προωθούνται. Το αποτέλεσμα είναι να ενισχύεται η τάση να θεωρείται «υπεράνω πάντων η εθνική ασφάλεια, ό,τι κι αν αυτή σημαίνει». Αυτό, όπως προειδοποίησε, «είναι στην πραγματικότητα ένας κίνδυνος για τα ατομικά δικαιώματα».

Γιάννης Μεταξάς: «Το απόρρητο των επικοινωνιών δεν μπορεί να είναι υπόθεση των ειδικών. Η κοινωνία πρέπει να γνωρίζει τι προστατεύεται και τι χάνει κάθε φορά που αυτό το δικαίωμα παραβιάζεται.»

Ο Γιάννης Μεταξάς προσέγγισε το ζήτημα του απορρήτου των επικοινωνιών μέσα από μια βαθύτερη ανθρωπολογική και πολιτική διάσταση, ξεκινώντας από το δικαίωμα κάθε ανθρώπου στην «αθέατη πλευρά» του. Όπως υπογράμμισε, αυτή η αθέατη πλευρά «συνδέεται με την ιδιότητα του ανθρώπου να διαφυλάσσει εκείνο το οποίο δεν θα ήθελε να είναι έκθετο», για να συμπληρώσει ότι οποιαδήποτε επέμβαση σε αυτόν τον προστατευμένο χώρο μπορεί να γίνει μόνο υπό αυστηρές προϋποθέσεις: όταν προστατεύονται άλλα αγαθά ή τρίτα πρόσωπα και, πάντως, «οπωσδήποτε σύμφωνα με τον νόμο».

Στην καρδιά της παρέμβασής του έθεσε το άρθρο 19 του Συντάγματος, το οποίο, όπως είπε, πρέπει να το «διεκδικήσουμε» εκ νέου ως κοινωνία. Ο κ. Μεταξάς τόνισε ότι η διάταξη είναι διατυπωμένη «κατά τρόπο που δεν επιδέχεται πολλές ερμηνείες ως προς την αυστηρότητά της», θέτοντας όμως το κρίσιμο ερώτημα της κοινωνικής γνώσης: «Ο κόσμος τη γνωρίζει; Έχουμε επικοινωνήσει επαρκώς αυτή τη διάταξη; Έχει γίνει διδασκαλία αυτής της διάταξης;»

Κατά τον ίδιο, το απόλυτο περιεχόμενο του άρθρου 19 δεν μπορεί να παραμένει υπόθεση λίγων ειδικών ή νομικών. «Δεν μπορεί να παραμένει γνώση μόνο κάποιων που ξέρουν περισσότερο», σημείωσε, ενώ η κοινωνία αγνοεί «τι είναι αυτό που προστατεύεται». Γι’ αυτό και έθεσε ως βασικό αίτημα τη «διεύρυνση της γνώσης»: τι πρέπει να γνωρίζουμε, όπως είπε, «για να προστατευόμαστε και για να προστατεύουμε ταυτόχρονα», αλλά και «τι γίνεται κάθε φορά που προσβάλλεται το άρθρο 19».

Ο επίτιμος καθηγητής του ΕΚΠΑ συνέδεσε το ζήτημα του απορρήτου με τη γενικότερη λειτουργία της δημοκρατίας και της πολιτικής κοινωνίας. Υποστήριξε ότι η προσβολή του άρθρου 19 δεν αφορά μόνο ένα ατομικό δικαίωμα, αλλά αγγίζει την ίδια τη δυνατότητα του πολίτη να συμμετέχει ισότιμα στον δημόσιο βίο.

Παράλληλα, ο κ. Μεταξάς διατύπωσε έναν ευρύτερο προβληματισμό για την κατεύθυνση της σύγχρονης κοινωνίας. Όπως είπε, η ελληνική κοινωνία, αλλά και άλλες κοινωνίες, λόγω της διαπαιδαγώγησής τους, της επιτάχυνσης της ζωής και της «λατρείας της αποτελεσματικότητας», γίνονται «όλο και περισσότερο αρχηγοκεντρικές».

Μαρία Σκάγκου: «Πολύ πριν έρθει η υπόθεση στο φως, υπήρχαν θεσμικές αδυναμίες και πρακτικές εφαρμογής του νόμου που προετοίμαζαν σιωπηρά το έδαφος για την εκτροπή που τελικά αποκαλύφθηκε»

Η Μαρία Σκάγκου μετέφερε στη συζήτηση την εμπειρία της από την πρακτική εφαρμογή του απορρήτου των επικοινωνιών, έχοντας γνωρίσει την Κατερίνα Παπανικολάου κατά τη διάρκεια της θητείας της στην ΑΔΑΕ, την περίοδο που η ίδια ήταν «υπεύθυνη ασφαλείας και νομική σύμβουλος σε έναν τηλεπικοινωνιακό πάροχο».

Όπως ανέφερε, η ουσιαστική συζήτηση για το απόρρητο, τα θεσμικά προβλήματα και τις «θεσμικές εκτροπές» άργησε πολύ να ξεκινήσει. «Συζητήσαμε όταν πλέον είχε συμβεί κάτι», σημείωσε χαρακτηριστικά, υπογραμμίζοντας ότι στην πραγματικότητα υπήρχαν ήδη πολλά ζητήματα τα οποία, «με τον έναν ή τον άλλον τρόπο», μέσα από την πρακτική εφαρμογή της διάταξης και των περιορισμών της, «υπέβοσκαν» και προετοίμαζαν ακόμη και «τη δυνατότητα να συμβεί αυτή η εκτροπή».

Η κ. Σκάγκου στάθηκε ιδιαίτερα στη συζήτηση που έχει γίνει γύρω από τη γνωμοδότηση του κ. Ντογιάκου, επισημαίνοντας όμως ότι το πρόβλημα δεν εμφανίστηκε τότε για πρώτη φορά. Όπως υπενθύμισε, «υπήρξε εισαγγελική γνωμοδότηση πάνω σε αυτό το θέμα ήδη από το 2009», από τον τότε Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, κ. Σανιδά, σε ζήτημα που αφορούσε το άρθρο 19 του Συντάγματος.

Η γνωμοδότηση εκείνη, όπως εξήγησε, επιχειρούσε να ερμηνεύσει «τι προστατεύεται από το Σύνταγμα» και κατέληγε να εξαιρεί «τα εξωτερικά στοιχεία της επικοινωνίας» από το πεδίο προστασίας του άρθρου 19. Η προσέγγιση αυτή, κατά την ίδια, είχε σοβαρές θεσμικές συνέπειες, καθώς περιόριζε την αντίληψη για το εύρος του απορρήτου των επικοινωνιών.

Παράλληλα, υπενθύμισε ότι η γνωμοδότηση Ντογιάκου συνοδευόταν ουσιαστικά από «απειλή ποινικών ευθυνών» για την ΑΔΑΕ. Η κ. Σκάγκου τόνισε όμως ότι οι συνέπειες δεν αφορούσαν μόνο την Αρχή, αλλά και τους τηλεπικοινωνιακούς παρόχους. Αν οι πάροχοι δεν συμμορφώνονταν, τότε οι νόμιμοι εκπρόσωποί τους, δηλαδή «εκείνοι που λειτουργούσαν ως εργαλεία υλοποίησης των σχετικών διατάξεων», θα μπορούσαν να βρεθούν αντιμέτωποι με ποινικές ευθύνες.

Κατερίνα Παπανικολάου: «Καμία από τις πολλαπλές εγγυήσεις του δικαιώματος δεν κατόρθωσε να εγγυηθεί το δικαίωμα του Νίκου Ανδρουλάκη, του Θανάση Κουκάκη και πολλών άλλων»

Η Κατερίνα Παπανικολάου μίλησε με έντονα προσωπικό τόνο για τη συγγραφή του βιβλίου της, περιγράφοντάς την ως μια προσπάθεια να αντισταθεί «στην αίσθηση ματαιοπονίας» και «στον κίνδυνο ιδιώτευσης». Όπως είπε, «όσοι βρεθήκαμε στη δίνη αυτής της συγκυρίας» βρέθηκαν να αθροίζουν «αποτυχίες, τη μία μετά την άλλη».

Η πρώην μέλος της Ολομέλειας της ΑΔΑΕ στάθηκε στη θεσμική αποτυχία προστασίας του απορρήτου των επικοινωνιών, επισημαίνοντας ότι «καμία από τις πολλαπλές εγγυήσεις του δικαιώματος» δεν αποδείχθηκε αρκετή. Αναφέρθηκε συγκεκριμένα στο «Σύνταγμα», στην «ΕΣΔΑ», στον «Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων», στις «δικαστικές» και στις «ανεξάρτητες αρχές», υπογραμμίζοντας ότι κανένας από αυτούς τους μηχανισμούς «δεν κατόρθωσε να εγγυηθεί» το δικαίωμα όσων βρέθηκαν στο επίκεντρο των παρακολουθήσεων.

Μιλώντας ειδικότερα, αναφέρθηκε στο δικαίωμα «του Νίκου Ανδρουλάκη», «του Θανάση Κουκάκη» και «πολλών άλλων», ανάμεσά τους «πολιτικών προσώπων», «ανώτατων κρατικών αξιωματούχων» και «δημοσιογράφων», προσθέτοντας με νόημα: «και ποιος ξέρει πόσων ακόμη».

Η αποτίμηση αυτής της εμπειρίας, όπως είπε, παραμένει βαριά. «Οι λόγοι είναι πλέον πασίγνωστοι», σημείωσε, ωστόσο «η αποτίμηση δεν παύει να είναι μελαγχολική», όπως «μελαγχολική είναι πάντα η επίγευση κάθε ατελέσφορης προσπάθειας», τουλάχιστον «μέχρι στιγμής».

Διαπαραταξιακή απόβαση και εκπροσώπηση

Στην εκδήλωση προσήλθαν ο τέως υπηρεσιακός πρωθυπουργός Ιωάννης Σαρμάς, ο Γαβριήλ Σακελλαρίδης, ο Αλέξης Χαρίτσης, η Μιλένα Αποστολάκη, ο Μιχάλης Κατρίνης, ο Στέφανος Παραστατίδης, ο Δημήτρης Μάντζος, ο Χρήστος Κακλαμάνης και η Όλγα Γεροβασίλη. Παρόντες ήταν επίσης ο Θανάσης Κουκάκης, ο δικηγόρος Ζαχαρίας Κεσσές, το πρώην μέλος της ΑΔΑΕ Στέφανος Γκρίτζαλης, ο πρώην πρόεδρος του ΔΣΑ Δημήτρης Βερβεσός, καθώς και αρκετοί καθηγητές Νομικής. Το «παρών» έδωσαν και οι δημοσιογράφοι που ερευνούν την υπόθεση και έχουν προβεί σε σημαντικές αποκαλύψεις, ανάμεσά τους η Ελίζα Τριανταφύλλου, ο Τάσος Τέλλογλου, ο Νικόλας Λεοντόπουλος και ο Θοδωρής Χονδρόγιαννος.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

fourteen − 5 =