Ο Τάκης Κ. Βιδάλης, συγγραφέας του βιβλίου Το φρούριο των Πολιορκητών, Ανατομία ενός όπλου, που εκδόθηκε το 2026 από τις εκδόσεις Εύμαρος, θέτει ξανά τις θεμελιώδεις ερωτήσεις, σχετικά με την έννοια και τη λειτουργία του Συντάγματος. Τί είναι το Σύνταγμα; Γιατί το χρειαζόμαστε; Είναι όπλο διεκδίκησης στα χέρια των πολιτών για την κατάκτηση της κοινωνικής προόδου και της ευημερίας των πολλών ή είναι πρόσχημα της εκάστοτε εξουσίας, ένα εργαλείο που χρησιμοποιούν οι «επαγγελματίες» πολιτικοί, για να δικαιολογούν τις πολιτικές τους και να εκμαιεύουν τη συναίνεση στις «προειλημμένες» αποφάσεις τους;
Στην επιγραφή του βιβλίου, ο συγγραφέας παραθέτει το εξής απόσπασμα-αναφορά του Καρόλου Μαρξ[1], το οποίο συχνά μνημόνευε στη διδασκαλία του ο Καθηγητής Αριστόβουλος Μάνεσης: Πρέπει να σπάσει ο σιδερένιος κλοιός της ασφυκτικής νομιμότητας. Η συνταγματική δημοκρατία είναι αδύνατη. Πρέπει να πολεμήσουμε με τα πραγματικά μας όπλα…. Το Σύνταγμα είναι ένα φρούριο που δεν προστατεύει παρά τους πολιορκητές και όχι τους πολιορκημένους! Το απόσπασμα αναφέρεται στους εργάτες της βιομηχανικής εποχής, που από τα οδοφράγματα των μητροπόλεων της Ευρώπης διεκδικούσαν μια καλύτερη ζωή, πολιορκώντας, με φρούριο το Σύνταγμα, τους λίγους που κατείχαν την εξουσία και φοβούνταν την ανατροπή τους από την κοινωνική ορμή.
Ο Τάκης Κ. Βιδάλης, ως άλλος Ιανός, παρατηρεί το δίκαιο, κοιτώντας το με δύο πρόσωπα, κατά το εύστοχο παράδειγμα των J. Commaille και F. Perrin[2], που, επίσης, μνημόνευε συχνά στη διδασκαλία του ο Καθηγητής Θανάσης Κ. Παπαχρίστου[3]. Με το ένα πρόσωπο κοιτά και αναλύει το νομικό δόγμα, δηλαδή τους συνταγματικούς κανόνες και τη κανονιστική τους δύναμη. Με το άλλο πρόσωπο στρέφεται προς την κοινωνική, οικονομική και πολιτική πραγματικότητα, εντός της οποίας αναπτύσσονται αυτοί οι κανόνες. Μπολιάζοντας το δίκαιο, το κανονιστικό «δέον», με το περιγραφικό «είναι» της ζωντανής πραγματικότητας, ο Τάκης Κ. Βιδάλης απελευθερώνει την ανάλυσή του από την αυστηρότητα της νομικής ορολογίας και τη φωτίζει με τη διαύγεια, την καθαρότητα, τη δύναμη και την αλήθεια που κρύβουν τα άρθρα του Συντάγματος. Με μια γλώσσα δυναμική, ρέουσα, γεμάτη σύγχρονα παραδείγματα από την ελληνική και διεθνή ειδησεογραφία, το βιβλίο δεν είναι, απλώς, ένα ακόμα νομικό εγχειρίδιο για τις βασικές αρχές του Συντάγματος, αλλά είναι, επίσης, ένα απολαυστικό πολιτικό βιβλίο, ένα όπλο στα χέρια των ενεργών πολιτών.
Ι. Το Σύνταγμα του 1975 και οι ερμηνευτικές προσεγγίσεις της Μεταπολίτευσης
Το φρούριο των Πολιορκητών, Ανατομία ενός όπλου δεν είναι μια ακόμα μονογραφία Συνταγματικού Δικαίου, η οποία εξετάζει και εξαντλεί σε βάθος ένα προς διερεύνηση θέμα. Δεν συνομιλεί με την επιστημονική κοινότητα με αυστηρά μεθοδολογικά εργαλεία και εξαντλητικές βιβλιογραφικές παραπομπές. Η πρωτοτυπία του έγκειται στο ότι με τον δοκιμιακό τρόπο γραφής του, διεξάγει μια πραγματική μάχη ιδεών. Ο συγγραφέας υπερασπίζεται το Σύνταγμα από την απαξίωση και την εργαλειοποίηση, στην οποία το οδήγησαν οι κυβερνώντες και οι «πρόθυμοι» συνταγματολόγοι της μεταπολίτευσης. Αφού εκφράσει τις ευχαριστίες του στους Καθηγητές του Συνταγματικού Δικαίου για τη νομική σκευή που του δώρισαν, δεν διστάζει να ασκήσει κριτική στη στάση που υιοθέτησαν στα χρόνια της μεταπολίτευσης, συντηρώντας «τον μύθο της ομαλής λειτουργίας των θεσμών» και οδηγώντας με τις απόψεις και τη διδασκαλία τους σε ένα Σύνταγμα απονευρωμένο, σχεδόν περιττό.
Στο βιβλίο του ο συγγραφέας δεν διστάζει να θέσει «τον δάκτυλον επί τον τύπον των ήλων». Το Σύνταγμα του 1975 δεν ήταν «ένα έργο τέχνης», που δημιούργησε για τον λαό του ο «εθνάρχης» και οδήγησε στην «καλύτερη δυνατή δημοκρατία». Ήταν ένα συντηρητικό Σύνταγμα, το αποτέλεσμα του συσχετισμού των κοινωνικοπολιτικών δυνάμεων της εποχής και εξέφραζε την αγωνία των κρατούντων να προστατευτεί η συνταγματική συνέχεια, δια της «αναθεωρήσεως» του μετεμφυλιακού Συντάγματος του 1952. Αντί της ενίσχυσης θεσμικών αντιβάρων, ικανών να περιορίσουν τις αυθαιρεσίες της εξουσίας, το Σύνταγμα του 1975 ενίσχυσε, έτι περαιτέρω, την εκτελεστική λειτουργία, με αποτέλεσμα η ώσμωση της νομοθετικής με την εκτελεστική εξουσία και η εξάρτηση της δικαστικής εξουσίας από την εκάστοτε κυβέρνηση να λειτουργεί αδιατάρακτα, σχεδόν, από την ίδρυση του ελεύθερου ελληνικού κράτους ως τις ημέρες της χρεωκοπίας.
Η ένταξη αρχικά στην ΕΟΚ και στη συνέχεια στην ΕΕ και στην ευρωζώνη, που αποτέλεσε, κατά τον συγγραφέα, ένα υποκατάστατο της Μεγάλης Ιδέας για τη μεταπολεμική Ελλάδα, οδήγησε σε μόνιμη παραχώρηση κυριαρχίας απροσδιόριστης έκτασης. Ο εκφυλισμός της ΕΕ σε ένα μοντέλο ολιγαρχικής διακυβέρνησης, όπου μία κάστα τεχνοκρατών της πολιτικής, με τη βοήθεια μια αχανούς γραφειοκρατίας, αποφασίζουν ερήμην, χωρίς τη δυνατότητα ελέγχου από τους πολίτες, αφυδάτωσε τη δημοκρατία και κατέστησε τις κυβερνήσεις και τα εθνικά κοινοβούλια σε απλούς υπαλλήλους της ΕΕ, που διεκπεραιώνουν την «ανατεθείσα» δουλειά.
Επιπροσθέτως, η αποδοχή του νεοφιλελευθερισμού και του Τέλους της Ιστορίας από τους mainstream συνταγματολόγους της μεταπολίτευσης οδήγησε, βαθμιαία, στην αποδοχή ότι οι «υπερεθνικές ελίτ» της παγκοσμιοποίησης θα υπαγορεύουν, πλέον, τους κανόνες διακυβέρνησης στα αδύναμα να αντισταθούν εθνικά κράτη. Η πρόταξη του διεθνούς και ενωσιακού δικαίου αντί της υπεροχής του Συντάγματος στη θεωρία του συνταγματικού δικαίου, είχε ως συνέπεια την υιοθέτηση συνεχών αναθεωρήσεων του συνταγματικού κειμένου, που απέβλεπαν όχι σε αυτή καθαυτή τη ρύθμιση, αλλά κυρίως στη νομιμοποίηση της πολιτικής εξουσίας στη συνείδηση των κυβερνωμένων.
Οι ερμηνευτικές προσεγγίσεις περί «ζωντανού» ή «επαυξημένου» Συντάγματος κατέληξαν σε μια απεριόριστη «ευρυχωρία» των νομικών κανόνων, επιτρέποντας ακόμα και ερμηνείες γλωσσικά αντίθετες με το κείμενο του Συντάγματος, όπως οι πρόσφατες αποφάσεις του ΣτΕ, που έκριναν ως συμβατές με το Σύνταγμα την εγκατάσταση αιολικών πάρκων σε αναδασωτέες εκτάσεις και τη λειτουργία ιδιωτικών πανεπιστημίων. Το Σύνταγμα, ως χρήσιμο εργαλείο, κλήθηκε να υπηρετεί προειλημμένες πολιτικές επιλογές «των ικανών» να κυβερνούν, συχνά κατά παράκαμψη των ρητών επιτακτικών ή απαγορευτικών κανόνων του.
ΙΙ. Η οικονομική κρίση και η απομείωση της εθνικής κυριαρχίας και του Κράτους Δικαίου
Πριν την οικονομική κρίση και τη χρεωκοπία της χώρας, στη μεταπολιτευτική Βουλή, δεν ήταν τα όργανα του Κράτους που ασκούσαν την εξουσία, ήταν το κομματικό σύστημα που αποίκιζε κάθε αρμό του πολιτικού συστήματος, της δημόσιας διοίκησης, των συνδικάτων, των δομών συλλογικής δράσης, χωρίς, όμως, κανέναν ενδιαφέρον για τις ανάγκες της κοινωνίας. Τα κόμματα λειτουργούσαν ως φορείς πραγματικής εξουσίας, έχοντας τον απόλυτο έλεγχο του κρατικού μηχανισμού και της λήψης των αποφάσεων, ενώ η κοινωνία παρέμενε παθητική έχοντας «αναθέσει» στους αντιπροσώπους της να εξασφαλίσουν τις κατάλληλες προσβάσεις στην εξουσία και στις αποφάσεις. Η κρίση σάρωσε την εξουσία του κομματικού συστήματος και οδήγησε σε δομική απαξίωση του συνδικαλισμού και της συμμετοχής στα κοινά.
Η ιδεολογία έδωσε τη θέση της σε μια λογική διαχείρισης οικονομικών απαιτήσεων που θεωρήθηκαν «δεδομένες» και η λογική TINA (there is no alternative) υιοθετήθηκε, ασμένως, από τους επαγγελματίες της πολιτικής, που εξυπηρετούσαν τις πελατείες τους, αδιαφορώντας για κρίσιμες αποφάσεις που έπρεπε να ληφθούν επειγόντως, προκειμένου να αναδιαταχθεί ο παραγωγικός ιστός τη χώρας και να προστατευτούν οι δημόσιες κοινωνικές δομές από την άκαμπτη λογική του «συμφώνου σταθερότητας», που εξόντωσε τις μικρές αδύναμες χώρες της ΕΕ.
Η χρεωκοπία ήρθε σαν «κεραυνός εν αιθρία» σε μια κοινωνία, που είχε πιστέψει ότι η οικονομία είναι εύρωστη, οι θεσμοί λειτουργούν και θα την προστατέψουν από την κρίση. Ωστόσο, οι όροι του δανεισμού δεν άφηναν κανένα περιθώριο άσκησης εθνικής οικονομικής πολιτικής. Το κοινοβούλιο καταστρατήγησε τις συνταγματικές προβλέψεις της διάταξης του άρθρου 106, παρ. 1 του Συντάγματος και υιοθέτησε, ασμένως, τους αποικιοκρατικούς όρους των μνημονίων. Τα οικονομικά υπουργεία μετατράπηκαν σε εκτελεστικά όργανα των δανειστών και της τρόικας, η δημόσια περιουσία υποθηκεύτηκε για το χρέος και συμφωνήθηκαν υψηλοί ρυθμοί ανάπτυξης και ανεδαφικές μακροχρόνιες αυξήσεις του ΑΕΠ. Από την άλλη πλευρά οι δικαστές, αντί να ερμηνεύουν το νόμο στο όνομα του ελληνικού λαού, με ερμηνευτικές ακροβασίες και αποφάνσεις-αξιώματα δέχτηκαν να εφαρμόσουν τους μνημονιακούς νόμους για τη «σωτηρία της χώρας», ενεργώντας στην πραγματικότητα σαν προεκτάσεις της εκτελεστικής εξουσίας.
Χωρίς θεσμικά αντίβαρα, ικανά να περιορίσουν τις αυθαιρεσίες της εξουσίας, το Κράτος αποσύρθηκε από τον κοινωνικό του ρόλο και η ελληνική κοινωνία οδηγήθηκε σε ανθρωπιστική κρίση. Η εμφάνιση πρωτοφανούς επιπέδου οικονομικής ανισότητας, η συνεχής επίθεση στην κοινωνική ασφάλιση και στους θεσμούς της πρόνοιας στο όνομα του εξορθολογισμού των δημόσιων οικονομικών, η υποβάθμιση της υγείας, της παιδείας και των δημόσιων μεταφορών, η μετανάστευση μεγάλου αριθμού νέων εξειδικευμένων επιστημόνων σε άλλες χώρες, είναι μερικές από τις συνέπειες της χρεωκοπίας και αφορούν στη δραματική υποχώρηση όλων των πτυχών της ζωής, με αύξηση της ανασφάλειας και οικονομικής αβεβαιότητας των πολιτών, με αύξηση των αυτοκτονιών και των ψυχικών νοσημάτων. Ως αποτέλεσμα, η Ελλάδα, χωρίς θεσμικές εγγυήσεις και μέσα ικανά να αντιμετωπίσουν την οικονομική κρίση, κατέστη έρμαιο μιας χρηματιστικής ολιγαρχίας και υποθήκευσε τη δημόσια περιουσία και το δημόσιο πλούτο της, για να αντιμετωπίσει τον υπέρογκο δανεισμό «αλληλεγγύης».
Πριν τη χρεωκοπία, τα κοινωνικά δικαιώματα είχαν ήδη υποχωρήσει καθώς θεωρήθηκε ότι δεν συνοδεύονται από έννομες αξιώσεις απέναντι στο Κράτος. Η επικράτηση του νεοφιλευθερισμού, στη θεωρία του συνταγματικού δικαίου, σάρωσε το λεγόμενο «κοινωνικό κεκτημένο» και οι μεγάλες κατακτήσεις στην δημόσια υγεία, παιδεία, κοινωνική ασφάλιση και πρόνοια αποψιλώθηκαν, ως έρμαια του συνταγματικού «ρεαλισμού». Στην περίοδο της πανδημίας τα κοινωνικά δικαιώματα θα μπορούσαν να ανακτήσουν τη δεσμευτική τους δύναμη, εάν οι κυβερνώντες λάμβαναν αποφάσεις σε εθνικό επίπεδο, εκτός μνημονιακών υποχρεώσεων, επικαλούμενοι την κατάσταση ανάγκης που αντιμετώπιζε η κοινωνία, κυρίως ως προς την στήριξη των υγειονομικών δομών.
Η πανδημία, που ακολούθησε τη χρεωκοπία, φανέρωσε την απουσία κρατικών δομών για την αντιμετώπισή της. Οι ελλείψεις στην πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας, στα νοσοκομεία, στις μονάδες εντατικής θεραπείας, στο υγειονομικό και διοικητικό προσωπικό οδήγησαν σε πρωτόγνωρα επίπεδα θανάτων αναλογικά με τον πληθυσμό. Επιπροσθέτως, οι κυβερνώντες υπερτονίζοντας το αφήγημα της «ατομικής ευθύνης» προχώρησαν σε δυσανάλογους περιορισμούς των ατομικών δικαιωμάτων των πολιτών, στην ελευθερία μετακίνησης, στην ιδιωτικότητα, στην ελευθερία της έκφρασης, στο δικαίωμα πληροφόρησης και κυρίως στην ελευθερία συναίνεσης πριν την υποβολή σε ιατρικές πράξεις με τους εξαναγκαστικούς εμβολιασμούς, η άρνηση των οποίων επέφερε πρόστιμα και απολύσεις. Η πανδημία αποτέλεσε, ουσιαστικά μια πολεμική δοκιμασία, όχι μόνο κατά του κράτους πρόνοιας, αλλά και του ίδιου του κράτους δικαίου, με βίαιη καταστολή των διαδηλώσεων και ενίσχυση των μηχανισμών ψηφιακής επιτήρησης, χωρίς καμιά αντίρρηση εκ μέρους των επιφανών συνταγματολόγων.
ΙΙΙ. Η ψηφιακή διακυβέρνηση και η εμφάνιση νέων κινδύνων
Μετά την πανδημία, η ραγδαία ανάπτυξη της τεχνολογίας έγινε το νέο μεγάλο αφήγημα -η νέα μεγάλη ιδέα- και προβλήθηκε ως πανάκεια για κάθε κοινωνικό πρόβλημα. Η ψηφιακή διακυβέρνηση κρίθηκε αναγκαία για τον εκσυγχρονισμό των δομών και την εξοικονόμηση δαπανών και ανατέθηκε σε ιδιώτες παρόχους, που, ως νέοι ολιγάρχες, κρατούν τα κλειδιά της πρόσβασης στα προσωπικά δεδομένα των πολιτών και στις παροχές που δικαιούνται από την άσκηση των δικαιωμάτων τους. Η πρόσβαση στα βασικά κοινωνικά αγαθά ασκείται σήμερα με τη μεσολάβηση τεχνολογικών εφαρμογών, αδιαφανών στον τρόπο λειτουργίας και ελέγχου, υπό το πρόσχημα της «απλοποίησης» και της «εξοικονόμησης» δαπανών και της απελευθέρωσης των αγορών.
Σήμερα το Κράτος έχει ανaθέσει βασικές λειτουργίες του για την οικονομία, το φορολογικό σύστημα, τη δημοσία ασφάλιση, την υγεία, την εκπαίδευση, την εργασία και την ανεργία στη τεχνογνωσία, που αναπτύσσουν, διεθνώς, οι τέσσερις πέντε τεχνολογικοί κολοσσοί (Big Tech). Οι νέοι high tech φεουδάρχες κατέχουν δεσπόζουσα θέση, στρατηγικής υπεροχής, απέναντι στα Κράτη και μπορούν ανά πάσα στιγμή να μπλοκάρουν τις ζωτικές λειτουργίες τους σε όλα τα επίπεδα καθώς ευαίσθητες προσωπικές, οικονομικές και στρατηγικές πληροφορίες, τόσο των ατόμων όσο και των κρατών, αποθηκεύονται σε ιδιωτικά υπολογιστικά νέφη-clouds. Επιπλέον, η τεχνολογία άνοιξε διάπλατα το δρόμο για τη χειραγώγηση της βούλησης μέσω των deepfakes, της υποσυνείδητης προώθησης μηνυμάτων και της λογοκρισίας στο διαδίκτυο. Πλέον, γίνεται λόγος όχι για εξάρτηση της εθνικής κυριαρχίας από ολιγοπώλια, αλλά για έλεγχο του νου και της βούλησης ολόκληρων κοινωνιών.
Οι συνέπειες από την αποτυχία των επαγγελματιών πολιτικών να αντιμετωπίσουν την οικονομική κρίση και η εγκατάλειψη των αναγκών της κοινωνίας υπερ ιδιοτελών συμφερόντων εγχώριων και διεθνών κέντρων εξουσίας, οδήγησε στην αδιαφορία των πολιτών για τα κοινά, στην παθητικοποίηση του εκλογικού σώματος, στην αποχή από συλλογικές διαδικασίες, στην υπονόμευση της αντιπροσώπευσης και τελικά στην απονομιμοποίηση της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας.
Μετά τη χρεωκοπία και την πανδημία μια νέα ζοφερή εποχή για το Κράτος Δικαίου ανέτειλε στη χώρα μας. Αντί για τη διαφύλαξη της αυτονομίας και του αυτοκαθορισμού των πολιτών, αντί για την ανεμπόδιστη άσκηση των ατομικών ελευθεριών και των πολιτικών και κοινωνικών τους δικαιωμάτων, νέοι κίνδυνοι επικρέμανται, ως δαμόκλειος σπάθη, πάνω από το κοινωνικό σώμα, που βιώνει ένα συνεχές «δόγμα του σοκ». Η επικυριαρχία της τεχνολογίας, όχι μόνο στην οικονομία, άλλα σε όλα τα επίπεδα λήψης αποφάσεων∙ η υπερσυγκέντρωση του πλούτου και η διεύρυνση της παγκόσμιας ανισότητας∙ η άνοδος της ακροδεξιάς και του φασισμού μετά την αποκαθήλωση της παγκοσμιοποίησης∙ η απειλή ενός νέου παγκόσμιου πολέμου και ο φόβος ενός πυρηνικού ολοκαυτώματος είναι μόνο μερικά από τα πεδία μάχης για την ανάκτηση της εθνικής κυριαρχίας με όπλο το Σύνταγμα.
IV. Μπορεί η Δημοκρατία να αναστηθεί με όπλο το Σύνταγμα;
Μόνο η παρουσία του κοινωνικού παράγοντα, δηλαδή η ενεργή κοινωνία των πολιτών αποτέλεσε -σε οριακές στιγμές απαξίωσης των πολιτικών θεσμών- το κρίσιμο αντίβαρο στην εξουσία, αναλαμβάνοντας η ίδια την ευθύνη της πολιτικής αυτονομίας της. Οι κυβερνώμενοι, η μεγάλη πλειονότητα των πολιτών, έχουν πάντοτε συμφέρον να υπερασπίζονται το Σύνταγμα, όταν οι κρατούντες επιδιώκουν να το βάλουν στο περιθώριο. Μπορεί η δημοκρατία να αναστηθεί; Μπορεί μια πραγματική σχέση αντιπροσώπευσης να θεμελιωθεί με βάση το Σύνταγμα, ενδεχομένως, πέρα από τους κομματικούς μηχανισμούς; Μπορεί η άνθιση μιας πραγματικής κοινωνίας των πολιτών, με ανεξάρτητες πρωτοβουλίες, με υιοθέτηση αρχών της άμεσης δημοκρατίας, με αποτελεσματικό έλεγχο, διαρκή λογοδοσία και ανακλητότητα των αντιπροσώπων να ανασυστήσει τη δημοκρατία, ορίζοντας εκ νέου την έννοια της αντιπροσώπευσης;
Tα μεγάλα συλλαλητήρια των Τεμπών, η αυθόρμητη κινητοποίηση εκατοντάδων χιλιάδων πολιτών που κατέβηκαν στους δρόμους απαιτώντας Δικαιοσύνη και τιμωρία των υπευθύνων για την απώλεια τόσων νέων ανθρώπων που ταξίδευαν με τραίνο, το «ασφαλέστερο» μέσο μαζικής μεταφοράς, είναι η ζωντανή απόδειξη ότι το Σύνταγμα μπορεί να γίνει όπλο και να αλλάξει μια νοσηρή πολιτική στασιμότητα δεκαετιών. Το πρόταγμα της Δικαιοσύνης συνοδεύεται από την αξίωση οι δημοκρατικοί θεσμοί να λειτουργήσουν ομαλά και απογυμνώνει την πειθήνια στάση των προβεβλημένων διανοούμενων και απολογητών της κυβερνητικής εξουσίας. Με τα λόγια του συγγραφέα, Το Σύνταγμα είναι εδώ για να μας δείχνει με έμφαση ποια είναι τα κοινά αγαθά που αξίζει να διεκδικούμε συλλογικά, και αυτό είναι ένα πλεονέκτημα που δεν πρέπει να χαθεί. Είναι, μάλιστα, εδώ για να μας δείξει πως θα οριοθετήσουμε την εξουσία όσων εμπιστευτούμε να μας κυβερνήσουν στο εξής, ώστε να μη μας ξεφύγει πάλι από τα χέρια ο έλεγχός τους: ίσως η εξουσία είναι αναγκαίο κακό σε κάθε κοινωνία, η κατάχρησή της ωστόσο δεν επαφίεται στη μοίρα, αρκεί να μείνουμε νοερά εκεί, στις πλατείες των Τεμπών.
Ενόψει της επικείμενης συνταγματικής αναθεώρησης, κατά την οποία «εξειδικευμένοι» τεχνοκράτες επιχειρούν, πάλι, να «πειράξουν» το Σύνταγμα καταπώς βολεύει τους κυβερνώντες, ο Τάκης Κ. Βιδάλης αφυπνίζει τις συνειδήσεις μας, τονίζοντας ότι τα άρθρα του Συντάγματος είναι τα όπλα μας. Εξασφαλίζουν την ελευθερία και την ισότητα, τις ατομικές ελευθερίες τα πολιτικά και κοινωνικά μας δικαιώματα και περιορίζουν τις αυθαιρεσίες των κρατούντων, υπό την προϋπόθεση ότι εμείς οι πολίτες παραμένουμε ενεργοί και συνειδητοποιημένοι και δεν αναθέτουμε «εν λευκώ» την υπεράσπιση των αναγκών και των συμφερόντων μας στους εθνικούς αντιπροσώπους και στο κομματικό σύστημα.
Θα μείνουμε πάλι άπρακτοι και απαθείς; Θα τους αφήσουμε να αλώσουν το Φρούριο μας;
Αθήνα 20.6.2026
[1] Μαρξ, Καρλ, Οι ταξικοί αγώνες στη Γαλλία από το 1848 ως το 1850, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 2000, σ. 152.
[2] Jacques Commaille et Jean-François Perrin, «Le modèle de Janus de la sociologie du droit», Droit et Société, n°1, Année 1985, pp. 95-110.
[3] Παπαχρίστου, Θανάσης, Κ., Κοινωνιολογία του Δικαίου, εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα , 1999, σ.86.




