I. Εισαγωγή: Συνταγματική θεμελίωση των εγγυήσεων δικαστικής προστασίας στην έννομη τάξη των ΗΠΑ
Η παρούσα μελέτη εστιάζει στις θεμελιώδεις εγγυήσεις δικαστικής προστασίας στο αμερικανικό συνταγματικό οικοδόμημα, αναζητώντας τα όρια και τις αντοχές τους υπό το φως των πρόσφατων μεταναστευτικών πολιτικών επιλογών. Προ της εξέτασης των πρόσφατων εξελίξεων, επιβάλλεται να ανατρέξουμε στη συνταγματική θεμελίωση των εγγυήσεων δικαστικής προστασίας στις Ηνωμένες Πολιτείες, με έμφαση στο δικαίωμα στη due process, το οποίο ενσωματώνει το δικαίωμα πρόσβασης στη δικαιοσύνη, και στο δικαίωμα του habeas corpus, ως κορυφαία έκφανση της προστασίας της προσωπικής ελευθερίας στην αμερικανική έννομη τάξη.
Α. Το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη (due process)
Όσον αφορά το δικαίωμα σε due process και την παροχή έννομης προστασίας, αυτό θεμελιώνεται στην 14η Τροπολογία του αμερικανικού συντάγματος[1] και θεσπίστηκε το έτος 1868.[2] Σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Ανώτατου Δικαστηρίου των ΗΠΑ,[3] όπως έχει ερμηνεύσει την εν λόγω διάταξη, φορείς του δικαιώματος σε due process είναι το σύνολο των προσώπων που βρίσκονται στο έδαφος των ΗΠΑ, συμπεριλαμβανομένων και των μη πολιτών, δηλαδή, των αλλοδαπών.
Β. Η απαγόρευση αυθαίρετης σύλληψης και κράτησης (habeas corpus)
Σχετικά με το habeas corpus, με τον εν λόγω όρο, όπως είναι γνωστό , νοείται το σύνολο των εγγυήσεων προστασίας από την παράνομη και αυθαίρετη σύλληψη και κράτηση και κατοχυρώνεται συνταγματικά στο άρθρο 1 σημείο 9 του αμερικανικού συντάγματος,[4] ενώ, προβλέπεται ρήτρα εξαίρεσης ορίζοντας τρεις περιπτώσεις αναστολής του habeas corpus: πόλεμος, εισβολή από ξένη χώρα και κίνδυνος για την εθνική ασφάλεια του κράτους.[5] Σύμφωνα με την συστηματική ερμηνεία της ρήτρας εξαιρέσεως, η απόφαση αναστολής λαμβάνεται από το Κογκρέσο, εφόσον το άρθρο 1 του αμερικανικού συντάγματος αναφέρεται στις εξουσίες του Κογκρέσου.[6]
Ιστορικά το habeas corpus έχει ανασταλεί τρεις φορές: το 1861 κατά την διάρκεια του Αμερικανικού Εμφυλίου Πολέμου με απόφαση του Κογκρέσου, στις αναταραχές που προκλήθηκαν από την κατάληψη πέντε κομητειών της Νότιας Καρολίνα από την ΚΚΚ και το 1905 στις Φιλιππίνες για την καταστολή εξέγερσης σε δύο επαρχίες από Φιλιππινέζους ιθαγενείς κατά των αμερικανικών αποικιοκρατικών δυνάμεων. Τον 21ο αιώνα τέθηκαν ζητήματα παραβίασης του habeas corpus[7] ύστερα από την τρομοκρατική επίθεση στους Δίδυμους Πύργους και τα μέτρα που έλαβε η κυβέρνηση του Τζορτζ Μπους του νεότερου μέσω διαταγμάτων, αλλά και νόμων που ψήφισε το Κογκρέσο, όπως το Military Commissions Act, οι οποίοι προέβλεπαν ότι όσοι συλλαμβάνονταν και κρατούνταν στο Γκουαντάναμο ως ύποπτοι τρομοκρατίας δεν μπορούσαν να προσφύγουν δικαστικά κατά της σύλληψης και κράτησής τους ενώπιον των ομοσπονδιακών δικαστηρίων της Ουάσινγκτον, αλλά ηδύναντο να προβάλουν μόνο αντιρρήσεις ενώπιον στρατιωτικών επιτροπών οι οποίες, ωστόσο, δεν συνιστούσαν δικαστήρια. Χαρακτηριστικά, με την εμβληματική απόφαση Boumediene v. Bush[8] του Ανώτατου Δικαστηρίου, κρίθηκε ότι τα προαναφερθέντα μέτρα ισοδυναμούσαν με παράνομη και αντισυνταγματική αναστολή του habeas corpus και διατάχθηκε να παρασχεθεί η δυνατότητα στους κρατούμενους του Γκουαντάναμο και αλλοδαπούς υπόπτους ως επί το πλείστον να αμφισβητήσουν δικαστικά την σύλληψη και κράτηση τους ενώπιον των ομοσπονδιακών δικαστηρίων της Ουάσινγκτον.
II. Πρόσφατες εξελίξεις στη μεταναστευτική πολιτική των ΗΠΑ (ιδίως Laken Riley Act, Illegal Aliens Act,Travel ban)
Οι πρόσφατες εξελίξεις στη μεταναστευτική πολιτική των Ηνωμένων Πολιτειών, μετά την ανάληψη της εξουσίας από τη νέα διοίκηση τον Ιανουάριο του 2025, και ιδίως τα προεδρικά διατάγματα και οι νομοθετικές πρωτοβουλίες για την αντιμετώπιση της παράτυπης μετανάστευσης, επαναφέρουν σε δοκιμασία τις θεμελιώδεις εγγυήσεις της due process και του habeas corpus. Ειδικότερα, ένα από τα πρώτα διατάγματα του προέδρου Τραμπ αφορούσε την κήρυξη των νότιων συνόρων των ΗΠΑ σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης λόγω εισβολής, όπως ο ίδιος ισχυρίστηκε, παράτυπων μεταναστών από το Μεξικό και ανέθεσε τη φύλαξη των συνόρων στον αμερικανικό στρατό.
Στις 29 Ιανουαρίου 2025 τέθηκε σε ισχύ, μετά την υπογραφή του από τον Πρόεδρο των Ηνωμένων Πολιτειών, ο νόμος Laken Riley Act, ο οποίος, κατόπιν ψήφισης από το Κογκρέσο, προβλέπει την άμεση απέλαση παράτυπων μεταναστών χωρίς προηγούμενη ακρόαση, όταν αυτοί συλλαμβάνονται να διαπράττουν οποιοδήποτε ποινικό αδίκημα, ακόμη και χωρίς να έχει προηγηθεί καταδικαστική απόφαση.[9] Ο εν λόγω νόμος έχει επικριθεί στις ΗΠΑ από μεγάλη μερίδα του νομικού κόσμου, καθώς έχει ως συνέπεια άνθρωποι οι οποίοι τελούν αξιόποινες πράξεις, να διαφεύγουν την τιμωρία με την έκτιση της προβλεπόμενης ποινής υφιστάμενοι ως μοναδική έννομη συνέπεια την απέλαση διαταράσσοντας την ορθή απονομή της Δικαιοσύνης, ενώ η σύλληψη και απέλαση χωρίς προηγούμενη ακρόαση παραβιάζει το habeas corpus. Για τον λόγο αυτό άλλωστε κρίθηκε ως αντισυνταγματικός ο εν λόγω νόμος από ομοσπονδιακό δικαστή της Βοστώνης.[10]
Στην συνέχεια με απόφαση του State Department στις 20 Φεβρουαρίου του 2025[11] καρτέλ που έχουν την έδρα τους στο Μεξικό, το Ελ Σαλβαδόρ και την Βενεζουέλα χαρακτηρίστηκαν ως τρομοκρατικές οργανώσεις. Με αφορμή την εν λόγω απόφαση, στις 15 Μαρτίου του 2025 ο Πρόεδρος Τραμπ ενεργοποίησε τον Νόμο περί Εχθρών του Κράτους (Alien Enemies Act)[12], ο οποίος προβλέπει την άμεση απέλαση αλλοδαπών μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα παρακάμπτοντας τις χρονοβόρες διοικητικές και δικαστικές διαδικασίες ειδικά για Βενεζουελάνους υπηκόους με αιτιολογία τον πόλεμο κατά των ναρκωτικών και την καταπολέμηση του καρτέλ Tren de Aragua. Σε εφαρμογή του εν λόγω νόμου τον Απρίλιο του 2025 έλαβαν χώρα συλλήψεις βενεζουελάνων υπηκόων στην πολιτεία του Τέξας και του Κολοράντο και κρατήθηκαν με σκοπό την άμεση απέλαση τους με την υποψία ότι αποτελούσαν μέλη του χαρακτηριζομένου ως τρομοκρατική οργάνωση καρτέλ Tren de Aragua. Το ομοσπονδιακό δικαστήριο του Τέξας κατόπιν προσφυγών έκρινε ως παράνομες τις συλλήψεις αυτές λόγω παραβίασης των θεμελιωδών εγγυήσεων του habeas corpus. Ο ομοσπονδιακός δικαστής του Κολοράντο μάλιστα προχώρησε σε βαθύτερο έλεγχο νομιμότητας εξετάζοντας αν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την ενεργοποίηση του Νόμου περί Εχθρών του Κράτους, κρίνοντας ότι εν προκειμένω δεν συνέτρεχαν οι νόμιμες προϋποθέσεις.
Τέλος, στις 9 Ιουνίου 2025 τέθηκε σε ισχύ, με προεδρικό διάταγμα, το λεγόμενο travel ban, δηλαδή η απαγόρευση εισόδου στο έδαφος των Ηνωμένων Πολιτειών υπηκόων από διάφορες χώρες της Ασίας και της Αφρικής, με σκοπό τον περιορισμό ακόμη και της νόμιμης μετανάστευσης προς τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Α. Ζητήματα περιορισμών στην πρόσβαση σε δικαστήριο
Οι ανωτέρω πολιτικές και νομοθετικές πρωτοβουλίες στις Ηνωμένες Πολιτείες, στον τομέα του μεταναστευτικού δικαίου, χαρακτηρίζονται από σταδιακή αποδυνάμωση της δικαστικής εποπτείας μέσω της λεγόμενης «jurisdiction stripping doctrine», δηλαδή της νομοθετικής πρακτικής περιορισμού της δικαιοδοσίας των δικαστηρίων να εξετάζουν διοικητικές πράξεις απέλασης ή άρνησης ασύλου.[13]
Η πολιτική της κυβέρνησης προβλέπει ότι μη πολίτες που εισέρχονται παράνομα ή χωρίς έγκυρα έγγραφα μπορούν να υπόκεινται σε ταχεία απέλαση, χωρίς πλήρη δικαστική ακρόαση ή επαρκή δικαστική ανασκόπηση.[14] Αυτό συνεπάγεται ότι η πρόσβαση στο δικαστήριο, ή η δυνατότητα να αμφισβητηθούν διοικητικές αποφάσεις απέλασης σε κανονικό χρόνο, περιορίζεται.
Η ρύθμιση αυτή στερεί από τα ομοσπονδιακά δικαστήρια την αρμοδιότητα να εξετάζουν το ουσιαστικό και νομικό βάσιμο των αποφάσεων απέλασης, επιτρέποντας μόνο περιορισμένο έλεγχο τυπικών ζητημάτων, όπως αν το πρόσωπο είναι πράγματι αλλοδαπός ή αν εκδόθηκε πράξη απέλασης. Στην πράξη, ο έλεγχος περιορίζεται σχεδόν αποκλειστικά στα διοικητικά όργανα του Υπουργείου Εσωτερικής Ασφάλειας (Department of Homeland Security – DHS).
Η πολιτική αυτή συνιστά θεσμικό περιορισμό της δικαστικής προστασίας και ενίσχυση της εκτελεστικής εξουσίας εις βάρος της δικαστικής ανεξαρτησίας. Η εξέλιξη αυτή αλλοιώνει τη συνταγματική ισορροπία των εξουσιών και οδηγεί σε μια διοικητικοποιημένη μορφή απονομής δικαιοσύνης, όπου ο έλεγχος νομιμότητας των κυβερνητικών πράξεων παύει να είναι ουσιαστικός.
Β. Ζητήματα δικαστικού ελέγχου της διαδικασίας σύλληψης και κράτησης
Η διατήρηση ενός ελάχιστου πυρήνα δικαστικής εποπτείας -όπως επιτάσσει η νομολογία Boumediene v. Bush (2008)- καθίσταται επιτακτική για την αποτροπή μιας de facto αναστολής του habeas corpus στο πεδίο της μετανάστευσης.
Σε αντίθεση με την ποινική κράτηση, η μεταναστευτική κράτηση είναι διοικητικού χαρακτήρα· δεν επιβάλλεται ως ποινή, αλλά ως προληπτικό μέτρο για τη διασφάλιση της απέλασης ή της παρουσίας του αλλοδαπού σε ακρόαση. Αν και η διοικητική κράτηση διαφέρει ως προς τη νομική της φύση από την ποινική, επιφέρει ουσιαστικά την ίδια προσβολή του θεμελιώδους δικαιώματος της προσωπικής ελευθερίας· γι’ αυτό και υπόκειται σε αντίστοιχο επίπεδο δικαστικού ελέγχου, σύμφωνα με την αρχή του due process of law και την προστασία του habeas corpus.
Η νέα μεταναστευτική πολιτική των ΗΠΑ παρέχει ευρεία διακριτική ευχέρεια στο Υπουργείο Εσωτερικής Ασφάλειας (Department of Homeland Security – DHS) να αποφασίζει για τη σύλληψη, συνέχιση ή λήξη της κράτησης. Ωστόσο, δεν προβλέπει δικαστική επανεξέταση ή τακτική ακρόαση για την αναγκαιότητα συνέχισης της κράτησης.
Η αποκατάσταση ενός ουσιαστικού μηχανισμού δικαστικού ελέγχου -είτε μέσω νομοθετικής μεταρρύθμισης είτε μέσω αναθεώρησης της νομολογίας- αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για τη συμβατότητα του μεταναστευτικού συστήματος των ΗΠΑ με τις αρχές του Συντάγματος και του διεθνούς δικαίου των δικαιωμάτων του ανθρώπου.
III. Η δικαστική ανεξαρτησία υπό πίεση κατά την εφαρμογή της μεταναστευτικής πολιτικής
Η δικαστική ανεξαρτησία λειτουργεί ως θεσμική εγγύηση της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, αλλά και ως θεμέλιο της φιλελεύθερης συνταγματικής τάξης, διασφαλίζοντας την ισορροπία μεταξύ των κρατικών λειτουργιών και την προστασία των ατομικών δικαιωμάτων. Η δικαστική ανεξαρτησία κατοχυρώνεται στο άρθρο 3 του Συντάγματος των ΗΠΑ,[15] σύμφωνα με το οποίο «Η δικαστική εξουσία των Ηνωμένων Πολιτειών θα ασκείται από ένα Ανώτατο Δικαστήριο και από κατώτερα δικαστήρια […]».[16] Σύμφωνα με την αρχή της διάκρισης των εξουσιών, όπως ισχύει στις ΗΠΑ, καμία εξουσία δεν μπορεί να ελέγχει απόλυτα τις άλλες, ενώ κάθε εξουσία ελέγχει και περιορίζει τις υπόλοιπες, ώστε να επιτυγχάνεται το σύστημα των αμοιβαίων ελέγχων (checks and balances).[17] Πρόκειται για την αρχή ότι τα δικαστήρια είναι ανεξάρτητα από την εκτελεστική και νομοθετική εξουσία, και ότι οι δικαστές απονέμουν δικαιοσύνη ανεπηρέαστοι.[18] Οι αποφάσεις τους εκδίδονται με βάση μόνο το Σύνταγμα και τη νομολογία. Η δικαστική ανεξαρτησία συνιστά, επιπλέον, εγγύηση της κανονιστικότητας του Συντάγματος. Το σύστημα αυτό ελέγχων και εξισορροπήσεων επιδιώκει την ομαλή διακυβέρνηση, την ανεξαρτησία και τον παράλληλο έλεγχο.
Ωστόσο στις ΗΠΑ παρατηρήθηκαν φαινόμενα τα οποία ενέγειραν προβληματισμούς ως προς τη διαφύλαξη της δικαστικής ανεξαρτησίας κατά την εφαρμογή της μεταναστευτικής πολιτικής.
Α. Η περίπτωση δίωξης και σύλληψης δικαστικού λειτουργού
Ειδικότερα, στις ΗΠΑ σημειώθηκε η περίπτωση της δικαστικής λειτουργού Hannah Dugan, δικαστή του Επαρχιακού Δικαστηρίου της Κομητείας Μιλγουόκι, στην Πολιτεία του Ουισκόνσιν, η οποία συνελήφθη από το FBI τον Απρίλιο του 2025 και κατηγορήθηκε για παρεμπόδιση σύλληψης και παράνομη απόκρυψη ατόμου από τη σύλληψη.[19] Οι κατηγορίες συνδέονται με τη βοήθεια που φέρεται να παρείχε σε μετανάστη χωρίς νόμιμα έγγραφα, προκειμένου να αποφύγει τη σύλληψη από την Υπηρεσία Μετανάστευσης και Τελωνείων των ΗΠΑ (Immigration and Customs Enforcement – ICE) κατά τη διάρκεια ακρόασης στο δικαστήριο.
Αρμόζει δε να υπομνησθεί ότι οι δικαστές στις ΗΠΑ απολαμβάνουν ειδική ασυλία, που ονομάζεται δικαστική ασυλία (judicial immunity).[20] Η ασυλία αυτή προστατεύει τους δικαστές από αγωγές και ποινικές διώξεις για πράξεις που σχετίζονται με την άσκηση των δικαστικών τους καθηκόντων.[21] Η τελολογία της δικαστικής ασυλίας εντοπίζεται στη διασφάλιση ότι οι δικαστές μπορούν να αποφασίζουν ανεξάρτητα και χωρίς φόβο για προσωπικές συνέπειες.
Η υπεράσπισή της υποστηρίζει ότι οι ενέργειές της εντάσσονται στο πλαίσιο των δικαστικών της καθηκόντων και ότι, ως εκ τούτου, απολαμβάνει πλήρη δικαστική ασυλία.[22] Επικαλείται προηγούμενη νομολογία του Ανώτατου Δικαστηρίου, και ιδίως την απόφαση Stump v. Sparkman (1978), με την οποία καθιερώθηκε ότι οι δικαστές απολαμβάνουν ασυλία για ενέργειες που εκτελούν στο πλαίσιο των δικαστικών τους καθηκόντων, ακόμη και αν αυτές είναι λανθασμένες ή άδικες.[23]
Αντίθετα, η κυβέρνηση υποστήριξε ότι η δικαστική ασυλία δεν καλύπτει ενέργειες που συνιστούν παράνομες πράξεις, όπως η υποβοήθηση σε απόδραση από τη σύλληψη, και ότι πρέπει να τηρείται η αρχή της υπεροχής του νόμου.
Β. Άσκηση πειθαρχικής εξουσίας σε βάρος λειτουργών της δικαιοσύνης
Επιπλέον, φαινόμενο που προκάλεσε έντονο προβληματισμό ως προς την ανεξαρτησία της δικαιοσύνης υπήρξε η προτροπή για την άσκηση πειθαρχικής εξουσίας σε βάρος λειτουργών της.
Η προτροπή αυτή διατυπώθηκε μέσω Υπομνήματος προς τον Γενικό Εισαγγελέα (επικεφαλής του Υπουργείου Δικαιοσύνης) που απηύθυνε ο Γραμματέας Εσωτερικής Ασφάλειας με θέμα «Πρόληψη καταχρήσεων του νομικού συστήματος και του ομοσπονδιακού δικαστηρίου».[24]
Σύμφωνα με το εν λόγω Υπόμνημα, οι δικηγόροι και τα δικηγορικά γραφεία που εμπλέκονται σε ενέργειες που παραβιάζουν τους νόμους των Ηνωμένων Πολιτειών ή τους κανόνες επαγγελματικής δεοντολογίας πρέπει να λογοδοτούν αποτελεσματικά και αποδοτικά. Η λογοδοσία, σύμφωνα με το ως άνω Υπόμνημα, είναι ιδιαίτερα σημαντική όταν η κακή διαγωγή δικηγόρων και δικηγορικών γραφείων απειλεί την εθνική ασφάλεια του κράτους.
Στο ίδιο Υπόμνημα επισημάνθηκε ότι «Το σύστημα μετανάστευσης – όπου η αχαλίνωτη απάτη και οι αβάσιμες αξιώσεις έχουν αντικαταστήσει τις συνταγματικές και νόμιμες βάσεις επί των οποίων ο Πρόεδρος ασκεί βασικές εξουσίες βάσει του Άρθρου II του Συντάγματος των Ηνωμένων Πολιτειών – είναι επίσης γεμάτο με παραδείγματα ασυνείδητης συμπεριφοράς από δικηγόρους και δικηγορικά γραφεία». Ακόμα, διατυπώθηκε ότι οι δικηγόροι «συχνά καθοδηγούν τους πελάτες να αποκρύψουν το παρελθόν τους ή να ψεύδονται για τις περιστάσεις τους όταν διεκδικούν το άσυλο τους, όλα σε μια προσπάθεια να παρακάμψουν τις πολιτικές μετανάστευσης που θεσπίστηκαν για την προστασία της εθνικής μας ασφάλειας και να εξαπατήσουν τις αρχές μετανάστευσης και τα δικαστήρια ώστε να τους χορηγήσουν αδικαιολόγητη ανακούφιση. Η συλλογή των απαραίτητων πληροφοριών για την αντίκρουση αυτών των δόλιων ισχυρισμών επιβάλλει ένα τεράστιο βάρος στην Ομοσπονδιακή Κυβέρνηση. Και αυτή η απάτη με τη σειρά της υπονομεύει την ακεραιότητα των νόμων μας περί μετανάστευσης και του νομικού επαγγέλματος γενικότερα».
Περαιτέρω, ο Γραμματέας Εσωτερικής Ασφάλειας έδωσε εντολή στον Γενικό Εισαγγελέα να λάβει όλα τα κατάλληλα μέτρα για να παραπέμψει για πειθαρχικά μέτρα οποιονδήποτε δικηγόρο του οποίου η συμπεριφορά σε ομοσπονδιακό δικαστήριο ή ενώπιον οποιουδήποτε τμήματος της Ομοσπονδιακής Κυβέρνησης φαίνεται να παραβιάζει τους κανόνες επαγγελματικής δεοντολογίας και να ασκήσει σχετικώς εποπτεία.
Συναφώς, όταν ο Γενικός Εισαγγελέας κρίνει ότι η συμπεριφορά ενός δικηγόρου ή δικηγορικού γραφείου σε δίκη κατά της Ομοσπονδιακής Κυβέρνησης δικαιολογεί την επιβολή κυρώσεων ή άλλων πειθαρχικών μέτρων, δύναται, σε συνεννόηση με αρμόδιο ανώτερο εκτελεστικό στέλεχος, να εισηγηθεί στον Πρόεδρο -μέσω του Βοηθού του για την Εσωτερική Πολιτική- τη λήψη πρόσθετων μέτρων.
Γ. H Υπόθεση Kilmar Abrego Garcia – Μη συμμόρφωση σε δικαστική απόφαση
Χαρακτηριστική υπόθεση, για τις εγγυήσεις δικαστικής προστασίας κατά την άσκηση της νέας μεταναστευτικής πολιτικής των ΗΠΑ, αποτέλεσε η υπόθεση της απέλασης και κράτησης στο Ελ Σαλβαδόρ του υπηκόου Kilmar Abrego Garcia, ο οποίος εισήλθε παράνομα στις ΗΠΑ ως ανήλικος το 2011 και το 2019 του χορηγήθηκε καθεστώς προστασίας πρόσφυγα, με βάση το οποίο διέμενε και εργαζόταν νόμιμα στις ΗΠΑ μέχρι το 2025.[25]
Τον Φεβρουάριο του 2025 συνήφθη διακρατική συμφωνία μεταξύ των ΗΠΑ και του Ελ Σαλβαδόρ, βάσει της οποίας το τελευταίο αναλάμβανε την κράτηση «επικίνδυνων αλλοδαπών εγκληματιών» που θα συλλαμβάνονταν στις ΗΠΑ, έναντι οικονομικής βοήθειας από την αμερικανική κυβέρνηση, με σκοπό την παράκαμψη των χρονοβόρων δικαστικών διαδικασιών και των εγγυήσεων του habeas corpus και του due process, όπως κατοχυρώνονται στο άρθρο 1, σημείο 9, του αμερικανικού Συντάγματος και στην 14η Τροπολογία αντίστοιχα.
Στις 12 Μαρτίου 2025 ο Kilmar Abrego Garcia συνελήφθη στη Βαλτιμόρη από ομοσπονδιακούς πράκτορες του Υπουργείου Εσωτερικής Ασφάλειας και του FBI, ως ύποπτος συμμετοχής στην εγκληματική οργάνωση MS-13, για διακίνηση ναρκωτικών και μεταναστών, και αποφασίστηκε η άμεση διοικητική απέλασή του, χωρίς προηγούμενη ακρόαση, καθώς και η κράτησή του στο Ελ Σαλβαδόρ, βάσει της προαναφερθείσας διμερούς συμφωνίας[26]. Ο Kilmar Abrego Garcia οδηγήθηκε, κατόπιν της απέλασής του, στις διαβόητες φυλακές του Ελ Σαλβαδόρ, οι οποίες είναι παγκοσμίως γνωστές για τις απάνθρωπες συνθήκες κράτησης, σύμφωνα με εκθέσεις του ΟΗΕ. Η σύζυγός του προσέφυγε στο ομοσπονδιακό δικαστήριο του Maryland.
Το ομοσπονδιακό δικαστήριο του Maryland, ύστερα και από την παραδοχή της Διοίκησης ότι η απέλαση του Kilmar Abrego Garcia οφειλόταν σε διοικητικό σφάλμα, έκρινε την απέλαση κατάφωρα παράνομη και διέταξε την κυβέρνηση να προβεί στην επιστροφή του στις Ηνωμένες Πολιτείες, τάσσοντας αποκλειστική προθεσμία συμμόρφωσης έως τις 7 Απριλίου 2025. Η εκτελεστική εξουσία, επικαλούμενη νομικές αντιρρήσεις ως προς την ερμηνεία της απόφασης, προσέφυγε ενώπιον του Ανώτατου Δικαστηρίου αντί συμμόρφωσης προς αυτήν.
Το Ανώτατο Δικαστήριο, με απόφασή του στις 10 Απριλίου 2025, έκρινε επίσης παράνομη την απέλαση του Kilmar Abrego Garcia· ωστόσο, υιοθέτησε ηπιότερη διατύπωση, διατάσσοντας την αμερικανική κυβέρνηση να «διευκολύνει» την επιστροφή του, χωρίς να θέτει συγκεκριμένη προθεσμία και χωρίς να επιβάλλει την άμεση επαναφορά του στις ΗΠΑ. Η εκτέλεση της απόφασης εναπόκειτο στο κράτος του Ελ Σαλβαδόρ.[27] Μάλιστα, το Δικαστήριο επέκρινε τη διατύπωση του ομοσπονδιακού δικαστηρίου του Maryland ως υπέρβαση δικαιοδοσίας και παρέμβαση στην εκτελεστική εξουσία, κατά παράβαση της αρχής της διάκρισης των εξουσιών.
Κατά συνέπεια, προκύπτει ότι το Ανώτατο Δικαστήριο επιχείρησε να διατηρήσει ορισμένες θεσμικές ισορροπίες, υιοθετώντας στάση αυτοπεριορισμού κατά την άσκηση του ελέγχου του και αφήνοντας ευρύτερα περιθώρια διακριτικής ευχέρειας στην εκτελεστική εξουσία, ακόμη και σε περιπτώσεις όπου η νομιμότητα των κυβερνητικών ενεργειών αμφισβητείται σοβαρά. Με τον τρόπο αυτόν, δημιουργήθηκαν περιθώρια για μη πλήρη συμμόρφωση προς το διατακτικό της δικαστικής απόφασης.
Πιο αναλυτικά, ζήτημα για την πληρότητα των εγγυήσεων δικαστικής προστασίας συνιστά η εκτέλεση των δικαστικών αποφάσεων.[28] Στην υπόθεση Kilmar Abrego Garcia, όπως εκτέθηκε ανωτέρω, το Ανώτατο Δικαστήριο δέχθηκε εν μέρει την προσφυγή και διέταξε να «διευκολυνθεί» η απελευθέρωση του Abrego Garcia από την κράτηση στο Ελ Σαλβαδόρ,[29] καθώς και να διασφαλισθεί ότι η υπόθεσή του θα εξετασθεί σαν να μην είχε αποσταλεί παρανόμως στη χώρα αυτή.[30] Σύμφωνα με το σκεπτικό της απόφασης, ως διαδικασία συμμόρφωσης σε αυτήν, θα έπρεπε να του χορηγηθεί δυνατότητα δικαστικής προστασίας και άσκησης του δικαιώματος ακρόασης. Παρά ταύτα, η κυβέρνηση καθυστέρησε την επιστροφή του, επικαλούμενη την άρνηση της κυβέρνησης του Ελ Σαλβαδόρ να τον απελευθερώσει, και υποστήριξε ότι δεν είχε δικαιοδοσία να επιβάλει την επιστροφή του.
Η στάση αυτή προκάλεσε έντονες ανησυχίες για την υπεροχή των δικαστικών αποφάσεων και για την αποτελεσματικότητα του δικαστικού ελέγχου έναντι της εκτελεστικής εξουσίας[31].
Εντούτοις, ύστερα από τη διεθνή και εσωτερική αντίδραση, στις 6 Ιουνίου του 2025[32] υποχρεώθηκε σε αναδίπλωση διατάσσοντας την επιστροφή του Abrego Kilmar Garcia στις ΗΠΑ με επίσημη αιτιολογία την ανάγκη διεξαγωγής δίκης στις ΗΠΑ για το αδίκημα της παράνομης διακίνησης μεταναστών. Συνεπώς, η υπόθεση Kilmar Abrego Garcia αναδεικνύει με χαρακτηριστικό τρόπο τη σημαντική υποχώρηση του κράτους δικαίου στις Ηνωμένες Πολιτείες κατά τη δεύτερη θητεία της κυβέρνησης Τραμπ, με τη σύμπραξη, σε μεγάλο βαθμό, του Ανώτατου Δικαστηρίου, το οποίο, με τον υπερβολικό αυτοπεριορισμό του, φαίνεται να εθελοτυφλεί απέναντι σε προδήλως παράνομες ενέργειες της Διοίκησης.
Συμπεράσματα
Σύμφωνα με το Σύνταγμα και τους νόμους των ΗΠΑ, η δέουσα δίκη απαιτεί δίκαιη και ισότιμη μεταχείριση όλων, ανεξαρτήτως του μεταναστευτικού καθεστώτος, ιδίως όταν θίγονται θεμελιώδη δικαιώματα, όπως η ζωή, η ελευθερία ή η περιουσία[33]. Αυτό περιλαμβάνει την ευκαιρία να υπερασπιστούν τα δικαιώματά τους στο δικαστήριο. Η πρόσβαση σε δικαστήριο αποτελεί προϋπόθεση για όλα τα διαδικαστικά δικαιώματα.
Κρίσιμο μέρος της νόμιμης διαδικασίας είναι και η προστασία του habeas corpus. Η προστασία αυτή (η οποία προηγείται του Συντάγματος των ΗΠΑ) επιτρέπει στα άτομα να αμφισβητήσουν την κράτησή τους από την κυβέρνηση, διασφαλίζοντας ότι η φυλάκιση δεν είναι αυθαίρετη ή παράνομη. Για τους μετανάστες, το habeas corpus λειτουργεί ως κρίσιμη εγγύηση, επιτρέποντάς τους να αμφισβητήσουν την κράτησή τους και να διασφαλίσουν ότι τηρούνται οι κατάλληλες νομικές διαδικασίες.[34]
Ακόμα, οι εγγυήσεις δικαστικής προστασίας αποβλέπουν στον έλεγχο της κυβερνητικής εξουσίας και στην αποτροπή άσκησης υπερεξουσίας και αυθαιρεσίας (checks and balances) και συνιστούν θεσμικό αντίβαρο.
Η επιχειρούμενη μεταναστευτική πολιτική εισάγει ένα νέο σύστημα, το οποίο διαφοροποιείται από το προϊσχύον και φαίνεται να πλήττει διαδικαστικές εγγυήσεις. Επί προγενέστερων μεταναστευτικών πολιτικών, η διαδικασία απέλασης εκκινούσε με ειδοποίηση προς εμφάνιση από το Υπουργείο Εσωτερικής Ασφάλειας. Ο μη πολίτης καλείτο να παρουσιαστεί σε μεταναστευτικό δικαστήριο (Immigration Court), υπό την ευθύνη του Υπουργείου Δικαιοσύνης (EOIR). Είχε το δικαίωμα να υποβάλει αίτηση για αναστολή ή ακύρωση της απέλασης, εφόσον πληρούσε προϋποθέσεις (π.χ. άσυλο, προσωρινή προστασία – TPS, DACA κ.λπ.). Ο μετανάστης μπορούσε να ασκήσει έφεση στο Board of Immigration Appeals (BIA) ή στα ομοσπονδιακά δικαστήρια· σε αρκετές περιπτώσεις μπορούσε να λάβει αναστολή απέλασης μέχρι την εξέταση της υπόθεσής του.[35]
Παρατηρούμε ότι η στόχευση μετατοπίζεται και η πολιτική αυστηροποιείται. Εντούτοις, η συντηρητική μεταναστευτική πολιτική δεν είναι per se αντισυνταγματική, διότι η μεταναστευτική πολιτική ανήκει κατ’ αρχήν στην ευχέρεια του δημοκρατικά νομιμοποιημένου νομοθέτη και της κυβέρνησης.
Όπως έκρινε και το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ στην απόφαση Trump v. Hawaii,[36] «Για περισσότερο από έναν αιώνα, το Δικαστήριο αυτό έχει αναγνωρίσει ότι η είσοδος και ο αποκλεισμός αλλοδαπών υπηκόων είναι ένα «θεμελιώδες κυρίαρχο χαρακτηριστικό που ασκείται από τις πολιτικές υπηρεσίες της κυβέρνησης, σε μεγάλο βαθμό απρόσβλητο από τον δικαστικό έλεγχο».[37] («Οποιαδήποτε πολιτική απέναντι στους αλλοδαπούς είναι ζωτικά και περίπλοκα συνυφασμένη με τις σύγχρονες πολιτικές όσον αφορά τη διεξαγωγή των εξωτερικών σχέσεων [και] της πολεμικής δύναμης»). Επειδή οι αποφάσεις σε αυτά τα θέματα μπορεί να εμπλέκουν «σχέσεις με ξένες δυνάμεις» ή να περιλαμβάνουν «ταξινομήσεις που ορίζονται υπό το πρίσμα των μεταβαλλόμενων πολιτικών και οικονομικών συνθηκών», τέτοιες κρίσεις «είναι συχνά ενός χαρακτήρα που είναι πιο κατάλληλος είτε για τη Νομοθετική είτε για την Εκτελεστική Εξουσία».[38]
Παράλληλα, θα πρέπει να επισημανθεί η διάκριση ως προς τα μέτρα περιορισμού εισόδου (δηλαδή μέτρα που αφορούν στην προστασία των συνόρων) και διαδικασιών απέλασης που προϋποθέτουν ότι κάποιος έχει ήδη εισέλθει στο έδαφος.[39] Και τούτο διότι, όπως έχει κριθεί οι αλλοδαποί που ζητούν άδεια εισόδου δεν έχουν συνταγματικό δικαίωμα εισόδου. Ως εκ τούτου, οι περιορισμοί εισόδου κατ’ αρχήν, δεν παραβιάζουν συνταγματικά δικαιώματα. Πιθανώς σε ορισμένες περιπτώσεις να τίθενται ζητήματα διεθνούς δικαίου και ανθρωπιστικής βοήθειας. Αντίθετα, για τις περιπτώσεις απελάσεων, προϋποτίθεται επέμβαση στα δικαιώματα του προσώπου (όπως συμβαίνει δια της σύλληψης και απέλασης στο έδαφος του κράτους), η οποία απαιτεί εγγυήσεις δικαστικού ελέγχου.
Η απέλαση ή η κράτηση χωρίς διαδικασία ελέγχου και χωρίς αιτιολόγηση της νομικής βάσης της απόφασης, με έναν «αυτόματο» τρόπο, και χωρίς την εγγύηση της δικαστικής παρέμβασης, παραβιάζει την προσωπική ελευθερία και το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη. Ουσιαστικά καθιστά τη μεταναστευτική πολιτική και την επέμβαση σε δικαιώματα του προσώπου δικαστικώς ανέλεγκτες υποκείμενη μόνο στην εξουσία της κυβέρνησης.
Το στοιχείο αυτό αναδεικνύεται σε μια φράση δικαστή του Ανώτατου Δικαστηρίου στην περίπτωση απέλασης πριν από την άσκηση δικαστικού ελέγχου όταν η κυβέρνηση προέβαλε το επιχείρημα ότι τα δικαστήρια των Ηνωμένων Πολιτειών δεν μπορούν να χορηγήσουν έννομη προστασία μόλις ένας απελαθείς διασχίσει τα σύνορα. Σε αυτό το επιχείρημα, υπονοείται ότι θα μπορούσε να απελάσει και να φυλακίσει οποιοδήποτε άτομο, συμπεριλαμβανομένων των πολιτών των ΗΠΑ, χωρίς νομικές συνέπειες, εφόσον το πράξει πριν από την παρέμβαση δικαστηρίου.[40] Η αναστολή του habeas corpus αποτελεί όλως εξαιρετική περίπτωση και υπό αυτή την έννοια η αναγωγή της εξαίρεσης σε κανόνα δημιουργεί ευλόγως ενστάσεις.
Επομένως, κεντρικό ζήτημα συνταγματικότητας ανακύπτει όταν διαπιστώνεται απεμπόληση θεσμικών αντιβάρων στην άσκηση της μεταναστευτικής πολιτικής, είτε μέσω διαδικαστικής παράκαμψης, είτε μέσω παρεμβάσεων στην ανεξαρτησία της δικαιοσύνης.
- Επίμετρο: Συγκριτικές παρατηρήσεις ως προς τη μεταναστευτική πολιτική σε Ελλάδα και Ευρώπη
Στην Ευρώπη φαίνεται ότι παρατηρείται, επίσης, μια τάση αυστηροποίησης στη μεταναστευτική πολιτική. Εντούτοις, είναι σαφές ότι οι δικαστικές εγγυήσεις είναι πιο ισχυρές, αφενός στα εθνικά δικαστήρια και αφετέρου στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) και στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ).
Ειδικότερα, απαγορεύεται ή είναι περιορισμένη η κράτηση χωρίς δικαστικό έλεγχο. Τίθενται αυστηρές προϋποθέσεις για την κράτηση αλλοδαπού με απόφαση διοικητικών οργάνων,[41] η οποία επιτρέπεται μόνο για περιορισμένο χρονικό διάστημα και συνοδεύεται από δυνατότητα δικαστικής προσφυγής.[42] Ακόμη, αξιολογούνται τόσο οι συνθήκες κράτησης όσο και οι προϋποθέσεις απέλασης, με ουσιαστική εξέταση της ατομικής κατάστασης του προσώπου και της κατάστασης στο κράτος προορισμού (π.χ. κίνδυνος βασανιστηρίων) – στοιχείο που συνιστά μορφή εξωεδαφικής προστασίας των δικαιωμάτων.
Το ΕΔΔΑ έχει επιβεβαιώσει ότι οι μετανάστες διαθέτουν δικαίωμα σε δίκαιη δίκη όταν αποφασίζεται η απέλασή τους ή άλλες περιοριστικές αποφάσεις εις βάρος τους. Οφείλουν να έχουν πρόσβαση σε αμερόληπτη και ανεξάρτητη δικαστική αρχή.[43] Το ΕΔΔΑ απαιτεί, επίσης, η κράτηση μεταναστών να υπόκειται σε τακτικό δικαστικό έλεγχο και σε πραγματική δυνατότητα προσφυγής, προκειμένου να αποτρέπεται η αυθαίρετη ή παρατεταμένη κράτηση.[44]
Σε επίπεδο δε Ευρωπαϊκής Ένωσης για την άσκηση μεταναστευτικής πολιτικής έχουν θεσπισθεί ειδικοί κανόνες, στο παράγωγο ενωσιακό δίκαιο. Στο πλαίσιο της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ (Οδηγία για τη διαδικασία ασύλου)[45] διασφαλίζονται δικαιώματα, όπως η πρόσβαση σε δίκαιη και γρήγορη διαδικασία εξέτασης ασύλου, η δυνατότητα προσφυγής κατά των αρνητικών αποφάσεων και η παροχή νομικής συνδρομής.[46] Ακόμα, η Οδηγία 2013/33/ΕΕ[47] (Οδηγία για τις συνθήκες υποδοχής) περιλαμβάνει πρόνοιες για την προστασία των δικαιωμάτων των αιτούντων άσυλο, συμπεριλαμβανομένης της αποφυγής αδικαιολόγητης κράτησης.[48] Τέλος, με τον Κανονισμό (ΕΕ) 2016/399 (Κώδικας Συνόρων Σένγκεν) καθορίζονται ο έλεγχος και η διαχείριση των εξωτερικών συνόρων με σεβασμό στα θεμελιώδη δικαιώματα.
Το ΔΕΕ έχει, επίσης, διατυπώσει[49] ότι τα κράτη-μέλη οφείλουν να εξασφαλίζουν στους αιτούντες άσυλο πραγματική και ουσιαστική δυνατότητα να αμφισβητήσουν τις αποφάσεις που τους αφορούν – για παράδειγμα, αποφάσεις μεταφοράς σε άλλη χώρα στο πλαίσιο του συστήματος Δουβλίνο ΙΙΙ. Ως εκ τούτου, δεν αρκεί μια τυπική διαδικασία προσφυγής· πρέπει να είναι ουσιαστική και να διασφαλίζει πλήρη εξέταση της ατομικής κατάστασης του αιτούντος. Η νέα πρόταση Κανονισμού Δουβλίνο IV, με την οποία επιχειρείται η ενίσχυση των διαδικασιών επανεγκατάστασης και επιστροφής, ενδυναμώνει τα δικαιώματα των αιτούντων, παρέχοντας βελτιωμένες δικαστικές εγγυήσεις και μηχανισμούς προστασίας, ενώ παράλληλα εισάγει αυστηρότερους κανόνες για την κατανομή ευθύνης και σαφέστερους μηχανισμούς αλληλεγγύης.[50]
Υπό αυτό το πρίσμα, θεωρούμε ότι ακόμη και μια συντηρητική μεταναστευτική πολιτική δεν είναι κατ’ ανάγκην ασυμβίβαστη με την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων, αλλά δύναται να την περιλαμβάνει και να την εγγυάται, εφόσον λειτουργεί εντός των πλαισίων του κράτους δικαίου και υπό την εποπτεία των δικαστικών εγγυήσεων.
____________________
Εισήγηση στο Κοινό Μεταπτυχιακό Σεμινάριο Συνταγματικού Δικαίου των Νομικών Σχολών ΕΚΠΑ και ΑΠΘ που πραγματοποιήθηκε στις 13 Ιουνίου 2025 στο Καρπενήσι
[1] Βλ. National Archives, «14th Amendment», διαθέσιμο σε: https://www.archives.gov/milestone-documents/14th-amendment
[2] Βλ. Constitution Annotated, U.S. Congress, διαθέσιμο σε:
https://constitution.congress.gov/constitution/amendment-14/.
[3] Βλ. SCOTUS, The Slaughterhouse Cases, 83 U.S. (16 Wall.) 36 (1872), διαθέσιμο σε: https://supreme.justia.com/cases/federal/us/83/36/
[4] Bλ. Constitution Annotated – Article I, Section 9, Clause 2 (Habeas Corpus Clause) διαθέσιμο σε: https://constitution.congress.gov/browse/essay/artI-S9-C2-1/ALDE_00001087/
[5] Βλ. S. Vladeck, «The Constitution and Habeas Corpus in the 21st Century», Harvard Law Review, 2021· G. Neuman, «Habeas Corpus, Executive Detention, and the Suspension Clause», Columbia Law Review, 2010· J. Yoo, «The Continuation of Habeas Corpus During Wartime», University of Chicago Law Review, 2004.
[6] Η απαγόρευση αυθαίρετης κράτησης και το δικαίωμα δικαστικού ελέγχου της στέρησης ελευθερίας κατοχυρώνονται επίσης στο Άρθρο 9 (4) του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα (ICCPR): «Anyone who is deprived of his liberty by arrest or detention shall be entitled to take proceedings before a court…». Οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν επικυρώσει το ICCPR, πλην όμως διατηρούν επιφυλάξεις που περιορίζουν την άμεση δικαστική εφαρμογή του.
[7] Βλ. SCOTUS, Hamdi v. Rumsfeld, 542 U.S. 507 (2004), διαθέσιμο σε: https://supreme.justia.com/cases/federal/us/542/507/
[8] Bλ. SCOTUS, Boumediene v. Bush, 553 U.S. 723 (2008) διαθέσιμο σε: https://supreme.justia.com/cases/federal/us/553/723/
[9] Bλ. S.5 – Laken Riley Act, 119th Congress, διαθέσιμο σε: https://www.congress.gov/bill/119th-congress/senate-bill/5
[10] Βλ. ACLU Massachusetts, «Federal Court Declares Noncitizen’s Detention Under Laken Riley Act Unconstitutional», 5 September 2025, διαθέσιμο σε: https://www.aclum.org/en/press-releases/federal-court-declares-noncitizens-detention-under-laken-riley-act-unconstitutional
[11] Βλ. U.S. Department of State, «Designation of International Cartels» (February 20, 2025), διαθέσιμο σε: https://www.state.gov/designation-of-international-cartels
[12] Βλ. The White House, «Invocation of the Alien Enemies Act Regarding the Invasion of the United States by Tren De Aragua» (15 March 2025), διαθέσιμο σε: https://www.whitehouse.gov/presidential-actions/2025/03/invocation-of-the-alien-enemies-act-regarding-the-invasion-of-the-united-states-by-tren-de-aragua/
[13] Βλ. G. Neuman, «Jurisdiction and the Rule of Law in Immigration Proceedings», Harvard Law Review vol. 123 (2010), σ. 1627 επ.
[14] Βλ. S. Paoletti, Access to Justice, Deferred and Denied, University of Pennsylvania Carey Law School, The Regulatory Review, 2025 διαθέσιμο σε: https://www.theregreview.org/2025/07/29/paoletti-access-to-justice-deferred-and-denied/?utm_source=chatgpt.com και National Immigration Forum, Expanded Expedited Removal and Challenges to Due Process, διαθέσιμο σε: https://forumtogether.org/article/expanded-expedited-removal-and-challenges-to-due-process/?utm_source=chatgpt.com.
[15] Η διάκριση εξουσιών κατοχυρώνεται έμμεσα αλλά σαφώς μέσω της κατανομής των εξουσιών στα τρία πρώτα άρθρα του Συντάγματος. Σύμφωνα με το άρθρο 3 Δικαστική εξουσία «The judicial Power of the United States shall be vested in one supreme Court, and in such inferior Courts as the Congress may from time to time ordain and establish».
[16] Αρμόζει να υπομνησθεί ότι η ανεξαρτησία δεν είναι μόνο θεσμική αλλά και λειτουργική, δηλαδή αφορά τη δυνατότητα των δικαστών να επιλύουν διαφορές χωρίς πολιτική ή εκτελεστική πίεση.
[17] Πηγή της ιδέας είναι η θεωρία του Montesquieu (De l’Esprit des Lois, 1748):
«Για να μην μπορεί η εξουσία να καταχραστεί την εξουσία, πρέπει η εξουσία να αναχαιτίζει την εξουσία».
[18] Από τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου των ΗΠΑ, αναφέρουμε ενδεικτικώς για την αποκρυστάλλωση της έννοιας της δικαστικής ανεξαρτησίας, τις αποφάσεις Marbury v. Madison, 5 U.S. (1 Cranch) 137 (1803), United States v. Klein, 80 U.S. 128 (1872), Caperton v. A.T. Massey Coal Co., 556 U.S. 868 (2009).
[19] Για τα πραγματικά περιστατικά της σύλληψης της δικαστικής λειτουργού βλ. BBC News, «Wisconsin Judge Arrested for Obstructing Immigration Arrest», διαθέσιμο σε: https://www.bbc.com/news/articles/ce9v0mz75jgo,
[20] Η δικαστική ασυλία έχει αναγνωρισθεί ως νομολογιακό προηγούμενο σε σειρά αποφάσεων και αποτελεί αρχή του common law. Ειδικότερα, στην απόφαση Bradley v. Fisher, 80 U.S. (13 Wall.) 335 (1872), το Δικαστήριο αναγνώρισε τη δικαστική ασυλία ως απόλυτη για πράξεις που γίνονται εντός της δικαστικής δικαιοδοσίας, ακόμα κι αν περιλαμβάνουν σφάλματα ή κατάχρηση εξουσίας.
[21] Βλ. J. M. Shaman, Judicial Immunity from Civil and Criminal Liability, 1990, σύμφωνα με τον οποίο ο σημαντικότερος σκοπός της δικαστικής ασυλίας είναι η προστασία της δικαστικής ανεξαρτησίας. Όπως έχει διατυπωθεί και από τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου των ΗΠΑ, (Pierson v. Ray, 386 U.S. 547, 554 (1967), Forrester v. White, 484 U.S. 219, 226-28 (1988), «η δικαστική ασυλία είναι αναγκαία, διότι οι δικαστές -οι οποίοι συχνά καλούνται να επιλύσουν αμφιλεγόμενες, σύνθετες και συναισθηματικά φορτισμένες υποθέσεις- δεν θα πρέπει να διατρέχουν τον κίνδυνο να υφίστανται καταχρηστικές αγωγές ή άλλες δικαστικές ενέργειες από δυσαρεστημένους διαδίκους που τους αποδίδουν ανάρμοστη δικαστική συμπεριφορά. Η επιβολή ενός τέτοιου βάρους στους δικαστές θα συνιστούσε ουσιαστική απειλή για την ανεξαρτησία της δικαιοσύνης».
[22] Βλ. συναφώς https://www.hannahdugandefensefund.org/, σύμφωνα με την οποία «Η δικαστής Ντούγκαν διώκεται απλώς και μόνο επειδή έκανε τη δουλειά της. Αυτή η ομοσπονδιακή δίωξη κλονίζει τα ίδια τα θεμέλια της δικαστικής ανεξαρτησίας. Αποτελεί μια προσπάθεια παρέμβασης και αποτροπής της σαφούς εξουσίας ενός πολιτειακού δικαστή να διεξάγει πολιτειακές διαδικασίες σε ένα δικαστήριο στο οποίο εξελέγη. Επιδιώκει να ποινικοποιήσει τις επίσημες ενέργειες και τα καθήκοντα ενός πολιτειακού δικαστή».
[23] Με την απόφαση αυτή κατοχυρώθηκε ο απόλυτος -και όχι σχετικός- χαρακτήρας της ασυλίας των δικαστών. Κατά γενικό κανόνα, η δικαστική ασυλία καλύπτει όλους τους δικαστές, από τους κατώτερους έως τους ανώτατους, εφόσον ενεργούν στο πλαίσιο δικαιοδοτικής αρμοδιότητας και δεν προβαίνουν σε πράξεις που είναι προδήλως εκτός αυτής. Η ασυλία αυτή απολαμβάνεται τόσο από τους πολιτειακούς όσο και από τους ομοσπονδιακούς δικαστές, καθώς και από δικαστές γενικής αλλά και ειδικής δικαιοδοσίας. Αν και παλαιότερα οι δικαστές των κατώτερων ή ειδικών δικαστηρίων απολάμβαναν περιορισμένη ή και καθόλου ασυλία, σήμερα η προστασία της δικαστικής ασυλίας εκτείνεται σε όλους ανεξαιρέτως. Βλ. από τη νομολογία ενδεικτικώς, Pierson v. Ray, 386 U.S. 547, 547 (1967), Alzua v. Johnson, 231 U.S. 106 (1913); Sarchet v. Phillips, 102 Colo. 318, 78 P.2d 1096 (1938), Voll v. Steele, 141 Ohio St. 293, 47 N.E.2d 991 (1943).
[24] Αναλυτικά το περιεχόμενο του Υπομνήματος του Γραμματέα Εσωτερικής Ασφάλειας προς τον Γενικό Εισαγγελέα The White House, Memorandum: «Preventing Abuses of the Legal System and the Federal Court» (March 2025) διαθέσιμο σε: https://www.whitehouse.gov/presidential-actions/2025/03/preventing-abuses-of-the-legal-system-and-the-federal-court/.
[25] Βλ. επίσης W.N. Jr. Eskridge, «Trump 2.0 Removal Cases & the New Shadow Docket», The University of Chicago Law Review Online, 2025, διαθέσιμο σε: https://lawreview.uchicago.edu/online-archive/trump-20-removal-cases-new-shadow-docket?utm_source=chatgpt.com.
[26] Βλ. C. Alonso-Yoder, T.N. Valdez, «Supreme Court Affirms Lawlessness of the Removal of Kilmar Abrego Garcia», George Washington Law Review, 18 April 2025, διαθέσιμο σε: https://www.gwlr.org/kilmar-abrego-garcia/
[27] Βλ. SCOTUS, Noem v. Abrego Garcia, No. 24A949 (10 April 2025), διαθέσιμο σε: https://www.supremecourt.gov/opinions/24pdf/24a949_lkhn.pdf
[28] Βλ. S. Bray, J.E. Pfander, «Remedies in the First Hundred Days of Trump II: A Gently Adversarial Collaboration», Stanford Law Review Online, vol. 78 (2025), διαθέσιμο σε: https://chicagounbound.uchicago.edu/cgi/viewcontent.cgi?article=2405&context=public_law_and_legal_theory&utm_source=chatgpt.com.
[29] Βλ. Cori Alonso-Yoder & Tania N. Valdez, «Noem v. Abrego Garcia», George Washington Law Review – On the Docket, 18 Απριλίου 2025, διαθέσιμο σε: https://www.gwlr.org/kilmar-abrego-garcia/
[30] Βλ. C. Bradley, N.S. Siegel, «The Supreme Court Under Threat: Early Lessons in Judicial Self-Protection», Public Law and Legal Theory Working Papers, No. 25-32 (2025), διαθέσιμο σε: https://chicagounbound.uchicago.edu/public_law_and_legal_theory/948.
[31] Βλ. αναλυτικότερα, σε Associated Press, «Abrego Garcia Deportation Case», διαθέσιμο σε: https://apnews.com/article/abrego-garcia-deportation-el-salvador-eswatini-ca34c87e4a511ef8e0f1b602bc0844b7, CNN, «Abrego Garcia Case», 6 June 2025· Al Jazeera, «Abrego Garcia Pleads Not Guilty to Human Smuggling Charges», 13 June 2025 διαθέσιμο σε: https://amp.cnn.com/cnn/2025/06/06/politics/kilmar-abrego-garcia?utm_source=chatgpt.com, https://www.aljazeera.com/news/2025/6/13/abrego-garcia-pleads-not-guilty-to-human-smuggling-charges-in-us-court?utm_source=chatgpt.com.
[32]Βλ ABC News, «Mistakenly Deported Kilmar Abrego Garcia Back in U.S. to Face Charges», διαθέσιμο σε: https://abcnews.go.com/US/mistakenly-deported-kilmar-abrego-garcia-back-us-face/story?id=121333122
[33] Βλ. SCOTUS, Yamataya v. Fisher, 189 U.S. 86 (1903), σύμφωνα με την οποία το Ανώτατο Δικαστήριο των Ηνωμένων Πολιτειών έκρινε ότι οι μετανάστες που τελούν υπό διαδικασία απέλασης δεν μπορούν να απομακρυνθούν χωρίς δίκαιες διαδικασίες, και ότι οι πράξεις απέλασης υπόκεινται σε συνταγματικό έλεγχο ως προς τη due process της Πέμπτης Τροπολογίας (Fifth Amendment). Βλ. επίσης ACLU, «New Class Action Lawsuit Challenges Widespread Denial of Due Process in Immigration Courts», διαθέσιμο σε: https://www.aclu.org/press-releases/new-class-action-lawsuit-challenges-widespread-denial-of-due-process-in-immigration-courts?utm_source=chatgpt.com.
[34] Βλ. από τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου των ΗΠΑ ιδίως την απόφαση Boumediene v. Bush, 553 U.S. 723 (2008).
[35] Τα βασικά νομοθετήματα για τη διαδικασία μετανάστευσης και απέλασης στις ΗΠΑ είναι τα ακόλουθα: Immigration and Nationality Act (INA) – 1952, Code of Federal Regulations (CFR), Title 8, η ειδικότερη εφαρμογή των οποίων εξειδικεύθηκε νομολογιακά.
[36] Βλ. SCOTUS, Trump v. Hawaii, 138 S. Ct. 2392 (2018), διαθέσιμο σε: https://www.supremecourt.gov/opinions/17pdf/17-965_h315.pdf.
[37] Βλ. Fiallo κατά Bell, 430 U. S. 787, 792 (1977)· βλέπε Harisiades κατά Shaughnessy, 342 U. S. 580, 588–589 (1952).
[38] Mathews κατά Diaz, 426 U. S. 67, 81 (1976).
[39] Το Supreme Court έχει δεχθεί ότι αυτά τα δικαιώματα μπορούν να περιοριστούν στο στάδιο εισόδου (entry fiction doctrine): όποιος δεν έχει «εισέλθει νομίμως», θεωρείται de jure ότι δεν βρίσκεται εντός της επικράτειας για σκοπούς συνταγματικής προστασίας.
[40] Βλ. τη μειοψηφία της δικαστή Sotomayor στην απόφαση του SCOTUS, Noem v. Abrego Garcia (Sotomayor, J., dissenting), 604 U.S. ___ (2025): «The only argument the Government offers in support of its request, that United States courts cannot grant relief once a deportee crosses the border, is plainly wrong. See Rumsfeld v. Padilla, 542 U. S. 426, 447, n. 16 (2004); cf. Boumediene v. Bush, 553 U. S. 723, 732 (2008). The Government’s argument, moreover, implies that it could deport and incarcerate any person, including U. S. citizens, without legal consequence, so long as it does so before a court can intervene. See Trump v. J. G. G., 604 U. S. ___, ___ (2025) (SOTOMAYOR, J., dissenting) (slip op., at 8). That view refutes itself.»
[41] Αναλυτικότερα για το ζήτημα της διοικητικής κράτησης βλ. Β. Χρήστου, «Άρθρο 5 παρ. 3», σε Σπ. Βλαχόπουλου, Ξ. Κοντιάδη, Γ. Τασόπουλου (επιμ.), Σύνταγμα, Ερμηνεία κατ’ άρθρο, 2023.
[42] Βλ. Γ. Αυδίκο, «Η διοικητική κράτηση αλλοδαπών και τα εναλλακτικά μέτρα κράτηση από τη σκοπιά του Συμβουλίου της Ευρώπης», ΔιΔικ 2022.
[43] Βλ. ECHR, S.M. v. Croatia (2018) όπου το δικαστήριο τόνισε την ανάγκη για επαρκή δικαστικό έλεγχο απέλασης.
[44] Βλ. ECHR Khalfaoui v. Greece (2016) που έκρινε παράνομη την παρατεταμένη κράτηση χωρίς δικαστικό έλεγχο.
[45] Βλ. και τον Κανονισμό (ΕΕ) 2024/1348 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Μαΐου 2024, για τη θέσπιση κοινής διαδικασίας διεθνούς προστασίας στην Ένωση και την κατάργηση της οδηγίας 2013/32/ΕΕ, ο οποίος εφαρμόζεται από τις 12 Ιουνίου 2026, καταργώντας την οδηγία 2013/32/ΕΕ στις 11 Ιουλίου 2026.
[46] Βλ. Οδηγία 2013/32/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013 σχετικά με κοινές διαδικασίες για τη χορήγηση και ανάκληση του καθεστώτος διεθνούς προστασίας (αναδιατύπωση), ιδίως άρθρα 19 επ. διαθέσιμη σε: https://eur-lex.europa.eu/legal-content/EL/TXT/PDF/?uri=CELEX:32013L0032.
[47] Βλ. συναφώς, Οδηγία (ΕΕ) 2024/1346 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Μαΐου 2024, σχετικά με τις απαιτήσεις για την υποδοχή των αιτούντων διεθνή προστασία (EE L, 2024/1346, 22.5.2024), Κανονισμός (ΕΕ) 2024/1347 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Μαΐου 2024, σχετικά με τις απαιτήσεις για την αναγνώριση των υπηκόων τρίτων χωρών ή των ανιθαγενών ως δικαιούχων διεθνούς προστασίας, για ένα ενιαίο καθεστώς για τους πρόσφυγες ή για τα άτομα που δικαιούνται επικουρική προστασία και για το περιεχόμενο της παρεχόμενης προστασίας, για την τροποποίηση της οδηγίας 2003/109/ΕΚ του Συμβουλίου και για την κατάργηση της οδηγίας 2011/95/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (EE L, 2024/1347, 22.5.2024), Κανονισμός (ΕΕ) 2024/1349 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Μαΐου 2024, για τη θέσπιση διαδικασίας επιστροφής στα σύνορα και την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) 2021/1148 (ΕΕ L, 2024/1349, 22.5.2024).
[48] Βλ. Οδηγία 2013/33/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013 σχετικά με τις απαιτήσεις για την υποδοχή των αιτούντων διεθνή προστασία (αναδιατύπωση) και ιδίως το άρθρο 8 που αφορά στην κράτηση αιτούντων διεθνή προστασία και το άρθρο 9 που αφορά σε εγγυήσεις για κρατούμενους αιτούντες, διαθέσιμο σε: https://eur-lex.europa.eu/legal-content/EL/TXT/PDF/?uri=CELEX:32013L0033.
[49] Βλ. ΔΕΕ, C-69/10, Samba Diouf (2011), όπου το Δικαστήριο έκρινε ότι το άρθρο 47 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων απαιτεί αποτελεσματικό ένδικο μέσο κατά αποφάσεων που απορρίπτουν ή επιταχύνουν τη διαδικασία ασύλου· C-63/15, Ghezelbash και C-155/15, Karim (2016), με τις οποίες αναγνωρίστηκε ότι ο αιτών άσυλο δύναται να αμφισβητήσει, βάσει του Κανονισμού (ΕΕ) 604/2013 «Δουβλίνο ΙΙΙ», την εφαρμογή των κριτηρίων μεταφοράς· C-181/16, Gnandi (2018), όπου το Δικαστήριο υπογράμμισε ότι οι αιτούντες πρέπει να διαθέτουν αποτελεσματικό και ανασταλτικό ένδικο μέσο κατά απόφασης επιστροφής που εκδίδεται πριν την οριστική κρίση επί του αιτήματος ασύλου· καθώς και C-562/13, Abdida και C-239/14, Tall (2014–2015), οι οποίες καθιερώνουν την υποχρέωση τα ένδικα μέσα κατά αποφάσεων απομάκρυνσης να διαθέτουν ανασταλτικό αποτέλεσμα όταν προβάλλεται σοβαρός κίνδυνος για τη ζωή ή την υγεία του αιτούντος.
[50] Βλ. Πρόταση Κανονισμού ΕΕ για τη Διαχείριση του Ασύλου και της Μετανάστευσης, COM(2020) 610 final, 23 September 2020, διαθέσιμη σε: https://eur-lex.europa.eu/legal-content/EL/TXT/HTML/?uri=CELEX:52020PC0610&from=hr




