Τα «συνταγματικά» ενός κομματικού συνεδρίου

Θανάσης Γ. Ξηρός, Αναπληρωτής Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου ΑΣΕΙ-ΣΣΕ

Ι. Το συνέδριο

Ανώτατο όργανο κάθε πολιτικού κόμματος είναι το συνέδριό του. Συνέρχεται τακτικά, με καθορισμένη χρονικά περιοδικότητα, και εκτάκτως, όταν καλείται να αντιμετωπίσει συγκεκριμένες και κατά βάση επείγουσες, ανάγκες. Επιφορτίζεται με τη λήψη σημαντικών αποφάσεων, ιδίως για την οργάνωση και τη λειτουργία στο εσωτερικό ή για τη δράση του πολιτικού κόμματος στην πολιτεία και την κοινωνία. Αναφέρονται, μεταξύ άλλων, ο ιδεολογικός προσανατολισμός, η τροποποίηση του καταστατικού και η εκλογή των, συλλογικών κατά κανόνα, οργάνων του. Το συνέδριο διαθέτει γενικό τεκμήριο αρμοδιότητας.

Η έναρξη και η λήξη των εργασιών του, αμφότερα περιλαμβάνουν ομιλία του θητεύοντος ή του νέου επικεφαλής, γνωρίζουν, συνήθως, τη δημοσιότητα. Αντιθέτως, οι αποφάσεις του συνεδρίου μόνον κατ’ ακραία εξαίρεση απασχολούν, μεμονωμένα και σε περιορισμένη έκταση, τον έντυπο ή/και τον ηλεκτρονικό Τύπο. Κάποιες από αυτές μπορεί να έχουν πάντως συνταγματικό ενδιαφέρον και, σπανιότατα, να «αγγίζουν» ευθέως επιλογές του Καταστατικού Χάρτη, καθορίζοντας την εφαρμογή του. Τέτοια χαρακτηριστικά διαθέτουν ορισμένες αποφάσεις του πρόσφατου 4ου (τακτικού) συνεδρίου του «Πανελλήνιου Σοσιαλιστικού Κινήματος-Κινήματος Αλλαγής».

 

ΙΙ. Ο τραπεζικός δανεισμός

Προσφέροντας ως εγγύηση την προσδοκία μελλοντικών καταβολών της ετήσιας κρατικής χρηματοδότησης έως και το 2020 (!), το Πανελλήνιο Σοσιαλιστικό Κίνημα προσέφυγε, το δεύτερο μισό της πρώτης δεκαετίας του νέου αιώνα στον τραπεζικό δανεισμό για να ανταποκριθεί στις ποικιλόμορφες οικονομικές του υποχρεώσεις. Η αιφνίδια, πρωτόγνωρη σε διάρκεια και πρωτοφανής σε ένταση δημοσιονομική κρίση στις αρχές της περασμένης δεκαετίας, την οποία διέρρευσε μάλιστα καθόλη σχεδόν τη διάρκειά της, είχε ως συνέπεια την εκλογική κατακρήμνισή του. Οι απογοητευτικές επιδόσεις του σε πέντε διαδοχικές εκλογικές αναμετρήσεις της περιόδου, με αφετηρία τον Μάιο του 2012, θα το φέρει αντιμέτωπο με δυσθεώρητες οφειλές. Έτσι, ο κίνδυνος να μην είναι σε θέση να τις εξυπηρετήσει διαγράφονταν περισσότερο από υπαρκτός. Τις μελλοντικές καταβολές της κρατικής χρηματοδότησης παρείχε ως εγγύηση σε τράπεζες για τη δανειοδότησή του και ο άλλος, εκλογικά όμως ανθεκτικότερος, πόλος του μεταπολιτευτικού δικομματισμού, η Νέα Δημοκρατία.

Η χορήγηση δανείων και μάλιστα με, αντικειμενικά, μεγάλα ποσά, αλλά και με επισφαλείς εγγυήσεις, θα αρκούσε για να στοιχειοθετηθεί, προφανώς όχι μόνο σε βάρος των αρμόδιων οργάνων των πολιτικών κομμάτων, το αδίκημα της απιστίας. Για την απαλλαγή από κάθε ποινική ευθύνη των τραπεζικών στελεχών που ενέκριναν τη διάθεσή τους, σε δύο διακριτές χρονικά περιόδους και σε ύψος που καθιστούσε κακουργηματική τη δίωξή τους, θα μεριμνήσει ο κοινός νομοθέτης. Τρεις βουλευτές εκλεγμένοι τον Ιούνιο του 2012 με τους συνδυασμούς της Νέας Δημοκρατίας κατέθεσαν ένα περίπου έτος αργότερα εκπρόθεσμη τροπολογία σε συζητούμενο σχέδιο νόμου αρμοδιότητας του, τότε, Υπουργείου Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας, Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων. Διαρροές στον Τύπο απέδωσαν την επεξεργασία της στον, τότε, Αναπληρωτή Υπουργών Εσωτερικών, πρώην ανώτατο δικαστικό λειτουργό, και η πρωτοβουλία, όπως και το κείμενο της, φέρονταν να τελεί σε γνώση των δύο μικρότερων εταίρων της τρικομματικής κυβέρνησης συνεργασίας, μεταξύ των οποίων και του Πανελλήνιου Σοσιαλιστικού Κινήματος.

Η σύναψη, κάθε μορφής, δανείων με νομικά πρόσωπα δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, του ευρύτερου δημόσιου τομέα, τέτοια δεν είναι πάντως κατά νομική ακριβολογία τα πολιτικά κόμματα, και η, εν γένει, παροχή πιστώσεων σε αυτά προτάθηκε να μην συνιστά απιστία για τον πρόεδρο, τα μέλη των διοικητικών συμβουλίων και τα στελέχη των τραπεζών, εφόσον έχουν προηγηθεί, σωρευτικά, η λήψη απόφασης των θεσμοθετημένων εγκριτικών επιτροπών ή οργάνων τους και η τήρηση των σχετικών κανονιστικών πράξεων της Τράπεζας της Ελλάδος. Η τροπολογία δεν συζητήθηκε στην Ολομέλεια της Βουλής και υπερψηφίστηκε, όπως συνηθίζεται εν γένει και ενόψει του σκοπού της, μεταμεσονύχτια και με σχεδόν άδεια τα βουλευτικά έδρανα, ενώ η αντιπολίτευση αντέδρασε με χαρακτηριστική καθυστέρηση, όταν ήδη είχε ολοκληρωθεί η επεξεργασία του νομοσχεδίου. Έτσι, έγινε δεκτή, κατά πλειοψηφία, χωρίς καμία μεταβολή στο περιεχόμενό της και ενσωματώθηκε στο άρθρο 78 του ν. 4146/2013 (Α΄ 90).

 

ΙΙΙ. Οι κομματικές μεταλλάξεις

Έτσι, οι τραπεζίτες, οι οποίοι ενέκριναν τη δανειοδότηση των δύο πολιτικών κομμάτων εξουσίας της μεταπολιτευτική περιόδου με επισφαλείς εγγυήσεις, απαλλάχθηκαν ποινικά, οι υποχρεώσεις όμως των δανειοληπτών παρέμειναν και η δραστική μείωση της κρατικής χρηματοδότησης καθιστούσε, τουλάχιστον για το Πανελλήνιο Σοσιαλιστικό Κίνημα, μάλλον, απαγορευτική την εξυπηρέτηση των ιδιαίτερα υψηλών τοκοχρεωλυτικών δόσεων. Ακόμη και εάν οι δανειστές του δεν θα απέρριπταν το αίτημα για νέα συμφωνία με ευνοϊκότερους όρους αποπληρωμής, η διαρκής επιβάρυνση των οικονομικών του το έφερνε εγγύτερα, ίσως και συντομότερα του αναμενομένου, στη χρεοκοπία και, εντέλει, στην τυπική εξαφάνιση. Υποθηκεύοντας το ισχνό πολιτικό κεφάλαιο που του είχε απομείνει και με την ανοχή, ενδεχομένως και την ενθάρρυνση, των, ανεύθυνων πλέον νομοθετικά, τραπεζιτών, θα υιοθετήσει μία, τουλάχιστον, αμφιλεγόμενη νομικά και πάντως προσχηματική στην ουσία της επιλογή.

Προκειμένου να διατηρηθεί εκλογικά ενεργό, από τις Ευρωπαϊκές εκλογές του 2014 το Πανελλήνιο Σοσιαλιστικό Κίνημα διεκδίκησε την προτίμηση του εκλογικού σώματος ως βασική συνιστώσα συνασπισμού περισσότερων συνεργαζόμενων πολιτικών κομμάτων και κινήσεων. Η προσωνυμία του διαφοροποιούνταν, συνήθως, σε κάθε δεύτερη εκλογική αναμέτρηση και η κρατική χρηματοδότηση που δικαιούνταν με κριτήριο τις «φτωχές», αντικειμενικά και συγκριτικά προς το παρελθόν, εκλογικές επιδόσεις του σε πρώτη φάση διανέμονταν με γραπτή συμφωνία τους μεταξύ των συνιστωσών και, στη συνέχεια, εκχωρούνταν στον συνασπισμό ή κατανέμονταν, όχι πάντως ισομερώς, στον συνασπισμό και τη βασική συνιστώσα του. Η «ελιά ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗ ΠΑΡΑΤΑΞΗ», η «Δημοκρατική Συμπαράταξη», το «Κίνημα Αλλαγής» και το «Πανελλήνιο Σοσιαλιστικό Κίνημα (ΠΑΣΟΚ)-Κίνημα Αλλαγής» αποτέλεσαν τις διαδοχικές μορφές των σχημάτων της «οικονομικής ανάγκης».

Υπό την τελευταία προσωνυμία, δηλαδή «Πανελλήνιο Σοσιαλιστικό Κίνημα (ΠΑΣΟΚ)-Κίνημα Αλλαγής», τιτλοφορείται στο καταστατικό του, όπως διαμορφώθηκε στο τελευταίο (τακτικό) συνέδριο του 2022, ο πολυκομματικός πολιτικός φορέας της σύγχρονης Κεντροαριστεράς που πήρε τη θέση του Πανελλήνιου Σοσιαλιστικού Κινήματος (άρθρο 1 παρ. 1). Οι συνδυασμοί του διεκδίκησαν την προτίμηση του εκλογικού σώματος στις γενικές βουλευτικές εκλογές του 2019, στις όμοιες «δίδυμες» του 2023 και τις Ευρωπαϊκές εκλογές του 2024. Αν και τον συνασπισμό συγκροτούσαν το Πανελλήνιο Σοσιαλιστικό Κίνημα, το Κίνημα Δημοκρατών Σοσιαλιστών, στελέχη της Ανανεωτικής Αριστεράς, το Προοδευτικό Κέντρο, η Ένωση Δημοκρατικής Εθνικής Μεταρρύθμισης (ΕΔΕΜ) και Κινήσεις Πολιτών, οι συνιστώσες του συμφώνησαν, εγγράφως, ότι η κρατική, τακτική και εκλογική, χρηματοδότησή του θα κατανέμεται μόνον μεταξύ του συνασπισμού και της πρώτης, δηλαδή της βασικής, συνιστώσας του με αναλογία, σχεδόν, τέσσερα έναντι ενός. Η μειωμένη, «εκουσίως»(!), χρηματοδότησή του Πανελληνίου Σοσιαλιστικού Κινήματος επέβαλε και δικαιολογούσε την καταβολή μικρότερων τοκοχρεολυσίων. Απορίες προκαλεί πάντως η διαπίστωση ότι η δεύτερη, τουλάχιστον σε εκλογική απήχηση, συνιστώσα του συνασπισμού, δηλαδή το Κίνημα Δημοκρατών Σοσιαλιστών υπό τον Γ. Παπανδρέου, αποδέχθηκε, «εκουσίως», να μην συμμετέχει στην κατανομή της κρατικής χρηματοδότησης! Ίσως, επειδή οι υπέρογκες υποχρεώσεις που προκάλεσαν τον τραπεζικό δανεισμό δημιουργήθηκαν την περίοδο κατά την οποία ο ίδιος υπήρξε ο πρόεδρος του Πανελλήνιου Σοσιαλιστικού Κινήματος.

 

IV. Ο μετασχηματισμός του συνασπισμού σε αυτοτελές πολιτικό κόμμα

1. Το ισχύον εκλογικό σύστημα εισάγεται με τον ν. 4654/2020 (Α΄ 15), αποτελεί παραλλαγή της ενισχυμένης αναλογικής και υιοθετεί στις βασικές επιλογές του εκείνο του ν. 3636/2008 (Α΄ 11). Ορίζει κατώφλι για τη συμμετοχή στην κατανομή των βουλευτικών εδρών ίσο, τουλάχιστον, με το τρία τοις εκατό (3%) των εγκύρων ψηφοδελτίων που έλαβαν όλοι οι εκλογικοί σχηματισμοί στην επικράτεια, περιλαμβανομένων και των εκλογικών τμημάτων εξωτερικού (άρθρο 99 παρ. 1 του π.δ. 26/2012, όπως ισχύει). Για την επίτευξη μονοκομματικής αυτοδυναμίας και πάντως για την ενίσχυση της κυβερνητικής σταθερότητας, πριμοδοτείται το αυτοτελές πολιτικό κόμμα που έχει επικρατήσει στις εκλογές, εφόσον συγκεντρώσει ποσοστό εγκύρων ψηφοδελτίων ίσο ή μεγαλύτερο του είκοσι πέντε (25%) τοις εκατό, με μία (1) έδρα και έως τις τριάντα (30) για κάθε επιπλέον μισό τοις εκατό (0,5%) εκλογικής δύναμης (άρθρο 99 παρ. 2 περιπτ. α΄ και β΄ εδ. α΄ και 3 του π.δ. 26/2012, όπως ισχύει).

Πριμοδότηση λαμβάνει και ο συνασπισμός περισσότερων συνεργαζόμενων πολιτικών κομμάτων, μόνον όταν πρωτεύσει στις γενικές βουλευτικές εκλογές και ο μέσος όρος της δύναμης των συνιστωσών του είναι μεγαλύτερος εκείνης του αυτοτελούς πολιτικού κόμματος· άλλως οι επιπλέον έδρες διατίθενται στο τελευταίο, ακόμη και εάν δεν είναι δεύτερο σε εκλογική δύναμη (άρθρο 99 παρ. 2 περίπτ. β΄ εδ. β΄). Το Α1 (Πολιτικό) Τμήμα του Αρείου Πάγου κατά την ανακήρυξη των συνδυασμών αποφαίνεται, αμετακλήτως, για τη νομική μορφή κάθε συνδυασμού (άρθρο 99 παρ. 4β του π.δ. 26/2012). Δηλαδή, εάν πρόκειται για αυτοτελές πολιτικό κόμμα ή για συνασπισμό περισσότερων συνεργαζόμενων.

2. Το 4ο (τακτικό) συνέδριο του «Πανελλήνιου Σοσιαλιστικού Κινήματος-Κινήματος Αλλαγής» αποφάσισε τον μετασχηματισμό του συνασπισμού σε ενιαίο πολιτικό κόμμα. Την προκριθείσα στο καταστατικό του διατύπωση της διάταξης που αντικαταστάθηκε και την υιοθετηθείσα νέα που την αντικατέστησε δεν τις διακρίνει πάντως η νομική ακριβολογία. Η αναφορά της πρώτης, δηλαδή εκείνης που αντικαταστάθηκε, στον πολυκομματικό πολιτικό φορέα με την ίδια προσωνυμία υποδηλώνει, δίχως πάντως να το ορίζει ρητά, τον συνασπισμό περισσότερων συνεργαζομένων πολιτικών κομμάτων, τα οποία μάλιστα παραθέτει στη συνέχεια και με την προσθήκη πρωτοβουλιών και συλλογικοτήτων του προοδευτικού χώρου. Εξάλλου, η απαλοιφή στη νέα καταστατική διάταξη του πρώτου επιθετικού προσδιορισμού, δηλαδή του πολυκομματικού, μόνον εξ αντιδιαστολής και όχι άνευ ετέρου θα μπορούσε να επιτρέψει, ερμηνευτικά, την άποψη ότι κατοχυρώνεται ο ενιαίος φορέας.

Ανεξαρτήτως της διατύπωσης και της νομικής της ακριβολογίας, το «Πανελλήνιο Σοσιαλιστικό Κίνημα-Κίνημα Αλλαγής» ήδη είναι, καταστατικά, αυτοτελές πολιτικό κόμμα. Ο επικεφαλής του, ακόμη πρόεδρος του ομότιτλου συνασπισμού, δηλώνει τους τελευταίους μήνες, σταθερά και μονότονα, ότι στις επόμενες γενικές βουλευτικές εκλογές θα επιδιώξει την επικράτηση έστω και με διαφορά μίας ψήφου. Ακόμη και εάν κατόρθωνε να βρεθεί πρώτος στην εκλογική κατάταξη, το ισχύον εκλογικό σύστημα δεν θα επέτρεπε στον συνασπισμό να λάβει την πριμοδότηση των επιπλέον βουλευτικών εδρών. Γι’ αυτό, ο μετασχηματισμός του σε αυτοτελές πολιτικό κόμμα, προκειμένου να συμμετάσχει ως τέτοιο στις επόμενες γενικές βουλευτικές εκλογές, αποτελούσε μονόδρομο. Είναι άλλο το ζήτημα, ότι οι δημοσκοπήσεις διατηρούν, επίμονα, το «Πανελλήνιο Σοσιαλιστικό Κίνημα-Κίνημα Αλλαγής» σε ικανή απόσταση από την πρώτη θέση. Η φιλοδοξία της ανατροπής παραμένει πάντα ζωντανή και, εντέλει, όλα θα κριθούν στην κάλπη, όπου θα επιβεβαιωθούν ή θα ανατραπούν οι εκτιμήσεις και η επιδίωξη.

Η νομική φύση του καταστατικού και το αντικείμενο των ρυθμίσεών του δεν εξασφαλίζουν στους ορισμούς του ευρεία κανονιστική εμβέλεια. Την περιορίζουν και την εξαντλούν, αποκλειστικά, στο εσωτερικό κάθε πολιτικού κόμματος. Η καταστατική κατοχύρωση του αυτοτελούς πολιτικού κόμματος δεν αρκεί, προκειμένου να παράξει τα έννομα αποτελέσματά της και αυτά να καταλάβουν τη δράση του στην κοινωνία και την Πολιτεία. Η απόφαση του 4ου (τακτικού) συνεδρίου για να είναι δεσμευτική έναντι πάντων πρέπει να περιβληθεί τον τύπο που επιβάλλει το ισχύον, κατά περίπτωση, νομικό πλαίσιο. Υπό μία άλλη διατύπωση, η απόφαση του μετασχηματισμού δεν δεσμεύει νομικά από τη συμπερίληψή της στο καταστατικό του «Πανελλήνιου Σοσιαλιστικού Κινήματος-Κινήματος Αλλαγής». Ο ενιαίος φορέας θα αντιμετωπίζεται ως τέτοιος, όταν το αυτοτελές πολιτικό κόμμα αποκτήσει το δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης του ονόματος και του νέου εμβλήματός του. Προς τούτο, απαιτείται η γνωστοποίησή τους στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου με την υποβολή της ιδρυτικής δήλωσης [άρθρο 29 παρ. 1 και 4 του ν. 3023/2002 (Α΄ 146)]. Ανεξαρτήτως της στιγμής της που αυτή θα λάβει χώρα, το όνομα και το έμβλημα πρέπει, επίσης, να γνωστοποιούνται με την εκλογική δήλωση, κάθε φορά ενόψει προσφυγής στις γενικές βουλευτικές ή στις Ευρωπαϊκές εκλογές [άρθρα 37 παρ. 1 του π.δ. 26/2012, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 27 του ν. 4648/2019 (Α΄ 146), και 3 παρ. 1 του ν. 4255/2014 (Α΄ 90), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 4 του ν. 5083/2024 (Α΄12)].

 

V. Το αυτοτελές πολιτικό κόμμα και η κρατική χρηματοδότηση 

Δικαιούχοι της κρατικής, τακτικής και εκλογικής χρηματοδότησης είναι όσα πολιτικά κόμματα και οι συνασπισμοί τους έχουν, εναλλακτικά, εξασφαλίσει  εκπροσώπηση στη Βουλή ή έχουν καταρτίσει στις τελευταίες γενικές βουλευτικές εκλογές πλήρεις συνδυασμούς, τουλάχιστον, στο εβδομήντα τοις εκατό (70%) των βασικών εκλογικών περιφερειών της χώρας και συγκεντρώσει ποσοστό ψήφων, τουλάχιστον, ίσο με το ένα κόμμα πέντε τοις εκατό (1,5%) του συνόλου των εγκύρων ψηφοδελτίων της επικράτειας ή έχουν εξασφαλίσει εκπροσώπηση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή στις τελευταίες Ευρωπαϊκές εκλογές έχουν συγκεντρώσει το ίδιο ποσοστό ψήφων με το καθορισμένο στις γενικές βουλευτικές εκλογές [άρθρο 1 περίπτ. στ΄ του π.δ. 15/2022 (Α΄ 39)]. Η συνδρομή ενός ή/και περισσοτέρων από τα παραπάνω κριτήρια καθορίζει, κατά περίπτωση, το ύψος της αναλογούσας κρατικής χρηματοδότησης. Ειδικά για εκείνο (το κριτήριο) της κοινοβουλευτικής εκπροσώπησης απαιτείται, επιπλέον, οι βουλευτές να έχουν εκλεγεί στις τελευταίες γενικές βουλευτικές εκλογές από τους συνδυασμούς του ίδιου πολιτικού κόμματος ή του ίδιου συνασπισμού και να παραμένουν στις τάξεις τους [άρθρο 1 παρ. στ΄ περίπτ. στα) του π.δ. 15/2022]. Με την εν λόγω απαίτηση επιδιώκεται να αποτραπούν αποσκιρτήσεις ή διασπάσεις στη διάρκεια της βουλευτικής περιόδου, προκειμένου οι σχηματισμοί που θα ιδρυθούν να είναι δικαιούχοι της κρατικής χρηματοδότησης. Αντιθέτως, όμοια απαίτηση δεν προβλέπεται για την εκπροσώπηση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο [άρθρο 1 παρ. στ΄ περίπτ. στγ)].

Ο μετασχηματισμός του συνασπισμού σε αυτοτελές πολιτικό κόμμα, όποτε «επισημοποιηθεί» στη διάρκεια της διανυόμενης βουλευτικής περιόδου με την κατάθεση της ιδρυτικής του δήλωσης στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, δεν θα επηρεάσει την καταβολή της κρατικής χρηματοδότησης στο «Πανελλήνιο Σοσιαλιστικό Κίνημα-Κίνημα Αλλαγής» με βάση τις επιδόσεις του στις Ευρωπαϊκές εκλογές του Ιουνίου του 2024. Θα συνεχίσει να τη λαμβάνει ως δικαιούχος της. Ωστόσο, ο νέος φορέας, όταν γνωστοποιηθούν αρμοδίως το όνομα και το έμβλημά του, δεν θα είναι ο ίδιος με εκείνον από τους συνδυασμούς του οποίου αναδείχθηκαν οι αντιπρόσωποί του στις τελευταίες γενικές βουλευτικές εκλογές τον Ιούνιο του 2023. Και μπορεί το όνομα του να διατηρείται με τα ίδια ακριβώς στοιχεία εκείνων της προσωνυμίας του συνασπισμού, η απόφαση του συνεδρίου μετέβαλε τόσο τη νομική του μορφή όσο και το έμβλημά του. Συνεπώς, η νομοθετημένη απαίτηση οι αντιπρόσωποι του να έχουν εκλεγεί από το ίδιο πολιτικό κόμμα ή από τον ίδιο συνασπισμό, προκειμένου να συνεχίζεται η καταβολή της κρατικής χρηματοδότησης, δεν θα πληρούται μετά τη γνωστοποίηση των στοιχείων εξατομίκευσης του, καταστατικά, αυτοτελούς πολιτικού κόμματος.

Εάν ο μετασχηματισμός επισημοποιηθεί πριν από την προκήρυξη των επόμενων γενικών βουλευτικών εκλογών, το «Πανελλήνιο Σοσιαλιστικό Κίνημα-Κίνημα Αλλαγής» θα παύσει, κατά την ορθότερη άποψη, να περιλαμβάνεται στους δικαιούχους της κρατικής χρηματοδότησης σύμφωνα με το κριτήριο της κοινοβουλευτικής εκπροσώπησης και τις επιδόσεις του στις γενικές βουλευτικές εκλογές του Ιουνίου του 2023. Είναι, γι’ αυτό, σκόπιμο, παρά το γεγονός ότι ο μετασχηματισμός έχει ήδη κατοχυρωθεί καταστατικά, ο νέος φορέας να μην καταθέσει την ιδρυτική του δήλωση πριν από τη δημοσίευση του προεδρικού διατάγματος για την προσφυγή στη λαϊκή ετυμηγορία. Δηλαδή, να αναμείνει και να δηλώσει τα νέα στοιχεία της ταυτότητά του, υποβάλλοντάς, ταυτόχρονα, με την εκλογική ή πριν από αυτήν την ιδρυτική του δήλωση. Άλλως, θα στερηθεί σημαντικούς οικονομικούς πόρους και, μοιραία, δεν θα είναι σε θέση να εξυπηρετήσει, πρωτίστως, τις ανειλημμένες δανειακές υποχρεώσεις του στις τράπεζες.

 

. Η εξυπηρέτηση των δανειακών υποχρεώσεων

1. Στον απόηχο της τραπεζικής δανειοδότησης των παραδοσιακών πόλων του μεταπολιτευτικού δικομματισμού, με εγγύηση την προσδοκία μελλοντικών καταβολών της ετήσιας κρατικής χρηματοδότησης, και της επικοινωνιακής πίεσης από δημοσιεύματα στον Τύπο ή από τον κοινοβουλευτικό έλεγχο, ο κοινός νομοθέτης θα οργανώσει με ειδικούς ορισμούς τη χορήγηση δανείων στα πολιτικά κόμματα και τους συνασπισμούς τους από πιστωτικά ιδρύματα. Συγκεκριμένα, απαγορεύει, για την εξασφάλισή τους, την εκχώρηση ή την ενεχυρίαση είτε της κρατικής χρηματοδότησης μεταγενέστερου οικονομικού έτους εκείνου της χορήγησης του δανείου είτε ποσοστού της μεγαλύτερου του πενήντα τοις εκατό (50%) της ετήσιας κρατικής χρηματοδότησης (άρθρο 5 παρ. 7 εδάφ. α΄ του π.δ. 15/2022). Για τον σκοπό αυτό, ορίζεται ότι το ως άνω ποσοστό της ετήσιας κρατικής χρηματοδότησης είναι ανεκχώρητο έναντι τραπεζικών απαιτήσεων που γεννώνται από δανειακές συμβάσεις και ανεξαρτήτως του χρόνου γέννησής τους (άρθρο 5 παρ. 7 εδάφ. β΄ του π.δ. 15/2022). Προβλέπεται, επίσης, ότι είναι ακατάσχετο το δέκα τοις εκατό (10%) της συνολικής κρατικής χρηματοδότησης που λαμβάνει πολιτικό κόμμα ή συνασπισμός έναντι απαιτήσεων που απορρέουν από τραπεζικές συμβάσεις πίστωσης, υπογεγραμμένες πριν από την έναρξη ισχύος αυτής της διάταξης (άρθρο 1 παρ. 7 πρότ. 1 του π.δ. 15/2022).

Εξάλλου, επιτρέπεται η υπογραφή νέας δανειακής σύμβασης από πολιτικό κόμμα ή συνασπισμό περισσότερων συνεργαζόμενων ή η τροποποίηση υφιστάμενης, πρέπει όμως να ενημερώνονται η Επιτροπή Ελέγχου της Βουλής και η Τράπεζα της Ελλάδος το αργότερο εντός δέκα (10) ημερών (άρθρο 5 παρ. 7 εδάφ. γ΄ του π.δ. 15/2022) και να αναρτώνται οι συμβάσεις στην επίσημη ιστοσελίδα της πρώτης εντός δέκα πέντε (15) ημερών από τη λήψη τους (άρθρο 5 παρ. 7 εδάφ. ε΄ του π.δ. 15/2022). Αμφότερες οι συμβάσεις επιβάλλεται να συνάπτονται σύμφωνα με τους όρους της τραπεζικής δεοντολογίας και πρακτικής, όπως καθορίζονται και ισχύουν από την Τράπεζα της Ελλάδος, και υπό την προϋπόθεση της προηγούμενης έκδοσης πλήρως αιτιολογημένης απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου του χρηματοπιστωτικού ιδρύματος (άρθρο 5 παρ. 7 εδάφ. δ΄ του π.δ. 15/2022). Η παράλειψη της ενημέρωσης επισύρει, κατά περίπτωση, τη στέρηση ή τον περιορισμό της κρατικής χρηματοδότησης από τους σχηματισμούς που τη λαμβάνουν και, εάν ο παραβάτης δεν είναι δικαιούχος της, τιμωρείται με την επιβολή προστίμου έως του ποσού των διακοσίων χιλιάδων (200.000) ευρώ (άρθρο 5 παρ. 7 εδάφ. στ΄, σε συνδυασμό με το εδάφ. γ΄ της παρ. 10 του άρθρου 21 του π.δ. 15/2022).

2. Δεν είναι γνωστό, επειδή το κείμενο του δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί, εάν στο καταστατικό του «Πανελλήνιου Σοσιαλιστικού Κινήματος-Κινήματος Αλλαγής» ως αυτοτελούς πολιτικού κόμματος έχει περιληφθεί διάταξη που καθορίζει τον φορέα εξυπηρέτησης παρελθόντων δανειακών υποχρεώσεων. Αλλά και εάν ακόμη τούτο έχει παραλειφθεί, δεν καταλείπεται οποιαδήποτε αμφιβολία ότι τις αναλαμβάνει ο νέος φορέας αντί της συνιστώσας του μετασχηματισθέντος συνασπισμού. Δεδομένου ότι η επισημοποίηση της αλλαγής στη νομική του φύση, δηλαδή η ίδρυση αυτοτελούς πολιτικού κόμματος, θα διακόψει την καταβολή της κρατικής χρηματοδότησης, όπως προκύπτει από το κριτήριο της κοινοβουλευτικής εκπροσώπησης, στον συνασπισμό, είναι προτιμητέο και πάντως σκόπιμο η ιδρυτική δήλωση του αυτοτελούς πολιτικού κόμματος να υποβληθεί μετά την προκήρυξη των επόμενων γενικών βουλευτικών εκλογών. Έως τότε τα αναλογούντα ποσά της θα διατίθενται, τυπικά, στον συνασπισμό και από το μέρος της που θα λαμβάνει η πρώτη συνιστώσα του, το Πανελλήνιο Σοσιαλιστικό Κίνημα, και οφειλέτης στις τράπεζες, κατά τα οριζόμενα στη γραπτή συμφωνία της με τις λοιπές (συνιστώσες), θα εξυπηρετούνται οι δανειακές υποχρεώσεις του στο ύψος και με τον τρόπο που έχει συμφωνηθεί.

Η απήχηση του αυτοτελούς πολιτικού κόμματος στις επόμενες γενικές βουλευτικές εκλογές θα καθορίσει το αναλογούν ποσό της ετήσιας κρατικής χρηματοδότησής του. Εκτιμάται ότι θα είναι σαφώς μεγαλύτερο εκείνου της τρέχουσας, ακόμη και στην περίπτωση που η εκλογική του δύναμη παραμείνει αμετάβλητη ή/και μειωθεί «λελογισμένα|. Έχοντας ως οφειλέτης σαφώς περισσότερους πόρους, θα ήταν πάντως παράδοξο να διατηρηθεί στο τρέχον ύψος της η τοκοχρεωλυτική δόση. Πρέπει να αναμένεται ότι οι δανειστές θα αξιώσουν την αναπροσαρμογή της, τουλάχιστον αναλογικά προς την αύξηση της κρατικής χρηματοδότησης του δικαιούχου της και οφειλέτη τους. Η τυχόν παράλειψη των αρμόδιων τραπεζικών οργάνων να το πράξουν, θα είναι ποινικά κολάσιμη.

Εξάλλου, το αυτοτελές πολιτικό κόμμα δεν θα μπορούσε να αρνηθεί την αύξηση της τοκοχρεωλυτικής δόσεις, ως μοναδική επιλογή του θα έχει το ύψος της να καθορισθεί, το δυνατόν, χαμηλότερα. Εάν αρνηθεί να συμφωνήσει, η ισχύουσα σύμβαση  θα ήταν δυνατό να καταγγελθεί μονομερώς, λόγω μεταβολής των οικονομικών συνθηκών. Εξάλλου, οι πιστωτές, δηλαδή οι τράπεζες, θα έχουν τη δυνατότητα να ικανοποιήσουν τις απαιτήσεις τους, προχωρώντας στην κατάσχεση έως και του ενενήντα τοις εκατό (90%) της αναλογούσας ετήσιας κρατικής χρηματοδότησης του φορέα που διαδέχεται τον συνασπισμό. Αναμένεται, λοιπόν, να υπάρξει, θέλοντας και μη, συμφωνία με τους νέους, επικαιροποιημένους, όρους αποπληρωμής των τοκοχρεωλυσίων. Ό,τι συμφωνηθεί, θα αποτυπωθεί σε τροποποιητική σύμβαση, η οποία επιβάλλεται να διαμορφωθεί υπό τους όρους της τραπεζικής δεοντολογίας και πρακτικής, όπως καθορίζονται και ισχύουν από την Τράπεζα της Ελλάδος, και υπό την προϋπόθεση της προηγούμενης έκδοσης πλήρως αιτιολογημένης απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου του οικείου χρηματοπιστωτικού ιδρύματος. Η συμφωνία πρέπει, τέλος, να γνωρίσει τη νομοθετικά επιβαλλόμενη δημοσιότητα με την ενημέρωση της Επιτροπής Ελέγχου της Βουλής και της Τράπεζας της Ελλάδος, καθώς επίσης με την εμπρόθεσμη ανάρτηση του κειμένου της στην ιστοσελίδα της πρώτης.

 

VΙΙ. Οι μετεκλογικές συνεργασίες 

Αν και το 4ο (τακτικό) συνέδριο του «Πανελλήνιου Σοσιαλιστικού Κινήματος-Κινήματος Αλλαγής» διεξήχθη σε χρόνο που δεν θεωρείται προεκλογικός, τις εργασίες του απασχόλησαν και οι μετεκλογικές συνεργασίες. Τη σχετική συζήτηση πυροδότησε η σχεδόν δεδομένη, τουλάχιστον υπό τα επικρατούντα δημοσκοπικά ευρήματα, αδυναμία του πολιτικού κόμματος που θα επικρατήσει στις επόμενες γενικές βουλευτικές εκλογές να εξασφαλίσει αυτοτελώς την αυτοδυναμία. Εξάλλου, προβεβλημένα στελέχη του ζήτησαν να αποκλειστεί η συνεργασία με τη Νέα Δημοκρατία και τούτο να καταστεί καταστατική δέσμευση. Στην εισαγωγική του ομιλία ο πρόεδρος, τυπικά ακόμη του συνασπισμού, ξεκαθάρισε ότι «όποιος πιστεύει ότι υπάρχει σενάριο συνεργασίας με αυτούς που οργάνωσαν την ηθική και πολιτική μου (του) εξόντωση, βρίσκεται εκτός πραγματικότητας».

Διάταξη με αυτό το περιεχόμενο δεν θα μπορούσε, ούτε και θα έπρεπε, να περιληφθεί στο καταστατικό και ορθά δεν περιλήφθηκε. Η ανάγκη για μετεκλογικές συνεργασίες, ακόμη και εάν θεωρείται βέβαιη, θα προκύψει, όταν το εκλογικό σώμα εκφραστεί και, δια του εκλογικού συστήματος, οριστικοποιηθεί η κατανομή των πολιτικών δυνάμεων στη Βουλή. Γι’ αυτό, η όποια σχετική δέσμευση, ακόμη και όταν διατυπώνεται ρητά, έχει αποκλειστικά πολιτική σημασία και εξαντλείται προεκλογικά. Από τη στιγμή που η λαϊκή θέληση δεν εξασφαλίσει σε κανένα συνδυασμό τη μονοκομματική αυτοδυναμία, ζητούμενο της επόμενης ημέρας είναι, πλέον, η αναζήτηση της συναίνεσης. Τότε, τις εξελίξεις θα καθορίσει ο συσχετισμός δυνάμεων, όπως τον έχει διαμορφώσει η νωπή λαϊκή ετυμηγορία και όλα θα ξεκινήσουν, περίπου, από την αρχή. Η επίκληση μιας συνεδριακής εξαγγελίας, η οποία διατυπώθηκε περισσότερο για να καθησυχάσει το εσωτερικό για να αποτραπούν οι ανούσιες εντάσεις, θα αποδειχθεί στην πράξη γράμμα κενό ή νεκρό. Ένα είναι πάντως βέβαιον, όποιος προκαλέσει την προκήρυξη νέων γενικών βουλευτικών εκλογών, θα τις χρεωθεί «προσωπικά» και θα «καταβάλει» στην κάλπη. . .

 

VΙΙΙ. Το καταστατικό κώλυμα εκλογιμότητας 

1. Στις γενικές βουλευτικές εκλογές λαμβάνουν μέρος και την προτίμηση του εκλογικού σώματος διεκδικούν είτε συνδυασμοί υποψηφίων, ενός πολιτικού κόμματος ή συνασπισμού περισσότερων συνεργαζόμενων ή ανεξαρτήτων, είτε μεμονωμένοι (υποψήφιοι) [άρθρο 32 παρ. 1 εδάφ. α΄ του π.δ. 26/2012 (Α΄ 57), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 32 του ν. 4648/2019 (Α΄ 205)]. Οι πιθανότητες εκλογής είναι σαφώς, τουλάχιστον, περισσότερες στις δύο πρώτες εκδοχές του συνδυασμού. Οι συνδυασμοί καταρτίζονται με δήλωση, κατά περίπτωση, του αρμόδιου καταστατικά οργάνου ή του επικεφαλής ή εξουσιοδοτημένου υποψηφίου (άρθρο 32 παρ. 2 του π.δ. 26/2012, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 29 του ν. 4648/2019), η οποία υποβάλλεται εντός τεσσάρων (4) ημερών μετά την έναρξη της προεκλογικής περιόδου [άρθρο 34 παρ. 1 του π.δ. 26/2012, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 31 του ν. 4648/2019 και τροποποιήθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 5 του ν. 5285/2026 (Α΄ 33)].

Η δήλωση περιλαμβάνει τα καθορισμένα στον νόμο στοιχεία κάθε υποψηφίου (άρθρο 34 παρ. 3 του π.δ. 26/2012, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 31 του ν. 4648/2019) και ο τελευταίος επικυρώνει την υποψηφιότητά του μέσω της οικείας ηλεκτρονικής πύλης (άρθρο 34 παρ. 5 του π.δ. 26/2012, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 31 του ν. 4648/2019). Οι συνδυασμοί ανακηρύσσονται δύο (2) ημέρες μετά τη λήξη της προθεσμίας υποβολής τους από το Α1 (Πολιτικό) Τμήμα του Αρείου Πάγου (άρθρο 35 παρ. 1 εδάφ. α΄ του π.δ. 26/2012, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 34 του ν. 4648/2019 και τροποποιήθηκε με το άρθρο 7 του ν. 5285/2026). Στο παρελθόν και σταθερά επί επτά ακριβώς δεκαετίες κάθε υποψήφιος αυτοπροτείνονταν ή προτείνονταν, εγγράφως και ενυπογράφως, από, τουλάχιστον, δώδεκα (12) εκλογείς της ίδιας βασικής εκλογικής περιφέρειας και ο υποψήφιος όφειλε να αποδεχθεί την πρόταση (άρθρο 32 του π.δ. 26/2012 πριν αντικατασταθεί από  το άρθρο 29 του ν. 4648/2019).

2. Απόφαση του συνεδρίου, η οποία δεν απασχόλησε πάντως την επικαιρότητα κατά τη λήψη της, υπήρξε η εισαγωγή απαγόρευσης της υποψηφιότητας σε αιρετή θέση για όσους έχουν συμπληρώσει ορισμένη χρονικά θητεία σε αυτήν. Αν και η σχετική ρύθμιση περιλήφθηκε στο καταστατικό του αυτοτελούς πολιτικού κόμματος, στον δημόσιο διάλογο την ανάδειξε η αντίδραση, λίγες εβδομάδες αργότερα, θιγόμενου, ιστορικού στελέχους του Πανελλήνιου Σοσιαλιστικού Κινήματος. Σύμφωνα με τη νέα ρύθμιση, δεν μπορεί να είναι υποψήφιος στις γενικές βουλευτικές εκλογές, όποιος έχει συμπληρώσει, συνολικά, είκοσι (20) έτη ως βουλευτής, δηλαδή αθροιστικά πέντε πλήρεις βουλευτικές θητείες, και στις Ευρωπαϊκές εκλογές, όποιος έχει συμπληρώσει δέκα πέντε (15) έτη, δηλαδή τρεις πλήρεις θητείες, στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.

Της απαγόρευσης, κατά την αντικειμενική θεώρηση των πραγμάτων, για την εκλογή, πρωτίστως, στη Βουλή, εξαιρέθηκαν οι πρώην πρωθυπουργοί πολιτικών κυβερνήσεων, δηλαδή κυβερνήσεων που έτυχαν ψήφου εμπιστοσύνης, και οι πρώην πρόεδροι του πολιτικού κόμματος. Βέβαια, οι δύο ιδιότητες συμπίπτουν, κατά κανόνα, στο ίδιο πρόσωπο. Πράγματι, η εντολή σχηματισμού κυβέρνησης ανατίθεται στον αρχηγό του κόμματος που διαθέτει στη Βουλή την απόλυτη πλειοψηφία των εδρών της (άρθρο 37 παρ. 2 πρότ. 1 Συντ.) ή, όταν επικρατεί η σχετική πλειοψηφικής εκδοχή της δεδηλωμένης, σε εκείνον που είναι φορέας της τεκμαιρόμενης προτίμησης της πλειοψηφίας των βουλευτών. Δεν αποκλείεται πάντως ο πρόεδρος να αποχωρήσει από την ηγεσία πολιτικού κόμματος, παραιτούμενος ή μετά τη λήξη της θητείας του, εάν αυτή δεν ανανεωθεί, δίχως στο μεταξύ να έχει κατορθώσει να αναδειχθεί κατά τη διάρκειά της πρωθυπουργός. Τέλος, η απαγόρευση υποψηφιότητας καταλαμβάνει και τους επικεφαλής τριτοβάθμιων συνδικαλιστικών οργανώσεων. Εφόσον έχουν συμπληρώσει, συνολικά, δέκα πέντε (15) έτη, δηλαδή τρεις πλήρεις θητείες, στη θέση, δεν τους επιτρέπεται να είναι ξανά υποψήφιοι για να τη διεκδικήσουν.

3. Η απαγόρευση της υποψηφιότητας σε αιρετή θέση, τουλάχιστον στο εθνικό ή στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, συνιστά «καταστατικό κώλυμα εκλογιμότητας» και μάλιστα απόλυτο. Όποιος συμπληρώνει τον καθορισμένο χρόνο θητείας, δεν μπορεί να είναι άλλη φορά υποψήφιος με τους συνδυασμούς του «Πανελλήνιου Σοσιαλιστικού Κινήματος-Κινήματος Αλλαγής». Η εισαγωγή του (κωλύματος) δεν αποκλείει πάντως την, εν γένει, διεκδίκηση της προτίμησης του εκλογικού σώματος. Πράγματι, εκείνος που πληροί το χρονικό κριτήριο και η υποψηφιότητά του απαγορεύεται καταστατικά, μπορεί να είναι υποψήφιος σε συνδυασμό άλλου πολιτικού κόμματος ή συνασπισμού περισσότερων συνεργαζόμενων ή ανεξαρτήτων ή ως μεμονωμένος (υποψήφιος). Σε όλες τις επιμέρους εκδοχές και, πρωτίστως, στις δύο πρώτες, η υποψηφιότητα αρκεί από μόνη της για να διαρρήξει τη σχέση του με τον πολιτικό φορέα, του οποίου είναι μέλος. Σε κάθε περίπτωση, η δημοσιοποίησή της θα προκαλέσει, το πιθανότερο, τη διαγραφή του ή, έστω, θα συμπέσει με την ανακοίνωση της απόφασης για εκούσια αποχώρηση.

Η νέα καταστατική διάταξη και η συνέπειά της, δηλαδή η απαγόρευση της υποψηφιότητας, δεν φαίνεται, κατά την ορθότερη άποψη, να θέτει ζήτημα συμβατότητάς της προς την ισχύουσα συνταγματική τάξη. Άλλωστε, το περιεχόμενό της, όπως και κάθε άλλης ρύθμισης του καταστατικού για την οργάνωση και τη λειτουργία του πολιτικού κόμματος στο εσωτερικό του, διαμορφώνεται, καταρχήν, ελεύθερα. Τούτο επιτρέπει, αν δεν το επιβάλλεται κιόλας, η αρχή της καταστατικής αυτονομίας. Ωστόσο, κάθε διάταξη του καταστατικού, επειδή θεσπίζει κανόνα δικαίου, πρέπει να είναι γενική και αφηρημένη. Δηλαδή, ο αποδέκτης της δεν μπορεί να συγκεκριμένος και, πολύ περισσότερο, να εξατομικεύεται, ούτε με το περιεχόμενο της να καταλαμβάνει το πραγματικό μιας ή ελάχιστων, αλλά γνωστών, ήδη περιπτώσεων. Η ρύθμιση αποκτά, έντονα, ατομικά στοιχεία, όταν το επίμαχο πραγματικό συγκροτούν θέσεις ή ιδιότητες που έχουν κτηθεί στο παρελθόν, δηλαδή πριν από τη θέσπιση της καταστατικής ρύθμισης. Στην περίπτωση μάλιστα που αυτά πληρούνται από ένα και μόνον πρόσωπο, τότε καθίσταται, εκ των πραγμάτων και άνευ ετέρου, «φωτογραφική».

Η φύση των Ευρωπαϊκών εκλογών, η διάρκεια της θητείας των μελών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και η αναντίρρητη έλξη που, εν γένει, ασκεί στους υποψηφίους η κεντρική πολιτική σκηνή δεν έχουν επιτρέψει στο ίδιο πρόσωπο να πλησιάσει ή, πολύ περισσότερο, να συμπληρώσει τον καθορισμένο χρόνο για τη συνδρομή του καταστατικού κωλύματος εκλογιμότητας. Αντιθέτως, στην περίπτωση της Βουλής, σπανιότατα πάντως, δεν απουσιάζουν εντελώς όσοι έχουν ξεπεράσει σε διάρκεια, συνεχώς ή με διαλείμματα, τη συνολική θητεία των είκοσι ετών. Η εκλογική κατακρήμνιση που έχει υποστεί στα χρόνια της δημοσιονομικής κρίσης το Πανελλήνιο Σοσιαλιστικό Κίνημα σε όλες τις εκδοχές του και η δραστική ανανέωση του κοινοβουλευτικού προσωπικού του δεν καταλείπουν πολλά περιθώρια για να εξευρεθεί στέλεχος που να πληροί σήμερα τον καθορισμένο χρόνο των είκοσι ετών θητείας στη Βουλή. Διερωτάται, λοιπόν, κανείς, ποιοι είναι οι λόγοι που υποχρέωσαν τη σύνδεση της καταστατικής απαγόρευσης με το παρελθόν και, όπως θα ήταν ορθότερο και σκόπιμο πολιτικά ή κομματικά να συμβεί, ο κρίσιμος χρόνος να μην ανατρέχει από γεννήσεως του άλλοτε κραταιού πολιτικού κόμματος εξουσίας, αλλά να υπολογίζεται εφεξής, δηλαδή από τη θέσπιση της νέας ρύθμισης;

4. Από τα μέλη της θητεύουσας κοινοβουλευτικής ομάδας του «Πανελλήνιου Σοσιαλιστικού Κινήματος-Κινήματος Αλλαγής», κανείς τους, όπως προκύπτει και όχι μόνο σε πρώτη ανάγνωση, δεν έχει φθάσει ούτε στο μισό των είκοσι ετών. Και οι λόγοι που θα μπορούσαν στο απώτερο ή στο απώτατο μέλλον δεν είναι πάντως βέβαιον, λόγω ηλικίας ή ρευστότητας στην πολιτική ζωή, ότι θα πλησιάσουν, πόσο μάλλον θα συμπληρώσουν, το καθορισμένο όριο θητείας. Ο αποδέκτης της καταστατικής ρύθμισης, εάν αυτή τύχει άμεσης εφαρμογής, και με το συγκεκριμένο περιεχόμενο πρέπει να αναζητηθεί μεταξύ όσων παραμένουν ενεργοί πολιτικά, αλλά δεν είναι σήμερα βουλευτές. Δηλαδή, μεταξύ εκείνων που θα μπορούσαν και, ιδίως, θα ήθελαν να διεκδικήσουν για μία ακόμη φορά, ενδεχομένως και τελευταία, την προτίμηση του εκλογικού σώματος.

Ακόμη και εάν δεν είχε προηγηθεί η οξεία αντίδραση, είναι αλήθεια εκδηλώθηκε αιφνιδίως και οψιγενώς, ιστορικού στελέχους του Πανελλήνιου Σοσιαλιστικού Κινήματος, βουλευτή για πολλά περισσότερα από τα είκοσι έτη στη βασική εκλογική περιφέρεια Α΄ Θεσσαλονίκης και πέντε φορές Υπουργού, ο εντοπισμός του αποδέκτη του απόλυτου κωλύματος εκλογιμότητας δεν θα απαιτούσε μεγάλη προσπάθεια και η αναζήτηση θα ολοκληρωνόταν ταχύτατα. Όντας ο μοναδικός που πληροί τις χρονικές προδιαγραφές και έχοντας δηλώσει, αφού το δικαιούται ως ανακηρυχθείς πρώτος αναπληρωματικός, την επιθυμία του να είναι ξανά υποψήφιος, η θέσπισή της αποστερεί από τη νέα ρύθμιση τα στοιχεία του γενικού και του αφηρημένου που επιβάλλεται να διαθέτει ως κανόνας του καταστατικού δικαίου. Τα, ούτως ή άλλως, έντονα ατομικά της στοιχεία καθίστανται πάντως στην πράξη και «φωτογραφικά». Πράγματι, το περιεχόμενό της έχει προσαρμοστεί στις προσωπικές προδιαγραφές του μοναδικού αποδέκτη της και με αυτήν επιδιώκεται συγκεκριμένος στόχος, ο οριστικός «εξοβελισμός» του από την πολιτική ζωή.

Ατομική και «φωτογραφική» είναι, επίσης, η εξαίρεση από την απαγόρευση, η οποία εντοπίζεται σε δύο, συγκεκριμένα, πρόσωπα. Το πρώτο υπήρξε ο τρίτος, κατά σειρά από την ίδρυσή του το 1974, πρόεδρος του Πανελλήνιου Σοσιαλιστικού Κινήματος και πρωθυπουργός της χώρας κατά την περίοδο Οκτώβριος 2009-Νοέμβριος 2011, σήμερα είναι ακόμη αρχηγός του Κινήματος Δημοκρατών Σοσιαλιστών, συνιστώσας του συνασπισμού με την προσωνυμία «Πανελλήνιο Σοσιαλιστικό Κίνημα-Κίνημα Αλλαγής». Ως πρώην πρωθυπουργός θα εξακολουθήσει, για όσο χρόνο το επιθυμεί, να είναι υποψήφιος βουλευτής σε όποια βασική εκλογική περιφέρεια της χώρας επιλέξει και θα τεκμαίρεται ότι λαμβάνει τόσους σταυρούς προτίμησης όσα και τα ψηφοδέλτια του συνδυασμού (άρθρο 72 παρ. 8 του π.δ. 26/2012). Αντιθέτως, ο τέταρτος, κατά σειρά, αρχηγός του Πανελλήνιου Σοσιαλιστικού Κινήματος ουδέποτε ηγήθηκε πολιτικής κυβέρνησης και, εντασσόμενος στην εξαίρεση του κωλύματος, μπορεί να διεκδικήσει, εάν το θελήσει και του επιτραπεί, την εκλογή του σε βασική εκλογική περιφέρεια της χώρας. Οφείλει όμως να μπει στη μάχη του σταυρού προτίμησης. Η χρονική απόσταση από την τελευταία πραγματική υποψηφιότητά του, δεν φαίνεται να του καταλείπει ουσιαστικά περιθώρια επιτυχίας, εκτός και εάν ενταχθεί σε εκλόγιμη θέση του συνδυασμού Επικρατείας του νέου πολιτικού φορέα.

5. Εάν με το καταστατικό κώλυμα εκλογιμότητας επιδιώχθηκε η ανανέωση του πολιτικού προσωπικού, η εισαγωγή του θα είχε ασφαλώς γνωρίσει ευρύτερη δημοσιότητα και, προφανώς, πολύ πριν γίνει γνωστό από την αντίδραση του μοναδικού αποδέκτη του. Η επίκλησή του, διά της προβολής του δηλωμένου σκοπού του, ένα περίπου μήνα μετά τη λήξη του συνεδρίου χρησίμευσε, να μου επιτραπεί να πω προσχηματικά, για να δικαιολογηθεί, εκ των υστέρων, η επιλογή της δήλωσης «παρών» στην ψηφοφορία για την ανανέωση τη θητείας του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδας. Ενδεχομένως τον σκοπό του κωλύματος να το ακούσουμε και πάλι ενόψει των επόμενων γενικών βουλευτικών εκλογών, όταν τους συνδυασμούς του αυτοτελούς, πλέον, πολιτικού κόμματος θα κοσμήσουν, όπως αναμένεται, «μεταγραφές» με σύντομη παρουσία στην πολιτική ζωή και με έντονες τις προδιαγραφές του life style.

Από τη στιγμή που η αυτοπρόταση και η πρόταση ελάχιστου αριθμού εκλογέων στην ίδια βασική εκλογική περιφέρεια καταργήθηκαν το 2019, η συγκρότηση των ψηφοδελτίων τους αποτελεί αποκλειστικά υπόθεση των πολιτικών κομμάτων. Εάν το αρμόδιο καταστατικά όργανο ή, εντέλει, ο επικεφαλής τους δεν θελήσει να είναι κάποιος υποψήφιος, αρκεί να μην τον δηλώσει στον συνδυασμό. Από τη στιγμή μάλιστα που ο μη προταθείς δεν είναι απερχόμενος βουλευτής, η όποια αμφισβήτηση του αποκλεισμού του δύσκολα θα μπορούσε πολιτικά να αποδειχθεί πειστική. Για τη νομική αμφισβήτησή του, ας μην γίνει λόγος. Υπό αυτά τα δεδομένα, ό,τι προσφέρει η εισαγωγή του καταστατικού κωλύματος εκλογιμότητας ήδη ήταν δυνατόν να εξασφαλιστεί μέσω της νομοθετημένης και γενικής διαδικασίας κατάρτισης του συνδυασμού.

Βέβαια, η κατάρτισή του συνιστά προπαρασκευαστική πράξη της εκλογής και διενεργείται στη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου, τις πρώτες μάλιστα ημέρες της. Ο αποκλεισμός ενδιαφερόμενου από τον επικεφαλής του πολιτικού κόμματος θα συνοδεύονταν από αντιδράσεις. Η εκδήλωσή τους θα επηρέαζε αρνητικά, το πιθανότερο, την απήχηση του συνδυασμού στη συγκεκριμένη βασική εκλογική περιφέρεια και η εξέλιξη θα χρεώνονταν, προνομιακά, στον αποκλεισθέντα. Η εισαγωγή του καταστατικού κωλύματος μεταφέρει, όποτε τελικά υπάρξει αντίδραση, τη συζήτηση και τις όποιες κατηγορίες στην απόφαση του συνεδρίου. Έτσι, δεν καταλείπει χώρος στην προεκλογική ένταση. Όλα θα χρεωθούν στο συλλογικό όργανο και όχι σε εκείνον που θα καταρτίσει τον συνδυασμό, ο οποίος απλώς θα εφαρμόσει τον καταστατικό κανόνα. . .

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

seventeen − 4 =