Εξουσία, κοινωνικό κράτος και εκπαίδευση στο έργο του Κωνσταντίνου Τσουκαλά

Ξενοφών Κοντιάδης, Καθηγητής Δημοσίου Δικαίου, Κοσμήτορας Σχολής Κοινωνικών Επιστημών Πανεπιστημίου Πελοποννήσου

Εξουσία, κοινωνικό κράτος και εκπαίδευση στο έργο του Κωνσταντίνου Τσουκαλά

Ι.

Το να επιχειρήσει κανείς να αποτιμήσει το έργο του Κωνσταντίνου Τσουκαλά μέσα στα χρονικά όρια μιας Laudatio σημαίνει ότι αναπόφευκτα καλείται να συμπυκνώσει, επιλεκτικά, όψεις μόνο μιας ογκώδους ακατάτακτης, πρωτότυπης, διεπιστημονικής εργογραφίας, που καλύπτει όλο το εύρος των κοινωνικών και πολιτικών επιστημών, αλλά και μιας ζωής εξίσου συναρπαστικής με το έργο του και περιπετειώδους όσο και οι ιδέες του. Απολογούμαι λοιπόν εκ προοιμίου για όσα κατ’ ανάγκην η ελλειπτικότητα του λόγου αφήσει ημιτελή ή αποσιωπήσει και δηλώνω εξ αρχής ότι ο διάλογος με τη σκέψη του Τσουκαλά θα επικεντρωθεί κυρίως σε δυο πεδία που απασχόλησαν μεγάλο και σημαντικό τμήμα του έργου του, την Εκπαίδευση και το Κοινωνικό Κράτος. Θα ξεκινήσω, όμως, από ορισμένες απαραίτητες εργοβιογραφικές υπομνήσεις.
Ο Κωνσταντίνος Τσουκαλάς γεννήθηκε στην Αθήνα το 1937. Σε μια πρόσφατη αυτοβιογραφική του εξομολόγηση οριοθετεί το χρονικό σημείο της πολιτικοποίησής του και της βιωματικής του στράτευσης στην ιδεολογική και ηθική οικογένεια της «Αριστεράς», όταν σε πρώιμη εφηβική ηλικία παρευρίσκεται στη δίκη του Μπελογιάννη, του οποίου ο πατέρας του ήταν συνήγορος. «Κάτι έσπασε μέσα μου», θυμάται ο Τσουκαλάς, «βουβάθηκα όταν ο πατέρας μου εξήγησε πως ο άνθρωπος αυτός πρόκειται να εκτελεστεί για αυτά που πιστεύει. Από τη στιγμή αυτή, αυτός τουλάχιστον ο κύβος φαίνονταν να έχει ριφθεί».
Αφού αποφοίτησε από τη Νομική Σχολή Αθηνών το 1958, ο Τσουκαλάς συνέχισε τις μεταπτυχιακές του σπουδές στην Ιστορία του Δικαίου και την Κοινωνιολογία στα Πανεπιστήμια της Χαϊδελβέργης, του Μονάχου, της Σορβόννης και του Γέιλ, με έναν ενδιάμεσο σταθμό, την περίοδο 1963-66, στο Κέντρο Κοινωνικών Επιστημών Αθηνών, που αργότερα επανιδρύθηκε ως Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών. Η κοινωνική έρευνα, όπως γινόταν αντιληπτή στο περιβάλλον του Κέντρου Κοινωνικών Επιστημών, «δεν είναι και δεν επιτρέπεται να είναι», λέει ο Τσουκαλάς, «καριέρα ή επάγγελμα, αλλά οφείλει να αντιμετωπίζεται ως χρέος, ανάγκη και πάθος».
Η Χούντα και ο Μάης του ’68 αποτελούν ορόσημα στη ζωή του Τσουκαλά, αφού μετά από μια σύντομη παραμονή στην Αθήνα και συμμετοχή σε αυτοσχέδιες αντιστασιακές οργανώσεις και με ενδιάμεσο σταθμό το Γέιλ, φτάνει στο Παρίσι το φλεγόμενο Μάη του ’68 για να μετάσχει στη γιορτή της λεγόμενης «ολικής ανατροπής». Και, όπως λέει ο ίδιος, «από τη στιγμή αυτή άλλαξε η ζωή μου για πάντα. Μέσα στον ορυμαγδό της ολομέτωπης φαντασιακής ρήξης», συνεχίζει, «μετείχα σε ό,τι είδους συλλογικές δράσεις έπεφταν στην αντίληψή μου και συνέχισα να διαβάζω ό,τι μου ’πεφτε στα χέρια».
Η σημαντικότερη, όμως, αντιστασιακή πράξη του Τσουκαλά συνίσταται στη συγγραφή του πρώτου βιβλίου του, που δημοσιεύθηκε στα αγγλικά δυο χρόνια μετά το πραξικόπημα των συνταγματαρχών, από τις περίφημες εκδόσεις Penguin, και κυκλοφόρησε στα ελληνικά το 1974, μετά την πτώση της Χούντας, με τον τίτλο «Η Ελληνική Τραγωδία». Στο πρώτο του αυτό βιβλίο ο Τσουκαλάς γράφει μια ευσύνοπτη πολιτική ιστορία της σύγχρονης Ελλάδας, από νεομαρξιστική σκοπιά, αποσκοπώντας να εξηγήσει γιατί κατέρρευσε η δημοκρατία και να συμβάλλει με τον πολεμικό του λόγο στον αγώνα κατά της δικτατορίας. Ο Τσουκαλάς θέλει να αποδείξει ότι η συνωμοσιολογία και η πρακτορολογία, που κυριάρχησαν και ακόμη υποστηρίζονται ευρέως όχι μόνο ως ερμηνευτικό σχήμα για την απριλιανή δικτατορία, αλλά και για μια σειρά άλλων κακοδιαμονιών και δεινών στην Ελλάδα, συσκοτίζουν συστηματικά τα πραγματικά κοινωνικά, οικονομικά και πολιτικά τους αίτια (πράγμα που συμβαίνει εν πολλοίς και με τη σημερινή κρίση του χρέους). Ερμηνεύοντας την επιβολή της δικτατορίας υποστηρίζει ότι το αποφασιστικό στοιχείο υπήρξε «η αδιαλλαξία των μεγάλων συμφερόντων απέναντι σε κάθε αλλαγή της απαρχαιωμένης και παράλογης κοινωνικοοικονομικής διάρθρωσης της χώρας». Το δικτατορικό καθεστώς δεν ήταν, κατά τον Τσουκαλά, ούτε φασιστικό ούτε νεοαποικιακό, αλλά αποσκοπούσε να ανακόψει την άνοδο και τη ριζοσπαστικοποίηση των λαϊκών κοινωνικών στρωμάτων κατά την πρώιμη, χαμένη Άνοιξη της ελληνικής δεκαετίας του ’60.
ΙΙ.
Στην παρισινή μετά το Μάη του ’68 ευφορία ο Τσουκαλάς γράφει τη διδακτορική του διατριβή, που θα ολοκληρώσει το 1976 με τον τίτλο «Εξάρτηση και Αναπαραγωγή. Ο ρόλος των εκπαιδευτικών μηχανισμών στην Ελλάδα», ένα βιβλίο-σταθμό για την απομυθοποίηση και εξήγηση της ιδιαίτερης λειτουργίας της εκπαίδευσης στην Ελλάδα, ήδη από τη δημιουργία του ελληνικού κράτους.
Εδώ ο Τσουκαλάς επιχειρεί να απαντήσει στο ερώτημα «πώς γίνεται η Ελλάδα να εμφανίζεται τόσο ιδιαίτερη ήδη τον 19ο αι., παρουσιάζοντας θεαματικές στατιστικές αποκλίσεις ως προς τον αριθμό των εκπαιδευμένων σε σύγκριση τόσο με τις χώρες της Ευρώπης όσο και με τα Βαλκάνια και την Εγγύς Ανατολή», χωρίς βέβαια να καταφεύγει σε αφελείς ερμηνείες για το «δαιμόνιο της φυλής» ή την «αιωνιότητα το ελληνικού πνεύματος». Ταυτόχρονα επισημαίνει «την αντίφαση ανάμεσα στην ποσοτικά εντυπωσιακή υπερεκπαίδευση μιας μεγάλης έστω μειοψηφίας και στον αναλφαβητισμό ή την ημιμάθεια της πλειοψηφίας του πληθυσμού». Όλα αυτά τα συναρμόζει με μια σειρά άλλων ιδιαιτεροτήτων του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού της περιόδου μέχρι τη Μικρασιατική Καταστροφή, όπως ο καταμερισμός της εργασίας που χαρακτηριζόταν από θεαματική αύξηση των υπηρεσιών και ιδιαίτερα του δημόσιου τομέα, και η πολιτική αναπαραγωγή που συνάπτεται με τα πελατειακά συστήματα. Επιτρέψτε μου να προσθέσω εδώ, από τη σκοπιά του συνταγματολόγου, την εξαιρετικά πρώιμη για τα ευρωπαϊκά δεδομένα συνταγματική κατοχύρωση του κοινωνικού δικαιώματος στην εκπαίδευση, από τα πρώτα κιόλας ελληνικά συνταγματικά κείμενα.
Ο Τσουκαλάς με το βιβλίο του αυτό υπερβαίνει τόσο τον παρσονικό λειτουργισμό και θετικισμό, όσο και τον αλτουσεριανό νεομαρξιστικό αναγωγισμό, που κυριαρχούσαν στις αρχές της δεκαετίας του ’70 στην κοινωνιολογία, αλλά δεν προσφέρονταν ως εργαλεία ανάλυσης της ελληνικής πραγματικότητας. Η ερμηνεία που προτείνει, θεμελιωμένη σε έναν τεράστιο όγκο εμπειρικού υλικού, αν και αξιοποιεί την ανάλυση του Αλτουσέρ για τους ιδεολογικούς μηχανισμούς του κράτους και το ρόλο της εκπαίδευσης, ωστόσο αποφεύγει τον οικονομιστικό ολισμό και προσεγγίζει τις ιδιαιτερότητες της ελληνικής περίπτωσης χωρίς να καταφεύγει είτε στην νεοεξελικτική θεωρία περί εκσυγχρονισμού είτε στα μοντέλα περί ανάπτυξης και υπανάπτυξης. Η κλασική διαμάχη μεταξύ ταξικών ερμηνειών και εθνοκεντρικών υποστασιώσεων απορρίπτεται από τον Τσουκαλά, που αξιοποιεί την ελληνική ιδιαιτερότητα για να υποστηρίξει ότι εν τέλει «η ιστορική αναζήτηση δεν μπορεί παρά να είναι ολιστική, καθώς γεγονότα, θεσμοί, συμπεριφορές και κοινωνικές αξίες συνεχώς αλληλοσυναρτώνται και αλληλοεπηρεάζονται».
Δεν είναι τυχαίο ότι το έργο αυτό του Τσουκαλά συζητήθηκε και παραπέμφθηκε όσο ίσως κανένα άλλο. Αν και με όρους κατάτμησης των κοινωνικών επιστημών το βιβλίο εντάσσεται στην ιστορική κοινωνιολογία ή εν μέρει και στην κοινωνιολογία της εκπαίδευσης του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού, κατ’ ουσίαν δεν είναι κατατάξιμο με τέτοιου είδους περιχαρακώσεις, αφού εισάγει μια μη ουσιοκρατική προσέγγιση, που παρακάμπτει τον οικονομισμό και την κοινωνική μηχανική για να αναζητήσει μακροσκοπικές συσχετίσεις και ερμηνείες απέναντι στη συνθετότητα και την πονηριά της Ιστορίας. Όπως και στο πρώτο του βιβλίο για την ελληνική τραγωδία, όπου ο Τσουκαλάς υποστήριξε ότι η ελληνική πραγματικότητα δεν ήταν υποτάξιμη σε προκατασκευασμένα θεωρητικά σχήματα και απλουστευτικές κατατάξεις, έτσι και εδώ απομακρύνεται από προδιαγεγραμμένες σχηματοποιήσεις υποστηρίζοντας ότι «κάθε κοινωνία είναι ταυτόχρονα ιδιαίτερη αλλά και ενσωματωμένη», χαρακτηρίζεται αναπόδραστα τόσο από την ιστορική της διαδρομή όσο και από τις εξελίξεις του παγκόσμιου καπιταλιστικού συστήματος, τροφοδοτείται εξίσου από «ενδογενείς» και «εξωγενείς» παραμέτρους της κοινωνικής εξέλιξης.
ΙΙΙ.
Τη δεκαετία του ’80 ο Τσουκαλάς επιστρέφει στην Ελλάδα, εκλέγεται το 1981 καθηγητής Κοινωνιολογίας στο Τμήμα Νομικής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και από το 1985 καθηγητής στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης του Πανεπιστημίου Αθηνών, ενώ παράλληλα από το 1981-89 αναλαμβάνει την επιστημονική διεύθυνση του Εθνικού Κέντρου Κοινωνικών Ερευνών και από το 1993-1995 Πρόεδρος του ίδιου Κέντρου. Τη δεκαετία του ’80 ο Τσουκαλάς δημοσιεύει άλλα δύο βιβλία για τις ιδιαιτερότητες του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού, όπου προτείνει νέες νοηματικές κατηγορίες και μια κοινωνική οντολογία της σύγχρονης Ελλάδας, που είναι εξάλλου πολύτιμη για την κατανόηση της πορείας από την Ελλάδα της Μεταπολίτευσης στην Ελλάδα του Μνημονίου.
Θα σταθώ πολύ συνοπτικά σε δύο σημαντικές συμβολές του κατά την περίοδο αυτή.
Η πρώτη περιλαμβάνεται στο βιβλίο «Κράτος, κοινωνία, εργασία στη μεταπολεμική Ελλάδα», που δημοσιεύθηκε το 1986. Εδώ, ο Τσουκαλάς, αν και δεν αμφισβητεί τον εγγενώς ταξικό χαρακτήρα των κοινωνικών σχέσεων και συγκρούσεων, ωστόσο απομακρύνεται τόσο από την κλασική συζήτηση για την ανεύρετη εργατική τάξη όσο και από τις προπαγανδιστικές κατασκευές περί μικρομεσαίων και μικροαστών, αντιπροτείνοντας την έννοια του «πολυσθενούς υποκειμένου». Η ελληνική πραγματικότητα αποτελεί πάλι την αφορμή για να ξεφύγει από τις κατεστημένες σχηματικές κατατάξεις για τις κοινωνικές τάξεις και την κοινωνική διαστρωμάτωση, υποστηρίζοντας ότι ολόκληρες κοινωνικές κατηγορίες συναρμόζονται ταυτόχρονα ως δημόσιοι υπάλληλοι, ευκαιριακοί ιδιωτικοί υπάλληλοι, αγρότες και ανεξάρτητοι επιτηδευματίες ή επιχειρηματίες. Έτσι το πολυσθενές, όπως το ονομάζει, συλλογικό υποκείμενο μετέχει στο κοινωνικό γίγνεσθαι από πολλαπλές ταξικές θέσεις και η πολυσθένεια υπονομεύει τον αλτουσεριανό αναγωγισμό και τον μαρξιστικό μονισμό.
Μια δεύτερη ανάλυση του Τσουκαλά, εξαιρετικά σημαντική για την κατανόηση της συγκρότησης του υποκειμένου στην Ελλάδα και του ρόλου του κράτους, περιλαμβάνεται στο περίφημο άρθρο του «Τζαμπατζήδες στη χώρα των θαυμάτων: Περί Ελλήνων στην Ελλάδα», όπου πάλι απομακρύνεται από κατεστημένες, ιδανικές και απλουστευτικές ταξικές αναλύσεις ή κοινωνιολογικά μοντέλα για να περιγράψει, ως τζαμπατζήδες, εκείνο το τεράστιο ποσοστό του πληθυσμού που ευνοείται από τη στρεβλή οικονομική μεγέθυνση από τη δεκαετία του ’50 και μετά και συγκροτεί ιδίως ένα κοινωνικό σώμα σε οργανική σχέση με το κράτος, πάλι υπό όρους πολυσθένειας, ακατάτακτο με γνώμονα τις σύγχρονες μορφές καταμερισμού της εργασίας, αδρανές ως προς τον κοινωνικό εκσυγχρονισμό και ανένταχτο ως προς έναν συλλογικό ορθολογισμό. Πρόκειται για έναν κοινωνικό υβριδισμό όπου το υποκείμενο διαμορφώνεται διαταξικά, συναιρώντας στοιχεία ατομικιστικού αυταρχισμού και παραδοσιακού κοινοτισμού, εξάρτησης από το κράτος και παράλληλα υπόσκαψης του κράτους, θαυματουργού αλλά ταυτόχρονα και παρασιτικού.
IV.
Σταδιακά η προβληματική του Τσουκαλά γίνεται ολοένα και πιο σφαιρική, και ταυτόχρονα πιο πλανητική, η κοινωνιολογική του προσέγγιση ολοένα πιο αφαιρετική, ενόσω τα πεδία έρευνάς του μετατοπίζονται από τον ελληνικό κοινωνικό σχηματισμό στον νέο παγκοσμιοποιημένο νεοφιλελεύθερο κόσμο. Από την ιστορική και πολιτική κοινωνιολογία στρέφεται πλέον, από τις αρχές της δεκαετίας του ’90, προς την κοινωνική και πολιτική θεωρία, την πολιτειολογία και την πολιτική φιλοσοφία.
Το έργο που σφραγίζει αυτό τον αναπροσανατολισμό δημοσιεύθηκε το 1991, με τον τίτλο «Είδωλα Πολιτισμού. Ελευθερίες, ισότητα και αδελφότητα στη σύγχρονη Πολιτεία», όπου αναλύει τη μετάβαση από το φιλελεύθερο κράτος δικαίου στο κοινωνικό κράτος και τα εγγενή αδιέξοδα του κοινωνικού κράτους, που ήδη τότε έχουν αρχίσει να αποκαλύπτονται, αλλά παρατηρούμε να επιβεβαιώνονται σήμερα κατά τρόπο κατακλυσμιαίο.
Στα «Είδωλα Πολιτισμού» ο Τσουκαλάς εξ αρχής δηλώνει ότι στόχος του βιβλίου είναι να «αναλύσει ορισμένες αντιφάσεις του τρέχοντος κοινωνικού λόγου, αντιφάσεις που εμφανίζονται ως συνέπειες των καταστατικών αρχών, οι οποίες υποτίθεται ότι διέπουν την κοινωνική οργάνωση». Ολόκληρη η μελέτη των περίπου 600 σελίδων πυκνού, με γεωμετρική ακρίβεια αρθρωμένου λόγου, είναι δομημένη πάνω σε αντιμαχόμενα δίπολα, των οποίων η επιφαινόμενη σύζευξη αποδομείται μέσα από την ανάδειξη των λογικών, αξιακών και κοινωνικών τους ανταγωνισμών και αντιφάσεων. Κινούμενος συνεχώς ανάμεσα στο πολιτικό και στο λογικό επίπεδο, ο Τσουκαλάς υποστηρίζει ότι εν τέλει «το οποιοδήποτε “κοινωνικό κράτος” δεν μπορεί να είναι καταστατικά “αλληλέγγυο”»· και προεκτείνοντας σε πολιτικό επίπεδο την παραδοχή αυτή καταλήγει ότι «και αν ακόμα ήταν λογικά δυνατή, η κανονιστική προτεραιότητα της κοινωνικά “δίκαιης” ουσιαστικής διανομής θα ισοδυναμούσε προς την πλήρη ουσιαστική αποδυνάμωση των ιδιοκτησιακών ατομικών δικαιωμάτων, και συνεπώς θα συνεπέφερε εξ ορισμού την κατάρρευση του αστικού καθεστώτος».
Σε αδρές γραμμές η κεντρική αντινομία γύρω από την οποία διακλαδώνεται ολόκληρο το βιβλίο είναι λοιπόν ότι το κοινωνικό κράτος συνιστά λογική αντίφαση προς τις καταστατικές αρχές που διέπουν την αγορά και το φιλελεύθερο κράτος. Πώς μπορεί, διερωτάται ο Τσουκαλάς, να καταστεί λογικά συμβατό το θεμελιώδες φιλελεύθερο αξίωμα της διαδικαστικής δικαιοσύνης και η επιμεριστική λειτουργία της «ουδέτερης» αγοράς με την πολιτική διαπραγμάτευση των μηχανισμών, των κριτηρίων και του εύρους της κοινωνικής αναπαραγωγής που επιχειρεί το κοινωνικό κράτος;
Η απάντηση που προτείνει είναι ότι πολιτικά μεν η αναδιανεμητική λειτουργία του κοινωνικού κράτους αποδείχθηκε εφικτή, όμως από την άλλη πλευρά δεν είναι δυνατόν να θεμελιωθεί σε ένα λογικό κριτήριο για την οριοθέτηση του εύρους του πολιτικού επιμερισμού και, αντιστοίχως, του εύρους του αγοραίου επιμερισμού. Οι αναδιανεμητικοί μηχανισμοί δεν μπορούν να υπαχθούν σε λογικά κριτήρια και κατ’ επέκταση δεν μπορούν να υποταχθούν σε δικαιϊκές ρυθμίσεις που να διασφαλίζουν, με απόλυτο τρόπο, ένα κοινωνικό κεκτημένο. Η έλλειψη συγκροτημένων, ακλόνητων λογικών κριτηρίων και έλλογων αξιωματικών παραδοχών, επί τη βάσει των οποίων θα μπορούσε να επιβάλλεται η ανακατανομή, καθιστά λοιπόν το εγχείρημα του κοινωνικού κράτους έωλο και διαρκώς υποκείμενο σε μια πολιτική αναδιαπραγμάτευση που συναρτάται με την εκάστοτε συγκυρία.
Εκ πρώτης όψεως ο Τσουκαλάς εμφανίζεται να τροφοδοτεί το οπλοστάσιο αφ’ ενός μεν των συντηρητικών νομικών και πολιτειολόγων της εποχής της Βαϊμάρης, αλλά και της πρώτης μεταπολεμικής περιόδου, όπως του Carl Schmitt και του Ernst Forsthoff, και αφ’ ετέρου μιας τάσης της επαναστατικής Αριστεράς, που αμφότεροι συγκλίνουν στην αμφισβήτηση της δυνατότητας ή της σκοπιμότητας της επιμειξίας του παραδοσιακού φιλελεύθερου κράτους με το κοινωνικό κράτος. Όσοι όμως επιχειρούν μια τέτοια ανάγνωση του Τσουκαλά εκκινούν, ηθελημένα ή αθέλητα, από εσφαλμένη αφετηρία: Πραγματευόμενος την ασυμβατότητα μεταξύ αφ’ ενός της αυστηρής δικαιοκρατικής, φιλελεύθερης πολιτειακής θέσπισης και, αφ’ ετέρου, του αλληλέγγυου και «επιεικούς» πολιτικού λόγου τον οποίο εκφράζει το κοινωνικό κράτος, ο Τσουκαλάς αναφέρεται σαφώς σε μια λογική και όχι σε μια πολιτική ασυμβατότητα. Και, πάντως, αυτή η εσωτερική αντινομία επιφέρει μεν «αύξοντα προβλήματα εκλογίκευσης και νομιμοποίησης των σύγχρονων κοινωνιών», χωρίς όμως να απαγορεύει στον Τσουκαλά, μετακινούμενο από το λογικό στο πολιτικό επίπεδο, να επιχειρηματολογεί υπέρ των επινεμητικών λειτουργιών του κοινωνικού κράτους.
Χρησιμοποιώντας ένα κλασικό γκραμσιανό απόφθεγμα, μπορεί να υποστηριχθεί ότι ο Τσουκαλάς στα «Είδωλα Πολιτισμού» κατορθώνει, στο παράδειγμα των εσωτερικών αντιφάσεων της κοινωνικής αρχής, να συμβιβάσει την απαισιοδοξία της γνώσης με την αισιοδοξία της βούλησης. Ο Τσουκαλάς αποδομεί με περίτεχνο και συστηματικό τρόπο τις θεμελιώδεις καταστατικές αρχές πάνω στις οποίες έχει οικοδομηθεί λογικά το κοινωνικό κράτος, τις οποίες χαρακτηρίζει ως «κινούμενη άμμο», ενώ ταυτόχρονα διατηρεί το προνόμιο να το υπερασπίζεται πολιτικά απέναντι σε εκείνους που επιχειρούν την υλική του αποδόμηση.
Ξαναδιαβάζοντας τα «Είδωλα Πολιτισμού», είκοσι χρόνια μετά τη δημοσίευσή τους, είναι χρήσιμο να ανατρέξει κανείς σε ένα άλλο κείμενο του Τσουκαλά, γραμμένο το 1982, με τίτλο «Οι νέες μορφές νομιμοποίησης στο σύγχρονο καπιταλισμό». Γράφει εδώ ο Τσουκαλάς, σε μια εντελώς διαφορετική ιστορική συγκυρία, πριν ακόμη και από την κατάρρευση των καθεστώτων του υπαρκτού σοσιαλισμού, ότι «προϋπόθεση [μιας νεοφιλελεύθερης συναίνεσης], που συνεπάγεται μια σημαντική μετατόπιση του κέντρου βάρους της κεϋνσιανής νομιμοποιητικής διαδικασίας, είναι η γενική εσωτερικοποίηση μιας αντικειμενικής αδυναμίας συνέχισης της ανάπτυξης του κράτους πρόνοιας». Μια φράση γραμμένη πριν από τριάντα χρόνια, όταν μόλις έχουν αρχίσει να εκδηλώνονται τα συμπτώματα της κρίσης του κοινωνικού κράτους στην Ευρώπη, όπου ο Τσουκαλάς συμπυκνώνει αυτό που επακολούθησε.
Σε ακόμη ένα απόσπασμα, αυτή τη φορά από το μεταγενέστερο βιβλίο του «Πόλεμος και Ειρήνη», ο Τσουκαλάς επισημαίνει ότι «η αντικειμενική αποτελεσματικότητα των απρόσωπων μηχανισμών μιας οικουμενικής “καθαρά οικονομικής βίας” εμφανίζεται ως επαρκής προϋπόθεση για να είναι δυνατόν ο ηγεμονευόμενος φιλελεύθερος καπιταλισμός να εγκαταλειφθεί απερίσπαστος προς τη μελλοντική “αυτορρύθμιση” των αντιφάσεών του», παραπέμποντας στην οικεία υποσημείωση στα «Είδωλα Πολιτισμού».
Οφείλουμε να παραδεχθούμε πως η ιστορία και οι πονηριές της φαίνεται σήμερα να δικαιώνουν την απαισιόδοξη γνώση των «Ειδώλων». Είναι μια γνώση που ο Τσουκαλάς την έχει ψηλαφίσει διαυγώς ήδη το 1982, την επεξεργάζεται αναλυτικά και εξαντλητικά στα «Είδωλα Πολιτισμού» το 1991 και την επιβεβαιώνει και εμπλουτίζει στο «Πόλεμος και Ειρήνη» το 2006. Αυτή τη γνώση αξιοποιεί επίσης το 1994, όταν γράφει για τα «συνταγματικά κουρελόχαρτα», που αδυνατούν να εγγυηθούν τις αλληλέγγυες πολιτικές του κοινωνικού κράτους. Παρ’ όλα αυτά, σε κάποια κείμενά του την περίοδο 1996-1998, κατά την πρόσκαιρη ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατική ευφορία εκείνης της συγκυρίας, ο Τσουκαλάς φαίνεται να διακρίνει μια πολιτική λύση για τη διάσωση του κοινωνικού κράτους, έξω από τους δεδομένους εθνικούς κρατικούς σχηματισμούς και μέσα στο πλαίσιο μιας κοινωνικής Ευρώπης. Όπως υποστηρίζει, «η Ευρωπαϊκή Ένωση συγκροτεί, τουλάχιστον δυνάμει, μιαν επαρκώς μεγάλη οικονομική και πολιτική δύναμη ώστε να είναι δυνατόν καινα συμβάλλει στη μερική αναδιατύπωση των όρων λειτουργίας της παγκόσμιας αγοράς και να μπορεί να επιλέγει, ως ένα βαθμό τουλάχιστον, τους όρους με τους οποίους η ίδια θα συμμετάσχει στο παγκόσμιο σύστημα». Είναι προφανές ότι οι εξελίξεις της τελευταίας πενταετίας στη διαδικασία της ευρωπαϊκής ενοποίησης πλέον έχουν σχεδόν εκμηδενίσει μια τέτοια προοπτική.
Μέσα από άλλη μια πονηριά της ιστορίας, ίσως σαν μια εγελιανή ειρωνεία από αυτές που αρέσκεται ο Τσουκαλάς να αποκαλύπτει, φαίνεται τελικά να επαληθεύεται το εγχείρημά του να διαυγάσει στα «Είδωλα Πολιτισμού» την άρρηκτη διασύνδεση μεταξύ της λογικής και της πολιτικής αντίφασης. Λες και η ιστορία συνωμοτεί για να αποδειχθεί ότι οι εσωτερικές λογικές αντινομίες του κοινωνικού κράτους το οδηγούν αναπόδραστα στην ιστορική και πολιτική αποδόμηση.
Επιστροφή λοιπόν σε ένα κοινωνικό σύστημα όπου «δεν υπάρχει η καταστατική δυνατότητα μιας απεριόριστης κυρίαρχης συλλογικής βούλησης», όπου δηλαδή το πολιτικό συρρικνώνεται κατά το πρότυπο του αυστηρού φιλελεύθερου κράτους, τουλάχιστον ως προς τις αλληλέγγυες και αναδιανεμητικές του λειτουργίες; Ο Τσουκαλάς φαίνεται τελικά να έχει δίκιο, διότι αποδεικνύεται πως το κοινωνικό κράτος λειτούργησε κατ’ ουσίαν ως ένα χιμαιρικό κατασκεύασμα της αγοράς, που υπέθαλψε «μια αντίληψη ισόνομης δυνατότητας συμμετοχής στον κόσμο των αντικειμένων και της υλικής απόλαυσής τους». Από την άλλη πλευρά διέγνωσε τις ιστορικές προεκτάσεις και τα πολιτικά συμφραζόμενα των λογικών αντιφάσεων του κοινωνικού κράτους τις οποίες ανέλυσε· αντιφάσεις που ασφαλώς οδηγούν ή συμβάλουν στη σταδιακή του αποδόμηση, χωρίς πάντως να μπορεί να θεωρηθεί βάσιμη μια εντελώς απαξιωτική προσέγγιση των αντιστάσεων που θεμελιώνονται στα συνταγματικά κατοχυρωμένα κοινωνικά δικαιώματα, ούτε να μπορεί εξάλλου να αποκλειστεί ότι ο «ψυχαναγκασμένος ανταγωνιστικός καταναλωτής», ως ιστορική συνέχεια του λιμοκτονούντος προλετάριου, θα προχωρήσει κάποια στιγμή σε απονενοημένες πράξεις αντίστασης «κατά της λογοκρατούμενης διαχείρισης του παραλόγου», ενδεχομένως μπροστά στην κατάρρευση των υλικών προϋποθέσεων του μεγιστοποιητικού ατομικού ανταγωνισμού ή την επερχόμενη οικολογική αναρχία, με τις ποικίλες οικονομικές και κοινωνικές της προεκτάσεις.
Σε τελική ανάλυση η επίκαιρη σημασία των «Ειδώλων Πολιτισμού» έγκειται λοιπόν στο ότι απομυθοποιούν όλα εκείνα τα, ενίοτε αθέατα, ιδεολογικά και αξιακά πρότυπα, που συναρμόζονται με αυτό που ο Τσουκαλάς ονομάζει «μεγιστοποιητικό ατομικό ανταγωνισμό». Το κοινωνικό κράτος όχι μόνο δεν κατορθώνει να συνυπάρξει με την άτεγκτη λογική της αγοραίας, διαδικαστικής δικαιοσύνης, αλλά εκθρέφει έναν homo consummans αποστερημένο από τη συλλογική επαναστατική του βούληση. Αν και τα συμπεράσματα του Τσουκαλά φαίνονται κατ’ αρχήν απαισιόδοξα, ωστόσο δεν διστάζει να επανέρχεται συνεχώς στη γνωστή μαρξική θέση στον Φοϋερμπαχ, διερμηνεύοντάς την με τον δικό του τρόπο, όταν υποστηρίζει ότι «όλα τα κοινωνικά διακυβεύματα θα πρέπει εφεξής να σχετικοποιηθούν και να υφίστανται συνεχώς τη συλλογική αξιακή τους επεξεργασία».
Ο Τσουκαλάς είναι στο σύνολο του έργου του ένας, κατά την έκφραση του Hobsbawm, «καταστροφέας μύθων», αλλά και ένας καλλιτέχνης των αντιφάσεων. Επεξεργάζεται και αναλύει ποικίλες οντολογικές καταγραφές, συναρτώντας τες ευθέως προς τις ιστορικές και αξιακές τους δεσπόζουσες. Αρέσκεται να θέτει και να επιλύει αινίγματα γύρω από τις πονηριές της ιστορίας, να επισημαίνει παραδοξότητες και αντιφάσεις, να ταλαντεύεται «ανάμεσα στην αποδοχή και στη ρήξη … ανάμεσα στη διαπραγμάτευση και στην έκρηξη», όπως ομολογεί στα «Είδωλα Πολιτισμού». Ο λόγος του δεν είναι ποτέ ευθύγραμμος ούτε προβλέψιμος, ούτε άλλωστε περιχαρακώνεται σε μια από τις επιστημολογικά κατατμημένες περιοχές του κοινωνικού λόγου. Πολλώ μάλλον, δεν είναι καν ένας λόγος που διεκδικεί μια –εξ ορισμού ψευδεπίγραφη– επιστημονική καθαρότητα, αλλά ρητά αναγνωρίζει ότι οποιαδήποτε διαδικασία αυτογνωσίας οφείλει να συνθέτει τον επιστημονικό και τον πολιτικό λόγο.
V.
Τα είκοσι χρόνια που μεσολάβησαν από την έκδοση των «Ειδώλων Πολιτισμού» ο Τσουκαλάς θα συνεχίσει να δημοσιεύει δεκάδες επιστημονικές μελέτες, άρθρα και πυκνές παρεμβάσεις στον τύπο για την πολιτική και κοινωνική επικαιρότητα.
Τα κείμενά του της τελευταίας εικοσαετίας αποκαλύπτουν ταυτόχρονα τη βαθμιαία, υπαρξιακή μεταστροφή του από τη βολονταριστική αισιοδοξία της «Ελληνικής τραγωδίας» κατά τη σκοτεινή περίοδο της Χούντας, σε μια «κριτική και αποστασιοποιημένη απαισιοδοξία», όπως την περιγράφει ο ίδιος, σε μια διάχυτη δυσφορία για την απονευρωμένη παγκοσμιοποίηση.
Από το έργο του αυτής της περιόδου ξεχωρίζουν τρία βιβλία. Το πρώτο, δημοσιευμένο το 1999 με τίτλο «Η εξουσία ως λαός και ως έθνος. Περιπέτειες σημασιών», αναφέρεται στην ιδέα του Έθνους, θέτοντας ερωτήματα ερεβώδη, όπως «τι σημαίνει και τι μπορεί να σημαίνει η φιλελεύθερη πολιτεία και εξουσία, πώς ορίζεται και πώς μπορεί να οριστεί σήμερα το ελεύθερο πολιτικό και πολιτειακό εμείς, πώς γεννήθηκαν και σε ποιες ανάγκες αντιστοιχούν οι νεωτερικές έννοιες της κοινωνίας, του λαού και της ομοιογενούς εθνικής πολιτιστικής κοινότητας».
Κατεξοχήν στο έργο του αυτό, ο Τσουκαλάς υπερβαίνει τον μηχανιστικό υλισμό των ταξικών αγώνων και των σχέσεων παραγωγής και φέρνει στη σκηνή αυτό που αποκαλεί «αγώνες για τις σημασίες που θα περιβληθούν σε μορφές της υλικής πραγματικότητας».
Το δεύτερο μείζον έργο της περιόδου αυτής είναι το «Πόλεμος και Ειρήνη μετά το τέλος της Ιστορίας», στο οποίο αναλύει την ανάδυση της εξουσιαστικά ανελέητης νέας παγκόσμιας τάξης, όπου ανασημασιοδοτούνται και αλλοιώνονται οι αυτονόητες μέχρι τα τέλη του 20ου αιώνα μορφές του λαού, του έθνους, του ανεξάρτητου και ουδέτερου κράτους δικαίου, αλλά και της δημοκρατίας. Οι κοσμογονικοί αυτοί μετασχηματισμοί, σύμπτωμα των οποίων αποτελούν οι διαρκείς ηγεμονικοί πόλεμοι που συνεχίζονται και σήμερα, αγγίζουν κατά τον Τσουκαλά ολόκληρο το σύστημα των θεσμικών και σημασιολογικών συντεταγμένων που προσέδιδαν σταθερό νόημα στον κόσμο που γνωρίζαμε.
Και έτσι φτάνουμε στο πρόσφατο βιβλίο του «Η επινόηση της ετερότητας», που κυκλοφόρησε το 2010 και βραβεύθηκε τον περασμένο Μάιο, όπου σε λιγότερες από 150 σελίδες καταφέρνει να συμπυκνώσει και να προεκτείνει όχι μόνο σκέψεις και αναλύσεις που είχε πραγματευθεί σε προηγούμενα έργα του, αλλά ιδίως να αναδείξει μια σειρά από καταλυτικές συνέπειες της παγκοσμιοποίησης στο επίπεδο της απονεύρωσης των κυρίαρχων ιδεών, καθώς οι αποκαλούμενες νέες καταστάσεις ανάγκης που μας επιβάλλονται εμφανίζονται ως έξωθεν επικαθοριζόμενες και χωρίς εναλλακτική επιλογή. Μέσα από την ανάλυση των αδιεξόδων του συνδρόμου ΤΙΝΑ, της αποδόμησης των σχέσεων εργασίας, των νέων μορφών ελέγχου, ο Τσουκαλάς ανακτά την ξεχασμένη βολονταριστική του αισιοδοξία και υποστηρίζει, με έναν συχνά πολεμικό λόγο, ότι «πάντα υπάρχουν εναλλακτικές λύσεις, πάντα η ιστορία μπορεί να αρχίσει από την αρχή, πάντα ο άνθρωπος μπορεί να αλλάξει τον κόσμο».
VI.
Η αναγόρευση του Κωνσταντίνου Τσουκαλά σε επίτιμο διδάκτορα αποτελεί ιδιαίτερη τιμή για τη Σχολή Κοινωνικών Επιστημών του Πανεπιστήμιου Πελοποννήσου. Όταν πριν από λίγους μήνες, παρουσιάζοντας το τελευταίο του βιβλίο έγραψα ότι πρόκειται σήμερα για τον κορυφαίο Έλληνα διανοούμενο, ο ίδιος διαμαρτυρήθηκε για τον χαρακτηρισμό. Δεν θα επαναλάβω λοιπόν αυτό που προσέκρουσε στο ακαδημαϊκό ήθος, τη σεμνότητα, την έλλειψη υπεροψίας και την απλότητα του Τσουκαλά. Περιορίζομαι να πω ότι είναι τύχη αγαθή που το Τμήμα μας, ενάμιση χρόνο μετά την αναγόρευση του Δημήτρη Τσάτσου, αναγορεύει επίτιμο διδάκτορα έναν στοχαστή πλανητικού διαμετρήματος, υπενθυμίζοντας πάντως ότι, όπως και ο ίδιος υποστηρίζει, μόνο το τυχαίο είναι αληθινό.
Ο Τσουκαλάς συνεχίζει ως διανοούμενος να απονομιμοποιεί το υπάρχον, να αποκαλύπτει τις πανουργίες της Ιστορίας, να αναζητάει τις ρωγμές που αφήνουν πίσω τους οι αντιφάσεις του λόγου και της εξουσίας. Ανήκοντας ο ίδιος σε μια γενιά που, όπως γράφει, γαλουχήθηκε με βεβαιότητες, ο Τσουκαλάς επεξεργάζεται, ξανά και ξανά, τους σαθρούς όρους εκλογίκευσης των νομιμοποιητικών θεμελίων του κοινωνικού συστήματος, σκοντάφτοντας διαρκώς σε λογικά κενά και αντιφάσεις. Τελειώνω λοιπόν με τα δικά του λόγια:
«Από τη στιγμή που στη θέση της προόδου μπαίνει η ανάπτυξη, στη θέση της ελευθερίας το δικαίωμα στη διαφορά, στη θέση της ισότητας η ισότητα ευκαιριών, στη θέση της δικαιοσύνης η επιείκεια και η ευθιδικία, στη θέση του γενικού συμφέροντος η προφανής ανάγκη και στη θέση τις αδελφότητας τα δίκτυα προστασίας, οι ιδέες που εκφράστηκαν με τη γλώσσα του Διαφωτισμού και υλοποιήθηκαν με την πολιτειακή νεωτερικότητα εκτονώνονται και αποουσιαστικοποιούνται.
Παρεμβαίνοντας στην τάξη των ιδεών και εκκολάπτοντας νέες λέξεις, οι εξουσίες αναπροσαρμόζουν τους κοινωνικούς όρους της αναπαραγωγής τους».
Ο λόγος του Τσουκαλά τη στιγμή της κορύφωσης της οικονομικής, πολιτικής και αξιακής κρίσης, είναι λοιπόν πιο επίκαιρος, πιο διαυγής και πιο αναγκαίος παρά ποτέ.

Σχετικό Περιεχόμενο