Η θέση των διεμφυλικών προσώπων (transgender) στις Ένοπλες Δυνάμεις και στα ένστολα σώματα μετά τον Ν. 5265/2026, υπό το πρίσμα του Δημοσίου Δικαίου

Παναγιώτης Γαλάνης, Δικηγόρος, ΔΝ, Μτδρ. Νομικής ΕΚΠΑ, Αικατερίνη Παπαθεοδώρου, Δικηγόρος, ΜΔΕ

Η θέση των διεμφυλικών προσώπων, δηλαδή των transgender persons, στις Ένοπλες Δυνάμεις και στα ένστολα σώματα αναδεικνύει ένα σύνθετο πεδίο συνάντησης του στρατολογικού δικαίου, της υγειονομικής κρίσης, της αρχής της ίσης μεταχείρισης, της προστασίας της προσωπικότητας, της ιδιωτικής ζωής και της σύγχρονης ιατρικής αντίληψης για την ταυτότητα φύλου. Το ζήτημα δεν μπορεί να περιορισθεί στο αν ένα πρόσωπο υπάγεται τυπικά σε κατηγορία του πίνακα σωματικής ικανότητας. Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν η Διοίκηση οργανώνει την κρίση της με τρόπο που διακρίνει την ταυτότητα φύλου από την πάθηση, την νομική αναγνώριση φύλου από τη στρατολογική καταλληλότητα, την εξατομικευμένη λειτουργική αξιολόγηση από τον κατηγορικό αποκλεισμό και την προστασία της υγείας από την αναπαραγωγή παλαιών στιγματιστικών ταξινομήσεων.

Η ελληνική έννομη τάξη έχει ήδη αποδεχθεί ότι η ταυτότητα φύλου είναι στοιχείο της προσωπικότητας. Ο Ν. 4491/2017 δεν ρυθμίζει απλώς μια διαδικασία διόρθωσης ληξιαρχικών στοιχείων, αλλά αναγνωρίζει ότι ο τρόπος με τον οποίο το πρόσωπο βιώνει το φύλο του ανήκει στον πυρήνα της προσωπικής του υπόστασης. Η αναγνώριση αυτή δεσμεύει και τη στρατολογική διοίκηση. Δεν σημαίνει ότι κάθε διεμφυλικό πρόσωπο απαλλάσσεται αυτομάτως από τη στράτευση ούτε ότι κάθε διεμφυλικό πρόσωπο πρέπει να θεωρείται αυτομάτως πλήρως ικανό. Σημαίνει ότι η Διοίκηση δεν επιτρέπεται να αντιμετωπίζει τη διεμφυλικότητα ως τεκμήριο ψυχικής νόσου, ακαταλληλότητας, μειωμένης αξιοπιστίας ή διοικητικής υποψίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη ένταση μετά τον Ν. 5265/2026. Ο νόμος αυτός αναμόρφωσε το στρατολογικό πλαίσιο και εισήγαγε ειδικότερες ρυθμίσεις για την υγειονομική κρίση, ιδίως ως προς τις ψυχικές παθήσεις και τις Ειδικές Διακλαδικές Υγειονομικές Ψυχιατρικές Επιτροπές των Ενόπλων Δυνάμεων. Η νέα αρχιτεκτονική δεν είναι ουδέτερη για τα διεμφυλικά πρόσωπα, διότι το ιστορικό διεμφυλικών ανθρώπων εξακολουθεί συχνά να διαβάζεται μέσα από παλαιές ψυχιατρικές κατηγορίες, ενώ η πραγματική τους κατάσταση μπορεί να περιλαμβάνει ορμονοθεραπεία, ενδοκρινολογική παρακολούθηση, ψυχιατρική υποστήριξη, ιδιαίτερα ζητήματα διαβίωσης και ανάγκη αυξημένης προστασίας της ιδιωτικότητας. Η νομιμότητα της στρατολογικής κρίσης εξαρτάται, επομένως, από το αν η Διοίκηση απαντά σε αυτά τα στοιχεία με ειδική αιτιολογία και όχι με μηχανική υπαγωγή σε κανονιστικό πίνακα.

Η μελέτη αυτή στηρίζεται σε διπλή θέση. Αφενός, η διεμφυλική ταυτότητα δεν είναι νόσημα, δεν είναι ψυχική διαταραχή και δεν μπορεί να αποτελεί αυτοτελή λόγο αποκλεισμού από στρατιωτική υπηρεσία ή από πρόσβαση σε στρατιωτικές σχολές, σώματα ασφαλείας και συναφή επαγγελματικά πεδία. Αφετέρου, η συγκεκριμένη υγειονομική κατάσταση ενός συγκεκριμένου διεμφυλικού προσώπου μπορεί να είναι κρίσιμη για τη στρατολογική του αξιολόγηση, ιδίως όταν υφίσταται δυσφορία φύλου, συνεχιζόμενη θεραπευτική πορεία, ορμονοθεραπεία, ανάγκη ενδοκρινολογικής παρακολούθησης ή κίνδυνος επιδείνωσης λόγω των πραγματικών όρων στρατιωτικής διαβίωσης. Η ισότητα εδώ δεν επιβάλλει ούτε αδιαφορία για τη διαφορά ούτε παθολογικοποίηση της διαφοράς. Επιβάλλει ακριβή, λειτουργική, αναλογική και αξιοπρεπή κρίση.

Το συνταγματικό και νομοθετικό πλαίσιο προστασίας

Το Σύνταγμα παρέχει το βασικό υπόβαθρο της ερμηνείας. Η ανθρώπινη αξία του άρθρου 2 παρ. 1, η ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας του άρθρου 5 παρ. 1, η ισότητα του άρθρου 4, η προστασία της υγείας του άρθρου 5 παρ. 5 και η αρχή της αναλογικότητας του άρθρου 25 παρ. 1 συγκροτούν ένα ενιαίο πλέγμα ελέγχου της στρατολογικής διοίκησης. Η στρατολογική υποχρέωση είναι βεβαίως συνταγματικά κατοχυρωμένη στο άρθρο 4 παρ. 6, αλλά δεν λειτουργεί εκτός των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Η υποχρέωση συνεισφοράς στην άμυνα της χώρας δεν μπορεί να εκπληρώνεται με τρόπο που αγνοεί την υγεία, την αξιοπρέπεια, την ιδιωτική ζωή και την ταυτότητα του προσώπου.

Ο Ν. 4491/2017 έχει κεντρική σημασία, διότι η νομική αναγνώριση της ταυτότητας φύλου δεν αποτελεί διοικητική διευκόλυνση, αλλά προστασία της προσωπικότητας. Η διόρθωση του καταχωρισμένου φύλου, του κύριου ονόματος και των συναφών στοιχείων δεν ιδρύει ιατρικό τεκμήριο καταλληλότητας ούτε διοικητικό αντάλλαγμα. Το πρόσωπο δεν καθίσταται στρατολογικά ικανό επειδή αναγνωρίσθηκε νομικά το φύλο του. Αντιστρόφως, το πρόσωπο δεν χάνει ή δεν αποδυναμώνει την αναγνωρισμένη του ταυτότητα επειδή για λόγους υγείας ή λειτουργικής καταλληλότητας πρέπει να απαλλαγεί ή να λάβει αναβολή. Η δικαστική κρίση για την προσωπική κατάσταση και η υγειονομική κρίση για τη στρατιωτική ικανότητα ανήκουν σε διαφορετικά πεδία και δεν πρέπει να συγχέονται.

Ο Ν. 4443/2016 ενισχύει την ίδια θέση στο πεδίο της ίσης μεταχείρισης. Η ταυτότητα φύλου και τα χαρακτηριστικά φύλου εντάσσονται στους απαγορευμένους λόγους διάκρισης και η προστασία εκτείνεται σε δημόσιες αρχές και σε πεδία πρόσβασης στην εργασία και στην απασχόληση. Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία για στρατιωτικές σχολές, ΕΠΟΠ, σώματα ασφαλείας και άλλους ένστολους κλάδους, όπου η υγειονομική κρίση λειτουργεί ως προϋπόθεση εισόδου σε επαγγελματικό χώρο. Η Διοίκηση μπορεί να θέτει αυξημένα προσόντα καταλληλότητας λόγω της φύσης της αποστολής, αλλά τα προσόντα αυτά πρέπει να είναι αναγκαία, πρόσφορα και ανάλογα προς τα πραγματικά καθήκοντα. Καθολικός αποκλεισμός λόγω διεμφυλικότητας ή λόγω παλαιάς ψυχιατρικής ταξινόμησης δεν συμβιβάζεται με την αρχή της ίσης μεταχείρισης.

Στο διεθνές και ευρωπαϊκό επίπεδο, η νομολογία του ΕΔΔΑ έχει εντάξει την ταυτότητα φύλου στον πυρήνα της ιδιωτικής ζωής του άρθρου 8 ΕΣΔΑ. Οι αποφάσεις Christine Goodwin κατά Ηνωμένου Βασιλείου, A.P., Garçon and Nicot κατά Γαλλίας και X and Y κατά Ρουμανίας έχουν ιδιαίτερη αξία, διότι αναγνωρίζουν ότι η έννομη τάξη οφείλει να σέβεται τη βιωμένη έμφυλη ταυτότητα και να αποφεύγει δυσανάλογες ιατρικές ή διοικητικές προϋποθέσεις για την αναγνώρισή της. Η σημασία των αποφάσεων αυτών στο στρατολογικό πεδίο δεν έγκειται σε αυτοματοποιημένη απαλλαγή των διεμφυλικών προσώπων, αλλά στην απαίτηση να μη μετατρέπεται η κρατική διοίκηση σε μηχανισμό επαναξιολόγησης ή αμφισβήτησης της ταυτότητας φύλου.

Η Κοινοβουλευτική Συνέλευση του Συμβουλίου της Ευρώπης, με το Ψήφισμα 2048/2015, κάλεσε τα κράτη να προστατεύσουν τα διεμφυλικά πρόσωπα από διακρίσεις, να αποσυνδέσουν την αναγνώριση της ταυτότητας φύλου από ψυχιατρικές διαγνώσεις και να αναμορφώσουν τις εθνικές ταξινομήσεις ώστε τα διεμφυλικά πρόσωπα να μην χαρακτηρίζονται ψυχικά ασθενή. Η κατεύθυνση αυτή λειτουργεί ως ερμηνευτικό κριτήριο και για τη στρατολογική νομοθεσία, ιδίως όταν αυτή εξακολουθεί να διατηρεί ορολογία ή κατηγορίες που παραπέμπουν σε παλαιότερη παθολογικοποιητική αντίληψη.

Ο Ν. 5265/2026, οι μεταβατικές διατάξεις και η υγειονομική κρίση

Το άρθρο 242 παρ. 7 Ν. 5265/2026 ορίζει ότι όσοι μέχρι την προηγούμενη της έναρξης ισχύος του νόμου είχαν λάβει αναβολή κατάταξης σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3421/2005, πλην του άρθρου 25, διέπονται από τις προϊσχύσασες διατάξεις. Η ρύθμιση αυτή έχει σαφή προστατευτικό χαρακτήρα. Διαφυλάσσει την κανονιστική συνέχεια ήδη διαμορφωμένων στρατολογικών καταστάσεων και αποτρέπει την αιφνίδια υπαγωγή τους σε νέο πλαίσιο, ιδίως όταν το νέο πλαίσιο είναι αυστηρότερο ή διαφορετικό ως προς τη διαδικασία και τις προϋποθέσεις απαλλαγής.

Η δυσχέρεια προκύπτει από τη συνύπαρξη της παρ. 7 με την παρ. 12 του ίδιου άρθρου. Η παρ. 12 προβλέπει ότι για όσους εξετάζονται ή επανεξετάζονται μετά την έναρξη ισχύος του νόμου από αρμόδια υγειονομική επιτροπή των Ενόπλων Δυνάμεων, ως προς τη γνωμάτευση και την κρίση της σωματικής τους ικανότητας εφαρμόζονται οι διατάξεις του νέου νόμου, ακόμη και αν η παραπομπή είχε συντελεστεί πριν από την έναρξη ισχύος του, με την επιφύλαξη της παρ. 13. Η ερμηνεία δεν μπορεί να είναι απολύτως γραμμική. Αν η παρ. 12 κατανοηθεί ως πλήρης ανατροπή της παρ. 7, τότε η παρ. 7 χάνει μεγάλο μέρος της πρακτικής της αξίας. Ορθότερη είναι η διάκριση ανάμεσα στη διαδικαστική αρμοδιότητα της νέας επιτροπής και στον ουσιαστικό κανόνα προστασίας της παλαιάς αναβολής. Η νέα επιτροπή μπορεί να έχει την αρμοδιότητα εξέτασης, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι παλαιές περιπτώσεις αποσπώνται από το μεταβατικό καθεστώς που ρητά διασώζει ο νομοθέτης.

Η διάκριση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία για διεμφυλικά πρόσωπα που είχαν ήδη λάβει αναβολή, είχαν ήδη τεθεί σε θεραπευτική παρακολούθηση ή είχαν ήδη αξιολογηθεί από υγειονομικά όργανα υπό το προϊσχύσαν πλαίσιο. Σε αυτές τις περιπτώσεις η Διοίκηση δεν εξετάζει έναν νέο, άγνωστο και αποκομμένο φάκελο. Εξετάζει συνέχεια υγειονομικής και διοικητικής κατάστασης, στην οποία είχαν ήδη δημιουργηθεί εύλογες προσδοκίες και συγκεκριμένη σχέση εμπιστοσύνης προς το προϊσχύσαν καθεστώς. Η μεταγενέστερη εξέταση δεν πρέπει να μετατρέπεται σε ευκαιρία πλήρους ανακαθορισμού της θέσης του προσώπου με δυσμενέστερους όρους.

Το άρθρο 208 Ν. 5265/2026 εισάγει ειδικό καθεστώς για τις ΕΔΥΨΕ. Κατά την παρ. 4, η κρίση προϋποθέτει, μεταξύ άλλων, βεβαίωση πιστοποίησης αναπηρίας ή γνωμάτευση ψυχιάτρου δημόσιας δομής συγκεκριμένου βαθμού, ενώ γνωμάτευση ιδιώτη ψυχιάτρου προβλέπεται μόνο επικουρικά. Κατά την παρ. 6, για την κρίση ως ακατάλληλου για στράτευση Ι/5 λόγω ψυχικής πάθησης απαιτείται σωρευτικά η εξάντληση του ανώτατου ορίου αναβολής και η προσκόμιση βεβαίωσης πιστοποίησης αναπηρίας, με ειδική παρέκκλιση της παρ. 7 υπό πρόσθετες εξετάσεις και ενδεχομένως εκούσια νοσηλεία. Η ρύθμιση αυτή παράγει αυξημένο βάρος σε υποθέσεις ψυχικής υγείας και πρέπει να ελέγχεται αυστηρά ως προς την αναλογικότητά της.

Η αιτιολόγηση που ανάγεται στην ιδιαίτερη φύση των ψυχικών παθήσεων δεν αρκεί αφηρημένα. Η ψυχική υγεία έχει βεβαίως ιδιομορφίες ως προς τη διάγνωση, τη διακύμανση και την πρόγνωση, αλλά οι ιδιομορφίες αυτές δεν δικαιολογούν γενική δυσπιστία έναντι των ψυχικών γνωματεύσεων ούτε τυποποιημένη επιμήκυνση της διοικητικής εκκρεμότητας. Απαιτείται να εξηγείται σε κάθε υπόθεση γιατί η συγκεκριμένη κατάσταση δεν επιτρέπει οριστική κρίση, γιατί η αναβολή είναι ιατρικά αναγκαία και γιατί δεν αρκούν τα ήδη υπάρχοντα στοιχεία του φακέλου. Στα διεμφυλικά πρόσωπα η απαίτηση αυτή είναι εντονότερη, διότι η ψυχιατρική ή ψυχοκοινωνική διάσταση της δυσφορίας φύλου τέμνεται με την προσωπική ταυτότητα και τα ευαίσθητα δεδομένα υγείας.

Η παρ. 8 του άρθρου 208, κατά την οποία το ιατρικό απόρρητο κάμπτεται έναντι των μελών των ΕΔΥΨΕ στο μέτρο των πρόσφορων και αναγκαίων πληροφοριών, πρέπει να ερμηνεύεται αυστηρά. Δεν θεσπίζεται γενική πρόσβαση σε όλο τον ιατρικό βίο του προσώπου. Θεσπίζεται λειτουργική πρόσβαση μόνο σε πληροφορίες αναγκαίες για την εκπλήρωση των καθηκόντων της επιτροπής. Σε φάκελο διεμφυλικού προσώπου, όπου συνυπάρχουν στοιχεία ψυχικής υγείας, ταυτότητας φύλου, ορμονοθεραπείας, ενδοκρινολογικής κατάστασης και ενδεχομένως σωματικών χαρακτηριστικών, η αρχή της ελαχιστοποίησης της επεξεργασίας και η προστασία της ιδιωτικής ζωής επιβάλλουν ιδιαιτέρως περιορισμένη, τεκμηριωμένη και εμπιστευτική χρήση των δεδομένων.

Το ICD-11, η δυσφορία φύλου και η αποπαθολογικοποίηση της ταυτότητας

Η ΥΑ Φ.700/6/753703/Σ.182, ΦΕΚ Β 1109/03.03.2026, για την κρίση της σωματικής ικανότητας από τις Υγειονομικές Επιτροπές και τα Συμβούλια των Ενόπλων Δυνάμεων, πρέπει να εφαρμόζεται υπό το φως της σύγχρονης ιατρικής ταξινόμησης. Το ICD-11 του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας εγκατέλειψε παλαιές κατηγορίες όπως η διαταραχή ταυτότητας φύλου και χρησιμοποιεί την έννοια της ασυμφωνίας φύλου, gender incongruence, την οποία μεταφέρει εκτός του κεφαλαίου των ψυχικών και συμπεριφορικών διαταραχών, στο κεφάλαιο των καταστάσεων που σχετίζονται με τη σεξουαλική υγεία. Η μεταβολή αυτή δεν είναι απλή ορολογική διόρθωση. Αποτυπώνει την επιστημονική και θεσμική απομάκρυνση από την αντίληψη ότι η διεμφυλική ταυτότητα αποτελεί ψυχική νόσο.

Η ορθή διάκριση είναι κρίσιμη. Η διεμφυλικότητα δεν είναι πάθηση. Η δυσφορία φύλου μπορεί, όμως, να συνδέεται με πραγματικές ανάγκες υγείας, ιδίως όταν το πρόσωπο βιώνει έντονη ασυμφωνία ανάμεσα στην ταυτότητα φύλου και σε σωματικά ή κοινωνικά δεδομένα, όταν βρίσκεται σε διαδικασία μετάβασης ή όταν λαμβάνει θεραπευτική αγωγή. Η Διοίκηση οφείλει να αποφεύγει δύο αντίθετα σφάλματα. Το πρώτο είναι να αντιμετωπίζει τη διεμφυλικότητα ως ψυχική διαταραχή. Το δεύτερο είναι να αγνοεί τη συγκεκριμένη υγειονομική κατάσταση του προσώπου με το επιχείρημα ότι η διεμφυλική ταυτότητα δεν είναι νόσος. Η αποπαθολογικοποίηση της ταυτότητας δεν σημαίνει αδιαφορία για την υγεία. Σημαίνει ότι η υγεία κρίνεται συγκεκριμένα και όχι με βάση στερεότυπα.

Η παλαιά ορολογία στον πίνακα σωματικής ικανότητας, όταν αναφέρεται σε διαταραχή ταυτότητας φύλου, είναι νομικά και ιατρικά προβληματική. Η Διοίκηση οφείλει να διαβάζει τέτοιες κατηγορίες με σύμφωνη προς το Σύνταγμα, την ΕΣΔΑ, τον Ν. 4491/2017, τον Ν. 4443/2016 και το ICD-11 ερμηνεία. Δεν επιτρέπεται να θεωρεί ότι η διάγνωση ή αναφορά σε δυσφορία φύλου αποτελεί από μόνη της λόγο ακαταλληλότητας ή λόγο παρατεταμένης επανεξέτασης. Πρέπει να αναζητείται συγκεκριμένη επίδραση στην ικανότητα εκπλήρωσης συγκεκριμένης στρατιωτικής αποστολής, λαμβάνοντας υπόψη την κατάσταση υγείας, τη θεραπευτική συνέχεια, τους όρους στρατωνισμού, τη σωματική έκθεση, την ιδιωτικότητα και την πρόληψη κακομεταχείρισης.

Ιδιαίτερη σημασία έχει το άρθρο 4 της ΥΑ, κατά το οποίο η σωματική ικανότητα καθορίζεται από την ύπαρξη νοσημάτων, παθήσεων, βλαβών ή άλλων παθολογικών καταστάσεων, από την έκταση ή τη βαρύτητά τους και από την επίδρασή τους στην αποστολή. Η διάταξη αυτή, αν ερμηνευθεί ορθά, επιβάλλει λειτουργική αξιολόγηση. Δεν αρκεί η διαπίστωση ότι το πρόσωπο είναι διεμφυλικό, ότι έχει διορθώσει τα στοιχεία του ή ότι λαμβάνει ορμονική αγωγή. Απαιτείται ειδική σύνδεση των πραγματικών ιατρικών δεδομένων με συγκεκριμένες απαιτήσεις της στρατιωτικής υπηρεσίας. Χωρίς τέτοια σύνδεση, η κρίση είναι τυπική και ακυρωτικά ευάλωτη.

Η θέση αυτή επιβεβαιώνεται και από την παρέμβαση του Συνηγόρου του Πολίτη σχετικά με τον αποκλεισμό διεμφυλικών προσώπων από τις Αστυνομικές Σχολές. Ο αποκλεισμός λόγω διεμφυλικότητας, χωρίς εξατομικευμένη εξέταση της υγείας και των σωματικών επιδόσεων, αντιμετωπίστηκε ως άμεση διάκριση και ως παράβαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης. Η σημασία της θέσης αυτής υπερβαίνει το πεδίο της ΕΛΑΣ. Δείχνει ότι οι πίνακες σωματικής ικανότητας δεν μπορούν να λειτουργούν ως μηχανισμός γενικού αποκλεισμού, αλλά πρέπει να εφαρμόζονται εξατομικευμένα και με σεβασμό στην ταυτότητα φύλου.

Η νομική αναγνώριση φύλου και η στρατολογική καταλληλότητα

Η δικαστική αναγνώριση άρρενος φύλου δεν απαντά στο ερώτημα της στρατολογικής καταλληλότητας. Απαντά στο ερώτημα της προσωπικής κατάστασης και της νομικής ταυτότητας. Η στρατολογική καταλληλότητα απαιτεί αυτοτελή υγειονομική κρίση. Όταν ο φάκελος περιλαμβάνει πολυετή ψυχιατρική και ενδοκρινολογική παρακολούθηση, ορμονοθεραπεία, ιατρική πρόταση απαλλαγής, ιστορικό αναβολών και συγκεκριμένα δεδομένα δυσφορίας φύλου, η Διοίκηση δεν μπορεί να περιορίζεται στη διαπίστωση ότι το πρόσωπο είναι νομικά άνδρας και άρα υπάγεται στην υποχρέωση στράτευσης. Η υπαγωγή στην υποχρέωση δεν ταυτίζεται με την ικανότητα εκπλήρωσής της.

Η ίδια διάκριση λειτουργεί και αντίστροφα. Η αναγνώριση υγειονομικής ακαταλληλότητας δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιείται ως αμφισβήτηση της ταυτότητας φύλου. Αν ένα διεμφυλικό πρόσωπο αναγνωρίστηκε νομικά ως άνδρας και στη συνέχεια κρίνεται ακατάλληλο για στράτευση λόγω συγκεκριμένης υγειονομικής κατάστασης, η κρίση αυτή δεν σημαίνει ότι η ανδρική ταυτότητα ήταν ατελής, υπό αίρεση ή διοικητικά ανακλητή. Η Διοίκηση δεν μπορεί να μετατρέπει τη στρατολογική διαδικασία σε δεύτερη κρίση περί φύλου. Το αντικείμενό της είναι αποκλειστικά η ικανότητα εκπλήρωσης στρατιωτικής υπηρεσίας.

Η αντίθετη εκδοχή οδηγεί σε ανεπίτρεπτη διοικητική παγίδα. Αν η νομική αναγνώριση φύλου θεωρείται τεκμήριο πλήρους στρατεύσιμης ικανότητας, τότε το δικαίωμα προσωπικότητας μετατρέπεται σε λόγο αυξημένης επιβάρυνσης. Αν η ανάγκη αναβολής ή απαλλαγής θεωρείται ένδειξη αμφισβήτησης της ταυτότητας, τότε η υγειονομική προστασία μετατρέπεται σε κίνδυνο απώλειας συμβολικής ή διοικητικής αναγνώρισης. Η έννομη τάξη δεν μπορεί να εξαναγκάζει το πρόσωπο να επιλέξει ανάμεσα στην ταυτότητά του και στην υγεία του.

Από αυτό προκύπτει αυξημένη υποχρέωση αιτιολογίας. Η υγειονομική επιτροπή οφείλει να εξηγήσει γιατί τα συγκεκριμένα στοιχεία του φακέλου οδηγούν σε ικανότητα, αναβολή ή απαλλαγή. Οφείλει να αξιολογήσει τη διάρκεια και τη σταθερότητα της θεραπευτικής πορείας, τη φύση της ορμονοθεραπείας, την ύπαρξη ή μη θεραπευτικής συνέχειας, τα στοιχεία ψυχικής επιβάρυνσης, τη δυνατότητα ασφαλούς διαβίωσης στο στρατόπεδο και τον κίνδυνο προσβολής της αξιοπρέπειας και της ιδιωτικής ζωής. Η απλή αναγραφή κατηγορίας πίνακα ή η γενική αναφορά σε πιθανότητα βελτίωσης δεν επαρκεί.

Θεραπευτική συνέχεια, ΘΟΥ και πραγματικοί όροι στρατιωτικής υπηρεσίας

Η θεραπεία ορμονικής υποκατάστασης, ΘΟΥ ή HRT, δεν είναι ενιαία εμπειρία για όλα τα διεμφυλικά πρόσωπα και δεν αποτελεί προϋπόθεση της διεμφυλικής ταυτότητας. Υπάρχουν διεμφυλικά πρόσωπα που λαμβάνουν ορμονική αγωγή και άλλα που δεν λαμβάνουν. Η Διοίκηση δεν επιτρέπεται να υιοθετεί ιατρικοποιημένη αντίληψη κατά την οποία η διεμφυλικότητα θεωρείται γνήσια μόνο όταν συνοδεύεται από συγκεκριμένη θεραπεία. Όταν όμως η ΘΟΥ πράγματι υπάρχει, η Διοίκηση οφείλει να την αντιμετωπίζει ως κρίσιμο στοιχείο θεραπευτικής συνέχειας και όχι ως προαιρετική διευκόλυνση ή προσωπική επιλογή άνευ στρατολογικής σημασίας.

Η ΘΟΥ μπορεί να είναι μακρά ή και διαρκής θεραπευτική πορεία. Απαιτεί δοσολογική συνέπεια, ιατρική εποπτεία, εργαστηριακή παρακολούθηση, αξιολόγηση ανεπιθύμητων ενεργειών και συντονισμό με τη συνολική ψυχική και σωματική κατάσταση του προσώπου. Η απότομη διακοπή, η καθυστέρηση χορήγησης, η αδυναμία πρόσβασης σε κατάλληλη ειδικότητα ή η εξάρτηση της αγωγής από μη εξειδικευμένη στρατιωτική δομή μπορεί να επιβαρύνει ουσιωδώς την υγεία και τη δυσφορία φύλου. Η κατάταξη διεμφυλικού προσώπου που βρίσκεται σε ΘΟΥ προϋποθέτει, επομένως, σαφές και ασφαλές πλαίσιο συνέχισης της αγωγής.

Για τους διεμφυλικούς άνδρες που λαμβάνουν τεστοστερόνη, η πρακτική δυσκολία είναι ακόμη πιο συγκεκριμένη. Η τεστοστερόνη χορηγείται ως φαρμακευτική αγωγή με ιατρική παρακολούθηση και δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί ως απλή ιδιωτική προμήθεια. Η Διοίκηση πρέπει να μπορεί να εγγυηθεί πρόσβαση στο φάρμακο, συνέχεια δοσολογίας, ασφαλή φύλαξη, εργαστηριακές εξετάσεις, ενδοκρινολογική παρακολούθηση και αποφυγή διακοπής. Η διακοπή μπορεί να οδηγήσει σε επανεμφάνιση σωματικών λειτουργιών που επιτείνουν τη δυσφορία φύλου, όπως η έμμηνος ρύση, και σε ψυχική επιβάρυνση. Τέτοιο ενδεχόμενο δεν μπορεί να παρακαμφθεί με γενική αναφορά στη στρατεύσιμη ιδιότητα του προσώπου.

Για τις διεμφυλικές γυναίκες που δεν έχουν ολοκληρώσει ή δεν έχουν επιτύχει νομική αναγνώριση φύλου και υπάγονται ακόμη τυπικά στη στρατολογική υποχρέωση ως άρρενες, τα προβλήματα είναι διαφορετικά αλλά εξίσου κρίσιμα. Η ορμονοθεραπεία θηλυκοποίησης μπορεί να μεταβάλει τη σωματική σύνθεση, τη μυϊκή μάζα, τη σωματική αντοχή και τα δευτερογενή χαρακτηριστικά, ενώ η διαβίωση σε ανδρικό στρατιωτικό περιβάλλον μπορεί να επιτείνει τη δυσφορία φύλου και να αυξήσει τον κίνδυνο στοχοποίησης. Η ύπαρξη στήθους, η χρήση κοινόχρηστων χώρων υγιεινής, η σωματική έκθεση, ο συγχρωτισμός σε θαλάμους και η ενδεχόμενη υποχρέωση συμμόρφωσης σε ανδρικά πρότυπα εμφάνισης δεν είναι λεπτομέρειες καθημερινότητας. Αφορούν την προστασία της προσωπικότητας, της αξιοπρέπειας, της σωματικής ακεραιότητας και της ιδιωτικής ζωής.

Η στρατιωτική υπηρεσία διαφέρει από κοινό περιβάλλον εργασίας ή εκπαίδευσης. Περιλαμβάνει υποχρεωτικό στρατωνισμό, περιορισμένη ιδιωτικότητα, ιεραρχική πειθαρχία, υπηρεσίες, κοινόχρηστους χώρους, σωματική έκθεση, μεταθέσεις, πιθανή απομάκρυνση από θεράποντες ιατρούς και εξάρτηση από στρατιωτική υγειονομική αλυσίδα. Για διεμφυλικό πρόσωπο που βρίσκεται σε ενεργή θεραπευτική πορεία, τα στοιχεία αυτά πρέπει να αξιολογούνται ως μέρος της ίδιας της υγειονομικής κρίσης. Η Διοίκηση δεν μπορεί να θεωρεί ότι η καταλληλότητα εξαντλείται σε μια ιατρική διάγνωση χωρίς εξέταση των πραγματικών συνθηκών στις οποίες θα εκτελεστεί η υπηρεσία.

Η υποχρέωση κουρέματος ή συμμόρφωσης με κανόνες εμφάνισης αποκτά επίσης ειδική σημασία σε περίπτωση διεμφυλικής γυναίκας που κατατάσσεται ως νομικά άνδρας. Οι κανόνες στρατιωτικής εμφάνισης μπορεί να έχουν θεμιτό οργανωτικό σκοπό, αλλά η εφαρμογή τους σε διεμφυλικό πρόσωπο δεν είναι ουδέτερη όταν επιβάλλει αποκοπή στοιχείων έμφυλης έκφρασης που έχουν ψυχολογική και προσωπική σημασία. Η μακρά κόμη, η ένδυση, η παρουσίαση και η αποφυγή αναγκαστικής ανδρικής εμφάνισης μπορούν να συνδέονται με την προσωπικότητα και την ψυχική σταθερότητα. Η Διοίκηση οφείλει να εξετάζει αν υφίστανται ηπιότερες προσαρμογές, αντί να εφαρμόζει άκαμπτα κανόνες που παράγουν δυσανάλογη έμφυλη καταστολή.

Από τα παραπάνω προκύπτει ότι η κατάταξη διεμφυλικού προσώπου με ενεργή θεραπευτική πορεία δεν μπορεί να προϋποτίθεται. Προϋποθέτει οργανωμένο σχέδιο. Πρέπει να είναι σαφές πού θα διαμένει, πώς θα προστατεύεται η ιδιωτικότητά του, ποιοι θα έχουν πρόσβαση στον ιατρικό φάκελο, πώς θα συνεχιστεί η αγωγή, ποιοι χώροι υγιεινής θα χρησιμοποιούνται, ποιο όργανο θα παρεμβαίνει σε περίπτωση παρενόχλησης και πώς θα αποφεύγεται η κοινολόγηση ευαίσθητων δεδομένων. Αν τέτοιο πλαίσιο δεν υφίσταται ή δεν αιτιολογείται ειδικά, η κατάταξη ή η διαρκής αναβολή δεν είναι ουδέτερη λύση. Μεταθέτει στον στρατεύσιμο τον κίνδυνο που η Διοίκηση δεν έχει οργανώσει να αντιμετωπίσει.

Η ψυχιατρικοποίηση, η αναβολή και η απαίτηση ειδικής αιτιολογίας

Η υπαγωγή της δυσφορίας φύλου σε πρακτικό καθεστώς ψυχικής πάθησης δημιουργεί κίνδυνο επαναλαμβανόμενης διοικητικής επιτήρησης. Η αναβολή εμφανίζεται συχνά ως ηπιότερη λύση από την απαλλαγή, αλλά αυτό δεν ισχύει πάντοτε. Σε διεμφυλικό πρόσωπο με ώριμο ιατρικό φάκελο, δικαστική αναγνώριση φύλου, πολυετή παρακολούθηση, σταθερή ΘΟΥ και ιατρική πρόταση απαλλαγής, η νέα αναβολή μπορεί να είναι επαχθέστερη από την οριστική κρίση. Παρατείνει την αβεβαιότητα, επιβάλλει επανειλημμένη έκθεση ευαίσθητων δεδομένων και αφήνει ανοιχτή την προοπτική μελλοντικής κατάταξης χωρίς να έχει απαντηθεί το κρίσιμο ερώτημα της ασφαλούς υπηρεσίας.

Η επίκληση πιθανότητας βελτίωσης ή θεραπείας πρέπει να είναι ειδική και ιατρικά νοητή. Σε ζητήματα διεμφυλικής ταυτότητας, η θεραπεία δεν μπορεί να σημαίνει εξαφάνιση της ταυτότητας φύλου. Η ΘΟΥ δεν αντιμετωπίζεται ως προσωρινή αγωγή που αποβλέπει σε επιστροφή στο προηγούμενο έμφυλο βίωμα. Η Διοίκηση οφείλει να αποφεύγει διατυπώσεις που δημιουργούν εντύπωση ότι αναμένει ίαση της διεμφυλικότητας ή παύση της έμφυλης ταυτότητας. Μπορεί να αξιολογεί αν η ψυχική κατάσταση είναι σταθερή, αν η δυσφορία φύλου έχει συγκεκριμένη ένταση, αν η θεραπευτική πορεία επηρεάζει τη λειτουργική ικανότητα και αν οι συνθήκες υπηρεσίας είναι συμβατές με την υγεία του προσώπου. Δεν μπορεί να ζητεί έμμεσα κανονικοποίηση ή καταστολή της ταυτότητας.

Η ειδική αιτιολογία πρέπει να απαντά στα στοιχεία του φακέλου. Αν υπάρχουν ιδιωτικές γνωματεύσεις, δεν μπορούν να αγνοούνται επειδή ο νόμος δίδει προτεραιότητα σε δημόσιες δομές για την ενεργοποίηση της κρίσης των ΕΔΥΨΕ. Η ιδιωτική γνωμάτευση μπορεί να είναι επικουρική, αλλά παραμένει ιατρικό στοιχείο που πρέπει να συνεκτιμηθεί. Η απόλυτη διοικητική υποτίμηση των ιδιωτών ιατρών θα ήταν ιδιαιτέρως προβληματική για διεμφυλικά πρόσωπα, διότι η πρόσβαση σε δημόσιες εξειδικευμένες υπηρεσίες ψυχικής υγείας και ενδοκρινολογίας δεν είναι γεωγραφικά και χρονικά ισότιμη σε όλη τη χώρα. Η συγκέντρωση υπηρεσιών σε μεγάλα αστικά κέντρα, οι χρόνοι αναμονής και η ανάγκη εξειδικευμένης εμπειρίας καθιστούν δυσανάλογη την απαίτηση να στηρίζεται ο φάκελος αποκλειστικά σε συγκεκριμένες δημόσιες δομές.

Η γεωγραφική διάσταση της πρόσβασης έχει σημασία για την ουσιαστική ισότητα. Ένα διεμφυλικό πρόσωπο στην περιφέρεια μπορεί να μην έχει πρακτικά εύκολη πρόσβαση σε δημόσιο ψυχίατρο ή ενδοκρινολόγο με σχετική εμπειρία. Αν η Διοίκηση αντιμετωπίζει τις ιδιωτικές γνωματεύσεις ως απλή υποβοήθηση χωρίς ουσιαστικό βάρος, το αποτέλεσμα είναι άνιση μεταχείριση με βάση τον τόπο κατοικίας και την οικονομική δυνατότητα μετακίνησης. Η στρατολογική κρίση δεν πρέπει να επιβαρύνει δυσανάλογα όσους ζουν εκτός Αθήνας ή Θεσσαλονίκης ούτε να καθιστά την απαλλαγή εξαρτημένη από την πρόσβαση σε περιορισμένες δημόσιες δομές.

Η Διοίκηση διατηρεί, βεβαίως, εξουσία ελέγχου. Μπορεί να ζητεί σαφή διάγνωση, τεκμηρίωση, διάρκεια παρακολούθησης και πρόσθετες εξετάσεις όταν υπάρχουν ασάφειες. Δεν μπορεί, όμως, να υποκαθιστά την ειδική αιτιολογία με συστηματική παράταση της εκκρεμότητας. Η διακριτική ευχέρεια της υγειονομικής επιτροπής δεν είναι ανεξέλεγκτη κρίση. Είναι υποχρέωση ειδικής αποτίμησης όλων των κρίσιμων δεδομένων και σύνδεσής τους με τον σκοπό της στρατολογικής νομοθεσίας.

Η απαγόρευση έμμεσων πρακτικών μεταστροφής

Το άρθρο 62 Ν. 4931/2022, το οποίο απαγορεύει πρακτικές που αποσκοπούν στη μεταβολή ή καταστολή, μεταξύ άλλων, της ταυτότητας ή της έκφρασης φύλου, λειτουργεί ως κρίσιμος ερμηνευτικός φραγμός. Δεν υποστηρίζεται ότι κάθε στρατολογική κρίση ή κάθε αναβολή αποτελεί τυπικά πρακτική μεταστροφής. Υποστηρίζεται ότι η Διοίκηση δεν μπορεί, υπό τον μανδύα της υγειονομικής αξιολόγησης ή της υποχρέωσης στράτευσης, να δημιουργεί συνθήκες που οδηγούν πρακτικά σε καταστολή της ταυτότητας ή της έκφρασης φύλου.

Η κατάταξη διεμφυλικού προσώπου σε περιβάλλον χωρίς πρόβλεψη για ΘΟΥ, χωρίς ασφαλή χρήση χώρων υγιεινής, χωρίς προστασία από παρενόχληση, χωρίς έλεγχο πρόσβασης στον ιατρικό φάκελο και χωρίς προσαρμογή κανόνων εμφάνισης μπορεί να παραγάγει ακριβώς αυτό το αποτέλεσμα. Το πρόσωπο ωθείται να αποκρύψει την ταυτότητά του, να διακόψει ή να απορρυθμίσει τη θεραπευτική του πορεία, να συμμορφωθεί με στερεοτυπικό πρότυπο στρατιωτικής αρρενωπότητας ή να υποστεί επαναλαμβανόμενη διοικητική έκθεση. Δεν απαιτείται πρόθεση μεταστροφής. Αρκεί ότι το αποτέλεσμα της διοικητικής πρακτικής μπορεί να είναι κατασταλτικό και ότι η Διοίκηση δεν έχει λάβει ειδικά μέτρα αποτροπής του.

Η νέα αναβολή, αντί οριστικής απαλλαγής, πρέπει να εξετάζεται και υπό αυτό το πρίσμα. Όταν η υπόθεση είναι ώριμη και ο φάκελος δείχνει σταθερή υγειονομική κατάσταση, η διαρκής επανεξέταση μπορεί να λειτουργήσει ως θεσμική πίεση συμμόρφωσης. Το πρόσωπο καλείται ξανά και ξανά να εκθέτει την ταυτότητα, το σώμα, την ψυχική του υγεία και τη θεραπευτική του πορεία. Σε πεδίο όπου η έννομη τάξη απαγορεύει πρακτικές καταστολής της ταυτότητας φύλου, η επαναλαμβανόμενη διοικητική έκθεση δεν μπορεί να θεωρείται αυτομάτως ηπιότερο μέτρο. Μπορεί να είναι δυσανάλογη παρέμβαση στην ιδιωτική ζωή και στην προσωπικότητα.

Η απαγόρευση των πρακτικών μεταστροφής οδηγεί σε αντιστροφή της διοικητικής οπτικής. Δεν αρκεί να λεχθεί ότι το διεμφυλικό πρόσωπο είναι θεωρητικά δυνατό να υπηρετήσει. Πρέπει να αιτιολογηθεί ότι η υπηρεσία μπορεί να εκπληρωθεί χωρίς καταστολή της ταυτότητας ή της έκφρασης φύλου, χωρίς διακοπή της θεραπευτικής πορείας, χωρίς εξευτελιστική μεταχείριση, χωρίς άσκοπη αποκάλυψη ευαίσθητων δεδομένων και χωρίς πρακτική επιβολή έμφυλης παρουσίασης αντίθετης προς την προσωπικότητα του προσώπου. Ελλείψει τέτοιας αιτιολογίας, η αναβολή ή η προοπτική κατάταξης πάσχει.

Η απαίτηση ΚΕΠΑ και το όριο της αναπηρικής πιστοποίησης

Η απαίτηση βεβαίωσης πιστοποίησης αναπηρίας ως προϋπόθεση ή ως καθοριστικό στοιχείο απαλλαγής λόγω ψυχικής πάθησης δημιουργεί αυτοτελές πρόβλημα. Τα ΚΕΠΑ έχουν θεσμική αποστολή την πιστοποίηση ποσοστού αναπηρίας για κοινωνικοασφαλιστικούς, προνοιακούς και συναφείς διοικητικούς σκοπούς. Η στρατολογική καταλληλότητα είναι διαφορετικό ερώτημα. Αφορά την ικανότητα ένταξης σε περιβάλλον υποχρεωτικής στρατιωτικής υπηρεσίας, στρατωνισμού, ιεραρχικής πειθαρχίας, υπηρεσιακής πίεσης και στρατιωτικής υγειονομικής μέριμνας. Δεν ταυτίζεται με την αναπηρική πιστοποίηση.

Η διαφοροποίηση αυτή είναι ιδιαιτέρως σημαντική για διεμφυλικά πρόσωπα. Η απαίτηση ΚΕΠΑ μπορεί να τα οδηγήσει να εκθέσουν ξανά στοιχεία ταυτότητας φύλου, δυσφορίας φύλου, ορμονοθεραπείας και ψυχικής υγείας ενώπιον μηχανισμού αναπηρικής ταξινόμησης. Το αποτέλεσμα μπορεί να είναι παθολογικοποίηση της έμφυλης ταυτότητας, ιδίως σε αντίθεση με το ICD-11 και τη θεσμική κατεύθυνση αποσύνδεσης της διεμφυλικότητας από τις ψυχικές διαταραχές. Δεν είναι ανεκτό η ανάγκη προστασίας από τη στρατολογική επιβάρυνση να διέρχεται αναγκαστικά από συμβολική ταξινόμηση του προσώπου ως αναπήρου, όταν το πραγματικό ερώτημα είναι αν μπορεί να υπηρετήσει με ασφάλεια και αξιοπρέπεια.

Η απαίτηση ΚΕΠΑ πρέπει να ελέγχεται και ως προς την αναλογικότητα. Υπάρχουν ηπιότερα και ακριβέστερα μέσα: πλήρης αξιολόγηση του ιατρικού φακέλου, συνεκτίμηση γνωματεύσεων θεραπόντων, εξέταση από αρμόδια επιτροπή, ενδοκρινολογική εκτίμηση, ψυχιατρική εκτίμηση δημόσιας δομής όπου είναι πρακτικά προσβάσιμη, συμπληρωματικές εξετάσεις όπου υπάρχουν κενά. Η πιστοποίηση αναπηρίας δεν είναι κατ’ ανάγκη καταλληλότερο εργαλείο για τη στρατολογική λειτουργική αξιολόγηση. Προσθέτει χρόνο, ευαίσθητη επεξεργασία δεδομένων και ψυχική επιβάρυνση.

Η ρύθμιση ενδέχεται να επιφέρει και ανεπίτρεπτη αντιστροφή του βάρους αιτιολόγησης. Δεν οφείλει ο αιτών να αναζητά διαρκώς νέες πιστοποιήσεις ώστε να καλύπτει την έλλειψη ειδικής αιτιολογίας της Διοίκησης. Όταν υπάρχει συνεκτικός ιατρικός φάκελος, πολυετής παρακολούθηση, ΘΟΥ και ιατρική πρόταση απαλλαγής, η Διοίκηση οφείλει να εξηγήσει γιατί δεν προβαίνει σε οριστική κρίση. Η μετακύλιση του βάρους στον αιτούντα μέσω ΚΕΠΑ μετατρέπει την υγειονομική κρίση σε διαρκή απόδειξη σοβαρότητας της κατάστασής του και πρέπει να αντιμετωπίζεται με αυστηρό δικαστικό έλεγχο.

Η θετική διάσταση της μελλοντικής ένταξης

Η συζήτηση δεν πρέπει να εξαντλείται στην απαλλαγή. Η ελληνική έννομη τάξη οφείλει σταδιακά να διαμορφώσει πλαίσιο ασφαλούς ένταξης διεμφυλικών προσώπων στις Ένοπλες Δυνάμεις, στα σώματα ασφαλείας και στα συναφή ένστολα επαγγέλματα, όπου η ένταξη είναι υγειονομικά και λειτουργικά εφικτή. Η ύπαρξη τέτοιου πλαισίου έχει αξία ακόμη και για πρόσωπα που τελικά δεν θα υπηρετήσουν. Δείχνει ότι το κράτος δεν αντιμετωπίζει τη διεμφυλικότητα ως εξαίρεση προς απόκρυψη, αλλά ως κοινωνική πραγματικότητα που μπορεί να ενταχθεί με κανόνες αξιοπρέπειας, ασφάλειας και ίσης μεταχείρισης.

Η μελλοντική ένταξη προϋποθέτει συγκεκριμένα μέτρα. Απαιτούνται πρωτόκολλα για τη συνέχιση ΘΟΥ, πρόσβαση σε ενδοκρινολόγο και ψυχίατρο, προστασία ευαίσθητων δεδομένων, περιορισμό κοινολόγησης της ταυτότητας φύλου, ρύθμιση θαλάμων και χώρων υγιεινής, διαδικασίες προστασίας από παρενόχληση, εκπαίδευση στελεχών, δυνατότητα εξατομικευμένων προσαρμογών εμφάνισης και σαφή κριτήρια λειτουργικής ικανότητας ανά αποστολή. Η ένταξη δεν μπορεί να είναι σύνθημα. Πρέπει να είναι διοικητικά οργανωμένη και ιατρικά ασφαλής.

Η θετική αυτή διάσταση έχει και ευρύτερη κοινωνική σημασία. Η ύπαρξη πλαισίου αποδοχής και ασφαλούς ένταξης μπορεί να μειώσει το αίσθημα αποκλεισμού και να ενισχύσει την εμπιστοσύνη των διεμφυλικών προσώπων προς τους θεσμούς. Η διεθνής βιβλιογραφία για την αποδοχή δείχνει ότι η κοινωνική και θεσμική υποστήριξη συνδέεται με καλύτερους δείκτες ψυχικής υγείας και μειωμένο κίνδυνο αυτοκτονικότητας σε ΛΟΑΤΚΙ και διεμφυλικά νεαρά πρόσωπα. Η ελληνική πραγματικότητα απαιτεί ασφαλώς προσαρμογή, σταδιακότητα και θεσμική σοβαρότητα. Αυτό όμως δεν αναιρεί την ανάγκη να κινηθεί η διοίκηση από τη λογική αποκλεισμού στη λογική ρυθμισμένης προστατευτικής ένταξης.

Η ύπαρξη πλαισίου ένταξης δεν αποδυναμώνει το επιχείρημα υπέρ απαλλαγής σε συγκεκριμένες περιπτώσεις. Αντιθέτως, το ενισχύει. Όσο δεν υπάρχει τέτοιο πλαίσιο, η Διοίκηση δυσκολεύεται να αιτιολογήσει πώς η κατάταξη διεμφυλικού προσώπου με ενεργή θεραπευτική πορεία θα είναι ασφαλής και αξιοπρεπής. Όταν μελλοντικά υπάρξει οργανωμένο πλαίσιο, η κρίση θα μπορεί να γίνει ακριβέστερα, με βάση πραγματικές δυνατότητες υποστήριξης και όχι με βάση υποθέσεις.

Η δικαστική προσβολή της στρατολογικής κρίσης

Η πράξη υγειονομικής κρίσης ή η παράλειψη οριστικής κρίσης είναι ακυρωτικά ευάλωτη όταν στηρίζεται σε τυπική υπαγωγή χωρίς ειδική αντιπαραβολή προς τα στοιχεία του φακέλου. Σε υπόθεση διεμφυλικού προσώπου, η αιτιολογία πρέπει να απαντά ειδικά στη νομική αναγνώριση φύλου, στην ύπαρξη ή μη ΘΟΥ, στη διάρκεια παρακολούθησης, στις γνωματεύσεις θεραπόντων, στην πρόταση απαλλαγής, στην πρόσβαση σε δημόσιες δομές, στην ανάγκη προστασίας του ιατρικού απορρήτου, στους όρους διαβίωσης και στην πιθανότητα επιδείνωσης λόγω στρατιωτικού περιβάλλοντος. Η παράλειψη εξέτασης αυτών των στοιχείων δεν θεραπεύεται με γενική αναφορά στον πίνακα σωματικής ικανότητας.

Οι λόγοι ακύρωσης μπορούν να στηριχθούν στην παραβίαση της ανθρώπινης αξίας, της προσωπικότητας, της ιδιωτικής ζωής, της προστασίας της υγείας, της αρχής της ισότητας, της αναλογικότητας, της χρηστής διοίκησης και της ειδικής αιτιολογίας. Μπορούν επίσης να στηριχθούν στην εσφαλμένη εφαρμογή των μεταβατικών διατάξεων του άρθρου 242 παρ. 7 και 12 Ν. 5265/2026, όταν πρόκειται για παλαιά αναβολή ή ήδη διαμορφωμένη στρατολογική κατάσταση. Σε περίπτωση απαίτησης ΚΕΠΑ, μπορεί να προστεθεί λόγος περί δυσανάλογης μεταφοράς της στρατολογικής κρίσης στο πεδίο της αναπηρικής πιστοποίησης και περί μη αναγκαίας επεξεργασίας ευαίσθητων δεδομένων.

Ειδικά στην περίπτωση αναβολής αντί απαλλαγής, η προσβολή μπορεί να εστιαστεί στο ότι η Διοίκηση δεν εξήγησε γιατί η υπόθεση δεν ήταν ώριμη για οριστική κρίση. Αν ο φάκελος δείχνει σταθερή κατάσταση, πολυετή παρακολούθηση και θεραπευτική συνέχεια, η αναβολή δεν είναι αυτομάτως ασφαλής ή ηπιότερη. Πρέπει να αιτιολογείται ως αναγκαίο ιατρικό μέτρο και όχι ως διοικητική αναμονή. Η χρονική παράταση της εκκρεμότητας, ιδίως όταν συνεπάγεται επανειλημμένη έκθεση ευαίσθητων δεδομένων, πρέπει να ελέγχεται ως αυτοτελής επιβάρυνση.

Στο επίπεδο των στρατιωτικών σχολών και των σωμάτων ασφαλείας, η προσβολή μπορεί να στηριχθεί και στην πρόσβαση στην εργασία. Η Διοίκηση πρέπει να αποδείξει ότι κάθε περιορισμός συνδέεται με ουσιαστική και καθοριστική επαγγελματική απαίτηση, ότι δεν υπάρχει ηπιότερο μέσο και ότι ο αποκλεισμός δεν στηρίζεται σε στερεότυπη αντίληψη περί διεμφυλικότητας. Η ύπαρξη αθλητικών δοκιμασιών, ειδικών καθηκόντων και αυξημένων απαιτήσεων δεν νομιμοποιεί γενικό αποκλεισμό. Νομιμοποιεί μόνο εξατομικευμένη αξιολόγηση των πραγματικών επιδόσεων και της υγείας.

Κύριες κανονιστικές, νομολογιακές και επιστημονικές παραπομπές

Ν. 5265/2026, ΦΕΚ Α 3/10.01.2026, ιδίως άρθρα 208 και 242 παρ. 7, 12, 13 και 14, ως προς τις ΕΔΥΨΕ, τις προϋποθέσεις κρίσης Ι/5 σε ψυχικές παθήσεις, την πρόσβαση σε ιατρικά δεδομένα και τις μεταβατικές διατάξεις.

ΥΑ Φ.700/6/753703/Σ.182/19.02.2026, ΦΕΚ Β 1109/03.03.2026, ιδίως άρθρα 4 και 7 και πίνακας νοσημάτων, ως προς τα κριτήρια σωματικής ικανότητας και τη λειτουργική σύνδεση πάθησης, βαρύτητας και αποστολής.

Ν. 4491/2017, ΦΕΚ Α 152/13.10.2017, για τη νομική αναγνώριση της ταυτότητας φύλου και την προστασία της ως στοιχείου της προσωπικότητας.

Ν. 4443/2016, ΦΕΚ Α 232/09.12.2016, για την αρχή της ίσης μεταχείρισης και την απαγόρευση διακρίσεων λόγω ταυτότητας και χαρακτηριστικών φύλου.

Ν. 4931/2022, άρθρο 62, για την απαγόρευση πρακτικών μεταστροφής αναφορικά με την ταυτότητα και την έκφραση φύλου.

World Health Organization, Gender incongruence and transgender health in the ICD, ως προς τη μεταφορά της ασυμφωνίας φύλου εκτός του κεφαλαίου των ψυχικών και συμπεριφορικών διαταραχών στο ICD-11.

Robles R. et al., Validity of Categories Related to Gender Identity in ICD-11, World Psychiatry, ως προς την επιστημονική τεκμηρίωση της αποπαθολογικοποίησης των κατηγοριών ταυτότητας φύλου στο ICD-11.

Parliamentary Assembly of the Council of Europe, Resolution 2048/2015, Discrimination against transgender people in Europe, ως προς την απαγόρευση διακρίσεων, την αποπαθολογικοποίηση και την ανάγκη αναμόρφωσης εθνικών πρακτικών.

ΕΔΔΑ, Christine Goodwin κατά Ηνωμένου Βασιλείου, 11.07.2002, A.P., Garçon and Nicot κατά Γαλλίας, 06.04.2017, X and Y κατά Ρουμανίας, 19.01.2021, ως προς την προστασία της ταυτότητας φύλου στο άρθρο 8 ΕΣΔΑ.

Συνήγορος του Πολίτη, παρέμβαση για τον αποκλεισμό διεμφυλικών προσώπων από την εισαγωγή στις Αστυνομικές Σχολές, ως προς την ανάγκη εξατομικευμένης εξέτασης και την απαγόρευση άμεσης διάκρισης.

Price M.N. et al., Association of Gender Identity Acceptance with Fewer Suicide Attempts Among Transgender and Nonbinary Youth, ως προς τη σχέση αποδοχής και μειωμένου κινδύνου αυτοκτονικής συμπεριφοράς.

The Trevor Project, Accepting Adults Reduce Suicide Attempts Among LGBTQ Youth, Research Brief, 2019, ως προς τη σημασία της αποδοχής από ενήλικες για την ψυχική υγεία ΛΟΑΤΚΙ νέων.

Cheung A.S. et al., The Impact of Gender-Affirming Hormone Therapy on Physical Performance, Muscle Strength and Markers of Endurance, ως προς τη σωματική επίδραση της ορμονοθεραπείας, ιδίως σε διεμφυλικές γυναίκες.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

20 + 14 =