Author Archives: admin

Δημοκρατία, Σύνταγμα, Ευρωπαϊκή Συμπολιτεία. Συνεδριο στη μνημη Δ.Θ. Τσάτσου


Δημοκρατία, Σύνταγμα, Ευρωπαϊκή Συμπολιτεία. Συνεδριο στη μνημη Δ.Θ. Τσάτσου

Το Κέντρο Ευρωπαϊκού Συνταγματικού Δικαίου – Ίδρυμα Θεμιστοκλή και Δημήτρη Τσάτσου και οι μαθητές του Δημήτρη Θ. Τσάτσου, σε συνεργασία με Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Πάντειο Πανεπιστήμιο Αθηνών, Πανεπιστήμιο Κρήτης και Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου, διοργανώνουν στις 17-18.2.2011, στο Αμφιθέατρο Μεγάρου Διοικητού Θεοδώρου Β. Καρατζά, συνέδριο με θέμα

«ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, ΣΥΝΤΑΓΜΑ, ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΣΥΜΠΟΛΙΤΕΙΑ»
Αφιερωμένο στη μνήμη του Δημήτρη Θ. Τσάτσου

Το συνέδριο τελεί υπό την αιγίδα της Α.Ε. του Προέδρου της Δημοκρατίας, κυρίου Κάρολου Παπούλια.

Η είσοδος είναι ελεύθερη για το κοινό. Πατήστε στο εικονίδιο του .pdf για το αναλυτικό πρόγραμμα.

Μια συζήτηση σε λάθος βάση

Γιώργος Σωτηρέλης, Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών

Μια συζήτηση σε λάθος βάση
Να καταργηθεί ή να μην καταργηθεί το ακαδημαϊκό άσυλο; Το ερώτημα αυτό απασχόλησε έντονα την επικαιρότητα, με αποκορύφωμα την κατάθεση- και απόρριψη από τη Βουλήμιας σχετικής πρότασης του ΛΑΟΣ, για πλήρη κατάργηση, και μιας ιδιότυπης και ερμαφρόδιτης τροπολογίας της Νέας Δημοκρατίας (σε άσχετο νομοσχέδιο…), που δεν αμφισβητούσε το άσυλο καθεαυτό αλλά ζητούσε απλώς την απάλειψη των διαδικαστικών του εγγυήσεων.

Η σχετική συζήτηση είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα. Δυστυχώς όμως πολλές φορές διεξάγεται σε λάθος βάση, ιδίως διότι εκκινεί από ορισμένες θεμελιώδεις παρανοήσεις.

Παρανόηση πρώτη: Το «πανεπιστημιακό άσυλο» είναι «άσυλο ιδεών». Ετσι το προβάλλουν με έμφαση οι πάσης φύσεως σχολιαστές και σαν τέτοιο το επικρίνουν, αντιμετωπίζοντάς το περίπου σαν «απολίθωμα» της ελληνικής έννομης τάξης που δεν έχει πλέον θέση σε μια δημοκρατία, η οποία προστατεύει παντού και για όλους την ελεύθερη διακίνηση των ιδεών.

Το σύνολο της παραπάνω επιχειρηματολογίας πάσχει εξ υπαρχής, όπως αποδεικνύεται ευχερώς από την ανάγνωση της ισχύουσας ρύθμισης: «Το ακαδημαϊκό άσυλο αναγνωρίζεται για την κατοχύρωση των ακαδημαϊκών ελευθεριών και για την προστασία του δικαιώματος στη γνώση, τη μάθηση και την εργασία όλων ανεξαιρέτως των μελών της ακαδημαϊκής κοινότητας των ΑΕΙκαι των εργαζομένων σε αυτά, έναντι οποιουδήποτε επιχειρεί να το καταλύσει».

Τι προκύπτει από αυτήν; Προφανώς ότι η συζήτηση δεν αφορά κάποιο «άσυλο ιδεών», γενικά και αόριστα, αλλά το «ακαδημαϊκό άσυλο», το οποίο προστατεύει αποκλειστικά και μόνο τις «ακαδημαϊκές ελευθερίες», δηλαδή τις ελευθερίες της έρευνας, της τέχνης και της διδασκαλίας, όπως αυτές εξειδικεύονται, με βάση το άρθρο 16 του Συντάγματος, στον χώρο του Πανεπιστημίου. Ως τέτοιο δε, παρά τα περί του αντιθέτου θρυλούμενα, δεν αποτελεί ελληνική ιδιαιτερότητα αλλά παγκόσμια δημοκρατική κατάκτηση, που συνδέεται στενά με την ιδιαίτερη φυσιογνωμία του Πανεπιστημίου. Ειδικότερα, το πανεπιστημιακό άσυλο, ως συνταγματικό έθιμο ή ως συνταγματική πρακτική, προστατεύει σε όλες τις προηγμένες δημοκρατικά χώρες έναν συγκεκριμένο ακαδημαϊκό χώρο, όχι σαν «ταμπού» αλλά ως βιόσφαιρα ορισμένων δικαιωμάτων που συνδέονται άρρηκτα με αυτόν. Είναι δηλαδή, για να κάνουμε έναν παραλληλισμό, ό,τι περίπου είναι το άσυλο κατοικίας για τα δικαιώματα του ιδιωτικού βίου.

Παρανόηση δεύτερη: Το άσυλο καλύπτει όλους όσοι βρίσκονται εντός του Πανεπιστημίου και για κάθε ενέργειά τους, ενώ παρέχει προστασία αποκλειστικά και μόνο απέναντι στις δυνάμεις της τάξης.

Η προσέγγιση αυτή είναι ολωσδιόλου λάθος. Η προεκτεθείσα ρύθμιση ορίζει σαφώς ότι το άσυλο ισχύει «έναντι οποιουδήποτε». Ιδίως δε ισχύει, με βάση και την- συνταγματικά πλέον κατοχυρωμένη- αρχή της τριτενέργειας, και απέναντι στις ποικίλες ιδιωτικές εξουσίες που εισβάλλουν συχνά στον χώρο των Πανεπιστημίων, χωρίς την άδεια των αρχών τους- αλλά και χωρίς πρόσκληση των φορέων της ακαδημαϊκής κοινότητας-, και παραβιάζουν βάναυσα τα προεκτεθέντα δικαιώματα (με βανδαλισμούς, άσκηση ιδεολογικής τρομοκρατίας, αποκλεισμούς γραφείων διδασκόντων και άλλα θλιβερά παρόμοια). Στην περίπτωση αυτή λοιπόν δεν φταίει το άσυλο, αφού έχει ήδη παραβιασθεί, αλλά η ατολμία και η έλλειψη δημοκρατικής ευθύνης των πανεπιστημιακών αρχών, οι οποίες οφείλουν να ζητούν από τις δυνάμεις της τάξης όχι την άρση του ασύλου αλλά την άρση της παραβίασης του ασύλου. Οσο δε για τις περιπτώσεις σοβαρής εγκληματικότητας, μια τέτοια άδεια δεν χρειάζεται καν εφόσον, κατά την ισχύουσα νομοθεσία, «διαπράττονται αυτόφωρα κακουργήματα ή αυτόφωρα εγκλήματα κατά της ζωής».

Το ισχύον άσυλο λοιπόν, ως ακαδημαϊκό άσυλο, δεν έχει καμία σχέση ούτε με το «άσυλο ιδεών» ούτε με την επιβολή ενός καθεστώτος ανομίας και εξουσιαστικής βίας στο Πανεπιστήμιο (συχνά μάλιστα στο όνομα αντιεξουσιαστικών αρχών…). Αυτό δε απευθύνεται τόσο στους πολεμίους του όσο και σε κάποιους δήθεν υπερμάχους του, που με τη στάση τους απλώς το συκοφαντούν και το υπονομεύουν. Απευθύνεται όμως και στο υπουργείο Παιδείας, το οποίο ναι μεν δεν υιοθετεί, ορθά, την κατάργηση του ασύλου, πλην όμως το συνδέει επικοινωνιακά, ως μη ώφειλε, με τις νέες διοικητικές αρχές που προτείνει, δηλαδή με αρχές οι οποίες σχετικοποιούν υπέρμετρα, όπως είχα την ευκαιρία να επισημάνω σε προηγούμενο φύλλο, μια ακόμα σημαντικότερη- και αλληλένδετη με το άσυλο- συνταγματική εγγύηση της ακαδημαϊκής ελευθερίας: την «πλήρη αυτοδιοίκηση» των Πανεπιστημίων.

To άρθρο δημοσιεύθηκε στο ΒΗΜΑ στις 6 Φεβρουαρίου του 2011.

Ιθαγένεια αμηχανίας

Προκόπης Παυλόπουλος, βουλευτής, καθηγητής του Δημόσιου Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών

Ιθαγένεια αμηχανίας

Η απόφαση 350/2011 του Δ΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας, η οποία παραπέμπει στην Ολομέλεια την τελική κρίση ως προς ενδεχόμενη αντισυνταγματικότητα διατάξεων του ν. 3838/2010 που αφορούν την κτήση της ελληνικής ιθαγένειας, επανέφερε στην επικαιρότητα την κριτική, η οποία είχε ασκηθεί στον νόμο αυτό κατά τη συζήτησή του στη Βουλή. Σεβόμενος, κατά πάγια πεποίθησή μου, την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης, δεν θα επιχειρήσω να υπερασπιστώ την ως άνω απόφαση ούτε να προκαταλάβω την απόφαση της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας. Θα εκθέσω όμως, συνοπτικώς, τους λόγους για τους οποίους, κατά τη σχετική συζήτηση στη Βουλή, χαρακτήρισα τις επιλογές του ν. 3838/2010 για την ελληνική ιθαγένεια ιδιαίτερα επικίνδυνο ιστορικό και εθνικό λάθος.

I. Ο ν. 3838/2010 αντικατέστησε καίριας σημασίας διατάξεις του ν. 3284/2004 περί «Κώδικα Ελληνικής Ιθαγένειας», τον οποίο είχα εισηγηθεί στη Βουλή ως υπουργός Εσωτερικών.
Α. Υπενθυμίζω ότι ο ιδιαίτερα προοδευτικός αυτός Κώδικας είχε τροποποιήσει ριζικώς το παρωχημένο νομικό καθεστώς των αντίστοιχων διατάξεων που είχαν διαμορφωθεί, ουσιαστικά, κατά τη δεκαετία του ’50. Βασική του επιλογή, ως προς την κτήση της ελληνικής ιθαγένειας, ήταν η υιοθέτηση αρχών, τις οποίες ήδη ακολουθούσαν σχεδόν όλα τα κράτη του δυτικού δημοκρατικού κόσμου, ιδίως δε τα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ενωσης.
Β. Οι αρχές αυτές στηρίζονται βέβαια, κατά βάση, στο jus sanguinis – αφού του jus loci έχει πλέον εγκαταλειφθεί σχεδόν καθολικώς – πλην όμως επέτρεπαν την κτήση ελληνικής ιθαγένειας πέρα και έξω από την καταγωγή του αιτούντος. Υπό τον αυτονόητο όρο ότι αυτός αποδείκνυε, εμπράκτως, το animus σύνδεσής του με την Ελλάδα. Δηλαδή τον δεσμό ο οποίος του δημιούργησε την πρόθεση να διεκδικήσει και ν’ αποκτήσει την ελληνική ιθαγένεια. Ειδικότερα, κατά τον ν. 3284/2004 η κτήση της ελληνικής ιθαγένειας μπορούσε να επέλθει:
1. Πρώτον, με τη γέννηση τέκνου, με την αναγνώρισή του, με την υιοθεσία του, και με κατάταξη στις ένοπλες δυνάμεις.
2. Δεύτερον, με πολιτογράφηση, η οποία είχε πολύ ευνοϊκότερους όρους για τους ομογενείς. Για τους αλλοδαπούς όμως αλλογενείς ο αιτών έπρεπε να είναι ενήλικος -αυτονόητη προϋπόθεση για ν’ αποδεικνύεται ότι έχει πλήρη συνείδηση του εγχειρήματός του όταν επιδιώκει την απόκτηση της ελληνικής ιθαγένειας- να διαμένει νόμιμα στην Ελλάδα δέκα έτη και ν’ αποδεικνύει επαρκή γνώση της ελληνικής γλώσσας, της ελληνικής ιστορίας και, γενικά, του ελληνικού πολιτισμού.
ΙΙ. Αξίζει εδώ να σημειωθεί ότι τότε, κατά τη συζήτηση στη Βουλή, το ΠΑΣΟΚ υπερψήφισε ανεπιφυλάκτως τον νόμο αυτό. Το τι μεσολάβησε ώστε πέντε, μόλις, χρόνια αργότερα να φέρει προς ψήφιση, αλλάζοντας άρδην τα πράγματα, τον ν. 3838/2010, με τον βαρύγδουπο τίτλο «Σύγχρονες διατάξεις για την Ελληνική Ιθαγένεια», μόνο το πολιτικώς οβιδιακό ΠΑΣΟΚ μπορεί να εξηγήσει. Ειδικότερα, με τις διατάξεις του νόμου αυτού:
1. Στην ουσία υιοθετείται το, εγκαταλελειμμένο απ’ όλα τα σύγχρονα δημοκρατικά κράτη όπως σημείωσα προηγουμένως, καθεστώς του jus loci. Και τούτο γιατί π.χ. ένα τέκνο που γεννιέται στην Ελλάδα από γονείς, οι οποίοι διαμένουν μόνιμα και νόμιμα στη χώρα, επί τουλάχιστον πέντε χρόνια, μπορεί ν’ αποκτήσει την ελληνική ιθαγένεια πριν από την ενηλικίωσή του! Την ίδια δυνατότητα έχει και το τέκνο αλλοδαπών που έχει απλώς ολοκληρώσει την παρακολούθηση έξι τάξεων ελληνικού σχολείου, χωρίς μάλιστα εδώ ν’ απαιτείται ρητώς η νομιμότητα παραμονής των γονέων του!
2. Και μόνο το γεγονός ότι με τις διατάξεις του ν. 3838/2010 επιτρέπεται η κτήση της ελληνικής ιθαγένειας από ανήλικο, με απλή δήλωση των μη Ελλήνων γονέων του, δείχνει την πλήρη αποδυνάμωση της προϋπόθεσης του animus, πάνω στην οποία στηριζόταν ο προηγούμενος Κώδικας.
3. Πέραν τούτου ο ν. 3838/2010 μείωσε τα δέκα έτη διαμονής στην Ελλάδα σε επτά. Συνεπώς οι μετανάστες που ζουν στην Ελλάδα δεν έχουν πια κανένα κίνητρο να υπαχθούν στο καθεστώς του επί μακρόν διαμένοντος, αφού οι προϋποθέσεις απόκτησης της ελληνικής ιθαγένειας είναι πολύ πιο χαλαρές. Γιατί, λοιπόν, να μην διεκδικήσουν την ελληνική ιθαγένεια έστω και αν δεν νιώθουν κανέναν ιδιαίτερο δεσμό με την Ελλάδα;
Οι σκέψεις που προηγήθηκαν αρκούν, νομίζω, να τεκμηριώσουν την άποψη που εξέθεσα στη Βουλή, ότι η ψήφιση των διατάξεων αυτών του ν. 3838/2010, υπό την επίφαση ενός ψευδεπίγραφου προοδευτισμού, συνιστά ιστορικό και εθνικό λάθος, αφού οδηγεί τους μετανάστες στη διεκδίκηση της ελληνικής ιθαγένειας μόνο για λόγους ευκαιριακούς, για λόγους αμηχανίας και καθιστά έτσι τη χώρα μας πραγματικό «μαγνήτη» για τους λαθρομετανάστες. Και κάτι τελευταίο για όσους, ιδίως από την πλευρά της επιστημονικής κοινότητας, έσπευσαν «να κατακεραυνώσουν» και «να προειδοποιήσουν» (!), με αμιγώς πολιτικούς όρους μάλιστα, το Συμβούλιο της Επικρατείας: Φυσικά και οι αποφάσεις των δικαστηρίων υπόκεινται σε κριτική. Αρκεί αυτή η κριτική να ερείδεται σε επιστημονικώς άρτια νομικά επιχειρήματα και όχι σε αυθαίρετες υποκειμενικές ή, ακόμη χειρότερα, σε νεφελώδεις και ευκαιριακές ιδεολογικές τοποθετήσεις.
 
To άρθρο δημοσιεύθηκε στην Καθημερινή στις 6 Φεβρουαρίου του 2011.

Το ελληνικό αίμα

Δημήτρης Χριστόπουλος

Το ελληνικό αίμα

Tο 1876 μια ελληνική εφημερίδα (Θράκη, 28/10 Μαΐου) στην Κωνσταντινούπολη έγραφε για κάποιον Βούλγαρο προύχοντα της Θεσσαλονίκης: «Και ναι μεν βουλγαρική είναι η οικογένεια των κ. Χ. Λαζάρων, αλλ’ όμως διέπρεψεν αυτή επί φιλελληνικοίς αισθήμασιν […] Επειδή λοιπόν η οικογένεια αυτήν εν μέσω ομογενών ειργάσθη […] και επειδή συνεδέθη διά συγγενικών δεσμών μετ’ επισημοτάτων ελληνικών οικογενειών εγκατεστημένων εν Πειραιεί και αλλαχού, νομίζον ότι δεν εσφάλομεν αποκαλέσαντες έναν των διαπρεπών αυτής γόνων ομογενή.»

Την εποχή λοιπόν που σφυρηλατούνται οι εθνικές συνειδήσεις και ο αγώνας για τη Μακεδονία είναι στις απαρχές του, κάποιοι στο νεότευκτο κράτος έβλεπαν ότι το ελληνικό έθνος δεν μπορεί να είναι απλώς μια κοινότητα αίματος. Και πώς θα μπορούσε άλλωστε; Πού να βρεθεί τόσο «ελληνικό αίμα» για να γίνει το κράτος; Ετσι λοιπόν, ο βουλγαρικής καταγωγής λογίζεται Ελλην όταν έχει ή αποκτά ελληνική εθνική συνείδηση. Ας υπαγορεύει αλλιώς το αίμα του. Κάπως έτσι συγκροτήθηκε το ελληνικό έθνος. Οπως περίπου όλα τα έθνη. Στην αρχή κανείς δεν είχε Ελληνα πατέρα, διότι απλώς δεν υπήρχαν Ελληνες πολίτες. Μετά, ταυτόχρονα με το δίκαιο του αίματος, δηλαδή την κτήση της ιθαγένειας του πατέρα (και της μητέρας από το 1984) έχουμε τις λεγόμενες «αθρόες πολιτειοποιήσεις» δηλαδή μαζικές κτήσεις της ελληνικής ιθαγένειας από τους πληθυσμούς των Νέων Χωρών.

Από μόνο του το δίκαιο του αίματος δεν θα μπορούσε ποτέ να συμπεριλάβει νέους ανθρώπους στον ελληνικό λαό, όπως και σε κανέναν λαό, διότι είναι εξ ορισμού στατικό. Για τον λόγο αυτό, στον σύγχρονο κόσμο προβλέπονται πάντα και άλλοι τρόποι κτήσης της ιθαγένειας που είτε προκύπτουν από τον τόπο γέννησης είτε από τον τόπο κοινωνικοποίησης και ανατροφής. Αυτό αφορά κατεξοχήν τη δεύτερη μεταναστευτική γενιά και δεν είναι τυχαίο πως από τα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ενωσης των 15 (των κρατών δηλαδή που είναι κατεξοχήν δέκτες μεταναστευτικών ροών) μόνο η Ελλάδα δεν είχε κάποια πρόβλεψη στον Κώδικα Ιθαγένειας που να διαφοροποιεί τα παιδάκια μεταναστών που γεννήθηκαν εδώ από τους γονείς τους που ήρθαν. Με τη μεταρρύθμιση του ν. 3838/2010, έγινε ένα σημαντικό βήμα προς την κατεύθυνση της ενσωμάτωσης των ανθρώπων αυτών, κατ’ ουσίαν στην κατεύθυνση της προστασίας της εύθραυστης κοινωνικής συνοχής στην Ελλάδα.

Η Ελληνική Ενωση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου κατέληγε την παρέμβασή της ενώπιον του Δ΄ Τμήματος στην υπόθεση του νέου νόμου για την ιθαγένεια με μια ενδιαφέρουσα παραπομπή από τον 19ο αιώνα: «Tα μάλιστα μεγαλουργήσαντα των εθνών υπήρξαν προϊόν […] επιμιξίας. […] Μη μας ταράττη άρα η επιμιξία του νεωτέρου ελληνικού έθνους μετά πολλών ξένων· τουναντίον, δυστύχημα ίσως ήθελεν είσθαι εάν διέμενεν επί τοσούτου χρόνου διάστημα άμικτον και ιδιόρρυθμον[…]». Η παραπομπή στον Παπαρρηγόπουλο -διότι αυτός έγραψε το παραπάνω απόσπασμα και όχι ο Φαλμεράγιερ- δεν φάνηκε πειστική στους δικαστές του Τμήματος. Είμαι βέβαιος ότι τουλάχιστον σε αυτό, η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας θα αποδειχθεί πιο κοντά στον εθνικό μας ιστορικό από το Δ΄ Τμήμα του.

To άρθρο δημοσιεύθηκε στην Καθημερινή στις 6 Φεβρουαρίου του 2011.

Περίκλειστη ή «ανοιχτή» κοινωνία;

Νίκος Αλιβιζάτος, Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών

Περίκλειστη ή «ανοιχτή» κοινωνία;

«Ανοιχτή» κοινωνία είναι εκείνη στην οποία οι άνθρωποι έχουν μάθει να στέκονται κριτικά απέναντι στα στερεότυπα και να στηρίζουν τις αποφάσεις τους στην ευφυΐα τους.
Κarl Popper

Προ ετών, όταν ο Μαρκ Μαζάουερ εξέδωσε το βιβλίο του «Στην Ελλάδα του Χίτλερ» (εκδόσεις Αλεξάνδρεια, 1994), τον ρώτησα τι τον έσπρωξε να ασχοληθεί με τη νεότερη Ελλάδα. Με τη χώρα μας δεν είχε συγγενικούς δεσμούς και τα ενδιαφέροντά του, όπως έκτοτε φάνηκε, δεν περιορίζονταν στα Βαλκάνια, αλλά εκτείνονταν σε ολόκληρη την Ευρώπη. Θυμάμαι ακόμη την απάντησή του: «Η Ελλάδα με ενδιαφέρει, γιατί συμπυκνώνει γεωγραφικά και χρονικά την ευρωπαϊκή ιστορία».
Αυτό που ο συγγραφέας της «Σκοτεινής ηπείρου» και της «Αυτοκρατορίας του Χίτλερ» ήθελε προφανώς να πει είναι ότι, πολύ συχνά, όσα συμβαίνουν στη χώρα μας «αναγγέλλουν» εξελίξεις που σημειώνονται λίγο αργότερα στην Ευρώπη. Είτε πρόκειται για το 1821, που ήταν η απαρχή του τέλους Ευρώπης της Παλινόρθωσης, είτε για τους Βαλκανικούς Πολέμους, που τερμάτισαν ουσιαστικά την οθωμανική παρουσία στα Βαλκάνια, είτε για τη Μικρασιατική Καταστροφή, πρόδρομο των εθνοκαθάρσεων, είτε τέλος για τον Εμφύλιο, προάγγελο του Ψυχρού Πολέμου, η Ελλάδα βρέθηκε στο επίκεντρο ιστορικών τάσεων που την ξεπερνούσαν.
Το γιατί αυτό συνέβη τόσες φορές στη νεότερη ιστορία μας (για καλό αλλά και για κακό της Ευρώπης!) είναι ασφαλώς ένα συναρπαστικό ερώτημα, που περιμένει την απάντησή του από τους κάθε λογής ειδικούς. Αυτό που ενδιαφέρει σήμερα είναι μήπως το φαινόμενο επαναλαμβάνεται για μια ακόμη φορά μπροστά στα μάτια μας, και δεν το έχουμε καταλάβει. Μήπως, δηλαδή, η σημερινή ελληνική κρίση και τα μέτρα που πάρθηκαν για την αντιμετώπισή της προαναγγέλλουν αυτά που πρόκειται να συμβούν σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες με παρόμοια προβλήματα. Ακόμη προκλητικότερο θα ήταν το ερώτημα μήπως η Ελλάδα του Μνημονίου λειτουργήσει ως καταλύτης γι’ αυτό που εδώ και χρόνια οι ευρωπαϊστές επιδιώκουν ανεπιτυχώς, δηλαδή την ενιαία οικονομική διακυβέρνηση των χωρών της Ευρωζώνης.
Αυτό τουλάχιστον διαφαίνεται από τις θετικές εξελίξεις των τελευταίων εβδομάδων και, προπαντός, από την αλλαγή της στάσης της Γερμανίας, η οποία μοιάζει να έχει εγκαταλείψει την αμφιθυμία της του περασμένου φθινοπώρου και να παίζει πλέον εντίμως το παιχνίδι του ευρώ.
Αν οι υποθέσεις αυτές επαληθευτούν, τότε η πρόκληση για όσους ζούμε σε τούτη χώρα είναι τεράστια. Οχι βέβαια διότι η συμπεριφορά μας θα λειτουργήσει ως πρότυπο για τους Ευρωπαίους (αστεία πράγματα!), αλλά γιατί ενδέχεται να συμβάλει στη διαμόρφωση ενός καθοριστικού παράγοντα για την ανάκαμψη: της κατάστασης των πνευμάτων, δηλαδή του «κλίματος» στην Ευρώπη. Διότι, είτε το θέλουμε είτε όχι, σε μια περιοχή του κόσμου όπου αυτή την περίοδο τα γεγονότα εξελίσσονται με ιλιγγιώδεις ρυθμούς, το «παράδειγμα» της Ελλάδας μπορεί να έχει πολύ μεγαλύτερο ειδικό βάρος απ’ ό, τι αφήνει να εννοηθεί το μέγεθός της.
Για μια ακόμη φορά στην ιστορία μας, δύο μεγάλα ρεύματα συγκρούονται σήμερα στην Ελλάδα, επικαθορίζοντας τη διαμάχη Δεξιάς-Αριστεράς: από τη μια βρίσκεται η σχολή της εσωστρέφειας και του εθνοκεντρισμού, που αποδίδει στους ξένους την ευθύνη για όλα μας τα δεινά, προβάλλοντας το πρότυπο του «περήφανου» και «ανάδελφου» έθνους. Τέμνοντας οριζοντίως ολόκληρο το πολιτικό φάσμα, το ρεύμα αυτό φρονεί ότι όλοι μας χρωστούν: από το Ναβαρίνο (1827) ώς το Μνημόνιο (2010), Ευρώπη και ανθρωπότητα απλώς εξοφλούν ένα ληξιπρόθεσμο χρέος τους προς τον περιούσιο λαό. Εσχάτως, στους εκ παραδόσεως υποστηρικτές αυτού του ρεύματος -ανασφαλείς πολιτικούς, αρνητές του διαλόγου και οπαδούς της βίας και στα δύο άκρα του πολιτικού φάσματος- έχουν προστεθεί και μερικοί αναπάντεχοι σύμμαχοι, από τους οποίους, σε τέτοιες ώρες, θα περίμενε κανείς να ελέγχουν τις παρορμήσεις τους.
Στο άλλο στρατόπεδο βρίσκει κανείς τους «φωταδιστές» παλιάς και νέας κοπής, υποστηρικτές του συνταγματικού φιλελευθερισμού και των δικαιωμάτων του ανθρώπου. Οι επίγονοι αυτοί του Κοραή -από τον Αλ. Μαυροκορδάτο και τον Χαρ. Τρικούπη έως τον Ελ. Βενιζέλο και τον Κων. Καραμανλή- επηρέασαν διαχρονικά καθοριστικότερα τις εξελίξεις, χάρη σε μια πολιτική «ανοίγματος» και διεθνών συμμαχιών, που δημιούργησε εν τέλει τη νεότερη Ελλάδα και την ενέταξε στο πιο περιζήτητο σπίτι του σύγχρονου κόσμου: την ενωμένη Ευρώπη. Αν και κοινωνικά μειοψηφικό, το ρεύμα αυτό κατόρθωσε να κυβερνήσει επί μακρότερο χρόνο, χάρη στον ρεαλισμό των ιστορικών ηγητόρων του, έναν ρεαλισμό που ο ελληνικός λαός είχε την ευφυΐα να επιβραβεύει.
Καθώς όλοι μας έχουμε μέσα μας έναν ευέξαπτο ανατολίτη και έναν ψυχρό ορθολογιστή, η γραμμή που χωρίζει τα δύο ανωτέρω στρατόπεδα δεν είναι πάντοτε ξεκάθαρη: και «ανίερες» συμμαχίες συνάπτονται μεταξύ των μεν και των δε και παντός είδους καιροσκοπισμοί εκδηλώνονται, μπερδεύοντας τα πράγματα. Παρά ταύτα, οι μεγάλες τάσεις είναι τελικά ευδιάκριτες και μόνον όσοι εθελοτυφλούν δεν τις βλέπουν.
Εχω τη βαθιά πεποίθηση ότι, για μιαν ακόμη φορά στη νεότερη ιστορία μας, τη μάχη θα την κερδίσει το ρεύμα της «ανοιχτής» κοινωνίας. Και τούτο, όχι μόνο διότι έχει καλλιεργήσει τις διεθνείς συμμαχίες του (σε αυτό η προσωπική συμβολή του σημερινού πρωθυπουργού είναι τεράστια), αλλά και γιατί αντιλαμβάνεται καλύτερα από τους αντιπάλους του τα σημεία των καιρών. Αρκεί βέβαια να αποφύγει επιπολαιότητες, αστοχίες και μέτρα ακραίας αναλγησίας. Αρκεί ακόμη να πείσει ότι οι μεγάλες ανατροπές που σήμερα συντελούνται δεν επιχειρούνται μόνο επειδή τις υπαγορεύει η τρόικα. Γίνονται γιατί ήταν καιρός να μπει τέρμα στο διεφθαρμένο κράτος, το πελατειακό πολιτικό σύστημα, την αδιαφάνεια και τα αδικαιολόγητα προνόμια ορισμένων.
Στο τελευταίο τεύχος της Νew York Review of Books δημοσιεύεται ένα βαθυστόχαστο άρθρο του Ορχάν Παμούκ, για «το ευρωπαϊκό όνειρο που ξεθωριάζει». Η Ευρώπη, για τον Τούρκο νομπελίστα, έχει χάσει την ακτινοβολία της μεταξύ άλλων γιατί δεν ξέρει πώς να αντιμετωπίσει τους φτωχούς και ανυπεράσπιστους που, από Αφρική και Ασία, αναζητούν άσυλο σ’ αυτήν. Οι πυκνότερες περιπολίες στα σύνορα και οι φράχτες δεν αντιμετωπίζουν το πρόβλημα. Απλώς το μεταθέτουν. Αν οι Ευρωπαίοι θέλουν να διατηρήσουν τη θέση τους στον σύγχρονο κόσμο, διερωτάται ο Παμούκ, μήπως θα ήταν ρεαλιστικότερο, αντί να παίρνουν παρόμοια μέτρα, να επιστρέψουν στις θεμελιώδεις αξίες, που κάποτε τους είχαν χαρίσει την παγκόσμια πνευματική πρωτοκαθεδρία;
To άρθρο δημοσιεύθηκε στην Καθημερινή στις 6 Φεβρουαρίου του 2011.

H απόλυτη χρεοκοπία (και) της ελληνικής μεταναστευτικής πολιτικής

Δημήτρης Χριστόπουλος

Με αφορμή την περιπέτεια της Νομικής τέθηκαν δύο λάθος ερωτήματα σε σχέση με το μεταναστευτικό στην Ελλάδα: το πρώτο αφορά τη συζήτηση που ανατροφοδοτήθηκε γύρω από το άσυλο και το δεύτερο αφορά καθεαυτή τη Νομική ως χώρο «υποδοχής» των ανθρώπων αυτών. Ξεκινώ με την παραδοχή ότι η επιλογή της Νομικής ως χώρος στέγασης των ανθρώπων αυτών και η όλη επιχείρηση μεταφοράς τους από την Κρήτη ήταν ατυχέστατη πολιτική επιλογή, η κατάληξη της οποίας είναι ακόμη αβέβαιη.

Αυτό που παρατηρούμε, ωστόσο, στη συνέχεια, είναι μια εκτροπή του δημόσιου διαλόγου που ξεκίνησε με αφορμή την κατάληψη της Νομικής από τους απεργούς πείνας προς μια αυτιστική εμμονή στα δύο αυτά ερωτήματα με τρόπο αφελή, υποκριτικό ως και επικίνδυνο. Σαν να περιμένανε τη Νομική, για να πούνε ότι «πρέπει να τελειώνουμε με τους παράνομους μετανάστες»… Ή σαν να περιμένανε τους μετανάστες στη Νομική για να πούνε ότι «πρέπει να τελειώνουμε με το άσυλο». Έτσι, η απεργία πείνας των τριακοσίων ανάγεται σε έγκλημα καθοσιώσεως κατά του πολιτεύματος ενώ, για ακόμη μια φορά, δίνεται η ευκαιρία σε αυτούς που θέλουν να αλλάξει η νομοθεσία για το άσυλο, να πούνε με κάθε τρόπο πόσο κατάφωρα παραβιάστηκε ο θεσμός αυτός, σαν στη συγκυρία τούτο να ήταν το μείζον θέμα. Είναι η γνωστή ιστορία με το δέντρο και το δάσος. Τη στιγμή μάλιστα που το δάσος είναι έτοιμο να καεί…
Έτσι, για μια ακόμη φορά, παραπέμπεται το πραγματικό ερώτημα που δεν είναι άλλο από αυτό της νομικής τακτοποίησης της παραμονής των μεταναστών στην Ελλάδα. Για να είμαι σαφής: δεν αναφέρομαι στη νομιμοποίηση των 300 απεργών επιλεκτικά επειδή επέλεξαν αυτό το μέτρο αντίδρασης –αυτό εξάλλου θα ήταν λάθος– αλλά σε μια ευρύτερη πολιτική η οποία στοχεύει στην τακτοποίηση (κάποιων από τους 300, αλλά κυρίως) πολλών άλλων μεταναστών στη χώρα αυτή που πληρούν κάποιες εύλογες προϋποθέσεις. To θέμα, λοιπόν, αφορά μια κεντρική πολιτική επιλογή. Δεν είναι ζήτημα ανθρωπισμού, αλλά στρατηγικής. Αυτοί που δηλώνουν ότι «κανείς μετανάστης δεν θα νομιμοποιηθεί» ουσιαστικά το δήλωναν και πριν, απλώς η υπόθεση της Νομικής τους έδωσε ένα καλύτερο πάτημα, ένα δώρο, για να το επαναλάβουν και σήμερα. Το ίδιο ισχύει και για την αντίπερα όχθη, η οποία, παρομοίως, επένδυσε στην κλιμάκωση της έντασης. Άρα: το να εμμένουμε στο πόσο άστοχη ήταν η υπόθεση «Νομική» για τους μετανάστες και πόσο κακό έκανε στο ζήτημα ουσιαστικά δεν αποδίδει την έμφαση που πρέπει, και στον βαθμό που οφείλει, στο μείζον θέμα που έχει να κάνει με το καθεστώς παραμονής των ανθρώπων αυτών στην Ελλάδα. Και εδώ λοιπόν καλούμαστε να επιλέξουμε ανάμεσα σε δύο στρατηγικές επιλογές, αφού όμως ξεκαθαρίσουμε για ποιους ανθρώπους μιλάμε.
Η ταυτοποίηση του εν λόγω πληθυσμού είναι ζωτικής σημασίας. Εδώ θα πρέπει να γίνει μια διάκριση ανάμεσα σε δύο κατηγορίες, ενίοτε συγκοινωνούντα δοχεία: ανθρώπους που ζουν και ανθρώπους που περιφέρονται στην Ελλάδα. Ένας άνθρωπος που έχει μεταφέρει στην Ελλάδα το κέντρο των βιοτικών του σχέσεων και, πάρα ταύτα, δεν κατάφερε να υπαχθεί σε καθεστώς νόμιμης παραμονής ή, ακόμη χειρότερα, κάποια στιγμή εξέπεσε από τη νομιμότητα, έχει όλους τους καλούς λόγους να αξιώνει τη συμπερίληψή του στον νόμιμα διαμένοντα πληθυσμό της χώρας αυτής. Το ίδιο και η χώρα: για λόγους κοινωνικής συνοχής και ασφάλειας, που τόσο διακυβεύονται στις μέρες μας, έχει όλους τους καλούς λόγους να θέλει αυτό τον πληθυσμό σε πορεία κοινωνικής ενσωμάτωσης, και όχι σε αυτήν του αποκλεισμού και της περιθωριοποίησης. Άρα, για τον κόσμο αυτόν, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι περισσότεροι από τους λεγόμενους «αιτούντες άσυλο», δεν βλέπω άλλη λύση από μια μεταβατική νομοθετική ρύθμιση η οποία, με τρόπο ρεαλιστικό και ανθρώπινο, όπως έκανε η Ισπανία το 2005, θα προβλέψει συγκεκριμένες προϋποθέσεις που θα μπορέσουν να καλυφθούν από έναν ικανοποιητικό αριθμό ανθρώπων που ζουν και έχουν οικογενειακώς μεταφέρει το βιος τους εδώ.
Η άλλη επιλογή είναι αυτή της ελληνικής ακροδεξιάς, η οποία, μετά τη Νομική, βλέπουμε να θέλγει απροκάλυπτα τη Νέα Δημοκρατία και την κυβέρνηση: ο κόσμος αυτός δεν πρέπει να νομιμοποιηθεί. Πρέπει να φύγει, διότι η Ελλάδα δεν μπορεί να ενσωματώσει άλλους. Η αντίληψη αυτή που σκέφτεται τον ελληνικό κοινωνικό-οικονομικό σχηματισμό σαν ένα κλειστό σύστημα είναι πολλαπλώς λάθος, και είναι να απορεί κανείς πώς εκφέρεται από υπεύθυνα κυβερνητικά χείλη. Αποτελεί το καλύτερο δώρο δικαίωσης στην ακροδεξιά, η οποία ποντάρει στον κοινωνικό αποκλεισμό των μεταναστών ώστε να κερδοσκοπεί επενδύοντας στην αντιμεταναστευτική πολιτική της. Η επιλογή αυτή, πέραν του ότι είναι συχνά απάνθρωπη σε ό,τι αφορά τις μεθόδους της, είναι μη ρεαλιστική, και κυρίως αναδεικνύεται σε επιλογή υψηλού πολιτικού κινδύνου. Ακολουθώντας την, ένα σημαντικό τμήμα του μεταναστευτικού πληθυσμού της χώρας αυτής, αντί να σπρωχθεί προς την ενσωμάτωση και άρα να αμβλυνθούν οι ούτως ή άλλως οξυμένες ταξικές εντάσεις, οδηγείται προς τον αποκλεισμό και την περιχαράκωση με ό,τι κινδύνους για την κοινωνική ασφάλεια αυτό δημιουργεί.
Μιλήσαμε για ανθρώπους που ζούνε και ανθρώπους που περιφέρονται στην Ελλάδα. Συχνά τα όρια μεταξύ των δύο ομάδων δεν είναι σαφή, κάτι που καθιστά την ίδια τη διάκριση σχηματική. Με δεδομένο αυτό, η δεύτερη κατηγορία είναι πιο σύνθετη καθώς αποτελείται από μετανάστες που, όπως γνωρίζουμε, ζούνε σε συνθήκες απόλυτου βιοτικού αποκλεισμού έξω από τους αστικούς ιστούς, συχνά χωρίς οικογένειες, με προοπτική, κάποια στιγμή, να μπορέσουν να φύγουν προς άλλη ευρωπαϊκή χώρα. Οι άνθρωποι αυτοί, όπως γράφει ο Αγκάμπεν, διάγουν βίο αβίωτο: δεν ζούνε ως άνθρωποι. Δεν έχουν τίποτε, συχνά δεν κάνουν τίποτε, με δυο λόγια, δεν είναι τίποτε για την ελληνική έννομη τάξη. Σε συνθήκες μάλιστα κρίσης σαν και αυτή που διάγουμε, ούτε καν φτηνό εργατικό δυναμικό δεν είναι. Η απάντηση στο μείζον αυτό θέμα που οδηγεί συστηματικά την ελληνική κοινωνία σε μια κρίση μόνιμου ηθικού πανικού είναι να μάθουμε (για) τους ανθρώπους αυτούς. Να τους καταγράψουμε. Να δούμε πού και πώς ζουν, πόσο υγιείς είναι, αν έχουν παιδιά κλπ. Με μια κουβέντα: δεν γίνεται ένα κράτος να αφίσταται από το να μάθει πόσοι και ποιοι άνθρωποι διαβιούν στην επικράτειά του.1 Η εθνική απογραφή της Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας Ελλάδας είναι μπροστά μας σε δύο μήνες. Δεν μένει παρά να τεθούν σε αυτή τα σωστά ερωτήματα. Το ίδιο εξάλλου είχε γίνει και στην απογραφή του 2001, χάρη στην οποία μάθαμε ότι στη χώρα κατοικούν περίπου 800.000 και όχι 250.0000 άνθρωποι που ως τότε ήταν νομιμοποιημένοι.
Ας δώσει η περιπέτεια της Νομικής το θάρρος να σκεφτούμε τα αυτονόητα, παρά να αμπαρωθούμε στην επικινδύνως αφελή ψευδαίσθηση ότι «οι παράνομοι μετανάστες θα φύγουν από την Ελλάδα». Επίσης, είναι να απορεί κανείς για το τι σχέδιο επαναπροώθησης έχουν στο μυαλό τους αυτοί που υποστηρίζουν ότι οι μετανάστες θα φύγουν. Το πώς θα φύγουν δεν το έχω ακούσει ως τώρα, με ρεαλιστικό και ανθρώπινο τρόπο, καθώς τα κράτη από τα οποία έφυγαν δεν είναι και πολύ συνεργάσιμα ώστε να γυρίσουν.
Δίπλα σε αυτό, έρχεται την 1η του Φλεβάρη, ως υστερόγραφο, το Δ΄ Τμήμα του Συμβουλίου Επικρατείας να κρίνει αντισυνταγματικό το μόνο καλό νέο της ελληνικής μεταναστευτικής πολιτικής των τελευταίων ετών: ένα τμήμα της μεταρρύθμισης του Κώδικα Ελληνικής Ιθαγένειας. Λίγες μέρες πριν, την 21η του Γενάρη, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου καταδικάζει το Βέλγιο επειδή επαναπροώθησε στην Ελλάδα αιτούντα άσυλο σύμφωνα με το κοινοτικό δίκαιο, ενώ οι βελγικές αρχές «όφειλαν να γνωρίζουν» ότι οι συνθήκες στην Ελλάδα για τους αιτούντες άσυλο είναι απάνθρωπες. Η Ελλάδα για πρώτη φορά από το 1974 και ύστερα ουσιαστικά αντιμετωπίζεται σαν χώρα στην οποία δεν μπορεί να επιστρέψει ο κόσμος λόγω απάνθρωπων συνθηκών. Για το διεθνές δίκαιο, αυτό είναι μια παραλλαγή κράτους αποστολής προσφύγων.
Η απόλυτη χρεοκοπία (και) της ελληνικής μεταναστευτικής πολιτικής…
To άρθρο δημοσιεύθηκε στην Αυγή στις 6 Φεβρουαρίου του 2011.
1 Ακούω συχνά ότι πολλοί από αυτούς δεν θα δώσουν το πραγματικό τους όνομα. Απαντώ: Και λοιπόν; Το όνομα ενδιαφέρει ή το πρόσωπο;

Οι δυο δημοκρατίες

Nικόλας Σεβαστάκης

Οι δυο δημοκρατίες

Στη σκανδαλισμένη φιλολογία περί ανομίας, εκφυλισμένου ασύλου και αυθαίρετων μειοψηφιών, σε πλείστα από όσα ειπώθηκαν και γράφτηκαν από δημόσιους αναλυτές, ακαδημαϊκούς δασκάλους και πολιτικούς, διαπιστώνει κανείς κάτι πολύ ανησυχητικό: ότι στη σημερινή θεσμική ρητορεία ανακυκλώνονται διαθέσεις, συναισθήματα και ιδίως τρόποι σκέψης που ανάγονται στην πολιτική κουλτούρα των αστικών ολιγαρχιών του 19ου αιώνα. Σαν να αναγκαζόμαστε να υποστούμε ένα παράξενο ταξίδι στο χρόνο για να δανειστούμε έννοιες και πρακτικές από τους βραβευμένους στοχαστές της εποχής της Παλινόρθωσης, τις διακηρύξεις ενός Γκιζό ή τις κοινοβουλευτικές ομιλίες ενός Αδόλφου Θιέρσου για να βρούμε πηγές έμπνευσης για την έξοδο από τα εγχώρια «μεταπολιτευτικά ταμπού» (κατά την έκφραση της Καθημερινής).

Οι πένθιμες κωδωνοκρουσίες για τις υπερβολές και τις καταχρήσεις της δημοκρατίας αντηχούν εντυπωσιακά όμοιες σε μεγάλο βάθος χρόνου. Η εύτακτη πολιτεία ως κυριαρχία των πεφωτισμένων, ικανών και λογικών ατόμων (souveraineté de la Raison) συνδέεται, εκ νέου, με το υπόδειγμα της μοναδικής «ορθής διακυβέρνησης». Σε αυτή τη διακυβέρνηση, εννοείται, τον πρώτο και τελευταίο λόγο πρέπει να έχουν οι αντίστοιχες προικισμένες μερίδες του έθνους, οι φορείς της εκάστοτε αριστείας. Οτιδήποτε θολώνει αυτή την πρότυπη κατανομή των ικανοτήτων και των αξιωμάτων στιγματίζεται αυτόματα ως αταξία και αρχαϊσμός. Έτσι ακριβώς και στη ρητορική περί της κατάχρησης του ακαδημαϊκού ασύλου είναι προφανής η αντίληψη ότι «η ελεύθερη συζήτηση των ιδεών» δεν πρέπει να έχει σχέση με μορφές πολιτικής δραστηριότητας ούτε με την ανάδειξη κοινωνικών προβλημάτων ευρύτερου ενδιαφέροντος. Κατά παρόμοιο τρόπο μια πολιτιστική εκδήλωση σε καμιά περίπτωση δεν επιτρέπεται να διαταράσσεται για να βγει από την αφάνεια λχ. ένα κοινωνικό ζήτημα, ένα θέμα εργασιακών σχέσεων, απολύσεων κλπ. Η κοσμιότητα της κουλτούρας δεν είναι δυνατό να εμπλέκεται σε υποθέσεις για τις οποίες οι επαγγελματίες της είναι αναρμόδιοι και απληροφόρητοι.

Κατά το πνεύμα αυτό, υπεύθυνη διαγωγή σημαίνει απλά ο καθένας να κοιτάζει τη δουλειά του, να ανταποκρίνεται στα λειτουργικά του καθήκοντα, να προστατεύει αποτελεσματικά τον περίβολό του από τα παράσιτα που εγείρουν πάντοτε «άκαιρα» ερωτήματα και ενίοτε δίνουν και απλοϊκές απαντήσεις.

«Η δημοκρατική πολιτεία είναι η κυβέρνηση που μας διαιρεί λιγότερο» έλεγε ο Θιέρσος έπειτα από την Επανάσταση του 1848. Και αυτό φαίνεται να είναι το υπόδειγμα δημοκρατίας για πολλούς από τους σχολιαστές του ελληνικού προβλήματος. Η πεποίθηση δηλαδή ότι στη θέση της δημοκρατίας των συγκρούσεων πρέπει να στερεωθεί, για άγνωστο χρόνο, το καθεστώς της μη διαίρεσης, της άνευρης διαβούλευσης επί αληθειών οι οποίες έχουν προεπιλεγεί αλλού: στις συνεδριάσεις κάποιας επιτροπής σοφών, σε άτυπες ομάδες εργασίας, σε νυχτερινές τηλεδιασκέψεις με θέμα την ηγεσία ή σε σεμινάρια διαχείρισης κρίσεων. Η εξαίσια ολιγαρχική ατμόσφαιρα βρίσκει εξάλλου το κατάλληλο περιβάλλον για να αναπτυχθεί. Η θέση ότι το κράτος έκτακτης ανάγκης δικαιολογεί την περικοπή των περιττών κινήσεων και των αδόκιμων μορφών αμφισβήτησης είναι πλέον το κοινό credo των ελίτ. Όταν ολόκληρη Βόρειος Αφρική συγκλονίζεται από την επιστροφή των μαζών στο προσκήνιο, από μια πραγματική δημοκρατική επανάσταση, ο οίκος αξιολόγησης Moodyʼs εκφράζει τις ανησυχίες του ότι οι πιθανές παραχωρήσεις των τυραννίσκων προς το λαό θα «βλάψουν τη δημοσιονομική σταθερότητα και τα προγράμματα εξυγίανσης και εκσυγχρονισμού» της οικονομίας της Τυνησίας ή της Αιγύπτου. Η δημοσιονομική σταθερότητα, η πολιτική αυτοσυγκράτηση, η ανάσχεση και εν τέλει η στενή επιτήρηση της λαϊκής δημοκρατικής δυναμικής αποτελούν την τελευταία λέξη των αγορών και των κυβερνήσεών τους.

Ωστόσο, θα έλεγε κανείς ότι η ανησυχία των κάθε λογής αξιολογητών είναι ένα σημάδι ότι η δημοκρατία δεν είναι μια παγωμένη μορφή κυριαρχίας, δεν είναι μια ενιαία και απολιθωμένη υπόσταση αλλά η κίνηση των υποσχέσεών της μέσα στο χρόνο των ανθρώπων και των πρακτικών τους. Και, από μια άποψη, η επαναφορά της παλιάς ολιγαρχικής «κρατικής σκοπιμότητας» είναι ένδειξη αυξημένης αμηχανίας και νευρικότητας. Τι άλλο από αμηχανία και εκνευρισμό φανερώνει η συχνή καταφυγή των «φιλελεύθερων» στη μηχανιστική γλώσσα της λογικοϊστορικής αναγκαιότητας, σε έναν Λόγο της Ιστορίας ο οποίος βεβαίως πρέπει να γνωρίζει καλύτερα από όλους μας τον φυσικό προορισμό μας επί της Γης;

Από τη στιγμή που μια ελίτ για να δικαιώσει τις επιλογές της επαναλαμβάνει διαρκώς και μονότονα τη λέξη «αναγκαίο» και «αναγκαιότητα» έχει μεταβληθεί ήδη σε Ακαδημία Επιστημών της ΕΣΣΔ εποχής Μπρέζνιεφ. Πόσο μάλλον που, όπως λένε οι ίδιοι άνθρωποι, βρισκόμαστε στην τελευταία σοβιετική κοινωνία της Ευρώπης.

To άρθρο δημοσιεύθηκε στην Αυγή στις 6 Φεβρουαρίου του 2011.

Οι δικαστές ως φύλακες του έθνους

Σταύρος Τσακυράκης

Οι δικαστές ως φύλακες του έθνους
Το ΣΤΕ έκρινε αντισυνταγµατικό το νόµο που όριζε τις προϋποθέσεις απόκτησης ιθαγένειας αλλοδαπών, καθώς και το δικαίωµα ψήφου τους στις εκλογές Αυτοδιοίκησης. Το σκεπτικό ότι ο νόµος αντιβαίνει στις περί έθνους διατάξεις του Συντάγµατος δεν είναι απλώς νοµικά λανθασµένο, αλλά συντονίζεται µε τις πιο «µαύρες» σελίδες της νοµικο-πολιτικής παράδοσής µας. Είναι λανθασµένο διότι επιχειρεί να δώσει κανονιστικό περιεχόµενο στις έννοιες έθνος και εθνική κυριαρχία, δηλαδή σε έννοιες κατ’ εξοχήν νεφελώδεις, που η θέση τους στο Σύνταγµα µόνον ιστορικά εξηγείται. Το χειρότερο, όµως, είναι ότι επιχειρεί να τους δώσει περιεχόµενο διαφορετικό και υπερισχύον της λαϊκής βούλησης και της λαϊκής κυριαρχίας. Με άλλα λόγια εκλαµβάνει ότι πάνω από τη βούληση του νοµοθετικού σώµατος, που εκπροσωπεί τον λαό, υπάρχει η έννοια του έθνους που έχει συγκεκριµένο κανονιστικό περιεχόµενο, το οποίο υπερισχύει και περιορίζει τις επιλογές. Παλιά η αντιπαράθεση έθνους και λαού, όπως έχει εξηγήσει ο Αριστόβουλος Μάνεσης (Αι Εγγυήσεις Τηρήσεως του Συντάγµατος), είχε ως αποτέλεσµα την περιφρόνηση της δηµοκρατικής αρχής. Για παράδειγµα ο βασιλιάς µπορούσε να διεκδικεί για τον εαυτό του την αντιπροσώπευση του έθνους και να αντιτάσσεται στη βούληση του λαού.

Παρόµοιο ρόλο φαίνεται να διεκδικεί µε την απόφασή τουτο ΣΤΕ. Η απόφαση αραδιάζει όλες τις διατάξεις του Συντάγµατος που περιέχουν τη λέξη έθνος ή εθνικό θεωρώντας ότι υπαγορεύουν κάτι συγκεκριµένο και διαφορετικό από τη βούληση του νοµοθέτη. Υποθέτω ότι µε την ίδια λογική θα µπορούσαν να κρίνουν ως αντισυνταγµατικό οποιονδήποτε νόµο θεωρούν ότι αντιβαίνει στα εθνικά συµφέροντα ή παράνοµη την εκλογή ενός βουλευτή, αν έκριναν ότι αυτός δεν αντιπροσωπεύει το έθνος.

Εκείνο που φαίνεται να µην κατάλαβαν οι δικαστές είναι ότι αν, εν πάση περιπτώσει, πρέπει να προσδιορισθεί τι είναι έθνος και εθνικό συµφέρον, τότε δεν έχει σηµασία αυτό που οι ίδιοι έχουν στο µυαλό τους αλλά εκείνο που προσδιορίζεται κάθε φορά από τον αντιπρόσωπο του λαού, δηλαδή το νοµοθετικό σώµα. Με απλά λόγια, µπορεί οι ίδιοι να θεωρούν ότι κάποιος αλλοδαπός πρέπει πρώτα να περάσει από ιερή εξέταση πριν του γίνει η τιµή να πολιτογραφηθεί Ελληνας ή, όπως έγραψαν στη απόφασή τους, να αποδείξει µε διάφορους τρόπους «την εκ µέρους του εθελούσια αποδοχή των αξιών που συνάπτονται προς τον ελληνισµό και την εντεύθεν απόκτηση ελληνικής εθνικής συνειδήσεως», αλλά αυτό νοµικά δεν έχει καµιά σηµασία. Αν οι εκπρόσωποι του ελληνικού λαού έχουν άλλη άποψη για το εθνικό συµφέρον, τότε η δική τους είναι νόµιµη και όχι των δικαστών.

Τέλος, δεν µπορεί παρά να παρατηρήσει κανείς ότι και στο περιεχόµενό τους οι επίµαχες διατάξεις κάθε άλλο παρά περίεργες ή καινοφανείς ήταν. Θυµίζω ότι πολλές χώρες πολιτογραφούν όλους όσους γεννιούνται στην επικράτειά τους χωρίς καµιά άλλη διαδικασία. Οδικός µας νόµος έθετε µια σειρά από προϋποθέσεις για τον χρόνο παραµονής των γονιών τους. Ολες οι χώρες της Ευρωπαϊκής Ενωσης επιτρέπουν στους κοινοτικούς αλλοδαπούς να ψηφίζουν στις εκλογές Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Μήπως πρέπει άραγε να απαγορεύσουµε και στους κοινοτικούς να ψηφίζουν; Απεµπολούν άραγε όλοι οι άλλοι την εθνική τους κυριαρχία και µόνον χάρις στο ΣΤΕ εµείς θα την κρατήσουµε;

*Ο Σταύρος Τσακυράκης είναι αναπληρωτής καθηγητής Συνταγµατικού ∆ικαίου στο Πανεπιστήµιο Αθηνών.

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Τα ΝΕΑ» στις 3 Φεβρουαρίου του 2011.

Λαός ή έθνος;

Λίνα Παπαδοπούλου, Επίκουρη Καθηγήτρια Συνταγματικού Δικαίου ΑΠΘ

Λαός ή έθνος;
Με την πρόσφατη απόφασή του 350/2011 το Δ΄ Τμήμα του Συμβουλίου της Επικρατείας έκρινε ως αντισυνταγματικές -και παρέπεμψε στην Ολομέλεια για τελική κρίση- τις διατάξεις του νόμου 3838/2010 που προβλέπουν τη δυνατότητα πολιτογράφησης μεταναστών βάσει των αντικειμενικών προϋποθέσεων της γέννησης στην Ελλάδα από νομίμως και μονίμως, για τουλάχιστον πέντε έτη, διαμένοντες γονείς ή της επιτυχούς εξαετούς φοίτησης σε ελληνικό σχολείο.
Για το Δικαστήριο η πολιτογράφηση επιτρέπεται μόνο στη βάση εξατομικευμένης και υποκειμενικής κρίσης για το αν ο αιτών έχει αναπτύξει «ελληνική συνείδηση» και μόνο κατ’ εξαίρεση, καθώς προκρίνεται το «δίκαιο του αίματος», προκειμένου να μην «αποσυντίθεται η έννοια του έθνους» και να περιφρουρείται η «εθνική ομοιογένεια». Το έθνος αναγνωρίζεται ως υπερβαίνον «χρονικά την εν ζωή κοινότητα των ανθρώπων και τα γεωγραφικά όρια του ελληνικού κράτους» με έντονο το υποκειμενικό- κοινωνιοψυχολογικό στοιχείο της «συνείδησης», που οικοδομείται πάνω σε αντικειμενικές, πολιτισμικές προϋποθέσεις, και άρα ως μία νομική έννοια διαφορετική από τον «λαό». Σύμφωνα με αυτή την οργανική εννοιολόγηση του έθνους, η «εθνική συνείδηση» και κατ’ επέκταση η ιθαγένεια προϋπάρχει και κληρονομείται, ωσάν να ήταν γενετικό χαρακτηριστικό. Κατά λογική ακολουθία, η έλλειψη των προϋποθέσεων αυτών (γραμμής αίματος και συνείδησης) θα επέτρεπε ακόμη και την αφαίρεση της ιθαγένειας. Δεν είναι λοιπόν τυχαίο που ιστορικά η συγκεκριμένη αντίληψη έχει συμβάλει στον εθνικό διχασμό, αλλού και άλλοτε δε, στο όνομα της «εθνικής ομοιογένειας», έχει νομιμοποιήσει ακόμη και βίαιες εθνοκαθάρσεις.
Η αντίληψη αυτή, ωστόσο, δεν βρίσκει έρεισμα στο ελληνικό Σύνταγμα, βάσει του οποίου και μόνο δικαιούται και υποχρεούται κάθε Δικαστήριο να κρίνει την πιθανή αντισυνταγματικότητα νομοθετικών διατάξεων. Κατ' αρχάς, το άρθρο 4§3Σ προβλέπει ότι «Ελληνες πολίτες είναι όσοι έχουν τα προσόντα που ορίζει ο νόμος» χωρίς να προβλέπεται η υποχρεωτικότητα του «δικαίου του αίματος». Εξάλλου, το άρθρο 16§2Σ, που και το ίδιο το Δικαστήριο επικαλείται, κατοχυρώνει ως σκοπό της εκπαίδευσης την ανάπτυξη της εθνικής συνείδησης -η οποία δεν μπορεί να νοηθεί παρά ως εμπεριέχουσα τις αρχές του ευρωπαϊκού συνταγματικού πολιτισμού- αποδεχόμενο εμμέσως πλην σαφώς ότι η τελευταία οικοδομείται.
Η διαφοροποίηση μεταξύ λαού και έθνους δεν μπορεί όμως να στηριχθεί ούτε στο άρθρο 1§3Σ που επιτάσσει όλες οι εξουσίες να υπάρχουν υπέρ του λαού και του έθνους. Αν το έθνος που κατά την απόφαση «αναφέρεται τόσο στις παρελθούσες όσο και στις μέλλουσες γενεές» ήταν κάτι διαφορετικό από τον λαό, θα έπρεπε να υπάρχει ένα όργανο που να διερμηνεύει, ως άλλος σαμάνος, τη βούληση και το συμφέρον του. Η διερμήνευση, ωστόσο, της θέλησης νεκρών και αγέννητων και η βάσει αυτής συνταγματικοφανής αμφισβήτηση της ορθότητας των αποφάσεων του λαού, ως συγκεκριμένου κάθε φορά συνόλου πολιτών, και των αντιπροσώπων του θα ερχόταν σε πρόδηλη αντίθεση με τον ίδιο τον ορθό λόγο, ως βάση του συνταγματισμού. Συνεπώς, «λαός» και «έθνος» ως συνταγματικές και άρα κανονιστικές έννοιες δεν μπορεί παρά να ταυτίζονται. Γι' αυτό είχε δίκιο ο αείμνηστος συνταγματολόγος Δημήτρης Τσάτσος όταν έγραφε ότι η σώρευση των εννοιών αυτών στο άρθρο 1§3Σ που αποτέλεσε καινοτομία του Συντάγματος του 1975 πρέπει να αξιολογηθεί ως «κενοτομία».
 

To άρθρο δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Έθνος" στις 4 Φεβρουαρίου του 2011.

Ιδεολογική ανάγνωση του Συντάγματος

Αντώνης Μανιτάκης

Ιδεολογική ανάγνωση του Συντάγματος
Πολλές απορίες αλλά και σοβαρές ανησυχίες προκαλεί η δημοσίευση της απόφασης του Δ΄ Τμήματος του ΣτΕ για το νέο νόμο για την ιθαγένεια και το εκλογικό δικαίωμα των μεταναστών στις εκλογές της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας αυτοδιοίκησης. Η εκτενής απόφαση θέτει παρεμπιπτόντως με το σκεπτικό της πλείονα και καίρια για τη λαϊκή και κρατική κυριαρχία ζητήματα συνταγματικότητας, που αγγίζουν την καρδιά του πολιτεύματός μας αλλά και του κράτους. Απαιτούν για τον λόγο αυτό ένα προσεκτικό και τεκμηριωμένο σχολιασμό, που δεν μπορεί όμως, λόγω της σοβαρότητάς τους, να γίνει βιαστικά.
Εκείνο όμως που προκαλεί σήμερα ανησυχία είναι κατ’ αρχήν ο ανοίκειος τρόπος με τον οποίο υποδέχτηκε μια μερίδα του τύπου την απόφαση εξομοιώνοντάς την μάλιστα με «δικαστικό πραξικόπημα». Αντιμετώπισε η μερίδα αυτή την απόφαση ενός Τμήματος, που παραπέμπει την Ολομέλεια για οριστική κρίση, ως μια «πολιτική ή ιδεολογική απόφαση» που παραβιάζει τη διάκριση των εξουσιών και υποκαθιστώντας το νομοθέτη περιφρονεί την κυβερνώσα εξουσία.
Από την άλλη είναι αλήθεια ότι η επίμαχη δικαστική απόφαση προσφέρεται για ιδεολογική και πολιτική αντιμετώπιση. Με φράσεις και σκεπτικά που δεν ήταν ούτε κρίσιμα ούτε αναγκαία για την εκδίκαση της διαφοράς έδωσε η ίδια λαβή σε ιδεολογικές και πολιτικές αντιπαραθέσεις που εξάπτουν πάθη και προσφέρονται για αναγνώσεις και ερμηνείες ποικίλες, ακόμη μισαλόδοξες: η σκέψη π.χ. «…για τη διαπίστωση […] από διοικητικά όργανα, της συνδρομής, in concreto, της ουσιαστικής προϋποθέσεως γνήσιου δεσμού των αλλοδαπών προς το ελληνικό έθνος…», δύσκολα χωράει, κατά τη γνώμη μου, σε νομικό συλλογισμό που στηρίζεται στο Σύνταγμα ή σε νόμο. Το ίδιο και η φράση όπως: «…και, εν τέλει, να αποσυντίθεται η έννοια του έθνους». Η «αποσύνθεση του έθνους» είναι κρίση ή αξιολόγηση νομική, που προκύπτει από το Σύνταγμα και αρμόζει σε δικανικό συλλογισμό; Και τι σχέση έχει με το κυριαρχικό δικαίωμα του κράτους να καθορίζει αυτό δια του νομοθέτη και όχι δια του Συντάγματος τους όρους της ιθαγένειας; Το ίδιο και η φράση ότι ο «συνταγματικός νομοθέτης μεριμνά για τη συνέχεια του έθνους επιτάσσοντας στον απλό νομοθέτη να οργανώνει εκπαίδευση, η οποία, μεταξύ άλλων, θα συμβάλει στην ανάπτυξη εθνικής συνειδήσεως». Πώς συνδέεται, τέλος, η σκέψη αυτή με τη επίδικη διαφορά και γιατί είναι κρίσιμη και αναγκαία η επίκληση της σχετικής συνταγματικής διάταξης για την επίλυσή της;
Ποιος αποφασίζει τελικά, ο δικαστής ή ο νομοθέτης, για τους όρους κτήσης της ελληνικής ιθαγένειας όταν το Σύνταγμα επ’ αυτού εσκεμμένα σιωπά; Αυτό είναι για μένα το ερώτημα. Και επ’ αυτού το Τμήμα αποφάνθηκε ότι ο δικαστής είναι αρμόδιος ερμηνεύοντας συνταγματικές διατάξεις που δεν σχετίζονται άμεσα με την περί ιθαγένειας σχετική συνταγματική διάταξη. Η διαφορά αφορούσε τη νομιμότητα μιας υπουργικής απόφασης για τα δικαιολογητικά που απαιτούνταν για τη κτήση της ελληνικής ιθαγένειας με τον νόμο 3838/2010 και η οποία είναι αμφίβολο αν είχε συνάφεια ώστε να συνεκδικασθεί με μια εγκύκλιο για τις δημοτικές εκλογές.
Αφήνω στην άκρη τα άλλα ουσιαστικά ζητήματα που αφορούν το εκλογικό δικαίωμα των μεταναστών να συμμετέχουν στις εκλογές της τοπικής αυτοδιοίκησης.
Το σημαντικό είναι ότι τα προηγούμενα συμβαίνουν, όταν η χώρα διέρχεται μια πρωτοφανή οικονομική και κοινωνική κρίση, όταν ακόμη και η υπόστασή μας ως κράτος διακυβεύεται και όταν απαιτείται όσο ποτέ άλλοτε εθνική ομοψυχία πολιτική σύμπνοια. Δεν έχουμε την πολυτέλεια να βλέπουμε δικαστική και πολιτική εξουσία να σκιαμαχούν με αφορμή περιττές και παρωχημένες ιδεολογικές αντιπαραθέσεις.
Και τα μεν ΜΜΕ τρέφονται από αυτές τις ιδεολογικές αντιπαραθέσεις, και εν μέρει και η πολιτική εξουσία. Η δικαστική όμως εξουσία οφείλει να υπερασπίζεται τη συνταγματική νομιμότητα χωρίς ιδεολογικές προκαταλήψεις και με αυτοσυγκράτηση. Με τις επιβαλλόμενες αυτοδεσμεύσεις από τη δικαστική της λειτουργία, ιδίως όταν ελέγχει τις πολιτικές αποφάσεις ή την διαμόρφωση πολιτικών από την κυβερνώσα εξουσία που έχει, ούτως ή άλλως τη δημοκρατική νομιμοποίηση.

Η απόφαση του ΣτΕ και το εκλογικό αποτέλεσμα

Κώστας Χ. Χρυσόγονος, Καθηγητής Νομικής Α.Π.Θ.

Δεν τίθεται θέμα κύρους των δημοτικών και περιφερειακών εκλογών με αφορμή την πρόσφατη απόφαση του Δ’ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας για το δικαίωμα ψήφου των αλλοδαπών, παρά μόνο στην περίπτωση κατά την οποία οι αλλοδαποί που ψήφισαν σε συγκεκριμένη εκλογή υπερβαίνουν τη διαφορά μεταξύ των συνδυασμών και με την περαιτέρω προϋπόθεση ότι έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα σχετική ένσταση στο αρμόδιο Διοικητικό Δικαστήριο.

Δεδομένου ότι η προθεσμία υποβολής ενστάσεων έχει εκπνεύσει προ πολλού, το ενδεχόμενο να υπάρξουν επιπτώσεις στο κύρος των δημοτικών και νομαρχιακών εκλογών του 2010, ακόμη και σε περίπτωση επιβεβαίωσης της απόφασης του Δ’ Τμήματος από την Ολομέλεια του δικαστηρίου, είναι εξαιρετικά απομακρυσμένο.

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην ηλεκτρονική έκδοση του ΒΗΜΑτος στις 3 Φεβρουαρίου του 2011.

Ορισμένες σκέψεις για τη συνταγματικότητα των προτάσεων του κειμένου διαβούλευσης που αφορούν στην διοίκηση των ΑΕΙ

Παναγιώτης Μαντζούφας, Επίκουρος Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στη Νομική Σχολή του Α.Π.Θ.

Ορισμένες σκέψεις για τη συνταγματικότητα των προτάσεων του κειμένου διαβούλευσης που αφορούν στην διοίκηση των ΑΕΙ
 
Οι προτάσεις του κειμένου διαβούλευσης για την αλλαγή του τρόπου διοίκησης των ΑΕΙ δεν έχουν την τυπική μορφή ενός νομοσχεδίου. Αποτελούν ένα ανοιχτό κείμενο βασικών σκέψεων που εμπεριέχουν -ανάμεσα στα άλλα- αλλαγές στην διοίκηση των ΑΕΙ, χωρίς όμως να διευκρινίζονται με σαφήνεια ουσιώδη ζητήματα που αφορούν στις αρμοδιότητες, στη συγκρότηση και στη σύνθεση των οργάνων, ενώ σε πολλά σημεία προτείνονται εναλλακτικές δυνατότητες υλοποίησης μιας γενικής κατεύθυνσης. Υπό αυτή την έννοια δεν θα είναι ασφαλής και αξιόπιστη η αποτίμησή τους υπό το πρίσμα της συμβατότητά τους με το συνταγματικό πλαίσιο της ανώτατης εκπαίδευσης. Ωστόσο είναι θεμιτό να υπενθυμίσουμε τις βασικές αρχές της πανεπιστημιακής αυτοδιοίκησης όπως συνάγονται από το άρθρο 16 παρ. 5, 6 του Συντάγματος, προκειμένου να διευκρινιστούν τα περιθώρια νόμιμων αλλαγών στην οργάνωση του πανεπιστημίου.
Η πλήρης αυτοδιοίκηση των ΑΕΙ μαζί με την ελευθερία της επιστήμης της έρευνας και της διδασκαλίας αποτελούν τις βασικές εγγυήσεις της ακαδημαϊκής ελευθερίας δηλαδή της ελευθερίας του πανεπιστημιακού δασκάλου εντός και εκτός πανεπιστημίου. Κατά το Σύνταγμα (άρθρο 16 παρ. 5) η ανώτατη εκπαίδευση παρέχεται αποκλειστικά από ιδρύματα που αποτελούν νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου με πλήρη αυτοδιοίκηση. Ειδικά το πανεπιστήμιο αποτελεί το μόνο αυτοδιοικούμενο θεσμό που χαρακτηρίζεται, με ρητή συνταγματική πρόβλεψη, από την πλήρη αυτοδιοίκηση των ειδικών του υποθέσεων. Η πανεπιστημιακή αυτοδιοίκηση αναλύεται στην έννοια της διοικητικής και δημοσιονομικής αυτοτέλειας των ΑΕΙ. Η διοικητική αυτοτέλεια καλύπτει την εξουσία των ΑΕΙ να εκλέγουν τα όργανα που τα διοικούν και να τα υπάγουν στην διοικητική-οργανωτική δομή του αυτοδιοικούμενου προσώπου. Η δημοσιονομική αυτοτέλεια αφορά στην διαχείριση της περιουσίας των ΑΕΙ, στην σύνταξη προϋπολογισμού και απολογισμού και στην άσκηση δημοσιονομικού ελέγχου. Η πανεπιστημιακή αυτοτέλεια πρέπει να διακρίνεται από την κανονιστική αυτονομία, δηλαδή την ικανότητα των ιδρυμάτων να εκδίδουν κανονιστικές πράξεις ανεξαρτήτως νομοθετικής εξουσιοδότησης. Αντίθετα, στο πεδίο αυτό, ο νομοθέτης είναι υπεύθυνος να θέσει το γενικό πλαίσιο λειτουργίας των ΑΕΙ, υποχρεούται από το Σύνταγμα να τα ενισχύει οικονομικά και οφείλει να ασκεί εποπτεία επί της δράσης τους. Εποπτεύουσα αρχή των ΑΕΙ είναι ο αρμόδιος Υπουργός Παιδείας. Η διοικητική εποπτεία ασκείται μόνο επί θεμάτων που ορίζει ο νόμος, περιορίζεται μόνο στον έλεγχο νομιμότητας των πράξεων των πανεπιστημιακών οργάνων κατά αμάχητο τεκμήριο και εν αμφιβολία υπερισχύει η διοικητική αυτοτέλεια του πλήρους αυτοδιοικούμενου πανεπιστημίου.
Η διοίκηση, ασκώντας εποπτεία επί των ΑΕΙ, έχει την ευχέρεια να περιορίσει τον έλεγχο νομιμότητας μόνο σε ορισμένες κατηγορίες πράξεων ή να τον αναθέσει σε ορισμένες περιπτώσεις σε ξεχωριστά πανεπιστημιακά όργανα ή ακόμα και σε ανεξάρτητα όργανα εκτός της πανεπιστημιακής κοινότητας (π.χ. Ανεξάρτητες Αρχές), διατηρώντας για τον εαυτό της το δικαίωμα κατασταλτικού ελέγχου νομιμότητας κατά περίπτωση.
Η αυτοδιοίκηση δεν συνιστά μόνο θεσμική εγγύηση, αποτελεί ταυτόχρονα και δικαίωμα της πανεπιστημιακής κοινότητας να αξιώνει την διαχείριση των υποθέσεων που εντάσσονται στον κύκλο των καθηκόντων της. Μολονότι τα πανεπιστήμια χαρακτηρίζονται από το Σύνταγμα ως ιδρύματα (κυρίως λόγω της οικονομικής τους εξάρτησης από το κράτος), αυτά δεν περιορίζονται στην απλή διαχείριση της περιουσίας τους για την επίτευξη ορισμένου σκοπού μέσω της παροχής εκπαιδευτικών υπηρεσιών, αλλά κυρίως είναι σύνολα προσώπων που συγκροτούν τη θεσμική και εκπαιδευτική ενότητα των διδασκόντων και των διδασκομένων. Οι πανεπιστημιακοί δεν είναι απλά μέλη μιας δημόσιας υπηρεσίας, ούτε οι φοιτητές απλοί χρήστες υπηρεσιών, αλλά παράγοντες της πανεπιστημιακής κοινότητας που με βάση την πλήρη αυτοδιοίκηση και την ακαδημαϊκή ελευθερία συμμετέχουν στην διοίκηση του πανεπιστημίου.
Με βάση τα παραπάνω, η πανεπιστημιακή αυτοδιοίκηση διακρίνεται σε δύο, συχνά δυσδιάκριτα, πεδία αρμοδιοτήτων: στο πεδίο της επιστημονικής έρευνας και της πανεπιστημιακής διδασκαλίας και στο πεδίο της διοίκησης του προσωπικού και των υλικών μέσων. Η διοίκηση των διοικητικών υποθέσεων υποστηρίζει και υποβοηθά την ακαδημαϊκή διοίκηση και κατά τούτο διαπλέκονται. Όσο εγγύτερα βρίσκεται ένα διοικητικό καθήκον στο στενό πυρήνα της επιστημονικής δραστηριότητας, τόσο εντονότερα εμπίπτει στο πεδίο της αυτοδιοίκησης. Στο στενό πυρήνα της αυτοδιοίκησης των ακαδημαϊκών υποθέσεων εμπίπτουν: α) η κατάρτιση του προγράμματος σπουδών και η επιλογή των αντικειμένων και των μεθόδων της διδασκαλίας από όλους όσοι μετέχουν στο εκπαιδευτικό έργο, β) η επιλογή του διδακτικού και ερευνητικού προσωπικού από τα αρμόδια εκλεκτορικά σώματα των πανεπιστημίων στα οποία μετέχουν πανεπιστημιακοί του ίδιου πανεπιστημίου και υπό προϋποθέσεις και άλλων πανεπιστημίων και γ) η απονομή ακαδημαϊκών τίτλων. Ο νομοθέτης διαμορφώνοντας την οργανωτική δομή των ΑΕΙ, μολονότι δεν δεσμεύεται να ακολουθήσει ένα συγκεκριμένο οργανωτικό πρότυπο στις λεπτομέρειές του, οφείλει να σεβαστεί τις παραπάνω κανονιστικές αρχές που απορρέουν από την αυτοδιοίκηση και την ακαδημαϊκή ελευθερία.
Δυστυχώς το κείμενο της διαβούλευσης δεν ξεφεύγει από την τακτική που ακολουθούν οι εκάστοτε οργανωτικοί νόμοι των πανεπιστημίων, οι οποίοι με το πλήθος των λεπτομερειακών ρυθμίσεων και των ανατροπών που επαγγέλλονται συρρικνώνουν την αυτοδιοίκηση κάτω από το βάρος ενός νομοθετικού πληθωρισμού. Η αναγνώριση ότι ο νομοθέτης διαθέτει ευρύτατα περιθώρια να οργανώσει τον πανεπιστημιακό χώρο, χωρίς ουσιαστικές συνταγματικές δεσμεύσεις, αλλά και χωρίς σεβασμό στην πανεπιστημιακή παράδοση και τις λειτουργικές λύσεις που μας έχει κληροδοτήσει, δίνει την αίσθηση ότι προτείνονται αλλαγές σε ένα υποτιθέμενο νομοθετικό κενό, όπου όλα χρήζουν ριζικής αναδιοργάνωσης. Η πρόταση δεν αντιμετωπίζει το ενδεχόμενο να ξεφύγουμε από το σχήμα ενός κοινού τύπου πανεπιστημίου με ίδια χαρακτηριστικά σε όλες τις περιπτώσεις. Οι συνθήκες και η πείρα του παρελθόντος επιβάλλει να επανεξετάσουμε τον ενιαίο τύπο, εισάγοντας εξαιρέσεις π.χ. για τις ιατρικές σχολές, όπου οι ιδιαιτερότητες τόσο ως προς το μέγεθος της σχολής, το προσωπικό και την συνύπαρξη κλινικών με αίθουσες διδασκαλίας είναι σημαντικές. Εδώ ίσως απαιτείται διαφορετικό πρότυπο οργάνωσης από ότι στις άλλες σχολές.
Το οργανωτικό σχήμα που εισήγαγε ο ν. 1268/82, το οποίο εφαρμόζεται μέχρι σήμερα στις βασικές του επιλογές, χαρακτηρίζεται από μεγάλη ποικιλία οργάνων πολυμελών, ολιγομελών και μονοπρόσωπων στα οποία κυρίαρχο είναι το στοιχείο της συμμετοχής όλου του διδακτικού και ερευνητικού προσωπικού ανεξαίρετα. Βασική μέριμνα του νομοθέτη ήταν να πετύχει ευρεία αντιπροσωπευτικότητα όλων των βαθμίδων στα βασικά πανεπιστημιακά όργανα και αναλογική συμμετοχή των φοιτητών και του διοικητικοτεχνικού προσωπικού. Κατά κανόνα τα πολυμελή πανεπιστημιακά όργανα όπως η σύγκλητος, και οι γενικές συνελεύσεις της σχολής, του τμήματος και του τομέα εφαρμόζουν τον κανόνα της άμεσης και κατά περίπτωση της αντιπροσωπευτικής συμμετοχής, ενώ αναλαμβάνουν τις σημαντικότερες αρμοδιότητες επιστημονικού χαρακτήρα. Αντιθέτως τα ολιγομελή όργανα όπως το πρυτανικό συμβούλιο, η κοσμητεία και το διοικητικό συμβούλιο του τμήματος αποτελούνται κυρίως από εκλεγμένα μέλη και ασχολούνται με τρέχοντα θέματα διοικητικής φύσεως.
Το προτεινόμενο οργανωτικό σχήμα του κειμένου της διαβούλευσης διατηρεί τη Σύγκλητο με αρμοδιότητες ακαδημαϊκής διοίκησης και εισάγει το Συμβούλιο του ιδρύματος με διοικητικές και δημοσιονομικές αρμοδιότητες που αποτελείται από μέλη άμεσα εκλεγμένα, τα οποία επιλέγουν τα υπόλοιπα μέλη εκτός ιδρύματος, εκ προσωπικοτήτων. Στο βαθμό που δεν διευκρινίζεται ο τρόπος, η σύνθεση και η αντιπροσωπευτικότητα του εκλεκτορικού σώματος και το ειδικότερο σύστημα εκλογής των μελών του Συμβουλίου, όπως και τα κριτήρια επιλογής των μη εκλεγμένων μελών, δεν μπορεί να γίνει κανενός είδους εκτίμηση ως προς την συνταγματικότητα των προτάσεων. Ασυμβίβαστη προς την αυτοδιοίκηση θα ήταν η συγκρότηση του Συμβουλίου από εξωτερικά μέλη που διορίζονται από το νόμο ή προτείνονται από μη πανεπιστημιακούς φορείς έστω και με μειοψηφική συμμετοχή.
Επίσης ασάφεια χαρακτηρίζει και την περιγραφή των αρμοδιοτήτων του οργάνου (π.χ. το Συμβούλιο είναι κορυφαίο όργανο διοίκησης που εγκρίνει και δεν καταρτίζει τον προϋπολογισμό). Το ίδιο πρέπει να ειπωθεί και για το «ανεξάρτητο» όργανο στο οποίο θα λογοδοτεί και από το οποίο θα ελέγχεται το Συμβούλιο. Το συγκεκριμένο όργανο θα μπορούσε να ασκεί έλεγχο νομιμότητας και μόνο -υποκαθιστώντας το κράτος στην εποπτική του λειτουργία- για συγκεκριμένες πράξεις που θα ορίζονται από το νόμο, ενώ τον τελικό έλεγχο νομιμότητας θα πρέπει να τον διατηρεί, σύμφωνα με το Σύνταγμα, το Υπουργείο Παιδείας.
Γενική, ωστόσο, διαπίστωση είναι ότι για τις ακαδημαϊκής φύσεως αρμοδιότητες του Συμβουλίου (π.χ. στρατηγική ανάπτυξη και διεθνείς συνεργασίες) τίθεται ένα θέμα συμβατότητας με το πρότυπο ενός πλήρους αυτοδιοικούμενου ιδρύματος που πρέπει τα ακαδημαϊκά τουλάχιστον, όργανά του να εκλέγονται από ένα κατά το δυνατόν αντιπροσωπευτικό όργανο που να αποτελείται από όλα τα μέλη της πανεπιστημιακής κοινότητας με διαβαθμισμένη βέβαια συμμετοχή. Επίσης το Συμβούλιο διαθέτει Πρόεδρο από τα εξωτερικά μέλη του και επιλέγει και τον Πρύτανη με ανοιχτή διεθνή πρόσκληση από την ακαδημαϊκή κοινότητα της Ελλάδος ή του εξωτερικού. Ωστόσο το σύστημα της επιλογής και όχι της εκλογής είναι δύσκολα συμβατό με την πλήρη αυτοδιοίκηση των ΑΕΙ, δεδομένου ότι ο Πρύτανης έχει την ευθύνη της ακαδημαϊκής διοίκησης του ιδρύματος μαζί με την Σύγκλητο. Θα είναι ένα επιλεγμένο -χωρίς να διευκρινίζεται με ποιο τρόπο θα γίνεται η επιλογή- όργανο το οποίο στην συνέχεια και εφόσον είναι καθηγητής άλλου πανεπιστημίου θα του «…προσφέρεται θέση καθηγητή στο γνωστικό του αντικείμενο, στο ίδρυμα στο οποίο εκλέχθηκε» (ενν. Πρύτανης). Πώς όμως θα διασφαλίζεται ότι θα εκλεγεί καθηγητής στο ίδρυμα που επιλέγεται ως Πρύτανης, αν δεν προηγηθεί προκήρυξη θέσης και θετική απόφαση εκλεκτορικού σώματος; Θα είναι Πρύτανης υπό αίρεση; Θα προηγηθεί η εκλογή και θα ακολουθήσει η επιλογή του; Θα δημιουργηθεί προσωποπαγής θέση κατά παρέκκλιση των διαδικασιών εκλογής; Αυτά είναι αυτονόητα ερωτήματα που αφήνει εντελώς ανοιχτά η διαβούλευση και συνδέονται στενά με την ακαδημαϊκή ελευθερία και την πλήρη αυτοδιοίκηση ενός ιδρύματος. Η απλή έκφραση γνώμης από την πανεπιστημιακή κοινότητα για το πρόσωπο του Πρύτανη είναι υποτιμητική για τους πανεπιστημιακούς και θίγει ευθέως την συνταγματικά κατοχυρωμένη αυτοδιοίκηση.
Τέλος, προβληματικής συνταγματικότητας είναι και η επιλογή της Σχολής ως βασικής ακαδημαϊκής μονάδας που απονέμει πτυχία και η συναφής υποβάθμιση των τμημάτων και των τομέων. Για να είναι πλήρης η αυτοδιοίκηση πρέπει να αντιστοιχεί στην μικρότερη δυνατή μονάδα οργάνωσης των μελών της πανεπιστημιακής κοινότητας κατ’ αντιστοιχία των ειδικότερων γνωστικών αντικειμένων τους (όπως ο τομέας και η διδακτική μονάδα). Επειδή, όπως επισημάνθηκε παραπάνω, η πανεπιστημιακή αυτοδιοίκηση είναι παρακολούθημα και εγγύηση της ακαδημαϊκής ελευθερίας, θα συνιστούσε έμμεση προσβολή της ακαδημαϊκής ελευθερίας να οργανώνονται οι σπουδές και να παρέχονται πτυχία γενικού τύπου σε επίπεδο σχολής που να μην αντιστοιχούν σε καθιερωμένα ακαδημαϊκά αντικείμενα και στις γνωστικές ειδικότητες των πανεπιστημιακών. Πέραν της γεωγραφικής, διοικητικής και οργανωτικής αναστάτωσης που θα προκληθεί, θα ανατραπεί ένα πρότυπο οργάνωσης με ακαδημαϊκή κατανομή σε σχολές, τμήματα, τομείς που λειτουργεί σε γενικές σωστά και ανταποκρίνεται σε ένα αυτοδιοικούμενο πανεπιστήμιο. Το πανεπιστήμιο δεν είναι έτοιμο σε υποδομές και προσωπικό να υποδεχθεί μάζες φοιτητών σε ένα πρώτο ακαδημαϊκό έτος προετοιμασίας για την εισαγωγή σε κανονικές σπουδές.
Οι παραπάνω σύντομες παρατηρήσεις περιορίζονται στις προτάσεις της διαβούλευσης για τα όργανα διοίκησης του πανεπιστημίου και δεν επεκτείνονται στα άλλα θέματα που θίγει. Σε καμιά περίπτωση, για τους λόγους που αναπτύχθηκαν, δεν θα μπορούσαν να αποτελέσουν ολοκληρωμένη συνταγματική αποτίμησή τους. Η φιλοδοξία τους περιορίζεται στο να επισημάνουν τους πιθανούς κινδύνους για την νομιμότητα της λειτουργίας των πανεπιστημίων εφόσον παραμείνουν όπως προτείνονται. Τέλος, δεν αξιολογούν την σκοπιμότητα και την λειτουργικότητά τους, καθώς και την επίδραση που θα έχουν στην καθημερινότητα των πανεπιστημίων, την οποία, βέβαια, εύκολα ο καθένας μπορεί να καταλάβει ….

Αντισυνταγματικός ο νόμος για την ψήφο αλλοδαπών στις εκλογές των ΟΤΑ

Το δικαίωμα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι κατά τις νομαρχιακές και δημοτικές εκλογές έχουν μόνο οι Έλληνες πολίτες, αποκλειομένων των αλλοδαπών και τα αντίθετα που προβλέπει ο νόμος 3838/2010 περί ιθαγενοποίησης είναι αντισυνταγματικά, έκρινε το Συμβούλιο της Επικρατείας με σημερινή απόφασή του.

Ειδικότερα, η επταμελής σύνθεσης το Δ΄ Τμήμα του Συμβουλίου της Επικρατείας έκρινε αντισυνταγματικό το νόμο 3838/2010 που προβλέπει την ιθαγενοποίηση των αλλοδαπών που διαμένουν στην χώρα μας. Και για το λόγο αυτό παρέπεμψε το όλο αυτό «καυτό» ζήτημα προς οριστική κρίση στην Ολομέλεια του Ανωτάτου Ακυρωτικού Δικαστηρίου.

Αναλυτικότερα, το Δ΄ Τμήμα του Συμβουλίου της Επικρατείας (πρόεδρος ο Σωτ. Ρίζος και εισηγητής ο σύμβουλος Επικρατείας Ε. Αντωνόπουλος) υπογραμμίζει στην υπ΄ αριθμ. 350/2011 απόφασή της ότι τόσο η άσκηση του δικαιώματος του εκλέγειν όσο και η άσκηση του δικαιώματος του εκλέγεσθαι για την ανάδειξη των οργάνων της τοπικής αυτοδιοίκησης «επιφυλάσσεται μόνο στους Έλληνες πολίτες και δεν μπορεί να επεκταθεί και στους μη έχοντες την ιδιότητα αυτή, χωρίς αναθεώρηση της σχετικής διατάξεως του Συντάγματος».

Κατά συνέπεια οι ρυθμίσεις των άρθρων 14 έως 21 του Ν. 3838/2010 «είναι ανίσχυρες» ως αντίθετες προς τα άρθρα 1, 52 και 102 του Συντάγματος, προσθέτει το ΣτΕ.

Ακόμη, σημειώνεται στη δικαστική απόφαση ότι οι εκλογές για την ανάδειξη αιρετών οργάνων των ΟΤΑ έχουν «καθαρά πολιτικό χαρακτήρα εν όψει των αρμοδιοτήτων που ασκούν οι οργανισμοί αυτοί, αλλά και διότι η εκλογή αυτή ανάγεται στην πολιτική ζωή της χώρας γενικώς».

Εξάλλου, συνεχίζουν οι δικαστές, «η άσκηση του εκλογικού δικαιώματος στις εκλογές της τοπικής αυτοδιοίκησης αποτελεί λειτούργημα απαραίτητο για την πραγμάτωση της λαϊκής κυριαρχίας, ως τοιαύτης νοουμένης της ασκούμενης από το λαό ως εκλογικό σώμα απαρτιζόμενο μόνο από τους έχοντες δικαίωμα ψήφου Έλληνες πολίτες».

Παράλληλα, οι σύμβουλοι Επικρατείας έκριναν ότι τα άρθρα 1Α και 24 του Ν. 3838/2010 είναι αντίθετα σε πλειάδα άρθρων του Συντάγματος (άρθρα 1, 4, 21, 25 και 108) εφόσον δεν προβλέπεται από αυτά «διαδικασία για τη διαπίστωση από τα διοικητικά όργανα, της συνδρομής in concreto (σ.σ.: στη συγκεκριμένη περίπτωση), της ουσιαστικής προϋποθέσεως γνήσιου δεσμού των αλλοδαπών προς το ελληνικό έθνος, ενώ και τιθέμενη τυπική προϋπόθεση της «νόμιμης διαμονής» έχει αναιρεθεί κατά το απώτερο και πρόσφατο παρελθόν» με νομοθετικές «εξαιρετικές» διατάξεις (π.χ. Ν. 3536/2007, κ.λπ.), «ούτως ώστε να καθίσταται αδύνατη η διάγνωση της συνδρομής έστω και αυτής της προϋποθέσεως».

Σε άλλο σημείο της απόφασης οι δικαστές επισημαίνουν ότι ο Έλληνας νομοθέτης εναρμονιζόμενος προς τις συνταγματικές επιταγές, «εμερίμνησε να διαφυλάξει την εθνική ομοιογένεια του κράτους, μεταξύ των άλλων, και δια της θεσπίσεως δικαίου ιθαγένειας, του οποίου οι ρυθμίσεις εβασίζοντο, κατ΄ αρχήν, στο σταθερό κριτήριο του «δικαίου του αίματος» (ius sanguinis), δηλαδή την καταγωγή από Έλληνες γονείς».

Σε όλως εξαιρετικές περιπτώσεις – συνεχίζει η απόφαση του ΣτΕ – το Σύνταγμα διαχρονικά περιέλαβε διατάξεις οι οποίες «καθιέρωσαν την πολιτογράφηση ενηλίκων (συμπλήρωση του 21ου έτους) αλλοδαπών αλλογενών, δηλαδή την βάσει ειδικής διαδικασίας και κατόπιν αιτήσεως του ενδιαφερομένου απονομή της ιθαγένειας με εξατομικευμένη κρίση συλλογικού οργάνου της διοικήσεως που διαγιγνώσκει την συνδρομή ορισμένων ουσιαστικών προϋποθέσεων».

Οι σύμβουλοι Επικρατείας υπογραμμίζουν ακόμη ότι ο Ν. 3838/2010 εισάγει ένα νέο τρόπο κτήσης της ελληνικής ιθαγένειας. Όμως η «πολιτογράφηση αυτή γίνεται με βάση αμιγώς τυπικές προϋποθέσεις (χρόνος «νόμιμης» διαμονής του αιτούντος αλλοδαπού ή της οικογένειας του, φοίτηση σε ελληνικό σχολείο επί ορισμένο χρόνο, ανυπαρξία καταδίκης για ορισμένα σοβαρά ποινικά αδικήματα), χωρίς εξατομικευμένη κρίση περί της συνδρομής της ουσιαστικής προϋποθέσεως του δεσμού προς το ελληνικό έθνος του αιτούντος την πολιτογράφηση αλλοδαπού, δηλαδή την εκ μέρους εθελούσια αποδοχή των αξιών που συνάπτονται προς τον ελληνισμό και την εντεύθεν απόκτηση ελληνικής συνειδήσεως».

Στο Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο έχει προσφύγει εκλογέας, Έλληνας πολίτης και ζητάει να ακυρωθεί ως αντισυνταγματική η από 30.4.2010 απόφαση του υπουργού Εσωτερικών που καθορίζει τα δικαιολογητικά που πρέπει να προσκομίζονται κατά την αίτηση εγγραφής στο δημοτολόγιο, όπως και η από 7.5.2010 εγκύκλιος του ίδιου υπουργού που δίνει το δικαίωμα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι (μόνο για τις θέσεις δημοτικών συμβούλων, συμβούλων δημοτικών διαμερισμάτων και τοπικών συμβούλων) στους ομογενείς και στους νομίμως διαμένοντες στην Ελλάδα υπηκόους τρίτων χωρών για την ανάδειξη τους στην πρωτοβάθμια τοπική αυτοδιοίκηση.

Να σημειωθεί ότι παρέμβαση στην εν λόγω υπόθεση υπέρ της επίμαχης υπουργικής αποφάσης έχει ασκήσει η Ελληνική Ένωση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και η αλβανικής ιθαγενείας Έντα Γκέμυ η οποία είχε υποβάλει αίτηση για να μετάσχει στις νομαρχιακές και δημοτικές εκλογές της 7ης Νοεμβρίου 2010 (Δήμος Νικαίας – Αγίου Ιωάννη Ρέντη).

www.kathimerini.gr με πληροφορίες από ΑΠΕ-ΜΠΕ

Μεταξύ εθνικής και ενωσιακής έννομης τάξης: το «Μνημόνιο» ως αναπαραγωγή της κρίσης του κράτους δικαίου

Κωνσταντίνος Θ. Γιαννακόπουλος, Επίκουρος Καθηγητής Νομικής Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών

Μεταξύ εθνικής και ενωσιακής έννομης τάξης: το «Μνημόνιο» ως αναπαραγωγή της κρίσης του κράτους δικαίου
 
Το «Μνημόνιο», όπως, κατά συνεκδοχή, αποκαλείται ένας σύνθετος μηχανισμός υιοθέτησης και αναθεωρήσεων τυπικών και άτυπων νομικών πράξεων στο πλαίσιο ενεργοποίησης του μηχανισμού στήριξης της ελληνικής οικονομίας από κράτη-μέλη της Ευρωζώνης, την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ), δεν εισάγει μια πρωτότυπη συνταγματική κατάσταση. Αποτελεί ένα, οριακό ίσως, πλην όμως διαλεκτικά προβλέψιμο, στάδιο εξέλιξης της συνταγματικής πραγματικότητας στην εθνική και στην ενωσιακή έννομη τάξη.
Πριν από δύο περίπου χρόνια, μελετώντας την παραπάνω εξέλιξη είχα επισημάνει τα ερωτηματικά που εγείρονται ως προς τη βιωσιμότητα του διασυνταγματικού συντονισμού των δύο αυτών εννόμων τάξεων στη βάση της υπεροχής των «συνταγματικών» σκοπών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της δυναμικής αδράνειας των συνταγματικών ορίων της εθνικής έννομης τάξης. Ειδικότερα, είχα σημειώσει ότι «ενώ σε περιόδους οικονομικής ανάπτυξης αναδεικνύονται οι θετικές πτυχές της επίδρασης της κοινοτικής στην εθνική έννομη τάξη, διότι οι σκοποί της πρώτης συντονίζονται με τον φιλελεύθερο χαρακτήρα της δεύτερης, προωθώντας μάλιστα και την παροχή υπηρεσιών κοινής ωφέλειας, σε περιόδους οικονομικής κρίσης, όπως αυτή που διανύουμε, η υπεροχή των ‘συνταγματικών’ σκοπών της Ευρωπαϊκής Ένωσης απλώς επιτείνει το κοινωνικό έλλειμμα που απαντάται και στις δύο έννομες τάξεις. Παραλλήλως, ενώ σε περιόδους οικονομικής ανάπτυξης η δυναμική του οράματος της ευρωπαϊκής ενοποίησης καλύπτει το έλλειμμα δημοκρατικής πολιτικής νομιμοποίησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης και την κρίση της εθνικής ‘κυριαρχίας’ των κρατών-μελών, σε περιόδους οικονομικής κρίσης γίνεται αντιληπτό ότι, σε μεγάλο βαθμό, οι ρυθμοί της αγοράς έχουν υποκαταστήσει και τους κανόνες δικαίου και την πολιτική, με αποτέλεσμα την απώλεια των βασικών αισθημάτων της ασφάλειας και της αλληλεγγύης. Ζώντας, λοιπόν, σε αυτό το διττό θεσμικό πλαίσιο, το οποίο συγκροτείται από το εθνικό Σύνταγμα που ‘αναχωρεί’ και το ευρωπαϊκό Σύνταγμα που δεν έρχεται, οι Έλληνες πολίτες, που είναι και πολίτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, βιώνουν πλέον τα αδιέξοδα εκείνων που εγκλωβίζουν την προσωπική τους ζωή σε παράλληλες προβληματικές σχέσεις: εξάρτηση από την εθνική έννομη τάξη, που στερείται ιδιαίτερης προοπτικής, και απογοήτευση από την Ευρωπαϊκή Ένωση, που δεν ολοκληρώνει τους σκοπούς της. Η αναζήτηση μιας νέας συνταγματικής πολιτικής και στους δύο τομείς μοιάζει να είναι απολύτως αναγκαία»[1].
Εκτιμώ ότι το «Μνημόνιο» είναι η αναμενόμενη συνέπεια της απουσίας μιας τέτοιας συνταγματικής πολιτικής, που έδωσε την ευκαιρία στις διεθνείς χρηματοπιστωτικές «αγορές» και στο ΔΝΤ να αναλάβουν ρόλο θεσμικού διαμεσολαβητή μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των κρατών-μελών της. Αυτή δε η διαμεσολάβηση, αφενός, επιταχύνει την αποδόμηση της εθνικής έννομης τάξης και, αφετέρου, θέτει σε δοκιμασία το ευρωπαϊκό κεκτημένο και την προοπτική ολοκλήρωσης της συνταγματικής θέσμισης της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Με άλλα λόγια, το «Μνημόνιο» ενσωματώνει και αναπαράγει την κρίση του κράτους δικαίου τόσο στην εθνική (Α) όσο και στην ενωσιακή (Β) έννομη τάξη.
 
Α. Το «Μνημόνιο» και η εθνική έννομη τάξη
Το Σύνταγμα 1975/1986/2001/2008 είχε τη φιλοδοξία να εγκαθιδρύσει ένα κράτος δικαίου, φιλελεύθερο και κοινωνικό. Κατά την πραγμάτωσή του, όμως, το εν λόγω Σύνταγμα συρρικνώθηκε σε ένα σύνταγμα ορίων, μεταξύ άλλων, διότι οι σκοποί του επικαθορίστηκαν ερμηνευτικά από τους «συνταγματικούς» σκοπούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ο επικαθορισμός αυτός είχε ως αποτέλεσμα, στην εθνική έννομη τάξη, το κοινωνικό κράτος δικαίου να γνωρίσει σημαντική κάμψη[2]. Παράλληλα, το πελατειακό πολιτικό σύστημα, στηριζόμενο σε ένα κομματικό καρτέλ[3],δεν επέτρεψε την ανάπτυξη μιας σχετικώς αυτοτελούς διοικητικής γραφειοκρατίας, η οποία, στο πλαίσιο της αρχής της νομιμότητας, θα διασφάλιζε, σε συνεχή βάση, την εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος. Η Δημόσια Διοίκηση, μολονότι διατηρούσε τα προνόμια άσκησης δημόσιας εξουσίας, τα οποία συχνά χρησιμοποιούσε αυθαίρετα και χωρίς ουσιαστική λογοδοσία, πρακτικώς ιδιωτικοποιήθηκε, στο μέτρο που η εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος υποκαταστάθηκε από την ικανοποίηση των ιδιωτικών συμφερόντων κυρίως μιας οικονομικής, πολιτικής και τεχνοκρατικής ελίτ[4]. Οι εκπρόσωποι αυτής της ελίτ, Έλληνες και αλλοδαποί, κυρίως οικονομικοί φορείς που δραστηριοποιούνται στην Ελλάδα –πολλοί δε από αυτούς προερχόμενοι από άλλα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης–, διέφθειραν συστηματικά τόσο τις σχέσεις μεταξύ των κρατικών λειτουργιών όσο και τις σχέσεις μεταξύ της εθνικής και της ενωσιακής έννομης τάξης[5]. Η πολυσχιδής αυτή διαφθορά είχε ως αποτελέσματα, αφενός, την υπονόμευση του φιλελεύθερου κράτους δικαίου, το οποίο, σε μεγάλο βαθμό, θα μπορούσε να είχε ενισχυθεί ιδίως λόγω της εφαρμογής του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και, αφετέρου, την αδυναμία ορθολογικής διαχείρισης των δημοσίων οικονομικών και, τελικώς, τη διασπάθιση του όποιου παραγόμενου πλούτου. Τα αποτελέσματα αυτά επέτειναν την κρίση του κοινωνικού κράτους δικαίου, καθώς εξανεμίστηκαν οι απαραίτητοι κρατικοί πόροι. Την ίδια στιγμή, ο κυρίαρχος λαϊκισμός σχεδόν ταύτισε την κοινωνική πολιτική με τον εκδημοκρατισμό της διαφθοράς και το «δικαίωμα» στην αυθαιρεσία, στη φοροδιαφυγή, στον αδιαφανή διορισμό στο Δημόσιο, στην κοινοτική χρηματοδότηση κατά παράβαση του κοινοτικού δικαίου και, γενικότερα, στο βόλεμα δίχως τίμημα. Συναφώς, όλες οι συνιστώσες του κράτους δικαίου βρέθηκαν εγκλωβισμένες σε ένα «σπιράλ θανάτου», το οποίο, με τη σειρά του, απορρόφησε και αλλοίωσε τα τέσσερα πολιτικά προτάγματα της Γ΄ Ελληνικής Δημοκρατίας: την αποκατάσταση του δημοκρατικού πολιτεύματος, τη συμμετοχή στη διαδικασία ευρωπαϊκής ενοποίησης, την κοινωνική αλλαγή και τον εκσυγχρονισμό.
Ανεξάρτητα από τα ζητήματα που εγείρουν οι πολιτικές συνθήκες προσφυγής και η βιωσιμότητα του μηχανισμού στήριξης της Ελλάδας από κράτη-μέλη της Ευρωζώνης, την ΕΚΤ και το ΔΝΤ, σε κάθε περίπτωση το «Μνημόνιο» δεν φαίνεται να αποτελεί διέξοδο από την παραπάνω κρίση του κράτους δικαίου, ούτε στερεή βάση για τη θεσμική ανασυγκρότηση της ελληνικής Πολιτείας.
Από τυπική άποψη, το «Μνημόνιο» κλονίζει τη συνταγματική νομιμότητα, πρωτίστως διότι περιλαμβάνει δανειακές συμβάσεις με κράτη-μέλη της Ευρωζώνης[6] για τις οποίες προβλέπεται διαδικασία σύναψης και έναρξη ισχύος στην εθνική έννομη τάξη που, παρακάμπτοντας την έγκαιρη κύρωση με τυπικό νόμο[7], παραβιάζει το άρθρο 36 παρ. 2 και 4 του Συντάγματος[8]. Εξάλλου, από την ίδια άποψη, η κρίση του κράτους δικαίου εντείνεται από την ασάφεια της κανονιστικής ισχύος ή, διαφορετικά, από την υφέρπουσα κανονιστική ισχύ των άτυπων πράξεων που περιλαμβάνονται στο «Μνημόνιο». Συναφώς, ενώ γίνεται δεκτό ότι το stricto sensu Μνημόνιο της 3ης Μαΐου 2010 και, συνακόλουθα, οι μεταγενέστερες αναθεωρήσεις του στερούνται τυπικής κανονιστικής δύναμης[9], δεν αμφισβητείται ότι τα κείμενα αυτά αποτελούν αναλυτικά οικονομικά προγράμματα που συγκροτήθηκαν από την Κυβέρνηση και ασκούν καταλυτική επίδραση στο σχηματισμό της περαιτέρω κυβερνητικής και νομοθετικής πολιτικής[10]. Πίσω από την «ιανική» αυτή διπροσωπία μάλλον κρύβεται η διάθεση των φορέων προώθησης του «Μνημονίου» να αποφύγουν τον κανονικό έλεγχο της (αντι)συνταγματικότητάς του και, συναφώς, να καλλιεργήσουν την εξοικείωση με την ιδέα ότι, στο πλαίσιο της οικονομικής διάσωσης της χώρας από μια, φερόμενη ως οριακή, κρίση, η δράση των κυβερνητικών οργάνων, ακόμη και όταν συνίσταται στη συνομολόγηση διεθνών δανειακών συμβάσεων που επιβαρύνουν τα οικονομικά του Κράτους, πρέπει να είναι ευέλικτη και να μην προσδιορίζεται αποκλειστικώς από τυπικούς συνταγματικούς κανόνες[11]. Στο πλαίσιο αυτό, στις αιτιολογικές εκθέσεις που συνοδεύουν πρόσφατα νομοσχέδια, η –έστω και έμμεση– αναφορά των κυβερνώντων στην εφαρμογή του ασαφούς, από άποψη κανονιστικής ισχύος, Μνημονίου της 3ης Μαΐου 2010 έφτασε να υποκαταστήσει πλήρως την επιβαλλόμενη στάθμιση συνταγματικών κανόνων και αρχών[12]. Θα μπορούσε ενδεχομένως να ισχυριστεί κανείς ότι, κατ’ ουσία, πρόκειται για την επίκληση μιας κατάστασης ανάγκης που νομιμοποιεί την κυριαρχία των αποφάσεων της πολιτικής εξουσίας. Ωστόσο, η πολιτική θεολογία του C. Schmitt δύσκολα θα μπορούσε να καλύψει την παραδοσιακή αδεξιότητα και τις υπεκφυγές της πολιτικής εξουσίας στη χώρα μας. Προς το παρόν, τουλάχιστον, δεν υπάρχει κατάσταση ανάγκης που αίρει την εφαρμογή του «κανονικού» συνταγματικού δικαίου[13]. Απλώς, για μια ακόμη φορά, η πολιτική εξουσία προσπαθεί να αποφύγει τις ευθύνες της, καλλιεργώντας μια ασάφεια γύρω από τη φύση του «Μνημονίου» και επιδιώκοντας να καταστήσει πολιτικά και εθνικά υπεύθυνο κάθε άλλο θεσμικό φορέα και, ιδίως, τους δικαστές, οι οποίοι καλούνται, τελικώς, να άρουν τέτοιου είδους ασάφειες.
Από ουσιαστική άποψη, το «Μνημόνιο» επισημοποίησε τον ερμηνευτικό επικαθορισμό του εθνικού «οικονομικού συντάγματος» από τους «συνταγματικούς» σκοπούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Εξαιτίας δε της θεσμικής εξάντλησης της διαδικασίας υπερβολικού ελλείμματος που προβλέπει το πρωτογενές ευρωπαϊκό δίκαιο[14], το «Μνημόνιο» προώθησε ακόμη περισσότερο την κατίσχυση του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης επί του εθνικού «οικονομικού συντάγματος». Στο μέτρο δε που τα διαλαμβανόμενα στο «Μνημόνιο», συμπεριλαμβανομένης και της συνδρομής του ΔΝΤ, ενσωματώθηκαν στις αποφάσεις 2010/320/ΕΕ[15] και 2010/486/ΕΕ[16] του Συμβουλίου[17], η σχετική άσκηση της κυβερνητικής πολιτικής και του νομοθετικού έργου εμφανίζεται πλέον ως συμμόρφωση σε υποχρεώσεις που πηγάζουν από το ευρωπαϊκό δίκαιο[18]. Υπό τον όρο δε ότι οι παραπάνω αποφάσεις δεν παραβιάζουν το πρωτογενές ευρωπαϊκό δίκαιο, η αρχή της υπεροχής του ευρωπαϊκού δικαίου κλονίζει, αναλογικώς, τη λυσιτέλεια των ισχυρισμών περί αντισυνταγματικότητας των ουσιαστικών ρυθμίσεων του «Μνημονίου»[19].
Συναφώς, θα μπορούσε κανείς να παρατηρήσει ότι, κατ’ ουσίαν, πολλά από τα διαρθρωτικά μέτρα που περιλαμβάνονται στο «Μνημόνιο» έπρεπε, ούτως ή άλλως, να υιοθετηθούν από τις ελληνικές αρχές, ιδίως στο πλαίσιο υποχρεώσεών τους που πηγάζουν από το ευρωπαϊκό δίκαιο, πολύ πριν την εμφάνιση της πρόσφατης δημοσιονομικής κρίσης. Πλην όμως, τούτο δεν αναιρεί την κρίσιμη απειλή που και τα μέτρα αυτά ενέχουν πλέον για το κράτος δικαίου, αφής στιγμής εντάχθηκαν στο συγκεκριμένο «Μνημόνιο». Διότι, το σύνολο των μέτρων που συνδέονται με τον επίμαχο μηχανισμό στήριξης της ελληνικής οικονομίας δεν απορρέει μόνον από την ανάγκη προστασίας του ελεύθερου ανταγωνισμού που, εκτός των άλλων, επιβάλλει η αγορακεντρική ενωσιακή νομιμότητα, αλλά στοχεύει ρητώς στην ικανοποίηση των διεθνών χρηματιστηριακών «αγορών» που επικαθορίζουν πλέον την εν λόγω νομιμότητα[20]. Όμως, η σισύφεια προσπάθεια συντονισμού με τους μη γραμμικούς ρυθμούς μεταβολής των πλασματικών οικονομικών αξιών που παράγει το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα όχι μόνο συρρικνώνει δραματικά –αν δεν αναιρεί πλήρως– το κοινωνικό κράτος δικαίου αλλά, επιπλέον, απορρυθμίζει, στο σύνολό της, την ίδια τη συνταγματική έννομη τάξη. Τούτο συμβαίνει, διότι αυτοί οι ρυθμοί ουδόλως συνάδουν προς τη στοιχειώδη σταθερότητα με την οποία πρέπει να συναρτώνται οι κανόνες δικαίου, ακόμη και όταν αυτοί καλούνται να ρυθμίζουν μια άκρως ανταγωνιστική αγορά. Στο πλαίσιο της παραπάνω προσπάθειας συντονισμού, η αξιολόγηση της σημασίας των εθνικών συνταγματικών κανόνων και αρχών αρχίζει να εμφανίζει τις διακυμάνσεις των τιμών των μετοχών στα διάφορα χρηματιστήρια αξιών. Δεν είναι, λοιπόν, τυχαίο ότι, εν μέσω του μεταρρυθμιστικού οίστρου που καλλιεργεί το «Μνημόνιο», παρατηρείται μια υποτίμηση του κύρους ορισμένων συνταγματικών διατάξεων. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα σειράς προτάσεων μεταρρύθμισης της ανώτατης εκπαίδευσης οι οποίες, καίτοι δεν συνδέονται με υποχρεώσεις που πηγάζουν από το ευρωπαϊκό δίκαιο, απηχούν την αντίληψη ότι η διεθνής και η εγχώρια «αγορά» έχουν ήδη προεξοφλήσει την αναθεώρηση του άρθρου 16 του ελληνικού Συντάγματος προς την κατεύθυνση της ιδιωτικοποίησης των Α.Ε.Ι.[21].
Την ίδια στιγμή, η εφαρμογή του «Μνημονίου» δίδει την ευκαιρία για τη δημιουργία ενός νέου συστήματος πελατειακής διαχείρισης της οικονομικής κρίσης, στο οποίο πρωταγωνιστούν ακόμη εκπρόσωποι της πολιτικής, οικονομικής και τεχνοκρατικής ελίτ, που ευθύνεται κυρίως για την κρίση αυτή. Το σύστημα αυτό εξακολουθεί να μην ευνοεί την ανάπτυξη ελεύθερου πολιτικού ανταγωνισμού στη Χώρα μας, επικαλείται δε, κατά καιρούς, την ανάγκη μετάβασης από τον κλονισμένο δικομματισμό (πολιτικό δυοπώλιο) σε μια οικουμενική κυβέρνηση, η οποία συνιστά απόλυτη αναίρεση του πολιτικού ανταγωνισμού. Φυσικό επακόλουθο των παραπάνω είναι η συνέχιση των φαινομένων παρακμής του φιλελεύθερου κράτους δικαίου (νομιμοποίηση δαπανών από παράνομες αναθέσεις προμηθειών στα νοσοκομεία[22], περαίωση φορολογικών υποθέσεων[23], αδιαφανή κριτήρια ένταξης στον νόμο περί στρατηγικών επενδύσεων[24] κ.λπ.). Δεν είναι, λοιπόν, παράδοξο ότι οι παραπάνω εκπρόσωποι της προαναφερθείσας ελίτ είναι, προς το παρόν, από τους πλέον ένθερμους υπέρμαχους του «Μνημονίου». Διότι, στην πράξη, το τελευταίο δεν κλονίζει ουσιωδώς τα προνόμιά τους και, πάντως, καλύπτει τις ευθύνες τους, καθώς τους αντιμετωπίζει κυρίως, όχι ως αιτία, αλλά ως μέρος της λύσης του προβλήματος. Σε κάθε περίπτωση, το «Μνημόνιο» επιτρέπει στην εν λόγω ελίτ, μέσω της επίκλησης της υπαρκτής ανάγκης λήψης διαρθρωτικών μέτρων, να επιτίθεται κατά του Κράτους, χωρίς να το συνδράμει στο μέτρο που οφείλει, καίτοι ήταν αυτή που πρωτίστως το εκμεταλλεύτηκε τα τελευταία χρόνια, προκειμένου να αποκτήσει ή να διατηρήσει προνόμια. Αν δε η υλοποίηση του «Μνημονίου» στρεφόταν κάποτε, όπως κανονικά θα έπρεπε, κατά αυτών των προνομίων, δεν θα αποτελούσε έκπληξη οι εκπρόσωποι αυτής της ελίτ, οι οποίοι δεν φημίζονται για την αταλάντευτη συνέπειά τους, να προωθήσουν την, ούτως ή άλλως, πιθανή πτώχευση[25], κατηγορώντας, παράλληλα, τους όποιους αντιπάλους τους για τη δήθεν αποτυχία του «Μνημονίου».
Στο πλαίσιο της παραπάνω διαρκούς κρίσης του φιλελεύθερου και του κοινωνικού κράτους δικαίου, η υποχώρηση του εθνικού Συντάγματος έναντι του ευρωπαϊκού δικαίου, η κατίσχυση των ενωσιακών στόχων επί του κυβερνητικού και του νομοθετικού έργου, αλλά και η στενή επιτήρηση –αν όχι πίεση– των κυβερνητικών οργάνων από όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποτελούν φαινόμενα που προϋπήρχαν του «Μνημονίου» και πηγάζουν ευθέως από την ίδια τη συμμετοχή της χώρας μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Παρά δε τις σχετικές αδράνειες και τις αντιπαραθέσεις σε επίπεδο νομικό και πολιτικό, τα παραπάνω φαινόμενα έχουν ήδη ενσωματωθεί στη λειτουργία της εθνικής έννομης τάξης, κυρίως κατόπιν της προσθήκης το 2001 της ερμηνευτικής δήλωσης στο άρθρο 28 του Συντάγματος, της εξέλιξης της νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας στις υποθέσεις του «βασικού μετόχου» και των «κολεγίων», καθώς και των συχνών συναντήσεων «πακέτο» των στελεχών των διαφόρων Υπουργείων με εκπροσώπους της Επιτροπής. Συναφώς, εκτιμώ ότι τόσο η άποψη πως το «Μνημόνιο» «καθίσταται στοιχείο του πολιτεύματος όχι μόνο ως περιεχόμενο, αλλά και επειδή θέτει ένα νέο forum για την τελική διαμόρφωση των εσωτερικών πολιτικών επιλογών της χώρας»[26] όσο και οι αιτιάσεις περί απεμπόλησης της εθνικής κυριαρχίας[27] και περί «παρασυντάγματος»[28] δεν αφορούν, πρωτογενώς, το ίδιο το «Μνημόνιο», αλλά την αρχή της υπεροχής του ευρωπαϊκού δικαίου έναντι των εθνικών συνταγματικών διατάξεων[29], της οποίας αυτό αποτελεί έκφανση.
Εκείνο που, πραγματικά, δεν προϋπήρχε του «Μνημονίου» είναι η εμπλοκή του ΔΝΤ στην υφιστάμενη σχέση μεταξύ της εθνικής και της ενωσιακής έννομης τάξης. Τούτη όμως η εμπλοκή, η οποία θέτει εν αμφιβόλω την όποια ισορροπία έχει επιτευχθεί μεταξύ αυτών των δύο εννόμων τάξεων, είναι σκόπιμο να εξεταστεί καταρχάς από τη σκοπιά του ευρωπαϊκού δικαίου.
 
Β. Το «Μνημόνιο» και η ενωσιακή έννομη τάξη
Το «Μνημόνιο» και, γενικότερα, η κρίση χρέους κρατών-μελών της Ευρωζώνης δοκιμάζει τα όρια αντοχής των όποιων δικαιοκρατικών εγγυήσεων εμπεριέχει το ευρωπαϊκό κεκτημένο στο πλαίσιο της ατελούς συνταγματικής θέσμισης που εμφανίζει, στο παρόν στάδιο εξέλιξής της, η Ευρωπαϊκή Ένωση. H ευρωπαϊκή ενοποίηση, που διεκδικεί την προοπτική ολοκλήρωσης σε νομικό επίπεδο, αποσυντίθεται σε οικονομικό επίπεδο[30].
Από τυπική άποψη, γύρω από τη συμβατότητα του «Μνημονίου» με το πρωτογενές ευρωπαϊκό δίκαιο εγείρονται σοβαροί προβληματισμοί, καμία δε από τις προτεινόμενες συνολικές απαντήσεις δεν φαίνεται να μπορεί να άρει πλήρως τις αμφιβολίες[31].
Ειδικότερα, αφενός, ούτε η Ένωση ούτε τα κράτη-μέλη της ούτε τα χρηματοπιστωτικά της ιδρύματα μπορούν να αναλάβουν τη δημοσιονομική διάσωση κράτους-μέλους της Ευρωζώνης (no bail-out clause)[32]. Αφετέρου, εάν μια κρίση χρέους, όπως αυτή της Ελλάδας, μπορεί να χαρακτηριστεί ως δυσκολία ή μεγάλος κίνδυνος αντιμετώπισης σοβαρών δυσκολιών οφειλόμενων σε έκτακτες περιστάσεις που εκφεύγουν από τον έλεγχο ενός κράτους-μέλους, η παρ. 2 του άρθρου 122 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ)[33] μπορεί να αποτελέσει βάση για τη χορήγηση στο ενδιαφερόμενο κράτος-μέλος χρηματοδοτικής ενίσχυσης, αλλά εκ μέρους της ίδιας της Ένωσης[34]. Εν προκειμένω, ο μηχανισμός διάσωσης της Ελλάδας δημιουργήθηκε exnihilo, όχι στο επίπεδο της Ένωσης, αλλά σε διακρατικό επίπεδο, στο οποίο διασφαλίζονταν ευκολότερα τα αναγκαία κεφάλαια. Θα μπορούσε, λοιπόν, να ισχυριστεί κανείς ότι ο μηχανισμός αυτός συνιστά καταστρατήγηση της προαναφερθείσας ρήτρας «περί μη διάσωσης», εφόσον η Συνθήκη ρυθμίζει ρητώς τις προϋποθέσεις στήριξης ενός κράτους-μέλους της Ευρωζώνης. Απ’ την άλλη, όμως, δεν πρέπει να διαφεύγει ότι τα κράτη-μέλη της Ευρωζώνης προσφέρθηκαν τυπικώς όχι να διασώσουν, αλλά να συνδράμουν τη χώρα μας, μέσω δανείων που εμφανίζουν ένα αξιόλογο –καίτοι χαμηλότερο από εκείνο των «αγορών»– επιτόκιο.
Σε κάθε περίπτωση, γεννώνται επίσης ερωτηματικά ως προς τη συμβατότητα με το πρωτογενές ευρωπαϊκό δίκαιο των αποφάσεων 2010/320/ΕΕ και 2010/486/ΕΕ, καθώς δεν είναι προφανές ότι το άρθρο 126 παρ. 9 ΣΛΕΕ περί υπερβολικού ελλείμματος[35] και το άρθρο 136 παρ. 1 στοιχείο α) ΣΛΕΕ περί θέσπισης ειδικών μέτρων για τα κράτη-μέλη με νόμισμα το ευρώ[36] δικαιολογούν αρμοδιότητα για τη θέσπιση των προβλεπόμενων στις παραπάνω αποφάσεις αναλυτικών μέτρων, τα οποία αφορούν λεπτομερώς την εισοδηματική, φορολογική και κοινωνική πολιτική[37] και δεν θέτουν απλώς γενικούς προσανατολισμούς οικονομικής πολιτικής.
Εξάλλου, ακόμη και αν πρόκειται για άσκηση αρμοδιότητας που ανήκει στα κράτη-μέλη, είναι αμφίβολο εάν οι όροι δανεισμού που επέβαλαν στην Ελλάδα τα άλλα κράτη-μέλη της Ευρωζώνης[38] συνάδουν με τον σεβασμό, αφενός, της ισότητας και της καλόπιστης συνεργασίας μεταξύ των κρατών-μελών και, αφετέρου, της θεμελιώδους πολιτικής και συνταγματικής δομής κάθε κράτους-μέλους, που κατοχυρώνει το άρθρο 4 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση[39].
Παρομοίως, η εμπλοκή του ΔΝΤ στον μηχανισμό στήριξης της Ελλάδας θα μπορούσε, καταρχήν, να θεωρηθεί συμβατή με το πρωτογενές δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ειδικότερα, ακόμη κι αν, κατά τα προαναφερθέντα, η συμφωνία μεταξύ της Ελλάδας και του ΔΝΤ δεν αποτελεί αυτοτελή διεθνή συνθήκη, σε κάθε περίπτωση η συμφωνία αυτή αποτελεί μέτρο εφαρμογής δικαιωμάτων και υποχρεώσεων της Ελλάδας που πηγάζουν από την από το 1945 διεθνή συνθήκη περί ίδρυσης του ΔΝΤ, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει, η οποία προηγείται τόσο της έναρξης ισχύος των Συνθηκών όσο και της προσχώρησης της Ελλάδας στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες. Σύμφωνα δε με το άρθρο 351 ΣΛΕΕ, το οποίο ρυθμίζει την ισχύ και την εφαρμογή των προκοινοτικών διεθνών συνθηκών που έχουν υπογράψει τα κράτη-μέλη, τα παραπάνω δικαιώματα και οι υποχρεώσεις είναι καταρχήν ισχυρά έναντι του δικαίου της Ένωσης, πλην όμως, η Ελλάδα, με την ενδεχόμενη συνδρομή των λοιπών κρατών-μελών, πρέπει να άρει κάθε ενδεχόμενη ασυμβατότητα των μέτρων εφαρμογής των εν λόγω δικαιωμάτων και υποχρεώσεων με το δίκαιο της Ένωσης. Περαιτέρω, εφόσον η συμφωνία με το ΔΝΤ δεν επιβάλλει τη λήψη μέτρων αντίθετων με το ευρωπαϊκό δίκαιο, η Ελλάδα οφείλει να απέχει από τη λήψη τέτοιων μέτρων. Τέλος, η χώρα μας δεν μπορεί να επικαλείται τη συμφωνία της με το ΔΝΤ, προκειμένου να δικαιολογήσει προς όφελός της περιορισμούς στην εφαρμογή κανόνων του ευρωπαϊκού δικαίου[40]. Η Ένωση είχε, λοιπόν, τη δυνατότητα να δεχτεί τη συνδρομή του ΔΝΤ στο ελληνικό «Μνημόνιο», υπό την προϋπόθεση ότι αυτή θα συμβιβάζεται με το ευρωπαϊκό δίκαιο.
Ωστόσο, το ζήτημα της ευρύτερης συνεργασίας της Ένωσης με το ΔΝΤ είναι πιο σύνθετο. Είχε άραγε αρμοδιότητα η Ένωση να προβλέψει στον μηχανισμό σταθεροποίησης της Ευρωζώνης τη συνδρομή, γενικά και χωρίς συγκεκριμένους όρους, του ΔΝΤ, η δράση του οποίου δεν περιβάλλεται από δικαιοκρατικές εγγυήσεις[41]; Μπορεί η Ένωση να επιβάλει σε ένα κράτος-μέλος τη συνεργασία με το ΔΝΤ, αν το κράτος αυτό δεν το επιθυμεί; Αντίστροφα, ένα κράτος-μέλος της Ευρωζώνης έχει τη δυνατότητα να συνεργαστεί με το ΔΝΤ αποφεύγοντας την εφαρμογή του ευρωπαϊκού μηχανισμού σταθερότητας; Μια απάντηση στο τελευταίο ερώτημα θα ήταν ότι η προσφυγή μόνο στο ΔΝΤ προϋποθέτει τη διαβούλευση με την Επιτροπή[42]. Ωστόσο, για να δοθούν απαντήσεις σε όλα τα παραπάνω ερωτήματα, απαραίτητη είναι η διευκρίνιση των όρων εμπλοκής του ΔΝΤ, ώστε να διασφαλίζεται η διαφάνεια και η επιδιωκόμενη αποτελεσματικότητα να μη βαίνει εις βάρος του ευρωπαϊκού κεκτημένου. Προς τούτο, το ελάχιστο που επιβάλλεται, και μάλιστα άμεσα, είναι μια γενική συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του ΔΝΤ[43].
Συναφώς, είναι από ουσιαστική κυρίως άποψη που το «Μνημόνιο», ο ευρωπαϊκός μηχανισμός χρηματοοικονομικής σταθεροποίησης στην Ευρωζώνη και η συναφής εμπλοκή του ΔΝΤ δοκιμάζουν τα δικαιοκρατικά όρια της ενωσιακής έννομης τάξης. Απέναντι στη διεύρυνση της δημοσιονομικής κρίσης κρατών-μελών της Ευρωζώνης θα αντέξει άραγε, και σε ποιο βαθμό, το ευρωπαϊκό κεκτημένο, το οποίο ούτως ή άλλως έπρεπε να ενισχυθεί στους τομείς της δημοκρατίας και του κοινωνικού κράτους δικαίου; Πως θα ερμηνευτεί και θα εφαρμοστεί, για πρώτη φορά στο πλαίσιο της κρίσης, η Χάρτα των θεμελιωδών δικαιωμάτων, η οποία, παρά τις ατέλειές της, αποτελεί έναν από τους κινητήριους μοχλούς της μέχρι σήμερα διαδικασίας συνταγματικής θέσμισης της Ένωσης; Όταν στη Σύνοδο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, στις 16 και 17 Δεκεμβρίου 2010, αποφασίστηκε η εισαγωγή μιας νέας ρύθμισης –που προφανώς δεν μπορούσε να συναχθεί με σαφήνεια από τις ήδη ισχύουσες– στο άρθρο 136 ΣΛΕΕ[44], η Γαλλίδα Υπουργός Οικονομικών Ch. Lagarde, αναφερόμενη στις προγενέστερες και ισχύουσες επιλογές, δήλωσε ότι «παραβιάσαμε όλους τους κανόνες προκειμένου να συσπειρωθούμε και να σώσουμε πραγματικά το ευρώ»[45]. Για πόσο χρόνο και σε ποιο βαθμό μπορεί, άραγε, αυτό να συνεχιστεί;
Η κρίση του κράτους δικαίου, που καταδεικνύουν τα παραπάνω ερωτήματα και επιτείνουν η σταθερή προσήλωση στη διακυβερνητική λογική και η αδιαφανής εμπλοκή του ΔΝΤ, έχει φέρει την πορεία της ευρωπαϊκής ενοποίησης απέναντι σε μια νέα καμπή. Ως προς την έκβαση της πορείας αυτής, η θεσμική κόπωση που προκάλεσαν η διεύρυνση και η αποτυχία της θέσπισης ενός Συντάγματος για την Ευρώπη δεν επιτρέπουν μεγαλύτερη αισιοδοξία από εκείνη που καλλιεργεί η ιστορικά αποδεδειγμένη ικανότητα της Ένωσης να βρίσκει πάντοτε, έστω και την τελευταία στιγμή, τις δυνάμεις που είναι απαραίτητες για την υπέρβαση των κρίσεών της. Εντούτοις, εκείνο που είναι πολύ πιθανό και, πάντως, όχι αδικαιολόγητο είναι η έξαρση των τάσεων αναθεώρησης του όποιου διασυνταγματικού συντονισμού έχει ως σήμερα επιτευχθεί μεταξύ της ενωσιακής και των εθνικών εννόμων τάξεων. Αντιστρέφοντας την «μέθοδο Solange»[46], θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς ότι, ενόσω το ευρωπαϊκό κεκτημένο θα επικαθορίζεται, αορίστως και, πάντως, αδιαφανώς, από τις απορρυθμιστικές δυνάμεις των διεθνών χρηματοπιστωτικών «αγορών» και τα προγράμματα διαρθρωτικής προσαρμογής του ΔΝΤ, είναι αναγκαίο τα κράτη-μέλη και, ειδικότερα, οι εθνικοί δικαστές να ελέγχουν κάθε μέτρο που εγκρίνει η Ευρωπαϊκή Ένωση για τη στήριξη κρατών-μελών ως προς τη συμβατότητά του τόσο με το ευρωπαϊκό κεκτημένο όσο και με τους αντιπεριορισμούς που τα εθνικά συντάγματα προτάσσουν έναντι της υπεροχής του ευρωπαϊκού δικαίου[47]. Για την ίδια την Ελλάδα, η επίκληση αυτών των αντιπεριορισμών δικαιολογείται, πολύ περισσότερο, ενόψει και των προαναφερθέντων όρων δανεισμού που της επέβαλαν τα άλλα κράτη-μέλη της Ευρωζώνης.
 
* * *
 
Αναπαράγοντας την κρίση του κράτους δικαίου το «Μνημόνιο» αποτελεί εξίσου εθνικό και ευρωπαϊκό πρόβλημα, η υπέρβαση του οποίου απαιτεί, επιτακτικά πλέον, μια νέα συνταγματική πολιτική τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Στην Ελλάδα, το Σύνταγμα 1975/1986/2001/2008 είναι ένα δημοκρατικό σύνταγμα που, μέχρι στιγμής τουλάχιστον, διασφάλισε πολιτική και κοινωνική ομαλότητα. Εντούτοις, στο πλαίσιο εφαρμογής του, δεν διαμορφώθηκε μια ευνομούμενη Πολιτεία. Το ελληνικό Κράτος, παραδομένο στη διαφθορά του πελατειακού πολιτικού συστήματος, συνέχισε να λειτουργεί με βάση το συγγενές του σύνδρομο, δηλαδή ως ένα νομικό πρόσωπο το οποίο στερείται της απαιτούμενης ανεξαρτησίας, το οποίο ο λαός δεν θεωρεί δικό του και του οποίου θεμελιώδης στόχος είναι η εξυπηρέτηση δανειακών συμβάσεων. Συναφώς, εκτιμώ πως η ανασυγκρότηση της ελληνικής Πολιτείας δεν προϋποθέτει υποχρεωτικώς μια νέα συνταγματική αναθεώρηση, όταν αυτή καταστεί χρονικώς εφικτή, διότι μια τέτοια αναθεώρηση μπορεί να λειτουργήσει ως μια περαιτέρω θεσμική περαίωση των ευθυνών της πολιτικής, οικονομικής και τεχνοκρατικής ελίτ που έχει το μεγαλύτερο μέρος της ευθύνης για την κρίση. Η ανασυγκρότηση της ελληνικής Πολιτείας προϋποθέτει πρωτίστως και αμέσως μια αποτελεσματική αφύπνιση των εγγυήσεων τηρήσεως του κράτους δικαίου. Στην πρόσφατη νομολογία του, το Συμβούλιο της Επικρατείας έφτασε να συνδέσει την καταπολέμηση της αυθαιρεσίας με την προστασία όχι μόνο της ισότητας και του κράτους δικαίου, αλλά και της ίδιας της αξίας του ανθρώπου[48]. Ίσως ήρθε η ώρα η καταπολέμηση αυτή να συνδεθεί και με τον πατριωτισμό –άρα και με την ανασυγκρότηση της παιδείας και του ήθους– των Ελλήνων.
Στην Ευρώπη, το θεμελιώδες στοίχημα παραμένει η αναίμακτη συγκρότηση μιας ευνομούμενης Πολιτείας λαών και κρατών. Ωστόσο, η συνύπαρξη ενιαίας οικονομικής και νομισματικής πολιτικής[49] με έναν απλό συντονισμό των οικονομικών πολιτικών[50], σε συνδυασμό με τις ακραίες αποκλίσεις ως προς την ανάπτυξη των κρατών-μελών και τα ευφυολογήματα περί κρατών-μελών «γουρουνιών» [Portugal, Ireland, (Italy), Greece, Spain, «PI(Ι)GS»], υποδηλώνει ότι, ακόμη, μπορεί, πρακτικώς, να μην έχει συγκροτηθεί παρά απλώς μια συμμαχία, μεταξύ των πολλών ιερών ή ανίερων συμμαχιών που γνώρισε η ευρωπαϊκή ιστορία. Οι ευνομούμενες Πολιτείες, με φιλελεύθερο και κοινωνικό χαρακτήρα, δεν χτίζονται πάνω στην ανάπτυξη ενός χρηματοπιστωτικού συστήματος που ακολουθεί όλα τα γραφικά στερεότυπα του αμερικανικού πόκερ (προσπάθεια των παικτών να αυξήσουν με κάθε τρόπο τα χρήματα της στοίβας τους, διαρκείς αλλαγές στη δομή των στοιχημάτων, περίστροφα πάνω στο τραπέζι κ.λπ.). Πέρα από μια αποτελεσματική οικονομική διαχείριση, η διαμόρφωση αυτών των Πολιτειών προϋποθέτει ότι το κοινωνικό φαντασιακό συγκροτεί αυτόνομους κοινούς πολιτικούς στόχους και εμφορείται από ανθρωπιστικά ιδεώδη και αισθήματα αλληλεγγύης. Με άλλα λόγια, πρόκειται για τα στοιχεία που λείπουν αυτή τη στιγμή από την Ευρωπαϊκή Ένωση, η οποία, θέτοντας στο περιθώριο τους λαούς των κρατών-μελών της, αναζητεί την ταυτότητά της και τον όποιο ευρωπαϊκό πατριωτισμό στις ανακοινώσεις των διεθνών οίκων αξιολόγησης. Συντρέχει λοιπόν λόγος για μια νέα ειλικρινή προσπάθεια ουσιαστικής συνταγματικής οργάνωσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το κρίσιμο ερώτημα είναι από πού πρωτίστως μπορεί να προέλθει η απαρχή αυτής της νέας προσπάθειας. Από τις Βρυξέλλες, από τον λόφο του Kirchberg στο Λουξεμβούργο, από το Βερολίνο ή μήπως από τους λαούς των «γουρουνιών»;
 
Αθήνα, 24 Ιανουαρίου 2011
 

 


[1] Βλ. Κ. Γιαννακόπουλου, Μεταξύ συνταγματικών σκοπών και συνταγματικών ορίων: η διαλεκτική εξέλιξη της συνταγματικής πραγματικότητας στην εθνική και στην κοινοτική έννομη τάξη, ΕφημΔΔ 5/2008, σελ. 733 επ., ιδίως σελ. 751 επ.

[3] Βλ., αντί άλλων, Γ. Βούλγαρη, Προεκλογικές σημειώσεις 2009, Εφημερίδα «ΤΑ ΝΕΑ», 30.5.2009, Ν. Αλιβιζάτου, Ένα μακάριο καρτέλ, Εφημερίδα «ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ», 7.6.2009. Πρβλ. Κ. Γιαννακόπουλου, Μήπως οι ευρωεκλογές πρέπει να γίνουν πιο ανταγωνιστικές; Σκέψεις με αφορμή την απόφαση ΣτΕ 1784/2009, ΕφημΔΔ 3/2009, σελ. 274 επ.

[4] Βλ., αντί άλλων, Th. Moutos and Ch.Tsitsikas, Whither Public Interest: The Case of Greece’s Public Finances, CESIFO working paper No. 3098 Category 6: Fiscal Policy, Μacroeconomics and growth, june 2010 (δημοσιευμένο στην ηλεκτρονική διεύθυνση http://www.ifo.de/portal/page/portal/DocBase_Content/WP/WP-ESifo_Working_Papers/wp-cesifo-2010/wp-cesifo-2010-06/cesifo1_wp3098.pdf).

[5] Βλ. και Κ. Χρυσόγονου, Η ιδιωτική δημοκρατία. Από τις πολιτικές δυναστείες στην κλεπτοκρατία, Εκδόσεις Επίκεντρο, Θεσσαλονίκη 2009, ιδίως σελ. 169 επ.

[6] Μετά το από 3.5.2010 αρχικό Μνημόνιο Συνεννόησης μεταξύ της Ελλάδας και της Επιτροπής, που ενεργούσε για λογαριασμό των κρατών-μελών της Ευρωζώνης, στις 8.5.2010 υπεγράφη «Σύμβαση Δανειακής Διευκόλυνσης» (Loan Facility Agreement) μεταξύ των κρατών-μελών της Ευρωζώνης και του KfW (Kreditanstalt für Wiederaufbau), ως δανειστών, της Ελληνικής Δημοκρατίας, ως δανειολήπτη, και της Τράπεζας της Ελλάδος, ως αντιπροσώπου του δανειολήπτη. Την ίδια δε ημέρα, υπεγράφη σύμβαση μεταξύ των ανωτέρω πιστωτών και της Επιτροπής, με την οποία καθορίσθηκαν οι εσωτερικές τους σχέσεις και, ιδίως, τα καθήκοντα της Επιτροπής ως προς τον συντονισμό και την εν γένει διαχείριση των διμερών δανείων («Συμφωνία μεταξύ των Πιστωτών», Intercreditor Agreement).

[7] Βλ. την παρ. 4 του άρθρου πρώτου του Ν. 3845/2010, όπως τροποποιήθηκε με την παρ. 9 του άρθρου πρώτου του Ν. 3847/2010. Ας σημειωθεί ότι ακόμη εκκρεμεί η ψήφιση του σχεδίου νόμου που κατατέθηκε στη Βουλή στις 4.6.2010 για την κύρωση της «Σύμβασης Δανειακής Διευκόλυνσης» μεταξύ της Ελλάδας και κρατών-μελών της Ευρωζώνης και του ΚfW, καθώς και της από 10.5.2010 Συμφωνίας Έγκρισης του «Διακανονισμού Χρηματοδότησης Άμεσης Ετοιμότητας» (Stand-by Arrangement) με το ΔΝΤ.

[8] Βλ. και Π. Παυλόπουλου, Παρατηρήσεις ως προς τη νομική φύση και τις έννομες συνέπειες του «Μνημονίου», 2010, Γ. Κασιμάτη, Οι Συμφωνίες Δανεισμού της Ελλάδας με την ΕΕ και το ΔΝΤ, 2010, Κ. Χρυσόγονου, Η χαμένη τιμή της Ελληνικής Δημοκρατίας. Ο μηχανισμός «στήριξης της ελληνικής οικονομίας» από την οπτική της εθνικής κυριαρχίας και της δημοκρατικής αρχής, 2010 (δημοσιευμένα στην ηλεκτρονική διεύθυνση του Ομίλου «Αριστόβουλος Μάνεσης» «www.constitutionalism.gr»).
Η ίδια αντισυνταγματικότητα δεν ισχύει για τη συναφθείσα Συμφωνία Έγκρισης του «Διακανονισμού Χρηματοδότησης Άμεσης Ετοιμότητας» με το ΔΝΤ, διότι η εν λόγω συμφωνία, καίτοι γεννά υποχρεώσεις τόσο για την Ελλάδα όσο και για το ΔΝΤ (πρβλ. F. Lowenfeld, International Economic Law, Oxford University Press, 2003, σελ. 517-519), δεν αποτελεί αυτοτελή διεθνή συνθήκη που πρέπει να κυρωθεί κατά τους όρους του άρθρου 36 του Συντάγματος, αλλά ενεργοποίηση δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που πηγάζουν από την προϋφιστάμενη διεθνή συνθήκη ίδρυσης του ΔΝΤ (Βλ. Π. Γκλαβίνη, Το Μνημόνιο της Ελλάδος στην ευρωπαϊκή, τη διεθνή και την εθνική έννομη τάξη, Εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, 2010, σελ. 87), η οποία έχει ήδη κυρωθεί με τυπικό νόμο (Βλ. Α.Ν. 766/1945 και Ν. 1086/1980. Βλ. και Ν. 3722/2008). Φυσικά, τούτο δεν σημαίνει ότι κάθε νομοθετικό μέτρο που λαμβάνεται από τα αρμόδια κρατικά όργανα στο πλαίσιο εκτέλεσης της εν λόγω συνθήκης δεν υπάγεται στον εν γένει έλεγχο (αντι)συνταγματικότητας, εφόσον η συνθήκη αυτή έχει απλώς υπερνομοθετική ισχύ, κατά το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος. Πρβλ. Κ. Γιαννακόπουλου, To κράτος δικαίου και η εθνική κυριαρχία μπροστά στο ΔΝΤ, ΕφημΔΔ 1/2010, σελ. 2 επ.

[9] Βλ. Ε. Σαρπ, Εισήγηση ενώπιον της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας στην υπόθεση του «Μνημονίου», δικάσιμος: 23.11.2010 (δημοσιευμένη στην ηλεκτρονική διεύθυνση του Ομίλου «Αριστόβουλος Μάνεσης» «www.constitutionalism.gr»).

[10] Βλ. Απ. Γέροντα, Το Μνημόνιο και η δικαιοπαραγωγική διαδικασία, ΕφημΔΔ 5/2010, σελ. 705 επ., ιδίως σελ. 711 επ.

[11] Πρβλ. ως προς τις προγνωστικές αποφάσεις του νομοθέτη και τον επιβαλλόμενο (αυτο)περιορισμό του δικαστή στη διαπίστωση απλώς –χωρίς άντληση περαιτέρω άμεσων εννόμων συνεπειών– της αντισυνταγματικότητας των προσβαλλόμενων ρυθμίσεων, Απ. Γέροντα, ό.π., ιδίως σελ. 725 επ. Εκτός από το γεγονός ότι αυτού του είδους ο (αυτο)περιορισμός αποψιλώνει τον έλεγχο της (αντι)συνταγματικότητας των νόμων, αξίζει να σημειωθεί ότι, παραλλήλως, η διατήρηση των εννόμων αποτελεσμάτων νομοθετικών διατάξεων των οποίων διαπιστώνεται η αντισυνταγματικότητα μπορεί να αντιβαίνει και στο ευρωπαϊκό δίκαιο, εφόσον, λόγω της υπεροχής του τελευταίου, ενδέχεται να μην μπορεί να συνεχίσει να εφαρμόζεται για μεταβατική περίοδο εθνική νομοθεσία που παραβιάζει θεμελιώδεις ελευθερίες του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (βλ. την πρόσφατη απόφαση ΔΕΕ, 8.9.2010, C-409/06, Winner Wetten).

[12] Βλ., ως προς την αιτιολογική έκθεση του Ν. 3886/2010, Κ. Γιαννακόπουλου, Η νέα δικονομία των δημοσίων συμβάσεων: ακόμη μια χαμένη ευκαιρία, ΕφημΔΔ 5/2010, σελ. 595 επ., ιδίως σελ. 603.

[13] Βλ. Χ. Ανθόπουλου, Κρίση και περικοπές, Εφημερίδα «ΤΟ ΕΘΝΟΣ», 12.1.2011.

[14] Βλ. Κ. Γώγου, «Έγκλημα» και τιμωρία: Η διαδικασία του υπερβολικού ελλείμματος στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση μεταξύ δικαίου και πολιτικής, ΕφημΔΔ 4/2010, σελ. 426 επ.

[15] Απόφαση του Συμβουλίου, της 8ης Ιουνίου 2010, απευθυνόμενη προς την Ελλάδα με σκοπό την ενίσχυση και εμβάθυνση της δημοσιονομικής εποπτείας, διά της οποίας ειδοποιείται η Ελλάδα να λάβει τα μέτρα μείωσης του ελλείμματος που κρίνονται αναγκαία για την αντιμετώπιση της κατάστασης υπερβολικού ελλείμματος (ΕΕ L 145 της 11.6.2010, σελ. 6).

[16] Απόφαση του Συμβουλίου, της 7ης Σεπτεμβρίου 2010, για τροποποίηση της απόφασης 2010/320/ΕΕ, απευθυνόμενης προς την Ελλάδα με σκοπό την ενίσχυση και εμβάθυνση της δημοσιονομικής εποπτείας, διά της οποίας ειδοποιείται η Ελλάδα να λάβει τα μέτρα μείωσης του ελλείμματος που κρίνονται αναγκαία για την αντιμετώπιση της κατάστασης υπερβολικού ελλείμματος (ΕΕ L 241 της 14.9.2010, σελ. 12).

[17] Για τη συνδρομή του ΔΝΤ, βλ. την αιτιολογική σκέψη 8 της απόφασης 2010/320/ΕΕ.

[18] Βλ. Ε. Σαρπ, ό.π.

[19] Βλ., σχετικά με τους ισχυρισμούς αυτούς, Π. Παυλόπουλο, ό.π., Γ. Κασιμάτη, ό.π., Γ. Κατρούγκαλου, Memoranda sunt Servanda? H συνταγματικότητα του νόμου 3845/2010 και του μνημονίου για τα μέτρα εφαρμογής των συμφωνιών με ΔΝΤ, ΕΕ και ΕΚΤ (δημοσιευμένο στην ηλεκτρονική διεύθυνση του Ομίλου «Αριστόβουλος Μάνεσης» «www.constitutionalism.gr»).

[20] Βλ. την αιτιολογική σκέψη 5 της απόφασης 2010/320/ΕΕ.

[21] Βλ. Χ. Ανθόπουλου, Πανεπιστημιακή διακυβέρνηση και Σύνταγμα, ΕφημΔΔ 5/2010, σελ. 589 επ.

[22] Βλ. το άρθρο 27 παρ. 9 του Ν. 3867/2010.

[23] Βλ. τα άρθρα 1 έως και 13 του Ν. 3888/2010.

[24] Βλ. τα άρθρα 1 και 3 του Ν. 3894/2010. Βλ. και Κ. Γιαννακόπουλου, Επενδύστε στο Κράτος Δικαίου, ΕφημΔΔ 5/2010, σελ. 595 επ.

[25]Πρβλ. Μoutos and Tsitsikas, ό.π.

[26] Βλ. Γ. Δρόσου, Το «Μνημόνιο» ως σημείο στροφής του πολιτεύματος, 2010 (δημοσιευμένο στην ηλεκτρονική διεύθυνση του Ομίλου «Αριστόβουλος Μάνεσης» «www.constitutionalism.gr»).

[27] Βλ. Γ. Κασιμάτη, ό.π.

[28] Βλ. Γ. Κατρούγκαλου, Το οικονομικό Σύνταγμα και το «παρασύνταγμα» του Μνημονίου, 2010 (δημοσιευμένο στην ηλεκτρονική διεύθυνση http://greek-critical-legal.blogspot.com/2010/10/blog-post.html).

[29] Ως προς την ευθεία αμφισβήτηση της εν λόγω υπεροχής, βλ. Π. Παυλόπουλο, ό.π.

[30]Πρβλ. B. Yvars, La crise européenne actuelle: remèdes pour une Europe intégrée par le droit mais désintégrée par l’économie, 2010 (δημοσιευμένοστηδιεύθυνση http://integeco.u-bordeaux4.fr/paper_ 2010. pdf).

[31] Ας σημειωθεί ότι το γεγονός πως το ευρωπαϊκό δίκαιο δεν έχει επιλεγεί ως εφαρμοστέο δίκαιο της «Σύμβασης Δανειακής Διευκόλυνσης» δεν αποκλείει η συμμετοχή κρατών-μελών της Ένωσης στη σύναψη και στην εκτέλεση της Σύμβασης αυτής να παραβιάζει το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Πρβλ. Μ. Περάκη, Μελέτη του Μνημονίου Συνεννόησης και της Δανειακής Σύμβασης μεταξύ Ελλάδος και κρατών μελών της ευρωζώνης με σημείο αναφοράς το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης: διαπιστώσεις και κριτική, Χρηματοπιστωτικό Δίκαιο 2/2010, σελ. 160 επ.

[32] Βλ. τα άρθρα 124 και 125 παρ. 1 ΣΛΕΕ. Πρβλ., αντί άλλων, Γώγου εις Σκουρή, Ερμηνεία Συνθηκών, ά. 102 ΕΚ και ά. 103 ΕΚ, ιδίως σελ. 879 και 881 επ. Βλ., όμως, για τους ενδοιασμούς που είχαν διατυπωθεί, σε ανύποπτο χρόνο, ως προς τη δυνατότητα αποτελεσματικής εφαρμογής της ρήτρας «περί μη διάσωσης» σε περίπτωση κρίσης, CommentaireTCE – Keppennearticle 103 n° 2.

[33] «Όταν ένα κράτος μέλος αντιμετωπίζει δυσκολίες ή διατρέχει μεγάλο κίνδυνο να αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες, οφειλόμενες σε φυσικές καταστροφές ή έκτακτες περιστάσεις που εκφεύγουν από τον έλεγχό του, το Συμβούλιο, προτάσει της Επιτροπής, μπορεί να αποφασίσει να του χορηγήσει, υπό ορισμένους όρους, χρηματοδοτική ενίσχυση της Ένωσης. Ο πρόεδρος του Συμβουλίου ενημερώνει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο για τη ληφθείσα απόφαση».

[34] Βλ. τον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 407/2010 του Συμβουλίου, της 11ης Μαΐου 2010, για τη θέσπιση ευρωπαϊκού μηχανισμού χρηματοοικονομικής σταθεροποίησης (ΕΕ L 118, της 12.05.2010, σελ. 1 επ.). Βλ. και την Ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο και την Οικονομική και Δημοσιονομική Επιτροπή, Βρυξέλλες, 30.11.2010 COM(2010) 713 final. Πρβλ. U. Häde, Legal Evaluation of a European Monetary Fund, Intereconomics – Forum 2010, vol. 2, σελ. 69 επ.

[35] «Εάν ένα κράτος μέλος επιμένει να μην εφαρμόζει τις συστάσεις του Συμβουλίου, τότε το Συμβούλιο μπορεί να αποφασίσει να ειδοποιήσει το κράτος μέλος να λάβει, εντός συγκεκριμένης προθεσμίας, μέτρα για τη μείωση του ελλείμματος την οποία το Συμβούλιο κρίνει αναγκαία για να αντιμετωπιστεί η κατάσταση αυτή. Σε αυτή την περίπτωση, το Συμβούλιο μπορεί να ζητήσει από το κράτος μέλος αυτό, να υποβάλλει εκθέσεις σύμφωνα με συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα, για να εξετάσει τις προσπάθειες προσαρμογής που καταβάλλει αυτό το κράτος μέλος».

[36] «Προκειμένου να συμβάλει στην καλή λειτουργία της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης και σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις των Συνθηκών, το Συμβούλιο θεσπίζει, σύμφωνα με την οικεία διαδικασία μεταξύ των προβλεπομένων στα άρθρα 121 και 126, εξαιρουμένης της διαδικασίας του άρθρου 126, παράγραφος 14, μέτρα για τα κράτη μέλη με νόμισμα το ευρώ, προκειμένου: α) να ενισχυθεί ο συντονισμός και η εποπτεία της δημοσιονομικής τους πειθαρχίας, β) να χαράσσονται, ως προς τα εν λόγω κράτη, οι προσανατολισμοί οικονομικής πολιτικής, μεριμνώντας ώστε να είναι συμβατοί με τους καθοριζόμενους για το σύνολο της Ένωσης, και να διασφαλίζεται η εποπτεία τους».

[37] Βλ. π.χ. την προβλεπόμενη στο άρθρο 2 παρ. 1 ζ΄ της απόφασης 2010/320/ΕΕ «κατάργηση των δώρων Πάσχα, Χριστουγέννων των επιδομάτων αδείας που καταβάλλονται στους συνταξιούχους, με ταυτόχρονη προστασία αυτών που λαμβάνουν χαμηλότερες συντάξεις, με στόχο την εξοικονόμηση 1900 εκατ. ευρώ για ένα πλήρες έτος (1500 εκατ. ευρώ το 2010)».

[38] Βλ., ιδίως, σχετικά με την παραίτηση του δανειολήπτη από ασυλίες προστασίας της εθνικής κυριαρχίας, τη γνωμοδότηση του Νομικού Συμβούλου του Κράτους για τη νομιμότητα της «Σύμβασης Δανειακής Διευκόλυνσης» και τα προνόμια των δανειστών σε περίπτωση μεταβίβασης δικαιωμάτων από την εν λόγω Σύμβαση ή ακύρωσης της τελευταίας, Γ. Κασιμάτη, ό.π., Κ. Χρυσόγονου, Η χαμένη τιμή…, ό.π.

[39] Πρβλ., αναφορικά με την παράβαση του ευρωπαϊκού δικαίου λόγω σύναψης από κράτη-μέλη της Ένωσης διεθνούς συμφωνίας σε τομέα που ανήκει στην αρμοδιότητά τους, την απόφαση ΔΕΚ, 21.9.1999, C-307/97, Saint Gobain ZN (σκέψη 57).

[40] Βλ., αντί άλλων, Πρεβεδούρου εις Σκουρή, Ερμηνεία Συνθηκών, ά. 307 ΕΚ, σελ. 1678 επ.

[41] Βλ. την αιτιολογική σκέψη 5 και το άρθρο 3 παρ. 8 της απόφασης 407/2010/ΕΕ του Συμβουλίου.

[42]Βλ. A. Antoniadis, Debt Crisis as a Global Emergency: The European Economic Constitution and other Greek Fables, 2010 (δημοσιευμένο στην ηλεκτρονική διεύθυνση http://ssrn.com/abstract= 1699082), σελ. 23-24.

[43]Βλ. Α. Antoniadis, ό.π., σελ. 24 επ.

[44] «Τα κράτη μέλη με νόμισμα το ευρώ μπορούν να θεσπίσουν μηχανισμό σταθερότητας ο οποίος θα ενεργοποιείται εφόσον κρίνεται απαραίτητο προκειμένου να διασφαλίζεται η σταθερότητα της ζώνης του ευρώ στο σύνολό της. Η παροχή τυχόν απαιτούμενης χρηματοοικονομικής συνδρομής δυνάμει του μηχανισμού θα υπόκειται σε αυστηρούς όρους».

[45] Συνέντευξη στην Εφημερίδα «Wall Street Journal», 17.12.2010.

[46] Ως προς τη μέθοδο αυτή, βλ., αντί άλλων, E.-U. Petersmann, Human Rights, International Economic Law and ‘Constitutional Justice’, EJIL (2008), Vol. 19 No. 4, 769-798, ιδίως σελ. 781 επ..

[47] Για το περιεχόμενο και τη λειτουργία αυτών των αντιπεριορισμών στο πλαίσιο του διασυνταγματικού συντονισμού μεταξύ εθνικής και ενωσιακής έννομης τάξης, βλ. Κ. Γιαννακόπουλου, Μεταξύ συνταγματικών σκοπών και συνταγματικών ορίων…, ό.π., ιδίως σελ. 748 επ.

[48] Βλ. Κ. Γιαννακόπουλου, Η διεύρυνση του συνταγματικού πεδίου ελέγχου της νομιμοποίησης των αυθαιρέτων. Σχόλιο στην απόφαση ΣτΕ 3500/2009, ΕφημΔΔ 5/2009, σελ. 594 επ. Πρβλ. ΣτΕ 3578/2010.

[49] Βλ. τα άρθρα 5 παρ. 1 και 119 παρ. 1 ΣΛΕΕ.

[50] Βλ. τα άρθρα 3 παρ. 1 εδ. γ΄ και 119 παρ. 2 ΣΛΕΕ. Πρβλ. Fl. Chaltiel, La Grèce et l’urgence d’un gouvernement économique européen, RMCUE 2010, σελ. 209 επ.

Επιστολή παρέμβαση για τα γεγονότα στη Νομική από 34 Πανεπιστημιακούς


Επιστολή παρέμβαση για τα γεγονότα στη Νομική από 34 Πανεπιστημιακούς

Aθήνα. 28 Ιανουαρίου 2011

Ως μέλη ΔΕΠ του Πανεπιστημίου Αθηνών, υπογράφουμε το κείμενο αυτό διότι θεωρούμε ότι η υπεράσπιση του δημόσιου πανεπιστημίου προέχει έναντι οποιασδήποτε σκοπιμότητας που μεταχειρίζεται το πανεπιστήμιο ως πεδίο για την άσκηση ανεύθυνης πολιτικής.. Οι εργαζόμενοι και όσοι σπουδάζουν στο κτίριο της Νομικής έχουν δικαίωμα στην εργασία τους και στις σπουδές τους -οι οποίες προσφέρονται δημόσια και δωρεάν. Το δικαίωμα αυτό παραβιάζεται συστηματικά από μειοψηφίες της πανεπιστημιακής κοινότητας, αποτελούμενες από μέλη κοινοβουλευτικών και μη κοινοβουλευτικών κομμάτων, καθώς και από εξω-πανεπιστημιακές ομάδες που εισβάλλουν στις αίθουσες, διακόπτουν μαθήματα και καταλαμβάνουν χώρους σε μόνιμη βάση. Το δημόσιο πανεπιστήμιο απαξιώνεται και εν τέλει καταργείται από αυτές ακριβώς τις συμπεριφορές. Η κατάχρηση του κτιρίου της Νομικής από παντός είδους ομάδες, ακόμα και αν συμμεριζόμαστε κάποιες από τις διεκδικήσεις τους, «δεν πάει άλλο». Το κτίριο πρέπει στο εξής να προστατεύεται σε καθημερινή βάση με ενέργειες της Πρυτανείας και της Κοσμητείας και τη συνδρομή της Πολιτείας.

Το κτίριο της Νομικής και ειδικά ο χώρος. που έως τα ξημερώματα της Παρασκευής 28 Ιανουαρίου βρισκόταν υπό κατάληψη, δεν είναι μόνο χώρος μόρφωσης και δουλειάς, αλλά και χώρος συμβολικός του αντιδικτατορικού αγώνα . Με ενέργειες της Πολιτείας και των Πρυτανικών Αρχών τηρήθηκε εν τέλει η νομιμότητα, έγινε ειρηνικά η εκκένωση του κτιρίου και η μεταστέγαση των μεταναστών σε άλλο χώρο. Η ανθρωπιστική στάση και μέριμνα για τους μετανάστες πρέπει να αποτελεί κύριο μέλημα της Πολιτείας, αλλά η πλήρης καταρράκωση των θεσμών της δημοκρατίας, μεταξύ αυτών και του δημόσιου πανεπιστημίου, βλάπτει τελικά τα πιο ανίσχυρα μέλη της κοινωνίας μας, τους πιο αδύναμους πολίτες και τους ίδιους τους μετανάστες.

Υπογραφές

1.Νίκος Αλιβιζάτος, Καθηγητής Τμήματος Νομικής

2.Δημήτρης Αχλιόπτας, Καθηγητής, Τμήμα Πληροφορικής και Τηλεπικοινωνιών

3.Γιάνης Βαρουφάκης, Καθηγητής, Τμήμα Οικονομικών Επιστημών

4.Στέλιος Βιρβιδάκης, Καθηγητής ΜΙΘΕ

5.Στέλλα Βοσνιάδου, Καθηγήτρια ΜΙΘΕ

6.Βασίλης Βουτσάκης, Λέκτορας Τμήματος Νομικής

7.Iωάννα Δελαδέτσιμμα, Αναπληρώτρια Καθηγήτρια, Ιατρική Σχολή

8.Νίκος Δεμερτζής, Καθηγητής, ΕΜΜΕ

9.Βασίλειος Α. Δουγαλής, Καθηγητής, Τμήμα Μαθηματικών

10.Εμμανουέλα Δούση, Επίκουρη Καθηγήτρια, Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης

11.Θάλεια Δραγώνα, Καθηγήτρια, Τμήμα Εκπαίδευσης και Αγωγής στην Προσχολική Ηλικία

12.Αλέξανδρος Ελευθεριάδης, Αναπληρωτής Καθηγητής, Τμήμα Πληροφορικής και Τηλεπικοινωνιών.

13.Εύη Ζαμπέτα, Αναπληρώτρια Καθηγήτρια, Τμήμα Εκπαίδευσης και Αγωγής στην Προσχολική Ηλικία

14.Παύλος Καλλιγάς, Αναπληρωτής Καθηγητής, ΜΙΘΕ

15.Δήμητρα Κατή, Αναπληρώτρια Καθηγήτρια, Τμήμα Εκπαίδευσης και Αγωγής στην Προσχολική Ηλικία

16.Κλέα Κατσουγιάννη, Καθηγήτρια, Ιατρική Σχολή

17.Βάσω Κιντή, Αναπληρώτρια Καθηγήτρια, ΜΙΘΕ

18.Αντώνης Κόντης, Αναπληρωτής Καθηγητής, Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης

19.Μιχάλης Κουτσιλιέρης, Καθηγητής Ιατρικής

20.Αλέξανδρος-Ανδρέας Κύρτσης, Αναπληρωτής Καθηγητής, Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης

21.Λυκούργος Λιαρόπουλος,, Καθηγητής, Τμήμα Νοσηλευτικής

22.Ηλίας Μανωλάκος, Αναπληρωτής Καθηγητής Τμήμα Πληροφορικής και Τηλεπικοινωνιών

23.Ναπολέων Μαραβέγιας, Καθηγητής, Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης

24.Αθανάσιος Μαρκόπουλος, Καθηγητής, Τμήμα Φιλολογίας

25.Κωνσταντίνος Παπαγεωργίου, Αναπληρωτής Καθηγητής Τμήματος Νομικής

26.Γιώργος.Πολυμενέας, Αναπληρωτής Καθηγητής, Ιατρική Σχολή

27.Δέσποινα Πόταρη, Αναπληρώτρια Καθηγήτρια, Τμήμα Μαθηματικών

28.Αθανάσιος Πρωτόπαππας, Αναπληρωτής Καθηγητής, ΜΙΘΕ

29.Παύλος Σούρλας, Καθηγητής Τμήματος Νομικής

30.Γιάννης Στεφάνου, Επίκουρος καθηγητής, ΜΙΘΕ

31.Δημήτρης Σωτηρόπουλος, Αναπληρωτής Καθηγητής Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης

32.Σταύρος Τσακυράκης, Αναπληρωτής Καθηγητής Τμήματος Νομικής

33.Λουκάς Τσούκαλης, Καθηγητής, Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης

34.Αντώνης Χατζημωϋσής, Επίκουρος Καθηγητής, ΜΙΘΕ

35.Αριστείδης Χατζής, Επίκουρος Καθηγητής, ΜΙΘΕ