Author Archives: admin

Η έννοια του πλήθους και η ουτοπική προοπτική της παγκόσμιας δημοκρατίας (Με αφορμή τη ‘Δημοκρατία του Πλήθους’ στο έργο του Νέγκρι)

Αντώνης Μανιτάκης, Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου Α.Π.Θ.

Η έννοια του πλήθους και η ουτοπική προοπτική της παγκόσμιας δημοκρατίας (Με αφορμή τη ‘Δημοκρατία του Πλήθους’ στο έργο του Νέγκρι)
Εισαγωγή: το καυτό ζήτημα της διακυβέρνησης των λαών και του κόσμου
Η καλούμενη παγκοσμιοποίηση, συμπορευόμενη με τις τεχνολογικές επαναστάσεις της πληροφορικής και της ηλεκτρονικής επικοινωνίας, προκάλεσε τρομακτικές εκρήξεις και ριζικές ανακατατάξεις σε όλες τις κοινωνικές και πολιτικές σχέσεις. Είχε επίσης αντίκτυπο έμμεσο αλλά καθοριστικό στην οργάνωση και άσκηση της κρατικής και πολιτικής εξουσίας και βέβαια στον τρόπο διακυβέρνησης των λαών.
Ιδιαίτερα αισθητές είναι οι επιπτώσεις -αν και όχι εύκολα ορατές- στο πεδίο της οργάνωσης του κράτους, της κυριαρχίας του και της δημοκρατίας, ιδίως αν η τελευταία νοηθεί ως οργάνωση της λαϊκής κυριαρχίας.
Οι επιπτώσεις στην κρατική και λαϊκή κυριαρχία, αν και έμμεσες, γίνονται, ωστόσο, όσο περνάει ο καιρός, όλο και πιο έντονες, όλο και πιο αισθητές. Συνειδητοποιείται ότι η δημιουργία ή η τάση για τη δημιουργία μιας ενοποιημένης και ανοιχτής αγοράς εμπορευμάτων και υπηρεσιών σε πλανητικό επίπεδο και κυρίως οι τεχνολογικές δυνατότητες μιας παγκόσμιας, ελεύθερης και ανεξέλεγκτης επικοινωνίας μεταξύ λαών, κρατών και προσώπων δεν σταματούν στην ανατροπή των συνθηκών παραγωγής και διανομής των αγαθών, δεν αλλάζουν απλώς τους όρους της οικονομικής δραστηριότητας και εργασίας των ανθρώπων. Επεκτείνονται και επηρεάζουν καθοριστικά και το θεσμικό και πολιτικό πλαίσιο των όρων αυτών. Μαζί με την οικονομία της αγοράς, που όλο και περισσότερο λειτουργεί πέρα και ανεξάρτητα από το εθνικό κράτος, είναι και ο τρόπος διακυβέρνησης των λαών που θίγεται καίρια από την παγκοσμιοποίηση της οικονομίας και της επικοινωνίας.
Η επενέργεια στον τρόπο διακυβέρνησης δεν αφορά μόνον την εθνική διακυβέρνηση· εγείρει ζήτημα διακυβέρνησης του πλανήτη, αφορά την παγκόσμια διακυβέρνηση, τη κυβέρνησης των λαών του κόσμου ή των ηπείρων συνολικά. Η τελευταία επίπτωση, επειδή προκαλείται από μια διαρθρωτική, μακράς διάρκειας, οικονομική κρίση και επειδή συνδυάζεται με μια σοβαρή οικολογική κρίση, καθιστά το ζήτημα της διακυβέρνησης του κάθε λαού ξεχωριστά και του κόσμου συνολικά, επιτακτικό και επίκαιρο όσο ποτέ.
Ένα είναι σίγουρο, ότι τα οργανωτικά θεμέλια πάνω στα οποία οικοδομήθηκε και με βάση τα οποία πορεύτηκε η ανθρωπότητα μετά τη Συνθήκη της Βεστφαλίας το 1648 αποδεικνύονται ανεπαρκή για να αντιμετωπίσουν τα σύγχρονα παγκόσμια προβλήματα. Το εθνικό κράτος αδυνατεί, πλέον, να διαχειριστεί μόνο του με τρόπο αποκλειστικό και ανταγωνιστικό προς άλλες ομοειδείς κρατικές εξουσίες, τις κοινές υποθέσεις του πληθυσμού, ο οποίος κατοικεί στην επικράτειά του.
Ο τρόπος διακυβέρνησης των εθνών-κρατών, που γνωρίζαμε και ίσχυε πάνω από πέντε αιώνες, και ο οποίος εξασφάλιζε, έμμεσα, τη διακυβέρνηση του κόσμου μέσα από διακρατικές (διεθνείς) συμφωνίες, διμερείς ή πολυμερείς, που συνάπτονταν μεταξύ ανεξάρτητων, ίσων και κυρίαρχων κρατών, δείχνει να αγγίζει τα ιστορικά του όρια. Οι κοινωνίες της πληροφορίας και της επικοινωνίας δεν χωρούν και δεν μπορούν να λειτουργήσουν περιχαρακωμένες στα εδαφικά σύνορα του εθνικού κράτους. Το κρίσιμο ερώτημα της διακυβέρνησης ενός λαού συναρτάται πλέον με τον τρόπο διακυβέρνησης του κόσμου και εξαρτάται από αυτόν. Το ερώτημα «ποιος κυβερνά αυτήν την χώρα» συνυφαίνεται πλέον με το «ποιός κυβερνά αυτόν τον κόσμο και πώς κυβερνιέται ο ίδιος».
Ποτέ άλλοτε στην ιστορία της ανθρωπότητας ένα τέτοιο ερώτημα δεν μπήκε με τόσο απτό, καθολικό και τραγικό μαζί τρόπο. Και ποτέ άλλοτε οι τραγικές ή οι ευεργετικές συνέπειες από την ενδεχόμενη επικράτηση μιας παγκόσμιας ενσωματωμένης και αλληλεξαρτώμενης οικονομίας, που θα διέπεται από τους νόμους της αγοράς και θα καθοδηγείται ή θα εποπτεύεται από υπερεθνικούς οργανισμούς δεν είχαν γίνει τόσο, τραγικά, αισθητές.
Οι κοσμογονικής σημασίας αλλαγές που συντελούνται, μας επιβάλλουν να επανεξετάσουμε τα θεωρητικά εργαλεία με βάση τα οποία σκεπτόμαστε το κράτος και τη δημοκρατία. Θα επιχειρήσω στην συνέχεια να διερευνήσω μερικές μόνον μεταμορφώσεις που υφίστανται θεμελιώδεις κατηγορίες της πολιτικής επιστήμης και του Συνταγματικού Δικαίου, όπως οι έννοιες «λαός» και «πλήθος» και να εντοπίσω τις αλλαγές που πρέπει να συνοδεύσουν τον τρόπο με τον οποίο τις εννοούμε ή τις προσλαμβάνουμε στην προοπτική μιας παγκόσμιας διακυβέρνησης.
Το πρώτο ερώτημα που ανακύπτει σήμερα είναι αν ο εθνικός τρόπος διακυβέρνησης μπορεί να αποτελέσει την βασική ύλη για να φανταστούμε τον τρόπο διακυβέρνησης του κόσμου καθώς και αν η εθνική δημοκρατία μεταφέρεται, έτσι όπως είναι, στη διακυβέρνηση του κόσμου. Με άλλα λόγια, αν το ιστορικό προηγούμενου του εθνικού κράτους και κυρίως της εθνικής δημοκρατίας μπορεί να αποτελέσει πρότυπο διαμόρφωσης ενός παγκόσμιου κράτους και μίας παγκόσμιας, πλανητικής, δημοκρατίας. Η δημοκρατία εξακολουθεί άραγε να διατηρεί, ως ιδεατό πρότυπο διακυβέρνησης, την επιστημολογική αξία της ακόμη και την εποχή της παγκοσμιοποίησης;
Αυτό είναι το κεντρικό ερώτημα που διατρέχει τη μελέτη που ακολουθεί, η οποία είναι αφιερωμένη στον «συναγωνιστή» από τα παλιά και συνάδελφο εν πανεπιστημίω, Ζήση Παπαδημητρίου[1].
1. Η Δημοκρατία του Πλήθους: Από τη σκέψη του Σπινόζα στο θεόραμα του Νέγκρι
Θα επικεντρώσω την έρευνά μου σε ένα μόνο από τα προσδιοριστικά στοιχεία της Δημοκρατίας: στη σημασία που είχε και έχει για τον προσδιορισμό της η έννοια του ‘Πλήθους’. Η ιδέα γενικά της Δημοκρατίας συναντήθηκε στην ιστορική της πορεία με τρεις θεμελιώδεις κλασσικές, ιστορικές, φυσιογνωμίες, που αποτέλεσαν, με τη μία ή την άλλη μορφή, τον καθρέφτη είτε της αρχαίας είτε της σύγχρονης δημοκρατίας. Πρόκειται για τις κατηγορίες του «δήμου», του «λαού» και του «πλήθους» με την (έννοια του λατινικού multitudο). Κεντρική κατηγορία της αρχαίας δημοκρατίας η πρώτη, της σύγχρονης[2] η δεύτερη· αμφιλεγόμενη η τρίτη, τουλάχιστον ως κατηγορία συστατική μιας «μετα-εθνικής» δημοκρατίας, έχει αναδειχθεί στην εποχή μας από τον Ιταλό μαρξιστή φιλόσοφο Τόνι Νέγκρι σε έννοια καταστατική μιας «παγκόσμιας» δημοκρατίας (global democracy), και αντιμετωπίζεται από τον ίδιο ως εμμενής «κοινωνική-πολιτική δύναμη», που μπορεί να αντιταχθεί και να αντιπαρατεθεί στην πλανητική κυριαρχία της Αυτοκρατορίας.
Την έννοια του πλήθους ο Τόνι Νέγκρι[3], την ανέσυρε από τα έργα κατ’ αρχήν του Σπινόζα (Spinoza) και την αξιοποίησε εντάσσοντάς την στο δικό του μεταμαρξιστικό θεωρητικό σχήμα. Σε συνεργασία με τον Μάϊκλ Χάρντ την ανήγαγε, στο τελευταίο του βιβλίο[4], σε θεμελιώδη παράγοντα «κάθε πολιτικής δράσης που τοποθετείται στην προοπτική του μετασχηματισμού και της απελευθέρωσης» της ανθρωπότητας, ως «το μοναδικό κοινωνικό υποκείμενο που είναι ικανό να πραγματοποιήσει τη Δημοκρατία, δηλαδή την κυβέρνηση όλων για όλους».
Τον όρο multitudo χρησιμοποιεί ο Spinoza κυρίως στο Tractactus Politicus[5] αλλά και στο Tractactus Theologico-Politicus. Multitudo και δηλώνει την ανοργάνωτη πολλαπλότητα των ανθρώπων, το πολύμορφο και διαφοροποιημένο ως προς τη σύνθεσή του πλήθος, αλλά ταυτόχρονα και ενοποιημένο, αφού έχει την ικανότητα να δρα ως μια ψυχή και ένα σώμα, παρακινούμενο από την επιθυμία της δύναμης και της απόλυτης εξουσίας[6]. Ο Σπινόζα διακρίνει το πλήθος τόσο από το populus όσο και από το plebs ή τον vulgus. Τον όρο populus τον χρησιμοποιεί ελάχιστες φορές και τον ταυτίζει με το λαό, που ως υποκείμενο αναγνωρίζει το δίκαιο και υπόκειται στο νόμο. «Πλέμπα» είναι τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα και vulgus είναι ο όχλος, το πλήθος που κυριαρχείται από την άγνοια και την ανοησία. Ενώ multitudo είναι η μάζα που είναι στρατευμένη στην υπέρτατη δύναμη που συντάσσει τη δημοκρατία: «Αυτό το δικαίωμα που ορίζει τη δύναμη του πλήθους, το αποκαλούμε, γενικά, κυριαρχία (imperium = κράτος). Την κατέχει με τρόπο απόλυτο, όποιος έχει, με κοινή συμφωνία, το βάρος της διαχείρισης των δημόσιων πραγμάτων, δηλαδή όποιος έχει την φροντίδα να διαθέτει, να ερμηνεύει και να καταργεί του νόμους, να οχυρώνει τις πόλεις, να αποφασίζει για τον πόλεμο και την ειρήνη κλπ. Αν αυτή η φροντίδα ανήκει στη συνέλευση που συντίθεται από το πλήθος ολόκληρο, τότε το κράτος αποκαλείται δημοκρατία, αν η συνέλευση συντίθεται από ορισμένα μέλη που επιλέγονται τότε αποκαλείται αριστοκρατία και αν τέλος η φροντίδα της διαχείρισης των δημοσίων πραγμάτων και κατά συνέπεια του κράτους βρίσκεται στα χέρια ενός τότε το κράτος αποκαλείται μοναρχία» (Tractactus Politicus (TP) II.17)[7]. Η κυριαρχία ανήκει εξ ορισμού στο πλήθος που είναι κτήτοράς της και όχι όπως ο μονάρχης ή η αριστοκρατία που είναι απλώς κάτοχοί της κατ’ ανάθεση: «[…] το δικαίωμα του κράτους ή κυριαρχία δεν είναι τίποτε άλλο παρά το δικαίωμα της ίδιας της φύσης που καθορίζεται από τη δύναμη όχι του καθένα αλλά του πλήθους […]» ( TPIII, 2 ). Το αξιοσημείωτο είναι ότι ο Σπινόζα διακρίνει το «δικαίωμα» του κυρίαρχου στην κυριαρχία από την έννοια της κυριαρχίας που γίνεται αντικείμενο κτήσης ή κατοχής. Αν και δύσκολη η διάκριση κράτους και κυριαρχίας, γίνεται στον Σπινόζα ορατή.[8]
Ως προς τις έννοιες «άτομο» και «κράτος», γράφει σχετικά ο Balibar, παρουσιάζοντας το έργο του Σπινόζα, είναι αφηρημένες και αποκτούν νόημα μόνον σε συνάρτηση η μία με την άλλη. Καθεμιά τους εκφράζει όμως οριστικά έναν τρόπο με τον οποίο η δύναμη του πλήθους πραγματοποιείται ως τέτοια.[9] Το πλήθος αποτελείται τόσο από τους άρχοντες όσο και από τους αρχόμενους, μόνο που η διάκριση αυτή δεν αγγίζει το ίδιο, αφού το μόνο που τον ενδιαφέρει είναι, τελικά, η ικανοποίηση της επιθυμίας του, να αυτό-κυβερνηθεί, να αυξήσει δηλαδή τη δύναμή του.[10]
Το πλήθος (multitudo) είναι για τον Σπινόζα η απόλυτη εξουσία, το ολοκληρωτικά απόλυτο (omnino absolutum): «Αν υπάρχει μια απόλυτη εξουσία, αυτή δεν μπορεί να είναι άλλη από αυτήν που έχει ολόκληρη στα χέρια του το πλήθος»[11]. Η δύναμή του προκαλεί φόβο στο κράτος, γι’ αυτό και φροντίζει να το καταστήσει όσο γίνεται λιγότερο επίφοβο, ώστε να κρατήσει για τον εαυτό του την μεγαλύτερη ελευθερία. Το πλήθος είναι κάτοχος μιας τρομακτικής εξουσίας, που είναι απόλυτη και απεριόριστη και μπορεί να στραφεί και εναντίον του εαυτού του, αφού κινητήρια δύναμη της άσκησής της είναι τα πάθη και οι επιθυμίες του. Ενυπάρχει ως δύναμη αληθινή και πραγματική σε κάθε κράτος και σε κάθε μορφή πολιτικής.[12] Είναι ταυτόχρονα η βαθύτερη -αν και όχι πάντα πρόδηλη- αλήθεια και η πραγματικότητα όλων των πολιτευμάτων και βέβαια η ουσία του δημοκρατικού πολιτεύματος, έτσι ώστε δημοκρατία και πλήθος να δηλώνουν ένα και το αυτό πράγμα[13]. Δημοκρατία θα μπορούσε να ονομαστεί η συντακτική εξουσία του πλήθους όταν εκδηλώνεται ως κυριαρχία και απόλυτη εξουσία, χωρίς μεσολάβηση νομική ή κρατική[14].
Με αυτήν την τελευταία έννοια εκλαμβάνει το πλήθος και ο Νέγκρι και την αναπτύσσει για πρώτη φορά αυτοτελώς στο έργο του «Συντακτική εξουσία».[15] Για τον ίδιο, η δράση του πλήθους εντάσσεται στη συνέχεια της συντακτικής εξουσίας, όπως αυτή πρωτοεμφανίστηκε στη Γαλλική και στην Αμερικανική Επανάσταση, ως δύναμη δημιουργική κοινωνικής χειραφέτησης ή απελευθέρωσης, που επιθυμεί με πάθος να πραγματώσει ένα πολιτικό σχέδιο. Το συντακτικό πάθος του πλήθους, παρακινεί το ίδιο να γίνει το απόλυτο υποκείμενο της διαδικασίας κραταίωσης της δύναμής του.[16] Το ζητούμενο πάντως για τον Νέγκρι δεν είναι η ενότητα του πλήθους αλλά η δύναμή του, η οποία βασίζεται στη διάχυσή του και στην πολλαπλότητά του. Η δύναμη πάντως της συντακτικής εξουσίας έγκειται όχι στην πολλαπλότητα των ατόμων ή του καθένα ξεχωριστά που συγκροτεί και συνθέτει η ίδια, αλλά στο συμπαγές του πλήθους που εκφράζει. Ο ατομισμός διαλύει την συντακτική εξουσία, η οποία είναι εξ ορισμού δημοκρατική και ποτέ φιλελεύθερη. Η συντακτική εξουσία ουδετεροποιείται από τον ατομικισμό.[17] Παράλληλα είναι η ίδια ατίθαση και αντίθετη απέναντι σε κάθε διαδικασία συνταγματική. «Σε καμία περίπτωση η συντακτική εξουσία δεν δέχεται από μόνη της να υποταχθεί μόνιμα στους συνταγματικούς καταναγκασμούς της συνταγματικής ζωής» ή ενός Συντάγματος. Γι αυτό και το πλήθος ως δύναμη συντακτική είναι εξ ορισμού αντίθετη σε κάθε μορφή οργάνωσης και ορθολογικής τακτοποίησης της δύναμής του. Για τον Νέγκρι ο συνταγματισμός καταστρέφει την συντακτική εξουσία. Ο φόβος και η δύναμη του πλήθους συγκροτούν, άλλωστε, τον συνταγματισμό, ως ορθολογικό εργαλείο αντιμετώπισης της απόλυτης δύναμής του. Η «συντακτική εξουσία είναι μία δύναμη δημιουργική και απελευθερωτική μαζί, που συγκροτεί την κοινωνία ταυτίζοντας το πολιτικό με το κοινωνικό ή ενοποιώντας τα με δεσμούς οντολογικούς».[18]
Την έννοια όμως του πλήθους αξιοποιεί πλήρως ο Νέγκρι, αρχικά, στο βιβλίο που έγραψε από κοινού με τον Χάρντ, την «Αυτοκρατορία», αρχικά και αργότερα, στο «Πλήθος» όπου το πλήθος, ως παγκόσμια πλέον δύναμη, αποτελεί τη μόνη «αντιεξουσία» απέναντι στην πλανητική κυριαρχία της Αυτοκρατορίας. Αντιλαμβάνεται το πλήθος -όπως και ο Σπινόζα- ως τη δύναμη στην οποία κάθε εξουσία και κάθε αρχή είναι ενσωματωμένη και από την οποία πηγάζουν και οι δύο. Για τον Νέγκρι πάντως, το πλήθος υπάρχει και δρά απέναντι στην παντοδύναμη αυτοκρατορική κυριαρχία, χωρίς καμία μεσολάβηση ή οργανωτική μορφή και κυρίως χωρίς τη μεσολάβηση του κράτους.
Προτού όμως καταλήξουν στη διαπίστωση αυτή, οι Νέγκρι και Χαρντ αναγκάζονται να αντιδιαστείλουν τις έννοιες «λαός» και «πλήθος». Η διάκριση που κάνουν είναι ιδιαίτερα διαφωτιστική. Υπογραμμίζοντας, στην αρχή ότι η έννοια του λαού είναι προϊόν του κράτους-έθνους, σημειώνουν ότι οι δύο αυτές έννοιες είναι πολύ διαφορετικές μεταξύ τους.[19] Τη διαφορά μεταξύ των δύο την είχε ήδη επισημάνει ο Χόμπς στο θεμελιώδες έργο του «Πολίτης»[20].
Βασιζόμενοι σε χωρίο που παραθέτουν του Χόμπς, οι δύο συγγραφείς της Αυτοκρατορίας, διευκρινίζουν στη συνέχεια ότι το «πλήθος είναι μια πολλαπλότητα, ένα σύνολο από ατομικότητες, ένα ανοιχτό παιγνίδι από σχέσεις, το οποίο δεν είναι ομοιογενές ούτε ταυτόσημο με τον εαυτό του και φέρει μαζί του μία σχέση αδιάκριτη, ενσωματωτική σε όλους αυτούς που είναι έξω από το ίδιο. Ο λαός τείνει από την φύση του στην ταυτότητα και στην εσωτερική ομοιογένεια, και με αυτήν την μορφή προβάλλει την διαφορετικότητά του σε κάθε τι που είναι έξω από αυτόν αποκλείοντάς το. Ενώ το πλήθος είναι μια σχέση συντακτική που δεν είναι συγκεφαλαιωτική, ο λαός είναι μία σύνθεση που συγκροτείται και προετοιμάζεται από την κυριαρχία. Ο λαός προσφέρει θέληση και δράση, που είναι ανεξάρτητες από τις θελήσεις και τις ποικίλες δράσεις του πλήθους, και συχνά σε σύγκρουση μαζί τους. Κάθε έθνος οφείλει να κάνει το δικό του πλήθος λαό».[21]
Για την Αυτοκρατορία, λοιπόν, το πλήθος «συντίθεται από πολλαπλές και ποικίλες υποκειμενικότητες, παραγωγικές και δημιουργικές της παγκοσμιοποίησης». Αποτελείται από ένα σύνολο από ομάδες και άτομα, που είναι υποταγμένα στη βιοπολιτική εξουσία και γίνονται αντικείμενο εκμετάλλευσης του κεφαλαίου. Όλα μαζί αντιτίθενται στην Αυτοκρατορία. Για την ακρίβεια το πλήθος στην παγκοσμιοποιημένη αγορά είναι μια «δύναμη δημιουργική που στηρίζει μεν την Αυτοκρατορία, αφού δημιουργείται από αυτήν και ταυτόχρονα μια δύναμη που καλεί και καθιστά αναγκαία την καταστροφή της».[22]
Την πλέον ολοκληρωμένη όμως εικόνα του πλήθους μας τη δίνουν οι ίδιοι συγγραφείς στο μεταγενέστερο, ομώνυμο, έργο τους. Εκεί προβαίνουν σε μια θεμελιώδη μεθοδολογική διάκριση. Διευκρινίζουν ότι την έννοια του πλήθους την προσλαμβάνουν με δύο αλληλοσυμπληρωνόμενες σημασίες.[23] Με την πρώτη σημασία που ονομάζουν οντολογική, το πλήθος υπάρχει sub specie aeternitatis, ως είδος που διαιωνίζεται, ως δύναμη που αναζητά διαρκώς την απόλυτη ελευθερία. Τα ανθρώπινα όντα κατά τη διάρκεια της ιστορικής τους ύπαρξης αναζητούν, επιδιώκουν και παλεύουν μέσα από εξεγέρσεις, επαναστάσεις και αγώνες να καταργήσουν κάθε εμπόδιο και κάθε όριο στην ελευθερία τους. Αντιτάσσονται διαρκώς σε κάθε είδους καταπίεση και εξουσίαση. Το πράττουν, ατομικά και πληθυντικά, ως άτομα μοναδικά και ως πολλαπλότητα, παρακινούμενοι από το πάθος τους και από τη λογική τους. Με αυτήν την έννοια το «πλήθος είναι αιώνια παρόν».
Με τη δεύτερη σημασία το πλήθος εκλαμβάνεται στην ιστορική του διάσταση, ως οντότητα πολιτική. Εδώ το πλήθος προσλαμβάνεται στην ιστορική του στιγμή, διαμορφώνει την ύπαρξή του μέσα από τις ιστορικές συνθήκες, οικονομικές, νομικές, πολιτισμικές, που δρά. Γίνεται αντιληπτό ενόψει ενός κοινού πολιτικού σχεδίου, που ενστερνίζεται, και το οποίο διαμορφώνεται σταδιακά μέσα από ατέρμονες δράσεις και διαδραστικές ενέργειες. Σφυρηλατείται μέσα από τις αντιστάσεις του και τις κοινωνικές επιδιώξεις του για ένα κοινό μέλλον.
Το πλήθος στην πολιτική του διάσταση δεν καταργεί τη διαφορετικότητα ούτε τη μοναδικότητα των ατόμων και των ομάδων, από τις οποίες συντίθεται. Αντίθετα, οι «έννοιες της μοναδικότητας και της διαφορετικότητας» συνυπάρχουν στο «είμαστε και γινόμαστε όλοι μαζί, από κοινού». Γύρω από αυτή την κοινή ύπαρξη και προοπτική αρθρώνεται το πλήθος. Το πλήθος δεν αποκλείει κανέναν, περικλείει τους πάντες. Έχει ανάγκη, ωστόσο, για να υπάρξει από ένα «κοινό» πολιτικό σχέδιο, από ένα σχέδιο που διαμορφώνει το ίδιο αυτόνομα, χωρίς οργανωτικές και θεσμικές διαμεσολαβήσεις, μέσα από την κοινή δράση και αντίσταση σε κάθε είδους καταπίεση. Με τον τρόπο αυτό παράγεται και αναπαράγεται ένα «κοινό είναι», ένας «κοινός εαυτός».
Το πλήθος στην πολιτική του διάσταση έχει την ικανότητα να εμπεριέχει μέσα του και την ατομικότητα και την πολλαπλότητα, να συνδυάζει το Ένα και το Πολλαπλό.[24] Αυτό που χαρακτηρίζει όμως το πλήθος την εποχή της παγκοσμιοποίησης είναι ότι δημιουργεί λόγω της θέσης του στη διαδικασία της βιοπολιτικής αναπαραγωγής, τον ιδεατό τόπο του «κοινού».
Η έννοια του «κοινού» προσιδιάζει μεν στην έννοια του «δημόσιου κοινού», είναι όμως κάτι διαφορετικό από τον κοινό τόπο όσο και από τη δημόσια σφαίρα. Αντιδιαστέλλεται εξάλλου τόσο προς το δημόσιο όσο και προς γενικό συμφέρον και κείται πέραν της διάκρισης του δημόσιου και ιδιωτικού, του δημόσιου ή γενικού συμφέροντος. Η υπέρβαση της διάκρισης δημόσιου-ιδιωτικού δεν σημαίνει ούτε συνεπάγεται και κατάργηση της διάκρισή τους ούτε εξάλειψη της αντιπαράθεσής τους. Σημαίνει απλώς ότι η ιστορική εξέλιξη αναδεικνύοντας την πλανητική διάσταση των προβλημάτων που αντιμετωπίζει η ανθρώπινη διαβίωση και επιβίωση κάνει ταυτόχρονα ορατό τον «κοινό» χαρακτήρα των προβλημάτων αυτών. Δείχνει τη τεράστια σημασία που έχουν για όλους τους ανθρώπους λόγου χάρη ορισμένα «κοινά σε όλους αγαθά», όπως είναι π.χ. οι πηγές ενέργειας, το νερό, ο ηλεκτρισμός, οι συγκοινωνίες και πάνω από όλα η οικολογική ισορροπία του πλανήτη. Η βιώσιμη ανάπτυξη αποβλέπει παραδείγματος χάρη στην προστασία και στη διατήρηση ακριβώς αυτών των κοινών αγαθών, ως περιβαλλοντικών αγαθών ζωτικής σημασίας για το κοινωνικό σύνολο.
«Σε αντίθεση με το γενικό συμφέρον, θεμέλιο του νομικού δόγματος του κράτους-έθνους, το «κοινό συμφέρον» είναι στην πραγματικότητα προϊόν του πλήθους».[25] Και συνεχίζουν οι δύο συγγραφείς τονίζοντας ότι «το κοινό συμφέρον δηλώνει την ανάδυση μιας νέας μορφής κυριαρχίας, μιας δημοκρατικής κυριαρχίας στους κόλπους της οποίας οι κοινωνικές μοναδικότητες ελέγχουν δια μέσου των βιοπολιτικών δραστηριοτήτων τους τα κοινά αγαθά και τις κοινές υπηρεσίες, οι οποίες εξασφαλίζουν την αναπαραγωγή του ίδιου του πλήθους. Περνά έτσι κανείς από το Res publica στο Res communis».[26]
Η υλική βάση του πλήθους, το κοινωνικό στήριγμά του είναι η άϋλη εργασία, η οποία έχει αποκτήσει ηγεμονική θέση στην εποχή μας με τις νέες τεχνολογίες και τις τρομακτικές δυνατότητες της πληροφορικής και της επικοινωνίας. Η βιομηχανική εργασία και το εργοστάσιο, μορφή και τόπος εργασίας προνομιακός της εργατικής τάξης, ιδίως τον 19ο αιώνα, παραχωρεί την ηγεμονική θέση της σε άλλες μορφές εργασίας, που εξακολουθούν μεν να παράγουν υπεραξία και να υπόκεινται στην κηδεμονία και τους νόμους του κεφαλαίου, με άλλους όμως τρόπους παραγωγής και διαφορετικές σχέσεις εργασίας, καθώς και με άλλες μορφές αλληλεξάρτησης και δικτυακής ή συνεργατικής διάδρασης μεταξύ των παραγωγών.[27]
Το πιο ενδιαφέρον όμως για το θέμα μας τμήμα του βιβλίου των Νέγκρι και Χαρντ βρίσκεται στην αντιδιαστολή που κάνουν μεταξύ λαού και πλήθους, πριν φτάσουν στον μακρύ δρόμο για τη Δημοκρατία, ακολουθώντας και εδώ πιστά τα βήματα του Σπινόζα.
Προηγουμένως είχαν διευκρινίσει ότι το πλήθος είναι και αυτό μια κατηγορία ταξική, μόνον που διαφέρει ριζικά από τις παραδοσιακές τάξεις, την εργατική και την αστική, σε δύο τουλάχιστον σημεία. Πρώτον, διότι είναι μια έννοια ανοικτή στην κοινωνία και ενσωματωτική, δεν αποκλείει, περικλείει εν δυνάμει το σύνολο της κοινωνίας. Και δεύτερον, από το γεγονός κυρίως ότι καταφέρνει να συνδέσει στους κόλπους του την ατομικότητα με την πολλαπλότητα. Ο ορισμός του δεν ταλαντεύεται μεταξύ ενότητας και πολλαπλότητας, διότι φτιάχνεται το ίδιο από πολλαπλές μοναδικότητες που δρουν από κοινού. Είναι η κοινή δράση και η πάλη ενόψει ενός κοινού πολιτικού σχεδίου ή σκοπού, που ενώνει το πλήθος και του χαρίζει πολιτική υπόσταση. Με την έννοια αυτή το πλήθος δεν υπάρχει πολιτικά παρά μέσα από την ταξική πάλη και την κοινή πολική δράση.[28]
Από την εισαγωγή ήδη του βιβλίου τους οι δύο συγγραφείς διευκρινίζουν πως η έννοια πλήθος διακρίνεται από τις ομοταγείς έννοιες «λαός», «μάζα» και «εργατική τάξη». «Ο λαός», γράφουν, «έχει, παραδοσιακά, σημασία ενωτική. Ο πληθυσμός μιας χώρας χαρακτηρίζεται από κάθε είδους διαφορές, αλλά ο λαός ανάγει τη διαφορετικότητα σε μια ενότητα και κάνει τον πληθυσμό μια μοναδική ταυτότητα: ο λαός είναι ένας. Το πλήθος αντίθετα είναι πολλαπλό. Το πλήθος συντίθεται από αμέτρητες διαφορές εσωτερικές, που δεν μπορούν να αναχθούν σε μια ενότητα ή σε μια ταυτότητα μοναδική, όπως ο λαός -διαφορές κουλτούρας χρώματος, εθνότητας, φύλου και σεξουαλικότητας αλλά και διαφορές μορφής εργασίας, διαφορές τρόπου ζωής, διαφορές ως προς τις θεωρήσεις του κόσμου, διαφορές επιθυμιών. Το πλήθος είναι μια πολλαπλότητα διαφορών μοναδικών».
Η «μάζα ή οι μάζες», με τη σειρά τους, αντιτίθενται και αυτές στο λαό, στο μέτρο που δεν μπορούν «να αναχθούν σε μια ενότητα ή σε μια ταυτότητα[…]. Η ουσία των μαζών είναι η μη διαφορετικότητα: όλες οι διαφορές ισοπεδώνονται, πνίγονται στη μάζα. Όλα τα χρώματα που έπαιζαν στους κόλπους του πληθυσμού λειώνουν στο γκρί. Οι μάζες γίνονται ικανές να δράσουν όταν σχηματίσουν μια μάζωξη αδιάκριτη και ομοιόμορφη. Στο πλήθος αντίθετα οι κοινωνικές διαφορές παραμένουν διαφορετικές[…]». Τέλος, και η έννοια της εργατικής τάξης διαφέρει και αυτή ριζικά από το πλήθος, διότι «καταλήγει να είναι μια έννοια αποκλειστική, διακρίνοντας και αποκλείοντας από τους κόλπους της όχι μόνον τους εργαζόμενους που έχουν τα μέσα και δεν έχουν ανάγκη για να ζήσουν να εργαστούν, αλλά και όλους τους άλλους τύπους των εργαζομένων».[29]
Οι δύο συγγραφείς καταλήγουν ανακεφαλαιώνοντας: «Στο μέτρο που το πλήθος δεν αποτελεί μια ταυτότητα, όπως ο λαός ούτε μια ομοιόμορφη μάζα, οι εσωτερικές διαφορές του πλήθους οφείλουν να ανακαλύψουν το «κοινό» που θα τις επιτρέπει να επικοινωνούν και να δρούν ως σύνολο όλες μαζί. Το κοινό που έχουμε άλλωστε όλοι από κοινού δεν ανακαλύπτεται δημιουργείται».[30]
2. Μια σύντομη κριτική αξιολόγηση της ιδέας «Δημοκρατία του πλήθους»
Σκοπός, τελικά, του βιβλίου δεν είναι η περιγραφή και η ανάλυση του πλήθους. Δεν έγραψαν κοινωνιολογική πραγματεία. Ο στόχος τους είναι καθαρά πολιτικός. Βλέπουν το πλήθος, κυρίως, ως πολιτικό υποκείμενο, το οποίο στη θέση του προλεταριάτου και αντ’ αυτού, μπορεί, όπως περίπου εκείνο, να αναλάβει τον ιστορικό ρόλο να πραγματοποιήσει το πολιτικό σχέδιο της Δημοκρατίας, να υλοποιήσει το ιδεώδες της κυβέρνησης όλων από όλους. Έχει τη δυνατότητα να το κάνει λόγω της μοναδικής θέσης που κατέχει το πλήθος στη διαδικασία της βιοπολιτικής αναπαραγωγής: παραγωγή όχι μόνον υλικών αγαθών αλλά και άϋλων, τρόπων και συνηθειών ζωής, πολιτικών και πολιτιστικών αξιών, καθώς και πρακτικών και μορφών ζωής και εργασίας.
Εκπλήσσεται όμως κανείς διαβάζοντας το βιβλίο μέχρι το τέλος και διαπιστώνοντας ότι στόχος του είναι η πραγμάτωση της ιδέας της δημοκρατίας. Εκπλήσσεται, πολλαπλά, κυρίως αυτός που ξέρει τη σκέψη και τα έργα του βασικού του συγγραφέα του Τόνι Νέγκρι, ενός μαρξιστή που αυτοαποκαλείται μεταμαρξιστής, ο οποίος γνωρίζει όσο λίγοι την σκέψη του Μαρξ, τις οικονομικές του αναλύσεις, την χειραφετική δύναμη που απέδιδε στην εργατική τάξη και γενικότερα στο προλεταριάτο. Εκπλήσσεται, διότι ανακαλύπτει ανεπάντεχα ότι σκοπός του πλήθους και της ανθρωπότητας δεν είναι πλέον ο σοσιαλισμός ούτε ο κομμουνισμός αλλά η δημοκρατία. Όσοι θυμούνται την πλούσια μαρξιστική φιλολογία που αναπτύχθηκε γύρω από την δημοκρατία και τη λυσασμένη κριτική που της ασκήθηκε, στο όνομα του σοσιαλισμού, όχι μόνον ως ιστορική μορφή αλλά και ως ιδεώδες της ανθρωπότητας, μένουν κυριολεκτικά άφωνοι διαβάζοντας και ξαναδιαβάζοντας -σαν να μην πιστεύουν τα μάτια τους- τα όσα γράφονται για τη δημοκρατία χωρίς κανένα πρόσθετο προσδιορισμό. «Στόχος μας βασικός είναι να επεξεργαστούμε τις εννοιολογικές βάσεις πάνω στις οποίες ένα νέο σχέδιο δημοκρατίας μπορεί να σταθεί και να οικοδομηθεί. Θέλουμε να πείσουμε τον αναγνώστη ότι σήμερα μια δημοκρατία του πλήθους δεν είναι μόνον αναγκαία αλλά και δυνατή».[31]
Ο στόχος τους είναι, βέβαια, εξαιρετικά φιλόδοξος και μεγαλεπήβολος για να τον πετύχουν οι δύο συγγραφείς. Είναι επίσης και εξαιρετικά δύσκολος ώστε ακόμη και ο πιο καλόπιστος και προσεκτικός αναγνώστης δύσκολα πείθεται. Άλλωστε το βιβλίο γραμμένο με αυτόν τον σκοπό υστερεί σε σχέση με τις μεγάλες προσδοκίες που δημιουργεί, διότι τελικά τελειώνει εκεί απ’ όπου θα έπρεπε να αρχίσει. Χρειάζεται, γράφουν, μια νέα επιστήμη της Δημοκρατίας, να ξαναδούμε όλες τις έννοιες της Δημοκρατίας, λαϊκή κυριαρχία, αντιπροσώπευση, διάκριση των εξουσιών, δικαιώματα, εξουσίες: «Η δημοκρατία έχει ανάγκη μιας ριζικής ανανέωσης και μιας νέας επιστήμης».[32]
Είναι εντυπωσιακό, πράγματι, το ότι ο μεταμαρξιστής Νέγκρι ανακάλυψε στο ύστερο έργο του τη Δημοκρατία. Δείχνει όχι μόνον πόσο αδογμάτιστη σκέψη έχει άλλα και πόση δύναμη πνευματικής δημιουργίας διαθέτει. Δεν μπορούσε να περιμένει κανείς μια ολοκληρωμένη θεωρία για τη Δημοκρατία. Αρκεί όμως -και αυτό τον διακρίνει από τους άλλους μαρξιστές- ότι κατέληξε στην βαρυσήμαντη διαπίστωση ότι μας χρειάζεται μια νέα επιστήμη της Δημοκρατίας που να μας αναλύει όχι μόνον πόσο αναγκαία είναι η δημοκρατία αλλά και με ποιους τρόπους και με ποια μορφή θα πραγματοποιηθεί.
Η συμβολή του ωστόσο σταματά εκεί, διότι δεν μας δείχνει ούτε την πορεία πραγμάτωσής της, τη μετάβαση από το ένα είδος στο άλλο, ούτε το πώς θα μεταβούμε.
Αφιερώνει, βέβαια, πολλές σελίδες για να δείξει την ανεπάρκεια και τις αντιφάσεις της σύγχρονης δημοκρατίας και ειδικά της αντιπροσώπευσης. Δεν καταλήγει όμως, παρόλο που το προσπαθεί, σε μια νέα διαφορετική εννοιολογική επεξεργασία και σύλληψη της αντιπροσώπευσης σε επίπεδο παγκόσμιο, ούτε της εθνικής δημοκρατίας. Τα όσα γράφει κριτικάροντας αναλυτικά τις προτάσεις για τη μεταρρύθμιση των Ηνωμένων Εθνών είναι ανεπαρκή, διότι είναι αποσπασματικά και σκόρπια, και δεν οδηγούν ούτε καν σκιαγραφούν κάποια πορεία προς μια ‘παγκόσμια’ αντιπροσώπευση ούτε σε μια δημοκρατία διαφορετική από την φιλελεύθερη.
Το τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίο τους περιέχει ωστόσο σκέψεις που είναι αξιοπρόσεκτες και αξίζει τον κόπο να μελετηθούν. Οι έννοιες του «πλήθους» και της «δημοκρατίας του πλήθους» καθώς και η κριτική που κάνει στο σοβιετικό καθεστώς και στη λενινιστική σκέψη έχουν μεγάλη αξία.[33] Η επιστροφή που μας καλεί εξάλλου να κάνουμε στο 18ο αιώνα είναι εξίσου σημαντική. Διότι δεν μας καλεί να εφαρμόσουμε ή να μεταφέρουμε, έτσι όπως είναι, τις κατηγορίες της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας στην παγκόσμια δημοκρατία, αλλά να κατασκευάσουμε, να επινοήσουμε νέες μορφές δημοκρατίας, αντιπροσώπευσης κλπ., που να ανταποκρίνονται στις νέες συνθήκες εργασίας και επικοινωνίας, όπως έγινε την εποχή εκείνη σε σχέση με την αρχαία δημοκρατία. «Η νέα επιστήμη της Δημοκρατίας πρέπει να είναι μια επιστήμη του πλουραλισμού και της υβριδικής ανάλυσης, μια επιστήμη της πολλαπλότητας ικανής να ορίσει τον τρόπο με βάση τον οποίο οι μοναδικότητες εκφράζονται πλήρως μέσα από το πλήθος».[34]
Πιστεύω ότι η πιο σημαντική συμβολή του βιβλίου στην «επιστήμη της δημοκρατίας», για να χρησιμοποιήσω μια φράση κλειδί, είναι αυτή ακριβώς η διαπίστωση των συγγραφέων ότι η παγκοσμιοποίηση είναι ο μοναδικός ορίζοντας αλλαγής που μπορούμε να φανταστούμε και ότι η δημοκρατία η μόνη εφαρμόσιμη λύση.[35] Χρειάζεται επομένως να εργαστούμε προς αυτήν την κατεύθυνση με σκοπό τη δημιουργία μιας νέας επιστήμης της κοινωνίας και της πολιτικής. Πρωταρχικός στόχος της νέας αυτής επιστήμης είναι για τους δύο συγγραφείς η καταστροφή της κυριαρχίας, διότι το πλήθος δεν αντιμάχεται απλώς την κυριαρχία, την καταργεί. Δεν συμβιβάζεται με καμία μορφή κυριαρχίας. Είναι το ίδιο το πλήθος, άρνηση ολοκληρωτική της κυριαρχίας και αναγωγής των πολιτικών σχέσεων σε μια μία ενιαία εξουσία, σε έναν κυρίαρχο, είτε είναι ένας είτε λίγοι ή πολλοί. Η αναγωγή της πολιτικής εξουσίας στο «ένα», στο «μοναδικό» είναι δημιούργημα της σύλληψης και της οργάνωσης της κοινωνίας και της πολιτικής γύρω από την έννοια της κυριαρχίας. Η δημοκρατία του πλήθους βρίσκεται στον αντίποδα αυτής της σύλληψης και δεν θα πραγματοποιηθεί παρά μόνον όταν την καταστήσει περιττή: «Μόνον όταν το πλήθος καταστεί ικανό να κυβερνηθεί από μόνο του, να αυτοκυβερνηθεί μπορεί και η δημοκρατία να καταστεί δυνατή».[36]
Χρειάζεται όμως και μια άλλη συνθήκη για να γίνει, την εποχή της παγκοσμιοποίησης, δυνατή η δημοκρατία, μια συνθήκη άϋλη, αλλά τρομακτικά ισχυρή: Θα πρέπει το πλήθος να κατακλυστεί από την επιθυμία, το πάθος της δημοκρατίας, να έχει κυριολεκτικά εμποτιστεί από τη δύναμη της πολιτικής αγάπης. Διότι για τους Νέγκρι και Χάρντ «η θεία αγάπη για την ανθρωπότητα και η ανθρώπινη αγάπη για το Θεό εκφράζονται και ενσαρκώνονται στο κοινό, υλικό, πολιτικό σχέδιο του πλήθους»,[37] την πραγμάτωση της κυβέρνησης όλων από όλους. Και η δημοκρατία του πλήθους είναι «μια πράξη πολιτικής αγάπης».[38] Ξεκινώντας από την πολιτική φιλοσοφία της δύναμης και του Σπινόζα και του Μαρξ ο Τόνι Νέγκρι έχει εναποθέσει τις πολιτικές ελπίδες του στην πολιτική θεολογία της αγάπης. Από τον ουτοπία του κομμουνισμού στο θεόραμα της Δημοκρατίας του πλήθους.
Η παθιασμένη, πράγματι, υπεράσπιση της Δημοκρατίας του πλήθους προκαλεί και διεγείρει πνευματικά. Προσκαλεί τον αναγνώστη σε περίσκεψη και στοχασμό, μα πάνω από όλα σε διάλογο. Εισφέρει πολλά στη μελέτη της δημοκρατίας. Ορισμένα από αυτά τα έχουμε ήδη επισημάνει. Μένει ωστόσο να διατυπώσουμε και ορισμένες απορίες που συνεπάγονται και επιφυλάξεις.
3. Η παγκόσμια δημοκρατία του πλήθους αντιμέτωπη με τη δημοκρατία του δήμου και του λαού.
i. Οι απορίες
Η δημοκρατία του πλήθους στην ουσία υπερβαίνει την έννοια του λαού, την παραμερίζει και την υποκαθιστά. Ενώ όμως το πλήθος συλλαμβάνεται, τελικά, ως έννοια πολιτική και αναλαμβάνει να επιτελέσει στόχους πολιτικούς ενεργώντας ως πολιτικό υποκείμενο, δεν είναι ορατή η πολιτική του φυσιογνωμία ούτε στην μεταβατική περίοδο ούτε στη φάση της πραγμάτωσης της δημοκρατίας. Διότι η έννοια του πλήθους συγκροτείται σε πολιτική οντότητα από μόνη της, αυτόματα χωρίς διαμεσολαβήσεις οργανωτικές και διαδικαστικές.[39] Και μπορεί μεν ο λαός να υπερβαίνεται ως δια μαγείας και να αντικαθίσταται από το πλήθος, η ύπαρξή του όμως στη πολιτική σκέψη του διαφωτισμού είναι καθαρά «συμβατική». Ο λαός είναι προϊόν της πολιτικής κοινωνίας (του κράτους) μέσω ενός κοινωνικού συμβολαίου και της διαδικασίας της αντιπροσώπευσης. Ο λαός με τη πολιτική και νομική σημασία κατασκευάστηκε, διότι το πλήθος, ως πολλαπλότητα, ήταν αδύνατο να αντιπροσωπευτεί χωρίς να γίνει Ένα. Εξάλλου, χωρίς αντιπροσωπευτική δημοκρατία δεν μπορούσε να υπάρξει κανενός είδους κυβέρνηση του πλήθους.
Είναι αλήθεια ότι η διαδικασία της αντιπροσώπευσης έχει απωθήσει και στην πραγματικότητα παραμερίσει την έννοια του πλήθους, αν και πρόκειται για οντότητα υπαρκτή. Η οντολογική ωστόσο σύλληψή της από τον Νέγκρι, καθώς και η αναγωγή της στην ζωντανή εργασία έτσι ώστε να γίνει κατανοητή ως κοινωνικό-οικονομική δύναμη, που καταργεί, μάλιστα, τη διάκριση του οικονομικού από το πολιτικό, και δεν έχει ανάγκη από θεσμικές ή συμβολικές διαμεσολαβήσεις, περιπλέκει αφάνταστα τα πράγματα και δημιουργεί πολλές απορίες.
Η πρώτη απορία μου είναι η εξής: τι είναι αυτό που κάνει στην εποχή της Αυτοκρατορίας το πλήθος να μπορεί να υπάρχει και να δρά χωρίς διαμεσολαβητές και διαμεσολαβήσεις; Η απορία γίνεται επιτακτική, αν ληφθεί υπόψη ότι το πλήθος στην αρχαία δημοκρατία υπήρχε μέσω του Δήμου και της Αγοράς του δήμου και ότι στην αντιπροσωπευτική δημοκρατία το πλήθος για να υπάρξει πολιτικά ως λαός έχει μεταμορφωθεί, όπως περιέγραψε χαρακτηριστικά ο Χόμπς, σε πρόσωπο. Μόνον ως πρόσωπο μπορεί ο Λαός να νοηθεί ως υποκείμενο, φορέας αυτόνομης βούλησης και ως ενότητα πολιτικά ίσων ατόμων.
Πώς μπορεί, αλήθεια, να γίνει το πλήθος «υποκείμενο της ιστορίας», -έτσι όπως το θέλει ο Νέγκρι, αν το θέλει-, καταργώντας, ως τέτοιο, την διάκριση πολιτικής και οικονομίας, εξουσιαστών και εξουσιαζομένων, χωρίς συνείδηση του εαυτού του και της υποκειμενικότητάς του; Και πώς μπορεί να αποκτήσει συνείδηση της δύναμής του χωρίς «πολιτικές» μεσολαβήσεις, χωρίς οργανωτικές συναρθρώσεις; Η απάντηση του Νέγκρι είναι μία: Μόνον έτσι είναι δυνατή και νοητή η κυβέρνηση όλων από όλους. Αυτή όμως η σύλληψη της Δημοκρατίας του πλήθους μοιάζει με θεόραμα και όχι με πραγματοποιήσιμο πολιτικό σχέδιο, που αδιαφορεί εντελώς για το πώς και το πότε της πραγμάτωσής της αλλά και για τη στοιχειώδη επιρροή του στη σύγχρονη πολιτική πραγματικότητα.
Απορίες όμως σοβαρές δημιουργεί και η προίκιση του πλήθους με όλες τις αρετές και τη δύναμη του κόσμου, που μόνον ένας κοσμικός θεός μπορεί να έχει. Το πλήθος κοσμείται με υπερφυσικές ιδιότητες και με μεταφυσικό προορισμό, διακατέχεται και καθοδηγείται από την εμμένεια της κυριαρχίας και της απόλυτης δύναμης.[40] Οι ομοιότητες με τον μεσσιανικό προορισμό του προλεταριάτου είναι προφανείς. Μπορεί, ωστόσο, το πλήθος να υπάρχει και να δρά χωρίς οργάνωση και χωρίς κόμμα δικό του και να μην αποβλέπει, όπως το προλεταριάτο στην εγκαθίδρυση δικού του κράτους; Είναι δυνατόν η «εμμένεια του πλήθους» από μόνης της, αυθόρμητα, πηγαία να κάνει το παγκόσμιο πλήθος να ενεργεί ως ‘Έν’, ως ενιαίο σύνολο, ικανό να αντισταθεί αποτελεσματικά στην Αυτοκρατορία και να οδηγήσει στην κατάλυση και την καταστροφή της και στην χειραφέτηση της ανθρωπότητας; Η απόλυτη ολοκληρωτική δημοκρατία, όπως την οραματίστηκε και την εξήγγειλε ο Σπινόζα, δεν είναι απλώς ένα ουτοπικό ιδεώδες, που βασίζεται και προϋποθέτει την κατάργηση κάθε είδους διαίρεση ή και κάθε είδους ανταγωνισμού, συνιστά παράλληλα και πολιτικό σχέδιο, του οποίου η επιδίωξη ή η προσδοκία της πραγμάτωσής του θα δικαιολογούσε, ως αντίδραση από φόβο και μόνο, την κάθε είδους επίδειξη δύναμης της Αυτοκρατορίας. Το πλήθος κινδυνεύει να μείνει τελικά ανυπεράσπιστο και αβοήθητο μπροστά στη βία και στην παντοκρατορία της Αυτοκρατορίας.
Το ερώτημα πώς, μέσα από ποιες διαδικασίες θα μετατραπεί το πλήθος σε υποκείμενο με επιθυμίες και λόγο ή έστω σε δύναμη συντακτική και δημιουργική, απόλυτη και απεριόριστη, παραμένει αναπάντητο στο έργο του Νέγκρι. Και μόνον το ενδεχόμενο της επιδίωξης μιας παγκόσμιας δημοκρατίας, χωρίς κράτη και λαούς προκαλεί δέος και επιφυλάξεις. Από τη στιγμή, μάλιστα, που αγνοείται πλήρως η κλασσική δημοκρατική κληρονομιά, το «κεκτημένο» της εθνικής δημοκρατίας και δεν αντιμετωπίζεται καν το ερώτημα τι θα γίνουν οι εθνικές δημοκρατίες, όταν οικοδομηθεί με το καλό η δημοκρατία του πλήθους σε παγκόσμιο επίπεδο.
Είναι χρήσιμο αλλά και επίκαιρο προκειμένου να κατανοηθεί η σημασία των αποριών που διατυπώθηκαν, να γίνει μια σύντομη αναφορά στην αρχαία και σύγχρονη δημοκρατία, για να φανεί πώς «υπήρχε» εκεί πολιτικά το πλήθος.
ii. Αρχαία δημοκρατία: ‘πλήθος μεν άρχον’, …‘ο δήμος εστιν κρατών δια της Αγοράς του Δήμου’. Από τον Ηρόδοτο στον Αριστοτέλη–
Στην αρχαία δημοκρατία υπήρχε μια οργανική σχέση δήμου και πλήθους, η δημοκρατία πραγματωνόταν ταυτόχρονα ως αυτοπροσδιορισμός του πλήθους και ως αυτοκυβέρνηση του Δήμου.[41]
Η κυριαρχία, με σημερινούς όρους, ανήκε στο πλήθος, το οποίο αυτοπροσδιορίζεται και αυτοκυβερνιέται διά του δήμου, που αποτελούσε το ενεργό και αδιαίρετο μέρος του πλήθους, χωρίς να είναι ή να δρά ως αντιπρόσωπός του. Ο δήμος ήταν το ίδιο το πλήθος τη στιγμή που ασκούσε την κυριαρχία του, αυτοπροσδιοριζόμενο. Με αυτήν την έννοια η αθηναϊκή δημοκρατία αποτελεί ιστορικό παράδειγμα αυτό-οργάνωσης του πλήθους και αυτό-κυβέρνησης του Δήμου και πρέπει να μελετηθεί από αυτήν την οπτική γωνία.
Ο Ηρόδοτος ταυτίζει, δικαίως, τη δημοκρατία με την πολιτική ισότητα, γι’ αυτό και την αποκαλεί «ισονομία», θεωρεί όμως ως προσδιοριστικό της στοιχείο σε σχέση με τα άλλα πολιτεύματα την στήριξή της στο πλήθος, και εκθειάζοντας την σημασία των «πολλών», υπογραμμίζει ότι «τα πάντα βρίσκονται, ενυπάρχουν στο πλήθος, στους πολλούς». Η θέση αυτή προκύπτει από τη συζήτηση μεταξύ τριών Περσών, του Οτάνη, του Μεγάβυζου και του Δαρείου σχετικά με τη διάκριση των πολιτευμάτων σε μοναρχία, ολιγαρχία και δημοκρατία που περιγράφει στο τρίτο βιβλίο των Ιστοριών του, στη Θάλεια.[42] Η συζήτηση γίνεται με αφορμή τον θάνατο του βασιλιά Καμβύση και την αναζήτηση του καλλίτερου πολιτεύματος. Ο Οτάνης παραθέτοντας τα πλεονεκτήματα της δημοκρατίας, την ορίζει με αναφορά στην κυριαρχία του πλήθους: «Πλήθος μεν άρχον πρώτα μεν ούνομα πάντων κάλλιστον έχει, ισονομίην, δεύτερα δε τούτων των ο μούναρχος ποιέει ουδέν· πάλω μεν αρχάς άρχει, υπεύθυνον δε αρχήν έχει, βουλεύματα δε πάντα ες το κοινόν αναφέρει· τίθεμαι ών γνώμην μετέντας ημέας μουναρχίην το πλήθος αέξειν· εν γαρ τω πολλώ ενί τα πάντα».[43]
Ο λόγος του Οτάνη είναι πολλαπλά επίκαιρος και σημαντικός για τη σύλληψη της δημοκρατίας και τούτο όχι μόνον διότι ταυτίζει την δημοκρατία με την ισονομία ή διότι στέκεται και μιλά στο ‘μέσον’ των Περσών (ες μέσον κατατεθείναι τα πράγματα), συζητά, δηλαδή, τα δημόσια πράγματα εις το «κέντρον» ή στην αγορά της Πόλεως αλλά κυρίως διότι θεωρεί ότι στην πολλαπλότητα ή στο πλήθος βρίσκονται τα πάντα, από εκεί εκπορεύονται όλα. Το κέντρο αναφοράς, η πηγή προέλευσης, η ύπατη βαθμίδα αναγωγής και ενοποίησης όλων των αποφάσεων και των ενεργειών μιας πολιτικής κοινωνίας είναι η ενοποιημένη πολλαπλότητα: «εν τω πολλώ ενί τα πάντα».[44] Η ενότητα αυτή των πολλών παίρνει σάρκα και οστά σε μια αναπαράσταση της πολιτικής και της εξουσίας ως διαβούλευσης με το κοινό, σε έναν τόπο κοινό, στο μέσον δηλαδή μιας δημόσιας Αγοράς.
Πίσω, επομένως, από τον δήμο βρίσκεται το πλήθος: ‘πλήθος μεν άρχον πρώτα μεν ούνομα πάντων κάλλιστον έχει, ισονομίην’ (Ηρόδοτος). Αυτό είναι και κατά τον Αριστοτέλη η πραγματική βάση και η δύναμη της Δημοκρατίας: όταν το πλήθος είναι κύριο της Πόλεως και συμβαίνει να πολιτεύεται εξυπηρετώντας το γενικό συμφέρον, τότε το πολίτευμα καλείται Πολιτεία και είναι το ιδανικό πολίτευμα και πάντως το ορθό πολίτευμα, σε σχέση με τη δημοκρατία η οποία θεωρείται παρέκβαση της Πολιτείας: «όταν δε το πλήθος προς το κοινόν πολιτεύεται συμφέρον, καλείται το κοινόν όνομα πασών των πολιτειών, πολιτεία» (Πολιτικά, 1279a 40-43). Είναι προφανές ότι οι όροι πλήθος και δήμος δεν ταυτίζονται: πλήθος είναι οι πολλοί, ο πολύς λαός, η πολλαπλότητα των οικούντων την πόλη. Το πλήθος ως σύνολο ενωμένο μπορεί και να υπερτερεί ποιοτικά των αρίστων, διότι οι πολλοί, καθένας από τους οποίους δεν είναι σπουδαίος, ενδέχεται όταν συνέρχονται για να αποφασίσουν, να είναι, ως άθροισμα, καλλίτεροι από τους αρίστους.[45] Η αξία -και το στοίχημα μαζί- της δημοκρατίας έγκειται στο ότι εμπιστεύεται την πολλαπλότητα. Στο πολίτευμα αυτό, πάντως, τα πάντα εναποτίθενται στην πολλαπλότητα: «εν τω πολλώ ενί τα πάντα» (Ηρόδοτου Ιστορίαι, ΙΙΙ, Θάλεια, 80-82).
Δήμος είναι, από την άλλη μεριά, το πλήθος των πολιτών που μετέχει ενεργά στα κοινά, το σύνολο των πολιτών που δραστηριοποιούνται στα κοινά. Ο δήμος ενεργεί όχι στο όνομα του πλήθους, αλλά ως πλήθος εν συνελεύσει. Αποτελεί την ενοποιημένη, ενεργό και δραστήρια παρουσία του πλήθους. Υπάρχει χάριν του πλήθους, που είναι ο πραγματικά κυρίαρχος. Μεταξύ πλήθους και δήμου υπάρχει σχέση ταυτότητας και όχι αντιπροσώπευσης. Οι διαφορά των δύο όρων γίνεται σαφέστερη με την αντιπαραβολή, που κάνει ο Αριστοτέλης στην Αθηναίων Πολιτεία. Εκεί η έννοια της αρχαίας Δημοκρατίας αποδίδεται με τρόπο πληρέστερο και εξόχως περιεκτικό:
‘…αφ’ ής διαγεγένηται μέχρι της νυν, αεί προσεπιλαμβάνουσα τω πλήθει την εξουσίαν. Απάντων γαρ αυτός αυτόν πεποίηκεν ο δήμος κύριον και πάντα διοικείται ψηφίσμασιν και δικαστηρίοις εν οίς ο δήμος εστίν κρατών, και γαρ αι της βουλής κρίσεις εις το δήμον ελελύθασιν’[46].
Στη δημοκρατία της Αθήνας, λοιπόν, η εξουσία ή «κυριαρχία», με την σημερινή έννοια του όρου, ανήκει μεν στο ‘πλήθος’, η διοίκηση όμως των κοινών ασκείται οργανωμένα και καθημερινά από τον Δήμο, ο οποίος ως οργανωμένη και άμεση έκφραση του πλήθους εγκαθιστά τον εαυτόν του παντοκράτορα, αυτό-αναγορεύεται ο ίδιος σε κύριο των πάντων και διοικεί με ψηφίσματα και δικαστικές αποφάσεις την Πόλη. Ακόμη και οι προτάσεις της Βουλής στον δήμο φθάνουν για να κριθούν τελικά. Η παντοκρατορία του δήμου είναι κατά τον Αριστοτέλη η πλέον ολοκληρωμένη εκδοχή της αθηναϊκής δημοκρατίας, η οποία όμως υπό την επίδραση κυρίως των δημαγωγών, όταν η εξουσία ασκείται προς το συμφέρων των πολλών ή απόρων και όχι προς το συμφέρον όλων των πολιτών, κινδυνεύει να παρεκκλίνει από την (ιδανική) Πολιτείας και να μετακυλήσει σε τυραννία ή μοναρχία.[47] Αυτό συμβαίνει στις πολιτείες όπου δεν άρχουν οι νόμοι αλλά οι δημαγωγοί.
iii. Η Δημοκρατία της αντιπροσώπευσης: ο λαός κυρίαρχος ως πλασματική μορφοποίηση του πλήθους
Στην αντιπροσωπευτική δημοκρατία η έννοια του πλήθους είναι πλήρως απωθημένη, θα έλεγε κανείς εξαφανισμένη, και όμως είναι παρούσα και υπαρκτή, αφού από αυτήν προκύπτει και σε αυτήν στηρίζεται η έννοια λαός, όπως θα δούμε.
Ο λαός, με την νομική ή πολιτική έννοια του όρου, ως σύνολο πολιτών που έχουν την ίδια ιθαγένεια και ίσα δικαιώματα, ως ενότητα πολιτική και ενιαίο υποκείμενο, είναι ένα δημιούργημα των νεότερων χρόνων, άρρηκτα συνδεδεμένο με τις θεωρίες του κοινωνικού συμβολαίου και με την έννοια της κυριαρχίας, από την οποία προέρχεται και την οποία προϋποθέτει. Φορέας και αντικείμενο της κυριαρχίας ο «λαός» δεν ήταν δυνατόν να νοηθεί ως δρώσα και υπαρκτή υποκειμενικότητα, που θέλει και μπορεί, αν προηγουμένως δεν του αναγνωριζόταν η δυνατότητα να μπορεί με τη θέλησή του να αντιπροσωπευτεί, να μπορεί να εξουσιοδοτεί κάποιο άλλο πρόσωπο, τον αντιπρόσωπό του να ενεργεί και να αποφασίζει στο όνομά του και για λογαριασμό του, σαν να ήταν ο ίδιος «ένα» πρόσωπο.
Η διαδικασία της πολιτικής αντιπροσώπευσης του λαού μέσω εκλογών στο Κοινοβούλιο είναι αυτή που επέτρεψε να αναπαρασταθεί το σύνολο του πληθυσμού που κατοικεί σε μία χώρα ως πρόσωπο με ενιαία βούληση, ως πολιτικό υποκείμενο, κτήτορας και τιτλούχος της κυριαρχίας.
Η πολιτική και νομική πρόσληψη του λαού, ως πολιτικής ενότητας και ως υποκειμένου, αποτελεί αναγκαστικά μια λογική άρνηση του λαού με την εμπειρική ή κοινωνιολογική έννοια. Ο λαός στην εμπειρική του πραγματικότητα ταυτίζεται με το πλήθος ή με τον πληθυσμό μιας χώρας. Είναι ένα σύνολο ατόμων, σχέσεων και καταστάσεων, πολύμορφων και πολλαπλών, διαιρεμένο σε τάξεις και κοινωνικές ομάδες, που σπαράσσονται από τον ανταγωνισμό των συμφερόντων, που εμφορούνται από διαφορετικές αντιλήψεις και ακολουθούν διαφορετικά πολιτισμικά πρότυπα. Ο λαός με τη νομική ή πολιτική του όρου έννοια αποτελεί, αντίθετα, μια λογική κατασκευή, ένα πλάσμα δικαίου, που αντιπαρατίθεται στο λαό με την εμπειρική ή κοινωνιολογική σημασία, δηλαδή προς το πλήθος, που είναι πολύμορφο και πολυσύνθετο με πολλαπλές διαιρέσεις και διαφοροποιήσεις κοινωνικές, με άπειρες θελήσεις και υποκειμενικότητες.
Στο σύγχρονο κράτος, σε όλες του τις μορφές από το απολυταρχικό μέχρι το φιλελεύθερο, και κυρίως στο κράτος της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, ο λαός υπάρχει και γίνεται αντιληπτός ως ενότητα και πολιτικό υποκείμενο που θέλει και μπορεί επειδή αναπαριστάνεται νομικά, ως «νομικό πρόσωπο». Μάταια αναζητείται η ύπαρξη του «λαού» με την σημερινή πολιτική σημασία του όρου στο ιστορικό παρελθόν και αδικαιολόγητα εξομοιώνεται ιστορικά με κοινωνίες, που αγνοούσαν την έννοια λαός ή που την γνώριζαν με την πολιτισμική ή εθνολογική, αποκλειστικά, σημασία του όρου, (ως εθνότητα, ως θρησκευτική κοινότητα, ως έθνος ή «λαό» με κοινή πολιτισμική παράδοση, γλώσσα, έθιμα κλπ). Ο λαός, ως ενότητα πολιτική και σώμα ενιαίο και κυρίως ως πολιτικό υποκείμενο με βούληση, δεν προϋπάρχει του σύγχρονου κράτους και κυρίως της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, ώστε να τον αναζητήσουμε σε προ-αστικές κοινωνίες.[48]
Χάρη στη διαδικασία της αντιπροσώπευσης, τον αποτελεσματικό και μαγικό αυτό μηχανισμό, με βάση τον οποίο εξουσιοδοτείται ένα αντιπροσωπευτικό σώμα ή ακόμη και ένα πρόσωπο, ο μονάρχης να αποφασίζει στο όνομα του έθνους για το σύνολο της κοινωνίας, οι αντιπροσωπεύομενοι μετατρέπονται από άμορφο πλήθος σε νομικά μορφοποιημένο λαό,[49] σε πρόσωπο.
iv. Η νομική υποστασιοποίηση του πλήθους μέσω του λαού και η συμβολή του Χόμπς
Τη διάκριση μεταξύ πλήθους και λαού έχει εισαγάγει και επεξεργαστεί με τρόπο μοναδικό ο Χομπς στο κλασσικό του έργο, ο «Πολίτης ή τα θεμέλια της πολιτικής».[50] Η λέξη πλήθος κατά τον Χόμπς μπορεί να δηλώνει δύο πράγματα ταυτόχρονα: περισσότερα άτομα μαζεμένα, έτσι ώστε το πλήθος ανθρώπων να είναι συνώνυμο με τη συνάθροιση περισσοτέρων ανθρώπων και ταυτόχρονα η ίδια λέξη διατυπωμένη στον ενικό αριθμό να δηλώνει μια ενότητα, ένα πράγμα. Το πλήθος όμως δεν μπορεί να αναχθεί σε ένα πράγμα ή σε ένα πρόσωπο, ούτε μπορούμε να πούμε ότι το πλήθος θέλει, υπόσχεται, κτάται, ενεργεί, κατέχει κλπ., εκτός και εάν τα μέλη αυτού του πλήθους, συμφωνήσουν μεταξύ τους ή οι περισσότεροι συναινέσουν ώστε η θέληση ενός συγκεκριμένου προσώπου να εκληφθεί ως η θέληση όλων ή των περισσοτέρων. Τότε το πλήθος εκλαμβάνεται, γίνεται ένα πρόσωπο που διαθέτει τη δική του θέληση και μπορεί να θέλει, να προστάζει, να αποφασίζει κ.ά. Στην περίπτωση αυτή όμως, γράφει ο Χόμπς, είναι προτιμότερο αυτό το δημόσιο πρόσωπο να το ονομάζουμε «λαό» παρά «πλήθος». Και στο ίδιο βιβλίο λίγο πιο κάτω σημειώνει ότι διαπράττουν σοβαρό λάθος οι κυβερνήσεις που δεν τονίζουν αρκετά τις διαφορές μεταξύ του λαού και του πλήθους: «ο λαός είναι ένα σώμα, ένα πρόσωπο, στο οποίο μπορούμε να αποδώσουμε μια θέληση, μια ιδιαίτερη πράξη, αλλά δεν μπορούμε να πούμε τίποτε παρόμοιο για το πλήθος». «Τα άτομα και οι υπήκοοι είναι αυτό που κάνει το πλήθος». Για το αριστοκρατικό πολίτευμα «πλήθος είναι οι κάτοικοι μιας χώρας ως όχλος», ενώ στην μοναρχία οι υπήκοοι μεν αντιπροσωπεύουν το πλήθος, ο δε βασιλιάς (έστω και αν αυτό φαίνεται εξαιρετικά παράξενο) αυτό που ονομάζω λαό».[51]
Σε άλλο έργο του ιδιαίτερα γνωστό, στον Leviathan, ο ίδιος συγγραφέας δείχνει με αριστοτεχνικό τρόπο τη διαδικασία με την οποία το πλήθος μεταμορφώνεται σε λαό και αποκτά πρόσωπο, γίνεται υποκείμενο. Αυτή δεν είναι άλλη από την αντιπροσώπευση, γράφει: «Ένα πλήθος ανθρώπων γίνεται ένα μόνον πρόσωπο όταν οι άνθρωποι αυτοί αντιπροσωπεύονται από έναν μόνον άνθρωπο ή από ένα μόνον πρόσωπο, και αυτό συμβαίνει με την ιδιαίτερη συναίνεση του καθενός ατόμου, που αποτελεί μέρος αυτού του πλήθους. Διότι, είναι η ενότητα του αντιπροσωπεύοντος, (αυτού που αντιπροσωπεύει) και όχι η ενότητα του αντιπροσωπευομένου, που καθιστά ένα το πρόσωπο και είναι αυτός που αντιπροσωπεύει που προσκτάται προσωπικότητα και δεν αποκτά παρά μόνον μία. Δεν μπορεί να νοηθεί διαφορετικά η ενότητα του πλήθους».[52]
Το σημαντικό είναι εδώ ότι ο λαός με αυτή την μορφή μετέχει στην αντιπροσωπευτική σχέση και αναπαριστάνεται μέσω αυτής ως οντότητα κοινωνικά «ξεζουμισμένη», αποουσιοποιημένη, ως φυσιογνωμία καθαρά τυπική, χωρίς κοινωνικά χαρακτηριστικά, ως νομικό μόρφωμα, ως πλάσμα νομικό. Για την κατασκευή του έγινε αφαίρεση από την κοινωνική του υπόσταση, από τις κοινωνικές ιδιότητες, ανισότητες ή ταξικές διαφοροποιήσεις, από τις ατομικότητες και τις ιδιαιτερότητες, που διατρέχουν και χαρακτηρίζουν ένα κοινωνικό σύνολο.
Η νομική υποστασιοποίηση του λαού ήταν ωστόσο απολύτως αναγκαία για να ταυτιστεί λογικά ο ίδιος με το σώμα που ανέλαβε να τον αντιπροσωπεύει. Με άλλα λόγια η νομική αναπαράσταση του λαού ως υποκειμένου και η αντίστοιχη προσωποποίηση των εκλεγμένων ή διορισμένων αντιπροσώπων από ένα αντιπροσωπευτικό σώμα, το Κοινοβούλιο, (ή ακόμη και από ένα Συμβούλιο Υπουργών ή και από το μονάρχη) πέτυχαν το ακατόρθωτο: την υπέρβαση της αντίθεσης μεταξύ της κοινωνιολογικής ή εμπειρικής έννοιας το λαού και της νομικο-πολιτικής.Έγινε έτσι δυνατή η λογική ταύτιση του πραγματικού και συγκεκριμένου λαού με τον λαό ως αφηρημένη ενότητα ίσων τυπικά πολιτών, ως ένα αριθμητικό σύνολο∙ της plebs (μπλέμπα), με τον populus. Δύο διακριτά και αντιθετικά μεγέθη, από την μία το «πλήθος» και από την άλλη το «έθνος», από την μία ο «πληθυντικός» λαός καθοδηγούμενος από τα πάθη του, ο επιθετικός και αχαλίνωτος όχλος και από την άλλη το σώφρον υποκείμενο της κυριαρχίας, η ενσάρκωση της γενικής θέλησης,[53] βρέθηκαν ενωμένα. Το πρώτο απορροφήθηκε από το δεύτερο. Η πρακτική της πολιτικής αντιπροσώπευσης κατάφερε να συγκεράσει τις δύο αυτές προσλήψεις του λαού, δημιουργώντας έναν «λαό πλασματικό με την νομική έννοια του όρου, ένα σώμα συμβολικό στη θέση ενός λαού πραγματικού, που δεν ανευρίσκεται και δεν αναπαριστάνεται διαφορετικά».[54]
4. Συμπερασματικές σκέψεις: η προοπτική της δημοκρατίας των πολλών και οι αναγκαίες διαμεσολαβήσεις της εξουσίας τους
Στην αρχαία αθηναϊκή δημοκρατία η οργανωμένη και συντεταγμένη παρουσία του πλήθους, ως Δήμου, στην Εκκλησία και στην Αγορά πραγματώνει τη δημοκρατία ως ιδέα και ως πραγματικότητα: τον αυτοπροσδιορισμό του πλήθους μέσω της αυτοκυβέρνησης του δήμου.
Στη σύγχρονη δημοκρατία το ‘πλήθος’ απωθείται, πλήρως, και στην θέση του εμφανίζεται ως μοναδική υπαρκτή πραγματικότητα ο λαός, με την νομική και πολιτική έννοια του όρου, ως σύνολο ατόμων που έχουν την ίδια ιθαγένεια. Ο λαός με αυτήν την έννοια αποτελεί μια νομική και πολιτική κατασκευή, που προκύπτει από την πολιτική αντιπροσώπευση και υπάρχει μόνον μέσω αυτής, απολύτως αναγκαία και αναντικατάστατη για την σύγχρονη δημοκρατία. Στην συνείδηση και στην φαντασία όλων, ο λαός, το συλλογικό αυτό υποκείμενο που θέλει και μπορεί αυτοτελώς και μόνο του, είναι η μόνη υπαρκτή πραγματικότητα, στην οποία θεμελιώνεται και με βάση την οποία λειτουργεί η αντιπροσωπευτική δημοκρατία. Ο λαός με την εμπειρική ή κοινωνική έννοια, ο πληθυντικός λαός, αγνοείται ή απωθείται. Υπάρχει βέβαια «οντολογικά», αλλά ως σύνθετη και πολλαπλή κοινωνική πραγματικότητα, με αντιθέσεις και άπειρες διαφοροποιήσεις με ορατές ομαδοποιήσεις, δηλαδή ως πλήθος, που ζητά ωστόσο συμμετοχή στην εξουσία στο πλαίσιο μιας πλουραλιστικής δημοκρατίας.
Η επανεμφάνιση του πλήθους ως θεμελιώδους κατηγορίας της ‘επιστήμης της δημοκρατίας’ στο έργο του Αντώνιο Νέγκρι είναι πολλαπλά χρήσιμη: «Βοηθά», υπογραμμίζει ο Ιταλός κοινωνιολόγος Paolo Virno, «να εξηγήσουμε έναν ικανό αριθμό σύγχρονων συμπεριφορών. Έπειτα από αιώνες ‘λαού’ και συνεπώς κράτους (εθνικού κράτους, συγκεντρωτικού κράτους, κλπ), επιστρέφει και εκδηλώνεται τελικά ο αντίθετος πόλος, ο ακυρωμένος στις αρχές της νεωτερικότητας. Το πλήθος ως στερνή κραυγή της κοινωνικής, πολιτικής και φιλοσοφικής θεωρίας; Ίσως. Ολόκληρη σειρά από αξιοπαρατήρητα φαινόμενα -γλωσσικά παιγνίδια, μορφές ζωής, ηθικές προδιαθέσεις, προεξάρχοντα χαρακτηριστικά της σημερινής υλικής παραγωγής- δεν γίνονται κατανοητά, αν δεν ιδωθούν από τη σκοπιά του τρόπου ύπαρξης των πολλών».[55]
Η ιστορική προοπτική της δημοκρατίας είναι ανοιχτή, απροσδιόριστη. Ως ιδεατή άλλωστε μορφή συλλογικής συμβίωσης δεν μπορεί να προκαθοριστεί ούτε να οριστεί μια για πάντα. Υπόκειται αενάως σε ‘επανεξέταση’, σε ανακατασκευή σε επαναπροσδιορισμό. Ο τρόπος αυτο-οργάνωσης και αυτοκυβέρνησης των «πολλών» διαρκώς μεταβάλλεται. Η ιστορία ωστόσο της δημοκρατίας έδειξε ότι η ίδια πραγματώθηκε, ως μορφή κυβέρνησης των πολλών, μέσα από «θεσμισμένες» μεσολαβήσεις, μέσα από μεταμορφώσεις και φαντασιακές αναπαραστάσεις: το πλήθος εκφράστηκε και επιβλήθηκε ως εξουσία είτε δια της αγοράς του δήμου είτε διά της πολιτικής αντιπροσώπευσης. Η παγκόσμια δημοκρατία δεν χρειάζεται άραγε και αυτή ανάλογες ή άλλες μορφές μεσολαβήσεων; Ιδού η απορία, που μένει αναπάντητη.
Το ερώτημα που τίθεται σήμερα στην επιστήμη της Δημοκρατίας, για να επανέλθουμε στο έργο των Χάντ και Νέγκρι και στην αφετηρία μας είναι αν η προοπτική της παγκόσμιας Δημοκρατίας, ως δημοκρατίας του πλήθους, θα κτιστεί κατά βάση με τα «υλικά» της αρχαίας και της σύγχρονης δημοκρατία, με ανάλογες ή ριζικά διαφοροποιημένες θεσμικές και φαντασιακές διαμεσολαβήσεις. Οι κατηγορίες της αντιπροσώπευσης, της κυριαρχίας του πλήθους ή του λαού ή των πολλών, της πολιτικής ευθύνης και λογοδοσίας, του δημόσιου χώρου και της δημόσιας σφαίρας σε αντιδιαστολή με την ιδιωτική, των δικαιωμάτων, της ελευθερίας και της ισότητας, που μας κληροδότησε η αρχαία και σύγχρονη δημοκρατία, μαζί με όλες τις κατηγορίες του διαφωτισμού θα εξακολουθήσουν να αποτελούν άραγε τα βασικά συστατικά στοιχεία της επιστήμης της δημοκρατίας; Πώς μπορούν οι πολλοί να κυβερνήσουν και να αυτό-κυβερνηθούν, αν δεν αποτελέσουν μια ενότητα, αν δεν αποκτήσουν μια φωνή και αν δεν γίνουν Ένα ή τουλάχιστον πολλαπλά Ένα, πολλαπλές ενότητες; Πώς μπορεί να γίνει η μετάβαση από το κράτος της πολιτικής δημοκρατίας στο κράτος της πλουραλιστικής δημοκρατίας;
Η συμβολή των Νέγκρι και Χάρντ εντοπίζεται -και δεν είναι αυτό λίγο ούτε ασήμαντο- στην ανάδειξη του «πλήθους» σε κεντρική κατηγορία μιας δημοκρατίας, την οποία χρειάζεται να ανακαλύψουμε ή να επινοήσουμε εκ νέου ή και να ανακατασκεύασουμε εν όψει της παγκοσμιοποίησης της οικονομίας, των επικοινωνιών και της πολιτικής. Άνοιξαν και οι δύο τους μια συζήτηση γύρω από το «πλήθος» και τα γνωρίσματά του, που αξίζει τον κόπο να συνεχιστεί.
Όλα δείχνουν ότι ο δρόμος προς μια παγκόσμια δημοκρατία είναι μακρύς, πολύ μακρύς και οι προοπτικές της αβέβαιες και ίσως ανύπαρκτες. Οι υλικές και λογικές συνθήκες πραγμάτωσής της βρίσκονται, πάντως, ακόμη στα σπάργανα και η σχετική θεωρία μόλις άρχισε να διαμορφώνεται θέτοντας κυρίως απορίες χωρίς όμως ακόμη ικανοποιητικές απαντήσεις.


[1] Προδημοσίευση από τον Τιμητικό Τόμο ‘Ζήση Παπαδημητρίου’, εκδόσεις Σαββάλα, 2011.
Η μελέτη είναι αφιερωμένη στον αγαπητό συνάδελφο από τα παλιά, από τα χρόνια της δικτατορίας, Ζήση Παπαδημητρίου. Πρωτοσυναντηθήκαμε το 1971 στο Ντίσελντορφ στο σπίτι του βαρύτονου Βουτσίνου με αφορμή μια συνάντηση «επαναστατημένων νέων», Ελλήνων του εξωτερικού, με σκοπό τη δημιουργία οργάνωσης και την έκδοση ευρωπαϊκού περιοδικού με τιτλο η «Μαμή» για τη διάδοση της ιδέας της «παγκόσμιας επανάστασης». Η πολιτική εκείνη συνεύρεση δεν κράτησε πολύ, αφού οι οργανώσεις σκορπίστηκαν σχετικά σύντομα μαζί με τα επαναστατικά μας όνειρα. Ξαναβρεθήκαμε στη Θεσσαλονίκη στον Τομέα Δημοσίου Δικαίου και Πολιτικής Επιστήμης, δέκα χρόνια μετά, δάσκαλοι συγγενών μαθημάτων. Συμμεριστήκαμε επί σχεδόν τριάντα χρόνια τις ίδιες ακαδημαϊκές ανησυχίες, κοινούς οραματισμούς αλλά και πολλές απογοητεύσεις. Ως δάσκαλος και ως επιστήμονας ο Ζήσης Παπαδημητρίου, εργάστηκε με αίσθημα ευθύνης και αίσθηση καθήκοντος. Δεν έπαψε, όπως και τότε που τον πρωτογνώρισα, να πιστεύει, να γράφει και να αγωνίζεται για μια ιδέα ουτοπική, μιας ιδανικής κοινωνίας. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο ο τίτλος του τόμου που εκδίδεται προς τιμή του, είναι: ‘Η δημοκρατία μεταξύ ουτοπίας και πραγματικότητας’.
[2] Βλέπε σχετικά για τις σχέσεις αρχαίας και σύγχρονης δημοκρατίας, το σημαντικό έργο του Μ. Σακελαρίου, Η Αθηναϊκή Δημοκρατία, Πανεπιστημιακές εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο, 1999, σ. 3-14, και 593-603. Επίσης βλ. τα κλασσικά έργα των Moses Finley, Démocratie antique et démocratie moderne, Payot, 2003, ιδίως σ. 63-94, Benjamin Constant, De la Liberté des Anciens comparée à celle des Modernes, Librairie Générale Française, 1980, σ. 491-515, τις αναλύσεις του D. Held, Models of Democracy, Oxford, Polity Press, 1987, σ. 23 επ., και 277-283(=και ελληνική μετάφραση, Μοντέλα Δημοκρατίας, Πολύτροπον, 2003), και τη δογματική μαρξιστική θεώρηση του Γ. Ρούση, Αρχαία Δημοκρατία για πάντα νέα, Γκοβόστης, 1999, ιδίως σ. 15-29 και 272-290.
[3] Πρώτα στο λιγότερο γνωστό έργο του (Antonio Negri), Le pouvoir constituant. Essai sur les alternatives de la modernité, Paris, PUF, 1997, σ. 399-340, και έπειτα στο έργο που έγραψε από κοινού με τον M. Hardt (και Ant. Negri), Empire, Exils Editeurs, 2000, σ. 473-496, (ελλ. έκδ.: Αυτοκρατορία, μτφ. Ν. Καλαϊτζής, Αθήνα, Scripta, 2002.).
[4] M. Hardt et A. Negri, Multitude, Paris, La découverte, 10/18, 2004.
[5] Spinoza, Tractatus politicus, Traité politique, Ed. Réplique, Paris, 1979, (ελλ. έκδ. Μ. Σπινόζα, Πολιτική Πραγματεία, μετφ. Άρη Στυλιανού, Πατάκης, 2000. Εξαιρετικά κατατοπιστική για την πολιτική φιλοσοφία του Σπινόζα και ειδικά για την αντίληψή του περί δημοκρατίας είναι η μελέτη του Sτ. Visentin, Il movimento della democrazia: antropologia e politica in Spinoza, στο ‘Oltre la democrazia’, (a cura di G. Duso), Carocci, Roma, 2004, σ. 139-173.
[6] Ο Et. Balibar, («Σπινόζα: Πολιτική και επικοινωνία», στο Σπινόζα, Πολιτική πραγματεία, όπ., σ. 257-294, του ίδιου, Ο Σπινόζα και η πολιτική, μτφρ. Άρη Στυλιανού, Βιβλιοπωλείο της Εστίας, 1996, σ. 53-60 και 90-113), αμφιταλαντεύεται μεταξύ του όρου «μάζα» και «πλήθους». Η πλέον όμως κατατοπιστική μελέτη του ίδιου συγγραφέα για τη συμβολή του Σπινόζα στην θεωρητική επεξεργασία του πλήθους και στη σημασία του τελευταίου όχι μόνο για τη συγκρότηση του κράτους αλλά και για τη σχέση μαζών και κράτους είναι ‘Spinoza, l’anti-Orwell. La crainte des masses’ στο «La crainte des masses », Galillée, 1997, σ. 52-92.
[7] Η απόδοση από τα λατινικά έγινε με βάση τη μελέτη του Ch. Ramond, Spinoza les expressions de la souveraineté, στο Penser la souveraineté, (sous la dir. G. M. Gazzaniga et Y. Ch. Zarka) Librairie J. Vrin, Paris, 2001, σ. 127-140 (138). Στην μελέτη αυτή βρίσκει κανείς κρίσιμα αποσπάσματα από το έργο του Σπινόζα σχετικά με το κράτος, την κυριαρχία και το πλήθος. Πρβλ. και την προσεγμένη ελληνική μετάφραση του ίδιου έργου από τον Άρη Στυλιανού ‘Πολιτική Πραγματεία’, ό.π., κεφάλαιο δεύτερο. αριθ. 17 σ. 107 με εισαγωγή και επίμετρο Γερ. Βώκου και Ετ. Μπαλιμπάρ ).
[8] Περισσότερα για τη σχέση κράτους και κυριαρχίας στη μελέτη του Ramond, που μόλις παραθέσαμε.
[9]Et. Balibar, Ο Σπινόζα και η Πολιτική, σ. 104.
[10] Όπως υπογραμμίζει σχετικά ο Et. Balibar, Spinoza et la politique, Paris, PUF, 1985, ιδίως, σ. 82-86 καιελλ. μτφρ., ό.π., σ. 106.
[11]Spinoza, Tractatus politicus, VIII, 3.
[12] Βλ. σχετικά, Δ. Κοτρογιάννος, Η έννοια της λαϊκής κυριαρχίας στον Σπινόζα, Αξιολογικά, (ειδικό τεύχος), 2, σ. 114 και 122 ( πιο συνεπής στη σκέψη του Σπινόζα θα ήταν ο τίτλος ‘Η έννοια της κυριαρχίας του πλήθους). Τα σημασία της δύναμης του πλήθους για τον ορισμό της δημοκρατίας τονίζει, σωστά, ο Άρης Στυλιανού, (Ελευθερία και δημοκρατία: ο απόλυτος Σπινόζα, στο ίδιο σ. 128) στο ίδιο αφιέρωμα, όπου και φροντίζει να επισημάνει ακόμη ότι η δημοκρατία στον Σπινόζα ταυτίζεται με την κυριαρχία του πλήθους και ότι η δημοκρατία δεν είναι ένα πολίτευμα μεταξύ τριών, αλλά γνώμονας όλων των πολιτευμάτων. Κάτι που θυμίζει φράση από τα νεανικά έργα του Μαρξ ότι «η δημοκρατία υπάρχει σε όλες τις άλλες πολιτικές μορφές (τα πολιτικά καθεστώτα) και είναι σε σχέση με αυτές όπως ο χριστιανισμός με τις άλλες θρησκείες» ( Χειρόγραφα 1842-1843). ,
[13] G. Bras, Un peuple introuvable: Spinoza, στο «De la puissance du peuple», (sous la dir. de Yves Vargas), Le Temps des Cerises, 2000, σ. 145-157 (146). Ένα είναι γεγονός, ότι στον Σπινόζα ο λαός δεν ταυτίζεται με το πλήθος, είναι κάτι το διαφορετικό. Γι΄αυτό και η δημοκρατία στο έργο του ορίζεται από το πλήθος (multitude) (=ex communi multitudine componitur, tum Imperium Democratia appellatur), όπως παρατίθεται από τον Άρη Στυλιανού, Ελευθερία και δημοκρατία: ο απόλυτος Σπινόζα, ό.π., σ. 132.
[14]G. Bras, ό.π., σ. 145. Ο συγγραφέας πάντως αυτός αδυνατεί να εντοπίσει τη διάκριση πλήθους και λαού και έτσι καταλήγει να ταυτίζει το λαό με το πλήθος, ανάγοντας το πρώτο στο δεύτερο και να διαπιστώνει τελικά ότι ο λαός ως πολιτική οντότητα είναι ανύπαρκτος.
[15] Ant. Negri, Le pouvoir constituant. Essai sur les alternatives de la modernité, Paris, PUF, 1997, σ. 399 επ.
[16]Ant. Negri, στο ίδιο, σ. 400-401.
[17]Ant. Negri, στο ίδιο , 409.
[18] Ant. Negri, όπ., 426 και 429.
[19]M. Hardt και Ant. Negri, Empire, σ. 139.
[20]T. Hobbes, De Cive, Κεφ., ΧΙΙ, παραγρ. 8. Βλέπε και πιο κάτω σχετικά.
[21]M. Hardt και Ant. Negri, Empire, σ. 140.
[22]M. Hardt και Ant. Negri, Empire, σ. 93.
[23]M. Hardt και Ant. Negri, Multitude, La découverte, Paris, 2004, σ. 261 επ.
[24]M. Hardt και Ant. Negri, Multitude, σ. 262 και 263.
[25] Idem, σ. 244
[26]Ibidem.
[27] Βλέπε τις σχετικές, εξαιρετικά διαυγείς, αναλύσεις σ. 129-159 και 174 επ. και
[28] Στο ίδιο , σ. 131 επ.
[29]Idem, σ. 8.
[30] Idem, σ. 9.
[31]Idem, σ. 12.
[32]Idem, σ. 285.
[33] Ιδίως σ. 289-201
[34]Idem. σ. 354.
[35]Idem. σ 358
[36]Idem,, σ. 386.
[37]Idem, σ. 397
[38]Idem, σ. 404.
[39] Βλέπε ειδικά για το ζήτημα αυτό, καθώς και για άλλα πολλά ζητήματα που εγείρει ανάγνωση του βιβλίου των M. Hardt και Ant. Negri, Empire, τον συλλογικό τόμο, Debating Empire, edited by G. Balakrishnan, London, Verso, 2003, και ειδικά τις κριτικές παρατηρήσεις της Ellen Meiksins Wood, στην βιβλιοκρισία της, A Manifesto for Global Capital, σ. 61-82.
[40] Βλέπε κριτική της εμμένειας στο έργο των Negri και Hardt από Ernesto Laclau,Είναι δυνατόν να εξηγηθούν οι κοινωνικοί αγώνες εμμενώς; Σύγχρονα Θέματα, 2003, σ. 89-94, όπου επισημαίνεται η παντελής εξάλειψη από την ‘εμμένεια του πλήθους’ του πολιτικού στοιχείου των κοινωνικών αγώνων.
[41] Βλέπε Αντ. Μανιτάκη, Η αθηναϊκή δημοκρατία ως παράδειγμα αυτοπροσδιορισμού του πλήθους μέσω της αυτοκυβέρνησης του δήμου, Τιμητικός τόμος, Ι. Μανωλεδάκη, ΙΙΙ, εκδ. Σάκκουλα, 2007, σ. 41-64
[42] Ηροδότου, Ιστορίαι, ΙΙΙ, Θάλεια, 80-82.
[43] Ηροδότου, στο ίδιο .
[44]Βλέπε σχετικά και τη μελέτη του Genaro Carillo, Nel molto c’ è il tutto. La democrazia nel dibattito sui regimi politici (Erodoto, III, 80, 1-6), σε ‘Oltre la democrazia’, ( a cura di G. Duso), Paris, Carocci, 2004, σ. 31-53.
[45] «…∙ότι δε δει κύριον είναι μάλλον το πλήθος ή τους αρίστους μεν ολίγους δε, δόξειεν αν λύεσθαι και τιν’ έχειν απολογίαν, τάχα δε καν αλήθειαν. Τους γαρ πολλούς ων έκαστός εστιν ού σπουδαίος ανήρ, όμως ενδέχεται συνελθόντας είναι βελτίους εκείνων ουχ ως έκαστον αλλ΄ ως σύμπαντας,..»Αριστοτέλης, Πολιτικά, 1281a 41-1281b3, και W. Kullmann, Η πολιτική σκέψη του Αριστοτέλη, [μετάφραση Α. Ρεγκάκου], Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, 2003, σ. 109-110.
[46] Αριστοτέλης, Αθηναίων Πολιτεία, XLI,
[47] Βλ. Αριστοτέλη, Πολιτικά, 1292a. 10-39, ακόμη W. Kullmann , ό.π., σ. 113, και κυρίως J. de Romilly, La Grèce antique à la découverte de la liberté, Paris, Ed. de Fallois, 1989, σ. 123-140, της ιδιας, Προβλήματα της αρχαίας ελληνικής δημοκρατίας, μετφρ. Αγκαβανάκης, Καρδαμίτσα, 1992, σ. 189 επ. τέλος, Θουκυδίδoυ, Ιστορίαι, ΙΙ, 65, 10
[48] P. Rosanvallon, Le peuple introuvable, Histoire de la représentation démocratique en France, Paris, Gallimard, 1998, σ. 18
[49] Τον μηχανισμό αυτό παρουσιάζει, αξιοποιώντας και το σχετικό χωρίο του T. Hobbes που παραθέτουμε αμέσως μετά, ο M. Fioravanti, Costituzione, Il Mulino, 1999, σ. 80-81, και ο P. Rosanvallon, ό.π., σ. 17.
[50] T. Ηobbes, Le Citoyen ou les Fondements de la politique, Flammarion,1982, κεφ. VI, 1. σ. 149.
[51] T. Hobbes, Le Citoyen, κεφ. ΧΙΙ. 8.
[52] T. Hobbes, Léviathan, χωρίο καταχωρημένο στο δέκατο έκτο κεφάλαιο (γαλλική μετάφραση, .Paris, Sirey, 1971, σ. 166).
[53] P. Rosanvallon, ό.π., σ. 19
[54] P. Rosanvallon, ό.π., σ. 16.
[55]Paolo Virno, Η γραμματική του πλήθους, Αλεξάνδρεια, 2007, σ. 13.

Η Νομική (σχολή) ενώπιον του νόμου και της Δικαιοσύνης

Κώστας Δουζίνας, Καθηγητής Φιλοσοφίας του Δικαίου και Πολιτικής Φιλοσοφίας στο Κολλέγιο Birkbeck του Πανεπιστημίου του Λονδίνου

Η Νομική (σχολή) ενώπιον του νόμου και της Δικαιοσύνης
Ποιος είναι ο ρόλος της νομικής παιδείας, τί σημαίνει το να μαθαίνει κανείς το νόμο; Το πρώτιστο καθήκον των δασκάλων του νόμου είναι να κατανοούν και να διδάσκουν τη γλώσσα της δικαιοσύνης, την αναπνοή, το πνεύμα και την αμεροληψία που θα έπρεπε να κινεί το σώμα του νόμου. Νόμος χωρίς δικαιοσύνη είναι κενό γράμμα, σώμα δίχως ψυχή -υπολείμματα απλώς και ερείπια μιας έντιμης παράδοσης. Ένας δικηγόρος που θέλει να είναι άξιος του ονόματός της, νέμει και κατανέμει. Θέτει τις απαιτήσεις της απούσας δικαιοσύνης και της ιδανικής ισότητας ενώπιον της, πάνω από τα αιτήματα της εξουσίας και των καταχρήσεων του πλούτου. Η δικαιοσύνη εκλείπει όχι μόνο όταν δεν πληρούνται τα κριτήρια, που ο ίδιος ο νόμος έχει θέσει στον εαυτό του, αλλά πολύ περισσότερο όταν το σύνολο της Νομικής (και η διδασκαλία της) δεν λογοδοτεί, η ίδια, στο βωμό της δικαιοσύνης. Δεν θα έπρεπε να χρειάζεται να το θυμίσω αυτό στα παιδιά της Αντιγόνης. Η Θέμιδα, που κοσμεί τα δικαστήρια μας, έχει δεμένα τα μάτια της ακριβώς για να μην δει τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά του προσώπου, που έρχεται ενώπιον του νόμου (τοποθετώντας την αφηρημένη λογική του θεσμού πάνω από τη ζεστή λάμψη της δικαιοσύνης). Η Νομική σχολή από την άλλη πλευρά έχει στο σφυγμό της ένα ανάχωμα ορθάνοιχτο, που κοιτάζει τον άλλο στο πρόσωπο και υπόσχεται άπειρη δικαιοσύνη. Εκείνοι που το ξεχνούν αυτό, όταν διδάσκουν ή ασκούν τη δικηγορία, μετατρέπονται σε λογιστές της εξουσίας και υποχείρια της. Από λειτουργούς του κράτους Δικαίου μετατρέπονται σε υπηρέτες του κράτους. Η απόσταση μεταξύ Κράτους και Κράτους Δικαίου είναι πάντοτε μικρή, αλλά όταν η δικαιοσύνη εκπίπτει του νόμου, τότε τα δύο καθίστανται ταυτόσημα -ο νόμος σαν γλώσσα μιας τρελής από δύναμη κυριαρχίας.
Τί είναι, όμως, δικαιοσύνη; Βλέπουμε ότι μας περιβάλει η αδικία, αλλά συχνά δεν γνωρίζουμε που βρίσκεται η δικαιοσύνη. Η πιο οδυνηρή μαρτυρία της εποχής μας, γι’ αυτό, είναι η ευρέως διαδεδομένη πεποίθηση ότι η δικαιοσύνη έχει εκλείψει. Ότι δικαιοσύνη δεν υπάρχει στα γκέτο της Αθήνας, δεν υπάρχει για τους ανέργους. Ότι ματαιώνεται με την λήψη των μέτρων του ΔΝΤ, τις περικοπές μισθών για τους χαμηλόμισθους και τους συνταξιούχους, ή με την αντιμετώπιση των προσφύγων στα στρατόπεδα του Έβρου και το τείχος, που ετοιμάζεται για να κρατήσει τους φτωχούς εκτός και τους Έλληνες εντός.

Η βίαιη αποβολή της δικαιοσύνης αποδεικνύεται από την πρόσφατη απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, σύμφωνα με την οποία η αποστολή προσφύγων στην Ελλάδα ισοδυναμεί με βασανιστήρια, απάνθρωπη και ταπεινωτική μεταχείριση. Αιτία γι’αυτήν την απόφαση είναι η απάνθρωπη διαβίωση και οι συνθήκες κράτησης, καθώς και το γεγονός ότι η Ελλάδα, ουσιαστικά ποτέ δεν δίνει άσυλο στους αιτούντες πρόσφυγες.

Από το γεγονός ότι το Βέλγιο καταδικάστηκε, επειδή θεώρησε την Ελλάδα ως ένα ανθρωπιστικό κράτος, στο οποίο μπορεί να αποστείλει πίσω έναν Αφγανό πρόσφυγα και τα υπόλοιπα Ευρωπαϊκά κράτη, που στο εξής θα ασχοληθούν με την ελληνική κυβέρνηση, όπως της αξίζει: σαν τον παραβάτη της στοιχειώδους αξιοπρέπειας των εξαθλιωμένων αυτής της γης. Δεν υπάρχει ασυλία στην Ελλάδα -οι πρόσφυγες και οι μετανάστες συλούνται. Το Πανεπιστημιακό άσυλο προσφέρει μια ελάχιστη αποζημίωση για αυτή την πολύ μεγαλύτερη σύληση.
Η δικαιοσύνη θα ναυαγήσει την στιγμή που ο Νόμος και οι πανεπιστημιακοί καθηγητές θα επιχειρήσουν να ʽεκκενώσουνʼ την σχολή της Νομικής από τους απεργούς πείνας που την κατέλαβαν, ώστε να έχουν ένα μέρος να κοιμούνται. Πετώντας έξω τους απεργούς, αυτό που θα πετάξουν έξω από την Σχολή του Νόμου είναι η δικαιοσύνη. Γιατί, τι είναι ακριβώς αυτό που ζητάνε αυτοί οι άνθρωποι μέσα στην σχολή της Νομικής; Να μας κάνουν να προσέξουμε επιτέλους την αδύναμη και ασήμαντη ύπαρξη που έχουν στα δικά μας μάτια. Διεκδικούν τις απαραίτητες συνθήκες εργασίας και διαβίωσης. Την ελάχιστη δυνατή αναγνώριση ότι ζουν εδώ, εργάζονται εδώ, ωστόσο τους μεταχειρίζονται χειρότερα απ’ ότι σε καταδικασμένους σε ισόβια. Αυτό που λένε είναι, απλά, ʽείμαστε εμείς που δεν μας βλέπετε, δεν μας λαμβάνετε υπόψη, δεν μας δίνετε ταυτότητα, εμείς που είμαστε δίπλα σας και ανήκουμε σε αυτό που είστε και σ αυτό που γίνεστεʼ. Είναι οι άνθρωποι που τιμωρούνται, όχι γι αυτό που έχουν κάνει (εγκληματικότητα ή παρανομία), αλλά γι αυτό που είναι. Όχι γιατί κουβαλούν ένα κακό, αλλά για την εξαθλιωμένη τους αθωότητα. Οι δικοί μας ʽsans papiersʼ (χωρίς χαρτιά), είναι οι homines sacri, άτομα που επειδή δεν έχουν νομική υπόσταση, δεν λογαριάζονται ως άτομα και γι αυτό υφίστανται τις χειρότερες βαναυσότητες από κράτη ή άλλους ανθρώπους, εργοδότες, ιδιοκτήτες ή μειοψηφίες, που κραυγάζουν δίπλα τους στον δρόμο.
Θα ακούσουμε και πάλι τα προφανή, πως η Ελλάδα είναι μια χώρα που σέβεται τα ανθρώπινα δικαιώματα. Επειδή διδάσκουμε το Σύνταγμα και τις σχετικές διατάξεις στις σχολές της Νομικής και διαθέτουμε πλήθος οργανώσεων για τα ανθρώπινα δικαιώματα, κοινότητες, διανοούμενους, υπουργεία, συνηγόρους και θεσμούς που τα προάγουν. Αλίμονο. Δεν σταματάνε να μας επαναλαμβάνουν πως τα ανθρώπινα δικαιώματα ανήκουν σε όλους μας, επειδή ακριβώς είμαστε μέρος της ανθρωπότητας, κι όχι επειδή συνδεόμαστε με κάτι πιο συγκεκριμένο, όπως ένα έθνος, ένα κράτος ή μία ομάδα. Κι αυτό ακούγεται πραγματικά παρηγορητικό. Όταν, ωστόσο, γυρίσουμε το βλέμμα στους μετανάστες της νομικής σχολής, οι παραπάνω διακηρύξεις φαντάζουν αντιφατικές και ψευδείς αξίες της ιδεολογίας μας. Καταγγέλλοντας τις χείριστες παραβιάσεις σήμερα στην Ελλάδα, διεκδικώντας το δικαίωμα να γίνουν ορατοί και αντιληπτοί -έστω και ελάχιστα, έστω και με το τίμημα της ζωής τους- αυτοί οι άνθρωποι, προσφέρουν την πιο σημαντική υπηρεσία που θα μπορούσαν, στον Νόμο και την Νομική Σχολή. Φέρνουν αντιμέτωπους τους καθηγητές και τους φοιτητές με όσα θα ’πρεπε να διδάσκουν και να διδάσκονται, αλλά τις περισσότερες φορές αγνοούν. Η θυσία τους (sacrificium) σημαίνει ιεροποίηση (sacer facere) και θα ’ναι πράγματι μια πράξη ιερή -σύνδεση του εγκόσμιου με το άγιο, ένα γεφύρωμα του νόμου και της διδασκαλίας του, με την άπειρη δικαιοσύνη και την ατελεύτητη φιλοξενία, για τις οποίες δεν μπορούμε ποτέ να πούμε, ότι είναι εδώ, ότι τις κατέκτησε τώρα ο κόσμος, κι εμείς μέσα σε αυτόν και ότι, άρα, ο κόσμος είναι ʽκαλόςʼ.
Αν πετάξουμε έξω αυτούς τους ανθρώπους από την σχολή όπου διδάσκεται ο Νόμος, ένας νόμος που για ελάχιστες ώρες και μέρες κατακλύστηκε με την ιδέα της δικαιοσύνης, ή, καλύτερα, με την διαμαρτυρία ενάντια στην απόλυτη αδικία, τότε πραγματικά δεν θα μας αξίζει να γυρίσουμε ξανά στον ίδιο χώρο για να διδάξουμε το Νόμο, ή να υποκρινόμαστε ότι ο νόμος που διδάσκουμε έχει οποιαδήποτε σχέση με την δικαιοσύνη.

* Δημοσιεύθηκε στο greekleftreview.wordpress.com στις 27 Ιανουαρίου 2011 (μετάφραση από τα αγγλικά: Χαρά Κούκη)

A genuine radical mind

Costas Douzinas

Christos Tsaitouridis was the most kind and beautiful of people. I count myself extremely fortunate to have been his teacher and friend. He had established himself in Cyprus (where my involvement with the Department of Law was precisely in order to help people like him who deserved an academic post) and he was hugely liked. He was also a genuine radical mind, something sorely lacking these days in the Law Schools I am afraid.

Καλό κατευόδιο, Χρήστο

Γιώργος Χ. Σωτηρέλης

Καλό κατευόδιο, Χρήστο
Αγαπημένε μας Χρήστο
Ο Όμιλος «Αριστόβουλος Μάνεσης» και εγώ προσωπικά σου απευθύνουμε, με αβάσταχτη οδύνη, τον ύστατο αποχαιρετισμό.
Πόσο παράταιρα ηχεί ένας τέτοιος αποχαιρετισμός, Χρήστο μου, από τον δάσκαλο στο μαθητή. Σε γνώρισα στα μέσα της δεκαετίας του ’80, φοιτητής εσύ και εγώ νεαρός βοηθός του Αριστόβουλου Μάνεση, που σε ξεχώρισε αμέσως για την ευγένεια, το ήθος και την ευθυκρισία σου και σε ενέταξε, ευθύς εξ αρχής, στον στενότερο κύκλο των μαθητών του. Σε αυτόν τον κύκλο γνωριστήκαμε καλύτερα και εκτίμησα ιδιαίτερα την ευθύτητα του χαρακτήρα σου, την ευπρέπεια της συμπεριφοράς σου και την ανιδιοτέλεια στις σχέσεις σου, προσόντα τόσο πολύτιμα και τόσο σπάνια.
Τα προσόντα αυτά επιβεβαίωσες με τον καλύτερο τρόπο λίγο αργότερα, στα μέσα της δεκαετίας του ’90, όταν αρχίσαμε τη συνεργασία μας στη δικηγορία, οπότε είχα την ευκαιρία να εκτιμήσω ιδιαίτερα και τις πνευματικές σου δεξιότητες και ιδίως τη δυνατότητα να συνδυάζεις αρμονικά, με ύφος λιτό και δωρικό αλλά και με πλούτο επιχειρημάτων, τη θεωρία του δικαίου με την νομική πράξη.
Ωστόσο, στην πρώτη γραμμή των ενδιαφερόντων σου παρέμεναν οι επιστημονικές αναζητήσεις σου, που κινούνταν στο μεταίχμιο του συνταγματικού δικαίου και της φιλοσοφίας του δικαίου. Έτσι, ήμουν εγώ που σε παρότρυνα, παρότι ήξερα ότι θα έχανα έναν πολύτιμο συνεργάτη, να θέσεις υποψηφιότητα στον συνήγορο του πολίτη, για να έχεις περισσότερο χρόνο –αλλά και περισσότερα ερεθίσματα– για να ασχοληθείς με αυτές τις αναζητήσεις και ιδίως με τη διδακτορική διατριβή σου. Μια διατριβή που αποδείχθηκε άριστη από κάθε άποψη και σου άνοιξε το δρόμο για την επιστημονική σου σταδιοδρομία στο Πανεπιστήμιο Κύπρου, που έμελλε να είναι εξαιρετικά δημιουργική αλλά, φευ, και εξαιρετικά σύντομη.
Ιδιαίτερα θέλω να εξάρω, Χρήστο μου, την σχέση σου με τον Όμιλο που φέρει το όνομα του Δασκάλου μας, τον οποίο γνωρίζω καλύτερα από όλους πόσο τιμούσες και πόσο αγαπούσες. Ήσουν ιδρυτικό μέλος του Ομίλου μας, συμμετείχες ενεργά σε όλες τις εκδηλώσεις του, συνδιοργανώσαμε οι δυό μας το Συμπόσιό του στο Μεσολόγγι για τα κοινωνικά δικαιώματα και την κρίση του κράτους πρόνοιας και πρωτοστάτησες, πρόσφατα, στην διοργάνωση ενός μεγάλου και άκρως ενδιαφέροντος Συνεδρίου για το κυπριακό Σύνταγμα, διοργάνωση που ανέλαβε από κοινού το Πανεπιστήμιο Κύπρου και ο Όμιλος «Αριστόβουλος Μάνεσης».
Αυτό το Συνέδριο ήταν και η τελευταία παρακαταθήκη σου στον χώρο της επιστήμης του δικαίου, που τόσο πιστά και τόσο ευδόκιμα υπηρέτησες. Το νήμα της ζωής σου κόπηκε με τέτοιο ξαφνικό και αναπάντεχο τρόπο που δεν μας άφησες καν τον χρόνο να το συνειδητοποιήσουμε. Είναι τόσο παράξενο και συνάμα τόσο βαρύ και άχαρο να μιλάω για σένα σε χρόνο αόριστο όταν σε νιώθω, όταν σε νιώθουμε όλοι και ιδίως οι οικείοι σου, τόσο κοντά, τόσο παρόντα, τόσο γεμάτο από όνειρα και φιλοδοξίες για σένα, για τη Μαρία για τα παιδιά σου.
Αν θα μπορούσα να βρω κάτι παρήγορο για να κρατηθούμε, Χρήστο μου, μέσα στην ανείπωτη συμφορά και την ξέχειλη οδύνη, είναι ότι έφυγες στην καλύτερη στιγμή της ζωής σου. Ποτέ δεν σε είχα δει τόσο χαρούμενο, τόσο αισιόδοξο και τόσο ευτυχισμένο, με τη δουλειά σου, με την οικογένειά σου, με τις προσωπικές σου σχέσεις. Αυτήν την εικόνα θα κρατήσω βαθιά μέσα μου, αυτήν την εικόνα θάθελες νομίζω και εσύ να κρατήσουμε άσβεστη στη μνήμη μας, ακριβέ και χαμογελαστέ μου φίλε.
Κι αυτήν την εικόνα σου υπόσχομαι ότι θα την μεταφέρω με κάθε τρόπο –μαζί με την Μαρία, την μητέρα σου και τους άλλους οικείους σου– στα δυο παιδιά σου που υπεραγαπούσες, για να είναι υπερήφανα για τον πατέρα τους, όπως είμαστε υπερήφανοι όλοι όσοι σε γνωρίσαμε από κοντά και μοιραστήκαμε τις καλές και τις κακές στιγμές της τόσο σύντομης αλλά και τόσο δημιουργικής ζωής σου.
Ας είναι ελαφρύ το χώμα που θα σε σκεπάσει, αγαπημένε μας Χρήστο.

Το ελληνικό πανεπιστήμιο χρειάζεται εξωτερικά μέλη στη διοίκησή του;

Το Ελληνικό Ίδρυμα Ευρωπαϊκής και Εξωτερικής Πολιτικής (ΕΛΙΑΜΕΠ) διοργανώνει το πρώτο εξάμηνο του 2011 σειρά δημόσιων αντιπαραθέσεων για σημαντικά θέματα, ζητώντας από γνώστες των θεμάτων με διαφορετικές απόψεις να παρουσιάσουν τις θέσεις τους ζωντανά, σε δημόσιο χώρο, με συγκεκριμένα στοιχεία και επιχειρηματολογία.

Η πρώτη, μεταξύ των έξι προγραμματισμένων δημοσίων αντιπαραθέσεων, θέτει το ερώτημα:

“ Το ελληνικό πανεπιστήμιο χρειάζεται εξωτερικά μέλη στη διοίκησή του; ”

Ομιλητές:

Υπέρ της πρότασης:

Χαράλαμπος Μουτσόπουλος, Καθηγητής, Ιατρική Σχολή, Πανεπιστήμιο Αθηνών

Βασίλης Παπάζογλου, Ειδικός Γραμματέας Ανώτατης Εκπαίδευσης, Υπουργείο Παιδείας, Δια Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων, Καθηγητής, Σχολή Ναυπηγών Μηχανολόγων Μηχανικών, Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο Αθηνών

Κατά της πρότασης:

Γιάννης Μυλόπουλος, Πρύτανης, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Καθηγητής Τμήματος Πολιτικών Μηχανικών, Πολυτεχνική Σχολή

Γιώργος Σωτηρέλης, Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου, Πανεπιστήμιο Αθηνών

Τη συζήτηση θα συντονίσει ο δημοσιογράφος Φοίβος Καρζής.

Η εκδήλωση θα πραγματοποιηθεί την Τετάρτη 26 Ιανουαρίου 2011 και ώρα 19.00, στο αμφιθέατρο του Μεγάρου “Θεόδ. Β. Καρατζά” της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Αιόλου 82-84, 1ος όροφος).

Βιογραφικό Χρήστου Τσαϊτουρίδη

Ο Χρήστος Τσαϊτουρίδης γεννήθηκε στη Δραπετσώνα το 1967. Ολοκλήρωσε τις εγκύκλιες σπουδές του στο Κολλέγιο Αθηνών με τη διάκριση valedictorian (1985). Αποφοίτησε από το Τμήμα Νομικής του Πανεπιστημίου Αθηνών το 1991, συνέχισε τις μεταπτυχιακές του σπουδές με υποτροφία του ΙΚΥ και έλαβε το διδακτορικό του τίτλο από το Πανεπιστήμιο Αθηνών στη Φιλοσοφία του Δικαίου το 2007 με βαθμό άριστα.
Από το 1991 υπήρξε μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών με ειδίκευση σε θέματα συνταγματικού και διοικητικού δικαίου. Υπηρέτησε στο Συνήγορο του Πολίτη από το 2001 μέχρι το 2009 ως ειδικός επιστήμονας με αντικείμενο υποθέσεις δικαίου του περιβάλλοντος.
Δίδαξε και εργάστηκε ως ερευνητής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και το Πάντειο Πανεπιστήμιο. Τον Ιούλιο 2009 εκλέχθηκε Λέκτορας Φιλοσοφίας Δικαίου και Δημοσίου Δικαίου στο Τμήμα Νομικής του Πανεπιστημίου Κύπρου, όπου ανέλαβε καθήκοντα το Νοέμβριο 2009. Εκεί δίδαξε Φιλοσοφία Δικαίου, Δίκαιο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Δίκαιο του Περιβάλλοντος.
Ο Χρήστος Τσαϊτουρίδης συγκαταλέγεται στα ιδρυτικά μέλη του Ομίλου «Αριστόβουλος Μάνεσης». Υπήρξε επίσης συνεργάτης της επιστημονικής εταιρείας «Νόμος και Φύση».
Ανάμεσα στις δημοσιεύσεις του ξεχωρίζουν:
· «Ο σκοπός της πολιτικής και του δικαίου κατά τους σοφιστές», σε: Ι. Στράγγας – Χ. Παπαχαραλάμπους, Σκοπός, Τελεολογία και Δίκαιο, Εκδ. Σάκκουλα & ΝΟΜΟSVerlag, 2010
· Δύναμη και Δίκαιο. Το σώμα του νομικού υποκειμένου, Εκδ. Σάκκουλα, 2009
· Το Δένδρο και το Δάσος – Πρακτικά Ημερίδας του Συνηγόρου του Πολίτη (επιμ. Χρήστου Τσαϊτουρίδη, πρόλογος Γιώργου Παπαδημητρίου), Εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, 2008
· Κοινωνικά Δικαιώματα και Κρίση του Κράτους Πρόνοιας (επιμ. Γιώργου Σωτηρέλη – Χρήστου Τσαϊτουρίδη), Σαβάλας, 2006
· «Γενετικά τροποποιημένοι οργανισμοί και νομική θεωρία», σε: Γενετικά τροποποιημένοι οργανισμοί και βιώσιμη ανάπτυξη, Εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, 2004
· «Η ευθανασία ως συνταγματικό δικαίωμα του ασθενούς», Το Σύνταγμα 3/2002
· “Leviathan – Moby Dick: the Physics of the State”, Law and Critique 2/1997
· «Οι Κρατούντες – Οι Εξουσιαζόμενοι – Το Κράτος Δικαίου (Μια κριτική προσέγγιση στις βασικές Υπο-θέσεις του έργου του Αριστόβουλου Μάνεση)», σε: Χαρμόσυνο Αριστόβουλου Μάνεση – Κράτος, Σύνταγμα και Δημοκρατία στο έργο του Ι, Εκδ. Σάκκουλα, 1994

Αποχαιρετισμός στον Χρήστο Τσαϊτουρίδη

Έφυγε ξαφνικά και αναπάντεχα από κοντά μας ο Χρήστος Τσαϊτουρίδης, ιδρυτικό μέλος του Ομίλου ‘Αριστόβουλος Μάνεσης’ και μέλος του Συντονιστικού Συμβουλίου του. Ο Χρήστος ήταν από τους νεότερους και τους πλέον αγαπητούς μαθητές του Δασκάλου μας. Διδάκτορας Νομικής στη Φιλοσοφία του Δικαίου, ειδικός επιστήμονας στο Συνήγορο του Πολίτη, λέκτορας στο Νομικό Τμήμα του Πανεπιστημίου της Κύπρου, άφησε έντονη τη σφραγίδα του τόσο στη θεωρία του δικαίου, κινούμενος στο μεταίχμιο Συνταγματικού Δικαίου και Φιλοσοφίας του Δικαίου, όσο και στη λειτουργία του Ομίλου μας. Συμμετείχε ανελλιπώς και παρείχε πρόθυμα και απλόχερα τη συνεργασία του σε όλες τις εκδηλώσεις του, συνδιοργάνωσε, μαζί με τον Γιώργο Σωτηρέλη, το Συμπόσιο για τα κοινωνικά δικαιώματα και πρωτοστάτησε, πρόσφατα, στη διοργάνωση ενός εξαιρετικά ενδιαφέροντος Συνεδρίου για τα πενήντα χρόνια του κυπριακού Συντάγματος, την οποία ανέλαβαν από κοινού το Πανεπιστήμιο Κύπρου και ο Όμιλος.
Την πρώτη του επιστημονική μελέτη με τίτλο «Οι κρατούντες, οι εξουσιαζόμενοι, το κράτος δικαίου» τη δημοσίευσε στο ‘Χαρμόσυνο Αριστόβουλου Μάνεση’, δίνοντας, από πολύ νεαρή ηλικία, το στίγμα μιας βαθιά φιλοσοφημένης και κριτικής προσέγγισης των συνταγματικών ζητημάτων. Με τη διδακτορική του διατριβή «Δύναμη και Δίκαιο – Το σώμα του νομικού υποκειμένου», που δημοσιεύτηκε στις εκδόσεις Π. Σάκκουλα, καθιερώνεται στο χώρο της Γενικής θεωρίας του Δικαίου και θέτει τις βάσεις για πανεπιστημιακή σταδιοδρομία, στο Πανεπιστήμιο Κύπρου, η οποία έμελλε να είναι εξαιρετικά δημιουργική αλλά, φευ, και εξαιρετικά σύντομη.
Σεμνός, διακριτικός και ανιδιοτελής στις σχέσεις του, συνεπής στις υποχρεώσεις του, με έντονες και διαρκείς επιστημονικές αναζητήσεις και ενασχολήσεις, ήταν ένα υπόδειγμα ήθους, ευπρέπειας και μαχητικότητας ως προς την προώθηση των ιδεών του και την υπεράσπιση των ιδανικών του. Υπηρέτησε ευδόκιμα τόσο τη δικηγορία όσο και, στη συνέχεια, τον Συνήγορο του Πολίτη, με αντικείμενο τις υποθέσεις που άπτονταν της προστασίας του περιβάλλοντος, ενώ παράλληλα δεν έπαψε ούτε στιγμή να ερευνά, να γράφει και να δραστηριοποιείται για τα κοινά της επιστήμης που διακονούσε.
Πατέρας δύο μικρών τέκνων, δεν πρόλαβε να τα χαρεί ούτε αυτά να τον χαρούνε. Μια απώλεια τραγική για όλους μας αλλά κυρίως για την αγαπημένη του σύζυγο, τους γονείς του και τα αδέλφια του. Ένας άδικος και πρόωρος χαμός για όσους γνώρισαν την ευγένεια και το χαμόγελό του, για όσους συνεργάστηκαν μαζί του.

Το πένθος μας είναι βαρύ και η οδύνη μας αβάσταχτη. Ο Όμιλος έχασε ένα πολύτιμο συνεργάτη, τα μέλη του Συντονιστικού έναν πιστό και αγαπητό φίλο, η θεωρία του Δικαίου έναν προικισμένο και αφοσιωμένο εργάτη της. Αντίο Χρήστο.

Η προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων σε ενωσιακό επίπεδο και ο Χάρτης: Η προδρομική σκέψη και η συμβολή του Γιώργου Παπαδημητρίου

Λίνα Παπαδοπούλου, Επ. Καθηγήτρια Συνταγματικού Δικαίου Α.Π.Θ.

Η προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων σε ενωσιακό επίπεδο και ο Χάρτης: Η προδρομική σκέψη και η συμβολή του Γιώργου Παπαδημητρίου
Προλεγόμενα[1]
Η ενασχόληση του Γιώργου Παπαδημητρίου με το θέμα της προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων σε ενωσιακό επίπεδο και ειδικότερα με τη σύνταξη του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης ήταν σταθερή από την αρχή μέχρι το τέλος. Κατά τη γνώμη του, η πρόοδος στον τομέα της προστασίας των δικαιωμάτων σε ενωσιακό επίπεδο που συντελέστηκε μέσω της νομολογίας του Δικαστηρίου της Ένωσης, το οποίο αντλούσε τα θεμελιώδη δικαιώματα από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και τις κοινές συνταγματικές παραδόσεις των Κρατών Μελών και τα ανήγαγε σε γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου, ήταν ευπρόσδεκτη μεν, αλλά όχι ικανοποιητική. Και αυτό επειδή οι ευρωπαίοι πολίτες δεν μπορούσαν να προσφεύγουν κατά την άσκηση των δικαιωμάτων τους σε ένα ενιαίο, περιεκτικό και συνεκτικό κείμενο (2004, 153). Γι αυτό το λόγο αναγνώρισε εξαρχής την ιδιαίτερη βαρύτητα και σημασία της διαδικασίας κωδικοποίησής τους και σύνταξης ενός Χάρτη. Θεώρησε την εξέλιξη αυτή ένα σημαντικό βήμα για τη «θεσμική ωρίμανση» (2001α, 9) και την προοπτική συνταγματοποίησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης αλλά διείδε και τη σημασία του τελικού προϊόντος της διαδικασίας για την αποτελεσματική προστασία των δικαιωμάτων σε ενωσιακό επίπεδο, επικρίνοντας βεβαίως την αρχικά ελλιπή τυπικά δεσμευτικότητά του και εισφέροντας παράλληλα στη σχετική συζήτηση με κριτικές και πρωτότυπες παρατηρήσεις που έμελλαν να δικαιωθούν σε μεγάλο βαθμό από τις εξελίξεις, όπως θα φανεί αναλυτικά στη συνέχεια της παρούσας συμβολής.
Ειδικότερα στα κεφάλαια που ακολουθούν θα θιγούν πέντε διαφορετικές πτυχές του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, στις οποίες αποτυπώθηκε η προδρομική σκέψη του Γιώργου Παπαδημητρίου. Πρόκειται, πρώτον, για την ίδια τη διαδικασία και το όργανο σύνταξης του Χάρτη, τη Συνέλευση, δεύτερον, για το ζήτημα της νομικής ισχύος και δεσμευτικότητάς του σε συνδυασμό με την κανονιστική του λειτουργία, τρίτον, του πεδίου εφαρμογής του, και, τέλος, τη συμπερίληψη κοινωνικών δικαιωμάτων. Επιλογικά, θα εστιάσουμε στη σχέση του Χάρτη με την ΕΣΔΑ και τη γενικότερη θέαση του Γιώργου Παπαδημητρίου αναφορικά με την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων σε μια εποχή πολυεπίπεδου συνταγματισμού και συνάρθρωσης των εννόμων τάξεων, στο πλαίσιο της οποίας τοποθετούσε και τη λειτουργία του Χάρτη.
Η Συνέλευση: μια διαδικασία πρωτόγνωρη και καινοτομική
Η πρωτοβουλία για τη σύνταξη μιας κωδικοποίησης των θεμελιωδών δικαιωμάτων που ισχύουν και δεσμεύουν την Ευρωπαϊκή Ένωση και τα όργανά της κατά τη δράση τους εκφράστηκε στη Σύνοδο Κορυφής της Κολωνίας τον Ιούνιο του 1999. Η σύνταξη ενός τέτοιου Χάρτη Δικαιωμάτων ανατέθηκε σε ένα νεοσυσταθέν τότε όργανο, μη προβλεπόμενο στις Συνθήκες, το οποίο αρχικά ονομάστηκε «Σώμα» (body) και με τη σύγκλησή του αυτοαποκλήθηκε[2] «Συνέλευση» (Convention), ονομασία που επικράτησε τελικά. Στη Συνέλευση εκπροσωπούνταν οι Κυβερνήσεις, τα εθνικά Κοινοβούλια, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ενώ τις εργασίες παρακολουθούσαν από δύο εκπρόσωποι του ΔΕΚ και του Συμβουλίου της Ευρώπης, ένας από τους οποίους προερχόμενος από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Δικαίωμα λόγου είχαν η Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή, η Επιτροπή των Περιφερειών και ο Ευρωπαίος Διαμεσολαβητής, ενώ τις εργασίες της Συνέλευσης παρακολουθούσε πλήθος εκπροσώπων ευρωπαϊκών Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων (2001α, 15).
Ο Γιώργος Παπαδημητρίου διείδε ήδη από την αρχή ότι η σύνθεση της Συνέλευσης, ενός μικτού, όπως το χαρακτήρισε οργάνου, αποτέλεσε μια «αξιόλογη καινοτομία» (2001α, 16, 2002, 195) στην ιστορία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, λόγω του αντιπροσωπευτικού της χαρακτήρα. Όπως εύστοχα και έγκαιρα επεσήμανε, με τον τρόπο αυτό εγκαινιάστηκε μια πρωτόγνωρη και άγνωστη ως τότε μορφή δημοκρατικής νομιμοποίησης τόσο σε εθνικό όσο και σε ενωσιακό επίπεδο (2002α, 196) και κατέστη δυνατή, ακόμη και επιβλήθηκε, θα τολμούσε να πει κανείς, η εποικοδομητική συνεργασία ανάμεσα στα όργανα που εκπροσωπούνταν στη Συνέλευση (2001α, 16). Με τον τρόπο αυτό επιτεύχθηκε «η συναίρεση αντικρουόμενων συμφερόντων και διαφορετικών αντιλήψεων», με αποτέλεσμα να υπάρξουν οι απαραίτητες συγκλίσεις που επέτρεψαν την παραγωγή ενός ενιαίου κειμένου (2001α, 17). Η δυνατότητα συναιρέσεων των αντιθέτων και η επίτευξη συγκλίσεων αποτέλεσε, εξάλλου, μια από τις μεγαλύτερες φροντίδες του καθηγητή αλλά και πολιτικού άνδρα, Γ. Παπαδημητρίου σε όλες τις δραστηριότητές του.
Στο ίδιο πλαίσιο ιδιαίτερη σημασία αναγνώρισε ο Γιώργος Παπαδημητρίου και στις συνθήκες «πλήρους δημοσιότητας και διαφάνειας», καθώς κάθε ΜΚΟ είχε τη δυνατότητα να υποβάλλει ηλεκτρονικά προτάσεις, ενώ τα ΜΜΕ παρακολουθούσαν εκ του σύνεγγυς τις εργασίες της Συνέλευσης. Με τον τρόπο αυτό η διαδικασία σύνταξης του Χάρτη αποτέλεσε την πρώτη στην ιστορία της Ένωσης περίπτωση «που σε ένα τόσο σύνθετο και φιλόδοξο εγχείρημα συμμετείχε ουσιαστικά η ευρωπαϊκή κοινωνία των πολιτών» (2002, 196).[3] Για τον Γιώργο Παπαδημητρίου, που πίστευε ειλικρινά και βαθιά στη δημοκρατία, αναφαίρετη προϋπόθεση της οποίας είναι η δημοσιότητα και η διαφάνεια, ακόμη και αυτό και μόνο το επίτευγμα, να χυθεί δηλαδή άπλετο φως στην μέχρι πρότινος εξαιρετικά αδιαφανή διαδικασία τροποποίησης των Συνθηκών και διαπραγματεύσεων κεκλεισμένων των θυρών, ήταν ιδιαιτέρως σημαντική και αξιομνημόνευτη. Ανεξαρτήτως του τελικού προϊόντος, συνεπώς, κατέστη ένας υπέρμαχος της διαδικασίας της Συνέλευσης αλλά και του όλου εγχειρήματος σύνταξης του Χάρτη των Δικαιωμάτων. Εξάλλου, για εκείνον ιδιαιτέρως σημαντική ήταν και η συμμετοχή της κοινωνίας των πολιτών, το ρόλο και τη σημασία της οποίας εξήρε, προς την κατεύθυνση της ενίσχυσης της δημοκρατίας και της ανανέωσης του πολιτικού συστήματος (2006).
Η σημασία της Συνέλευσης αναδεικνύεται ακόμη περισσότερο και αποδεικνύεται από το γεγονός ότι κατόρθωσε, στην επόμενη σύγκλησή της, ως Συνέλευση για το Μέλλον της Ευρώπης, επιφορτισμένη με τη σύνταξη μιας Συνθήκης Θέσπισης Ευρωπαϊκού Συντάγματος, να επιφέρει τελικά τέτοιες τροποποιήσεις στις Συνθήκες που δεν θα μπορούσαν να είχαν επιτευχθεί, όπως έδειξε η εμπειρία της Νίκαιας, μέσω Διακυβερνητικής Διάσκεψης. Παρά το γεγονός ότι η Συνταγματική αυτή Συνθήκη δεν κυρώθηκε από όλα τα Κράτη Μέλη και δεν τέθηκε ποτέ σε ισχύ, εντούτοις το περιεχόμενό της ενσωματώθηκε κατά το μεγαλύτερο μέρος του στη Συνθήκη της Λισαβόνας. Επιπλέον, δεν είναι τυχαίο ότι η Συνέλευση τυποποιήθηκε πλέον θεσμικά με την τελευταία αυτή Συνθήκη ως όργανο που συμμετέχει στην συνήθη αναθεωρητική των Συνθηκών διαδικασία (βλ. άρθρο 48 ΣΕΕ-Λ). Κατά τη διαδικασία αυτή η Συνέλευση εκδίδει με συναίνεση σύσταση προς τη Διάσκεψη των αντιπροσώπων των κυβερνήσεων των κρατών μελών, δεν καθίσταται δηλαδή αποφασιστικό όργανο, ωστόσο η μεσολάβησή της μπορεί να αποβεί καθοριστική και στο μέλλον, όπως απέβη ήδη τόσο στην περίπτωση του Χάρτη όσο και σε κείνη της μεταρρυθμιστικής Συνθήκης. Η δημοκρατική νομιμοποίηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης ενισχύεται έτσι με τη μεσολάβηση ενός αντιπροσωπευτικού οργάνου, έστω και με ένα άτολμο βήμα, όπως εξάλλου άτολμα αλλά εν τέλει καθοριστικά ήταν και όλα τα βήματα που προχώρησαν, μέσα στο χρόνο, την Ένωση, το συναινετικό αυτό novum στην ιστορία των Πολιτειών.
Νομική δεσμευτικότητα και κανονιστική λειτουργία
Η νομική ισχύς του Χάρτη
Αναφορικά με τη νομική δεσμευτικότητα του Χάρτη, ο Γιώργος Παπαδημητρίου υπέδειξε εγκαίρως ότι η συμβιβαστική λύση της απόδοσης διακηρυκτικού και μόνον χαρακτήρα στο Χάρτη ήταν προσωρινή (2002α, 202). Δεν άργησε να επιβεβαιωθεί, καθώς ο Χάρτης έχει πλέον -μετά τη θέση σε ισχύ της Συνθήκης της Λισαβόνας- αποκτήσει νομική ισχύ πρωτογενούς ενωσιακού δικαίου έστω και δια παραπομπής (άρθρο 6 ΣΕΕ-Λ). Δεν εισακούσθηκε, ωστόσο, στην παραίνεσή του να ενταχθεί ο Χάρτης στο σώμα των Συνθηκών. Η λύση αυτή ακολουθήθηκε μεν στη Συνταγματική Συνθήκη, εγκαταλείφθηκε όμως με τη Συνθήκη της Λισαβόνας. Όμως και αυτή την εξέλιξη την είχε προβλέψει, καθώς ήδη το 2002 πριν την σύνταξη της Συνταγματικής Συνθήκης και κρίνοντας από τη στάση ορισμένων κρατών κατά την εκπόνηση του Χάρτη που ο ίδιος επισταμένα παρακολουθούσε ως εκπρόσωπος του Έλληνα Πρωθυπουργού, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι προϋποθέσεις ένταξης του Χάρτη στο σώμα των Συνθηκών δεν συνέτρεχαν. Αντιθέτως συνήγαγε ότι περισσότερο πιθανές εμφανίζονταν άλλες λύσεις, όπως η υιοθέτηση του Χάρτη ως αυτοτελούς κεφαλαίου ή ως Πρωτοκόλλου στις Καταστατικές Συνθήκες ή την παραπομπή στο Χάρτη από το άρθρο 6 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, δια της οποίας θα προσδίδονταν εκ πλαγίου δεσμευτική ισχύ στο Χάρτη (2001α, 28), λύση που και τελικά υιοθετήθηκε με τη Συνθήκη της Λισαβόνας.
Ωστόσο, ο Γιώργος Παπαδημητρίου είχε εγκαίρως ασκήσει κριτική στη λύση της προσάρτησης του Χάρτη ως Πρωτοκόλλου λέγοντας ότι αυτή «δεν θα ανταποκρινόταν στην πολιτική συγκυρία της εποχής. Και θα ήταν μία χαμένη ευκαιρία να αποκτήσει η ΕΕ μία Συνθήκη με το περιεχόμενο που προσιδιάζει στο σημερινό στάδιο ανάπτυξης της ευρωπαϊκής ενοποίησης». Για τη δε επιλεγείσα εντέλει λύση της παραπομπής στο Χάρτη είχε επισημάνει ότι επρόκειτο για την πιο αδύναμη λύση για λόγους προφανείς: Ο Χάρτης εκλαμβάνεται και λειτουργεί όπως και οι κοινές συνταγματικές παραδόσεις και η ΕΣΔΑ· υπενθυμίζεται ότι τα δικαιώματα που εμπεριέχονται ή απορρέουν από τις δύο αυτές δεξαμενές αναγνωρίζονται απλώς ως γενικές αρχές του δικαίου της Ένωσης και σημείωνε ότι στην περίπτωση αυτή «η ένταση της δεσμευτικότητας του Χάρτη ποικίλλει και υπολείπεται της ενσωμάτωσής του στις Συνθήκες» και ότι η επιλογή αυτή, όχι μόνον δεν θα ανταποκρινόταν στο στάδιο ανάπτυξης της ευρωπαϊκής ενοποίησης αλλά και «δεν θα ήταν πάντως σε θέση να αναβαθμίσει την ισχύ και τη λειτουργία του Χάρτη» (2002, 203). Από την άλλη πλευρά προέβλεπε, ωστόσο, ότι ακόμη και σε αυτή την περίπτωση τα κοινοτικά όργανα και το ΔΕΚ θα επικαλούνταν κατά προτίμηση, αν όχι κατ’ αποκλειστικότητα, το Χάρτη, ο οποίος θα λάβει σε κάθε περίπτωση προνομιακή θέση στο θεσμικό οικοδόμημα της Ένωσης.
Η κανονιστική λειτουργία του Χάρτη
Ήδη από την αρχή και παρά το γεγονός ότι ο Χάρτης είχε αναγνωριστεί στη Νίκαια αποκλειστικά ως πολιτική διακήρυξη ο Γιώργος Παπαδημητρίου αναγνώρισε σε αυτόν -λόγω του Σώματος που τον συνέταξε και της κωδικοποιητικής του φύσης- μια «υφέρπουσα κανονιστική λειτουργία» (2001α, 28). Επεσήμανε δε ότι η διατύπωση του κειμένου από τη Συνέλευση ανταποκρινόταν εξαρχής στις προδιαγραφές ενός δεσμευτικού κειμένου (2002β, 205). Για το Γιώργο Παπαδημητρίου η άποψη ότι οι διατάξεις του Χάρτη δεν παρείχαν -ακόμη και πριν την τυπική του αναγνώριση ως δεσμευτικού κειμένου- έρεισμα για την άσκηση δικαιωμάτων και την ανάληψη υποχρεώσεων ήταν «τυπολατρική και ξένη προς την πραγματικότητα» (2002β, 207).
Όντως τα όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης -πλην του Δικαστηρίου- αυτοδεσμεύτηκαν να επιδεικνύουν κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους σεβασμό στο Χάρτη, παρά το διακηρυκτικό χαρακτήρα του τελευταίου. Έτσι, όπως χαρακτηριστικά, σημείωνε ο Γιώργος Παπαδημητρίου, «η ταχύτητα στη διάδοση, η διάχυση σε όλα τα κοινοτικά όργανα και η πυκνότητα που παρατηρείται στην επίκληση και την αξιοποίηση του Χάρτη» ήταν από την αρχή εντυπωσιακή και επέτρεψε «τη διείσδυσή του στο θεσμικό γίγνεσθαι της Ένωσης» (2002α, 202 -υπογρ. στο πρωτ.). Δε γίνεται εδώ λόγος, βεβαίως, για εφαρμογή αλλά για «αξιοποίηση» κανόνων που, αν και δεν έχουν (τυπικά) δεσμευτική ισχύ, παράγουν έννομες συνέπειες (2002β, 207).
Εξάλλου, ήδη το 2001 Γενικός Εισαγγελέας του ΔΕΚ επικαλέστηκε το Χάρτη προκειμένου να θεμελιώσει την ισχύ ενός κοινωνικού δικαιώματος.[4] Ακόμη και το ίδιο το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (πλέον Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, βλ. άρθρο 13, 17 κ.α. ΣυνθΕΕ-Λ) ήδη πριν την απόδοση δεσμευτικής ισχύος στο Χάρτη μέσω της Συνθήκης της Λισαβόνας τον είχε συμπεριλάβει στην τετράδα των πηγών (κοινές συνταγματικές παραδόσεις, ΕΣΔΑ, διεθνείς συνθήκες επικυρωμένες από τα Κράτη Μέλη και Χάρτης) από τις οποίες αντλούσε τα θεμελιώδη δικαιώματα. Τέτοιο παράδειγμα στη νομολογία του Δικαστηρίου αποτελούν η απόφαση C-540/3 της 27.06.2006 σχετικά με την Οδηγία για την οικογενειακή επανένωση και το δικαίωμα σεβασμού της οικογενειακής ζωής. Στην απόφαση μάλιστα αυτή το Δικαστήριο δεν αρκέστηκε σε απλή αναφορά αλλά προέβη και σε ερμηνεία της σχετικής διάταξης του Χάρτη. Επίσης στις υποθέσεις Viking[5] και Laval[6] το Δικαστήριο αξιοποίησε τον Χάρτη αναγνωρίζοντας το δικαίωμα ανάληψης συλλογικών δράσεων, συμπεριλαμβανομένου του θεμελιώδους δικαιώματος στην απεργία, αλλά και των περιορισμών αυτού, για τους οποίους μάλιστα στηρίχθηκε αποκλειστικά στον Χάρτη. Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο αναζήτησε στο Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων -μεταξύ μιας πλειάδας διεθνών κειμένων που κατοχυρώνουν θεμελιώδη δικαιώματα- μια νομική βάση στην οποία στηρίζεται το θεμελιώδες αυτό δικαίωμα, που συγκαταλέγεται στις γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου, και δια της οποίας «επιβεβαιώνονται και πάλι» οι περιορισμοί του.[7] Με αυτόν τον τρόπο όμως το ΔΕΚ αναγνώρισε μια νομική επίδραση του Χάρτη πριν αυτός αποκτήσει τυπικά νομικά δεσμευτική ισχύ.
Πεδίο εφαρμογής και εύρος της δεσμευτικότητας
Ο Γιώργος Παπαδημητρίου ήδη από την αρχή επέστησε την προσοχή στο γεγονός ότι ενόψει της φύσης της Συνέλευσης και της εντολής που είχε λάβει, οι επιλογές της έπρεπε να κινηθούν αυστηρά στο πλαίσιο των Καταστατικών Συνθηκών της Ένωσης, καθώς τυχόν υπέρβασή τους θα ισοδυναμούσε με άσκηση πρωτογενούς εξουσίας που η Συνέλευση δεν διέθετε (2001α, 18-19, 2002α, 197). Ο περιορισμός αυτός αποτυπωθηκε στο άρθρο 51 παρ. 2[8] του Χάρτη. Επίσης, επεσήμανε ότι θα έπρεπε να αποφευχθεί ο κίνδυνος να επιφέρει ο Χάρτης διεύρυνση των αρμοδιοτήτων της Ένωσης και ανάθεση νέων καθηκόντων σε αυτή, ιδίως στο πεδίο των κοινωνικών δικαιωμάτων.
Η επισήμανση αυτή είναι ιδιαίτερα σημαντική και αξιοποιήσιμη σήμερα ενόψει της τυποποίησής της στον ίδιο το Χάρτη, αλλά και ενόψει του Πρωτοκόλλου σχετικά με την εφαρμογή του Χάρτη[9] στη Μεγάλη Βρετανία και Πολωνία, το οποίο έχει προσαρτηθεί στη Συνθήκη της Λισαβόνας. Η επιφύλαξη αυτή πρέπει να γίνει κατανοητή υπό το φως της αρχής της υπεροχής του ενωσιακού δικαίου, που απορρέει από την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου της Ένωσης, αλλά και λαμβανομένου υπόψη του εύρους των προβλέψεων του Χάρτη και του πεδίου εφαρμογής του, που δεν είναι άλλο από εκείνο του ενωσιακού δικαίου και όχι πέραν αυτού. Συγκεκριμένα, αν ο Χάρτης δεν προσθέτει τίποτε στις Συνθήκες και απλώς αντλεί από την ΕΣΔΑ και τις κοινές συνταγματικές παραδόσεις τα ήδη ενεργά δικαιώματα, τα κωδικοποιεί και τα καθιστά πιο ορατά επιβεβαιώνοντάς τα, τότε η επιφύλαξη των δύο Κρατών Μελών από το Χάρτη χάνει τη σημασία της και αυτοαναιρείται (Pernice 2008, 245).[10] Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 51 παρ. 1, τα δικαιώματα του Χάρτη εφαρμόζονται και όταν τα Κράτη Μέλη εφαρμόζουν ενωσιακό δίκαιο (C-260/89, ERT, ΔΕΚ Ι-2925). Συνεπώς ενόψει της αρχής της υπεροχής του ενωσιακού δικαίου στο πεδίο αυτό δεν μπορεί να εφαρμοστεί το εθνικό δίκαιο, άρα ούτε οι εγγυήσεις του περί θεμελιωδών δικαιωμάτων. Συνεπώς, τυχόν επιφύλαξη ως προς το Χάρτη δεν μπορεί να αφορά την υπαγωγή της ενωσιακής δράσης, συμπεριλαμβανομένης της δράσης των Κρατών Μελών όταν εφαρμόζουν ενωσιακό δίκαιο, στον έλεγχο του Δικαστηρίου της Ένωσης και άρα ακόμη και αν δεν εφαρμοστεί ο ίδιος ο Χάρτης άμεσα, θα έχουν πάντως ισχύ εν είδει γενικών αρχών του κοινοτικού δικαίου τα δικαιώματα της ΕΣΔΑ και οι κοινές συνταγματικές παραδόσεις, πηγές δηλαδή, που όπως ήδη επισημάνθηκε παραπάνω, κωδικοποιούνται μέσω του Χάρτη. Βάσει αυτής της αντιστοίχισης του Χάρτη προς την κοινή συνισταμένη όλων των Συνταγμάτων και της διάκρισης των πεδίων εφαρμογής μεταξύ του πρώτου και των τελευταίων, δεν απαιτήθηκαν ευρείες αναθεωρήσεις των εθνικών Συνταγμάτων, όπως εξάλλου είχε επισημάνει ο Γ.Π. (2001α, 20-21). Υπό το φως των παρατηρήσεων αυτών, η επιφύλαξη των δύο Κρατών Μελών, Ενωμένου Βασιλείου και Πολωνίας, λαμβάνει τις πραγματικές της διαστάσεις.
Η συμπερίληψη των κοινωνικών δικαιωμάτων
Ιδιαίτερη σημασία απέδιδε ο Γιώργος Παπαδημητρίου στη συμπερίληψη κοινωνικών δικαιωμάτων στο Χάρτη. Όπως εύστοχα παρατηρούσε «οι διατάξεις αυτές συνθέτουν το κοινωνικό υπόστρωμα, επί του οποίου πρέπει να αναπτύσσεται η επιχειρηματική δραστηριότητα» (2002, 200). Εξάλλου, τη σημασία της αναγνώρισης της κοινωνικής αρχής στην Ευρωπαϊκή Ένωση είχε ήδη τονίσει ενόψει της Συνθήκης του Άμστερνταμ, την οποία χαιρέτησε ως μία θετική εξέλιξη, ενόψει της ανίχνευσης στοιχείων έστω της κοινωνικής αρχής, σε αντίθεση με τις Ιδρυτικές Συνθήκες, στο σώμα των οποίων «εισέρευσε … πολύ μικρή δόση ‘κοινωνικής ευαισθησίας’» (2001β, 162).
Στο πλαίσιο αυτό είναι σημαντικό ότι οι Γενικοί Εισαγγελείς έχουν πολλές φορές αξιοποιήσει το Χάρτη προκειμένου να ενισχύσουν την άποψή τους για προστασία των κοινωνικών δικαιωμάτων ή για να προσδώσουν σε ορισμένα κοινωνικά δικαιώματα ή σε εγγυήσεις κοινωνικού περιεχόμενου το χαρακτηρισμό της γενικής αρχής του δικαίου της Ένωσης. Το ίδιο το Δικαστήριο της Ένωσης, στην υπόθεση Viking, έκανε αναφορά στο Χάρτη και το άρθρο 28 αυτού, αναγνωρίζοντας για πρώτη φορά ότι αυτός επιβεβαιώνει την ύπαρξη ενός δικαιώματος ανάληψης συλλογικής δράσης, συμπεριλαμβανομένης της απεργίας. Χρησιμοποίησε βέβαια το Χάρτη για να δικαιολογήσει τους περιορισμούς στο δικαίωμα αυτό.
Ο ίδιος ο Γιώργος Παπαδημητρίου κατανοούσε ότι ο Χάρτης υπολείπεται αισθητά από τις προσδοκίες των λαών της Ευρώπης αλλά παρόλα αυτά τον αξιολογούσε ως ένα σημαντικό βήμα προόδου (2001α, 18). Προέβλεπε δε -πρόβλεψη που αναμένεται ακόμη να επιβεβαιωθεί, αν και δεν φαίνεται αυτή τη στιγμή πιθανή- ότι η δυναμική που ενυπάρχει στα κοινωνικά δικαιώματα θα οδηγήσει, όταν ο Χάρτης αποκτήσει δεσμευτική ισχύ, στην αύξηση των διατιθέμενων από την Ένωση αναγκαίων πόρων. Εξάλλου, ήταν ακριβώς ο φόβος για την ανάγκη αύξησης των πόρων αυτών που επέβαλε συμβιβασμούς σε σχέση με την έκταση και την ένταση των κοινωνικών δικαιωμάτων, με αποτέλεσμα η αποτύπωσή τους στο Χάρτη να υπολείπεται της κοινής συνισταμένης στις περισσότερες χώρες της Ένωσης (2001α, 212).
Η διάρθρωση των σχέσεων μεταξύ διακριτών συστημάτων προστασίας των δικαιωμάτων
Ευστόχως επισημαίνει ο Γιώργος Παπαδημητρίου ότι η προστασία των δικαιωμάτων έπαυσε, μετά το Β’ παγκόσμιο πόλεμο να αποτελεί μέριμνα αποκλειστικά και μόνον της Πολιτείας. Η εγκαθίδρυση, ωστόσο, διαφορετικών και διακριτών μεταξύ τους συστημάτων προστασίας δικαιωμάτων που λειτουργούν κάθε φορά στο πεδίο αναφοράς τους, δηλ. στην Πολιτεία, τους Διεθνείς Οργανισμούς και την Ευρωπαϊκή Ένωση επιτείνει την αναγκαιότητα συνάρθωσής τους και εν τέλει αρμονικής τους λειτουργίας (2004, 149-150).
1. Η σχέση μεταξύ της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και της ενωσιακής προστασίας
Η λειτουργία της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η οποία συνιστά μια θεματικά προσδιορισμένη, αυτοτελή υπερεθνική έννομη τάξη (2004, 151), αναδείχτηκε εξαρχής ως παραπληρωματική προς τα εθνικά συστήματα και συμπληρωματική ενόψει της απουσίας ρητής προστασίας σε ενωσιακό επίπεδο, με στόχο την επαύξηση της προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων και γνώμονα την ερμηνεία των κανόνων της Σύμβασης από το Δικαστήριο των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (2004, 150).
Ειδικότερα, αναφορικά με τη σχέση του Χάρτη με την ΕΣΔΑ, εγκαίρως ο Γιώργος Παπαδημητρίου τόνισε ότι ο πρώτος δεν (πρέπει να) είναι παρακολούθημα της δεύτερης, αλλά να αποτελέσει ένα «αυτοτελές και πλήρες σύστημα, προορισμένο να λειτουργήσει στην έννομη τάξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης και να εξυπηρετήσει τις ανάγκες της» (2001α, 20). Η επιλογή αυτή αποτυπώθηκε στη διάρθρωση της δομής του Χάρτη και επισφραγίζεται από τις οριζόντιες διατάξεις του. Το διακριτό των δύο συστημάτων αντικατοπτρίζεται πλέον στην πρόβλεψη της Συνθήκης της Λισαβόνας (άρθρο 6 παρ. 2 ΣΕΕ-Λ), σύμφωνα με την οποία η Ένωση προσχωρεί στην ΕΣΔΑ. Με τον τρόπο αυτό η Σύμβαση θα αναπτύσσει πλήρως την κανονιστική της λειτουργία στην ενωσιακή έννομη τάξη (2005, 229). Η σχέση ανάμεσα στα δύο κείμενα (Χάρτης και ΕΣΔΑ) είναι πάντως και θα παραμείνει για πολύ καιρό πάντως «προνομιακή», όπως επεσήμανε ο Γιώργος Παπαδημητρίου τόσο λόγω της καθοριστικής επιρροής που άσκησε κατά την κατάρτιση του Χάρτη όσο και λόγω του άρθρου 52 παρ. 3 του Χάρτη,[11] το οποίο παραπέμπει στη Σύμβαση. Το «εύρημα» αυτό, όπως το χαρακτήρισε, αναμένεται να συμβάλλει σε μεγάλο βαθμό στην αρμονική συνύπαρξη των δύο συστημάτων.
2. H συνάρθρωση της εθνικής, της διεθνούς και της ενωσιακής προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων στην Ευρώπη
Ο Γιώργος Παπαδημητρίου ξεφεύγει από την αδιέξοδη συζήτηση περί ιεραρχίας των πηγών του δικαίου, η οποία ταλανίζει μεγάλο μέρος της θεωρίας. Απελευθερωμένος από μια τέτοιου είδους δογματική προσέγγιση, υιοθετεί μια ρεαλιστική θεώρηση των σχέσεων μεταξύ των διακριτών εννόμων τάξεων στο πεδίο των δικαιωμάτων και θέτει ως προερμηνευτική του επιλογή την ενίσχυση της προστασίας τους ανεξαρτήτως της τυπικής τους ισχύος.
Συνάγει έτσι το οντολογικό αλλά και κανονιστικό συμπέρασμα, το οποίο βρίσκεται σε αρμονία με τις πιο σύγχρονες θεωρητικές απόψεις,[12] ότι τα τρία διακριτά συστήματα -της Πολιτείας, της Σύμβασης και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με εργαλείο πλέον το Χάρτη- βρίσκονται σε έναν συνεχή και ανοικτό διάλογο. Η πιθανότητα τριβών υποσκελίζεται από τη θετική επενέργεια των διακριτών συστημάτων σε μια συνολική θεώρηση των δικαιωμάτων και στη δημιουργία μιας ευρωπαϊκής σφαίρας προστασίας αυτών. Αιτήματα αυξημένης προστασίας διατυπώνονται, εξάλλου, από όλα τα εμπλεκόμενα μέρη. Ο εθνικός δικαστής καλείται στο πλαίσιο αυτό να αξιοποιήσει με τρόπο δημιουργικό και προς την κατεύθυνση της παροχής της πληρέστερης δυνατής προστασίας στον πολίτη όλες τις προσφερόμενες πηγές δικαιωμάτων (1996, 253). Προστασία αντίστοιχη με εκείνη που το ίδιο παρέχει στο πεδίο των δικαιωμάτων απαιτεί και το ΕΔΔΑ, το οποίο αποφάνθηκε ότι εθνικά μέτρα, υιοθετούμενα προς συμμόρφωση με αποφάσεις της Ένωσης ή οποιουδήποτε άλλου διεθνούς οργανισμού, είναι θεμιτά, μόνο αν αυτός ο διεθνής οργανισμός παρέχει ισοδύναμη τυπικά και ουσιαστικά προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων με την παρεχόμενη από την ΕΣΔΑ.[13] Το ίδιο αίτημα αποδέχεται ρητά ο Χάρτης στη σχετική με το επίπεδο προστασίας οριζόντια ρήτρα του,[14] σύμφωνα με την οποία ο ίδιος δεν δύναται να υποσκάψει το παρεχόμενο από τα εθνικά συντάγματα και την ΕΣΔΑ επίπεδο προστασίας των δικαιωμάτων.
Ο μηχανισμός μέσω του οποίου επιτυγχάνεται η συνάρθρωση των διακριτών συστημάτων προστασίας και η ενίσχυση των δικαιωμάτων είναι κυρίως η συμμόρφωση της Πολιτείας προς τις αποφάσεις του ΕΔΔΑ, ιδίως μέσω της εφαρμογής της αρχής της πρακτικής αρμονίας.Η πρακτική εναρμόνιση είναι εξάλλου σχετικά εύκολη ανάμεσα στο Χάρτη και τη Σύμβαση, λόγω της συγγένειας του πρώτου με τη δεύτερη και του γεγονότος ότι ο ένας αντλεί από την άλλη και πρέπει να ερμηνεύεται σύμφωνα και με το δικό του άρθρο 52 παρ. 3 Χάρτη. Και στο συγκείμενο αυτό ο Γιώργος Παπαδημητρίου καταφεύγει στη βαρυσήμαντη γι αυτόν -φύσει, ως άνθρωπος αισιόδοξος και πρακτικός, και θέσει, απελευθερωμένος από δογματικές αγκυλώσεις και κοντόθωρες απολυτότητες- λειτουργία της συναίρεσης τυχόν αντιθέσεων και αναζήτησης του περιεχομένου που προσιδιάζει σε κάθε κανόνα στο πλαίσιο της σχετικής κάθε φορά έννομης τάξης (2004, 156). Τη μέριμνα, εξάλλου, για τη συνάρθρωση των εννόμων τάξεων είχε εύστοχα εντοπίσει ο Γιώργος Παπαδημητρίου και στο έργο του Δασκάλου, Α. Μάνεση (2001γ, 119).
Σύμφωνα με την παραπάνω ανάλυση, το αποτέλεσμα είναι ότι τα πολλαπλά συστήματα προστασίας των δικαιωμάτων «λειτουργούν αρμονικά στην πράξη με τις αναγκαίες προσαρμογές» (2004, 151) και «συναρθρώνονται εν τέλει διαλεκτικά σε μια ενότητα με σταθερό πάντοτε γνώμονα την επαύξηση της ελευθερίας του ανθρώπου και του πολίτη». Από τη συνάρθρωσή τους προκύπτει μια διαρκής εκλέπτυνση και ενίσχυση των θεμελιωδών δικαιωμάτων, σε αντιστοιχία με τις αλλαγές που συντελούνται στις ευρωπαϊκές κοινωνίες (2004, 152). Προς το σκοπό αυτό πρέπει, συνεπώς, να αναζητούνταιεκλεπτυσμένες και ευρηματικές προσεγγίσεις (2004, 157), σαν εκείνες που και ο ίδιος ο Γιώργος Παπαδημητρίου, όπως έχει ήδη πολλάκις επισημανθεί στο συνέδριο αυτό, εισηγούνταν, αποφεύγοντας τις συγκρούσεις και επιδιώκοντας πάντοτε τη μεγιστοποίηση του οφέλους.
Επιλογικά
Ο Γιώργος Παπαδημητρίου είχε εγκαίρως επισημάνει τη «θεσμική ασυμμετρία» και το «εκρηκτικό έλλειμμα δημοκρατίας» (1992, 91), του κράτους δικαίου και της κοινωνικής αρχής στην πορεία της ευρωπαϊκής ενοποίησης (2001α, 11). Ο ίδιος αναγνώριζε βέβαια ότι «στη διαλεκτική του ιστορικού γίγνεσθαι η πρόοδος ήταν … αναπόφευκτο να επιτελείται σταδιακά». Επεσήμανε δε τη δυνάμει συμβολή του Χάρτη αφενός στην αντιμετώπιση του ελλείμματος δημοκρατίας και κράτους δικαίου και αφετέρου στη θεσμική ωρίμανση της Ευρωπαϊκής Ένωσης (2001α, 29). Για Εκείνον ο Χάρτης ήταν «το πρώτο κείμενο συνταγματικής υφής» που θα μπορούσε να λειτουργήσει, με την ενσωμάτωσή του στις Συνθήκες, ως προπομπός για τη θέσπιση ενός Συντάγματος στην ομοσπονδιακή προοπτική της Ευρώπης. Η παρατήρηση αυτή, ανεξαρτήτως της αποτυχίας κύρωσης της Συνταγματικής Συνθήκης, φωτίζει την προνομιακή θέση του Χάρτη στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού θεσμικού πολιτισμού, καθώς αυτός με τη γενική και περιεκτική διατύπωση των διατάξεών του και τη λιτή του δομή «συμπυκνώνει το κεκτημένο τόσο της Σύμβασης όσο και των κοινών συνταγματικών παραδόσεων» (2004, 158). Θετικά χαιρέτησε (2004, 154) ακόμη τη δομή του Χάρτη και τη διάταξη των δικαιωμάτων ανάλογα με τη θεμελιώδη αξία στην οποία αναφέρονται (αξιοπρέπεια, ελευθερία, ισότητα, αλληλεγγύη, δημοκρατία και δικαιοσύνη), καθ’ υπέρβαση της ξεπερασμένης παραδοσιακής τριχοτόμησης σε ατομικά, πολιτικά και κοινωνικά (1992, 78).
Ιδιαίτερης σημασίας στη σκέψη του Παπαδημητρίου κατέχει η «δημιουργική όσμωση που συντελείται κατά τη λειτουργία των τριών διακριτών και αλληλένδετων συστημάτων στην πράξη» (2004, 159). Με τον τρόπο αυτό «η Ένωση μετεξελίσσεται, συνειδητοποιώντας την ανάγκη να ενστερνισθεί τα τρία βάθρα του ευρωπαϊκού πολιτικού και νομικού πολιτισμού: τη δημοκρατία, το κράτος δικαίου και την κοινωνική αρχή» (2001β, 169). Η παρατήρηση αυτή δεν πρέπει να εκληφθεί, ωστόσο, ως έκφραση μιας άκριτης αισιοδοξίας του. Ο ίδιος, με το κοφτερό μυαλό και την διεισδυτική του σκέψη, έβλεπε ότι «η πραγματικότητα δεν είναι πάντοτε στρωμένη με ρόδα». Διέκρινε πολύ καθαρά ότι τα δικαιώματα βρίσκονται «μπροστά σε νέες προκλήσεις, απότοκες της διαλεκτικής του ιστορικού γίγνεσθαι», με κυριότερες την παγκοσμιοποίηση και τον επαναπροσδιορισμό της σχέσης ελευθερίας και ασφάλειας. Η αισιοδοξία του δεν οφειλόταν, συνεπώς, σε μια αφελή και άκριτη ματιά, αλλά σε μια βαθιά γνώση, πίστη στη δύναμη ανθρώπων και θεσμών και εν τέλει στη δική του αγωνιώδη, διαρκή και εν τέλει, σε πολύ μεγάλο βαθμό αποτελεσματική προσπάθεια και τους ανθρώπους να συνεπικουρήσει στις προσπάθειές του για βελτίωση του statusquo, και τους θεσμούς να ενισχύσει και να ενδυναμώσει.
Είναι δύσκολο να το πιστέψουμε ότι ο Γιώργος Παπαδημητρίου δεν μετέχει πια σ’ αυτή τη συνεχιζόμενη και εντεινόμενη προσπάθεια. Τον βλέπουμε -θέλουμε να τον βλέπουμε- να κάθεται στα έδρανα, ανάμεσά μας, ελαφρώς γερμένο στο πλάι για ν’ ακούσει το σχόλιο του διπλανού του, ενώ παράλληλα παρακολουθεί επισταμένα τη συζήτηση. Με βλέμμα διεισδυτικό μα ποτέ αδιάκριτο. Με ενδιαφέρον πηγαίο και ειλικρινές, με μόνο στόχο την αναζήτηση της βέλτιστης λύσης σε προβλήματα δημόσιας πολιτικής. Με βαθιά επίγνωση του ρόλου του ως συνταγματολόγου, της πολιτειακής του ευθύνης, της ανάγκης του να ανταποκριθεί όχι μόνο σε απαιτήσεις ερμηνευτικής καθαρότητας ή προσήλωσης στο επιστημονικό δόγμα, αλλά πρωτίστως στις ζωντανές εξελισσόμενες και ολοένα αναδυόμενες ανάγκες της κοινωνικής δυναμικής, πέραν της συγκυρίας αλλά με επίγνωση της ιστορικότητας των στιγμών.
Κοινωνικός επιστήμονας με όλη τη σημασία της λέξης. Ένας ευπατρίδης της επιστημονικής και της πολιτειακής ζωής. Και βέβαια οξυδερκής και διορατικός. Με βλέμμα στραμμένο στο μέλλον να ακούει τα μελλούμενα, ένας κι αυτός από εκείνους του Καβάφη τους σοφούς που «αντιλαμβάνονται τα προσερχόμενα».
«Η ακοή αυτών κάποτε εν ώραις σοβαρών σπουδών ταράττεται.
Η μυστική βοή τούς έρχεται των πλησιαζόντων γεγονότων.
Και την προσέχουν ευλαβείς.
Ενώ εις την οδόν έξω, ουδέν ακούουν οι λαοί».[15]
Σ’ αυτούς τους «ευλαβείς» σοφούς ανήκε ο Γιώργος Παπαδημητρίου «των προσιόντων» αντιλαμβανόμενος. Ίσως γι αυτό, έτσι όπως έτρεχε μπροστά απ’ τα γιγνόμενα, να βιάστηκε τόσο πολύ να καβαλήσει το κύμα του χρόνου, αφήνοντάς μας να τρέχουμε πίσω απ’ τη σκέψη του ακόμη…


Εργογραφία Γιώργου Παπαδημητρίου
1992, ‘Τα πολιτικά δικαιώματα στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα’, Υπεράσπιση, σ. 779 επ. (παραπέμπεται όπως σε Συνταγματικές Μελέτες ΙΙ, σ. 77 επ.)
1996, ‘Η διεθνοποίηση και η κοινοτικοποίηση της δικαστικής προστασίας’, ΝοΒ, τ. 44, σ. 569 επ. (παραπέμπεται όπως σε: Συνταγματικές Μελέτες Ι, σ. 251 επ.)
2001α, Ο Χάρτης Θεμελιωδών Δικαιωμάτων. Σταθμός στη θεσμική ωρίμανση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εκδ. Παπαζήση
2001β, ‘Η κοινωνική αρχή στη Συνθήκη του Άμστερνταμ’, ΕΕΕυρΔ, Ειδικό τεύχος, σ. 355 επ. (παραπέμπεται όπως σε: Συνταγματικές Μελέτες ΙΙ, σ. 161 επ.)
2001γ, ‘Η ευρωπαϊκή ενοποίηση στο έργο του Αριστόβουλου Μάνεση’, ΝοΒ τ. 49, σ. 1605 επ. (παραπέμπεται όπως σε: Συνταγματικές Μελέτες ΙΙ, σ. 107 επ.)
2002α, ‘Ο Χάρτης Θεμελιωδών Δικαιωμάτων’, ΕπισκΕΔ, τ. 8, σ. 1 επ. (παραπέμπεται όπως σε: Συνταγματικές Μελέτες ΙΙ, σ. 195 επ.)
2002β, ‘Η δεσμευτική ισχύς του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων’, σε ΕΕΕυρΔ, τ. 22, σ. 213 επ. (παραπέμπεται όπως σε: Συνταγματικές Μελέτες ΙΙ, σ. 205 επ.)
2004, Η ‘συνάρθρωση της εθνικής, της διεθνούς και της ενωσιακής προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων στην Ευρώπη’, ΝοΒ, τ. 52, σ. 1137 επ. (παραπέμπεται όπως σε: Συνταγματικές Μελέτες Ι, σ. 149 επ.)
2005, ‘Το ποινικό φαινόμενο στην Ευρωπαϊκή Ένωση’, σε: Τιμητικός Τόμος για τον Ιωάννη Μανωλεδάκη Ι, Δημοκρατία – Ελευθερία – Ασφάλεια, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, σ. 131 επ. (παραπέμπεται όπως σε: Συνταγματικές Μελέτες ΙΙ, σ. 221 επ.)


[1] Μέχρι το 1999 τον καθηγητή Γιώργο Παπαδημητρίου γνώριζα μόνον από το έργο του. Η προσωπική μας γνωριμία έγινε στις Βρυξέλλες, στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, κατά τη διάρκεια των εργασιών της Συνέλευσης που είχε αναλάβει το έργο της σύνταξης του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Εκείνος υπήρξε μέλος της Συνέλευσης ως αντιπρόσωπος του Έλληνα Πρωθυπουργού Κ. Σημίτη, ενώ εγώ παρακολουθούσα τις εργασίες της εκ μέρους Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων. Η δραστηριοποίησή του στο πλαίσιο της Συνέλευσης υπήρξε έντονη και η συμβολή του στο παραχθέν προϊόν σημαντική. Η γνωριμία μας αυτή μου χάρισε το εξαιρετικό προνόμιο να απολαμβάνω κι εγώ, όπως όλοι, την προσήνεια, την έμφυτη ευγένειά του, τη ζεστή του κουβέντα. Με ‘μάλωνε’ μόνον επειδή υπερφόρτωνα με υποσημειώσεις τα επιστημονικά μου κείμενα και με συμβούλευε να γράφω πιο ελεύθερα, χωρίς διαρκείς παραπομπές στη βιβλιογραφία, για να μπορεί το κείμενο ‘να αναπνέει’. Αυτή του τη συμβουλή θα ακολουθήσω στο παρόν κείμενο που είναι αφιερωμένο σε κείνον και αποτελεί εξάλλου την αποτύπωση της εισήγησής μου στο συνέδριο που οργανώθηκε στη μνήμη του. Οι παραπομπές σε παρένθεση αναφέρονται στη δική του εργογραφία που παρατίθεται στο τέλος.
[2] Πρακτικό της 1ης Συνεδρίασης, 17.12.1999, Charte 4105/00 της 13.01.2000.
[3] Οι συμβολές των ΜΚΟ μπορούν να ανευρεθούν στο http://www.europarl.europa.eu/charter/default_en.htm.
[4] Προτάσεις του Γενικού Εισαγγελέα A. Tizzano της 08.02.2001 στην υπόθεση C-173/99, Broadcasting, Entertainment, Cinematographic and Theatre Union (BECTU) / Secretary of State for Trade and Industry, ΣυλΝομ 2001α, I-4881, σκέψεις 26-28.
[5]Υπόθεση C-438/05, International Transport Workers’ Federation & the Finnish Seamen’s Union / Viking Line ABP & O U Viking Line, ΣυλΝομ 2007,I-10779, 11.12.2007, σκέψη 43.
[6]Υπόθεση C-341/05, Laval un Partneri Ltd / Svenska Byggnadsarbetaref o rbundet κ.α., ΣυλΝομ 2007, I-11767, 18.12.2007, σκέψη 90 επ.
[7] Άρθρο 28 Χάρτη (ΕπΕφΕΕ C 303/1 της 14.12.2007): Δικαίωμα διαπραγμάτευσης και συλλογικών δράσεων: «Οι εργαζόμενοι και οι εργοδότες, ή οι αντίστοιχες οργανώσεις τους, έχουν, σύμφωνα με το δίκαιο της Ένωσης και τις εθνικές νομοθεσίες και πρακτικές, δικαίωμα να διαπραγματεύονται και να συνάπτουν συλλογικές συμβάσεις στα ενδεδειγμένα επίπεδα καθώς και να προσφεύγουν, σε περίπτωση σύγκρουσης συμφερόντων, σε συλλογικές δράσεις για την υπεράσπιση των συμφερόντων τους, συμπεριλαμβανομένης της απεργίας».
[8] Άρθρο 51: «1. Οι διατάξεις του παρόντος Χάρτη απευθύνονται στα θεσμικά και λοιπά όργανα και τους οργανισμούς της Ένωσης, τηρουμένης της αρχής της επικουρικότητας, καθώς και στα κράτη μέλη, μόνο όταν εφαρμόζουν το δίκαιο της Ένωσης. Κατά συνέπεια, οι ανωτέρω σέβονται τα δικαιώματα, τηρούν τις αρχές και προάγουν την εφαρμογή τους, σύμφωνα με τις αντίστοιχες αρμοδιότητές τους και εντός των ορίων των αρμοδιοτήτων της Ένωσης, όπως της απονέμονται από τις Συνθήκες. 2. Ο παρών Χάρτης δεν διευρύνει το πεδίο εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης πέραν των αρμοδιοτήτων της Ένωσης και δεν θεσπίζει νέες αρμοδιότητες και καθήκοντα για την Ένωση, ούτε τροποποιεί τις αρμοδιότητες και τα καθήκοντα όπως ορίζονται στις Συνθήκες».
[9] Άρθρο 1. Ο Χάρτης δεν διευρύνει την ευχέρεια του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ή οποιουδήποτε δικαστηρίου της Πολωνίας ή του Ηνωμένου Βασιλείου, να κρίνει ότι οι νόμοι, οι κανονισμοί ή οι διοικητικές διατάξεις, πρακτικές ή δράση της Πολωνίας ή του Ηνωμένου Βασιλείου δεν συνάδουν με τα θεμελιώδη δικαιώματα, ελευθερίες και αρχές που επιβεβαιώνει. 2. Ειδικότερα, και προς αποφυγή πάσης αμφιβολίας, ουδέν στον Τίτλο IV του Χάρτη παράγει αγώγιμα δικαιώματα τα οποία εφαρμόζονται στην Πολωνία ή στο Ηνωμένο Βασίλειο, εκτός εάν η Πολωνία ή το Ηνωμένο Βασίλειο προβλέπουν τέτοια δικαιώματα στην εθνική τους νομοθεσία.
Άρθρο 2: Όταν μια διάταξη του Χάρτη αναφέρεται στις εθνικές νομοθεσίες και πρακτικές, εφαρμόζεται στην Πολωνία ή στο Ηνωμένο Βασίλειο μόνον στο βαθμό που τα δικαιώματα ή οι αρχές που περιέχει αναγνωρίζονται στη νομοθεσία ή τις πρακτικές της Πολωνίας ή του Ηνωμένου Βασιλείου.
[10] I. Pernice, ‘The Treaty of Lisbon and Fundamental Rights’, in: S. Griller / J. Ziller (επιμ.), The Lisbon Treaty. EU Constitutionalism without a Constitutional Treaty?, Wien / New York: Springer 2008, 235ff.
[11] Άρθρο 52 παρ. 3 Χάρτη: «Στο βαθμό που ο παρών Χάρτης περιλαμβάνει δικαιώματα που αντιστοιχούν σε δικαιώματα τα οποία διασφαλίζονται στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, η έννοια και η εμβέλειά τους είναι ίδιες με εκείνες που τους αποδίδει η εν λόγω Σύμβαση. Η διάταξη αυτή δεν εμποδίζει το δίκαιο της Ένωσης να παρέχει ευρύτερη προστασία.»
[12] Πρβλ. και Γ. Κατρούγκαλου, ‘Η απόφαση «Βόσπορος» του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και το κοινοτικό δίκαιο’, ΔτΑ 30/2006, σ. 655 επ. (666).
[13] Πρβλ. ΕΔΔΑ, Νο 45036/98, BosphorushavayollariturizmvIreland, 30.05.2005, σκέψεις 149-166, και ιδίως 155, σε: ΔτΑ 30/2006, 675 επ.
[14] Άρθρο 53 του Χάρτη: «Καμία διάταξη του παρόντος Χάρτη δεν πρέπει να ερμηνεύεται ως περιορίζουσα ή θίγουσα τα δικαιώματα του ανθρώπου και τις θεμελιώδεις ελευθερίες που αναγνωρίζονται στα αντίστοιχα πεδία εφαρμογής από το δίκαιο της Ένωσης, το διεθνές δίκαιο καθώς και από τις διεθνείς συμβάσεις, στις οποίες είναι μέρη η Ένωση, ή όλα τα κράτη μέλη, και ιδίως από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, καθώς και από τα Συντάγματα των κρατών μελών».
[15] Κ. Καβάφη, Σοφοί δε Προσιόντων, Από τα Ποιήματα 1897-1933, Ίκαρος 1984

Μοιάζουν οι προσπάθειές μας σαν των Τρώων

Aντώνης Μανιτάκης, καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στο ΑΠΘ

Μοιάζουν οι προσπάθειές μας σαν των Τρώων

Πιστεύουμε αλήθεια, κοινή γνώμη και πολιτική εξουσία, ότι το μείζον ζήτημα της παρούσας πολιτικής συγκυρίας είναι η «ατιμωρησία» των υπευθύνων και ότι εκείνο που προέχει θεσμικά είναι η τιμωρία των υπευθύνων; Πιστεύουμε ειλικρινά, ύστερα από είκοσι ολόκληρα χρόνια σκάνδαλα και σκανδαλολογία, ειδικά δικαστήρια, ανακριτικές και εξεταστικές επιτροπές της Βουλής, ανακρίσεις και προανακρίσεις δημόσιων υπαλλήλων, πολιτικών και ιδιωτών, άπειρα δημοσιεύματα στον Τύπο, ατέλειωτες ώρες συζητήσεων στην τηλεόραση και στα τηλεοπτικά παράθυρα, ότι αυτό που χρειαζόμαστε τώρα είναι η παραδειγματική τιμωρία των υπευθύνων παντός είδους, όταν ξέρουμε και διαπιστώσαμε όλοι μας ότι όλα αυτά τα χρόνια τόσα λόγια, τόσο μελάνι, τόσες κραυγές και τόσες καταγγελίες έμειναν χωρίς αποτέλεσμα και χωρίς θεσμική ή πολιτική συνέπεια και χωρίς αποτελεσματική αντιμετώπιση της πολιτικής και της εν γένει δημόσιας διαφθοράς στον τόπο μας;

Αλήθεια ό,τι δεν έγινε εδώ και είκοσι χρόνια γιατί θα γίνει τώρα ξαφνικά μέσα σε λίγους μήνες; Επειδή ξεκίνησε ή θα ξεκινήσει κάποια διαδικασία απόδοσης ποινικών ευθυνών; Μα τι κάνουμε τόσα χρόνια; Με αυτό το ζήτημα δεν ασχολούμαστε όλοι; Ποιος αλήθεια πιστεύει ότι τώρα με τόση καθυστέρηση με το ισχύον νομοθετικό καθεστώς θα υπάρξει τιμωρία; Και γιατί πιστεύουμε ότι θα το πιστέψει τώρα ο κόσμος, όταν είναι πεπεισμένος ότι τίποτε δε γίνεται και όταν ξέρουν ότι οι νόμοι στην Ελλάδα γίνονται για να μην εφαρμόζονται; Ποιος δεν ξέρει, κύριε υπουργέ της Δικαιοσύνης, ότι πάσχουμε από πολυνομία και από υπερβολικά λεπτομερειακούς και δαιδαλώδεις νόμους που όλοι τους προβλέπουν πολύ αυστηρές ποινές χωρίς ποτέ να εφαρμόζονται, επειδή είναι αυστηρές;

Ανακαλύψαμε, τώρα, έπειτα από τέτοια δραματική εμπειρία ότι ο νόμος περί ευθύνης υπουργών είναι ανεπαρκής και ότι ουσιαστικά καλύπτει και αποτρέπει την τιμωρία των υπεύθυνων υπουργών αντί να διευκολύνει την τιμωρία τους; Και σπεύδουμε τώρα χωρίς πολιτική αιδώ εμείς οι ίδιοι που τον ψηφίσαμε πριν από λίγα χρόνια να τον διορθώσουμε. Και παραλείπουμε να πούμε ακόμη στην κοινή γνώμη ότι πριν από δέκα χρόνια είχαμε μια εκτεταμένη αναθεώρηση του Συντάγματος, που έγινε και για να αντιμετωπιστεί η πολιτική διαφθορά. Αποκρύπτουμε ότι αναθεωρήθηκε το άρθρο 86 του Συντάγματος που αφορά την ποινική ευθύνη των υπουργών με τη συναίνεση σχεδόν όλων των κομμάτων. Και έρχεται σήμερα η κυβερνώσα κομματική πλειοψηφία, η ίδια που είχε εισηγηθεί την αναθεώρηση του 2000 για να μας πει ή να αφήσει να εννοηθεί ότι, επειδή το Σύνταγμα προβλέπει ούτως ή άλλως σύντομη παραγραφή για τα αδικήματα των υπουργών, μέχρι να γίνει η νέα αναθεώρηση καλόν είναι αναθεωρήσουμε το νόμο περί ευθύνης των υπουργών.

Ματαιοπονεί, φοβάμαι, στο θέμα αυτό η κυβέρνηση. Διότι, όσον αφορά το παρελθόν, οι ισχύοντες νόμοι και το Σύνταγμα φρόντισαν να εξασφαλίσουν την ατιμωρησία των υπευθύνων με διάφορους τρόπους και διάφορες διαδικασίες. Αρα, ως προς το παρελθόν, δε γίνεται ούτως ή άλλως τίποτε λόγω παραγραφής και άλλων δικαιοκρατικών διαδικασιών.

Ως προς το μέλλον, δε χρειαζόμαστε, έπειτα από αυτά που πάθαμε και ζήσαμε, νέους νόμους και νέες αναθεωρήσεις. Πήξαμε από νόμους και νομοθετικές υποσχέσεις και από αναθεωρήσεις που «θα» θεραπεύσουν τα πολιτικά δεινά στον τόπο μας. Τι να την κάνουμε την αναθεώρηση, όταν δεν μας φταίει το Σύνταγμα αλλά το στραβό το ριζικό μας; Δεν είδαμε, εξάλλου, πολιτικό χαΐρι ούτε από την πολυνομία και τις αυστηρές ποινές ούτε από την άκρατη κακουργηματοποίηση των οικονομικών και πολιτικών αδικημάτων. Πόσες φορές θα δούμε ακόμη το ίδιο έργο χωρίς αποτέλεσμα;

Ως προς την ποινική ευθύνη των υπουργών, χρειάζεται, απλώς, να καταργηθεί η ειδική ποινική αυτή διαδικασία που προβλέπεται στο Σύνταγμα και στον ειδικό νόμο περί ευθύνης των υπουργών και να υπαχθούν και οι υπουργοί, όπως όλοι οι πολίτες, στον κοινό ποινικό νόμο χωρίς κανενός είδους ποινική ασυλία ή ειδική μεταχείριση. Τόσο απλά.

Η κατάργηση βέβαια της ειδικής ποινικής ευθύνης των υπουργών, που κατάντησε να είναι ποινική ασυλία, μπορεί να συνδυαστεί -και αυτό ισχύει για όλους όσοι ασκούν δημόσια αξιώματα- με δραστική ενίσχυση της αστικής ευθύνης τους. Να πληρώσουν όσοι ζημίωσαν το Δημόσιο με την ατομική και οικογενειακή περιουσία τους.

Αντί να κυνηγάμε, λοιπόν, απελπισμένα, την ποινική ευθύνη και τη φυλάκιση των «ενόχων», που ποτέ δεν έρχεται ή έρχεται πολύ αργά, ας επιδιώξουμε, τουλάχιστον, άμεσα και προληπτικά, την εξασφάλιση της αστικής ευθύνης τους.

Πριν από όλα τα άλλα χρειαζόμαστε όμως την πολιτική ευθύνη. Την επιβολή πολιτικών κυρώσεων στους πολιτικούς, που έβλαψαν τον τόπο με τρόπο πολιτικά ανεύθυνο. Η πιο δραστική καταδίκη στους υπουργούς και τους πολιτικούς είναι η πολιτική τους τιμωρία. Την τιμωρία αυτήν την αποδίδουν μόνον ο λαός και οι πολίτες. Αν δεν μπορεί να την επιβάλει ο ίδιος εκλέγοντας και επιβραβεύοντας τους άξιους και τίμιους, τότε δεν υπάρχει πολιτική σωτηρία για τον τόπο. Με το ζόρι δε σώζεται κανείς.

Παρακολουθώντας την απέλπιδα μεταρρυθμιστική προσπάθεια της κυβέρνησης, θυμάμαι διαρκώς τους στίχους του Καβάφη: «Είν’ η προσπάθειές μας, των συφοριασμένων, είν’ η προσπάθειές μας σαν των Τρώων… Θαρρούμε πως με απόφαση και τόλμη θ’ αλλάξουμε της τύχης την καταφορά, κ’ έξω στεκόμεθα ν’ αγωνισθούμε. Αλλ’ όταν η μεγάλη κρίσις έλθει, η τόλμη κ’ η απόφασίς μας χάνονται, ταράττεται η ψυχή μας, παραλύει, κι ολόγυρα απ’ τα τείχη τρέχουμε ζητώντας να γλυτώσουμε με την φυγή».

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα “Αγγελιοφόρος” στις 23 Ιανουαρίου του 2011.

Μεταχείριση αιτούντων άσυλο στην Ελλάδα και Κανονισμός Δουβλίνο ΙΙ

ΕΔΔΑ, απόφαση της 21.1.2011, M.S.S. κατά Βελγίου και Ελλάδος (Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης) με σημείωμα Βασίλη Κερασιώτη

Μεταχείριση αιτούντων άσυλο στην Ελλάδα και Κανονισμός Δουβλίνο ΙΙ

Σημείωμα

Η απόφαση του ΕΔΔΑ, την οποία παρουσιάζουμε εδώ, αποτελεί σταθμό στο ζήτημα του ασύλου όχι μόνο για την Ελλάδα, αλλά συνολικώς για την Ευρώπη. Συγκεκριμένα, με την απόφαση αυτή κρίθηκε συνοπτικώς ότι: πρώτον, οι απάνθρωπες συνθήκες κράτησης που επικρατούν σε όλα τα κέντρα κράτησης αλλοδαπών και αιτούντων άσυλο στην ελληνική επικράτεια συνιστούν εξευτελιστική μεταχείριση που απαγορεύεται από το άρθρο 3 της ΕΣΔΑ. Η μικρή διάρκεια της κράτησης (στην προκείμενη περίπτωση, συνολικώς 11 ημερών σε δύο περιόδους) δεν αποτελεί λόγο που αποκλείει την ευθύνη του ελληνικού κράτους για παραβίαση του άρθρου 3.

Δεύτερον, εξευτελιστική μεταχείριση συνιστούν και οι συνθήκες διαβίωσης των προσώπων που αιτούνται άσυλο μετά την απελευθέρωσή τους και την έναρξη της διαδικασίας εξέτασης της αίτησής τους. Το Δικαστήριο έκρινε ότι η μεταφορά στο εθνικό δίκαιο της «Οδηγίας Υποδοχής» (Οδηγία 2003/9), η οποία θέτει στα κράτη μέλη την υποχρέωση διασφάλισης των ελάχιστων ορίων αξιοπρεπούς διαβίωσης των αιτούντων άσυλο, συνιστά δέσμευση των ελληνικών αρχών να εξασφαλίζουν στέγη και δυνατότητα πρόσβασης στην αγορά εργασίας για τους αιτούντες άσυλο. Η «ροζ κάρτα» που λαμβάνουν οι αιτούτες άσυλο δεν συνιστά κατά το Δικαστήριο ουσιαστική διασφάλισή τους, καθώς από τη μία δεν τους παρέχεται καμία πληροφόρηση για τις δυνατότητες στέγασης, στο βαθμό που αυτές υπάρχουν, και από την άλλη τίθενται ανυπέρβλητα γραφειοκρατικά εμπόδια στην πρόσβασή τους στην αγορά εργασίας.

Τρίτον, οι διαδικασίες εξέτασης των αιτήσεων ασύλου, ιδίως όπως διαμορφώθηκαν μετά το πδ 81/2009 με το οποίο καταργήθηκε ο δεύτερος βαθμός εξέτασης των αιτήσεων ασύλου, παραβιάζουν το αρ. 13 της ΕΣΔΑ για δικαίωμα αποτελεσματικής προσφυγής σε δικαστήριο σε συνδυασμό με το άρ. 3, ιδίως αν ληφθούν υπόψη ο εξαιρετικά χαμηλός αριθμός αποφάσεων που κάνουν δεκτές τις σχετικές αιτήσεις, ο μακρύς χρόνος που μεσολαβεί ως την έκδοση απόφασης, η έλλειψη συστήματος παροχής νομικής βοήθειας προς τους αιτούντες και τα γενικότερα διαδικαστικά εμπόδια που τίθενται στους αιτούντες.

Τέταρτον, η απόφαση ενός άλλου κράτου μέλους να αποστείλει στην Ελλάδα κάποιον αιτούντα άσυλο κατ’ εφαρμογή του Κανονισμού «Δουβλίνο ΙΙ» (Κανονισμός 343/2003/EΚ), διότι η Ελλάδα ήταν η πρώτη χώρα εισόδου του στην Ευρωπαϊκή Ένωση, αποτελεί επίσης παραβίαση του άρ. 3 της ΕΣΔΑ. Οι σχετικές εκθέσεις διεθνών οργανισμών και οργανώσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ιδίως της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα υπήρξαν τόσο πολυπληθείς και έλαβαν τόση δημοσιότητα τα τελευταία χρόνια που το κράτος μέλος (εν προκειμένω το Βέλγιο) γνώριζε ή σε κάθε περίπτωση όφειλε να γνωρίζει ότι οι διαδικασίες εξέτασης των αιτήσεων ασύλου και οι συνθήκες κράτησης και διαβίωσης των αιτούντων άσυλο στην Ελλάδα συνιστούν παραβιάσεις των αρ. 3 και 13 της ΕΣΔΑ. Συνεπώς, έκρινε το Δικαστήριο, η απόφαση απέλασης του αιτούντος άσυλο προς την Ελλάδα συνιστά έκθεση του προσώπου αυτού στον κίνδυνο παραβίασης θεμελιωδών δικαιωμάτων του.

Όπως γίνεται εύκολα αντιληπτό, η απόφαση αυτή αποτελεί σοβαρό πλήγμα στο σύστημα που καθιέρωσε ο Κανονισμός «Δουβλίνο ΙΙ», ιδίως αν ληφθεί υπόψη ότι η Ελλάδα έχει καταστεί πλέον η κύρια πύλη εισόδου μεταναστών και προσφύγων στην Ευρώπη. Το Δικαστήριο του Στρασβούργου κατέστησε πλέον σαφές ότι, μέχρι τουλάχιστον να επέλθει κάποια θεαματική βελτίωση, η απάνθρωπη μεταχείριση των προσώπων που αιτούνται άσυλο στην Ελλάδα αποτελεί σοβαρό λόγο για τη μη προώθηση των αιτούντων άσυλο προς αυτήν κατ’ εφαρμογή του Κανονισμού «Δουβλίνο ΙΙ» και έθεσε και τα υπόλοιπα κράτη μέλη ενώπιον των ευθυνών τους σε σχέση με την ανθρωπιστική κρίση που λαμβάνει χώρα στην Ελλάδα (βλ. δηλώσεις του εκπροσώπου τύπου της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες την 21/9/2010 σε http://www.unhcr.org/4c98a0ac9.html, τελευταία επίσκεψη 22/1/2011) χωρίς να απαλλάξει ούτε στο ελάχιστο την ίδια από τις ευθύνες της για αυτή.

Αντί αναλυτικού σημειώματος ακολουθεί σύντομη παρουσίαση του ιστορικού της υπόθεσης και πρόχειρη δική μας μετάφραση των βασικών σημείων της απόφασης. Το πλήρες κείμενο της απόφασης παρατίθεται στην αγγλική γλώσσα και είναι επίσης προσβάσιμο στην ιστοσελίδα του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (http://cmiskp.echr.coe.int/tkp197/portal.asp?sessionId=64525918&skin=hudoc-en&action=request, τελευταία επίσκεψη 22/1/2011).

Ι. Σύντομο ιστορικό της υπόθεσης

Ο αιτών, Αφγανός πολίτης, εγκατέλειψε την Καμπούλ στις αρχές του 2008 και, αφού διέσχισε το Ιράν και την Τουρκία, έφθασε στη Μυτιλήνη στις 7 Δεκεμβρίου 2008 όπου και συνελήφθη από τις ελληνικές αρχές. Εκεί, αφού του έγινε δακτυλοσκόπηση, κρατήθηκε για μία εβδομάδα και στη συνέχεια αφέθηκε ελεύθερος με εντολή απέλασης χωρίς να υποβάλει αίτηση ασύλου. Στη συνέχεια, μέσω Γαλλίας ο αιτών έφθασε (στις 10 Φεβρουαρίου 2009) στο Βέλγιο, όπου και υπέβαλε αίτηση ασύλου.

Μετά από έλεγχο των δακτυλικών αποτυπωμάτων του διαπιστώθηκε ότι πρώτη χώρα εισόδου στην Ευρωπαϊκή Ένωση ήταν η Ελλάδα και, κατ’ εφαρμογή του Κανονισμού «Δουβλίνο ΙΙ», εστάλη αίτημα στις ελληνικές αρχές για να αναλάβουν τη διαδικασία εξέτασης της αίτησής του για άσυλο. Ο αιτών ακολούθησε τις προβλεπόμενες από τη βελγική νομοθεσία διαδικασίες προκειμένου να μην απελαθεί στην Ελλάδα, επικαλούμενος το εξαιρετικά χαμηλό ποσοστό αποδοχής αιτήσεων ασύλου και τις άθλιες συνθήκες κράτησης των μεταναστών στη χώρα, ωστόσο, όλες οι αιτήσεις του απορρίφθηκαν. Εξίσου απορίφθηκε η αίτησή του προς το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου για τη λήψη προσωρινών μέτρων κατά της απέλασης βάσει του Κανόνα 39 των Κανόνων του Δικαστηρίου.

Στις 15 Ιουνίου 2009 ο αιτών μεταφέρθηκε στην Ελλάδα, κατέθεσε αμέσως αίτηση ασύλου και κρατήθηκε έως τις 18 Ιουνίου στο κρατητήριο του αεροδρομίου σε απάνθρωπες συνθήκες. Με την απελευθέρωσή του του χορηγήθηκε η κάρτα αιτούντος άσυλο («ροζ κάρτα») και διατάχθηκε να εμφανιστεί εντός δύο ημερών στη Διεύθυνση Αλλοδαπών στην οδό Πέτρου Ράλλη και να δηλώσει διεύθυνση κατοικίας στην Ελλάδα. Ο αιτών, μη διαθέτοντας χρήματα ή οποιαδήποτε μέσο βιοπορισμού, κατέληξε σε ένα πάρκο στο κέντρο της Αθήνας, όπου είχαν βρει καταφύγιο και άλλοι Αφγανοί αιτούντες άσυλο, και δεν παρουσιάστηκε στην Πέτρου Ράλλη, διότι δεν είχε διεύθυνση για να δηλώσει.

Ακολούθησε μια αποτυχημένη προσπάθειά του να περάσει στη Βουλγαρία με πλαστό διαβατήριο (πράξη για την οποία καταδικάστηκε σε φυλάκιση δύο μηνών με τριετή αναστολή) και τελικώς στις 21 Ιουνίου 2010 ο αιτών έλαβε μια ειδοποίηση γραμμένη στα ελληνικά, την οποία υπέγραψε παρουσία διερμηνέα, με την οποία καλούνταν να παραστεί σε συνέντευξη για την αίτηση ασύλου του στην αστυνομική διεύθυνση Αττικής στις 2 Ιουλίου 2010. Ο αιτών δεν εμφανίστηκε κατά τη συνέντευξη αυτή, διότι, όπως ο ίδιος ενημέρωσε αργότερα το δικηγόρο του, ο διερμηνέας δεν του είχε αναφέρει τίποτε για την ημερομηνία της συνέντευξης. Τέλος, ο αιτών επιχείρησε εκ νέου, τον Αύγουστο του 2009, να εγκαταλείψει την Ελλάδα, προς την Ιταλία αυτή τη φορά, συνελήφθη όμως στην Πάτρα και στη συνέχεια μεταφέρθηκε στη Θεσσαλονίκη και από εκεί στον Έβρο για απέλαση προς την Τουρκία. Η απέλασή του αυτή ματαιώθηκε την τελευταία στιγμή, όπως ισχυρίστηκε, λόγω της παρουσίας της τουρκικής αστυνομίας από την άλλη πλευρά των συνόρων.

ΙΙ. Τα κύρια σημεία της απόφασης

[…]

«Β. Συνθήκες κράτησης (ΣτΜ: των αιτούντων άσυλο στην Ελλάδα)

161. Οι ανωτέρω αναφορές (ΣτΜ: στην παρ. 160 της απόφασης παρατίθεται αναλυτική λίστα αναφορών διεθνών οργανισμών και οργανώσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων για την κατάσταση των προσφύγων και μεταναστών στην Ελλάδα) μαρτυρούν τη συστηματική πρακτική της κράτησης των αιτούντων άσυλο στην Ελλάδα από μερικές ημέρες μέχρι μερικούς μήνες μετά την άφιξή τους. Η πρακτική αυτή αφορά τόσο τους αιτούντες άσυλο που καταφθάνουν στην Ελλάδα για πρώτη φορά όσο και αυτούς που μεταφέρονται σε αυτή από κάποιο Κράτος Μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης συμφώνως προς τον Κανονισμό Δουβλίνο ΙΙ. Μάρτυρες αναφέρουν ότι δεν τους παρέχεται καμία πληροφόρηση ως προς τους λόγους της κράτησης.

162. Όλα τα κέντρα, τα οποία επισκέφθηκαν οι οργανισμοί και οι οργανώσεις που συνέταξαν τις ανωτέρω αναφορές, παρουσιάζουν την ίδια κατάσταση σε διαφορετικούς βαθμούς σοβαρότητας: συνωστισμός, βρωμιά, έλλειψη χώρου, έλλειψη εξαερισμού, ελάχιστη ή και καθόλου δυνατότητα προαυλισμού, κανένας χώρος χαλάρωσης, ανεπαρκή και βρώμικα στρώματα, όχι ελεύθερη πρόσβαση στις τουαλέτες, ανεπαρκείς εγκαταστάσεις υγιεινής, έλλειψη ιδιωτικού χώρου, περιορισμένη πρόσβαση σε υγειονομική ή άλλη φροντίδα. Πολλοί από τους ανθρώπους που ερωτήθηκαν παραπονέθηκαν επίσης για προσβολές, ιδίως ρατσιστικές προσβολές, και για τη χρήση λεκτικής βίας από την πλευρά των φρουρών.

[…]

 Γ. Συνθήκες διαβίωσης

168. Σε κάθε περίπτωση φαίνεται ότι δεν τους παρέχεται (ΣτΜ: στους αιτούντες άσυλο που λαμβάνουν τη ροζ κάρτα και αποφυλακίζονται) καμία πληροφορία για τις δυνατότητες στέγασης.[…]

169. Αυτοί οι οποίοι δεν έχουν οικογένεια ή γνωστούς στην Ελλάδα και δεν έχουν χρήματα για να πληρώνουν ενοίκιο κοιμούνται στους δρόμους. Ως αποτέλεσμα αυτού, πολλοί άστεγοι αιτούντες άσυλο, κυρίως ανύπαντροι άντρες αλλά και οικογένειες, έχουν καταλάβει παρανόμως δημόσιους χώρους, όπως ο πρόχειρος καταυλισμός στην Πάτρα που εκκενώθηκε και κατεδαφίστηκε τον Ιούλιο του 2009 ή το κτίριο του παλιού εφετείου και ορισμένα πάρκα στην Αθήνα.

170. Πολλοί από αυτούς που ερωτήθηκαν δήλωσαν ότι βρίσκονταν σε καθεστώς μόνιμου φόβου μήπως δεχθούν επίθεση και ληστευθούν και σε απόλυτη απόγνωση λόγω της κατάστασής τους (δυσκολία εύρεσης τροφής, καμία πρόσβαση σε εγκαταστάσεις υγιεινής κλπ).

171. Γενικώς, οι άνθρωποι αυτοί εξαρτώνται για την επιβίωσή τους από την κοινωνία των πολιτών, τον Ερυθρό Σταυρό και κάποια θρησκευτικά ιδρύματα.

172. Η κατοχή της ροζ κάρτας δεν φαίνεται να εξασφαλίζει κανένα πλεονέκτημα στον κάτοχό της για την πρόσβαση σε κρατική πρόνοια και υφίστανται σημαντικές γραφειοκρατικές δυσκολίες για την απόκτηση προσωρινής άδειας εργασίας. Για παράδειγμα, για να αποκτήσει αριθμό φορολογικού μητρώου ο αιτών πρέπει να αποδείξει ότι διαθέτει μόνιμη κατοικία, πράγμα που αυτομάτως αποκλείει τους άστεγους από την αγορά εργασίας. Επιπροσθέτως, οι υγειονομικές αρχές δεν φαίνεται να γνωρίζουν την υποχρέωσή τους να παρέχουν δωρεάν υγειονομιή περίθαλψη στους αιτούντες άσυλο ή να έχουν επίγνωση των επιπλέον κινδύνων υγείας που διατρέχουν αυτοί οι άνθρωποι.

[…]

ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΝΟΜΙΚΟ ΜΕΡΟΣ

[…]

1. ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΣ ΠΕΡΙ ΠΑΡΑΒΙΑΣΗΣ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 3 ΤΗΣ ΣΥΝΘΗΚΗΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΛΕΥΡΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ ΛΟΓΩ ΤΩΝ ΣΥΝΘΗΚΩΝ ΚΡΑΤΗΣΗΣ ΤΟΥ ΠΡΟΣΦΕΥΓΟΝΤΟΣ

[…]

2. Επί της ουσίας

(α) Ανακεφαλαίωση γενικών αρχών

[…]

222. Το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι η κράτηση ενός αιτούντος άσυλο σε προκατασκευασμένη αίθουσα επί δύο μήνες χωρίς να του επιτρέπεται να βγει έξω ή να τηλεφωνήσει και χωρίς καθαρά σεντόνια και με ανεπαρκή είδη υγιεινής, συνιστά εξευτελιστική μεταχείριση κατά την έννοια του Άρθρου 3 της Συνθήκης (βλ. S.D. v. Greece, no. 53541/07, §§ 49 to 54, 11 Ιουνίου 2009). Ομοίως, περίοδος κράτησης έξι ημερών σε κλειστό χώρο, χωρίς δυνατότητα προαυλισμού, χωρίς χώρο ψυχαγωγίας, όπου ο κρατούμενος κοιμόταν σε βρώμικα στρώματα και χωρίς ελεύθερη πρόσβαση σε τουαλέτα είναι απαράδεκτη όσον αφορά το Άρθρο 3 (ibid., § 51). Η κράτηση ενός αιτούντος άσυλο για τρεις μήνες σε αστυνομικό κρατητήριο ενώ ήταν εκκρεμής η αίτηση για διοικητικά μέτρα, χωρίς πρόσβαση σε ψυχαγωγικές δραστηριότητες και χωρίς κανονικά γεύματα έχει εξίσου θεωρηθεί εξευτελιστική μεταχείριση (βλ. Tabesh v. Greece, no. 8256/07, §§ 38 to 44, 26 Νοεμβρίου 2009). Τέλος, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι η κράτηση του προσφεύγοντος για τρεις μήνες σε χώρο όπου επικρατούσαν συνθήκες συνωστισμού και φρικτές συνθήκες υγιεινής και καθαριότητας, χωρίς εγκαταστάσης ψυχαγωγίας ή εστίασης, όπου η κατάσταση ερείπωσης των εγκαταστάσεων υγιεινής τις καθιστούσαν πρακτικά μη προσβάσιμες και όπου οι κρατούμενοι κοιμούνταν σε συνθήκες εξαιρετικού συνωστισμού και έλλειψης καθαριότητας συνιστά εξευτελιστική μεταχείριση που απαγορεύεται από το Άρθρο 3 (βλ. A.A. v. Greece, no. 12186/08, §§ 57 to 65, 22 Ιούλιος 2010).

(β) Η αίτηση στην παρούσα υπόθεση

[…]

231. Το Δικαστήριο επαναλαμβάνει ότι έχει ήδη κρίνει ότι τέτοιες συνθήκες, οι οποίες συναντώνται και σε άλλα κέντρα κράτησης στην Ελλάδα, συνιστούν εξευτελιστική μεταχείριση κατά την έννοια του Άρθρου 3 της Συνθήκης (βλ. ανωτέρω παρ. 222). Προκειμένου να φθάσει στο συμπέρασμα αυτό, το Δικαστήριο έλαβε υπόψη το γεγονός ότι οι προσφεύγοντες τελούσαν σε καθεστώς αιτούντος άσυλο.

232. Το Δικαστήριο δεν βλέπει κανένα λόγο να αποκλίνει από το συμπέρασμα αυτό επί τη βάσει του ισχυρισμού της Ελληνικής Κυβέρνησης ότι οι περίοδοι κράτησης του προσφεύγοντος ήταν βραχείες. Το Δικαστήριο δεν θεωρεί ότι η διάρκεια των δύο περιόδων κράτησης που επιβλήθηκαν στον προσφεύγοντα – τέσσερις ημέρες τον Ιούνιο του 2009 και μία εβδομάδα τον Αύγουστο του 2009 – ήταν ασήμαντη. Στην παρούσα υπόθεση το Δικαστήριο πρέπει να λάβει υπόψη ότι ο προσφεύγων, ως αιτών άσυλο, ήταν ιδιαιτέρως ευάλωτος (vulnerable) λόγω των όσων είχε υποστεί κατά τη διάρκεια της μετανάστευσής του και τις τραυματικές εμπειρίες που πιθανώς είχε βιώσει προηγουμένως.

233. Αντιθέτως, υπό το φως των διαθέσιμων πληροφοριών για τις συνθήκες στο κέντρο κράτησης κοντά στο αεροδρόμιο Αθηνών, το Δικαστήριο κρίνει ότι οι συνθήκες κράτησης που βίωσε ο προσφεύγων ήταν απαράδεκτες. Κρίνει επίσης ότι, εξεταζόμενα από κοινού, το αίσθημα αυθαιρεσίας και το αίσθημα κατωτερότητας και αγωνίας που συχνά συνδέονται με αυτό, καθώς και η σοβαρή επίδραση που τέτοιες συνθήκες κράτησης αναμφισβήτητα έχουν για την αξιοπρέπεια ενός προσώπου, συνιστούν εξευτελιστική μεταχείριση που απαγορεύεται από το Άρθρο 3 της Συνθήκης. Επιπροσθέτως, η απελπισία του προσφεύγοντος επιτάθηκε από την κατάστασή του ως αιτούντα άσυλο η οποία εγγενώς τον καθιστά περισσότερο ευάλωτο.

234. Συνεπώς υπήρξε παραβίαση του Άρθρου 3 της Συνθήκης.

ΙΙ. ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΣ ΠΕΡΙ ΠΑΡΑΒΙΑΣΗΣ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 3 ΤΗΣ ΣΥΝΘΗΚΗΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΛΕΥΡΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ ΛΟΓΩ ΤΩΝ ΣΥΝΘΗΚΩΝ ΔΙΑΒΙΩΣΗΣ ΤΟΥ ΠΡΟΣΦΕΥΓΟΝΤΟΣ

[…]

249. Το Δικαστήριο … κρίνει αναγκαίο να επισημάνει ότι το Άρθρο 3 δεν μπορεί να ερμηνευθεί κατά τρόπο που να υποχρεώνει τα Υψηλά Συμβαλλόμενα Μέρη να παρέχουν στον καθένα εντός της επικράτειάς τους στέγη (βλ. Chapman v. the United Kingdom [GC], no. 27238/95, § 99, ECHR 2001 I). Ούτε περιλαμβάνει το Άρθρο καμία γενική υποχρέωση παροχής οικονομικής βοήθειας στους αιτούντες άσυλο προκειμένου να καταστεί εφικτό αυτοί να διατηρούν ένα ορισμένο επίπεδο ζωής (βλ. Müslim v. Turkey, no. 53566/99, § 85, 26 Απριλίου 2005).

250. Το Δικαστήριο, ωστόσο, κρίνει ότι η επίδικη υπόθεση δεν μπορεί να κριθεί με τους ίδιους όρους. Αντιθέτως προς την ως άνω αναφερθείσα υπόθεση Müslim (§§ 83 και 84), η υποχρέωση παροχής στέγης και αξιοπρεπών συνθηκών διαβίωσης σε αιτούντες άσυλο που βρίσκονται κάτω από το όριο της φτώχειας συνιστά πλέον θετικό δίκαιο και οι Ελληνικές αρχές υποχρεούνται να εφαρμόζουν την ίδια τη νομοθεσία τους, η οποία μεταφέρει στο εσωτερικό δίκαιο το Κοινοτικό δίκαιο, και συγκεκριμένα την Οδηγία 2003/9 η οποία θέτει ελάχιστα αποδεκτά όρια για την υποδοχή των αιτούντων άσυλο από τα Κράτη Μέλη (η «Οδηγία Yποδοχής»).

[…]

263. Υπό το φως των ανωτέρω (ΣτΜ: των άθλιων συνθηκών διαβίωσης του προσφεύγοντος στους δρόμους της Αθήνας και των γραφειοκρατικών δυσκολιών που καθιστούν πρακτικά αδύνατη την πρόσβαση στην αγορά εργασίας) και ενόψει των υποχρεώσεων που έχουν επιβληθεί στις Ελληνικές αρχές υπό την Ευρωπαϊκή Οδηγία Υποδοχής, το Δικαστήριο κρίνει ότι οι Εληνικές αρχές δεν έδειξαν τη δέουσα προσοχή στην ευάλωτη κατάσταση του προσφεύγοντος ως αιτούντος άσυλο και πρέπει να θεωρηθούν υπεύθυνες λόγω της αδράνειάς τους, για την κατάσταση στην οποία αυτός βρέθηκε για αρκετούς μήνες, κατά τη διάρκεια των οποίων ζούσε στο δρόμο χωρίς πόρους ή πρόσβαση σε υγειονομικές εγκαταστάσεις και χωρίς μέσα για την κάλυψη των βασικών αναγκών του. […]

264. Κατ’ ακολουθίαν, λόγω των σφαλμάτων των αρχών, ο προσφεύγων βρέθηκε σε μία κατάσταση που δε συμβιβάζεται με το Άρθρο 3 της Συνθήκης. Συνεπώς, υπήρξε παραβίαση της διάταξης αυτής.

ΙΙΙ. ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΣ ΠΕΡΙ ΠΑΡΑΒΙΑΣΗΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΛΕΥΡΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 13 ΣΕ ΣΥΝΔΥΑΣΜΟ ΜΕ ΤΑ ΑΡΘΡΑ 2 ΚΑΙ 3 ΤΗΣ ΣΥΝΘΗΚΗΣ ΛΟΓΩ ΤΩΝ ΑΔΥΝΑΜΙΩΝ ΤΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ ΑΣΥΛΟΥ

[…]

300. Το Δικαστήριο παρατηρεί ότι επί σειρά ετών η Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες και ο Ευρωπαίος Επίτροπος για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα καθώς και αρκετές διεθνείς μη κυβερνητικές οργάνωσεις έχουν αποκαλύψει επανειλημμένως και διαρκώς ότι η ελληνική νομοθεσία δεν εφαρμόζεται στην πράξη και ότι η διαδικασία ασύλου σημαδεύεται από τέτοια σημαντικά δομικά ελαττώματα που οι αιτούντες άσυλο έχουν πολύ μικρή πιθανότητα να τύχουν οι αιτήσεις τους και οι αιτιάσεις τους βάσει της Συνθήκης σοβαρής εξέτασης από τις ελληνικές αρχές και ότι ελλείψει αποτελεσματικού ενδίκου βοηθήματος τελικώς δεν προστατεύονται έναντι της αυθαίρετης μεταφοράς πίσω στις χώρς καταγωγής τους (βλ. παραγράγους 160 και 173-195 ανωτέρω).

301. Το Δικαστήριο τονίζει, πρώτον, τις αδυναμίες στην πρόσβαση στη διαδικασία ασύλου και στην εξέταση των αιτήσεων για άσυλο (βλ. παραγράφους 173-188 ανωτέρω): ανεπαρκή πληροφόρηση των αιτούντων άσυλο για τις ακολουθητέες διαδικασίες, κανένα αξιόπιστο σύστημα επικοινωνίας μεταξύ των αρχών και των αιτούντων άσυλο, ανεπάρκεια διερμηνέων και έλλειψη εκπαίδευσης του προσωπικού στο οποίο έχει ανατεθεί η διενέργεια των ατομικών συνεντεύξεων, έλλειψη συστήματος νομικής βοήθειας που στην πράξη στερεί τους αιτούντες άσυλο από νομικές συμβουλές και υπερβολικά μακροχρόνιες καθυστερήσεις στην λήψη απόφασης. Αυτές οι αδυναμίες επηρεάζουν τόσο τους αιτούντες άσυλο που καταφθάνουν στην Ελλάδα για πρώτη φορά όσο και αυτούς που στέλνονται πίσω σε αυτή κατ’ εφαρμογή του Κανονισμού Δουβλίνο ΙΙ.

302. Το Δικαστήριο εκφράζει επίσης την ανησυχία του για τα ευρήματα διαφόρων ερευνών που διεξήχθησαν από την Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες, οι οποίες δείχνουν ότι σχεδόν όλες οι πρωτοβάθμιες αποφάσεις είναι αρνητικές και διατυπωμένες κατά στερεότυπο τρόπο χωρίς να περιλαμβάνουν λεπτομερή αιτιολογία της απόφασης που εκδόθηκε (βλ. παράγραφο 184 ανωτέρω). Επιπροσθέτως, ο ελεγκτικός ρόλος τον οποίο έπαιζαν οι συμβουλευτικές επιτροπές ασύλου σε δεύτερο βαθμό αφαιρέθηκε και η Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες δεν παίρνει πλέον μέρος στη διαδικασία ασύλου (βλ. παραγράφους 114 και 189 ανωτέρω).

[…]

319. Επιπροσθέτως, παρότι ο προσφεύγων εμφανώς στερείται των αναγκαίων μέσων για τη πληρωμή δικηγόρου, δεν έχει λάβει καμία πληροφόρηση σχετικά με την πρόσβαση σε οργανώσεις που προσφέρουν νομική βοήθεια και καθοδήγηση. Σε αυτό πρέπει να προστεθεί η ανεπάρκεια του αριθμού των δικηγόρων που έχουν εγγραφεί στη λίστα για το σύστημα νομικής βοήθειας (βλ. παραγράφους 191 και 281 ανωτέρω), που καθιστά το σύστημα αναποτελεσματικό στην πράξη. Αντιθέτως προς τους ισχυρισμούς της Κυβέρνησης, το Δικαστήριο θεωρεί ότι η κατάσταση αυτή μπορεί επίσης να αποτελεί ένα εμπόδιο που δυσχεραίνει την πρόσβαση σε ένδικη προστασία και εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του Άρθρου 13, ιδίως σε ό,τι αφορά τους αιτούντες άσυλο.

[…]

 (γ) Συμπέρασμα

321. Υπό το φως των ανωτέρω, οι προκαταρκτικές αντιρρήσεις που διατύπωσε η Ελληνική Κυβέρνηση (βλ. παράγραφο 283 ανωτέρω) δεν μπορεί να γίνουν δεκτές και το Δικαστήριο κρίνει ότι υπήρξε παραβίαση του Άρθρου 13 της Συνθήκης σε συνδυασμό προς το Άρθρο 3 λόγω των ελλείψεων κατά την εξέταση του αιτήματος για άσυλο του προσφεύγοντος από τις Ελληνικές αρχές και του κινδύνου που αντιμετωπίζει να αποσταλεί άμεσα ή έμμεσα πίσω στη χώρα καταγωγής του χωρίς καμία σοβαρή εξέταση επί της ουσίας της αίτησής του για άσυλο και χωρίς να διαθέτει πρόσβαση σε αποτελεσματική ένδικη προστασία.

[…]

 IV. ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΣ ΠΕΡΙ ΠΑΡΑΒΙΑΣΗΣ ΤΩΝ ΑΡΘΡΩΝ 2 ΚΑΙ 3 ΤΗΣ ΣΥΝΘΗΚΗΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΛΕΥΡΑ ΤΟΥ ΒΕΛΓΙΟΥ ΛΟΓΩ ΤΗΣ ΕΚΘΕΣΗΣ ΤΟΥ ΠΡΟΣΦΕΥΓΟΝΤΟΣ ΣΤΟΥΣ ΚΙΝΔΥΝΟΥΣ ΠΟΥ ΠΡΟΚΥΠΤΟΥΝ ΑΠΟ ΤΑ ΕΛΑΤΤΩΜΑΤΑ ΤΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ ΑΣΥΛΟΥ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

[…]

358. Υπό το φως των ανωτέρω, το Δικαστήριο θεωρεί ότι κατά το χρόνο της απέλασης του προσφεύγοντος, οι Βελγικές αρχές γνώριζαν ή θα όφειλαν να γνωρίζουν ότι δεν είχε καμία εγγύηση ότι η αίτησή του για άσυλο θα τύγχανε σοβαρής εξέτασης από τις Ελληνικές αρχές. Είχαν επίσης τα μέσα να αρνηθούν τη μεταφορά του.

359. Η Κυβέρνηση ισχυρίστηκε ότι ο προσφεύγων δεν είχε επαρκώς εξατομικεύσει, ενώπιον των Βελγικών αρχών, τον κίνδυνο να μην έχει πρόσβαση στη διαδικασία ασύλου και να σταλεί πίσω από τις Ελληνικές αρχές. Το Δικαστήριο κρίνει, ωστόσο, ότι στην πραγματικότητα ήταν οι Βελγικές αρχές αυτές που όφειλαν, ενόψει της ανωτέρω περιγραφείσας κατάστασης, όχι απλώς να υποθέσουν ότι ο προσφεύγων θα τύγχανε αντιμετώπισης σύμφωνης με τα ελάχιστα όρια της Συνθήκης, αλλά αντιθέτως, να διακριβώσουν πρώτα πως οι Ελληνικές αρχές εφάρμοζαν στην πράξη της νομοθεσία τους περί ασύλου. Εάν το είχαν κάνει αυτό, θα είχαν δει ότι οι κίνδυνοι που αντιμετώπιζε ο προσφεύγων ήταν αληθινοί και επαρκώς εξατομικευμένοι για να εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του Άρθρου 3. Το γεγονός ότι μεγάλος αριθμός αιτούντων άσυλο στην Ελλάδα βρίσκεται στην ίδια κατάσταση με τον προσφεύγοντα δεν καθιστά τον σχετικό κίνδυνο λιγότερο εξατομικευμένο, ενώ είναι επαρκώς πραγματικός και πιθανός (βλ. mutatis mutandis, Saadi v. Italy [GC], no. 37201/06, ECHR 2008, § 132).

(γ) Συμπέρασμα

360. Βάσει των ανωτέρω σκέψεων, το Δικαστήριο κρίνει ότι η μεταφορά του προσφεύγοντος από το Βέλγιο στην Ελλάδα συνιστά παραβίαση του Άρθρου 3 της Συνθήκης.

[…]

V. ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΣ ΠΕΡΙ ΠΑΡΑΒΙΑΣΗΣ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 3 ΤΗΣ ΣΥΝΘΗΚΗΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΛΕΥΡΑ ΤΟΥ ΒΕΛΓΙΟΥ ΛΟΓΩ ΤΗΣ ΕΚΘΕΣΗΣ ΤΟΥ ΠΡΟΣΦΕΥΓΟΝΤΟΣ ΣΕ ΣΥΝΘΗΚΕΣ ΚΡΑΤΗΣΗΣ ΚΑΙ ΔΙΑΒΙΩΣΗΣ ΠΟΥ ΠΑΡΑΒΙΑΖΟΥΝ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 3

[…]

367. Βάσει των ανωτέρω συμπερασμάτων και των υποχρεώσεων που επιβάλλονται στα Κράτη βάσει του Άρθρου 3 της Συνθήκης όσον αφορά την απέλαση, το Δικαστήριο κρίνει ότι με τη μεταφορά του προσφεύγοντος στην Ελλάδα οι Βελγικές αρχές εν γνώσει τους εξέθεσαν αυτόν σε συνθήκες κράτησης και διαβίωσης που συνιστούν εξευτελιστική μεταχείριση.

368. Ενόψει αυτού, υπήρξε παραβίαση του Άρθρου 3 της Συνθήκης.

[…]».

[Στέργιος Κοφίνης, Υπ.ΔΝ]

Σημείωμα

Προς ένα Κοινό (;) Ευρωπαϊκό Σύστημα Ασύλου

Η υπόθεση Μ.S.S κατά Βελγίου και Ελλάδος

Η υπόθεση «M.S.S κατά Βελγίου και Ελλάδος» αφορά στην επιστροφή στην Ελλάδα ενός Αφγανού αιτούντος άσυλο, ο οποίος, αφού είχε εισέλθει στην Ελλάδα, κατάφερε να ταξιδέψει στο Βέλγιο και να υποβάλει το αίτημά του στις αρμόδιες αρχές. Εν συνεχεία, κατ’ εφαρμογή του κανονισμού Δουβλίνο ΙΙ, οι βελγικές αρχές ζήτησαν και πέτυχαν την επιστροφή του M.S.S στην ελληνική επικράτεια, προκειμένου να εξεταστεί το αίτημα, καθώς η Ελλάδα είχε αποτελέσει το πρώτο σημείο εισόδου του στην ΕΕ.

Στην ελληνική έννομη τάξη, η σύλληψη, η έκδοση απόφασης απέλασης με κράτηση που συνοδεύεται και με λήψη αποτυπωμάτων είναι μια αυτοματοποιημένη διαδικασία για όποιον εισέρχεται στον ελληνικό χώρο «χωρίς χαρτιά», πρόσφυγα ή μη, με δεδομένη την έλλειψη εξειδικευμένων Κέντρων Πρώτης Υποδοχής αιτούντων άσυλο, στα οποία, εξειδικευμένο και επιστημονικά καταρτισμένο προσωπικό, θα ξεχωρίζει τους πρόσφυγες που δικαιούνται διεθνή προστασία. Με άλλα λόγια, ακόμα και οι ελάχιστοι αναγνωρισμένοι πρόσφυγες στην Ελλάδα υπήρξαν κάποια στιγμή υπό απέλαση ή κρατούμενοι, λόγω των δομικών δυσλειτουργιών του ελληνικού συστήματος ασύλου ως προς την πρόσβαση στη διαδικασία, την ουσιαστική εξέταση των αιτημάτων και την αναγνώριση του καθεστώτος του πρόσφυγα.

Τις ανωτέρω, χρόνιες αδυναμίες του ελληνικού συστήματος ασύλου που έχουν πολλάκις επισημανθεί σε πλείστες Αναφορές διεθνών οργάνων και οργανισμών, θέλησε να αποφύγει ο M.S.S, υποβάλλοντας το αίτημά του για χορήγηση διεθνούς προστασίας ενώπιον των βελγικών αρχών. Όταν οι βελγικές αρχές πληροφορήθηκαν μέσω του EURODAC ότι ο αιτών άσυλο M.S.S είχε συλληφθεί προηγουμένως σε ελληνικό έδαφος, αποφάσισαν να μην αναλάβουν την εξέταση της υπόθεσής του, αλλά να υλοποιήσουν την «επιστροφή» του στην πρώτη χώρα εισόδου, δηλ. την Ελλάδα.

Το ανωτέρω σύστημα για τον καθορισμό αρμοδιότητας εξέτασης αιτήματος ασύλου στην ΕΕ ορίζει ρητά ότι η πρώτη χώρα εισόδου του αιτούντος άσυλο αλλοδαπού είναι και αρμόδια να εξετάσει το αίτημά του. Η πολιτική αυτή βασίζεται στην αντίληψη ότι όλοι οι πόροι της ΕΕ για τους αιτούντες άσυλο είναι ουσιαστικά ισοδύναμοι. Η αντίληψη αυτή είναι, δυστυχώς, λανθασμένη. Στην πράξη και με δεδομένο ότι από τα τέλη της δεκαετίας του ‘90 οι μεταναστευτικές ροές κινούνται προς τις μεσογειακές χώρες, το σύστημα έχει δώσει στις πλουσιότερες χώρες της ΕΕ, ένα μηχανισμό για μετακύλιση των αιτούντων άσυλο στις φτωχότερες χώρες, με αποτέλεσμα την εγκατάλειψή τους σε απαράδεκτες συνθήκες διαβίωσης.

Οι ελλείψεις του ελληνικού συστήματος, ειδικότερα, δεν είναι μυστικό. Η αβελτηρία των αρχών στην εξέταση αιτημάτων προσφύγων που εκκρεμούν ήδη από το 2000, η έλλειψη ουσιαστικής μεταναστευτικής πολιτικής, αλλά και η αμφιλεγόμενη νομιμοποίηση του ν. 3386/2005 μέσω μετατροπής των αιτούντων άσυλο σε κατόχους άδειας παραμονής που έδωσε κίνητρο σε πολλές κατηγορίες αλλοδαπών να αναζητήσουν τακτοποίηση της παραμονής τους μέσω της νομοθεσίας του ασύλου, οδήγησε στο αποτέλεσμα να εκκρεμούν περίπου 47.000 περιπτώσεις σε β’ βαθμό. Το σύστημα παροχής νομικής αρωγής δε λειτουργεί και στους αιτούντες άσυλο επιφυλάσσονται συχνά απάνθρωπες συνθήκες κράτησης.

Με δεδομένη την ανωτέρω κατάσταση, o M.S.S ζήτησε από το Βέλγιο να εξετάσει το αίτημα ασύλου του και να τον αναγνωρίσει ως πρόσφυγα. Το Βέλγιο αρνήθηκε και τον έστειλε πίσω στην Ελλάδα. Στην Αθήνα, συνελήφθη αμέσως στο αεροδρόμιο και κρατήθηκε στο στενό χώρο ενός κελιού με 20 άλλους κρατουμένους, χωρίς φως και με πρόσβαση στις τουαλέτες μόνο κατά τη διακριτική ευχέρεια των φρουρών. Μετά από τρεις ημέρες αφέθηκε ελεύθερος, χωρίς πρόβλεψη για τη στέγασή του, την κοινωνική ή ιατρική περίθαλψη ή οποιαδήποτε άλλη υποστήριξη ή μέσα διαβίωσης. Απλώς ενημερώθηκε ότι, για την εξέταση του αιτήματος ασύλου του, θα πρέπει να αναφέρει στην αστυνομία μια διεύθυνση διαμονής. Αλλά, χωρίς μέσα για να ζήσει, κοιμόταν σε ένα πάρκο στο κέντρο της Αθήνας μαζί με άλλους Αφγανούς αιτούντες άσυλο.

Οι αιτιάσεις του κατά της Ελλάδας αφορούσαν στη μεταχείρισή του, τόσο κατά τη διάρκεια της κράτησής του όσο και μετά την αποφυλάκισή του, καθώς και στον κίνδυνο να απελαθεί στο Αφγανιστάν χωρίς να ληφθούν δεόντως υπ’ όψιν οι ισχυρισμοί του για την αναγνώριση προσφυγικής ιδιότητας. Στην καταγγελία κατά του Βελγίου υποστήριξε ότι, με την επιστροφή του στην Ελλάδα, οι βελγικές αρχές τον εξέθεσαν σε απάνθρωπη και ταπεινωτική μεταχείριση και επίσης ότι η διαδικασία που ακολούθησε το Βέλγιο, δεν του παρείχε μέσο άμυνας.

Καθώς για την υπόθεση είχε ήδη επιληφθεί το Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης του ΕΔΑΔ, μια σειρά από κράτη-μέλη έκαναν παρέμβαση ενώπιον του ΕΔΑΔ για την υποστήριξη του Βελγίου και της Ελλάδας, προκειμένου να αποδείξουν ότι τα ανθρώπινα δικαιώματα και η προστασία των προσφύγων είναι ίδια σε όλη την Ένωση, παρά τις αναφορές από διάφορες οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων για άθλιες συνθήκες κράτησης και αθέμιτες διαδικασίες εξέτασης ασύλου.

Τελικά το ΕΔΑΔ εξέδωσε την απόφαση-ορόσημο υπέρ του M.S.S, που αποτελεί σημαντική ενίσχυση της προστασίας των προσφύγων στην Ευρώπη. Έκρινε ότι οι συνθήκες στις οποίες ο M.S.S υποβλήθηκε, κατά την αρχική κράτησή του καθώς και η επακόλουθη έλλειψη αρωγής για τη διαβίωση, την ιατρική φροντίδα και υποστήριξη, συνιστούν απάνθρωπη και ταπεινωτική μεταχείριση. Υπογράμμισε ότι οι αιτούντες άσυλο είναι μια ιδιαίτερα μειονεκτική και ευάλωτη ομάδα του πληθυσμού, η οποία χρήζει ειδικής προστασίας από τις Αρχές.

Όσον αφορά στο Βέλγιο, το τμήμα μείζονος συνθέσεως του ΕΔΑΔ έκρινε ότι ένα κράτος έχει πάντα την ευθύνη να ελέγξει τις συνθήκες, τη μεταχείριση και τις νομικές εγγυήσεις που υφίστανται κατά τη μεταφορά ενός αιτούντα άσυλο από ένα Κράτος ΕΕ σε έτερο. Δεν μπορεί πλέον να θεωρείται αυτομάτως ότι οι ελάχιστες εγγυήσεις προστασίας ανθρωπίνων δικαιωμάτων θα πρέπει να γίνονται δεκτές σε άλλο κράτος μέλος της ΕΕ.

Το δικαστήριο έκρινε ότι το Βέλγιο ήταν επίσης υπεύθυνο για την κακομεταχείριση στην οποία ο M.S.S υποβλήθηκε στην Ελλάδα και ότι δεν είχε στη διάθεσή του ένα αποτελεσματικό μέσο για να την αμφισβητήσει τη μεταφορά του. Οι κυβερνήσεις και τα εθνικά δικαστήρια θα πρέπει να λαμβάνουν σοβαρά υπόψη τις εκθέσεις και τις αιτιολογημένες γνώμες για την κατάσταση ανθρώπινων δικαιωμάτων από διεθνείς οργανώσεις. Κατ’ επέκταση, κατά την εφαρμογή της διαδικασίας επιστροφών αιτούντων άσυλο βάσει Δουβλίνου ΙΙ, θα πρέπει να εξασφαλίζεται από τα κράτη μέλη ότι δεν πρόκειται να παραβιαστεί το άρ. 3 της ΕΣΔΑ ή η αρχή της έμμεσης επαναπροώθησης (non refoulement). Στο μέτρο που δεν τεκμαίρεται ότι όλα τα κράτη μέλη είναι σε θέση να εφαρμόσουν την ευρωπαϊκή και διεθνή νομοθεσία για την προστασία των προσφύγων, οι επιστροφές Δουβλίνου δύνανται να «παγώνουν».

Σε βραχυπρόθεσμο επίπεδο, η ανωτέρω Απόφαση θα σταματήσει όλες τις μεταφορές στην Ελλάδα από άλλα μέλη της ΕΕ, γεγονός που ενδεχομένως να αυξήσει τις μεταναστευτικές ροές από το Ιόνιο προς την Ιταλία και το χώρο Σένγκεν. Θα τεθεί το ερώτημα αν τα Κράτη-Μέλη, στα πλαίσιο της ρήτρας κυριαρχίας του Κανονισμού Δουβλίνου ΙΙ, πέρα από το πάγωμα των επιστροφών, θα ενεργοποιήσουν τη διαδικασία εξέτασης του αιτήματος ασύλου στο έδαφος τους, όπου έχει καταφύγει ο πρόσφυγας. Με παρόμοιες υποθέσεις που εκκρεμούν για τις μεταφορές αιτούντων άσυλο στην Ιταλία και τη Μάλτα και ενώ ήδη εκκρεμεί από το 2008 για μερική μεταρρύθμιση του Κανονισμού Δουβλίνο ΙΙ, μπορεί κανείς να ελπίζει αυτή είναι η αρχή για ένα πιο εξανθρωπισμένο καθεστώς χορήγησης και εξέτασης των αιτημάτων ασύλου στην ΕΕ.

Bασίλης Κερασιώτης

Δικηγόρος, Μέλος Νομικής Υπηρεσίας Ελληνικού Συμβουλίου για τους Πρόσφυγες, ΜΔΕ Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών Πανεπιστημίου Πειραιά

Η απονομή και αφαίρεση ιθαγένειας ως κυριαρχικό «δικαίωμα» του κράτους στον ευρωπαϊκό συνταγματικό χώρο: Οι πρόσφατες νομολογιακές εξελίξεις

Χρήστος Παπαστυλιανός, Δ.Ν., Ειδικός Επιστήμονας στον Συνήγορο του Πολίτη

Η απονομή και αφαίρεση ιθαγένειας ως κυριαρχικό «δικαίωμα» του κράτους στον ευρωπαϊκό συνταγματικό χώρο: Οι πρόσφατες νομολογιακές εξελίξεις
Τα δικαιώματα που συνδέονται με την κρατικογενή διάσταση της ιθαγένειας (δικαίωμα απόκτησης ιθαγένειας – δικαίωμα εγκατάστασης εντός της επικράτειας ενός κράτους με μόνη τη δήλωση βούλησης του ενδιαφερόμενου αλλοδαπού) είναι δικαιώματα των οποίων η πλήρης αναγνώριση θα αναιρούσε τη δυνατότητα της πολιτείας να δράσει ως εξουσία με κυριαρχική αρμοδιότητα[1]. Για το λόγο αυτό άλλωστε ούτε η νομολογία των δικαιοδοτικών οργάνων της Ε.Ε και της ΕΣΔΑ ούτε οι διατάξεις του δικαίου της Ε.Ε και της ΕΣΔΑ αναγνωρίζουν perse ένα δικαίωμα στην πολιτογράφηση των αλλοδαπών ή εγκατάστασης τους σε μια χώρα με μόνη τη δήλωση βουλήσεως τους.
Ωστόσο οι πρόσφατες νομολογιακές εξελίξεις σε αυτό το πεδίο διαμορφώνουν εντός του ευρωπαϊκού συνταγματικού χώρου μια τάση υπαγωγής της κυριαρχικής αρμοδιότητας του κράτους ως προς την απονομή της ιθαγένειας και ως προς τη ρύθμιση του νομικού status διαμονής των ανιθαγενών σε κάποιες δικαιοκρατικές εγγυήσεις, οι οποίες θέτουν κάποια όρια στην διακριτική ευχέρεια των πολιτειακών οργάνων σχετικά με αυτά τα ζητήματα. Πρόκειται όμως για εγγυήσεις οι οποίες δεν απολήγουν σε αναγνώριση ενός δικαιώματος «επιλογής ιθαγένειας», αλλά κυρίως στη θέσπιση κάποιων διαδικαστικών προϋποθέσεων, υπό το πλαίσιο των οποίων η «σιωπή» και αδράνεια της διοίκησης δε δικαιολογείται από το χαρακτήρα της πολιτογράφησης ως πράξης που θεωρείται αποκλειστικά κυριαρχικό «δικαίωμα» του κράτους. Το πρώην ΔΕΚ [νυν Δ.Ε.Ε] σε μια πρόσφατη απόφαση του προχώρησε ακόμη περισσότερο, θεωρώντας ότι η ανάκληση ιθαγένειας που αποκτήθηκε με πολιτογράφηση «πρέπει να τηρεί την αρχή της αναλογικότητας, όσον αφορά τις συνέπειες της για τον ενδιαφερόμενο από την άποψη του δικαίου της Ένωσης, πέρα από την ενδεχομένως αναγκαία εξέταση της αναλογικότητας της πράξης αυτής από την άποψη του εθνικού δικαίου». Σύμφωνα με το σκεπτικό της απόφασης οι συνέπειες που έχει η απώλεια της ιθαγένειας ενός κράτους μέλους όταν συνεπάγεται ταυτόχρονα και την απώλεια της ιθαγένειας της Ε.Ε και συνεπώς και των δικαιωμάτων που τη συνοδεύουν πρέπει να σταθμίζονται σε σχέση με τα έννομα αγαθά που προστατεύονται με την πράξη αφαίρεσης της ιθαγένειας (Janko Rottman v Freistaat Bayern C-135/08 σκ. 55, 56).
Για το συγκεκριμένο ζήτημα το ΕΔΔΑ έχει αποφανθεί ότι η αυθαίρετη άρνηση χορήγησης ιθαγένειας μπορεί υπό συγκεκριμένες συνθήκες να θεωρηθεί επέμβαση στον «κοινωνικό ιδιωτικό βίο (βλ. Slivenko v Latvia, 2002, σκ. 77, και Karassev v Finland, 1999) χωρίς όμως να εξειδικεύει περαιτέρω τα κριτήρια με βάση τα οποία μπορεί η άρνηση να θεωρηθεί αυθαίρετη, καθώς στις εν λόγω υποθέσεις δεν κρίθηκε τελικά το ζήτημα επί της ουσίας[2]. Ωστόσο η νομολογία του ΕΔΔΑ έθεσε κάποια περαιτέρω όρια στο κυριαρχικό προνόμιο του κάθε κράτους να ορίζει αποκλειστικά το νομικό status όσων διαμένουν εντός της επικράτειας του βάσει κριτηρίων, τα οποία κείνται εκτός του συστήματος προστασίας των δικαιωμάτων που κατοχυρώνει η ΕΣΔΑ. Σύμφωνα με μια πρόσφατη απόφαση του EΔΔΑ, το προστατευτικό πεδίο του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ υπό την έννοια του «κοινωνικού ιδιωτικού βίου»[3], δεν έχει μόνο μια αρνητική όψη, ήτοι δεν περιλαμβάνει μόνο την υποχρέωση του κράτους να απέχει από ενέργειες που εμποδίζουν την άσκηση του δικαιώματος αλλά εκτείνεται και στη λήψη θετικών μέτρων που συντείνουν στην προστασία του με τη μορφή της υποχρέωσης του κράτους να λαμβάνει τα απαραίτητα μέτρα για τον καθορισμό του νομικού status διαμονής των ανιθαγενών εντός της επικράτειας του (Kurić and Others v Slovenia, 2010, σκ. 354). Με αυτή την απόφαση το ΕΔΔΑ δε διαβαίνει τον Ρουβίκωνα αναγνωρίζοντας ένα δικαίωμα απόκτησης ιθαγένειας perse με μόνη τη δήλωση βουλήσεως των ενδιαφερομένων. Θεωρεί ωστόσο ότι η παράλειψη της σλοβενικής κυβέρνησης να ρυθμίσει με ένα οριστικό τρόπο το καθεστώς της νόμιμης διαμονής των ατόμων που παρέμειναν στη χώρα μετά τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας χωρίς να αποκτήσουν τη σλοβένικη ιθαγένεια και η διαγραφή τους από τον «κατάλογο των μόνιμων κατοίκων», παραβιάζει το δικαίωμα τους στον «κοινωνικό ιδιωτικό βίο». Η εν λόγω παράλειψη κατά το ΕΔΔΑ περιαγάγει μια κατηγορία του πληθυσμού στην κατάσταση του «ανιθαγενούς» με όλες τις έννομες συνέπειες που τη συνοδεύουν μη επιτρέποντας τους να απολαύσουν εξαιτίας των παραλείψεων της σλοβένικης πολιτείας τις προσωπικές, κοινωνικές και οικονομικές σχέσεις που έχουν ήδη αναπτύξει στη Σλοβενία λόγω της μακροχρόνιας διαμονής τους εντός της επικράτειας της (βλ. σκ. 357-369). Το ΕΔΔΑ θεωρεί μάλιστα ότι η μόνη αποδεκτή ρύθμιση είναι η χορήγηση άδειας μόνιμης διαμονής. Η απόφαση δεν αμφισβητεί το κυριαρχικό «δικαίωμα» του κράτους να καθορίζει τα κριτήρια που διακρίνουν τους ημεδαπούς από τους αλλοδαπούς. Ωστόσο συνεκτιμώντας τις συνθήκες υπό τις οποίες τα συγκεκριμένα άτομα απέκτησαν την ιδιότητα του αλλοδαπού έκρινε ότι η ρύθμιση του νομικού τους status δεν μπορεί να είναι ανάλογη με το status των υπόλοιπων αλλοδαπών. Η ρύθμιση πρέπει να έχει τα χαρακτηριστικά που ανταποκρίνονται στις ιδιαιτερότητες της κατάστασης και κυρίως στη μακρά διαμονή τους στη Σλοβενία και στη νομιμότητα της αρχικής εγκατάστασης τους στην επικράτεια της. Οι πολίτες της πρώην Γιουγκοσλαβίας είχαν ήδη ως τόπο διαμονής τη Σλοβενία πριν την κήρυξη της ανεξαρτησίας της, και είχαν ήδη δημιουργήσει συμβιωτικούς δεσμούς ενώ οι αλλοδαποί που επιθυμούν να εισέλθουν εντός της επικράτειας της μετά τη δημιουργία ανεξάρτητου κράτους, δεν μπορούν παρά να εκφράζουν ένα αίτημα υπό τη μορφή της προσδοκίας και να υπόκεινται στη διακριτική ευχέρεια των πολιτειακών οργάνων να το αποδεχθούν ή όχι (σκ. 370-375).
Με αυτή την απόφαση το ΕΔΔΑ, χωρίς να κάμπτει το πρωτείο του κράτους ως προς την πολιτογράφηση, δεν καταλείπει στην απόλυτη διακριτική ευχέρεια των κρατών τη ρύθμιση ή μη του νομικού status διαμονής όσων κατοικούν εντός της επικράτειας τους. Τα όρια που θέτει είναι ότι ο νομικός δεσμός κάθε κατηγορίας του πληθυσμού με τη χώρα διαμονής πρέπει να είναι σαφή και ορισμένα ανάλογα με τις συνθήκες υπό τις οποίες εισήλθαν στην χώρα και διαμένουν έκτοτε. Η «σιωπή» της πολιτείας σε αυτό το επίπεδο δεν εκλαμβάνεται απλώς ως άσκηση της κυριαρχικής αρμοδιότητας του κράτους και ως εκ τούτου κρίνεται με βάση τις εγγυήσεις που απορρέουν από υποχρέωση προστασίας του «κοινωνικού ιδιωτικού βίου» όπως τις έχει διαπλάσει η νομολογία του ΕΔΔΑ.


* Ένα ευρύτερο κείμενο σχετικά με τα ζητήματα που θίγει το σχόλιο πρόκειται να δημοσιευτεί στην Εφημερίδα Διοικητικού Δικαίου.
[1] Σύμφωνα με τη νομολογία του Σ.τ.Ε, η ΕΣΔΑ και το Σύνταγμα δεν κατοχυρώνει perse ένα δικαίωμα στην πολιτογράφηση, καθώς η απονομή και αφαίρεσης ιθαγένειας αποτελούν κυριαρχικά «δικαιώματα» του κράτους, βλ. Σ.τ.Ε 1242/2007, σε ΕφημΔΔ, 2/2008, σ. 207-210, με σχόλιο Μιχάλη Τσαπόγα.
[2] Σε ό,τι αφορά το ζήτημα της πολιτογράφησης ειδικότερα, το ΕΔΔΑ έχει κρίνει επίσης σε ένα πρώτο στάδιο ως παραδεκτή μια προσφυγή η οποία στρεφόταν κατά των της άρνησης των αρχών της Λετονίας (Υπουργικό Συμβούλιο) να χορηγήσουν την ιθαγένεια στον ενδιαφερόμενο, αν και υπήρχε ευνοϊκή εισήγηση από την αρμόδια επιτροπή, για λόγους που έχουν σχέση με την πολιτική του δράση (βλ. Petropavlovskis v Latvia, 2008).
[3] Το δικαίωμα στην ιδιωτικότητα που κατοχυρώνεται στο άρθρο 8 της ΕΣΔΑ δεν προστατεύει δηλαδή μόνο τις μύχιες επιλογές του υποκειμένου, αλλά και τους παράγοντες που συμβάλουν στη διαμόρφωση αυτών των επιλογών όπως είναι η αλληλόδραση του υποκειμένου με όσους/ες έχει αναπτύξει δεσμούς λόγω της συμβίωσης μαζί του. Το σύνολο των προσωπικών, κοινωνικών και οικονομικών σχέσεων που έχει αναπτύξει το άτομο λόγω της διαμονής του σε μια γεωγραφική ενότητα αποτελούν στοιχεία του ιδιωτικού κοινωνικού βίου κατά τη νομολογία του ΕΔΔΑ και εμπίπτουν στο προστατευτικό πεδίο της ΕΣΔΑ.

Πρόσκληση στην παρουσίαση του βιβλίου του Δημήτρη Θ. Τσάτσου ΠΟΛΙΤΕΙΑ


Πρόσκληση στην παρουσίαση του βιβλίου του Δημήτρη Θ. Τσάτσου ΠΟΛΙΤΕΙΑ

Το Κέντρο Ευρωπαϊκού Συνταγματικού Δικαίου – Ίδρυμα Θεμιστοκλή και Δημήτρη Τσάτσου και οι Εκδόσεις Γαβριηλίδης, σας προσκαλούν την Τρίτη 25 Ιανουαρίου 2011 και ώρα 19:30, στην παρουσίαση του βιβλίου του Δημήτρη Θ. Τσάτσου “ΠΟΛΙΤΕΙΑ”.

Το βιβλίο, το οποίο εκδόθηκε λίγο μετά το θάνατό του, αποτελούσε έργο ζωής για τον κορυφαίο συνταγματολόγο.

Για το βιβλίο θα μιλήσουν οι:

Γιώργος Καμίνης, Δήμαρχος Αθηναίων, Επίκουρος Καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών

Νέδα Κανελλοπούλου, Επίκουρη Καθηγήτρια Παντείου Πανεπιστημίου

Πέτρος Μάρκαρης, Συγγραφέας

Αλέκος Παπαδόπουλος, τ. Υπουργός

Μιχάλης Σταθόπουλος, Ομότιμος Καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών, τ. Υπουργός

Συνταγματικά όρια στη μετατροπή ακυρωτικών διαφορών σε διαφορές ουσίας

ΣτΕ (Ολ.) 3919/2010

Συνταγματικά όρια στη μετατροπή ακυρωτικών διαφορών σε διαφορές ουσίας
Προεδρεύων: Κ. Μενουδάκος, Αντιπρόεδρος
Εισηγητής: Ν. Ρόζος, Σύμβουλος
[…]
2. Επειδή με την αίτηση αυτή ζητείται η ακύρωση της 284/15/30.5.2003 αποφάσεως της Εθνικής Επιτροπής Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων (Ε.Ε.Τ.Τ.), με την οποία χορηγήθηκε άδεια κατασκευής κεραίας σταθμού ξηράς στην εταιρεία «… Α.Ε.» στη θέση «Δοκίμων» στον Πειραιά. Υπέρ της αποφάσεως αυτής παρεμβαίνει η δικαιούμενη της ανωτέρω αδείας.
3. Επειδή επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε η 1122/2008 απόφαση του Ε΄ Τμήματος του δικαστηρίου τούτου, με την οποία παραπέμφθηκε στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 100 του Συντάγματος, που προστέθηκε με το από 6.4.2001 Ψήφισμα της Δ΄ Αναθεωρητικής Βουλής, το ζήτημα αν είναι σύμφωνη με το Σύνταγμα η διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 67 του ν. 3431/2006 (ΦΕΚ 13 Α΄).
4. Επειδή, στο άρθρο 1 παρ. 2 του ν. 2801/2000 (Α΄ 46) ορίζεται ότι: «Α. Για την κατασκευή κεραίας σταθμού στην ξηρά, που χρησιμοποιείται για την εκπομπή ή/και λήψη ηλεκτρομαγνητικής ενέργειας… απαιτείται άδεια, η οποία χορηγείται από το Υπουργείο Μεταφορών και Επικοινωνιών… Β. Πριν από νέα κατασκευή κεραίας ή τροποποίηση υφιστάμενης κατασκευής, ο κάτοχος του σταθμού πρέπει να μεριμνήσει για την έκδοση της άδειας ή την τροποποίησή της… ΙΒ. Όλες οι κατασκευές κεραιών που έχουν εγκατασταθεί μέχρι τη θέση σε ισχύ του παρόντος, υποχρεούνται σε αδειοδότηση, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου…». Ακολούθως, με το άρθρο 3 του Ν. 2867/2000 (Α΄ 273) ορίστηκε στην παράγραφο 1 ότι «ο έλεγχος και η ρύθμιση του τομέα των τηλεπικοινωνιών και η εποπτεία της τηλεπικοινωνιακής αγοράς ασκούνται από την Εθνική Επιτροπή Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων (Ε.Ε.Τ.Τ.) η οποία αποτελεί την Εθνική Ρυθμιστική Αρχή σε θέματα τηλεπικοινωνιών» και στην παράγραφο 2 ότι «η Ε.Ε.Τ.Τ. είναι ανεξάρτητη διοικητική αρχή με έδρα την Αθήνα που απολαμβάνει διοικητικής και οικονομικής αυτοτελείας…». Περαιτέρω, στην παράγραφο 14 του ίδιου άρθρου προβλέπονται οι αρμοδιότητες οι οποίες ανατίθενται στην Ε.Ε.Τ.Τ. στο πλαίσιο της ανωτέρω αποστολής της και από τις οποίες οι πλείστες συνίστανται στην έκδοση εκτελεστών ατομικών πράξεων ή αποφάσεων κανονιστικού περιεχομένου, ορίζεται δε ότι, μεταξύ άλλων, η Ε.Ε.Τ.Τ. είναι αρμόδια να χορηγεί τις άδειες κατασκευής κεραιών σταθμών στην ξηρά, ασκώντας όλες τις αρμοδιότητες που αναφέρονται στο άρθρο 1 του Ν. 2801/2000, πλην αυτών που αφορούν τα πάρκα κεραιών και αυτών της περίπτωσης ΙΑ΄ της παρ. 2 του άρθρου 1 του Ν. 2801/2000 (περ. κ΄) και να εκδίδει κανονιστικές ή ατομικές πράξεις, δημοσιευόμενες στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, δια των οποίων ρυθμίζεται κάθε διαδικασία και λεπτομέρεια σε σχέση με τις αρμοδιότητές της που αναφέρονται στην παράγραφο αυτή (περ. κη΄). Εξάλλου, στον ν. 3431/2006 (Α΄ 13), ο οποίος δημοσιεύθηκε μετά την κατάθεση της υπό κρίση αιτήσεως ακυρώσεως, ορίζεται, στο άρθρο 1 παρ. 1 ότι «Οι διατάξεις του παρόντος νόμου καθορίζουν το πλαίσιο παροχής δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών, υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, συναφών ευκολιών και συναφών υπηρεσιών εντός της Ελληνικής Επικράτειας, ενσωματώνοντας συγχρόνως και τις οδηγίες 2002/19/ΕΚ, 2002/20/ΕΚ, 2002/21/ΕΚ, 2202/22/ΕΚ και 2002/77/ΕΚ», στο άρθρο 6 ότι «1. … ο έλεγχος, η ρύθμιση και η εποπτεία της αγοράς των ηλεκτρονικών επικοινωνιών ασκούνται από την Εθνική Επιτροπή Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων (Ε.Ε.Τ.Τ.), η οποία αποτελεί την Εθνική Ρυθμιστική Αρχή (ΝRA) σε θέματα παροχής δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, συναφών ευκολιών και συναφών υπηρεσιών και είχε συσταθεί με το ν. 2246/1994… 2. Η Ε.Ε.Τ.Τ. είναι ανεξάρτητη διοικητική αρχή με έδρα την Αθήνα και απολαμβάνει διοικητικής και οικονομικής αυτοτέλειας… 3. …». Στο άρθρο 12 προβλέπονται οι αρμοδιότητες της Ε.Ε.Τ.Τ., από τις οποίες οι περισσότερες συνίστανται σε έκδοση εκτελεστών ατομικών πράξεων και αποφάσεων κανονιστικού περιεχομένου και στις οποίες περιλαμβάνεται, μεταξύ άλλων, η χορήγηση των αδειών κατασκευής κεραιών σταθμών στην ξηρά σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις και η έκδοση κάθε αναγκαίας κανονιστικής πράξεως για την άσκηση των αρμοδιοτήτων της, η οποία περιλαμβάνει ιδίως τη διαδικασία χορηγήσεως της άδειας κατασκευής, τους όρους συνεγκαταστάσεως ή από κοινού χρήσεως ευκολιών, τις προϋποθέσεις ταυτοποιήσεως της κάθε κατασκευής κεραίας, τις διαδικασίες τροποποιήσεως ή ανακλήσεως των αδειών… (περ. λβ΄). Περαιτέρω στο άρθρο 31 του ίδιου νόμου προβλέπονται σχετικά με την εγκατάσταση των ανωτέρω κεραιών, μεταξύ άλλων, ότι: «για την τοποθέτηση εγκαταστάσεων κεραιών και συναφών κατασκευών δεν απαιτείται η έκδοση οικοδομικής άδειας, αλλά έγκριση, που χορηγείται από την αρμόδια Πολεοδομική Υπηρεσία, ύστερα από έλεγχο των δικαιολογητικών, που καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων» (παρ. 13), καθώς και ότι «για τους προϋφιστάμενους της ισχύος του παρόντος σταθμούς, οι οποίοι είναι εφοδιασμένοι με Έγκριση Περιβαλλοντικών Όρων, απαιτείται η υποβολή στην Ε.Ε.Α.Ε. μελέτης ηλεκτρομαγνητικών ακτινοβολιών της κεραίας, σύμφωνα με τα όρια ασφαλούς έκθεσης του κοινού, κατά τις παραγράφους 9 και 10 και η αδειοδότηση από την Ε.Ε.Τ.Τ., εντός δώδεκα μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος. Η ως άνω προθεσμία δύναται να παραταθεί με απόφαση του Υπουργού Μεταφορών και Επικοινωνιών. Για τους σταθμούς αυτούς διατηρούνται σε ισχύ οι χορηγηθείσες περιβαλλοντικές και πολεοδομικές εγκρίσεις…» (παρ. 20). Τέλος, στο άρθρο 67 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι «1. Οι αποφάσεις της Ε.Ε.Τ.Τ. υπόκεινται σε προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών μέσα σε αποκλειστική προθεσμία τριάντα ημερών από τη δημοσίευσή τους, προκειμένου περί κανονιστικών αποφάσεων ή την κοινοποίησή τους σε κάθε άλλη περίπτωση. 2. Η προθεσμία για την άσκηση της προσφυγής και η άσκησή της δεν αναστέλλουν την εκτέλεση των ανωτέρω αποφάσεων εκτός κι αν, μετά από αίτηση του προσφεύγοντος, το δικαστήριο, με αιτολογημένη απόφασή του, αναστείλει εν όλω ή εν μέρει την εκτέλεση της πράξης, εφαρμόζοντας τις σχετικές διατάξεις του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, ως ισχύει. 3. Η προσφυγή εκδικάζεται εντός προθεσμίας δύο μηνών από την ημέρα κατάθεσής της και εκδίδεται απόφαση εντός προθεσμίας τεσσάρων μηνών από την εκδίκασή της. Αναβολή της συζήτησης είναι δυνατή μόνο μία φορά και για σπουδαίο λόγο, ο δε επαναπροσδιορισμός της δίκης δεν απέχει περισσότερο από ένα μήνα από την αρχική δικάσιμο, εκτός κι αν υφίσταται περίπτωση συνεκδίκασης περισσότερων προσφυγών. 4. Κατά των αποφάσεων του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, που εκδίδονται σύμφωνα με τον παρόντα νόμο, μπορεί να ασκηθεί αίτηση αναίρεσης ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις. Η αίτηση αναίρεσης εκδικάζεται εντός τριμήνου από την ημερομηνία κατάθεσή της στο Συμβούλιο της Επικρατείας και εκδίδεται απόφαση εντός τεσσάρων μηνών από τη συζήτησή της», στο άρθρο 70 παρ. 2 ότι «Από της ενάρξεως ισχύος του παρόντος καταργούνται: α) Ο ν. 2867/2000… πλην των… καθώς και των διατάξεων που αφορούν στον τομέα παροχής ταχυδρομικών υπηρεσιών…» και στο άρθρο 74 ότι «Η ισχύς του παρόντος νόμου αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, εκτός αν άλλως ορίζεται…».
5. Επειδή η ρύθμιση της ανωτέρω παραγράφου 1 του άρθρου 67 του ν. 3431/2006, κατά την οποία οι αποφάσεις της Ε.Ε.Τ.Τ., ατομικού και κανονιστικού χαρακτήρα, υπόκεινται σε προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, καταλαμβάνει, ως αναφερόμενη στην αρμοδιότητα δικαστηρίου, δηλαδή ως ρύθμιση δικονομική, και τις εκκρεμείς ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας υποθέσεις, εφ’ όσον δεν ορίζεται το αντίθετο στο νόμο αυτό.
6. Επειδή, στο Σύνταγμα ορίζεται, στο άρθρο 94 παρ. 1 ότι «Στο Συμβούλιο της Επικρατείας και τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια υπάγονται οι διοικητικές διαφορές, όπως νόμος ορίζει, με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων του Ελεγκτικού Συνεδρίου» και στο άρθρο 95 ότι «1. Στην αρμοδιότητα του Συμβουλίου της Επικρατείας ανήκουν ιδίως: α) Η μετά από αίτηση ακύρωση των εκτελεστών πράξεων των διοικητικών αρχών για υπέρβαση εξουσίας ή για παράβαση νόμου. β) Η μετά από αίτηση αναίρεση τελεσίδικων αποφάσεων των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, όπως νόμος ορίζει. γ) Η εκδίκαση των διοικητικών διαφορών ουσίας που υποβάλλονται σ’ αυτό σύμφωνα με το Σύνταγμα και τους νόμους. δ) Η επεξεργασία όλων των διαταγμάτων που έχουν κανονιστικό χαρακτήρα. 2. … 3. Κατηγορίες υποθέσεων της ακυρωτικής αρμοδιότητας του Συμβουλίου της Επικρατείας μπορεί να υπάγονται με νόμο, ανάλογα με τη φύση και τη σπουδαιότητά τους, στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια. Το Συμβούλιο της Επικρατείας δικάζει σε δεύτερο βαθμό, όπως νόμος ορίζει. 4. Οι αρμοδιότητες του Συμβουλίου της Επικρατείας ρυθμίζονται και ασκούνται όπως νόμος ειδικότερα ορίζει… 5. …».
7. Επειδή, η θέση του Συμβουλίου της Επικρατείας ως δικαστηρίου που δικάζει, σύμφωνα με την ανωτέρω παράγραφο 1 περίπτ. α΄ του άρθρου 95 του Συντάγματος, την αίτηση ακυρώσεως κατά των εκτελεστών πράξεων των διοικητικών αρχών, είναι καίρια στο σύστημα του Κράτους Δικαίου που καθιερώνει το Σύνταγμα, η δε γενική ακυρωτική δικαιοδοσία του δικαστηρίου τούτου δεν αφήνεται από τον συντακτικό νομοθέτη στην απόλυτη διάθεση του κοινού νομοθέτη και, συνεπώς, ο περιορισμός της δια της μεταφοράς κατηγοριών υποθέσεων προς εκδίκαση στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια, υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο από την άποψη της τηρήσεως των συνταγματικών ορίων. Ειδικότερα από τις μνημονευόμενες στην προηγούμενη σκέψη συνταγματικές διατάξεις προκύπτουν τα ακόλουθα: Στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια ανατίθεται, εκτός από τις διοικητικές διαφορές ουσίας που το ίδιο το Σύνταγμα αναθέτει σε άλλα δικαστήρια, γενική αρμοδιότητα επί των διοικητικών διαφορών που πηγάζουν είτε από διοικητικές συμβάσεις είτε από ενέργειες διοικητικών οργάνων που δεν συνιστούν εκτελεστές διοικητικές πράξεις και εφόσον, στην τελευταία αυτή περίπτωση, ο νόμος οργανώνει κατά τέτοιο τρόπο τη δικονομική προστασία του πολίτη, ώστε το αίτημά του ενώπιον του δικαστηρίου να είναι η καταψήφιση σε παροχή ή η αναγνώριση δικαιώματος ή έννομης σχέσης που διέπεται από το δημόσιο δίκαιο. Από την άλλη πλευρά, λόγω της γενικής ακυρωτικής αρμοδιότητας του Συμβουλίου της Επικρατείας επί των εκτελεστών πράξεων των διοικητικών αρχών, ο νόμος, κατά την έννοια των ανωτέρω άρθρων 94 παρ. 1, 95 παρ. 1 περίπτ. α΄ και 95 παρ. 3 του Συντάγματος, που πρέπει να ερμηνευθούν συνδυασμένα, μπορεί να αναθέτει στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια, όταν η διαφορά γεννάται από εκτελεστή διοικητική πράξη, μόνον ειδική αρμοδιότητα, για συγκεκριμένες κατηγορίες υποθέσεων, η φύση και η σπουδαιότητα των οποίων δεν επιβάλλει, κατά την εκτίμηση του νομοθέτη, την εκδίκασή τους από το Συμβούλιο της Επικρατείας. Η κατά τα ανωτέρω ανατιθέμενη στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια αρμοδιότητα μπορεί να οργανωθεί από τον νόμο είτε ως ακυρωτική, όταν το αίτημα ενώπιον του δικαστηρίου δεν μπορεί, σύμφωνα με τον νόμο, να έχει ως περιεχόμενο την τροποποίηση αλλά μόνο την εν όλω ή εν μέρει ακύρωση εκτελεστής διοικητικής πράξεως ή την ακύρωση παραλείψεως προς έκδοση εκτελεστής διοικητικής πράξεως, είτε ως αρμοδιότητα που εκτείνεται σε άσκηση πλήρους δικαιοδοσίας, όταν το αίτημα ενώπιον του δικαστηρίου μπορεί, σύμφωνα με τον νόμο, να είναι, εκτός από την ακύρωση, και η μεταρρύθμιση εκτελεστής διοικητικής πράξεως και το δικαστήριο έχει, κατ’ αρχήν, την εξουσία να διαμορφώσει το ουσιαστικό περιεχόμενο της πράξεως ή του δικαιώματος, της υποχρεώσεως ή της καταστάσεως που απορρέει από αυτή, μετά από διάγνωση των πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως.
8. Επειδή, περαιτέρω, με το άρθρο 26 του Συντάγματος ορίζεται ότι «1. Η νομοθετική λειτουργία ασκείται από τη Βουλή και τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας. 2. Η εκτελεστική λειτουργία ασκείται από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και την Κυβέρνηση. 3. Η δικαστική λειτουργία ασκείται από τα δικαστήρια. οι αποφάσεις τους εκτελούνται στο όνομα του Ελληνικού Λαού» και με το άρθρο 43 ότι «1. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας εκδίδει τα διατάγματα που είναι αναγκαία για την εκτέλεση των νόμων και δεν μπορεί ποτέ να αναστείλει την εφαρμογή τους ούτε να εξαιρέσει κανένα από την εκτέλεσή τους. 2. Ύστερα από πρόταση του αρμόδιου Υπουργού επιτρέπεται η έκδοση κανονιστικών διαταγμάτων, με ειδική εξουσιοδότηση νόμου και μέσα στα όριά της. Εξουσιοδότηση για έκδοση κανονιστικών πράξεων από άλλα όργανα της διοίκησης επιτρέπονται προκειμένου να ρυθμιστούν ειδικότερα θέματα ή θέματα με τακτικό ενδιαφέρον ή με χαρακτήρα τεχνικό ή λεπτομερειακό. 4. Με νόμους που ψηφίζονται από την Ολομέλεια της Βουλής μπορεί να παρέχεται εξουσιοδότηση έκδοση κανονιστικών διαταγμάτων για τη ρύθμιση των θεμάτων που καθορίζονται σ’ αυτούς σε γενικό πλαίσιο. Με τους νόμους αυτούς καθορίζονται οι γενικές αρχές και οι κατευθύνσεις της ρύθμισης που πρέπει να ακολουθηθεί και τίθενται χρονικά όρια για τη χρήση της εξουσιοδότησης. 5. Τα κατά το άρθρο 72 παράγραφος 1 θέματα της αρμοδιότητας της Ολομέλειας της Βουλής δεν μπορεί να αποτελέσουν αντικείμενο εξουσιοδότησης κατά την προηγούμενη παράγραφο». Με την πρώτη από τις ανωτέρω συνταγματικές διατάξεις θεσπίζεται η αρχή της διακρίσεως των λειτουργών ενώ με τη δεύτερη επιτρέπεται, κατά διασταύρωση της νομοθετικής λειτουργίας με την εκτελεστική, η θέσπιση κανόνων δικαίου, δηλαδή η άσκηση νομοθετικής αρμοδιότητας, όχι από τα αρμόδια προς τούτο όργανα αλλά με διοικητικές πράξεις εκδιδόμενες από τα όργανα της εκτελεστικής λειτουργίας, εφ’ όσον έχουν προς τούτο εξουσιοδοτηθεί με τυπικό νόμο στις περιπτώσεις των παρ. 2 και 4. Από τις αναφερόμενες, επομένως, στη σκέψη 5 διατάξεις του Συντάγματος, όπως ερμηνεύθηκαν στη σκέψη 6, ερμηνευόμενες περαιτέρω σε συνδυασμό και με τις παρατιθέμενες στην παρούσα σκέψη συνταγματικές διατάξεις, προκύπτει ότι δεν επιτρέπεται να οργανώνεται η αρμοδιότητα των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων ως εκτεινόμενη σε άσκηση πλήρους δικαιοδοσίας για την εκδίκαση των κατηγοριών υποθέσεων που, κατ’ εκτίμηση της φύσεως και της σπουδαιότητάς τους, επιτρεπτώς μεταφέρονται σε αυτά, αφαιρούμενα από την ακυρωτική αρμοδιότητα του Συμβουλίου της Επικρατείας, εφόσον η άσκηση πλήρους δικαιοδοσίας στις συγκεκριμένες κατηγορίες υποθέσεων συνεπάγεται την υπεισέλευση της δικαστικής λειτουργίας στην εκτελεστική επί θεμάτων για τα οποία είναι αυτή αποκλειστικώς αρμόδια: Α) Λόγω ρητής συνταγματικής προβλέψεως, όπως στην περίπτωση της προσβολής κανονιστικών διοικητικών πράξεων, δεδομένου ότι με αυτές αναγνωρίζονται δικαιώματα ή επιβάλλονται υποχρεώσεις ή ρυθμίζονται καταστάσεις απροσώπως και, συνεπώς, η μεταρρύθμισή τους από το δικαστή, συνεπαγόμενη τη διαμόρφωση των ρυθμιζόμενων δικαιωμάτων, υποχρεώσεων ή καταστάσεων από το δικαστή, η οποία μόνον απροσώπως θα ήταν δυνατή, θα συνιστούσε θέσπιση νέας κανονιστικής διοικητικής πράξεως, για την οποία όμως αρμόδια είναι μόνο τα προβλεπόμενα από το άρθρο 43 του Συντάγματος όργανα της εκτελεστικής εξουσίας. Τούτου έπεται ότι η μετατροπή των διαφορών αυτών σε ουσιαστικές θα προσέκρουε στις συνταγματικές αυτές διατάξεις διότι θα είχε ως αποτέλεσμα την άσκηση της κανονιστικής αρμοδιότητας των ανωτέρω διοικητικών οργάνων από τα διοικητικά δικαστήρια. Ο έλεγχος, συνεπώς, των διοικητικών πράξεων, όταν προσβάλλονται ευθέως, είναι δυνατός μόνον ακυρωτικώς, κατ’ αυτόν δε εξετάζεται α) αν η εξουσιοδοτική διάταξη είναι σύμφωνη προς συνταγματικές ή υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις, β) αν τηρήθηκε η προβλεπόμενη από την εξουσιοδοτική διάταξη διαδικασία εκδόσεως της κανονιστικής πράξεως, γ) αν το περιεχόμενο της κανονιστικής ρυθμίσεως ευρίσκεται εντός των ορίων της εξουσιοδοτικής διατάξεως και δ) αν η κανονιστική ρύθμιση είναι σύμφωνη προς συνταγματικές ή υπερνοθετικής ισχύος διατάξεις. Και Β) Όταν εν όψει του κατά το νόμο αντικειμένου της προσβαλλομένης ατομικής διοικητικής πράξεως, των προϋποθέσεων που απαιτούνται για την έκδοσή της και του χαρακτήρα της έρευνας βάσει της οποίας μπορεί να διαπιστωθεί η συνδρομή των προϋποθέσεων αυτών και των συνεπειών, τις οποίες θα επέφερε η μεταρρύθμιση της πράξεως, η άσκηση πλήρους δικαιοδοσίας, όπως διαγράφεται στη σκέψη 4, θα παραβίαζε τα όρια της ανατιθέμενης αποκλειστικώς στα όργανα της Διοικητικής κρατικής εξουσίας βάσει της αρχής της διακρίσεως των λειτουργιών. Κατά τη γνώμη όμως των Συμβούλων Ε. Γαλανού, Α. Ράντου, Ε. Σαρπ, Μ.-Ε. Κωνσταντινίδου, Α.-Γ. Βώρου, Γ. Ποταμιά, Ι. Ζόμπολα, Σ. Μαρκάτη, Β. Γρατσία, Σ. Παραμυθιώτη, Φ. Ντζίμα, Σ. Χρυσικοπούλου και Β. Καλαντζή καθώς και της Παρέδρου Σ. Βιτάλη, όταν ο νομοθέτης επιθυμεί να καταστήσει αρμόδια τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια για την εκδίκαση κατηγοριών υποθέσεων που ανήκουν στην ακυρωτική αρμοδιότητα του Συμβουλίου της Επικρατείας και πηγάζουν από την προσβολή ατομικών εκτελεστών διοικητικών πράξεων, δεσμεύεται μόνον από το κριτήριο της σπουδαιότητας και της φύσεως των ανωτέρω υποθέσεων, αν δε αυτές, κατ’ εκτίμησιν του ανωτέρω κριτηρίου, επιτρεπτώς υπάγονται στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια, τότε είναι ελεύθερος να οργανώσει την αρμοδιότητά τους αυτή είτε ως ακυρωτική είτε ως πλήρους δικαιοδοσίας.
9. Επειδή, περαιτέρω, από τις προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 67 του ν. 3431/2006 συνάγεται συναφώς ότι οι ένδικες διαφορές που ανακύπτουν από οποιαδήποτε απόφαση, κανονιστική ή ατομική, της Ε.Ε.Τ.Τ. καθίστανται διαφορές πλήρους δικαιοδοσίας. Η ρύθμιση αυτή, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην προηγούμενη σκέψη, είναι αντίθετη στις προπαρατιθέμενες συνταγματικές διατάξεις καθ’ όσον αφορά τη μετατροπή των διαφορών που ανακύπτουν από την απ’ ευθείας προσβολή κανονιστικών αποφάσεων της Ε.Ε.Τ.Τ. από ακυρωτικές σε διαφορές ουσίας. Καθ’ όσον δε αφορά τις διαφορές, οι οποίες ανακύπτουν από την προσβολή ατομικών αποφάσεων που η Ε.Ε.Τ.Τ. εκδίδει, η συνταγματικότητα ή μη της μετατροπής τους από ακυρωτικές σε ουσίας είναι εξεταστέα για κάθε κατηγορία των αποφάσεων αυτών εν όψει του κατά τις διατάξεις του ν. 3431/2006 αντικειμένου τους, των προϋποθέσεων που απαιτούνται για την έκδοσή τους, του χαρακτήρα της έρευνας βάσει της οποίας μπορεί να διαπιστωθεί η συνδρομή των προϋποθέσεων αυτών και των συνεπειών, τις οποίες θα επέφερε η μεταρρύθμισή τους, κατά τα αναφερόμενα στην προηγούμενη σκέψη. Κατά τη γνώμη όμως του Προεδρεύοντος αντιπροέδρου, των Συμβούλων Α. Θεοφιλοπούλου, Ν. Ρόζου, Χ. Ράμμου, Μ. Καραμανώφ, Α. Σακελλαροπούλου, Α. Χριστοφορίδου, Μ. Γκορτζολίδου, Ι. Γράβαρη, Σ. Μαρκάτη, Δ. Γρατσία, Α. Ντέμσια, Σ. Παραμυθιώτη, Η. Τσακόπουλου, Μ. Σταματελάτου-Μπεριάτου και της Παρέδρου Β. Κίντζιου, η ανωτέρω ρύθμιση είναι στο σύνολό της αντίθετη προς τις ανωτέρω συνταγματικές διατάξεις, εφ’ όσον με αυτήν θεσπίζεται αρμοδιότητα πλήρους δικαιοδοσίας των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων για όλες συλλήβδην τις αποφάσεις που εκδίδει η Ε.Ε.Τ.Τ., κανονιστικές ή ατομικές, χωρίς να διαφοροποιούνται, από το νομοθέτη, κατηγορίες των πράξεων αυτών σύμφωνα με τα ανωτέρω κριτήρια.
10. Επειδή, μετά την επίλυση των ανωτέρω ζητημάτων, η υπόθεση πρέπει να αναπεμφθεί προς περαιτέρω εκδίκαση στο Ε΄ Τμήμα.

Το Σύνταγμα και οι μάνατζερ των ΑΕΙ

Γιώργος Χ. Σωτηρέλης, Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών

Το Σύνταγμα και οι μάνατζερ των ΑΕΙ
Η μεταρρύθμιση της ανώτατης εκπαίδευσης αποτελεί ανέκαθεν μια από τις πλέον προσφιλείς κυβερνητικές εξαγγελίες. Ωστόσο η μόνη σοβαρή τομή για τα πανεπιστημιακά μας πράγματα, με τα θετικά και τα αρνητικά της, ήταν αυτή του 1982. Έκτοτε αναλήφθηκαν πολλές σχετικές πρωτοβουλίες, οι οποίες όμως αποδείχθηκαν είτε ατελέσφορες είτε ατυχείς είτε κατώτερες των περιστάσεων. Το αποτέλεσμα είναι να παραμένει κατά βάση σε ισχύ ένα θεσμικό πλαίσιο παρωχημένο, προβληματικό και, ιδίως, αναντίστοιχο με τις προκλήσεις των καιρών.
Αρκετοί θεωρούν –άλλοι καλοπροαίρετα και άλλοι υποβολιμαία– ότι το μείζον πρόβλημα για τη δυσπραγία του Πανεπιστημίου είναι το Σύνταγμα, στην αναθεώρηση του οποίου εναποθέτουν πολλές ελπίδες. Προσωπικά δεν συμμερίζομαι αυτή την άποψη, διότι φοβούμαι ότι η εισβολή του «ιδιωτικού» στο Πανεπιστήμιο θα γίνει, όπως και σε άλλες αντίστοιχες καταστάσεις (π.χ. Ραδιοτηλεόραση), με όρους Φαρ Ουέστ, δηλαδή με αποκλειστικό κριτήριο το άμεσο και εύκολο κέρδος, χωρίς κανόνες και χωρίς αρχές. Το μόνο που θα έβλεπα συζητήσιμο είναι να διατηρηθεί μεν ο δημόσιος χαρακτήρας των πανεπιστημίων αλλά να μετατραπούν σε Κρατικά Νομικά Πρόσωπα Ιδιωτικού Δικαίου, ώστε να επιτευχθεί μεγαλύτερη ευελιξία, τόσο γενικά όσο και ως προς τη λειτουργία και στη χώρα μας (σοβαρών) εναλλακτικών εκδοχών μη κερδοσκοπικής πανεπιστημιακής εκπαίδευσης.
Εκείνο που προέχει πάντως είναι η νομοθετική μεταρρύθμιση, η οποία, κατά την άποψή μου, πέρα από την ορθή διάγνωση των προβλημάτων, προϋποθέτει:
Πρώτον, τον σεβασμό του συνταγματικού πλαισίου.
Δεύτερον, τον σεβασμό της πανεπιστημιακής μας παράδοσης, η οποία δεν είναι, συλλήβδην, ούτε απορριπτέα ούτε αμελητέα.
Τρίτον, τον προοδευτικό χαρακτήρα της μεταρρύθμισης, που δεν σημαίνει άκριτη και μηχανιστική προσαρμογή στα «σύγχρονα δεδομένα» αλλά προσεκτική διήθησή τους, με κριτήριο το δημόσιο συμφέρον.
Τέταρτον, την προσεκτική και σταδιακή προώθηση των αλλαγών, ώστε να μη συσπειρώνονται εναντίον τους, ταυτόχρονα, όλοι οι φορείς της ανώτατης εκπαίδευσης, ακόμη και αν συμφωνούν με ορισμένες πτυχές τους.
Πέμπτον, την πρόταξη της μεταρρύθμισης των άλλων βαθμίδων της εκπαίδευσης.
Έκτον, τη θέσπιση ενός λιτού και περιεκτικού νόμου-πλαισίου, που δεν θα αναλίσκεται σε δευτερεύουσες και λεπτομερειακές ρυθμίσεις.
Αξιολογώντας, υπό αυτό το πρίσμα, τις πρόσφατες προτάσεις του υπουργείου Παιδείας πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι εκκινούν κατά βάση από σωστές διαπιστώσεις, ως προς τη σημερινή κατάσταση, αλλά και πληρούν, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, ορισμένες από τις ανωτέρω προϋποθέσεις (όπως η πέμπτη και η έκτη). Ως προς τις υπόλοιπες όμως φοβούμαι ότι υπάρχουν αρκετές αστοχίες και υστερήσεις, με προεξάρχουσα την πρώτη, για την οποία και θα μιλήσω στη συνέχεια.
Θα ξεκινήσω χωρίς περιστροφές. Είμαι πεπεισμένος ότι οι προτάσεις του υπουργείου για τη διοίκηση των πανεπιστημίων, πέρα από το ότι είναι εντελώς ξένες προς την εγχώρια παράδοση και υποτιμητικές για το διδακτικό προσωπικό τους, βρίσκονται εκτός του ισχύοντος συνταγματικού πλαισίου. Κομβικό σημείο αυτού του πλαισίου είναι η «πλήρης αυτοδιοίκηση», η οποία, όπως και το άσυλο, δεν αποτελεί αυτοσκοπό αλλά εγγύηση της ακαδημαϊκής ελευθερίας (και ως τέτοια πρέπει, σε κάθε περίπτωση, να αντιμετωπίζεται).
Τι σημαίνει όμως «αυτοδιοίκηση» στον χώρο του Πανεπιστημίου; Παραφράζοντας έναν παλαιότερο χαρακτηριστικό ορισμό («διοίκησις του τόπου διά του τόπου») θα έλεγα ότι σημαίνει, πολύ απλά, «διοίκησις του Πανεπιστημίου διά του Πανεπιστημίου». Από αυτό δε συνάγεται, πρώτα και πάνω απ’ όλα, ότι οι αρχές του πρέπει και να αποτελούνται αλλά και να εκλέγονται αποκλειστικά και μόνο από τα μέλη της ακαδημαϊκής του κοινότητας (με καθολική –άμεση ή έμμεση– ψηφοφορία αλλά και με δυνατότητα σταθμισμένης ψήφου, που θα αναγνωρίζει τον βαρύνοντα ρόλο των διδασκόντων). Με άλλα λόγια, η εν λόγω –και μάλιστα «πλήρης»– αυτοδιοίκηση αποκλείει τόσο την ανάδειξη ενός «εισαγόμενου» πρύτανη (που θα γίνεται μάλιστα αυτοδικαίως και καθηγητής κατά το κείμενο διαβούλευσης…) όσο και την «εμφύτευση» στο εσωτερικό του πανεπιστημίου –ανεξαρτήτως του τρόπου εκλογής του– ενός δισυπόστατου και ερμαφρόδιτου σώματος, όπως το Συμβούλιο, που θα ασκεί τόσο «κυβερνητικές» όσο και αυτοδιοικητικές αρμοδιότητες αλλά και θα αναδεικνύει, δίκην εκλεκτορικού σώματος, τον ως άνω πρύτανη. Αρκεί να μεταφέρει κανείς αυτή την πρόταση στον –αντίστοιχο διοικητικά– χώρο της τοπικής αυτοδιοίκησης και να αναρωτηθεί τι θα σήμαινε συνταγματικά η εμφύτευση ενός ανάλογου Συμβουλίου, που θα υποκαθιστούσε εν πολλοίς το Δημοτικό ή Περιφερειακό Συμβούλιο και θα αναδείκνυε έναν «εισαγόμενο» δήμαρχο ή περιφερειάρχη…
Ωστόσο το πλέον παράδοξο είναι ότι πολλές από τις –θεμιτές– επιδιώξεις του υπουργείου θα μπορούσαν να πραγματωθούν χωρίς παραβίαση του Συντάγματος. Τίποτε δεν εμποδίζει, για παράδειγμα, την καθιέρωση μιας αποκεντρωμένης περιφερειακής του μονάδας, υψηλών προδιαγραφών, που θα αντιστοιχείται με κάθε μεγάλο και βιώσιμο πανεπιστήμιο (συγχωνευομένων των υπολοίπων) και θα ασκεί τόσο τον έλεγχο νομιμότητας (κατά το πρότυπο του «ελεγκτή νομιμότητας» που καθιέρωσε ο «Καλλικράτης») όσο και τις άλλες ελεγκτικές –και μη αυτοδιοικητικές– αρμοδιότητες, που τώρα επιφυλάσσονται για το Συμβούλιο. Τίποτε δεν εμποδίζει, επίσης, να προσληφθούν στα πανεπιστήμια, ύστερα από ανοιχτή προκήρυξη, υψηλόβαθμοι και καλά αμειβόμενοι μάνατζερ, υψηλών προσόντων, που θα προΐστανται των διοικητικών, οικονομικών και τεχνικών υπηρεσιών τους. Διότι βεβαίως είναι άλλο πράγμα η λήψη των εν ευρεία εννοία «πολιτικών» αποφάσεων για τα πανεπιστήμια, που ανήκει κατά το Σύνταγμα στις αυτοδιοικητικές αρχές τους, και άλλο η εφαρμογή τους, ως προς την οποία, όπως και ως προς την εφαρμογή των νόμων της πολιτείας, πράγματι χρειάζεται δραστική παρέμβαση, προκειμένου να βελτιωθούν η ποιότητα και η αποτελεσματικότητα του διοικητικού μηχανισμού τους. Είμαι δε βέβαιος ότι αν το υπουργείο απεμπλακεί από τις (αντισυνταγματικές) εμμονές του και κινηθεί προς μια τέτοια κατεύθυνση, η πανεπιστημιακή κοινότητα θα αποδειχθεί πρόθυμος και πολύτιμος συμπαραστάτης.
Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Το Βήμα», 31.12.2010

Αικ. Ηλιάδου: Η διείσδυση του Δημοσίου Δικαίου στη ρύθμιση αγορών δικτύου

Δήμητρα Κοντόγιωργα - Θεοχαροπούλου, Ομ. Καθηγήτρια Νομικής Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης

Αικ. Ηλιάδου: Η διείσδυση του Δημοσίου Δικαίου στη ρύθμιση αγορών δικτύου

(Αικ. Ηλιάδου: Η διείσδυση του Δημοσίου Δικαίου στη ρύθμιση αγορών δικτύου, με Πρόλογο Καθηγητού Γεωργ. Κασιμάτη, εκδ. Νομική Βιβλιοθήκη, 2010, σελ. 227, στην Σειρά: Βιβλιοθήκη Θεωρίας και Πράξης Διοικητικού Δικαίου, Διεύθυνση: Χαρ. Χρυσανθάκης, Καθηγητής Παν/μίου Αθηνών)
 

Να ένας νέος Τομέας που απασχολεί συνεχώς σήμερα το Δημόσιο Δίκαιο. Ή μάλλον, ιδού ένας νέος «τεχνικό»-χώρος, ο χώρος των αγορών δικτύου, στον οποίο διεισδύει το Δημόσιο Δίκαιο.
Βέβαια, πριν την διείσδυση του εν λόγω Δικαίου στους «τεχνικό»-χώρους, υπήρξε η διείσδυση της τεχνολογίας στο Δίκαιο, η οποία εθεωρήθη αληθής επανάσταση για το δικαιϊκό τοπίο. Το τελευταίο κατέστη «πορώδες», αλλ’ όχι μόνον «το τοπίο» και «ο χώρος», όσον, κατά πρώτο λόγο, η νομική ορολογία. Πράγματι, αυτή κατεκλύσθη από ξένους προς τη Νομική Επιστήμη όρους και ταυτοχρόνως από ξένες προς την εν λόγω Επιστήμη αρχές. Εν τούτοις, οι τελευταίες μετεγράφησαν ταχύτατα στο νομικό επίπεδο και γνωρίζουν μάλλον μεγάλη επιτυχία, αν κρίνει κανείς από την «μαθηματική», οικονομική, φιλοσοφική αρχή της αναλογικότητος ή από την αρχή της «βιώσιμης ανάπτυξης» ή της «αειφορίας» ή και από την έννοια «του Δημοσίου Management των στόχων» (ή των τριών “e”), το οποίο αναλύεται στις οικονομικές αρχές: της αποτελεσματικότητας, οικονομικότητας – ορθολογικότητας και αποδοτικότητας, από τους αγγλικούς αντίστοιχους όρους: effectiveness, economy, efficiency, και φιλοδοξεί να εφαρμοσθεί στον Δημόσιο Τομέα.
Πυκνώνουν, λοιπόν, οι διεισδύσεις του Δημοσίου Δικαίου και συγκεκριμένα του Διοικητικού Δικαίου –είτε με το ένδυμα του ευρωπαϊκού είτε με εκείνο του εθνικού– ώστε να αναρωτιέται κανείς: Ποιο φαινόμενο, τελικά, είναι αυτό που επικρατεί στο Δημόσιο Δίκαιο και δη στο Διοικητικό Δίκαιο, η «συρρίκνωση» του πεδίου εφαρμογής του ή η επέκτασή του σε νέους τομείς;
Επειδή ανήκω σε εκείνους που έχουν επισημάνει το μεν την συρρίκνωση, το δε την διαρκή αναζήτηση πεδίου εφαρμογής του Διοικητικού Δικαίου, εμπλουτίζω το βασικό ερώτημα, με την εξής ερώτηση: Μήπως τούτο αποδιώχνεται από τους κλασικούς τομείς και αυτό είναι που ερμηνεύεται ως «συρρίκνωση», ενώ στην πραγματικότητα «μεταναστεύει» σε νέους χώρους, χρησιμοποιώντας, όμως, τα κλασικά εργαλεία;
Όποια και να είναι η απάντηση, γεγονός είναι, εν προκειμένω, ότι γίνεται μεταβολή και ότι η μεταβολή αυτή γίνεται ταχύτατα, χωρίς Επιτροπές και Fora, δεδομένου ότι ειδικά το Διοικητικό Δίκαιο ανέκαθεν αφομοιώνει όλα τα ρεύματα και προσαρμόζεται εύκολα στις νέες τάσεις και πολιτικές και κατ’ επέκταση στις νέες κοινωνικές απαιτήσεις.
Ίσως, μάλιστα, αυτή την ευκολία του και ευχέρειά του, να την εκμεταλλεύεται η λεγόμενη «παγκοσμιοποίηση» της εσωτερικής εννόμου τάξεως και δη του Διοικητικού Δικαίου, της διαμορφώσεως, δηλαδή, ενός παγκοσμίου Διοικητικού RuleofLaw έξω των συνόρων του εθνικού κράτους που επηρεάζει, όμως, και ισχύει εντός των εθνικών συνόρων, αν και δεν στηρίζεται σε διεθνείς συνθήκες και γενικότερα στο άρθρο 28 του Σ., γεγονός που θέτει σε κίνδυνο την συνταγματική τάξη.
Οπότε, πραγματοποιείται αυτό που λέγεται «Το ταξείδι του εσωτερικού Δημοσίου Δικαίου, από την κοινοτικοποίηση και διεθνοποίηση, στην παγκοσμιοποίηση», ενώ ταυτόχρονα ερωτάται: «Και μετά πού;».
Επιστρέφοντας στην παρουσιαζόμενη Μελέτη, η σ. διευκρινίζει, πως η έρευνα αναφέρεται στις αγορές δικτύου, υπό την έννοια ότι περιλαμβάνει κατ’ εξοχήν εκείνες που έχουν φυσική υποδομή δικτύου (π.χ. γραμμές, όπως ηλεκτρική ενέργεια ή σιδηρόδρομοι, ή αγωγούς π.χ. φυσικό αέριο, ύδρευση και αποχέτευση). Επομένως, δεν περιλαμβάνονται άλλες αγορές που έχουν «εικονικά» δίκτυα.
Ειδικότερα:
Η Μελέτη μετά την Εισαγωγή (σελ. 1-18) διαιρείται σε τέσσερα ισοσκελισμένα Μέρη. Η ισοσκέλιση αυτή αποδεικνύει την ορθολογική-μαθηματική σκέψη και έρευνα της σ. του λεγομένου «καρτεσιανού» (από τον γάλλο μαθηματικό R. Descartes) αυστηρού συστήματος επιστημονικής γραφής που εγγυάται την ασφάλεια της μεθόδου και των συμπερασμάτων της θεωρητικής έρευνας, όπου, ως γνωστόν, δεν υπάρχει η μέθοδος της επαληθεύσεως των θετικών επιστημών. Στο πρώτο (σελ. 9-52) και το δεύτερο Μέρος (σελ. 53-102), που θα μπορούσαν να είναι ένα, ασχολείται με την οργάνωση των βιομηχανιών δικτύου και τους κανόνες δικαίου οργάνωσης αγορών δικτύου, ενώ στο τρίτο (σελ. 103-152) και τέταρτο Μέρος (σελ. 153-202), που επίσης μπορούσαν να είναι ενωμένα, οπότε η Μελέτη θα πληρούσε, και τυπικά, αφού το έχει επιτύχει ουσιαστικά, το πιο πάνω «καρτεσιανό» σύστημα, καίτοι η σ. είναι κατ’ εξοχήν γερμανοτραφής, εν τούτοις, όπως αποδεικνύεται, συνδυάζει εξίσου και την γαλλική παιδεία, συνδυασμός άριστος για έρευνα ζητημάτων Δημοσίου Δικαίου, όπως εν προκειμένω. Στο Τρίτο, λοιπόν, και Τέταρτο Μέρος ασχολείται το μεν με την ουσιαστική ρύθμιση των αγορών δικτύου, το δε με τις Ρυθμιστικές Αρχές (τα όργανα), ενώ ακολουθεί Επίλογος με τη σύνοψη των θέσεων της σ. και τα Συμπεράσματα (σελ. 199-208), καθώς και η σχετική βιβλιογραφία.
Στην Εισαγωγή εξηγείται και οριοθετείται το αντικείμενο της Μελέτης ως η διείσδυση του Δημοσίου Δικαίου στη ρύθμιση των αγορών δικτύου, δεδομένου ότι πλέον κατισχύει η απελευθέρωση των αγορών αυτών από τα γνωστά μονοπώλια και η μετατροπή του ρόλου του Κράτους, από κατ’ εξοχήν φορέα της σχετικής οικονομικής δραστηριότητας, σε ρυθμιστή αγορών.
Επισημαίνεται, ότι οι βιομηχανίες δικτύου διαφοροποιούνται σε σύγκριση με άλλες επιχειρηματικές δραστηριότητες, για τους εξής λόγους:
Πρώτον, έχουν κοινά χαρακτηριστικά: π.χ. εξάρτηση από δικτυακές υποδομές που έχουν χαρακτηριστικά φυσικού μονοπωλίου.
Δεύτερον, έχουν ιδιαίτερη σημασία για την κοινή ωφέλεια, στο μέτρο που αφορούν στη διάθεση αγαθών και υπηρεσιών απολύτως ζωτικής σημασίας για την ομαλή διαβίωση και την οικονομική ανάπτυξη, επηρεάζοντας και άλλους κλάδους της οικονομίας.
Τρίτον, έτσι δικαιολογείται η δημοσία (του κράτους) παρέμβαση στους τομείς αυτούς, χάριν της διαρκούς και ομαλής παροχής των σχετικών υπηρεσιών στους καταναλωτές.
Την εκσυγχρονισμένη αυτή δημοσία παρέμβαση παρακολουθεί η έρευνα της σ., για να παρατηρήσει ότι ο τρόπος οργάνωσης και ο βαθμός έντασης της εν λόγω παρέμβασης δεν είναι ομοιόμορφος χρονικά, ούτε εκ των προτέρων νομικά οργανωμένος και αμετάβλητος.
Η εν λόγω παρατήρηση της σ. είναι ορθή, αφού, ως γνωστόν το Σύνταγμα μας είναι «ουδέτερο», κατ’ αρχήν, στην πολιτική των ιδιωτικοποιήσεων ή κρατικοποιήσεων, δεδομένου ότι θα πρέπει να ακολουθηθεί εκάστοτε ο καλύτερος τρόπος εξυπηρέτησης του δημοσίου συμφέροντος. Ο «καλύτερος τρόπος», όμως, κάθε φορά είναι το ζητούμενο, το οποίο προσδιορίζεται από ποικίλους εκάστοτε παράγοντες και βέβαια ανήκει στις επιλογές της εκάστοτε πολιτικής εξουσίας.
Πέραν, όμως, αυτής της διαφοροποίησης, η σ. επισημαίνει την ιστορική διαφοροποίηση του συγκεκριμένου τομέα που είναι οι βιομηχανίες δικτύου και πώς εξελικτικά αυτές οργανώθηκαν δομικά και κατέληξαν σήμερα, από το γνωστό «μοντέλο» των μονοπωλιακών δημοσίων επιχειρήσεων της παροχικής Διοικήσεως (βάσει κυρίως του άρθρου 106 του Σ.), στις ιδιωτικές επιχειρηματικές δραστηριότητες και συγκεκριμένα «στις αγορές δικτύου». Τούτο έχει την έννοια ότι αυτές αναμορφώνονται έτσι, ώστε να ανταποκρίνονται στους κανόνες του υγιούς και ελευθέρου ανταγωνισμού ή της ελεύθερης αγοράς. Κανόνες, δηλαδή, που επιδρούν στο κόστος των παρεχομένων υπηρεσιών κοινής ωφελείας, χάριν βεβαίως των καταναλωτών (ήτοι, του δημοσίου συμφέροντος).
Για την περιγραφή της αλλαγής αυτής χρησιμοποιείται από την σ. η έννοια της «ρύθμισης». Κι εδώ είναι η μεγάλη προβληματική, με κάποια αντιφατικότητα, αλλ’ όχι αντινομία. Διότι, ναι μεν η απελευθέρωση σημαίνει απορρύθμιση (deregulation), ήτοι άρση κρατικών παρεμβάσεων και ελεύθερος προσδιορισμός, κυρίως τιμών, μέσω του μηχανισμού της αγοράς, εν τούτοις, η ένταξη των εν λόγω βιομηχανικών δραστηριοτήτων στην αγορά, γίνεται με την κρατική «ρύθμιση»-παρέμβαση (regulation), προσηρμοσμένη, όμως, στην ανταγωνιστική αγορά. Η «ρυθμιστική», δηλαδή, «παρέμβαση» των δημοσίων-Ρυθμιστικών Αρχών, είναι προσηρμοσμένη στην ιδιωτικο-οικονομική διαχείριση των ΔΕΚΟ.
Τούτο έχει την έννοια, ότι η εν λόγω «μετάλλαξη» των βιομηχανιών δικτύου, γίνεται στο πλαίσιο της όλης μεταρρυθμιστικής προσπάθειας, για την επιλογή της μεθόδου εκείνης, μέσω της οποίας θα επιτευχθεί η μεγιστοποίηση της οικονομικής-κοινωνικής ωφέλειας με το μικρότερο, όμως, κοινωνικό, οικονομικό κόστος.
Άρα, μπορεί να παρατηρήσει κανείς, ότι αυτό γίνεται προκειμένου να εφαρμοσθούν οι αρχές της αποτελεσματικότητος, αποδοτικότητος, οικονομικότητος, ήτοι να εφαρμοσθεί το λεγόμενο Νέο Δημόσιο Management των στόχων, ή των τριών “e”, στον πρώην Δημόσιο Τομέα, αρχή η οποία προαναφέρθηκε.
Με άλλα λόγια «το αγοραίο» κράτος παρεμβαίνει στις απελευθερωμένες αγορές δικτύου, επιβάλλοντας ωρισμένους περιορισμούς, όπως π.χ., κατά την σ., παρακρατεί την κυριότητα του εταιρικού κεφαλαίου, εάν δεν έχει γίνει ολοκληρωτική περιουσιακή ιδιωτικοποίηση, ή, θα προσθέταμε, την λεγομένη «χρυσή μετοχή».
Παρατηρείται, βέβαια, ότι τα ζητήματα που γεννώνται κατά την μελέτη των κανόνων οργάνωσης και ρύθμισης της σχετικής αγοράς, ναι μεν αποτυπώνονται σε ειδικό νομικό-κανονιστικό πλαίσιο για κάθε επί μέρους βιομηχανία δικτύου, όμως στην Μελέτη, επιδιώκεται από την σ. ενιαία συστηματική ανάλυση, λόγω των κοινών χαρακτηριστικών που εμφανίζουν οι επί μέρους περιπτώσεις. Τα κοινά δε χαρακτηριστικά, είναι, άλλως τε, ένα από τα κριτήρια (εξωτερικά) που οδηγούν στην κρατική «ρύθμιση».
Πράγματι, όπως διευκρινίζει η σ., η δομή των συγκεκριμένων αγορών δικτύου διαλαμβάνει το μεν έναν υποτομέα, όπου υπάρχει ένα φυσικό μονοπώλιο, το δε έναν άλλο υποτομέα που είναι ελεύθερος στον ανταγωνισμό. Ήτοι: η παραγωγή, η διάθεση και η παροχή υπηρεσιών κοινής ωφελείας.
Έτσι, εξετάζονται τα μέσα της δημοσίας ρύθμισης-παρέμβασης και γίνεται επιτυχής προσπάθεια διατύπωσης μιας γενικής θεωρίας και ερμηνευτικής προσέγγισης του όρου «ρύθμιση», προκειμένου να μπορέσει αυτή να αξιοποιηθεί πέρα από τις ατομικές και συγκεκριμένες περιπτώσεις που ερευνώνται στην Μελέτη.
Στην συνέχεια επισημαίνονται ορθά, τα ουσιαστικά, θα λέγαμε, κριτήρια, εξαιτίας των οποίων δικαιολογείται η παρέμβαση-διείσδυση του Δημοσίου Δικαίου και τα οποία είναι ήδη, νομίζω, καθορισμένα από το άρθρο 106 του Συντάγματος, το οποίο, άλλωστε, υπολανθάνει, ως αυτονόητο, σε όλη την έρευνα της σ., δεδομένου ότι η αποκρατικοποίηση των συγκεκριμένων αγορών δεν αντιβαίνει στο άρθρου 106 του Σ., βάσει του οποίου είχαν συσταθεί τα κρατικά εν προκειμένω μονοπώλια. Πράγματι, η έννοια των διατάξεων του 106 αποβλέπει στην εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος, ήτοι, εν προκειμένω των καταναλωτών. Και αφού το κράτος απέτυχε ως επιχειρηματίας, καλείται τώρα να συμβάλλει στους ίδιους τομείς με την διασφάλιση του υγιούς ανταγωνισμού από τους τρίτους, χάριν, όμως, του ιδίου σκοπού.
Έτσι, ως πρώτο ουσιαστικό κριτήριο της «ρύθμισης» πρέπει να θεωρηθεί η λειτουργία των εν λόγω οργανωμένων αγορών-επιχειρήσεων κοινής ωφελείας, για το κοινωνικό σύνολο και την εθνική οικονομία. Τούτο, διότι μέσω αυτών των επιχειρήσεων και αγορών παρέχονται ζωτικής σημασίας υπηρεσίες και αγαθά στο κοινωνικό σύνολο, όπως τονίζει και η σ. Επίσης, βασικό ουσιαστικό κριτήριο, είναι, κατά την σ. η ανάγκη προστασίας των εν λόγω διανεμομένων αγαθών και υπηρεσιών, από την άγρια φιλελευθεροποίηση-ιδιωτικοποίηση, χάριν της προστασίας και προαγωγής του κοινωνικού συμφέροντος. Εφαρμογή, δηλαδή, της αρχής του Κοινωνικού Κράτους Δικαίου.
Στα πιο πάνω κλασικά νομικά ζητήματα Δημοσίου Δικαίου, υπεισέρχονται τεχνικά ζητήματα, αλλά και εννοιολογικά ζητήματα τεχνικής ορολογίας, δεδομένου ότι εξ ορισμού το νομικό πλαίσιο αφορά σε ύλη και θεματική από άλλες επιστήμες, όπως και κυρίως οικονομικές και ενέργειας και θετικές, αλλά και από άλλους δικαιϊκούς κλάδους, όπως εμπορικού δικαίου (π.χ. καθετοποίηση της επιχειρήσεως), τα οποία η σ. αντιμετωπίζει επιτυχώς και με εντυπωσιακή ευχέρεια.
Κατά συνέπεια, η Μελέτη αποδεικνύεται πολυκλαδική, με διείσδυση, όχι μόνον του Δημοσίου Δικαίου στον τεχνικό χώρο, αλλά και της δημοσιολόγου συγγραφέως σε ένα πολυεπιστημονικό χώρο, με αποτέλεσμα το παρουσιαζόμενο βιβλίο να είναι χρήσιμο και για άλλες «αγορές», όπως εκείνες για τα εικονικά δίκτυα.
Τελειώνοντας, θέλω να σημειώσω, ότι η σ., η οποία δεν νομίζω να μας είχε συνηθίσει σε τέτοιου είδους μελέτες, δεδομένου ότι μέχρι τώρα ήταν μάλλον «pura» δογματική, με το έργο της αυτό παρουσιάζει ένα άλλο κομμάτι της επιστημοσύνης της, εμπλουτισμένο από εκείνο το οποίο απεκόμισε και αποκομίζει καθημερινά από την επαγγελματική της παράλληλη ενασχόληση στη Νομική Υπηρεσία της ΔΕΗ. Το τελευταίο αυτό, πιστεύω, της έδωσε την τόλμη και την ικανότητα να δαμάσει μια «ετερόκλητη» επιστημονικά ύλη, με επιτυχία.
Τα δε συμπεράσματά της, είναι και απ’ αυτής της απόψεως διπλά αξιόπιστα και αυθεντικά, συμβάλλοντας στο νομικό «ξεκαθάρισμα» του νέου αυτού πεδίου εφαρμογής του Δημοσίου και ειδικότερα του Διοικητικού Δικαίου και εκσυγχρονίζοντας την ύλη τούτου. Προ πάντων, όμως, τα συμπεράσματα συμβάλλουν στην με σύστημα και επιμονή κρατική «ρύθμιση» στους λεγομένους απελευθερωμένους αυτούς χώρους, χάριν, βεβαίως, του καταναλωτού και σε τελευταία ανάλυση του δημοσίου συμφέροντος και ενός «βιώσιμου Κράτους» που τόσο κινδυνεύει στις ημέρες μας από το «αγοραίο κράτος».

Δημ. Κοντόγιωργα – Θεοχαροπούλου
Ομ. Καθηγήτρια Νομικής
Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης
Καταχώρηση: 11-01-2011     Κατηγορία: ΒΙΒΛΙΑ