Author Archives: admin

Πρέπει όλοι να σπάσουμε τον φαύλο κύκλο της φυγής και της απαισιοδοξίας

Συνέντευξη της Αγγελικής Καραγεώργου με τον Στυλιανό-Ιωάννη Κουτνατζή

Πρέπει όλοι να σπάσουμε τον φαύλο κύκλο της φυγής και της απαισιοδοξίας

Δικηγόρος, μεταδιδακτορικός ερευνητής, βραβευθείς με το ErnstReuter

Αποφοίτησε από το Τμήμα Νομικής του Καποδιστριακού Πανεπιστημίου, έκανε μεταπτυχιακό στο Χάρβαρντ και διδακτορικό στο Ελεύθερο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου. Πριν από λίγες ημέρες, έγινε ο τρίτος έλληνας στα 25 χρόνια του Βραβείου Ernst Reuter που του απονεμήθηκε η διάκριση για τη διδακτορική του διατριβή «Συνταγματικοί συμβιβασμοί: Θεμέλια και συνέπειες για την ερμηνεία και εφαρμογή του Συντάγματος». Για τον Στυλιανό – Ιωάννη Κουτνατζή, το ζητούμενο σε μια τέτοια περίοδο είναι «να σπάσει ο φαύλος κύκλος της φυγής και της απαισιοδοξίας». Ακόμη και για εκείνους που θα επιλέξουν τον δρόμο της μετανάστευσης, «το ζήτημα είναι να επιστρέψουν και να εμπλουτίσουν τους υπόλοιπους με τις εμπειρίες τους».

1. Έρευνες δείχνουν ότι εννέα στους δέκα έλληνες είναι πρόθυμοι να μεταναστεύσουν. Σκέφτεστε να επιστρέψετε μόνιμα;

Αν προκύψει η κατάλληλη ευκαιρία, γιατί όχι; Ιδίως αυτή την περίοδο πρέπει να προσπαθήσουμε όλοι να σπάσουμε τον φαύλο κύκλο της φυγής και της απαισιοδοξίας.
2. Με το Βραβείο Ernst Reuter σπανίως τιμάται νομικός. Το περιμένατε;
Όταν από περισσότερες από χίλιες εργασίες επιλέγονται τελικά τέσσερις, δεν μπορείς να το περιμένεις.
3. Φοβηθήκατε μήπως η εθνικότητά σας στέκονταν εμπόδιο;
Όχι. Τα γερμανικά πανεπιστήμια αναγνωρίζουν όλο και περισσότερο τον πλούτο που μπορεί να κρύβει ένα διεθνές βιογραφικό.
4. Οι άλλοι τρεις βραβευθέντες ήταν Γερμανοί;
Ναι, όπως και η συντριπτική πλειονότητα των τιμηθέντων στα 25 χρόνια του βραβείου.
5. Υπάρχουν συνταγματικοί συμβιβασμοί στην Ελλάδα; Συνταγματικοί συμβιβασμοί υπάρχουν παντού. Το θέμα είναι τί είδους συμβιβασμοί, και με ποιο τρόπο πρέπει να τους ερμηνεύουμε και να τους εφαρμόζουμε.
6. Χρειάζεται Συνταγματικό Δικαστήριο η χώρα;
Μπορεί να οδηγήσει σε πρόοδο, μπορεί και σε οπισθοδρόμηση. Εξαρτάται από τις αρμοδιότητες και τη σύνθεσή του.
7. Τι έχει γίνει με την προσφυγή στο Συνταγματικό Δικαστήριο της Γερμανίας για τη χρηματική βοήθεια προς την Ελλάδα μέσω του ευρωπαϊκού μηχανισμού στήριξης;
Το γερμανικό Συνταγματικό Δικαστήριο επέτρεψε απλώς την καταβολή της χρηματικής βοήθειας σε επίπεδο ασφαλιστικών μέτρων. Αν λάβει κανείς υπόψη την ευρωσκεπτικιστική διάθεση που φαίνεται να επικρατεί τελευταία εντός του Δικαστηρίου, η απόφασή του επί της ουσίας αναμένεται με μεγάλο ενδιαφέρον.
8. Χρειάζεται συνταγματική αναθεώρηση στην Ελλάδα;
Χρειάζεται να απομυθοποιήσουμε την έννοια της αναθεώρησης. Αναθεώρηση του Συντάγματος συνεπώς όχι, αναθεώρηση επιμέρους συνταγματικών διατάξεων ενδεχομένως ναι.
9. Η μεγαλύτερη συνταγματική τομή που θα προωθούσατε αν γινόταν συνταγματική αναθεώρηση;
Περισσότερο είναι σήμερα απαραίτητη η ενίσχυση των εγγυήσεων τηρήσεως του Συντάγματος ως θεμελιώδους νόμου. Δεν είναι νομικισμός, είναι απαραίτητη προϋπόθεση, προκειμένου η κρίση του πολιτικού συστήματος να μην συμπαρασύρει και το Σύνταγμα.
10. Ο νόμος περί ευθύνης υπουργών ανταποκρίνεται στις ανάγκες μιας σύγχρονης δημοκρατικής κοινωνίας;
Όχι, επειδή συγχέει τις ιδιότητες κρίνοντος και κρινομένου και διευκολύνει την εκδήλωση κακώς εννοούμενης συναδελφικής αλληλεγγύης. Η τροποποίηση της ισχύουσας ρύθμισης όμως προϋποθέτει πρώτα και κύρια αναθεώρηση του άρθρου 86 του Συντάγματος.
11. Στην Ελλάδα υπάρχει πρόσφορο έδαφος για έρευνα;
Οι υποδομές πάσχουν. Αλλά όταν οι συνθήκες δεν είναι ευνοϊκές, ίσως τότε η έρευνα να είναι και γοητευτικότερη.
12. Κάποιοι ισχυρίζονται ότι η Ελλάδα «διώχνει» τα παιδιά της. Συμφωνείτε;

Επιμένω ότι φεύγουν εκείνοι που θέλουν να φύγουν. Το ζητούμενο είναι κάποια στιγμή να επιστρέψουν και να εμπλουτίσουν τους υπόλοιπους με τις εμπειρίες τους.

13. Έχοντας αποφοιτήσει από κορυφαία πανεπιστήμια του εξωτερικού, σε ποια σημεία θεωρείτε ότι πάσχει το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα;
Εν μέρει εξαιτίας της ελλιπούς χρηματοδότησης, ορισμένοι διδάσκοντες και διδασκόμενοι αντιλαμβάνονται την εκπαιδευτική διαδικασία ως πάρεργο αντί για πρωταρχική τους έγνοια.
14. Και σε ποια υπερτερεί;
Οι διεθνείς παραστάσεις διδασκόντων αλλά και διδασκομένων είναι σημαντικά περισσότερες, ίσως εξ ανάγκης.
15. Δημόσια ή ιδιωτική εκπαίδευση;
Εκπαίδευση που να παρέχει σε όλους ίσες ευκαιρίες αριστείας στη μόρφωση και την έρευνα.
16. Ο Γερμανικός Τύπος υπερβάλλει στις περιγραφές του για την οικονομική κρίση στην Ελλάδα;
Υπερβολές υπάρχουν παντού. Όπως κι εκείνοι που δυσκολεύονται να κρατήσουν τις αναγκαίες αποστάσεις ανάμεσα σε ό,τι ξέρουν και ό,τι έχουν απλώς ακούσει.
17. Τι σας λένε οι γερμανοί φίλοι σας;
Συνήθως αποφεύγουν να θέσουν το θέμα. Όταν το κάνουν, πάντως, δείχνουν να πιστεύουν ότι το πρόβλημα δεν είναι (μόνο) ελληνικό.
18. Πώς αισθάνεται ένας Έλληνας που τα τελευταία δύο χρόνια παρακολούθησε όσα συνέβησαν στη χώρα του από το εξωτερικό;

Αισθάνεται ευθύνη να συμβάλει, στο μέτρο των δυνατοτήτων του, στην προβολή μιας άλλης Ελλάδας.

19. Επόμενος στόχος;
Ο συνδυασμός διδασκαλίας και έρευνας σε Ελλάδα και Γερμανία, χωρίς ποιοτικές εκπτώσεις. Γιατί με την αλληλεπίδραση των εννόμων τάξεων –και όχι μόνον– είναι ίσως ουτοπικό να περιορίζεται κανείς στα στεγανά του εθνικού κράτους.
20. Αν δεν είχατε ασχοληθεί με τη νομική;
Πιθανόν θα ήμασταν συνάδελφοι στη δημοσιογραφία
* Η συνέντευξη δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Τα Νέα», 29.12.2010

Το Μνημόνιο της Ελλάδος στην ευρωπαϊκή, τη διεθνή και την εθνική έννομη τάξη

Παναγιώτης Γκλαβίνης

Το Μνημόνιο της Ελλάδος στην ευρωπαϊκή, τη διεθνή και την εθνική έννομη τάξη

(Παναγιώτης Γκλαβίνης, Το Μνημόνιο της Ελλάδος στην ευρωπαϊκή, τη διεθνή και την εθνική έννομη τάξη Eκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα-Θεσσαλονίκη 2010, σελ. XIV + 208) 

 
Το Μνημόνιο της Ελλάδος αποτελεί –αυτό καθαυτό και πριν από ο,τιδήποτε άλλο– το κεντρικό εργαλείο της ενιαίας αντιμετώπισης της ελληνικής κρίσης χρέους από τη διεθνή κοινότητα. Συνεπώς, καμιά συζήτηση για τη φύση και τη δεσμευτικότητα του Μνημονίου στην ελληνική έννομη τάξη δεν μπορεί να γίνει χωρίς να φωτισθεί επαρκώς και η διεθνής διάστασή του. Στη μελέτη του για «Το Μνημόνιο της Ελλάδος στην ευρωπαϊκή, τη διεθνή και την εθνική έννομη τάξη», που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Σάκκουλα, ο αν. καθηγητής Διεθνούς Οικονομικού Δικαίου στη Νομική Σχολή του ΑΠΘ Παναγιώτης Γκλαβίνης επιχειρεί μια τέτοια ακριβώς προσέγγιση, εξηγώντας πώς φτάσαμε στην ενεργοποίηση του μηχανισμού στήριξης της ελληνικής οικονομίας και ποιοί κίνδυνοι αποσοβήθηκαν κατά τη γνώμη του χάρη σ’ αυτόν· γιατί αποκοπήκαμε από τις αγορές κεφαλαίων και πώς διαχειρίστηκαν την κρίση μας η Ε.Ε. και η διεθνής κοινότητα· πώς και γιατί διαμορφώθηκε με τον τρόπο που διαμορφώθηκε το Μνημόνιο, ποιος ο σκοπός, η φύση και το νομικό καθεστώς του και από πού αντλεί τη δεσμευτικότητά του για τις εμπλεκόμενες έννομες τάξεις, εάν έπρεπε να κυρωθεί και με ποια διαδικασία, εάν πράγματι περιορίζει την εθνική μας κυριαρχία και αν οι ρυθμίσεις του είναι συμβατές με το Σύνταγμα, το Ευρωπαϊκό Δίκαιο και την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Εν τέλει, ο συγγραφέας αναδεικνύει και τί κατά τη γνώμη του διακυβεύεται από την εφαρμογή του Μνημονίου για τη χώρα, την οικονομία της και τη θέση της στο σύγχρονο κόσμο.
Καταχώρηση: 10-01-2011     Κατηγορία: ΒΙΒΛΙΑ    

Εγγυήσεις δημοσιότητας και δίκαιη δίκη

ΣτΕ (Ολ.) 3319/2010

Εγγυήσεις δημοσιότητας και δίκαιη δίκη

Προεδρεύων: Κ. Μενουδάκος, Αντιπρόεδρος

Εισηγητής: Χρ. Ράμμος, Σύμβουλος

Παρουσίαση της απόφασης

Προβλήθηκε ότι ο χαρακτήρας του ενδίκου βοηθήματος ως αιτήσεως ακυρώσεως και η εκδίκαση της υποθέσεως αυτής από το Συμβούλιο της Επικρατείας, ως ακυρωτικό δικαστή, δεν παρέχουν τα εχέγγυα της «δίκαιης δίκης», κατά το άρθρο 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α., διότι το Συμβούλιο της Επικρατείας, ως ακυρωτικό δικαστήριο, μπορεί να ελέγξει μόνο πλημμέλειες σχετικές με τη νομιμότητα της προσβαλλομένης αποφάσεως, όχι όμως και την ουσιαστική εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών και την ορθότητα των πραγματικών παραδοχών, βάσει των οποίων η Α.Δ.Α.Ε. κατέληξε στο συμπέρασμα ότι έπρεπε να επιβληθεί το συγκεκριμένο πρόστιμο. Με τον ανωτέρω ισχυρισμό τίθεται το ζήτημα, το οποίο είναι εν πάση περιπτώσει και αυτεπαγγέλτως ερευνητέο από το Δικαστήριο, ως συνδεόμενο με τη δικαιοδοσία αυτού προς εκδίκαση της υποθέσεως, αν η διάταξη του άρθρου 6 παρ. 4 του ν. 3115/03, κατά το μέρος που με αυτήν προβλέπεται ότι αποφάσεις, όπως οι επίδικες, προσβάλλονται με αίτηση ακυρώσεως και όχι με προσφυγή πλήρους δικαιοδοσίας, είναι σύμφωνη προς την υπερτέρου τυπικού κύρους διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α. Ερμηνεύοντας το άρθρο 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α. το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε.Δ.Δ.Α.) έχει κρίνει τα εξής: Από την επίμαχη διάταξη προκύπτει, κατ’ αρχάς, ότι καθένας έχει το δικαίωμα, η υπόθεσή του να εξετασθεί από «δικαστήριο», το οποίο πρέπει να λειτουργεί με τις εγγυήσεις της ανεξαρτησίας της αμεροληψίας και της δημοσιότητας, όταν αυτό αποφαίνεται είτε επί των «επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του αστικής φύσεως», είτε «επί του βασίμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως». Ως «δικαστήριο» δε, κατά την έννοια της επίμαχης διατάξεως, όπως αυτή έχει ερμηνευθεί, με πλούσια νομολογία, νοείται το όργανο εκείνο, το οποίο, αποφαίνεται, επί των υπαγομένων στην αρμοδιότητά του υποθέσεων, επί τη βάσει της κειμένης νομοθεσίας παγίως και όχι σε συγκεκριμένες περιπτώσεις και μετά την τήρηση ορισμένης διαδικασίας, η οποία πρέπει να τελεί υπό ορισμένες εγγυήσεις. Οι εγγυήσεις αυτές συνίστανται, εκτός της αμεροληψίας που πρέπει να έχει με τρόπο θεσμικά κατοχυρωμένο έναντι των διαδίκων το εν λόγω όργανο (τήρηση ίσων αποστάσεων από τους διαδίκους), της ανεξαρτησίας του από τη Διοίκηση και τα άλλα συντεταγμένα όργανα της Πολιτείας (εγγυήσεις σε ό,τι αφορά ιδίως τη σύνθεση του οργάνου, τον διορισμό των μελών του, τη διάρκεια της θητείας τους και τους λόγους εξαίρεσης ή παύσης τους), του παγίου (και όχι περιστασιακού ή ad hoc χαρακτήρα του), στην εκ μέρους του οργάνου αυτού εφαρμογή κανόνων δικαίου, στην δεσμευτικότητα των αποφάσεών του και, τέλος, στην θεμελιώδη για την λειτουργία κάθε Δικαστηρίου αρχή της δημοσιότητας των συνεδριάσεών του (πρβλ. αποφάσεις Ε.Δ.Δ.Α., Β. and Ρ. κατά Ηνωμένου Βασιλείου, 36337/97 και 35974/97 της 24.4.2001, σκέψεις 32-41, Μoser κατά Αυστρίας, 12643/02 της 21.9.2006, σκέψεις 89-98, Brugger κατά Αυστρίας, 76293/01, της 26.1.2006, Coorplan-Jenni Gmbh, Hascic κατά Αυστρίας, 10523/02, της 27.7.2006, Martinie κατά Γαλλίας, 58675/00, της 12.4.2000, Gautrin κλπ. κατά Γαλλίας, 38/97, 822/97, 1025-1028/97, της 20.5.1998, Werner κατά Αυστρίας, 138/96, 757/96, 956/96, της 24.11.1997, Diennet κατά Γαλλίας, 18160/91 της 26.9.1995, σκέψη 33, Alatulkkila κατά Φινλανδίας, 33538/96, της 28.7.1995, σκέψη 53, Le Compte, Van Leuven, De Meyere κατά Βελγίου, 6878/75, 7238/75, της 23.6.1981, σκέψη 59, κ.ά.). Η δημοσιότητα αυτή δεν επιτρέπεται να αποκλεισθεί εκ των προτέρων με τους κανόνες που διέπουν την λειτουργία του «δικαστηρίου» αυτού, συλλήβδην για μία ολόκληρη κατηγορία υποθέσεων (πρβλ. ειδικότερα αποφάσεις Ε.Δ.Δ.Α. Μoser κατά Αυστρίας, 12643/02 της 21.9.2006, σκέψεις 95 και 97 και Martinie κατά Γαλλίας, 58675/00, της 12.4.2000, σκέψη 40). Τούτο δε, προκειμένου να διατηρείται πάντα η δυνατότητα στους ενδιαφερόμενους να ζητήσουν την διεξαγωγή της όλης διαδικασίας δημοσίως, αν το επιθυμούν (πρβλ. ειδικότερα αποφάσεις Ε.Δ.Δ.Α. Werner κατά Αυστρίας, 138/96, 757/96, 956/96, της 24.11.1997, σκέψεις 48 και 50 και Diennet κατά Γαλλίας, 18160/91 της 26.9.1995, σκέψη 34). Οι διαδικαστικές αυτές εγγυήσεις αποτελούν, λόγω του θεμελιώδους χαρακτήρα αυτών, εφόσον με αυτές επιδιώκεται να επιτευχθεί η μεγαλύτερη δυνατή διαφάνεια, απέναντι στην κοινωνία, της Δικαιοσύνης, ουσιώδη στοιχεία της έννοιας της «δίκαιης δίκης» σε μία δημοκρατική κοινωνία, την οποία κατοχυρώνει υπέρ του ατόμου η διάταξη αυτή της Ε.Σ.Δ.Α. (πρβλ. Ε.Δ.Δ.Α. απόφαση Η κατά Βελγίου, 8950/80, της 30.11.1987). Περαιτέρω, από τη νομολογία του Ε.Δ.Δ.Α. γίνεται δεκτό, ότι το δικαστήριο αυτό πρέπει να είναι δικαστήριο πλήρους δικαιοδοσίας, να αποφαίνεται δηλαδή, όχι μόνο επί του νομικού, αλλά και επί του ουσιαστικού μέρους των υποθέσεων, να μπορεί δε ιδίως να προβεί αυτό το ίδιο στην επιμέτρηση του ύψους επιβληθείσης κυρώσεως και να έχει την εξουσία να την μεταρρυθμίσει ή να την μειώσει το ίδιο, χωρίς να είναι υποχρεωμένο, αν διαπιστώσει παρανομία αυτής, να αναπέμψει την όλη υπόθεση, προς νέα σύννομη κρίση, στο επιβάλλον αυτήν όργανο (πρβλ. σχετικώς Ε.Δ.Δ.Α. αποφάσεις: Le Compte, Van Leuven, De Meyere κατά Βελγίου, 6878/75, 7238/75, της 23.6.1981, Chevrol κατά Γαλλίας, 49636/99, της 13.2.2003, Silvester’s Horeca κατά Βελγίου, 47650/99, της 4.3.2004, σκέψεις 25-30, Cosson κατά Γαλλίας, 38498/03, της 18.10.2006, ΕTΤL κατά Αυστρίας, 9273/81, της 23.4.1987, Gradinger κατά Αυστρίας, 33/1994/480/562, της 23.10.1995, Οbermeier κατά Αυστρίας, 11761/85, της 28.6.1990, Diennet κατά Γαλλίας, 18160/91 της 26.9.1995, σκέψη 34, Valico κατά Ιταλίας, 70074/01 της 21.3.2006, κ.ά. –πρβλ. και Σ.τ.Ε. Ολομέλεια 189/2007). Εξ άλλου, από τη νομολογία του Ε.Δ.Δ.Α. γίνεται ακόμη δεκτό, ότι οι διαφορές, που προκύπτουν από την προσβολή, εκ μέρους συγκεκριμένου προσώπου, πράξεως, εκδοθείσης από όργανο, το οποίο, σύμφωνα με τη νομοθεσία του οικείου κράτους μέλους, είναι διοικητική αρχή (και, επομένως, συνιστούν, κατ’ αρχήν, σύμφωνα με την οικεία εθνική νομοθεσία διοικητικές διαφορές), θεωρούνται ως ισοδυναμούσες με τις δικαστικές διαφορές, αντικείμενο των οποίων είναι η εκδίκαση υποθέσεως ποινικής φύσεως εις βάρος του προσώπου αυτού, με αποτέλεσμα να εμπίπτουν στο ρυθμιστικό πεδίο του άρθρου 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α. και να πρέπει, συνακόλουθα, και αυτές να εκδικάζονται από «δικαστήριο», παρέχον τις εγγυήσεις της «δίκαιης δίκης», αν με τις προσβαλλόμενες αυτές διοικητικές πράξεις επιβάλλονται σοβαρές διοικητικές κυρώσεις (όπως είναι π.χ. πρόστιμα μεγάλου ύψους), θεσπισθείσες από την εν λόγω εσωτερική διοικητική νομοθεσία για αποτρεπτικό και κατασταλτικό σκοπό (πρβλ. συναφώς ως προς το ειδικότερο αυτό ζήτημα τις αποφάσεις Ε.Δ.Δ.Α. Μαμιδάκης κατά Ελλάδας, 35533/04, της 11.1.2007, Γαρυφάλλου κατά Ελλάδας, 18996/01 της 24.9.1997, Lauko κατά Σλοβακίας, 26138/95, της 2.9.1998, Silvester’s Horeca Service κατά Βελγίου, 47650/99, της 4.3.2004, σκέψεις 22-23, Belilos κατά Ελβετίας,10328/83, της 29.4.1998, Västberga Taxi Aktiebolag and Vulic κατά Σουηδίας, 36985/97, της 21.5.2003, κ.ά.). Επομένως, και στις περιπτώσεις αυτές (δηλ. των διαφορών που προκαλούνται από την προσβολή διοικητικών κυρώσεων) πρέπει το δικαστήριο, που εκδικάζει τις διαφορές αυτές, να παρέχει τις εγγυήσεις της «δίκαιης δίκης», και, συνεπώς, να είναι δικαστήριο πλήρους δικαιοδοσίας. Μπορεί, ωστόσο, σύμφωνα πάντα με τη νομολογία του Ε.Δ.Δ.Α., να κρίνει επί των τελευταίων αυτών διαφορών και δικαστήριο, που δεν εκδικάζει τις ενώπιόν του αγόμενες διαφορές ως δικαστήριο πλήρους δικαιοδοσίας, αλλά ως ακυρωτικό δικαστήριο ελέγχου της νομιμότητας και μόνο των ενώπιόν του προσβαλλομένων διοικητικών πράξεων, αν το διοικητικό (ή πάντως το μη δικαστικό) όργανο, που εξέδωσε την πράξη, η αμφισβήτηση της οποίας προκάλεσε την δικαστική διαφορά, παρέχει αυτό το ίδιο, ως εκ των όρων της λειτουργίας του, ορισμένες εγγυήσεις, τέτοιες που να επιτρέπουν να μπορεί να θεωρηθεί ως «δικαστήριο» για τις ανάγκες εφαρμογής του άρθρου 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α. Οι εγγυήσεις αυτές είναι ο πάγιος χαρακτήρας του οργάνου αυτού, η αμεροληψία και ανεξαρτησία των μελών του, η εκ μέρους του έκδοση δεσμευτικών για την οικεία έννομη τάξη αποφάσεων, και η δημοσιότητα της ενώπιόν του διαδικασίας, κατά τα, με τρόπο ειδικότερο, εκτεθέντα ανωτέρω (πρβλ. σχετικώς αποφάσεις Ε.Δ.Δ.Α. Belilos κατά Ελβετίας, 10328/83, της 29.4.1998, σκέψεις 64-67 και 71- 73, ΕTΤL κλπ. κατά Αυστρίας, 9273/81, της 23.4.1987, σκέψεις 42-43, Gradinger κατά Αυστρίας, 33/1994/480/562, της 23.10.1995, σκέψη 42, Silvester’s Horeca Service κατά Βελγίου, 47650/99, της 4.3.2004, σκέψεις 25, 26 και 27, Βendenoun κατά Γαλλίας, 12547/86, της 24.2.1994, σκέψη 46, Schmautzer κατά Αυστρίας, 15523/89, της 23.10.1995, σκέψη 34, Öztürk κατά Γερμανίας, 8544/79, της 21.2.1984, σκέψη 56, Fischer κατά Aυστρίας, 16922/90, της 26.4.1995, σκέψη 28, Le Compte, Van Leuven και De Meyre κατά Βελγίου, 6878/75, 7238/75, της 23.6.1981, σκέψη 54, Αlbert και Le Compte κατά Βελγίου, 7299/75, 7496/76, της 10.2.1983, σκέψη 29, Αργυρού κλπ. κατά Ελλάδας, 10468/04, της 15.1.2009, σκέψη 24 κ.ά.). Το Συμβούλιο της Επικρατείας έκρινε αρχικά ότι ο ακυρωτικός έλεγχος δεν καλύπτει τις απαιτήσεις αυτές, που εξασφαλίζουν ότι μία δίκη υπήρξε «δίκαια», κατά την προδιαληφθείσα έννοια, διότι το εν λόγω Δικαστήριο, δεν μπορεί, μεταξύ άλλων, να προβεί αυτό το ίδιο στην επιμέτρηση της ενώπιόν του προσβληθείσης κυρώσεως και να την μεταρρυθμίσει. Ακολούθως, το Δικαστήριο εξέτασε το ζήτημα, μήπως μπορεί να θεωρηθεί, ότι η Α.Δ.Α.Ε., παρέχει αυτή η ίδια, ως εκ του τρόπου λειτουργίας αυτής, τις εγγυήσεις «δικαστηρίου», κατά την έννοια των ως άνω διατάξεων του άρθρου 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α., όπως αυτή έχει ερμηνευθεί από το Ε.Δ.Δ.Α., έτσι ώστε οι αποφάσεις αυτής, με τις οποίες επιβάλλονται κυρώσεις να μπορούν παραδεκτώς, από της απόψεως της παροχής των εγγυήσεων της διεξαγωγής μίας «δίκαιης δίκης», να προσβληθούν με ένδικο βοήθημα ενώπιον ακυρωτικού δικαστού, μη έχοντος πλήρη δικαιοδοσία. Για να απαντήσει στο ζήτημα αυτό, το Δικαστήριο, διερεύνησε το συνταγματικό και νομοθετικό καθεστώς, που διέπει τη συγκρότηση και λειτουργία της Α.Δ.Α.Ε. και κατέληξε στο συμπέρασμα, ότι η εν λόγω συνταγματικά κατοχυρωμένη ανεξάρτητη αρχή παρέχει, σε αφηρημένο επίπεδο ισχυόντων κανόνων δικαίου, όλες αυτές τις σχετικές εγγυήσεις, δηλ. της ανεξαρτησίας, αμεροληψίας και της δημοσιότητας των συνεδριάσεων της. Ως προς το τελευταίο αυτό ζήτημα, κρίθηκε ειδικότερα, ότι η Α.Δ.Α.Ε. οφείλει, ως εκ της συνταγματικής αρχής της φανεράς δράσεως των συντεταγμένων οργάνων της Πολιτείας, να διεξάγει δημόσια τις συνεδριάσεις αυτής, που σχετίζονται με την εκ μέρους της επιβολή κυρώσεων. Μόνο δε τυπικός νόμος, ή ειδική νομοθετική εξουσιοδότηση θα μπορούσε να επιτρέψει την, κατόπιν ειδικής αποφάσεως της εν λόγω Αρχής και για λόγους αναγόμενους στην προστασία της δημόσιας τάξης, της εθνικής ασφάλειας και της προστασίας της ιδιωτικής ζωής ή της παιδικής ηλικίας, διεξαγωγή της όλης διαδικασίας κεκλεισμένων των θυρών. Μη υπάρχοντος δε τέτοιου νόμου ή τέτοιας νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως, μη νομίμως ορίστηκε με τον ισχύοντα Κανονισμό Εσωτερικής Λειτουργίας της Α.Δ.Α.Ε. ότι οι συνεδριάσεις αυτές δεν θα είναι δημόσιες, η δε σχετική αυτή διάταξη είναι, εκ του λόγου τούτου, μη εφαρμοστέα. Επομένως, το συννόμως τεθέν και ισχύον, ως προς το ζήτημα αυτό, δίκαιο, επιβάλλει τη δημόσια διεξαγωγή της ενώπιον της Α.Δ.Α.Ε. διαδικασίας, όταν αυτή αφορά την επιβολή κυρώσεων, και, συνεπώς, ανεξάρτητα από το γεγονός, ότι στη συγκεκριμένη υπόθεση, δεν τηρήθηκε η δημοσιότητα αυτή, διότι εφαρμόστηκε ο μη συννόμως τεθείς, κατά το ζήτημα αυτό, Κανονισμός, οι εγγυήσεις, πάντως, οι οποίες θα επέτρεπαν στην Α.Δ.Α.Ε. να χαρακτηρισθεί ως «δικαστήριο», κατά την προαναφερθείσα ειδική έννοια του άρθρου 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α., συντρέχουν, με περαιτέρω συνακόλουθη συνέπεια, οι αποφάσεις της ανεξάρτητης αυτής αρχής, με τις οποίες επιβάλλονται κυρώσεις, να μπορούν παραδεκτώς, από της απόψεως της καλύψεως των απαιτήσεων του τελευταίου αυτού άρθρου, να προσβληθούν με αίτηση ακυρώσεως. Κατόπιν αυτού, το Σ.τ.Ε. κατέληξε στο συμπέρασμα, ότι ο ισχυρισμός ότι ο ακυρωτικός έλεγχος προσκρούει εν προκειμένω στο επίμαχο άρθρο της Ε.Σ.Δ.Α. και άρα το Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να δικάσει την υπόθεση αυτή, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ακολούθως, το Δικαστήριο, εκδικάζοντας τις αιτήσεις ακυρώσεως και έχοντας ήδη, κατά τα προεκτεθέντα, διαπιστώσει, ότι η Α.Δ.Α.Ε., κατά τη διαδικασία που απέληξε στην έκδοση των προσβαλλομένων αποφάσεων, δεν τήρησε τον ουσιώδη αυτό τύπο της δημοσιότητας της συνεδριάσεως, ακύρωσε, για το λόγο αυτό, τις εν λόγω αποφάσεις.
Πλήρες κείμενο της απόφασης
[…]
3. Επειδή, με την υπό κρίση αίτηση, όπως αυτή συμπληρούται με το από 17-3-2008 δικόγραφο πρόσθετων λόγων η αιτούσα εταιρεία, η οποία είναι κάτοχος της υπ’ αριθ. 226/4/6.8.2001 ειδικής άδειας της Eθνικής Επιτροπής Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων (Ε.Ε.Τ.Τ.) «για την εγκατάσταση, λειτουργία και εκμετάλλευση δημόσιου τηλεπικοινωνιακού δικτύου κινητών επικοινωνιών 2ης γενιάς και την παροχή δημόσιων κινητών τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών 2ης γενιάς» ως και της υπ’ αρ. πρωτ. 226/2/6.8.2001 ειδικής άδειας της ΕΕΤΤ «για την εγκατάσταση, λειτουργία και εκμετάλλευση δημόσιου τηλεπικοινωνιακού δικτύου κινητών επικοινωνιών 3ης γενιάς και την παροχή δημόσιων κινητών τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών 3ης γενιάς», ζητεί την ακύρωση της υπ’ αριθ. 5/(αρ.πρωτ.67/συν 14-12-2006)/12.1.2007 αποφάσεως της Αρχής Διασφάλισης Απορρήτου των Επικοινωνιών (εφεξής A.Δ.Α.Ε.) με τίτλο «Επιβολή κύρωσης εις βάρος της εταιρείας με την επωνυμία “… Ανώνυμη Ελληνική Εταιρεία Τηλεπικοινωνιών”», με την οποία της επιβλήθηκε πρόστιμο συνολικού ύψους 76.000.000 ευρώ για παραβάσεις της κείμενης νομοθεσίας περί απορρήτου των επικοινωνιών, καθώς και κάθε άλλης σχετικής πράξης ή παράλειψης της Διοικήσεως. Ειδικότερα με την προσβαλλόμενη απόφαση επιβλήθηκαν σε βάρος της αιτούσας οι εξής διοικητικές κυρώσεις: α) πρόστιμο 1.500.000 ευρώ, για «παράλειψη ενημερώσεως της Α.Δ.Α.Ε., κατά παράβαση του άρθρου 19 του Συντάγματος και των άρθρων 1 και 6 παρ. 1 στοιχ. α΄ και β΄ του Ν. 3115/2003», β) πρόστιμο 1.500.000 ευρώ, για «διακοπή λειτουργίας του παράνομου λογισμικού, κατά παράβαση του Ν. 3115/2003 (άρθρ. 6 παρ. 1 στοιχ. α΄ και δ΄)», γ) πρόστιμο 500.000 ευρώ, για «παραβίαση του απορρήτου χωρίς την τήρηση της διαδικασίας, των όρων και των προϋποθέσεων άρσης αυτού, κατά παράβαση των διατάξεων Ν. 2225/1994, όπως ισχύει, της Οδηγίας 2002/58/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 12.7.2002, του άρθρου 370Α Ποιν.Κωδ., του άρθρου 9 παρ. 1 του Ν. 2867/2000, καθώς και της γνωμοδότησης υπ’ αρ. 1/2005 της Α.Δ.Α.Ε.», δ) πρόστιμο 1.500.000 ευρώ, για μη «ενημέρωση των συνδρομητών σχετικά με τον υφιστάμενο κίνδυνο ασφαλείας κατά παράβαση του άρθρου 19 του Συντάγματος, του Ν. 3115/2003 και του άρθρου 9 παρ. 1 του Ν. 2867/2000», ε) πρόστιμο 500.000 ευρώ Χ 106 =53.000.000 ευρώ, για «παραβίαση του απορρήτου των επικοινωνιών μέσω της παράνομης εισαγωγής παρείσακτου λογισμικού, κατά παραβίαση των διατάξεων του άρθρου 19 του Συντάγματος, των άρθρων 1 και 11 του Ν. 3115/2003, της Οδηγίας 2002/58/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 12.7.2002, του άρθρου 9 παρ. 1 του Ν.2867/2000, του άρθρου 370Α ΠΚ , καθώς και της γνωμοδότησης υπ’ αρ. 1/2005 της Α.Δ.Α.Ε. με αριθμό πρωτοκόλλου 893/3.2.2005» και συγκεκριμένα για τις παρακολουθήσεις που φέρεται να έγιναν στα κινητά τηλέφωνα 106 συνδρομητών του δικτύου της αιτούσας, στ) πρόστιμο 1.500.000 ευρώ, για «παράλειψη διασφάλισης του απορρήτου των επικοινωνιών σε σχέση με το συμβάν της ύπαρξης συναγερμών στα ψηφιακά κέντρα Μ.Ε.Α.Κ.F. (σσ Κηφισός 1) και Μ.Ε.Α.Κ.S. (σσ Κηφισός 2) την 10.8.2004 κατά παράβαση του άρθρου 19 του Συντάγματος και των άρθρων 9 παρ. 1 του Ν. 2867/2000 και 1 παρ. 1 και 11 του Ν. 3115/2003», ζ) πρόστιμο 1.500.000 ευρώ, για «έλλειψη επαρκών μέτρων ασφαλείας για τη διασφάλιση του απορρήτου της … κατά παράβαση του άρθρου 19 του Συντάγματος και των άρθρων 9 παρ. 1 του Ν. 2867/2000 και 1 παρ. 1 και 11 του Ν. 3115/2003» και η) πρόστιμο 15.000.000 ευρώ, για «δυσχέρανση του έργου της Α.Δ.Α.Ε. κατά παράβαση του άρθρου 19 του Συντάγματος, 1 παρ. 1, 6 παρ. 1 α και β και 6 παρ. 2 του Ν. 3115/2003, 4στ και 25 παρ. 2 του Ν. 703/1977, 26 παρ. 5 του Ν. 3373/2005». Οι κυρώσεις αυτές επιβλήθηκαν στην αιτούσα για τις παραπάνω πράξεις και παραλείψεις, οι οποίες κρίθηκαν από την Α.Δ.Α.Ε. ότι συνιστούν παραβίαση των υποχρεώσεών της, των απορρεουσών από τη νομοθεσία περί προστασίας του απορρήτου των επικοινωνιών καθώς και από τη νομοθεσία, που διέπει τις υποχρεώσεις των παρόχων δικτύου κινητής τηλεφωνίας έναντι της Α.Δ.Α.Ε., και οι οποίες σχετίζονται με την υπόθεση της παρακολουθήσεως των συνδιαλέξεων των χρηστών της και της υποκλοπής του περιεχομένου τους κατά την χρονική περίοδο 2004-2005, που έγιναν δημοσίως γνωστές στις 2.2.2006.
[…]
6. Επειδή, στο μεν άρθρο 11 του ν. 3115/03 («Αρχή διασφάλισης του Απορρήτου των Επικοινωνιών» – Α΄ 47), με τον τίτλο «διοικητικές κυρώσεις» ορίζεται ότι «σε περίπτωση παραβάσεως της κείμενης νομοθεσίας, σε σχέση με το απόρρητο των επικοινωνιών ή τους όρους και τις διαδικασίες άρσης αυτού, η Α.Δ.Α.Ε. δύναται, με ειδικά αιτιολογημένη απόφασή της και ύστερα από προηγούμενη κλήση για παροχή εξηγήσεων των ενδιαφερομένων, να επιβάλει στο υπαίτιο νομικό ή φυσικό πρόσωπο μία ή περισσότερες από τις παρακάτω κυρώσεις: α. σύσταση για συμμόρφωση σε συγκεκριμένη διάταξη της νομοθεσίας με προειδοποίηση επιβολής κυρώσεων σε περίπτωση υποτροπής, β. πρόστιμο από δεκαπέντε χιλιάδες (15.000) ευρώ έως ένα εκατομμύριο πεντακόσιες χιλιάδες (1.500.000) ευρώ», στο δε άρθρο 6 παρ. 4 του ίδιου νόμου ότι «κατά των εκτελεστών αποφάσεων της Α.Δ.Α.Ε. μπορεί να ασκηθεί αίτηση ακυρώσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, καθώς και οι προβλεπόμενες από το Σύνταγμα και τη νομοθεσία διοικητικές προσφυγές. Ένδικα βοηθήματα κατά των αποφάσεων της Α.Δ.Α.Ε. μπορεί να ασκεί και ο Υπουργός Δικαιοσύνης». Επί τη βάσει της τελευταίας αυτής διατάξεως ασκήθηκε η υπό κρίση αίτηση ακυρώσεως κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως της Α.Δ.Α.Ε. ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου.
7. Επειδή, μετά την άσκηση της υπό κρίση αιτήσεως στις 16.2.2007, δημοσιεύθηκε ο νόμος 3674/2008 («Ενίσχυση του θεσμικού πλαισίου διασφάλισης του απορρήτου της τηλεφωνικής επικοινωνίας και άλλες διατάξεις» – ΦΕΚ 136 Α΄/10.7.2008). Με τις διατάξεις του νόμου αυτού δεν τροποποιήθηκαν οι διατάξεις του ν. 3115/2003, περί της Α.Δ.Α.Ε., με βάση τις οποίες επιβλήθηκε στην αιτούσα το επίδικο πρόστιμο, αλλά ελήφθησαν πρόσθετα μέτρα για τη διασφάλιση του απορρήτου της επικοινωνίας. Στο άρθρο 11 αυτού, με τίτλο «διοικητικές κυρώσεις» ορίστηκαν, μεταξύ άλλων, τα εξής: «1. Όταν παραβιάζεται υποχρέωση που προβλέπεται στα άρθρα 2 έως 8 ή τελείται πράξη από τις προβλεπόμενες στα άρθρα 9 και 10 του παρόντος νόμου από τον πάροχο υπηρεσιών τηλεφωνίας ή τον νόμιμο εκπρόσωπο του, μέλος της διοίκησης, τον υπεύθυνο διασφάλισης του απορρήτου, εργαζόμενο ή συνεργάτη του παρόχου, επιβάλλεται για κάθε παράβαση στον πάροχο, ανάλογα με τη βαρύτητα της παράβασης, το βαθμό υπαιτιότητας και την περίπτωση υποτροπής, μία από τις παρακάτω κυρώσεις: α) σύσταση για συμμόρφωση μέσα στα χρονικά όρια της τασσόμενης προθεσμίας με προειδοποίηση επιβολής προστίμου σε περίπτωση παράλειψης συμμόρφωσης, β) πρόστιμο από είκοσι χιλιάδες (20.000) ευρώ έως πέντε εκατομμύρια (5.000.000) ευρώ, γ) αναστολή από ένα μήνα έως ένα έτος ή οριστική ανάκληση του δικαιώματος παροχής υπηρεσιών τηλεφωνίας. 2. Οι κυρώσεις της σύστασης και του προστίμου επιβάλλονται με αιτιολογημένη απόφαση της ΑΔΑΕ ύστερα από προηγούμενη κλήση του ενδιαφερομένου για παροχή εξηγήσεων… 3. Οι αποφάσεις που εκδίδονται κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος άρθρου υπόκεινται σε προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών. Για την άσκηση και εκδίκαση της προσφυγής εφαρμόζονται οι διατάξεις του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας. Κατά των αποφάσεων του Διοικητικού Εφετείου επιτρέπεται αίτηση αναιρέσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις». Τέλος, στο άρθρο 17 του εν λόγω νόμου ορίστηκε ότι η ισχύς του αρχίζει την πρώτη του μεθεπόμενου μήνα από τη δημοσίευση του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Κατά την έννοια της προπαρατεθείσης διατάξεως του άρθρου 11 παρ. 3 του εν λόγω νόμου, μπορούν, σύμφωνα με τη ρητή, σαφή και αδιάστικτη διατύπωση της, να προσβληθούν ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών με προσφυγή (πλήρους δικαιοδοσίας) μόνο οι αποφάσεις της Α.Δ.Α.Ε., με τις οποίες επιβάλλονται κυρώσεις οι προβλεπόμενες από την παρ. 1 του ίδιου άρθρου κυρώσεις, δηλ. μόνον οι κυρώσεις οι οποίες επιβάλλονται σε παρόχους υπηρεσιών τηλεφωνίας (ή άλλα πρόσωπα που τους εκπροσωπούν ή είναι υπεύθυνα για την διασφάλιση του απορρήτου για λογαριασμό του) για τις παραβιάσεις των υποχρεώσεών τους, όπως αυτές προκύπτουν από τις συγκεκριμένες διατάξεις του νόμου αυτού, οι οποίες απαριθμούνται στην παρ. 1 του άρθρου 11. Για τον λόγο, άλλωστε, αυτό ο νόμος αυτός δεν περιέλαβε, ούτε και μπορούσε, εξ άλλου, να περιλάβει ρήτρα για τη δικονομική τύχη τυχόν εκκρεμών υποθέσεων που αφορούν κυρώσεις επιβληθείσες κατ’ εφαρμογή του ν. 3115/2003, αφού, κατά τα προεκτεθέντα, η έναρξη ισχύος της ανωτέρω διατάξεως του άρθρου 11 παρ. 3 του ν. 3674/2008 περί της αρμοδιότητας του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών να δικάζει προσφυγές κατά των αποφάσεων περί επιβολής κυρώσεων συμπίπτει με την έναρξη ισχύος των ουσιαστικών διατάξεων του ίδιου νόμου, που επιβάλλουν τις σχετικές υποχρεώσεις και προβλέπουν τις αντίστοιχες κυρώσεις και, συνεπώς, εκκρεμείς υποθέσεις σε σχέση με την εφαρμογή του νεοτέρου αυτού νόμου δεν νοούνται. Επομένως, η δικονομική διάταξη της παρ. 3 του άρθρου αυτού δεν μπορεί να εφαρμοστεί επί εκκρεμών ενδίκων βοηθημάτων, που στρέφονται κατά αποφάσεων εκδοθεισών από την εν λόγω Αρχή, υπό το προϊσχύσαν του ν. 3674/2008 καθεστώς, δηλαδή κατά αποφάσεων, εκδοθεισών, όπως και η προσβαλλόμενη, επί τη βάσει των διατάξεων του ν. 3115/2003, οι οποίες παρατέθηκαν στην σκέψη 6, και οι οποίες αναφέρονται σε κυρώσεις επιβαλλόμενες γενικώς σε οποιονδήποτε (και όχι μόνο στους παρόχους υπηρεσιών τηλεφωνίας, όπως προβλέπει ο νεότερος νόμος 3674/2008) για παραβιάσεις των διατάξεων της νομοθεσίας περί προστασίας του απορρήτου των επικοινωνιών. Ενόψει αυτών, το κρινόμενο ένδικο μέσο ορθώς ασκήθηκε ως αίτηση ακυρώσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας βάσει των ως άνω διατάξεων του ν. 3115/2003 και, συνεπώς, δεν συντρέχει περίπτωση παραπομπής του στο Διοικητικό Εφετείο Αθηνών, για να εκδικασθεί ως προσφυγή ουσίας, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 11 παρ. 3 του ν. 3674/2008. Μειοψήφησαν οι Σύμβουλοι Α. Γκότσης, Ν. Μαρκουλάκης, Α.-Γ. Βώρος, Κ. Ευστρατίου, Γ. Ποταμιάς, Γ. Τσιμέκας, και η Πάρεδρος Β. Πλαπούτα, οι οποίοι υποστήριξαν την γνώμη, η οποία παρατίθεται κατωτέρω στην σκέψη 18.
8. Επειδή, με το από 12.1.2009 υπόμνημα της αιτούσης εταιρείας, κατατεθέν εντός της προθεσμίας της δοθείσης από τον Προεδρεύσαντα Αντιπρόεδρο, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της υποθέσεως, προβάλλεται, κατ’ ανάπτυξη ισχυρισμού ο οποίος είχε προβληθεί και προφορικά, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της υποθέσεως, από την αιτούσα ότι ο χαρακτήρας του υπό κρίση ενδίκου βοηθήματος ως αιτήσεως ακυρώσεως και η εκδίκαση της υποθέσεως αυτής από το Συμβούλιο της Επικρατείας, ως ακυρωτικό δικαστή, δεν παρέχουν τα εχέγγυα της «δίκαιης δίκης», κατά το προαναφερθέν άρθρο 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α., διότι το Συμβούλιο της Επικρατείας, ως ακυρωτικό δικαστήριο, μπορεί να ελέγξει μόνο πλημμέλειες σχετικές με τη νομιμότητα της προσβαλλομένης αποφάσεως, όχι όμως και την ουσιαστική εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών και την ορθότητα των πραγματικών παραδοχών, επί τη βάσει των οποίων η Α.Δ.Α.Ε. κατέληξε στο συμπέρασμα ότι πρέπει να επιβληθεί το συγκεκριμένο πρόστιμο στην αιτούσα. Επί του ισχυρισμού αυτού και του ζητήματος, το οποίο τίθεται με αυτόν, έχει λάβει θέση και η καθ’ ης η παρούσα αίτηση Αρχή, διατυπώνοντας την άποψη, ότι η υπό κρίση διαφορά είναι ακυρωτική και εισήχθη αρμοδίως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας (βλ. σελ. 6 του από 12.1.2009 υπομνήματος της Α.Δ.Α.Ε., ομοίως κατατεθέντος εντός της προθεσμίας της δοθείσης από τον Προεδρεύσαντα Αντιπρόεδρο, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της υποθέσεως). Με τον ανωτέρω ισχυρισμό τίθεται το ζήτημα, το οποίο είναι εν πάση περιπτώσει και αυτεπαγγέλτως ερευνητέο από το Δικαστήριο, ως συνδεόμενο με τη δικαιοδοσία αυτού προς εκδίκαση της υποθέσεως, αν η προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 6 παρ. 4 του ν. 3115/03, κατά το μέρος που με αυτήν προβλέπεται ότι αποφάσεις, όπως η καθ’ ης η υπό κρίση αίτηση, προσβάλλονται με αίτηση ακυρώσεως και όχι με προσφυγή πλήρους δικαιοδοσίας, είναι σύμφωνη προς την υπερτέρου τυπικού κύρους διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α.
9. Επειδή, στο άρθρο 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (Ε.Σ.Δ.Α. – Ν.Δ. 53/1974 – «Σύμβαση της Ρώμης περί ανθρωπίνων δικαιωμάτων» – 256 Α΄) που θεσπίζει το ατομικό δικαίωμα σε δικαστική προστασία σύμφωνα με τις αρχές της χρηστής απονομής της δικαιοσύνης («αρχή της δίκαιης δίκης»), ορίζονται τα ακόλουθα: «1. Παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσίς του δικασθή δικαίως, δημόσια και εντός λογικής προθεσμίας, υπό ανεξαρτήτου και αμερολήπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίον θα αποφασίση είτε επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του αστικής φύσεως, είτε επί του βασίμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως. Η απόφασις δέον να εκδοθή δημόσια, η είσοδος όμως εις την αίθουσαν των συνεδριάσεων δύναται να απαγορευθή εις τον τύπον και εις το κοινόν καθ’ όλην την διάρκειαν ή μέρος της διαρκείας της δίκης προς το συμφέρον της ηθικής, της δημοσίας τάξεως ή της εθνικής ασφαλείας, εν δημοκρατική κοινωνία, όταν τούτο ενδείκνυται εκ των συμφερόντων των ανηλίκων ή της ιδιωτικής ζωής των διαδίκων, ή, εν τω κρινομένω υπό του Δικαστηρίου ως απολύτως αναγκαίω μέτρω, όταν υπό ειδικάς συνθήκας η δημοσιότης θα ηδύνατο να παραβλάψη τα συμφέροντα της δικαιοσύνης». Ερμηνεύοντας την διάταξη αυτή το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (εφεξής Ε.Δ.Δ.Α.) έχει κρίνει τα εξής: Από την επίμαχη διάταξη προκύπτει, κατ’ αρχάς, ότι καθένας έχει το δικαίωμα, η υπόθεσή του να εξετασθεί από «δικαστήριο», το οποίο πρέπει να λειτουργεί με τις εγγυήσεις της ανεξαρτησίας της αμεροληψίας και της δημοσιότητας, όταν αυτό αποφαίνεται είτε επί των «επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του αστικής φύσεως», είτε «επί του βασίμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως». Ως «δικαστήριο» δε, κατά την έννοια της επίμαχης διατάξεως, όπως αυτή έχει ερμηνευθεί, με πλούσια νομολογία, νοείται το όργανο εκείνο, το οποίο, αποφαίνεται, επί των υπαγομένων στην αρμοδιότητά του υποθέσεων, επί τη βάσει της κειμένης νομοθεσίας παγίως και όχι σε συγκεκριμένες περιπτώσεις και μετά την τήρηση ορισμένης διαδικασίας, η οποία πρέπει να τελεί υπό ορισμένες εγγυήσεις. Οι εγγυήσεις αυτές συνίστανται, εκτός της αμεροληψίας που πρέπει να έχει με τρόπο θεσμικά κατοχυρωμένο έναντι των διαδίκων το εν λόγω όργανο (τήρηση ίσων αποστάσεων από τους διαδίκους), της ανεξαρτησίας του από τη Διοίκηση και τα άλλα συντεταγμένα όργανα της Πολιτείας (εγγυήσεις σε ό,τι αφορά ιδίως τη σύνθεση του οργάνου, τον διορισμό των μελών του, τη διάρκεια της θητείας τους και τους λόγους εξαίρεσης ή παύσης τους), του παγίου (και όχι περιστασιακού ή ad hoc χαρακτήρα του), στην εκ μέρους του οργάνου αυτού εφαρμογή κανόνων δικαίου, στην δεσμευτικότητα των αποφάσεών του και, τέλος, στην θεμελιώδη για την λειτουργία κάθε Δικαστηρίου αρχή της δημοσιότητας των συνεδριάσεών του (πρβλ. αποφάσεις Ε.Δ.Δ.Α., Β. and Ρ. κατά Ηνωμένου Βασιλείου, 36337/97 και 35974/97 της 24.4.2001, σκέψεις 32-41, Μoser κατά Αυστρίας, 12643/02 της 21.9.2006, σκέψεις 89-98, Brugger κατά Αυστρίας, 76293/01, της 26.1.2006, Coorplan-Jenni Gmbh, Hascic κατά Αυστρίας, 10523/02, της 27.7.2006, Martinie κατά Γαλλίας, 58675/00, της 12.4.2000, Gautrin κλπ. κατά Γαλλίας, 38/97, 822/97, 1025-1028/97, της 20.5.1998, Werner κατά Αυστρίας, 138/96, 757/96, 956/96, της 24.11.1997, Diennet κατά Γαλλίας, 18160/91 της 26.9.1995, σκέψη 33, Alatulkkila κατά Φινλανδίας, 33538/96, της 28.7.1995, σκέψη 53, Le Compte, Van Leuven, De Meyere κατά Βελγίου, 6878/75, 7238/75, της 23.6.1981, σκέψη 59, κ.ά.). Η δημοσιότητα αυτή δεν επιτρέπεται να αποκλεισθεί εκ των προτέρων με τους κανόνες που διέπουν την λειτουργία του «δικαστηρίου» αυτού, συλλήβδην για μία ολόκληρη κατηγορία υποθέσεων (πρβλ. ειδικότερα αποφάσεις Ε.Δ.Δ.Α. Μoser κατά Αυστρίας, 12643/02 της 21.9.2006, σκέψεις 95 και 97 και Martinie κατά Γαλλίας, 58675/00, της 12.4.2000, σκέψη 40). Τούτο δε, προκειμένου να διατηρείται πάντα η δυνατότητα στους ενδιαφερόμενους να ζητήσουν την διεξαγωγή της όλης διαδικασίας δημοσίως, αν το επιθυμούν (πρβλ. ειδικότερα αποφάσεις Ε.Δ.Δ.Α. Werner κατά Αυστρίας, 138/96, 757/96, 956/96, της 24.11.1997, σκέψεις 48 και 50 και Diennet κατά Γαλλίας, 18160/91 της 26.9.1995, σκέψη 34). Οι διαδικαστικές αυτές εγγυήσεις αποτελούν, λόγω του θεμελιώδους χαρακτήρα αυτών, εφόσον με αυτές επιδιώκεται να επιτευχθεί η μεγαλύτερη δυνατή διαφάνεια, απέναντι στην κοινωνία, της Δικαιοσύνης, ουσιώδη στοιχεία της έννοιας της «δίκαιης δίκης» σε μία δημοκρατική κοινωνία, την οποία κατοχυρώνει υπέρ του ατόμου η διάταξη αυτή της Ε.Σ.Δ.Α. (πρβλ. Ε.Δ.Δ.Α. απόφαση Η κατά Βελγίου, 8950/80, της 30.11.1987). Περαιτέρω, από τη νομολογία του Ε.Δ.Δ.Α. γίνεται δεκτό, ότι το δικαστήριο αυτό πρέπει να είναι δικαστήριο πλήρους δικαιοδοσίας, να αποφαίνεται δηλαδή, όχι μόνο επί του νομικού, αλλά και επί του ουσιαστικού μέρους των υποθέσεων, να μπορεί δε ιδίως να προβεί αυτό το ίδιο στην επιμέτρηση του ύψους επιβληθείσης κυρώσεως και να έχει την εξουσία να την μεταρρυθμίσει ή να την μειώσει το ίδιο, χωρίς να είναι υποχρεωμένο, αν διαπιστώσει παρανομία αυτής, να αναπέμψει την όλη υπόθεση, προς νέα σύννομη κρίση, στο επιβαλόν αυτήν όργανο. Πρβλ. σχετικώς Ε.Δ.Δ.Α. αποφάσεις: Le Compte, Van Leuven, De Meyere κατά Βελγίου, 6878/75, 7238/75, της 23.6.1981, Chevrol κατά Γαλλίας, 49636/99, της 13.2.2003, Silvester’s Horeca κατά Βελγίου, 47650/99, της 4.3.2004, σκέψεις 25-30, Cosson κατά Γαλλίας, 38498/03, της 18.10.2006, ΕTΤL κατά Αυστρίας, 9273/81, της 23.4.1987, Gradinger κατά Αυστρίας, 33/1994/480/562, της 23.10.1995, Οbermeier κατά Αυστρίας, 11761/85, της 28.6.1990, Diennet κατά Γαλλίας, 18160/91 της 26.9.1995, σκέψη 34, Valico κατά Ιταλίας, 70074/01 της 21.3.2006, κ.ά. –πρβλ. και ΣΕ Ολομέλεια 189/2007. Εξ άλλου, από τη νομολογία του Ε.Δ.Δ.Α. γίνεται ακόμη δεκτό, ότι οι διαφορές, που προκύπτουν από την προσβολή, εκ μέρους συγκεκριμένου προσώπου, πράξεως, εκδοθείσης από όργανο, το οποίο, σύμφωνα με τη νομοθεσία του οικείου κράτους μέλους, είναι διοικητική αρχή (και, επομένως, συνιστούν, κατ’ αρχήν, σύμφωνα με την οικεία εθνική νομοθεσία διοικητικές διαφορές), θεωρούνται ως ισοδυναμούσες με τις δικαστικές διαφορές, αντικείμενο των οποίων είναι η εκδίκαση υποθέσεως ποινικής φύσεως εις βάρος του προσώπου αυτού, με αποτέλεσμα να εμπίπτουν στο ρυθμιστικό πεδίο του άρθρου 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α. και να πρέπει, συνακόλουθα, και αυτές να εκδικάζονται από «δικαστήριο», παρέχον τις εγγυήσεις της «δίκαιης δίκης», αν με τις προσβαλλόμενες αυτές διοικητικές πράξεις επιβάλλονται σοβαρές διοικητικές κυρώσεις (όπως είναι π.χ. πρόστιμα μεγάλου ύψους), θεσπισθείσες από την εν λόγω εσωτερική διοικητική νομοθεσία για αποτρεπτικό και κατασταλτικό σκοπό (πρβλ. συναφώς ως προς το ειδικότερο αυτό ζήτημα τις αποφάσεις Ε.Δ.Δ.Α. Μαμιδάκης κατά Ελλάδας, 35533/04, της 11.1.2007, Γαρυφάλλου κατά Ελλάδας, 18996/01 της 24.9.1997, Lauko κατά Σλοβακίας, 26138/95, της 2.9.1998, Silvester’s Horeca Service κατά Βελγίου, 47650/99, της 4.3.2004, σκέψεις 22-23, Belilos κατά Ελβετίας,10328/83, της 29.4.1998, Västberga Taxi Aktiebolag and Vulic κατά Σουηδίας, 36985/97, της 21.5.2003, κ.ά.). Επομένως, και στις περιπτώσεις αυτές (δηλ. των διαφορών που προκαλούνται από την προσβολή διοικητικών κυρώσεων) πρέπει το δικαστήριο, που εκδικάζει τις διαφορές αυτές, να παρέχει τις εγγυήσεις της «δίκαιης δίκης», και, συνεπώς, να είναι δικαστήριο πλήρους δικαιοδοσίας. Μπορεί, ωστόσο, σύμφωνα πάντα με τη νομολογία του Ε.Δ.Δ.Α., να κρίνει επί των τελευταίων αυτών διαφορών και δικαστήριο, που δεν εκδικάζει τις ενώπιόν του αγόμενες διαφορές ως δικαστήριο πλήρους δικαιοδοσίας, αλλά ως ακυρωτικό δικαστήριο ελέγχου της νομιμότητας και μόνο των ενώπιόν του προσβαλλομένων διοικητικών πράξεων, αν το διοικητικό (ή πάντως το μη δικαστικό) όργανο, που εξέδωσε την πράξη, η αμφισβήτηση της οποίας προκάλεσε την δικαστική διαφορά, παρέχει αυτό το ίδιο, ως εκ των όρων της λειτουργίας του, ορισμένες εγγυήσεις, τέτοιες που να επιτρέπουν να μπορεί να θεωρηθεί ως «δικαστήριο» για τις ανάγκες εφαρμογής του άρθρου 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α. Οι εγγυήσεις αυτές είναι ο πάγιος χαρακτήρας του οργάνου αυτού, η αμεροληψία και ανεξαρτησία των μελών του, η εκ μέρους του έκδοση δεσμευτικών για την οικεία έννομη τάξη αποφάσεων, και η δημοσιότητα της ενώπιόν του διαδικασίας, κατά τα, με τρόπο ειδικότερο, εκτεθέντα ανωτέρω (πρβλ. σχετικώς αποφάσεις Ε.Δ.Δ.Α. Belilos κατά Ελβετίας, 10328/83, της 29.4.1998, σκέψεις 64-67 και 71-73, ΕTΤL κλπ. κατά Αυστρίας, 9273/81, της 23.4.1987, σκέψεις 42-43, Gradinger κατά Αυστρίας, 33/1994/480/562, της 23.10.1995, σκέψη 42, Silvester’s Horeca Service κατά Βελγίου, 47650/99, της 4.3.2004, σκέψεις 25, 26 και 27, Βendenoun κατά Γαλλίας, 12547/86, της 24.2.1994, σκέψη 46, Schmautzer κατά Αυστρίας, 15523/89, της 23.10.1995, σκέψη 34, Öztürk κατά Γερμανίας, 8544/79, της 21.2.1984, σκέψη 56, Fischer κατά Aυστρίας, 16922/90, της 26.4.1995, σκέψη 28, Le Compte, Van Leuven και De Meyre κατά Βελγίου, 6878/75, 7238/75, της 23.6.1981, σκέψη 54, Αlbert και Le Compte κατά Βελγίου, 7299/75, 7496/76, της 10.2.1983, σκέψη 29, Αργυρού κλπ. κατά Ελλάδας, 10468/04, της 15.1.2009, σκέψη 24 κ.ά.).
10. Επειδή, η δικαστική αμφισβήτηση της προσβαλλόμενης πράξεως, που αφορά την επιβολή προστίμου ύψους 76.000.000 ευρώ στην αιτούσα, επί τη βάσει της προπαρατεθείσης διατάξεως του άρθρου 11 του ν. 3115/2003, η οποία αποσκοπεί στην αποτροπή και στην καταστολή των παραβιάσεων των υποχρεώσεων των απορρεουσών από τη νομοθεσία την σχετική με την προστασία του απορρήτου των επικοινωνιών, γεννά δίκη σχετική με «ποινική εις βάρος της κατηγορία», κατά την έννοια του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, όπως έχει ερμηνευθεί από το ΕΔΔΑ. Εμπίπτει, συνεπώς, στο ρυθμιστικό πεδίο του άρθρου 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α. και, επομένως, προκειμένου να αντιμετωπισθεί ο ισχυρισμός της αιτούσας (περί παραβιάσεως των αρχών της «δίκαιης δίκης» που παρατίθεται στην σκέψη 8) είναι απαραίτητο να εξετασθεί προηγουμένως το νομικό ζήτημα, αν η παρούσα, ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, ακυρωτική δίκη παρέχει τα εχέγγυα της «δίκαιης δίκης» και το οποίο, περαιτέρω, συνδέεται, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην σκέψη 9 με το ζήτημα αν η Α.Δ.Α.Ε. παρέχει, ως εκ του τρόπου συγκροτήσεως και λειτουργίας της, τις εγγυήσεις δικαστηρίου κατά την έννοια του άρθρου 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α. Επί της ανάγκης διερευνήσεως των ζητημάτων αυτών μειοψήφησαν οι Σύμβουλοι Ν. Σκλίας, Α. Συγγούνα, Α. Ράντος, Φ. Ντζίμας και Β. Καλατζή και ο Πάρεδρος Η. Μάζος, οι οποίοι διετύπωσαν επί του συγκεκριμένου αυτού ζητήματος την γνώμη, η οποία παρατίθεται, κατωτέρω, στα πλαίσια της σκέψεως 19.
11. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1, 2 και 3, 66 παρ. 1, 93 παρ. 2 του Συντάγματος, συνάγεται η γενικότερη αρχής της φανεράς δράσεως των συντεταγμένων οργάνων της Πολιτείας, (πρβλ. ΣτΕ 2386/1970 Ολομ., 2683/1973 Ολομ., 2233/1999 Ολομ., κ.ά.).
12. Επειδή, στο άρθρο 19 του Συντάγματος ορίζονται, μεταξύ άλλων, τα εξής: «1. Το απόρρητο των επιστολών και της ελεύθερης ανταπόκρισης ή επικοινωνίας με οποιονδήποτε άλλο τρόπο είναι απόλυτα απαραβίαστο. Νόμος ορίζει τις εγγυήσεις υπό τις οποίες η δικαστική αρχή δεν δεσμεύεται από το απόρρητο για λόγους εθνικής ασφάλειας ή για διακρίβωση ιδιαίτερα σοβαρών εγκλημάτων. 2. Νόμος ορίζει τα σχετικά με τη συγκρότηση, την λειτουργία και τις αρμοδιότητες ανεξάρτητης αρχής που διασφαλίζει το απόρρητο της παραγράφου 1. 3…». Εξ άλλου, στο άρθρο 101Α του Συντάγματος ορίζεται ότι «1. Όπου από το Σύνταγμα προβλέπεται η συγκρότηση και η λειτουργία ανεξάρτητης αρχής, τα μέλη της διορίζονται με ορισμένη θητεία και διέπονται από προσωπική και λειτουργική ανεξαρτησία, όπως νόμος ορίζει. 2. Νόμος ορίζει τα σχετικά με την επιλογή και την υπηρεσιακή κατάσταση του επιστημονικού και λοιπού προσωπικού της υπηρεσίας που οργανώνεται για την υποστήριξη της λειτουργίας κάθε ανεξάρτητης αρχής. Τα πρόσωπα που στελεχώνουν τις ανεξάρτητες αρχές πρέπει να έχουν τα ανάλογα προσόντα, όπως νόμος ορίζει. Η επιλογή τους γίνεται με απόφαση της Διάσκεψης των Προέδρων της Βουλής και με επιδίωξη ομοφωνίας ή πάντως με την αυξημένη πλειοψηφία των τεσσάρων πέμπτων των μελών της. Τα σχετικά με την διαδικασία επιλογής ορίζονται από τον Κανονισμό της Βουλής. 3. Με τον Κανονισμό της Βουλής ρυθμίζονται όσα αφορούν την σχέση των ανεξαρτήτων αρχών με την Βουλή και ο τρόπος άσκησης του κοινοβουλευτικού ελέγχου».
13. Επειδή, με την προαναφερθείσα παρ. 2 του άρθρου 19 του Συντάγματος προβλέφθηκε ως θεσμική εγγύηση για την διασφάλιση του απορρήτου των επικοινωνιών η σύσταση ειδικής ανεξάρτητης αρχής. Η θεσμική αυτή εγγύηση πρέπει να παρέχεται, κατά το Σύνταγμα, από ανεξάρτητη αρχή, η οποία οφείλει, λόγω, ακριβώς, του πρωταρχικού και σύμφυτου σε ένα σύγχρονο δημοκρατικό πολίτευμα χαρακτήρα των θεμελιωδών ατομικών ελευθεριών που καλείται να προστατεύσει, να έχει όλες τις απαραίτητες για τον σκοπό αυτό εγγυήσεις ανεξαρτησίας (προσωπικής και λειτουργικής) και αμεροληψίας των μελών της καθώς και της μέγιστης δυνατής διαφάνειας κατά την λειτουργία της [Πρβλ. συναφώς και εισήγηση του Γενικού Εισηγητή της Πλειοψηφίας κατά τη διάρκεια των συζητήσεων της Βουλής επί της συνταγματικής αναθεωρήσεως του έτους 2001, με την οποία εισήχθη στο Σύνταγμα η προπαρατεθείσα διάταξη του άρθρου 101 Α, στην οποία –εισήγηση– γίνεται λόγος, μεταξύ άλλων, για την ανάγκη να λειτουργήσουν οι αρχές αυτές με διαφάνεια, με πλήρη αιτιολόγηση των αποφάσεών τους και, άρα, με μια διαδικασία, η οποία θα είναι μία «οιονεί δικαστική διαδικασία» (Πρακτικά Βουλής, συνεδρίαση ΛΘ΄ 24-10-2000, σελ. 43)]. Για την εξασφάλιση δε της διαφάνειας αυτής η αναφερθείσα, σε προηγούμενη σκέψη, γενικότερη αρχή της φανεράς δράσεως των συντεταγμένων οργάνων της Πολιτείας, εφαρμοζόμενη ειδικότερα στον τρόπο λειτουργίας των συνταγματικά προβλεπομένων και κατοχυρωμένων ανεξαρτήτων αρχών, οι οποίες κατέχουν μία ιδιότυπη θέση στο κλασικό τριμερές σχήμα της διακρίσεως των εξουσιών, με την έννοια ότι, αν και είναι, κατ’ αρχήν διοικητικές αρχές, εν ευρεία εννοία, και εκδίδουν διοικητικές πράξεις, πάντως δεν εντάσσονται στην δομή της εν στενή εννοία Δημοσίας Διοικήσεως, εφόσον δεν υπόκεινται σε διοικητικό έλεγχο (αλλά μόνο κοινοβουλευτικό και δικαστικό), επιβάλλει οι αποφάσεις αυτών, με τις οποίες επιβάλλονται κυρώσεις εις βάρος διοικουμένων, να εκδίδονται ύστερα από προηγηθείσα δημόσια συνεδρίαση, στην οποία θα είναι ελεύθερη η είσοδος στο κοινό, να είναι δε το κείμενό τους προσιτό σε κάθε ενδιαφερόμενο πολίτη. Απόκλιση από την αρχή αυτή της δημοσιότητας των συνεδριάσεων επιτρέπεται από το Σύνταγμα μόνο επί τη βάσει ειδικής διατάξεως τυπικού νόμου, ή κανονιστικής πράξεως ερειδόμενης σε ειδική νομοθετική εξουσιοδότηση, με την οποία θα καθορίζονται οι περιπτώσεις, στις οποίες είναι επιτρεπτό, για συγκεκριμένους λόγους, αναγόμενους στην προστασία της δημόσιας τάξης και ασφάλειας, της εθνικής άμυνας του ιδιωτικού βίου και των συμφερόντων των ανηλίκων, όπως η προστασία αυτή νοείται σε μία σύγχρονη δημοκρατική κοινωνία, να διατάσσεται, με αιτιολογημένη απόφαση της οικείας αρχής, η διεξαγωγή σε συγκεκριμένη υπόθεση της όλης διαδικασία, ή και μέρους αυτής, κεκλεισμένων των θυρών. Από το γεγονός, εξ άλλου, ότι ειδικά η Α.Δ.Α.Ε., επί τη βάσει της προαναφερθείσης συνταγματικής επιταγής (άρθρο 19 παρ. 2 του Συντ.), έχει, μεταξύ άλλων, και την αρμοδιότητα να επιβάλλει κυρώσεις σε περιπτώσεις, που έχουν σχέση με την προστασία του απορρήτου των επικοινωνιών, δεν συνάγεται βούληση του συνταγματικού νομοθέτη να θεσπίσει ειδικώς για την Α.Δ.Α.Ε απόκλιση από τους ανωτέρω κανόνες λειτουργίας και να αποκλείσει σε κάθε περίπτωση την δημοσιότητα κατά την συζήτηση των σχετικών υποθέσεων. Και τούτο διότι οι υποθέσεις, οι οποίες ανήκουν στην αρμοδιότητα της Α.Δ.Α.Ε., δεν έχουν εξ ορισμού ούτε αυτοδικαίως τέτοια σχέση με την δημόσια ασφάλεια και εθνική άμυνα της χώρας, ή την ιδιωτική ζωή των προσώπων, ώστε οι συνεδριάσεις της να πρέπει όλες, εκ των προτέρων και εξ ορισμού να λαμβάνουν χώρα κεκλεισμένων των θυρών, για την προστασία των εν λόγω αγαθών, ούτε εξ άλλου η διερεύνηση των υποθέσεων αυτών οδηγεί αναγκαίως σε δημόσια αποκάλυψη κρατικών απορρήτων πληροφοριών ή πληροφοριών αναφερομένων στην ιδιωτική ζωή συγκεκριμένων ατόμων. Εξ άλλου, αν, σε υπόθεση ενώπιον της ΑΔΑΕ, η οποία αφορά τον πειθαρχικό έλεγχο παραβάτου του απορρήτου των επικοινωνιών, συντρέχει λόγος που, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, επιβάλλει να αποκλεισθεί η δημοσιότητα, όπως στην περίπτωση, κατά την οποία καθίσταται αναγκαίο να αναγνωσθεί το περιεχόμενο ιδιωτικών συνομιλιών κρατικών λειτουργών ή απλών πολιτών, οι οποίες υπεκλάπησαν, ακόμη και αν ο λόγος αυτός ανακύψει μετά την έναρξη της σχετικής διαδικασίας, η εν λόγω Αρχή πάντα διατηρεί την εξουσία να διατάξει συγκεκριμένη συνεδρίαση (ή συγκεκριμένες συνεδριάσεις) να λάβει (να λάβουν) χώρα κεκλεισμένων των θυρών. Τέλος, ούτε το γεγονός ότι οι υποθέσεις, οι οποίες άγονται προς κρίση ενώπιον της Α.Δ.Α.Ε., σχετίζονται συχνά, λόγω των συγχρόνων ραγδαίων τεχνολογικών εξελίξεων, με ζητήματα τεχνικής φύσεως, μπορεί να θεωρηθεί ως λόγος που καθιστά επιτρεπτή κατά το Σύνταγμα την θέσπιση ως γενικού κανόνα της κεκλεισμένων των θυρών διεξαγωγής της όλης διαδικασίας.
14. Eπειδή, με τον ανωτέρω νόμο 3115/2003 συνεστήθη σύμφωνα με την προμνημονευθείσα διάταξη του άρθρου 19 παρ. 2 του Συντάγματος ανεξάρτητη αρχή με την επωνυμία Αρχή Διασφάλισης του Απορρήτου των Επικοινωνιών (Α.Δ.Α.Ε.), που απολαμβάνει διοικητικής αυτοτέλειας, ορίστηκε δε, ότι σκοπός της είναι η προστασία του απορρήτου των επιστολών και της ελεύθερης ανταπόκρισης ή επικοινωνίας με οποιονδήποτε άλλο τρόπο (άρθρο 1). Στο άρθρο 2 ορίστηκαν τα της συγκρότησης της εν λόγω αρχής, και προβλέφθηκε ειδικότερα ότι τα πρόσωπα που επιλέγονται ως μέλη της πρέπει να τυγχάνουν ευρείας κοινωνικής αποδοχής και να διακρίνονται για την επιστημονική τους κατάρτιση και την επαγγελματική τους ικανότητα στο νομικό τομέα ή στον τεχνικό τομέα των επικοινωνιών. Περαιτέρω, στο άρθρο 4 καθορίσθηκαν τα κωλύματα και τα ασυμβίβαστα των μελών της Α.Δ.Α.Ε. Ακολούθως, στο άρθρο 6, με τίτλο «αρμοδιότητες της Α.Δ.Α.Ε.» ορίστηκε, μεταξύ άλλων, ότι «1. Η Α.Δ.Α.Ε., για την εκπλήρωση της αποστολής της, έχει τις ακόλουθες αρμοδιότητες: α)…ια) Εκδίδει τον κανονισμό εσωτερικής λειτουργίας της, ο οποίος δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Ο κανονισμός εσωτερικής λειτουργίας πρέπει να είναι σύμφωνος με τις διατάξεις του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας». Τέλος, στο άρθρο 7 ορίστηκε, μεταξύ άλλων, ότι η δράση της Α.Δ.Α.Ε. διέπεται από τις αρχές της διαφάνειας, της αντικειμενικότητας και της αμεροληψίας (παρ. 1) και ότι οι αποφάσεις της Α.Δ.Α.Ε. μπορούν να ανακοινώνονται δημοσίως, εκτός αν αφορούν την εθνική άμυνα ή τη δημόσια ασφάλεια (παρ. 3). Από τις προπαρατεθείσες διατάξεις του ν. 3115/2003 προκύπτει ότι, ούτε ο ίδιος ο νομοθέτης προέβλεψε, ούτε χορήγησε στην Α.Δ.Α.Ε. σχετική εξουσιοδότηση να θεσπίσει απαγόρευση της δημοσιότητας των συνεδριάσεών της, η οποία επιτάσσεται από το Σύνταγμα, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην σκέψη 13.
15. Επειδή, κατ’ επίκληση της ως άνω διατάξεως, εκδόθηκε ο «Κανονισμός Εσωτερικής Λειτουργίας της Αρχής Διασφάλισης του Απορρήτου των Επικοινωνιών (Α.Δ.Α.Ε.)» (απόφαση Α.Δ.Α.Ε. 44/29-6-2003/ ΦΕΚ Β΄ 1642, ως έχει τροποποιηθεί με την υπ΄ αριθμ. 886/29-6-2006/ΦΕΚ Β΄ 963 απόφαση της αυτής Αρχής). Στο άρθρο 6 αυτού, με τον τίτλο «συνεδριάσεις της Αρχής» ορίζεται, μεταξύ άλλων, ότι οι συνεδριάσεις δεν είναι δημόσιες. Η ρύθμιση, όμως, αυτή του εν λόγω Κανονισμού, ο οποίος αποτελεί διοικητική πράξη κανονιστικού χαρακτήρα, η οποία είναι ελεγκτή παρεμπιπτόντως, ως προς το κύρος αυτής, από τον ακυρωτικό δικαστή, κείται εκτός των ορίων της χορηγηθείσης από την διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 περ. ια΄ του ν. 3115/2003 εξουσιοδοτήσεως, διότι θεσπίζει απαγόρευση της δημοσιότητας των συνεδριάσεων της Α.Δ.Α.Ε., ενώ, κατά τα εκτεθέντα στις προηγούμενες σκέψεις, για ορισμένους μόνο λόγους, και ύστερα από ειδικά αιτιολογημένη κρίση της Αρχής μπορεί να αποφασίζεται η κεκλεισμένων των θυρών πραγματοποίηση των συνεδριάσεων. Επομένως, η διάταξη αυτή του Κανονισμού είναι ανίσχυρη και, συνεπώς, μη εφαρμοστέα.
16. Επειδή, από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι η Α.Δ.Α.Ε., σύμφωνα με τις ρυθμίσεις του ν. 3115/2003, που αφορούν την συγκρότηση, οργάνωση και λειτουργία της, παρέχει όλες τις απαιτούμενες εγγυήσεις, έτσι ώστε ο ακυρωτικός έλεγχος των αποφάσεων αυτής από το Συμβούλιο της Επικρατείας να καλύπτει τις εγγυήσεις της «δίκαιης δίκης» κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α., όπως έχει ερμηνευθεί από τη νομολογία του Ε.Δ.Δ.Α. Και τούτο ανεξάρτητα από το κατά πόσο ο ακυρωτικός έλεγχος, όπως ασκείται από το Συμβούλιο Επικρατείας, μπορεί ή όχι αυτοτελώς να χαρακτηρισθεί ως έλεγχος «πλήρους δικαιοδοσίας» για τις ανάγκες του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, όπως αυτό έχει ερμηνευθεί σύμφωνα με την αναλυτικώς παρατεθείσα στην σκέψη 9 νομολογία του ΕΔΔΑ, ενόψει του ότι, στο πλαίσιο του ακυρωτικού ελέγχου, το ΣτΕ δεν έχει την εξουσία να μεταρρυθμίσει πράξη, με την οποία έχει επιβληθεί διοικητική κύρωση, αλλά μόνο να την ακυρώσει. Τούτο δε για τους εξής λόγους: Η Α.Δ.Α.Ε. είναι ανεξάρτητη αρχή, προβλεπόμενη από το ίδιο το Σύνταγμα, τα μέλη της διορίζονται επί θητεία, με απόφαση της Διάσκεψης των Προέδρων της Βουλής και με επιδίωξη ομοφωνίας ή πάντως με την αυξημένη πλειοψηφία των τεσσάρων πέμπτων των μελών της Διάσκεψης αυτής και τελούν υπό ιδιαίτερες και αυξημένες εγγυήσεις αμεροληψίας και ανεξαρτησίας, επί τη βάσει των προπαρατεθεισών διατάξεων του ν. 3115/2003. Σε ό,τι, δε, αφορά την δημοσιότητα της ενώπιόν της διαδικασίας, σύμφωνα με το Σύνταγμα και τον εκδοθέντα σε εκτέλεσή του ν. 3115/2003, η ελληνική έννομη τάξη επιτάσσει η Α.Δ.Α.Ε. (όταν επιβάλλει χρηματικά πρόστιμα εις βάρος διοικουμένων) να διεξάγει δημοσίως τις συνεδριάσεις της και να δημοσιοποιεί τις αποφάσεις της, υπό τους ειδικότερους όρους που έχουν ήδη εκτεθεί πιο πάνω. Εφόσον, επομένως, η Α.Δ.Α.Ε. παρέχει όλες τις απαιτούμενες εγγυήσεις, η υπαγωγή των αποφάσεών της σε ακυρωτικό μόνον δικαστικό έλεγχο δεν παραβιάζει την αρχή της «δίκαιης δίκης», και, κατ’ ακολουθίαν, είναι συμβατή με τις διατάξεις του οικείου άρθρου της Ε.Σ.Δ.Α. η διάταξη του άρθρου 6 παρ. 4 του ν. 3115/03, που ορίζει, ότι, κατά των εκτελεστών αποφάσεων της Α.Δ.Α.Ε. μπορεί να ασκηθεί αίτηση ακυρώσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας. Συνεπώς, είναι απορριπτέος ο παραπάνω ισχυρισμός της αιτούσης εταιρείας περί παραβιάσεως της αρχής της δίκαιης δίκης.
17. Επειδή, περαιτέρω, στην προκειμένη περίπτωση, όπως εξετέθη στην προηγούμενη σκέψη, εφαρμόσθηκε ο καθ’ υπέρβαση της νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως εκδοθείς Κανονισμός εσωτερικής λειτουργίας της ΑΔΑΕ, ο οποίος προβλέπει ότι οι συνεδριάσεις της Αρχής δεν είναι δημόσιες, με αποτέλεσμα σε όλες τις σχετικές με την υπό κρίση υπόθεση συνεδριάσεις να μην έχει τηρηθεί ο κανόνας της δημοσιότητας αυτών, και συνακόλουθα χωρίς εκ του λόγου τούτου και να έχει δοθεί έστω η δυνατότητα στην αιτούσα να ζητήσει να διεξαχθεί η όλη διαδικασία δημόσια. Με τον τρόπο όμως αυτό, δεν τηρήθηκε, κατά την διαδικασία εκδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως, η συνταγματικά επιτασσόμενη δημόσια διεξαγωγή των συνεδριάσεων της Α.Δ.Α.Ε., η οποία κατά τα εκτεθέντα στις σκέψεις 13 και 14, αποτελεί ουσιώδη τύπο της διαδικασίας κατά την εκ μέρους της εν λόγω Αρχής επιβολή κυρώσεων. Πρέπει, δε για τον λόγο αυτό, αυτεπαγγέλτως εξεταζόμενο, ως αναγόμενο στο κύρος του εφαρμοσθέντος κανόνος δικαίου, που ρυθμίζει τα της εφαρμοστέας ενώπιον της ΑΔΑΕ διαδικασίας, και ως συναρτώμενο επίσης με τον ανωτέρω ισχυρισμό της αιτούσης εταιρείας περί παραβάσεως του άρθρου 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α. και μη εξαρτώμενο από την εξέταση πραγματικού εφόσον το Δικαστήριο έχει ήδη διαπιστώσει, στο πλαίσιο του εκ μέρους του νομικού ελέγχου του κύρους του ισχύοντος κανόνος δικαίου του διέποντος την λειτουργία της Α.Δ.Α.Ε., ότι ο εφαρμοσθείς απ’ αυτήν Κανονισμός, κατά το μέρος που αποκλείει την δημοσιότητα της λειτουργίας της και στις υποθέσεις επιβολής κυρώσεων, έχει τεθεί μη νομίμως, να ακυρωθεί η, προσβαλλόμενη με την υπό κρίση αίτηση απόφαση της Αρχής αυτής, δεκτής γενομένης της κρινομένης αιτήσεως, ενώ παρέλκει, περαιτέρω, ως αλυσιτελής η έρευνα των προβαλλομένων λόγων ακυρώσεως. Τέλος, κατά την πλειοψηφήσασα γνώμη, δεν συντρέχει λόγος εκδόσεως προδικαστικής αναβλητικής αποφάσεως, προκειμένου να δοθεί η δυνατότητα στους διαδίκους, να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους επί του εν λόγω αυτεπαγγέλτως εξετασθέντος λόγου, ο οποίος οδηγεί στην ακύρωση της προσβαλλομένης πράξεως. Και τούτο διότι, ανεξάρτητα από το αν η αρχή της αντιμωλίας επιβάλλει, όπως υπολαμβάνει η γνώμη της ελάσσονος μειοψηφίας, που παρατίθεται στην σκέψη 19, ή όχι την έκδοση αναβλητικών αποφάσεων σε κάθε περίπτωση που Δικαστήριο άγεται στην αυτεπάγγελτη υιοθέτηση ενός καθαρά νομικού συλλογισμού, έχοντος επίδραση στην λύση εκκρεμούς ενώπιόν του υποθέσεως και μη συναρτωμένου με προβολή πραγματικού, προκειμένου να λαμβάνουν θέση επ’ αυτού οι διάδικοι, στην προκειμένη πάντως περίπτωση, η κρίση επί του νομικού ζητήματος αν εκ του Συντάγματος επιβάλλεται οι συνεδριάσεις της Α.Δ.Α.Ε. να είναι δημόσιες, με συνέπεια, σε καταφατική περίπτωση ο εφαρμοσθείς Κανονισμός Λειτουργίας αυτής, ο ορίζων το αντίθετο να είναι ανίσχυρος, δεν συνιστά νέα αυτοτελή νομική κρίση, υιοθετηθείσα πρωτοτύπως και εξ υπαρχής από το Δικαστήριο, αλλά συνδέεται αρρήκτως με το ευρύτερο ζήτημα, αν η εν λόγω Αρχή παρέχει τις εγγυήσεις «δικαστηρίου», κατά την έννοια του άρθρου 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α., το οποίο με την σειρά του συνδέεται, επίσης αρρήκτως, με το περαιτέρω ζήτημα αν η ακυρωτική δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου καλύπτει τις εγγυήσεις της «δίκαιης δίκης», δηλαδή, ζήτημα, για το οποίο υποβλήθηκε σχετικός ισχυρισμός από την αιτούσα και επί του οποίου, σύμφωνα με τα εκτεθέντα ανωτέρω (σκέψη 8) οι διάδικοι διετύπωσαν τις απόψεις τους.
18. Μειοψήφησαν οι Σύμβουλοι Α. Γκότσης, Ν. Μαρκουλάκης, Α.-Γ. Βώρος, Κ. Ευστρατίου, Γ. Ποταμιάς, Γ. Τσιμέκας, και η Πάρεδρος Β. Πλαπούτα, οι οποίοι υποστήριξαν την εξής γνώμη: Ανεξαρτήτως του ακριβούς περιεχομένου της συνταγματικής αρχής της φανεράς δράσεως των συντεταγμένων οργάνων της Πολιτείας, πάντως ούτε από την αρχή αυτή ούτε από κάποια συνταγματική διάταξη μπορεί, καθ’ οιονδήποτε τρόπο να συναχθεί ότι οι διοικητικές αρχές ή τα συλλογικά διοικητικά όργανα, όπως είναι, σαφώς, κατά το Σύνταγμα και τη σχετική νομοθεσία και οι εντεταγμένες στην εκτελεστική λειτουργία του κράτους ανεξάρτητες διοικητικές αρχές, πρέπει να συνεδριάζουν δημόσια πριν από την λήψη αποφάσεων, με τις οποίες επιβάλλουν κυρώσεις σε βάρος των διοικουμένων. Άλλωστε, όπου ο συντακτικός νομοθέτης θέλησε συντεταγμένα όργανα της Πολιτείας να συνεδριάζουν δημόσια, το όρισε ρητά, όπως π.χ. στα άρθρα 66 παρ. 1 και 93 παρ. 2 του Συντάγματος για τις συνεδριάσεις της Βουλής και των δικαστηρίων αντιστοίχως, ενώ δεν όρισε κάτι τέτοιο για τις ανεξάρτητες διοικητικές αρχές, παρόλο ότι διαλαμβάνει για ορισμένες από αυτές, μεταξύ των οποίων και για την Α.Δ.Α.Ε., ρητές διατάξεις (βλ. σχετ. άρθρα 9Α, 19 παρ. 2 κ.ά.). Ειδικότερα δε προκειμένου περί της κατά το άρθρο 19 παρ. 2 του Συντάγματος ανεξάρτητης διοικητικής αρχής για τη διασφάλιση του απορρήτου των επιστολών και της ελεύθερης ανταπόκρισης ή επικοινωνίας με οποιοδήποτε άλλο τρόπο (Α.Δ.Α.Ε.), η οποία, σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο του ίδιου άρθρου, ερευνά κατά κανόνα ζητήματα που σχετίζονται με απόρρητες πληροφορίες και ανάγονται στην δημόσια τάξη και ασφάλεια ή στην προστασία της ιδιωτικής ζωής, είναι κατά την έννοια της συνταγματικής αυτής διατάξεως επιτρεπτό οι αποφάσεις της, με τις οποίες επιβάλλονται κυρώσεις στους διοικουμένους για παραβίαση του ανωτέρω απορρήτου να μην λαμβάνονται κατόπιν δημόσιας συνεδριάσεως των μελών της. Περαιτέρω, ούτε από το άρθρο 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α. συνάγεται –ή έχει γίνει δεκτό από τη νομολογία του Ε.Δ.Δ.Α. την σχετική με το άρθρο αυτό– ότι οι διοικητικές αρχές ή τα συλλογικά όργανα οφείλουν οπωσδήποτε, να συνεδριάζουν δημόσια, αλλά απλώς έχει γίνει δεκτό ότι, αν το οικείο δημόσιο όργανο δεν συγκεντρώνει τα χαρακτηριστικά «δικαστηρίου», κατά το άρθρο 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α., στα οποία περιλαμβάνεται, κατά τη σχετική νομολογία του Ε.Δ.Δ.Α. και η δημοσιότητα των συνεδριάσεών του, πρέπει, για να είναι σύμφωνη η εθνική νομοθεσία με τις κατά το άρθρο αυτό εγγυήσεις «δίκαιης δίκης», να προβλέπεται κατά των πράξεων του εν λόγω οργάνου από το εσωτερικό δίκαιο ένδικο βοήθημα ενώπιον δικαστηρίου πλήρους δικαιοδοσίας (βλ. σχετικώς τα εκτιθέμενα στην 8η σκέψη). Τέλος, ούτε από την σχετική με τις ανεξάρτητες διοικητικές αρχές και, ειδικότερα, με την Α.Δ.Α.Ε. νομοθεσία προκύπτει ή συνάγεται ότι η εν λόγω Αρχή πρέπει να συνεδριάζει δημόσια. Επομένως, εφόσον, κατά τα προεκτεθέντα, δεν επιβάλλεται ούτε καθ’ οιονδήποτε τρόπο συνάγεται από συνταγματική, υπερνομοθετικής ισχύος ή νομοθετική διάταξη ότι οι συνεδριάσεις της Α.Δ.Α.Ε. πρέπει να είναι δημόσιες (τούτο, άλλωστε, έχει, γίνει, σιωπηρά, παγίως δεκτό από τη μέχρι τώρα νομολογία για τις ανεξάρτητες διοικητικές αρχές –βλ. σχετ. ΣΕ 3154/08, 1367/08, 2251/05, 749/05 κ.ά.) είναι νόμιμη και συγκεκριμένα, κείται εντός των ορίων της εξουσιοδοτήσεως του άρθρου 6 παρ. 1 του ν. 3115/2003, η προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 6 του Κανονισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας της Α.Δ.Α.Ε., κατά την οποία οι συνεδριάσεις της εν λόγω αρχής δεν είναι δημόσιες, ενόψει και της γενικής διατάξεως του άρθρου 14 παρ. 10 του κυρωθέντος με το ν. 2690/1999 Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας (Α΄ 45), κατά την οποία οι συνεδριάσεις των συλλογικών οργάνων της Διοικήσεως, αν στο νόμο δεν ορίζεται διαφορετικά, είναι μυστικές. Κατόπιν των ανωτέρω και εφόσον, ειδικότερα, η Α.Δ.Α.Ε. κατά την εξέταση των υπαγομένων στην αρμοδιότητά της υποθέσεων, νομίμως προβλέπεται ότι δεν συνεδριάζει δημόσια, η πιο πάνω διοικητική αρχή δεν πληροί τις προϋποθέσεις του «δικαστηρίου» κατά την έννοια του άρθρου 6 της Ε.Σ.Δ.Α., όπως το άρθρο αυτό έχει, κατά τα προεκτεθέντα ερμηνευθεί από τη νομολογία του Ε.Δ.Δ.Α. και, συνεπώς, τα ένδικα βοηθήματα κατά των αποφάσεων της Αρχής αυτής, με τις οποίες επιβάλλονται κυρώσεις στους διοικουμένους, πρέπει, σύμφωνα με την ως άνω νομολογία, να εκδικάζονται από δικαστήριο πλήρους δικαιοδοσίας. Ενόψει αυτού ο Έλληνας νομοθέτης, συμμορφούμενος με την προκύπτουσα από το επίμαχο άρθρο της ΕΣΔΑ υποχρέωσή του, να θεσπίζει διατάξεις, με τις οποίες θα τίθενται δικονομικοί κανόνες που διασφαλίζουν τις εγγυήσεις της «δίκαιης δίκης», όπως ανεπτύχθησαν ανωτέρω, με τον (μεταγενέστερο της εκδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως και της ασκήσεως της υπό κρίση αιτήσεως) νόμο 3674/2008 (με τίτλο «ενίσχυση του θεσμικού πλαισίου διασφάλισης του απορρήτου της τηλεφωνικής επικοινωνίας κλπ.» – 136 Α΄/8.7.2008) όρισε, ότι οι αποφάσεις της ΑΔΑΕ, με τις οποίες επιβάλλονται κυρώσεις στους παρόχους υπηρεσιών τηλεφωνίας, όπως η αιτούσα εταιρεία, υπόκεινται σε προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, καθώς και ότι κατά των αποφάσεων του Δικαστηρίου αυτού επιτρέπεται η άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας (άρθρ. 11 παρ. 3). Με την διάταξη, δηλαδή αυτή, ο Έλληνας νομοθέτης αναγνωρίζοντας, εμμέσως πλην σαφώς, ότι η Α.Δ.Α.Ε. δεν συνιστά «δικαστήριο», κατά την έννοια του άρθρου 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α., θέσπισε κατά των αποφάσεων αυτής, με τις οποίες επιβάλλονται κυρώσεις στους ως άνω παρόχους, ένδικο βοήθημα ενώπιον δικαστηρίου πλήρους δικαιοδοσίας, προκειμένου η συνολική διαδικασία να παρέχει τις εγγυήσεις της «δίκαιης δίκης». Η διάταξη αυτή πρέπει, κατά την παρούσα γνώμη, να εφαρμοσθεί και στην περίπτωση του υπό κρίση ενδίκου βοηθήματος, το οποίο ασκήθηκε μεν πριν από την ημερομηνία θέσεως σε ισχύ του τελευταίου αυτού νόμου (1.9.2008 –βλ. σχετικώς άρθρο 17), πλην όμως ήταν εκκρεμές, ενώπιον του Δικαστηρίου, κατά την ως άνω ημερομηνία. Τούτο δε, προκειμένου η αιτούσα να τύχει «δίκαιης δίκης» σε ό,τι αφορά την εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης. Και, ναι μεν ορίζεται στο άρθρο 17 του τελευταίου αυτού νόμου, ότι η ισχύς του αρχίζει την πρώτη του μεθεπόμενου μήνα από τη δημοσίευση του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (τουτέστιν την 1.9.2008), στην διάταξη όμως αυτή, η οποία είναι ερμηνευτέα κατά τρόπο σύμφωνο προς το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, και στην οποία δεν ορίζεται, εξ άλλου, ρητώς ότι εξαιρούνται της εφαρμογής της τα εκκρεμή ένδικα βοηθήματα, πρέπει να δοθεί η έννοια ότι, με αυτήν, δεν είναι δυνατόν να ηθελήθη, από τον νομοθέτη, η εξαίρεση από τον κανόνα της προσαρμογής του Ελληνικού εσωτερικού δικαίου προς τις απαιτήσεις της «δίκαιης δίκης», των περιπτώσεων των εκκρεμών κατά την θέση σε ισχύ του νέου αυτού νόμου υποθέσεων των σχετικών με ένδικα βοηθήματα κατά αποφάσεων της ΑΔΑΕ περί επιβολής διοικητικών κυρώσεων για πράξεις ή παραλείψεις που συνιστούν παραβάσεις των ουσιαστικών ρυθμίσεων του νόμου 3115/2003. Συνεπώς, κατά την γνώμη αυτή, θα έπρεπε το υπό κρίση ένδικο βοήθημα να χαρακτηρισθεί ως προσφυγή ουσίας και να παραπεμφθεί προς εκδίκαση στο αρμόδιο προς τούτο Δικαστήριο και συγκεκριμένα το Διοικητικό Εφετείο Αθηνών.
19. Επειδή, οι Σύμβουλοι Ν. Σκλίας, Α. Συγγούνα, Α. Ράντος, Φ. Ντζίμας και Β. Καλαντζή και ο Πάρεδρος Η. Μάζος, επίσης μειοψηφώντας, διατύπωσαν την εξής γνώμη σε ό,τι αφορά το ζήτημα αν η ακυρωτική διαδικασία ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου πληροί τις προϋποθέσεις της «δίκαιης δίκης»: Από την παρατεθείσα στην σκέψη 9 νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων προκύπτει ότι το δικαστήριο αυτό, προκειμένου να αποφανθεί εάν η εξέταση μιάς υποθέσεως από ένα διοικητικό, κατά την εσωτερική διάρθρωση του οικείου Κράτους, όργανο και, εν συνεχεία, η εκδίκαση της εντεύθεν διαφοράς από ένα δικαστικό, κατά την αυτή διάρθρωση, όργανο πληροί τις προϋποθέσεις της δίκαιης δίκης, όπως αυτή κατοχυρώνεται στο άρθρο 6 της Ε.Σ.Δ.Α., δεν περιορίζεται στην εξέταση του ζητήματος εάν καθένα από τα όργανα αυτά ή, έστω, το ένα εξ αυτών πληροί αυτοτελώς τις ανωτέρω προϋποθέσεις. Αντιθέτως, έχοντας πάντοτε ως δεδομένο ότι σε όλες τις εν προκειμένω νομολογιακές περιπτώσεις υπάρχει, πάντως, ένα δικαστικό όργανο, το οποίο αποφαίνεται, τελικώς, επί της διαφοράς, χωρίς, όμως, για διάφορους εκάστοτε λόγους, αυτό να καλύπτει αυτοτελώς την συνδρομή όλων των κρίσιμων προϋποθέσεων, εξετάζει εν συνεχεία μήπως η ενώπιον του διοικητικού οργάνου διαδικασία, ως εκ των συνθηκών υπό τις οποίες εκτυλίσσεται, καλύπτει εκείνη τις ελλείπουσες από το δικαστικό όργανο προϋποθέσεις, κατά τρόπο ώστε το μεν διοικητικό αυτό όργανο να θεωρείται ως «δικαστήριο», κατά την έννοια της Ε.Σ.Δ.Α., η δε διαδικασία, τόσο ενώπιον του διοικητικού, όσο και ενώπιον του δικαστικού οργάνου, εν τω συνόλω λαμβανομένη, να καλύπτει τις σχετικές απαιτήσεις. Αντίθετη ανάγνωση της σχετικής νομολογίας του Ε.Δ.Δ.Α. το μεν άγει στο άτοπο συμπέρασμα ότι, κατά την έννοια της νομολογίας του δικαστηρίου αυτού, μπορεί να υπάρχουν και διοικητικές πράξεις, οι οποίες (δεν χρειάζεται να) υπόκεινται σε δικαστικό έλεγχο, εφ’ όσον είναι «αυτάρκεις» από την άποψη αυτή, το δε παραγνωρίζει τον περιπτωσιολογικό τρόπο, με τον οποίο το δικαστήριο αυτό προσεγγίζει τις ενώπιον αυτού αγόμενες υποθέσεις, εξετάζοντας αν σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, ανεξαρτήτως του είδους και των σταδίων των τηρουμένων εθνικών διαδικασιών, ικανοποιείται το ωφέλιμο αποτέλεσμα που εκάστοτε επιδιώκεται με τις διατάξεις της Συνθήκης, δηλαδή η τήρηση όλων των επί μέρους προϋποθέσεων της δίκαιης δίκης. Επομένως, εξεταστέο εν προκειμένω ζήτημα είναι εάν η τηρηθείσα ενώπιον της ΑΔΑΕ διαδικασία, σε συνδυασμό με την διαδικασία ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου, πληροί τις προϋποθέσεις της δίκαιης δίκης (πρβλ. ΣτΕ Ολομ. 189/2007). Σε ό,τι, δε, αφορά το κατά πόσον η συγκεκριμένη αυτή διαδικασία ενώπιον της ΑΔΑΕ σε συνδυασμό με τον ακυρωτικό έλεγχο του Συμβουλίου της Επικρατείας πληροί τις ως άνω προϋποθέσεις της δίκαιης δίκης οι αυτοί ως άνω Σύμβουλοι και Πάρεδρος υπεστήριξαν, εν συνεχεία, την εξής γνώμη: Η αίτηση ακυρώσεως παραδεκτώς ασκείται, για τον λόγο ότι ο εν προκειμένω ασκούμενος από το Δικαστήριο έλεγχος, σε συνδυασμό με την ενώπιον της ΑΔΑΕ διαδικασία, καλύπτει τις, κατά την ΕΣΔΑ, απαιτήσεις της δίκαιης δίκης. Τούτο, διότι, ναι μεν η ακυρωτική διαδικασία ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας δεν καλύπτει, μόνη της, τις ανωτέρω απαιτήσεις στην ειδική κατηγορία ελέγχου πράξεων επιβολής χρηματικού περιεχομένου διοικητικών κυρώσεων μεγάλου ύψους. Η διαδικασία, όμως, αυτή, όπως οργανώνεται στην ελληνική έννομη τάξη, περιλαμβάνει δίκη διεξαγόμενη κατ’ αντιμωλία ενώπιον ανωτάτου δικαστηρίου που συνεδριάζει δημόσια, στην οποία μπορεί να συμμετάσχουν, ως κύριοι διάδικοι ή ως παρεμβαίνοντες, ευρύς κύκλος προσώπων, ο δε ασκούμενος από το δικαστήριο έλεγχος περιλαμβάνει, εκτός από την εξέταση της εν στενή εννοία νομιμότητος της προσβαλλομένης διοικητικής πράξεως, και έλεγχο της νομιμότητος της αιτιολογίας της και της συνδρομής περιπτώσεως πλάνης περί τα πράγματα, με εξέταση, και στις δύο αυτές περιπτώσεις, του συνόλου των στοιχείων του φακέλου της υποθέσεως και επιβεβαίωση της ουσιαστικής βασιμότητος των κρίσεων, στις οποίες κατέληξε το διοικητικό όργανο. Περιλαμβάνει, επίσης, και έλεγχο καταχρήσεως εξουσίας, δηλαδή έλεγχο συνδρομής του σκοπού, για τον οποίο εξεδόθη η διοικητική πράξη. Το δικαστήριο, περαιτέρω, μπορεί να διατάξει και αποδείξεις ή προσκόμιση συμπληρωματικών στοιχείων, προκειμένου να είναι αποτελεσματικός ο κατά τα ανωτέρω ασκούμενος έλεγχος. Τέλος, το δικαστήριο δεν μπορεί μεν να μεταρρυθμίσει την ελεγχόμενη ως προς την νομιμότητά της χρηματική κύρωση, ανάγοντάς την στο προσήκον, κατά την εκτίμησή του, ύψος, μπορεί, όμως, σε περιπτώσεις όπου η χρηματική κύρωση αναλύεται, ως εν προκειμένω, σε επί μέρους ποσά ή σε περιπτώσεις όπου αυτή υπερβαίνει συγκεκριμένα επιτρεπτά από τον νόμο όρια, να την ακυρώσει εν μέρει, να απαγγείλει, δηλαδή, έννομη συνέπεια προσεγγίζουσα προς μεταρρύθμιση. Εξ άλλου, η ανεξάρτητη αρχή, της οποίας εν προκειμένω πράξη ελέγχεται, είναι αρχή κατοχυρωμένη από το ίδιο το Σύνταγμα, έχει υψηλού επιπέδου ανεξάρτητη συγκρότηση, εξετάζει πλήρως κάθε είδους ισχυρισμό των ενδιαφερομένων, οι οποίοι παρίστανται κατά την συνεδρίασή της και μετέχουν στην ενώπιόν της διαδικασία και κρίνει επί όλως ειδικών τεχνικών θεμάτων, αναγομένων σε ειδικούς τομείς του δικαίου (πρβλ. μεταξύ άλλων και μνημονευθείσα απόφαση ΕΔΑΔ Alatulkkila). Και ναι μεν η αρχή αυτή δεν συνεδριάζει δημοσία, όπως, άλλωστε, και όλες, κατ’ αρχήν, οι ανεξάρτητες αρχές στην Χώρα, τούτο, όμως, δικαιολογείται από το γεγονός ότι τα αναγόμενα στην αρμοδιότητά της ζητήματα αφορούν προσωπικά δεδομένα, γεγονός, άλλωστε, που απετέλεσε και τον λόγο συστάσεώς της και συστηματικής εντάξεώς της στο άρθρο 19 του Συντάγματος, μπορεί δε και να αφορούν υψίστης εθνικής σημασίας ζητήματα, ως εν προκειμένω, όπου η υπόθεση αφορούσε ζήτημα παρακολουθήσεως, μεταξύ άλλων, των επικοινωνιών του Πρωθυπουργού και του Αρχηγού της αξιωματικής αντιπολιτεύσεως της χώρας. Σε κάθε περίπτωση, τα αγόμενα ενώπιον της αρχής ζητήματα είναι, από την φύση τους, εξόχως τεχνικά, κατά τρόπο ώστε να αποβαίνει χωρίς ουσιαστικό αντίκρυσμα για τους πολίτες η ενδεχόμενη δυνατότητα παρακολουθήσεως των συνεδριάσεών της. Ο συνδυασμός, επομένως, των δύο διαδικασιών, που περιλαμβάνει τόσο πλήρη ουσιαστικό έλεγχο της υποθέσεως, όσο και δημόσια εξέταση αυτής στο δικαστήριο, καλύπτει, εν όψει και της εκτεθείσης ιδιόμορφης φύσεως των σχετικών υποθέσεων, όλες τις απαιτήσεις της δίκαιης δίκης (πρβλ. ΣτΕ Ολομ. 189/2007). Τέλος, σε ότι αφορά την γενομένη δεκτή από την πλειοψηφία άποψη ότι από την συνταγματικά κατοχυρωμένη αρχή της φανεράς δράσεως προκύπτει ότι η ΑΔΑΕ πρέπει να διεξάγει δημοσίως τις συνεδριάσεις της, οι προαναφερθέντες Σύμβουλοι και Πάρεδρος υπεστήριξαν τα ακόλουθα. Από καμμία συνταγματική διάταξη ή αρχή, και, πάντως, όχι από την αρχή της φανεράς δράσεως των οργάνων της πολιτείας και την αρχή της διαφάνειας, προκύπτει ότι οι αποφάσεις των κατά το Σύνταγμα ανεξαρτήτων αρχών και, εν προκειμένω, της ΑΔΑΕ, πρέπει να λαμβάνονται σε δημόσια συνεδρίαση. Οι ανωτέρω αρχές έχουν ως περιεχόμενο την συμμετοχή των ενδιαφερομένων πολιτών, όπου αυτό απαιτείται, στην διαδικασία λήψεως διοικητικών αποφάσεων, με αιτήσεις και παραστάσεις, προηγούμενες ή και ταυτόχρονες, της λήψεως της αποφάσεως, την προηγούμενη ή επόμενη της ολοκληρώσεως της οικείας διοικητικής διαδικασίας πρόσβαση στα στοιχεία του διοικητικού φακέλου, την υποχρέωση πλήρους αιτιολογήσεως των διοικητικών αποφάσεων, προκειμένου να καθίστανται σαφείς στους πολίτες οι λόγοι, για τους οποίους εκδίδεται μία διοικητική πράξη, καθώς και την δημοσίευση, έκδοση και, εν γένει, την κατά τον προσήκοντα εκάστοτε τρόπο εξωτερίκευση της πράξεως. Αντιθέτως, κατά γενική αρχή, τα συλλογικά διοικητικά όργανα, σε αντίθεση προς τα δικαστήρια, τα οποία διέπονται από την αρχή της δημοσιότητος των συνεδριάσεων, δεν συνεδριάζουν, κατ’ αρχήν, δημόσια αλλά σε συμβούλιο. Μάλιστα, κατά κανόνα, η συμμετοχή τρίτων προσώπων στις συνεδριάσεις μπορεί να συνεπάγεται, αν δεν επιτρέπεται ρητά, την ακυρότητα των σχετικών αποφάσεων. Το αυτό ισχύει, κατά μείζονα λόγο, στις συνταγματικά κατοχυρούμενες ανεξάρτητες αρχές, όπου εξ ορισμού τα υπαγόμενα στην αρμοδιότητά τους θέματα είτε είναι ιδιαιτέρου ενδιαφέροντος για την Πολιτεία, οπότε η δημοσιότητα μπορεί να παραβλάψει υπέρτερα δημόσια αγαθά, είτε άπτονται προσωπικών στοιχείων και δεδομένων, που δεν πρέπει να δημοσιοποιούνται, είτε αφορούν ιδιαζόντως τεχνικά ζητήματα, για τα οποία η συμμετοχή του κοινού δεν μπορεί να συνεισφέρει στην αρτιότητα της διαδικασίας. Οι αρχές, επομένως, αυτές δεν συνεδριάζουν, κατ’ αρχήν, δημόσια, εκτός αν αυτό προβλέπεται από ειδική διάταξη νόμου. Τούτο ισχύει κατ’ εξοχήν για την ΑΔΑΕ, οι αρμοδιότητες της οποίας έχουν, από την φύση τους, όλα τα ανωτέρω χαρακτηριστικά. Η υιοθετούμενη από την πλειοψηφία ερμηνευτική εκδοχή εξομοιώνει αδικαιολογήτως, από την άποψη αυτή, χωρίς καμία συνταγματική περί τούτου ένδειξη, τις ανεξάρτητες αρχές προς δικαστήρια, επιτείνοντας, έτσι, την ούτως ή άλλως δυσχερή κατάταξή τους στο όλο σύστημα διασταυρώσεως και αμοιβαίου ελέγχου των λειτουργιών της ελληνικής συνταγματικής τάξεως. Προσδίδει δε στις ανωτέρω γενικές αρχές του δικαίου εννοιολογικό περιεχόμενο, που ουδέποτε θεωρήθηκε ότι είχαν ή έχουν. Συνεπώς, κατά την αυτή μειοψηφήσασα γνώμη ο λόγος ακυρώσεως, ο οποίος πρέπει να γίνει δεκτός κατά την πλειοψηφία, ο οποίος άλλωστε ούτε προβάλλεται, ούτε είναι αυτεπαγγέλτως εξεταστέος, εφόσον συνάπτεται με πραγματικά στοιχεία, πρέπει να απορριφθεί, διότι ούτε από συνταγματική διάταξη, ούτε από το νόμο επιβάλλεται η υποχρεωτική δημοσιότητα των συνεδριάσεων της ΑΔΑΕ, το δε σύστημα εξετάσεως της υποθέσεως από την αρχή αυτή, με πράξη υποκειμένη στον δικαστικό έλεγχο του Συμβουλίου της Επικρατείας, καλύπτει τις απαιτήσεις του Συντάγματος και της Ε.Σ.Δ.Α. Κατά την αυτή δε μειοψηφήσασα γνώμη αλυσιτελώς εξετάσθηκαν από την κρατήσασα γνώμη τα τεθέντα στις σκέψεις 8-10 ζητήματα, αφού θα αρκούσε για το ακυρωτικό συμπέρασμα της πλειοψηφησάσης γνώμης, η διαπίστωση ότι, πάντως, εν προκειμένω η ΑΔΑΕ δεν συνεδρίασε δημόσια. Τέλος, κατά την αυτή μειοψηφήσασα γνώμη, εφ’ όσον το Δικαστήριο άγεται τελικώς, σε ακύρωση για λόγο αυτεπαγγέλτως εξεταζόμενο, και, μάλιστα, ανεξαρτήτως του εάν αυτός στηρίζεται, όπως εν προκειμένω, ή όχι σε πραγματικό, το Δικαστήριο όφειλε, κατά γενική δικονομική αρχή, να μην εκδώσει ακυρωτική απόφαση, αλλά να αναβάλει, με την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως, την οριστική επίλυση της διαφοράς, προκειμένου να δοθεί η δυνατότητα στους διαδίκους, να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους επί του λόγου αυτού (βλ. απόφαση ΔΕΚ, Τμήματος μείζονος συνθέσεως της 2.12.2009, υποθ. C-89/08, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας).
20. Επειδή, ύστερα από τα προεκτεθέντα, πρέπει, με βάση την πλειοψηφήσασα γνώμη, να γίνει δεκτή η υπό κρίση αίτηση και να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να απορριφθούν οι ασκηθείσες παρεμβάσεις, η δε υπόθεση να αναπεμφθεί στην Α.Δ.Α.Ε., προκειμένου να κριθεί εκ νέου και επί τη βάσει, πλέον, των προμνημονευθέντων κανόνων λειτουργίας.

——————————————————-

Αντιπαράθεση ακυρωτικού δικαστηρίου και Ανεξάρτητων Διοικητικών Αρχών υπό το πρίσμα της δίκαιης δίκης. Μία παρουσίαση της ΣτΕ (Ολ.) 3319/2010.
Αναδημοσίευση σχολίου της απόφασης από ΔτΑ 53/2012, σελ.183 επ.
της Χριστίνας Φατούρου, Διδάκτορος Συνταγματικού Δικαίου Παν/μίου Αθηνών, Δικηγόρου
Κατά την κρίση της Ολομελείας του ΣτΕ στην υπ’ αριθ. 3319/2010, υπό τον όρο τήρησης της αρχής της δημόσιας διεξαγωγής των συνεδριάσεων, η ΑΔΑΕ παρέχει όλες τις απαιτούμενες εγγυήσεις, έτσι ώστε ο ακυρωτικός έλεγχος των αποφάσεων αυτής από το Συμβούλιο της Επικρατείας να καλύπτει τις εγγυήσεις της «δίκαιης δίκης» κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ, όπως έχει ερμηνευθεί από τη νομολογία του ΕΔΔΑ, ανεξάρτητα από το κατά πόσο ο ακυρωτικός έλεγχος, όπως ασκείται από το Συμβούλιο Επικρατείας, μπορεί ή όχι αυτοτελώς να χαρακτηρισθεί ως έλεγχος «πλήρους δικαιοδοσίας» για τις ανάγκες του άρθρου 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ, ενόψει του ότι, στο πλαίσιο του ακυρωτικού ελέγχου, το ΣτΕ δεν έχει την εξουσία να μεταρρυθμίσει πράξη, με την οποία έχει επιβληθεί διοικητική κύρωση, αλλά μόνο να την ακυρώσει.
Με την υπ’ αριθ. 3319/2010 απόφαση της Ολομέλειας του ΣτΕ ακυρώνονται αποφάσεις της ΑΔΑΕ, με τις οποίες επιβλήθηκαν πρόστιμα για παραβάσεις της νομοθεσίας περί απορρήτου των επικοινωνιών, λόγω παραβίασης της αρχής της δημόσιας διεξαγωγής των συνεδριάσεων, η οποία, κατά την απόφαση, απορρέει από τη συνταγματική αρχή της φανερής δράσεως των συντεταγμένων οργάνων της Πολιτείας. Με το δεδομένο ότι η αρχή της δημοσιότητας των συνεδριάσεων αποτελεί μία από τις απαιτούμενες εγγυήσεις για μια «δίκαιη δίκη» κατά την έννοια του άρθρου 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ, η απόφαση αποφαίνεται παραπλεύρως σχετικά με δύο ζητήματα, αλληλοσυνδεόμενα κατά το ότι το δεύτερο αποτελεί πρόκριμα του πρώτου.
Πρώτο κατά σειρά εξετάζεται το ζήτημα, εάν ο ακυρωτικός έλεγχος ικανοποιεί την εκ του άρθρου 6 παρ.1 ΕΣΔΑ απαίτηση για μία δίκαιη δίκη κάθε φορά που πρόκειται για υποθέσεις που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του εν λόγω άρθρου, όπως συμβαίνει, σύμφωνα με τη νομολογία του ΕΔΔΑ, με υποθέσεις όπως η κρινόμενη, που αφορούν σε διοικητικές πράξεις με τις οποίες «επιβάλλονται σοβαρές διοικητικές κυρώσεις (όπως είναι π.χ. πρόστιμα μεγάλου ύψους), θεσπισθείσες από την εν λόγω εσωτερική διοικητική νομοθεσία για αποτρεπτικό και κατασταλτικό σκοπό». Οι διαφορές που αναφύονται από τέτοιες πράξεις ισοδυναμούν με δικαστικές διαφορές, αντικείμενο των οποίων είναι η εκδίκαση υποθέσεως ποινικής φύσεως εις βάρος του προσώπου κατά του οποίου επιβάλλονται. Στην περίπτωση τέτοιων διαφορών, η εκδίκασή τους από ακυρωτικό δικαστήριο προσκρούει στη διάταξη του άρθρου 6 παρ.1 ΕΣΔΑ, κατά το μέρος που με την τελευταία απαιτείται κατά τη νομολογία του ΕΔΔΑ η εκδίκαση της διαφοράς να γίνεται από δικαστήριο πλήρους δικαιοδοσίας, δηλαδή δικαστήριο που αποφαίνεται όχι μόνο επί του νομικού, αλλά και επί του ουσιαστικού μέρους των υποθέσεων και, συγκεκριμένα, που «να μπορεί δε ιδίως να προβεί αυτό το ίδιο στην επιμέτρηση του ύψους επιβληθείσης κυρώσεως και να έχει την εξουσία να την μεταρρυθμίσει ή να την μειώσει το ίδιο, χωρίς να είναι υποχρεωμένο, αν διαπιστώσει παρανομία αυτής, να αναπέμψει την όλη υπόθεση, προς νέα σύννομη κρίση, στο επιβαλόν αυτήν όργανο». Το πρώτο συμπέρασμα που συνάγεται από την παρουσιαζόμενη απόφαση είναι ότι η εκδίκαση διαφορών που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 6 παρ.1 ΕΣΔΑ από ακυρωτικό δικαστήριο, είτε πρόκειται για το Συμβούλιο της Επικρατείας κατά τη γενική ακυρωτική του αρμοδιότητα (άρθ.95 παρ.1 περ.α Σ), είτε για τακτικό διοικητικό δικαστήριο κατόπιν ειδικής νομοθετικής πρόβλεψης (άρθ. 95 παρ.3 Σ) δεν ικανοποιεί τις απαιτήσεις για μια «δίκαιη δίκη».
Η εν προκειμένω υπόθεση, ωστόσο, εμφανίζει μία ιδιαιτερότητα, κατά το ότι δεν αφορά στη γενική περίπτωση επιβολής μίας κύρωσης από μία οποιαδήποτε διοικητική αρχή, αλλά στην ειδική περίπτωση επιβολής κύρωσης από συνταγματικά προβλεπόμενη ανεξάρτητη αρχή, την ΑΔΑΕ. Ενόψει τούτου, το Δικαστήριο εξετάζει ακολούθως μήπως εν προκειμένω χωρεί εφαρμογή της επίσης βασιζόμενης στη νομολογία του ΕΔΔΑ παρέκκλισης από τον ως άνω κανόνα απαίτησης δικαστηρίου πλήρους δικαιοδοσίας στην περίπτωση που «το διοικητικό (ή πάντως το μη δικαστικό) όργανο, που εξέδωσε την πράξη, η αμφισβήτηση της οποίας προκάλεσε την δικαστική διαφορά, παρέχει αυτό το ίδιο, ως εκ των όρων της λειτουργίας του, ορισμένες εγγυήσεις, τέτοιες που να επιτρέπουν να μπορεί να θεωρηθεί ως «δικαστήριο» για τις ανάγκες εφαρμογής του άρθρου 6 παρ.1 της Ε.Σ.Δ.Α.». Σ’ αυτή την περίπτωση ένα δικαστήριο, καίτοι ακυρωτικό, θα πληροί τους όρους εξασφάλισης του δικαιώματος για δίκαιη δίκη. Επομένως, για τις ανάγκες εξέτασης της δυνατότητας εφαρμογής του ως άνω δεύτερου νομολογιακού κανόνα, το δικαστήριο μεταφέρει την εστίασή του από το ακυρωτικό δικαστήριο σε μία ανεξάρτητη αρχή και συγκεκριμένα στην ΑΔΑΕ. Το επόμενο ζήτημα που τίθεται, επομένως, είναι αν η τελευταία πληροί τις εγγυήσεις του άρθρου 6 παρ.1 ΕΣΔΑ; Αυτές, σύμφωνα με τη νομολογία του ΕΔΔΑ, είναι «ο πάγιος χαρακτήρας του οργάνου αυτού, η αμεροληψία και ανεξαρτησία των μελών του, η εκ μέρους του έκδοση δεσμευτικών για την οικεία έννομη τάξη αποφάσεων, και η δημοσιότητα της ενώπιόν του διαδικασίας». Ο έλεγχος συνδρομής των εγγυήσεων αυτών μέσα από τη νομοθεσία που διέπει την οργάνωση και λειτουργία της ΑΔΑΕ εμφανίζει ως μοναδικό κώλυμα μία κανονιστική διάταξη που απαγορεύει τη δημοσιότητα των συνεδριάσεων της αρχής. Σχετικά με αυτήν, όμως, το δικαστήριο κρίνει ότι κείται εκτός νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως και ότι, άρα, είναι ανίσχυρη και μη εφαρμοστέα, διότι, όπως συνάγεται τόσο από το νόμο, όσο κι από τη συνταγματική αρχή της φανερής δράσεως των πολιτειακών οργάνων, η κεκλεισμένων των θυρών πραγματοποίηση των συνεδριάσεων μπορεί να αποφασίζεται κατ’ εξαίρεση για ορισμένους μόνο λόγους, που αφορούν στην προστασία της ιδιωτικής ζωής ή τη διασφάλιση του κρατικού απορρήτου, και μόνο ύστερα από ειδικά αιτιολογημένη κρίση της Αρχής.
Εκ των ανωτέρω, δύο είναι τα κρίσιμα σημεία της παρουσιασθείσης απόφασης. Πρώτον, ότι η ΑΔΑΕ, ως εκ των όρων λειτουργίας της ως ανεξάρτητης αρχής πληροί όλες τις εγγυήσεις που της επιτρέπουν να θεωρηθεί ως «δικαστήριο» για τις ανάγκες εφαρμογής του άρθρου 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ. Κατ’ αποτέλεσμα, βάσει της εφαρμοζόμενης νομολογίας του ΕΔΔΑ, η σώρευση αυτών των εγγυήσεων με τον καταρχήν ανεπαρκή από πλευράς διασφάλισης μίας δίκαιης δίκης ακυρωτικό δικαστικό έλεγχο είναι που καθιστά τον τελευταίο επαρκή, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ. Η συνολική αυτή κρίση της απόφασης δεν θα πρέπει, ωστόσο, να επισκιάζει τη σημασία του ενδιάμεσου συμπεράσματος που αυτή περικλείει και το οποίο στο πλαίσιο της οικείας αποφάσεως παραμένει θεωρητικό, δεδομένου ότι αυτό δεν αφορά την προκείμενη περίπτωση. Πρόκειται, ειδικότερα, για τη διαπίστωση ότι η εκδίκαση υποθέσεων επιβολής διοικητικών κυρώσεων, πλην των επιβαλλόμενων από ανεξάρτητες αρχές, από τον ακυρωτικό δικαστή προσκρούει στο δικαίωμα για «δίκαιη δίκη» του άρθρου 6 παρ.1 ΕΣΔΑ. Υπό το ισχύον δικονομικό καθεστώς, τέτοιες περιπτώσεις δυνατόν να προκύψουν ως προς το μεν ΣτΕ, δυνάμει του άρθρου 1 παρ. 5 υποπαρ. β’ του ν. 1406/1983, μέσα από πράξεις επιβολής προστίμου που εκδίδει η Τράπεζα της Ελλάδος, ως προς το δε Διοικητικό Εφετείο, κατ’ εφαρμογή των περιπτώσεων ε’, η’, ή ι’ της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 702/1977.
Αξιοπρόσεκτη, στο σημείο αυτό, είναι η αναντιστοιχία μεταξύ Συντάγματος και ΕΣΔΑ που συνάγεται μέσα από την σχολιαζόμενη απόφαση και η οποία συνίσταται στο ότι το ΣτΕ, ως ακυρωτικό δικαστήριο και, μάλιστα, ασκώντας την εκ του άρθρου 95 παρ.1 περ.α’ συνταγματική αρμοδιότητά του, δεν θεωρείται ως «δικαστήριο» από την οπτική γωνία του άρθρου 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ, την ίδια στιγμή που ως τέτοιο θεωρούνται οι συνταγματικά αμφισβητούμενης νομικής φύσης ανεξάρτητες διοικητικές αρχές (εφεξής: ΑΔΑ). Όπως διατυπώνεται κι από τη μειοψηφούσα άποψη, «η υιοθετούμενη από την πλειοψηφία ερμηνευτική εκδοχή εξομοιώνει αδικαιολογήτως, από την άποψη αυτή, χωρίς καμία συνταγματική περί τούτου ένδειξη, τις ανεξάρτητες αρχές προς δικαστήρια, επιτείνοντας, έτσι, την ούτως ή άλλως δυσχερή κατάταξή τους στο όλο σύστημα διασταυρώσεως και αμοιβαίου ελέγχου των λειτουργιών της ελληνικής συνταγματικής τάξεως».
Αλλά και πέραν του Συντάγματος, η ορθότητα της εξομοίωσης μίας ΑΔΑ με δικαστήριο δοκιμάζεται και υπό το πρίσμα του δικαίου της ΕΕ, όπως αυτό ερμηνεύεται από το ΔΕΕ. Το τελευταίο, συγκεκριμένα, με την απόφασή του της 31ης Μαΐου 2005 επί της υπόθεσης C-53/03 («Συνεταιρισμός Φαρμακοποιών Αιτωλίας & Ακαρνανίας (ΣΥΦΑΙΤ) κ.λπ. κατά GlaxoSmithKline plc») έκρινε για την Επιτροπή Ανταγωνισμού, λαμβάνοντας υπόψη – λίγο-πολύ – τα ίδια κριτήρια κατάφασης της δικαιοδοτικής φύσης ενός οργάνου (η ίδρυσή του με νόμο, η μονιμότητά του, ο δεσμευτικός χαρακτήρας της δικαιοδοσίας του, ο κατ’ αντιμωλία χαρακτήρας της ενώπιόν του διαδικασίας, η εκ μέρους του οργάνου αυτού εφαρμογή των κανόνων δικαίου και η ανεξαρτησία του) με εκείνα που συναντώνται και στη νομολογία του ΕΔΔΑ, ότι αυτή δεν συνιστά δικαστήριο. Βαρύνουσα σημασία γι’ αυτή του την κρίση είχε το ότι «η Επιτροπή Ανταγωνισμού τελεί υπό την εποπτεία του Υπουργού Ανάπτυξης», πράγμα που σημαίνει ότι «ο εν λόγω υπουργός έχει, εντός ορισμένων ορίων, εξουσία ελέγχου της νομιμότητας των αποφάσεών» της [σκ.30]. Επομένως, «μολονότι είναι γεγονός ότι τα μέλη της Επιτροπής Ανταγωνισμού απολαύουν, κατά τις διατάξεις του νόμου 703/1977, προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας και ότι, κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους, δεσμεύονται μόνον από το νόμο και τη συνείδησή τους, ωστόσο δεν εξασφαλίζεται ότι η παύση τους ή η ανάκληση του διορισμού τους τυγχάνουν ιδιαιτέρων εγγυήσεων», διότι «το εν λόγω σύστημα δεν είναι, πάντως, ικανό να παρεμποδίσει τις μη προσήκουσες επεμβάσεις ή πιέσεις της εκτελεστικής εξουσίας προς τα μέλη της Επιτροπής Ανταγωνισμού» [σκ.31]. Εξ αυτού συμπεραίνεται, σε σχέση με την σχολιαζόμενη απόφαση, ότι η δημοσιότητα των συνεδριάσεων δεν συνιστά το μοναδικό αποφασιστικό κριτήριο της δικαιοδοτικής φύσης των ΑΔΑ, διότι διαφορετικά θα παραλειπόταν το καίριο χαρακτηριστικό της «ανεξαρτησίας», η έλλειψη του οποίου στην προκείμενη περίπτωση κλίνει σαφώς υπέρ του διοικητικού χαρακτήρα τέτοιων αρχών.
Από την εξεταζόμενη άποψη, ενδιαφέρον παρουσιάζει η προγενέστερη νομολογία του ιδίου δικαστηρίου επί παρεμφερούς ζητήματος. Συγκεκριμένα, η υπ’ αριθ. 189/2007 απόφαση της Ολομελείας του ΣτΕ έκρινε σχετικά με την επάρκεια της δικαστικής προστασίας της ακυρωτικής δίκης επί υποθέσεων που ανακύπτουν από την προσβολή αποφάσεων των πειθαρχικών συμβουλίων των δικηγόρων. Εν προκειμένω, αν και διατυπώνεται με σαφήνεια ότι «τα πειθαρχικά Συμβούλια Δικηγόρων, δεν συνιστούν δικαστήρια και δεν αποτελούν όργανα, εντεταγμένα εις την δικαστικήν οργάνωσιν του Κράτους […] αλλά αποτελούν πειθαρχικά όργανα της Διοικήσεως», κρίνεται ταυτόχρονα ότι «η […] διαγραφομένη, από τας προαναφερθείσας διατάξεις του Κώδικος περί Δικηγόρων, διαδικασία […] ανταποκρίνεται εις τας ως άνω απαιτήσεις, αι οποίαι τάσσονται από την προαναφερθείσα διάταξιν της παρ. 1 του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ και, ως εκ τούτου, τα Πειθαρχικά Συμβούλια των οικείων Δικηγορικών Συλλόγων και το Ανώτατον Πειθαρχικόν Συμβούλιον Δικηγόρων, θεωρούνται ότι αποτελούν «δικαστήριον», κατά την έννοιαν της τελευταίας αυτής διατάξεως». Ως προς δε τη συμβατότητα της ακυρωτικής δίκης που προκαλείται από την προσβολή των συναφών πειθαρχικών αποφάσεων με το άρθρο 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ, το Δικαστήριο κρίνει, αντιθέτως προς την παρουσιασθείσα απόφαση, ότι η αίτηση ακυρώσεως «αποτελεί, εν όψει της παρεχομένης, από το Σύνταγμα και τον νόμον, εις το Δικαστήριον, ευρυτάτης εξουσίας ελέγχου της νομιμότητος των προσβαλλομένων ενώπιόν του πράξεων –η οποία εξικνείται, εις την συγκεκριμένην περίπτωσιν,- μέχρι του ελέγχου τόσον της αντικειμενικής ακριβείας των αιτιολογικών ερεισμάτων της προσβαλλομένης πράξεως (πλάνη περί τα πράγματα) όσον και του κατά πόσον, ο επιδιωκόμενος, από την Διοίκησιν, με την έκδοσιν της διοικητικής πράξεως, σκοπός, είναι ή όχι άλλος από εκείνον, δια τον οποίον προβλέπεται η έκδοσις της από τον νόμον (κατάχρησις εξουσίας, βλ. και άρθρον 48 παρ.4 του π.δ. 18/1989) – σύστημα δικαστικού ελέγχου, πλήρως συμβατόν, προς τας απαιτήσεις της προαναφερθείσης διατάξεως της ΕΣΔΑ» [πρβλ. και την μειοψηφούσα άποψη στην ΟλΣτΕ 3319/2010].
Στη συνέχεια των νομολογιακών εξελίξεων επί του θέματος, το Δ’ Τμήμα του ΣτΕ με την υπ’ αριθ. 2033/2011 απόφασή του, παραπεμπτική της υποθέσεως στην επταμελή σύνθεση, απορρίπτει λόγο ακυρώσεως απόφασης της ΑΔΑΕ περί επιβολής προστίμου, με τον οποίο προβάλλεται, κατά τα γενόμενα δεκτά με την ως άνω απόφαση της Ολομέλειας, ότι η απόφαση ελήφθη χωρίς να έχει τηρηθεί ο ουσιώδης τύπος της δημοσιότητας των συνεδριάσεων. Κι απορρίπτεται ο λόγος αυτός υπό το εξής σκεπτικό: «με την προσβαλλόμενη απόφαση της ΑΔΑΕ επιβλήθηκε πρόστιμο όχι ιδιαιτέρως σημαντικού ύψους (100.000 ευρώ) σε σχέση με τον κύκλο εργασιών επιχειρήσεως, που έχει ιδιαίτερη θέση στην τηλεπικοινωνιακή αγορά, όπου δραστηριοποιείται περιορισμένος κύκλος επιχειρήσεων, αλλά και σε σχέση με το ανώτατο κατά νόμο όριο προστίμου (1.500.000 ευρώ) και, συνεπώς, δεν είναι δυνατόν, στη συγκεκριμένη περίπτωση να γίνει λόγος για διοικητική κύρωση που ισοδυναμεί με ποινή, κατά την έννοια του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ και τη σχετική νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και διότι εν πάση περιπτώσει, στη συγκεκριμένη περίπτωση επρόκειτο για υπόθεση που αφορούσε την προσωπική ζωή συγκεκριμένων φυσικών προσώπων, συνεπώς δε η έλλειψη δημοσιότητας αποσκοπούσε στην προστασία των προσώπων αυτών από την τυχόν δημοσιοποίηση στοιχείων που αφορούσαν την προσωπική τους ζωή, και, επομένως, η έλλειψη αυτή δεν επάγεται, στην συγκεκριμένη περίπτωση, ακυρότητα της προσβαλλομένης πράξεως». Με αυτό το συλλογισμό ανοίγεται ακόμη μία -ειδικότερη- εκδοχή εφαρμογής του άρθρου 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ σε σχέση με τα κριθέντα από την ΟλΣτΕ 3319/2010, για την οποία αναμένεται πλέον η κρίση της επταμελούς συνθέσεως του οικείου Τμήματος.

Συνέπειες της συνταγματικής επιταγής για χωροταξικό σχεδιασμό

ΣτΕ (Ολ.) 3396/2010

Συνέπειες της συνταγματικής επιταγής για χωροταξικό σχεδιασμό

Πρόεδρος: Γ. Παναγιωτόπουλος

Εισηγητής: Κ. Ευστρατίου, Σύμβουλος
Παρουσίαση της απόφασης
Η απόφαση περί χαρακτηρισμού και οριοθετήσεως περιοχής, κειμένης εκτός εγκεκριμένου σχεδίου πόλεως και εκτός οικισμού, ως Π.Ο.Τ.Α. έχει ως αποτέλεσμα τον καθορισμό για πρώτη φορά των συγκεκριμένων χρήσεων γης, οι οποίες επιτρέπονται στην περιοχή αυτή, καθώς και τη θέσπιση περιορισμών που αποβλέπουν στον έλεγχο της εντάσεως καθεμιάς από τις επιτρεπόμενες χρήσεις. Συνεπώς, η απόφαση αυτή, μη περιοριζομένη απλώς στον καθορισμό των ορίων της Π.Ο.Τ.Α., έχει κανονιστικό χαρακτήρα. Ενόψει τούτου, η κοινή υπουργική απόφαση, με την οποία χαρακτηρίστηκαν και οριοθετήθηκαν ως Π.Ο.Τ.Α. εκτάσεις στην περιοχή Ρωμανού του Νομού Μεσσηνίας, καθορίστηκαν οι επιτρεπόμενες χρήσεις γης και θεσπίστηκαν περιορισμοί, ως προς την ένταση των χρήσεων, καθώς και ως προς τη δόμηση, έχει κανονιστικό χαρακτήρα, αποτελεί δε το κανονιστικό πλαίσιο, στο οποίο ευρίσκει έρεισμα η προσβαλλόμενη πράξη περί κηρύξεως αναγκαστικής απαλλοτριώσεως, εφόσον η απαλλοτρίωση αυτή έχει ως σκοπό να αποκτήσει ο φορέας ιδρύσεως και εκμεταλλεύσεως της Π.Ο.Τ.Α. τις εκτάσεις, οι οποίες κείνται εντός των καθορισθέντων με την ανωτέρω κοινή υπουργική απόφαση ορίων της, αλλά ανήκουν σε τρίτους. Κατά την έννοια του άρθρου 24 του Συντάγματος, ο χωροταξικός σχεδιασμός πρέπει να έχει κατ’ αρχήν ολοκληρωθεί πριν από την ανάπτυξη οποιασδήποτε ιδιαιτέρως σημαντικής δραστηριότητας, ώστε να αποφεύγεται η άναρχη ανάπτυξη, που προκαλεί υποβάθμιση ή και καταστροφή του περιβάλλοντος, καθώς και η δημιουργία πραγματικών καταστάσεων, που δυσχεραίνουν και υπονομεύουν την ορθολογική χωροταξία. Και ναι μεν ο συνταγματικός νομοθέτης δεν έθεσε συγκεκριμένη προθεσμία για την ολοκλήρωση του χωροταξικού σχεδιασμού της Xώρας, η έλλειψη, όμως, αυτή δεν έχει την έννοια ότι επιτρέπεται επ’ αόριστον ο σχεδιασμός και η πραγματοποίηση έργων και δραστηριοτήτων, συνεπαγομένων σημαντικές επεμβάσεις στο χώρο και στο περιβάλλον, χωρίς προηγούμενη ολοκλήρωση των χωροταξικών σχεδίων, ιδίως μάλιστα όταν πρόκειται περί έργων και δραστηριοτήτων, των οποίων η πραγματοποίηση δεν επιβάλλεται από την ανάγκη θεραπείας επιτακτικών λόγων δημοσίου συμφέροντος. Διαφορετικά η συνταγματική επιταγή για χωροταξικό σχεδιασμό θα μετέπιπτε σε απλή θεωρητική διακήρυξη αρχής με αποτέλεσμα, παρά την σαφώς αντίθετη βούληση του συνταγματικού νομοθέτη, να παραμένει το περιβάλλον χωρίς ουσιαστική προστασία, αφού θα ήταν δυνατόν να εκτελεσθούν έργα και να αναπτυχθούν δραστηριότητες, με ευρύτερες επιπτώσεις στο περιβάλλον, χωρίς προηγούμενο χωροταξικό σχεδιασμό, με συνέπεια, όταν τελικώς θα ολοκληρωνόταν ο σχεδιασμός αυτός, να ήταν άνευ αξίας, αφού δεν θα αποτελούσε πράγματι σχεδιασμό, αλλά αποδοχή ήδη διαμορφωθείσης πραγματικής καταστάσεως. Από το νομοθετικό καθεστώς, που διέπει τις Π.Ο.Τ.Α., προκύπτει ότι η Π.Ο.Τ.Α. συνεπάγεται εκτεταμένες επεμβάσεις σε εκτός σχεδίου περιοχές, οι οποίες προορίζονται κατ’ αρχήν για γεωργική, δασοπονική ή κτηνοτροφική χρήση, καθώς και για την αναψυχή του κοινού με την διάθεση σε αυτό ελευθέρων χώρων, και όχι για οικιστική ή οργανωμένη τουριστική εκμετάλλευση (πρβλ. Σ.τ.Ε. 535/2003 Ολομ., 3135/2002 Ολομ., 696/1986 Ολομ.). Τούτο, διότι ο καθορισμός περιοχής ως Π.Ο.Τ.Α. συνεπάγεται, κατ’ αποτέλεσμα, ενόψει των επιτρεπομένων να εγκατασταθούν εντός αυτής ποικίλων χρήσεων (όπως ξενοδοχεία, κατοικία, εμπορικά καταστήματα, εστιατόρια, αναψυκτήρια, κέντρα διασκεδάσεως, χώροι συναθροίσεως κοινού, πολιτιστικά κέντρα, κτίρια κοινωνικής πρόνοιας, θρησκευτικοί χώροι, χώροι στάθμευσης, πρατήρια βενζίνης, αθλητικές εγκαταστάσεις, εγκαταστάσεις μέσων μαζικών μεταφορών, συνεδριακά κέντρα, ελικοδρόμια, γήπεδα γκολφ, τουριστικοί λιμένες), την δημιουργία οικισμού, ο οποίος μάλιστα δομείται σύμφωνα με τις διατάξεις περί της εκτός σχεδίου δομήσεως. Εξ άλλου, στην Π.Ο.Τ.Α. είναι δυνατόν να ενταχθούν και περιοχές, που χρήζουν ιδιαίτερης προστασίας κατά το Σύνταγμα, όπως είναι οι δασικές και οι παράκτιες περιοχές και οι αρχαιολογικοί χώροι. Συνεπώς, ενόψει των σημαντικών επιπτώσεων που μπορεί να έχει, κατά τα ανωτέρω, ο καθορισμός περιοχής ως Π.Ο.Τ.Α. στο φυσικό, πολιτιστικό και οικιστικό περιβάλλον, πρέπει να αποτελεί οπωσδήποτε αντικείμενο προηγούμενου χωροταξικού σχεδιασμού. Τούτο, διότι μόνο στο πλαίσιο τέτοιου σχεδιασμού καθίσταται εφικτό να εκτιμηθούν εκ των προτέρων οι επιπτώσεις της παραγωγικής αυτής δραστηριότητας στο περιβάλλον και να προταθούν οι κατάλληλες για την υποδοχή Π.Ο.Τ.Α. γεωγραφικές περιοχές με βάση τους κανόνες της επιστήμης της χωροταξίας, όπως απαιτεί η παρ. 2 του άρθρου 24 του Συντάγματος, όχι δε μόνον με βάση κριτήρια, αφορώντα στην οικονομική ανάπτυξη ή στην ενίσχυση της περιφερειακής αναπτύξεως. Συνεπώς, οι διατάξεις των δύο τελευταίων εδαφίων (δ΄ και ε΄) της παρ. 3 του άρθρου 29 του ν. 2545/1997, οι οποίες επιτρέπουν τον καθορισμό Π.Ο.Τ.Α. σε περιοχή, για την οποία δεν υφίσταται προηγούμενη σχετική πρόβλεψη σε χωροταξικό σχέδιο, αντίκεινται στο άρθρο 24 του Συντάγματος. Την έλλειψη προηγούμενου χωροταξικού σχεδιασμού, δηλαδή την έλλειψη της, εκ των προτέρων, προβλέψεως σε χωροταξικό σχέδιο περιοχής ως κατάλληλης για να χαρακτηρισθεί ως Π.Ο.Τ.Α., δεν δύναται να αναπληρώσει η προβλεπόμενη στις διατάξεις αυτές προηγούμενη έγκριση, στα πλαίσια σχεδιασμού της τουριστικής αναπτύξεως και χαράξεως τουριστικής πολιτικής, γενικών κατευθύνσεων τουριστικής πολιτικής για την δημιουργία Π.Ο.Τ.Α., η πρωτοβουλία για την σύνταξη των οποίων μάλιστα έχει ανατεθεί στον Ε.Ο.Τ., σε νομικό πρόσωπο δηλαδή το οποίο δεν έχει ως σκοπό του, σύμφωνα με τις διατάξεις που το διέπουν, τον χωροταξικό σχεδιασμό, αλλά την οργάνωση, ανάπτυξη και προώθηση του τουρισμού στην Ελλάδα (άρθρο 1 παρ. 3 ν. 2160/1993). Τούτο, διότι οι γενικές αυτές κατευθύνσεις τουριστικής πολιτικής δεν αποτελούν, πάντως, χωροταξικό σχεδιασμό, υπό την έννοια του, κατά τους κανόνες της επιστήμης της χωροταξίας, εκ των προτέρων καθορισμού των περιοχών, στις οποίες επιτρέπεται η δημιουργία Π.Ο.Τ.Α. Εφόσον η κοινή υπουργική απόφαση περί χαρακτηρισμού και οριοθετήσεως της επίμαχης Π.Ο.Τ.Α. Ρωμανού εκδόθηκε χωρίς ο καθορισμός της Π.Ο.Τ.Α. αυτής να έχει αποτελέσει αντικείμενο προηγούμενου χωροταξικού σχεδιασμού, ερείδεται στη διάταξη του προτελευταίου εδαφίου της παρ. 3 του άρθρου 29 του ν. 2545/1997, η οποία, όμως, είναι μη εφαρμοστέα, ως αντικείμενη στο άρθρο 24 του Συντάγματος. Ενόψει τούτου, η ανωτέρω κοινή υπουργική απόφαση δεν είναι νόμιμη. Συνεπώς, η προσβαλλόμενη πράξη κηρύξεως αναγκαστικής απαλλοτριώσεως, εκδοθείσα σε εκτέλεση της εν λόγω μη νόμιμης κοινής υπουργικής αποφάσεως, είναι και αυτή μη νόμιμη και πρέπει να ακυρωθεί, κατά το μέρος που αφορά στα ακίνητα των αιτούντων.
Πλήρες κείμενο της απόφασης
[…]
2. Επειδή, με την αίτηση αυτή, όπως συμπληρώθηκε με το από 20.12.2005 δικόγραφο προσθέτων λόγων, ζητείται η ακύρωση της υπ’ αριθ. 1079579/7291/0010/11.10.2004 αποφάσεως των Υφυπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Τουριστικής Ανάπτυξης (ΦΕΚ Δ΄ 925/18.10.2004), με την οποία κηρύχθηκε αναγκαστική απαλλοτρίωση ακινήτων, συνολικού εμβαδού 260.336,73 τ.μ., υπέρ και με δαπάνες της ανώνυμης εταιρείας «Τουριστικές Επιχειρήσεις Μεσσηνίας Α.Ε.» (ΤΕΜΕΣ Α.Ε.), στις περιοχές Ρωμανού και Πύλου του Νομού Μεσσηνίας, για τη δημιουργία Περιοχής Ολοκληρωμένης Τουριστικής Ανάπτυξης (Π.Ο.Τ.Α.). Με την κρινόμενη αίτηση ζητείται η ακύρωση της ανωτέρω πράξεως, καθό μέρος με αυτήν απαλλοτριώθηκε ακίνητο φερόμενο ως ανήκον στον αιτούντα, στην περιοχή Ρωμανού, εκτάσεως 8.500 τ.μ.
[…]
7. Επειδή, με το άρθρο 1 παρ. 3 περ. β΄ του ν. 2234/1994 «Τροποποίηση και συμπλήρωση του Ν. 1892/1990 κλπ …» (Φ.Ε.Κ. Α΄ 142) προστέθηκε παράγραφος 4 στο άρθρο 3 του ν. 1892/1990, με την οποία ορίσθηκαν τα εξής: «Με προεδρικά διατάγματα που εκδίδονται μετά από πρόταση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας, Τουρισμού, Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων και Γεωργίας μπορεί να καθορίζονται για την τουριστική εν γένει ανάπτυξη της χώρας, Περιοχές Ολοκληρωμένης Τουριστικής Ανάπτυξης (Π.Ο.Τ.Α.) για την εγκατάσταση σε αυτές ξενοδοχειακών μονάδων κάθε μορφής, καθώς και επιχειρήσεων παροχής υπηρεσιών του τουριστικού τομέα, εφόσον πρόκειται για περιοχές που είναι κατάλληλες για ολοκληρωμένη τουριστική ανάπτυξη και δεν διαθέτουν αναπτυγμένη τουριστική υποδομή. Για να εκδοθούν τα ως άνω προεδρικά διατάγματα είναι απαραίτητο προηγουμένως να εκπονηθεί από τον ΕΟΤ και να εγκριθεί από τον Υπουργό Τουρισμού μελέτη τουριστικής ανάπτυξης και αξιοποίησης της συγκεκριμένης περιοχής, στην οποία θα προβλέπεται το είδος και ο αριθμός των μονάδων, ο αριθμός των κλινών, οι ειδικές εγκαταστάσεις, καθώς και οι ελεύθεροι χώροι και οι χώροι πρασίνου που απαιτούνται για την ολοκληρωμένη αξιοποίηση της περιοχής. …». Οι ανωτέρω διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 3 περ. β΄ του ν. 2234/1994 περιελήφθησαν στο π.δ. 456/1995 «Κωδικοποίηση διατάξεων περί επενδυτικών κινήτρων» (Φ.Ε.Κ. Α΄ 269) και απετέλεσαν την παράγραφο 6 του άρθρου 3 του προεδρικού διατάγματος αυτού. Ακολούθως, με το άρθρο 29 του ν. 2545/1997 «Βιομηχανικές και Επιχειρηματικές Περιοχές κλπ…» (Φ.Ε.Κ. Α΄ 254), και υπό τον τίτλο «Περιοχές Ολοκληρωμένης Τουριστικής Ανάπτυξης (Π.Ο.Τ.Α.)», ορίσθηκαν, μεταξύ άλλων, τα εξής: «1. α. Ως Περιοχές Ολοκληρωμένης Τουριστικής Ανάπτυξης (Π.Ο.Τ.Α.) κατά την έννοια … του άρθρου 1 του ν. 2234/1994 … χαρακτηρίζονται δημόσιες ή ιδιωτικές εκτάσεις εκτός εγκεκριμένων σχεδίων πόλεων, εκτός ορίων οικισμών προϋφισταμένων του 1923 και εκτός ορίων οικισμών κάτω των 2.000 κατοίκων, όπου δημιουργείται ένα σύνολο τουριστικών εγκαταστάσεων αποτελούμενο από ξενοδοχεία διαφόρων λειτουργικών μορφών, εγκαταστάσεις ειδικής τουριστικής υποδομής της παρ. 3 του άρθρου 2 του ν. 2160/1993 …, καθώς και συμπληρωματικές εγκαταστάσεις αναψυχής, άθλησης και γενικά υπηρεσιών διάθεσης του ελεύθερου χρόνου των τουριστών. β. … 2. Στις Π.Ο.Τ.Α. επιτρέπεται να περιλαμβάνονται όλες οι χρήσεις του άρθρου 8 του από 23.2.1987 προεδρικού διατάγματος (Φ.Ε.Κ. 166 Δ΄ ), όπως συμπληρώθηκε από την παρ. 18α του άρθρου 6 του ν. 2160/1993, πλην καζίνο. 3. Ο χαρακτηρισμός και η οριοθέτηση των Π.Ο.Τ.Α. γίνεται μετά από αίτηση φυσικών ή νομικών προσώπων του ιδιωτικού και δημόσιου τομέα με κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας, Ανάπτυξης και Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων και ύστερα από γνώμη του οικείου νομαρχιακού συμβουλίου, σε εφαρμογή εγκεκριμένου χωροταξικού σχεδίου, εθνικού ή περιφερειακού επιπέδου, ή τομεακής αναπτυξιακής – χωροταξικής μελέτης και εναρμονίζεται με τις χρήσεις και λειτουργίες της ευρύτερης περιοχής και τους γενικότερους αναπτυξιακούς στόχους. … Εάν δεν υφίσταται εγκεκριμένο χωροταξικό σχέδιο ή τομεακή αναπτυξιακή χωροταξική μελέτη πριν το χαρακτηρισμό και την οριοθέτηση με την παραπάνω κοινή υπουργική απόφαση μιας περιοχής ως Π.Ο.Τ.Α., απαιτείται η σύνταξη και έγκριση γενικών κατευθύνσεων τουριστικής πολιτικής για τη δημιουργία Π.Ο.Τ.Α., σε εθνικό ή περιφερειακό επίπεδο. Οι κατευθύνσεις αυτές συντάσσονται από τον Ε.Ο.Τ. και εγκρίνονται με απόφαση των Υπουργών Ανάπτυξης και Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων. 4. Με την παραπάνω κοινή απόφαση χαρακτηρισμού και οριοθέτησης Π.Ο.Τ.Α. καθορίζονται και εγκρίνονται τα εξής: α. Οι επιτρεπόμενες χρήσεις γης στα πλαίσια εφαρμογής της διάταξης της παρ. 2 του παρόντος άρθρου, καθώς και οι πρόσθετοι περιορισμοί που αποσκοπούν στον έλεγχο της έντασης κάθε χρήσης. β. Οι ειδικότεροι όροι και τα μέτρα προστασίας του περιβάλλοντος από την ίδρυση και λειτουργία της Π.Ο.Τ.Α. γ. Η Γενική Διάταξη των προβλεπόμενων εγκαταστάσεων και η μέγιστη ανά χρήση εκμετάλλευση και τα διαγράμματα των δικτύων υποδομής … δ. Ο φορέας ίδρυσης και εκμετάλλευσης της Π.Ο.Τ.Α. Η μεταβολή της έκτασης των ορίων της Π.Ο.Τ.Α. επιτρέπεται μόνον εφόσον τηρηθούν αναλόγως οι διαδικασίες, που προβλέπονται από τις διατάξεις του παρόντος νόμου για την ίδρυσή της. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Ανάπτυξης και Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καθορίζονται τα απαιτούμενα δικαιολογητικά, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή της παραγράφου αυτής. 5 α. (όπως ίσχυε πριν αντικατασταθεί με την κατωτέρω παρατιθέμενη παρ. 5 του άρθρου 51 του ν. 3105/2003, ΦΕΚ Α΄ 29). Εάν η έκταση της Π.Ο.Τ.Α. δεν πολεοδομείται, επιτρέπεται η σύσταση οριζόντιων ιδιοκτησιών επί των τυχόν εγκρινόμενων μη αμιγώς τουριστικών εγκαταστάσεων, όλες δε οι επιτρεπόμενες να εγκατασταθούν σε αυτή χρήσεις υπόκεινται στους όρους και περιορισμούς της εκτός σχεδίου δόμησης τουριστικών εγκαταστάσεων του από 20.1.1988 προεδρικού διατάγματος (ΦΕΚ 61 Δ΄). Για τον υπολογισμό της μέγιστης εκμετάλλευσης και των λοιπών όρων και περιορισμών δόμησης, οι εκτάσεις της Π.Ο.Τ.Α. νοούνται ως ενιαίο σύνολο. β. … γ. Σε περίπτωση που η Π.Ο.Τ.Α. περιλαμβάνει εκτάσεις ή τμήματα εκτάσεων που υπάγονται σε ειδικό νομικό καθεστώς (π.χ. δασικές εκτάσεις, αρχαιολογικούς χώρους κλπ.) εφαρμόζονται επ’ αυτών οι οικείες διατάξεις. 6. … 7. Οι τυχόν εγκρινόμενες κατά τις διαδικασίες των προηγούμενων παραγράφων μη αμιγώς τουριστικές εγκαταστάσεις των Π.Ο.Τ.Α. δεν επιτρέπεται να υπερβαίνουν το 20% της συνολικής κατά περίπτωση νόμιμης εκμετάλλευσης. 8. Οι διατάξεις των άρθρων 3 παρ. 1, 8 παρ. 1 και 2 και 14 του παρόντος νόμου εφαρμόζονται αναλόγως και στις Π.Ο.Τ.Α. … 9. Η εποπτεία των φορέων ίδρυσης και εκμετάλλευσης των Π.Ο.Τ.Α. ασκείται από τον Υπουργό Ανάπτυξης. 10. Η παρ. 6 του άρθρου 3 του π.δ/τος 456/1995 (ΦΕΚ 269 Α) καταργείται». Με την παρ. 5 του άρθρου 51 του προαναφερθέντος ν. 3105/2003 αντικαταστάθηκε η περίπτωση α΄ της παρ. 5 του άρθρου 29 του ν. 2545/1997 ως εξής: «Εάν η έκταση της Π.Ο.Τ.Α. δεν πολεοδομείται, επιτρέπεται η σύσταση διηρημένων ιδιοκτησιών (οριζοντίων και καθέτων) επί των τυχόν εγκρινομένων μη αμιγώς τουριστικών εγκαταστάσεων, η σύσταση μόνο καθέτων ιδιοκτησιών επί των τουριστικών εγκαταστάσεων, καθώς και η δια συμβάσεων, καταρτιζομένων μεταξύ του φορέα της Π.Ο.Τ.Α. και τρίτων, παραχώρηση σε τρίτους ενοχικών και εμπραγμάτων δικαιωμάτων επί αυτών. … Όλες οι επιτρεπόμενες να εγκατασταθούν σε αυτή χρήσεις υπόκεινται στους όρους και περιορισμούς της εκτός σχεδίου δόμησης τουριστικών εγκαταστάσεων του από 20.1.1988 προεδρικού διατάγματος (ΦΕΚ 61 Δ΄) με την επιφύλαξη όσων ορίζονται διαφορετικά παρακάτω. Η παραχωρούμενη, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 7 της ενότητας Ε΄ (ειδικές διατάξεις και περιορισμοί) του προαναφερόμενου διατάγματος στους οικείους Ο.Τ.Α., έκταση δεν μπορεί να υπερβαίνει το 5% της εντός των ορίων του οικείου Ο.Τ.Α. περιεχόμενης έκτασης της Π.Ο.Τ.Α. Για τον υπολογισμό της μέγιστης εκμετάλλευσης και των λοιπών όρων και περιορισμών δόμησης, οι εκτάσεις της Π.Ο.Τ.Α. νοούνται ως ενιαίο σύνολο». Εξάλλου, στο άρθρο 14 του ν. 2545/1997, στις διατάξεις του οποίου παραπέμπει η παρατεθείσα ανωτέρω παράγραφος 8 του αφορώντος στις Π.Ο.Τ.Α. άρθρου 29 του ίδιου νόμου, υπό τον τίτλο «Απαλλοτριώσεις – Παραχώρηση χρήσης αιγιαλού και παραλίας», ορίζονται, μεταξύ άλλων, τα εξής: «1. Για τον καθορισμό και την οργάνωση της Β.Ε.ΠΕ. [Βιομηχανική και Επιχειρηματική Περιοχή] επιτρέπεται η αναγκαστική απαλλοτρίωση, υπέρ του φορέα Β.Ε.ΠΕ. και με δαπάνες του, ακινήτων ή η σύσταση δουλείας ή άλλων εμπραγμάτων δικαιωμάτων επί ακινήτων, που περιλαμβάνονται στις Β.Ε.ΠΕ. και των τυχόν, εκτός από αυτές, αναγκαίων ακινήτων για την οργάνωση των Β.Ε.ΠΕ. και την εκτέλεση έργων υποδομής (οδοποιΐας, ύδρευσης, αποχέτευσης, ηλεκτροδότησης, τηλεπικοινωνιών) και κάθε άλλου απαραίτητου έργου για την εγκατάσταση και λειτουργία των επιχειρήσεων. 2. Η αναγκαστική απαλλοτρίωση ακινήτων (αστικών και αγροτικών) πραγματοποιείται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Ανάπτυξης ύστερα από αιτιολογημένη αίτηση του ενδιαφερόμενου φορέα Β.Ε.ΠΕ. Η ίδρυση Β.Ε.ΠΕ. θεωρείται πάντοτε ότι αφορά δημόσια ωφέλεια. Είναι επίσης δυνατή η κήρυξη επειγουσών απαλλοτριώσεων σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις. 3. Για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης και την αναγνώριση δικαιούχων εφαρμόζεται η διαδικασία που προβλέπεται για τις αναγκαστικές απαλλοτριώσεις … 4. … 6. Για την πραγμάτωση των σκοπών της Β.Ε.ΠΕ. επιτρέπεται η παραχώρηση στο φορέα Β.Ε.ΠΕ. της χρήσης αιγιαλού και παραλίας και του δικαιώματος εκτέλεσης, χρήσης και εκμετάλλευσης λιμενικών έργων ή επέκτασης ήδη υφιστάμενων στην περιοχή λιμενικών εγκαταστάσεων. Η παραχώρηση γίνεται για χρονικό διάστημα μέχρι πενήντα (50) χρόνων … 7. Ο φορέας Β.Ε.ΠΕ., με εξαίρεση τις περιπτώσεις εθνικής ανάγκης, έχει το δικαίωμα της αποκλειστικής και με αντάλλαγμα χρήσης της ζώνης αιγιαλού – παραλίας για την κατασκευή λιμενικών έργων που εκτελεί … 8. …».
8. Επειδή, ως προς τις επιτρεπόμενες χρήσεις γης εντός των Π.Ο.Τ.Α., η παρατεθείσα στην προηγούμενη σκέψη παράγραφος 2 του άρθρου 29 του ν. 2545/1997 παραπέμπει στις διατάξεις του άρθρου 8 του από 23.2.1987 π.δ/τος «Κατηγορίες και περιεχόμενο χρήσεων γης» (Φ.Ε.Κ. Δ΄ 166), με το οποίο καθορίσθηκαν, κατ’ εξουσιοδότηση της παρ. 1 του άρθρου 15 του ν. 1561/1985 (Φ.Ε.Κ. Α΄ 148), οι κατηγορίες και το περιεχόμενο των χρήσεων γης στις περιοχές των γενικών πολεοδομικών σχεδίων. Το ανωτέρω από 23.2.1987 προεδρικό διάταγμα καθορίζει, στο άρθρο 1, τις κατηγορίες χρήσεων γης στις περιοχές των γενικών πολεοδομικών σχεδίων, αφενός μεν σύμφωνα με την γενική πολεοδομική τους λειτουργία (παρ. Α), μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η κατηγορία χρήσεως «τουρισμός – αναψυχή» (άρθρο 8), αφετέρου δε σύμφωνα με την ειδική πολεοδομική τους λειτουργία (παρ. Β). Στα επόμενα άρθρα 2-10 του προαναφερθέντος από 23.2.1987 προεδρικού διατάγματος καθορίζεται το περιεχόμενο των γενικών κατηγοριών χρήσεων, με την περιοριστική απαρίθμηση των χρήσεων γης κατά την ειδική πολεοδομική τους λειτουργία, που επιτρέπεται να αποτελέσουν περιεχόμενο των γενικών κατηγοριών. Στο άρθρο 8 του εν λόγω προεδρικού διατάγματος, με τίτλο «Περιεχόμενο τουρισμού – αναψυχής», ορίζεται ότι «Στις περιοχές τουρισμού – αναψυχής επιτρέπονται μόνο: 1. Ξενώνες, ξενοδοχεία και λοιπές εγκαταστάσεις 2. Κατοικία. 3. Εμπορικά καταστήματα. 4. Εστιατόρια. 5. Αναψυκτήρια. 6. Κέντρα διασκέδασης, αναψυχής. 7. Χώροι συνάθροισης κοινού. 8. Πολιτιστικά κτίρια και εν γένει πολιτιστικές λειτουργίες. 9. Κτίρια κοινωνικής πρόνοιας. 10. Θρησκευτικοί χώροι. 11. Κτίρια, γήπεδα στάθμευσης. 12. Πρατήρια βενζίνης. 13. Αθλητικές εγκαταστάσεις. 14. Εγκαταστάσεις μέσων μαζικών μεταφορών». Ακολούθως, με την παρ. 18 του άρθρου 6 του ν. 2160/1993 (ΦΕΚ Α΄ 118) ορίσθηκε ότι στις περιπτώσεις του άρθρου 8 του π.δ/τος της 23.2.1987 «προστίθενται νέες περιπτώσεις 15, 16, 17, 18, 19 ως ακολούθως: ‘‘15. Συνεδριακά κέντρα. 16. Ελικοδρόμια. 17. Καζίνα. 18. Γήπεδα γκολφ. 19. Τουριστικοί λιμένες’’», ενώ με την παρ. 2 του άρθρου 6 του μεταγενεστέρου ν. 3139/2003 (Φ.Ε.Κ. Α΄ 100) προστέθηκε στο άρθρο 8 του από 23.2.1987 π.δ/τος περίπτωση 20 «εγκαταστάσεις εμπορικών εκθέσεων – εκθεσιακά κέντρα».
9. Επειδή, περαιτέρω, κατ’ εξουσιοδότηση της παρατεθείσης στην έβδομη σκέψη διατάξεως του τελευταίου εδαφίου της παρ. 3 του άρθρου 29 του ν. 2545/1997 εκδόθηκε η υπ’ αριθ. Τ/3522/9.7.1998 κοινή απόφαση των Υπουργών Ανάπτυξης και Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων (ΦΕΚ Β΄ 822/6.8.1998), με την οποία εγκρίθηκε, ως είχε, η υπ’ αριθ. 500309/22.4.1998 απόφαση του Γενικού Γραμματέα του Ελληνικού Οργανισμού Τουρισμού (Ε.Ο.Τ.), με τίτλο «Γενικές κατευθύνσεις τουριστικής πολιτικής για τη δημιουργία Περιοχών Ολοκληρωμένης Τουριστικής Ανάπτυξης σε εθνικό επίπεδο». Στα τρία πρώτα κεφάλαια της αποφάσεως αυτής του Γενικού Γραμματέα του ΕΟΤ (με τίτλους «Ποσοτική και ποιοτική εικόνα του ελληνικού τουρισμού», «Οι επιλογές της ισχύουσας τουριστικής πολιτικής» και «Το πρόβλημα της προσθήκης νέων κλινών στο υφιστάμενο δυναμικό – Η δημιουργία νέων τουριστικών προορισμών») αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα εξής: Α) Βάσει των στατιστικών στοιχείων, ο τουρισμός εμφανίζει μεγάλη συμβολή στους κρίσιμους δείκτες της οικονομίας (συμμετοχή στο ΑΕΠ κατά 8,45%, στους άδηλους πόρους κατά 30,41%, στην κάλυψη του εμπορικού ελλείμματος κατά 33,85%, ενώ καταναλώνει προϊόντα των λοιπών παραγωγικών κλάδων σε ποσοστό 14,7% επί του ΑΕΠ). Β) Ο τουρισμός στην Ελλάδα χαρακτηρίζεται από συγκέντρωση της δραστηριότητας σε ορισμένες μόνο περιοχές, απόλυτη σχεδόν κυριαρχία του μοντέλου του μαζικού τουρισμού χαμηλής συναλλαγματικής απόδοσης και αυστηρά εποχική ζήτηση. Ο συνδυασμός των χαρακτηριστικών αυτών ευθύνεται για τη συνεχή υποβάθμιση των παρεχομένων υπηρεσιών, λόγω της υπερπροσφοράς κλινών στις περιοχές συγκέντρωσης και της στήριξης της ανταγωνιστικότητας αποκλειστικά στη χαμηλή τιμή, και την αρνητική εξέλιξη στις αφίξεις και διανυκτερεύσεις. Γ) Σε διεθνές επίπεδο παρατηρείται αφ’ ενός μεν φθίνουσα πορεία της Μεσογείου ως προορισμού μαζικού τουρισμού κατά το ελληνικό πρότυπο, αφ’ ετέρου δε σταδιακή στροφή σε πιο εξειδικευμένα τουριστικά προϊόντα που ενσωματώνουν τους αξιόλογους φυσικούς, πολιτιστικούς και κοινωνικούς πόρους του τόπου διακοπών και προϋποθέτουν την ενεργή συμμετοχή του τουρίστα στην επιλογή του τόπου αυτού. Πρόκειται για τις λεγόμενες νέες ή θεματικές μορφές τουρισμού, οι οποίες μπορούν να εξυπηρετηθούν από μονάδες που δημιουργούνται εξ αρχής, κατά τρόπο τέτοιο ώστε να συνιστούν πλήρεις και αυτόνομες αγορές, προσανατολισμένες από τα πρώτα στάδια του σχεδιασμού τους σε ζήτηση υψηλής στάθμης και ειδικών μορφών τουρισμού. Τέτοιους διαφοροποιημένους προορισμούς διακοπών αποτελούν οι Π.Ο.Τ.Α., οι οποίες είναι σύνολα τουριστικών εγκαταστάσεων, αποτελούμενα από ξενοδοχεία διαφόρων λειτουργικών μορφών, εγκαταστάσεις ειδικής τουριστικής υποδομής, καθώς και συμπληρωματικές εγκαταστάσεις αναψυχής, άθλησης και γενικά υπηρεσιών διάθεσης του ελεύθερου χρόνου των τουριστών. Δ) Οι Π.Ο.Τ.Α. θα χρησιμοποιηθούν ως χρηματοδοτικό εργαλείο (μέσω του αναπτυξιακού ν. 2601/1998), με φειδώ τα επόμενα 5-10 έτη, ώστε να δοκιμασθεί ο θεσμός και στην πράξη και να «ανοίξουν» λίγοι νέοι προορισμοί/αγορές, που θα μπορέσουν να ανταπεξέλθουν στον ανταγωνισμό στο χώρο της Μεσογείου και να προσελκύσουν διαφοροποιημένη ζήτηση υψηλών εισοδημάτων. Περαιτέρω, στο κεφάλαιο με τον τίτλο «Όροι – Προϋποθέσεις ίδρυσης Περιοχών Ολοκληρωμένης Τουριστικής Ανάπτυξης» της ανωτέρω, υπ’ αριθ. 500309/22.4.1998, αποφάσεως του Γενικού Γραμματέα του Ε.Ο.Τ. ορίζονται τα εξής: «Οι Π.Ο.Τ.Α. αποτελούν μορφή ιδιωτικής επένδυσης, που είναι δυνατόν να ενταχθεί στα κίνητρα του αναπτυξιακού νόμου σύμφωνα με τους όρους και τις διαδικασίες του νόμου αυτού. Προϋποθέσεις για τη δημιουργία Π.Ο.Τ.Α. είναι οι ακόλουθες: 1. Περιοχή κατάλληλη για ολοκληρωμένη τουριστική ανάπτυξη, που όμως δεν διαθέτει ανεπτυγμένη τουριστική υποδομή και δη μεγάλο συγκριτικά αριθμό τουριστικών καταλυμάτων. Ως «κατάλληλη για ολοκληρωμένη τουριστική ανάπτυξη» νοείται η ευρύτερη περιοχή, που διαθέτει τους αναγκαίους αξιόλογους φυσικούς, πολιτιστικούς και ανθρώπινους πόρους, διαθέτει δηλαδή τα αναγκαία για την προσέλκυση διεθνούς τουριστικής ζήτησης πρωτογενή στοιχεία. [Λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη η ποικιλία τοπίων, η ύπαρξη δασών, λιμνών, σπηλαίων, βιοτόπων, ιαματικών πηγών, τοπίων ιδιαιτέρου φυσικού κάλλους, ακτών μεγάλου μήκους ή/και εντυπωσιακού διαμελισμού, ήπιο κλίμα, πλεονάζον ισοζύγιο ύδατος, καθώς και αναγνωρισμένοι αρχαιολογικοί χώροι και μνημεία, ευρέος χρονικού φάσματος, παραδοσιακοί οικισμοί, επίπεδα πολιτιστικής ανάπτυξης κ.ά.]. Η «καταλληλότητα» αυτή της ευρύτερης περιοχής αξιολογείται κατά κύριο λόγο σε επίπεδο νομού (ή νησιού) και δευτερευόντως σε επίπεδο γεωγραφικής περιφέρειας. Η ύπαρξη ή όχι «ανεπτυγμένης τουριστικής υποδομής» εξετάζεται σε επίπεδο νομού (ή νησιού). 2. Διάθεση δημόσιας ή ιδιωτικής έκτασης ελάχιστης επιφάνειας 800.000 μ2, ενιαίας (δηλαδή χωρίς παρεμβολή ιδιοκτησιών τρίτων) σε ποσοστό τουλάχιστον 85%, που θα πρέπει να βρίσκεται σε χρονοαπόσταση 90 λεπτών της ώρας το πολύ από αεροδρόμιο ικανό να δεχθεί τακτικές και ναυλωμένες πτήσεις από την Ελλάδα και το εξωτερικό. 3. Ύπαρξη διαπιστωμένου επενδυτικού ενδιαφέροντος του ιδιωτικού τομέα. Δικαιούμενοι να εκδηλώσουν ενδιαφέρον είναι φυσικά ή νομικά πρόσωπα ιδιοκτήτες της έκτασης και συγχρόνως υποψήφιοι επενδυτές ή κοινοπραξίες, στις οποίες συμμετέχει και ο ιδιοκτήτης/ες της έκτασης. … Οι επιθυμούντες να εκδηλώσουν το ενδιαφέρον τους θα πρέπει να είναι σε θέση να χρηματοδοτήσουν το συνολικό επενδυτικό πρόγραμμα κατά τους όρους του αναπτυξιακού νόμου και συγκεκριμένα: 3.1 Λαμβάνοντες τα κίνητρα του Ν. 2601/98 για τα ξενοδοχειακά καταλύματα και τις υπαγόμενες στον ίδιο νόμο εγκαταστάσεις ειδικής τουριστικής υποδομής (συνεδριακά κέντρα, λιμένες αναψυχής, κέντρα θαλασσοθεραπείας, κέντρα τουρισμού υγείας, γήπεδα γκολφ, εγκαταστάσεις χιονοδρομικού τουρισμού, υδροθεραπευτήρια, κέντρα προπονητικού – αθλητικού τουρισμού). 3.2. Ο επενδυτής θα πρέπει –εφόσον θα προσφύγει και σε δανειοδότηση για την κάλυψη μέρους του συνολικού κόστους της επένδυσης– να έχει εξασφαλίσει το θετικό ενδιαφέρον έγκυρου τραπεζικού οργανισμού. 3.3. Ακόμη, θα πρέπει να έχει σοβαρή επιχειρηματική εμπειρία στην οργάνωση και λειτουργία τουριστικών επιχειρήσεων ή να εξασφαλίζει με σχετική σύμβαση τη συνεργασία φορέα, που διαθέτει το προσόν αυτό. 4. Το επενδυτικό σχέδιο για τη δημιουργία Π.Ο.Τ.Α. θα πρέπει να συνεπάγεται ελάχιστο συνολικό ύψος επένδυσης 20 δισ. δραχμές (εξαιρουμένης της αξίας της γης, …) και να περιλαμβάνει : – Τουριστικά καταλύματα (κύρια και μη κύρια ξενοδοχειακά) διαφόρων λειτουργικών μορφών και τάξεων ΑΑ και Α, τουλάχιστον 1500 συνολικά κλινών. – Κέντρα εστίασης – αναψυχής διαφόρων λειτουργικών μορφών. – Δύο τουλάχιστον εγκαταστάσεις ειδικής τουριστικής υποδομής (όπως π.χ. μαρίνα, συνεδριακό κέντρο, γήπεδο γκολφ, κέντρο θαλασσοθεραπείας, κέντρο τουρισμού υγείας, υδροθεραπευτήριο, χιονοδρομικό κέντρο, θεματικό πάρκο, αθλητικό – προπονητικό κέντρο). – Εμπορικό κέντρο ή και ολοκληρωμένο συγκρότημα παραδοσιακής βιοτεχνίας. – Λουτρικές εγκαταστάσεις, αν η έκταση είναι παραθαλάσσια. – Αθλητικές εγκαταστάσεις και, – προαιρετικά, οικιστικό συγκρότημα. … 5. Συμβατότητα της επένδυσης με τα κριτήρια της χωροταξικής, πολεοδομικής και περιβαλλοντικής πολιτικής και καταλληλότητα του χώρου για την ανάπτυξη της αιτούμενης χρήσης. 6. Π.Ο.Τ.Α. δεν δημιουργούνται … όπου υφίσταται ικανοποιητική εν όλω ή εν μέρει τουριστική ανωδομή (καταλύματα) ενώ είναι δυνατόν να χωροθετηθούν στα λοιπά … τμήματα της Επικράτειας, εφόσον συντρέχουν τα ακόλουθα επί μέρους κριτήρια (που ελέγχονται σε επίπεδο νομού ή νησιού): 6.α. Δημογραφικά κριτήρια 6.α.1. πληθυσμός που μεταξύ των δύο τελευταίων απογραφών εμφανίζει μείωση ή περιορισμένη αύξηση (όχι άνω του 5%) 6.α.2. αγροτικός πληθυσμός σε ποσοστό ανώτερο του μέσου εθνικού όρου (δηλ. του 28,4%) 6.α.3. προϊούσα γήρανση του πληθυσμού 6.α.4. περιοχές αραιοκατοικημένες: αριθμός κατοίκων ανά τ.χλμ. μικρότερος του μέσου εθνικού όρου (δηλ. των 79,2 κατοίκων) 6.α.5. ύπαρξη έντονης αστικής πόλωσης 6.β. Ύπαρξη τεχνικής υποδομής 6.β.1. οδικό δίκτυο αρκετά ανεπτυγμένο, με ικανό ποσοστό ασφαλτόστρωσης β.2. θαλάσσιες συγκοινωνίες υπαρκτές, έστω και μικρής σημασίας. Ύπαρξη υποδομής σε μαρίνες και αλιευτικά καταφύγια 6.β.3. αεροπορική συγκοινωνία. Χρονοαπόσταση από διεθνές αεροδρόμιο στην έκταση της ΠΟΤΑ μικρότερη των 90 λεπτών 6.β.4. μη ανεπτυγμένο βιομηχανικό δυναμικό 6.β.5. επαρκής υποδομή βασικής, μέσης και ανωτέρας εκπαίδευσης, καθώς και υποδομή υγείας (νομαρχιακό νοσοκομείο) 6.γ. Κριτήρια σχετικά με την Απασχόληση 6.γ.1. μείωση απασχόλησης στον πρωτογενή τομέα 6.γ.2. τάση αύξησης της απασχόλησης στον τριτογενή τομέα 6.γ.3. αυξητική τάση του ποσοστού ανεργίας 6.δ. Κριτήρια τουριστικής ανάπτυξης 6.δ.1. υφιστάμενο μέγεθος τουριστικού τομέα κατώτερο των δυνατοτήτων που διαγράφουν οι τουριστικοί πόροι της περιοχής 6.δ.2. ύπαρξη ξενοδοχειακών κλινών σε ποσοστό < 1%="" του="" συνόλου="" της="" χώρας="" 6.δ.3.="" ύπαρξη="" ξενοδοχειακών="" κλινών="" σε="" αριθμό="">< 50="" κλινών="" 1000="" κατοίκους="" 6.δ.4.="" ανυπαρξία="" ξενοδοχειακών="" κλινών="" αα΄="" τάξης="" 6.δ.5.="" ανυπαρξία="" κλινών="" α΄="" τάξης="" ή="" περιορισμός="" τους="" μόνο="" στα="" αστικά="" κέντρα="" 6.δ.6.="" οι="" πραγματοποιούμενες="" συνολικά="" διανυκτερεύσεις="" σε="" κύρια="" ξενοδοχειακά="" καταλύματα="" να="" μην="" υπερβαίνουν="" το="" 1%="" του="" συνόλου="" της="" χώρας="" 6.δ.7.="" οι="" πραγματοποιούμενες="" διανυκτερεύσεις="" αλλοδαπών="" να="" μην="" υπερβαίνουν="" το="" 0,5%="" του="" συνόλου="" της="" χώρας.="" 7.="" …».="">
10. Επειδή, εξάλλου, κατ’ εξουσιοδότηση της παρατεθείσης στην έβδομη σκέψη διατάξεως της παρ. 4 του άρθρου 29 του ν. 2545/1997 εκδόθηκε η υπ’ αριθ. Τ/751/10.2.1998 απόφαση της Υπουργού Ανάπτυξης και του Υφυπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, με τίτλο «Απαιτούμενα δικαιολογητικά, διαδικασίες και ρύθμιση λοιπών λεπτομερειών για την εφαρμογή των διατάξεων της παρ. 4 του άρθρ. 29 του Ν. 2545/97…» (ΦΕΚ Β΄ 149). Στην παράγραφο 1 της ανωτέρω αποφάσεως, η οποία έχει τον τίτλο «Απαιτούμενα δικαιολογητικά για την εφαρμογή των διατάξεων της παρ. 4 του άρθρ. 29 του Ν. 2545/97», ορίζεται ότι ο ενδιαφερόμενος επενδυτής οφείλει να υποβάλλει, μεταξύ άλλων δικαιολογητικών, «α. … β. Έκθεση συνοπτικής παρουσίασης της φυσιογνωμίας της περιοχής, όπως αυτή προσδιορίζεται από τις χωρικές ενότητες που προβλέπονται στο σχετικό εγκεκριμένο χωροταξικό σχέδιο, εθνικού ή περιφερειακού επιπέδου, ή τη σχετική τομεακή – αναπτυξιακή μελέτη ή τις γενικές κατευθύνσεις τουριστικής πολιτικής για τη δημιουργία Π.Ο.Τ.Α., σε εθνικό ή περιφερειακό επίπεδο, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παρ. 3 του άρθρ. 29 του Ν. 2545/97. Η έκθεση περιλαμβάνει ενδεικτικά τη θέση της περιοχής ως προς τον ευρύτερό της φυσικό και αναπτυξιακό χώρο, γεωμορφολογικά δεδομένα, κλιματικά δεδομένα, στοιχεία για τη συγκοινωνιακή υποδομή και τις λοιπές εξυπηρετήσεις, δημογραφικά και οικονομικά δεδομένα της περιοχής, αναπτυξιακά δεδομένα, δυνατότητες και επιλογές του επενδυτή, κ.λπ. γ. Έκθεση αναλυτικής παρουσίασης της υφιστάμενης κατάστασης στον τομέα του Τουρισμού, που περιλαμβάνει ενδεικτικά μεγέθη τουριστικής ζήτησης και προσφοράς …, κατάσταση υποδομής, γενικής και ειδικής τουριστικής, και δυνατότητες βελτίωσής της στο άμεσο μέλλον, φυσικούς, ανθρωπογενείς και ανθρώπινους πόρους, που ενδιαφέρουν τον Τουρισμό κ.λπ. δ. Περιγραφή της προτεινόμενης για τη δημιουργία Π.Ο.Τ.Α. έκτασης (ή εκτάσεων) και της άμεσα ευρύτερης περιοχής. Ειδικότερα περιγραφή: Του φυσικού και δομημένου περιβάλλοντός της. Της υφισταμένης υποδομής, τεχνικής και κοινωνικής, και τεκμηριωμένη εκτίμηση της επάρκειάς της. Των δεσμεύσεων που προκύπτουν από την ύπαρξη ίδιων νομικών καθεστώτων, άλλων υφιστάμενων ή θεσμοθετημένων χρήσεων γης ή αναπτυξιακών προγραμμάτων άλλων φορέων. … Του ιδιοκτησιακού καθεστώτος της έκτασης (ή των εκτάσεων) … Του θεσμικού καθεστώτος δόμησης της έκτασης ή των εκτάσεων (εκτός σχεδίου δόμηση, Ζ.Ο.Ε., Γ.Π.Σ.). Η ως άνω περιγραφή συνοδεύεται από: i) γενικό τοπογραφικό διάγραμμα της ευρύτερης περιοχής σε κλίμακα 1:5000, όπου σημειώνονται τα όρια της προτεινόμενης για Π.Ο.Τ.Α έκτασης (ή εκτάσεων), με απεικόνιση των χρήσεων γης, που υφίστανται εντός αυτής και στην ευρύτερη περιοχή και σε ακτίνα 1000 μ. τουλάχιστον από τα όριά της (δασικές εκτάσεις, γεωργικές αρδευόμενες εκτάσεις, οικισμοί, δρόμοι, βιομηχανικές περιοχές, αρχαιολογικοί χώροι, τουριστικές εγκαταστάσεις, προστατευόμενες περιοχές κ.λπ.), ii) χάρτη προσανατολισμού σε κλίμακα 1:200.000 σε μέγεθος σελίδας με το χώρο επέμβασης και υπόμνημα για πόλεις, οικισμούς, δρόμους, χώρους με ιδιαίτερο ενδιαφέρον κ.λπ. και iii) … ε. Έκθεση παρουσίασης του προγράμματος τουριστικής αξιοποίησης με πρόταση για τις εντός Π.Ο.Τ.Α. επί μέρους χρήσεις γης στο πλαίσιο εφαρμογής της διάταξης της παρ. 2 του άρθρου 29 του Ν. 2545/97, μεγέθη – δυναμικότητες, προτεινόμενους όρους και περιορισμούς δόμησης, προτεινόμενη μέγιστη ανά χρήση εκμετάλλευση και αναγκαία έργα γενικής και ειδικής τουριστικής υποδομής. H έκθεση αυτή, στην περίπτωση, που η προτεινόμενη Π.Ο.Τ.Α. προβλέπεται να υλοποιηθεί κατ’ εφαρμογή της διάταξης της παρ. 5 εδάφ. α΄ του άρθρου 29 του Ν. 2545/97, συνοδεύεται από Σχέδιο Γενικής Διάταξης των προβλεπόμενων εγκαταστάσεων, … στην οποία απεικονίζονται τα ανωτέρω στοιχεία της έκθεσης καθώς και τα διαγράμματα εσωτερικής υποδομής της έκτασης. στ. Έκθεση κατ’ αρχήν αξιολόγησης των χωροταξικών και περιβαλλοντικών επιπτώσεων από την ίδρυση και λειτουργία της Π.Ο.Τ.Α. με περιεχόμενα: Αναμενόμενες επιπτώσεις στον πληθυσμό από δημογραφική, οικονομική και κοινωνική σκοπιά. Αναμενόμενες επιπτώσεις στο οικιστικό δίκτυο: εξετάζονται οι αναμενόμενες επιπτώσεις: – στον πρωτογενή τομέα και ιδιαίτερα στη γεωργία π.χ. πιέσεις για αλλαγή των χρήσεων γης, υπερεξάντληση φυσικών πόρων, όπως το νερό, ανταγωνισμός στην απασχόληση (π.χ. εγκατάλειψη της γεωργίας και στροφή προς τις υπηρεσίες, οικοδομικές εργασίες κ.λπ.), τάσεις διεύρυνσης ή συρρίκνωσης της τοπικής παραγωγής και αγοράς κ.λπ. – στο δευτερογενή τομέα π.χ. ανάπτυξη παραδοσιακής βιομηχανίας, οικοδομικών εργασιών, ανταγωνισμός στην απασχόληση – στον τριτογενή τομέα, συμπεριλαμβανομένων των επιπτώσεων στο ήδη επενδεδυμένο στον Τουρισμό κεφάλαιο από την αύξηση της τουριστικής προσφοράς, την ένταξη εγκαταστάσεων ειδικής τουριστικής υποδομής στο τοπικό τουριστικό προϊόν και γενικά τις αναμενόμενες επιπτώσεις στον συναγωνισμό. Αναμενόμενες επιπτώσεις στο φυσικό περιβάλλον: Εξετάζονται οι αναμενόμενες επιπτώσεις στο έδαφος, τον αέρα, τη χλωρίδα, στην πανίδα, στους λοιπούς φυσικούς πόρους (με ιδιαίτερη έμφαση στην επάρκεια των υδάτινων πόρων της περιοχής και τη χωρητικότητα των ακτών προκειμένου για Π.Ο.Τ.Α. που έχουν ως πόλο έλξης τη θάλασσα) και στην αισθητική του τοπίου. Η αξιολόγηση της αντοχής των φυσικών πόρων θα πρέπει να συνεκτιμά όχι μόνο την επιβάρυνση από τη δημιουργία της Π.Ο.Τ.Α. αλλά και την τυχόν επιβάρυνση της περιοχής από τη βελτίωση της προσπελασιμότητας και των εξυπηρετήσεων. Αναμενόμενες επιπτώσεις στην πολιτιστική κληρονομιά: Εξετάζεται η συμβατότητα της επιδιωκόμενης ανάπτυξης με την ανάγκη προστασίας του τοπίου σε περίπτωση γειτνίασης με αρχαιολογικούς χώρους, παραδοσιακούς οικισμούς κ.λπ., αλλά και οι επιπτώσεις από την αναμενόμενη αύξηση των επισκεπτών στους παραπάνω τουριστικούς πόρους. Εξαγωγή συνθετικών συμπερασμάτων (αναμενόμενες επιπτώσεις από την ίδρυση και λειτουργία της Π.Ο.Τ.Α.). Προβλεπόμενα μέτρα για την πρόληψη, τον περιορισμό ή / και την εξουδετέρωση των δυσμενών επιπτώσεων από την ίδρυση και λειτουργία της Π.Ο.Τ.Α. Μέτρα (έργα, ρυθμίσεις κ.λπ.) που, κατά τον επενδυτή, κρίνεται σκόπιμο να αναλάβει ο δημόσιος τομέας για την ενίσχυση των υποδομών της ευρύτερης περιοχής, με αδρομερή εκτίμηση του κόστους. ζ. Οικονομικά στοιχεία – χρηματοδότηση: Η σχετική έκθεση περιλαμβάνει: Συνολικό εκτιμώμενο κόστος επένδυσης … Χρηματοδοτικό σχήμα (επιχορήγηση αναπτυξιακού νόμου, ίδια συμμετοχή, δανειακά κεφάλαια)». Στην παράγραφο 2 της ανωτέρω, υπ’ αριθ. Τ/751/10.2.1998, κοινής υπουργικής αποφάσεως, η οποία έχει τον τίτλο «Διαδικασία χαρακτηρισμού και οριοθέτηση μιας Π.Ο.Τ.Α.», ορίζεται ότι ο φάκελος με τα οριζόμενα στο κεφάλαιο 1 δικαιολογητικά υποβάλλεται στον ΕΟΤ (περ. α΄), μερίμνη του οποίου δύο εκ των κατατιθεμένων έξι αντιτύπων του φακέλου διαβιβάζονται στις Διευθύνσεις Χωροταξίας και Περιβαλλοντικού Σχεδιασμού του Υπουργείου Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων Έργων (περ. β΄), ότι, εντός 20 ημερών από την λήψη του φακέλου, οι αρμόδιες υπηρεσίες του ΕΟΤ (Διευθύνσεις Α΄ Έρευνας – Ανάπτυξης και Β΄ Εφαρμογής Προγραμμάτων και Χωροταξίας) και οι ανωτέρω αρμόδιες υπηρεσίες του Υπουργείου καθορίζουν κοινή σύσκεψη, κατά την οποία συντάσσουν κοινό πρακτικό, στο οποίο βεβαιώνεται: «– η τυπική και ουσιαστική συμβατότητα του φακέλου σύμφωνα με τα υπό στοιχ. 1 (α έως ζ) της παρούσας – η συμβατότητα της πρότασης Π.Ο.Τ.Α. με το οικείο εγκεκριμένο χωροταξικό σχέδιο, εθνικού ή περιφερειακού επιπέδου ή με τομεακή αναπτυξιακή – χωροταξική μελέτη ή με τις γενικές κατευθύνσεις τουριστικής πολιτικής της κοινής υπουργικής απόφασης της παρ. 3 του άρθρου 29 του Ν. 2545/97» (περ. γ΄), ότι αντίγραφα του πρακτικού και του φακέλου αποστέλλονται στο οικείο νομαρχιακό συμβούλιο, προκειμένου αυτό να γνωμοδοτήσει, καθώς και στην αρμόδια υπηρεσία του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας (περ. δ΄), ότι «Ο ΕΟΤ, το ΥΠΕΘΟ και η Δ/νση Περιβαλλοντικού Σχεδιασμού του ΥΠΕΧΩΔΕ, με βάση τα στοιχεία του φακέλου και έχοντας υπόψη τους το περιεχόμενο του κοινού πρακτικού της παρ. 2γ της παρούσας, γνωστοποιούν εγγράφως στο ΥΠΕΧΩΔΕ/Δ/νση Χωροταξίας τις επί της ουσίας πλήρως τεκμηριωμένες απόψεις τους για την προτεινόμενη Π.Ο.Τ.Α.» (περ. ε΄), ότι «Η Διεύθυνση Χωροταξίας του ΥΠΕΧΩΔΕ συντάσσει και προωθεί για προσυπογραφή το Σχέδιο της κοινής Απόφασης των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας, Ανάπτυξης και Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων για τον χαρακτηρισμό και την οριοθέτηση της Π.Ο.Τ.Α. …» (περ. στ΄) και ότι «Στην περίπτωση που, σύμφωνα με το κοινό πρακτικό ΕΟΤ – Υ.ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε., δεν διαπιστώνεται πληρότητα του φακέλου ή συμβατότητα της επένδυσης, σύμφωνα με τα υπό στοιχ. 2γ ανωτέρω, ενημερώνεται σχετικά εγγράφως ο αιτών με φροντίδα του ΕΟΤ και διακόπτεται η τήρηση της ως άνω διαδικασίας. Η διαδικασία, που διακόπηκε λόγω έλλειψης πληρότητας φακέλου, είναι δυνατόν να επαναληφθεί εξαρχής εφόσον συμπληρωθεί ο φάκελος» (περ. ζ΄). Τέλος, στην παράγραφο 3 της προαναφερθείσης, υπ’ αριθ. Τ/751/10.2.1998, κοινής υπουργικής αποφάσεως αναφέρονται τα εξής: «Διευκρινίζεται ότι ο χαρακτηρισμός και η οριοθέτηση έκτασης (ή εκτάσεων) ως Π.Ο.Τ.Α. υποκαθιστά εξ όλων των κατά νόμο προβλεπομένων διαδικασιών για την έγκριση της ίδρυσης των πάσης φύσεως τουριστικών εγκαταστάσεων μόνο την προέγκριση χωροθέτησης (αρμοδιότητας Υ.ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε.) και την έγκριση καταλληλότητας του γηπέδου ή οικοπέδου (αρμοδιότητας ΕΟΤ). Όλες οι άλλες κατά νόμον διαδικασίες (έγκριση αρχιτεκτονικής μελέτης εγκαταστάσεων από ΕΟΤ, έγκριση περιβαλλοντικών όρων από Υ.ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. και ΕΟΤ, διαδικασίες υπαγωγής στα κίνητρα του Αναπτυξιακού Νόμου στο ΥΠ.ΕΘ.Ο. κ.λπ.) τηρούνται κανονικά και στην περίπτωση των Π.Ο.Τ.Α.».
11. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, από τον φάκελο της υποθέσεως προκύπτουν τα εξής: Ομάδα ιδιωτών και η παρεμβαίνουσα εταιρεία ζήτησαν, με τις από 23.9.1998, 18.12.1998, 30.3.2000 και 14.12.2000 αιτήσεις, τον χαρακτηρισμό ως Π.Ο.Τ.Α. τριών περιοχών στο Νομό Μεσσηνίας. Με την υπ’ αριθ. 24069/3817/19.10.2001 κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας, Ανάπτυξης και Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων (ΦΕΚ Δ΄ 887/22.10.2001) –εκδοθείσα, όπως προκύπτει και από το προοίμιο αυτής (υπ’ αριθ. 2 και 3), μετά τήρηση της προβλεπομένης στην αναφερθείσα στην προηγούμενη σκέψη, υπ’ αριθ. Τ/751/10.2.1998, κοινή υπουργική απόφαση διαδικασίας και σύμφωνα με τα κριτήρια για την δημιουργία Π.Ο.Τ.Α., τα οποία καθορίζονται στην μνημονευθείσα στην ένατη σκέψη, υπ’ αριθ. 500309/22.4.1998, απόφαση του Γενικού Γραμματέα του Ε.Ο.Τ., η οποία εγκρίθηκε με την υπ’ αριθ. Τ/3522/9.7.1998 κοινή υπουργική απόφαση– οι περιοχές, για τις οποίες υπεβλήθη η αίτηση, χαρακτηρίσθηκαν ως Π.Ο.Τ.Α. και οριοθετήθηκε η συνολική έκταση κάθε μιας εξ αυτών, καθορίσθηκαν χρήσεις γης κατά ζώνες, όροι και περιορισμοί δομήσεως, η γενική διάταξη των εγκαταστάσεων και διατυπώθηκαν υποδείξεις για το ειδικότερο περιεχόμενο που πρέπει να έχουν οι Μελέτες Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων που θα υποβληθούν κατά το στάδιο εγκρίσεως των περιβαλλοντικών όρων. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την ανωτέρω, υπ’ αριθ. 24069/3817/19.10.2001, κοινή υπουργική απόφαση και τα σχεδιαγράμματα που την συνοδεύουν και έχουν συνδημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ως Π.Ο.Τ.Α χαρακτηρίσθηκαν οι εξής εκτός σχεδίου πόλεως και εκτός ορίων οικισμών περιοχές: 1) Περιοχή 1 (ΠΟΤΑ Ρωμανού), η οποία αποτελείται από δύο τμήματα, εκατέρωθεν του ποταμού Σέλλα, 2) Περιοχή 2 (ΠΟΤΑ Πύλου) και 3) Περιοχή 3 (ΠΟΤΑ Ριζόμυλου) (άρθρο 1 παρ. 1). Με το άρθρο 2 της προαναφερθείσης, υπ’ αριθ. 24069/3817/19.10.2001, κοινής υπουργικής αποφάσεως καθορίσθηκαν, κατά ζώνες, οι επιτρεπόμενες χρήσεις γης. Για το τμήμα Ρωμανού ορίζονται τα εξής : Α) Στην Ζώνη Ι επιτρέπεται η δημιουργία κύριων τουριστικών καταλυμάτων, όλων των λειτουργικών μορφών Α΄ και ΑΑ΄ τάξης, μέγιστης δυναμικότητας 3.500 κλινών, καθώς και εγκαταστάσεων ειδικής τουριστικής υποδομής και, συγκεκριμένα, ενός συνεδριακού κέντρου και ενός κέντρου θαλασσοθεραπείας. Β) Στην Ζώνη ΙΙ επιτρέπεται η δημιουργία αθλητικών εγκαταστάσεων, εγκαταστάσεων γκολφ και εγκαταστάσεων τεχνικής υποδομής. Γ) Στην Ζώνη ΙΙΙ επιτρέπεται η ανέγερση κτιρίων για την εξυπηρέτηση του συνόλου των ειδικών χρήσεων του άρθρου 8 του από 23.2.1987 π.δ/τος για τις περιοχές τουρισμού – αναψυχής, εκτός των αμιγώς τουριστικών χρήσεων που εγκαθίστανται στην Ζώνη Ι, ορίζεται δε ότι η μέγιστη δόμηση στην ως άνω Ζώνη ΙΙΙ δεν μπορεί να υπερβεί τα 17.500 τ.μ. Στο άρθρο 3 της ανωτέρω, υπ’ αριθ. 24069/3817/19.10.2001, κοινής υπουργικής αποφάσεως διατυπώνονται οδηγίες και κατευθύνσεις για την αντιμετώπιση ορισμένων ζητημάτων προστασίας του περιβάλλοντος, κατά την σύνταξη των Μελετών Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων και την έγκριση περιβαλλοντικών όρων. Περαιτέρω, η αυτή ως άνω, υπ’ αριθ. 24069/3817/19.10.2001, κοινή υπουργική απόφαση ορίζει στο άρθρο 4 ότι «Η μεγίστη ανά χρήση εκμετάλλευση (δόμηση) ορίζεται σαν ποσοστό επί της συνολικής στο πλαίσιο των διατάξεων της παραγράφου 5.α. του άρθρου 29 του Ν. 2545/97 δομήσιμης επιφάνειας των γηπέδων ως εξής: Για τις εγκαταστάσεις εντός των Ζωνών Ι και ΙΙ ποσοστό 80% της συνολικής δομήσιμης επιφάνειας των γηπέδων. Για τις εγκαταστάσεις εντός της Ζώνης ΙΙΙ ποσοστό 20% της συνολικής δομήσιμης επιφάνειας των γηπέδων» (παρ. 3) και ότι «… η συνολική δόμηση σε κάθε μια από τις καθοριζόμενες στο άρθρο 1 της παρούσας περιοχών … δεν μπορεί να υπερβεί την προκύπτουσα ως επιτρεπόμενη για κάθε έκταση … κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 173 του Π.Δ. της 27.7.1999 «Κώδικας βασικής πολεοδομικής νομοθεσίας» (Δ΄ 580)» (παρ. 4, από προφανή παραδρομή αριθμούμενη ως 3 στην ανωτέρω απόφαση). Τέλος, με το άρθρο 5 της ίδιας ως άνω, υπ’ αριθ. 24069/3817/19.10.2001, κοινής υπουργικής αποφάσεως ορίζεται ως φορέας ιδρύσεως και εκμεταλλεύσεως της Π.Ο.Τ.Α. Ρωμανού η παρεμβαίνουσα εταιρία και με το άρθρο 6 παρ. 1 της εν λόγω αποφάσεως τάσσεται προθεσμία στον φορέα αυτόν για την απόκτηση του συνόλου των ιδιωτικών εκτάσεων που χαρακτηρίζονται ως Π.Ο.Τ.Α. Η ανωτέρω, υπ’ αριθ. 24069/3817/19.10.2001, κοινή υπουργική απόφαση τροποποιήθηκε με την εκδοθείσα μετά την άσκηση της κρινομένης αιτήσεως υπ’ αριθ. 31656/21.7.2005 κοινή απόφαση των Υφυπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων και Τουριστικής Ανάπτυξης (ΦΕΚ Δ΄ 766/25.7.2005). Συγκεκριμένα, με το άρθρο 1 της νεώτερης αυτής, υπ’ αριθ. 31656/21.7.2005, κοινής υπουργικής αποφάσεως, μεταξύ άλλων, οριοθετήθηκε εκ νέου η Π.Ο.Τ.Α. Ρωμανού, με συνέπεια, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, η συνολική έκταση αυτής να μειωθεί από 1.391.990 τ.μ. σε 1.300.157 τ.μ. (παρ. 1), αντικαταστάθηκε το άρθρο 3 της προγενέστερης, υπ’ αριθ. 24069/3817/19.10.2001, αποφάσεως (παρ. 2), προβλέφθηκε η, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, αναστολή της προβλεπομένης στην παρ. 1 του άρθρου 6 της αποφάσεως αυτής προθεσμία (παρ. 6) και επήλθαν τροποποιήσεις σε ορισμένες διατάξεις της ίδιας αποφάσεως, άλλες από εκείνες που παρατέθηκαν ανωτέρω. Ειδικότερα, με το άρθρο 3 της ανωτέρω, υπ’ αριθ. 24069/3817/19.10.2001, αποφάσεως, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 3 της νεώτερης, υπ’ αριθ. 31656/21.7.2005, αποφάσεως, θεσπίζονται (στην παρ. 1) ορισμένοι ειδικοί όροι για την προστασία του περιβάλλοντος (μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται: χάραξη του εσωτερικού οδικού δικτύου της Π.Ο.Τ.Α., κατά τρόπο ώστε να προσαρμοσθεί απολύτως με το τοπίο, προσαρμογή των κατασκευών στα πρότυπα της παραδοσιακής αρχιτεκτονικής της περιοχής, λήψη μέτρων προστασίας της θαλάσσιας χελώνας και των αμμοθινών στην παραλία της περιοχής Ρωμανού, απαγόρευση επεμβάσεων επί δασικού χαρακτήρος εκτάσεων με εξαίρεση την διέλευση δρόμων και διαδρομών γκόλφ, εξέταση της δυνατότητας χρήσεως ήπιων ή εναλλακτικών πηγών ενέργειας, διάθεση λυμάτων / υγρών αποβλήτων στο αποχετευτικό δίκτυο της πόλεως και, σε περίπτωση ανυπαρξίας τέτοιου δικτύου, κατασκευή εγκαταστάσεων επεξεργασίας λυμάτων εντός της περιοχής της Π.Ο.Τ.Α., καθορισμός στην φάση εγκρίσεως των μελετών περιβαλλοντικών επιπτώσεων του τρόπου συλλογής και διαθέσεως των πάσης φύσεως απορριμμάτων, που θα παράγονται στην φάση λειτουργίας της Π.Ο.Τ.Α.). Περαιτέρω, στην παρ. 2 του ανωτέρω άρθρου 3 της προαναφερθείσης, υπ’ αριθ. 24069/3817/19.10.2001, αποφάσεως, όπως αντικαταστάθηκε, ορίζεται ότι οι μελέτες περιβαλλοντικών επιπτώσεων, που απαιτείται να υποβληθούν για το σύνολο των έργων και δραστηριοτήτων της Π.Ο.Τ.Α., πρέπει να περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, «α. … γ. Αναλυτική περιγραφή των επεμβάσεων στο περιβάλλον … στ. Διεξοδική παρουσίαση όλων των πιθανών εναλλακτικών λύσεων για την κατασκευή και λειτουργία του συνόλου των έργων και δραστηριοτήτων και επιλογή της βέλτιστης εξ αυτών με βάση περιβαλλοντικά κριτήρια. Παρουσίαση των εναλλακτικών λύσεων για την υδροδότηση του έργου (άρδευση γηπέδου golf, εξασφάλιση νερού ύδρευσης ξενοδοχειακών μονάδων, κ.λπ.). Παρουσίαση των εναλλακτικών λύσεων για την κάλυψη των ενεργειακών απαιτήσεων του έργου, κ.λπ. ζ. Εξέταση / ανάλυση όλων των πιθανών επιπτώσεων στο περιβάλλον από την συνεργιστική δράση των έργων και δραστηριοτήτων κάθε περιοχής της ΠΟΤΑ … η. … θ. Όλες τις σχετικές αποφάσεις επικύρωσης καθορισμού οριογραμμών των ρεμάτων που διασχίζουν τις εκτάσεις της Π.Ο.Τ.Α. ι. Αναλυτική περιγραφή του τρόπου διαχείρισης του υδάτινου δυναμικού της περιοχής, προκειμένου η λιμνοθάλασσα της Γιάλοβας, ο ποταμός Σέλας και το παρόχθιο δάσος του να μην απειληθούν από υπεράντληση των υπόγειων υδροφορέων καθώς και από υπερβολική χρήση επιφανειακών υδάτων για ύδρευση και άρδευση της Π.Ο.Τ.Α. ια. Όλα τα απαραίτητα δικαιολογητικά τεκμηρίωσης της μεθόδου επεξεργασίας / διάθεσης των υγρών λυμάτων (π.χ. αν πρόκειται για σύνδεση με βιολογικούς καθαρισμούς πόλεων, να υποβληθούν οι σχετικές βεβαιώσεις των Δήμων κ.λπ.) ή οι εγκεκριμένες από τη Δ/νση Υγιεινής μελέτες επεξεργασίας και διάθεσης υγρών αποβλήτων (εφόσον κατασκευαστεί μονάδα επεξεργασίας λυμάτων εντός της περιοχής της ΠΟΤΑ)». Κατ’ επίκληση της ανωτέρω, υπ’ αριθ. 24069/3817/19.10.2001, κοινής υπουργικής αποφάσεως (βλ. υπ’ αριθ. 3 του προοιμίου της προσβαλλομένης αποφάσεως) και με σκοπό την απόκτηση από την παρεμβαίνουσα εταιρία του συνόλου των εκτάσεων, που έχουν χαρακτηρισθεί ως Π.Ο.Τ.Α. στις περιοχές Ρωμανού και Πύλου με την εν λόγω απόφαση, εκδόθηκε η προσβαλλομένη, υπ’ αριθ. 1079579/7291/0010/11.10.2004, απόφαση των Υφυπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Τουριστικής Ανάπτυξης, με την οποία κηρύχθηκε αναγκαστική απαλλοτρίωση ακινήτων, συνολικού εμβαδού 260.336,73 τ.μ., κειμένων στις ανωτέρω δύο περιοχές, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και το φερόμενο ως ανήκον στον αιτούντα ακίνητο στην περιοχή Ρωμανού.
12. Επειδή, η απόφαση περί χαρακτηρισμού και οριοθετήσεως περιοχής, κειμένης εκτός εγκεκριμένου σχεδίου πόλεως και εκτός οικισμού, ως Π.Ο.Τ.Α. έχει ως αποτέλεσμα τον καθορισμό για πρώτη φορά των συγκεκριμένων χρήσεων γης, οι οποίες επιτρέπονται στην περιοχή αυτή, καθώς και την θέσπιση περιορισμών που αποβλέπουν στον έλεγχο της εντάσεως καθεμιάς από τις επιτρεπόμενες χρήσεις. Συνεπώς, η απόφαση αυτή, μη περιοριζομένη απλώς στον καθορισμό των ορίων της Π.Ο.Τ.Α., έχει κανονιστικό χαρακτήρα. Ενόψει τούτου, η προαναφερθείσα, υπ’ αριθ. 24069/3817/19.10.2001, κοινή υπουργική απόφαση, όπως μεταγενεστέρως τροποποιήθηκε, με την οποία χαρακτηρίσθηκαν και οριοθετήθηκαν ως Π.Ο.Τ.Α. εκτάσεις στην περιοχή Ρωμανού του Νομού Μεσσηνίας, καθορίσθηκαν οι επιτρεπόμενες χρήσεις γης και θεσπίσθηκαν περιορισμοί, ως προς την ένταση των χρήσεων, καθώς και ως προς την δόμηση, έχει κανονιστικό χαρακτήρα, αποτελεί δε το κανονιστικό πλαίσιο, στο οποίο ευρίσκει έρεισμα η ήδη προσβαλλόμενη πράξη περί κηρύξεως αναγκαστικής απαλλοτριώσεως, εφόσον η απαλλοτρίωση αυτή έχει ως σκοπό να αποκτήσει ο φορέας ιδρύσεως και εκμεταλλεύσεως της Π.Ο.Τ.Α. τις εκτάσεις, οι οποίες κείνται εντός των καθορισθέντων με την ανωτέρω κοινή υπουργική απόφαση ορίων της, αλλά ανήκουν σε τρίτους. Με τα δεδομένα αυτά, το κύρος της ανωτέρω, υπ’ αριθ. 24069/3817/19.10.2001, κοινής υπουργικής αποφάσεως ελέγχεται παρεμπιπτόντως στα πλαίσια της παρούσης δίκης.
13. Επειδή, το άρθρο 24 του Συντάγματος όριζε, πριν την αναθεώρησή του με το Ψήφισμα της 6.4.2001 της Ζ΄ Αναθεωρητικής Βουλής, ότι «1. Η προστασία του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος αποτελεί υποχρέωση του Κράτους και δικαίωμα του καθενός. Για τη διαφύλαξή του το Κράτος έχει υποχρέωση να παίρνει ιδιαίτερα προληπτικά ή κατασταλτικά μέτρα στο πλαίσιο της αρχής της αειφορίας. … 2. Η χωροταξική αναδιάρθρωση της Χώρας, η διαμόρφωση, η ανάπτυξη, η πολεοδόμηση και η επέκταση των πόλεων και των οικιστικών γενικά περιοχών υπάγεται στη ρυθμιστική αρμοδιότητα και τον έλεγχο του Κράτους, με σκοπό να εξυπηρετηθεί η λειτουργικότητα και η ανάπτυξη των οικισμών και να εξασφαλίζονται οι καλύτεροι δυνατοί όροι διαβίωσης». Στην διάταξη της παρ. 2 του ανωτέρω άρθρου 24 του Συντάγματος προστέθηκε, με την προαναφερθείσα αναθεώρησή του, το εξής εδάφιο: «Οι σχετικές τεχνικές επιλογές και σταθμίσεις γίνονται κατά τους κανόνες της επιστήμης. …». Περαιτέρω, το Σύνταγμα ορίζει στο μεν άρθρο 79 παρ. 8 ότι «Τα προγράμματα οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης εγκρίνονται από την Ολομέλεια της Βουλής, όπως νόμος ορίζει» και στο άρθρο 106 ότι «1. Για την εδραίωση της κοινωνικής ειρήνης και την προστασία του γενικού συμφέροντος το Κράτος προγραμματίζει και συντονίζει την οικονομική δραστηριότητα στη Χώρα, επιδιώκοντας να εξασφαλίσει την οικονομική ανάπτυξη όλων των τομέων της εθνικής οικονομίας. Λαμβάνει τα επιβαλλόμενα μέτρα για την αξιοποίηση των πηγών του εθνικού πλούτου, … για την προώθηση της περιφερειακής ανάπτυξης και την προαγωγή ιδίως της οικονομίας των ορεινών, νησιωτικών και παραμεθορίων περιοχών. 2. Η ιδιωτική οικονομική πρωτοβουλία δεν επιτρέπεται να αναπτύσσεται εις βάρος της ελευθερίας και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, ή προς βλάβη της εθνικής οικονομίας. 3. …».
14. Επειδή, με τις διατάξεις του άρθρου 24 του Συντάγματος το φυσικό και το πολιτιστικό περιβάλλον έχουν αναχθεί σε αυτοτελώς προστατευόμενα αγαθά. Τα αρμόδια όργανα του Κράτους οφείλουν να προβαίνουν σε θετικές ενέργειες για την αποτελεσματική διαφύλαξη των αγαθών αυτών και, ειδικότερα, να λαμβάνουν τα απαιτούμενα, νομοθετικά και διοικητικά, προληπτικά και κατασταλτικά, μέτρα, παρεμβαίνοντας στον αναγκαίο βαθμό στην οικονομική ή άλλη, ατομική ή συλλογική, δραστηριότητα. Κατά την λήψη των ανωτέρω μέτρων τα όργανα της νομοθετικής και εκτελεστικής εξουσίας οφείλουν να σταθμίζουν και άλλους παράγοντες, αναγομένους στο γενικότερο εθνικό και δημόσιο συμφέρον, όπως είναι εκείνοι που σχετίζονται με τους σκοπούς της οικονομικής αναπτύξεως και της ενισχύσεως της περιφερειακής αναπτύξεως. Η επιδίωξη, όμως, των σκοπών αυτών και η στάθμιση των προστατευομένων αντιστοίχων εννόμων αγαθών πρέπει να συμπορεύεται προς την υποχρέωση της Πολιτείας να μεριμνά για την προστασία του περιβάλλοντος κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να εξασφαλίζεται βιώσιμη ανάπτυξη. Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 24, καθώς και των άρθρων 79 παρ. 8 και 106 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο χωροταξικός σχεδιασμός ανατίθεται στην Πολιτεία, που οφείλει να θεσπίζει τις αναγκαίες ρυθμίσεις, ώστε να διασφαλίζεται η προστασία του περιβάλλοντος, οι άριστοι δυνατοί όροι διαβιώσεως του πληθυσμού και η οικονομική ανάπτυξη στα πλαίσια της αρχής της αειφορίας (βιώσιμης αναπτύξεως). Ουσιώδης όρος για την βιώσιμη ανάπτυξη είναι τα ολοκληρωμένα χωροταξικά σχέδια, όπως αυτά προβλέπονταν στον ν. 360/1976 (ΦΕΚ Α΄ 151), που ίσχυε κατά τον χρόνο δημοσιεύσεως του ν. 2545/1997, προβλέπονται δε ήδη στον ν. 2742/1999 (ΦΕΚ Α΄ 207) [το Γενικό Πλαίσιο Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης, με το οποίο προσδιορίζονται οι βασικές προτεραιότητες και οι στρατηγικές κατευθύνσεις της χωροταξικής πολιτικής, τα Ειδικά Πλαίσια Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης, τα οποία εξειδικεύουν και συμπληρώνουν τις γενικές κατευθύνσεις του Γενικού Πλαισίου, είτε σε ορισμένους τομείς δραστηριότητας σε εθνικό επίπεδο, είτε σε ειδικές περιοχές του ελληνικού χώρου, και τα Περιφερειακά Πλαίσια Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης, τα οποία εναρμονίζονται με το Γενικό Πλαίσιο και τα Ειδικά Πλαίσια και καθορίζουν σε επίπεδο Περιφέρειας ή, αν αυτό επιβάλλεται, σε επίπεδο νομαρχιακών αυτοδιοικήσεων ή άλλων γεωγραφικών ενοτήτων της Περιφέρειας, τις κατευθύνσεις και τα προγραμματικά πλαίσια για την χωροθέτηση των βασικών παραγωγικών δραστηριοτήτων του πρωτογενούς, δευτερογενούς και τριτογενούς τομέα]. Τα σχέδια αυτά θέτουν, με βάση την ανάλυση των δεδομένων και την πρόγνωση των μελλοντικών εξελίξεων, τους μακροπρόθεσμους στόχους της οικονομικής και κοινωνικής αναπτύξεως και ρυθμίζουν, μεταξύ άλλων, το πλαίσιο για την διαμόρφωση των οικιστικών περιοχών, των περιοχών ασκήσεως παραγωγικών δραστηριοτήτων, ως τέτοιων δραστηριοτήτων νοουμένων και των τουριστικών, καθώς και των ελευθέρων χώρων στις εκτός σχεδίου περιοχές (βλ. Σ.τ.Ε. 3478/2000 Ολομ., 1569/2005 Ολομ., 2489/2006 Ολομ.). Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 24 του Συντάγματος, ο χωροταξικός σχεδιασμός πρέπει να έχει κατ’ αρχήν ολοκληρωθεί πριν από την ανάπτυξη οποιασδήποτε ιδιαιτέρως σημαντικής δραστηριότητας, ώστε να αποφεύγεται η άναρχη ανάπτυξη, που προκαλεί υποβάθμιση ή και καταστροφή του περιβάλλοντος, καθώς και η δημιουργία πραγματικών καταστάσεων, που δυσχεραίνουν και υπονομεύουν την ορθολογική χωροταξία. Και ναι μεν ο συνταγματικός νομοθέτης δεν έθεσε συγκεκριμένη προθεσμία για την ολοκλήρωση του χωροταξικού σχεδιασμού της Xώρας, η έλλειψη, όμως, αυτή δεν έχει την έννοια ότι επιτρέπεται επ’ αόριστον ο σχεδιασμός και η πραγματοποίηση έργων και δραστηριοτήτων, συνεπαγομένων σημαντικές επεμβάσεις στο χώρο και στο περιβάλλον, χωρίς προηγούμενη ολοκλήρωση των χωροταξικών σχεδίων, ιδίως μάλιστα όταν πρόκειται περί έργων και δραστηριοτήτων, των οποίων η πραγματοποίηση δεν επιβάλλεται από την ανάγκη θεραπείας επιτακτικών λόγων δημοσίου συμφέροντος. Διαφορετικά η συνταγματική επιταγή για χωροταξικό σχεδιασμό θα μετέπιπτε σε απλή θεωρητική διακήρυξη αρχής με αποτέλεσμα, παρά την σαφώς αντίθετη βούληση του συνταγματικού νομοθέτη, να παραμένει το περιβάλλον χωρίς ουσιαστική προστασία, αφού θα ήταν δυνατόν να εκτελεσθούν έργα και να αναπτυχθούν δραστηριότητες, με ευρύτερες επιπτώσεις στο περιβάλλον, χωρίς προηγούμενο χωροταξικό σχεδιασμό, με συνέπεια, όταν τελικώς θα ολοκληρωνόταν ο σχεδιασμός αυτός, να ήταν άνευ αξίας, αφού δεν θα αποτελούσε πράγματι σχεδιασμό, αλλά αποδοχή ήδη διαμορφωθείσης πραγματικής καταστάσεως.
Μειοψήφησαν ο Πρόεδρος και οι Σύμβουλοι Δ. Πετρούλιας, Α. Καραμιχαλέλης και Ι. Ζόμπολας, οι οποίοι υπεστήριξαν την εξής γνώμη: Kατά την έννοια των διατάξεων των παρ. 1 και 2 του άρθρου 24 του Συντάγματος, με τις οποίες, άλλωστε, δεν τάσσεται προθεσμία στο νομοθέτη για την ολοκλήρωση του χωροταξικού σχεδιασμού της Χώρας, η πραγματοποίηση των πάσης φύσεως έργων οικονομικής ανάπτυξης, τα οποία συνεπάγονται σοβαρές επεμβάσεις στο περιβάλλον, όπως είναι η εκτέλεση έργων υποδομών (αυτοκινητοδρόμων, αεροδρομίων, γεφυρών, λιμένων, φραγμάτων κ.λπ.), βιομηχανικών ή άλλων εγκαταστάσεων παραγωγικών δραστηριοτήτων, καθώς και η κατάρτιση και έγκριση των διαφόρων πολεοδομικών σχεδίων, ή άλλων σχεδίων χρήσεων γης, τα οποία, ως κατ’ εξοχήν ρυθμίσεις που επιτρέπουν παντός είδους σημαντικές επεμβάσεις στο χώρο, πρέπει να εναρμονίζονται προς τις επιλογές ή τις κατευθύνσεις του χωροταξικού σχεδιασμού (βλ. άρθρο 9 του Ν. 2472/1999), δεν προϋποθέτουν την προηγούμενη ένταξή τους σε χωροταξικό σχέδιο. Συγκεκριμένα, ούτε το άρθρο 24 παρ. 1, 2 και 6 του Συντάγματος, ούτε άλλη συνταγματική διάταξη επιβάλλουν απαγόρευση της, σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία, ίδρυσης και λειτουργίας μεγάλων βιομηχανικών μονάδων ή εκτέλεσης άλλων τεχνικών έργων πριν από τη σύνταξη γενικώτερης χωροταξικής μελέτης της όλης μείζονος περιοχής, διότι η «αντίθετος άποψις θα επέφερε, μέχρι της συντάξεως τοιαύτης μελέτης, οικονομικήν στασιμότητα της Χώρας, όπερ προδήλως δεν έγκειται εις τας προθέσεις του συνταγματικού νομοθέτου» (πρβλ. Σ.τ.Ε. 4576/1977 Ολομ.). Επίσης, δεν «απορρέει ευθέως από το άρθρο 24 παρ. 2 του Συντάγματος, με το οποίο επιτάσσεται η χωροταξική οργάνωση της Χώρας, ή από τον […] ν. 360/1976 απαγόρευση να πραγματοποιηθούν τα επίμαχα έργα αν δεν είναι ενταγμένα σε χωροταξικό σχέδιο» (πρβλ. Σ.τ.Ε. 4498/1998 Ολομ., 3478/2000 Ολομ.). Εξ άλλου, στον κοινό νομοθέτη απόκειται να καθορίσει τα όργανα, τις διαδικασίες και τα μέσα άσκησης του χωροταξικού σχεδιασμού. Σε εκτέλεση της παρ. 2 του άρθρου 24 του Συντάγματος εκδόθηκαν, όσον αφορά στον χωροταξικό σχεδιασμό, αρχικά ο Ν. 360/1976 «Περί χωροταξίας και Περιβάλλοντος» και ο ήδη ισχύων Ν. 2472/1999 «Χωροταξικός σχεδιασμός και αειφόρος ανάπτυξη και άλλες διατάξεις». Με τον τελευταίο αυτό νόμο προβλέπεται η κατάρτιση και έγκριση των εξής χωροταξικών σχεδίων: Γενικού Πλαισίου Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης, το οποίο καλύπτει όλο τον εθνικό χώρο, Ειδικών Πλαισίων Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης και Περιφερειακών Πλαισίων Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης για κάθε περιφέρεια της Χώρας. Προβλέπεται δε, στο άρθρο 18 παρ. 5 του αυτού Ν. 2472/1999 ότι, κατά την πρώτη εφαρμογή του νόμου αυτού, η κατάρτιση και έγκριση Ειδικών και Περιφερειακών Πλαισίων Χωροταξικού Σχεδιασμού μπορεί να διενεργείται και χωρίς την ύπαρξη εγκεκριμένου Γενικού Πλαισίου Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης. Σε πλήρη αρμονία με τα ανωτέρω, ο Ν. 2472/1999 ορίζει, στο άρθρο του 9 παρ. 1 εδάφιο δεύτερο, ότι, έως την έγκριση των ως άνω πλαισίων χωροταξικού σχεδιασμού, χωρίς δηλαδή χρονικό περιορισμό, αφού αντίστοιχη χρονική δέσμευση δεν επιβάλλεται από το άρθρο 24 του Συντάγματος, η έγκριση των ρυθμιστικών σχεδίων, των γενικών πολεοδομικών σχεδίων και λοιπών σχεδίων χρήσεων γης, καθώς και η έκδοση άλλων κανονιστικών και ατομικών πράξεων, με τις οποίες επιχειρείται ρύθμιση του χώρου, γίνεται μετά από συνεκτίμηση των διαθέσιμων στοιχείων του ευρύτερου χωροταξικού σχεδιασμού και ιδίως αυτών που απορρέουν από υφιστάμενες ή υπό εξέλιξη μελέτες χωροταξικού χαρακτήρα. Άλλωστε, πρέπει να επισημανθεί ότι το Γενικό Πλαίσιο Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης εγκρίθηκε με απόφαση της Βουλής το έτος 2008 (ΦΕΚ Α΄ 128/2008), το Περιφερειακό Πλαίσιο Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης της Περιφέρειας Πελοποννήσου εγκρίθηκε το έτος 2003, με την 25294/25.6.2003 απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων (ΦΕΚ Β΄ 1485/2003), και το Ειδικό Πλαίσιο Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης για τον Τουρισμό και της Στρατηγικής Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων αυτού εγκρίθηκε το 2009, με την απόφαση 24208/2009 της Επιτροπής Συντονισμού της Κυβερνητικής Πολιτικής στον Τομέα του Χωροταξικού Σχεδιασμού και της Αειφόρου Ανάπτυξης (ΦΕΚ Β΄ 1138/2009). Με αυτά τα δεδομένα, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι ο συνταγματικός νομοθέτης του 1975, καθώς και ο αναθεωρητικός νομοθέτης του 2001, οπότε αναθεωρήθηκε και το άρθρο 24 του Συντάγματος, χωρίς πάντως να τροποποιηθεί η αρχική διάταξη της παρ. 2, θέλησαν, με τα άρθρα 24, 78 παρ. 9 και 106, να απαγορεύσουν την εκτέλεση σημαντικών για την εθνική οικονομία έργων και την πραγματοποίηση επενδύσεων, καθώς και την κατάρτιση πολεοδομικών σχεδίων, ή άλλων σχεδίων χρήσεων γης, δηλαδή θέλησαν να επιβάλουν στη Χώρα οικονομικό μαρασμό, έως την, κατά τα ανωτέρω, ολοκλήρωση του χωροταξικού σχεδιασμού της. Περαιτέρω, κατά τα άρθρα 24, 79 παρ. 8 και 106 του Συντάγματος, «Ουσιώδης όρος για τη βιώσιμη ανάπτυξη είναι τα ολοκληρωμένα χωροταξικά σχέδια …», μέχρι δε «την ολοκλήρωση της διαδικασίας εγκρίσεως των χωροταξικών σχεδίων, είναι ανεκτός ο μερικός, χωρικός ή τομεακός σχεδιασμός και προγραμματισμός προκειμένου να αποφεύγεται η άναρχη ανάπτυξη…» (πρβλ. Σ.τ.Ε. 1569/2005 Ολομ., 705/2006 Ολομ.). Ως συμβατός δε με το Σύνταγμα σχεδιασμός, έως την έγκριση των ολοκληρωμένων χωροταξικών σχεδίων, θεωρείται ο καθορισμός λατομικής περιοχής για την εντός αυτής, κατ’ αρχήν, εκμετάλλευση λατομείων. Εξ άλλου, μέχρις ότου εκπονηθούν και εγκριθούν τα ολοκληρωμένα χωροταξικά σχέδια, και εφόσον το ζήτημα του τόπου ασκήσεως της σχετικής δραστηριότητας δεν ρυθμίζεται με εγκεκριμένο ρυθμιστικό ή πολεοδομικό σχέδιο ή με Ζ.Ο.Ε., η εγκατάσταση μονάδων ιχθυοκαλλιέργειας επιτρέπεται, κατά τρόπο συμβατό με το Σύνταγμα, κατ’ εξαίρεση, μόνον σε ζώνες ανάπτυξης ιχθυοτροφείων, εγκρινόμενες κατά το άρθρο 24 του Ν. 1650/1986, όπως αρχικώς ίσχυε, το οποίο προέβλεπε τον καθορισμό «ζωνών ανάπτυξης παραγωγικών δραστηριοτήτων», μεταξύ των οποίων ρητώς περιλαμβάνονται και οι τουριστικές δραστηριότητες (παρ. 1), ρύθμιση αντίστοιχη εκείνης του επίμαχου άρθρου 29 του Ν. 2545/1997. Ο καθορισμός όμως τόσο των λατομικών περιοχών, όσο και των ζωνών ανάπτυξης παραγωγικών δραστηριοτήτων (όπως και τα ρυθμιστικά και πολεοδομικά σχέδια και οι Ζ.Ο.Ε.) δεν αποτελούν βεβαίως «χωροταξικό σχεδιασμό», δοθέντος ότι τα μέσα χωροταξικού σχεδιασμού είναι τα προβλεπόμενα από τον κοινό νομοθέτη στα άρθρα 6, 7 και 8 του Ν. 2742/1999, δηλαδή το Γενικό Πλαίσιο, τα Ειδικά Πλαίσια και τα Περιφερειακά Πλαίσια Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης. Συνεπώς, το Σύνταγμα (άρθρα 24, 79 παρ. 8 και 106) δεν απαγορεύει την πραγματοποίηση σημαντικών έργων οικονομικής ανάπτυξης της Χώρας, εάν δεν έχουν προβλεφθεί σε χωροταξικό σχέδιο. Εξ άλλου, το κοινοτικό δίκαιο, δηλαδή τόσο η Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση, κατά την οποία ένας από τους θεμελιώδεις σκοπούς της Κοινότητας αποτελεί η αρμονική, ισόρροπη και αειφόρος ανάπτυξη (άρθρο 2), καθώς και η εξασφάλιση υψηλού επιπέδου προστασίας και βελτίωσης του περιβάλλοντος (άρθρο 174 πρώην 130P), όσο και το παράγωγο κοινοτικό δίκαιο (Οδηγίες 85/337/ΕΟΚ και 2001/42/ΕΚ), δεν τάσσουν ως προϋπόθεση για την πραγματοποίηση έργων δημόσιων ή ιδιωτικών, που ενδέχεται να έχουν σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον, τα έργα αυτά να είναι ήδη ενταγμένα σε χωροταξικό σχέδιο. Εάν ο χωροταξικός σχεδιασμός ήταν, πράγματι, αναγκαίος όρος για την προστασία του περιβάλλοντος, ο κοινοτικός νομοθέτης δεν θα είχε παραλείψει να θεσπίσει, ως προϋπόθεση της εκτέλεσης τέτοιων έργων, την προηγούμενη έγκριση χωροταξικών σχεδίων. Όσον αφορά δε στην Οδηγία 2001/42/ΕΚ, η οποία έχει μεταφερθεί στην εσωτερική έννομη τάξη με την κοινή υπουργική απόφαση ΥΠΕΧΩΔΕ/ΕΥΠΕ/οικ.107017/2006 (ΦΕΚ 1225/2006 τ. Β΄), και η οποία δεν έχει πάντως, εν προκειμένω, κατά χρόνον, εφαρμογή (βλ. άρθρο 13 παρ. 1 της Οδηγίας και άρθρο 10 της ανωτέρω ΚΥΑ), με αυτήν προβλέπεται μόνον η στρατηγική περιβαλλοντική εκτίμηση πριν από την έγκριση σχεδίου ή προγράμματος στους τομείς, μεταξύ άλλων, του τουρισμού και πολεοδομικού ή χωροταξικού σχεδιασμού, χωρίς να απαιτείται ο προηγούμενος χωροταξικός σχεδιασμός για την έγκριση των σχεδίων ή προγραμμάτων. Ανεξαρτήτως πάντως αυτών, η επιβαλλόμενη από το Σύνταγμα και τη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση προστασία του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος διασφαλίζεται πλήρως, τόσο σε επίπεδο κανόνων εθνικού, όσο και σε επίπεδο κανόνων παράγωγου κοινοτικού δικαίου. Πρόκειται για τις γενικές ρυθμίσεις του Ν. 1650/1986, των Οδηγιών 85/337/ΕΟΚ και 2001/42/ΕΚ και των βάσει αυτών κανονιστικών διατάξεων και, όσον αφορά στις ΠΟΤΑ, σε συνδυασμό με τις ειδικές διατάξεις του άρθρου 29 του Ν. 2545/1997 και των κατ’ εξουσιοδότηση αυτών εκδοθεισών υπουργικών αποφάσεων. Με βάση τις προαναφερόμενες γενικές διατάξεις (εθνικές και κοινοτικές) για την προστασία του περιβάλλοντος, με τις οποίες διασφαλίζεται η τήρηση της αρχής της βιώσιμης ανάπτυξης και, γενικότερα, των ορισμών του Συντάγματος και της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, με τους οποίους καθιερώνεται επίσης η αρχή της προληπτικής δράσης στον τομέα του περιβάλλοντος (πρβ. Σ.τ.Ε. 3478/2000 Ολομ.), εκτελέσθηκαν από το 1990 και εφεξής όλα τα μεγάλα έργα της Χώρας, χωρίς να έχει προηγηθεί χωροταξικός σχεδιασμός είτε εθνικός, είτε περιφερειακός, ο οποίος ολοκληρώθηκε, με τη διαμόρφωση των σχετικών πολιτικών επιλογών του νομοθέτη, το έτος 2008, με την έγκριση από τη Βουλή του Γενικού Πλαισίου Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης. Όσον αφορά στη δημιουργία των Περιοχών Ολοκληρωμένης Τουριστικής Ανάπτυξης (ΠΟΤΑ), είχε ήδη θεσπισθεί ειδικό νομικό καθεστώς με τις διατάξεις του άρθρου 29 παρ. 1 έως 10 του Ν. 2545/1997 και τις βάσει αυτών εκδοθείσες κανονιστικές υπουργικές αποφάσεις, με τις οποίες διενεργείται, βάσει χωροταξικών και περιβαλλοντικών κριτηρίων, ο μερικός τομεακός και χωρικός σχεδιασμός των ΠΟΤΑ. Συνεπώς, ούτε το Σύνταγμα, ούτε και το κοινοτικό δίκαιο, τάσσουν ως αναγκαία προϋπόθεση, για την ανάπτυξη οποιασδήποτε σημαντικής παραγωγικής δραστηριότητας, είτε γενικώς, είτε ειδικώς στον τομέα του τουρισμού, η ανάπτυξη του οποίου συνιστά επιτακτικό λόγο γενικού συμφέροντος, ως ζωτικής σημασίας για την εθνική οικονομία, την προηγούμενη ένταξή της σε χωροταξικό σχέδιο, γενικό, περιφερειακό ή ειδικό πλαίσιο χωροταξικού σχεδιασμού, κατά τους ορισμούς του Ν. 2742/1999, χωρίς τούτο, δηλαδή η έλλειψη προηγούμενου χωροταξικού σχεδιασμού, να συνιστά έλλειμμα ουσιαστικής προστασίας του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος. Τούτο δε διότι δεν είναι βεβαίως νοητό να θεωρηθεί ότι η τήρηση των κανόνων του παράγωγου κοινοτικού δικαίου, που δεν επιβάλλουν την προηγούμενη ένταξη σε χωροταξικό σχέδιο έργου που ενδέχεται να έχει σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον, δεν διασφαλίζει πλήρη και αποτελεσματική για το φυσικό και πολιτιστικό περιβάλλον προστασία. Όταν μάλιστα, σύμφωνα με τη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση, αφ’ ενός μεν η αειφόρος ανάπτυξη αποτελεί έναν από τους θεμελιώδεις σκοπούς της Κοινότητας (άρθρο 2), αφ’ ετέρου δε η πολιτική της Κοινότητας στον τομέα του περιβάλλοντος «αποβλέπει σε υψηλό επίπεδο προστασίας» (άρθρο 174 πρώην άρθρο 130P). Αυτό είναι το νομικό και μάλιστα υπερνομοθετικό (συνταγματικό και κοινοτικό) πλαίσιο της εκτέλεσης έργων υποδομών και της ανάπτυξης παραγωγικών εν γένει δραστηριοτήτων. Ως εκ τούτου, η αποδιδόμενη ανωτέρω έννοια στα άρθρα 24, 79 παρ. 8 και 106 του Συντάγματος συνεπάγεται την, μετά πάροδο δεκαετίας, αντισυνταγματικότητα των ρυθμίσεων του άρθρου 29 του Ν. 2545/1997 και την ανατροπή και ματαίωση επενδύσεων για την εκτέλεση έργων ζωτικών για την εθνική οικονομία που έχουν ήδη πραγματοποιηθεί ή πραγματοποιούνται με βάση τις ρυθμίσεις αυτές, οι οποίες, κατά τούτο, ήσαν απολύτως σύμφωνες με το Σύνταγμα τόσο κατά τη θέσπιση των διατάξεων του άρθρου 29 του Ν. 2545/1997, αλλά και μεταγενεστέρως (Σ.τ.Ε. 3478/2000 Ολομ.). Με αυτά τα δεδομένα, η αποδοχή άλλης γνώμης είναι και αντίθετη προς τις αρχές της ασφάλειας του δικαίου και της προστατευόμενης εμπιστοσύνης, οι οποίες δεσμεύουν όλα τα όργανα του Κράτους και οι οποίες όχι μόνο αποτελούν θεμελιώδεις αρχές του Κράτους δικαίου, αλλά και αναγκαίο όρο για την προσέλκυση και πραγματοποίηση επενδύσεων και, κατά συνεκδοχή, την οικονομική ανάπτυξη και ευημερία της Χώρας.
15. Επειδή, από το παρατεθέν στις έβδομη και ένατη σκέψεις νομοθετικό καθεστώς, που διέπει τις Π.Ο.Τ.Α., προκύπτει ότι η Π.Ο.Τ.Α. συνεπάγεται εκτεταμένες επεμβάσεις σε εκτός σχεδίου περιοχές, οι οποίες προορίζονται κατ’ αρχήν για γεωργική, δασοπονική ή κτηνοτροφική χρήση, καθώς και για την αναψυχή του κοινού με την διάθεση σε αυτό ελευθέρων χώρων, και όχι για οικιστική ή οργανωμένη τουριστική εκμετάλλευση (πρβλ. Σ.τ.Ε. 535/2003 Ολομ., 3135/2002 Ολομ., 696/1986 Ολομ.). Τούτο δε διότι ο καθορισμός περιοχής ως Π.Ο.Τ.Α. συνεπάγεται, κατ’ αποτέλεσμα, ενόψει των επιτρεπομένων να εγκατασταθούν εντός αυτής ποικίλων χρήσεων (όπως ξενοδοχεία, κατοικία, εμπορικά καταστήματα, εστιατόρια, αναψυκτήρια, κέντρα διασκεδάσεως, χώροι συναθροίσεως κοινού, πολιτιστικά κέντρα, κτίρια κοινωνικής πρόνοιας, θρησκευτικοί χώροι, χώροι στάθμευσης, πρατήρια βενζίνης, αθλητικές εγκαταστάσεις, εγκαταστάσεις μέσων μαζικών μεταφορών, συνεδριακά κέντρα, ελικοδρόμια, γήπεδα γκολφ, τουριστικοί λιμένες), την δημιουργία οικισμού, ο οποίος μάλιστα δομείται σύμφωνα με τις διατάξεις περί της εκτός σχεδίου δομήσεως. Εξάλλου, στην Π.Ο.Τ.Α. είναι δυνατόν να ενταχθούν και περιοχές, που χρήζουν ιδιαίτερης προστασίας κατά το Σύνταγμα, όπως είναι οι δασικές και οι παράκτιες περιοχές και οι αρχαιολογικοί χώροι. Συνεπώς, ενόψει των σημαντικών επιπτώσεων που μπορεί να έχει, κατά τα ανωτέρω, ο καθορισμός περιοχής ως Π.Ο.Τ.Α. στο φυσικό, πολιτιστικό και οικιστικό περιβάλλον, πρέπει να αποτελεί οπωσδήποτε αντικείμενο προηγούμενου χωροταξικού σχεδιασμού. Τούτο δε διότι μόνο στο πλαίσιο τέτοιου σχεδιασμού καθίσταται εφικτό να εκτιμηθούν εκ των προτέρων οι επιπτώσεις της παραγωγικής αυτής δραστηριότητας στο περιβάλλον και να προταθούν οι κατάλληλες για την υποδοχή Π.Ο.Τ.Α. γεωγραφικές περιοχές με βάση τους κανόνες της επιστήμης της χωροταξίας, όπως απαιτεί η παράγραφος 2 του άρθρου 24 του Συντάγματος, όχι δε μόνον με βάση κριτήρια, αφορώντα στην οικονομική ανάπτυξη ή στην ενίσχυση της περιφερειακής αναπτύξεως. Συνεπώς, οι διατάξεις των δύο τελευταίων εδαφίων (δ΄ και ε΄) της παρ. 3 του άρθρου 29 του ν. 2545/1997, οι οποίες επιτρέπουν τον καθορισμό Π.Ο.Τ.Α. σε περιοχή, για την οποία δεν υφίσταται προηγούμενη σχετική πρόβλεψη σε χωροταξικό σχέδιο, αντίκεινται στο άρθρο 24 του Συντάγματος. Την έλλειψη προηγούμενου χωροταξικού σχεδιασμού, δηλαδή την έλλειψη της, εκ των προτέρων, προβλέψεως σε χωροταξικό σχέδιο περιοχής ως κατάλληλης για να χαρακτηρισθεί ως Π.Ο.Τ.Α., δεν δύναται να αναπληρώσει η προβλεπόμενη στις διατάξεις αυτές προηγούμενη έγκριση, στα πλαίσια σχεδιασμού της τουριστικής αναπτύξεως και χαράξεως τουριστικής πολιτικής, γενικών κατευθύνσεων τουριστικής πολιτικής για την δημιουργία Π.Ο.Τ.Α., η πρωτοβουλία για την σύνταξη των οποίων μάλιστα έχει ανατεθεί στον Ε.Ο.Τ., σε νομικό πρόσωπο δηλαδή το οποίο δεν έχει ως σκοπό του, σύμφωνα με τις διατάξεις που το διέπουν, τον χωροταξικό σχεδιασμό, αλλά την οργάνωση, ανάπτυξη και προώθηση του τουρισμού στην Ελλάδα (βλ. άρθρο 1 παρ. 3 του ν. 2160/1993). Τούτο δε διότι οι γενικές αυτές κατευθύνσεις τουριστικής πολιτικής δεν αποτελούν, πάντως, χωροταξικό σχεδιασμό, υπό την έννοια του, κατά τους κανόνες της επιστήμης της χωροταξίας, εκ των προτέρων καθορισμού των περιοχών, στις οποίες επιτρέπεται η δημιουργία Π.Ο.Τ.Α.. Τούτο δε ανεξαρτήτως ότι από το παρατεθέν στην ένατη σκέψη περιεχόμενο της υπ’ αριθ. 500309/22.4.1998 αποφάσεως του Γενικού Γραμματέα του Ε.Ο.Τ., η οποία εγκρίθηκε με την υπ’ αριθ. Τ/3522/9.7.1998 κοινή υπουργική απόφαση και θεσπίζει τις γενικές κατευθύνσεις τουριστικής πολιτικής, συνάγεται ότι, και όταν ακόμη η απόφαση αυτή αναφέρεται σε κριτήρια σχετικά με το περιβάλλον, την χωροταξία, τις χρήσεις γης, την οικονομική ανάπτυξη, την δημογραφική κατάσταση και τις υποδομές, προκειμένου περιοχή να κριθεί κατάλληλη για την εγκατάσταση Π.Ο.Τ.Α., αποβλέπει στην εκτίμηση των κριτηρίων αυτών, στην συγκεκριμένη κάθε φορά περίπτωση, ως προς την πιθανολόγηση της βιωσιμότητας της σχετικής με τον τουρισμό επενδύσεως και της συμβολής αυτής στην προώθηση του τουρισμού, δηλαδή αν περιοχή συγκεντρώνει τις προϋποθέσεις για να αναπτυχθεί τουριστικώς και να προσελκύσει το ενδιαφέρον τουριστών, μάλιστα δε τουριστών υψηλής εισοδηματικής στάθμης, όχι ως προς τις επιπτώσεις που η συγκεκριμένη μορφή τουριστικής αναπτύξεως της περιοχής μπορεί να έχει στο φυσικό, πολιτιστικό και οικιστικό περιβάλλον.
Μειοψήφησαν ο Πρόεδρος και οι Σύμβουλοι Δ. Πετρούλιας, Α. Καραμιχαλέλης και Ι. Ζόμπολας, οι οποίοι υπεστήριξαν ότι είναι σύμφωνες προς το Σύνταγμα οι διατάξεις των δύο τελευταίων εδαφίων της παρ. 3 του άρθρου 29 του Ν. 2545/1997, κατά τις οποίες ο χαρακτηρισμός και η οριοθέτηση περιοχής ως ΠΟΤΑ επιτρέπονται, έστω και αν δεν υφίσταται εγκεκριμένο χωροταξικό σχέδιο, εφ’ όσον όμως έχουν προηγουμένως εγκριθεί, με απόφαση των Υπουργών Ανάπτυξης και Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, γενικές κατευθύνσεις τουριστικής πολιτικής για τη δημιουργία ΠΟΤΑ σε εθνικό ή περιφερειακό επίπεδο. Τούτο δε διότι το Σύνταγμα (άρθρα 24, 79 παρ. 8 και 106), όπως άλλωστε και το κοινοτικό δίκαιο, δεν τάσσει ως προϋπόθεση για την εκτέλεση έργων υποδομών και την ανάπτυξη οποιασδήποτε σημαντικής παραγωγικής δραστηριότητας, όπως είναι και ο κρίσιμος για την εθνική οικονομία τομέας του τουρισμού, την προηγούμενη ένταξή τους σε ένα από τα προβλεπόμενα στην ισχύουσα νομοθεσία (άρθρα 6, 7 και 8 του Ν. 2742/1999) χωροταξικά σχέδια (ΣτΕ 2849/2006 Ολομ.). Με το ειδικό δε νομικό πλαίσιο, που θεσπίζεται με τις διατάξεις του άρθρου 29 του Ν. 2545/1997 και των βάσει αυτών εκδιδομένων κανονιστικών υπουργικών αποφάσεων, ορίζονται οι κανόνες που διέπουν τον μερικό, τομεακό και χωρικό, σχεδιασμό των ΠΟΤΑ, κατά τρόπο αντίστοιχο προς εκείνο του άρθρου 24 του Ν. 1650/1986 για τον καθορισμό ζωνών ανάπτυξης παραγωγικών δραστηριοτήτων, με πρόσθετες μάλιστα απαιτήσεις, οι οποίες δεν προβλέπονται για την χωροθέτηση ούτε των λατομικών περιοχών, ούτε των ζωνών ανάπτυξης παραγωγικών δραστηριοτήτων, αφού η δημιουργία των ΠΟΤΑ γίνεται βάσει των γενικών κατευθύνσεων τουριστικής πολιτικής για την ίδρυση ΠΟΤΑ, δηλαδή βάσει προκαθορισμένων χωροταξικών κριτηρίων (πρβλ. Σ.τ.Ε. 2489/2006 Ολομ.). Επίσης, η χωροθέτηση ΠΟΤΑ διενεργείται βάσει και περιβαλλοντικών κριτηρίων, ύστερα από την εκτίμηση της συμβατότητας της ΠΟΤΑ προς την ανάγκη προστασίας του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος της ευρύτερης περιοχής, στην οποία η δημιουργία της ΠΟΤΑ μπορεί να έχει επιπτώσεις, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην κατ’ εξουσιοδότηση της παρ. 4 του άρθρου 29 του Ν. 2545/1997 εκδιδόμενη κοινή υπουργική απόφαση για τα απαιτούμενα για τη δημιουργία της δικαιολογητικά και διαδικασία. Συγκεκριμένα, εν προκειμένω, με την απόφαση Τ.3522/1998 των Υπουργών Ανάπτυξης και ΠΕΧΩΔΕ, με την οποία εγκρίθηκαν οι γενικές κατευθύνσεις της τουριστικής πολιτικής για τη δημιουργία ΠΟΤΑ σε εθνικό επίπεδο, αφού επισημαίνονται τα διαρθρωτικά προβλήματα του ελληνικού τουρισμού και παρουσιάζονται οι διεθνείς τουριστικές τάσεις και εν όψει αυτών προσδιορίζονται οι βασικές επιλογές της εθνικής τουριστικής πολιτικής και κυρίως η ανάγκη δημιουργίας νέων τουριστικών προορισμών (για την προσέλκυση τουριστών υψηλής εισοδηματικής στάθμης από το εξωτερικό), καθορίζονται οι προϋποθέσεις δημιουργίας, καθώς και τα κριτήρια χωροθέτησης των ΠΟΤΑ. Ειδικότερα, σύμφωνα με το πέμπτο κεφάλαιο της εν λόγω κοινής υπουργικής απόφασης, με τίτλο «όροι – προϋποθέσεις ίδρυσης περιοχών ολοκληρωμένης τουριστικής ανάπτυξης», οι προϋποθέσεις για τη δημιουργία ΠΟΤΑ είναι: «1. Περιοχή κατάλληλη για ολοκληρωμένη τουριστική ανάπτυξη, που όμως δεν διαθέτει ανεπτυγμένη τουριστική υποδομή και δη μεγάλο συγκριτικά αριθμό τουριστικών καταλυμάτων. Ως «κατάλληλη για ολοκληρωμένη τουριστική ανάπτυξη» νοείται η ευρύτερη περιοχή που διαθέτει τους αναγκαίους αξιόλογους φυσικούς, πολιτιστικούς και ανθρώπινους πόρους, διαθέτει δηλαδή τα αναγκαία για την προσέλκυση διεθνούς τουριστικής ζήτησης πρωτογενή στοιχεία. Η «καταλληλότητα» αυτή της ευρύτερης περιοχής αξιολογείται κατά κύριο λόγο σε επίπεδο νομού (ή νησιού) και δευτερευόντως σε επίπεδο γεωγραφικής περιφέρειας. Η ύπαρξη ή όχι «ανεπτυγμένης τουριστικής υποδομής» εξετάζεται σε επίπεδο νομού (ή νησιού). 2. Διάθεση δημόσιας ή ιδιωτικής έκτασης ελάχιστης επιφάνειας 800.000 μ2, … 3. Ύπαρξη διαπιστωμένου επενδυτικού ενδιαφέροντος του ιδιωτικού τομέα. … 4. Το επενδυτικό σχέδιο για τη δημιουργία Π.Ο.Τ.Α. θα πρέπει να συνεπάγεται ελάχιστο συνολικό ύψος επένδυσης 20 δισ. δραχμές (εξαιρουμένης της αξίας της γης) …». Περαιτέρω στη μεν παρ. 5 ορίζεται ως προϋπόθεση η συμβατότητα της επένδυσης με τα κριτήρια της χωροταξικής, πολεοδομικής και περιβαλλοντικής πολιτικής και στην παρ. 6 προβλέπεται ότι ΠΟΤΑ δεν δημιουργούνται στις περιοχές, όπου υφίσταται ικανοποιητική εν όλω ή εν μέρει τουριστική ανωδομή (καταλύματα), ενώ είναι δυνατόν να χωροθετηθούν στα λοιπά τμήματα της Επικράτειας, εφόσον συντρέχουν τα ακόλουθα κριτήρια (που ελέγχονται σε επίπεδο νομού ή νησιού): «6.α. Δημογραφικά κριτήρια … 6.β. Ύπαρξη τεχνικής υποδομής. … 6.γ. Κριτήρια σχετικά με την Απασχόληση. … 6.δ. Κριτήρια τουριστικής ανάπτυξης …». Όπως προκύπτει από τις ανωτέρω ρυθμίσεις του πέμπτου κεφαλαίου, που αναλυτικά παρατίθενται στη σκέψη 9, με εξαίρεση τις προϋποθέσεις που αφορούν στην ελάχιστη απαιτούμενη έκταση για τη δημιουργία ΠΟΤΑ (800.000 μ2), το ελάχιστο κόστος του σχεδίου (20 δισ. δρχ.), την οικονομική και πιστοληπτική ικανότητα και εμπειρία των ενδιαφερομένων και το περιεχόμενο του επενδυτικού προγράμματος της ΠΟΤΑ, όλοι οι λοιποί όροι και κριτήρια αποτελούν χωροταξικά κριτήρια που καθορίζουν το πλαίσιο χωροθέτησης των ΠΟΤΑ : συμβατότητα με τα κριτήρια της χωροταξικής, πολεοδομικής και περιβαλλοντικής πολιτικής και καταλληλότητα του χώρου, απαγόρευση δημιουργίας ΠΟΤΑ σε ανεπτυγμένες τουριστικά περιοχές, δημογραφικά κριτήρια, κριτήρια σχετικά με την απασχόληση, ύπαρξη τεχνικής υποδομής, ως και κριτήρια τουριστικής ανάπτυξης. Βεβαίως δε δεν ευσταθεί η γνώμη ότι με τα κριτήρια αυτά σκοπείται αποκλειστικά η διασφάλιση της βιωσιμότητας της ΠΟΤΑ, εις βάρος των αρχών του χωροταξικού σχεδιασμού, ανεξαρτήτως ότι η βιωσιμότητα των επενδυτικών σχεδίων προφανώς δεν αποτελεί απαγορευμένο, κατά το Σύνταγμα, σκοπό, δεδομένου ότι από αυτά εξαρτάται η βιωσιμότητα της εθνικής οικονομίας. Τούτο δε διότι η συμβατότητα του επενδυτικού σχεδίου με τα κριτήρια της χωροταξικής και περιβαλλοντικής πολιτικής, τα δημογραφικά κριτήρια (όπως μεταξύ άλλων: η μείωση ή περιορισμένη αύξηση –όχι άνω του 5%– του πληθυσμού, προϊούσα γήρανση του πληθυσμού, ύπαρξη έντονης αστικής πόλωσης), τα κριτήρια σχετικά με την απασχόληση (όπως μείωση απασχόλησης στον πρωτογενή τομέα, αυξητική τάση του ποσοστού ανεργίας), τα κριτήρια τουριστικής ανάπτυξης, όπως υφιστάμενο μέγεθος του τουριστικού τομέα κατώτερο των δυνατοτήτων που διαγράφουν οι τουριστικοί πόροι της περιοχής, προφανώς δεν συνδέονται με την βιωσιμότητα των ΠΟΤΑ, που σκοπό έχουν την απεξάρτηση από τον μαζικό τουρισμό και την προσέλκυση τουριστών εξωτερικού υψηλής εισοδηματικής στάθμης, με την αντιμετώπιση του ανταγωνισμού των άλλων χωρών της Μεσογείου. Τα κριτήρια αυτά, όπως και η απαγόρευση δημιουργίας ΠΟΤΑ σε ανεπτυγμένες τουριστικά περιοχές, είναι προεχόντως χωροταξικά, αφού με αυτά επιδιώκεται η μείωση της αναπτυξιακής υστέρησης ορισμένων περιοχών με αξιοποίηση των φυσικών και πολιτιστικών αποθεμάτων τους και ταυτόχρονα η βιώσιμη διαχείριση των πόρων στις ήδη ανεπτυγμένες περιοχές, με την μη υπέρβαση των ορίων αντοχής τους, δηλαδή η ενίσχυση της διαρκούς και ισόρροπης οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης της Χώρας στο πλαίσιο της αρχής της αειφορίας (βλ. και το άρθρο 2 παρ. 1 περ. α΄ έως γ΄ του Ν. 2742/1999 και την με αριθ. 3683/10.10.2001 εισήγηση της Διεύθυνσης Χωροταξίας του Υπουργείου ΠΕΧΩΔΕ, που μνημονεύεται στο προοίμιο της κοινής υπουργικής απόφασης για τον χαρακτηρισμό και την οριοθέτηση της ΠΟΤΑ Μεσσηνίας, κατά την οποία, σύμφωνα με τη μελέτη για το Χωροταξικό Σχέδιο της Περιφέρειας Πελοποννήσου, «η σχεδιαζόμενη, μέσω της ΠΟΤΑ, ενίσχυση της τουριστικής δραστηριότητας στη νοτιοδυτική Πελοπόννησο, καταγράφεται μεταξύ των μέσων για την υλοποίηση του στρατηγικού – αναπτυξιακού στόχου της Περιφέρειας, που είναι η μείωση της αναπτυξιακής υστέρησης της ενδοχώρας με αξιοποίηση των φυσικών και πολιτιστικών τους αποθεμάτων και η βιώσιμη διαχείριση των πόρων στις ήδη ανεπτυγμένες περιοχές». Από το όλο περιεχόμενο της εν λόγω κοινής υπουργικής απόφασης και εν όψει των όσων ορίζονται στα άρθρα 1 και 2 του Ν. 2742/1999 για τους στόχους και τις κατευθυντήριες αρχές του χωροταξικού σχεδιασμού, καθίσταται σαφές ότι με την απόφαση αυτή θεσπίζονται, σε αρμονία προς το άρθρο 24 παρ. 2 του Συντάγματος, κατευθύνσεις και χωροταξικού σχεδιασμού στον ειδικό αυτό τομέα του τουρισμού, σε εθνικό επίπεδο. Το γεγονός δε ότι, σύμφωνα με την εξουσιοδοτική διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 29 του Ν. 2545/1997, οι γενικές κατευθύνσεις τουριστικής πολιτικής για τη δημιουργία ΠΟΤΑ «συντάσσονται» από τον ΕΟΤ, δεν αναιρεί βεβαίως τον χαρακτήρα αυτών ως κατευθύνσεων και χωροταξικού σχεδιασμού στον ειδικό τουριστικό τομέα της ίδρυσης ΠΟΤΑ. Τούτο δε διότι, πέραν του ότι ο ΕΟΤ ήταν, κατά νόμον, αρμόδιος για την οργάνωση, ανάπτυξη και προώθηση του τουρισμού και, συνεπώς, συναρμόδιος και για την χάραξη των κατευθύνσεων της τουριστικής πολιτικής και σε επίπεδο χωροταξικού σχεδιασμού (πρβλ. και το άρθρο 8 παρ. 3 του Ν. 3270/2004, σύμφωνα με το οποίο ο Υπουργός Τουριστικής Ανάπτυξης μετέχει στην Επιτροπή Συντονισμού της Κυβερνητικής Πολιτικής στον τομέα του Χωροταξικού Σχεδιασμού και Ανάπτυξης του άρθρου 3 παρ. 1 του Ν. 2472/1999), πάντως οι γενικές αυτές κατευθύνσεις τουριστικής πολιτικής εγκρίνονται, όπως ρητώς ορίζεται στην ίδια διάταξη, και από τον Υπουργό ΠΕΧΩΔΕ. Ως εκ τούτου, ο καθορισμός τους ανήκει στην αποφασιστική αρμοδιότητα του κατ’ εξοχήν αρμόδιου για τον χωροταξικό σχεδιασμό Υπουργού (βλ. άρθρο 3 έως 8 του Ν. 2472/1999) και του τότε συναρμόδιου, ως εκ του ρυθμιζόμενου αντικειμένου, Υπουργού Ανάπτυξης. Το ειδικό νομικό καθεστώς για την ίδρυση ΠΟΤΑ συμπληρώνεται με την, κατ’ εξουσιοδότηση της παρ. 4 του άρθρου 29 του Ν. 2545/1997, εκδοθείσα κοινή απόφαση Τ/751/10.2.1998 (ΦΕΚ τ. Β΄ 149/1998) των Υπουργών Ανάπτυξης και ΠΕΧΩΔΕ, με την οποία ορίσθηκαν τα απαιτούμενα δικαιολογητικά και η διαδικασία για τον χαρακτηρισμό και την οριοθέτηση ΠΟΤΑ. Σύμφωνα με το κεφάλαιο 1 της εν λόγω κοινής υπουργικής απόφασης, οι κυριότερες ρυθμίσεις του οποίου παρατίθενται στη σκέψη 10, μεταξύ των δικαιολογητικών αυτών περιλαμβάνονται η έκθεση συνοπτικής παρουσίασης της περιοχής, η περιγραφή της προτεινόμενης για τη δημιουργία ΠΟΤΑ έκτασης και της ευρύτερης περιοχής, η έκθεση του προγράμματος τουριστικής αξιοποίησης και η «έκθεση κατ’ αρχήν αξιολόγησης των χωροταξικών και περιβαλλοντικών επιπτώσεων από την ίδρυση και λειτουργία της ΠΟΤΑ». Στην τελευταία αυτή έκθεση, όπως ρητώς ορίζεται, εξετάζονται, μεταξύ άλλων, οι αναμενόμενες επιπτώσεις: στον πληθυσμό, στο οικιστικό δίκτυο, στο φυσικό περιβάλλον και στην πολιτιστική κληρονομιά. Συγκεκριμένα, όσον αφορά στις επιπτώσεις στο φυσικό περιβάλλον από την ίδρυση και λειτουργία της ΠΟΤΑ, εξετάζονται «οι αναμενόμενες επιπτώσεις στο έδαφος, τον αέρα, τη χλωρίδα, στην πανίδα, στους λοιπούς φυσικούς πόρους (με ιδιαίτερη έμφαση στην επάρκεια των υδάτινων πόρων της περιοχής και στη χωρητικότητα των ακτών προκειμένου για ΠΟΤΑ, που έχουν ως πόλο έλξης τη θάλασσα) και στην αισθητική του τοπίου. Η αξιολόγηση της αντοχής των φυσικών πόρων θα πρέπει να συνεκτιμά όχι μόνο την επιβάρυνση από τη δημιουργία της ΠΟΤΑ, αλλά και την τυχόν επιβάρυνση της περιοχής από τη βελτίωση της προσπελασιμότητας και των εξυπηρετήσεων». Όσον δε αφορά στις επιπτώσεις στην πολιτιστική κληρονομιά, «εξετάζεται η συμβατότητα της επιδιωκόμενης ανάπτυξης με την ανάγκη της προστασίας του τοπίου σε περίπτωση γειτνίασης με αρχαιολογικούς χώρους, παραδοσιακούς οικισμούς κ.λπ., αλλά και οι επιπτώσεις από την αναμενόμενη αύξηση των επισκεπτών στους παραπάνω τουριστικούς πόρους». Προβλέπεται δε η «εξαγωγή συνθετικών συμπερασμάτων» όσον αφορά στις επιπτώσεις από την ίδρυση και λειτουργία της ΠΟΤΑ και προτείνονται μέτρα για την πρόληψη, τον περιορισμό ή και την εξουδετέρωση των δυσμενών επιπτώσεων. Περαιτέρω δε ορίζεται στο δεύτερο κεφάλαιο της ανωτέρω κοινής υπουργικής απόφασης, που προβλέπει τη διαδικασία χαρακτηρισμού και οριοθέτησης της ΠΟΤΑ, ότι, αν με το κοινό πρακτικό της Διεύθυνσης Χωροταξίας και της Διεύθυνσης Περιβαλλοντικού του ΠΕΧΩΔΕ και του ΕΟΤ δεν διαπιστώνεται συμβατότητα της επένδυσης με τα χωροταξικά και περιβαλλοντικά κριτήρια, η διαδικασία «διακόπτεται», χωρίς να υπάρχει δυνατότητα επανόδου. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι, κατά την διαδικασία χαρακτηρισμού και οριοθέτησης της ΠΟΤΑ, γίνεται εκτίμηση των επιπτώσεων της δημιουργίας της ΠΟΤΑ στο φυσικό και πολιτιστικό περιβάλλον και, περαιτέρω, κρίνεται αν αυτή είναι, κατ’ αρχήν, συμβατή με τη συνταγματική επιταγή της προστασίας του περιβάλλοντος. Ρητώς δε προβλέπεται ότι ο χαρακτηρισμός και η οριοθέτηση έκτασης (ή εκτάσεων) της ΠΟΤΑ συνιστά την προέγκριση χωροθέτησης και στη συνέχεια πρέπει να ακολουθήσει η έγκριση περιβαλλοντικών όρων, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 1650/1986 (Ν. 3010/2002) και της, κατ’ εξουσιοδότηση αυτού, εκδοθείσης ΚΥΑ Η.Π. 15393/2332/2002, κατά τις οποίες οι ΠΟΤΑ κατατάσσονται στα έργα της κατηγορίας Α (υποκατηγορία 1), για την πραγματοποίηση των οποίων απαιτείται η έγκριση περιβαλλοντικών όρων. Η ίδια ρύθμιση, ότι δηλαδή για τον χαρακτηρισμό και την οριοθέτηση των ΠΟΤΑ δεν απαιτείται προέγκριση χωροθέτησης κατά τις διατάξεις του Ν. 1650/1986, ισχύει, σύμφωνα με την παρ. 6 του άρθρου 4 του νόμου αυτού και για τη χωροθέτηση των λατομικών περιοχών και των ζωνών ανάπτυξης παραγωγικών δραστηριοτήτων του άρθρου 24 του ανωτέρω νόμου, ο καθορισμός των οποίων αποτελεί συμβατό με το Σύνταγμα σχεδιασμό (πρβλ. Σ.τ.Ε. 2489/2006 Ολομ.). Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι με το ειδικό νομικό πλαίσιο που διέπει την ίδρυση και χωροθέτηση των Π.Ο.Τ.Α., καθώς και με τις σχετικές για την έγκριση περιβαλλοντικών όρων διατάξεις του Ν. 1650/1986 και των, βάσει αυτού, εκδοθεισών υπουργικών αποφάσεων, διασφαλίζεται πλήρως η απαιτούμενη από το Σύνταγμα και τη Συνθήκη για την Ε.Ε. προστασία του περιβάλλοντος, με κριτήρια χωροταξικά και περιβαλλοντικά.
16. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση η προαναφερθείσα, υπ’ αριθ. 24069/3817/19.10.2001, κοινή υπουργική απόφαση, με την οποία χαρακτηρίσθηκαν και οριοθετήθηκαν ως Π.Ο.Τ.Α., μεταξύ άλλων, εκτάσεις στην εκτός σχεδίου πόλεως περιοχή Ρωμανού του Νομού Μεσσηνίας, εκδόθηκε χωρίς να έχει προηγουμένως προβλεφθεί η Π.Ο.Τ.Α. αυτή σε χωροταξικό σχέδιο. Και ναι μεν, κατά τον χρόνο της πρώτης συζητήσεως της υποθέσεως, είχε ήδη εκδοθεί η υπ’ αριθ. 25294/25.6.2003 απόφαση της Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων (ΦΕΚ Β΄ 1485/10.10.2003), με την οποία εγκρίθηκε, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2742/1999, Περιφερειακό Πλαίσιο Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης Περιφέρειας Πελοποννήσου, στο άρθρο 3 δε αυτής μεταξύ των δραστηριοτήτων, που προτείνονται στον τριτογενή τομέα για την Περιφέρεια Πελοποννήσου, αναφέρονται και τα εξής (βλ. παράγραφος Δ. «Πρόγραμμα Δράσης» περ. 2 «Μακροπρόθεσμοι Άξονες Δράσης» υποπερίπτωση 2.1. «Άξονες Δράσεων κατά Τομέα» σε συνδυασμό με τον συνδημοσιευθέντα με την ανωτέρω, υπ’ αριθ. 25294/25.6.2003, υπουργική απόφαση Χάρτη Δ.1.1 με τίτλο «Πρότυπο Χωρικής Ανάπτυξης»): «Ενίσχυση προωθητικών δραστηριοτήτων όπως: – οι εγκαταστάσεις ειδικής τουριστικής υποδομής για την ανάπτυξη θεματικού τουρισμού, – Εφαρμογή – ολοκλήρωση των διαδικασιών και χρηματοδότηση της δημιουργίας Περιοχής Ολοκληρωμένης Τουριστικής Ανάπτυξης (ΠΟΤΑ) στην Μεσσηνία. Ήδη έχει ολοκληρωθεί η διαδικασία χαρακτηρισμού και οριοθέτησης της «ΠΟΤΑ» Μεσσηνίας με την υπ’ αριθ. 24069/3817 Κοινή Υπουργική Απόφαση (19.10.2001) … Με την ως άνω απόφαση καθορίζονται επίσης οι όροι και περιορισμοί προστασίας του περιβάλλοντος ως και ο φορέας ίδρυσης και εκμετάλλευσής της». Η πρόβλεψη, όμως, αυτή, μεταξύ άλλων, της επίμαχης Π.Ο.Τ.Α. Ρωμανού στο Περιφερειακό Πλαίσιο Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης Περιφέρειας Πελοποννήσου –ανεξαρτήτως ότι δεν συνιστά εξειδίκευση προτάσεως, διατυπωθείσης σε προηγούμενο του περιφερειακού γενικό χωροταξικό πλαίσιο ή χωροταξικό πλαίσιο ειδικό για τον τουρισμό, καθόσον πλαίσια τέτοιου επιπέδου δεν είχαν εγκριθεί κατά τον χρόνο εγκρίσεως του ανωτέρω περιφερειακού– δεν μπορεί, πάντως, να καλύψει την παράλειψη προβλέψεως της Π.Ο.Τ.Α. αυτής σε χωροταξικό σχέδιο προγενέστερο της εκδόσεως της ανωτέρω, υπ’ αριθ. 24069/3817/19.10.2001, κοινής υπουργικής αποφάσεως, με την οποία χαρακτηρίσθηκε και οριοθετήθηκε η εν λόγω Π.Ο.Τ.Α. Ρωμανού. Τούτο δε διότι το αφορών στην Περιφέρεια Πελοποννήσου Περιφερειακό Πλαίσιο εγκρίθηκε μετά την δημοσίευση της ανωτέρω, υπ’ αριθ. 24069/3817/19.10.2001, κοινής υπουργικής αποφάσεως, την οποία και ρητώς μνημονεύει (πρβλ. Σ.τ.Ε. 526/2003 Ολομ., 604/2002 Ολομ., 1038/1993 Ολομ.). Ενόψει τούτου δε είναι άδηλο ακόμη και εάν αυτή η περιεχόμενη στο ανωτέρω Περιφερειακό Πλαίσιο πρόβλεψη δημιουργίας της συγκεκριμένης Π.Ο.Τ.Α. στην Μεσσηνία είναι αποτέλεσμα σχεδιασμού που στηρίζεται στους κανόνες της επιστήμης της χωροταξίας ή αποβλέπει απλώς στην διευθέτηση πραγματικής καταστάσεως, που είχε ήδη δημιουργηθεί, δοθέντος ότι είχε ήδη ολοκληρωθεί, κατά τον χρόνο εγκρίσεως του ανωτέρω Περιφερειακού Πλαισίου, η διαδικασία χαρακτηρισμού ως Π.Ο.Τ.Α. εκτάσεων στην εκτός σχεδίου πόλεως περιοχή Ρωμανού με την έκδοση της προαναφερθείσης, υπ’ αριθ. 24069/3817/19.10.2001, κοινής υπουργικής αποφάσεως (βλ. και την διατύπωση του ανωτέρω Περιφερειακού Πλαισίου, ως προς το επίμαχο ζήτημα: «Ήδη έχει ολοκληρωθεί η διαδικασία χαρακτηρισμού και οριοθέτησης της «ΠΟΤΑ» Μεσσηνίας με την υπ’ αριθ. 24069/3817 Κοινή Υπουργική Απόφαση»). Άλλωστε, από τα στοιχεία του φακέλου δεν προκύπτει ότι κατά τον χαρακτηρισμό και την οριοθέτηση της επίμαχης Π.Ο.Τ.Α. με την προαναφερθείσα, υπ’ αριθ. 24069/3817/19.10.2001, κοινή υπουργική απόφαση ελήφθησαν υπόψη ενδεχομένως υπάρχοντα κατά τον χρόνο εκείνο στοιχεία του, υπό εκπόνηση τότε, περιφερειακού σχεδίου, όπως π.χ. μελέτη (η οριστική παραλαβή της οποίας, όπως προβάλλουν η παρεμβαίνουσα εταιρία και το Δημόσιο, με τα υποβληθέντα μετά την συζήτηση της υποθέσεως και εντός της ταχθείσης από τον Πρόεδρο του Δικαστηρίου από 22.10.2007 υπομνήματα, είχε εγκριθεί με την υπ’ αριθ. πρωτ. 32704/4655/14.12.2000 απόφαση του Γενικού Διευθυντή Περιβάλλοντος του Υπουργείου Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων) ή συνοδεύοντα αυτήν σχεδιαγράμματα με σημείωση της θέσεως της συγκεκριμένης Π.Ο.Τ.Α. στην περιοχή Ρωμανού. Τούτο δε διότι από το περιεχόμενο των στοιχείων, που μνημονεύονται στο προοίμιο της ανωτέρω, υπ’ αριθ. 24069/2817/19.10.2001, κοινής υπουργικής αποφάσεως (βλ. ιδίως τα μνημονευόμενα στο προοίμιο υπ’ αριθ. 13, 15 και 17 στοιχεία, δηλαδή την υπ’ αριθ. 3/12.2.2001 γνωμοδότηση του Νομαρχιακού Συμβουλίου Μεσσηνίας, την υπ’ αριθ. Α.Π. ΟΙΚ. 89577/23.5.2001 γνωμοδότηση της Διευθύντριας Περιφερειακού Σχεδιασμού της Γενικής Διευθύνσεως Περιβάλλοντος του Υπουργείου Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων και την υπ’ αριθ. α.π. 3683/10.10.2001 εισήγηση του Προϊσταμένου της Διευθύνσεως Χωροταξίας της ίδιας Γενικής Διευθύνσεως Περιβάλλοντος), συνάγεται ότι η Διοίκηση, κατά την έκδοση της αποφάσεως αυτής, προέβη σε ίδια πρωτογενή κρίση, ως προς την ανάγκη δημιουργίας Π.Ο.Τ.Α. στην Μεσσηνία και ως προς την καταλληλότητα της συγκεκριμένης περιοχής Ρωμανού για την εγκατάστασή της, κρίση στην οποία δεν θα προέβαινε, αν θεωρούσε ότι από τα υπάρχοντα κατά τον χρόνο εκείνο στοιχεία προέκυπτε η με βάση τους κανόνες της επιστήμης της χωροταξίας χωροθέτηση Π.Ο.Τ.Α. στην περιοχή Ρωμανού.
Κατά τη γνώμη όμως του Προέδρου και των Συμβούλων Δ. Πετρούλια, Α. Καραμιχαλέλη και Ι. Ζόμπολα, και σύμφωνα με όσα υπεστήριξαν στις προηγούμενες σκέψεις 14 και 15, το Σύνταγμα δεν τάσσει ως προϋπόθεση για την ανάπτυξη οποιασδήποτε παραγωγικής δραστηριότητας γενικώς, ειδικώς δε για τον χαρακτηρισμό και την οριοθέτηση μιας περιοχής ως περιοχής ολοκληρωμένης τουριστικής ανάπτυξης, την προηγούμενη πρόβλεψή της σε χωροταξικό σχέδιο. Ο χαρακτηρισμός και η οριοθέτηση της ΠΟΤΑ Μεσσηνίας με την κοινή υπουργική απόφαση 24069/3817/19.10.2001, δηλαδή ο σχεδιασμός της σε νομαρχιακό (αλλά και σε περιφερειακό δευτερευόντως) επίπεδο, έγινε επί τη βάσει χωροταξικών και περιβαλλοντικών κριτηρίων και με τη διαδικασία που προβλέπεται από τις ειδικές διατάξεις του άρθρου 29 του Ν. 2545/1997 και τις δυνάμει αυτών εκδοθείσες κανονιστικές κοινές υπουργικές αποφάσεις Τ.3522/9.7.1998 και Τ.751/10.2.1998 με αντικείμενο τον καθορισμό των γενικών κατευθύνσεων τουριστικής πολιτικής για τη δημιουργία Π.Ο.Τ.Α. και των απαιτούμενων δικαιολογητικών, αντιστοίχως. Οι ειδικές αυτές ρυθμίσεις ήσαν, κατά τα εκτεθέντα στις προηγούμενες σκέψεις, απολύτως σύμφωνες με το Σύνταγμα, το οποίο δεν απαγορεύει την εκτέλεση έργων και την ανάπτυξη οποιασδήποτε σημαντικής παραγωγικής δραστηριότητας, αν αυτά δεν έχουν προηγουμένως ενταχθεί σε ένα από τα προβλεπόμενα στην ισχύουσα νομοθεσία (άρθρα 6, 7 και 8 του Ν. 2742/1999) χωροταξικά σχέδια. Τούτο δε αφορά κάθε παραγωγική δραστηριότητα, κατ’ εξοχήν δε τον τομέα του τουρισμού, η ανάπτυξη του οποίου συνιστά επιτακτικό λόγο δημοσίου συμφέροντος, δεδομένου ότι είναι ζωτικής σημασίας για την σταθερότητα και την ανάπτυξη της εθνικής οικονομίας. Ο σχεδιασμός της επίμαχης ΠΟΤΑ Μεσσηνίας επιβεβαιώθηκε πάντως και από το Περιφερειακό Πλαίσιο Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης της Περιφέρειας Πελοποννήσου. Όπως δε προκύπτει από την εισήγηση, με αριθ. 89577/23.5.2001, της Διεύθυνσης Περιβάλλοντος του Υπουργείου ΠΕΧΩΔΕ, που σημειώνεται στο προοίμιο της επίμαχης κοινής υπουργικής αποφάσεως 24069/3817/19.10.2001, κατά τον χαρακτηρισμό και την οριοθέτηση της ΠΟΤΑ Μεσσηνίας συνεκτιμήθηκαν και τα στοιχεία που απέρρεαν από την ήδη ολοκληρωμένη μελέτη για το Περιφερειακό Πλαίσιο Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης της Περιφέρειας Πελοποννήσου, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 9 παρ. 1, εδάφιο δεύτερο, του Ν. 2742/1999. Συγκεκριμένα, στην ανωτέρω εισήγηση της αρμόδιας για τη Χωροταξία Διεύθυνσης του ΥΠΕΧΩΔΕ ρητώς αναφέρεται (βλ. σελ. 14) ότι η δημιουργία της ΠΟΤΑ Μεσσηνίας «υποστηρίζεται και από τις προτάσεις της μελέτης «Χωροταξικό Σχέδιο Περιφέρειας Πελοποννήσου» η εκπόνηση της οποίας έχει ολοκληρωθεί και παραληφθεί από την υπηρεσία μας», και όπως, μάλιστα, αναφέρει η Διοίκηση με τις απόψεις της, είχε ήδη εγκριθεί με την απόφαση 32704/4655/14.12.2000 του Γενικού Διευθυντή Περιβάλλοντος του ΥΠΕΧΩΔΕ, δηλαδή πριν από τη δημοσίευση (στις 22.10.2001) της Κ.Υ.Α. για τον χαρακτηρισμό και οριοθέτηση της ΠΟΤΑ Μεσσηνίας. Επισημαίνεται δε περαιτέρω στην εν λόγω εισήγηση ότι «Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της μελέτης αυτής η σχεδιαζόμενη, μέσω της ΠΟΤΑ, ενίσχυση της τουριστικής δραστηριότητας στη νοτιοδυτική Πελοπόννησο, καταγράφεται μεταξύ των μέσων για την υλοποίηση του στρατηγικού – αναπτυξιακού στόχου της Περιφέρειας, που είναι η μείωση της αναπτυξιακής υστέρησης της ενδοχώρας με αξιοποίηση των φυσικών και πολιτισμικών της αποθεμάτων και η βιώσιμη διαχείριση των πόρων στις ήδη ανεπτυγμένες περιοχές». Με αυτά συνεπώς τα δεδομένα, δεν ευσταθεί η αντίθετη γνώμη, ότι δηλαδή είναι άδηλο εάν η περιεχόμενη στο Περιφερειακό Πλαίσιο Χωροταξικού Σχεδιασμού της Περιφέρειας Πελοποννήσου πρόβλεψη δημιουργίας της συγκεκριμένης ΠΟΤΑ είναι αποτέλεσμα σχεδιασμού που στηρίζεται στους κανόνες της επιστήμης της χωροταξίας, ότι από τα στοιχεία του φακέλου δεν προκύπτει ότι, κατά την χωροθέτηση της επίμαχης ΠΟΤΑ, ελήφθησαν υπ’ όψη υπάρχοντα κατά τον χρόνο εκείνο στοιχεία του, υπό εκπόνηση, Περιφερειακού Χωροταξικού Σχεδίου της Πελοποννήσου, δεδομένου ότι, η Διοίκηση, κατά τον χαρακτηρισμό και οριοθέτηση της ΠΟΤΑ, προέβη σε ίδια πρωτογενή κρίση, ως προς την ανάγκη δημιουργίας ΠΟΤΑ στη Μεσσηνία και ως προς την καταλληλότητα της περιοχής. Τούτο δε διότι, όπως ήδη αμέσως ανωτέρω εκτέθηκε, η δημιουργία της ΠΟΤΑ Μεσσηνίας στηρίχθηκε, σύμφωνα με την εισήγηση 3683/10.10.2001 της Διεύθυνσης Χωροταξίας του ΥΠΕΧΩΔΕ, στις προτάσεις της επιστημονικής (χωροταξικής) μελέτης για το Χωροταξικό Σχέδιο της Πελοποννήσου, η οποία είχε εκπονηθεί και εγκριθεί ήδη πριν από τη δημοσίευση, στις 22.10.2001, της κοινής υπουργικής αποφάσεως για τον χαρακτηρισμό και οριοθέτηση της ΠΟΤΑ Μεσσηνίας. Εξ άλλου, με τη μνεία στο Περιφερειακό Πλαίσιο Χωροταξικού Σχεδιασμού της Πελοποννήσου ότι «Ήδη έχει ολοκληρωθεί η διαδικασία χαρακτηρισμού και οριοθέτησης της «ΠΟΤΑ» Μεσσηνίας με την υπ’ αριθ. 24069/3817 κοινή υπουργική απόφαση», απλώς καταγράφεται η εν τω μεταξύ εκδοθείσα κοινή απόφαση για την ίδρυση της ΠΟΤΑ Μεσσηνίας, η οποία όμως είχε, κατά τα προεκτεθέντα, στηριχθεί στην επιστημονική μελέτη για το Περιφερειακό Πλαίσιο Χωροταξικού Σχεδιασμού της Πελοποννήσου.
17. Επειδή, εφόσον η υπ’ αριθ. 24069/381719.10.2001 κοινή υπουργική απόφαση περί χαρακτηρισμού και οριοθετήσεως της επίμαχης Π.Ο.Τ.Α. Ρωμανού εκδόθηκε χωρίς ο καθορισμός της Π.Ο.Τ.Α. αυτής να έχει αποτελέσει αντικείμενο προηγούμενου χωροταξικού σχεδιασμού, ερείδεται στη διάταξη του προτελευταίου εδαφίου της παρ. 3 του άρθρου 29 του ν. 2545/1997, η οποία, όμως, είναι μη εφαρμοστέα, ως αντικείμενη στο άρθρο 24 του Συντάγματος, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην δέκατη πέμπτη σκέψη. Ενόψει τούτου, η ανωτέρω, υπ’ αριθ. 24069/381719.10.2001, κοινή υπουργική απόφαση δεν είναι νόμιμη. Συνεπώς, η προσβαλλόμενη πράξη, εκδοθείσα σε εκτέλεση της εν λόγω μη νόμιμης υπ’ αριθ. 24069/3817/19.10.2001 κοινής υπουργικής αποφάσεως, είναι και αυτή μη νόμιμη και πρέπει να ακυρωθεί, κατά το μέρος που αφορά στο ακίνητο του αιτούντος, κατά τα βασίμως προβαλλόμενα με την κρινόμενη αίτηση. Κατόπιν τούτου, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αυτή, παρελκούσης, ως αλυσιτελούς της ερεύνης των λοιπών προβαλλομένων λόγων ακυρώσεως, που δεν έχουν ήδη απορριφθεί με την παραπεμπτική, υπ’ αριθ. 1594/2007, απόφαση του ΣΤ΄ Τμήματος του Δικαστηρίου, να απορριφθεί δε η ασκηθείσα παρέμβαση.
Κατά τη γνώμη όμως του Προέδρου και των Συμβούλων Δ. Πετρούλια, Α. Καραμιχαλέλη και Ι. Ζόμπολα, η διάταξη του προτελευταίου εδαφίου της παρ. 3 του άρθρου 29 του Ν. 2545/1997 δεν προσκρούει στο άρθρο 24 του Συντάγματος για το λόγο ότι επιτρέπει τη δημιουργία ΠΟΤΑ χωρίς αυτή να έχει προηγουμένως ενταχθεί σε ένα από τα προβλεπόμενα από την ισχύουσα νομοθεσία (άρθρο 6, 7 και 8 του Ν. 2742/1999) χωροταξικά σχέδια. Ως εκ τούτου, η κοινή υπουργική απόφαση για τον χαρακτηρισμό και την οριοθέτηση της ΠΟΤΑ Μεσσηνίας, η οποία ερείδεται στη διάταξη αυτή, καθώς και η προσβαλλόμενη πράξη δεν πάσχουν και ο αντίθετος προβαλλόμενος λόγος ακυρώσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
[…]

Λειτουργία τηλεοπτικών σταθμών χωρίς άδεια

ΣτΕ (Ολ.) 3578/2010

Λειτουργία τηλεοπτικών σταθμών χωρίς άδεια

Προεδρεύων: Μ. Βροντάκης, Αντιπρόεδρος

Εισηγητής: Ηρ. Τσακόπουλος, Σύμβουλος
Παρουσίαση της απόφασης
Η Ολομέλεια, αφού έκρινε ότι με το άρθρο 15 του Συντάγματος δεν θεσπίζεται ατομικό δικαίωμα ιδρύσεως ραδιοφωνικού και τηλεοπτικού σταθμού, αλλά η διαμόρφωση ενός τέτοιου δικαιώματος αφήνεται στον κοινό νομοθέτη, ο οποίος, κατά την ρύθμιση του εν λόγω θέματος, τελεί υπό τους όρους και περιορισμούς της παραγράφου 2 του άρθρου αυτού, εξέθεσε αναλυτικά το νομοθετικό καθεστώς που διέπει τη λειτουργία των ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών σταθμών και τον τρόπο που αυτό εφαρμόστηκε: Το κρατικό μονοπώλιο ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών εκπομπών καταργήθηκε με τους νόμους 1730/1987 και 1866/1989, με τους οποίους επετράπη η ίδρυση και λειτουργία τοπικών ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών σταθμών, αντιστοίχως, κατόπιν διοικητικής άδειας χορηγουμένης αυτοτελώς (όχι δηλαδή στο πλαίσιο διαγωνιστικής διαδικασίας), βάσει προϋποθέσεων και κατ’ εκτίμηση κριτηρίων, που έτασσε ο νόμος. Κατ’ εφαρμογή των νόμων αυτών εκδόθηκαν περιορισμένος αριθμός αδειών τηλεοπτικών σταθμών και μεγάλος αριθμός αδειών ραδιοφωνικών σταθμών. Παράλληλα, από το έτος 1989 και έπειτα άρχισαν να λειτουργούν πολλοί ιδιωτικοί ραδιοφωνικοί και τηλεοπτικοί σταθμοί αυθαιρέτως, χωρίς διοικητική άδεια. Κρίθηκε μάλιστα (Σ.τ.Ε. 3839/1997 Ολομ.) ότι η εν τοις πράγμασι ίδρυση και λειτουργία τηλεοπτικού σταθμού, χωρίς άδεια, δεν αποτελούν νόμιμο λόγο χορηγήσεως άδειας κατά τον ν. 1866/1989, έστω και αν η Διοίκηση, με την πρακτική που είχε τηρήσει, είχε ανεχθεί ή και υποβοηθήσει την λειτουργία χωρίς άδεια του συγκεκριμένου, καθώς και άλλων τηλεοπτικών σταθμών. Την πραγματική αυτή κατάσταση επιχείρησε να αντιμετωπίσει ο ν. 2328/1995, που θέσπισε νέο λεπτομερές σύστημα ρυθμίσεως, προβλέπον την χορήγηση διοικητικών αδειών ιδρύσεως και λειτουργίας ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών σταθμών με απόφαση του Υπουργού Τύπου και ΜΜΕ [ήδη του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης], βάσει διαγωνιστικής διαδικασίας που προέβλεπε την έκδοση προκήρυξης, κάθε Σεπτέμβριο, καθώς και όποτε άλλοτε υπάρξουν διαθέσιμες συχνότητες, για συγκεκριμένο αριθμό θέσεων αδειών κατά κατηγορία σταθμών (σταθμοί εθνικής εμβέλειας, περιφερειακής εμβέλειας και τοπικής εμβέλειας), με απόφαση του Υπουργού Τύπου και ΜΜΕ [ήδη του Ε.Σ.Ρ.], με υποβολή αίτησης που συνοδεύεται από πλήρη και άρτια τεχνική μελέτη, κατόπιν εξέτασης, συγκριτικής αξιολόγησης και βαθμολόγησης με σύστημα μορίων από το Ε.Σ.Ρ. Προκηρύξεις για την έκδοση αδειών λειτουργίας τηλεοπτικών σταθμών τοπικής και περιφερειακής εμβέλειας δημοσιεύθηκαν στις 11.3.1998 και στις 17.7.1998. Ακολούθως, στις 13.10.1998, δημοσιεύτηκε ο ν. 2644/1998, στο άρθρο 17 του οποίου ορίστηκε ότι οι τηλεοπτικοί σταθμοί περιφερειακής και τοπικής εμβέλειας που λειτουργούν κατά την έναρξη ισχύος του άρθρου αυτού και έχουν υποβάλει εμπροθέσμως αίτηση για χορήγηση άδειας λειτουργίας ιδιωτικού τηλεοπτικού σταθμού σύμφωνα με τη διαδικασία των ως άνω υπουργικών αποφάσεων θεωρούνται ως νομίμως λειτουργούντες εντός της γεωγραφικής περιοχής που αντιστοιχεί στον αναγραφόμενο στην αίτησή τους Χάρτη Συχνοτήτων, μέχρι την έκδοση της απόφασης του Υπουργού Τύπου και ΜΜΕ με την οποία θα χορηγηθούν άδειες λειτουργίας ιδιωτικών τηλεοπτικών σταθμών για την αντίστοιχη περιοχή ή μέχρι την έκδοση απορριπτικής απόφασης μετά την ολοκλήρωση του προβλεπόμενου στο άρθρο 2 παρ. 5 περιπτώσεις γ΄ και δ΄ του ν. 2328/1995 ελέγχου συνδρομής των νόμιμων προϋποθέσεων ή της επάρκειας της τεχνικής μελέτης. Στην παρ. 2 του ίδιου άρθρου ορίστηκε ότι οι ως άνω τηλεοπτικοί σταθμοί οφείλουν να τηρούν τους κανόνες της νομοθεσίας για την ραδιοτηλεόραση, η δε παραβίασή τους έχει ως συνέπεια την άμεση διακοπή λειτουργίας του τηλεοπτικού σταθμού, με απόφαση του Υπουργού Τύπου και ΜΜΕ. Οι διαγωνιστικές διαδικασίες, στις οποίες αναφέρεται το άρθρο 17 του ν. 2644/1998, δεν ολοκληρώθηκαν και καταργήθηκαν με το άρθρο 19 παρ. 2 του ν. 3051/2002, με το οποίο ορίστηκε ότι οι τηλεοπτικοί σταθμοί περιφερειακής και τοπικής εμβέλειας οι οποίοι, κατά την έναρξη της ισχύος του νόμου θεωρούνται ως νομίμως λειτουργούντες σύμφωνα με το άρθρο 17 παρ. 1 του ν. 2644/1998, εξακολουθούν να θεωρούνται ως νομίμως λειτουργούντες μέχρι την πρώτη εφαρμογή του άρθρου 2 παρ. 1 του ν. 2328/1995 με την έκδοση αδειών λειτουργίας για την αντίστοιχη γεωγραφική περιοχή. Επακολούθησε η, κατ’ εξουσιοδότηση της παρ. 4 του ως άνω άρθρου, έκδοση του π.δ. 234/2003, καθώς και προκηρύξεων του Ε.Σ.Ρ. για την χορήγηση αδειών ιδρύσεως και λειτουργίας των τηλεοπτικών σταθμών εθνικής, περιφερειακής και τοπικής εμβέλειας. Διατάξεις των εν λόγω διατάγματος και προκηρύξεων ακυρώθηκαν με τις αποφάσεις 2502, 2504 και 2508/2.8.2005 του Συμβουλίου της Επικρατείας. Οι διαδικασίες αδειοδοτήσεως, που κινήθηκαν με τις παραπάνω προκηρύξεις ήσαν εν εξελίξει κατά τον χρόνον συζητήσεως της κρινομένης υποθέσεως ενώπιον του Δ΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας ήτοι την 17.5.2005, εν τέλει δε δεν ολοκληρώθηκαν. Επακολούθησε η δημοσίευση του ν. 3444/2006, το άρθρο 15 παρ. 7 περ. β΄ του οποίου όρισε ότι οι προκηρύξεις για τη χορήγηση τηλεοπτικών και ραδιοφωνικών αδειών θα εκδοθούν μέχρι τις 30.6.2006, το άρθρο 9 παρ. 2 του ν. 3548/2007, με το οποίο παρατάθηκε η παραπάνω προθεσμία μέχρι 30.6.2007. Επακολούθησε η θέσπιση του ν. 3592/2007, ο οποίος επέφερε σημαντικές τροποποιήσεις στο σύστημα αδειοδοτήσεως των τηλεοπτικών και ραδιοφωνικών σταθμών, όρισε δε ότι ως [νομίμως] λειτουργούντες τηλεοπτικοί περιφερειακοί σταθμοί νοούνται εκείνοι που θεωρείται ότι λειτουργούν νομίμως, σύμφωνα με τις διατάξεις των ν. 2644/1998, 3051/2002 και 3444/2006 (άρθρο 5 παρ. 7) και ότι η ίδια ως άνω προθεσμία κινήσεως της διαδικασίας αδειοδοτήσεως παρατείνεται μέχρι την 31.10.2007 (άρθρο 20 παρ. 5). Η ίδια πάντοτε προθεσμία παρατάθηκε μέχρι την 31.10.2008 με το άρθρο δεύτερο παρ. 1 του ν. 3640/2008, μέχρι την 30.6.2009 με το άρθρο 9 του ν. 3723/2008 και μέχρι την 31.12.2009 με το άρθρο 37 του ν. 3779/2009. Το Δικαστήριο έκρινε ότι η διάταξη του άρθρου 17 παρ. 1 του ν. 2644/1998, σχετικά με την νομιμοποίηση της λειτουργίας ορισμένων παρανόμως λειτουργούντων τηλεοπτικών σταθμών, οι οποίοι θεωρούνται υπό προθεσμία ως «νομίμως λειτουργούντες», θεσπίστηκε σε χρόνο, κατά τον οποίο είχαν ήδη κινηθεί, με την έκδοση προκηρύξεων, και ήταν εν εξελίξει διαγωνιστικές διαδικασίες κατά τις πάγιες διατάξεις του ν. 2328/1995, ευλόγως δε αναμενόταν η ολοκλήρωσή τους σε σχετικά βραχύ χρονικό διάστημα, με την έκδοση των αντιστοίχων αδειών, και η συνακόλουθη λήξη της ισχύος της διατάξεως αυτής. Αντιθέτως, με τις διατάξεις του άρθρου 19 του μεταγενέστερου ν. 3051/2002 παρατάθηκε το καθεστώς λειτουργίας των ίδιων τηλεοπτικών σταθμών επ’ αόριστον, εφ’ όσον με αυτές καταργήθηκαν οι αρξάμενες διαγωνιστικές διαδικασίες χωρίς να έχουν προκηρυχθεί νέες και χωρίς να τάσσεται στην Διοίκηση εύλογη προθεσμία, μέσα στην οποία θα έπρεπε να έχει ολοκληρώσει την αδειοδότηση των τηλεοπτικών σταθμών περιφερειακής και τοπικής εμβάλειας. Όμως, η υπό τις εκτεθείσες συνθήκες επ’ αόριστον ανοχή της λειτουργίας τηλεοπτικών σταθμών, οι οποίοι ιδρύθηκαν και λειτούργησαν παρανόμως, αντίκειται προς το Σύνταγμα. Πρώτον μεν αντιβαίνει προς την θεμελιώδη συνταγματική αρχή του Κράτους Δικαίου, από την οποία απορρέει η υποχρέωση του Κράτους να εγγυάται υπέρ των πολιτών των πιστή εφαρμογή του νόμου και να προασπίζει τα δημόσια αγαθά. Τούτο επιτυγχάνεται με την αποτελεσματική λειτουργία των κρατικών υπηρεσιών εφαρμογής και επιβολής του νόμου. Έτσι διαφυλάσσεται το κύρος του νόμου και επιβεβαιώνεται η εμπιστοσύνη των πολιτών στην έννομη τάξη, που πρέπει να γίνεται από όλους σεβαστή. Δημόσιο δε αγαθό αποτελούν οι αριθμητικά περιορισμένες ραδιοσυχνότητες για την πραγματοποίηση τηλεοπτικών εκπομπών αναλογικού σήματος. Το δημόσιο αυτό αγαθό προσβάλλεται όταν η χρήση των ραδιοσυχνοτήτων γίνεται χωρίς την απαιτούμενη διοικητική άδεια, δηλαδή αυθαιρέτως και παρανόμως. Δεύτερον δε, η επίμαχη ρύθμιση αντιβαίνει προς την συνταγματική αρχή της ισότητας. Διότι θέτει τα πρόσωπα εκείνα, τα οποία, ενώ είχαν την πραγματική δυνατότητα και την βούληση να ιδρύσουν τηλεοπτικό σταθμό, δεν το έπραξαν όμως αυθαιρέτως και δεν παρέβησαν τον νόμο, σε εξόχως μειονεκτική μοίρα σε σχέση με τα πρόσωπα, τα οποία, με την αυθαίρετη κατάληψη ραδιοσυχνότητας, ίδρυσαν παρανόμως, χωρίς δηλαδή άδεια, τηλεοπτικό σταθμό. Πράγματι, τα τελευταία αυτά πρόσωπα νέμονται τομέα της αγοράς τηλεοπτικών υπηρεσιών, η λειτουργία της οποίας μάλιστα συνδέεται με την, καίριας σημασίας σε μία δημοκρατική πολιτεία, άσκηση των δικαιωμάτων του πληροφορείν και του πληροφορείσθαι. Η ρύθμιση των επίμαχων διατάξεων θα ήταν, ενδεχομένως, συνταγματική εάν συνέτρεχαν εκ παραλλήλου και σωρευτικώς δυο προϋποθέσεις. Αφ’ ενός μεν εάν η διάταξη του άρθρου 19 παρ. 2 του ν. 3051/2002 δεν εξαρτούσε την εφαρμογή της κατά κύριο λόγο από το συμπτωματικό γεγονός της λειτουργίας τηλεοπτικών σταθμών σε δεδομένο χρόνο, αλλά και από κριτήρια συναπτόμενα προς την ύπαρξη πραγματικών καταστάσεων, οι οποίες, αν και δημιουργήθηκαν αυτογνωμόνως, χρήζουν, κατά την κρίση του νομοθέτη νομικής προστασίας, ανεκτής πάντως από το Σύνταγμα. Αφ’ ετέρου δε εάν η διάταξη αυτή ήταν περιορισμένης χρονικής ισχύος, εάν προέβλεπε δηλαδή έναν οπωσδήποτε οριστό καταληκτικό χρόνο ανοχής της λειτουργίας των νομιμοποιούμενων τηλεοπτικών σταθμών . ο χρόνος δε αυτός θα έπρεπε να είναι εύλογος, ως απολύτως αναγκαίος, να αντιστοιχεί δηλαδή προς τον χρόνο, ο οποίος απαιτείται για την ολοκλήρωση μιας το ταχύτερον δυνατόν κινουμένης διαδικασίας αδειοδοτήσεως και, πάντως, να μη υπερβαίνει ένα όριο, πέρα του οποίου, υπό οποιεσδήποτε περιστάσεις, η εξαίρεση, δηλαδή η προσωρινή ανοχή της λειτουργίας τηλεοπτικών σταθμών που ιδρύθηκαν και λειτούργησαν παρανόμως με την αυθαίρετη κατάληψη ραδιοσυχνότητας, καθίσταται πλέον κανόνας που παραμερίζει το πάγιο –και εναρμονιζόμενο προς το άρθρο 15 παρ. 2 του Συντάγματος– νομοθετικό καθεστώς. Η υπέρβαση αυτού του ορίου δεν μπορεί σε καμμία περίπτωση να γίνει ανεκτή από την συνταγματική τάξη. Ανεξαρτήτως δε του ζητήματος αν κατά τον χρόνο θεσπίσεως της διατάξεως του άρθρου 19 παρ. 2 του ν. 3052/2002 συνέτρεχε η πρώτη από τις παραπάνω προϋποθέσεις, οπωσδήποτε δεν συνέτρεχε η δεύτερη, δεδομένου ότι η διάταξη αυτή δεν ήταν περιορισμένης χρονικής ισχύος, δεν όριζε δηλαδή συγκεκριμένο και εύλογο, κατά τ’ ανωτέρω, χρόνο λήξεως της ισχύος της. Επομένως, η επίμαχη διάταξη ήταν ήδη κατά τον χρόνο θεσπίσεώς της αντισυνταγματική. Σε κάθε δε περίπτωση κατά τον χρόνο της πρώτης συζητήσεως της κρινομένης υποθέσεως (17.5.2005), ήτοι δέκα (10) περίπου έτη μετά τη θέσπιση του ν. 2328/1995, επτά (7) έτη μετά την δημοσίευση των πρώτων προκηρύξεων για την αδειοδότηση τηλεοπτικών σταθμών και τρία (3) έτη μετά την θέση σε ισχύ των διατάξεων του άρθρου 19 παρ. 2 και 3 του ν. 3051/2002, τα χρονικά όρια της συνταγματικής ανοχής είχαν, πλέον, εξαντληθεί και η επίμαχη διάταξη είχε οπωσδήποτε καταστεί αντισυνταγματική και, ως εκ τούτου, αντίσχυρη, διότι η περαιτέρω διατήρησή της σε ισχύ θα ήταν, κατά τα ανωτέρω, αντίθετη προς το Σύνταγμα. Με τις σκέψεις αυτές, έκρινε ότι η λειτουργία τηλεοπτικού σταθμού της αιτούσης εταιρίας κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο της συζητήσεως της κρινομένης αιτήσεως ενώπιον του Δ΄ Τμήματος δεν μπορούσε να στηριχτεί στην διάταξη του άρθρου 19 παρ. του ν. 3052/2002, ούτε εξ άλλου άλλη διάταξη νόμου ή διοικητική πράξη επέτρεπε την λειτουργία αυτή κατά τον παραπάνω χρόνο και, επομένως, η ακύρωση της προσβαλλομένης πράξεως, με την οποία επιβλήθηκε στην αιτούσα η κύρωση της αμέσου διακοπής λειτουργίας του σταθμού λόγω εκπομπής προγράμματος διαφορετικού από το δηλωθέν με την αίτησή του για λήψη άδειας λειτουργίας αυτού και, κατά το ΕΣΡ, μη διαθέτοντος την ποιοτική στάθμη που επιβάλλει το άρθρο 15 παρ. 2 του Συντάγματος, παρίσταται αλυσιτελής, εφόσον ακόμη και αν η πράξη αυτή εντοπιστεί από την έννομη τάξη, η λειτουργία του τηλεοπτικού σταθμού της αιτούσης δεν είναι επιτρεπτή.
Πλήρες κείμενο της απόφασης
[…]
2. Επειδή, ζητείται η ακύρωση της αποφάσεως 236/6.5.2003 του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης, με την οποία απορρίφθηκε αίτηση θεραπείας της αιτούσης κατά της αποφάσεως 201/1.4.2003 του ίδιου Συμβουλίου. Με την τελευταία αυτή απόφαση είχε επιβληθεί στον τηλεοπτικό σταθμό «Α. Τ.V.», τον οποίο εκμεταλλεύεται η αιτούσα, η «διοικητική κύρωση της αμέσου διακοπής της λειτουργίας αυτού». Στην αιτιολογία της προσβαλλομένης πράξεως αναφέρονται και τα εξής: «Ο τηλεοπτικός σταθμός Α. Τ.V. είχε υποβάλει αίτηση μετά των νομίμων δικαιολογητικών προς συμμετοχή σε προκηρυχθέντα διαγωνισμό για λήψη αδείας λειτουργίας αυτού. Εντεύθεν ο σταθμός λειτουργεί νομίμως και υποχρεούται να εκπέμπει το δηλωθέν με την αίτησή του πρόγραμμα το οποίο είναι … ψυχαγωγικό», πλην αντί του δηλωθέντος προγράμματος «εκπέμπει διαφημίσεις αστροπροβλέψεων, μέντιουμ, χαρτομαντειών, ωροσκοπίων και χειρομαντιών», δηλαδή πρόγραμμα, το οποίο, κατά το Ε.Σ.Ρ., δεν έχει την ποιοτική στάθμη που επιβάλλει το άρθρο 15 παρ. 2 του Συντάγματος, και ως εκ τούτου, επιβάλλεται η διακοπή λειτουργίας του εν λόγω σταθμού.
3. Επειδή, η αιτούσα ως νόμιμο έρεισμα της λειτουργίας του τηλεοπτικού σταθμού της επικαλείται τις διατάξεις των άρθρων 17 παρ. 1 του ν. 2644/1998 και 19 παρ. 2 του ν. 3051/2002. Κατά τις διατάξεις αυτές θεωρούνται ως νομίμως λειτουργούντες τηλεοπτικοί σταθμοί, οι οποίοι δεν είναι εφοδιασμένοι με άδεια ιδρύσεως και λειτουργίας, εφ’ όσον πληρούν ορισμένες προϋποθέσεις. Η κρινόμενη αίτηση εισήχθη προς εκδίκαση στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου κατόπιν παραπομπής της με την απόφαση 2784/2007 του Δ΄ Τμήματος, με την οποία κρίθηκε ότι η δεύτερη από τις παραπάνω διατάξεις (άρθρο 19 παρ. 2 του ν. 3051/2002) κατέστη αντισυνταγματική και το ζήτημα παραπέμφθηκε προς επίλυση ενώπιον της Ολομελείας σύμφωνα με το άρθρο 100 παρ. 5 του Συντάγματος.
4. Επειδή, όπως έχει ήδη γίνει δεκτό (βλ. Σ.τ.Ε. 5040/1987 Ολομ., 1145/1988 Ολομ., 2501/2004 7μ.), με το άρθρο 15 του Συντάγματος, όπως το άρθρο αυτό ίσχυε πριν από την αναθεώρησή του με το Ψήφισμα της 6.4.2001 της Ζ΄ Αναθεωρητικής Βουλής (το οποίο δεν επέφερε συνταγματική μεταβολή από της εξεταζομένης απόψεως), δεν θεσπίζεται ατομικό δικαίωμα ιδρύσεως ραδιοφωνικού και τηλεοπτικού σταθμού, αλλ’ η διαμόρφωση ενός τέτοιου δικαιώματος αφήνεται στον κοινό νομοθέτη, ο οποίος, κατά την ρύθμιση του εν λόγω θέματος, τελεί υπό τους όρους και περιορισμούς της παραγράφου 2 του άρθρου αυτού. Το κρατικό μονοπώλιο ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών εκπομπών καταργήθηκε με τους νόμους 1730/1987 (Α΄ 145) «Ελληνική Ραδιοφωνία – Τηλεόραση Ανώνυμη Εταιρεία» και 1866/1989 (Α΄ 222) «Ίδρυση Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεοράσεως και παροχή αδειών για την ίδρυση και λειτουργία τηλεοπτικών σταθμών», με τους οποίους επετράπη η ίδρυση και λειτουργία τοπικών ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών σταθμών, αντιστοίχως, κατόπιν διοικητικής αδείας χορηγουμένης αυτοτελώς (όχι δηλαδή στο πλαίσιο διαγωνιστικής διαδικασίας), βάσει προϋποθέσεων και κατ’ εκτίμηση κριτηρίων, που έτασσε ο νόμος. Κατ’ εφαρμογήν των νόμων αυτών εκδόθηκαν περιορισμένος αριθμός αδειών τηλεοπτικών σταθμών και μεγάλος αριθμός αδειών ραδιοφωνικών σταθμών. Παράλληλα, από το έτος 1989 και έπειτα άρχισαν να λειτουργούν πολλοί ιδιωτικοί ραδιοφωνικοί και τηλεοπτικοί σταθμοί αυθαιρέτως, χωρίς διοικητική άδεια. Κρίθηκε μάλιστα (βλ. Σ.τ.Ε. 3839/1997 Ολομ.) ότι η εν τοις πράγμασι ίδρυση και λειτουργία τηλεοπτικού σταθμού, χωρίς άδεια, δεν αποτελούν νόμιμο λόγο χορηγήσεως αδείας κατά τον ν. 1866/1989, έστω και αν η Διοίκηση, με την πρακτική που είχε τηρήσει, είχε ανεχθεί ή και υποβοηθήσει την λειτουργία χωρίς άδεια του συγκεκριμένου, καθώς και άλλων τηλεοπτικών σταθμών. Στο πραγματικό αυτό δεδομένο (της ιδρύσεως και λειτουργίας ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών σταθμών χωρίς άδεια) αναφέρεται η εισηγητική έκθεση του ν. 2328/1995 «Νομικό καθεστώς της ιδιωτικής τηλεόρασης και της τοπικής ραδιοφωνίας, ρύθμιση θεμάτων της ραδιοτηλεοπτικής αγοράς και άλλες διατάξεις» (Α΄ 159). Κατά την έκθεση, μετά την χορήγηση, μέχρι το έτος 1989, 275 αδειών τοπικών ραδιοφωνικών σταθμών, «το κρατικό ενδιαφέρον για την τοπική ραδιοφωνία ουσιαστικά σταμάτησε, με αποτέλεσμα όλο το ραδιοφωνικό τοπίο να καταστεί ανεξέλεγκτο. Το φαινόμενο της ιδιωτικής τηλεόρασης διέρρηξε εξαρχής το νομικό πλαίσιο στο οποίο έπρεπε να κινηθεί. Ο ν. 1866/1989 ήταν λιγότερο συστηματικό και διορατικός απ’ ό,τι επέβαλλε το οικονομικό, κοινωνικό και πολιτικό βάρος της ιδιωτικής τηλεόρασης». Κατά την εν λόγω έκθεση, βασικό έργο του Ε.Σ.Ρ. «μέχρι το 1993 μπορούν να θεωρηθούν οι κώδικες δεοντολογίας … και η γνώμη του για τη χορήγηση οκτώ αδειών για τηλεοπτικούς σταθμούς με ειδική άδεια δικτύωσης για την απόκτηση εθνικής εμβέλειας και τεσσάρων για τοπικούς τηλεοπτικούς σταθμούς. Η πραγματική τηλεοπτική κατάσταση είχε, βέβαια, εξαρχής πολύ μικρή σχέση με αυτήν την κατανομή αδειών…». Την κατάσταση αυτή επιχείρησε να αντιμετωπίσει ο προαναφερθείς ν. 2328/1995, που θέσπισε νέο λεπτομερές σύστημα ρυθμίσεως, προβλέπον την χορήγηση διοικητικών αδειών ιδρύσεως και λειτουργίας ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών σταθμών. Οι βασικές διατάξεις του είναι οι εξής: «Άρθρο 1. 1. Επιτρέπεται η ίδρυση, εγκατάσταση και λειτουργία ιδιωτικών τηλεοπτικών σταθμών, που εκπέμπουν σήμα κοινής λήψης από τους οικιακούς δέκτες στους διαθέσιμους για το σκοπό αυτό διαύλους ή τις διαθέσιμες ραδιοσυχνότητες, μόνο μετά από άδεια που χορηγείται σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου αυτού. Οι άδειες χορηγούνται για την εξυπηρέτηση του δημόσιου συμφέροντος και η χρήση τους συνιστά δημόσια λειτουργία. Οι σταθμοί στους οποίους χορηγούνται οι άδειες υποχρεούνται να μεριμνούν για την ποιότητα του προγράμματος, την αντικειμενική ενημέρωση, τη διασφάλιση της πολυφωνίας, καθώς και την προαγωγή του πολιτισμού με τη μετάδοση εκπομπών λόγου και τέχνης… 3. Οι ιδιωτικοί τηλεοπτικοί σταθμοί της παρ. 1 διακρίνονται σε τρεις (3) κατηγορίες: α. Σε σταθμούς εθνικής εμβέλειας που καλύπτουν το σύνολο της επικράτειας… β. Σε σταθμούς περιφερειακής εμβέλειας που καλύπτουν … ευρύτερο γεωγραφικό διαμέρισμα, το οποίο οριοθετείται με … κοινή απόφαση του Υπουργών Μεταφορών και Τύπου και ΜΜΕ… γ. Σε σταθμούς τοπικής εμβέλειας που καλύπτουν τον αντίστοιχο νόμο ή περισσότερους προσδιορισμένους όμορους νομούς… 25. Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται μετά από απόφαση του Υπουργού Τύπου και ΜΜΕ και των κατά περίπτωση αρμόδιων υπουργών, ρυθμίζονται οι λεπτομέρειες που είναι τυχόν αναγκαίες για την εφαρμογή των θεμάτων του άρθρου αυτού, εκτός από εκείνα για τα οποία έχουν ήδη παρασχεθεί άλλες νομοθετικές εξουσιοδοτήσεις. Άρθρο 2. 1. Οι άδειες … χορηγούνται με απόφαση του Υπουργού Τύπου και ΜΜΕ [ήδη του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης, βάσει του άρθρου 4 παρ. 1 περ. α΄ του ν. 2863/2000 (Α΄ 262)]. 2. Με απόφαση του Υπουργού Τύπου και ΜΜΕ [ήδη του Ε.Σ.Ρ., βάσει του άρθρου 4 παρ. 6 περ. α΄ του ν. 2863/2000, όπως η παράγραφος αυτή προστέθηκε με το άρθρο 19 παρ. 1 του ν. 3051/2002] προκηρύσσεται, κάθε Σεπτέμβριο, καθώς και όποτε άλλοτε υπάρξουν διαθέσιμες συχνότητες, συγκεκριμένος αριθμός θέσεων αδειών κατά κατηγορία σταθμών… 3. Οι αιτήσεις υποβάλλονται μέσα σε αποκλειστική προθεσμία ενός (1) μηνός από τη δημοσίευση της προκήρυξης… Στην αίτηση πρέπει να περιλαμβάνονται τα εξής τουλάχιστον στοιχεία: … 5. α) Η αίτηση συνοδεύεται από πλήρη και άρτια τεχνική μελέτη. β) Η αίτηση που υποβάλλεται από νομικό πρόσωπο πρέπει να συνοδεύεται από τα κατά νόμον αναγκαία νομιμοποιητικά έγγραφα. γ) … δ) Το Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης εξετάζει και αξιολογεί συγκριτικά για κάθε κατηγορία και περιοχή τις αιτήσεις και βαθμολογεί τους αιτούντες με σύστημα μορίων το οποίο καθορίζεται στην επόμενη παράγραφο… 6. Όλες οι αιτήσεις … αξιολογούνται με σύστημα βαθμολόγησης με μόρια με βάση τα παρακάτω κριτήρια: α) Κριτήριο χρόνου λειτουργίας του σταθμού… β) Κριτήριο απασχολούμενου προσωπικού… γ) Κριτήριο πραγματικής επένδυσης και πληρότητας εξοπλισμού… δ) Κριτήριο προγραμματικής πληρότητας… 11. Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται μετά από πρόταση του Υπουργού Τύπου και ΜΜΕ, ρυθμίζονται όλες οι λεπτομέρειες που είναι αναγκαίες για την εφαρμογή των θεμάτων του άρθρου αυτού, εκτός εκείνων για τα οποία έχει παρασχεθεί άλλη νομοθετική εξουσιοδότηση». Προκηρύξεις για την έκδοση αδειών λειτουργίας τηλεοπτικών σταθμών τοπικής και περιφερειακής εμβέλειας δημοσιεύθηκαν την 11.3.1998 (οι υπ’ αριθμ. 4774/Ι και 4775/Ι, ΦΕΚ Β΄ 14 και 15, αντιστοίχως) και την 17.7.1998 (η υπ’ αριθ. 15011/Ε, ΦΕΚ Β΄ 36). Ακολούθως, την 13.10.1998, δημοσιεύθηκε ο ν. 2644/1998 «Για την παροχή συνδρομητικών και τηλεοπτικών υπηρεσιών…» (Α΄ 223), το άρθρο 17 του οποίου ορίζει τα εξής: «Μεταβατικές διατάξεις για τους όρους λειτουργίας των τηλεοπτικών σταθμών: 1. Οι τηλεοπτικοί σταθμοί περιφερειακής και τοπικής εμβέλειας που λειτουργούν κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος άρθρου και έχουν υποβάλει εμπροθέσμως αίτηση για χορήγηση άδειας λειτουργίας ιδιωτικού τηλεοπτικού σταθμού σύμφωνα με τη διαδικασία των υπ’ αριθ. 4775/1/3.3.1998 (ΦΕΚ παρ. 15), 4774/1/3.3.1998 (ΦΕΚ παρ. 14), 15011/Ε/13.7.1998 (ΦΕΚ παρ. 36) αποφάσεων του Υπουργού Τύπου και Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης θεωρούνται ως νομίμως λειτουργούντες εντός της γεωγραφικής περιοχής που αντιστοιχεί στον αναγραφόμενο στην αίτησή τους Χάρτη Συχνοτήτων του Παραρτήματος ΙΙ της υπ’ αριθμ. 15587/Ε/19.8.1997 κοινής απόφασης των Υπουργών Μεταφορών και Επικοινωνιών και Τύπου και Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης (ΦΕΚ 785 Β΄), μέχρι την έκδοση της απόφασης του Υπουργού Τύπου και Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης με την οποία θα χορηγηθούν άδειες λειτουργίας ιδιωτικών τηλεοπτικών σταθμών για την αντίστοιχη περιοχή ή μέχρι την έκδοση απορριπτικής απόφασης μετά την ολοκλήρωση του προβλεπόμενου στο άρθρο 2 παρ. 5 περιπτώσεις γ΄ και δ΄ του ν. 2328/1995 ελέγχου συνδρομής των νόμιμων προϋποθέσεων ή της επάρκειας της τεχνικής μελέτης… 2. Οι αναφερόμενοι στην προηγούμενη παράγραφο τηλεοπτικοί σταθμοί οφείλουν να τηρούν τους προβλεπόμενους από το άρθρο 3 του ν. 2328/1995 κανόνες λειτουργίας, καθώς και αυτούς που προβλέπονται από τους ισχύοντες κώδικες δεοντολογίας του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης και τη νομοθεσία περί προστασίας των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας. Η παραβίαση των ανωτέρω κανόνων, η οποία διαπιστώνεται με βάση τεκμηριωμένη και ειδικά αιτιολογημένη καταγγελία παντός έχοντος έννομο συμφέρον, έχει ως συνέπεια την άμεση διακοπή λειτουργίας του τηλεοπτικού σταθμού, με απόφαση του Υπουργού Τύπου και Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης, καθώς και την αρνητική αξιολόγηση του σταθμού αυτού κατά τη βαθμολόγηση από το Ε.Σ.Ρ. του προβλεπόμενου από το άρθρο 2 παρ. 6 του ν. 2328/1995 κριτηρίου της προγραμματικής πληρότητας…». Στην εισηγητική έκθεση του άρθρου 17 του παραπάνω ν. 2644/1997 αναφέρονται τα εξής: «Με το άρθρο αυτό τίθενται οι βάσεις για μια αποτελεσματική εφαρμογή των διατάξεων της ραδιοτηλεοπτικής νομοθεσίας, κατά το μεταβατικό στάδιο της εξέλιξης της διαδικασίας που θα οδηγήσει στην αδειοδότηση όλων των τηλεοπτικών σταθμών. Συγκεκριμένα με τη διαμόρφωση του Χάρτη Συχνοτήτων και τη δημοσίευση των προκηρύξεων για τη χορήγηση των αδειών λειτουργίας ιδιωτικών τηλεοπτικών σταθμών εθνικής, περιφερειακής και τοπικής εμβέλειας, η μεγάλη προσπάθεια που έχει αναληφθεί για την εδραίωση της νομιμότητας και της διαφάνειας στο ραδιοτηλεοπτικό τοπίο, για πρώτη φορά στη χώρα μας, έχει πλέον εισέλθει στην τελική ευθεία. Σε αντίθεση με την πλειονότητα των λειτουργούντων τηλεοπτικών σταθμών που έχουν υποβάλλει αίτηση συμμετοχής στην προβλεπόμενη από το νόμο διαγωνιστική διαδικασία χορήγησης αδειών, ένας αριθμός τηλεοπτικών σταθμών επέλεξε την οδό της παρανομίας, αγνοώντας επιδεικτικά τους κανόνες και τους εν γένει θεσμούς της χώρας μας (παράβαση κανόνων δεοντολογίας μεταδιδόμενου προγράμματος, αποφυγή καταβολής πνευματικών δικαιωμάτων, παρεμβολή στις συχνότητες αεροπλοΐας, ενόπλων δυνάμεων κλπ.). Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο καθίσταται πλέον αναγκαίος ο διαχωρισμός, που επιχειρεί η προτεινόμενη ρύθμιση, μεταξύ των δύο αυτών κατηγοριών λειτουργούντων τηλεοπτικών σταθμών…».
5. Επειδή, οι διαγωνιστικές διαδικασίες, στις οποίες αναφέρεται το παρατεθέν άρθρο 17 του ν. 2644/1998, δεν ολοκληρώθηκαν. Την έκβασή τους ερύθμισε ο ν. 3051/2002 (Α΄ 220/20.9.2002). Με τον νόμο αυτόν, με τον οποίο το Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης απέκτησε την αποφασιστική αρμοδιότητα εκδόσεως των προκηρύξεων των διαδικασιών αδειοδοτήσεως ιδιωτικών ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών σταθμών, ορίσθηκαν και τα εξής: «Άρθρο 19. 1. … 2. Διαγωνιστικές διαδικασίες με αντικείμενο τη χορήγηση αδειών για τη λειτουργία των τηλεοπτικών σταθμών ελεύθερης λήψης ή για την παροχή συνδρομητικών τηλεοπτικών υπηρεσιών μέσω επίγειων αποκλειστικά πομπών, οι οποίες δεν έχουν ολοκληρωθεί κατά την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος νόμου και στις οποίες η συνδρομή των νόμιμων προϋποθέσεων των αιτούντων έχει ελεγχθεί από τις αρμόδιες υπηρεσίες του Υπουργείου Τύπου και Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 2 παρ. 5 του Ν. 2328/1995 και του άρθρου 5 παρ. 3 εδάφ. α΄ του Ν. 2644/1998, καταργούνται. Για την κατάργηση των διαδικασιών του προηγούμενου εδαφίου εκδίδεται σχετική διαπιστωτική πράξη του Υπουργού Τύπου και Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης. 3. Οι τηλεοπτικοί σταθμοί περιφερειακής και τοπικής εμβέλειας οι οποίοι, κατά την έναρξη της ισχύος του παρόντος νόμου, θεωρούνται ως νομίμως λειτουργούντες σύμφωνα με το άρθρο 17 παρ. 1 του Ν. 2644/1998, εξακολουθούν να θεωρούνται ως νομίμως λειτουργούντες μέχρι την πρώτη εφαρμογή του άρθρου 2 παρ. 1 του Ν. 2328/1995 με την έκδοση αδειών λειτουργίας για την αντίστοιχη γεωγραφική περιοχή. 4. Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται ύστερα από πρόταση του Υπουργού Τύπου και Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης, μπορεί να καθορίζονται ειδικότεροι όροι και προϋποθέσεις, καθώς και άλλη λεπτομέρεια σχετικά με τα υποβαλλόμενα, κατ’ εφαρμογή των άρθρων 2 παρ. 5 και 7 παρ. 3 του Ν. 2328/1995 και 5 παρ. 2 του Ν. 2644/1998, στοιχεία και λοιπά δικαιολογητικά…». Στην εισηγητική έκθεση του παραπάνω άρθρου 19 αναφέρεται ότι η εφαρμογή των διατάξεων περί των νέων αρμοδιοτήτων του Ε.Σ.Ρ. «συνεπάγεται την επανέναρξη όλων των υπό εξέλιξη διαγωνιστικών διαδικασιών» και ότι με το άρθρο αυτό ρυθμίζεται «το μεταβατικό καθεστώς των φορέων παροχής τηλεοπτικών υπηρεσιών που θεωρούνται ως νομίμως λειτουργούντες με βάση το ισχύον σήμερα μεταβατικό καθεστώς λειτουργίας». Επακολούθησε η έκδοση του π.δ. 234/2003 «Όροι και προϋποθέσεις για τη χορήγηση αδειών ίδρυσης, εγκατάστασης και λειτουργίας τηλεοπτικών σταθμών ελεύθερης λήψης» (Α΄ 210/1.9.2003), καθώς και προκηρύξεων του Ε.Σ.Ρ. για την χορήγηση αδειών ιδρύσεως και λειτουργίας των τηλεοπτικών σταθμών εθνικής, περιφερειακής και τοπικής εμβέλειας. Διατάξεις των εν λόγω διατάγματος και προκηρύξεων ακυρώθηκαν με τις αποφάσεις 2502, 2504 και 2508/2.8.2005 του Συμβουλίου της Επικρατείας. Οι διαδικασίες αδειοδοτήσεως, που κινήθηκαν με τις παραπάνω προκηρύξεις ήσαν εν εξελίξει κατά τον χρόνον συζητήσεως της κρινομένης υποθέσεως ενώπιον του Δ΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας ήτοι την 17.5.2005, εν τέλει δε δεν ολοκληρώθηκαν. Επακολούθησε η δημοσίευση του ν. 3444/2006 (Α΄ 46/2.3.2006), το άρθρο 15 παρ. 7 περ. β του οποίου όρισε ότι «Οι προκηρύξεις για τη χορήγηση τηλεοπτικών και ραδιοφωνικών αδειών θα εκδοθούν μέχρι τις 30.6.2006». το άρθρο 9 παρ. 2 του ν. 3548/2007 (Α΄ 68/20.3.2007) παρέτεινε την παραπάνω προθεσμία μέχρι την 30.6.2007. επακολούθησε η θέσπιση του ν. 3592/2007 «Συγκέντρωση και αδειοδότηση επιχειρήσεων Μέσων Ενημέρωσης…» (Α΄ 161/ 19.7.2007), ο οποίος επέφερε σημαντικές τροποποιήσεις στο σύστημα αδειοδοτήσεως των τηλεοπτικών και ραδιοφωνικών σταθμών, όρισε δε ότι «Ως [νομίμως] λειτουργούντες τηλεοπτικοί περιφερειακοί σταθμοί νοούνται εκείνοι που θεωρείται ότι λειτουργούν νομίμως, σύμφωνα…» με τις παρατεθείσες διατάξεις των ν. 2644/1998, 3051/2002 και 3444/2006 (άρθρο 5 παρ. 7) και ότι η ίδια ως άνω προθεσμία κινήσεως της διαδικασίας αδειοδοτήσεως «παρατείνεται … μέχρι την 31.10.2007» (άρθρο 20 παρ. 5). Η ίδια πάντοτε προθεσμία παρατάθηκε μέχρι την 31.10.2008 με το άρθρο δεύτερο παρ. 1 του ν. 3640/2008 (Α΄ 22/14.2.2008), μέχρι την 30.6.2009 με το άρθρο 9 του ν. 3723/2008 (Α΄ 250/9.12.2008) και μέχρι την 31.12.2009 με το άρθρο 37 του ν. 3779/2009 (Α΄ 122/21.7.2009).
6. Επειδή, η διάταξη του άρθρου 17 παρ. 1 του ν. 2644/1998, σχετικά με την νομιμοποίηση της λειτουργίας ορισμένων παρανόμως λειτουργούντων τηλεοπτικών σταθμών, οι οποίοι θεωρούνται υπό προθεσμίαν ως «νομίμως λειτουργούντες», θεσπίσθηκε σε χρόνο, κατά τον οποίο είχαν ήδη κινηθεί, με την έκδοση προκηρύξεων, και ήσαν εν εξελίξει διαγωνιστικές διαδικασίες κατά τις πάγιες διατάξεις του ν. 2328/1995, ευλόγως δε αναμενόταν η ολοκλήρωσή τους σε σχετικά βραχύ χρονικό διάστημα, με την έκδοση των αντιστοίχων αδειών, και η συνακόλουθη λήξη της ισχύος της διατάξεως αυτής. Αντιθέτως, με τις διατάξεις του άρθρου 19 του μεταγενέστερου ν. 3051/2002 παρατάθηκε το καθεστώς λειτουργίας των ίδιων τηλεοπτικών σταθμών επ’ αόριστον, εφ’ όσον με αυτές καταργήθηκαν οι αρξάμενες διαγωνιστικές διαδικασίες χωρίς να έχουν προκηρυχθεί νέες και χωρίς να τάσσεται στην Διοίκηση εύλογη προθεσμία, μέσα στην οποία θα έπρεπε να έχει ολοκληρώσει την αδειοδότηση των τηλεοπτικών σταθμών περιφερειακής και τοπικής εμβέλειας. Όμως, η υπό τις εκτεθείσες συνθήκες επ’ αόριστον ανοχή της λειτουργίας τηλεοπτικών σταθμών, οι οποίοι ιδρύθηκαν και λειτούργησαν παρανόμως, αντίκειται προς το Σύνταγμα. Πρώτον μεν αντιβαίνει προς την θεμελιώδη συνταγματική αρχή του Κράτους Δικαίου, από την οποία απορρέει η υποχρέωση του Κράτους να εγγυάται υπέρ των πολιτών την πιστή εφαρμογή του νόμου και να προασπίζει τα δημόσια αγαθά. Τούτο επιτυγχάνεται με την αποτελεσματική λειτουργία των κρατικών υπηρεσιών εφαρμογής και επιβολής του νόμου. Έτσι διαφυλάσσεται το κύρος του νόμου και επιβεβαιώνεται η εμπιστοσύνη των πολιτών στην έννομη τάξη, που πρέπει να γίνεται από όλους σεβαστή. Δημόσιο δε αγαθό αποτελούν οι αριθμητικά περιορισμένες ραδιοσυχνότητες για την πραγματοποίηση τηλεοπτικών εκπομπών αναλογικού σήματος. το δημόσιο αυτό αγαθό προσβάλλεται όταν η χρήση των ραδιοσυχνοτήτων γίνεται χωρίς την απαιτούμενη διοικητική άδεια, δηλαδή αυθαιρέτως και παρανόμως. Δεύτερον δε, η επίμαχη ρύθμιση αντιβαίνει προς την συνταγματική αρχή της ισότητας. Διότι θέτει τα πρόσωπα εκείνα, τα οποία, ενώ είχαν την πραγματική δυνατότητα και την βούληση να ιδρύσουν τηλεοπτικό σταθμό, δεν το έπραξαν όμως αυθαιρέτως και δεν παρέβησαν τον νόμο, σε εξόχως μειονεκτική μοίρα σε σχέση με τα πρόσωπα, τα οποία, με την αυθαίρετη κατάληψη ραδιοσυχνότητας, ίδρυσαν παρανόμως, χωρίς δηλαδή άδεια, τηλεοπτικό σταθμό. Πράγματι, τα τελευταία αυτά πρόσωπα νέμονται τομέα της αγοράς τηλεοπτικών υπηρεσιών, η λειτουργία της οποίας μάλιστα συνδέεται με την, καίριας σημασίας σε μία δημοκρατική πολιτεία, άσκηση των δικαιωμάτων του πληροφορείν και του πληροφορείσθαι. Η ρύθμιση των επίμαχων διατάξεων θα ήταν, ενδεχομένως, συνταγματική εάν συνέτρεχαν εκ παραλλήλου και σωρευτικώς δυο προϋποθέσεις. Αφ’ ενός μεν εάν η διάταξη του άρθρου 19 παρ. 2 του ν. 3051/2002 δεν εξαρτούσε την εφαρμογή της κατά κύριο λόγο από το συμπτωματικό γεγονός της λειτουργίας τηλεοπτικών σταθμών σε δεδομένο χρόνο, αλλά και από κριτήρια συναπτόμενα προς την ύπαρξη πραγματικών καταστάσεων, οι οποίες, αν και δημιουργήθηκαν αυτογνωμόνως, χρήζουν, κατά την κρίση του νομοθέτη νομικής προστασίας, ανεκτής πάντως από το Σύνταγμα. Αφ’ ετέρου δε εάν η διάταξη αυτή ήταν περιορισμένης χρονικής ισχύος, εάν προέβλεπε δηλαδή έναν οπωσδήποτε οριστό καταληκτικό χρόνο ανοχής της λειτουργίας των νομιμοποιούμενων τηλεοπτικών σταθμών. Ο χρόνος δε αυτός θα έπρεπε να είναι εύλογος, ως απολύτως αναγκαίος, να αντιστοιχεί δηλαδή προς τον χρόνο, ο οποίος απαιτείται για την ολοκλήρωση μιας το ταχύτερον δυνατόν κινουμένης διαδικασίας αδειοδοτήσεως και, πάντως, να μη υπερβαίνει ένα όριο, πέρα του οποίου, υπό οποιεσδήποτε περιστάσεις, η εξαίρεση, δηλαδή η προσωρινή ανοχή της λειτουργίας τηλεοπτικών σταθμών που ιδρύθηκαν και λειτούργησαν παρανόμως με την αυθαίρετη κατάληψη ραδιοσυχνότητας, καθίσταται πλέον κανόνας που παραμερίζει το πάγιο –και εναρμονιζόμενο προς το άρθρο 15 παρ. 2 του Συντάγματος– νομοθετικό καθεστώς. Η υπέρβαση αυτού του ορίου δεν μπορεί σε καμμία περίπτωση να γίνει ανεκτή από την συνταγματική τάξη. Ανεξαρτήτως δε του ζητήματος αν κατά τον χρόνο θεσπίσεως της διατάξεως του άρθρου 19 παρ. 2 του ν. 3052/2002 συνέτρεχε η πρώτη από τις παραπάνω προϋποθέσεις, οπωσδήποτε δεν συνέτρεχε η δεύτερη, δεδομένου ότι η διάταξη αυτή δεν ήταν περιορισμένης χρονικής ισχύος, δεν όριζε δηλαδή συγκεκριμένο και εύλογο, κατά τ’ ανωτέρω, χρόνο λήξεως της ισχύος της. Επομένως, η επίμαχη διάταξη ήταν ήδη κατά τον χρόνο θεσπίσεώς της αντισυνταγματική. Σε κάθε δε περίπτωση κατά τον χρόνο της πρώτης συζητήσεως της κρινομένης υποθέσεως (17.5.2005), ήτοι δέκα (10) περίπου έτη μετά τη θέσπιση του ν. 2328/1995, επτά (7) έτη μετά την δημοσίευση των πρώτων προκηρύξεων για την αδειοδότηση τηλεοπτικών σταθμών και τρία (3) έτη μετά την θέση σε ισχύ των διατάξεων του άρθρου 19 παρ. 2 και 3 του ν. 3051/2002, τα χρονικά όρια της συνταγματικής ανοχής είχαν, πλέον, εξαντληθεί και η επίμαχη διάταξη είχε οπωσδήποτε καταστεί αντισυνταγματική και, ως εκ τούτου, αντίσχυρη, διότι η περαιτέρω διατήρησή της σε ισχύ θα ήταν, κατά τ’ ανωτέρω, αντίθετη προς το Σύνταγμα.
7. Επειδή, κατ’ ακολουθίαν, η λειτουργία του τηλεοπτικού σταθμού της αιτούσης κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο της συζητήσεως της κρινομένης αιτήσεως ενώπιον του Δ΄ Τμήματος δεν μπορούσε να στηριχθεί στην –ανίσχυρη κατά τ’ ανωτέρω– διάταξη του άρθρου 19 παρ. 3 του ν. 3052/2002. Ούτε, εξ άλλου, άλλη διάταξη νόμου ή διοικητική πράξη επέτρεπε την λειτουργία αυτή κατά τον παραπάνω χρόνο. Επομένως, η ακύρωση της προσβαλλομένης πράξεως παρίσταται αλυσιτελής, εφ’ όσον ακόμη και αν η πράξη αυτή εκτοπισθεί από την έννομη τάξη, η λειτουργία του τηλεοπτικού σταθμού της αιτούσης δεν είναι επιτρεπτή. Συνεπώς, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί.

Εισήγηση στην υπόθεση του «Μνημονίου»

Ειρήνη Σαρπ, Σύμβουλος Επικρατείας

Εισήγηση στην υπόθεση του «Μνημονίου»
Με το ν. 3833/2010 «Προστασία της Εθνικής Οικονομίας- Επείγοντα μέτρα για την αντιμετώπιση της δημοσιονομικής κρίσης» (Α΄ 40/15.3.2010), και ειδικότερα με τις διατάξεις του κεφαλαίου Α΄ (άρθρα 1-5) υπό τον τίτλο «Μέτρα για τη μείωση των δημοσιονομικών ελλειμμάτων και εισοδηματική πολιτική έτους 2010» μειώνονται οι αποδοχές των υπηρετούντων, με οποιαδήποτε σχέση εργασίας, στον στενό ή ευρύτερο δημόσιο τομέα, κατά παρέκκλιση οποιασδήποτε γενικής ή ειδικής διάταξης ή ρήτρας ή όρου συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητικής απόφασης ή ατομικής σύμβασης ή συμφωνίας (άρθρο 1) αναδρομικά από 1.1.2010 (άρθρο 20 παρ. 1), ορίζεται νέο όριο στις συνολικές αποδοχές και πρόσθετες αμοιβές ή απολαβές όλων των εργαζομένων στον στενό και ευρύτερο δημόσιο τομέα (άρθρο 2) αναδρομικά από 1.3.2010 (άρθρο 20 παρ. 2), και καθορίζεται η εισοδηματική πολιτική της Κυβέρνησης για το έτος 2010 (άρθρο 3). Με την πρώτη προσβαλλόμενη υπ’ αριθ. 2/14924/0022/1.4.2010 πράξη του Υφυπουργού Οικονομικών, που φέρει τον τίτλο «Παροχή Οδηγιών για την υλοποίηση εισοδηματικής πολιτικής έτους 2010», κοινοποιήθηκαν στις υπηρεσίες που περιλαμβάνονται στον πίνακα αποδεκτών οι διατάξεις του ανωτέρω ν. 3833/2010, προκειμένου αυτές να ενημερωθούν και να προβούν στις απαραίτητες ενέργειες για την εφαρμογή τους.
Με το ν. 3845/2010 «Μέτρα για την εφαρμογή του μηχανισμού στήριξης της ελληνικής οικονομίας από τα Κράτη – Μέλη της Ζώνης του ευρώ και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο» (Α΄ 65/6.5.2010), και ειδικότερα με τις διατάξεις του άρθρου τρίτου, αποδοχές και επιδόματα των υπηρετούντων, με οποιαδήποτε σχέση εργασίας, στον στενό ή ευρύτερο δημόσιο τομέα, που είχαν ήδη μειωθεί με τον προαναφερθέντα ν. 3833/2010, μειώνονται περαιτέρω, κατά παρέκκλιση οποιασδήποτε γενικής ή ειδικής διάταξης ή ρήτρας ή όρου συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητικής απόφασης ή ατομικής σύμβασης ή συμφωνίας. Εξάλλου, ορίζεται, κατά ενιαίο τρόπο, το ύψος των επιδομάτων Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας, τόσο των εργαζομένων στον δημόσιο τομέα, όσο και των συνταξιούχων όλων των φορέων κύριας ασφάλισης, και καθορίζονται οι προϋποθέσεις καταβολής τους. Με τη δεύτερη προσβαλλόμενη υπ’ αριθ. 2/35981/0022/28.5.2010 πράξη του Υφυπουργού Οικονομικών γνωστοποιήθηκαν στις υπηρεσίες που περιλαμβάνονται στον πίνακα αποδεκτών οι διατάξεις του ανωτέρω ν. 3845/2010, προκειμένου αυτές να ενημερωθούν και να προβούν στις απαραίτητες ενέργειες για την εφαρμογή τους. Περαιτέρω, με την τρίτη προσβαλλόμενη υπ’ αριθ. Φ8000/14254/1097/6.7.2010 κοινή απόφαση των Υφυπουργών Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης (Β΄ 1033/7.7.2010), η οποία εκδόθηκε με βάση την εξουσιοδοτική διάταξη της παρ. 15 του άρθρου τρίτου του ν. 3845/2010, ρυθμίσθηκαν οι προϋποθέσεις, ο τρόπος και χρόνος καταβολής από τους οργανισμούς κύριας ασφάλισης αρμοδιότητας του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, πλην του Οργανισμού Γεωργικών Ασφαλίσεων, των επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων – Πάσχα και επιδόματος αδείας.
Τέλος, με την κρινόμενη αίτηση προσβάλλονται καταστάσεις μισθοδοσίας και βεβαιώσεις αποδοχών των περιλαμβανομένων στο δικόγραφο φυσικών προσώπων, από τις οποίες προκύπτει η περικοπή των αποδοχών τους, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων των προαναφερθέντων νόμων 3833/2010 και 3845/2010.
Στο άρθρο 1 παρ. 1 και 2 περίπτ. θ΄ του ν. 1406/1983 (Α΄ 182), όπως η περίπτωση θ΄ της παρ. 2 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 29 παρ. 3 του ν. 2721/1999 (Α΄ 112), ορίζεται ότι: «1. Υπάγονται στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων όλες οι διοικητικές διαφορές ουσίας που δεν έχουν μέχρι σήμερα υπαχθεί σε αυτή. 2. Στις διαφορές αυτές περιλαμβάνονται ιδίως αυτές που αναφύονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας που αφορά: α) … θ) Τις κάθε είδους αποδοχές (δεδουλευμένες ή μη) του προσωπικού γενικώς του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης πρώτης και δεύτερης βαθμίδας και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, οι οποίες ρυθμίζονται από διατάξεις κανονιστικού περιεχομένου». Κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως του άρθρου 1 παρ. 2 περίπτ. θ΄ του ν. 1406/1983, όπως ισχύει, ως διοικητική διαφορά ουσίας που γεννάται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας που αφορά τις κάθε είδους αποδοχές του προσωπικού γενικώς του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης πρώτης και δεύτερης βαθμίδας και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, θεωρείται τόσον εκείνη η οποία αφορά δεδουλευμένες αποδοχές, δηλαδή αποδοχές αναφερόμενες σε ορισμένο παρελθόν χρονικό διάστημα, όσον και εκείνη που γεννάται από την αμφισβήτηση της νομιμότητας διοικητικής πράξεως ή παραλείψεως, η οποία αφορά την ενεστώσα μισθολογική κατάσταση των ανωτέρω υπαλλήλων (βλ. Σ.τ.Ε. 3502/2009 Ολομ., επίσης βλ. Σ.τ.Ε. 185, 597/2010, 213, 577, 2231/2009, 1482/2008, 518/2007, 1893, 1894/2006, 3621, 3622/2002). Η εκδίκαση δε των ανωτέρω διαφορών υπάγεται στο τριμελές διοικητικό πρωτοδικείο, σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 1 του κυρωθέντος με το άρθρο πρώτο του ν. 2717/1999 (Α΄ 217) Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, κατά το οποίο η σε πρώτο βαθμό εκδίκαση των διοικητικών διαφορών ουσίας ανήκει στο τριμελές διοικητικό πρωτοδικείο. Εξάλλου, το άρθρο 34 παρ. 1 του ν. 1968/1991 (Α΄ 150) ορίζει ότι «Στις διοικητικές διαφορές ουσίας ή ακύρωσης, αν το διοικητικό δικαστήριο κρίνει ότι στερείται αρμοδιότητας, επειδή η υπόθεση υπάγεται στην αρμοδιότητα άλλου διοικητικού δικαστηρίου ή του Συμβουλίου της Επικρατείας, παραπέμπει την υπόθεση στο δικαστήριο αυτό. … Το ίδιο ισχύει, και για το Συμβούλιο της Επικρατείας, όταν κρίνει ότι το ενώπιόν του εισαγόμενο ένδικο μέσο ανήκει στην αρμοδιότητα άλλου διοικητικού δικαστηρίου. Η απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας είναι υποχρεωτική για το δικαστήριο στο οποίο γίνεται η παραπομπή. Στις ακυρωτικές υποθέσεις, για τις οποίες προβλέπει ειδικώς το άρθρο 1 του ν. 702/1977, το Συμβούλιο της Επικρατείας, εάν κρίνει ότι η υπόθεση είναι της αρμοδιότητας του διοικητικού εφετείου, μπορεί να παραπέμψει σε αυτό ή να κρατήσει την υπόθεση και να τη δικάσει κατ’ ουσίαν».
Στην προκειμένη περίπτωση, από την αμφισβήτηση της νομιμότητας των προσβαλλομένων με την κρινόμενη αίτηση ατομικών πράξεων (βεβαιώσεων αποδοχών και μισθοδοτικών καταστάσεων) γεννάται διοικητική διαφορά ουσίας ως προς τις αποδοχές προσωπικού του Δημοσίου και νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, η εκδίκαση της οποίας υπάγεται, σύμφωνα με το προαναφερθέν άρθρο 1 παρ. 2 περ. θ΄ του ν. 1406/1983, όπως ισχύει, στην αρμοδιότητα του διοικητικού πρωτοδικείου. Συνεπώς, η κρινόμενη αίτηση θα έπρεπε να παραπεμφθεί προς εκδίκαση, σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 34 του ν. 1968/1991, ως προς το μέρος αυτό στο αρμόδιο κατά τόπο (ενόψει του άρθρου 7 παρ. 1 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας σε συνδυασμό με το άρθρο μόνον κεφ. Α΄ περ. 1 του π.δ/τος 404/1978, Α΄ 83) Τριμελές Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών, για να εκδικασθεί ως προσφυγή ουσίας. Τίθεται το ζήτημα αν δύναται το Δικαστήριο να διακρατήσει και να εκδικάσει την κρινόμενη αίτηση και κατά το ανωτέρω μέρος της. Καταρχάς, πρέπει να επισημανθεί ότι η δυνατότητα αυτή παρέχεται από το εδάφιο β΄ του προαναφερθέντος άρθρου 34 παρ. 1 του ν. 1968/1991 μόνο για τις ακυρωτικές διαφορές του άρθρου 1 του ν. 702/1977. Το Δικαστήριο, όμως, ερμήνευσε διασταλτικά την ανωτέρω διάταξη, κρίνοντας ότι η ευχέρεια αυτή του Συμβουλίου της Επικρατείας να κρατήσει και να εκδικάσει ακυρωτική διαφορά του ν. 702/1977, που εισήχθη αναρμοδίως απ’ ευθείας στο Δικαστήριο αυτό, ισχύει, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, για κάθε άλλη υπόθεση ακυρωτικής αρμοδιότητας που υπάγεται εκάστοτε από το νόμο σε πρώτο βαθμό στα διοικητικά δικαστήρια (βλ. Ολ. ΣτΕ 3193/2000), υπό την προϋπόθεση ότι ως προς την διακρατούμενη υπόθεση επιτρέπεται η άσκηση εφέσεως ενώπιόν του (βλ. Ολ. ΣτΕ 735, 736/2008). Περαιτέρω, το Δικαστήριο έχει δεχθεί ότι και στην περίπτωση, που κατ’ αρχήν η δικαστική αμφισβήτηση συγκεκριμένης διοικητικής πράξεως δημιουργεί διαφορά ουσίας, το Συμβούλιο της Επικρατείας έχει την δυνατότητα να κρατήσει και να εκδικάσει τη διαφορά, εφόσον: α) η προσβαλλόμενη πράξη αποτελεί συνέπεια ή «παρακολούθημα» της εκδόσεως άλλης πράξεως, που ανήκει στην ακυρωτική αρμοδιότητα του Δικαστηρίου, η οποία επίσης προσβάλλεται με το ίδιο δικόγραφο, και β) εν τοις πράγμασι, ο δικαστής της ουσίας μόνο ακυρωτικώς θα μπορούσε να ελέγξει τη νομιμότητά της (βλ. Σ.τ.Ε. 796/2009). Εν προκειμένω, όμως, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές. Και τούτο διότι οι προσβαλλόμενες ατομικές πράξεις (βεβαιώσεις αποδοχών, μισθοδοτικές καταστάσεις) δεν αποτελούν «παρακολούθημα» κάποιας εκ των προσβαλλομένων πράξεων, δεδομένου ότι οι συνέπειες, που επιφέρουν οι ατομικές αυτές πράξεις (περικοπή αποδοχών εκάστου των αιτούντων φυσικών προσώπων), επέρχονται ευθέως εκ του νόμου και όχι από τις προσβαλλόμενες πράξεις, εκ των οποίων οι δύο πρώτες, ως ερμηνευτικές εγκύκλιοι, δεν έχουν εκτελεστό χαρακτήρα και η τρίτη αφορά σε περικοπή συνταξιοδοτικών παροχών. Θα μπορούσε, πάντως, να υποστηριχθεί ότι, ενόψει των προβαλλόμενων με την κρινόμενη αίτηση λόγων, με τους οποίους δεν αμφισβητούνται πραγματικά περιστατικά, αλλά η συμφωνία ή μη με το Σύνταγμα των διατάξεων, με τις οποίες προβλέφθηκε η περικοπή των αποδοχών εν ενεργεία υπαλλήλων του Δημοσίου ή του ευρύτερου δημόσιου τομέα και κατ’ εφαρμογή των οποίων εκδόθηκαν οι προσβαλλόμενες ατομικές πράξεις, το Δικαστήριο μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και κατά το μέρος που αφορά τις ατομικές αυτές πράξεις για λόγους οικονομίας της δίκης. Στην περίπτωση αυτή πρέπει να διαταχθεί ο χωρισμός του δικογράφου ως προς τις πράξεις αυτές, οι οποίες δεν είναι συναφείς με την τρίτη προσβαλλόμενη πράξη.
Με τις δύο πρώτες προσβαλλόμενες πράξεις του Υφυπουργού Οικονομικών παρασχέθηκαν οδηγίες στις αρμόδιες υπηρεσίες για την εφαρμογή των διατάξεων του ν. 3833/2010 και του ν. 3845/2010 αντίστοιχα. Συνεπώς, πρέπει να ερευνηθεί αν οι πράξεις αυτές έχουν εκτελεστό χαρακτήρα. Οι εγκύκλιοι, με τις οποίες αποδίδεται η έννοια ισχυουσών νομοθετικών ή κανονιστικών διατάξεων και παρέχονται οδηγίες ή διευκρινίσεις για την εφαρμογή τους (ερμηνευτικές εγκύκλιοι), αποτελούν πράξεις εσωτερικής φύσεως, οι οποίες δεν παράγουν έννομες συνέπειες για τους διοικουμένους, αλλά εξαντλούν τη δεσμευτική τους ισχύ εντός του πλαισίου της Διοικήσεως, δεσμεύουν δηλαδή μόνον τα διοικητικά όργανα, στα οποία απευθύνονται, και, ως εκ τούτου, δεν έχουν εκτελεστό χαρακτήρα. Συνεπώς, αίτηση ακυρώσεως, που στρέφεται κατά ερμηνευτικής εγκυκλίου απορρίπτεται ως απαράδεκτη (πρβλ. Σ.τ.Ε. 2576-7/1980, 3210/1984, 700/1986, 2152/1987, 1331-2, 1489, 3224/2000, 2961-2/2001, 513/2003, 965-8, 1183, 2173/2004, 1828, 1979, 2267/2005, 2817-9/2007, 28/2008, 614/2009). Αντιθέτως, οι εγκύκλιοι, με τις οποίες εισάγονται, κατά τρόπο δεσμευτικό για το όργανα της Διοικήσεως και τους διοικουμένους, ρυθμίσεις κανονιστικού χαρακτήρα κατ’ απόκλιση ή προς συμπλήρωση των διατάξεων για την εφαρμογή των οποίων εκδίδονται (κανονιστικές εγκύκλιοι), αποτελούν κανονιστικές διοικητικές πράξεις, οι οποίες, ελλείψει δημοσιεύσεώς τους στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, είναι ανυπόστατες (πρβλ. Σ.τ.Ε. 329/2009, 1446/2008, 1633/2002, 2110/2000, 271, 2627/1992, 1465/1984, 2072/1976). Οι στρεφόμενες κατά των πράξεων αυτών αιτήσεις ακυρώσεως απορρίπτονται, κατ’ αρχήν, ως απαράδεκτες, εφόσον, όμως, η Διοίκηση έχει ήδη προβεί στην εφαρμογή των εν λόγω πράξεων, οι κατ’ αυτών στρεφόμενες αιτήσεις γίνονται, κατ’ εξαίρεση, δεκτές για λόγους ασφαλείας του δικαίου, προκειμένου να διαπιστωθεί έναντι πάντων το ανίσχυρο αυτών, παρέλκει δε ως αλυσιτελής η εξέταση των προβαλλομένων κατ’ αυτών λόγων ακυρώσεως (βλ. Σ.τ.Ε. 1204/2006, 2144/2002, 951/2000, 1055/1978). Εξάλλου, στην περίπτωση που προσβάλλεται ατομική πράξη, η οποία ερείδεται επί εγκυκλίου που φέρει κανονιστικό χαρακτήρα και είναι ανυπόστατη λόγω μη δημοσιεύσεως, η ατομική αυτή πράξη δεν έχει νόμιμο έρεισμα και είναι ακυρωτέα, λόγω της πλημμέλειας αυτής της κανονιστικής εγκυκλίου, το κύρος της οποίας ελέγχεται παρεμπιπτόντως (πρβλ. Σ.τ.Ε. 271/1992, 1446/2008).
Από το περιεχόμενο της πρώτης προσβαλλομένης πράξεως (υπ’ αριθ. 2/14924/0022/1.4.2010 του Υφυπουργού Οικονομικών) προκύπτει ότι με αυτήν κοινοποιήθηκαν σε διάφορες διοικητικές αρχές οι διατάξεις του ν. 3833/2010 και παρασχέθηκαν οδηγίες για την ορθή και ομοιόμορφη εφαρμογή των επί μέρους ρυθμίσεών του από τις αρμόδιες οικονομικές υπηρεσίες.Ειδικότερα, στην παρ. 2 περ. α΄ της ανωτέρω πράξεως, που αφορά την παρ. 2 του άρθρου 1 του ν. 3833/2010, αναφέρονται ενδεικτικώς επιδόματα, τα οποία καταλαμβάνουν οι μειώσεις, επισημαίνεται δε ότι μειώνονται στο ποσοστό που προβλέπει ο ανωτέρω νόμος όλα τα επιδόματα που δεν εξαιρούνται ρητά με την παρ. 3 του άρθρου 1 του εν λόγω νόμου. Η διευκρίνιση αυτή είναι αυτονόητη, δεδομένου ότι στην παρ. 2 του άρθρου 1 του ν. 3833/2010 ορίζεται ότι μειώνονται «τα πάσης φύσεως» επιδόματα, αποζημιώσεις και αμοιβές γενικά. Περαιτέρω, με την ανωτέρω πράξη επαναλαμβάνονται οι περιπτώσεις επιδομάτων κ.λπ. που ειδικώς εξαιρούνται από τις μειώσεις, σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 1 του ν. 3833/2010. Αβασίμως δε προβάλλεται με την κρινόμενη αίτηση ότι η ανωτέρω προσβαλλόμενη πράξη έχει κανονιστικό χαρακτήρα, διότι με αυτήν ορίσθηκε (παρ. 2 περ. 3 σημείο ε΄) ότι οι προβλεπόμενες υπό του ν. 3833/2010 περικοπές των πάσης φύσεως επιδομάτων του προσωπικού του Δημοσίου και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου εφαρμόζονται και επί των επιδομάτων ειδικής απασχόλησης του εποπτικού προσωπικού καθαριότητας, του τεχνικού προσωπικού και του λοιπού διοικητικού προσωπικού των πρωτοβάθμιων οργανισμών τοπικής αυτοδιοικήσεως, τα οποία, κατά ρητή πρόβλεψη της παραγράφου 3 του άρθρου 1 του νόμου αυτού, είχαν ρητώς εξαιρεθεί από το πεδίο εφαρμογής της παραγράφου 2 του ίδιου άρθρου. Είναι δε αβάσιμος ο ισχυρισμός αυτός, διότι, όπως προκύπτει από την διατύπωση της διατάξεως της παραγράφου 3 του άρθρου 1 του ν. 3833/2010, από τις προβλεπόμενες περικοπές εξαιρούνται μόνον τα ρητώς μνημονευόμενα στην εν λόγω παράγραφο 3 επιδόματα, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται μεν (στην περίπτωση ε΄) το επίδομα ειδικής απασχόλησης της περιπτώσεως α΄ της παραγράφου Α6 του άρθρου 8 ν. 3205/2003, όχι, όμως, και τα αντίστοιχα επιδόματα των περιπτώσεων β΄ και γ΄ της ίδιας παραγράφου Α6. Υπό τα δεδομένα αυτά, με την προσβαλλόμενη πράξη, με την οποία διευκρινίσθηκε προς αποφυγήν ερμηνευτικών δυσχερειών ότι η εξαίρεση της παραγράφου 3 αφορά μόνον τα επιδόματα της περιπτώσεως α΄ της παραγράφου Α6 του άρθρου 8 του ν. 3205/2003, όχι δε και τα επιδόματα των λοιπών περιπτώσεων της ίδιας παραγράφου, δεν εισήχθη νέα ρύθμιση κατ’ απόκλιση των προβλέψεων της περιπτώσεως ε΄ της παραγράφου 3 του ν. 3833/2010, αλλά απλώς αποδόθηκε η αληθής έννοια της εν λόγω διατάξεως. Εξάλλου, ο, στην ίδια ως άνω διάταξη της προσβαλλομένης πράξεως, αριθμητικός προσδιορισμός των επιδομάτων των περιπτώσεων β΄ και γ΄ της παρ. Α6 του άρθρου 8 του ν. 3205/2003, όπως αυτά διαμορφώνονται μετά την θεσπισθείσα με τον ν. 3833/2010 περικοπή, είναι αποτέλεσμα απλής μαθηματικής πράξεως, και συγκεκριμένα της εφαρμογής της θεσπιζομένης με τον ν. 3833/2010 ποσοστιαίας μειώσεως 12% επί του αρχικού ύψους των επιδομάτων αυτών.
Με τη δεύτερη προσβαλλόμενη υπ’ αριθμό 2/35981/0022/28.5.2010 πράξη του Υφυπουργού Οικονομικών γνωστοποιήθηκαν στις υπηρεσίες που περιλαμβάνονται στον πίνακα αποδεκτών οι διατάξεις του άρθρου τρίτου του ν. 3845/2010, προκειμένου αυτές να ενημερωθούν και να προβούν στις απαραίτητες ενέργειες για την εφαρμογή τους, παρασχέθηκαν δε διευκρινίσεις για το αντικείμενο των νομοθετικών ρυθμίσεων συνοδευόμενες από παραδείγματα ορθού υπολογισμού περικοπών επιδομάτων (αδείας, εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα). Στο τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 4 της δεύτερης προσβαλλομένης πράξεως, που αφορά τις παρεχόμενες εν σχέσει με το άρθρο τρίτο του ν. 3845/2010 διευκρινίσεις, αναφέρονται τα εξής: «Τα ανωτέρω επιδόματα [επίδομα αδείας, εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα], μέχρι την έκδοση της προβλεπόμενης από την παρ. 9 του άρθρου αυτού υπουργική απόφαση, θα εξακολουθήσουν να καταβάλλονται στις ίδιες ημερομηνίες, με αυτές που καταβάλλονται σήμερα και θα υπόκεινται στις ίδιες με τις σημερινές κρατήσεις. Υπάλληλοι οι οποίοι εργάζονται με καθεστώς μερικής απασχόλησης, μειωμένο ωράριο ή διαλείπουσα εργασία, καθώς και οι ωρομίσθιοι δικαιούνται αναλογία των ανωτέρω επιδομάτων. Τα επιδόματα αυτά θα βαρύνουν, κατά περίπτωση, νέους κωδικούς αριθμούς εξόδων του κρατικού προϋπολογισμού, ως εξής: ΚΑΕ 0218, 0243, 0253, 0265, 0273, 0422 «Επιδόματα εορτών Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας». Για τα Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου ο αντίστοιχος ΚΑΕ είναι ο 0228. Με την κρινόμενη αίτηση προβάλλεται ότι η ανωτέρω προσβαλλόμενη πράξη έχει κανονιστικό χαρακτήρα, κατά το μέρος που ορίζει νέους κωδικούς εξόδων του κρατικού προϋπολογισμού, και, συνεπώς, είναι εκτελεστή διοικητική πράξη, αφού «συνιστά ουσιαστικά την προβλεπόμενη από το άρθρο 15 παρ. 9 του ν. 2362/1995 υπουργική απόφαση, η οποία επιφέρει μείωση των πιστώσεων που έχουν εγγραφεί στον κρατικό προϋπολογισμό για καταβολή μισθών, συντάξεων και εν γένει αποδοχών». Ο ισχυρισμός αυτός είναι απορριπτέος, διότι οι ως άνω κωδικοί ορίστηκαν, όσον αφορά τον κρατικό προϋπολογισμό, με την υπ’ αριθ. πρωτ. 2/36339/0020/31.5.2010 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και όσον αφορά τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου με την υπ’ αριθ. πρωτ. Οικ.2/36266/0094/1.6.2010 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών. Η αναφορά των εν λόγω κωδικών στην ανωτέρω προσβαλλόμενη πράξη έχει, προφανώς, την έννοια γνωστοποιήσεως του περιεχομένου των σχετικών υπουργικών αποφάσεων, που βρίσκονταν στο στάδιο του σχεδίου. Σε κάθε, πάντως, περίπτωση, και υπό την εκδοχή δηλαδή ότι ορίζονταν το πρώτον οι ανωτέρω κωδικοί με την εν λόγω προσβαλλόμενη πράξη, τούτο δεν θα της προσέδιδε εκτελεστό χαρακτήρα, κατά το σχετικό με το ζήτημα αυτό μέρος της. Και τούτο διότι κατά το μέρος τούτο θα απευθυνόταν στα αρμόδια δημοσιονομικά όργανα και θα είχε αμιγώς δημοσιολογιστικό χαρακτήρα, με συνέπεια να μην απορρέουν εξ αυτής έννομες συνέπειες για τους διοικουμένους (βλ. Σ.τ.Ε. 2619/2007, πρβλ. Σ.τ.Ε. 2817-9/2007).
Συνεπώς, ενόψει των ανωτέρω, οι δύο προτασσόμενες στο δικόγραφο προσβαλλόμενες πράξεις ουδεμία αυτοτελή έννομη συνέπεια επάγονται για τους διοικουμένους, αλλά αποτελούν απλές ερμηνευτικές εγκυκλίους, με τις οποίες παρέχονται σε διοικητικά όργανα οδηγίες και διευκρινίσεις για τον τρόπο εφαρμογής των ρυθμίσεων, που θεσπίσθηκαν με τους νόμους 3833 και 3845/2010. Ως στερούμενες δε εκτελεστότητος απαραδέκτως προσβάλλονται με την κρινόμενη αίτηση.
Με την κρινόμενη αίτηση προβάλλεται, περαιτέρω, ότι οι προσβαλλόμενες εγκύκλιοι, ανεξαρτήτως του χαρακτήρα τους ως ερμηνευτικών ή κανονιστικών, πρέπει να θεωρηθεί ότι προσβάλλονται, εν πάση περιπτώσει, παραδεκτώς, διότι, σε διαφορετική περίπτωση, επέρχεται, εν προκειμένω, παραβίαση του δικαιώματος παροχής αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, όπως αυτό κατοχυρώνεται από τα άρθρα 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Κατά τους ειδικότερους ισχυρισμούς των αιτούντων, οι ερμηνευόμενες διά των προσβαλλομένων εγκυκλίων νομοθετικές διατάξεις, με τις οποίες δεν προβλέπεται η περαιτέρω έκδοση κανονιστικών πράξεων εκτελέσεώς τους, είναι «άμεσα εκτελεστές» και, ως εκ τούτου, εφόσον στην ελληνική έννομη τάξη δεν προβλέπεται ευθεία προσβολή νόμου, η αίτηση ακυρώσεως πρέπει κατ’ ανάγκην να θεωρηθεί ότι στρέφεται κατά της εκ μέρους των οργάνων της εκτελεστικής εξουσίας σιωπηράς εγκρίσεως της εκτελέσεως των επίδικων νομοθετικών διατάξεων. Η έγκριση αυτή τεκμαίρεται, όπως ισχυρίζονται οι αιτούντες, από σχετικά μεταγενεστέρως εκδοθέντα έγγραφα της Διοικήσεως, μη συνιστώντα καθ’ εαυτά εκτελεστές διοικητικές πράξεις, όπως είναι, ιδίως, οι ερμηνευτικού χαρακτήρα εγκύκλιοι.
Όπως κρίθηκε προσφάτως (βλ. Σ.τ.Ε. Ολομέλεια 3982/2009, σκέψη 10), ο κατά τα άρθρα 95 παρ. 1 περ. α΄ του Συντάγματος και 45 παρ. 1 του π.δ/τος 18/1989 (Α΄ 8) αποκλεισμός του ακυρωτικού ελέγχου των πράξεων της νομοθετικής λειτουργίας, ο οποίος ισχύει και στην περίπτωση του τυπικού απλώς νόμου, στην περίπτωση, δηλαδή, κατά την οποία ο νόμος δεν θεσπίζει γενικούς κανόνες δικαίου, αλλά εισάγει ατομικές ρυθμίσεις, ισχύει και στην περίπτωση που η εκ του νόμου ατομική ρύθμιση εννόμου σχέσεως ή καταστάσεως είναι εξαντλητική και δεν καταλείπεται στην εκτελεστική εξουσία αρμοδιότητα για την έκδοση εκτελεστών διοικητικών πράξεων. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, ο ακυρωτικός δικαστής, ο οποίος, κατά τα ανωτέρω, αδυνατεί να ελέγξει ευθέως την υπό μορφή τυπικού νόμου ατομική ρύθμιση, δύναται, ενόψει και του συνταγματικώς κατοχυρωμένου δικαιώματος παροχής αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, ειδικότερη εκδήλωση του οποίου αποτελεί ο κατ’ άρθρο 95 παρ. 1 περ. α΄ του Συντάγματος ακυρωτικός έλεγχος, να δέχεται ως προσβλητή ενώπιόν του κάθε πράξη οργάνου της Διοικήσεως, η οποία εκδίδεται προς εκτέλεση των οριζομένων στο νόμο, έστω και αν η έκδοσή της δεν προβλέπεται ρητώς σε αυτόν. Πάντως, στέρηση του δικαιώματος δικαστικής προστασίας των θιγομένων από ατομικές ρυθμίσεις νόμου και μη δυναμένων να ζητήσουν ευθέως την ακύρωσή τους δεν υφίσταται, αν ο νόμος, πέραν των ατομικών αυτών ρυθμίσεων, προβλέπει την έκδοση συναφών προς τις ρυθμίσεις αυτές εκτελεστών διοικητικών πράξεων, των οποίων οι θιγόμενοι δύνανται παραδεκτώς να ζητήσουν την ακύρωση και μέσω της προσβολής των οποίων μπορεί να ελεγχθεί παρεμπιπτόντως η προς το Σύνταγμα και τους υπερνομοθετικής ισχύος κανόνες δικαίου συμφωνία των ατομικών ρυθμίσεων του νόμου.
Ενόψει τούτων, οι προβαλλόμενοι με την κρινόμενη αίτηση ισχυρισμοί είναι απορριπτέοι, προεχόντως για το λόγο ότι με τις διατάξεις των νόμων 3833/2010 και 3845/2010 ουδόλως επιχειρείται πλήρης και εξαντλητική ρύθμιση συγκεκριμένης περιπτώσεως ατομικού χαρακτήρα, για την υλοποίηση της οποίας δεν απαιτείται η έκδοση άλλης πράξεως, προσβλητής δι’ αιτήσεως ακυρώσεως, ώστε να γεννάται ζήτημα αποστερήσεως ή αποδυναμώσεως του συνταγματικώς κατοχυρωμένου δικαιώματος παροχής αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, αποκλειστικώς και μόνον λόγω της νομικής μορφής που επιλέχθηκε για την άσκηση της συγκεκριμένης κρατικής δραστηριότητας. Αντιθέτως, με τις διατάξεις των ανωτέρω νόμων εισάγονται ρυθμίσεις, οι οποίες, ως εκ του αμιγώς κανονιστικού τους χαρακτήρα, προσιδιάζουν σε ουσιαστικόνόμο, για την δε εφαρμογή τους εκδίδονται ατομικές διοικητικές πράξεις (μισθοδοτικές καταστάσεις, βεβαιώσεις αποδοχών, πράξεις αναλύσεως συντάξεως και κρατήσεων κ.ά.), τις οποίες οι άμεσα θιγόμενοι έχουν τη δυνατότητα να προσβάλουν παραδεκτώς ενώπιον των αρμοδίων διοικητικών δικαστηρίων. Άλλωστε, όπως έχει ήδη εκτεθεί, τέτοιες ατομικές πράξεις προσβάλλονται με την κρινόμενη αίτηση. Πέραν τούτων, με τις διατάξεις των παραγράφων 9 και 15 του άρθρου τρίτου του ν. 3845/2010 παρέχεται, ειδικώς, νομοθετική εξουσιοδότηση για την έκδοση κοινών υπουργικών αποφάσεων για τον καθορισμό του χρόνου και της διαδικασίας καταβολής των επιδομάτων εορτών και αδείας του εν ενεργεία προσωπικού του δημόσιου τομέα και των συνταξιούχων οργανισμών κοινωνικής ασφαλίσεως, ήδη δε με την κρινόμενη αίτηση οι αιτούντες στρέφονται ευθέως κατά εκδοθείσης κατ’ εξουσιοδότηση της παραγράφου 15 του ανωτέρω άρθρου κανονιστικής αποφάσεως. Εξάλλου, στην ελληνική συνταγματική τάξη δεν υφίσταται, σύστημα «εγκρίσεως» του περιεχομένου των κανόνων δικαίου που περιέχονται σε τυπικούς νόμους από τα όργανα της εκτελεστικής εξουσίας, ρητής ή και, σιωπηρής, περίπτωση δηλαδή, κατά τους ισχυρισμούς των αιτούντων, η οποία συνάγεται εκ της πράγματι από τα διοικητικά όργανα διενέργειας των υλικών ενεργειών και της εκδόσεως των πράξεων που είναι απαραίτητες για την εφαρμογή του νόμου. Συνεπώς, αβασίμως προβάλλεται ότι η έκδοση των εν λόγω εγκυκλίων συνιστά «σιωπηρή έγκριση» της εκτέλεσης των σχετικών νομοθετικών διατάξεων, αυτοτελώς προσβλητή με αίτηση ακυρώσεως.
Η τρίτη προσβαλλόμενη κοινή υπουργική απόφαση εκδόθηκε, κατά τα ήδη εκτεθέντα, κατ’ επίκληση της διατάξεως της παρ. 15 του άρθρου τρίτου του ν. 3845/2010, η οποία, ορίζουσα ότι «Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης ρυθμίζεται κάθε αναγκαίο ζήτημα για την εφαρμογή των παραγράφων 10 έως και 14 του άρθρου αυτού», παρέχει, επιτρεπτώς κατά το άρθρο 43 παρ. 2 εδ. β΄ του Συντάγματος, εξουσιοδότηση σε άλλο όργανο, πλην του Προέδρου της Δημοκρατίας, για την ρύθμιση ζητημάτων λεπτομερειακού χαρακτήρα. Με την πράξη αυτή ρυθμίζονται οι προϋποθέσεις, η διαδικασία και ο χρόνος καταβολής από τους οργανισμούς κύριας ασφαλίσεως αρμοδιότητας του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης (πλην του Οργανισμού Γεωργικών Ασφαλίσεων) των επιδομάτων εορτών και του επιδόματος αδείας. Ειδικότερα, με την προσβαλλόμενη κοινή υπουργική απόφαση επαναλαμβάνεται, κατ’ αρχήν, η εισαχθείσα με την παράγραφο 10 του άρθρου τρίτου του ν. 3845/2010 ρύθμιση ότι το ύψος των επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και του επιδόματος αδείας, που χορηγούνται, βάσει οιασδήποτε γενικής ή ειδικής διατάξεως νόμου ή κανονιστικής πράξεως της Διοικήσεως, στους συνταξιούχους και βοηθηματούχους των φορέων κύριας ασφάλισης αρμοδιότητας του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, οι οποίοι έχουν υπερβεί το εξηκοστό έτος της ηλικίας τους, καθορίζεται στο ποσό των τετρακοσίων ευρώ για το επίδομα εορτών Χριστουγέννων και στο ποσό των διακοσίων ευρώ για τα επιδόματα εορτών Πάσχα και αδείας (παρ. 1 και 2). Εξάλλου, με την παράγραφο 1 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η οποία στοιχεί, κατά περιεχόμενο, προς τα οριζόμενα στην παράγραφο 11 του άρθρου τρίτου του ν. 3845/2010, από τον, κατά τα ανωτέρω, ηλικιακό περιορισμό εξαιρούνται όσοι λαμβάνουν εξ ιδίου δικαιώματος σύνταξη λόγω αναπηρίας, όσοι συνταξιοδοτούνται βάσει των διατάξεων του ν. 612/1977 και των διατάξεων που παραπέμπουν σε αυτές (άρθρο 40 παρ. 8 ν. 1902/1990, Α΄ 138, 16 παρ. 3 ν. 2227/1994, Α΄ 129, άρθρο 2 παρ. 2 ν. 3075/2002, Α΄ 297, άρθρο 5 παρ. 3 ν. 3232/2004, Α΄ 48, άρθρο 61 παρ. 4 ν. 3518/2006, Α΄ 272), οι συνταξιοδοτούμενοι με το καθεστώς των βαρέων και ανθυγιεινών ή οικοδομικών επαγγελμάτων, καθώς και οι δικαιούχοι εκ μεταβιβάσεως που μνημονεύονται στην παράγραφο 10 του άρθρου τρίτου του ίδιου νόμου. Περαιτέρω, στην παράγραφο 2 της προσβαλλομένης υπουργικής αποφάσεως ορίζεται, περαιτέρω, ότι τα προαναφερόμενα ποσά χορηγούνται στους συνταξιούχους, των οποίων η καταβαλλόμενη σύνταξη, στην οποία συνυπολογίζονται οι προσαυξήσεις λόγω οικογενειακών βαρών, το επίδομα απολύτου αναπηρίας και τα επιδόματα εορτών και αδείας, υπολογιζόμενη σε δωδεκάμηνη βάση, δεν υπερβαίνει μηνιαίως το ποσό των δύο χιλιάδων πεντακοσίων ευρώ, ενώ, ειδικώς για την περίπτωση υπερβάσεως του ποσού αυτού, τα επιδόματα μειώνονται αναλόγως, ούτως ώστε το εξαγόμενο ποσό, στο οποίο συνυπολογίζονται και τα προαναφερόμενα επιδόματα να μην υπερβαίνει το ανωτέρω όριο (βλ. και παρ. 14 του άρθρου τρίτου του ν. 3845/2010). Με τις ίδιες διατάξεις, με τις οποίες επαναλαμβάνονται οι αντίστοιχες ρυθμίσεις της παραγράφου 13 του άρθρου τρίτου του ν. 3845/2010, ορίζεται ότι στις περιπτώσεις συνδικαιούχων σύνταξης λόγω θανάτου, τα ποσά των επιδομάτων επιμερίζονται κατά το ίδιο ποσοστό επιμερισμού της σύνταξης που προβλέπεται από την ισχύουσα νομοθεσία, ότι τους συνταξιούχους που λαμβάνουν μειωμένη σύνταξη γήρατος ή αναπηρίας ή σύνταξη λόγω θανάτου, το ποσό της οποίας είναι μικρότερο των τετρακοσίων ευρώ, τα επιδόματα Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας δεν μπορεί να είναι μικρότερα των ποσών που ελάμβαναν με βάση τις προϊσχύουσες του ν. 3845/2010 διατάξεις, καθώς και ότι στην περίπτωση συνδικαιούχων σύνταξης λόγω θανάτου, για τον προσδιορισμό του ύψους των επίδικων επιδομάτων, λαμβάνεται υπόψη το άθροισμα των επί μέρους ποσών σύνταξης των συνδικαιούχων. Με το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 3 της αυτής αποφάσεως ορίζεται, περαιτέρω, ότι στους συνταξιούχους, στους οποίους χορηγούνται από έναν φορέα κύριας ασφάλισης περισσότερες της μιας συντάξεις ή βοηθήματα συνταξιοδοτικού χαρακτήρα, όπως είναι, ιδίως, το εξωιδρυματικό επίδομα, καθώς και σε όσους λαμβάνουν περισσότερες της μιας κύριες συντάξεις από διαφορετικούς ασφαλιστικούς φορείς ή το Δημόσιο ή το Ναυτικό Απομαχικό Ταμείο, τα αντίστοιχα επιδόματα καταβάλλονται μόνον για τη μεγαλύτερη εκ των καταβαλλομένων συντάξεων, ρύθμιση, η οποία στοιχεί απολύτως προς τις διατάξεις της παραγράφου 12 του άρθρου τρίτου του ν. 3845/2010. Εξάλλου, με τις λοιπές διατάξεις της ίδιας παραγράφου καθιερώνεται το πρώτον υποχρέωση των συνταξιούχων, στους οποίους χορηγούνται από έναν φορέα κύριας ασφάλισης περισσότερες της μιας συντάξεις ή βοηθήματα συνταξιοδοτικού χαρακτήρα, να υποβάλουν ενώπιον του αρμόδιου φορέα υπεύθυνη δήλωση, με την οποία θα δηλώνουν τα ποσά της κύριας συντάξεως που λαμβάνουν και τους ασφαλιστικούς φορείς, από τους οποίους χορηγείται σύνταξη ή εξωιδρυματικό επίδομα. Με την ίδια δήλωση οι συνταξιούχοι πρέπει, επιπροσθέτως, να δηλώσουν ότι δεν έχουν εισπράξει μέχρι το χρόνο υποβολής της δηλώσεως και ότι δεν θα εισπράξουν στο μέλλον από άλλο ασφαλιστικό φορέα ή το Δημόσιο τα σχετικά επιδόματα. Κατά ρητή πρόβλεψη των ίδιων διατάξεων, στην περίπτωση που διαπιστώνεται διπλή ή πολλαπλή καταβολή επιδόματος, τα σχετικά ποσά καταλογίζονται σε βάρος των συνταξιούχων και αναζητούνται ως αχρεωστήτως καταβληθέντα, συμψηφιζόμενα με τα χορηγούμενα ποσά συντάξεως σε τρεις μηνιαίες δόσεις. Εξάλλου, με τις διατάξεις της παραγράφου 4 της ίδιας αποφάσεως εισάγονται ρυθμίσεις σχετικά με το χρόνο καταβολής των επιδομάτων. Ειδικότερα, με τις διατάξεις αυτές καθορίζεται ως χρόνος πληρωμής των επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα η 16η Δεκεμβρίου και η δέκατη ημέρα πριν το Πάσχα, αντιστοίχως, ορίζεται δε, περαιτέρω, ότι δικαιούχοι είναι όσοι συνταξιοδοτούνται ή η συνταξιοδότησή τους άρχεται από της 1ης Δεκεμβρίου ή την πρώτη του μηνός, κατά τον οποίο εορτάζεται το Πάσχα. Οι συνταξιούχοι, των οποίων το συνταξιοδοτικό δικαίωμα αρχίζει ή λήγει μετά τις προαναφερόμενες ημερομηνίες και εντός του μηνός Δεκεμβρίου ή του μηνός που εορτάζεται το Πάσχα, δικαιούνται αναλογία επιδόματος για τόσα τριακοστά των ποσών της παραγράφου 2, όσες είναι και οι ημέρες συνταξιοδότησης τους. Με τις ίδιες διατάξεις, με τις οποίες καθορίζεται ως χρόνος πληρωμής του επιδόματος αδείας η ημερομηνία καταβολής της συντάξεως του μηνός Αυγούστου, ορίζεται, περαιτέρω, ότι οι συνταξιούχοι, των οποίων έληξε η συνταξιοδότηση ή ανεστάλη η καταβολή της συντάξεως προ του μηνός Αυγούστου, δικαιούνται μέρος του επιδόματος αδείας, ίσο με το 1/12 του ποσού αυτού για κάθε μήνα πραγματικής καταβολής της συντάξεως κατά το τελευταίο προ του μηνός Αυγούστου δωδεκάμηνο. Τέλος, με την παράγραφο 5 διευκρινίζεται ότι οι διατάξεις που ρυθμίζουν τα ζητήματα που αφορούν τη χορήγηση των εν λόγω επιδομάτων στους επιδοτούμενους λόγω ασθένειας από τους ασφαλιστικούς οργανισμούς, καθώς και στους συνταξιούχους των φορέων επικουρικής ασφάλισης, αρμοδιότητας του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης και του Οργανισμού Γεωργικών Ασφαλίσεων, εξακολουθούν να ισχύουν. Με το ανωτέρω παρατεθέν περιεχόμενο, η τρίτη προσβαλλόμενη πράξη, η οποία δεν περιορίζεται στην απλή επανάληψη των διατάξεων του ν. 3845/2010, αλλά περιέχει και νέες ρυθμίσεις, λεπτομερειακού χαρακτήρα, προς συμπλήρωση των περιεχομένων στον νόμο βασικών ουσιαστικών ρυθμίσεων (καθορισμός του τρόπου ενημερώσεως των ασφαλιστικών φορέων για την περίπτωση καταβολής στον ίδιο συνταξιούχο περισσοτέρων συντάξεων, καθορισμός του χρόνου καταβολής του ανωτέρω επιδόματος, κ.ά.), έχει εκτελεστό χαρακτήρα και, ως εκ τούτου, προσβάλλεται, από της απόψεως αυτής, παραδεκτώς.
Όσον αφορά την έκταση εφαρμογής της τρίτης προσβαλλόμενης πράξεως, επισημαίνεται, ότι αυτή, όπως άλλωστε προκύπτει και από τον τίτλο της, αφορά μόνο τους συνταξιούχους οργανισμών κύριας ασφάλισης αρμοδιότητας του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης (όπως είναι το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, ο Ο.Α.Ε.Ε.), και όχι τους συνταξιούχους του Δημοσίου, δοθέντος ότι, όπως προκύπτει και από την παρ. 10 του άρθρου τρίτου του ν. 3845/2010, οι ρυθμίσεις του νόμου αυτού αφορούν από τους συνταξιούχους και τους βοηθηματούχους μόνον εκείνους «όλων των φορέων κύριας ασφάλισης» (με εξαίρεση τους συνταξιούχους του Ο.Γ.Α.). Αντίστοιχες ρυθμίσεις, με αυτές των παρ. 10 έως 14 του άρθρου τρίτου του ν. 3845/2010, για τους συνταξιούχους και βοηθηματούχους του Δημοσίου θεσπίσθηκαν με το ν. 3847/2010 (Α΄ 67/11.5.2010), ο οποίος έχει τον τίτλο «Επανακαθορισμός των επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και του επιδόματος αδείας για τους συνταξιούχους και βοηθηματούχους του Δημοσίου».
Προς το σκοπό της πληρέστερης κατανόησης του ιστορικού της υποθέσεως, επιχειρείται η συνοπτική παρουσίαση των υποχρεώσεων δημοσιονομικής πειθαρχίας των κρατών – μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, του μηχανισμού παρακολούθησης της εξέλιξης των δημοσίων οικονομικών τους, καθώς και του συστήματος χρηματοδότησης των μελών του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείο, που αντιμετωπίζουν σοβαρά οικονομικά προβλήματα.
Στο άρθρο 3 της Ενοποιημένης Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση (εφεξής: ΣΕΕ, πρώην άρθρο 2 της ΣυνθΕΕ) ορίζεται ότι στους σκοπούς της περιλαμβάνεται, μεταξύ άλλων, και η εγκαθίδρυση μιας Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης (εφεξής: Ο.Ν.Ε.). Συναφώς, στις διατάξεις του άρθρου 119 του Τίτλου VIII (Οικονομική και Νομισματική Πολιτική) της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (εφεξής: ΣΛΕΕ, πρώην άρθρο 4 της ΣυνθΕΚ) ορίζεται ότι η δράση των κρατών – μελών περιλαμβάνει, σύμφωνα με τους όρους που προβλέπουν οι Συνθήκες, αφενός μεν τη χάραξη μιας κοινής οικονομικής πολιτικής, η οποία βασίζεται στο στενό συντονισμό και στον καθορισμό κοινών στόχων των εθνικών οικονομικών πολιτικών στο πλαίσιο της εσωτερικής αγοράς (παρ. 1), αφετέρου δε την υιοθέτηση ενός ενιαίου κοινού νομίσματος (ευρώ) και την άσκηση ενιαίας νομισματικής και συναλλαγματικής πολιτικής, πρωταρχικός στόχος της οποίας είναι η διατήρηση της σταθερότητας των τιμών, και, υπό την επιφύλαξη της τηρήσεως του στόχου αυτού, η υποστήριξη των γενικών οικονομικών πολιτικών της Ενώσεως (παρ. 2). Με τις ίδιες διατάξεις ορίζεται, περαιτέρω, ότι οι οικονομικές, συναλλαγματικές και νομισματικές πολιτικές των κρατών – μελών και της Ένωσης πρέπει να εναρμονίζονται προς την αρχή της οικονομίας της ανοικτής αγοράς με ελεύθερο ανταγωνισμό, ενώ οι σχετικώς αναληφθείσες δράσεις τους προϋποθέτουν την τήρηση ορισμένων κατευθυντήριων αρχών, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται η διατήρηση της σταθερότητας των τιμών, η επίτευξη υγιών δημοσίων οικονομικών και υγιών νομισματικών συνθηκών και η διασφάλιση της ισορροπίας του ισοζυγίου πληρωμών (παρ. 3). Με τις ανωτέρω διατάξεις, οι οποίες προστέθηκαν με τη Συνθήκη του Μάαστριχτ, προβλέπεται η εγκαθίδρυση Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης. Σε αντίθεση με τη Νομισματική Ένωση, στο πλαίσιο της οποίας τα κράτη – μέλη έχουν αποξενωθεί πλήρως από την άσκηση της νομισματικής και συναλλαγματικής πολιτικής[1] διά της παραχωρήσεως των σχετικών αρμοδιοτήτων στο Συμβούλιο, την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και το Ευρωπαϊκό Σύστημα Κεντρικών Τραπεζών, στο πλαίσιο της Οικονομικής Ένωσης τα κράτη – μέλη διατηρούν κατ’ αρχήν την αρμοδιότητα χάραξης και εφαρμογής της οικονομικής τους πολιτικής, υποχρεούνται, όμως, να συντονίζουν τη δράση τους προς το σκοπό της προαγωγής των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης. Κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, τα κράτη – μέλη υποχρεούνται αφενός μεν να υιοθετήσουν μία κοινή οικονομική πολιτική, της οποίας προέχων είναι ο γενικός και κατευθυντήριος χαρακτήρας, αφετέρου δε να επιδιώξουν με την εφαρμογή των οικονομικών τους πολιτικών, οι οποίες διέπονται από τις αρχές της οικονομίας της ανοικτής αγοράς και του ελεύθερου ανταγωνισμού, ακρογωνιαίων λίθων του οικονομικού κοινοτικού δικαίου, τη διατήρηση υγιών δημοσίων οικονομικών, την αποφυγή, δηλαδή, της δημιουργίας υπερβολικών δημοσιονομικών ελλειμμάτων. Κατά τις ειδικότερες προβλέψεις του άρθρου 120 του πρώτου κεφαλαίου (Οικονομική Πολιτική) του τίτλου VIII της ΣΛΕΕ (πρώην άρθρο 98 της ΣυνθΕΚ), οι οικονομικές πολιτικές των κρατών – μελών πρέπει να ασκούνται εντός του πλαισίου των γενικών προσανατολισμών του άρθρου 121 παρ. 1 και 2 της ίδιας Συνθήκης (πρώην άρθρο 99 της ΣυνθΕΚ). Σύμφωνα με τις τελευταίες αυτές διατάξεις, τα κράτη – μέλη πρέπει να αντιμετωπίζουν την άσκηση της οικονομικής τους πολιτικής ως ζήτημα κοινού ενδιαφέροντος και να προβαίνουν στο συντονισμό τους βάσει γενικών προσανατολισμών που καθορίζονται με συστάσεις του Συμβουλίου, με πράξεις, δηλαδή, στερούμενες άμεσης νομικής δεσμευτικότητας, οι οποίες εκδίδονται κατόπιν τηρήσεως της ειδικώς προς τούτο διαγραφομένης διαδικασίας. Με τους γενικούς αυτούς προσανατολισμούς, αντικείμενο των οποίων δεν μπορούν να αποτελέσουν λεπτομερείς και ειδικές ρυθμίσεις της οικονομικής πολιτικής των κρατών – μελών, καθορίζεται ένα γενικό πλαίσιο στόχων, εντός του οποίου πρέπει να κινηθούν οι πολιτικές αυτές. Με το άρθρο 121 της ΣΛΕΕ εγκαθιδρύεται ένα σύστημα πολυμερούς εποπτείας, μέσω του οποίου επιδιώκεται η επαρκής παρακολούθηση και ο αποτελεσματικότερος συντονισμός της οικονομικής πολιτικής των κρατών – μελών. Στο πλαίσιο αυτού του συστήματος το Συμβούλιο παρακολουθεί, βάσει εκθέσεων της Επιτροπής, τις οικονομικές εξελίξεις σε κάθε κράτος και τη συμφωνία των ασκούμενων υπ’ αυτών οικονομικών πολιτικών προς τους, κατά τα ανωτέρω, γενικούς προσανατολισμούς, προβαίνοντας, μάλιστα, ανά τακτά χρονικά διαστήματα, στη συνολική αξιολόγησή τους (παρ. 3). Στην περίπτωση που διαπιστώνεται ότι η οικονομική πολιτική ενός κράτους – μέλους δεν εναρμονίζεται προς τους καθορισθέντες γενικούς προσανατολισμούς ή ότι ενδέχεται να θέσει σε κίνδυνο την ομαλή λειτουργία της Ο.Ν.Ε., η μεν Επιτροπή απευθύνει προς το κράτος αυτό προειδοποίηση, το δε Συμβούλιο εκδίδει τις αναγκαίες για τη συμμόρφωσή του συστάσεις. Μετά από πρόταση της Επιτροπής, το Συμβούλιο έχει, περαιτέρω, τη δυνατότητα να προβεί στη δημοσιοποίηση των συστάσεων που απηύθυνε στο κράτος – μέλος, ιδίως στην περίπτωση που το τελευταίο αρνείται να λάβει μέτρα εναρμόνισης της οικονομικής του πολιτικής προς τους στόχους της Ένωσης (παρ. 4). Περαιτέρω, με την παράγραφο 1 του άρθρου 126(πρώην άρθρο 104 της ΣυνθΕΚ), το οποίο εντάσσεται, επίσης, στο κεφάλαιο περί οικονομικής πολιτικής του τίτλου VIII τηςΣΛΕΕ, καθιερώνεται η αρχή ότι τακράτη – μέλη πρέπει να αποφεύγουν τη δημιουργία υπερβολικών δημοσιονομικών ελλειμμάτων. Με την γενική αυτή απαγόρευση, η οποία άρχισε να ισχύει μετά την ολοκλήρωση και του τρίτου σταδίου της Ο.Ν.Ε., επιδιώκεται η εκ μέρους των κρατών – μελών αυστηρή τήρηση των κανόνων δημοσιονομικής πειθαρχίας. Στην, κατά τα ανωτέρω, έννοια του δημοσιονομικού ελλείμματος εμπίπτει το έλλειμμα καθαρού δανεισμού, δείκτης, δηλαδή, που αναφέρεται στην τρέχουσα δημοσιονομική κατάσταση του κράτους – μέλους, καθώς, επίσης, και το συνολικό δημόσιο χρέος. Εντός του πλαισίου αυτού, και προκειμένου να εντοπίζεται εγκαίρως ο κίνδυνος μεγάλων δημοσιονομικών αποκλίσεων, παρέχεται στην Επιτροπή η αρμοδιότητα παρακολούθησης της εξέλιξης του δημοσίουχρέους και της εν γένει δημοσιονομικής κατάστασης των κρατών – μελών. Κατά την ενάσκηση της αρμοδιότητας αυτής, η Επιτροπή εξετάζει, ειδικότερα, εάν τηρείται ο κανόνας της δημοσιονομικής πειθαρχίας βάσει των ρητώς μνημονευομένων στις διατάξεις αυτές κριτηρίων. Συγκεκριμένα, εξετάζεται εάν ο λόγος του προβλεπόμενου ή υφιστάμενου δημοσιονομικού ελλείμματος και του δημοσίου χρέους προς το ακαθάριστο εγχώριο προϊόν υπερβαίνει μία τιμή αναφοράς, η οποία προσδιορίζεται με το υπ’ αριθ. 12 Πρωτόκολλο για τη διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος, το οποίο προσαρτάται στις Συνθήκες και αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα τους. Κατά το άρθρο 1 του Πρωτοκόλλου η μεν τιμή αναφοράς για το λόγο μεταξύ του προβλεπομένου ή υφισταμένου δημοσιονομικού ελλείμματος και του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος σε τιμές αγοράς καθορίζεται στο 3%, ενώ η αντίστοιχη τιμή αναφοράς για το λόγο μεταξύ του δημοσίου χρέους και του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος σε τιμές αγοράς καθορίζεται στο 60%[2]. Σύμφωνα με την παρ. 2 του προαναφερθέντος άρθρου 126 ΣΛΕΕ, η υπέρβαση της τιμής αναφοράς θεωρείται κατ’ εξαίρεση δικαιολογημένη, εάν ο λόγος αυτός σημειώνει ουσιώδη και συνεχή πτώση, κινούμενος σε επίπεδο παραπλήσιο με εκείνο της τιμής αναφοράς ή, ειδικώς για την περίπτωση του δημοσιονομικού ελλείμματος, εφόσον η υπέρβαση της τιμής αναφοράς, η οποία, πάντως, παραμένει κοντά στο ανώτατο όριό της, έχει προσωρινό και έκτακτο χαρακτήρα. Κατά τη διαμόρφωση της σχετικής κρίσεώς της περί του δικαιολογημένου ή μη της υπερβάσεως, η Επιτροπή απολαμβάνει ευρύ περιθώριο διακριτικής ευχέρειας. Σε κάθε περίπτωση που ένα κράτος – μέλος δεν εκπληρώσει τους όρους ενός από τα προαναφερόμενα κριτήρια ή αμφοτέρων των κριτηρίων, η Επιτροπή συντάσσει υποχρεωτικώς έκθεση, στην οποία αναφέρεται ο βαθμός, κατά τον οποίο το δημόσιο έλλειμμα υπερβαίνει τις δαπάνες δημοσίων επενδύσεων, καθώς και όλα τα κρίσιμα, κατά την εκτίμηση των κοινοτικών αρχών, μεγέθη, συμπεριλαμβανομένης της μεσοπρόθεσμης οικονομικής και δημοσιονομικής κατάστασης του ενδιαφερόμενου κράτους. Η σύνταξη εκθέσεως, επί της οποίας διατυπώνεται γνώμη της Οικονομικής και Δημοσιονομικής Επιτροπής του άρθρου 134 της ΣΛΕΕ (παρ. 4), προβλέπεται και για την περίπτωση που, αν και εκπληρώνονται οι όροι των προαναφερομένων κριτηρίων, υφίσταται δικαιολογημένος κίνδυνος για τη δημιουργία υπερβολικού ελλείμματος στο άμεσο μέλλον (παρ. 3). Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, η υπέρβαση των τιμών αναφοράς αποτελεί αφορμή για τη διενέργεια λεπτομερούς ελέγχου της δημοσιονομικής κατάστασης του οικείου κράτους – μέλους. Στην περίπτωση που η Επιτροπή κρίνει ότι έχει δημιουργηθεί ή είναι πιθανό να δημιουργηθεί κατάσταση υπερβολικού ελλείμματος σε ένα κράτος – μέλος, του απευθύνει γνώμη και ενημερώνει σχετικώς το Συμβούλιο. Το τελευταίο, αφού λάβει υπόψη τυχόν παρατηρήσεις του ενδιαφερόμενου κράτους, αποφασίζει, μετά από συνολική εκτίμηση της δημοσιονομικής του καταστάσεως, εάν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για τη διαπίστωση υπερβολικού ελλείμματος. Η απόφαση του Συμβουλίου εκδίδεται κατ’ ενάσκηση ευρύτατης διακριτικής εκτιμήσεως και έχει, ως εκ τούτου, πολιτικό χαρακτήρα (παρ. 5 και 6). Στην περίπτωση που διαπιστωθεί ότι υφίσταται, κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, υπερβολικό έλλειμμα, ότι, δηλαδή, δεν συντρέχει περίπτωση έκτακτης και προσωρινής υπερβάσεως της τιμής αναφοράς για το έλλειμμα και το δημόσιο χρέος, το Συμβούλιο απευθύνει, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση και μετά από σύσταση της Επιτροπής, συστάσεις στο ενδιαφερόμενο κράτος, προκειμένου να τερματίσει την κατάσταση αυτή εντός συγκεκριμένης προθεσμίας. Με τις συστάσεις αυτές είναι δυνατόν να προτείνονται και συγκεκριμένα οικονομικά ή δημοσιονομικά μέτρα που, κατά την εκτίμηση του Συμβουλίου, μπορούν να διορθώσουν την κατάσταση υπερβολικού δημοσιονομικού ελλείμματος, στην οποία έχει περιέλθει το κράτος – μέλος (παρ. 7). Οι συστάσεις αυτές, οι οποίες δεν παράγουν, σύμφωνα με το άρθρο 288 εδ. 5 της Συνθήκης (πρώην άρθρο 245 της ΣυνθΕΚ), νομική δεσμευτικότητα για τα κράτη – μέλη, δεν δημοσιοποιούνται, κατ’ αρχήν, εκτός εάν διαπιστωθεί ότι το κράτος – μέλος παραλείπει να προβεί στην ανάληψη αποτελεσματικής δράσεως για τη συμμόρφωσή του προς τις συστάσεις που του απευθύνθηκαν (παρ. 8). Στην περίπτωση που το κράτος – μέλος, στο οποίο απευθύνθηκε η σύσταση, εξακολουθεί να μην λαμβάνει μέτρα για τη συμμόρφωσή του προς αυτήν, ενεργοποιούνται οι διατάξεις των παραγράφων 9 – 11 του ίδιου άρθρου 126 ΣΛΕΕ. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, το Συμβούλιο απευθύνει ειδοποίηση, με την οποία καλεί το κράτος να λάβει, εντός συγκεκριμένης προθεσμίας, μέτρα, που, κατά την εκτίμηση του, είναι αναγκαία και πρόσφορα για τη μείωση του ελλείμματός του. Η ειδοποίηση αυτή μπορεί να λάβει τη μορφή νομικώς δεσμευτικής αποφάσεως, με την οποία, επιπροσθέτως, μπορεί να ζητηθεί από το ενδιαφερόμενο κράτος να υποβάλει συστηματικά εκθέσεις, προκειμένου να παρακολουθείται η πρόοδος υλοποίησης των μέτρων δημοσιονομικής προσαρμογής που έχουν λάβει οι αρμόδιες αρχές του (παρ. 9). Εάν το ενδιαφερόμενο κράτος δεν συμμορφωθεί ούτε προς την, κατά τα ανωτέρω, ειδοποίηση, το Συμβούλιο έχει τη δυνατότητα να επιβάλει σε βάρος του κυρώσεις, οι οποίες λαμβάνουν τη μορφή υποχρεώσεως δημοσίευσης πρόσθετων πληροφοριών οικονομικού χαρακτήρα προ της εκδόσεως ομολόγων και χρεογράφων, άτοκης καταθέσεως υπέρ της Ενώσεως χρηματικού ποσού, έως ότου διορθωθεί το υπερβολικό του έλλειμμα, καθώς και τη μορφή χρηματικού προστίμου. Εντός του πλαισίου αυτού, το Συμβούλιο μπορεί, περαιτέρω, να καλέσει την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων να αναθεωρήσει την πολιτική δανεισμού της έναντι του εν λόγω κράτους. Κατά ρητή πρόβλεψη των ίδιων διατάξεων, για το περιεχόμενο των αποφάσεων αυτών και για τους λόγους που κατέστησαν αναγκαία τη λήψη τους, ενημερώνεται και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο (παρ. 11). Αντιθέτως, στην περίπτωση που έχει διορθωθεί η κατάσταση υπερβολικού ελλείμματος, το Συμβούλιο καταργεί ορισμένες ή όλες τις αποφάσεις ή τις συστάσεις που είχε εκδώσει σε βάρος του κράτους – μέλους, το οποίο, κατ’ αυτόν τον τρόπο, εξέρχεται από την, κατά τα ανωτέρω, διαδικασία δημοσιονομικής επιτήρησης (παρ. 12). Το Συμβούλιο εκδίδει τις, κατά τα ανωτέρω, αποφάσεις και συστάσεις μετά από σύσταση της Επιτροπής και χωρίς να λαμβάνει υπόψη την ψήφο του αμέσως ενδιαφερόμενου κράτους. Για τη λήψη των αποφάσεων απαιτείται η συγκέντρωση της ειδικής πλειοψηφίας των δύο τρίτων των μελών του σύμφωνα με το άρθρο 238 παρ. 3 περ. α΄ της ΣΛΕΕ (παρ. 13). Στις Συνθήκες δεν περιέχονται, αντιθέτως, ρυθμίσεις για την αντιμετώπιση των δημοσιονομικών κρίσεων και της εξ αυτού του λόγου αδυναμίας προσβάσεως των κρατών – μελών στις αγορές χρήματος[3]. Περαιτέρω, με το άρθρο 136της ΣΛΕΕ, το οποίο εφαρμόζεται μόνον στα κράτη – μέλη που έχουν υιοθετήσει ως κοινό νόμισμα το ευρώ, παρέχεται στο Συμβούλιο η δυνατότητα να θεσπίζει, προς το σκοπό της ενισχύσεως της αποτελεσματικής λειτουργίας της Ο.Ν.Ε., ειδικότερα μέτρα, πέραν εκείνων που λαμβάνονται κατ’ εφαρμογήν των άρθρων 121 και 126 της Συνθήκης. Με τα μέτρα αυτά, τα οποία πρέπει να είναι συμβατά με τις λοιπές διατάξεις του δικαίου της Ενώσεως, πρέπει να επιδιώκεται ο αποτελεσματικότερος συντονισμός και η ενίσχυση του συστήματος εποπτείας της δημοσιονομικής πειθαρχίας των κρατών – μελών της ευρωζώνης. Με τα ίδια μέτρα μπορεί, επιπλέον, να χαράσσονται ειδικότεροι προσανατολισμοί οικονομικής πολιτικής για τα κράτη – μέλη της ζώνης του ευρώ, υπό την επιφύλαξη, πάντως, ότι οι προσανατολισμοί αυτοί είναι συμβατοί με εκείνους που έχουν τεθεί για τα λοιπά κράτη – μέλη της Ένωσης (παρ. 1). Κατά ρητή πρόβλεψη των ίδιων διατάξεων, οι σχετικές αποφάσεις λαμβάνονται με την ειδική πλειοψηφία του άρθρου 238, ενώ δικαίωμα ψήφου αναγνωρίζεται μόνον στα κράτη – μέλη που έχουν υιοθετήσει το κοινό νόμισμα (παρ. 2). Συναφώς, στο άρθρο 138 της ΣΛΕΕ (πρώην άρθρο 111 παρ. 4 της ΣυνθΕΚ) προβλέπεται ότι, για να διασφαλισθεί η θέση του ευρώ στο διεθνές νομισματικό σύστημα, το Συμβούλιο, μετά από πρόταση της Επιτροπής και διαβούλευση με την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, υιοθετεί κοινές θέσεις επί των ζητημάτων που άπτονται της λειτουργίας της Ο.Ν.Ε. (παρ. 1), εγκρίνει δε τα μέτρα που είναι αναγκαία για την ενιαία εκπροσώπηση των κρατών – μελών και την παρουσίαση των θέσεων αυτών στο πλαίσιο των αρμόδιων διεθνών οικονομικών οργανισμών και διασκέψεων (παρ. 2).
Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Άμστερνταμ προέβη στις 17 Ιουνίου 1997 στη διαμόρφωση ενός κανονιστικού πλαισίου για το συντονισμό των εθνικών δημοσιονομικών πολιτικών των κρατών που μετέχουν στην Ο.Ν.Ε. Το πλαίσιο αυτό έλαβε τη μορφή ενός Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης (εφεξής: Σύμφωνο), στο οποίο περιελήφθησαν οι όροι δημοσιονομικής πειθαρχίας, τους οποίους πρέπει να τηρούν τα κράτη – μέλη κατά το διάστημα που έπεται της εισαγωγής του ενιαίου νομίσματος. Με το Σύμφωνο, το οποίο εντάσσεται στο τρίτο στάδιο ολοκληρώσεως της Ο.Ν.Ε., επιδιώκεται η διατήρηση υγιών των δημοσίων οικονομικών των κρατών – μελών και η επίτευξη του μεσοπρόθεσμου στόχου για σχεδόν ισοσκελισμένη ή πλεονασματική δημοσιονομική κατάσταση, ως μέσων για τη σταθερότητα των τιμών, την ενίσχυση της βιώσιμης οικονομικής ανάπτυξης και την αύξηση της απασχόλησης. Το Σύμφωνο αποτελείται από τρία επιμέρους κείμενα, ήτοι το ψήφισμα της 17ης Ιουνίου 1997 του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου για τη σταθερότητα και την ανάπτυξη (C 236), τον κανονισμό 1466/97 (ΕΚ) του Συμβουλίου της 7ης Ιουλίου 1997 για την ενίσχυση της εποπτείας της δημοσιονομικής κατάστασης και την εποπτεία και το συντονισμό των οικονομικών πολιτικών (L 209) και τον κανονισμό 1467/97 (ΕΚ) του Συμβουλίου της 7ης Ιουλίου 1997 για την επιτάχυνση και τη διασαφήνιση της εφαρμογής της διαδικασίας υπερβολικού ελλείμματος (L 209) [οι δύο αυτοί κανονισμοί τροποποιήθηκαν με τους νεότερους κανονισμούς 1055 και 1056/2005 του Συμβουλίου της 27ης Ιουνίου 2005, L 174]. Ειδικότερα, με το ανωτέρω ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου καθορίσθηκαν σταθεροί πολιτικοί προσανατολισμοί για την αυστηρή και ταχεία εφαρμογή του Συμφώνου και επιβεβαιώθηκε η δέσμευση των κρατών – μελών να εφαρμόσουν, κατά το διάστημα που έπεται της εντάξεώς τους στην τρίτη φάση της Ο.Ν.Ε., υγιείς δημοσιονομικές πολιτικές χωρίς παρεκκλίσεις. Με το ίδιο ψήφισμα τα κράτη – μέλη ανέλαβαν τη δέσμευση να προωθούν τις δημοσιονομικές δράσεις, που, κατά την εκτίμησή τους, είναι αναγκαίες για την επίτευξη των εθνικών προγραμμάτων σταθερότητας ή σύγκλισης, να προβαίνουν σε διορθωτικές δημοσιονομικές αναπροσαρμογές αμέσως μόλις διαπιστώσουν ότι υφίσταται κίνδυνος δημιουργίας υπερβολικού δημοσιονομικού ελλείμματος και, σε περίπτωση που ο κίνδυνος αυτός εκδηλωθεί, να λαμβάνουν το ταχύτερο δυνατόν αποτελεσματικά μέτρα για τη διόρθωσή του. Με τον κανονισμό 1466/1997 επιδιώκεται η εποπτεία των δημοσιονομικών πολιτικών των κρατών – μελών και ο συντονισμός των οικονομικών τους πολιτικών, προς το σκοπό της προληπτικής διασφαλίσεως της δημοσιονομικής τους πειθαρχίας μετά την ολοκλήρωση του τρίτου σταδίου της Ο.Ν.Ε. Ειδικότερα, με τον κανονισμό αυτό προβλέπεται, εν είδει συστήματος έγκαιρης προειδοποίησης, εντεταγμένου στο πλαίσιο της κατ’ άρθρο 121 παρ. 3 της Συνθήκης διαδικασίας πολυμερούς εποπτείας, η υποχρέωση των κρατών – μελών, που έχουν υιοθετήσει το ευρώ ως κοινό νόμισμα, να υποβάλουν στην Επιτροπή προγράμματα σταθερότητας και ανάπτυξης. Ειδικότερα, με τις διατάξεις του κανονισμού καθορίζονται οι κανόνες που διέπουν το περιεχόμενο, την υποβολή, την εξέταση και την παρακολούθηση των προγραμμάτων σταθερότητας και σύγκλισης στο πλαίσιο της πολυμερούς εποπτείας του Συμβουλίου, προκειμένου να αποτρέπεται η δημιουργία υπερβολικών δημοσιονομικών ελλειμμάτων και να ενισχύεται η εποπτεία και ο συντονισμός των οικονομικών πολιτικών των κρατών – μελών (άρθρο 1). Σύμφωνα με τον κανονισμό, κάθε κράτος μέλος έχει διαφοροποιημένο μεσοπρόθεσμο στόχο για τη δημοσιονομική του κατάσταση, ο οποίος μπορεί να αποκλίνει από την απαίτηση για σχεδόν ισοσκελισμένη ή πλεονασματική θέση, ενόψει, ιδίως, των αναγκών για πραγματοποίηση δημοσίων επενδύσεων. Κατά ρητή πρόβλεψη των ίδιων διατάξεων, ο μεσοπρόθεσμος δημοσιονομικός στόχος ενός κράτους – μέλους μπορεί να αναθεωρείται, όταν εφαρμόζονται μείζονες διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις και, οπωσδήποτε, ανά τετραετία (άρθρο 2). Περαιτέρω, προβλέπεται ότι τα κράτη – μέλη, που έχουν υιοθετήσει το ευρώ (εφεξής: συμμετέχοντα κράτη – μέλη), υποβάλλουν στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή τα στοιχεία που είναι αναγκαία για τη συστηματική άσκηση πολυμερούς εποπτείας δυνάμει του άρθρου 121 της Συνθήκης. Τα στοιχεία αυτά υποβάλλονται υπό μορφή «προγράμματος σταθερότητας», στο οποίο παρέχεται μια ουσιαστική βάση για την εξασφάλιση σταθερότητας τιμών και για την επίτευξη ισχυρής βιώσιμης ανάπτυξης, η οποία δημιουργεί απασχόληση (άρθρο 3 παρ. 1). Σύμφωνα με τις ίδιες διατάξεις, τα προγράμματα σταθερότητας υποβάλλονται πριν από την 1η Μαρτίου 1999 και, μετά την ημερομηνία αυτή, αναπροσαρμόζονται κατ’ έτος. Τα αρχικά και τα επικαιροποιημένα προγράμματα δημοσιεύονται επιμελεία των κρατών – μελών (άρθρο 4). Στις ίδιες διατάξεις προβλέπεται, περαιτέρω, ότι το πρόγραμμα σταθερότητας εξετάζεται από το Συμβούλιο εντός τριών μηνών από την υποβολή του, μετά δε από σύσταση της Επιτροπής και διαβούλευση με την Οικονομική και Δημοσιονομική Επιτροπή, το Συμβούλιο εκδίδει γνώμη για το πρόγραμμα. Στην περίπτωση δε που κρίνει ότι οι στόχοι και το περιεχόμενο του προγράμματος πρέπει να συμπληρωθούν, με την, κατά τα ανωτέρω, διατυπωθείσα γνώμη του καλεί το ενδιαφερόμενο κράτος – μέλος να προσαρμόσει το πρόγραμμα του (άρθρο 5 παρ. 2). Το Συμβούλιο, βάσει των εκτιμήσεων της Οικονομικής και Δημοσιονομικής Επιτροπής, εξετάζει, εντός του πλαισίου της εγκαθιδρυομένης από τις Συνθήκες πολυμερούς εποπτείας, το μεσοπρόθεσμο δημοσιονομικό στόχο που έχει τεθεί στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος, καθώς και εάν οι μεν οικονομικές παραδοχές, επί των οποίων βασίζεται το πρόγραμμα, είναι εύλογες, τα δε επιλεγέντα μέτρα προσαρμογής είναι κατάλληλα και επαρκή για την επίτευξη του μεσοπρόθεσμου στόχου στο σύνολο του κύκλου (άρθρο 5 παρ. 1). Στο πλαίσιο της πολυμερούς εποπτείας, το Συμβούλιο παρακολουθεί την εφαρμογή των προγραμμάτων σταθερότητας με βάση τα στοιχεία που γνωστοποιούν τα συμμετέχοντα κράτη – μέλη και τις εκτιμήσεις της Επιτροπής και της Οικονομικής και Δημοσιονομικής Επιτροπής, προκειμένου, ιδίως, να εντοπίσει τις πραγματικές ή αναμενόμενες σημαντικές αποκλίσεις της δημοσιονομικής κατάστασης από το μεσοπρόθεσμο στόχο ή από την πορεία προσαρμογής για την επίτευξή του, όπως καθορίζονται στο υποβληθέν σχετικώς πρόγραμμα σταθερότητας (άρθρο 6 παρ. 1). Σε περίπτωση σημαντικής απόκλισης της, το Συμβούλιο, για να προειδοποιήσει εγκαίρως το κράτος – μέλος, προκειμένου να προληφθεί η εμφάνιση υπερβολικού ελλείμματος, του απευθύνει σύσταση, σύμφωνα με το άρθρο 121 παρ. 4, ώστε να λάβει τα αναγκαία μέτρα προσαρμογής (άρθρο 6 παρ. 2). Εάν η απόκλιση συνεχίζεται ή επιδεινώνεται, το Συμβούλιο απευθύνει σύσταση στο ενδιαφερόμενο κράτος – μέλος να λάβει άμεσα διορθωτικά μέτρα και μπορεί, κατά περίπτωση, να δημοσιοποιήσει τη σύσταση του (άρθρο 6 παρ. 3). Εξάλλου, με τον κανονισμό 1467/1997 επιδιώκεται η αποτροπή του κινδύνου δημιουργίας υπερβολικών δημοσιονομικών ελλειμμάτων και, σε περίπτωση που, τελικώς, ανακύψει τέτοια περίπτωση, η ταχεία διόρθωσή τους. Με τις διατάξεις του κανονισμού αποσαφηνίζεται η έννοια του έκτακτου και προσωρινού χαρακτήρα της υπερβάσεως της τιμής αναφοράς για το έλλειμμα και το δημόσιο χρέος. Κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα στο άρθρο 2 του κανονισμού, έκτακτη θεωρείται η υπέρβαση της τιμής αναφοράς για το δημοσιονομικό έλλειμμα, που οφείλεται σε σοβαρή οικονομική ύφεση ή σε ασυνήθεις περιστάσεις που εκφεύγουν του ελέγχου του συγκεκριμένου κράτους – μέλους και έχουν σημαντική επίπτωση στη δημοσιονομική του κατάσταση, ενώ προσωρινή θεωρείται η υπέρβαση εάν, κατά τις προβλέψεις της Επιτροπής, το έλλειμμα αναμένεται να μειωθεί κάτω από την τιμή αναφοράς ευθύς μόλις εκλείψουν οι ασυνήθεις περιστάσεις ή τερματισθεί η σοβαρή οικονομική ύφεση. Συναφώς ορίζεται ότι, κατά τη λήψη των κατ’ άρθρο 104 της ΣυνθΕΚ αποφάσεων σχετικά με την ύπαρξη υπερβολικού ελλείμματος, η Επιτροπή και το Συμβούλιο έχουν την ευχέρεια να θεωρούν ως έκτακτη την υπέρβαση της τιμής αναφοράς, εφόσον οφείλεται σε σοβαρή οικονομική ύφεση, η οποία είναι απόρροια των αρνητικών ετήσιων ρυθμών αύξησης του Α.Ε.Π. ή της σωρευτικής μείωσης της παραγωγής κατά τη διάρκεια παρατεταμένης περιόδου πολύ χαμηλής ετήσιας μεγέθυνσης του Α.Ε.Π. σε σχέση με τις δυνατότητές του. Με τις ίδιες διατάξεις επιχειρείται, περαιτέρω, η εξειδίκευση των κυρώσεων που, σύμφωνα με τη Συνθήκη, μπορούν να επιβληθούν στο κράτος – μέλος, που δεν λαμβάνει τα μέτρα δημοσιονομικής προσαρμογής, που είναι αναγκαία για την διόρθωση της κατάστασης υπερβολικού ελλείμματος, στην οποία έχει περιέλθει. Κατά τις ειδικότερες προβλέψεις του κανονισμού, αρχικώς επιβάλλεται, ως κύρωση, η υποχρέωση του κράτους – μέλους να καταβάλει προς όφελος της Ένωσης συγκεκριμένο χρηματικό ποσό χωρίς δικαίωμα απόληψης τόκων, εν συνεχεία δε, και μετά από εκτίμηση των μέτρων που ελήφθησαν κατά το ενδιάμεσο χρονικό διάστημα, και πρόστιμο αμιγώς χρηματικού χαρακτήρα, εφόσον το υπερβολικό έλλειμμα δεν έχει διορθωθεί εντός των δύο επόμενων ετών (άρθρα 10 -16).
Εξάλλου, ως προς τον μηχανισμό χρηματοδοτήσεως του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου παρατηρούνται τα εξής :
Μεταξύ των σκοπών του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (International Monetary Fund, Fonds Monétaire International, εφεξής: Ταμείο) περιλαμβάνεται, μεταξύ άλλων, και η χρηματοδοτική στήριξη των μελών του, που αντιμετωπίζουν σοβαρές οικονομικές δυσχέρειες, οι οποίες καθιστούν δυσχερή την πρόσβασή τους στις αγορές κεφαλαίων και πιθανή την παύση των πληρωμών τους και δημιουργούν κινδύνους για τη σταθερότητα του διεθνούς χρηματοοικονομικού συστήματος, η προστασία του οποίου εμπίπτει, επίσης, στους καταστατικούς του σκοπούς. Από τις επιμέρους διατάξεις της Συμφωνίας (ArticlesofAgreementoftheInternationalMonetaryFund), από την οποία διέπεται η λειτουργία του Ταμείου, προκύπτει ότι ο μηχανισμός χρηματοδότησης των μελών του λειτουργεί ως εξής: Η διαδικασία ξεκινάει με την υποβολή αιτήματος χρηματοδότησης εκ μέρους του κράτους – μέλους που αντιμετωπίζει δυσχέρειες ρευστότητας ή πιθανότητα παύσης πληρωμών. Ακολουθεί η ενδελεχής εξέταση της οικονομικής και δημοσιονομικής κατάστασης του αιτούντος κράτους, με την, κατά κανόνα, αποστολή εμπειρογνωμόνων. Μετά την ολοκλήρωση της εξέτασης αυτής, το Ταμείο προβαίνει στη διατύπωση προτάσεων για τις διαρθρωτικές μεταβολές και τα μέτρα δημοσιονομικής εξυγίανσης, που, κατά την εκτίμησή του, είναι αναγκαία για την έξοδο του κράτους από την κρίση και την εξάλειψη των γενεσιουργών της αιτίων. Κατόπιν τούτων, και εφόσον το αιτούν κράτος εκφράζει με επιστολή του (letterofintent) την πρόθεσή του να υιοθετήσει τις προτεινόμενες πολιτικές και να εφαρμόσει τα αναγκαία για την υλοποίησή τους μέτρα (τα οποία μπορούν να λάβουν τη μορφή συγκροτημένου οικονομικού προγράμματος), το εκτελεστικό συμβούλιο του Ταμείου (ExecutiveBoard) εγκρίνει το αίτημα χρηματοδοτικής στήριξης. Με την εγκριτική αυτή απόφαση, καθορίζονται, περαιτέρω, οι όροι, υπό τους οποίους παρέχεται η χρηματοδοτική στήριξη (conditionality), οι οποίοι, κατά κανόνα, ταυτίζονται με τις πολιτικές και τα μέτρα που δεσμεύθηκε να υλοποιήσει το προσφεύγον στο μηχανισμό κράτος. Με την ίδια απόφαση εγκρίνεται ένας διακανονισμός χρηματοδότησης άμεσης ετοιμότητας (Stand – ΒyArrangement), μέσω του οποίου τίθενται στη διάθεση του αιτούντος κράτους επαρκή χρηματικά ποσά για την υλοποίηση του προγράμματός του, τα οποία προέρχονται από το κεφάλαιο του Ταμείου που σχηματίζεται από τις εισφορές των μελών του. Η εκταμίευση των κεφαλαίων αυτών γίνεται σταδιακά και, κατά κανόνα, ανά τρίμηνο, επί τη βάσει εκ των προτέρων καθορισθέντων κριτηρίων απόδοσης, με τα οποία επιδιώκεται η παρακολούθηση της προόδου υλοποιήσεως του υπό χρηματοδότηση οικονομικού προγράμματος και η υποβολή συστάσεων για την πραγματοποίηση νέων διαρθρωτικών αλλαγών ή τη λήψη επιπρόσθετων μέτρων δημοσιονομικής προσαρμογής. Εκ των ανωτέρω συνάγεται ότι ο εγκριθείς διακανονισμός χρηματοδότησης άμεσης ετοιμότητας, ο οποίος μαζί με την υποβληθείσα επιστολή προθέσεων του αιτούντος κράτους συνιστούν τη «συμφωνία δανεισμού»[4], αποτελεί μία ειδικότερη μορφή διακρατικής συμφωνίας, της οποίας η χρήση είναι συνήθης στο πεδίο της ρυθμίσεως των οικονομικών σχέσεων των κρατών και των διεθνών χρηματοπιστωτικών οργανισμών υπό την ονομασία «arrangement». Σε κάθε περίπτωση, ο διακανονισμός αυτός δεν αποτελεί διεθνή συνθήκη, κατά την έννοια της Συμβάσεως της Βιέννης, δεδομένου ότι το ίδιο το Ταμείο δεν επιθυμεί να του προσδώσει νομική δεσμευτικότητα. Ο διακανονισμός αποτελεί ένα χρηματοδοτικό εργαλείο, που εντάσσεται στο πλαίσιο της εννόμου τάξεως του Ταμείου, που αφορά, δηλαδή, τις εσωτερικές σχέσεις του διεθνούς αυτού οργανισμού με τα μέλη του.
Από τα στοιχεία του φακέλου προκύπτουν τα εξής:
Στις 10 Μαρτίου 2009, το Συμβούλιο εξέδωσε, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 5 παρ. 3 του Κανονισμού 1466/97, γνώμη επί του επικαιροποιημένου προγράμματος σταθερότητας, που είχε υποβάλει η Ελλάδα για την περίοδο 2008 – 2011 (2009/C 64/02). Κατά την εκτίμηση του Συμβουλίου, υφίσταντο σοβαροί κίνδυνοι δυσμενούς εξελίξεως των δημοσιονομικών δεικτών λόγω των αποκλίσεων που θα μπορούσαν να παρουσιασθούν κατά την εφαρμογή του αναθεωρημένου δημοσιονομικού στόχου για το 2009. Οι κίνδυνοι αυτοί αποδίδονταν αφενός μεν στις κατ’ επανάληψη υπερβάσεις των δημοσίων δαπανών και στη διαχρονική αδυναμία επιτεύξεως των στόχων για τα έσοδα, αφετέρου δε στο γεγονός ότι το μακροοικονομικό σενάριο, επί του οποίου βασιζόταν το πρόγραμμα σταθερότητας, στηριζόταν σε ευνοϊκές αναπτυξιακές παραδοχές. Κατά την κρίση του Συμβουλίου, με το πρόγραμμα επιδιωκόταν μεν η μείωση του δημοσιονομικού ελλείμματος σε μεσοπρόθεσμη βάση, δεν αντιμετωπιζόταν, ωστόσο, ειδικώς το πρόβλημα της έγκαιρης και αποτελεσματικής διόρθωσης των διαρθρωτικών ανισορροπιών της ελληνικής οικονομίας, ούτε ανακοπτόταν η ανοδική πορεία του δημοσίου χρέους. Το πρόγραμμα εξυγίανσης στηριζόταν, κυρίως, στην καταπολέμηση της φοροδιαφυγής, η οποία εν μέρει μόνον επιδιωκόταν με μεταρρυθμίσεις του φορολογικού μηχανισμού, ενώ οι προβλεπόμενες περικοπές των δαπανών αντισταθμίζονταν από αυξήσεις του ύψους των μισθών και των κοινωνικών μεταβιβάσεων. Στη γνώμη αναφερόταν συναφώς ότι η ενίσχυση της δημοσιονομικής εξυγίανσης, μέσω της λήψης μόνιμων μέτρων για τον έλεγχο των πρωτογενών δαπανών, περιλαμβανομένων των αποδοχών των υπαλλήλων του δημοσίου, είχε καθοριστική σημασία για την επίτευξη υγιών και βιώσιμων δημόσιων οικονομικών στην Ελλάδα, καθώς και ότι η προβλεπόμενη από το πρόγραμμα προσπάθεια δημοσιονομικής προσαρμογής εν μέρει μόνον στηριζόταν σε διαρθρωτικές πολιτικές για τη βελτίωση της ποιότητας των δημοσίων οικονομικών, γεγονός που είχε ως επίπτωση την απώλεια της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας και τη διεύρυνση των εξωτερικών ανισορροπιών. Ενόψει των διαπιστώσεων αυτών, οι ελληνικές αρχές εκλήθησαν να ενισχύσουν σημαντικά την προσπάθεια δημοσιονομικής εξυγίανσης της χώρας με τη λήψη συγκεκριμένων μόνιμου χαρακτήρα μέτρων για τον περιορισμό των τρεχουσών δαπανών ήδη από το 2009 (περιλαμβανομένης και της εφαρμογής μιας συνετούς μισθολογικής πολιτικής στο δημόσιο τομέα). Παραλλήλως, η ελληνική κυβέρνηση εκλήθη να προβεί σε μεταρρυθμίσεις για την ανάκτηση της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας και την αντιμετώπιση των υφιστάμενων εξωτερικών ανισορροπιών, την αποτελεσματικότερη λειτουργία του φορολογικού μηχανισμού και την αναμόρφωση του συνταξιοδοτικού συστήματος και του συστήματος ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης, τομέων κρίσιμων για τη βιωσιμότητα των δημοσίων οικονομικών της χώρας. Δεδομένου ότι το ανωτέρω πρόγραμμα σταθερότητας δεν προέβλεπε μείωση του ελλείμματος της γενικής κυβέρνησης σε ποσοστό κατώτερο της τιμής αναφοράς για την τριετία 2008 – 2010, η Επιτροπή απηύθυνε στις 24 Μαρτίου 2009 σύσταση προς το Συμβούλιο (SEC(2009 564 final) για την έκδοση αποφάσεως περί υπάρξεως υπερβολικού ελλείμματος στην Ελλάδα με βάση το άρθρο 104 παρ. 6 ΣυνθΕΚ. Βάσει της συστάσεως αυτής και κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 104 παρ. 7 της ΣυνθΕΚ, το Συμβούλιο απηύθυνε, εν συνεχεία, στις 6 Απριλίου 2009 σύσταση προς την Ελλάδα (7900/09) για τον τερματισμό του υπερβολικού της ελλείμματος και την υιοθέτηση αποτελεσματικών μέτρων μέχρι την 24/10/2009, προκειμένου να τερματισθεί το έλλειμμα. Στις 27 Απριλίου 2009, το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης εξέδωσε, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 104 παρ. 6 της ΣυνθΕΚ, την 2009/415/ΕΚ απόφασή του, με την οποία διαπιστώθηκε ότι στην Ελλάδα υφίσταται υπερβολικό έλλειμμα. Σύμφωνα με την απόφαση αυτή, το έλλειμμα του ευρύτερου δημόσιου τομέα αναμενόταν, βάσει των προβλέψεων της Επιτροπής του Ιανουαρίου του 2009, να υπερβεί το 3,6% του Α.Ε.Π. για το 2008 και να διαμορφωθεί στο 4,4% του Α.Ε.Π. για το 2009 και σε 4,2% του Α.Ε.Π. για το 2010, γεγονός που θα είχε ως συνέπεια την επί τετραετία αποτυχία πληρώσεως των σχετικών κριτηρίων της Συνθήκης. Η απόκλιση αυτή, η οποία υπερέβαινε σημαντικά την τιμή αναφοράς του 3% του Α.Ε.Π., δεν είχε, κατά την έννοια των άρθρων 2 παρ. 4 του Κανονισμού (ΕΚ) 1467/97 και 104 παρ. 6 της Συνθήκης, προσωρινό χαρακτήρα και, ως εκ τούτου, δεν μπορούσε να θεωρηθεί δικαιολογημένη. Στις 2 Ιουλίου 2009, η Επιτροπή απέστειλε προς το Συμβούλιο Υπουργών Οικονομικών των κρατών – μελών της ευρωζώνης (Eurogroup) έγγραφη γνωστοποίηση για τα μέτρα που είχε ανακοινώσει η ελληνική κυβέρνηση την 25η Ιουνίου του ίδιου έτους για τη μείωση του ελλείμματος και του δημοσίου χρέους της χώρας (ECFIN/FE//D(2009)/ARES/154115/2.7.2009). Η προελθούσα από τις βουλευτικές εκλογές της 4ης Οκτωβρίου 2009 κυβέρνηση γνωστοποίησε στις 21 Οκτωβρίου του ίδιου έτους ότι για το έτος 2009 το έλλειμμα της γενικής κυβέρνησης θα διαμορφωνόταν, τελικώς, στο 12,5% του Α.Ε.Π.. Κατά το διάστημα Οκτωβρίου – Δεκεμβρίου 2009, οι διεθνείς οίκοι αξιολόγησης προέβησαν σε συνεχείς υποβαθμίσεις της πιστοληπτικής ικανότητας της Ελλάδας. Στις 23 Δεκεμβρίου 2009 κυρώθηκε από την Βουλή ο προϋπολογισμός του έτους 2010 με το ν. 3813/2009 (Α΄ 236). Στον προϋπολογισμό προβλεπόταν μείωση του Α.Ε.Π. κατά 0,3%, και μείωση του ελλείμματος της γενικής κυβέρνησης από το 12,7% του Α.Ε.Π. στο 9,4%, στόχος, ο οποίος θα επιτυγχανόταν με την εξοικονόμηση 3,2 δισεκατομμυρίων ευρώ από τη μείωση των δημοσίων δαπανών και την εξεύρεση 4,5 δισεκατομμυρίων ευρώ από την αύξηση των κρατικών εσόδων. Κατά τις ειδικότερες προβλέψεις του προϋπολογισμού, το μεγαλύτερο μέρος των δημοσίων εσόδων, ήτοι 3,7 δισεκατομμύρια ευρώ, θα προερχόταν από την αύξηση των φορολογικών εσόδων, ενώ περιστολή των δημοσίων δαπανών θα επιτυγχανόταν μέσω της μειώσεως των καταναλωτικών δαπανών του Δημοσίου και των δαπανών των νοσοκομείων, του περιορισμού των εξοπλιστικών προγραμμάτων και των αμυντικών εν γένει δαπανών και της περικοπής των επιχορηγήσεων διαφόρων δημοσίων φορέων και οργανισμών. Στις 14 Ιανουαρίου 2010 η ελληνική κυβέρνηση παρουσίασε το επικαιροποιημένο πρόγραμμα σταθερότητας και ανάπτυξης 2009-2013. Στόχοι του προγράμματος είναι αφενός μεν η προσαρμογή των δημοσίων οικονομικών μέσω της εφαρμογής αποτελεσματικών δημοσιονομικών και διαρθρωτικών πολιτικών που θα συμβάλλουν στη μείωση του ελλείμματος της γενικής κυβέρνησης και του δημοσίου χρέους, αφετέρου δε η διασφάλιση συνθηκών οικονομικής ανάπτυξης, ιδίως μέσω της αντιμετώπισης των χρόνιων διαρθρωτικών αδυναμιών της ελληνικής οικονομίας. Στο πρόγραμμα επισημαίνεται ότι οι επανειλημμένες αναθεωρήσεις του ελλείμματος, σε συνδυασμό με τις αποτυχημένες προσπάθειες δημοσιονομικής προσαρμογής των προηγούμενων ετών, κατέστησαν εξαιρετικά δυσχερή τη συνέχιση της χρηματοδότησης των δημοσιονομικών ελλειμμάτων και του δημοσίου χρέους της Ελλάδας από τις διεθνείς αγορές κεφαλαίων. Σύμφωνα με το πρόγραμμα, η ανάγκη άμεσης αντιμετώπισης του προβλήματος δανειακής ρευστότητας της χώρας επιβάλλει την ταχεία προώθηση μέτρων δημοσιονομικής προσαρμογής, μέσω των οποίων θα επιτευχθεί σημαντική περιστολή των δημοσίων δαπανών και αύξηση των δημοσίων εσόδων. Η επιχειρούμενη, ωστόσο, δημοσιονομική προσαρμογή καθίσταται, κατά την εκτίμηση των ελληνικών αρχών, ιδιαιτέρως δυσχερής λόγω αφενός μεν του υψηλού ελλείμματος του 2009, το οποίο, κατά το χρόνο αυτό, εκτιμάτο ότι θα διαμορφωνόταν τελικώς στο 12,7% του Α.Ε.Π., αφετέρου δε των αρνητικών ρυθμών ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας και της δυσμενούς οικονομικής συγκυρίας. Εξάλλου, οι δαπάνες της γενικής κυβέρνησης εκτιμάται ότι θα ανέλθουν το 2010 στο 50,6% του Α.Ε.Π., μειωμένες κατά 0,74% του Α.Ε.Π. σε σχέση με το 2009. Ειδικότερα, οι μεν δαπάνες για μισθούς και συντάξεις, μετά από μια αύξηση της τάξεως του 11,5% για το 2009, πρόκειται να αυξηθούν κατά 0,8% το 2010, στόχος, ο οποίος επιδιώκεται, κυρίως, με την αναστολή των προσλήψεων στο δημόσιο τομέα, τη μη ανανέωση του ενός τρίτου των συμβάσεων ορισμένου χρόνου του απασχολούμενου δυνάμει σχέσεως ιδιωτικού δικαίου προσωπικού του δημοσίου, την εφαρμογή περιοριστικής εισοδηματικής πολιτικής και τη μείωση κατά 10% του κονδυλίου για επιδόματα. Εντός του ίδιου πλαισίου εντάσσεται και η κατάργηση της αυτοτελούς φορολόγησης διαφόρων επιδομάτων των υπαλλήλων και του εν γένει προσωπικού του δημοσίου τομέα. Συναφώς, οι δαπάνες κοινωνικής ασφάλισης, οι οποίες είχαν αυξηθεί κατά 28% το 2009, αναμένεται να μειωθούν κατά 9,7% το 2010, κυρίως, λόγω της σημαντικής μείωσης των δαπανών για παροχή υπηρεσιών υγείας. Πέραν τούτων, με το πρόγραμμα προβλέπεται ότι η προσπάθεια δημοσιονομικής προσαρμογής δεν θα περιορισθεί εντός του 2010, αλλά θα έχει τριετή χρονικό ορίζοντα. Επί του προγράμματος αυτού, το Συμβούλιο εξέφρασε στις 16 Φεβρουαρίου 2010 γνώμη βάσει του άρθρου 5 παρ. 3 του Κανονισμού 1466/97 (6560/10). Κατά την εκτίμηση του Συμβουλίου, το υποβληθέν από τις ελληνικές αρχές πρόγραμμα σταθερότητας είναι αρκούντως φιλόδοξο, δεδομένου του εύρους της προσπάθειας εξυγίανσης που έχει προγραμματισθεί κατά την καλυπτόμενη προγραμματική περίοδο. Σύμφωνα με τις ειδικότερες εκτιμήσεις του Συμβουλίου, οι αρνητικοί ρυθμοί ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας κατά το 2009 προκάλεσαν σημαντική επιδείνωση των δημοσίων οικονομικών, δεδομένου, μάλιστα, ότι η εξασθένηση της κατανάλωσης, σε συνδυασμό με τις αδυναμίες του φορολογικού μηχανισμού και το γεγονός ότι τα έσοδα του δημοσίου εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από την έμμεση φορολογία, οδήγησαν ταχέως σε χαμηλότερες των προβλεπομένων φορολογικές εισπράξεις και, κατ’ επέκταση, σε σημαντικές υστερήσεις εσόδων. Από την άλλη, σημαντικές υπήρξαν οι υπερβάσεις των δαπανών, ιδίως, στους τομείς της υγείας και της μισθοδοσίας του προσωπικού του δημοσίου. Τα γεγονότα αυτά, εν συνδυασμώ προς τη συνεχή αύξηση του δημοσίου χρέους, επιβάλλουν την άμεση λήψη μέτρων μόνιμου χαρακτήρα για τον περιορισμό των δημοσίων ελλειμμάτων και του δημοσίου χρέους, την επίσπευση των σχεδιαζόμενων μεταρρυθμίσεων του κοινωνικοασφαλιστικού και του φορολογικού συστήματος, τον επανασχεδιασμό της διαδικασίας εκπόνησης και παρακολούθησης της εκτέλεσης του προϋπολογισμού και την αναδιοργάνωση του μηχανισμού συλλογής και επεξεργασίας των στατιστικών στοιχείων. Το Συμβούλιο επισημαίνει ότι ενδεχόμενες καθυστερήσεις στην αυστηρή εφαρμογή των προτεινόμενων μέτρων εξακολουθούν να αποτελούν πηγή κινδύνου και ότι τα δημόσια οικονομικά της Ελλάδας διατρέχουν υψηλό κίνδυνο όσον αφορά τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητά τους, ενόψει της προβλεπόμενης αύξησης των δημόσιων δαπανών λόγω της γήρανσης του πληθυσμού. Προηγουμένως και, συγκεκριμένα, στις 19 Ιανουαρίου 2010, το Συμβούλιο είχε εκδώσει, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 126 παρ. 8 της ΣΛΕΕ, την 2010/291/ΕΕ απόφασή του, με την οποία διαπίστωσε ότι η Ελλάδα δεν είχε αναλάβει αποτελεσματική δράση σε εφαρμογή της σύστασης του Συμβουλίου της 27ης Απριλίου 2009 εντός της ταχθείσης προς τούτο προθεσμίας. Στην απόφαση επισημαίνεται ότι κατά την εκτέλεση του προϋπολογισμού του 2009 παρατηρήθηκαν αφενός μεν μεγάλες υπερβάσεις δαπανών, οι περισσότερες εκ των οποίων οφείλονταν στη χορήγηση μισθολογικών αυξήσεων μεγαλύτερων των προϋπολογισθέντων και στην αύξηση των δαπανών κεφαλαίου, αφετέρου δε στη μεγάλη υστέρηση των εσόδων, η οποία αποδίδεται στις εγγενείς αδυναμίες του μηχανισμού είσπραξης των φόρων και στην έλλειψη φορολογικής συνείδησης. Συναφώς παρατηρείται ότι τα πρόσθετα μέτρα, που οι ελληνικές αρχές είχαν ανακοινώσει στα τέλη Ιουνίου 2009 για τη μείωση του ελλείμματος είχαν προσωρινό, κατά κύριο λόγο, χαρακτήρα και, ως εκ τούτου, δεν ευρίσκονταν εντός των κατευθύνσεων του Συμβουλίου περί ενισχύσεως της δημοσιονομικής προσαρμογής με την εφαρμογή μόνιμων και όχι έκτακτων μέτρων περιστολής των δημοσίων δαπανών. Στις 11 Φεβρουαρίου 2010 το Συμβούλιο εξέτασε τη δημοσιονομική κατάσταση της Ελλάδας και την κάλεσε να εφαρμόσει με αυστηρότητα και αποφασιστικότητα τα μέτρα που είχε ήδη λάβει για τη μείωση του δημοσιονομικού ελλείμματος κατά 4 εκατοστιαίες μονάδες του Α.Ε.Π. εντός του 2010. Ακολούθησε η από 16 Φεβρουαρίου 2010 σύσταση του Συμβουλίου (2010/190/ΕΕ), με την οποία η Ελλάδα εκλήθη να λάβει μέτρα για τον τερματισμό της ασυμφωνίας των γενικών προσανατολισμών της οικονομικής πολιτικής των ελληνικών αρχών προς τους γενικούς στόχους της οικονομικής και νομισματικής ένωσης και την εξάλειψη των κινδύνων υπονόμευσης της εύρυθμης λειτουργίας της. Την ίδια ημέρα το Συμβούλιο εξέδωσε και την 2010/182/ΕΕ απόφασή του, με την οποία απηύθυνε, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 126 παρ. 9 της ΣυνθΕΕ, ειδοποίηση προς την Ελλάδα για τη λήψη μέτρων για τη μείωση του ελλείμματος της γενικής κυβέρνησης. Σύμφωνα με την απόφαση, η Ελλάδα πρέπει να τερματίσει την κατάσταση υπερβολικού ελλείμματος το ταχύτερο δυνατόν και, πάντως, έως το τέλος του 2012, ενώ ως καταληκτική ημερομηνία για την ανάληψη της σχετικής δράσης ορίζεται η 15η Μαΐου 2010. Ενόψει, πάντως, και των εκτιμώμενων αρνητικών ρυθμών ανάπτυξης, ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται στην αυστηρή εκτέλεση του προϋπολογισμού του 2010, η οποία κρίνεται επιβεβλημένη, προκειμένου να μειωθούν τα ελλείμματα του δημόσιου τομέα έως το 2012 σε ποσοστό κατώτερο της τιμής αναφοράς του 3% του Α.Ε.Π. Με το άρθρο 2 της αποφάσεως προβλέπεται ότι, προκειμένου να επιτευχθεί η δημοσιονομική προσαρμογή και να τερματισθεί η κατάσταση υπερβολικού ελλείμματος, οι ελληνικές αρχές πρέπει να εφαρμόσουν ορισμένα μέτρα δημοσιονομικής εξυγίανσης, στα οποία περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, μείωση του μισθολογικού κόστους, μέσω της διατήρησης σταθερών των ονομαστικών μισθών των υπαλλήλων της κεντρικής κυβέρνησης, της τοπικής αυτοδιοίκησης, των οργανισμών του δημοσίου και των λοιπών δημόσιων φορέων, μείωση του αριθμού του απασχολούμενου στον ευρύτερο δημόσιο τομέα προσωπικού, περικοπή των ειδικών επιδομάτων που καταβάλλονται στους δημοσίους υπαλλήλους, ονομαστικές περικοπές των μεταβιβάσεων που καταβάλλονται στο πλαίσιο του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης, συμπεριλαμβανομένων των μέτρων περιορισμού της τιμαριθμικής αναπροσαρμογής των επιδομάτων και των συναφών δικαιωμάτων, αύξηση των εσόδων μέσω της εφαρμογής ενιαίας κλίμακας προοδευτικής φορολόγησης για όλες τις πηγές εισοδήματος και οριζόντια ενοποιημένη μεταχείριση για τα εισοδήματα από την εργασία και το κεφάλαιο, κατάργηση όλων των απαλλαγών και των περιπτώσεων αυτοτελούς φορολόγησης, καθιέρωση φορολόγησης βάσει τεκμηρίων για τους αυτοαπασχολούμενους, αύξηση ειδικών φόρων κατανάλωσης. Με το άρθρο 4 της ίδιας αποφάσεως, προβλέπεται ότι οι ελληνικές αρχές υποχρεούνται μέχρι τις 16 Μαρτίου 2010 να υποβάλουν στο Συμβούλιο και την Επιτροπή έκθεση, στην οποία να προσδιορίζεται το χρονοδιάγραμμα εφαρμογής των μέτρων που πρέπει να ληφθούν εντός του 2010. Αντίστοιχη υποχρέωση προβλέπεται και για τα λοιπά μέτρα πολιτικής που πρέπει να λάβουν οι ελληνικές αρχές, για τα οποία προβλέπεται η υποβολή εκθέσεως έως τις 15 Μαΐου 2010 και, εν συνεχεία, η τακτική ανά τρίμηνο υποβολή εκθέσεων, οι οποίες περιλαμβάνουν τα ρητώς μνημονευόμενα στην απόφαση στοιχεία. Βάσει των εκθέσεων αυτών, η Επιτροπή και το Συμβούλιο θα αξιολογούν το βαθμό συμμορφώσεως της Ελλάδας προς την απόφαση, διατηρουμένης, παραλλήλως, της ευχέρειας της τελευταίας να υποδείξει συγκεκριμένα μέτρα, η λήψη των οποίων κρίνεται, κατά περίπτωση, απαραίτητη για την επίτευξη της προγραμματισμένης δημοσιονομικής προσαρμογής. Σύμφωνα με την απόφαση, μετά τη διόρθωση του υπερβολικού ελλείμματος, οι ελληνικές αρχές θα πρέπει να λάβουν επιπρόσθετα μέτρα για της διασφάλιση της κατά το δυνατόν ταχύτερης επίτευξης του μεσοπρόθεσμου στόχου για διαρθρωτικώς ισοσκελισμένο προϋπολογισμό. Προς το σκοπό αυτό, οι ελληνικές αρχές θα πρέπει να εφαρμόσουν μόνιμα μέτρα για τον έλεγχο των τρεχουσών πρωτογενών δαπανών, συμπεριλαμβανομένης, ιδίως, της συγκρατήσεως του μισθολογικού κόστους, των κοινωνικών μεταβιβάσεων και των επιχορηγήσεων προς δημόσιους οργανισμούς. Λαμβανομένου υπόψη του αυξανόμενου επιπέδου του χρέους και της αναμενόμενης αύξησης των δαπανών λόγω γήρανσης του πληθυσμού, οι ελληνικές αρχές θα πρέπει, τέλος, να εξακολουθήσουν να λαμβάνουν μέτρα για τη διατήρηση της μακροπρόθεσμης βιωσιμότητας των δημόσιων οικονομικών.
Στις 15 Μαρτίου 2010 ψηφίσθηκε ο προαναφερθείς ν. 3833/2010. Με το νόμο αυτό ελήφθησαν μέτρα δημοσιονομικής εξυγίανσης ύψους 4,8 δισεκατομμυρίων ευρώ ή 2% του Α.Ε.Π., τα οποία κατέστησαν αναγκαία εκ της δεινής θέσεως των δημοσίων οικονομικών της χώρας και, ιδίως, του υψηλού ελλείμματος και του υπέρογκου δημοσίου χρέους της και της εξ αυτών προκληθείσης χρηματοπιστωτικής κρίσεως, η οποία δυσχέρανε τη δυνατότητα προσφυγής της Ελλάδας στις διεθνείς αγορές χρήματος. Ειδικότερα, με τον ανωτέρω νόμο, εκτός των περικοπών στις αποδοχές των υπηρετούντων στον στενό και ευρύτερο δημόσιο τομέα, θεσπίσθηκε αύξηση του φόρου προστιθέμενης αξίας και των ειδικών φόρων κατανάλωσης, καθώς φόρος πολυτελείας, και επιβλήθηκε έκτακτη εισφορά σε φορολογούμενους με εισόδημα άνω των 100.000 ευρώ το 2009.
Με την από 25 Μαρτίου 2010δήλωσή τους, οι Αρχηγοί των Κρατών και Κυβερνήσεων της Ευρωζώνης, αφού επιβεβαίωσαν την προσήλωση των κρατών τους στην εφαρμογή πολιτικών, που αποβλέπουν στην αποκατάσταση ισχυρής, βιώσιμης και σταθερής ανάπτυξης με στόχο την αύξηση των θέσεων εργασίας και την ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής, καθώς και την προώθηση του συντονισμού των οικονομικών πολιτικών στην Ευρώπη, επιβεβαίωσαν εκ νέου την πλήρη υποστήριξή τους στις προσπάθειες της ελληνικής κυβέρνησης για τη μείωση του υπερβολικού δημοσιονομικού ελλείμματος της χώρας. Με την ίδια δήλωση αναγνωρίσθηκε, περαιτέρω, ότι οι ελληνικές αρχές έλαβαν φιλόδοξα και αποφασιστικά μέτρα, τα οποία αναμένεται να επιτρέψουν στην Ελλάδα να ανακτήσει την πλήρη εμπιστοσύνη των αγορών. Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στα συμπληρωματικά μέτρα, που είχαν ήδη θεσπισθεί με το ν. 3833/2010, και τα οποία, κατά την εκτίμηση των εκπροσώπων των κρατών – μελών της ευρωζώνης, αρκούν για να διασφαλίσουν τους δημοσιονομικούς στόχους του 2010. Με την ίδια δήλωση τα κράτη – μέλη της ζώνης του ευρώ επιβεβαίωσαν την ετοιμότητά τους να αναλάβουν αποφασιστική και συντονισμένη δράση, εφόσον χρειασθεί, για να διασφαλίσουν τη δημοσιονομική σταθερότητα της ευρωζώνης στο σύνολό της και, ειδικότερα, να προβούν σε συντονισμένο διμερή δανεισμό, στο πλαίσιο ενός μηχανισμού, ο οποίος περιλαμβάνει ουσιαστική χρηματοδότηση του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και πλειοψηφική ευρωπαϊκή χρηματοδότηση. Επισημάνθηκε, όμως, ότι η ενεργοποίηση του μηχανισμού αυτού, ο οποίος συμπληρώνει τη χρηματοδότηση του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, πρέπει να θεωρείται ως έσχατη λύση, η οποία χωρεί στην περίπτωση που δεν μπορεί να εξασφαλισθεί επαρκής χρηματοδότηση από τις αγορές. Εντός του πλαισίου αυτού, οι σχετικές εκταμιεύσεις θα αποφασίζονται μετά από ομόφωνη απόφαση των κρατών – μελών της ευρωζώνης, επί τη βάσει αυστηρών προϋποθέσεων και μετά από προηγούμενη αξιολόγηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Οι αποφάσεις που θα λαμβάνονται δυνάμει του μηχανισμού αυτού θα πρέπει να εναρμονίζονται πλήρως με τις διατάξεις της Συνθήκης και των επιμέρους εθνικών νομοθεσιών. Κατά την εκτίμηση των κρατών – μελών, η ελληνική δημοσιονομική κρίση ανέδειξε την ανάγκη ενισχύσεως και συμπληρώσεως του υφιστάμενου πλαισίου για την εξασφάλιση της διατηρήσεως πειθαρχίας στην ευρωζώνη και για την ενίσχυση της αποτελεσματικότητας των παρεμβάσεων που αναλαμβάνονται σε εξαιρετικές και έκτακτες περιπτώσεις. Στην συνέχεια, οι Υπουργοί Οικονομικών των κρατών – μελών της ζώνης του ευρώ (Eurogroup) προέβησαν στις 11 Απριλίου 2010 σε νέα δήλωση, με την οποία επιχείρησαν να καθορίσουν τους όρους της χρηματοδοτικής στήριξης, η οποία θα παρεχόταν στην Ελλάδα, όποτε παρίστατο ανάγκη, προκειμένου να διαφυλαχθεί η χρηματοοικονομική σταθερότητα της Ευρωζώνης, ως συνόλου. Σύμφωνα με τη δήλωση, τα κράτη – μέλη της ζώνης του ευρώ είναι έτοιμα να παράσχουν χρηματοδότηση στην Ελλάδα μέσω διμερών δανείων με κεντρική οργάνωση από την Επιτροπή, εντεταγμένων στο πλαίσιο ενός πακέτου δανεισμού, που περιλαμβάνει και ουσιώδη χρηματοδότηση του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου. Η ενεργοποίηση του μηχανισμού θα αποφασισθεί ομοφώνως από τα κράτη – μέλη της Ευρωζώνης, οι επιμέρους, ωστόσο, εκταμιεύσεις θα λάβουν χώρα μετά από απόφαση ενός εκάστου των συμμετεχόντων κρατών, η οποία θα ληφθεί βάσει των εσωτερικών τους κανόνων. Παραλλήλως, η Επιτροπή, συνεπικουρούμενη από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, θα συνεργασθεί με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και τις ελληνικές αρχές για την εκπόνηση ενός κοινού προγράμματος βάσει των κατευθύνσεων που περιλαμβάνονται στις συστάσεις του Φεβρουαρίου του 2010. Κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα στη δήλωση, τα ογδόντα από τα εκατόν δέκα δισεκατομμύρια ευρώ, που πρόκειται να διατεθούν στην Ελλάδα, προέρχονται από τα κράτη – μέλη της Ευρωζώνης, τα οποία κατά τον πρώτο χρόνο λειτουργίας του μηχανισμού αναλαμβάνουν την υποχρέωση να συνεισφέρουν τριάντα δισεκατομμύρια ευρώ, προκειμένου να καλυφθούν οι χρηματοδοτικές ανάγκες του προγράμματος, το οποίο, κατά τα ανωτέρω, θα σχεδιασθεί από κοινού από τις αρχές της Ενώσεως και ελληνικές αρχές και θα συγχρηματοδοτηθεί και από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Το πρόγραμμα αυτό θα καλύπτει μία προγραμματική περίοδο τριών ετών, η δε χρηματοδοτική στήριξη για τα επόμενα, πλην του πρώτου, έτη θα γίνεται βάσει των όρων της συναφθείσης για το κοινό πρόγραμμα συμφωνίας.
Τα μέτρα που ελήφθησαν από τις ελληνικές αρχές και η δημιουργία του μηχανισμού στήριξης της ελληνικής οικονομίας δεν ανέστρεψαν το δυσμενές κλίμα που είχε διαμορφωθεί στις διεθνείς αγορές χρήματος σε βάρος της Ελλάδας. Τον Απρίλιο υποβαθμίσθηκε περαιτέρω από διεθνείς επενδυτικούς οίκους η πιστοληπτική ικανότητα της χώρας. Της υποβαθμίσεως αυτής είχε προηγηθεί προσπάθεια δανεισμού με την έκδοση ομολόγων επταετούς διάρκειας, τα οποία διατέθηκαν, τελικώς, στις 5 Απριλίου με επιτόκιο 6% και καλύφθηκαν μόλις 1,2 φορές έναντι πενταπλάσιας κάλυψης τον Ιανουάριο και τριπλάσιας το Μάρτιο του ίδιου έτους, γεγονός που, κατά την εκτίμηση των ελληνικών αρχών, αντανακλούσε την ανησυχία των αγορών για τη δυνατότητα της Ελλάδας να εκπληρώσει τις δανειακές της υποχρεώσεις. Στα τέλη Απριλίου, το κόστος δανεισμού της χώρας είχε εκτοξευθεί σε απαγορευτικά επίπεδα και, συγκεκριμένα, το επιτόκιο για μεν τα διετή ομόλογα είχε διαμορφωθεί στο 18%, για τα πενταετή στο 14,6% και για τα δεκαετή στο 12,5%. Αντίστοιχη ήταν και η πορεία των ασφαλίστρων πιστωτικού κινδύνου (CDS). Εξαιτίας των δυσμενών αυτών εξελίξεων, είχε καταστεί αδύνατη η υλοποίηση του δανειακού προγράμματος της Ελλάδας μέσω της συνήθους διαδικασίας εκδόσεως ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου και διαθέσεώς τους στις διεθνείς αγορές ομολόγων, με αποτέλεσμα να καθίσταται επιτακτική η προσφυγή σε άλλες πηγές χρηματοδότησης προς το σκοπό της εξασφαλίσεως ευνοϊκότερων όρων δανεισμού για διάστημα μείζον των δύο ετών. Στις 22 Απριλίου 2010, η Eurostat ανακοίνωσε ότι το έλλειμμα του 2009 υπερέβη το 13,6% του Α.Ε.Π., ενώ το μεν χρέος της κεντρικής κυβέρνησης για το 2009 υπερέβη το 120% του Α.Ε.Π., ανερχόμενο σε 300, περίπου, δισεκατομμύρια ευρώ, το δε χρέος της γενικής κυβέρνησης διαμορφώθηκε στο 113% του Α.Ε.Π.. Ενόψει των εξελίξεων αυτών και της αδυναμίας αναχρηματοδότησης του χρέους από τις διεθνείς αγορές, η ελληνική κυβέρνηση υπέβαλε στις 23 Απριλίου 2010αίτηση για την ενεργοποίηση του μηχανισμού στήριξης (βλ. την από 23.4.2010 επιστολή του Υπουργού Οικονομικών προς τον Πρόεδρο του Eurogroup). Με την επιστολή αυτή ζητήθηκε η παροχή οικονομικής βοήθειας από τα κράτη – μέλη της ευρωζώνης, συνολικού ύψους ογδόντα δισεκατομμυρίων ευρώ, προκειμένου να χρηματοδοτηθεί το πολυετές οικονομικό πρόγραμμα της ελληνικής κυβερνήσεως, η πιστή τήρηση του οποίου θα παρακολουθείται στενά και θα αξιολογείται συστηματικά βάσει των κριτηρίων αναφοράς και των λοιπών κριτηρίων αξιολόγησης που προβλέπονται στα επισυναπτόμενα στην επιστολή μνημόνια. Με την επιστολή δηλώνεται, περαιτέρω, η δέσμευση της ελληνικής κυβέρνησης να τηρήσει απαρέγκλιτα τις περιλαμβανόμενες στο πρόγραμμα πολιτικές, καθώς και να εφαρμόσει πιστά τα μέτρα που της είχαν υποδειχθεί με την απόφαση και τη σύσταση του Συμβουλίου της 16ης Φεβρουαρίου του 2010, προκειμένου να μειωθεί το έλλειμμα της γενικής κυβέρνησης σε ποσοστό κατώτερο του 3% του Α.Ε.Π. μέχρι το 2014, να αναστραφεί η πορεία αύξησης του δημοσίου χρέους από το 2013 και εφεξής, να εξασφαλισθεί η σταθερότητα του ελληνικού χρηματοπιστωτικού συστήματος και να προωθηθούν διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις που συμβάλλουν στην ανάπτυξη της εθνικής οικονομίας. Αντιστοίχου περιεχομένου επιστολή απεστάλη και στον Πρόεδρο του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου. Με την επιστολή αυτή, η ελληνική κυβέρνηση ζήτησε, ειδικότερα, από το Ταμείο τη χρηματοδότηση του οικονομικού της προγράμματος στο πλαίσιο ενός «Διακανονισμού Χρηματοδότησης Άμεσης Ετοιμότητας» (Stand – ΒyArrangement), συνολικού ύψους τριάντα δισεκατομμυρίων ευρώ. Στις 3 Μαΐου 2010 υπεγράφη μεταξύ της Επιτροπής, ενεργούσης για λογαριασμό των κρατών – μελών της Ευρωζώνης, και της Ελληνικής Δημοκρατίας, εκπροσωπούμενης από τον Υπουργό Οικονομικών και το Διοικητή της Τραπέζης της Ελλάδος, «Μνημόνιο Συνεννόησης» (MemorandumofUnderstanding), στο οποίο περιελήφθησαν τα μέτρα του τριετούς προγράμματος που είχε καταρτισθεί από τις ελληνικές αρχές μετά από συνεννόηση με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Το «Μνημόνιο Συνεννόησης» απαρτίζεται από τρία επιμέρους μνημόνια: α) το «Μνημόνιο Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής» (MemorandumofEconomic και FinancialPolicies), με το οποίο καθορίζονται οι στρατηγικού χαρακτήρα στόχοι του προγράμματος και τα επιμέρους δημοσιονομικά, χρηματοπιστωτικά και διαρθρωτικά μέτρα, που πρέπει να ληφθούν για τη βελτίωση της δημοσιονομικής κατάστασης της χώρας και την ανάπτυξη της εθνικής οικονομίας, β) το «Μνημόνιο στις συγκεκριμένες προϋποθέσεις Οικονομικής Πολιτικής» (MemorandumofUnderstandingonSpecificEconomicPolicyConditionality), στο οποίο γίνεται εξειδίκευση και λεπτομερής περιγραφή των ανωτέρω μέτρων και του χρονοδιαγράμματος θεσπίσεως και υλοποιήσεώς τους μέχρι και το τέλος του 2011, και γ) το «Τεχνικό Μνημόνιο Συνεννόησης» (TechnicalMemorandumofUnderstanding), με το οποίο αποσαφηνίζεται η έννοια των χρησιμοποιούμενων όρων, καθορίζονται τα ποσοτικά κριτήρια απόδοσης και τα λοιπά κριτήρια αναφοράς, οι μέθοδοι αξιολόγησης του προγράμματος, καθώς και άλλες τεχνικού χαρακτήρα λεπτομέρειες για την παρακολούθηση της πορείας των επιχειρούμενων διαρθρωτικών αλλαγών. Ειδικότερα, στο «Μνημόνιο Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής» περιγράφονται κατ’ αρχάς οι δυσμενείς εξελίξεις των δημοσιονομικών μεγεθών της Ελλάδας, οι οποίες κατέστησαν αδύνατη τη χρηματοδότησή της από τις διεθνείς αγορές και αναγκαία την προσφυγή της στο μηχανισμό στήριξης. Εν συνεχεία, παρουσιάζονται οι κύριοι στόχοι του περιληφθέντος στο μνημόνιο προγράμματος, οι οποίοι συνίστανται στη διόρθωση των δημοσιονομικών και εξωτερικών ανισορροπιών και στην ανάκτηση της εμπιστοσύνης των αγορών. Η επίτευξη των στρατηγικής αυτής σημασίας στόχων, η οποία απαιτεί τον εκ βάθρων επαναπροσανατολισμό της ελληνικής οικονομίας, είναι, κατά την εκτίμηση της ελληνικής κυβερνήσεως, αναγκαία για τη συγκράτηση και την προοδευτική μείωση του κόστους χρηματοδότησης της εθνικής οικονομίας. Η διόρθωση της δημοσιονομικής κατάστασης απαιτεί μία εκτεταμένη περίοδο προσαρμογής, κατά τα πρώτα έτη της οποίας θα σημειωθεί σημαντική υποχώρηση των ρυθμών ανάπτυξης της εθνικής οικονομίας (4% το 2010 και 2,5% το 2011), γεγονός, το οποίο εν μέρει, τουλάχιστον, οφείλεται στο γεγονός ότι η επιχειρούμενη δημοσιονομική εξυγίανση θα έχει κατ’ αρχάς δυσμενείς συνέπειες για την οικονομική δραστηριότητα. Η αυστηρή, ωστόσο, τήρηση των «εμπροσθοβαρών» δημοσιονομικών μέτρων, το ισχυρό μεσοπρόθεσμο οικονομικό πρόγραμμα, σε συνδυασμό με τις προγραμματισθείσες ευρείας εκτάσεως διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, καθώς και η εφαρμογή της προβλεπόμενης χρηματοπιστωτικής πολιτικής για τη διατήρηση της ευρωστίας του τραπεζικού τομέα αναμένεται ότι θα συμβάλλουν μεσοπρόθεσμα στην ανάκτηση της εμπιστοσύνης των αγορών και θα δημιουργήσουν τις συνθήκες για την επιστροφή σε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης από το 2012 και εφεξής. Η επίτευξη των στόχων αυτών θα συμβάλλει, περαιτέρω, στην κατά μόνιμο τρόπο βελτίωση των δομών και των μηχανισμών λειτουργίας της ελληνικής οικονομίας. Δευτερεύουσας σημασίας στόχος του προγράμματος είναι η μείωση του πληθωρισμού κάτω από το μέσο όρο της Ευρωζώνης, προκειμένου η ελληνική οικονομία να ανακτήσει ταχέως ανταγωνιστικότητα τιμών, αποτέλεσμα, το οποίο αναμένεται να επέλθει και από τον περιορισμό της εγχώριας ζήτησης (περιορισμός, ο οποίος είναι απαραίτητος για την ουσιαστική κάμψη του πληθωρισμού και θα επιτευχθεί τόσο μέσω της δημοσιονομικής προσαρμογής, όσο και μέσω προσπαθειών για τη συγκράτηση των μισθών και των συντάξεων). Πρόσθετος στόχος του προγράμματος είναι η προοδευτική μείωση του εξωτερικού ελλείμματος, η οποία αναμένεται να επιτευχθεί, ιδίως, μέσω του περιορισμού της εγχώριας ζήτησης, της αποκλιμάκωσης του πληθωρισμού και της ταχείας εφαρμογής των σχεδιαζόμενων διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, οι οποίες εκτιμάται ότι θα οδηγήσουν σε σταδιακή μείωση της εξάρτησης της χώρας από τις εξαγωγές. Κατά την εφαρμογή του προγράμματος αυτού, προέχουσα είναι η σημασία των μέτρων δημοσιονομικής προσαρμογής. Ειδικότερα, η κυβέρνηση αναλαμβάνει την υποχρέωση να θέσει σε εφαρμογή πρόσθετα μέτρα δημοσιονομικής προσαρμογής, πέραν εκείνων που είχαν ανακοινωθεί το Μάρτιο του 2010, η συνολική επίπτωση των οποίων αναμένεται να υπερβεί το 11% του Α.Ε.Π. έως το 2013, καθώς και πρόσθετα διορθωτικά μέτρα μετά τη λήξη της προγραμματικής περιόδου για την κατά διατηρήσιμο τρόπο μείωση του ελλείμματος σε επίπεδα κατώτερα της τιμής αναφοράς του 3% του Α.Ε.Π. Η επιχειρούμενη δημοσιονομική προσαρμογή είναι επιβεβλημένη και για την αναστροφή της αυξητικής πορείας του δημοσίου χρέους από το 2013 και εφεξής. Σύμφωνα με το πρόγραμμα, η εισοδηματική πολιτική και η πολιτική κοινωνικής ασφάλισης και προστασίας πρέπει να προσαρμοσθούν και να στηρίξουν την προσπάθεια για δημοσιονομική προσαρμογή και επανάκτηση της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας. Κατά ρητή πρόβλεψη του μνημονίου, η προσαρμογή των εισοδημάτων, τα οποία, πάντως, δεν μπορούν να διαμορφωθούν σε επίπεδο που δεν εξασφαλίζει την αξιοπρεπή διαβίωση των εργαζομένων, είναι αναγκαία για τη στήριξη της δημοσιονομικής προσαρμογής, τη μείωση του πληθωρισμού σε επίπεδα κατώτερα του μέσου όρου της Ευρωζώνης και τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας σε μόνιμη βάση. Κατά το σχεδιασμό της δημοσιονομικής πολιτικής πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι ο δημόσιος τομέας, ο οποίος έχει καταστεί υπερβολικά μεγάλος και πολυδάπανος, πρέπει να περιορισθεί, να γίνει περισσότερο αποτελεσματικός και ευέλικτος και να προσανατολιστεί στην παροχή καλύτερων υπηρεσιών προς τους πολίτες. Κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα στο μνημόνιο, κεντρικός άξονας της δημοσιονομικής στρατηγικής είναι η θέση του λόγου του δημόσιου χρέους προς το Α.Ε.Π. σε πτωτική τροχιά από το 2013 και εφεξής, καθώς και η μείωση του υπερβολικού ελλείμματος της γενικής κυβέρνησης αισθητώς κάτω της τιμής αναφοράς του 3% του Α.Ε.Π. το αργότερο μέχρι το τέλος του 2014. Προκειμένου δε να αποφευχθεί το αίσθημα κόπωσης λόγω της διάρκειας και του μεγέθους των μεταρρυθμίσεων και να αποκατασταθεί άμεσα η εμπιστοσύνη των αγορών, η δημοσιονομική προσαρμογή πρέπει να είναι έντονα «εμπροσθοβαρής». Ήδη, το έλλειμμα του πρώτου τριμήνου του 2010 περιορίσθηκε σημαντικά, ενώ για τους υπόλοιπους μήνες του αυτού έτους θα εφαρμοσθούν επιπρόσθετα μέτρα, πέραν εκείνων που μνημονεύονται στην απόφαση και τη σύσταση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της 16ης Φεβρουαρίου 2010, καθώς και εκείνων που ανακοινώθηκαν το Μάρτιο του ίδιου έτους. Εντός του πλαισίου αυτού, με το πρόγραμμα, το οποίο περιγράφεται λεπτομερώς στο «Μνημόνιο στις συγκεκριμένες προϋποθέσεις Οικονομικής Πολιτικής», έχουν προσδιορισθεί πλήρως τα δημοσιονομικά μέτρα που πρέπει να ληφθούν τους υπόλοιπους μήνες του 2010 και έως το τέλος του 2012. Στο ίδιο πρόγραμμα έχουν προσδιορισθεί σε μεγάλο βαθμό και τα δημοσιονομικά μέτρα που πρόκειται να εφαρμοσθούν για το 2013. Τα τρία σημαντικότερα εξ αυτών για το 2010 είναι η μείωση του λογαριασμού μισθοδοσίας του δημοσίου τομέα, ο περιορισμός των δαπανών για πληρωμές συντάξεων και η περαιτέρω αύξηση του φόρου προστιθέμενης αξίας και συγκεκριμένων ειδικών φόρων κατανάλωσης. Τα μέτρα αυτά, συνδυασμένα με άλλα, εκτιμάται ότι θα έχουν θετική δημοσιονομική επίπτωση της τάξεως του 2,5% του Α.Ε.Π., ήτοι 5,8 δισεκατομμυρίων ευρώ, ήδη από το 2010, γεγονός που θα εξασφαλίσει ότι, παρά την ύφεση, το έλλειμμα της γενικής κυβέρνησης θα περιορισθεί από το 13,6% του Α.Ε.Π. το 2009 και στο 8,1% του Α.Ε.Π. το 2010. Τα μέτρα αυτά λαμβάνονται επιπλέον εκείνων που είχαν ήδη ληφθεί από τις αρχές του 2010 και τα οποία περιελάμβαναν την πρώτη δόση της μείωσης των μισθολογικών δαπανών της κυβέρνησης και των δαπανών επιλεγμένων παροχών κοινωνικής ασφάλισης (με παράλληλη διασφάλιση των ελαχίστων ορίων), τη σημαντική μείωση των λειτουργικών δαπανών σε όλα τα υπουργεία, την αύξηση του φόρου προστιθέμενης αξίας και των ειδικών φόρων κατανάλωσης και την επιβολή έκτακτων φόρων σε εξαιρετικά κερδοφόρες επιχειρήσεις, σε μεγάλης αξίας ακίνητη περιουσία και σε αγαθά πολυτελείας. Για το διάστημα από το 2011 και εφεξής, στο πρόγραμμα καθορίζονται επιπλέον μέτρα αύξησης των κρατικών εσόδων και μείωσης των δημοσίων δαπανών, πέραν εκείνων που πρόκειται, κατά τα ανωτέρω, να εφαρμοσθούν το 2010, προκειμένου να εξασφαλισθεί η επίτευξη των μεσοπρόθεσμων δημοσιονομικών στόχων. Τα μέτρα αυτά, σε συνδυασμό με τα ήδη προβλεφθέντα μέτρα προσαρμογής, ανέρχονται για το 2011 στο 4% του Α.Ε.Π., για το 2012 στο 2,5% και για το 2013 στο 2% του Α.Ε.Π.. Κατά τις ειδικότερες προβλέψεις του προγράμματος, η μείωση των δαπανών αναμένεται να ανέλθει συνολικώς στο 7% του Α.Ε.Π. μέχρι το 2013. Προς τούτο, απαιτείται περιστολή των μισθολογικών δαπανών, περιορισμός των καταναλωτικών δαπανών του δημοσίου και μείωση των κοινωνικού χαρακτήρα μεταβιβαστικών πληρωμών, οι οποίες, μετά την υιοθέτηση του ευρώ, έχουν αυξηθεί κατά οκτώ, περίπου, εκατοστιαίες μονάδες του Α.Ε.Π. Ειδικώς, οι δαπάνες για μισθούς και επιδόματα πρέπει να μειωθούν, δεδομένου, μάλιστα, ότι αντιπροσωπεύουν το μεγαλύτερο μέρος των πρωτογενών δαπανών του προϋπολογισμού, ακολούθως δε, το ύψος των μισθών και των συντάξεων πρέπει να παραμείνει σταθερό κατά την υπόλοιπη διάρκεια του προγράμματος. Σύμφωνα με το μνημόνιο, τα κρατικά έσοδα αναμένεται να αυξηθούν συνολικώς κατά την προγραμματική περίοδο κατά 4% του Α.Ε.Π. Ιδιαίτερη σημασία, από της απόψεως αυτής, αποδίδεται στη φορολόγηση των πολιτών που ανήκουν σε υψηλότερα εισοδηματικά κλιμάκια μέσω της εφαρμογής κριτηρίων διαβίωσης, της αύξησης της φορολογίας των ελευθέρων επαγγελματιών, της φορολογίας των ειδών πολυτελείας και της υψηλής αξίας ακίνητης περιουσίας, όπως, επίσης, και στη φορολόγηση των επιχειρήσεων που παρουσιάζουν ιδιαιτέρως υψηλή κερδοφορία, μέσω της επιβολής προσωρινών φορολογικών επιβαρύνσεων. Συναφώς, προβλέπεται διεύρυνση της βάσης επιβολής του φόρου προστιθέμενης αξίας, περαιτέρω αύξηση των συντελεστών του φόρου αυτού για κατηγορίες προϊόντων, οι οποίες φορολογούνται με χαμηλότερους από το μέσο όρο της ευρωζώνης συντελεστές, νέα αύξηση των ειδικών φόρων κατανάλωσης, καθώς και εισαγωγή πράσινων φόρων και φόρων υπέρ της υγείας. Στο ίδιο πλαίσιο, εντάσσονται και τα μέτρα για την πάταξη της φοροδιαφυγής που είχαν ήδη περιληφθεί στην προσφάτως εγκριθείσα φορολογική μεταρρύθμιση. Πέραν των αμιγώς δημοσιονομικών μέτρων, στο μνημόνιο προβλέπεται ότι η ελληνική κυβέρνηση πρέπει να δρομολογήσει μία σειρά σημαντικών διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων δημοσιονομικού χαρακτήρα, οι οποίες θα ενισχύσουν τη βιωσιμότητα των δημοσίων οικονομικών και την αποτελεσματικότητα του διενεργούμενου επί των κρατικών εσόδων και των δημοσίων δαπανών ελέγχου. Μεταξύ των μέτρων αυτών περιλαμβάνεται η μεταρρύθμιση του κοινωνικοασφαλιστικού συστήματος, το οποίο προβλέπεται ότι μεσοπρόθεσμα θα περιέλθει σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών, εάν δεν ληφθούν άμεσα μέτρα διάσωσής του. Κατά την εκτίμηση της ελληνικής κυβέρνησης, η ενίσχυση της βιωσιμότητας των συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης και προστασίας είναι αναγκαία για την αποκατάσταση των διαρθρωτικών ανισορροπιών, οι οποίες οφείλονται, κυρίως, στη γήρανση του πληθυσμού, εξέλιξη που έχει ως περαιτέρω συνέπεια την αύξηση του ήδη υψηλού κόστους των ασφαλιστικών παροχών. Κατά ρητή πρόβλεψη του προγράμματος, θα εισαχθεί ένα νέο σύστημα υπολογισμού των συνταξιοδοτικών παροχών ανάλογα με τις καταβληθείσες καθ’ όλη της διάρκεια του επαγγελματικού βίου εισφορές, η δε βασική ηλικία συνταξιοδότησης θα ορισθεί στα εξήντα πέντε έτη, με δυνατότητα περαιτέρω αυξήσεώς της βάσει του προσδόκιμου ζωής. Περαιτέρω, η κυβέρνηση αναλαμβάνει την υποχρέωση να επανεξετάσει τις προβλεπόμενες περιπτώσεις πρόωρης συνταξιοδότησης, προς το σκοπό του δραστικού περιορισμού τους, ρύθμιση, η οποία θα καταλαμβάνει και τους προ του 1993 ασφαλισμένους, καθώς, επίσης, και σε επανεξέταση του καταλόγου των βαρέων και ανθυγιεινών επαγγελμάτων. Εξάλλου, η κυβέρνηση δεσμεύεται ότι το κόστος προσαρμογής θα κατανεμηθεί δίκαια. Ειδικότερα, κατά το σχεδιασμό και την εφαρμογή των πολιτικών προσαρμογής, θα λαμβάνεται ιδιαίτερη μέριμνα για την προστασία των οικονομικά και κοινωνικά ευάλωτων από τις συνέπειες της οικονομικής ύφεσης. Συναφώς ορίζεται ότι μεγαλύτερη θα πρέπει να είναι η επιβάρυνση όσων κατά το παρελθόν δεν είχαν συνεισφέρει ανάλογα με τη φοροδοτική τους ικανότητα. Ειδική μνεία γίνεται στους χαμηλόμισθους του δημόσιου τομέα και τους χαμηλοσυνταξιούχους, για τους οποίους θεωρείται επαρκής προστασία η θέσπιση ενιαίου ετήσιου επιδόματος στη θέση των καταργηθέντων επιδομάτων εορτών και αδείας, όπως, επίσης, και η εξαίρεση των κατώτερων συντάξεων και των οικογενειακών επιδομάτων από τις προβλεπόμενες περικοπές. Σύμφωνα με το μνημόνιο, η πρόοδος υλοποίησης των πολιτικών του προγράμματος θα παρακολουθείται συστηματικά μέσω τριμηνιαίων ποσοτικών κριτηρίων απόδοσης, καθώς και ενδεικτικών στόχων, διαρθρωτικών σημείων αναφοράς, αναθεωρήσεων του προγράμματος και ρητρών, τα οποία περιγράφονται λεπτομερώς στους συνημμένους στο μνημόνιο πίνακες.
Εξάλλου, με το «Μνημόνιο στις συγκεκριμένες προϋποθέσεις Οικονομικής Πολιτικής» επιχειρείται ο λεπτομερής καθορισμός των κριτηρίων αξιολόγησης της προόδου υλοποιήσεως του προγράμματος μέχρι το τέλος του 2011. Στο μνημόνιο αυτό ορίζεται, ειδικότερα, ότι οι ανά τρίμηνο εκταμιεύσεις της διμερούς οικονομικής βοήθειας από τα κράτη – μέλη της Ευρωζώνης θα γίνεται βάσει των υποβληθέντων τριμηνιαίων απολογισμών και μόνον εφόσον διαπιστώνεται αφενός μεν ότι έχουν πληρωθεί τα ποσοτικά κριτήρια επιδόσεων, αφετέρου δε ότι έχει επιτευχθεί ικανοποιητική πρόοδος ως προς την τήρηση των κριτηρίων πολιτικής του μνημονίου. Στο μνημόνιο προβλέπεται, μεταξύ άλλων, ότι οι ελληνικές αρχές πρέπει να έχουν λάβει μέχρι το τέλος του δευτέρου τριμήνου του 2010 τα εξής μέτρα δημοσιονομικής εξυγίανσης, μέσω των οποίων επιδιώκεται η εξοικονόμηση ποσού ίσου με το 2,5% του Α.Ε.Π.: (α) αύξηση των συντελεστών του φόρου προστιθέμενης αξίας, με απόδοση τουλάχιστον 1,8 δισεκατομμυρίων ευρώ για ένα πλήρες έτος (800 εκατομμύρια ευρώ το 2010), (β) αύξηση των ειδικών φόρων κατανάλωσης στα καύσιμα, στον καπνό και στο αλκοόλ, με απόδοση τουλάχιστον 1,05 δισεκατομμυρίων ευρώ για ένα πλήρες έτος (450 εκατομμύρια ευρώ το 2010), (γ) μείωση των δαπανών μισθολογίου του δημοσίου τομέα, μέσω της μειώσεως των δώρων εορτών, του επιδόματος αδείας και των λοιπών επιδομάτων που καταβάλλονται σε δημοσίους υπαλλήλους, με συνολική εξοικονόμηση 1,5 δισεκατομμυρίων ευρώ για ένα πλήρες έτος (1,1 δισεκατομμύρια ευρώ το 2010), (δ) μείωση των δώρων εορτών και του επιδόματος αδείας των συνταξιούχων, με ταυτόχρονη προστασία όσων λαμβάνουν χαμηλότερες συντάξεις, με συνολική εξοικονόμηση της τάξεως των 1,9 δισεκατομμυρίων ευρώ για ένα πλήρες έτος (1,5 δισεκατομμύρια ευρώ το 2010), (ε) ακύρωση πιστώσεων του προϋπολογισμού για αποθεματικό απροβλέπτων, με στόχο την εξοικονόμηση 700 εκατομμυρίων ευρώ, (στ) μείωση των υψηλότερων συντάξεων, με εξοικονόμηση 500 εκατομμυρίων ευρώ για ένα πλήρες έτος (350 εκατομμύρια ευρώ το 2010), (η) κατάργηση των περισσότερων από τις πιστώσεις του προϋπολογισμού για το επίδομα αλληλεγγύης (εκτός από ένα τμήμα του για την ανακούφιση της φτώχειας), με εξοικονόμηση ύψους 400 εκατομμυρίων ευρώ, (ζ) μείωση των δημοσίων επενδύσεων κατά 500 εκατομμύρια ευρώ σε σύγκριση με τον ισχύοντα σχεδιασμό. Μέχρι το τέλος Ιουνίου πρέπει, περαιτέρω, να έχει λάβει χώρα η προβλεπόμενη από το επικαιροποιημένο πρόγραμμα σταθερότητας μεταρρύθμιση της φορολογικής νομοθεσίας.
Στις 6 Μαΐου 2010 δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως ο προαναφερθείς ν. 3845/2010. Με τον νόμο αυτό, εκτός των περαιτέρω περικοπών στις αποδοχές των υπηρετούντων στον στενό και ευρύτερο δημόσιο τομέα και της περικοπής ή καταργήσεως των επιδομάτων εορτών και αδείας τόσο των εν λόγω εργαζομένων όσο και των συνταξιούχων όλων των φορέων κυρίας ασφαλίσεως, θεσπίσθηκε περαιτέρω αύξηση του φόρου προστιθέμενης αξίας και των ειδικών φόρων κατανάλωσης, καθώς φόρος πολυτελείας, και επιβλήθηκε έκτακτη εισφορά στα κέρδη των νομικών προσώπων. Στον ανωτέρω νόμο προσαρτήθηκαν ως παραρτήματα η δήλωση των Αρχηγών Κρατών και Κυβερνήσεων της Ευρωζώνης της 25ης Μαρτίου 2010 (Παράρτημα Ι), η δήλωση για τη στήριξη της Ελλάδας από τα κράτη – μέλη της ζώνης του ευρώ της 11ης Απριλίου 2010 (Παράρτημα ΙΙ), το «Μνημόνιο Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής» (Παράρτημα ΙΙΙ) και το «Μνημόνιο Συνεννόησης για τις συγκεκριμένες προϋποθέσεις Οικονομικής Πολιτικής» (Παράρτημα ΙV). Η αιτιολογική έκθεση, που συνοδεύει τον ανωτέρω νόμο, αναφέρεται στους λόγους, που οδήγησαν την Κυβέρνηση στην υποβολή αιτήματος για την ενεργοποίηση του μηχανισμού στήριξης, καθώς και στις συνέπειες που έχει η ενεργοποίηση του μηχανισμού αυτού. Ειδικότερα αναφέρεται στην αιτιολογική αυτή έκθεση ότι «Το αίτημα της Κυβέρνησης για ενεργοποίηση αυτού του μηχανισμού αποτέλεσε πράξη ευθύνης και ιστορική υποχρέωση απέναντι στον κίνδυνο κατάρρευσης της οικονομίας λόγω αδυναμίας δανεισμού. Η προσφυγή στο μηχανισμό ήταν το τελευταίο καταφύγιο για να αποτραπεί η χρεοκοπία της χώρας. Ταυτόχρονα η ανάγκη προσφυγής στο μηχανισμό στήριξης μας οδηγεί στην ανάγκη να λάβουμε πρόσθετα μέτρα, για να εγγυηθούν οι εταίροι μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση αλλά και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο τη χρηματοδότηση των αναγκών μας, αλλά και για να βγούμε ασφαλείς από την κρίση. …».
Στις 8 Μαΐου 2010 υπεγράφη η «Σύμβαση δανειακής διευκόλυνσης» (LoanFacilityAgreement) μεταξύ των κρατών – μελών της Ευρωζώνης και του KfW[5], ως δανειστών, της Ελληνικής Δημοκρατίας, ως δανειολήπτη, και της Τράπεζας της Ελλάδος, ως αντιπροσώπου του δανειολήπτη. Την ίδια ημέρα συνήφθη και δεύτερη σύμβαση μεταξύ των ανωτέρω πιστωτών και της Επιτροπής, με την οποία καθορίσθηκαν οι εσωτερικές τους σχέσεις και, ιδίως, τα καθήκοντα της Επιτροπής ως προς το συντονισμό και την εν γένει διαχείριση των διμερών δανείων («Συμφωνία μεταξύ των Πιστωτών», Intercreditor Agreement). Σύμφωνα με το προοίμιο της συμβάσεως δανειακής διευκόλυνσης, με απόφαση του Συμβουλίου, η οποία θα εκδοθεί δυνάμει των άρθρων 126 παρ. 9 και 136 της ΣΛΕΕ, θα προβλεφθούν μέτρα για την επιτήρηση της δημοσιονομικής πειθαρχίας της Ελλάδας και τον καθορισμό των κατευθυντήριων γραμμών της οικονομικής της πολιτικής, η παροχή δε χρηματοδοτικής στήριξης προς την Ελλάδα θα εξαρτηθεί από το βαθμό συμμορφώσεώς της προς την απόφαση αυτή και την πρόοδο υλοποιήσεως των μέτρων που προβλέπονται στο ήδη καταρτισθέν «Μνημόνιο Συνεννόησης». Εξάλλου, στις 9 Μαΐου 2010το Εκτελεστικό Συμβούλιο του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου ενέκρινε, κατ’ αποδοχήν της από 3 Μαΐου 2010 αιτήσεως της ελληνικής κυβερνήσεως για χρηματοδότηση του οικονομικού της προγράμματος, τη δανειακή συμφωνία με την Ελλάδα («Διακανονισμός Χρηματοδότησης Αμέσου Ετοιμότητας»), και την εκταμίευση της πρώτης δόσης του δανείου. Στις 8 Ιουνίου 2010 το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης εξέδωσε, κατ’ εφαρμογήν των άρθρων 126 και 136 της ΣΛΕΕ, την 2010/320/ΕΕ απόφαση, με την οποία απηύθυνε στην Ελλάδα, προς το σκοπό της ενίσχυσης και της εμβάθυνσης της ασκούμενης επ’ αυτής δημοσιονομικής εποπτείας, ειδοποίηση για τη λήψη συγκεκριμένων μέτρων δημοσιονομικής προσαρμογής, τα οποία κρίνονται αναγκαία για την αντιμετώπιση της κατάστασης υπερβολικού ελλείμματος. Κατά τις ειδικότερες εκτιμήσεις του Συμβουλίου, στην Ελλάδα έλαβαν χώρα «απρόβλεπτα αντίξοα οικονομικά γεγονότα με μείζονες αρνητικές επιπτώσεις για τα δημόσια οικονομικά», με συνέπεια να καθίσταται δικαιολογημένη, κατά την έννοια των άρθρων 126 παρ. 9 και 136 της ΣΛΕΕ, η έκδοση αναθεωρημένων συστάσεων και αποφάσεων, η δε «άμεση απειλή χρεοκοπίας του κράτους απαιτεί την ανάληψη ακόμη δραστικότερων μέτρων εντός του τρέχοντος έτους» (αιτιολογική σκέψη 5 του προοιμίου της ανωτέρω αποφάσεως). Περαιτέρω, αναφέρεται στην ανωτέρω απόφαση (αιτιολογική σκέψη 8 του προοιμίου) ότι «Η ιδιαίτερα οξεία επιδείνωση της χρηματοπιστωτικής κατάστασης της ελληνικής κυβέρνησης οδήγησε τα κράτη μέλη της ζώνης του ευρώ να αποφασίσουν να παράσχουν στήριξη σταθερότητας προς την Ελλάδα, προκειμένου να διαφυλαχθεί η χρηματοπιστωτική σταθερότητα στη ζώνη του ευρώ ως σύνολο, και σε συνδυασμό με πολυμερή συνδρομή που παρέχεται από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Η στήριξη από τα κράτη μέλη της ζώνης του ευρώ λαμβάνει τη μορφή συγκέντρωσης διμερών δανείων, που συντονίζεται από την Επιτροπή. Οι δανειστές αποφάσισαν να χορηγήσουν τη στήριξή τους με την προϋπόθεση της τήρησης της παρούσας απόφασης από την Ελλάδα. Ειδικότερα, η Ελλάδα αναμένεται να εφαρμόσει τα μέτρα που προσδιορίζονται στην παρούσα απόφαση σύμφωνα με το προβλεπόμενο σε αυτή χρονοδιάγραμμα». Ενόψει τούτων, με το άρθρο 1 της ανωτέρω αποφάσεως χορηγήθηκε παράταση της προθεσμίας διόρθωσης του υπερβολικού ελλείμματος της Ελλάδος μέχρι το 2014, ετέθησαν δε αναθεωρημένοι στόχοι για την πορεία του ελλείμματος και του δημοσίου χρέους για κάθε έτος έως το 2014. Συγκεκριμένα προβλέφθηκε ότι το έλλειμμα της γενικής κυβέρνησης πρέπει να ακολουθήσει συνεχή πτωτική πορεία και, συγκεκριμένα, να διαμορφωθεί στο 8% του Α.Ε.Π. το 2010 (18,508 δισεκατομμύρια ευρώ), στο 7,6% του Α.Ε.Π. το 2011 (17,065 δισεκατομμύρια ευρώ), στο 6,5% του Α.Ε.Π. το 2012 (14,916 δισεκατομμύρια ευρώ), στο 4,9% του Α.Ε.Π. το 2013 (11,399 δισεκατομμύρια ευρώ) και στο 2,6% του Α.Ε.Π. το 2014 (6,385 δισεκατομμύρια ευρώ). Περαιτέρω, με το άρθρο 2 της ανωτέρω αποφάσεως ορίσθηκε ένα αναλυτικό χρονοδιάγραμμα νομοθετικών μέτρων και λοιπών δράσεων ανά τρίμηνο, εκκινώντας από τα τέλη Ιουνίου του 2010 έως και τα τέλη Δεκεμβρίου του 2011. Οι ρυθμίσεις αυτές αποτελούν επανάληψη του περιεχομένου των Μνημονίων, που έχουν προσαρτηθεί ως Παραρτήματα στο ν. 3845/2010, στο οποίο, όμως, δεν γίνεται καμία αναφορά στην ανωτέρω απόφαση του Συμβουλίου. Ειδικότερα, στην εν λόγω απόφαση προβλέπεται ότι οι ελληνικές αρχές πρέπει να έχουν λάβει, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα μέτρα πριν από το τέλος του Ιουνίου του 2010: (α) καθιέρωση προοδευτικής φορολογικής κλίμακας για όλες τις πηγές εισοδήματος και οριζόντιας ενιαίας φορολογικής αντιμετώπισης του εισοδήματος που προέρχεται από την εργασία και την εκμετάλλευση της περιουσίας, (β) κατάργηση των απαλλαγών και της αυτοτελούς φορολόγησης ορισμένων εισοδημάτων, συμπεριλαμβανομένων και των ειδικών επιδομάτων που καταβάλλονται στους δημοσίους υπαλλήλους, (γ) μείωση των υψηλότερων συντάξεων, με στόχο την εξοικονόμηση πεντακοσίων εκατομμυρίων ευρώ για ένα πλήρες έτος (350 εκατομμυρίων ευρώ για το 2010), (δ) μείωση των δώρων εορτών και των επιδομάτων αδείας που καταβάλλονται στους δημοσίους υπαλλήλους με στόχο την εξοικονόμηση 1,5 δισεκατομμυρίων ευρώ για ένα πλήρες έτος (1,1 δισεκατομμύρια ευρώ για το 2010), (ε) κατάργηση των δώρων εορτών και των επιδομάτων αδείας που καταβάλλονται στους συνταξιούχους, με ταυτόχρονη προστασία αυτών που λαμβάνουν χαμηλότερες συντάξεις, με στόχο την εξοικονόμηση 1,9 δισεκατομμυρίων ευρώ για ένα πλήρες έτος (1,5 δισεκατομμύρια ευρώ για το 2010), (ζ) αύξηση των συντελεστών του φόρου προστιθέμενης αξίας, με απόδοση τουλάχιστον 1,8 δισεκατομμυρίων ευρώ για ένα πλήρες έτος (800 εκατομμύρια ευρώ για το 2010) και (η) αύξηση των ειδικών φόρων κατανάλωσης στα καύσιμα, στον καπνό και στο αλκοόλ, με απόδοση τουλάχιστον 1,050 δισεκατομμυρίων ευρώ για ένα πλήρες έτος (450 εκατομμύρια ευρώ για το 2010). Εξάλλου, με την ανωτέρω απόφαση, όπως τροποποιήθηκε μεταγενεστέρως με την 2010/486/ΕΕ απόφαση Συμβουλίου της 7ης Σεπτεμβρίου του 2010 (με την οποία υιοθετήθηκαν μέτρα, που περιέχονται στην κατατεθείσα από τις ελληνικές αρχές στις 6.8.2010 πρόταση για την επικαιροποίηση του «Μνημονίου Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής» και του «Μνημονίου στις συγκεκριμένες προϋποθέσεις Οικονομικής Πολιτικής»), προβλέπονται τα μέτρα που οι ελληνικές αρχές πρέπει να θεσπίσουν έως το τέλος του 2010 και το 2011. Περαιτέρω, στην ανωτέρω απόφαση προβλέπεται ότι οι ελληνικές αρχές υποβάλλουν στο Συμβούλιο και την Επιτροπή τριμηνιαίες εκθέσεις, στις οποίες περιγράφουν τα μέτρα πολιτικής που έχουν λάβει για τη συμμόρφωσή τους προς τις απαιτήσεις της εν λόγω αποφάσεως, και ότι, μετά από ανάλυση των υποβαλλομένων εκθέσεων, η Επιτροπή και το Συμβούλιο αξιολογούν τη βαθμό συμμορφώσεως της Ελλάδος προς την απόφαση και, εφόσον τούτο κρίνεται αναγκαίο, υποδεικνύουν τα μέτρα που είναι αναγκαία για την τήρηση της πορείας προσαρμογής προς διόρθωση του υπερβολικού ελλείμματος.
Από τα εκτεθέντα ανωτέρω προκύπτει ότι το Μνημόνιο Συνεννόησης (του οποίου τα κυριότερα μέρη είναι το Μνημόνιο Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής και το Μνημόνιο Συνεννόησης στις Συγκεκριμένες Προϋποθέσεις Οικονομικής Πολιτικής) αποτελεί ένα μεσοπρόθεσμο οικονομικό πρόγραμμα του ελληνικού κράτους, με το οποίο καθορίζονται οι στόχοι δημοσιονομικής προσαρμογής και τα μέσα επιτεύξεώς τους εντός της προβλεπομένης τριετούς προγραμματικής περιόδου, με σκοπό την ενεργοποίηση του ευρωπαϊκού μηχανισμού στήριξης της ελληνικής οικονομίας. Το ίδιο το Μνημόνιο δεν περιέχει κανόνες δικαίου και, συνεπώς, δεν έχει έννομες συνέπειες. Τέτοιες συνέπειες προκύπτουν το πρώτον με την θέσπιση από την νομοθετική εξουσία ή την κανονιστικώς δρώσα Διοίκηση ρυθμίσεων, με τις οποίες πραγματοποιούνται οι εξαγγελλόμενες στο Μνημόνιο δημοσιονομικές και οικονομικές πολιτικές. Το Μνημόνιο, άλλωστε, δεν αποτελεί διεθνή συνθήκη, κατά την έννοια της Συμβάσεως της Βιέννης περί του Δικαίου των Συνθηκών, η οποία κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν.δ/τος 402/1974 (Α΄ 141). Και τούτο διότι το Μνημόνιο έχει υπογραφεί από την Επιτροπή, ως εκπρόσωπο των κρατών – μελών της ευρωζώνης, και την Ελληνική Δημοκρατία, με αυτό δε δεν αναλαμβάνονται αμοιβαίες δεσμεύσεις των μερών που συνέπραξαν στην κατάρτισή του, ούτε, άλλωστε, προβλέπονται νομικά μέσα για τον εξαναγκασμό των ελληνικών αρχών στην πιστή και απαρέγκλιτη εφαρμογή του ή άλλου είδους κυρώσεις, μέσω των οποίων θα επιτυγχανόταν εμμέσως ο ίδιος σκοπός, ούτε προκύπτει ότι τα υπογράφοντα αυτό μέρη θέλησαν να προσδώσουν, κατ’ εξαίρεση, νομική δεσμευτικότητα στο υπογραφέν κείμενο. Άλλωστε, ότι και τα υπογράφοντα το Μνημόνιο μέρη δεν εξέλαβαν αυτό ως έχον, νομικά, δεσμευτικό χαρακτήρα ή τον χαρακτήρα διεθνούς συμβάσεως συνάγεται από το γεγονός ότι μετά την υπογραφή του Μνημονίου και την δημοσίευση του ν. 3845/2010, στον οποίο προσαρτώνται ως Παραρτήματα τα δύο κυριότερα μέρη του Μνημονίου, εκδόθηκε, κατ’ εφαρμογή των άρθρων 126 παρ. 9 και 136 της ΣΛΕΕ, η απόφαση 2010/320/ΕΕ του Συμβουλίου, με την οποία προσδιορίσθηκαν τα δημοσιονομικά και οικονομικά μέτρα, που υποχρεούται να λάβει το Ελληνικό Κράτος για να περιορίσει το υπερβολικό έλλειμμα. Συνεπώς, υποχρέωση του Ελληνικού Κράτους να λάβει τα μέτρα αυτά απορρέει από την τελευταία αυτή απόφαση, δηλαδή από την ιδιότητά του ως μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της οργανωθείσης στα πλαίσια αυτής Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης.
Με την κρινόμενη αίτηση προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη υπουργική απόφαση είναι ανίσχυρη, διότι εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση διατάξεων ανυπόστατου νόμου, ο οποίος δεν συγκέντρωσε την απαιτούμενη κατ’ άρθρο 28 παρ. 2 του Συντάγματος αυξημένη πλειοψηφία. Ειδικότερα προβάλλεται ότι τόσο από το άρθρο πρώτο του ν. 3845/2010, το οποίο αναφέρεται στο μηχανισμό στήριξης της ελληνικής οικονομίας, όσο και από τα Μνημόνια, που αποτελούν αναπόσπαστο παράρτημά του, προκύπτει ότι ο νόμος αυτός περιλαμβάνει διατάξεις, οι οποίες θεσπίσθηκαν σε εκτέλεση διεθνούς συμβάσεως, η οποία συνήφθη μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας, των κρατών – μελών της Ευρωζώνης και του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και με την οποία συμφωνήθηκε η παραχώρηση εξουσιών της κυβερνήσεως, του νομοθετικού σώματος και της εκτελεστικής εξουσίας. Ο λόγος αυτός, αν και δεν αφορά το κύρος συγκεκριμένων διατάξεων της (τρίτης) προσβαλλόμενης κοινής υπουργικής αποφάσεως –στην οποία δεν προσάπτεται με την κρινόμενη αίτηση καμία συγκεκριμένη πλημμέλεια– αλλά τυπικού νόμου, προβάλλονται, κατ’ αρχήν, από την άποψη αυτή, παραδεκτώς. Και τούτο διότι τυχόν ανίσχυρο των θεσπιζομένων με τον νόμο ρυθμίσεων, τις οποίες εξειδικεύουν ή συμπληρώνουν κανονιστικώς οι διατάξεις της προσβαλλομένης υπουργικής αποφάσεως, θα είχε ως συνέπεια την ακύρωση της πράξεως αυτής, εφόσον δεν νοείται ρύθμιση λεπτομερειών εφαρμογής νόμου, που προσκρούει σε υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις (βλ. Σ.τ.Ε. 96/2009, 3266/2008, 372/2005, 1095/2001, 1792, 1793/1997, 2112/1984).
Ως προς τον ανωτέρω λόγο παρατηρούνται, περαιτέρω, τα εξής: Το Συμβούλιο της Επικρατείας δεν έχει μέχρι σήμερα αντιμετωπίσει ειδικώς ζητήματα σχετικά με την τήρηση των συνταγματικών διατάξεων, με τις οποίες καθορίζεται η απαιτούμενη για την ψήφιση των νόμων πλειοψηφία. Κατά την κρατούσα στη θεωρία άποψη, οι σχετικές διατάξεις ανάγονται στη διαδικασία ψήφισης του νόμου και, ως εκ τούτου, δεν υπόκεινται σε δικαστικό έλεγχο. Η άποψη αυτή, κατά το μέρος που συνδέει τον αποκλεισμό του ελέγχου με την αδυναμία αμφισβητήσεως της ακρίβειας των πρακτικών των συνεδριάσεων του νομοθετικού σώματος από τα δικαστήρια είναι, κατ’ αρχήν, ορθή. Αντιθέτως, στην περίπτωση που από τα ίδια τα πρακτικά της Βουλής προκύπτει ότι ο νόμος δεν συγκέντρωσε, κατά την ψήφισή του, την απαιτούμενη πλειοψηφία, η διαβεβαίωση του Προέδρου της Βουλής ότι το σχετικό νομοσχέδιο ψηφίστηκε δεν αρκεί για να αποκλεισθεί κάθε είδους δικαστικός έλεγχος. Στην περίπτωση αυτή, η δυνατότητα ελέγχου της τηρήσεως των κανόνων για την απαρτία και την πλειοψηφία εντάσσεται στο πλαίσιο του ελέγχου, που τα δικαστήρια διεξάγουν αναφορικά με το αν το κείμενο του νόμου που δημοσιεύθηκε συμπίπτει με το κείμενο που ψηφίστηκε από τη Βουλή. Στην ελληνική έννομη τάξη δεν υφίσταται διάταξη με την οποία είτε να επιτρέπεται είτε να αποκλείεται ρητώς ο έλεγχος της τυπικής αντισυνταγματικότητας των νόμων. Θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι εκ του ότι με το άρθρο 93 παρ. 4 του Συντάγματος καθιερώνεται ρητώς μόνον ο έλεγχος της ουσιαστικής συνταγματικότητας του νόμου δεν αποκλείεται ο δικαστικός έλεγχος ορισμένων τασσομένων από το Σύνταγμα τύπων για την κατάρτιση και την ψήφιση του νόμου, εφόσον οι τύποι αυτοί είναι ουσιώδεις. Ως τέτοιοι δε τύποι θα μπορούσαν να θεωρηθούν ορισμένοι διαδικαστικής φύσεως τύποι, μέσω της καθιερώσεως των οποίων επιδιώκεται η παροχή εγγυήσεων για την ορθή άσκηση της νομοθετικής εξουσίας, για την άσκησή της, δηλαδή, κατά τρόπο που εξασφαλίζει τα δικαιώματα της κοινοβουλευτικής μειοψηφίας. Αντιθέτως, στις περιπτώσεις που οι διατυπώσεις αυτές τάσσονται προς το σκοπό της αποτελεσματικότερης οργανώσεως και ασκήσεως του νομοθετικού έργου, σκοπού, δηλαδή, αμέσως συνδεόμενου με την αυτονομία του νομοθετικού σώματος, η τήρηση αυτών εκφεύγει του δικαστικού ελέγχου. Υπό την ανωτέρω ερμηνευτική εκδοχή, νόμος, ο οποίος δεν συγκέντρωσε την απαιτούμενη από το Σύνταγμα για την ψήφισή του πλειοψηφία, είναι άκυρος και δεν μπορεί να εφαρμοσθεί από τα δικαστήρια, δεδομένου ότι το στοιχείο αυτό περιλαμβάνεται μεταξύ των ουσιωδών στοιχείων της διαδικασίας καταρτίσεώς του και έχει άμεση επίδραση επί του κύρους του. Ενόψει των ανωτέρω, μπορεί να υποστηριχθεί ότι τα δικαστήρια δύνανται να ελέγξουν αν νόμος, εκδοθείς, δυνάμει του άρθρου 28 παρ. 2 του Συντάγματος, προς κύρωση συνθήκης ή συμφωνίας, με την οποία αναγνωρίζονται σε όργανα διεθνών οργανισμών αρμοδιότητες που κατά το Σύνταγμα ασκούνται από τα όργανα της ελληνικής πολιτείας, συγκέντρωσε, κατά τη διαδικασία ψηφίσεώς του, την προβλεπόμενη από το εν λόγω άρθρο πλειοψηφία των τριών πέμπτων του όλου αριθμού των βουλευτών (την πλειοψηφία, δηλαδή, που απαιτείται και για την αναθεώρηση των διατάξεων του Συντάγματος). Συνεπώς, μπορεί να υποστηριχθεί ότι θα ήταν κατ’ αρχήν παραδεκτός λόγος ακυρώσεως, με τον οποίο θα αμφισβητείτο η ψήφιση νόμου, εμπίπτοντος στο πεδίο εφαρμογής της ανωτέρω συνταγματικής διατάξεως, με μικρότερη πλειοψηφία από την προβλεπόμενη στην εν λόγω διάταξη. Ο παρατεθείς, όμως, ανωτέρω λόγος ακυρώσεως, όπως προβάλλεται, είναι απορριπτέος, διότι ερείδεται στην εσφαλμένη, κατά τα προεκτεθέντα, προϋπόθεση ότι το Μνημόνιο Συνεννόησης αποτελεί διεθνή σύμβαση κατά την έννοια του άρθρου 28 παρ. 2 του Συντάγματος. Πέραν τούτου, και ανεξαρτήτως της ειδικότερης φύσεώς του ως μη δεσμευτικού, νομικά, κειμένου πολιτικού χαρακτήρα, πάντως, με τις διατάξεις του ν. 3845/2010 δεν κυρώνεται το Μνημόνιο Συνεννόησης, ούτε, άλλωστε, παραχωρούνται με αυτό αρμοδιότητες σχετικές με την άσκηση της οικονομικής και δημοσιονομικής πολιτικής της χώρας και την εποπτεία της υλοποιήσεώς της στα κράτη μέλη της Ευρωζώνης και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Εξάλλου, ούτε με τις διατάξεις του ν. 3845/2010 αναγνωρίζονται εξουσίες σε όργανα διεθνών οργανισμών, περιορίζουσες καθ’ οιονδήποτε τρόπο την άσκηση της εθνικής κυριαρχίας. Αρμοδιότητες σχετικές με την άσκηση της οικονομικής και δημοσιονομικής πολιτικής της χώρας έχουν παραχωρηθεί σε όργανα της Ευρωπαϊκής Ενώσεως σύμφωνα με τις διατάξεις το δικαίου της Ένωσης, στην οποία η Ελλάδα έχει προσχωρήσει με πράξεις κυρωθείσες μετά τήρηση των προϋποθέσεων του άρθρου 28 του Συντάγματος. Περαιτέρω, δεν προσδίδει στις διατάξεις του ν. 3845/2010 χαρακτήρα νόμου εμπίπτοντος στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 28 παρ. 2 του Συντάγματος η διάταξη της παρ. 4 του άρθρου πρώτου του εν λόγω ν. 3845/2010, η οποία, όπως τροποποιήθηκε με την παρ. 9 του άρθρου μόνου του ν. 3847/2010, ορίζει τα εξής: «Παρέχεται στον Υπουργό Οικονομικών η εξουσιοδότηση να εκπροσωπεί το Ελληνικό Δημόσιο και να υπογράφει κάθε μνημόνιο συνεργασίας, συμφωνία ή σύμβαση δανεισμού, … με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, τα κράτη – μέλη της ζώνης του ευρώ, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, … Τα μνημόνια, οι συμφωνίες και οι συμβάσεις του προηγούμενου εδαφίου, εισάγονται στη Βουλή για συζήτηση και ενημέρωση. Ισχύουν και εκτελούνται από της υπογραφής τους». Άλλωστε, η διάταξη αυτή του ν. 3845/2010, αφορώσα μελλοντικές συμφωνίες, είναι άσχετη με την παραδεκτώς (τρίτη) προσβαλλόμενη με την κρινόμενη αίτηση πράξη, διότι η πράξη αυτή δεν έχει, πάντως, εκδοθεί κατ’ εφαρμογή της ανωτέρω διατάξεως, ώστε να είναι δυνατόν να ελεγχθεί το κύρος της εν λόγω διατάξεως και η συμφωνία της προς το Σύνταγμα και ειδικότερα προς το άρθρο 36 παρ. 2 του Συντάγματος [κατά το οποίο «οι συνθήκες για … οικονομική συνεργασία και συμμετοχή σε διεθνείς οργανισμούς ή ενώσεις, … ή οι οποίες επιβαρύνουν ατομικά τους Έλληνες, δεν ισχύουν χωρίς τυπικό νόμο που τις κυρώνει»], όπως ζητείται με την κρινόμενη αίτηση.
Όσον αφορά τη συμβατότητα των ρυθμίσεων των ν. 3833 και 3845/2010, που αφορούν τις περικοπές τόσο των αποδοχών όσο και των συντάξεων, προς το άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών, [αν και ενόψει του ότι, όπως ήδη εκτέθηκε, προσβάλλεται παραδεκτώς μόνον η τρίτη πράξη, που αφορά τους συνταξιούχους, στην προκειμένη υπόθεση ενδιαφέρει η συμβατότητα προς την ανωτέρω υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη της περικοπής μόνον των συνταξίμων αποδοχών] παρατηρούνται τα εξής :
Από την νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου [βλ. απόφαση Stec κ.λ.π v. UnitedKingdom, απόφαση Andrejeva v. Lettonie, απόφαση της 23.11.1983 Van der Mussele c. Belgique, απόφαση Slivenko c. Lettonie no 48321/99, απόφασηKopecký c. Slovaquie no 44912/98, απόφαση της 1.6.1999 Skorkewicz κατά Πολωνίας, απόφαση της 15.6.1999 Domalewski κατά Πολωνίας, απόφαση της 2.3.2000 Shwengel κατά Γερμανίας, απόφαση της 12.10.2000 Jankovic κατά Κροατίας, απόφαση της 3.5.2001 Rajcovic κατά Κροατίας, απόφαση της 10.4.2001 Kuna κατά Γερμανίας, απόφαση της 27.9.2001 Lenz κατά Γερμανίας, απόφαση της 1.10.2002,Gascon Moreno κατά Ισπανίας, απόφαση της 14.1.2003 Quiles Gonzales κατά Ισπανίας, απόφαση της 18.6.2002 Blanco Callejas κατά Ισπανίας, απόφαση της 3.9.2002 Contal κατά Γαλλίας, απόφαση της 20.9.2001 Κανάκης κατά Ελλάδας, απόφαση της 20.6.2002 Αζινάς κατά Κύπρου, απόφαση της 22.6.2004 Broniowski κατά Πολωνίας, απόφαση της 2.10.2003 Ιακωβάκης κατά Ελλάδος, απόφαση της 28.1.2003 Saarinen κατά Φιλανδίας, απόφαση της 12.10.2004 Asmundsson κατά Ισλανδίας, απόφαση της 8.7.2004 Κλιάφας κατά Ελλάδας, απόφαση της 23.4.2002 Larioshina κατά Ρωσίας, απόφαση της 18.6.2009 Budina κατά Ρωσίας, απόφαση της 1.12.2009 Huc κατά Ρουμανίας και Γερμανίας] προκύπτουν τα εξής: Το Δικαστήριο αυτό αναγνωρίζει, κατ’ αρχάς, υπέρ των αρμοδίων αρχών των συμβαλλομένων κρατών ευρύ περιθώριο εκτιμήσεως ως προς την διαμόρφωση της εισοδηματικής τους πολιτικής και την εν γένει οργάνωση των εθνικών συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης και προστασίας. Εντός του πλαισίου αυτού, κατά τον έλεγχο της συμφωνίας των περιοριστικών του ύψους των μισθολογικών, κοινωνικοασφαλιστικών ή παρόμοιας φύσεως παροχών μέτρων προς τις προστατευτικές της περιουσίας διατάξεις της Συμβάσεως, εξετάζει, κατ’ αρχήν, αν τα επίμαχα εθνικά μέτρα αποτελούν επέμβαση σε περιουσιακής φύσεως αγαθά, που εμπίπτουν στο προστατευτικό πεδίο του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου. Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως επί του ζητήματος αυτού, εξετάζεται αν η επέμβαση προβλέπεται από νομοθετικές ή άλλου είδους κανονιστικές διατάξεις, καθώς και αν δικαιολογείται από λόγους γενικού συμφέροντος, στους οποίους πρέπει, κατ’ αρχήν, να θεωρηθεί ότι περιλαμβάνονται και λόγοι, συναπτόμενοι προς την αντιμετώπιση ενός ιδιαιτέρως σοβαρού δημοσιονομικού προβλήματος, όπως είναι, ιδίως, η μείωση των υπερβολικών δημοσιονομικών ελλειμμάτων, ή προς την εξασφάλιση της βιωσιμότητας των κοινωνικοασφαλιστικών οργανισμών. Ακολούθως, το Δικαστήριο ελέγχει αν, προ της λήψεως των μέτρων, εξετάσθηκε επαρκώς η ανάγκη εξασφαλίσεως μίας δίκαιης ισορροπίας μεταξύ των επιδιωκομένων δι’ αυτών σκοπών δημοσίου συμφέροντος και των απαιτήσεων σεβασμού της περιουσίας, σε περίπτωση δε που η ισορροπία αυτή έχει διαταραχθεί, η επέμβαση θεωρείται ότι αποτελεί προσβολή της περιουσίας, η οποία εχώρησε κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου. Κατά τη διενέργεια του ελέγχου αυτού, το Δικαστήριο αποδίδει ιδιαίτερη βαρύτητα στο γεγονός ότι οι εθνικές αρχές έχουν λάβει μέριμνα για την εξασφάλιση ενός αξιοπρεπούς βιοτικού επιπέδου των προσώπων που υφίστανται τις συνέπειες των κρατικών περιοριστικών μέτρων. Πάντως το Δικαστήριο δέχεται ότι με τις διατάξεις του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου δεν κατοχυρώνεται δικαίωμα σε σύνταξη ορισμένου ύψους, ούτε δικαίωμα για την απόκτηση περιουσίας.
Από τις διατάξεις των νόμων 3833 και 3845/2010 προκύπτει ότι με τους νόμους αυτούς ελήφθησαν μέτρα δημοσιονομικής προσαρμογής για την άμεση αντιμετώπιση της οξείας δημοσιονομικής κρίσης, η οποία είχε καταστήσει αδύνατη την εξυπηρέτηση των δανειακών αναγκών της χώρας μέσω των διεθνών αγορών και πιθανό το ενδεχόμενο χρεοκοπίας της. Πέραν της αποτροπής του κινδύνου πτωχεύσεως της χώρας, με τα μέτρα αυτά επιδιώκεται, περαιτέρω, η εξυγίανση των δημοσίων οικονομικών κατά τρόπο δυνάμενο να διατηρηθεί και στο μέλλον. Εξάλλου, η θέσπιση των προβλεπομένων στο ν. 3845/2010 μέτρων, η οποία κρίθηκε επιβεβλημένη για την ενεργοποίηση του ευρωπαϊκού μηχανισμού στήριξης της ελληνικής οικονομίας, συνιστά πλέον, όπως ήδη εκτέθηκε, εκπλήρωση υποχρεώσεως της Ελλάδας, η οποία απορρέει όχι από το προσαρτηθέν στον ν. 3845/2010 Μνημόνιο, αλλά από την ιδιότητά της ως μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης και από τη συμμετοχή της στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση, δοθέντος ότι τα μέτρα αυτά προβλέπονται ήδη από την προαναφερθείσα απόφαση του Συμβουλίου της 8ης Ιουνίου 2010 και αποβλέπουν στη μείωση του υπερβολικού ελλείμματος της Ελλάδος και, κατ’ επέκταση, στην διασφάλιση της σταθερότητας της Ευρωζώνης και της συναλλαγματικής θέσης του κοινού νομίσματος. Με τα δεδομένα αυτά, τα επίμαχα μέτρα, τα οποία αποτελούν τμήμα του ευρύτερου προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής και προώθησης διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων της ελληνικής οικονομίας, δικαιολογούνται κατ’ επίκληση σοβαρών λόγων δημοσίου συμφέροντος, οι οποίοι αποτελούν, ταυτοχρόνως, και σκοπούς κοινού ενδιαφέροντος των κρατών – μελών της Ένωσης για την τήρηση των υποχρεώσεων δημοσιονομικής πειθαρχίας και τη διασφάλιση της σταθερότητας της ζώνης του ευρώ στο σύνολό της. Αβασίμως, κατά συνέπεια, προβάλλεται με την κρινόμενη αίτηση ότι οι λόγοι, κατ’ επίκληση των οποίων επιχειρείται η περικοπή των αποδοχών και των επιδομάτων των εργαζομένων στο δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα και των επιδομάτων εορτών και αδείας των συνταξιούχων των οργανισμών κοινωνικής ασφαλίσεως, δεν επαρκούν για τη δικαιολόγηση, από της απόψεως αυτής, της αναγκαιότητας λήψεως των επίμαχων μέτρων, διότι δι’ αυτών επιδιώκεται αποκλειστικώς η εξυπηρέτηση των ταμειακών συμφερόντων του Δημοσίου. Εξάλλου, τα επίμαχα μέτρα παρίστανται πρόσφορα για την επίτευξη των επιδιωκομένων δι’ αυτών σκοπών, δηλαδή της μειώσεως του ελλείμματος κατά 2,5 περίπου εκατοστιαίες μονάδες του Α.Ε.Π.. Περαιτέρω, οι προβαλλόμενοι με την κρινόμενη αίτηση ισχυρισμοί περί παραβάσεως της αρχής της αναλογικότητας είναι απορριπτέοι. Ειδικότερα, αβασίμως προβάλλεται ότι ο νομοθέτης παρέλειψε να εξετάσει, προ της λήψεως των συγκεκριμένων μέτρων, το ενδεχόμενο υιοθέτησης εναλλακτικών λύσεων, ηπιότερων, δηλαδή, μέτρων δημοσιονομικής προσαρμογής. Και τούτο, διότι, ανεξαρτήτως του ότι η μείωση του κόστους μισθοδοσίας του προσωπικού του δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα και των δαπανών κοινωνικής ασφάλισης αποτελεί, κατά τα ήδη εκτεθέντα, υποχρέωση ευθέως απορρέουσα από την ληφθείσα κατ’ επίκληση διατάξεων της ΣΛΕΕ απόφαση του Συμβουλίου της 8ης Ιουνίου 2010, εν πάση περιπτώσει τα επίμαχα μέτρα εντάσσονται στο πλαίσιο ενός ευρύτερου προγράμματος δημοσιονομικής εξυγίανσης, τμήμα μόνον του οποίου αποτελούν. Ειδικότερα, η επιχειρούμενη δημοσιονομική προσαρμογή δεν επικεντρώνεται στα μέτρα περικοπής των αποδοχών και των επιδομάτων των μισθωτών του στενού και ευρύτερου δημοσίου τομέα και των συνταξιούχων, αλλά περιλαμβάνει και διάφορα δημοσιονομικά και διαρθρωτικά μέτρα, η συντονισμένη εφαρμογή των οποίων κατά την επόμενη τριετία εκτιμάται ότι θα συμβάλλει στην έξοδο της χώρας από την κρίση και στην βελτίωση των δημοσιονομικών της μεγεθών, κατά τρόπο που αναμένεται να διατηρηθεί και μετά την πάροδο της τριετίας.[6] Το ότι δε η περικοπή αποδοχών και συνταξιοδοτικών παροχών ήταν από τα πρώτα μέτρα που ελήφθησαν οφείλεται στο γεγονός ότι, ως εκ της φύσεώς του, το μέτρο αυτό ήταν πρόσφορο να αποφέρει αμέσως αποτελέσματα προς αντιμετώπιση του κατά τον χρόνο της θεσπίσεώς του αμέσου κινδύνου χρεοκοπίας της χώρα, ενώ πολλά από τα λοιπά μέτρα, τα οποία ελήφθησαν στη συνέχεια, δεν μπορούσαν να έχουν άμεσα αποτελέσματα, υπό την έννοια ότι δεν ήταν ικανά να εξασφαλίσουν αμέσως έσοδα για την αντιμετώπιση των οικονομικών αναγκών της χώρας. Για τους ίδιους, άλλωστε, λόγους απορριπτέοι τυγχάνουν και οι ισχυρισμοί ότι τα συγκεκριμένα μέτρα έχουν μικρή δημοσιονομική επίπτωση[7], ανεξαρτήτως του ότι η επιλογή επιδιώξεως μεγαλύτερου δημοσιολογικού οφέλους από την περικοπή αποδοχών και συντάξεων θα απέβαινε εις βάρος των εργαζομένων και των συνταξιούχων. Επίσης απορριπτέοι είναι και οι ισχυρισμοί ότι, κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας, δεν προσδόθηκε προσωρινός χαρακτήρας στα ληφθέντα με τις ανωτέρω διατάξεις μέτρα. Και τούτο, διότι, ανεξαρτήτως του αν από την αρχή αυτή απορρέουν τέτοιου είδους απαιτήσεις, πάντως, με τα ληφθέντα μέτρα επιδιώκεται, όπως έχει ήδη εκτεθεί, όχι μόνον η αντιμετώπιση της οξείας δημοσιονομικής κρίσης, αλλά και η εξυγίανση των δημοσίων οικονομικών, κατά τρόπο που θα διατηρηθεί και στο μέλλον. Ούτε μπορεί να θεωρηθεί ότι παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας η θέσπιση του επιδίκου μέτρου της περικοπής αποδοχών και συντάξεων εκ του ότι μεταγενεστέρως δημοσιεύθηκε ο ν. 3888/2010, με τον οποίο θεσπίσθηκε, κατά παρέκκλιση των παγίων φορολογικών διατάξεων, ειδικός τρόπος επιλύσεως εκκρεμών φορολογικών υποθέσεων (προς τον σκοπό, όπως αναφέρεται στην αιτιολογική έκθεση του εν λόγω νόμου, της περατώσεως των ανελέγκτων υποθέσεων του παρελθόντος), εφόσον εν πάση περιπτώσει με τον προγενέστερο ν. 3842/2010 έχουν θεσπισθεί πάγιες διατάξεις για την αναμόρφωση του φορολογικού συστήματος, την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής και της φορολογικής απάτης και την εμπέδωση φορολογικής συνειδήσεως.
Εξάλλου, από το Μνημόνιο Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής, το οποίο προσαρτάται στον ν. 3845/2010 και στο οποίο, ως εκ τούτου, δύναται να ανατρέχει ο δικαστής για να αναζητήσει την αιτιολογία των θεσπιζομένων με τον νόμο ρυθμίσεων, προκύπτει ότι οι συντάκτες του είχαν πλήρη επίγνωση των συνεπειών από την μείωση των αποδοχών των εν ενεργεία υπαλλήλων και των καταβαλλομένων στους συνταξιούχους παροχών, για το λόγο δε αυτό θεσπίζεται μεν η μείωση αυτή, λαμβάνεται, όμως, πρόνοια οι προκύπτουσες μετά την μείωση αυτή αποδοχές και συντάξεις να διατηρούνται σε βιώσιμα επίπεδα (βλ. σελ. 1337 ΦΕΚ 65/2010, στην οποία αναφέρεται ότι «Η εισοδηματική πολιτική και η πολιτική κοινωνικής προστασίας πρέπει να στηρίξουν την προσπάθεια για δημοσιονομική προσαρμογή και την επανάκτηση της ανταγωνιστικότητας. Η προσαρμογή των εισοδημάτων σε βιώσιμα επίπεδα είναι αναγκαία για τη στήριξη της δημοσιονομικής διόρθωσης …»). Από το γεγονός δε ότι στο Μνημόνιο καθορίζεται η δαπάνη, που πρέπει να εξοικονομηθεί από τις περικοπές σε αποδοχές και συντάξεις, συνάγεται ότι εμμέσως καθορίσθηκε και το ύψος διαμορφώσεως των εφεξής καταβαλλομένων μισθών και συντάξεων μετά από στάθμιση μεταξύ του επιδιωκομένου με τις περικοπές δημοσίου συμφέροντος σκοπού της αντιμετωπίσεως της οξείας δημοσιονομικής κρίσεως και της ανάγκης της διατηρήσεως των εισοδημάτων των εργαζομένων και συνταξιούχων σε βιώσιμα επίπεδα. Περαιτέρω, το μειονέκτημα της μερικής απώλειας αποδοχών ή συνταξιοδοτικών παροχών, ως μέρος των μέτρων που επέτρεψαν στην Ελλάδα να ενταχθεί στο μηχανισμό στήριξης, αντισταθμίζεται από το πλεονέκτημα της αποφυγής της χρεοκοπίας της χώρας και της συνεχίσεως της καταβολής μισθών και συντάξεων. Άλλωστε, από την περικοπή των αποδοχών εξαιρούνται πολλές κατηγορίες ιδιαιτέρως σημαντικών επιδομάτων, όπως είναι, ιδίως, τα επιδόματα οικογενειακών παροχών, χρόνου υπηρεσίας, επικίνδυνης εργασίας και κινήτρου απόδοσης, ενώ προβλέπεται η καταβολή επιδομάτων εορτών και αδείας, έστω και σε μειωμένα εν σχέσει με το προϊσχύον δίκαιο ποσά, σε εργαζομένους και συνταξιούχους, των οποίων, αντιστοίχως, οι αποδοχές ή η σύνταξη δεν υπερβαίνει το ποσό των 3.000 ή των 2.500 ευρώ, από το ηλικιακό δε κριτήριο των 60 ετών, μόνον πάνω από το οποίο συνταξιούχος δικαιούται τα νέα επιδόματα εορτών και αδείας, εξαιρούνται ευπαθείς ομάδες, όπως π.χ. όσοι λαμβάνουν σύνταξη λόγω αναπηρίας ή με το καθεστώς των βαρέων και ανθυγιεινών ή των οικοδομικών επαγγελμάτων ή, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, αν είναι δικαιούχοι συντάξεως εκ μεταβιβάσεως. Ενόψει των ανωτέρω, οι επίδικες ρυθμίσεις, με τις οποίες επέρχεται μεν, κατ’ αρχήν, επέμβαση σε περιουσιακά δικαιώματα, εξασφαλίζουν ισορροπία ανάμεσα στις απαιτήσεις του γενικού συμφέροντος και την ανάγκη προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ανθρώπου. Συνεπώς, δεν αντίκεινται στο άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου και τα περί του αντιθέτου προβαλλόμενα είναι απορριπτέα ως αβάσιμα. Εξάλλου, απορριπτέοι ως αβάσιμοι είναι και οι λόγοι ακυρώσεως περί παραβάσεως του προστατεύοντος την ανθρώπινη αξία άρθρου 2 του Συντάγματος και των κατοχυρωμένων, αντιστοίχως, με το άρθρο 4 παρ. 1 και παρ. 5 αρχών της ισότητας και της ισότητας ενώπιον των δημοσίων βαρών και με το άρθρο 25 παρ. 1 εδ. δ΄ του Συντάγματος αρχής της αναλογικότητας.
Ενόψει δε του σκοπού που επιδιώκεται με τις επίδικες ρυθμίσεις δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αντίκειται σε καμία συνταγματική διάταξη το γεγονός ότι ο νομοθέτης δεν παρέσχε την δυνατότητα να εξετάζεται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την Διοίκηση κατ’ αρχάς και στην συνέχεια από τα δικαστήρια αν τηρείται μια δίκαιη ισορροπία μεταξύ των σχετικών με το γενικό συμφέρον απαιτήσεων και των επιταγών που συνδέονται με την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων των πολιτών. Συνεπώς, τα περί του αντιθέτου προβαλλόμενα είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.

Τέλος, οι λόγοι ακυρώσεως, με τους οποίους προβάλλεται παραβίαση των άρθρων του Συντάγματος 5 παρ. 1 (περί οικονομικής ελευθερίας), 22 (που προβλέπει τις συλλογικές συμβάσεις ως μέσο καθορισμού των αποδοχών των εργαζομένων) και 23 (που κατοχυρώνει την συνδικαλιστική ελευθερία), καθώς και διαφόρων διεθνών συμβάσεων εργασίας, που κατοχυρώνουν την συνδικαλιστική ελευθερία και το δικαίωμα συλλογικής διαπραγματεύσεως, αν θεωρηθεί ότι αφορούν και την τρίτη προσβαλλόμενη πράξη, η οποία προσβάλλεται παραδεκτώς, [αν και, όπως προβάλλονται, φαίνεται να αφορούν μόνον τις δύο πρώτες προσβαλλόμενες, μη εκτελεστές, πράξεις] προβάλλονται απαραδέκτως, διότι αφορούν ρυθμίσεις των ν. 3833/2010 και 3845/2010, οι οποίες δεν έχουν εξειδικευθεί με την εν λόγω απόφαση, που αφορά συνταξιούχους, των οποίων περικόπτονται συντάξιμες αποδοχές χορηγούμενες από οργανισμούς κοινωνικής ασφαλίσεως (πρβλ. Σ.τ.Ε. 96/2009, 3266/2008, 372, 373/2005, 1095/2001, 1792, 1793/1997, 2112/1984).



[1] Η πρώτη από τις πολιτικές αυτές συνδέεται με τον προσδιορισμό του όγκου του χρήματος που κυκλοφορεί εντός της επικράτειας των κρατών – μελών που μετέχουν στο μηχανισμό αυτό, ενώ η συναλλαγματική πολιτική με τη διαμόρφωση των ισοτιμιών του ευρώ έναντι των νομισμάτων των τρίτων χωρών. Κεντρικός στόχος της κοινής νομισματικής και συναλλαγματικής πολιτικής είναι η σταθερότητα των τιμών, η επίτευξη, δηλαδή, χαμηλού πληθωρισμού. Πέραν του αντιπληθωριστικού αυτού στόχου, κάθε δράση της Ένωσης και των κρατών – μελών στον τομέα αυτό πρέπει να επιδιώκει την επίτευξη υγιών νομισματικών συνθηκών και τη διατήρηση της σταθερότητας του ισοζυγίου πληρωμών, ήτοι την ομαλή κυκλοφορία του χρήματος στην αγορά και την εξασφάλιση της διαρκούς χρηματοδότησης των εξωτερικών πληρωμών, αντιστοίχως.
[2] Σύμφωνα με το άρθρο 2 του Πρωτοκόλλου, οι όροι δημόσιος και δημοσιονομικός νοούνται με ευρεία έννοια, ήτοι καλύπτουν την κεντρική κυβέρνηση, την περιφερειακή ή τοπική διοίκηση και τα ταμεία κοινωνικής ασφάλισης, εξαιρουμένων των εμπορικών πράξεων, όπως ορίζονται στο ευρωπαϊκό σύστημα ολοκληρωμένων οικονομικών λογαριασμών, ενώ ως έλλειμμα νοείται ο καθαρός δανεισμός, όπως ορίζεται στο ευρωπαϊκό σύστημα ολοκληρωμένων οικονομικών λογαριασμών, και ως χρέος το συνολικό ακαθάριστο χρέος, στην ονομαστική του αξία, που εκκρεμεί στο τέλος του έτους, ενοποιημένο εντός και μεταξύ των τομέων του κατά εν ευρεία έννοια δημοσίου, όπως ορίζεται στην πρώτη περίπτωση. Κατά το άρθρο 3 του Πρωτοκόλλου, προκειμένου να διασφαλισθεί η αποτελεσματικότητα της διαδικασίας υπερβολικού ελλείμματος, οι κυβερνήσεις των κρατών – μελών ευθύνονται, στο πλαίσιο της διαδικασίας αυτής, για τα ελλείμματα του δημοσίου υπό ευρεία έννοια.
[3] Ήδη, κατά τη Σύνοδο Κορυφής της 28ης και 29ης Οκτωβρίου 2010, οι Αρχηγοί Κρατών και Κυβερνήσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι οποίοι ενέκριναν την υποβληθείσα έκθεση της Ειδικής Ομάδας για την Οικονομική Διακυβέρνηση, εξέφρασαν, με τα συμπεράσματά τους, την συμφωνία τους ότι η πρόσφατη δημοσιονομική κρίση της Ελλάδας ανέδειξε την ανάγκη να θεσπισθεί ένας μόνιμος μηχανισμός για την αντιμετώπιση κρίσεων, προκειμένου να διασφαλισθεί η χρηματοοικονομική σταθερότητα της ζώνης του ευρώ συνολικά. Προς τούτο, εξουσιοδοτήθηκε ο Πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου να προβεί σε διαβουλεύσεις με τα μέλη του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου για να προωθήσει στις αναγκαίες τροποποιήσεις της Συνθήκης, χωρίς, ωστόσο, να θίξει τις διατάξεις του άρθρου 125 της ΣΛΕΕ περί μη αναστολής του δικαιώματος ψήφου των κρατών – μελών (ρήτρα του «nobail-out»). Επιπλέον, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο εξέφρασε την ικανοποίησή του για την πρόθεση της Επιτροπής να πραγματοποιήσει, σε στενή διαβούλευση με τον Πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, προπαρασκευαστικές εργασίες σχετικά με τα γενικά χαρακτηριστικά ενός νέου μηχανισμού, στον οποίο, μεταξύ άλλων, μπορεί να διαδραματίζει ρόλο ο ιδιωτικός τομέας και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Ο Πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου εξουσιοδοτήθηκε, επίσης, να εξετάσει, μετά από διαβούλευση με τα κράτη – μέλη, το ζήτημα της αναστολής του δικαιώματος των μελών της ζώνης του ευρώ να συμμετέχουν στη λήψη αποφάσεων σε διαδικασίες σχετικές με την Ο.Ν.Ε. σε περίπτωση μόνιμης απειλής της σταθερότητας της ευρωζώνης. Τέλος, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο αποφάσισε ότι θα επανέλθει στο ζήτημα αυτό κατά τη σύνοδο του Δεκεμβρίου, προκειμένου να λάβει την τελική του απόφαση τόσο για την εγκαθίδρυση του μηχανισμού αντιμετώπισης κρίσεων, όσο και για τις αναγκαίες τροποποιήσεις της Συνθήκης, ούτως ώστε οιαδήποτε αλλαγή αποφασισθεί να μπορέσει να τεθεί σε εφαρμογή το αργότερο από τα μέσα του 2013.
[4] Από νομικής απόψεως, δεν πρόκειται ούτε για δάνειο, διότι, σε αντίθεση με την Παγκόσμια Τράπεζα, η οποία χορηγεί δάνεια για τη χρηματοδότηση συγκεκριμένων επενδυτικών ή αναπτυξιακών εν γένει προγραμμάτων, το Ταμείο πωλεί στα μέλη του, τα οποία, λόγω των οικονομικών προβλημάτων τους, αδυνατούν να προσφύγουν στις αγορές, συνάλλαγμα, το οποίο υποχρεούνται να επιστρέψουν εντός της προβλεπόμενης περιόδου αποπληρωμής.
[5] Η KfWBankengruppe αποτελεί χρηματοπιστωτικό ίδρυμα, το οποίο υπόκειται στις οδηγίες, τελεί υπό την εγγύηση και ενεργεί προς το δημόσιο συμφέρον της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας.
[6] Εντός του πλαισίου της προσπάθειας βελτιώσεως της οικονομικής καταστάσεως της χώρας έχουν ήδη ληφθεί και άλλα μέτρα για τη μείωση του ελλείμματος και του δημοσίου χρέους. Ειδικότερα, πέραν των μέτρων μειώσεως των δαπανών μισθοδοσίας του προσωπικού του στενού και ευρύτερου δημοσίου τομέα και των δαπανών για την χορήγηση συνταξιοδοτικών παροχών από οργανισμούς κοινωνικής ασφαλίσεως και αυξήσεως των κρατικών εσόδων (αύξηση συντελεστών φόρου προστιθέμενης αξίας και ειδικών φόρων κατανάλωσης, επιβολή έκτακτων εισφορών), τα οποία ελήφθησαν με τις επιμέρους διατάξεις των νόμων 3833 και 3845/2010, ήδη έχουν ληφθεί μέτρα για την καθιέρωση ενός δικαιότερου και αποδοτικότερου φορολογικού συστήματος και για την αποτελεσματική αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής και της φορολογικής απάτης και την εμπέδωση φορολογικής συνειδήσεως (ν. 3842/2010, Α΄ 58), για τη μεταρρύθμιση του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης (ν. 3863/2010) και του συστήματος συνταξιοδοτήσεως των υπαλλήλων του Δημοσίου (ν. 3865/2010), την αναθεώρηση των διαδικασιών παρακολούθησης και ελέγχου της εξέλιξης των δημοσίων οικονομικών (ν. 3832/2010), την απελευθέρωση ορισμένων κλειστών επαγγελμάτων (ν. 3887/2010 για τις οδικές εμπορευματικές μεταφορές) και την εξυγίανση δημοσίων επιχειρήσεων (ν. 3891/2010, Α΄ 188, για την αναδιάρθρωση, την εξυγίανση και την ανάπτυξη του ομίλου ΟΣΕ και της ΤΡΑΙΝΟΣΕ).
[7] Η μείωση του μισθολογικού κόστους μέσω της μειώσεως των αποδοχών των εν ενεργεία υπαλλήλων θα ανέλθει σε 1100 εκ. ευρώ, δηλαδή σε ποσοστό 0,5% του Α.Ε.Π., για το 2010 και σε 400 εκ. ευρώ, δηλαδή σε ποσοστό 0,2% του Α.Ε.Π., για το 2011, η δε μείωση που θα επιτευχθεί μέσω της περικοπής της 13ης και της 14ης συντάξεως θα ανέλθει σε 1500 εκ. ευρώ, δηλαδή σε ποσοστό 0,6% του Α.Ε.Π., για το 2010 και σε 500 εκ. ευρώ, δηλαδή σε ποσοστό 0,2% του Α.Ε.Π., για το 2011.

Η βιώσιμη ανάπτυξη και ο δικαστικός της έλεγχος στη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας

Ευτυχία Αχτσιόγλου

Η βιώσιμη ανάπτυξη και ο δικαστικός της έλεγχος στη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας

Για να διαβάσετε την εργασία πατήστε στο εικόνιδιο του αρχείου .pdf που επισυνάπτεται.

Πανεπιστήμιο και Σύνταγμα. Το άρθρο 16 και η πανεπιστημιακή μεταρρύθμιση

Χαράλαμπος Ανθόπουλος, Επίκουρος Καθηγητής στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο

Πανεπιστήμιο και Σύνταγμα. Το άρθρο 16 και η πανεπιστημιακή μεταρρύθμιση
Κατά την 65η Σύνοδο των Πρυτάνεων στο Ρέθυμνο στις 23 Οκτωβρίου 2010 παρουσιάσθηκε από την Υπουργό Παιδείας κείμενο διαβούλευσης για τη νέα πανεπιστημιακή μεταρρύθμιση. Στο κείμενο αυτό περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, και προτάσεις για την αλλαγή του συστήματος εσωτερικής διακυβέρνησης των ΑΕΙ.
Αν και δεν υπάρχει προς το παρόν ολοκληρωμένο οργανόγραμμα, αφού αυτό θα διαμορφωθεί με βάση και τις διεργασίες της δημόσιας διαβούλευσης, από το περιεχόμενο και την κατεύθυνση των προτάσεων του κειμένου διαφαίνεται η επιδίωξη μιας «Μεγάλης Μεταρρύθμισης» που δεν θα περιορισθεί σε επιμέρους διορθωτικές παρεμβάσεις σαν αυτές του ν. 3459/2007.
Πράγματι, σε σχέση με το μοντέλο πανεπιστημιακής διακυβέρνησης που εισήγαγε ο ν. 1268/1982, το προτεινόμενο νέο οργανωτικό σχήμα, το οποίο ακολουθεί κυρίως αγγλοσαξονικά πρότυπα, εμφανίζεται ως «μετάβασις εις άλλο γένος». Εφεξής, εκτελεστική κορυφή του Πανεπιστημίου δεν θα είναι ο Πρύτανης, ο οποίος υπό το ισχύον καθεστώς εκλέγεται με άμεση και καθολική ψηφοφορία από όλη την πανεπιστημιακή κοινότητα, αλλά ένα νέο συλλογικό όργανο, το Συμβούλιο Διοίκησης, το οποίο θα απαρτίζεται από εκλεγμένα μέλη και από άγνωστο προς το παρόν αριθμό «εξωτερικών μελών». Δεν διευκρινίζεται ποιος θα εκλέγει τους εκπροσώπους της ακαδημαϊκής κοινότητας στο Συμβούλιο Διοίκησης -φυσιολογικά η Σύγκλητος- και αν τα «εξωτερικά μέλη» θα εκλέγονται και αυτά από τη Σύγκλητο ή θα διορίζονται από το Υπουργείο Παιδείας ή από άλλους «φορείς συμφερόντων». Ο Πρύτανης θα επιλέγεται από το Συμβούλιο Διοίκησης μετά από διεθνή πρόσκληση ενδιαφέροντος και γνώμη του ακαδημαϊκού προσωπικού του Ιδρύματος. Το Συμβούλιο Διοίκησης θα έχει πλέον τον πρώτο και τον τελευταίο λόγο σε όλες τις κρίσιμες υποθέσεις του Πανεπιστημίου εκτός από τις αμιγώς ακαδημαϊκές, οι οποίες θα παραμείνουν στην αρμοδιότητα της Συγκλήτου.
Οι προτάσεις αυτές προσκρούουν σε σοβαρές συνταγματικές δυσχέρειες. Δεν μπορεί φυσικά να συζητηθεί σοβαρά το ενδεχόμενο διορισμού των «εξωτερικών μελών» στο Συμβούλιο Διοίκησης από το Υπουργείο Παιδείας ή από άλλους «φορείς συμφερόντων». Αυτό προϋποθέτει ένα άλλο Σύνταγμα που δεν θα κατοχυρώνει τον θεσμό της πανεπιστημιακής αυτοδιοίκησης. Ήδη, πάντως, η Υπουργός Παιδείας ξεκαθάρισε ότι δεν θα υπάρχουν «διορισμένα» μέλη, αν και το κείμενο διαβούλευσης εφέρετο προς άλλες σκέψεις… Οριακά θα ήταν συνταγματικά επιτρεπτή η συμμετοχή «εξωτερικών μελών» στο Συμβούλιο Διοίκησης -υπό την προϋπόθεση ότι θα εκλέγονταν από τη Σύγκλητο-, αν τα εκλεγμένα μέλη της ακαδημαϊκής κοινότητας είχαν την πλειοψηφία στο Συμβούλιο. Η αφαίρεση από τη Σύγκλητο των κρίσιμων αρμοδιοτήτων της σχετικά με τη «γενική πολιτική» του Ιδρύματος αντιβαίνει στη θεμελιώδη δημοκρατική αρχή της υπεροχής των άμεσα αντιπροσωπευτικών συλλογικών πανεπιστημιακών οργάνων. Τέλος, ο επιλεγμένος με διεθνή διαγωνισμό «επαγγελματίας Πρύτανης», λόγω ακριβώς του τρόπου της ανάδειξής του, που τον ανεξαρτητοποιεί από την ακαδημαϊκή κοινότητα του οικείου Ιδρύματος, δεν θα είναι ο Πρύτανης φύλακας της ακαδημαϊκή ελευθερίας, όπως τον θέλει το άρθρο 16 του Συντάγματος και η πανεπιστημιακή παράδοση.
Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Έθνος», 15.12.2010.

Ο αυτεπάγγελτος δικαστικός έλεγχος της συμβατικότητας των νόμων και οι όροι του παραδεκτού ενόψει του παρεμπίπτοντος χαρακτήρα του

Αντώνης Μανιτάκης

Ο αυτεπάγγελτος δικαστικός έλεγχος της συμβατικότητας των νόμων και οι όροι του παραδεκτού ενόψει του παρεμπίπτοντος χαρακτήρα του
1. Το νομικό ζήτημα που ανέκυψε στην σχολιαζόμενη απόφαση ΣτΕ 1386/2010 του Α’ Τμήματος και για την επίλυση του οποίου κλήθηκε, τελικά, λόγω σπουδαιότητας του θέματος, να απαντήσει το Τμήμα υπό την επταμελή σύνθεσή του, είναι αν αιτίαση παραβίασης κανόνα του ενωσιακού δικαίου από πράξη κρατική, η οποία είχε προβληθεί για πρώτη φορά απαραδέκτως στην κατ’ έφεση δίκη και είχε τότε απορριφθεί, θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ακόμη και αυτεπαγγέλτως στην αναιρετική δίκη, επειδή πρόκειται για λόγο παραβίασης κανόνα του ενωσιακού δικαίου, δηλαδή πρόκειται για λόγο παραβίασης κανόνα υπέρτερης ισχύος. Ο υπερνομοθετικός χαρακτήρας των κοινοτικών διατάξεων που θεωρείται ότι παραβιάστηκαν με την προσβαλλόμενη πράξη δικαιολογεί, κατά τη νομολογία, όπως και στον έλεγχο της συνταγματικότητας, τον αυτεπάγγελτο έλεγχο της συμβατικότητάς τους.
Το κρίσιμο όμως ζήτημα της απόφασης δεν βρίσκεται στον αυτεπάγγελτο ή μη χαρακτήρα του ελέγχου της συμβατικότητας, διότι περί αυτού φαίνεται να δικαστήριο να ομονοεί εξομοιώνοντας τον έλεγχο συμβατικότητας προς τον έλεγχο συνταγματικότητας. Το αμφιλεγόμενο ζήτημα έχει να κάνει με το αν το αυτεπάγγελτο του ελέγχου της συμβατικότητας εξαρτάται από τη συνδρομή ή μη στη συγκεκριμένη υπόθεση των όρων του παραδεκτού, αν δηλαδή ο λόγος αναιρέσεως που προβάλλεται στην αναιρετική δίκη σε διαφορά ουσίας ενώπιον του ΣτΕ μπορεί να ληφθεί υπόψη παρόλο που απαραδέκτως είχε προβληθεί στην κατ’ έφεση δίκη. Στην απόφαση που σχολιάζεται εδώ, το ΣτΕ επαναλαμβάνοντας την πάγια επί του προκειμένου νομολογία του συντάχθηκε στην μείζονα πρότασή του με τον νομολογιακό κανόνα ότι ο δικαστής ναι μεν δικαιούται να προβαίνει σε αυτεπάγγελτο έλεγχο της συμβατικότητας του κοινοτικού δικαίου, «υποχρεούται όμως να περιορίσει τον έλεγχο αυτό επί του κεφαλαίου της πράξεως που αμφισβητήθηκε με την προσφυγή και εντός των ορίων του αιτήματος της τελευταίας» και να μη δικάσει ultrapetita.
2. Ανάλογο πρόβλημα ανακύπτει και έχει αντιμετωπιστεί από τη νομολογία και κατά τον έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων, όπου γίνεται μεν γενικά αποδεκτό ότι ο έλεγχος ασκείται και πρέπει να ασκείται και αυτεπαγγέλτως, αμφισβητείται όμως αν ο αυτεπάγγελτος έλεγχος της συνταγματικότητας μπορεί να γίνει και κατά παρέκκλιση των δικονομικών κανόνων, με βάση του οποίους διεξάγεται η συγκεκριμένη δίκη, όπως είναι οι όροι του παραδεκτού μεταξύ των οποίων η συνδρομή εννόμου συμφέροντος και ο περιορισμός της δικαστικής απόφασης στα αιτούμενα από τον προσφεύγοντα([1]).
Ο δικαστής της συνταγματικότητας ελέγχει τη συνταγματικότητα ουσιαστικού νόμου μέσα στα όρια και με βάση τους όρους και τους δικονομικούς κανόνες της δίκης. Θεμελιώδης δικονομικός όρος του ελέγχου της συνταγματικότητας είναι άρα η συνδρομή των ουσιαστικών και τυπικών προϋποθέσεων κάταρξης και συνέχισης της δίκης. Η έρευνα δηλαδή γίνεται, εφόσον συντρέχουν οι όροι του παραδεκτού όπως είναι και οι όροι της νομιμοποίησης του διαδίκου και εφ’ όσον διαρκούν οι όροι αυτοί και υπάρχει ανάγκη έκδοσης δικαστικής απόφασης. Η αντισυνταγματικότητα μπορεί υπό τους όρους αυτούς να προβληθεί κατ’ ένσταση ή και να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε οποιαδήποτε φάση της δίκης, σε πρώτο ή δεύτερο για πρώτη φορά βαθμό ή ακόμη και στην αναιρετική δίκη([2]). Ο δικονομικός αυτός εγκλωβισμός του δικαστή, δηλαδή η υποταγή και του αυτεπάγγελτου χαρακτήρα του ελέγχου στον όρο του παραδεκτού αποτελεί απόρροια του παρεμπίπτοντα χαρακτήρα του ελέγχου της συνταγματικότητας και του γεγονότος ότι η συνταγματική αμφισβήτηση δεν έχει δική της δικονομία. Το ζήτημα επομένως δεν είναι αν ο δικαστής «δικαιούται ή υποχρεούται να προβεί αυτεπαγγέλτως σε έλεγχο αντισυνταγματικότητας», αλλά αν, ενώ είναι εξοπλισμένος με την αρμοδιότητα ή εξουσία να ασκεί έλεγχο της αντισυνταγματικότητας ακόμη και αυτεπαγγέλτως, μπορεί να το κάνει ακόμη και όταν δεν συντρέχει λόγος εννόμου συμφέροντος ή αν μπορεί να αποφανθεί πέραν των αιτηθέντων και γενικότερα όταν ελλείπουν οι προϋποθέσεις του παραδεκτού([3]).
3. Αυτά όσον αφορά τον έλεγχο συνταγματικότητας. Τι ισχύει όμως όσον αφορά τον έλεγχο συμβατότητας διάταξης εθνικού νόμου προς το κοινοτικό δίκαιο; Η τάση της νομολογίας είναι να εξομοιώνει τα δύο είδη ελέγχου. Αυτό επαναλαμβάνει και η παρούσα απόφαση αντιμετωπίζοντας με το διαζευκτικό «ή» συνταγματικότητα και συμβατικότητα, χωρίς όμως και να αιτιολογεί την εξομοίωση. Τι είναι όμως αυτό που εξομοιώνει τα δύο είδη ελέγχου; το γεγονός ότι και οι δύο έλεγχοι αφορούν έρευνα συμφωνίας/ ασυμφωνίας ενός κατώτερου κανόνα προς ανώτερο κανόνα ή ότι απλώς και οι δύο δικαστικοί έλεγχοι ασκούνται σύμφωνα με τους δικονομικούς κανόνες της δίκης που διεξάγεται και υπόκεινται σε αυτούς; Τι είναι αυτό που δικαιολογεί την κοινή δικονομική αντιμετώπισή τους; η υπέρτερη τυπική ισχύς τους έναντι του νόμου ή μήπως, όπως πιστεύω, ο παρεμπίπτων χαρακτήρας του ελέγχου που ασκείται και στις δύο περιπτώσεις;
Θεωρώ ότι οι δικονομικοί καταναγκασμοί που διέπουν μια διαφορά επιβάλλονται και στα δύο είδη ελέγχου, επειδή ο δικαστής κρίνει τόσο το ζήτημα της συνταγματικότητας όσο και το ζήτημα της συμβατικότητας παρεμπιπτόντως, στο πλαίσιο δηλαδή μιας κύριας δίκης που δεν έχει ως άμεσο αντικείμενό της ούτε τον έλεγχο συνταγματικότητας ούτε τον έλεγχο συμβατικότητας της κρίσιμης για την επίλυση της διαφοράς διάταξης νόμου. Η εφαρμογή τους είναι άρα λογική συνέπεια του παρεπόμενου χαρακτήρα του ελέγχου που ασκείται και στις δύο περιπτώσεις.
Σε ό,τι αφορά ειδικά τον δικαστικό έλεγχο της συμβατότητας μιας διάταξης νόμου προς το ενωσιακό δίκαιο: ο εθνικός δικαστής δικάζει μεν ως κοινοτικός δικαστής, σύμφωνα όμως με τη δικονομία της διαφοράς που δικάζει. Οι κανόνες αναφοράς ή ελέγχου είναι το κοινοτικό δίκαιο, οι ελεγχόμενοι όμως κανόνες είναι το εθνικό δίκαιο και ελέγχονται με βάση τους εθνικούς δικονομικούς κανόνες της συγκεκριμένης διαφοράς. Τόσο απλά. Η υποχρέωση δηλαδή του δικαστή να δικάζει ως κοινοτικός δικαστής και να κυρώνει την τυχόν παραβίαση των κανόνων του κοινοτικού δικαίου δεν σημαίνει ότι μπορεί να δικάζει έξω από τη δικονομία της διαφοράς. Αυτό είναι πιστεύω το γενικότερο πλαίσιο του ζητήματος που καλείται να λύσει η επταμελής σύνθεση του Α΄ Τμήματος.
Μπορεί επομένως ο αυτεπάγγελτος χαρακτήρας του δικαστικού ελέγχου τόσο της συνταγματικότητας όσο και της συμβατότητας των νόμων ως προς το κοινοτικό δίκαιο να δικαιολογείται από την τυπική υπεροχή έναντι των νόμων του Συντάγματος και ενωσιακού δικαίου, η αυτεπάγγελτη όμως αυτή εξέτασή τους δεν μπορεί να ασκείται παρακάμπτοντας τους κανόνες της δικονομίας που διέπουν την δίκη, όπως ότι το «δικαστήριον ενεργεί μόνον κατ’ αίτησιν των διαδίκων και αποφαίνεται εντός των ορίων των υποβαλλομένων εις αυτό αιτήσεων».
Επομένως, αιτίαση για παραβίαση διάταξης του πρωτογενούς κοινοτικού δικαίου, όπως στην ένδικη διαφορά που σχολιάζουμε, λόγω της επιβολής ιατρόσημου σε φαρμακευτικά παρασκευάσματα κατά παράβαση της διάταξης του άρθρου 92 παρ. 1 της Συνθήκης ΕΟΚ (άρθρο 87 παρ. 1 Συνθ. ΕΚ), που είχε, απαραδέκτως, προβληθεί το πρώτον στην κατ’ έφεση δίκη δεν μπορεί να εξεταστεί αυτεπαγέλλτως στην αναιρετική δίκη.
4. Ειδική αναφορά θα πρέπει να γίνει εδώ και στην ΕΣΔΑ και στα ισχύοντα στον έλεγχο της συμβατότητας νόμου προς διάταξη της ΕΣΔΑ, η οποία έχει μεν υπερνομοθετική ισχύ, δεν αντιμετωπίζεται όμως πάντα από τα δικαστήρια και ειδικά στην αναιρετική δίκη στον Άρειο Πάγο, ως κείμενο που περιέχει διατάξεις δημόσιας τάξης, επειδή προστατεύουν θεμελιώδη δικαιώματα, αλλά ως διεθνής συνθήκη, οπότε η αιτίαση για παραβίαση από νόμο διάταξης της ΕΣΔΑ δεν λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως.
Θα πρέπει ωστόσο και εδώ να επισημανθεί ότι στην ελληνική έννομη τάξη η υποχρέωση του δικαστή να δικάζει εφαρμόζοντας άμεσα τις διεθνείς συμβάσεις που έχουν κυρωθεί με νόμο και να τις αντιμετωπίζει ως «αναπόσπαστο τμήμα του εσωτερικού δικαίου» εξασφαλίζοντας την υπέρτερη έναντι αντίθετου νόμου ισχύ τους, συνυφαίνεται με τη δικονομική υποχρέωσή του να προβαίνει, ακόμη και αυτεπάγγελτα, σε έλεγχο συμβατότητας ενός νόμου προς τη διεθνή σύμβαση, όταν αυτή παράγει άμεσα αποτελέσματα και έναντι των ιδιωτών. Η ενσωμάτωση της διεθνούς σύμβασης στην εθνική έννομη τάξη δεν την εξομοιώνει πάντως με νόμο ούτε την καθιστά βέβαια νόμο του κράτους, αλλά τμήμα του εσωτερικού δικαίου. Καθιστά όμως δεσμευτικές για όλα τα όργανα του κράτους και τους ιδιώτες τις διατάξεις των συμβάσεων και ιδίως τις διατάξεις που είναι άμεσα εφαρμοστέες και παράγουν άμεσα δικαιώματα και υποχρεώσεις όπως είναι οι συμβάσεις για τα δικαιώματα του ανθρώπου, που είναι δηλαδή selfexecuting. Ο άμεσα δεσμευτικός χαρακτήρας των συμβάσεων αυτών γεννά για τον δικαστή υποχρέωση εφαρμογής τους και κύρωσης της παραβίασής τους από τη νομοθετούσα ή διοικούσα πολιτεία([4]).
Η υποχρέωση πάντως του δικαστή να προβαίνει και αυτεπάγγελτα σε έλεγχο της συμβατότητας ενός νόμου προς τις διεθνείς συμβάσεις για τα δικαιώματα του ανθρώπου προκύπτει από τη συνδυασμένη ερμηνεία των άρθρων 87 παρ. 2, 25 παρ. 1 και 2 και 28 παρ. 1 και 3 Σ και ιδίως από τα τρία τελευταία, τα οποία αναφέρονται ρητά στα ‘δικαιώματα των ανθρώπων’, ως θεμελιώδεις αρχές ή αξίες της έννομης τάξης και της συνταγματικής πολιτείας μας, ανεξάρτητα από την τυπική ισχύ ή κατοχύρωσή της. Ειδικά η παράγραφος 2 του άρθρου 25 που επιβάλλει ρητά ‘την αναγνώριση και προστασία των θεμελιωδών και απαραγράπτων δικαιωμάτων του ανθρώπου από την Πολιτεία’, δεν αφήνει καμμία αμφιβολία για την αντιμετώπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου από το Σύνταγμα ως θεμελιωδών αρχών ή ως κανόνων δημόσιας τάξης, που οφείλει ο δικαστής να σέβεται και να λαμβάνει υπόψη του αυτεπάγγελτα([5]). Η δυνατότητα αυτεπάγγελτου από τον δικαστή ελέγχου της συμβατικότητας ενός νόμου, ανακύπτει όταν συντρέχουν βέβαια, όπως και στον έλεγχο της συνταγματικότητας, οι λόγοι του παραδεκτού, και επιβάλλεται από τον ουσιαστικά ‘συνταγματικό χαρακτήρα’, που έχουν οι διεθνείς συμβάσεις που προστατεύουν ανθρώπινα δικαιώματα. Οι σχετικές διατάξεις πρέπει για το λόγο αυτό να αντιμετωπίζονται δικονομικά, ως κανόνες δημόσιας τάξης, δηλαδή ως κανόνες θεμελιώδεις της έννομης τάξης, η παραβίαση των οποίων λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως και συνεπάγεται κυρώσεις.

 


[1] Βλέπε ενδεικτικά τη σχετική νομολογία: ΣτΕ 106/1991, Ολομ., ΔικΔικ 1992.1053 = ΤοΣ 1991.146 (προβολή λόγου συνταγματικότητας και χωρίς συνδρομή εννόμου συμφέροντος, εφόσον πρόκειται για προσβολή του περιβάλλοντος), όμοια ΣτΕ 1528/2000, Ολομ, Αρμ 2003.1346, ΣτΕ 3718/2003, ΕΔΔΔ 2004.524, ΣτΕ 1667/2005. ΕΔΔΔ 2005.756 (αλυσιτέλεια λόγου αντισυνταγματικότητας), ΣτΕ 1415/2000, Ολομ., ΔικΔικ 2001.81 και ΣτΕ 1314/2001, ΔικΔικ 2002.657 (απόρριψη λόγου αντισυνταγματικότητας ελλείψει εννόμου συμφέροντος).
[2]Βλ.Κ. Κεραμέως, Ένδικα μέσα, Σάκκουλας, Θεσσαλονίκη, Γ΄ έκδ., 2004. σ. 118.
[3] Αντ. Μανιτάκης, Οι αυτοδεσμεύσεις του δικαστή από τον παρεμπίπτοντα έλεγχο της (αντι)συνταγματικότητας των νόμων, ΤοΣ 2/2006, σ. 403-429. Αντίθετος και μάλιστα με τρόπο κατηγορηματικό ο Κ. Γιαννακόπουλος, Ο αυτεπάγγελτος έλεγχος (αντι)συνταγματικότητας των νόμων, ΔτΑ 16/2002, σ. 1193: «Ο αυτεπάγγελτος έλεγχος της αντισυνταγματικότητας είναι σε κάθε περίπτωση υποχρεωτικός». Το ζήτημα απασχόλησε τη νομολογία και τη θεωρία, βλέπε ΣτΕ 3195/ 2000, ΔτΑ 16/2002.1199 (= ΤοΣ 2001.172) και τα σχόλια των Π. Παραρά, Η νομολογιακή ερμηνεία του άρθρου 93 παρ. 4 του Συντάγματος. Παρουσίαση της αποφάσεως ΣτΕ 3195/200, Κ. Γιαννακόπουλου, Ο αυτεπάγγελτος έλεγχος της (αντι)συνταγματικότητας των νόμων. Σχόλιο στην απόφαση ΣτΕ 3195/2000, Γ. Γεραπετρίτη, Αυτεπάγγελτος έλεγχος συνταγματικότητας και στην κατ’ αναίρεση δίκη: Σχόλιο στην ΣτΕ 3195/2000, και Κ. Παπανικολάου, σχόλιο υπό την απόφαση, σ. 1172-1202.
[4] Βλέπε Αντ. Μανιτάκη, Η διαπλοκή του δικαστικού ελέγχου της συνταγματικότητας με τον έλεγχο της συμβατικότητας των νόμων ενόψει της ΕΣΔΑ στο παράδειγμα των ενοχικών απαιτήσεων, ΝοΒ 10/2008, σ. 2541-2567.
[5] Την δυνατότητα αυτεπάγγελτου ελέγχου της συμβατότητας ενός νόμου προς τη διεθνή σύμβαση από τον δικαστή αποκρούει, ακολουθώντας την πάγια νομολογία ο Φίλης Αρναούτογλου, Νόμος αντίθετος προς διεθνή σύμβαση είναι αντισυνταγματικός; ΤοΣ 1982, σ. 546 (562).

Βιοπολιτική και βιομετρία

Παναγιώτης Μαντζούφας, Επ. Καθηγητής Νομικής στο Α.Π.Θ

Βιοπολιτική και βιομετρία

 

Στις σύγχρονες κοινωνίες έχουν αυξηθεί μαζικά τόσο οι υποσχέσεις όσο και οι προσδοκίες για ασφάλεια. Στις σχέσεις κράτους-πολίτη έχει επανέλθει η αρχή του πρώιμου συνταγματισμού που στόχευε στην ενίσχυση των εγγυήσεων ασφάλειας, και όχι τόσο στο σεβασμό των ελευθεριών. Η προτεραιότητα δίνεται πρωτίστως στην ασφάλεια, και δευτερευόντως στην ελευθερία1. Το δίκαιο είναι ένα από τα μέσα, και ίσως το σημαντικότερο, που καλείται να απαντήσει σε αυτή την πρόκληση, ιδίως σήμερα που η ασφάλεια ως συλλογικό αγαθό, κρατικά επιβαλλόμενο, οδηγεί σε μια ανασφάλεια των δικαιωμάτων2. Εδώ όμως ελλοχεύει και η εγγενής αντίφαση: ο πολίτης εγείρει προς τη δημόσια διοίκηση αιτήματα για ασφάλεια και προστασία και εκφράζει ταυτόχρονα δυσπιστία ως προς τη δυνατότητα του κράτους να είναι αποτελεσματικό στην προστασία των θεμελιωδών εννόμων αγαθών του, δηλαδή της ζωής και της ασφάλειάς του3. Το κράτος, προκειμένου να είναι αποτελεσματικό, οδηγείται συχνά στην υιοθέτηση μέτρων που σχετικοποιούν την προστασία των δικαιωμάτων, και κατά περίπτωση νοθεύει τη νομιμότητα4. Αυτή η σχετικοποίηση της συνταγματικής νομιμότητας, νομιμοποιείται στην συνείδηση του πολίτη ως δικαιολογημένο μέτρο, προκειμένου να του παρασχεθεί ασφάλεια5. Με το πρόσχημα της προστασίας του κοινωνικού συνόλου από κινδύνους όπως η τρομοκρατία, οι δημόσιες αρχές στις σύγχρονες κοινωνίες έχουν την τάση να βλέπουν σε κάθε πολίτη ένα δυνητικό παραβάτη. Ο λεγόμενος πόλεμος κατά της τρομοκρατίας έχει λειτουργήσει ως άλλοθι που ευνόησε την συγκέντρωση ενός ολόκληρου τεχνολογικού και νομικού οπλοστασίου που επιτρέπει την υλοποίηση αυτού που θα ονομάζαμε καθολικός κοινωνικός έλεγχος. Έχει λοιπόν συντελεσθεί μια βασική επανϊεράρχηση των προτεραιοτήτων του πολίτη σε σχέση με το κράτος6 ώστε να δίνεται προτεραιότητα στην ασφάλεια και να ωθείται το κράτος στην υιοθέτηση νέων μορφών. Σήμερα γίνεται λόγος για «προληπτική λειτουργία του κράτους», για «παιδαγωγικό κράτος», για «κράτος προστασίας», για «κράτος ασφάλειας», μορφές οι οποίες μεταβάλλουν τη σχέση κράτους πολίτη και την φωτίζουν από μια νέα οπτική γωνία. Αυτή είναι μια πρώτη γενική παρατήρηση. Η δεύτερη παρατήρηση που σχετίζεται άρρηκτα με το ειδικότερο θέμα που εξετάζουμε συνδέεται με την έννοια της βιοπολιτικής όπως την ορίζει η σύγχρονη κοινωνική θεωρία και ιδίως ο Τ. Αγκάμπεν7.

Σ’ ένα κόσμο όπου οι κυρίαρχες ταυτότητες που μας κληροδότησε η νεοτερικότητα κλονίζονται, η εθνική ταυτότητα αμφισβητείται και όπου οι επιμέρους ταυτίσεις που μας εντάσσουν σε ποικίλα υποσύνολα (επαγγελματικά, θρησκευτικά, πολιτιστικά) αδυνατούν να παράγουν ευρύτερες συναινέσεις, έρχεται η βιοπολιτική να εγγράψει στο σώμα μας, στο γενετικό μας κώδικα, ένα ανεξάλειπτο σημάδι ταυτοποίησης. Με τον τρόπο αυτό ασκείται μιας μορφής κυριαρχία που δεν ακολουθεί το δεσπόζον δικαιοπολιτικό πρότυπο της κυριαρχίας εντός του κράτους, το οποίο προϋποθέτει νομιμοποίηση, τήρηση της αρχής της νομιμότητας από τα κρατικά όργανα και τις αντίστοιχες δυνατότητες αντίδρασης από την πλευρά του πολίτη (αναγνώριση δικαιωμάτων, έννομη δικαστική προστασία, συλλογική δράση)8.

Η βιομετρία9 είναι μια από τις πλέον διαδεδομένες μεθόδους της σύγχρονης βιοπολιτικής δηλαδή της πολιτικοποίησης της ζωής στο στενά βιολογικό της επίπεδο, εκεί όπου το σώμα και η «γυμνή ζωή» αποτελούν το αντικείμενο των μηχανισμών εξουσίας. Η βιοπολιτική όπως τουλάχιστον την αντιλαμβάνεται ο Τ. Αγκάμπεν δεν αντιδιαστέλλεται προς τις παραδοσιακές εξουσιαστικές σχέσεις που συνδέονται με τους κατασταλτικούς μηχανισμούς του κράτους, αλλά συναρθρώνεται με αυτούς, προκειμένου να διατυπωθεί μια περισσότερη σύνθετη έννοια της εξουσίας10. Δεν θα παρουσιάσω τον τρόπο με τον οποίο ο Αγκάμπεν αναλύει την πολιτικοποίηση της γυμνής ζωής μέσα από σχήμα του Homo Sacer, τη φιγούρα του ρωμαϊκού δικαίου, που είναι ιερός και ταυτόχρονα έρμαιο στη βούληση του καθενός που μπορεί να τον φονεύσει. Με ενδιαφέρει να μεταφέρω την θεωρητική σύλληψη του ατόμου που βρίσκεται εκτός της επικράτειας του δικαίου, δηλαδή αυτού που στερείται της πολιτικής ιδιότητας και ότι αυτή συνεπάγεται, στις σημερινές συνθήκες11 και στο θέμα που μας απασχολεί.

Αφού η εξουσία έχει την ικανότητα να εγγράφεται στο ίδιο το σώμα, η βιομετρία δεν είναι παρά μια από τις μεθόδους για ολοκληρωτική κυριαρχία που να περιλαμβάνει τη γυμνή ζωή. Σήμερα είναι εμφανές ότι οι εξελίξεις στην βιοτεχνολογία, η αρχειοθέτηση πληροφοριών για την υγεία, τη διατροφή, τις προσωπικές συνήθειες, τις ερωτικές, πολιτικές, πολιτισμικές ή άλλες επιλογές, τα βιομετρικά δεδομένα των πολιτών12, συγκροτούν ένα πλήρες προσωπικό προφίλ πληροφοριών, συνήθως εν αγνοία του φορέα, που δημιουργεί σημαντικούς κινδύνους τόσο για την ιδιωτική ζωή όσο και για την λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος.

Είναι σαφές ότι μια διαφοροποιημένη ποιοτικά λειτουργία των πληροφοριών υπονομεύει ένα βασικό κανόνα της δημοκρατίας που είναι η ελεύθερη έκφραση της βούλησης των πολιτών και η επικοινωνία, και τούτο διότι η μετατροπή του πολίτη σε πληροφοριακό αντικείμενο, υπονομεύει τη συμμετοχή του σε όλο το φάσμα των δημοκρατικών θεσμών, ιδίως όταν γνωρίζει ότι η πολιτική και κοινωνική του δραστηριότητα καταγράφεται13. Μοιραία η συμπεριφορά μας αλλάζει όταν ζούμε επιτηρούμενοι. Η ανεξέλεγκτη συλλογή πληροφοριών καταλήγει σε χειραγώγηση καθώς δίχως την προστασία των ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων δεν υπάρχει δημοκρατική κοινωνία.

Ωστόσο, οι σημαντικότεροι κίνδυνοι απειλούν το άτομο στο πεδίο της προσωπικής του αυτονομίας και στην ίδια την ιδιωτικότητά του. Ο συσχετισμός πληροφοριών από διάφορες εκφάνσεις της κοινωνικής ζωής του ατόμου ως καταναλωτή, εργαζόμενου, ασφαλισμένου, η χρήση και η δημοσίευσή τους, διαταράσσουν την ηρεμία του ατόμου και παραβιάζουν την εύλογη επιθυμία του να διαχειρίζεται και να δημοσιοποιεί κατά βούληση προσωπικά του στοιχεία. Αυτή είναι μια πρωτογενής απειλή, οι κίνδυνοι της οποίας αφορούν την ιδιωτικότητα υπό την παραδοσιακή της έννοια14 ως έκφραση δηλαδή του δικαιώματος για μόνωση και περιχαράκωση στο χώρο του στενά ιδιωτικού βίου15.

Ωστόσο, οι κίνδυνοι δεν αφορούν μόνο την αξιοποίηση σύγχρονων πληροφοριών: εξίσου απειλητική είναι η αξιοποίηση δεδομένων περί την δράση του ατόμου στο παρελθόν16. Τα δεδομένα αυτά, που μπορεί να αφορούν σε αρνητικά γεγονότα του παρελθόντος, (π.χ παράνομες πράξεις που έχουν παραγραφεί, έκτιση ποινής για ποινικά αδικήματα, καταδικαστικές αποφάσεις για χρέη που τελικά εξοφλήθηκαν, ποινικές κατηγορίες για τις οποίες ο κατηγορούμενος αθωώθηκε κλπ.) γίνονται αντικείμενο αρχειοθέτησης και ηλεκτρονικής επεξεργασίας και διατηρούνται σε τράπεζες πληροφοριών17. Οι πληροφορίες αυτές μπορούν να ανασυρθούν σε οποιαδήποτε στιγμή του βίου του ατόμου και να αποτελέσουν μεγάλο πρόσκομμα στην προσπάθεια του να αναπτύξει την προσωπικότητά του. Έτσι το άτομο εγκλωβίζεται σε μια εικόνα του παρελθόντος, από την οποία ενδέχεται να επιθυμεί να απομακρυνθεί και η οποία όμως, ακόμα τον καταδυναστεύει, στερώντας του κάθε αυθορμητισμό. Γι’ αυτό το λόγω οι ψηφιακές πληροφορίες πρέπει να έχουν, με ελάχιστες εξαιρέσεις, ημερομηνία λήξης18. Το αρχείο βιομετρικών δεδομένων λόγω των μόνιμων χαρακτηριστικών ενός ατόμου που ενσωματώνει, ανήκει σε αυτές τις εξαιρέσεις και για αυτό το λόγω τα ζητήματα ασφάλειας που θέτει είναι και περισσότερο κρίσιμα19.

Επιπλέον, με την συνεχή επεξεργασία και δημοσιοποίηση γεγονότων από τα αρχεία, το άτομο (ιδίως, το θεωρούμενο ως δημόσιο πρόσωπο) έχει περιορισμένες δυνατότητες να μεταβάλει τις επιλογές του και να αξιοποιήσει ευκαιρίες που του παρουσιάζονται, καθώς ο φόβος της δημοσιογραφικής «υπενθύμισης» αρνητικών στιγμών του παρελθόντος20, τον καθηλώνει στην απομόνωση. Με τον τρόπο αυτό παραβλάπτεται η δυνατότητα του ατόμου να απομακρύνεται από σφάλματα του παρελθόντος, και να διεκδικεί την κοινωνική του επανένταξη21.

Ειδικά όταν τα αρχεία προσωπικών δεδομένων συλλέγονται για τις ανάγκες δημοσιογραφικής έρευνας, αποτελούν δηλαδή σύνθεση διάσπαρτων πληροφοριών από ποικίλες χρονικές στιγμές κατά την υποκειμενική κρίση του συλλέκτη τους, οδηγούν συχνά σε μια παραπλανητική συνολική εικόνα του ατόμου22, η οποία λόγω της δύναμης των ΜΜΕ, υποβάλλεται στο κοινό και προσδιορίζει καθοριστικά την κοινωνική του εικόνα. Έτσι, το άτομο χάνει την δυνατότητα να αυτοπροσδιορίζεται κοινωνικά, να αναπτύσσει με το κοινωνικό του περιβάλλον σχέσεις που να εξαρτώνται από δικές του επιλογές, και να μην μετατρέπεται σε πληροφοριακό δεδομένο από τρίτα πρόσωπα.

Η σοβαρότητα των ανωτέρω απειλών γίνεται περισσότερο εμφανής και ο κίνδυνος μεγαλύτερος, όταν η αυτόματη καταγραφή και ταξινόμηση των πληροφοριών άγει στην κατηγοριοποίηση των ατόμων με βάση συγκεκριμένα πρότυπα. Η κατάταξη με βάση ένα συγκεκριμένο σύνολο χαρακτηριστικών, ενώ συχνά εξυπηρετεί ανάγκες άσκησης κοινωνικής πολιτικής (π.χ. η συμπεριφορά των ασθενών σε σχέση με το ασφαλιστικό σύστημα23), συνήθως αποβαίνει το μοναδικό στοιχείο που προσδιορίζει την κοινωνική ταυτότητα του ατόμου, αναγκάζοντας έμμεσα το πληροφοριακά στιγματισμένο πρόσωπο να συμμορφωθεί σε ορισμένο πρότυπο.

Έτσι, για παράδειγμα, το ασφαλιστικό ή το συνδικαλιστικό προφίλ του ατόμου αποβαίνει κυρίαρχο στοιχείο της συνολικής του προσωπικότητας τα δε επιμέρους στοιχεία(αρνητικά ή θετικά) αυτού του πορτραίτου, επικαθορίζουν την σχέση του ατόμου με το περιβάλλον του.

Επιπλέον, οι ανάγκες άσκησης προληπτικής πολιτικής σε τομείς όπως η πάταξη της εγκληματικότητας, συνδέονται με τη αξιοποίηση και συσχέτιση αρχείων προσωπικών δεδομένων των ατόμων που, σύμφωνα με το πρόγραμμα του υπολογιστή, παρουσιάζουν την κοινωνική του συμπεριφορά, ως αποκλίνουσα. Τα άτομα αυτά παρακολουθούνται, εν αγνοία τους, ως πιθανοί υποψήφιοι τέλεσης αξιόποινων πράξεων και εν αγνοία τους επίσης, τα δεδομένα της δραστηριότητάς τους καταχωρούνται σε ηλεκτρονικούς υπολογιστές και συσχετίζονται ενδεχομένως με άλλα αρχεία που αφορούν καταναλωτικές συνήθειες, επιλογές ψυχαγωγίας, συναναστροφές κλπ24.

Έτσι κάθε πτυχή της ιδιωτικής του ζωής και κάθε εμφάνιση του ατόμου στον κοινωνικό χώρο, καταγράφεται και υπόκειται σε επεξεργασία, κατά τρόπο που καταργείται η ανωνυμία και αντικαθίσταται από μιας μορφής διαφάνεια που ουσιαστικά επιφέρει κατάργηση των ορίων ανάμεσα στο δημόσιο και τον ιδιωτικό χώρο25. Η πρόσβαση σε ευαίσθητες πληροφορίες πριν από 20 χρόνια αφορούσε κυρίως τις κρατικές υπηρεσίες. Σήμερα έχουμε όλοι πρόσβαση σε πληροφορίες που μπορεί να είναι ευαίσθητες. Όλοι μπορούμε με το κινητό τηλέφωνό μας να τραβήξουμε σε βίντεο το γείτονά μας και να ανεβάσουμε τη λήψη στο YouTube.

Με βάση τα παραπάνω δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί υπερβολική η διαπίστωση του Αγκάμπεν ότι στις σημερινές κοινωνίες είμαστε όλοι ανεξαιρέτως, δυνάμει, homines sacri δηλαδή πρόσωπα στα οποία οι τεχνικές του κοινωνικού στιγματισμού που παλαιότερα αφορούσαν τις εξαιρέσεις σήμερα μπορούν να αφορούν στο σύνολο των πολιτών. Η διαρκής βιοτεχνολογική παρέμβαση, η αύξουσα τεχνικοποίηση της ζωής, οι ευγονικοί σχεδιασμοί, η καταγραφή των βιομετρικών δεδομένων μετατρέπει τους ανθρώπους σε πειραματόζωα και από πολίτες του κράτους μετατρέπονται σε αιχμαλώτους του, ώστε να ζουν σε ένα καθεστώς διαρκούς εξαίρεσης 26.

Ενώ τα βιομετρικά δεδομένα έχουν χρησιμοποιηθεί μέχρι σήμερα σε περιορισμένη κλίμακα και για συγκεκριμένες ανάγκες, η ενσωμάτωσή τους στα ηλεκτρονικά διαβατήρια γίνεται για πρώτη φορά σε μαζική κλίμακα. Θεωρητικώς η βιομετρία απαντάει σε δύο ανάγκες: Σ’ ένα διάχυτο αίτημα για παροχή ασφάλειας για όσους κινούνται εντός και εκτός της χώρας και ευλόγως επιθυμούν να διασφαλίζεται ότι τα προσωπικά τους στοιχεία ταυτοποιούν μόνο τους φορείς τους και σε ένα αίτημα αντεγκληματικής πολιτικής προκειμένου να εντοπίζεται με ταχύτητα και ακρίβεια το πρόσωπο που έχει διαπράξει ορισμένο έγκλημα27. Με άλλα λόγια διαθέτουν αξιοπιστία για τον αποτελεσματικότερο έλεγχο των ατόμων που μπαίνουν στη χώρα και διευκολύνουν την αναζήτηση καταζητούμενων προσώπων. Επιπλέον με την επεξεργασία των βιομετρικών δεδομένων επιδιώκεται ο έλεγχος όσων εισέρχονται σε χώρους με ιδιαίτερες απαιτήσεις ασφαλείας (αεροδρόμια, μετρό, κρατικές υπηρεσίες, τράπεζες) ή χρησιμοποιούν συστήματα λογισμικού που είναι σημαντικά για την προστασία ζωτικών κοινωνικών θεσμών (δημόσια τάξη, εθνική άμυνα, χρηματοπιστωτικό σύστημα). Άρα, συμβάλουν στην δημόσια ασφάλεια αλλά και στο αίσθημα ασφάλειας των πολιτών.

Ωστόσο το αίτημα της ασφάλειας ικανοποιείται ανεπαρκώς, δεδομένου ότι οι κώδικες των βιομετρικών δεδομένων που ενσωματώνονται σε chip έχουν ήδη παραβιαστεί στην περίπτωση των βιομετρικών διαβατηρίων νέου τύπου28. Συνεπώς αποτελούν σύστημα αμφίβολης ασφάλειας29, το οποίο ακόμα και αν ήταν ασφαλές θα εγκυμονούσε πολλούς κινδύνους λόγω διασύνδεσης των αρχείων, αυθαίρετων κατηγοριοποιήσεων, έμμεσων διακρίσεων30, αποκλεισμών, εμπορικής εκμετάλλευσης των αρχείων. Δεν θα ασχοληθώ με τα ειδικότερα ζητήματα που θέτει η διαδικασία εισαγωγής των βιομετρικών δεδομένων στα ηλεκτρονικά διαβατήρια, ωστόσο, ο ισχυρισμός ότι πρέπει να αποτρέπεται η διασύνδεση των αρχείων των βιομετρικών δεδομένων με κεντρικές βάσεις δεδομένων31 μοιάζει με ευσεβή πόθο και ουσιαστικά διαψεύδεται από το έλληνα νομοθέτη32.

Ως προς την προληπτική αντεγκληματική πολιτική33 πέραν των αμφίβολων αποτελεσμάτων της, η ιστορία διδάσκει ότι οι πρακτικές ελέγχου που επιφυλάσσονταν αρχικά για τους παράνομους κατέληγαν στην πορεία να αφορούν το σύνολο των πολιτών34. Είναι συνεπώς προφανές ότι τα εντεινόμενα μέτρα ασφαλείας απαιτούν την διαρκή επίκληση μιας έκτακτης κατάστασης που μακροπρόσθεσμα είναι ασύμβατη με την δημοκρατία35.

Ο Τ. Αγκάμπεν επεκτείνει το συλλογισμό του και υποστηρίζει «…ότι στους μηχανισμούς των μέσων μαζικής επικοινωνίας που ελέγχουν και χειραγωγούν το δημόσιο λόγο, αντιστοιχούν έτσι οι τεχνολογικοί μηχανισμοί που αποτυπώνουν και ταυτοποιούν την γυμνή ζωή. Ανάμεσα σε αυτά τα δύο άκρα ενός λόγου χωρίς σώμα και ενός σώματος δίχως λόγο, ο χώρος αυτού που αποκαλούσαμε άλλοτε το το πολιτικό είναι όλο και πιο περιορισμένος και πιο στενός» και καταλήγει «Το βιοπολιτικό τατουάζ που μας επιβάλλουν τώρα οι ΗΠΑ36 (έκτοτε και η ΕΕ με τα νέα διαβατήρια) προκειμένου να μπούμε στο έδαφός τους, θα μπορούσε να είναι το προδρομικό σημάδι αυτού που θα ζητήσουν αργότερα να αποδεχθούμε ως την φυσιολογική εγγραφή της ταυτότητας του καλού πολίτη στους μηχανισμούς και στα γρανάζια του κράτους. Γι’ αυτό χρειάζεται να αντιταχθούμε»37.

Σε κάθε περίπτωση ο κίνδυνος είναι προφανής και γενικότερος και συνοψίζεται επιγραμματικά από τον Ιταλό στοχαστή: «Μπορεί εν τέλει να οδηγηθούμε σε μια κατάσταση πραγμάτων κατά την οποία η ασφάλεια και η τρομοκρατία θα συναποτελούν ένα ενιαίο θανάσιμο σύστημα, στο πλαίσιο του οποίου η μια θα δικαιολογεί και θα νομιμοποιεί τις ενέργειες της άλλης»38.

1 Βλ. H.A. Hesse, Der Staat will schutzen und nutzt dazu das Recht –vernutzt er es dabei?, AnwBl, 4/2001, σ. 189.
2 Βλ. N. Παρασκευόπουλου, Ασφάλεια του κράτους και ανασφάλεια δικαίου στον τόμο Τρομοκρατία και δικαιώματα, Α. Μανιτάκης, Α. Τάκης (επιμ.), Σαββάλας, 2004, σ. 42 επ.
3 Το κράτος εντείνει τις κατασταλτικές και σωφρονιστικές του πρακτικές με σκοπό να δημιουργήσει στο πολίτη την αίσθηση ότι έχει την ικανότητα να αντιμετωπίζει το κάθε είδους έγκλημα. Βλ. τις παρατηρήσεις του κοινωνιολόγου Z. Bauman, Le gout humain de la mondialisation, Hachette, 1998, σ. 179.
4 Το συναίσθημα της γενικευμένης ανασφάλειας και ο φόβος της παγκόσμιας και αόρατης απειλής, ενέταξαν την έννοια της ασφάλειας σε μια λογική έκτακτης ανάγκης που συνεπάγεται την επιστράτευση στρατιωτικών μέσων αντίδρασης κατά της τρομοκρατίας, διαταράσσοντας έτσι την ισορροπία μεταξύ ασφάλειας και εγγυήσεων του κράτους δικαίου. Βλ. J. Derrida/ J. Habermas, Le “concept” du 11 Septembre. Dialogues a NewYork avec G. Borradori, Galile, 2003, σ. 57 επ, 87 επ.
5 Αυτή την αντίφαση ο Ι. Μανωλεδάκης την χαρακτηρίζει ως το «σχιζοφρενικό» στοιχείο της κοινωνίας της διακινδύνευσης, σημειώνοντας χαρακτηριστικά «Επικαλείται (ενν. η κοινωνία) την ασφάλεια ως αναγκαίο στοιχείο της ύπαρξής της, επιλέγοντας την ανασφάλεια, δηλαδή την έκθεση στον κίνδυνο, ως αναγκαίο στοιχείο της ανάπτυξης της ύπαρξής της, σ’ ένα καθεστώς συλλογικού αυτοπροσδιορισμού, όπου ο αυτοπροσδιορισμός δεν είναι πάντα ουσιαστικά, αλλά απλώς τυπικά συλλογικός (δηλαδή τυπικά και όχι ουσιαστικά δημοκρατικός) και ενίοτε κατ’ επίφαση μόνο ελεύθερος (δηλαδή ένας φαινομενικός αυτοπροσδιορισμός), ενώ ουσιαστικά πρόκειται για ετεροπροσδιορισμό (σε «Κοινωνία της διακινδύνευσης: μεταξύ ασφάλειας και ελευθερίας», στον τόμο, Ασφάλεια και δικαιώματα στην κοινωνία της διακινδύνευσης, Χ. Ανθόπουλος/ Ξ.Ι. Κοντιάδης/ Θ. Παπαθεοδώρου (επιμ.), Αντ. Σάκκουλας, 2005, σ. 186).
6 Η τάση αυτή έχει ευρύτερες διαστάσεις και δεν περιορίζεται στα ζητήματα ασφάλειας με την στενή έννοια και στην αντεγκληματική πολιτική. Αγγίζει συνολικά τον ίδιο τον πυρήνα της κοινωνικής αλληλεγγύης, καθώς εθίζει την κοινή γνώμη στο να αντιμετωπίζει με μεγάλη δυσπιστία κάθε μορφή παραβατικότητας και «αντικοινωνικής» συμπεριφοράς, στην προσπάθεια αναπλήρωσης του ελλείμματος της ασφάλειας. Έτσι η ποινικοποίηση μετατρέπεται σε ένα μηχανισμό κοινωνικού αποκλεισμού που προασπίζει τα συμφέροντα όσων μετέχουν στην παραγωγή και διαθέτουν κοινωνικό πρόσωπο, έναντι όσων, για οποιοδήποτε λόγω βρίσκονται εκτός κοινωνικού και παραγωγικού χώρου. Βλ. P. Mary, Insecurite et penalisation du social, Labor, 2003, σ. 27 επ.
7 Βλ. Giorgio Agamben, Homo sacer, Κυρίαρχη εξουσία και γυμνή ζωή, Scripta, 2005, ιδίως το τρίτο κεφάλαιο, σ. 189 επ.
8 Βλ. το πολύ ενδιαφέρον επίμετρο του Γ. Σταυρακάκη στο βιβλίο του G. Agamben, ό.π., σ. 287 επ.
9 Τα βιομετρικά χαρακτηριστικά είναι τα μόνιμα γνωρίσματα ενός ανθρώπου μέσω των οποίων είναι δυνατή η αναγνώριση ή επαλήθευση της ταυτότητας του. Σε αυτά ανήκουν τα γενετικά δεδομένα(DNA), τα σωματικά χαρακτηριστικά(δακτυλικά αποτυπώματα, ίριδα ματιού, γεωμετρία προσώπου) ή ακόμα και στοιχεία συμπεριφοράς . Τα στοιχεία αυτά στο βαθμό που αποτελούν τμήμα της φυσιολογίας του ίδιου του ατόμου είναι αναλλοίωτα και ανά πάσα στιγμή διαθέσιμα. Βλ. Ι. Ιγγλεζάκη, Ευαίσθητα Προσωπικά Δεδομένα, Σάκκουλας, 2004, σ. 210, Γ. Μανιάτης/ Λ. Μήτρου, Η προστασία των γενετικών δεδομένων, Σάκκουλας, 2008.
10 Ο Τ. Αγκάμπεν, αντλεί την έννοια της βιοπολιτικής από το έργο του Μ. Φουκώ. Ο Μ. Φουκώ είναι ο θεωρητικός που ανέλυσεανάμεσα στα άλλα την εξουσία προς την κατεύθυνση της βιοπολιτικής. Στην θεωρία του διέκρινε δύο βασικές τεχνολογίες της εξουσίας: οι πειθαρχικές πρακτικές , που έχουν να κάνουν με το σώμα του ατόμου, το οποίο πρέπει να εκπαιδεύεται και να επιτηρείται μέσα από θεσμούς όπως το σχολείο, το στρατόπεδο, το νοσοκομείο, το εργοστάσιο και η βιοπολιτική που έχει να κάνει με το πληθυσμό, ο οποίος πρέπει να ελέγχεται μέσα από ρυθμιστικούς κρατικούς μηχανισμούς, τους ιατρικούς θεσμούς, τους ασφαλιστικούς οργανισμούς, τα ταμεία αλληλεγγύης. Βλ. Michel Foucault, Ιστορία της σεξουαλικότητας, Ράππα, 1978, σ. 112 επ.
11 Ίσως τα σημερινά κέντρα προσωρινής κράτησης των μεταναστών που υπάρχουν και στην χώρα μας, να αποτελούν τον βιοπολιτικό τόπο όπου το γυμνό και ανώνυμο σώμα βρίσκεται στη απόλυτη διάθεση μιας ανεξέλεγκτης δύναμης, χωρίς ατομικά και πολιτικά δικαιώματα και χωρίς νομικές ή ηθικές διαμεσολαβήσεις υπό συνθήκες που μπορεί να συμβεί οτιδήποτε, χωρίς ελέγχους ή αντιδράσεις. Τα πρόσωπα αυτά, όπως και όσοι κρατούνται στις φυλακές του Γκουαντάναμο, δεν είναι ούτε αιχμάλωτοι πολέμου, ούτε κατηγορούμενοι, παρά απλοί κρατούμενοι. Ουσιαστικά είναι απογυμνωμένοι από κάθε νομική υπόσταση, καθώς δεν μπορούν να κατηγοριοποιηθούν νομικά. Βλ. G. Agamben, Κατάσταση εξαίρεσης, Πατάκης, 2007, σ. 15 επ.
12 Οι νέες κάμερες Gigapan, σε υψηλή ανάλυση, επιτρέπουν με μια μόνο λήψη, την βιομετρική ανάλυση του προσώπου καθενός από τους χιλιάδες θεατές που ακολουθούν μια διαδήλωση ή βρίσκονται σε ένα στάδιο. Βλ. www.gigapan.org.
13 Για τα προβλήματα που ανακύπτουν όταν η συγκεκριμένη δραστηριότητα βασίζεται σε δημοσιογραφικά αρχεία, βλ. D. Klee, Pressedatenbanken und datenschutzrechtliches Medienprivileg, Baden-Baden, 1992, σ. 36 επ.
14 Βλ. Κ. Μαυριά, Το συνταγματικό δικαίωμα του ιδιωτικού βίου, Αντ. Σάκκουλας, 1982, σ. 21.
15 Βλ. Μ. Σταθόπουλου, Η χρήση προσωπικών δεδομένων και η διαπάλη μεταξύ ελευθεριών και των κατόχων τους και ελευθεριών των υποκειμένων τους, ΝοΒ 2000, σ. 1 επ.
16 Ο Αντριου Φέλντμαρ, ένας καναδός ψυχοθεραπευτής, στον έλεγχο διαβατηρίων για είσοδο στις ΗΠΑ, υπέστη ψυχρολουσία καθώς ο υπάλληλος έβαλε το όνομα του στο Google, και βρήκε ότι είχε δημοσιεύσει το 2001 ένα άρθρο όπου παραδεχόταν ότι στις αρχές του 1960 είχε κάνει χρήση LSD. Η πληροφορία ανασύρθηκε το 2006, πέντε χρόνια αφού καταχωρήθηκε και αποθηκεύτηκε στην ψηφιακή μνήμη, αναφερόμενη σε μια πράξη που είχε γίνει σαράντα χρόνια νωρίτερα. Πέρα από το παράλογο του πράγματος, το περιστατικό αποκαλύπτει και μια πρόκληση για την κοινωνία μας: αυτό που ο υπάλληλος της υπηρεσίας μετανάστευσης επιλέγει να αγνοήσει, είναι ότι, προϊόντος του χρόνου, οι άνθρωποι αλλάζουν. Οι άνθρωποι δεν είναι άκαμπτοι, εξελίσσονται, ωριμάζουν, αλλάζουν. (Βλ. συνέντευξη καθηγητή Βίκτορ Μάγερ Σένμπεργκερ, εφ. Ελευθεροτυπία, 31-10-2009).
17 Βλ. Α. Τσεβά, Η εφαρμογή του νόμου για την προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα στον τύπο και την ραδιοτηλεόραση, ΚριτΕπ., 1/1998, σ. 181 επ.
18 Βλ. συνέντευξη Β.Μ. Σενμπέργκερ, εφ. Ελευθεροτυπία, 31-10-2009.
19 Η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα είχε την ευκαιρία να ασχοληθεί με τον έλεγχο της νομιμότητας από την επεξεργασία βιομετρικών δεδομένων αρκετές φορές (βλ. αποφάσεις 9/2003, 52/2003, 39/2004, 50/2007, 62/2007, σε www.dpa.gr). Από τις αποφάσεις προκύπτει ότι η νομιμότητα της συλλογής των στοιχείων συναρτάται τόσο με τον έλεγχο της νομιμότητας του σκοπού και την τήρηση της νομοθεσίας για την δημιουργία αρχείου όσο και με την στάθμιση ανάμεσα στην αναγκαιότητα του σκοπού και την καταλληλότητα του μέτρου. Πρόκειται για τον έλεγχο αναλογικότητας που επιβάλλει την υιοθέτηση ηπιότερων μέσων όταν τα βιομετρικά δεδομένα κρίνονται ως επαχθή σε σχέση με τον σκοπό ασφάλειας που υπηρετείται στην συγκεκριμένη περίπτωση. Με άλλα λόγια πρέπει να διασφαλιστεί ότι θα καταστεί αδύνατη η χρησιμοποίηση βιομετρικών δεδομένων, για σκοπούς διάφορους αυτών για τους οποίους έχουν συλλεγεί. Στο ίδιο πνεύμα κινούνται τόσο τα κείμενα της ΕΕ (από Επιτροπή, Κοινοβούλιο και Ομάδα εργασίας άρθρου 29) όσο και η πρόσφατη απόφαση του ΕΔΔΑ, Case of S. and Marper v. The United Kingdom, της 4/12/2008 – 30562/04 και 30566/04. Για μια ολοκληρωμένη παρουσίαση των Ευρωπαϊκών και εθνικών διαστάσεων του θέματος, βλ. Ε. Συμεωνίδου-Καστανίδου, Βιομετρικά δεδομένα: Σημασία και νομική κατοχύρωση, εισήγηση, σε Ημερίδα: Βιομετρικά δεδομένα, σύγχρονες εξελίξεις και δεοντολογία, Θεσσαλονίκη, 10-12-2009.
20 Βλ. Μ. Σταθόπουλου, ό.π, σ. 2.
21 Είναι χαρακτηριστικό το παράδειγμα που μας δίνει η απόφαση του Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου της Γερμανίας (BverfGE 35/5-6-1973, 202) το οποίο δέχθηκε ότι η δημοσιοποίηση σε τηλεοπτική εκπομπή εγκληματικών πράξεων που ένα άτομο διέπραξε στο απώτερο παρελθόν και για τις οποίες καταδικάστηκε, εξέτισε την ποινή του και επίκειτο η αποφυλάκισή του, είναι ενέργεια που προσβάλλει την ακώλυτη επανένταξή του στην κοινωνία και υπερτερεί του δικαιώματος του κοινού για πληροφόρηση.
22 Η εικόνα είναι παραπλανητική, διότι τα δημοσιογραφικά αρχεία, επειδή ακριβώς εξυπηρετούν ανάγκες της επικαιρότητας, δεν ενδιαφέρονται για την συνολική παρουσία ενός ατόμου, αλλά μόνο για μια συγκεκριμένη πράξη και αυτή καταχωρούν, χωρίς να υπάρχει μέριμνα διαρκούς ενημέρωσης. Η λειτουργία αυτή δίνει έμφαση στο δραματικό μέρος της πληροφορίας, όπως είναι η άσκηση ποινικής δίωξης για την διάπραξη ενός αδικήματος και όχι στην αθώωση του προσώπου για την ίδια πράξη. Έτσι το αρχικό γεγονός μένει στο αρχείο και ανασύρεται κατά βούληση, ενώ το άτομο στιγματίζεται δια βίου στην συνείδηση του κόσμου, χωρίς να έχει το περιθώριο να αποκατασταθεί. Βλ. Τσεβά, ό.π, σ. 188 επ. καθώς και ΑΠ 611/1995, ΤοΣ 1996, σ. 807.
23 Βλ. τα παραδείγματα που επικαλείται η Κ. Ανθίμου, ό.π, σ. 159-160.
24 Βλ. για τα παραδείγματα σε Β. Αραβαντινό, Η προστασία των στοιχείων προσωπικού χαρακτήρα από την αθέμιτη επεξεργασία τους με ηλεκτρονικό υπολογιστή, Αντ. Σάκκουλα, 1997, σ. 14.
25 Βλ. Κ. Ανθίμου, ό.π, σ. 160-161.
26 Βλ. Φ. Τερζάκη, Το αρχέτυπο του Νταχάου και του Γκουαντάναμο, www.phorum.gr.
27 Σύμφωνα με την άποψη αρμόδιου αξιωματούχου της ΕΛ.ΑΣ τα νέα διαβατήρια θα βοηθήσουν στον περιορισμό της λαθρομετανάστευσης, της διακίνησης ναρκωτικών και όπλων (εφ. «ΤΟ ΒΗΜΑ», 30-11-2008).
28 Τον Αύγουστο του 2008 η βρετανική εφημερίδα «The Times» προκειμένου να εξετάσει τα μέτρα ασφαλείας των νέων διαβατηρίων πραγματοποίησε ένα πρωτότυπο πείραμα: με την βοήθεια του Ολλανδού ερευνητή συστημάτων ασφάλειας του πανεπιστημίου του Άμστερνταμ κ. Γερούν Φαν Μπίκ κατάφεραν να σπάσουν του κωδικούς που περιέχουν τα βιομετρικά δεδομένα των διαβατηρίων και να αλλάξουν των ψηφιακή φωτογραφία ενός μικρού αγοριού. Το μικροτσίπ των διαβατηρίων αποκωδικοποιήθηκε σχετικά εύκολα και στη συνέχεια με ένα κατάλληλο λογισμικό αντιγράφηκε σε ένα κενό μικροτσίπ όπου πέρασαν όλα τα ψηφιοποιημένα βιομετρικά δεδομένα. Με τον τρόπο αυτό μπορεί ένας απλώς ιδιώτης με βασικές γνώσεις συστημάτων λογισμικού να παρέμβει στα πραγματικά στοιχεία και να τα αλλάξει. Η πλαστότητα των διαβατηρίων αυτών μπορεί να διαφύγει του ελέγχου ενεργού πιστοποίησης διότι μόνο εννέα κράτη διαθέτουν το ειδικό σύστημα για την εφαρμογή της Υποδομής Δημοσίου Κλειδιού (Public Key Directory) δηλαδή του συστήματος που μπορεί να εντοπίσει την πλαστότητα (βλ. εφ. «ΤΟ ΒΗΜΑ», 30-11-2008). Συνεπώς είναι προφανές ότι ναι μεν δυσχεραίνεται η κλοπή της ηλεκτρονικής ταυτότητας, αν όμως συμβεί, οι συνέπειες –λόγω του τεκμηρίου της αξιοπιστίας των στοιχείων– θα είναι σοβαρότερες, διότι θα μπορεί να χρησιμοποιηθεί παντού ψηφιακά.
29 Πικρή πείρα έχει αποδείξει ότι οι σύγχρονες τρομοκρατικές ενέργειες πραγματοποιούνται από πεπειραμένα πρόσωπα που διαθέτουν νόμιμα ταξιδιωτικά έγγραφα και δύσκολα τέτοια μέτρα θα συμβάλουν στην αποτροπή της τρομοκρατίας.
30 Είναι προφανές ότι πρόσωπα που δεν θα διαθέτουν διαβατήρια με βιομετρικά δεδομένα σε ψηφιακή μορφή όπως οι μετανάστες, θα είναι δύσκολο να αποδείξουν την ταυτότητά τους, ενώ είναι πιθανόν να στιγματισθούν και οι ανάπηροι που δεν μπορούν να υποβληθούν σε βιομετρικές εξετάσεις.
31 Ακόμα και αν διακρίναμε με αυστηρότητα τα βιομετρικά δεδομένα τα οποία συλλέγονται και αποθηκεύονται για δημόσιους σκοπούς από συγκεκριμένες υπηρεσίες (π.χ έλεγχος συνόρων) από αυτά που συγκεντρώνονται από ιδιώτες στη βάση συμβατικών υποχρεώσεων με την συγκατάθεση του ενδιαφερομένου, θα ήταν δύσκολο να διασφαλιστεί ότι τα δεύτερα δεν θα διασυνδέονταν με τα πρώτα. Επιπλέον ο κοινοτικός κανονισμός για τα ηλεκτρονικά διαβατήρια δεν προβλέπει την απαγόρευση κεντρικής βάσης δεδομένων, πράγμα που δεν αποκλείει το ενδεχόμενο της ένταξης όλων των πολιτών που διαθέτουν διαβατήρια στην κατηγορία των υπόπτων για διάπραξη εγκλημάτων. Βλ. E. Kosta, The use of RFID chip on identification documents, Paper, Electronic democracy – challenges of the digital era, Athens, 2006.
32 Βλ. τους νόμους 3635/2007 και 3783/2009 που εξαιρούν από την προστασία των προσωπικών δεδομένων –άρα και από την εποπτεία της Αρχής– την επεξεργασία που γίνεται από δικαστικές και εισαγγελικές αρχές, αλλά και από διωκτικά όργανα ακόμα και για πλημμελήματα. Βλ. για το θέμα τις γνωμοδοτήσεις της Αρχής 1 και 2/2009, σε www.dpa.gr.
33 Σύμφωνα με την Σύσταση Νο. R(92)1 (για την χρήση DΝΑ στο πλαίσιο του συστήματος απονομής ποινικής δικαιοσύνης) του Συμβουλίου της Ευρώπης, είναι επιτρεπτή η διατήρηση αναλύσεων DΝΑ υπό τις αυστηρές προϋποθέσεις ότι έχει καταδικαστεί κάποιο πρόσωπο για σοβαρό έγκλημα κατά της ζωής και η αποθήκευση των στοιχείων να ρυθμίζεται με νόμο που θα προβλέπει έλεγχο από εποπτικό όργανο και συγκεκριμένο χρόνο αποθήκευσης. Βλ. και τις αποφάσεις του ΕΔΔΑ Van der Velden κατά Ολλανδίας (7/12/2006 – 29514/05) και W. κατά Ολλανδίας (20/1/2009 – 20689/08). Εδώ η διατήρηση του γενετικού υλικού θεωρήθηκε νόμιμη, διότι είχε προηγηθεί καταδίκη και το υλικό διατηρούνταν ανώνυμα και κωδικοποιημένα με βάση εγγυήσεις που προέβλεπε ο νόμος. Δεν συνέβη όμως το ίδιο και στην υπόθεση S. and Marper v. the United Kingdom, ό.π, όπου το Δικαστήριο δέχθηκε ότι παραβιάζεται το άρθρο 8 παρ. 1 της ΕΣΔΑ διότι η νομοθεσία της Αγγλίας παρείχε γενική και απεριόριστη αρμοδιότητα διατήρησης αρχείων DNA χωρίς ειδικότερες εγγυήσεις και ανεξάρτητα από την φύση και την βαρύτητα του εγκλήματος. Βλ. και την ρύθμιση του άρθρου 200Α ΚΠΔ για την χρήση του DNA.
34 Βλ. Τ. Αγκάμπεν, Το βιοπολιτικό τατουάζ, εφ. «Ελευθεροτυπία», 4-4-2004. Ο γνωστός θεωρητικός σε ταξίδι του στις ΗΠΑ υποχρεώθηκε, εφόσον ήθελε να εισέλθει στις ΗΠΑ, να αφήσει τα δακτυλικά του αποτυπώματα. Ο συγγραφέας αρνήθηκε και περιέγραψε την εμπειρία του και τις σκέψεις του στο παραπάνω άρθρο που δημοσιεύτηκε αρχικά στην εφημερίδα «LE MONDE».
35 Βλ. Γ. Σταυρακάκη, Επίμετρο, ό.π., σ. 307.
36 Σύμφωνα με απόφαση της βουλής των αντιπροσώπων το 2002, κανένας δεν επιτρέπεται να εισέρχεται στο αμερικάνικο έδαφος χωρίς βιομετρικό έλεγχο και όποιου το διαβατήριο δεν διαθέτει τσιπάκι με βιομετρικά στοιχεία θα χρειάζεται έξτρα βίζα με τέτοια στοιχεία. Η συγκεκριμένη απόφαση εντάσσεται σε ένα υπερφιλόδοξο πρόγραμμα (Total Information Awareness), –καθώς δυνητικά οι κίνδυνοι προέρχονται από τους πάντες–, να φακελωθεί το σύνολο του πληθυσμού του πλανήτη.
37 Βλ. Τ. Αγκάμπεν, Το βιολογικό τατουάζ, ό.π.
38 Giorgio Agamben, «Ασφάλεια και τρόμος», Σύγχρονα Θέματα, τ. 80, 2002, σ. 5 (αναφορά και σε Γ. Σταυρακάκη, Επίμετρο, ό.π, σ. 307).

VIII Παγκόσμιο Συνέδριο της Διεθνούς Ένωσης Συνταγματικού Δικαίου

Στην πόλη του Μεξικού διεξάγεται από 6 έως 10 Δεκεμβρίου το VIII Παγκόσμιο Συνέδριο της Διεθνούς Ένωσης Συνταγματικού Δικαίου, με τη γενική θεματική “Constitutions and Principles”.

Το site της Ένωσης www.iacl-aidc.org

Το site του Συνεδρίου www.juridicas.unam.mx/wccl

Κρίση του πολιτικού συστήματος: μεταρρυθμίσεις ή αλλαγή πολιτεύματος;

Mεταρρυθμίσεις χωρίς αλαζονεία – Νίκος Αλιβιζάτος

Το ζήτημα του πολιτεύματος – Τάκης Βιδάλης

– Το “Μνημόνιο” ως σημείο στροφής του πολιτεύματος – Γιάννης Δρόσος

Τα πρόσωπα του Ιανού: Μορφές πολιτικής αντιπροσώπευσης από την αρχαιότητα ως τη μετανεωτερικότητα – Κώστας Χ.Χρυσόγονος

Καταχώρηση: 08-12-2010     Κατηγορία: ΔΙΑΛΟΓΟΙ    

Το «Μνημόνιο» ως σημείο στροφής του πολιτεύματος

Γιάννης Ζ. Δρόσος, Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών

Το «Μνημόνιο» ως σημείο στροφής του πολιτεύματος

Οι Ελλάδες

Την περασμένη Τρίτη, μαζύ με τους φοιτητές μου από το Μεταπτυχιακό Τμήμα Δημοσίου Δικαίου της Νομικής, παρακολούθησα την εκδίκαση, στην Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας μιας σειράς αιτήσεων ακυρώσεως που υπέβαλαν δικηγορικοί σύλλογοι (με προεξάρχοντα τον αθηναϊκό), συνδικαλιστικοί φορείς και φυσικά πρόσωπα, με πραγματικό στόχο την ακύρωση ως αντισυνταγματικού του πλέγματος των νομοθετικών και κανονιστικών διατάξεων που συνθέτουν ό,τι αποκαλούμε ‘Μνημόνιο’. Η εισήγηση, όπως είχε ανακοινωθεί και στον τύπο, ήταν απορριπτική για τις αιτήσεις. Η εισήγηση, μακρότατη, ήταν καθ’ όλα υποδειγματική, σκέπτομαι μάλιστα, μετά τις 23 Δεκεμβρίου 2010, ημερομηνία κατά την οποία καλούνται οι διάδικοι να καταθέσουν τα μετά τη συζήτηση γραπτά τους υπομνήματα, να ζητήσω από τον Πρόεδρο του Συμβουλίου της Επικρατείας αντίγραφό της και την άδεια να την περιλάβω, όπως και όσα αντίστοιχα θα έχουν αντιλεχθεί, στον φάκελο με την διδακτέα και εξεταστέα ύλη των μεταπτυχιακών φοιτητών μου. Ο κ. Κατρούγκαλος, που μετέσχε στην δίκη αυτή ως δικηγόρος ορισμένων από τους αιτούντες ίσως στη συνέχεια της ημερίδας μας αναφερθεί αναλυτικότερα στα νομικά της υπόθεσης. Η επτάωρη ακροαματική διαδικασία είχε για εμένα πλην του νομικού και πολιτικό και πολιτισμικό ενδιαφέρον.

Εμφανίσθηκαν σε αυτήν και έλαβαν το λόγο δύο όψεις της σημερινής Ελλάδας. Την μία όψη συνέθεταν συνδικαλιστές δικηγόροι και επαγγελματίες δικηγόροι, δίπλα τους και περιπτώσεις δικηγορούντων πολιτευομένων λαϊκής κοπής και τηλεθέασης, αλλά και πανεπιστημιακοί. Προέρχονταν από όλους τους ‘λαϊκούς’ χώρους –την ‘λαϊκή’ Δεξιά, το βαθύ ΠΑΣΟΚ και την Αριστερά, την αενάως διαμαρτυρόμενη εναντίον ο,τιδήποτε συμβαίνει επειδή συμβαίνει Αριστερά. Τα πρόσωπα, το ύφος, ασφαλώς και οι επί μέρους στοχεύσεις των εκπροσώπων των αιτούντων ποίκιλλαν, όπως και η ποιότητα των όσων ανέπτυξαν. Την ενιαία τους εικόνα όμως συνέχεε ένα βαθύτερο νήμα, που συνδύαζε στοιχεία λαϊκισμού, στιγμές αληθινής ανθρώπινης αγωνίας, εξάρσεις εύκολης ρητορείας αλλά και βάναυσης ημιμάθειας, συνδυαζόμενα με εκλεπτυσμένα νομικά επιχειρήματα, όχι πάντοτε εύκολα αντιμετωπίσιμα, και με στιγμές κομψής ακριβολογίας στην εκφορά του λόγου.
Η άλλη όψη της Ελλάδας συμπυκνώθηκε στον υπηρεσιακό μεν λόγο των νομικών παραστατών του κράτους, ίσως λίγο στεγνό, ίσως όχι τόσο κομψό όπως των πανεπιστημιακών αντιδίκων τους, ψυχρά αποτελεσματικό όμως, ο οποίος δίπλα στα όσα νομικά είχε να πει (έργο σημαντικά διευκολυνόμενο από τις εισηγήσεις επί των αιτήσεων ακυρώσεως) αμύνθηκε διεκτραγωδώντας και προβάλλοντας την μελανή οικονομική κατάσταση της χώρας ως ουσιαστικό επιχείρημα έναντι των αντιδικούντων.
Θα μπορούσα να συνόψιζα την ουσία της αντιδικίας πάνω-κάτω ως εξής: στην αγωνία για τον συνταξιούχο που δεν μπορεί να ζήσει με 350 ευρώ το μήνα αντιτάχθηκε η αγωνία για την Ελλάδα που δεν μπορεί να ζήσει με 350 δις ευρώ χρέος.
Ελπίζω να βγούμε από την κρίση αυτή χωρίς αυτές οι δύο Ελλάδες να σπαράξουν το κοινό τους έδαφος. Δεν νομίζω όμως ότι με την έξοδο της χώρας από την κρίση μπορούν οι δύο αυτές Ελλάδες να συνεχίσουν να διάγουν όπως πριν. Ελπίζω σε μια τρίτη, άγνωστή μου ακόμη Ελλάδα, και σε κάθε περίπτωση ελπίζω στο ανώδυνο, ανεπαίσχυντο και ειρηνικό τέλος της παληάς Ελλάδας, (που κι εγώ σ’ αυτήν ανήκω), δηλαδή είτε στην δημιουργική ενσωμάτωσή της στην νέα είτε στην ιδιώτευση των πρωταγωνιστών της είτε, για όποιον και ό,τι επιμένει σε παληές συνήθειες, στην απομάκρυνσή τους με πίσσα και πούπουλα.
Η σημερινή μου ομιλία δεν αναφέρεται στο πολύ σημαντικό ασφαλώς ζήτημα της συνταγματικής και εν γένει νομικής βάσης και ισχύος του Μνημονίου, αλλά στο ίδιο το Μνημόνιο ως πολιτειακά σημαντικό γεγονός –για την οικονομία της συζήτησης χαρακτηρίζω ως ‘Μνημόνιο’ το συνολικό πλέγμα των διατάξεων και κειμένων που συνδέονται με την υπαγωγή της Ελλάδας στον μηχανισμό στήριξης και τον ν. 3845/2010.
Παρά την τραγική κρισιμότητα των στιγμών, με όλο και μεγαλύτερο αριθμό ανθρώπων στη χώρα μας να αναζητούν εναγώνια μια κάποια ισορροπία ανάμεσα στην ανέχεια και την αξιοπρέπεια, είναι και σήμερα στιγμή όχι μόνο μάχης αλλά διαλογισμού. Η αναλυτική θεώρηση των συνθηκών που μας έφεραν εδώ, τώρα που είμαστε πια εδώ, είναι συμβολή όχι μικρότερη από την καθημερινή προσπάθεια να τα βγάλουμε πέρα, ατομικά, συλλογικά και συνολικά ως χώρα και κοινωνία.
Θεωρώ ότι το πολιτικό γεγονός που αποκαλούμε ‘Μνημόνιο’ εισάγει μία νέα συνταγματική κατάσταση και αυτό είναι το σημερινό μου αντικείμενο. Είναι ένα αντικείμενο που μελετάται όσο εξελίσσεται και εξελίσσεται μελετώμενο. Τα βήματα της εξέλιξής του είναι ταυτόχρονα και στοιχεία μελέτης του –η πρόσφατη εισήγηση ενώπιον του ΣτΕ και ορισμένες από τις αντικρούσεις της είναι ένα λαμπρό τέτοιο παράδειγμα– ενώ η μελέτη του και ο δημόσιος διάλογος για αυτό είναι και βήμα στην καθ’ εαυτήν εξέλιξη του αντικειμένου. Σήμερα θα περιορισθώ σε ουσιαστικά δύο ομάδες ενδεικτικών παρατηρήσεων: θα προσπαθήσω να αποδώσω σχήματα από την συνταγματική κατάσταση που νομίζω ότι παρήλθε και σχήματα από εκείνη που αισθάνομαι ότι έρχεται.
Η λειτουργία ενός Συντάγματος είναι δυνατόν να περιέχει περισσότερες διακριτές μεταξύ τους περιόδους, χωρίς αυτές να προσδιορίζονται αναγκαστικά από συνταγματικές αναθεωρήσεις ή ανατροπές. Για παράδειγμα, στην Ελλάδα, υπό το ίδιο πάντοτε Σύνταγμα του 1864 αναδείχθηκαν διακριτές συνταγματικές περίοδοι τουλάχιστον δύο φορές: το 1875, όταν ο περίπου άγνωστος στο πολιτικό σύστημα Χαρίλαος Τρικούπης βρέθηκε από την φυλακή στην Πρωθυπουργία. Το 1909 το κίνημα του Γουδί δεν ανέτρεψε το πολίτευμα, έθεσε όμως οριστικό τέρμα στον αδιέξοδο τρόπο που αυτό λειτουργούσε και οδήγησε στην εξουσία έναν νέο και επίσης περίπου άγνωστο στο πολιτικό σύστημα πολιτικό, τον Ελευθέριο Βενιζέλο.
Το Μνημόνιο ως τομή στην λειτουργία του πολιτεύματος
Τον Μάϊο του 2010 η Ελλάδα συμφώνησε να δανεισθεί από τρεις δημόσιους οργανισμούς –την ΕΚΤ, τα κράτη μέλη της ζώνης του Ευρώ και ΔΝΤ– το ποσό των 110 δις ευρώ με επιτόκιο περίπου το μισό από το προσφερόμενο για την Ελλάδα στις διεθνείς αγορές. Αυτή η διαφορά του επιτοκίου έχει για την Ελλάδα στρατηγική σημασία που υπερβαίνει κατά πολύ τα σχετικά οικονομικά μεγέθη: με το επιτόκιο που λαμβάνεται υπό τους όρους του Μνημονίου η Ελλάδα μπορεί να ελπίζει, βάσιμα, ότι θα επιτύχει να επανέλθει σε μία οικονομική ζωή και ισορροπία που θα της επιτρέψει να εξέλθει από την ύφεση και να επανέλθει αυτοδύναμη στο διεθνές χρηματοοικονομικό περιβάλλον. Με το επιτόκιο που της προσφέρουν οι διεθνείς αγορές η Ελλάδα θα περιερχόταν σε κατάσταση πλήρους αδυναμίας να εξυπηρετήσει το εξωτερικό της χρέος, με αποτέλεσμα την κατάλυση της υπόστασής της ως οικονομικά ενεργού κρατικής οντότητας, και ό,τι αυτό συνεπάγεται. Χωρίς δηλαδή αυτήν την δημόσια χρηματοδοτική παρέμβαση ό,τι γνωρίζαμε ως οικονομική οντότητα της Ελλάδας απλώς θα έπαυε να υπάρχει, συμπαρασύροντας προς τα χειρότερα και πολλά από τα θεμέλια της ελληνικής κοινωνικής κατασκευής και πολιτικής.
Από την έποψη της δικής μου, της συνταγματικής, θεώρησης, το κρίσιμο στοιχείο στο Μνημόνιο δεν είναι οι χρηματοδοτικοί του όροι, αλλά το ότι αποτελεί ένα εξαιρετικά εκτεταμένο πρόγραμμα εσωτερικών πολιτικών. Το πρόγραμμα αυτό, ενόψει της ασφυκτικής πίεσης για την εφαρμογή του, εξαλείφει κάθε δυνατότητα άλλων ή και προσθέτων ακόμη εσωτερικών πολιτικών.
Η πολιτική ζωή της χώρας εξελίσσεται με βάση τους πολιτικούς στόχους που τίθενται στο Μνημόνιο –αυτοί είναι πλέον οι κυβερνητικοί στόχοι, αυτοί είναι το κριτήριο ορθότητας των επί μέρους ή εξειδικευμένων πολιτικών και περί αυτούς αναπτύσσεται η αντιπολίτευση. Παράλληλα, το Μνημόνιο καθίσταται στοιχείο του πολιτεύματος όχι μόνο ως περιεχόμενο, αλλά και επειδή θέτει ένα νέο forum για την τελική διαμόρφωση των εσωτερικών πολιτικών επιλογών της χώρας. Από καιρό η αναλυτική συζήτηση για το ακριβές και εξειδικευμένο περιεχόμενο των κυβερνητικών πολιτικών, τους ρυθμούς υλοποίησής τους κ.λπ. είχε φύγει από την Βουλή και είχε περιέλθει αποκλειστικά στην Κυβέρνηση. Υπό το Μνημόνιο έφυγε και από το αρμόδιο για την γενική πολιτική της χώρας συνταγματικό όργανο που λέγεται Κυβέρνηση και περιήλθε σε ένα ιδιόμορφο άτυπο μόρφωμα –αποφεύγω την λέξη όργανο διότι το μόρφωμα αυτό δεν έχει την τυπική μορφή ενός οργάνου και για να αποφύγω, στο σημείο αυτό, συγχύσεις που θα απαιτούσαν δαιδαλώδεις νομικές συζητήσεις για να ξεκαθαρισθούν. Το μόρφωμα αυτό, αποτελείται από τους τρείς της τρόϊκας και τον κυβερνητικό εκπρόσωπο σε ρόλο μεταξύ διαπραγματευτή και ιμάντα μεταβίβασης αποφάσεων. Αυτή η ομάδα επεξεργάζεται τις πολιτικές επιλογές και στη συνέχεια τα συνταγματικά σχήματα –εν προκειμένω η Κυβέρνηση και αν χρειασθεί ή ζητηθεί η Βουλή– τις περιβάλλουν με την αναγκαία για την αποτελεσματική εφαρμογή τους τυπική μορφή (νόμος, κανονιστική πράξη της διοίκησης κ.ο.κ.) και, επίσης και όχι έλασσον, αναλαμβάνουν, στο σύνολό της, την πολιτική ευθύνη για τις επιλογές αυτές. Την εικόνα συμπληρώνουν οι οργανωμένες ευθείες και άμεσες σχέσεις της τρόϊκας με το σύνολο των συνιστωσών του πολιτικού συστήματος, δηλαδή την αντιπολίτευση και κοινωνικούς φορείς, όπως επίσης και οι άμεσες σχέσεις της με την δημοσιότητα: η τρόϊκα εμφανίζεται τακτικά στα ελληνικά μέσα ενημέρωσης και εξηγεί αυτά που νομίζει ότι πρέπει να εξηγήσει.
Παρενθετικά, όχι όμως δευτερευόντως, θα ήταν λάθος να θεωρήσουμε την οικονομική και χρηματοπιστωτική κρίση που οδήγησε την Ελλάδα στο φαινόμενο ‘Μνημόνιο’ ως πλήρως και αποκλειστικά ελληνική ιδιοτυπία. Η πολιτική κατασκευή και πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά και η συνολικότερη παγκοσμιοποιημένη λειτουργία του χρηματιστηριακού καπιταλισμού, ιδιαίτερα στις αναιδέστερα φιλελευθερίζουσες εκφάνσεις του, η παγκόσμια οικονομική κρίση του 2008 με προέλευση τις ΗΠΑ και αφετηρία την οικουμενικών διαστάσεων εγκληματική κερδοσκοπία οικουμενικών διαστάσεων παρασίτων, έχουν ασφαλώς την δική τους καθοριστική επιρροή στην παγκοσμιοποιημένη οικονομική κρίση, η δίνη της οποίας δεν θα άφινε έξω την χώρα μας. Και πέραν τούτων: τι παράγουν, τι εισφέρουν και τι συνεισφέρουν στην παγκόσμια οικονομία και στις οικονομίες των κρατών οι περίφημες ‘αγορές’; Όμως η ένταση, η έκταση και οι μορφές με τις οποίες εκδηλώθηκε η οικονομική κρίση στην Ελλάδα, η απώλεια –από εμάς πρώτους, και μέχρι πριν ελάχιστες ημέρες από εμάς μόνους– του ελέγχου πάνω στο σύνολο των οικονομικών μας μεγεθών και συνακόλουθα και των πολιτικών μας επιλογών, είναι υπόθεση δική μας, από Έλληνες και μεταξύ Ελλήνων. Το καθ’ ημάς τα πράγματα γινήκαν έτσι επειδή εμείς τα φτιάξαμε έτσι.
Πέραν τούτων, και χωρίς κατά κανένα τρόπο να θέλω να μεταθέσω σε άλλους τις ευθύνες για τις ελληνικές πολιτικές και κοινωνικές πρακτικές, είναι λάθος να μην επισημανθεί μία μείζων ευθύνη αν όχι συνολικά της Ευρωπαϊκής Ένωσης, πάντως της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Δεν αναφέρομαι στο επισημαινόμενο από πολλές πλευρές θεσμικό έλλειμμα ή και έλλειμμα πολιτικής στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Αναφέρομαι στην τερατώδους κυνισμού εξαπάτηση που αποδείχθηκε ότι διεπράττετο συστηματικά, κατά τα τελευταία ιδίως έτη. Τα ανώτατα κλιμάκια της Ευρωπαϊκής Επιτροπής γνώριζαν την πραγματική κατάσταση, αν όχι πλήρως πάντως αρκετά επακριβώς, όμως πρόσωπα όπως κυρίως η ανεκδιήγητη μετριότητα της Ευρωπαϊκής Δεξιάς, προϊόν ενός συμβιβασμού που πιο κάτω δεν γίνεται, ο θλιβερός Μπαρόζο, Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, όχι χωρίς κάποια συνενοχή και του υφισταμένου του σοσιαλιστή Αλμούνια, συνέπραξε, σε συνενοχή με τους τότε κορυφαίους της ελληνικής πολιτείας και προς υποστήριξή τους, σε συνωμοσία εξαπάτησης και σιωπής. Έχει γίνει γνωστό ότι γνώριζε ότι το ελληνικό πρόβλημα ήταν πολύ μεγαλύτερο και ποιοτικά διάφορο από ό,τι δημοσίως αναγνώριζε, και σιώπησε. Η φτηνή του υποστήριξη προς τους Έλληνες φίλους του αποδείχθηκε ακριβή για τους Ευρωπαίους εταίρους και πανάκριβη για τον ελληνικό λαό. Θα πληρώσει;
Υπαγόμενοι στον Μνημόνιο περιήλθαμε σε μία νέα περίοδο λειτουργίας του πολιτεύματος. Η νέα αυτή περίοδος εκτυλίσσεται μέσα στο ίδιο συνταγματικό κείμενο της προηγούμενης και συνιστά, νομίζω, στροφή μεγαλύτερη και ποιοτικά διάφορη από εκείνη που έφερε, για παράδειγμα, η προχουντικά αδιανόητη άνοδος στην εξουσία της Κεντροαριστεράς το 1981, αλλά και η συνταγματική αναθεώρηση του 1985. Αυτό επειδή θεωρώ ότι η εκλογική και κυβερνητική άνοδος της Κεντροαριστεράς το 1981, αλλά και την συνταγματική αναθεώρηση του 1985, ήταν προϊόντα της δυναμικής που απελευθερώθηκε με την κατάρρευση της χούντας και την εγκατάσταση της νέας πολιτικής και δημοκρατικής συνταγματικής τάξης το 1974. Πράγματι, τόσο η εκλογική και κυβερνητική άνοδος της Κεντροαριστεράς το 1981 όσο και η αναθεώρηση του 1985 όχι μόνο δεν αναίρεσαν, αλλά επιβεβαίωσαν με πανηγυρικό τρόπο την δυναμική του πολιτεύματος που εγκαθίδρυσε το Σύνταγμα του 1975. Τούτο κυρίως με την πανηγυρική πιστοποίηση ότι καμία πολιτική δύναμη ή προσωπικότητα (όπως η προδικτατορική ΕΡΕ ή το παλάτι ή ο παλαιός Καραμανλής) δεν βρίσκεται υπεράνω των καταγεγραμμένων κανόνων λειτουργίας του πολιτεύματος, ώστε η δημοκρατική ήττα τους, αν και συνταγματικά προβλεπόμενο ενδεχόμενο, να μην είναι ανεκτή ως πολιτικό γεγονός και αν συμβεί να προκληθεί συνολική κατάρρευση του πολιτεύματος.
Στην ίδια δε δυναμική εντάσσεται, νομίζω, και η ένταξη της Ελλάδας στην ΕΟΚ το 1981: προσχωρήσαμε στην ΕΟΚ όχι επειδή βρισκόμασταν σε αδιέξοδο, αλλά ακριβώς επειδή είχαμε –με το γνωστό δραματικό εθνικό κόστος– εξέλθει από το αδιέξοδο στο οποίο μας είχαν οδηγήσει η χούντα και οι ενδογενείς και αλλοδαπές δυνάμεις που την εκκόλαψαν. Στο Μνημόνιο δηλαδή δεν οδήγησε η δυναμική που εκλύθηκε με την έκρηξη του 1974, αλλά η εξάντλησή της.
Ανασκόπηση
Το Μνημόνιο μας δίνει την ευκαιρία –ακόμη περισσότερο: μας επιβάλλει– να σκεφθούμε, με την απόσταση που δημιουργεί το ίδιο το γεγονός της ύπαρξής του, συνολικά την πορεία του πολιτεύματός μας από το 1975 ως σήμερα, και τούτο επειδή ακριβώς κατά την διάρκεια της λειτουργίας του πολιτεύματός μας καταλήξαμε στο γνωστό αποτέλεσμα.
Δύο ήταν νομίζω τα μείζονα συνταγματικά διακυβεύματα του 1975:
– το έντονο αίτημα για ολοκλήρωση και εδραίωση του δημοκρατικού πολιτεύματος και
– το επίσης έντονο αίτημα για ισότιμη και αξιοπρεπή συμμετοχή στην αναπτυξιακή πραγματικότητα και δυναμική του σύγχρονου ευρωπαϊκού κόσμου.
Η κατάρρευση της δεξιάς δικτατορίας το 1974 παρέσυρε σε κατάρρευση και τις δομές και την ιδεολογία του αντικομμουνιστικού αρχικά και πλήρως διχαστικού στη συνέχεια μετεμφυλιακού κράτους. Μια δημοκρατική μέθη και η εναπόθεση ωραίων ελπίδων στην noblesse της πολιτικής μας παρέσυρε όλους ευχάριστα. Η υπερπολιτικοποίηση των πάντων ήταν το πρακτικό αποτέλεσμα. Η άνοδος του κομματικού φαινομένου, ο λαός και τα λαϊκά χαρακτηριστικά έγινε περίπου το μόνο κριτήριο του ιδεολογικώς αποδεκτού. Παράλληλα με αυτό, αν και σταδιακά, αναδείχθηκε μια ιδιαίτερη έμφαση στην αξία των ατομικών δικαιωμάτων όχι μόνο ως συνταγματικών κατοχυρώσεων αλλά και ως φιλοσοφικών αρχών πάνω στις οποίες επίσης στηρίζεται η συμβίωσή μας. Λαός και ελευθερία ήταν τα χαρακτηριστικά στην συνταγματική κατασκευή και εξέλιξη του μεταχουντικού συνταγματικού πολιτεύματος. Αυτά τα χαρακτηριστικά αποτυπώθηκαν στην λειτουργία του, στη συνταγματική θεωρία που αναπτύχθηκε και στην αντίστοιχη νομολογία.
Μέσα στο κλίμα αυτό εντάσσονται, για παράδειγμα, διατάξεις όπως τα άρθρα 37 ή 29 του Συντάγματος, που εξασφάλιζαν όσο μπορεί να εξασφαλίσει ένα Σύνταγμα ότι οι ασχημονίες του θρόνου το 1965 και των πολιτικών δυνάμεων που τις υποστήριξαν δεν θα ξανασυμβούν στο μέλλον και ότι τα πολιτικά κόμματα είναι ένας συνταγματικά σεβαστός και αξιοσέβαστος θεσμός ελευθερίας και δημοκρατίας χωρίς ιδεολογικό όριο. Στο ίδιο παραπάνω κλίμα κινήθηκε και η αναθεώρηση του 1985, εξαλείφοντας τα όποια συνταγματικά περιθώρια να διεκδικήσει ένας αιρετός Πρόεδρος της Δημοκρατίας έναν –συνταγματικά προβλεπόμενο, δημοκρατικά όμως όχι νομιμοποιημένο– περιορισμένο έστω, πλην δυνάμει ουσιαστικό ρόλο ‘βασιλικού ανδρός’. Στο ίδιο κλίμα κινήθηκε και η ριζική επαναξιολόγηση των ατομικών ελευθεριών, η διεύρυνση τους με την συνταγματική κατοχύρωση κοινωνικών δικαιωμάτων, και η διαρκής νομολογιακή και θεωρητική τους επεξεργασία και εκλέπτυνση, συνηγορούσης και της ιδιαίτερα πλούσιας καταδικαστικής για την χώρα μας νομολογίας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.
Παράλληλα, η συνταγματική απόφαση για αφαίρεση κάθε νομικού εμποδίου συμμετοχής της Ελλάδας στην ΕΟΚ, όπως αυτή αποτυπώθηκε στο άρθρο 28 παρ. 2 και 3 του Συντάγματος ολοκληρώθηκε με την ταχεία κατάληξη των ενταξιακών διαπραγματεύσεων της χώρας στην ΕΟΚ ήταν η άλλη μεγάλη επιλογή της μεταχουντικής Ελλάδας. Η επιλογή αυτή προσέκρουσε σε μάλλον τακτική και όχι σε στρατηγική αντιπαράθεση. Το προ του 1981 ΠΑΣΟΚ, μάλλον πομπώδη θόρυβο εξέπεμψε παρά ουσιαστική σύγκρουση με την επιλογή αυτή, το δε τμήμα της Αριστεράς που την αντιστρατεύθηκε, το ΚΚΕ, ήταν και παρέμεινε πολιτικά και ιδεολογικά ασήμαντο μέγεθος για να την επηρεάσει.
Ο πολιτειακός βίος εξελίχθηκε στους δύο αυτούς άξονες:
– δημοκρατία, ελευθερίες, λαός, όλο και περισσότερη δημοκρατία, όλο και περισσότερες ελευθερίες
– Ευρώπη, όλο και περισσότερη Ευρώπη, και, κυρίως μέσω αυτής, ένταξη στην διεθνή, παγκοσμιοποιούμενη ολοκλήρωση.
Η εξέλιξη
Η εξέλιξη της λειτουργίας του πολιτεύματος με θεμέλιο τους δύο αυτούς άξονες όμως, φαίνεται ότι, παραφράζοντας Καβάφη, ανεπαισθήτως, χωρίς να ακούσουμε ποτέ κρότον κτιστών ή ήχον, μας έκλεισε από τον κόσμον έξω, και τώρα καθόμαστε και απελπιζόμαστε, διότι είχαμε να κάνουμε πολλά πράγματα έξω, αλλά δεν μπορούμε πια.
Ø Το στοιχείο ‘δημοκρατία’ εξαπέλυσε δυνάμεις ‘λαολαγνείας’: ο,τιδήποτε θώπευε λαϊκά ώτα (ή και άλλα μέλη του λαϊκού σώματος) ήταν ‘δημοκρατικό’ και ως δημοκρατικό αξιοσέβαστο ιδεολογικά και συνταγματικά κατοχυρωμένο νομικά.
Ø Η έννοια ‘δημόσιο συμφέρον’ εκφυλλίσθηκε. Την υπονόμευσαν αποτελεσματικά επί τρείς και πλέον δεκαετίες τόσο φιλελεύθερα ρεύματα –στα οποία εντάσσω τους ‘κλασικούς’ φιλελεύθερους όσο και τους προερχόμενους από την Αριστερά, πρωταγωνιστές μιας cult των ιδιωτικών ελευθεριών (ίσως πάνω στο βαρύ κενό που τους άφισε το όραμα της νεότητάς τους)– όσο και λαϊκιστικά ρεύματα, εμφανίζοντας τα επί μέρους συμφέροντα κάθε επί μέρους κοινωνικής ομάδας ως συμφέρον του λαού γενικώς. Η πρόσφατη λαϊκιστική υποστήριξη κατηγοριών επαγγελμάτων που κοινωνικά, πολιτικά και πολιτισμικά μάλλον εγγύτερα βρίσκονται στους μαυραγορίτες παρά στον εργαζόμενο λαό είναι χαρακτηριστική.
Ø Σχηματικά, και με τις αναγκαίες επιφυλάξεις, από την δημοκρατία επικράτησε τελικά κυρίως το διαδικαστικό στοιχείο: η (μετρήσιμη με σφυγμομετρήσεις) διαπίστωση των επιθυμιών των ψηφοφόρων προηγείτο και ακολουθούσε, ως αυτονόητη, η προσπάθεια προσαρμογής της πολιτικής προς αυτές, με τις κατάλληλες επιλογές προσώπων, συνθημάτων και συναισθημάτων. Δεν συνέβη το αντίθετο, δηλαδή η ανάδειξη πολιτικών στόχων και προσπάθεια να συγκροτηθεί, μέσα και από διάλογο και συγκρούσεις, μια δημοκρατική πλειοψηφική κοινωνική και πολιτική υποστήριξή τους.
Ø Η απόληξη αυτού του σχήματος, σε συνάφεια με την λατρεία της ελευθερίας του ‘εγώ’ ως necplusultraκαι φιλοσοφικού θεμέλιου της πολιτείας και γενικώς του κόσμου τούτου οδήγησε, μοιραία και γρήγορα στην αποπολιτικοποίηση της πολιτικής. Μια εκφυλιστική απίσχνανση των διαφορών ανάμεσα στα περισσότερα κόμματα αναπτύχθηκε, όπως και η ανάδειξη των ζητημάτων ύφους σε ζητήματα ουσίας και η απομάκρυνση ικανών ανθρώπων από την πολιτική. Συνακόλουθη ήταν η ανάδειξη σε σχεδόν αποκλειστικό υποκείμενο της πολιτικής της τηλεοπτικής περσόνας –δημοσιογράφου, συνήθως επιστημονικά σοβαροπρεπούς ή δυναμικά φωνασκούντος, πάντοτε, όμως, υποθέτω, αδρότατα και πολυποίκιλα αμοιβόμενου, ή του τυχερού βουλευτή ή Υπουργού που βρήκε τους τρόπους να ανήκει στην χορεία των ίδιων πάντοτε καμιά τριανταριά πολιτικών που πρωταγωνιστούν τηλεοπτικά. Ουσιώδη λόγο στον δημόσιο χώρο που συγκροτεί την πολιτική απέκτησαν η ωραιοπρέπεια μιας καλλιτέχνιδος υποψηφίου, η αθλητική φήμη και παράστημα ενός άλλου, η επιστημοσύνη (αληθινή ή κάλπικη, αδιάφορο) ενός τρίτου, οι πολιτικά κωμικές αλλά προσωπικά τραγικές τηλεοπτικές τσιρίδες μιας τέταρτης κλπ.
Ø Το στοιχείο ‘συμμετοχή στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα’ (και, μέσω αυτής, στους θεσμούς και στα clubsτων πλέον ανεπτυγμένων κρατών στον κόσμο) έφερε πακτωλό χρημάτων. Δεν έφερε όμως σύγκλιση κρισίμων νοοτροπιών, και κυρίως σύγκλιση με την νοοτροπία που θέλει να παράγεις αυτά που ξοδεύεις. Σε στρατηγικό βάθος, η απορρόφηση των κοινοτικών χρημάτων προσλήφθηκε κατά μεγάλο κανόνα ως αποτέλεσμα της καπατσοσύνης του Έλληνος και όχι ως προϊόν συμμετοχής σε μία παραγωγική κοινότητα οικουμενικών διαστάσεων. Ο πακτωλός των χρημάτων, κυρίως από τις επιδοτήσεις των αγροτικών προϊόντων και τα κόλπα με τις τιμές τους και από τα κοινοτικά πλαίσια στήριξης, θεμελίωσε και ανέδειξε το ιδανικό ενός καταναλωτή που ζει και υπάρχει για να καταναλώνει όλο και διαρκώς περισσότερο. Όμως καταναλωτή αγαθών που η χώρα εισήγαγε, αλλά δεν παρήγαγε. Και από ένα σημείο και πέρα ήταν αναγκασμένη να δανείζεται για να συνεχίσει να εισάγει.
Το πολιτικό σύστημα εξέφρασε και εκφράσθηκε από την ιδεολογία της λαϊκής απαίτησης για διαρκώς μεγαλύτερη κατανάλωση. Η μορφή αυτή εμφανίσθηκε με την μορφή του αυτονοήτου αιτήματος για ‘βελτίωση των συνθηκών ζωής του πολίτη’. Η προβολή της παρασιτικής ευμάρειας, όχι χωρίς και στιγμές μεγαλομανίας, όπως ορισμένες πτυχές της οργάνωσης των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004, έγινε αυτονόητος στόχος και ιδανικό. Το ‘αυτονόητο’ αυτό ανεπαισθήτως, αλλά με χαλύβδινη αποτελεσματικότητα, εξοβέλισε οποιαδήποτε άλλη μορφή νομιμοποίησης πολιτικού στόχου ή αιτήματος. Όμως το αίτημα για συνεχή βελτίωση των συνθηκών ζωής του πολίτη, με την επικουρία της φιλοσοφικά επενδεδυμένης υποταγής σε κάθε είδους ατομικό ή συλλογικό ‘εγώ’, δεν συνοδεύτηκε από πραγματική συναίσθηση ότι η διευρυνόμενη και τελικώς στρατηγικά εγκαθιδρυμένη ιδεολογία των ‘λαϊκών κατακτήσεων’ χωρίς αυτή να συνοδεύεται από αντίστοιχα ‘λαϊκά επιτεύγματα’ (οι διατυπώσεις ‘λαϊκές κατακτήσεις’ και ‘λαϊκά επιτεύγματα’ προέρχονται από το πολιτικό λεξιλόγιο της Σοβιετικής Ένωσης) αργά ή γρήγορα οδηγεί στο κενό. Ο παρασιτισμός των παροχών με αντίκρισμα στρατηγικά δυσανάλογο προς την δημιουργία και την παραγωγή απέληξε πρακτικά σε μία ιδεολογία εκποίησης της χώρας στους δανειστές της. Η εκποίηση αυτή μεταβάλλεται σε δημοκρατικό αίτημα, αρκεί, κατά φράση του πιο επίκαιρου παρά ποτέ Παναγιώτη Κονδύλη «ο ‘λαός’ να ζητά την εκποίηση αυτή’» [Παναγιώτης Κονδύλης, Η παρακμή του Αστικού Πολιτισμού. Από τη μοντέρνα στη μεταμοντέρνα εποχή και από τον φιλελευθερισμό στη μαζική δημοκρατία. Αθήνα, 1991, σελ. 44]. Επ’ αυτού μία παρατήρηση: η απόδοση της αιτίας του κακού αποκλειστικά στο μεγάλο μέγεθος και την κακή ποιότητα και λειτουργία του κράτους, όταν δεν είναι απλώς λάθος, είναι μία ιδιοτελής συσκότιση του προβλήματος. Το μέγεθος και η κακή και φαύλη λειτουργία του κράτους μάλλον αποτέλεσμα είναι, και λιγότερο αίτιο.
Έτσι λοιπόν, εκεί κάπου στον δρόμο, το δημοκρατικό αίτημα εκφυλλίσθηκε σε λαϊκισμό και η ευρωπαϊκή πορεία και συμμετοχή σε μπαταχτσίδικη ευμάρεια. Ξανά με διατύπωση του Κονδύλη, «η συγκεκριμένη λειτουργία του ελληνικού πολιτικού συστήματος (…) κατάντησε να αποτελέσει το βασικό εμπόδιο στην εθνική και οικονομική ανάπτυξη –κάτι παραπάνω μάλιστα: έγινε αγωγός εκποίησης της χώρας με αντάλλαγμα την δική της, δηλαδή τη δυνατότητά της να προβαίνει σε υλικές παροχές παίρνοντας παροχές ψήφου» [Κονδύλης, όπ. π., σελ. 43].
Ασφαλώς δεν συμπράξαμε όλοι στον ίδιο βαθμό στην εικόνα αυτή, ούτε όλοι είχαμε τα ίδια οφέλη, ούτε λείπουν από αυτήν αποχρώσεις, περισσότερο ή λιγότερο ουσιώδεις ή και αξιοπρόσεκτα κομμάτια της, που μερικώς φαίνεται να την αναιρούν. Όμως την τελική μορφή της εικόνας και τα σκοτεινά της χρώματα δεν τα αποδίδουν οι αναλύσεις, παρατηρήσεις κ.λπ. οποιουδήποτε –ήρθε και την έδωσε το Μνημόνιο. Κανείς μας δεν είναι έξω από την εικόνα αυτήν, κανείς.
Τα νέα διακυβεύματα
Αυτά εμείς. Μόνο που τώρα πια, ξανά κατά Καβάφη, στη Ρώμη δόθηκε ο χρησμός, έγιν΄ εκεί η μοιρασιά. Σε μας έλαχε το Μνημόνιο.
Αναλογίζομαι το 1975 και τις ελπίδες που τότε εναποτέθηκαν στην δημοκρατική και ανοιχτή στον έξω κόσμο συνταγματική οργάνωση της πολιτείας μας. Τότε το συνταγματικό διακύβευμα ήταν αρκετά σαφές και συνιστούσε ταυτόχρονα και ιδεολογία και πολιτική και νομική-συνταγματική κατασκευή: η λέξη ‘δημοκρατία’ (όπως και η λέξη ‘Ευρώπη’) είναι λέξη ταυτόχρονα ιδεολογίας, πολιτικής και νομικής-συνταγματικής κατασκευής.
Προσπαθώ να συλλάβω τα συνταγματικά διακυβεύματα σήμερα, μετά την ολοκληρωτική εξάντληση και της δύναμης και της δυναμικής του πολιτικού συστήματος του 1975, και δυσκολεύομαι. Στα μείζονα του 1975 έδειχνε να απαντά αυτό που με την τότε γλώσσα αποκαλούσαμε ‘στερέωση και διεύρυνση της δημοκρατίας’ και η ‘ευρωπαϊκή πορεία του τόπου’ –και για τα δύο το Σύνταγμα είχε να πει πολλά, και τα είπε.
Σήμερα; Αντίθετα με το 1965-1967 όπου η κρίση προέκυψε (και) επειδή δεν λειτούργησαν απρόσκοπτα οι συνταγματικοί θεσμοί, μετά το 1975 η κρίση προέκυψε παρά το ότι λειτούργησαν απρόσκοπτα. Μετά το 1975 δεν απέτρεψαν οι συνταγματικοί θεσμοί και η λειτουργία τους την γνωστή κατάληξη, ούτε και την επέβαλαν: άλλωστε δεν μπορείς να νομοθετήσεις την ευθυκρισία, ούτε την ακεραιότητα. Θεμελιακά ρεύματα και στοιχειακές δυνάμεις θα ακολουθήσουν τον δικό τους δρόμο, και τα ρεύματα και οι δυνάμεις που απελευθερώθηκαν το 1974 αυτό έκαναν.
Το 1975 είχα πολλά να πω για το Σύνταγμα, και νομίζω ότι πολλά από τα τότε ζητούμενα πράγματι θα τα απαντούσε και εν πολλοίς τα απάντησε μια λυσιτελής συνταγματική κατασκευή. Τι μπορούμε να περιμένουμε σήμερα από την συνταγματική μας κατασκευή, αυτήν ή μια άλλη που θα φτιάξουμε; Φοβούμαι όχι πολλά.
Ασφαλώς το Σύνταγμα και η κρατική και εθνική κυριαρχία παραμένει, θα προσέθετα μάλιστα ότι μάλλον θα τονίζεται και θα εμφανίζεται να ενισχύεται επειδή συνεπάγεται την ανάληψη της ευθύνης. Την πραγματική εξουσία λήψης αποφάσεων όλοι την θέλουν και την διεκδικούν, την ευθύνη όμως κανείς. Η συνταγματική εθνική κυριαρχία σημαίνει πρακτικά ότι η πολιτική και τελικά η συνολική ευθύνη ανήκει σε εμάς και καμιάς τρόϊκας η παρουσία δεν την απομακρύνει.
Με δεδομένη την κανονιστική δύναμη του πραγματικού και το ότι το Σύνταγμά μας είναι ιδιαίτερα δεκτικό στην διεθνή ενσωμάτωση της χώρας μας, τα περισσότερα από τα νέα διακυβεύματα δεν απαιτούν συνταγματικές ρυθμίσεις, τουλάχιστον όχι μείζονες. Η νομοθεσία για πολλά κρίσιμα είναι αρκετή, κάποτε μάλιστα η έμφαση σε νομοθετικά μέτρα για αγαθούς σκοπούς –π.χ. νομοθετικά μέτρα διαφάνειας– μάλλον υπογραμμίζουν την αδυναμία να αντιμετωπισθεί το πρόβλημα παρά το αντιμετωπίζουν. Άλλα αντικείμενα, όπως ρυθμίσεις που να λαμβάνουν υπόψη τις νέες κοινωνικές καταστάσεις και τις νέες μορφές ιδιωτικών και δημοσίων χώρων που δημιουργεί η ηλεκτρονική τεχνολογία αιχμής ή η βιοτεχνολογία δεν απαιτούν αναγκαστικά συνταγματικές μεταβολές. Οι μεταρρυθμίσεις στη λειτουργία του κράτους και των κρατικών φορέων που επιβάλλει το Μνημόνιο δεν βρίσκουν συνταγματικά εμπόδια. Σε κάθε περίπτωση, αν επιχειρηθεί να αποκτήσει συνταγματική περιωπή το πλέγμα των μεταρρυθμίσεων που ήδη, κυρίως λόγω Μνημονίου, επιχειρούνται, αυτό μάλλον θα γίνει με μία αναθεώρηση τύπου 1911, όταν αναθεωρήθηκαν προσαρμοζόμενες στις νέες συνθήκες αρκετές επί μέρους συνταγματικές διατάξεις, δεν ανατράπηκαν όμως ούτε οι βασικοί συνταγματικοί θεσμοί, ούτε η μεταξύ τους βασική πολιτική ισορροπία.
Αρκετές πάντως από τις ριζικά νέες κοινωνικές, οικονομικές, πολιτισμικές και τελικώς πολιτικές συνθήκες και καταστάσεις δεν έχουν γίνει κοινό κτήμα στο πραγματικό τους μέγεθος και δεν φαίνεται να απασχολούν στο βαθμό που δεν περιλαμβάνονται στο Μνημόνιο. Οι μετανάστες είναι ένα παράδειγμα: η πρόσφατη επίδειξη δύναμης των μουσουλμάνων στο κέντρο μιας Αθήνας υποκριτικής και μισαλλόδοξης, έδειξε την εθνικά επικίνδυνη, δημοκρατικά επαίσχυντη και πολιτικά καταστροφική ιδιοτελή ηλιθιότητα της ανίερης σύμπραξης δυνάμεων που εξέπεμπε η εκκλησιαστική ιεραρχία και τμήματος της πολιτικής τάξης.
Στην αρχή της ομιλίας μου αναφέρθηκα στα παραδείγματα του 1875 και του 1909. Και στα δύο την πολιτειακή στροφή πραγματοποίησε μία νέα πολιτική τάξη. Σήμερα, ακριβέστερα: μέχρι και σήμερα, φαίνεται ότι την κρίση προσπαθούν να αντιμετωπίσει το σύστημα πολιτικής που είναι τμήμα της, το σύστημα πολιτικής με τον οποίο θρέψαμε την κρίση και τραφήκαμε από αυτήν. Έχω μάλιστα μερικές φορές την υποψία ότι, προερχόμενες από πρωταγωνιστές της περιόδου που χρεοκόπησε, οι εκκλήσεις για ενότητα του λαού ώστε να ξεπεράσουμε την κατάσταση ηχούν στα αυτιά μου ως προσπάθεια του ξεπερασμένου κόσμου να σωθεί συλλήβδην. Ο Τρικούπης αντιμετώπισε ενωμένα τα μέχρι τότε αντίπαλα κόμματα του κομματικού συστήματος του 1875, ο Βενιζέλος ενωμένα τα μέχρι τότε αλληλοσυγκρουόμενα κόμματα του τότε δικομματισμού. Εδώ, μπορεί να είναι και νωρίς, όμως, τι περίεργη αίσθηση, κοιτάζοντας γύρω μου αισθάνομαι ότι περιφέρομαι ανάμεσα σε μορφές και φωνές ενός κόσμου που πέρασε χωρίς να το ξέρει, αλλά δεν βλέπω ούτε μορφές ούτε φωνές ενός κόσμου που να έρχεται –τουλάχιστον όχι ακόμη. Ή μήπως υπάρχουν και δεν τις βλέπω;

* Ομιλία σε εκδήλωση της Επιστημονικής Ένωσης Δικηγόρων e-ΘΕΜΙΣ που έγινε στις 26 Νοεμβρίου 2010 στο Πνευματικό Κέντρο του Δήμου Αθηναίων. Το παρόν κείμενο, τμήμα μεγαλύτερης υπό εκπόνηση εργασίας, αποδίδει την προφορική μου εισήγηση με ορισμένες μικρές προσθήκες και προσαρμογές στην γραπτή μορφή λόγου. Χρωστώ ευχαριστίες στους διοργανωτές της εκδήλωσης για την πρόσκληση και για την ευκαιρία που μου παρέσχαν –Γ.Ζ.Δ.

Συζητήθηκε στο ΣτΕ η συνταγματικότητα της επιβολής έκτακτης εισφοράς

Συζητήθηκε την Τετάρτη στο Β’ Τμήμα του Συμβουλίου της Επικρατείας η αίτηση φορολογουμένων για αναίρεση απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών με τη οποία κρίθηκε συνταγματική η έκτακτη εισφορά του 2009.

Ο σύμβουλος επικρατείας Ι.Γράβαρης υποστήριξε την αντισυνταγματικότητα των διατάξεων λόγω της αναδρομικής επιβάρυνσης εισοδημάτων του 2007 και παραβίασης της φορολογικής ισότητας.

Επιπλέον, οι δικηγόροι του φορολογουμένου και διαφόρων φορέων (Συνήγορος του φορολογουμένου και Ένωση Ελλήνων Φοροτεχνικών) αναφέρθηκαν και σε άλλο συνταγματικό πρόβλημα, σημειώνοντας πως ο νόμος ανεβάζει το ύψος της εισφοράς κλιμακωτά με βάση το εισόδημα επιβάλλοντας όχι ποσοστό αλλά ένα συγκεκριμένο ποσό με συνέπεια σε κάποιες περιπτώσεις να επιβαρύνεται αναλογικά περισσότερο εκείνος που έχει μικρότερο εισόδημα.

Από την πλευρά τους, οι νομικοί σύμβουλοι του δημοσίου υποστήριξαν ότι η έκτακτη εισφορά δεν αποτελεί προσαύξηση φόρου και δεν είναι αντισυνταγματική γιατί δεν επιβάλλεται αναδρομικά, καθώς λαμβάνονται υπόψη τα εισοδήματα του 2007 μόνο ως κριτήριο και όχι ως αντικείμενο της φορολόγησης αφού κατά την επιβολή της έκτακτης εισφοράς δεν υπήρχε άλλη βάση υπολογισμού της, καθώς δεν είχαν εκδοθεί τα νέα εκκαθαριστικά.

Πρόσθεσαν ότι ο νομοθέτης είχε υπόψη του την νομολογία του ΣτΕ του 1979 όταν είχε κριθεί συνταγματική έκτακτη εισφορά το 1976 χρησιμοποιώντας ως κριτήριο και όχι ως αντικείμενο εισοδήματα του 1974. Ακόμη, ανέφεραν ότι δεν θα διακινδύνευε ο νομοθέτης να κάνει αυτή την ρύθμιση αφού γνώριζε αυτή την νομολογία και δεν θα διακινδύνευε να αναγκαστεί να επιστρέψει μεγάλα ποσά.

Τέλος, αναφερόμενοι στο πρόβλημα της οικονομικής κρίσης, υποστήριξαν πως το ιδιωτικό συμφέρον υποχωρεί μπροστά στο δημόσιο συμφέρον και ότι πρέπει να φορολογηθούν οι έχοντες και κατέχοντες επικαλούμενοι και τη σχετική φράση του προέδρου της Δημοκρατίας.

Το δικαστήριο επιφυλάχθηκε να εκδώσει την απόφασή του.

H είδηση δημοσιεύθηκε στο in.gr.