Author Archives: admin

Ραδιοτηλεοπτική προβολή νεοπαγών κομμάτων κατά την προεκλογική περίοδο

ΣτΕ (Ολ.) 3427/2010 με σημείωμα Στέργιου Κοφίνη

Ραδιοτηλεοπτική προβολή νεοπαγών κομμάτων κατά την προεκλογική περίοδο

[…]

2. Επειδή, ο Υπουργός Εσωτερικών, με τις αποφάσεις του 12217/13.5.2009 και 12512/15.5.2009 (Β΄ 899/13.5.2009 και 925/15.5.2009, αντιστοίχως), ερύθμισε τους όρους, τις προϋποθέσεις και τον χρόνο «προβολής κατά την προεκλογική περίοδο των πολιτικών κομμάτων και συνασπισμών κομμάτων … από τους δημόσιους και ιδιωτικούς ραδιοφωνικούς και τηλεοπτικούς σταθμούς ελεύθερης λήψης καθώς και τους φορείς παροχής συνδρομητικών ραδιοφωνικών τηλεοπτικών υπηρεσιών κάθε μορφής, στις εκλογές της 7ης Ιουνίου 2009 για την ανάδειξη των Ελλήνων Αντιπροσώπων στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο». Η μεν πρώτη προσβαλλόμενη υπουργική απόφαση, κατά της οποίας στρέφεται η υπ’ αριθμόν καταθέσεως 2880/2009 αίτηση, αφορά τα πολιτικά κόμματα και τους συνασπισμούς κομμάτων που εκπροσωπούνται στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, η δε δεύτερη κατά της οποίας στρέφεται η υπ’ αριθμόν καταθέσεως 2897/2009 αίτηση, αφορά τα λοιπά κόμματα και συνασπισμούς κομμάτων.

3. Επειδή, οι κρινόμενες αιτήσεις συζητήθηκαν ενώπιον του Δ΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας, το οποίο τις συνεκδίκασε και, με την απόφαση του 1784/2009, τις παρέπεμψε στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου λόγω της σπουδαιότητος των τιθεμένων με αυτές ζητημάτων.

4. Επειδή, το άρθρο 32 παρ. 2 του Π.Δ. 18/1989 (Α΄ 8) ορίζει ότι «Καταργείται… η δίκη αν μετά την άσκηση της αίτησης ακυρώσεως και έως την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης η προσβαλλόμενη πράξη έπαυσε για οποιοδήποτε λόγο να ισχύει…». Εν προκειμένω, οι κρινόμενες υποθέσεις συζητήθηκαν ενώπιον του Δ΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας στις 19.5.2009, ήτοι προ των εκλογών της 7.6.2009 και ενώ οι προσβαλλόμενες υπουργικές αποφάσεις ήσαν ακόμη εν ισχύι, κατόπιν δε της συζητήσεως αυτής εκδόθηκε η παραπεμπτική απόφαση 1784/2009 του Τμήματος. Υπό τα δεδομένα αυτά δεν τίθεται ζήτημα καταργήσεως της παρούσης δίκης, έστω και αν κατά τη δεύτερη συζήτηση των υποθέσεων ενώπιον της Ολομελείας του Δικαστηρίου, στις 9.10.2009, ήτοι μετά τη διεξαγωγή των παραπάνω εκλογών, οι προσβαλλόμενες αποφάσεις, έχοντας εξαντλήσει το ρυθμιστικό τους αντικείμενο, είχαν παύσει, πλέον, να ισχύουν.

5. Επειδή, το αιτούν πολιτικό κόμμα με έννομο συμφέρον ασκεί τις κρινόμενες αιτήσεις, εφ’ όσον, όπως προκύπτει από τα στοιχεία που έχει προσκομίσει, αφ’ ενός μεν υπέβαλε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την ιδρυτική του δήλωση και τα λοιπά δικαιολογητικά, που προβλέπονται από το άρθρο 29 παρ. 1 και 2 του Ν. 3023/2002 (που παρατίθεται σε επόμενη σκέψη), αφ’ ετέρου δε επέδωσε στον ίδιο Εισαγγελέα τη δήλωση για την κατάρτιση του συνδυασμού του, εν όψει των εκλογών της 7.5.2009 σύμφωνα με τις διατάξεις της εκλογικής νομοθεσίας. Οι λοιποί αιτούντες, υποψήφιοι στον παραπάνω συνδυασμό, με έννομο συμφέρον στρέφονται κατά των ίδιων υπουργικών αποφάσεων και ομοδικούν παραδεκτώς, προβάλλοντας τους αυτούς λόγους ακυρώσεως.

6. Επειδή, κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 2479/1997 (ΦΕΚ Α΄ 67), σε δίκη ενώπιον του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου, της Ολομέλειας του Συμβουλίου Επικρατείας, της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου ή της Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου, στην οποία τίθεται ζήτημα συνταγματικότητας διατάξεως τυπικού νόμου, έχουν δικαίωμα να ασκήσουν παρέμβαση, πλην άλλων, φυσικά ή νομικά πρόσωπα ή ενώσεις προσώπων, τα οποία δικαιολογούν έννομο συμφέρον σε σχέση με την κρίση του ζητήματος αυτού, εφόσον το ίδιο ζήτημα εκκρεμεί σε δίκη ενώπιον του ίδιου ή άλλου δικαστηρίου ή δικαστικού σχηματισμού του αυτού κλάδου δικαιοσύνης, στην οποία είναι διάδικοι (βλ. ΣτΕ 1466, 1545, 3487/2008 Ολομ.). Εν προκειμένω, στην παρούσα δίκη ενώπιον της Ολομελείας παρεμβαίνει με το από 14.9.2009 δικόγραφο το σωματείο με την επωνυμία «Πανελλήνια Ένωση Ιδιοκτητών Ραδιοφωνικών Σταθμών» (Π.Ε.Ι.Ρ.Α.Σ.), ισχυριζόμενο ότι η διάταξη του άρθρου 11 του Ν. 3023/2002 «Χρηματοδότηση των πολιτικών κομμάτων, προβολή, δημοσιότητα και έλεγχος των πολιτικών κομμάτων και των υποψηφίων βουλευτών» (ΦΕΚ Α΄ 146), κατά το μέρος που απαγορεύει τη διαφήμιση των πολιτικών κομμάτων από τα ραδιοτηλεοπτικά μέσα κατά την προεκλογική περίοδο, είναι αντίθετη προς το Σύνταγμα. Ζήτημα συνταγματικότητας της διατάξεως αυτής τίθεται και με την παραπεμπτική απόφαση 1784/2009 (σκέψη 10). Εξάλλου, το παραπάνω σωματείο, με αίτηση του ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, έχει ζητήσει την ακύρωση της από 13.5.2009 προσβαλλομένης υπουργικής αποφάσεως εγείροντας το ίδιο ζήτημα συνταγματικότητας. Υπό τα δεδομένα αυτά η εξεταζόμενη παρέμβαση ασκείται με έννομο συμφέρον, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 2479/1997, ενώ, εξ άλλου, είναι και κατά τα λοιπά παραδεκτή.

7. Επειδή, το Σύνταγμα ορίζει ότι «Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου» (άρθρο 4 παρ. 1), ότι «Καθένας έχει δικαίωμα να αναπτύσσει ελεύθερα την προσωπικότητα του και να συμμετέχει στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή της Χώρας, εφόσον δεν προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων και δεν παραβιάζει το Σύνταγμα ή τα χρηστά ήθη» (άρθρο 5 παρ. 1), ότι «Καθένας έχει δικαίωμα στην πληροφόρηση, όπως νόμος ορίζει. Περιορισμοί στο δικαίωμα αυτό είναι δυνατόν να επιβληθούν με νόμο μόνο εφόσον είναι απολύτως αναγκαίοι και δικαιολογούνται για λόγους εθνικής ασφάλειας, καταπολέμησης του εγκλήματος ή προστασίας δικαιωμάτων και συμφερόντων τρίτων» (άρθρο 5Α παρ. 1) και ότι «Καθένας μπορεί να εκφράζει και να διαδίδει προφορικά, γραπτά και διά του τύπου τους στοχασμούς του, τηρώντας τους νόμους του Κράτους» (άρθρο 14 παρ. 1). Περαιτέρω, το άρθρο 15 παρ. 2 του Συντάγματος ορίζει τα εξής: «Η ραδιοφωνία και η τηλεόραση υπάγονται στον άμεσο έλεγχο του Κράτους. Ο έλεγχος και η επιβολή των διοικητικών κυρώσεων υπάγονται στην αποκλειστική αρμοδιότητα του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης που είναι ανεξάρτητη αρχή, όπως νόμος ορίζει. Ο άμεσος έλεγχος του Κράτους, που λαμβάνει και τη μορφή του καθεστώτος της προηγούμενης άδειας, έχει ως σκοπό την αντικειμενική και με ίσους όρους μετάδοση πληροφοριών και ειδήσεων, καθώς και προϊόντων του λόγου και της τέχνης, την εξασφάλιση της ποιοτικής στάθμης των προγραμμάτων που επιβάλλει η κοινωνική αποστολή της ραδιοφωνίας και της τηλεόρασης και η πολιτιστική ανάπτυξη της Χώρας, καθώς και το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου και την προστασία της παιδικής ηλικίας και της νεότητας. Νόμος ορίζει τα σχετικά με την υποχρεωτική και δωρεάν μετάδοση των εργασιών της Βουλής και των επιτροπών της, καθώς και προεκλογικών μηνυμάτων των κομμάτων από τα ραδιοτηλεοπτικά μέσα». Εξ άλλου, το άρθρο 29 του Συντάγματος ορίζει τα εξής: «1. Έλληνες πολίτες που έχουν το εκλογικό δικαίωμα μπορούν ελεύθερα να ιδρύουν και να συμμετέχουν σε πολιτικά κόμματα, που η οργάνωση και η δράση τους οφείλει να εξυπηρετεί την ελεύθερη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος… 2. Τα κόμματα έχουν δικαίωμα στην οικονομική τους ενίσχυση από το Κράτος για τις εκλογικές και λειτουργικές τους δαπάνες, όπως νόμος ορίζει. Νόμος ορίζει τις εγγυήσεις διαφάνειας ως προς τις εκλογικές δαπάνες και γενικά την οικονομική διαχείριση των κομμάτων, των βουλευτών, των υποψηφίων βουλευτών και των υποψηφίων στην τοπική αυτοδιοίκηση όλων των βαθμών. Με νόμο επιβάλλεται ανώτατο όριο εκλογικών δαπανών, μπορεί να απαγορεύονται ορισμένες μορφές προεκλογικής προβολής και καθορίζονται οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες η παράβαση των σχετικών διατάξεων συνιστά λόγο έκπτωσης από το βουλευτικό αξίωμα με πρωτοβουλία του ειδικού οργάνου του επόμενου εδαφίου. Ο έλεγχος των εκλογικών δαπανών των κομμάτων και των υποψήφιων βουλευτών διενεργείται από ειδικό όργανο που συγκροτείται και με τη συμμετοχή ανώτατων δικαστικών λειτουργών, όπως νόμος ορίζει. Με νόμο μπορούν να επεκταθούν οι ρυθμίσεις αυτές και στους υποψηφίους για άλλες αιρετές θέσεις». Τέλος, το άρθρο 52 του Συντάγματος ορίζει ότι «Η ελεύθερη και ανόθευτη εκδήλωση της λαϊκής θέλησης, ως έκφραση της λαϊκής κυριαρχίας, τελεί υπό την εγγύηση όλων των λειτουργών της Πολιτείας, που έχουν υποχρέωση να τη διασφαλίζουν σε κάθε περίπτωση…».

8. Επειδή, από τον συνδυασμό των συνταγματικών διατάξεων που παρατέθηκαν στην προηγούμενη σκέψη προκύπτουν τα εξής: Για την «ελεύθερη και ανόθευτη εκδήλωση της λαϊκής θέλησης», η οποία αποτελεί «έκφραση της λαϊκής κυριαρχίας», απαιτείται, μεταξύ άλλων, η κατά το δυνατόν πληρέστερη, έγκαιρη και πολύπλευρη ενημέρωση του εκλογικού σώματος. Προς τούτο ο κοινός νομοθέτης οφείλει να προβλέψει και να ρυθμίσει τη δωρεάν προβολή των κομμάτων από τα ραδιοτηλεοπτικά μέσα κατά την προεκλογική περίοδο. Με τις σχετικές ρυθμίσεις ο διατιθέμενος στα κόμματα ραδιοτηλεοπτικός χρόνος μπορεί να διαφοροποιείται με βάση πρόσφορα και αντικειμενικά κριτήρια, όπως είναι η κοινοβουλευτική τους εκπροσώπηση και το ποσοστό των ψήφων που έχουν λάβει κατά τις τελευταίες, πριν από τον εκάστοτε κρίσιμο χρόνο, εκλογές. Σε κάθε περίπτωση, όμως, οι ρυθμίσεις αυτές πρέπει να εξασφαλίζουν σε όλα, κατ’ αρχήν, τα κόμματα ένα ελάχιστο, πλην ικανό, χρόνο για την παρουσίαση των θέσεων και των προγραμμάτων τους από τα ραδιοτηλεοπτικά μέσα, λαμβάνοντας μέριμνα και για τα νεοπαγή κόμματα, ιδίως στην περίπτωση κατά την οποία ο νομοθέτης έχει κάνει χρήση της ευχέρειας που του δίδει το άρθρο 29 παρ. 2 του Συντάγματος και έχει απαγορεύσει τη διαφήμιση των κομμάτων από το ραδιόφωνο και την τηλεόραση κατά την προεκλογική περίοδο. Τούτο δε είναι αναγκαίο, διότι τα νεοπαγή κόμματα, ως εκ της ιδιότητος των αυτής, έχουν περιορισμένο χρόνο προ των εκλογών για τη γνωστοποίηση των θέσεων και του προγράμματος των.

9. Επειδή, περαιτέρω ο Ν. 3023/2002 ορίζει, στο άρθρο 29, τα εξής: «1. Το πολιτικό κόμμα πριν αναλάβει δραστηριότητα καταθέτει ιδρυτική δήλωση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Τη δήλωση καταθέτει ο Πρόεδρος ή η Διοικούσα Επιτροπή του και σε αυτή αναφέρεται ότι η οργάνωση και η δράση του εξυπηρετεί την ελεύθερη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος. 2. Στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου γνωστοποιούνται επίσης το όνομα, το έμβλημα και η έδρα του πολιτικού κόμματος και υποβάλλονται το καταστατικό ή η ιδρυτική του διακήρυξη, που υπογράφονται από διακόσιους, τουλάχιστον, πολίτες με δικαίωμα ψήφου. 3…. 6. Το πολιτικό κόμμα αποκτά με την ίδρυση του νομική προσωπικότητα για την εκπλήρωση της συνταγματικής αποστολής του». Ο ίδιος νόμος, εξάλλου, περιέχει αναλυτικές ρυθμίσεις για την κρατική χρηματοδότηση των πολιτικών κομμάτων, τα έσοδα και τις δαπάνες, τη δημοσιότητα και τον έλεγχο των οικονομικών των πολιτικών κομμάτων και των υποψηφίων βουλευτών και τις σχετικές διοικητικές κυρώσεις. Περιέχει, επίσης, ρυθμίσεις για την προεκλογική προβολή των κομμάτων και των υποψηφίων βουλευτών. Στο κεφάλαιο αυτό εντάσσονται τα άρθρα 10 και 11, τα οποία ορίζουν τα εξής: Αρθρο 10: «Ι.α. Κατά τη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου οι δημόσιοι και οι ιδιωτικοί ραδιοφωνικοί και τηλεοπτικοί σταθμοί ελεύθερης λήψης, καθώς και οι φορείς παροχής συνδρομητικών ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών υπηρεσιών, κάθε μορφής, υποχρεούνται να μεταδίδουν μηνύματα κομμάτων και συνασπισμών σε διάρκεια που καθορίζεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Τύπου και Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης, [ήδη μόνο του Υπουργού Εσωτερικών κατά το άρθρο 2 παρ. 1 του Ν. 3242/2004, Α΄ 102, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 4 παρ. 1 του Ν. 3734/2009, Α΄ 8] η οποία εκδίδεται μετά από γνώμη του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης και γνώμη της Διακομματικής Επιτροπής Εκλογών και δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Με όμοια απόφαση, ο κατά τα ανωτέρω οριζόμενος χρόνος κατανέμεται μεταξύ των κομμάτων και των συνασπισμών με βάση την αρχή της αναλογικής ισότητας και την εξασφάλιση της μετάδοσης των θέσεων και του προγράμματος των κομμάτων και των συνασπισμών, β. Η ανωτέρω μετάδοση διενεργείται δωρεάν και απαλλάσσεται από κάθε τέλος. 2. Με την κοινή υπουργική απόφαση της παρ. 1, κατά την αυτή διαδικασία και με κριτήριο την αναλογική ισότητα, καθορίζεται ο χρόνος που διατίθεται στα δελτία ειδήσεων των κρατικών και ιδιωτικών ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών σταθμών για την παρουσίαση της προεκλογικής δραστηριότητας των κομμάτων και των συνασπισμών των κομμάτων. 3. Κανένα μήνυμα δεν επιτρέπεται να μεταδίδεται την προηγούμενη, καθώς και την ημέρα διεξαγωγής των εκλογών». Άρθρο 11 «1. Κατά τη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου απαγορεύεται στα κόμματα και τους συνασπισμούς κομμάτων: α. Η ανάρτηση ή επικόλληση αεροπανώ, πανώ, αφισών και κάθε άλλου είδους υλικού προβολής, εκτός των χώρων της παραγράφου 3 του άρθρου 9. β. Η μετάδοση από δημόσιους και ιδιωτικούς ραδιοφωνικούς και τηλεοπτικούς σταθμούς ελεύθερης λήψης, καθώς και από φορείς παροχής συνδρομητικών ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών υπηρεσιών, διαφημιστικών μηνυμάτων και μηνυμάτων κοινωνικού περιεχομένου του άρθρου 3 του Ν. 2328/1995 (ΦΕΚ 159 Α΄), τα οποία προβάλλουν, με οποιονδήποτε τρόπο, πολιτικά κόμματα ή συνασπισμούς πολιτικών κομμάτων, με εξαίρεση τη μετάδοση τέτοιων διαφημιστικών μηνυμάτων, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο προηγούμενο άρθρο. 2. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Δημόσιας Τάξης καθορίζονται οι ώρες λειτουργίας και η κλίμακα έντασης των μεγαφωνικών εγκαταστάσεων των εκλογικών κέντρων, των γραφείων και των οχημάτων των κομμάτων, καθώς και κάθε άλλη σχετική λεπτομέρεια. Τις ώρες της κοινής ησυχίας απαγορεύεται η χρήση των παραπάνω εγκαταστάσεων. Επίσης απαγορεύεται η χρήση τους, εφόσον γειτνιάζουν με νοσηλευτικά ιδρύματα και σχολεία».

10. Επειδή, στην κατά το άρθρο 15 παρ. 2 του Συντάγματος αποκλειστική αρμοδιότητα του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης δεν περιλαμβάνεται και η ρύθμιση των ζητημάτων της δωρεάν μεταδόσεως προεκλογικών μηνυμάτων των κομμάτων κατά την προεκλογική περίοδο. Διότι, κατά τη διάταξη του τελευταίου εδαφίου του παραπάνω άρθρου, οι κανόνες που ρυθμίζουν τα ζητήματα αυτά τίθενται με νόμο, δηλαδή με τυπικό νόμο είτε, κατ` εξουσιοδότηση νόμου, με κανονιστικές πράξεις της Διοικήσεως. Επομένως, αβασίμως προβάλλουν οι αιτούντες ότι οι προσβαλλόμενες υπουργικές αποφάσεις εκδόθηκαν κατά παράβαση της συνταγματικής διατάξεως περί της αποκλειστικής αρμοδιότητος του Ε.Σ.Ρ.

11. Επειδή, με τις διατάξεις του άρθρου 43 παρ. 2 του Συντάγματος παρέχεται στον κοινό νομοθέτη το δικαίωμα να μεταβιβάζει στην εκτελεστική εξουσία την αρμοδιότητα του προς θέσπιση κανόνων δικαίου. Τίθεται δε ο κανόνας ότι η νομοθετική εξουσιοδότηση παρέχεται προς τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας ως αρχηγό της εκτελεστικής εξουσίας, ο οποίος ασκεί τη μεταβιβαζόμενη αρμοδιότητα με προεδρικά διατάγματα. Με αυτά ρυθμίζονται είτε θέματα καθοριζόμενα σε γενικό πλαίσιο υπό ορισμένους όρους, με νόμους που ψηφίζονται από την Ολομέλεια της Βουλής (νόμους-πλαίσια) είτε ειδικά θέματα προσδιοριζόμενα συγκεκριμένα από την εξουσιοδοτική νομοθετική διάταξη. Κατ’ εξαίρεση, όμως, επιτρέπεται να ορισθούν ως φορείς της κατ` εξουσιοδότηση ασκούμενης νομοθετικής αρμοδιότητας και άλλα, πλην του Προέδρου της Δημοκρατίας, όργανα της Διοικήσεως, εφ’ όσον πρόκειται για ειδικότερα θέματα ή θέματα με τοπικό ενδιαφέρον ή χαρακτήρα τεχνικό ή λεπτομερειακό (βλ. ΣτΕ 1892/2010 Ολομ., 3973/2009 Ολομ.). Ως «ειδικότερα» θέματα, για τη ρύθμιση των οποίων επιτρέπεται η νομοθετική εξουσιοδότηση σε άλλα πλην του Προέδρου της Δημοκρατίας όργανα της Διοικήσεως, νοούνται μερικότερες περιπτώσεις θεμάτων που ρυθμίζονται ήδη στον νόμο σε γενικό έστω, αλλά πάντως ορισμένο πλαίσιο (βλ. ΣτΕ Ολομ 1892/2010, Ολομ 125/2009, Ολομ 4025/1998). Στην προκειμένη περίπτωση η προβλεπόμενη στο άρθρο 10 του Ν. 3023/2002 εξουσιοδότηση εγκύρως παρέχεται στον Υπουργό Εσωτερικών, δηλαδή σε όργανο της Διοικήσεως άλλο από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, δεδομένου ότι στον νόμο και μάλιστα στο ίδιο άρθρο ρυθμίζεται, έστω και σε γενικό πλαίσιο, το θέμα της προεκλογικής προβολής των κομμάτων από τα ραδιοτηλεοπτικά μέσα με θέσπιση αφ’ ενός μεν της διαδικασίας αφ` ετέρου δε των δύο βασικών κριτηρίων κατανομής του παρεχόμενου χρόνου μεταξύ των κομμάτων και των συνασπισμών κομμάτων, ήτοι της αρχής της αναλογικής ισότητας και της εξασφάλισης της μετάδοσης των θέσεων και του προγράμματος των κομμάτων. Τα περαιτέρω δε ζητήματα, δηλαδή του μεγέθους του συνολικώς διατιθεμένου στα κόμματα χρόνου και της κατανομής του μεταξύ αυτών, καθώς και του τρόπου χρήσεως του χρόνου αυτού (ομιλίες, προεκλογικές συγκεντρώσεις, συνεντεύξεις κ.λπ.) αποτελούν ειδικότερα, κατά την έννοια του άρθρου 43 παρ. 2 του Συντάγματος, θέματα σε σχέση με το θέμα της προεκλογικής προβολής των κομμάτων, το οποίο ρυθμίζεται, κατά τα προεκτεθέντα, σε γενικό πλαίσιο στο παραπάνω άρθρο 10 του Ν. 3023/2002. Μειοψήφησαν οι Σύμβουλοι Ν. Ρόζος, Χ. Ράμμος, Δ. Αλεξανδρής, Δ. Σκαλτσούνης, Γ. Ποταμιάς, Ι. Γράβαρης, Ε. Αντωνόπουλος, Δ. Γρατσίας, Σ. Παραμυθιώτης και Η. Τσακόπουλος, οι οποίοι υποστήριξαν την εξής γνώμη, στην οποία προσχώρησε και Πάρεδρος Α. Χλαμπέα: Ούτε οι διατάξεις του άρθρου 10 του Ν. 3023/2002 ούτε άλλη διάταξη νόμου περιέχουν ουσιαστικές ρυθμίσεις για τη διάθεση και κατανομή χρόνου στα κόμματα για την προεκλογική τους προβολή από τα ραδιοτηλεοπτικά μέσα. Οι αναφερόμενες στο παραπάνω άρθρο αρχές απορρέουν ευθέως από το Σύνταγμα και δεν αποτελούν, ως εκ τούτου, ρυθμίσεις του Ν. 3023/2002. Συνεπώς, τα θέματα, τα οποία εξουσιοδοτείται να ρυθμίσει ο Υπουργός δεν μπορούν να θεωρηθούν «ειδικότερα» κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 43 παρ. 2 του Συντάγματος και, άρα, κατά τη μειοψηφήσασα αυτή γνώμη, οι διατάξεις του άρθρου 10 του Ν 3023/2002 είναι αντίθετες προς τις συνταγματικές αυτές διατάξεις. Τέλος, κατά τη γνώμη της Συμβούλου Ε. Νίκα, το άρθρο 10 του Ν. 3023/2002 δεν δύναται να παράσχει νόμιμο έρεισμα στις εκδοθείσες υπουργικές αποφάσεις ως εντασσόμενο σε σύστημα νομοθετικής ρυθμίσεως (άρθρα 10 και 11 του Ν. 3023/2002) που αντιβαίνει στη συνταγματική αρχή της ισότητας. Τούτο δε διότι η επιβαλλομένη από το άρθρο 11 του Ν 3023/2002 απόλυτη απαγόρευση μεταδόσεως μηνυμάτων των κομμάτων κατά την προεκλογική περίοδο, σε συνδυασμό με την εισαχθείσα αρχικώς υπό καθεστώς ελευθερίας της προεκλογικής ραδιοτηλεοπτικής προβολής των κομμάτων και επαναληφθείσα με το άρθρο 10 του νόμου αυτού ρύθμιση, η οποία προβλέπει κατανομή του «ραδιοτηλεοπτικού» χρόνου βάσει της αρχής της αναλογικής ισότητας (η οποία αρχή επιτρέπει τη διαφοροποίηση της μεταχειρίσεως των κομμάτων βάσει αντικειμενικών κριτηρίων που ανάγονται στην πολιτική σημασία των κομμάτων, όπως η κοινοβουλευτική τους δύναμη, η οργάνωση τους σε εθνική κλίμακα, ο ρόλος που έχουν παίξει στην πολιτική ζωή, κ.ά. βλ. ΣτΕ 4331, 4333/1996 επταμελούς, 930/1990 Ολομελείας), οδηγεί, εξ αντικειμένου, στην άνιση μεταχείριση των νεοεμφανιζόμενων κομμάτων, από της απόψεως της δυνατότητας προσβάσεως στο εκλογικό σώμα μέσω του πλέον δυναμικού και αποτελεσματικού μέσου επικοινωνίας κατά τον πλέον κρίσιμο χρόνο (προεκλογική περίοδος), αφού οι ανάγκες των κομμάτων αυτών προς παρουσίαση των πολιτικών τους θέσεων είναι αυξημένες, χάριν της πολυφωνίας στον πολιτικό διάλογο.

12. Επειδή, η πρώτη προσβαλλόμενη από 13.5.2009 υπουργική απόφαση ορίζει τα εξής: «Κατά τη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου, ενόψει των εκλογών της 7ης Ιουνίου 2009 για την ανάδειξη των αντιπροσώπων στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, ισχύουν οι εξής ρυθμίσεις, ως προς τους όρους προβολής των πολιτικών κομμάτων και συνασπισμών κομμάτων, που συμμετέχουν στις εκλογές αυτές, αλλά και στην παρούσα σύνθεση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, από τους δημόσιους και ιδιωτικούς ενημερωτικούς ραδιοφωνικούς και τηλεοπτικούς σταθμούς ελεύθερης λήψης, καθώς και τους φορείς παροχής συνδρομητικών, ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών υπηρεσιών κάθε μορφής, οι οποίοι λειτουργούν νόμιμα σύμφωνα με την ισχύουσα ραδιοτηλεοπτική νομοθεσία: Η «…» έχει την υποχρέωση να μεταδώσει σε εθνικό ραδιοφωνικό και τηλεοπτικό δίκτυο μια συνέντευξη διάρκειας εξήντα (60΄) πρώτων λεπτών της ώρας, του αρχηγού κάθε πολιτικού κόμματος ή συνασπισμού κομμάτων. Η … υποχρεούται να επιτρέπει την απευθείας αναμετάδοση των συνεντεύξεων και να διαθέτει δωρεάν το περιεχόμενο των σχετικών μαγνητοσκοπήσεων ή μαγνητοφωνήσεων σε οποιονδήποτε ιδιωτικό ραδιοφωνικό ή τηλεοπτικό σταθμό που λειτουργεί νόμιμα και υποβάλλει αντίστοιχο αίτημα. 2. Η … έχει επίσης την υποχρέωση να μεταδώσει σε εθνικό τηλεοπτικό και ραδιοφωνικό δίκτυο κατά τη μεσημβρινή ζώνη, μια συνέντευξη Τύπου, με καθένα από τους αρχηγούς των πολιτικών κομμάτων ή συνασπισμών κομμάτων, διάρκειας εξήντα (60΄) πρώτων λεπτών της ώρας. Τις συνεντεύξεις αυτές έχουν την υποχρέωση να μεταδώσουν την ίδια μέρα είτε απευθείας, είτε μαγνητοσκοπημένες ή μαγνητοφωνημένες και οι νομίμως λειτουργούντες ιδιωτικοί ενημερωτικοί ραδιοφωνικοί και τηλεοπτικοί σταθμοί ελεύθερης λήψης εθνικής, περιφερειακής και τοπικής εμβέλειας. Σε περίπτωση μαγνητοσκοπημένης ή μαγνητοφωνημένης μετάδοσης, η έναρξη και η λήξη μετάδοσης πρέπει να λάβει χώρα μεταξύ 12:00 – 01:00. Το εδάφιο β΄ της παρ. 1 της παρούσας έχει εφαρμογή και για τις συνεντεύξεις της παρούσας παραγράφου. 3. Η … καθώς και οι νομίμως λειτουργούντες ενημερωτικοί ιδιωτικοί τηλεοπτικοί και ραδιοφωνικοί σταθμοί ελεύθερης λήψης εθνικής, περιφερειακής και τοπικής εμβέλειας έχουν την υποχρέωση να οργανώσουν τέσσερις, τουλάχιστον, αυτοτελείς συζητήσεις στρογγυλής τράπεζας με εκπροσώπους των πολιτικών κομμάτων ή συνασπισμών κομμάτων της παρούσας απόφασης. Ως ώρα μετάδοσης των συζητήσεων αυτών ορίζεται το διάστημα από 18:00 – 01: 30. 4. Η … έχει την υποχρέωση να καλύψει μια προεκλογική συγκέντρωση ή άλλη προεκλογική πολιτική εκδήλωση καθενός από τα πολιτικά κόμματα ή συνασπισμούς κομμάτων, την οποία θα επιλέξουν τα ίδια. Επίσης, η … έχει την υποχρέωση να καλύψει μέσω του τηλεοπτικού σταθμού «Ελληνική Τηλεόραση – 3» μια προεκλογική συγκέντρω ση ή άλλη προεκλογική πολιτική εκδήλωση καθενός από τα πολιτικά κόμματα ή συνασπισμούς κομμάτων, η οποία θα διοργανωθεί στη θεσσαλονίκη ή σε άλλη πόλη της Βόρειας Ελλάδας και είναι δυνατόν να καλυφθεί μέσω των διαθέσιμων τεχνικών μέσων του τηλεοπτικού σταθμού … Το εδάφιο β΄ της παρ. 1 της πα ρούσας εφαρμόζεται και στην περίπτωση αυτή. 5. Η … και οι νομίμως λειτουργούντες ενημερωτικοί ιδιωτικοί τηλεοπτικοί και ραδιοφωνικοί σταθμοί εθνικής, περιφερειακής και τοπικής εμβέλειας, καθώς και οι φορείς συνδρομητικών ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών υπηρεσιών κάθε μορφής έχουν υποχρέωση να διαθέσουν δωρεάν ένα δεκάλεπτο την εβδομάδα σε καθένα από χα πολιτικά κόμματα και συνασπισμούς κομμάτων για την παρουσίαση των προγραμμάτων τους ή όποια άλλη πολιτική δραστηριότητα επιλεγεί από τα αντίστοιχα κόμματα. Δεν επιτρέπεται μετακύλιση, ούτε συσσώρευση των δεκαλέπτων. Κατ’ εξαίρεση, και σε περίπτωση που δεν καταστεί εφικτή από τα πολιτικά κόμματα ή τους συνασπισμούς κομμάτων η χρήση του δωρεάν δεκαλέπτου κατά τα ανωτέρω, επιτρέπεται, κατόπιν αιτήσεως, η μετακύλιση και μόνον του δεκαλέπτου της πρώτης εβδομάδας αποκλειστικώς στη δεύτερη. Κατά τη διάρκεια των δεκάλεπτων αυτών επιτρέπεται στα κόμματα ή συνασπισμούς κομμάτων να μεταδίδουν διαφημιστικά μηνύματα τα οποία δεν μπορούν να υπερβούν το ένα τρίτο (1/3) του εκάστοτε διατιθέμενου δεκάλεπτου χρόνου. 6. Ο χρόνος που διατίθεται για τη μετάδοση διαφημιστικών μηνυμάτων των πολιτικών κομμάτων ή συνασπισμών κομμάτων στους ενημερωτικούς τηλεοπτικούς σταθμούς εθνικής εμβέλειας καθώς και στους φορείς παροχής συνδρομητικών ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών υπηρεσιών μέσω δορυφόρου, δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει το είκοσι τοις εκατό (20%) του ημερήσιου χρόνου μετάδοσης ραδιοφωνικών ή τηλεοπτικών προγραμμάτων. Ο καταμερισμός του χρόνου αυτού δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει τα τέσσερα λεπτά της ώρας (4΄) ανά ώρα, μη συνυπολιζόμενου του επιτρεπόμενου ανά ώρα ορίου των δώδεκα λεπτών (12΄) του χρόνου μετάδοσης των διαφημιστικών μηνυμάτων. Ο συνολικός χρόνος για τη μετάδοση μηνυμάτων των πολιτικών κομμάτων …, στους ιδιωτικούς ενημερωτικούς τηλεοπτικούς σταθμούς εθνικής εμβέλειας, θα αντιστοιχεί στο ποσό των έξι εκατομμυρίων ευρώ (6.000.000 €) και τους φορείς παροχής συνδρομητικών ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών υπηρεσιών μέσω δορυφόρου θα αντιστοιχεί στο ποσό των διακοσίων πενήντα χιλιάδων ευρώ (250.000 €), με βάση τους θεωρημένους από την οικεία Δ.Ο.Υ. τιμοκαταλόγους, έως την 4ης Μαίου 2009, ημερομηνία έναρξης της προεκλογικής περιόδου των εκλογών της 7ης Ιουνίου 2009 για την ανάδειξη των μελών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Η αναλογία κατανομής του χρόνου έχει ως εξής: Ποσοστό πενήντα τοις εκατό (50%) θα διατίθεται ισομερώς στα κόμματα ή συνασπισμούς κομμάτων. Το υπόλοιπο πενήντα τοις εκατό (50%) θα διατίθεται οτα κόμματα ή συνασπισμούς κομμάτων ανάλογα με την εκπροσώπηση τους στην παρούσα σύνθεση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Η κατανομή του χρόνου μετάδοσης διαφημιστικών μηνυμάτων ή μηνυμάτων κοινωνικού περιεχομένου των πολιτικών κομμάτων ή συνασπισμών κομμάτων στους δημόσιους και ιδιωτικούς ενημερωτικούς τηλεοπτικούς σταθμούς αντιστοιχεί στα εξής ποσά: … και στους φορείς παροχής συνδρομητικών ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών υπηρεσιών μέσω δορυφόρου … . Κατά τη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου δεν επιτρέπεται η μετάδοση μηνυμάτων φορέων εκτός των πολιτικών κομμάτων ή συνασπισμών κομμάτων, το περιεχόμενο των οποίων μπορεί να χαρακτηρισθεί, άμεσα ή έμμεσα, ως πολιτικό. 7. Ο χρόνος που διατίθεται για τη μετάδοση διαφημιστικών μηνυμάτων των πολιτικών κομμάτων ή συνασπισμών κομμάτων στους ιδιωτικούς ενημερωτικούς τηλεοπτικούς σταθμούς, περιφερειακής και τοπικής εμβέλειας καθώς και στους ραδιοφωνικούς σταθμούς, καθορίζεται σε οκτώ (8) λεπτά της ώρας ημερησίως. Ως ώρα μετάδοσης των μηνυμάτων αυτών ορίζεται το διάστημα από 7:00 έως 22:00. Η κατανομή του χρόνου είναι ανάλογη με αυτή της προηγούμενης παραγράφου. 8. Ο χρόνος μετάδοσης διαφημιστικών μηνυμάτων ή μηνυμάτων κοινωνικού περιεχομένου των πολιτικών κομμάτων ή συνασπισμών κομμάτων στην ΕΡΑ καθορίζεται σε δέκα (10΄) λεπτά της ώρας ημερησίως. Η κατανομή του χρόνου αυτού είναι ανάλογη με αυτή της παραγράφου 6. 9. Η …. και οι νομίμως λειτουργούντες ιδιωτικοί ενημερωτικοί τηλεοπτικοί σταθμοί εθνικής, περιφερειακής και τοπικής εμβέλειας και ιδιωτικοί ενημερωτικοί ραδιοφωνικοί σταθμοί, καθώς και οι φορείς συνδρομητικών ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών υπηρεσιών κάθε μορφής, υποχρεούνται να διαθέτουν το ένα τρίτο (1/3) του χρόνου των δελτίων ειδήσεων για την παρουσίαση της προεκλογικής δραστηριότητας των κομμάτων και των συνασπισμών των κομμάτων. Από τη ρύθμιση αυτή εξαιρούνται τα δελτία ειδήσεων κάτω των πέντε (5΄) λεπτών. 10. Οι δημόσιοι και οι νομίμως λειτουργούντες ενημερωτικοί ιδιωτικοί τηλεοπτικοί σταθμοί εθνικής περιφερειακής ή τοπικής εμβέλειας και ιδιωτικοί ενημερωτικοί ραδιοφωνικοί σταθμοί, καθώς και οι φορείς συνδρομητικών ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών υπηρεσιών κάθε μορφής, οφείλουν να μεριμνούν, ώστε η προβολή, κατά τη διάρκεια δελτίων ειδήσεων, εκπομπών πολιτικού διαλόγου ή άλλων ενημερωτικών εκπομπών, συνεντεύξεων σχετικά με τις θέσεις και τη δραστηριότητα των πολιτικών κομμάτων ή συνασπισμών κομμάτων να μην παραβιάζει την αρχή της αναλογικής ισότητας. Η τήρηση της αρχής της αναλογικής ισότητας πρέπει να διέπει εν γένει τα δελτία ειδήσεων και τα προγράμματα τους, ώστε να επιτευχθεί η ουσιαστική ενημέρωση των πολιτών για τις θέσεις και τις δραστηριότητες των πολιτικών κομμάτων ή συνασπισμών κομμάτων και εξετάζεται σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία…13. Κατά τη διάρκεια της προηγούμενης ημέρας, καθώς και κατά την ημέρα διεξαγωγής των εκλογών και μέχρις τις 19:00 δεν επιτρέπεται η μετάδοση διαφημιστικών μηνυμάτων και συγκεντρώσεων ή άλλων πολιτικών εκδηλώσεων των κομμάτων, καθώς και η μετάδοση εκπομπών προεκλογικού διαλόγου ή εκτιμήσεων για το εκλογικό αποτέλεσμα με εξαίρεση τις δηλώσεις των αρχηγών των πολιτικών κομμάτων που γίνονται κατά τη διάρκεια της εκλογικής διαδικασίας…». Περαιτέρω, η δεύτερη προσβαλλόμενη από 15.5.2009 απόφαση ορίζει τα εξής: «Άρθρο 1. Για τα πολιτικά κόμματα ή συνασπισμούς κομμάτων που έχουν λάβει στις αμέσως προηγούμενες ευρωεκλογές τουλάχιστον ποσοστό 0,50 τοις εκατό (0,50%) του συνόλου των έγκυρων ψηφοδελτίων και δεν εκπροσωπούνται στην παρούσα σύνθεση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ισχύουν οι ακόλουθοι όροι προβολής τους: α) Η … και οι ιδιωτικοί ραδιοφωνικοί και τηλεοπτικοί ενημερωτικοί σταθμοί εθνικής, περιφερειακής ή τοπικής εμβέλειας ελεύθερης λήψης, καθώς και οι φορείς παροχής συνδρομητικών, ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών υπηρεσιών κάθε μορφής, έχουν την υποχρέωση να διαθέσουν δωρεάν ένα εικοσάλεπτο ή δύο δεκάλεπτα σε καθένα από τα πολιτικά κόμματα ή συνασπισμούς κομμάτων για την παρουσίαση των προγραμμάτων τους. Τα εικοσάλεπτα ή τα δεκάλεπτα αυτά που θα μεταδοθούν από την … επιτρέπεται να χρησιμοποιούνται από τα κόμματα αυτά ή συνασπισμούς κομμάτων για τη μετάδοση διαφημιστικών μηνυμάτων μέγιστης συνολικής διάρκειας τριών (3) λεπτών για κάθε δεκάλεπτο, β) Οι ιδιωτικοί τηλεοπτικοί και ραδιοφωνικοί ενημερωτικοί σταθμοί μπορούν να εκπληρώσουν την υποχρέωση της προηγούμενης παραγράφου με τη διοργάνωση εκπομπών στις οποίες συμμετέχουν ή παρουσιάζουν τις απόψεις τους με εκπρόσωπο τους, περισσότερα ή όλα τα παραπάνω πολιτικά κόμματα ή συνασπισμοί κομμάτων. Άρθρο 2. Για τα πολιτικά κόμματα ή συνασπισμούς κομμάτων που έχουν λάβει στις αμέσως προηγούμενες ευρωεκλογές ποσοστό κατώτερο του 0,50 τοις εκατό (0,50%) του συνόλου των εγκύρων ψηφοδελτίων καθώς και για τα πολιτικά κόμματα ή συνασπισμούς κομμάτων που δεν συμμετείχαν στις αμέσως προηγούμενες ευρωεκλογές και των οποίων οι συνδυασμοί έχουν ανακηρυχθεί για τις παρούσες ισχύουν οι ακόλουθοι όροι προβολής τους: α) Η … και οι ιδιωτικοί ραδιοφωνικοί και τηλεοπτικοί ενημερωτικοί σταθμοί εθνικής περιφερειακής ή τοπικής εμβέλειας ελεύθερης λήψης, καθώς και οι φορείς παροχής συνδρομητικών, ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών υπηρεσιών κάθε μορφής έχουν την υποχρέωση να διαθέσουν δωρεάν ένα πεντάλεπτο σε καθένα από τα πολιτικά κόμματα ή συνασπισμούς κομμάτων για την παρουσίαση των προγραμμάτων τους. Το πεντάλεπτο που θα μεταδοθεί από την … επιτρέπεται να χρησιμοποιηθεί από τα κόμματα ή συνασπισμούς κομμάτων για τη μετάδοση διαφημιστικών μηνυμάτων συνολικής διάρκειας δύο (2΄) λεπτών, β) Οι ιδιωτικοί τηλεοπτικοί και ραδιοφωνικοί ενημερωτικοί σταθμοί μπορούν να εκπληρώσουν την υποχρέωση της προηγούμενης παραγράφου με τη διοργάνωση εκπομπών, στις οποίες συμμετέχουν ή παρουσιάζουν τις απόψεις τους με εκπρόσωπο τους, περισσότερα ή όλα τα παραπάνω πολιτικά κόμματα ή συνασπισμοί κομμάτων…».

13. Επειδή, οι προσβαλλόμενες πράξεις κατανέμουν χρόνο ραδιοτηλεοπτικής προβολής στα κόμματα, τα οποία θα συμμετάσχουν στις εκλογές της 7.6.2009. Για μεν τα κόμματα που εκπροσωπούνται στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, καθώς και για τα κόμματα «που έχουν λάβει στις αμέσως προηγούμενες ευρωεκλογές τουλάχιστον … 0,50% του συνόλου των έγκυρων ψηφοδελτίων…», οι πράξεις αυτές συνάγουν τεκμήριο συμμετοχής τους στις εκλογές της 7.6.2009 για δε τα λοιπά κόμματα (εν οις και το νεοπαγές αιτούν) οι προσβαλλόμενες πράξεις προϋποθέτουν την ανακήρυξη των συνδυασμών τους από τον Άρειο Πάγο, η οποία, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 3 παρ. 8 του Ν. 1180/1981, συμπίπτει με την 24.5.2009. Η διαφοροποίηση αυτή οδηγεί και σε διαφοροποίηση του χρονικού σημείου ενάρξεως της μεταδόσεως των προεκλογικών μηνυμάτων των κομμάτων εντός του διατιθεμένου σε αυτά χρόνου. Η έναρξη αυτή συμπίπτει με την δημοσίευση της πρώτης υπουργικής αποφάσεως για τα κόμματα της πρώτης κατηγορίας (13.5.2009), με την δημοσίευση της δεύτερης υπουργικής αποφάσεως για τα κόμματα της δεύτερης κατηγορίας (15.5.2009) και με την 24.5.2009 για τα λοιπά (όπως το αιτούν) κόμματα. Όμως, η συνταγματική αρχή της ισότητας, η οποία διέπει και την ύλη που ρυθμίζει το άρθρο 15 παρ. 2 εδάφιο τελευταίο του Συντάγματος, επιβάλλει μια κοινή αφετηρία για τα κόμματα κατά την ρύθμιση της προεκλογικής τους προβολής από τα ραδιοτηλεοπτικά μέσα, πέρα της οποίας και μόνο επιτρέπεται η περαιτέρω διαφοροποίηση των κομμάτων κατ’ εφαρμογήν της ειδικότερης αρχής της αναλογικής ισότητας. Ως κοινή αφετηρία δεν νοείται μόνον ο ελάχιστος, αλλά πάντως επαρκής χρόνος για την μετάδοση των θέσεων και του προγράμματος των κομμάτων, αλλά και η κοινή για όλα τα κόμματα έναρξη της μεταδόσεως των ραδιοτηλεοπτικών τους μηνυμάτων, λαμβανομένης ιδίως υπ’ όψη της απαγορεύσεως του άρθρου 11 του Ν 3023/2002. Η απόκλιση ως προς το τελευταίο αυτό σημείο, από την αρχή της ισότητος δεν μπορεί να δικαιολογηθεί εκ μόνου του ότι οι παραπάνω κατηγορίες κομμάτων τελούν υπό διαφορετικές συνθήκες, δηλαδή τα μεν εκπροσωπούνται, τα δε δεν εκπροσωπούνται στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Από την άποψη, όμως, της ρυθμιζόμενης ύλης (ήτοι της προεκλογικής προβολής των κομμάτων), κρίσιμο είναι ότι, λόγω ακριβώς των διαφορετικών αυτών συνθηκών, τα μεν εκπροσωπούμενα κόμματα είχαν ανεμπόδιστη δυνατότητα προβολής του προγράμματος και των θέσεων τους πριν από την έναρξη ισχύος της απαγορεύσεως του άρθρου 11 του Ν. 3023/2002, κατά την τρέχουσα προεκλογική περίοδο, ενώ κόμματα νεοπαγή, όπως το αιτούν, δεν είχαν τέτοια δυνατότητα, ακριβώς επειδή ιδρύθηκαν λίγο χρόνο πριν από την έναρξη ισχύος της απαγορεύσεως. Η δυσμενής αυτή θέση των νεοπαγών κομμάτων δεν είναι συνταγματικώς ανεκτό να καταστεί ακόμη δυσμενέστερη με την εις βάρος τους διαφοροποίηση του χρόνου ενάρξεως μεταδόσεως των προεκλογικών τους μηνυμάτων. Η αρχή της ισότητας θα επέβαλλε τουλάχιστον κοινή έναρξη του χρόνου αυτού για όλα τα κόμματα, δεδομένου ότι τα νεοπαγή έχουν για τους εκτεθέντες λόγους μεγαλύτερη ανάγκη προβολής του προγράμματος και των θέσεων τους. Επομένως, οι προσβαλλόμενες υπουργικές αποφάσεις, διαφοροποιώντας κατά τα εκτεθέντα το χρονικό σημείο ενάρξεως της μεταδόσεως των προεκλογικών μηνυμάτων των κομμάτων, έχουν εκδοθεί κατά παράβαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας.

Μειοψήφησαν ο Πρόεδρος και οι Σύμβουλοι Δ. Μαρινάκης, Ε. Νίκα, Ι. Γράβαρης, Ε. Αντωνόπουλος, Γ. Τσιμέκας, Β. Γρατσίας, Σ. Παραμυθιώτης, Η. Τσακόπουλος και Β. Καλαντζή, οι οποίοι υποστήριξαν την εξής γνώμη: Η διαφοροποίηση του χρονικού σημείου ενάρξεως της μεταδόσεως προεκλογικών μηνυμάτων των κομμάτων με κριτήριο την εκπροσώπηση τους ή μη στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο δεν αντίκειται, καθ’ εαυτήν, στην εξουσιοδοτική διάταξη του άρθρου 10 του Ν. 3023/2002, εάν συνδέεται με αντικειμενικούς λόγους, όπως λόγου χάριν με τις ρυθμίσεις της εκλογικής νομοθεσίας (άρθρα 1 παρ. 3 και 3 παρ. 8 του Ν. 1180/1981, Α΄ 188 και άρθρο μόνο του Π.Δ. 50/2009, Α΄ 64) που τοποθετούν την ανακήρυξη των συνδυασμών των κομμάτων από τον Άρειο Πάγο την δεκάτη τέταρτη ημέρα προ των εκλογών, δηλαδή είκοσι ημέρες μετά την έναρξη της προεκλογικής περιόδου. Η διαφοροποίηση βεβαίως αυτή συνεκτιμάται, προκειμένου να κριθεί εάν οι ρυθμίσεις της κανονιστικής αποφάσεως που εκδίδεται κατά το άρθρο 10 του Ν. 3023/2002 (ιδίως οι σχετικές με την επάρκεια του διατιθέμενου στα κόμματα χρόνου, με τον τρόπο κατανομής του και την εν γένει διευθέτηση του), θεωρούμενες στην συστηματική ενότητα τους, πληρούν τα δύο κριτήρια που θέτει το παραπάνω άρθρο.

Εξ άλλου, το πεντάλεπτο που παρέχεται στα νεοπαγή κόμματα, όπως το αιτούν, στην …. και σε όλους του ιδιωτικούς ραδιοφωνικούς και τηλεοπτικούς σταθμούς, το οποίο μάλιστα μπορεί να μεταδοθεί σε όποια ώρα επιλέξουν οι παραπάνω σταθμοί, δεν επαρκεί, κατά κοινή πείρα, ούτε στοιχειωδώς για την μετάδοση των θέσεων και του προγράμματος τους, εν όψει του ότι τα κόμματα αυτά, εφ’ όσον ιδρύθηκαν λίγο πριν από τις εκλογές, δεν είχαν τον χρόνο να γνωστοποιήσουν στο εκλογικό σώμα τις θέσεις και το πρόγραμμα τους πριν από την έναρξη της προεκλογικής περιόδου, όταν δεν ίσχυε ακόμη η απαγόρευση του άρθρου 11 του Ν. 3023/2002. Και ναι μεν με την απόφαση 35/1999 του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου, σε συναφή περίπτωση, κρίθηκε ότι το πεντάλεπτο είναι επαρκής κατά τ` ανωτέρω χρόνος, πλην στην περίπτωση εκείνη δεν είχε τεθεί σε ισχύ η μεταγενέστερη απαγορευτική διάταξη του άρθρου 11 του Ν. 3023/2002, ενώ εξ άλλου ούτε από την απόφαση αυτή προκύπτει αν το ενιστάμενο κόμμα ήταν νεοπαγές, ούτε, πάντως ελήφθη υπ` όψη από το ΑΕΔ μια τέτοια ιδιότητα. Επομένως, υπό τα ανωτέρω δεδομένα, η διάταξη του άρθρου 2 περ. α΄ της από 15.5.2009 δεύτερης προσβαλλόμενης αποφάσεως έχει εκδοθεί κατά παράβαση της εξουσιοδοτικής διατάξεως του άρθρου 10 παρ. 1 περ. α του Ν. 3023/2002. Τέλος, οι προσβαλλόμενες αποφάσεις παραβιάζουν και την αρχή της αναλογικής ισότητας, η οποία απορρέει ευθέως από το Σύνταγμα και θεσπίζεται ρητώς με την εξουσιοδοτική διάταξη του άρθρου 10 του Ν. 3023/2002. Πράγματι, έναντι του πεντάλεπτου που δικαιούται το αιτούν, ως νεοπαγές κόμμα, κατά το άρθρο 2 της δεύτερης από 15.5.2009 προσβαλλόμενης αποφάσεως, η πρώτη από 13.5.2009 υπουργική απόφαση παρέχει στα κόμματα που εκπροσωπούνται στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, κατά τις ειδικότερες διακρίσεις αυτής, δύο εξηντάλεπτες συνεντεύξεις σε εθνικό δίκτυο των αρχηγών τους, τέσσερις συζητήσεις στρογγυλής τράπεζας στην … και σε όλους τους ιδιωτικούς ραδιοφωνικούς και τηλεοπτικούς σταθμούς σε ώρες υψηλής ή σχετικά υψηλής ακροαματικότητας και θεαματικότητας (18:00-01:30), μία προεκλογική συγκέντρωση, ένα δεκάλεπτο την εβδομάδα στους παραπάνω σταθμούς για την παρουσίαση του προγράμματος και της δραστηριότητας τους και χρόνο διαφημιστικών μηνυμάτων, τα οποία αποτελούν, κατά κοινή πείρα, δραστικό μέσο προεκλογικής επικοινωνίας. Κατά τους υπολογισμούς, μάλιστα, του αιτούντος κόμματος, οι οποίοι δεν αμφισβητήθηκαν ειδικώς, το κόμμα της Νέας Δημοκρατίας έχει στην διάθεση του 3.768 λεπτά της ώρας διαφημίσεων από τηλεοράσεως, το … 2.819, το … 1.692 και ο …. και ο … από 1.258 λεπτά, κατανεμόμενα στα κρατικά και ιδιωτικά τηλεοπτικά μέσα. Έναντι των ανωτέρω, το αιτούν κόμμα δικαιούται δύο λεπτά της ώρας τηλεοπτικής διαφημίσεως και μάλιστα μόνον στην δημόσια τηλεόραση. Υπό τα δεδομένα αυτά, η διαφορά του χρόνου και εν γένει των ευχερειών που παρέχονται με τις προσβαλλόμενες αποφάσεις αφ’ ενός μεν στα κόμματα που εκπροσωπούνται στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, αφ’ ετέρου δε στα νεοπαγή κόμματα, είναι τόσο σημαντική, ώστε υπερβαίνει τα όρια, εντός των οποίων μπορούσε να κινηθεί ο Υπουργός Εσωτερικών κατά την άσκηση της κανονιστικής του αρμοδιότητας που του δίδει το άρθρο 10 παρ. 1 του Ν. 3023/2002. Επομένως, οι προσβαλλόμενες αποφάσεις έχουν εκδοθεί και κατά παράβαση της αρχής της αναλογικής ισότητας. Συνεπώς για τους εκτεθέντες ανωτέρω λόγους, βασίμως προβαλλόμενους, οι προσβαλλόμενες πράξεις είναι μη νόμιμες και πρέπει να ακυρωθούν.

Κατά την ειδικότερη δε γνώμη του Προέδρου Π. Πικραμμένου, εφ’ όσον, όπως έγινε ανωτέρω κατά πλειοψηφία δεκτό, η διαφοροποίηση του χρονικού σημείου ενάρξεως της μεταδόσεως προεκλογικών μηνυμάτων των κομμάτων αντίκειται, καθ’ εαυτήν, στην εξουσιοδοτική διάταξη του άρθρου 10 του Ν 3023/2002, οι προσβαλλόμενες υπουργικές αποφάσεις, οι οποίες εισάγουν τέτοια διαφοροποίηση, είναι μη νόμιμες και ακυρωτέες για τον βασίμως προβαλλόμενο αυτόν λόγο και μόνον, παρέλκει δε η εξέταση τυχόν άλλων πλημμελειών των αποφάσεων αυτών. Μειοψήφησε η Σύμβουλος Β. Καλαντζή, η οποία υποστήριξε την εξής γνώμη: Από τον συνδυασμό των προσβαλλόμενων πράξεων προκύπτει ότι ο χρόνος που υποχρεούνται να παραχωρήσουν τα κρατικά και ιδιωτικά ραδιοτηλεοπτικά μέσα δωρεάν για την προβολή των μηνυμάτων των κομμάτων, που θα μετάσχουν στις ευρωεκλογές της 7.6.2009, καθορίσθηκε κατά φθίνουσα διαβάθμιση, αναλόγως προς την έως την έκδοση των εν λόγω πράξεων συμμετοχή των κομμάτων στην πολιτική ζωή της χώρας. Ειδικότερα, με την πρώτη προσβαλλόμενη απόφαση το μεγαλύτερο μέρος του προς διάθεση για την δωρεάν προβολή από τα ραδιοφωνικά μέσα των θέσεων των κομμάτων χρόνου παρεσχέθη στα κόμματα που συμμετέχουν στην παρούσα σύνθεση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Με την δεύτερη προσβαλλόμενη απόφαση τα ραδιοτηλεοπτικά μέσα (κρατικά και ιδιωτικά) υποχρεώθηκαν να παραχωρήσουν για τα κόμματα που δεν εκπροσωπούνται μεν στην παρούσα σύνθεση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, αλλά είχαν λάβει στις αμέσως προηγούμενες ευρωεκλογές τουλάχιστον ποσοστό 0,50% των έγκυρων ψηφοδελτίων, ένα εικοσάλεπτο ή δύο δεκάλεπτα, για τα κόμματα δε που είχαν λάβει στις προηγούμενες ευρωεκλογές ποσοστό κατώτερο του ανωτέρω 0,50% ή δεν είχαν μετάσχει στις εν λόγω ευρωεκλογές ένα πεντάλεπτο για το καθένα. Ειδικώς δε ως προς τα τελευταία αυτά κόμματα, με το άρθρο 2 της δεύτερης προσβαλλομένης αποφάσεως ορίσθηκε ότι για την διάθεση σ` αυτά δωρεάν του ανωτέρω πεντάλεπτου σε καθένα από τους ραδιοφωνικούς σταθμούς (κρατικό και ιδιωτικούς) απαιτείται η προηγούμενη ανακήρυξη των συνδυασμών τους από τον Άρειο Πάγο. Η διαφοροποίηση ως προς τα κόμματα, που είτε είχαν λάβει μέρος στις προηγούμενες ευρωεκλογές και δεν συγκέντρωσαν το προβλεπόμενο ποσοστό εγκύρων ψηφοδελτίων, είτε δεν είχαν λάβει μέρος στις εκλογές αυτές -μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και τα συσταθέντα μετά τις εν λόγω εκλογές, όπως είναι και το αιτούν κόμμα- τόσο ως προς τον χρόνο που τους διατίθεται δωρεάν για την προβολή τους όσο και ως προς το χρονικό σημείο, μετά το οποίο μπορεί να κάνουν χρήση της ευχέρειας αυτής, ευρίσκει έρεισμα στην εξουσιοδοτική διάταξη της περ. α΄ της παρ. 1 του άρθρου 10 του Ν. 3023/2002 και δεν αντίκειται στην συνταγματική αρχή της ισότητας, διότι δικαιολογείται λόγω των διαφορετικών συνθηκών, υπό τις οποίες τελούν τα ανωτέρω κόμματα σε σχέση με τα άλλα κόμματα που έχουν ετςδηλώσει την πρόθεση τους να μετάσχουν στις εκλογές της 7.6.2009. Και τούτο διότι πρόκειται περί κομμάτων που, εν αντιθέσει με τα άλλα (κόμματα εκπροσωπούμενα στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και κόμματα που συγκέντρωσαν ποσοστό τουλάχιστον 0,50% του συνόλου των εγκύρων ψηφοδελτίων στις προηγούμενες ευρωεκλογές), που τυγχάνουν ευνοϊκότερης μεταχειρίσεως ως προς τα ανωτέρω ζητήματα, δεν έχουν έως τώρα ενεργή συμμετοχή στην πολιτική ζωή της χώρας. Το γεγονός δε ότι κόμματα, που, όπως το αιτούν, ιδρύθηκαν λίγο πριν από την προκήρυξη των ευρωεκλογών, έχουν, ενόψει των ρυθμίσεων των προσβαλλόμενων πράξεων (πεντάλεπτο και δυνατότητα δωρεάν προβολής του προγράμματος τους μόνο μετά την ανακήρυξη των συνδυασμών τους από τον Άρειο Πάγο) και της απαγορεύσεως του άρθρου 11 του Ν. 3023/2002 να μεταδώσουν ιδίαις δαπάναις προεκλογικά μηνύματα από τα ραδιοτηλεοπτικά μέσα, λιγότερο χρόνο στη διάθεση τους για την προβολή του προγράμματος τους κατά την τρέχουσα προεκλογική περίοδο εν σχέσει με τα άλλα κόμματα, τα οποία είχαν ανεμπόδιστη δυνατότητα προβολής του προγράμματος τους πριν από την έναρξη ισχύος της απαγορεύσεως του ανωτέρω άρθρου 11, δεν ασκεί επιρροή εν προκειμένω. Τούτο δε διότι εφόσον ο χρόνος διενεργείας των ευρωεκλογών είναι εκ των προτέρων γνωστός και, συνεπώς, πολιτική δύναμη, ενδιαφερόμενη να μετάσχει στην εκλογική αναμέτρηση για την ανάδειξη των μελών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, είναι σε θέση να μεριμνήσει εγκαίρως για την οργάνωση της σε κόμμα και την προβολή του προγράμματος της πριν αρχίσει η απαγόρευση του προαναφερθέντος άρθρου 11 του Ν. 3023/2002. Άλλωστε, κατά την έννοια των προαναφερθεισών συνταγματικών διατάξεων και του άρθρου 10 του, σε εκτέλεση των συνταγματικών αυτών διατάξεων εκδοθέντος, Ν. 3023/2002, η υποχρεωτική και δωρεάν μετάδοση προεκλογικών μηνυμάτων αφορά, κατ’ αρχήν, κόμματα συγκροτημένα κατά τρόπο πάγιο και αποβλέποντα στην σε βάθος χρόνου συμμετοχή στην πολιτική ζωή της χώρας ως μηχανισμών διαμορφώσεως της πολιτικής βουλήσεως του εκλογικού σώματος και όχι κόμματα ιδρυόμενα επ’ ευκαιρία συγκεκριμένης εκλογικής αναμετρήσεως. Ειδικότερα, δικαιολογείται από τις διαφορετικές συνθήκες υπό τις οποίες τελούν τα κόμματα που δεν μετείχαν στις προηγούμενες εκλογές ή μετείχαν μεν σ’ αυτές, αλλά συγκέντρωσαν ποσοστό κατώτερο του 0,50% των εγκύρων ψηφοδελτίων, η έναρξη του χρόνου μεταδόσεως δωρεάν των μηνυμάτων τους από τα ραδιοτηλεοπτικά μέσα μετά την ανακήρυξη των συνδυασμών τους από τον Άρειο Πάγο, ενόψει του ότι από το χρονικό αυτό σημείο επιβεβαιώνεται η πρόθεση, αλλά και η κατά νόμο δυνατότητα κόμματος, που έως τώρα δεν είχε ενεργή συμμετοχή στην πολιτική ζωή της χώρας και του οποίου η απήχηση στο εκλογικό σώμα είτε είναι περιορισμένη είτε δεν δύναται ακόμη να προσδιορισθεί (αν πρόκειται περί νεοϊδρυθέντος κόμματος), να μετάσχει στην εκλογική διαδικασία. Περαιτέρω, το πεντάλεπτο που χορηγείται στα ανωτέρω κόμματα είναι μεν χρόνος κατά πολύ μικρότερος εκείνου που χορηγείται κυρίως στα κόμματα που εκπροσωπούνται ήδη στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, καθορίζεται, όμως, ενόψει του αντικειμενικού κριτηρίου της περιορισμένης ή μη δυναμένης ακόμη να προσδιορισθεί εκλογικής δυνάμεως τους, είναι δε αρκετός για την προβολή των βασικών τους θέσεων, όπως, άλλωστε, έκρινε και το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο με τις υπ’ αριθμ. 34 και 35/1999 αποφάσεις του σε παρόμοιες υποθέσεις (πρβλ. και ΣτΕ 4333/1996). Και ναι μεν το τότε ισχύον νομοθετικό καθεστώς δεν προέβλεπε παραλλήλως απαγόρευση μεταδόσεως κατά την προεκλογική περίοδο μηνυμάτων με δαπάνες των ίδιων των κομμάτων, το Ανώτατο, όμως, Ειδικό Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη το γεγονός ότι είχαν αυτή την ευχέρεια τα κόμματα για να καταλήξει στην ανωτέρω κρίση του, ούτε εξήτασε αν η ενώπιον του αχθείσα υπόθεση αφορούσε κόμμα νεοϊδρυθέν, αλλά έκρινε αυτοτελώς, ανεξαρτήτως άλλων παραγόντων και χωρίς διακρίσεις, το πεντάλεπτο ως χρόνο αρκετό για την προβολή των βασικών θέσεων των κομμάτων, που είτε είχαν λάβει στις προηγούμενες ευρωεκλογές ποσοστό κατώτερο του 0,50% των εγκύρων ψηφοδελτίων, είτε δεν είχαν μετάσχει καθόλου στις εκλογές εκείνες. Ενόψει των ανωτέρω, κατά την μειοψηφήσασα αυτή γνώμη, οι προβαλλόμενοι με τις κρινόμενες αιτήσεις λόγοι ακυρώσεως περί παραβάσεως της εξουσιοδοτικής διατάξεως του άρθρου 10 παρ. 1 περ. α΄ του Ν. 3023/2002 και της συνταγματικής αρχής της ισότητας, καθώς και της αναλογικής ισότητας, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. […]

Σημείωμα

Η ραδιοτηλεοπτική προβολή των κομμάτων μεταξύ αριθμητικής και αναλογικής ισότητας

Με τα αρ. 10 και 11 ν. 3023/2002 αφενός απαγορεύτηκε στα πολιτικά κόμματα η μετάδοση από τα ραδιοτηλεοπτικά μέσα διαφημιστικών μηνυμάτων τους κατά την προεκλογική περίοδο και αφετέρου χορηγήθηκε εξουσιοδότηση στον Υπουργό Εσωτερικών να ρυθμίζει με απόφασή του την έκταση και την κατανομή μεταξύ των κομμάτων του χρόνου δωρεάν προβολής των θέσεών τους από τα δημόσια και ιδιωτικά ραδιοτηλεοπτικά μέσα. Η κατανομή αυτή κατά τη ρητή πρόβλεψη του νόμου πρέπει να γίνεται με κριτήρια την αρχή της αναλογικής ισότητας και την εξασφάλιση της μετάδοσης των θέσεων και των προγραμμάτων των κομμάτων και συνασπισμών κομμάτων.

Bάσει της νομοθετικής αυτής εξουσιοδότησης εκδόθηκαν δύο υπουργικές αποφάσεις (13/5/2009 και 15/5/2009) για τη ρύθμιση των όρων ραδιοτηλεοπτικής προβολής των κομμάτων κατά την προεκλογική περίοδο των ευρωεκλογών του 2009. Με τις δύο αυτές αποφάσεις γίνεται μια τριπλή κατηγοριοποίηση των πολιτικών κομμάτων: στην πρώτη κατηγορία κατατάσσονται όσα πολιτικά κόμματα και συνδυασμοί κομμάτων που συμμετέχουν στις εκλογές εκπροσωπούνται ήδη στο εθνικό ή το ευρωπαϊκό κοινοβούλιο, στη δεύτερη κατηγορία όσα είχαν συμμετάσχει στις αμέσως προηγούμενες ευρωεκλογές λαμβάνοντας τουλάχιστον 0,5% του συνολικού αριθμού των ψήφων χωρίς να εκπροσωπούνται στο ευρωκοινοβούλιο και στην τρίτη κατηγορία όσα πολιτικά κόμματα ή συνδυασμοί κομμάτων είχαν λάβει στις προηγούμενες ευρωεκλογές λιγότερο από 0,5% των ψήφων ή δεν είχαν συμμετάσχει καν σε αυτές. Στην τελευταία αυτή κατηγορία παρεχόταν ένα δωρεάν πεντάλεπτο διαφημιστικής προβολής έναντι, κατ’ εκτίμηση, 3.768 λεπτών της ώρας που παραχωρήθηκαν στο πρώτο κόμμα. Περαιτέρω, για τα νεοπαγή κόμματα, όπως το αιτούν, ο χρόνος μετάδοσης των προεκλογικών μηνυμάτων εκκινούσε από την ανακήρυξή τους από τον Άρειο Πάγο κατ` εφαρμογήν του άρθρου 3 παρ. 8 του ν. 1180/1981, δηλαδή εν προκειμένω από την 24/5/2009 έναντι της 13/5/2009 και 15/5/2009 για τις δύο πρώτες κατηγορίες κομμάτων αντίστοιχα.

Η Ολομέλεια, αφού επιβεβαίωσε ότι η ρύθμιση του τρόπου προβολής των πολιτικών κομμάτων από τα ραδιοτηλεοπτικά μέσα δεν εμπίπτει στις αποκλειστικές κατ’ αρ. 15 παρ. 2 αρμοδιότητες του ΕΣΡ, εξέτασε καταρχάς το ζήτημα του επιτρεπτού της χορήγησης ειδικότερης εξουσιοδότησης κατ’ αρ. 43 παρ. 2 Σ. για τη ρύθμιση του θέματος αυτού στον Υπουργό Εσωτερικών. Παρότι τελικώς κρίθηκε ότι το μέγεθος του συνολικώς διατιθέμενου χρόνου και η κατανομή αυτού μεταξύ των κομμάτων αποτελεί μερικότερη περίπτωση σε σχέση με το θέμα της ραδιοτηλεοπτικής προβολής των κομμάτων που ρυθμίζεται σε γενικό πλαίσιο στο αρ. 10 ν. 3023/2002, εντυπωσιάζει εδώ η ισχυρή μειοψηφία με δύο γνώμες έντεκα συνολικώς συμβούλων και μίας παρέδρου. Σύμφωνα με την ισχυρότερη μειοψηφούσα γνώμη, στις διατάξεις του ν. 3023/2002 επαναλαμβάνονται απλώς οι ήδη κατοχυρωμένες στο Σύνταγμα αρχές της αναλογικής ισότητας και της εξασφάλισης της δυνατότητας προβολής των θέσεων όλων των κομμάτων χωρίς να πραγματοποιείται ουδεμία ουσιαστική ρύθμιση του θέματος, ώστε να είναι δυνατό να θεωρηθεί ειδικότερο ζήτημα η ρύθμιση των όρων και των προϋποθέσεων κατανομής του χρόνου από τον Υπουργό και, συνεπώς, κατά τη γνώμη αυτή, είναι ανίσχυρη η σχετική εξουσιοδότηση. Υπενθυμίζεται εδώ ότι με την ΟλΣτΕ 930/1990 (ΕλΔνη 1990.1361 με σχόλιο Ευ. Βενιζέλου, Η ραδιοτηλεοπτική προεκλογική περίοδος σε αναζήτηση κανονιστικού πλαισίου) είχε κριθεί ότι η διάταξη της παρ. 6 του αρ. 8 του ν. 1847/1989 που παρείχε εξουσιοδότηση στο νεοσύστατο τότε Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης να ρυθμίζει τους όρους σύμφωνα με τους οποίους γίνεται ο προεκλογικός διάλογος και προβάλλονται οι υπόψηφιοι ήταν ανίσχυρη, διότι η ρύθμιση των θεμάτων αυτών μπορούσε να γίνει μόνο με κανονιστικό προεδρικό διάταγμα. Εξάλλου, η θέση της μειοψηφίας, πέρα από τη νομολογιακή συνέπεια που διαθέτει, παρουσιάζει, σε επίπεδο δικαιοπολιτικής σκοπιμότητας, το επιπλέον πλεονέκτημα της διασφάλισης ενός λυσιτελούς δικαστικού ελέγχου των σχετικών με τη ραδιοτηλεοπτική προβολή των πολιτικών κομμάτων κανονιστικών πράξεων μέσω της επεξεργασίας των προεδρικών διαταγμάτων από το Ε΄ Τμήμα του ΣτΕ. Πράγματι, η σχολιαζόμενη απόφαση εκδόθηκε ενάμιση περίπου έτος μετά τη διενέργεια των ευρωεκλογών του 2009 (7.6.2009), μολονότι η πρώτη συζήτηση είχε διεξαχθεί ήδη την 19.5.2009. Δεδομένων του χρόνου που απαιτεί η έκδοση της απόφασης, ανεξαρτήτως του πόσο σύντομα θα συζητηθεί αυτή, και του γεγονότος ότι οι σχετικές υπουργικές αποφάσεις εκδίδονται κατά κανόνα λίγες μόνο ημέρες πριν την έναρξη της προεκλογικής περιόδου ή και μετά την έναρξή της, είναι πρακτικά αδύνατο να επιτευχθεί αποτελεσματικά δια της δικαστικής οδού η διασφάλιση της προβολής με συνταγματικά ανεκτό τρόπο των θέσεων ενός κόμματος πριν τη διενέργεια των κρίσιμων κάθε φορά εκλογών.

Στη συνέχεια, η Ολομέλεια εξέτασε κατά σειρά το ζήτημα του διαφορετικού χρόνου έναρξης προβολής των πολιτικών μηνυμάτων και των αποκλίσεων στην κατανομή του δωρεάν ραδιοτηλεοπτικού χρόνου. Το δεύτερο αυτό ζήτημα είχε και στο παρελθόν απασχολήσει τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας και του Ανώτατου Ειδικού Δικαστηρίου (βλ. ΑΕΔ 11/1982, ΤοΣ 1986.79, ΣτΕ 2423/1986, ΤοΣ 1986.77, ΟλΣτΕ 1288/1992, ΤοΣ 1994.63 και από τις πιο πρόσφατες ΣτΕ 4333/1996, ΤοΣ 1997.408 και ΑΕΔ 34/1990, ΔΔίκη 2000.1269) και είχαν διαμορφωθεί συγκεκριμένα κριτήρια με βάση τα οποία πρέπει να γίνεται η κατανομή του ραδιοτηλεοπτικού χρόνου στα πολιτικά κόμματα. Ειδικότερα, είχε κριθεί ότι από τις διατάξεις των αρ. 15 παρ. 2, 5 παρ. 1, 14 παρ. 1, 29 παρ. 1 και 51 Σ. «απορρέει ευθέως υποχρέωση του Κράτους κατά την προεκλογική περίοδο, να διαθέτει στα πολιτικά κόμματα τα κρατικά ραδιοτηλεοπτικά μέσα και να υποχρεώνει τα ιδιωτικά να διαθέτουν χρόνο στα κόμματα, προκειμένου να παρουσιάζουν τις πολιτικές τους θέσεις. Ο πυρήνας της υποχρεώσεως αυτής, κατ’ εφαρμογή της βασικής αρχής της αντικειμενικότητος, που διέπει κατά το άρθρο 15 παρ. 2 του Συντάγματος τα ραδιοτηλεοπτικά μέσα, περιλαμβάνει τη διάθεση σε όλα ανεξαρτήτως τα πολιτικώς υποστατά κόμματα ενός ελαχίστου πλην ικανού χρόνου για την παρουσίαση στο εκλογικό σώμα των ουσιωδών σημείων του προγράμματός των» (βλ. ΣτΕ 4333/1996, ΤοΣ 1997.408, σκ. 3, η υπογράμμιση δική μας). Η νομολογία δε έχει δεχτεί (βλ. ΑΕΔ 34/1990, ΔΔίκη 2000.1269, σκ. 5) ότι το πεντάλεπτο συνιστά ικανό χρόνο για την παρουσίαση των πολιτικών θέσεων ενός κόμματος. Περαιτέρω, όμως, «επιτρέπεται κατ’ επιταγή της …αρχής της αναλογικής ισότητας, η διαφοροποίηση της μεταχείρισης των κομμάτων στην ποσοτική κατανομή του διατιθέμενου χρόνου, πάντοτε βάσει αντικειμενικών και πρόσφορων κριτηρίων που δεν μπορούν να έχουν σχέση με την ιδεολογία αλλά με την πολιτική σημασία των κομμάτων, όπως λ.χ. η κοινοβουλευτική τους δύναμη στη διαλυθείσα Βουλή, η οργάνωση τους σε εθνική κλίμακα, ο ρόλος που ιστορικά τα κόμματα αυτά έχουν παίξει στην πολιτική ζωή κ.α.» (βλ. ΟλΣτΕ 930/1990, ΕλΔνη 1990.1361). Με βάση το κριτήριο αυτό είχαν γίνει δεκτές στο παρελθόν όλες οι ποσοτικές διαφοροποιήσεις στην έκταση της προεκλογικής προβολής των κομμάτων, εφόσον τηρούσαν την αρχή της διάθεσης περισσότερου χρόνου στα μεγαλύτερα και με ισχυρότερη παρουσία κόμματα.

Η επίδικη περίπτωση διαφοροποιείται από τις παλαιότερες χάρη σε δύο στοιχεία που προκύπτουν από το πλέγμα των σχετικών διατάξεων της εκλογικής νομοθεσίας: πρώτον, από την κατ’ αποτέλεσμα μετάθεση του χρονικού σημείου έναρξης της ραδιοτηλεοπτικής προβολής των νεοπαγών κομμάτων σε σχέση με αυτό των κομμάτων με σχετικώς ισχυρή παρουσία στις προηγούμενες εκλογές και, δεύτερον, από την παράλληλη απαγόρευση διαφήμισης των κομμάτων κατά την προεκλογική περίοδο. Ο συνδυασμός των διατάξεων αυτών οδηγεί οπωσδήποτε σε σοβαρό περιορισμό της δυνατότητας των νεοπαγών και άρα άγνωστων στο ευρύ κοινό κομμάτων να προβάλουν κατά τρόπο αποτελεσματικό τις θέσεις τους, δοθέντος ότι το πλέον πρόσφορο και με απήχηση μέσο στην εποχή μας είναι η ραδιοτηλεόραση.

Όπως γίνεται δεκτό τόσο στην ελληνική όσο και σε αλλοδαπές έννομες τάξεις (βλ. ΟλΣτΕ 1862/1985, ΤοΣ 1986.493 και ΣτΕ 1116/1990, ΤοΣ 1990.289, οι οποίες αφορούν την κρατική χρηματοδότηση των κομμάτων -για την αρχή της ισότητας ευκαιριών των πολιτικών κομμάτων στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας βλ. Th. Chomé, Le principe de l’égalité en droit de la République Fédérale Allemande σε L’Égalité, Volume I, eds H. Buch, P. Foriers, Ch. Perelman, Bruylant, Bruxelles, 1971, σ. 36-71, 64-69 και Β.Δ. Γκίκα, Η συνταγματική αρχή της ισότητας ευκαιριών των πολιτικών κομμάτων στο γερμανικό και στο ελληνικό δίκαιο, ΤοΣ 1994, σ. 69-93 και ιδίως 69-77) η ισότητα ευκαιριών των πολιτικών κομμάτων για συμμετοχή στον πολιτικό ανταγωνισμό αποτελεί θεμελιώδη αρχή του δημοκρατικού πολιτεύματος (βλ. σχετικά και Κ.Γιαννακόπουλου, Μήπως οι ευρωεκλογές πρέπει να γίνουν πιο ανταγωνιστικές; Σκέψεις με αφορμή την απόφαση ΣτΕ 1784/2009, ΕφημΔΔ 2009.274-291). Και μολονότι αναφερόμαστε προφανώς σε μία τυπική ισότητα ευκαιριών, περιεχόμενο της οποίας δεν είναι, κατά την κρατούσα στη νομολογία θέση, η ενίσχυση των πλέον αδύναμων κομμάτων έναντι των ισχυρών, αλλά μόνον η διατήρηση του συσχετισμού των πολιτικών δυνάμεων, η θέση εμποδίων τέτοιας έκτασης στην προεκλογική εκστρατεία των πολιτικών κομμάτων ώστε αυτά να εκκινούν τελικά τον εκλογικό ανταγωνισμό από διαφορετικές αφετηρίες παραβιάζει οπωσδήποτε την αρχή της ισότητας.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει εδώ η δογματική κατασκευή την οποία υιοθέτησε η πλειοψηφία της απόφασης ακολουθώντας τη σχετική γνώμη των συμβούλων Δ. Γρατσία και Η. Τσακόπουλου, όπως διατυπώθηκε στην παραπεμπτική στην Ολομέλεια απόφαση 1784/2009 της επταμελούς σύνθεσης του Δ’ Τμήματος (ΘΠΔΔ 2009.974=ΕφημΔΔ 2009.291): Η συνταγματική αρχή της ισότητας, η οποία διέπει και το κανονιστικό πεδίο του αρ. 15 παρ. 2 Σ., επιβάλλει μία κοινή αφετηρία για τα κόμματα κατά τη ρύθμιση της ραδιοτηλεοπτικής προεκλογικής προβολής τους. Η κοινή αυτή αφετηρία συνίσταται όχι μόνο στην παροχή ενός ελάχιστου, πλην επαρκούς χρόνου προβολής, αλλά και στο κοινό σημείο έναρξης της προβολής αυτής. Αφού διασφαλιστεί αυτή η κοινή αφετηρία, επιτρέπονται οι περαιτέρω διαφοροποιήσεις βάσει πλέον της «ειδικότερης αρχής της αναλογικής ισότητας».

Η αναφορά στην αναλογική ισότητα ως ειδικότερης αρχής οπωσδήποτε ξενίζει. Το ΣτΕ, όμως, δείχνει να αναγνωρίζει εδώ δύο διαφορετικές μορφές ισότητας: μια τυπική-αριθμητική ισότητα που ενυπάρχει στο κανονιστικό πεδίο κάθε (ή τουλάχιστον του συγκεκριμένου) συνταγματικού δικαιώματος και διασφαλίζει ένα ελάχιστο κοινό επίπεδο προστασίας ή παροχών για το φορέα του και μία αναλογική ισότητα βάσει του αρ. 4 παρ. 1 Σ. που επιτρέπει τη διαφοροποίηση ως προς την απόλαυση των επιπλέον παροχών ή μέτρων προστασίας βάσει αντικειμενικών και πρόσφορων κριτηρίων. Ως συνέπεια αυτής της θέσης, όπως δέχθηκε η πλειοψηφία, οποιαδήποτε διαφοροποίηση ως προς την ελάχιστη κοινή βάση παραβιάζει την αρχή της ισότητας στη ραδιοτηλεοπτική προβολή και συνεπώς δεν μπορεί να εφαρμοστεί ως αντισυνταγματική. Αντιθέτως, η ισχυρή και στο σημείο αυτό μειοψηφία δέκα συμβούλων εξέφρασε τη γνώμη ότι διαφοροποιήσεις, δηλαδή εφαρμογή της αναλογικής ισότητας, είναι δυνατόν να λάβουν χώρα και ως προς τον χρόνο έναρξης, εφόσον συνδέονται με αντικειμενικά κριτήρια.

Τέλος, ως προς την κατανομή του χρόνου μεταξύ των κομμάτων το δικαστήριο δέχεται με μειοψηφία μόλις μίας συμβούλου ότι, πρώτον, η πεντάλεπτη τηλεοπτική προβολή «δεν επαρκεί κατά κοινή πείρα, ούτε στοιχειωδώς για την μετάδοση των θέσεων και του προγράμματος τους», ιδίως στην περίπτωση των νεοπαγών πολιτικών κομμάτων, και, δεύτερον, ότι σε κάθε περίπτωση η τόσο μεγάλη απόκλιση μεταξύ του ραδιοτηλεοπτικού χρόνου που διατίθεται στα κραταιά πολιτικά κομμάτα και αυτού που διατίθεται στα νεοπαγή κόμματα παραβιάζει την αρχή της αναλογικής ισότητας, διότι «είναι τόσο σημαντική, ώστε υπερβαίνει τα όρια, εντός των οποίων μπορούσε να κινηθεί ο Υπουργός Εσωτερικών κατά την άσκηση της κανονιστικής του αρμοδιότητας που του δίδει το άρθρο 10 παρ. 1 του Ν 3023/2002». Συνεπώς, οι εν λόγω υπουργικές αποφάσεις παραβιάζουν και τα δύο κριτήρια που (προβλέπονται από το Σύνταγμα και) θέτει ρητώς ο ν. 2023/2002 για τη ρύθμιση της υποχρέωσης ραδιοτηλεοπτικής προβολής των θέσεων των πολιτικών κομμάτων κατά την προεκλογική περίοδο. Η απόφαση αυτή θέτει οπωσδήποτε σε νέα βάση το ζήτημα της ρύθμισης του ραδιοτηλεοπτικού τοπίου κατά την προεκλογική περίοδο, καθώς είναι η πρώτη που θέτει όρια στην ευχέρεια του κανονιστικού νομοθέτη να ρυθμίζει τους όρους και τις προϋποθέσεις προβολής των πολιτικών κομμάτων μέσω των δημόσιων και ιδιωτικών ραδιοτηλεοπτικών μέσων. Πρέπει να επισημανθεί, ωστόσο, ότι το πεδίο εφαρμογής της περιορίζεται στις περιπτώσεις νεοπαγών κομμάτων και ιδίως για όσο διάστημα ισχύει η απαγόρευση διαφήμισης κατά την προεκλογική περίοδο, όπως συνάγεται και από τη δικαιολόγηση της διαφοροποίησης από τη νομολογιακή γραμμή της ΑΕΔ 34/1999, η οποία είχε αποδεχθεί το πεντάλεπτο ως επαρκή χρόνο για την προβολή ενός κόμματος.

Στέργιος Κοφίνης

Υπ.ΔΝ, Υπότροφος Κοινωφελούς Ιδρύματος “Αλέξανδρος Σ. Ωνάσης”

Διοικητικές κυρώσεις – Σχέση διοικητικής και ποινικής δίκης

ΣτΕ 3182/2010, Τμ. Β με σημείωμα Στέργιου Κοφίνη

Διοικητικές κυρώσεις – Σχέση διοικητικής και ποινικής δίκης

[…]

2. Επειδή, με την αίτηση αυτή ζητείται παραδεκτώς η αναίρεση της υπ` αριθμ. 2117/2003 απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατά το μέρος που με αυτήν απορρίφθηκε έφεση των ήδη αναιρεσειόντων κατά της υπ` αριθμ. 1206/2001 απόφασης του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Με την εν λόγω πρωτόδικη απόφαση απορρίφθηκε προσφυγή των αναιρεσειόντων κατά της 10/19.8.1997 πράξης του ΣΤ΄ Τελωνείου Ε.Τ.Σ. Θεσσαλονίκης με την οποία (α) αποδόθηκε στον πρώτον των αναιρεσειόντων,…….. ………., συμμετοχή σε τέσσερις παραβάσεις λαθρεμπορίας υγρών καυσίμων με το τέχνασμα της εικονικής εξαγωγής, του καταλογίστηκαν διαφυγόντες φόροι συνολικού ύψους 17.968.436 δραχμών, για την καταβολή των οποίων κηρύχθηκε αλληλέγγυα και εις ολόκληρον υπεύθυνος με τον …. και επιβλήθηκαν στους συμμετέχοντες στις παραβάσεις αυτές, ως αλληλεγγύως και εις ολόκληρον υπόχρεους, πολλαπλά τέλη συνολικού ύψους 143.747.488 δραχμών και κατ` επιμερισμό στον πρώτο αναιρεσείοντα πολλαπλά τέλη ποσού 64.686.370 δραχμών, και (β) κηρύχθηκε η δεύτερη των αναιρεσειόντων, εταιρεία ……. ……., αστικώς συνυπεύθυνη για την πληρωμή του συνόλου των καταλογισθέντων ποσών διαφυγόντων φόρων και πολλαπλών τελών, ύψους 161.715.924 δραχμών. Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση περιορίστηκε στο ποσό των 158.196 ευρώ (53.905.308 δραχμών) το συνολικό ύψος των πολλαπλών τελών για την καταβολή των οποίων κηρύχθηκε αλληλεγγύως υπεύθυνος ο πρώτος αναιρεσείων και αστικώς συνυπεύθυνη η δεύτερη αναιρεσείουσα, μειώθηκε στο ποσό των 71.188 ευρώ (24.257.389 δραχμών) το συνολικό ποσό των πολλαπλών τελών που επιβλήθηκε ατομικώς σε βάρος του πρώτου των αναιρεσειόντων, ενώ απορρίφθηκε κατά τα λοιπά η έφεσή τους.

3. Επειδή, στο ν. 2127/1993 «Εναρμόνιση προς το κοινοτικό δίκαιο του φορολογικού καθεστώτος των πετρελαιοειδών προϊόντων, αλκοόλης και αλκοολούχων ποτών και βιομηχανοποιημένων καπνών και άλλες διατάξεις» (Α΄ 48), ορίζεται, μεταξύ άλλων, στο άρθρο 1, ότι «Επιβάλλεται ειδικός φόρος κατανάλωσης στα πετρελαιοειδή προϊόντα, στο οινόπνευμα και στα αλκοολούχα ποτά και στα βιομηχανοποιημένα καπνά» και ότι «καθορίζονται τα περί παραγωγής, μεταποίησης, κατοχής, κυκλοφορίας και ελέγχου των προϊόντων αυτών, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου», στο άρθρο 2 παρ. 1, ότι «Στον ειδικό φόρο κατανάλωσης υπάγονται τα προϊόντα του άρθρου 1, τα οποία παράγονται στο εσωτερικό της χώρας, προέρχονται από άλλα κράτη μέλη ή εισάγονται στο εσωτερικό της χώρας», στο δε άρθρο 67 παρ. 5 ότι «Η με οποιονδήποτε τρόπο διαφυγή ή απόπειρα διαφυγής της καταβολής των οφειλομένων φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων, καθώς και η μη τήρηση των διατυπώσεων που προβλέπονται από το νόμο, με σκοπό τη μη καταβολή των ως άνω φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων, χαρακτηρίζονται ως λαθρεμπορία κατά τις διατάξεις των άρθρων 89 και επόμενα του ν. 1165/1918 “Περί Τελωνειακού Κώδικος” […]». Σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 89 του Τελωνειακού Κώδικα (ν. 1165/1918, Α΄ 73), που προστέθηκε με το άρθρο 3 του α.ν. 1514/1950 (Α΄ 240) ο οποίος κυρώθηκε με τον ν. 1591/1950 (Α΄ 295), «Ως τελωνειακαί παραβάσεις χαρακτηρίζονται […] η καθ΄ οιονδήποτε των εν άρθρω 100 του παρόντος μνημονευομένων τρόπων διαφυγή ή απόπειρα διαφυγής της πληρωμής των ανηκόντων τω Δημοσίω τελών και δικαιωμάτων, ως και η μη τήρησις των εν τω αυτώ άρθρω 100 καθοριζομένων λοιπών διατυπώσεων, επισύρουσι δε κατά των υπευθύνων πολλαπλούν τέλος, συμφώνως προς τας διατάξεις του παρόντος νόμου, και αν έτι ήθελε κριθή αρμοδίως ότι δεν συντρέχουσι τα στοιχεία αξιοποίνου λαθρεμπορίας». Στην παρ. 1 του άρθρου 100 του ίδιου Κώδικα, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 του α.ν. 2081/1939 (Α΄ 495), ορίζεται ότι «Λαθρεμπορία είναι α) η εντός των συνόρων του Κράτους εισαγωγή ή εξ αυτών εξαγωγή εμπορευμάτων, υποκειμένων είτε εις εισαγωγικόν δασμόν, είτε εις εισπραττόμενον εν τοις Τελωνείοις τέλος, φόρον ή δικαίωμα, άνευ γραπτής αδείας της αρμοδίας τελωνειακής αρχής ή εν άλλω παρά τον ωρισμένον παρ΄ αυτής τόπω ή χρόνω και β) πάσα οιαδήποτε ενέργεια, σκοπούσα να στερήση το Δημόσιον των υπ΄ αυτού εισπρακτέων δασμών, τελών, φόρων και δικαιωμάτων επί των εισαγομένων εκ της αλλοδαπής ή εξαγομένων εμπορευμάτων, και αν έτι ταύτα εισεπράχθησαν κατά χρόνον και τρόπον έτερον ή τον υπό του νόμου οριζόμενον», στη δε περίπτωση θ΄ της επόμενης παρ. 2, που προστέθηκε με το άρθρο 8 του ν. 2096/1952 (Α΄ 113), ορίζεται ότι ως λαθρεμπορία θεωρείται και «η αγορά, πώλησις και κατοχή εμπορευμάτων εισαχθέντων ή τεθέντων εις την κατανάλωσιν κατά τρόπον συνιστώντα το αδίκημα της λαθρεμπορίας».

4. Επειδή, στις παρ. 3 και 8 του άρθρου 97 του Τελωνειακού Κώδικα, που προστέθηκαν με το άρθρο 4 του α.ν. 1514/1950 και όπως η παρ. 3 τροποποιήθηκε με το άρθρο 23 του ν. 495/1976 (Α΄ 337), ορίζεται αντίστοιχα ότι «Κατά των οπωσδήποτε συμμετασχόντων της κατά την παρ. 2 του άρθρου 89 του παρόντος τελωνειακής παραβάσεως και αναλόγως του βαθμού της συμμετοχής εκάστου ασχέτως της ποινικής διώξεως αυτών επιβάλλεται κατά τας διατάξεις των άρθρων 100 και επομ. του παρόντος ιδιαιτέρως εις έκαστον και αλληλεγγύως πολλαπλούν τέλος από του διπλού μέχρι του δεκαπλού των βαρυνόντων το αντικείμενο ταύτης δασμών, φόρων, τελών και δικαιωμάτων εν συνόλω, δια πάντας τους συνυπαιτίους» και ότι «Ουδεμίαν επιρροήν εξασκεί επί των αποφάσεων των Δικαστηρίων η αθωωτική ή καταλογιστική απόφασις των Διοικητικών Δικαστηρίων και Επιτροπών ουδέ τανάπαλιν». Εξάλλου, το άρθρο 5 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (Κ.Δ.Δ., ν. 2717/1999, Α΄ 97/17.5.1999, που άρχισε να ισχύει από την 17.7.1999, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο δεύτερο αυτού), υπό τον τίτλο «Δέσμευση από αποφάσεις άλλων δικαστηρίων», ορίζει ότι τα διοικητικά δικαστήρια δεσμεύονται «από τις αμετάκλητες καταδικαστικές αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων, ως προς την ενοχή του δράστη» (παρ. 2). Εξάλλου, στην παρ. 1 του άρθρου 4 του 7ου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε με το ν. 1705/1987 (Α΄ 89) ορίζεται ότι «Κανένας δεν μπορεί να διωχθεί ή καταδικασθεί ποινικά από τα δικαστήρια του ίδιου Κράτους για μια παράβαση για την οποία ήδη αθωώθηκε ή καταδικάσθηκε με αμετάκλητη απόφαση σύμφωνα με το νόμο και την ποινική δικονομία του Κράτους αυτού».

5. Επειδή, οι μνημονευόμενες στην προηγούμενη σκέψη διατάξεις του Τελωνειακού Κώδικα και του Κ.Δ.Δ., σε συνδυασμό ερμηνευόμενες, έχουν την έννοια ότι η διοικητική διαδικασία επιβολής πολλαπλού τέλους λόγω της τελωνειακής παράβασης της λαθρεμπορίας είναι αυτοτελής σε σχέση με την αντίστοιχη ποινική διαδικασία και το διοικητικό δικαστήριο, όταν κρίνει επί υπόθεσης επιβολής πολλαπλού τέλους λόγω λαθρεμπορίας, δεν δεσμεύεται από την τυχόν προηγηθείσα σχετική απόφαση ποινικού δικαστηρίου, εκτός εάν πρόκειται για αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση (οπότε δεσμεύεται ως προς την ενοχή του δράστη), αλλά υποχρεούται απλώς να τη συνεκτιμήσει κατά τη διαμόρφωση της κρίσης του (βλ. ΣτΕ 990/2004 Ολομ., 1522/2010 επταμ. κ.ά.). Ωστόσο, η ρύθμιση αυτή κατά τη γνώμη του Τμήματος είναι μη εφαρμοστέα, ως αντικείμενη στην παρ. 1 του άρθρου 4 του 7ου Πρωτοκόλλου ΕΣΔΑ, σύμφωνα με τα ακόλουθα: Υπόθεση περί επιβολής πολλαπλού τέλους λόγω λαθρεμπορίας, όπως η παρούσα, αφορά σε κατηγορία ποινικής φύσης, κατά την έννοια του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ και εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του εν λόγω άρθρου (πρβλ. ΣτΕ 689/2009 επταμ. και ιδίως απόφαση ΕΔΔΑ της 24.9.1997, Γαρυφάλλου ΑΕΒΕ κατά Ελλάδας, 93/1996/712/909, παρ. 30-39, και απόφαση ΕΔΔΑ μειζ. συνθ. της 23.11.2006, Jussila κατά Φινλανδίας, 73053/01, παρ. 30-38, σε συνδυασμό με αποφάσεις ΕΔΔΑ της 11.1.2007, Μαμιδάκης κατά Ελλάδας, 35533/04, παρ. 20-21, της 6.12.2007, Γιαννετάκη κατά Ελλάδας, 29829/05, παρ. 18-19, και της 21.2.2008, Χατζηνικολάου κατά Ελλάδας, 33997/06, παρ. 19-20). Περαιτέρω, αφορά και σε ποινική δίωξη ή διαδικασία, κατά την έννοια του άρθρου 4 του 7ου Πρωτοκόλλου ΕΣΔΑ (πρβλ. ιδίως απόφαση ΕΔΔΑ της 8.4.2003, Manasson κατά Σουηδίας, 41265/98, απόφαση ΕΔΔΑ της 17.6.2008, Synnelius and Edsbergs Taxi AB κατά Σουηδίας, 44298/02, και απόφαση ΕΔΔΑ της 16.6.2009, Ruotsalainen κατά Φινλανδίας, 13079/03, σχετικά με την επιβολή πρόσθετου φόρου ως κύρωσης – πρβλ. επίσης απόφαση ΕΔΔΑ μειζ. συνθ. της 10.2.2009, Zolotukhin κατά Ρωσίας, 14939/03, παρ. 52-53, σύμφωνα με την οποία ο όρος του άρθρου 4 του 7ου Πρωτόκολλου περί ποινικής διαδικασίας πρέπει να ερμηνεύεται υπό το φως των ίδιων γενικών αρχών βάσει των οποίων ερμηνεύεται ο αντίστοιχος όρος του άρθρου 6 περί κατηγορίας ποινικής φύσης, καθώς και απόφαση 91/18.6.2008 του Συνταγματικού Δικαστηρίου του Βελγίου, παρ. Β.5 επομ.). Ο σκοπός της ως άνω διάταξης συνίσταται ιδίως στην απαγόρευση επανάληψης ποινικής διαδικασίας που έχει ολοκληρωθεί με αμετάκλητη απόφαση. Η απαγόρευση αυτή κατοχυρώνει το δικαίωμα του κατηγορηθέντος όχι μόνο να μην τιμωρηθεί, αλλά και να μην διωχθεί ή δικαστεί δύο φορές για την ίδια παράβαση. Συνεπώς, εφαρμόζεται και σε περίπτωση ποινικής διαδικασίας που έχει ολοκληρωθεί χωρίς καταδίκη του κατηγορούμενου (βλ. προαναφερόμενη απόφαση ΕΔΔΑ της 10.2.2009 στην υπόθεση Zolotukhin, παρ. 83, 107-110). Περαιτέρω, η ως άνω απαγόρευση είναι εφαρμόσιμη και σε περίπτωση που διοικητικό δικαστήριο της ουσίας, αποφαινόμενο επί ενδίκου βοηθήματος ή μέσου σχετικά με πράξη επιβολής εις βάρος ορισμένου διαδίκου πολλαπλού τέλους λόγω λαθρεμπορίας, συνεκτιμά απόφαση ποινικού δικαστηρίου που αφορά σε κατηγορία περί λαθρεμπορίας κατά του ίδιου προσώπου, βάσει των ίδιων κατ` ουσίαν πραγματικών περιστατικών. Σε τέτοια περίπτωση, εάν η οικεία διαδικασία στα ποινικά δικαστήρια έχει ολοκληρωθεί με αμετάκλητη απόφαση, η οποία δεν βασίζεται σε κρίση περί παραβίασης της συναρτώμενης με την ανωτέρω απαγόρευση αρχής non bis in idem, λόγω της διοικητικής διαδικασίας ή δίκης περί επιβολής πολλαπλού τέλους για λαθρεμπορία, το διοικητικό δικαστήριο υποχρεούται να τερματίσει την ενώπιόν του διαδικασία, με έκδοση απόφασης που ακυρώνει το επιβληθέν πολλαπλό τέλος ή αποδέχεται ως νόμιμη την γενόμενη από το κατώτερο δικαστήριο ακύρωση του πολλαπλού τέλους.

6. Επειδή, εξάλλου, η προεκτεθείσα διάταξη του άρθρου 5 παρ. 2 του Κ.Δ.Δ. ρυθμίζει διαφορετικά το ζήτημα της δέσμευσης του διοικητικού δικαστηρίου από αμετάκλητη απόφαση ποινικού δικαστηρίου, ανάλογα με το εάν πρόκειται για καταδικαστική ή αθωωτική απόφαση. Ειδικότερα, σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, τα διοικητικά δικαστήρια δεσμεύονται από τις αμετάκλητες καταδικαστικές αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων, ως προς την ενοχή του δράστη, όχι όμως και από τις αμετάκλητες αποφάσεις ποινικών δικαστηρίων με τις οποίες αθωώνεται ο κατηγορούμενος, διότι δεν αποδείχθηκε ότι διέπραξε το αποδιδόμενο σε αυτόν ποινικό αδίκημα. Ωστόσο η διαφοροποίηση αυτή, που είναι δυσμενής για τον ιδιώτη διάδικο, δεν δικαιολογείται αντικειμενικά, δεδομένου μάλιστα ότι δεν προκύπτει από την κείμενη νομοθεσία ότι ο διοικητικός δικαστής διαμορφώνει τη δικανική του πεποίθηση με βάση επίπεδο απόδειξης χαμηλότερο από εκείνο που ισχύει στην ποινική δίκη. Συνεπώς, η ως άνω διάταξη αντίκειται στην απορρέουσα από το Σύνταγμα (άρθρα 4 παρ. 1 και 20 παρ. 1) αρχή της ισότητας των διαδίκων (πρβλ. ΣτΕ Ολομ. 2807/2002, 1663/2009). Περαιτέρω, προς αποκατάσταση της ίσης μεταχείρισης, πρέπει να επεκταθεί το πεδίο εφαρμογής της ρύθμισης αυτής, ώστε να δεσμεύεται το διοικητικό δικαστήριο που κρίνει υπόθεση επιβολής σε ορισμένο πρόσωπο δασμοφορολογικών επιβαρύνσεων λόγω συμμετοχής του σε λαθρεμπορία από αμετάκλητη απαλλακτική απόφαση ποινικού δικαστηρίου, που αφορά σε κατηγορία περί λαθρεμπορίας κατά του ίδιου προσώπου, βάσει των ίδιων κατ` ουσίαν πραγματικών περιστατικών, και αθώωσε τον κατηγορούμενο, διότι δεν αποδείχθηκε ότι διέπραξε το αποδιδόμενο σε αυτόν ποινικό αδίκημα.

7. Επειδή, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, το Διοικητικό Εφετείο, αφού δέχθηκε τον κανόνα ο οποίος διατυπώνεται στην πρώτη περίοδο της σκέψης 5 της παρούσας απόφασης και συνεκτίμησε, μεταξύ άλλων, την υπ` αριθμ. 3145/2000 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, έκρινε ότι ο πρώτος των αναιρεσειόντων είχε δόλια συμμετοχή στην τέλεση των επίδικων τεσσάρων παραβάσεων λαθρεμπορίας και απέρριψε τον περί του αντιθέτου λόγο έφεσης. Όπως βεβαιώνεται στην αναιρεσιβαλλομένη, η προαναφερόμενη ποινική απόφαση είχε καταστεί αμετάκλητη και με αυτήν ο πρώτος αναιρεσείων κηρύχθηκε αθώος της εναντίον του ποινικής κατηγορίας για λαθρεμπορία στις επίμαχες τέσσερις περιπτώσεις εμφανιζόμενων εξαγωγών, με το σκεπτικό ότι δεν αποδείχθηκε ότι αυτός είχε οποιαδήποτε μορφή συμμετοχής στη λαθραία διακίνηση μέσα στην Ελλάδα των καυσίμων. Με την κρινόμενη αίτηση, πλήττεται η ως άνω κρίση του δικάσαντος Διοικητικού Εφετείου και, συγκεκριμένα, προβάλλεται ότι τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης δεν μπορούσαν να εκτιμηθούν από αυτό κατά τρόπο που έρχεται σε αντίθεση με τα γενόμενα δεκτά από το Εφετείο Θεσσαλονίκης στην υπ` αριθμ. 3145/2000 απόφασή του.

8. Επειδή, σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στις σκέψεις 5 και 6 της παρούσας απόφασης, η ανωτέρω κρίση του δικάσαντος Διοικητικού Εφετείου, ότι δεν δεσμευόταν από, αλλά απλώς υποχρεούνταν να συνεκτιμήσει, την προηγηθείσα αμετάκλητη απόφαση ποινικού δικαστηρίου με την οποία ο πρώτος αναιρεσείων είχε αθωωθεί από την κατηγορία λαθρεμπορίας στην ίδια υπόθεση, δεν είναι νόμιμη. Για το λόγο αυτό, αυτεπαγγέλτως ερευνώμενο ως αναγόμενο στο κύρος των διατάξεων του άρθρου 97, παρ. 3 και 8, του Τελωνειακού Κώδικα και του άρθρου 5, παρ. 2, του Κ.Δ.Δ. που εφάρμοσε το Διοικητικό Εφετείο, προκειμένου να θεμελιώσει την ως άνω κρίση του, το Τμήμα, υπό την παρούσα σύνθεσή του, φέρεται προς την άποψη ότι η κρινόμενη αίτηση θα έπρεπε να γίνει δεκτή. Λόγω όμως της μείζονος σπουδαιότητας των ανωτέρω ζητημάτων, το Τμήμα κρίνει ότι η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί προς εκδίκαση στην επταμελή σύνθεση του Τμήματος, κατ` εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 14 παρ. 5 εδαφ. β΄ του π.δ. 18/1989 και να ορισθεί εισηγητής ο Πάρεδρος Ι. Δημητρακόπουλος και δικάσιμος η 1η Δεκεμβρίου 2010.

[…]

Σημείωμα

Οι διοικητικές κυρώσεις στο εδώλιο: η εφαρμογή της αρχής non bis in idem από τα διοικητικά δικαστήρια

Με την απόφαση αυτή της ελάσσονος σύνθεσης του Β΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας γίνεται μία ακόμη προσπάθεια εναρμόνισης του εθνικού δικαίου διοικητικών κυρώσεων με τα νομολογιακά δεδομένα του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ). Σημειώνουμε εδώ τρεις μόνο από τις πλέον πρόσφατες αποφάσεις του ΣτΕ όπου αναπτύσσεται ο ίδιος προβληματισμός: πρώτον, τη ΣτΕ 2514/2009, ΝΟΜΟΣ, η οποία δέχτηκε ότι δεν είναι δυνατή η αναδρομική εφαρμογή βαρύτερης κύρωσης προστίμου για περιβαλλοντικές παραβάσεις διότι κάτι τέτοιο θα προσέκρουε στο αρ. 7 παρ. 1 ΕΣΔΑ. Δεύτερον, τη ΣτΕ 2402/2010 επτ., ΛΟΓΙΣΤΗΣ 2010.1478, η οποία έκρινε, σε αντίθεση προς την 3768/2008 παραπεμπτική απόφαση της πενταμελούς σύνθεσης, ότι το σύστημα αντικειμενικού προσδιορισμού του προστίμου για λήψη εικονικών τιμολογίων που εισήχθη με το ν. 2523/1997 δεν αντίκειται στην αρχή της αναλογικότητας ούτε και στην αρχή της δίκαιης δίκης κατ’ αρ. 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ. Και, τρίτον, τις ΟλΣτΕ 3319-3320/2010, με τις οποίες ακυρώθηκαν τα πρόστιμα που είχε επιβάλλει η Αρχή Διασφάλισης Απορρήτου Επικοινωνιών στην εταιρία Vodafone για το γνωστό σκάνδαλο των υποκλοπών, όπου αναπτύσσεται σε βάθος το ζήτημα της συμβατότητας του ενδίκου βοηθήματος της αίτησης ακύρωσης με τις απαιτήσεις της δίκαιης δίκης του αρ. 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ.

Από την απλή παράθεση των αποφάσεων αυτών διαπιστώνει κανείς ότι η τάση συμμόρφωσης της ελληνικής νομολογίας προς την αντίστοιχη του Δικαστηρίου του Στρασβούργου ούτε ομόθυμη είναι ούτε ομαλή. Αντιθέτως, αναπτύσσεται στους κόλπους του ανωτάτου ακυρωτικού μας δικαστηρίου, αλλά και των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, έντονος διάλογος ως προς τις επιπτώσεις των νομολογιακών παραδοχών του ΕΔΔΑ στο εθνικό νομικό πλαίσιο που διέπει τις διοικητικές κυρώσεις. Μοναδικές σταθερές στο διάλογο αυτό φαίνεται να αποτελούν οι αποφάσεις του ΕΔΔΑ που ελέγχουν ευθέως τη συμβατότητα των ισχυουσών διατάξεων της ελληνικής έννομης τάξης προς το ευρωπαϊκό δίκαιο των ανθρωπίνων δικαιωμάτων (π.χ βλ. ΕΔΔΑ, απόφαση της 11/1/2007, Μαμιδάκης ΑΕΒΕ κατά Ελλάδος, 35533/04), καθώς το ίδιο το Δικαστήριο του Στρασβούργου αποφεύγει κατά κανόνα να γενικεύει τις νομολογιακές λύσεις του και σε άλλες εθνικές έννομες τάξεις.

1. Διοικητικές κυρώσεις και αρ. 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ

Το πρώτο μεγάλο ζήτημα ως προς την υπαγωγή των διοικητικών κυρώσεων στο προστατευτικό πεδίο του αρ. 6 της ΕΣΔΑ είναι το κατά πόσο αυτές αποτελούν «κατηγορία ποινικής φύσης». Είναι γνωστό και αδιαμφισβήτητο ότι οι διοικητικές κυρώσεις πάσης φύσεως (φορολογικές, τελωνειακές, κοινωνικοασφαλιστικές, περιβαλλοντικές κλπ) ανήκουν στην ύλη του διοικητικού δικαίου, επιβάλλονται με διοικητική διαδικασία και υπάγονται στην αρμοδιότητα των διοικητικών δικαστηρίων. Ωστόσο, ενόψει της σημασίας των κυρώσεων αυτών στο εσωτερικό δίκαιο των περισσότερων ευρωπαϊκών κρατών και της βαρύτητας που δύνανται να έχουν για τα συμφέροντα των ιδιωτών, το ΕΔΔΑ ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του 1970 αναγνώρισε ότι η ένταξη μιας κύρωσης στην ύλη του διοικητικού δικαίου κατά την εσωτερική έννομη τάξη, δεν αρκεί για να αποκλείσει την υπαγωγή της στις κατηγορίες ποινικής φύσεως κατά την έννοια του αρ. 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ. Για την υπαγωγή αυτή το ΕΔΔΑ χρησιμοποιεί τρία κριτήρια, γνωστά και ως «κριτήρια Engel» (από την απόφαση αρχής του ΕΔΔΑ της 8 Ιουνίου 1976, Engel και λοιποί κατά Ολλανδίας, § 85, Series A no. 22): πρώτον, η ταξινόμηση της παράβασης στο εθνικό δίκαιο, αν δηλαδή η σχετική νομοθετική διάταξη ανήκει στην ύλη του ποινικού δικαίου, δεύτερον, η φύση της παράβασης και, τέλος, η φύση και ο βαθμός σοβαρότητας της κύρωσης που κινδυνεύει να υποστεί ο ενδιαφερόμενος. Τα κριτήρια αυτά δεν είναι απαραίτητο να συντρέχουν σωρευτικά προκειμένου να χαρακτηριστεί μια κύρωση ως ποινικής φύσεως, αν και δεν αποκλείεται μια σωρευτική εκτίμησή τους, όταν η εξέταση των επιμέρους στοιχείων δεν αρκεί για να σχηματιστεί μία ασφαλής γνώμη ως προς την ποινική φύση της κύρωσης. Ενδεικτικά, το ΕΔΔΑ εξετάζει ως κριτήρια τη σοβαρότητα του αδικήματος αυτού καθ’ αυτού, τον αποτρεπτικό και κατασταλτικό χαρακτήρα της κύρωσης και το ύψος του προστίμου (βλ. ΕΔΔΑ της 6/12/2007, ΓΙΑΝΝΕΤΑΚΗ Ε. & Σ. ΜΕΤΑΦΟΡΙΚΗ ΕΠΕ κλπ κατά Ελλάδος, 29829/2005).

Μετά τη ρητή υπαγωγή από το ΕΔΔΑ στις κατηγορίες ποινικής φύσεως των κυρώσεων που προβλέπονται στο ελληνικό δίκαιο για τελωνειακές παραβάσεις (βλ. ΕΔΔΑ της 24/9/1997, Γαρυφάλλου ΑΕΒΕ κατά Ελλάδος, 93/1996/712/909) αποτελεί πλέον κοινό τόπο στη νομολογία των ελληνικών διοικητικών δικαστηρίων η αναγνώριση της ένταξης των σοβαρότερων διοικητικών κυρώσεων στο κανονιστικό πεδίο του αρ. 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ. Οι συνέπειες της υπαγωγής αυτής είναι ιδιαιτέρως σημαντικές, καθώς, θεωρητικά τουλάχιστον, εισάγουν στη διοικητική διαδικασία και δίκη δικαιοκρατικές εγγυήσεις, γνωστές έως πρόσφατα μόνο στο πεδίο του ποινικού δικαίου: τεκμήριο αθωότητας, υποχρέωση δημόσιας συνεδρίασης, δικαίωμα παράστασης με δικήγορο σε όλα τα στάδια επιβολής της κύρωσης, αρμοδιόητα του δικαστηρίου να ελέγχει τόσο τη νομική όσο και την ουσιαστική βάση του προστίμου, δυνατότητα επιμέτρησης της ποινής, εφαρμογή της αρχής non bis in idem κλπ.

2. Έννοια και περιεχόμενο της αρχής non bis in idem

Η τελευταία αυτή αρχή κατοχυρώνεται ρητώς στο αρ. 4 παρ. 1 του 7ου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου ΕΣΔΑ, αλλά και στο αρ. 14 παρ. 7 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα. Σύμφωνα δε με αυτή δεν επιτρέπεται η ποινική δίωξη ή καταδίκη ατόμου για μια παράβαση για την οποία έχει ήδη αθωωθεί ή καταδικαστεί αμετάκλητα από δικαστήρια του ίδιου Κράτους (βλ. και αρ. 57 παρ. 1 ΚΠΔ). Αν αναλογιστούμε την τάση ποινικοποίησης σχεδόν όλων των διοικητικών παραβάσεων που διακατέχει τον έλληνα νομοθέτη, η εφαρμογή της αρχής αυτής στις διοικητικές κυρώσεις θα έχει οπωσδήποτε σημαντικές συνέπειες σε όλο το σύστημα διασφάλισης της τήρησης των διοικητικών διατάξεων.

Για την εφαρμογή της αρχής non bis in idem (ή double jeopardy) πρέπει να συντρέχουν δύο στοιχεία: να υπάρχει δεύτερη ποινική δίωξη ή καταδίκη («bis») για την ίδια παράβαση («idem») για την οποία έχει καταδικαστεί ή αθωωθεί αμετάκλητα ο κατηγορούμενος. Ως προς το πρώτο στοιχείο, το Δικαστήριο του Στρασβούργου έχει διευκρινίσει ότι η έννοια της ποινικής δίωξης ή καταδίκης στο αρ. 4 παρ. 1 του 7ου Πρωτοκόλλου είναι αντίστοιχη της έννοιας της κατηγορίας ποινικής φύσεως του αρ. 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ και συνεπώς ισχύουν και εδώ τα κριτήρια Engel, διευρυμένα όμως ώστε να περιλαμβάνουν επιπλέον τα κριτήρια του κατά πόσο ένα μέτρο επιβάλλεται ως επακόλουθο ποινικής καταδίκης και των διαδικασιών λήψης και επιβολής του μέτρου (βλ. ΕΔΔΑ, απόφαση επί του παραδεκτού της 11/12/2007, Haarvig κατά Νορβηγίας, 11187/05, υπό κεφ. Β’). Εννοείται ότι και στην περίπτωση αυτή τα διευρυμένα αυτά κριτήρια δε χρειάζεται να συντρέχουν σωρευτικά και συνεπώς η ερμηνεία της ποινικής δίωξης ή καταδίκης του αρ. 4 παρ. 1 του 7ου Πρωτοκόλλου είναι ευρύτερη σε σχέση με την κατηγορία ποινικής φύσεως του αρ. 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ.

Μεγαλύτερο, ωστόσο, προβληματισμό έχει δημιουργήσει η ερμηνεία του δεύτερου στοιχείου της αρχής, δηλαδή η «ίδια παράβαση». Ειδικότερα, ως προς το idem, το ίδιο το ΕΔΔΑ είχε υιοθετήσει στο παρελθόν τρεις διαφορετικές θέσεις: σύμφωνα με την πρώτη από αυτές, η ύπαρξη ίδιας παράβασης κρίνεται από την ύπαρξη ίδιας συμπεριφοράς (same conduct) του κατηγορούμενου ανεξαρτήτως του σκοπού, του νομικού χαρακτηρισμού και της φύσης κάθε κύρωσης στο εσωτερικό δίκαιο (βλ. ΕΔΔΑ της 23/10/1995, Gradinger κατά Αυστρίας, 33/1994/480/562, σκ. 55, για την περίπτωση της επιβολής ποινής φυλάκισης 200 ημερών μετατρέψιμης σε χρήμα και διοικητικού προστίμου 12.000 αυστριακών σελινίων σε οδηγό που υπό την επήρρεια αλκοόλ παρέσυρε και σκότωσε ποδηλάτη). Η δεύτερη προσέγγιση υιοθετεί τη θεωρία της κατ’ ιδέα συρροής εγκλημάτων (concours idéal d’ infractions), σύμφωνα με την οποία μία και μόνη πράξη ή συμπεριφορά μπορεί να καλύπτει την αντικειμενική υπόσταση διαφόρων εγκλημάτων, τα οποία να δικάζονται χωριστά ή από κοινού (βλ. ιδίως ΕΔΔΑ της 2/7/2002, Göktan κατά Γαλλίας, 33402/96, σκ. 50., που κρίνει ότι η επιβολή φυλάκισης 5 ετών για παράνομη εισαγωγή και διακίνηση ναρκωτικών ουσιών και διοικητικού προστίμου συνολικού ύψους 1.470.000 γαλλικών φράγκων για τελωνειακές παραβάσεις κατά την εισαγωγή αγαθών, συνιστούν επιτρεπτή κατά το αρ. 4 του 7ου Πρωτοκόλλου κατ’ ιδέα συρροή εγκλημάτων). Η τρίτη, τέλος, θεώρηση επιβεβαίωνε μεν τη θεωρία της επιτρεπτής κατ’ ιδέα συρροής, έκρινε ωστόσο ότι θα ήταν ασύμβατο προς την αρχή non bis in idem να καταδικαστεί δύο φορές το ίδιο πρόσωπο για παραβάσεις που διέφεραν μόνο κατ’ όνομα• η προσέγγιση αυτή επικέντρωνε την προσοχή της στα ουσιώδη στοιχεία (essential elements) των δύο παραβάσεων: αν οι δύο παραβάσεις είχαν τα ίδια ουσιώδη στοιχεία, τότε υπήρχε παραβίαση της αρχής, ενώ αν διαφοροποιούνταν ως προς ουσιώδη στοιχεία τους, δεν υφίστατο παραβίαση. Ενδεικτικά, ως ουσιώδη στοιχεία διαφοροποίησης των παραβάσεων είχαν κριθεί ο διαφορετικός βαθμός δόλου και ο διαφορετικός εγκληματικός σκοπός του παραβάτη, η διαφορετική βαρύτητα και οι διαφορετικές συνέπειες των δύο παραβάσεων και το προστατευόμενο με κάθε διάταξη κοινωνικό αγαθό (βλ. ενδεικτικά την πλέον πρόσφατη απόφαση ΕΔΔΑ της 4/3/2008, Garretta κατά Γαλλίας, 2529/04, σκ. 86-92, όπου αναγνωρίζεται διαφοροποίηση ως προς το προστατευόμενο έννομο αγαθό και απόφαση επί του παραδεκτού της 15/9/2004, Rosenquist κατά Σουηδίας, 60619/00 όπου αναγνωρίζεται μεν η ποινική φύση της επιβολής πρόσθετων φόρων για μη κατάθεση φορολογικής δήλωσης, δεν εφαρμόζεται όμως η αρχή non bis in idem σε σχέση με την ποινική καταδίκη για απόκρυψη φορολογητέας ύλης μέσω της μη κατάθεσης φορολογικής δήλωσης διότι στην μεν πρώτη περίπτωση αρκεί και η απλή αμέλεια, ενώ στη δεύτερη απαιτείται βαριά αμέλεια ή δόλος).

Την εύλογη σύγχυση που δημιουργούσε η παράλληλη εφαρμογή τριών διαφορετικών προσεγγίσεων ως προς την έννοια της ίδιας αρχής επέλυσε το Δικαστήριο με την απόφαση αρχής της 10.2.2009, Zolotukhin κατά Ρωσίας, 14939/03. Με την απόφαση αυτή το Δικαστήριο, αφού πρώτα ανέλυσε την προηγούμενη νομολογία του (σκ. 70-77), υιοθέτησε μια πιο ευρεία αντίληψη για την έννοια της «ίδιας διαδικασίας» συμφώνως προς την αρχή της αποτελεσματικότητας των προβλεπόμενων στη Σύμβαση δικαιωμάτων. Σύμφωνα με την καινούργια αυτή αντίληψη, η αρχή non bis in idem καλείται σε εφαρμογή στις περιπτώσεις που υφίσταται μια αμετάκλητη προηγούμενη καταδικαστική ή αθωωτική απόφαση για μια παράβαση που συγκροτείται από τα ίδια πραγματικά περιστατικά στα οποία εμπλέκεται ο ίδιος κατηγορούμενος και τα οποία συνδέονται μεταξύ τους με άρρηκτους χρονικούς και τοπικούς δεσμούς. Το δικαστήριο που επιλαμβάνεται δεύτερο της υπόθεσης οφείλει να λάβει υπόψη του και να εξετάσει την προηγούμενη καταδικαστική ή αθωωτική απόφαση εστιάζοντας την προσοχή του στο κατά πόσο υφίσταται ταυτότητα ή ουσιώδης ομοιότητα μεταξύ των πραγματικών περιστατικών που καλείται το ίδιο να εξετάσει και εκείνων που έχουν ήδη κριθεί από άλλο δικαστήριο (σκ. 82-84 της απόφασης). Με βάση τη νέα αυτή θεώρηση της διάταξης του αρ. 4 παρ. 1 του 7ου Πρωτοκόλλου στοιχεία όπως το προστατευόμενο έννομο αγαθό, ο βαθμός του δόλου του δράστη και ο σκοπός της κυρωτικής διάταξης δεν παίζουν πλέον κανένα ρόλο ως προς την εφαρμογή της αρχής.

3. Η σχέση διοικητικής και ποινικής δίκης στη νομολογία των ελληνικών δικαστηρίων και η απόφαση Σταυρόπουλος κατά Ελλάδος

Το αρ. 5 παρ. 2 ΚΔΔ ορίζει ρητώς ότι «Τα δικαστήρια δεσμεύονται…από τις αμετάκλητες καταδικαστικές αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων ως προς την ενοχή του δράστη». Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, όπως έχει παγίως ερμηνευθεί από το Συμβούλιο της Επικρατείας, το διοικητικό δικαστήριο «δεν δεσμεύεται από την τυχόν προηγηθείσα σχετική απόφαση ποινικού δικαστηρίου, εκτός εάν πρόκειται για αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση, αλλά υποχρεούται απλώς να τη συνεκτιμήσει κατά τη διαμόρφωση της κρίσης του, τούτο δε δεν απαιτείται να εξαγγέλλεται ρητά, αλλά αρκεί να συνάγεται από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας» (βλ. ενδεικτικά ΟλΣτΕ 990/2004, ΔΔίκη 2005.144).

Η πάγια αυτή νομολογιακή θέση θέτει ζητήματα συμβατότητας με την ΕΣΔΑ κυρίως ως προς το τεκμήριο αθωότητας που κατοχυρώνεται στο αρ. 6 παρ. 2 αυτής. Πράγματι, όπως έχει κρίνει το ΕΔΔΑ το τεκμήριο αθωότητας εκτείνεται και στις διαδικασίες που ακολουθούν μία αθώωση του κατηγορουμένου από ποινικό δικαστήριο. Η διατύπωση αμφιβολιών ως προς την αθωότητά του στο πλαίσιο των διαδικασιών αυτών δεν είναι συμβατή με το εν λόγω τεκμήριο. Στην απόφαση της 27/9/2007, Σταυρόπουλος κατά Ελλάδος, 35522/04 (ΘΠΔΔ 2008.728, με παρατηρήσεις Α.Κούνδουρου) το Δικαστήριο του Στρασβούργου αντιμετώπισε την περίπτωση της απόρριψης από τα διοικητικά δικαστήρια προσφυγής του αιτούντος κατά της πράξης ανάκλησης της χορήγησης εργατικής κατοικίας με την αιτιολογία της υποβολής ψευδούς δήλωσης, ενώ ο κατηγορούμενος είχε ήδη αθωωθεί αμετακλήτως λόγω αμφιβολιών από ποινικό δικαστήριο για τα αδικήματα της απάτης και της ψευδούς δήλωσης. Το ΕΔΔΑ εδώ, αφού πρώτα έσπευσε να διευκρινίσει ότι σκοπός του δεν είναι να εξετάσει το βαθμό δέσμευσης των διοικητικών δικαστηρίων από την απόφαση του ποινικού δικαστηρίου, καθώς η ερμηνεία της εγχώριας νομοθεσίας είναι έργο των εθνικών δικαστηρίων (σκ. 37), κατέληξε σε κρίση ότι υπήρξε παραβίαση του τεκμηρίου αθωότητας, διότι από το σκεπτικό των αποφάσεων των διοικητικών δικαστηρίων προκύπτει με σαφήνεια ότι στηρίχθηκαν στη λόγω αμφιβολιών αθώωση του αιτούντος• ωστόσο, η αρχή in dubio pro reo δεν επιτρέπει να διαφοροποιείται η αθωωτική ποινική απόφαση βάσει της αιτιολογίας που περιλαμβάνει ο δικαστής και, συνεπώς, προσβάλλεται εν προκειμένω το τεκμήριο αθωότητας, καθώς τα δικαστήρια με τις αποφάσεις τους διατύπωσαν αμφιβολίες ως προς την αθωότητα του αιτούντος.

Μολονότι, το ΕΔΔΑ δεν το εξήγγειλε ευθέως, είναι προφανές ότι η διάταξη του αρ. 5 παρ. 2, στο βαθμό που απαιτεί να λαμβάνονται υπόψη μόνο οι καταδικαστικές αποφάσεις, ενώ επιτρέπει στα διοικητικά δικαστήρια να διατυπώνουν αμφιβολίες ως προς τις αθωωτικές αποφάσεις αντίκειται στο αρ. 6 παρ. 2 ΕΣΔΑ. Τα ελληνικά διοικητικά δικαστήρια, πράγματι φρόντισαν να συμμορφωθούν στο εν λόγω νομολογιακό δεδομένο. Πρώτα τα διοικητικά εφετεία (βλ. ΔεφΠειρ 1313/2008, Αρμ 2009.119 με παρατηρήσεις Ε.Παπαδημητρίου, ΔεφΤρ 7/2009, ΘΠΔΔ 2009.756 με παρατηρήσεις Μ.Γαρδούνη) για περιπτώσεις πολλαπλού τέλους λόγω τελωνειακών παραβάσεων και στη συνέχεια η ΣτΕ 1670/2009, που έκανε σύμφωνη με την ΕΣΔΑ ερμηνεία της διάταξης του αρ. 114 παρ. 3 ΥΚ σε περίπτωση πειθαρχικής ποινής για αδίκημα για το οποίο είχε ήδη αθωωθεί λόγω αμφιβολιών ο υπάλληλος, μετέφεραν τη σχετική νομολογία στο εσωτερικό δίκαιο.

4. Τα ζητήματα που απασχόλησαν τη σχολιαζόμενη απόφαση

Η σχολιαζόμενη απόφαση μολονότι κρίνει επί ποιοτικώς διαφορετικού (διοικητική κύρωση που φέρει τα χαρακτηριστικά κατηγορίας ποινικής φύσεως) και κατά βάση ευρύτερου ζητήματος και ως εκ τούτου δεν κάνει ρητή αναφορά στην απόφαση Σταυρόπουλος, ανήκει αναμφίβολα στο νομολογιακό ρεύμα που η απόφαση αυτή δημιούργησε. Στην προκείμενη περίπτωση το ΣτΕ είχε να κρίνει αναιρετικώς για την περίπτωση επιβολής πολλαπλού τέλους για τελωνειακές παραβάσεις κατ’ αρ. 97 παρ. 3 ν. 1165/18 (Τελωνειακός Κώδικας) σε βάρος προσώπου που είχε ήδη αθωωθεί αμετακλήτως για το ποινικό αδίκημα της λαθρεμπορίας. Κι ενώ ως προς την ποινική φύση της επιβολής πολλαπλού τέλους για τελωνειακές παραβάσεις δεν κατελείπετο καμία αμφιβολία βάσει της ανωτέρω ειδικής νομολογίας του ΕΔΔΑ (βλ. και ΣτΕ 689/2009 επτ., Αρμ 2009.1404), η εφαρμογή της αρχής non bis in idem αποκρούετο από την έως σήμερα νομολογία των ελληνικών δικαστηρίων (βλ. ιδίως ΣτΕ 1522/2010 επτ., ΝΟΜΟΣ, που κρίνει, με μειοψηφία δύο συμβούλων και ενός παρέδρου, ότι δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής της διάταξης του αρ. 4 παρ. 1 του 7ου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου σε υπόθεση πολλαπλών τελών για λαθρεμπορία, προεχόντως διότι δεν προκύπτει η ύπαρξη αμετάκλητης ποινικής απόφασης, αφήνοντας όμως σοβαρές αμφιβολίες για το κατά πόσο η διάταξη αυτή έχει πεδίο εφαρμογής στην εν λόγω περίπτωση).

Η μέχρι τώρα πάγια είτε ρητή είτε σιωπηρή νομολογιακή θέση των ελληνικών δικαστηρίων έβρισκε σε κάποιο βαθμό έρεισμα στην επαμφοτερίζουσα στάση του ΕΔΔΑ επί της ερμηνείας της ως άνω διάταξης. Υπό την ερμηνευτική ιδίως προσέγγιση της κατ’ ιδέα συρροής, εύκολα θα μπορούσε να διασωθεί το κύρος κάθε κυρωτικής διαδικασίας που ακολουθούσε την αντίστοιχη ποινική διαδικασία. Μετά όμως από την απόφαση Zolotukhin, ό.π., τα περιθώρια παρερμηνειών είναι πλέον στενά και δεν φαίνεται να καταλείπονται πολλά περιθώρια στα ελληνικά δικαστήρια να εξακολουθήσουν να αρνούνται την εξέταση πιθανής παραβίασης της αρχής non bis in idem.

Με τη σχολιαζόμενη απόφαση το ζήτημα τίθεται στην, ορθή κατά την άποψή μας, βάση: «εάν η οικεία διαδικασία στα ποινικά δικαστήρια έχει ολοκληρωθεί με αμετάκλητη απόφαση, η οποία δεν βασίζεται σε κρίση περί παραβίασης της συναρτώμενης με την ανωτέρω απαγόρευση αρχής non bis in idem, λόγω της διοικητικής διαδικασίας ή δίκης περί επιβολής πολλαπλού τέλους για λαθρεμπορία, το διοικητικό δικαστήριο υποχρεούται να τερματίσει την ενώπιόν του διαδικασία, με έκδοση απόφασης που ακυρώνει το επιβληθέν πολλαπλό τέλος ή αποδέχεται ως νόμιμη την γενόμενη από το κατώτερο δικαστήριο ακύρωση του πολλαπλού τέλους».

Κατ’ ουσίαν, το δικαστήριο με το σκεπτικό του αυτό ανατρέπει πλήρως το παγιωμένο στην Ελλάδα σύστημα διπλών κυρώσεων (ποινικών και διοικητικών) για κάθε παράβαση υποχρέωσης που απορρέει από διοικητικό νόμο, καθώς παραδέχεται ότι, στις περιπτώσεις που η διοικητική κύρωση είναι τέτοιου μεγέθους ώστε να μπορεί να χαρακτηριστεί ως «κατηγορία ποινικής φύσεως», η έκδοση απόφασης από το ένα δικαστήριο, ανεξαρτήτως του αποτελέσματός της (καταδίκη, αθώωση, αθώωση λόγω αμφιβολιών), αποκλείει πλήρως τη συνέχιση της διαδικασίας ενώπιον του δεύτερου κατηγορίου, το οποίο οφείλει να ακυρώσει το πρόστιμο (ή αντιστοίχως να αθωώσει τον κατηγορούμενο).

Στη συνέχεια, το δικαστήριο εξετάζει τη διάταξη της παρ. 2 του αρ. 5 ΚΔΔ ως προς τυχόν αντίθεσή της με τη συνταγματική αρχή της δικονομικής ισότητας (αρ. 4 παρ. 1 και 20 παρ. 1 Συντάγματος). Ειδικότερα, κρίνει ότι η ως άνω διάταξη στο βαθμό που καθιστά δεσμευτική για το διοικητικό δικαστήριο μόνο την καταδικαστική και όχι την αθωωτική απόφαση συνιστά δυσμενή για τον ιδιώτη διάδικο διάκριση η οποία «δεν δικαιολογείται αντικειμενικά, δεδομένου μάλιστα ότι δεν προκύπτει από την κείμενη νομοθεσία ότι ο διοικητικός δικαστής διαμορφώνει τη δικανική του πεποίθηση με βάση επίπεδο απόδειξης χαμηλότερο από εκείνο που ισχύει στην ποινική δίκη. Συνεπώς, η ως άνω διάταξη αντίκειται στην απορρέουσα από το Σύνταγμα (άρθρα 4 παρ. 1 και 20 παρ. 1) αρχή της ισότητας των διαδίκων». Για την αποκατάσταση δε της τρωθείσας ισότητας το τμήμα προκρίνει την επεκτατική εφαρμογή της διάταξης αυτής και στην περίπτωση των αθωωτικών αποφάσεων, ώστε τελικώς ο δικαστής να δεσμεύεται και από την αμετάκλητη απόφαση ποινικού δικαστηρίου που αθωώνει το δράστη.

Η τελευταία αυτή σκέψη του δικαστηρίου ωστόσο, μολονότι κατά βάση ορθή, δείχνει να έρχεται σε ευθεία αντίφαση με τα όσα αμέσως ανωτέρω είχε δεχθεί. Πράγματι δεν νοείται επεκτατική εφαρμογή διάταξης που ήδη έχει κριθεί αυτοτελώς ως αντιβαίνουσα σε ανώτερης τυπικής ισχύος διάταξη και άρα ως μη εφαρμοστέα. Το δε προηγηθέν σκεπτικό του δικαστηρίου ήταν ήδη πλήρες και απολύτως ικανό να στηρίξει το διατακτικό περί αναίρεσης της προσβαλλόμενης απόφασης και τελικώς ακύρωσης του προστίμου, με αποτέλεσμα η προβολή μίας δεύτερης, επάλληλης αιτιολογίας να φαντάζει αν μη τι άλλο αλυσιτελής. Εξάλλου, στη μειοψηφούσα γνώμη που δύο από τους δικαστές της παρούσας σύνθεσης του Τμήματος (ο Σύμβουλος Ι.Γράβαρης και ο Πάρεδρος Ι.Δημητρακόπουλος) είχαν διατυπώσει στη ΣτΕ 1522/2010, ό.π., είχαν αρκεστεί στην επισήμανση της αντίθεσης της ανωτέρω διάταξης με την αρχή non bis in idem.

Ο έλεγχος περί παραβίασης της αρχής της δικονομικής ισότητας έχει προφανώς αξία στις περιπτώσεις που το διοικητικό δικαστήριο καλείται να αποφανθεί επί υπόθεσεως η οποία δεν αποτελεί διοικητική κύρωση τέτοιας έκτασης που να μπορεί να χαρακτηριστεί ως ποινικής φύσεως. Σε αντίθετη περίπτωση, καταλήγουμε σε μια λογική «όλα ή τίποτε», δηλαδή είτε καταδίκη στο ποινικό δικαστήριο και συνακόλουθα απόρριψη της προσφυγής κατά του προστίμου από το διοικητικό δικαστήριο είτε αθώωση (μετά ή άνευ αμφιβολιών) στο ποινικό δικαστήριο και ακύρωση στη συνέχεια του προστίμου ή της όποιας άλλης κύρωσης από το διοικητικό δικαστήριο. Με αυτό το περιεχόμενο η διάταξη του αρ. 5 παρ. 2 ΚΔΔ αντίκειται καταφανώς, κατά το σκεπτικό της ίδιας της σχολιαζόμενης, στην αρχή non bis in idem. Πάντως και στις περιπτώσεις διοικητικών διαφορών που δεν είναι ισοδύναμες με κατηγορίες ποινικής φύσεως, η επίκληση της αρχής της δικονομικής ισότητας με την επεκτατική εφαρμογή της διάταξης του αρ. 5 παρ. 2 ΚΔΔ μάλλον περιττεύει, αφού στο ίδιο ακριβώς αποτέλεσμα οδηγούμαστε με την εφαρμογή του τεκμηρίου αθωότητας, όπως ήδη δέχθηκε ρητώς το ΕΔΔΑ στην υπόθεση Σταυρόπουλος, ό.π.

Δεδομένης της πάγιας αντίθετης νομολογίας του Ανώτατου Ακυρωτικού Δικαστηρίου, αλλά και των ρωγμών που παρουσιάζονται σε αυτήν το τελευταίο διάστημα, αναμένεται με ενδιαφέρον η απόφαση της επταμελούς σύνθεσης του Β΄ Τμήματος, χωρίς να αποκλείεται και περαιτέρω παραπομπή στην Ολομέλεια είτε βάσει του αρ. 100 παρ. 5, αν προκριθεί η εκδοχή της αντίθεσης με τη συνταγματική αρχή της δικονομικής ισότητας, είτε λόγω μείζονος σπουδαιότητας σε άλλη περίπτωση.

Στέργιος Κοφίνης

Υπ.ΔΝ, Υπότροφος Κοινωφελούς Ιδρύματος “Αλέξανδρος Σ. Ωνάσης”

Συνταγματικότητα επιβολής διδάκτρων σε μεταπτυχιακά προγράμματα

ΣτΕ 2714/2010

Συνταγματικότητα επιβολής διδάκτρων σε μεταπτυχιακά προγράμματα
Πρόεδρος: : Γ. Σταυρόπουλος, Αντιπρόεδρος
Εισηγητής: Δ. Μακρής, Πάρεδρος
[…]
2. Επειδή με την κρινόμενη αίτηση ζητείται η ακύρωση της 24528/Β7/11.5.2009 αποφάσεως του Υφυπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων κατά το μέρος που με αυτήν ορίσθηκε στο άρθρο 11 ότι καλύπτεται και από δίδακτρα το κόστος λειτουργίας του εγκρινόμενου με την ίδια απόφαση προγράμματος μεταπτυχιακών σπουδών του Τμήματος Κοινωνικής Διοίκησης του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης με τίτλο «Κοινωνική Πολιτική και Κοινωνική Εργασία» για το ακαδημαϊκό έτος 2009-2010 (φ. Β΄ 990/26.5.2009).
3. Επειδή η υπόθεση εισάγεται προς συζήτηση στην επταμελή σύνθεση του Τμήματος με πράξη του Προέδρου του λόγω της σπουδαιότητάς της.
4. Επειδή ο αιτών ασκεί την κρινόμενη αίτηση με έννομο συμφέρον δεδομένου ότι είναι αναπληρωτής καθηγητής του Τμήματος Κοινωνικής Διοίκησης του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης, ο οποίος μειοψήφησε κατά την λήψη της 27/21.1.2009 αποφάσεως της γενικής συνελεύσεως ειδικής συνθέσεως (ΓΣΕΣ) του εν λόγω Τμήματος σχετικά με την έγκριση λειτουργίας του αναφερθέντος μεταπτυχιακού προγράμματος σπουδών ως προς επίδικο ζήτημα της καλύψεως του κόστους λειτουργίας του από δίδακτρα.
5. Επειδή το Σύνταγμα ορίζει στο άρθρο 16 τα εξής: «1. … 4. Όλοι οι Έλληνες έχουν δικαίωμα δωρεάν παιδείας, σε όλες τις βαθμίδες της, στα κρατικά εκπαιδευτήρια. Το Κράτος ενισχύει τους σπουδαστές που διακρίνονται, καθώς και αυτούς που έχουν ανάγκη από βοήθεια ή ειδική προστασία, ανάλογα με τις ικανότητές τους. 5. H ανώτατη εκπαίδευση παρέχεται αποκλειστικά από ιδρύματα που αποτελούν νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου με πλήρη αυτοδιοίκηση. Τα ιδρύματα αυτά τελούν υπό την εποπτεία του Κράτους, έχουν δικαίωμα να ενισχύονται οικονομικά από αυτό και λειτουργούν σύμφωνα με τους νόμους που αφορούν τους οργανισμούς τους. Συγχώνευση ή κατάτμηση ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων μπορεί να γίνει και κατά παρέκκλιση από κάθε αντίθετη διάταξη, όπως νόμος ορίζει. … 6. Οι καθηγητές των ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων είναι δημόσιοι λειτουργοί. Το υπόλοιπο διδακτικό προσωπικό τους επιτελεί επίσης δημόσιο λειτούργημα, με τις προϋποθέσεις που νόμος ορίζει. Τα σχετικά με την κατάσταση όλων αυτών των προσώπων καθορίζονται από τους οργανισμούς των οικείων ιδρυμάτων. … ». Περαιτέρω στο άρθρο 13 του διεθνούς συμφώνου για τα οικονομικά, κοινωνικά και μορφωτικά δικαιώματα που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του Ν. 1532/1985 (φ. 45) ορίζεται ότι: «1. Τα συμβαλλόμενα κράτη αναγνωρίζουν το δικαίωμα μορφώσεως κάθε προσώπου. Συμφωνούν ότι η μόρφωση, πρέπει να αποβλέπει στην πλήρη ανάπτυξη της ανθρώπινης προσωπικότητας και του αισθήματος της αξιοπρέπειας της και να ενισχύει το σεβασμό προς τα ανθρώπινα δικαιώματα και τις θεμελιώδεις ελευθερίες. Συμφωνούν ακόμη ότι η μόρφωση πρέπει να καθιστά κάθε πρόσωπο ικανό να διαδραματίσει ένα χρήσιμο ρόλο σε μια ελεύθερη κοινωνία, να ευνοεί την κατανόηση, την ανοχή και φιλία μεταξύ όλων των εθνών και όλων των φυλετικών ομάδων, των εθνικών ή θρησκευτικών και να ενθαρρύνει την ανάπτυξη της δραστηριότητας των Ηνωμένων Εθνών για τη διατήρηση της ειρήνης. 2. Τα συμβαλλόμενα κράτη αναγνωρίζουν ότι προς το σκοπό εξασφαλίσεως της πλήρους άσκησης του δικαιώματος αυτού: α) Η βασική εκπαίδευση πρέπει να είναι υποχρεωτική και να παρέχεται σε όλους δωρεάν. β) Η μέση εκπαίδευση, με τις διάφορες μορφές της, στην οποία περιλαμβάνεται και η τεχνική και επαγγελματική εκπαίδευση πρέπει να γενικεύεται, ώστε να καθίσταται ευχερής σε όλους με όλα τα κατάλληλα μέσα και μάλιστα με την προοδευτική θέσπιση της δωρεάν παιδείας. γ) Η ανώτατη εκπαίδευση πρέπει να παρέχεται σε όλους ισότιμα ανάλογα με τις ικανότητες καθενός, με όλα τα κατάλληλα μέσα και μάλιστα με την προοδευτική θέσπιση της δωρεάν παιδείας. δ) Η στοιχειώδης εκπαίδευση πρέπει να προάγεται ή να εντείνεται κατά το μέτρο του δυνατού γι αυτούς που δεν έχουν λάβει βασική εκπαίδευση ή δεν την έχουν συμπληρώσει. ε) Πρέπει να επιδιωχθεί ενεργά η ανάπτυξη συστήματος σχολείων για όλες τις βαθμίδες, να δημιουργηθεί επαρκές σύστημα υποτροφιών και να βελτιωθεί κατά τρόπο μόνιμο η οικονομική κατάσταση του διδακτικού προσωπικού. 3. … ».
6. Επειδή πριν από την θέσπιση του ισχύοντος Συντάγματος ο Ν. 5343/1932 «περί οργανισμού του Πανεπιστημίου Αθηνών» (φ. 85) προέβλεπε στο άρθρο 11 ότι οι σχολές του Πανεπιστημίου απονέμουν πτυχία και διδακτορικά διπλώματα, ενώ με το Π.Δ. 359/1973 (φ. 264) ορίσθηκε στο άρθρο 1 ότι: «1. Ιδρύονται παρά τη Ανωτάτη Σχολή Οικονομικών και Εμπορικών Επιστημών δύο Τμήματα Μεταπτυχιακών Σπουδών: α) Οικονομικόν, και β) Διοικήσεως Επιχειρήσεων. 2. Σκοπός των Τμημάτων τούτων είναι η επί μεταπτυχιακού επιπέδου ειδίκευσις πτυχιούχων Ανωτάτων Σχολών εις τους βασικούς τομείς της Οικονομικής Επιστήμης και της Διοικήσεως Επιχειρήσεων, προς δημιουργίαν ανωτέρων στελεχών προς κάλυψιν των αναγκών των Ανωτάτων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων, της Δημοσίας Διοικήσεως και της Ιδιωτικής Οικονομίας», στο άρθρο 2 ότι: «Έκαστον των ως άνω Τμημάτων περιλαμβάνει δύο βαθμίδας εκπαιδεύσεως: 1η βαθμίς: Πρόγραμμα Εξειδικευμένων Μεταπτυχιακών Σπουδών. 2α βαθμίς: Πρόγραμμα Διδακτορικών Σπουδών» (οι διατάξεις του τελευταίου άρθρου που αφορούν στην απονομή διδακτορικού διπλώματος καταργήθηκαν με το άρθρο μόνο του Π.Δ. 521/1975, φ. 171) και στο άρθρο 14 ότι: «Προς αντιμετώπισιν των πάσης φύσεως δαπανών λειτουργίας των Τμημάτων Μεταπτυχιακών Σπουδών εγγράφεται κατ’ έτος ανάλογος πίστωσις εις τον προϋπολογισμόν εξόδων της Ανωτάτης Σχολής Οικονομικών και Εμπορικών Επιστημών, υπό ιδίους Κωδικούς αριθμούς, αυξανομένης κατά το ποσόν των δαπανών των Τμημάτων Μεταπτυχιακών Σπουδών της προς την ανωτέρω Σχολήν παρεχομένης κρατικής επιχορηγήσεως». Στην συνέχεια μετά την θέσπιση του Συντάγματος του έτους 1975, ο Ν. 1566/1985 (φ. 167) όρισε στο άρθρο 81 τα εξής: «Α. Μεταπτυχιακές σπουδές: 1. Σε κάθε τμήμα μπορεί να λειτουργεί με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων μεταπτυχιακό πρόγραμμα σπουδών που θα περιέχει επιμέρους ειδικεύσεις. Η απόφαση εκδίδεται μετά από εισήγηση του τμήματος και ύστερα από γνώμη της συγκλήτου και του Σ.Α.Π. Κάθε μεταπτυχιακό πρόγραμμα σπουδών οδηγεί σε μεταπτυχιακό δίπλωμα ειδίκευσης. 2. … 5. Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται ύστερα από πρόταση του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων και του τυχόν συναρμόδιου υπουργού και μετά από γνώμη του Σ.Α.Π. και των συγκλήτων των Α.Ε.Ι., καθορίζονται ανάλογα και με τις ιδιαίτερες ανάγκες κάθε επιστημονικού κλάδου: α) … ια) Τα σχετικά με τη χρηματοδότηση των μεταπτυχιακών προγραμμάτων σπουδών, την αξιοποίηση πόρων, τόσο του δημόσιου όσο και του ιδιωτικού τομέα και τους όρους και προϋποθέσεις για την αξιοποίηση αυτή, την κατάρτιση του προϋπολογισμού μεταπτυχιακών σπουδών και έρευνας κάθε Α.Ε.Ι. 6. … 7. Οι μεταπτυχιακοί φοιτητές έχουν όλα τα προνόμια και τις διευκολύνσεις των προπτυχιακών φοιτητών. 8. … Β. Διδακτορικά διπλώματα. 1. Κάθε τμήμα απονέμει διδακτορικό δίπλωμα. … 2. Η διαδικασία προπαρασκευής και απόκτησης διδακτορικού διπλώματος αποτελεί τη δεύτερη φάση του μεταπτυχιακού προγράμματος σπουδών. 3. … 5. Οι υποψήφιοι διδάκτορες είναι μεταπτυχιακοί φοιτητές σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος. 6. Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται ύστερα από πρόταση του αρμόδιου υπουργού και μετά από γνώμη του Σ.Α.Π. και των συγκλήτων των Α.Ε.Ι., καθορίζονται ανάλογα και με τις ιδιαίτερες ανάγκες κάθε επιστημονικού κλάδου: α) Οι προϋποθέσεις και τα κριτήρια εγγραφής των υποψήφιων διδακτόρων, β) … ». Ακολούθησε ο Ν. 2083/1992 (φ. 159) ο οποίος όρισε στο άρθρο 10 ότι: «1. Τα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα έχουν την κύρια ευθύνη της οργάνωσης και λειτουργίας προγραμμάτων μεταπτυχιακών σπουδών (Π.Μ.Σ.), τα οποία έχουν επιστημονική ενότητα και πληρούν προϋποθέσεις, που εγγυώνται υψηλό επίπεδο σπουδών. 2. Τα Π.Μ.Σ. βρίσκονται μέσα στο πλαίσιο των σκοπών και των στόχων των Α.Ε.Ι., αναφέρονται σε συγγενείς ειδικότητες και αποσκοπούν στην προαγωγή της επιστημονικής γνώσης και στην ικανοποίηση των εκπαιδευτικών, ερευνητικών και αναπτυξιακών αναγκών της χώρας. … » και στο άρθρο 12 ότι: «1. … 7. Με γνώμη της Γ.Σ.Ε.Σ. ενός τμήματος και απόφαση της Συγκλήτου του οικείου Α.Ε.Ι. μπορεί να προβλέπεται η καταβολή διδάκτρων για τους μεταπτυχιακούς φοιτητές συγκεκριμένου προγράμματος. 8. … ». Τέλος ο Ν. 3685/2008 (φ. 148) σύμφωνα με την αιτιολογική του έκθεση, εν όψει της ανάγκης να προσαρμοσθεί το θεσμικό πλαίσιο για τις μεταπτυχιακές σπουδές και την πανεπιστημιακή έρευνα που θεσπίσθηκε με τον Ν. 2083/1992 στα νέα εκπαιδευτικά δεδομένα της εποχής και να παρακολουθεί τις ευρωπαϊκές εξελίξεις στην ανώτατη εκπαίδευση και τις νέες διαμορφούμενες διεθνώς συνθήκες και προοπτικές, οργάνωσε τις μεταπτυχιακές σπουδές με τρόπο σύγχρονο προς τον σκοπό της ευελιξίας της οργανώσεως και λειτουργίας των προγραμμάτων μεταπτυχιακών σπουδών και της περαιτέρω αναπτύξεως και αναβαθμίσεως των μεταπτυχιακών σπουδών στην Χώρα. Ειδικότερα ο Ν. 3685/2008 όρισε στο άρθρο 1 ότι: «1. Τα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα (Α.Ε.Ι.) κατά την έννοια του άρθρου 2 του ν. 3549/2007 (ΦΕΚ 69 Α΄) έχουν την ευθύνη για το σχεδιασμό και την οργάνωση των μεταπτυχιακών σπουδών στην Ελλάδα και χορηγούν Μεταπτυχιακά Διπλώματα Ειδίκευσης (Μ.Δ.Ε.). Τα Πανεπιστήμια έχουν επιπλέον την αρμοδιότητα να χορηγούν Διδακτορικά Διπλώματα (Δ.Δ.). 2. Τμήματα των Α.Ε.Ι. μπορούν να οργανώνουν αυτοδύναμα ή να συνδιοργανώνουν μεταξύ τους ή με ομοταγή ιδρύματα του εξωτερικού Προγράμματα Μεταπτυχιακών Σπουδών (Π.Μ.Σ.) για τη χορήγηση Μ.Δ.Ε. Απαραίτητη προϋπόθεση για την υποβολή αιτήματος έγκρισης Π.Μ.Σ. προς το Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων είναι η συνυποβολή της έκθεσης αξιολόγησης του οικείου Τμήματος, σύμφωνα με το ν. 3374/2005 (ΦΕΚ 189 Α΄), από την οποία προκύπτει η ύπαρξη των απαραίτητων προϋποθέσεων για τη λειτουργία του Προγράμματος. 3. α) Τα Π.Μ.Σ. αποσκοπούν στην περαιτέρω προαγωγή της επιστημονικής γνώσης και των τεχνών και στην προώθηση της έρευνας με συνεκτίμηση των αναγκών ανάπτυξης της χώρας. β) … », στο άρθρο 3 ότι: «1. Τα Ιδρύματα στα οποία λειτουργούν Π.Μ.Σ. εκδίδουν Κανονισμό Μεταπτυχιακών Σπουδών, ο οποίος καταρτίζεται από … 2. … 3. Με απόφαση της Σ.Ε.Σ. του οικείου ή των οικείων Ιδρυμάτων, μετά από γνώμη της Γ.Σ.Ε.Σ. του Τμήματος ή της Ε.Δ.Ε., μπορεί να προβλέπεται η καταβολή διδάκτρων και το ύψος αυτών για τους μεταπτυχιακούς φοιτητές συγκεκριμένου προγράμματος», στο άρθρο 6 ότι: «1. α) Τα Π.Μ.Σ. καταρτίζονται από τη Γ.Σ.Ε.Σ. του οικείου Τμήματος που διαθέτει την απαραίτητη κτιριακή-υλικοτεχνική υποδομή και το απαραίτητο διδακτικό και λοιπό προσωπικό και υποβάλλονται για έγκριση στη Σ.Ε.Σ. του Ιδρύματος. β) Στο Π.Μ.Σ. μπορεί να μετέχουν περισσότερα του ενός Τμήματα του ίδιου ή άλλων Α.Ε.Ι. ή αναγνωρισμένα ερευνητικά Ιδρύματα της ημεδαπής. … γ) Κάθε Π.Μ.Σ. καταλήγει στην απονομή Μ.Δ.Ε. και διαρκεί τουλάχιστον ένα πλήρες ημερολογιακό έτος. … 2. Το Σχέδιο Π.Μ.Σ. περιλαμβάνει τουλάχιστον τα εξής στοιχεία που εξετάζονται από τη Σ.Ε.Σ.: α) … στ) Τον αριθμό των μεταπτυχιακών φοιτητών, τις δυνατότητες και τις ανάγκες του οικείου Τμήματος σε προσωπικό και υλικοτεχνική υποδομή για την απρόσκοπτη λειτουργία του προγράμματος. ζ) Τη χρονική διάρκεια λειτουργίας του Π.Μ.Σ. και αναλυτικά το κόστος της αναγκαίας υλικοτεχνικής υποδομής, της λειτουργίας και τις πηγές χρηματοδότησής του. η) Την έκθεση αξιολόγησης σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 1 του παρόντος νόμου. 3. Η τελική έγκριση του Π.Μ.Σ. γίνεται με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Μόνο επί των στοιχείων στ΄, ζ΄ και η΄ του προγράμματος ασκεί ο Υπουργός Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων ουσιαστικό έλεγχο. Με πρόταση της Γ.Σ.Ε.Σ. του Τμήματος και έγκριση της Σ.Ε.Σ. μπορεί να γίνεται τροποποίηση του προγράμματος των μαθημάτων και ανακατανομή μεταξύ των εξαμήνων. 4. Το Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων χρηματοδοτεί κατά προτεραιότητα Π.Μ.Σ., τα οποία εντάσσονται στο πλαίσιο επιστημονικών τομέων προτεραιότητας, που έχουν καθορισθεί με αποφάσεις του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, για την προώθηση θεμάτων εθνικού ενδιαφέροντος ή στρατηγικής σημασίας, την προστασία του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος, την ενίσχυση των ανθρωπιστικών σπουδών, την ικανοποίηση κοινωνικών και οικονομικών αναγκών ή άλλων λόγων εθνικών προτεραιοτήτων. Με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων καθορίζονται επίσης εκάστοτε η διαδικασία, οι όροι και οι προϋποθέσεις χορήγησης κάθε επί μέρους χρηματοδότησης» και στο άρθρο 8 ότι: «1. α) Πόροι των Π.Μ.Σ. μπορεί να είναι δωρεές, παροχές, κληροδοτήματα, χορηγίες φορέων του δημοσίου ή ιδιωτικού τομέα γενικά, νομικών ή φυσικών προσώπων ή πόροι από ερευνητικά προγράμματα, κοινοτικά προγράμματα, επιχορηγήσεις του κρατικού προϋπολογισμού και δίδακτρα. β) Τα Π.Μ.Σ. δικαιούνται χρηματοδότησης από τον τακτικό προϋπολογισμό σύμφωνα με την υπουργική απόφαση έγκρισής τους, η οποία καθορίζει τους όρους και τις προϋποθέσεις χρηματοδότησής τους βάσει κριτηρίων ποιότητας και των αποτελεσμάτων της αξιολόγησης του οικείου Τμήματος σύμφωνα με το ν. 3374/2005 και του καθενός Π.Μ.Σ. σύμφωνα με το άρθρο 3 του παρόντος νόμου. 2. Η διαχείριση των εσόδων των Π.Μ.Σ. γίνεται από τον Ειδικό Λογαριασμό Κονδυλίων Έρευνας (Ε.Λ.Κ.Ε.) και κατανέμονται ως εξής: α) 65% για λειτουργικά έξοδα του προγράμματος και για αμοιβές – αποζημιώσεις του διδακτικού, τεχνικού και διοικητικού προσωπικού για εργασία που υπερβαίνει τις κατά νόμο υποχρεώσεις τους, καθώς και για τη χορήγηση υποτροφιών σε μεταπτυχιακούς φοιτητές μετά από πρόταση της Γ.Σ.Ε.Σ. ή της Ε.Δ.Ε. β) 25% για κάλυψη λειτουργικών εξόδων του ιδρύματος που αφορούν το Π.Μ.Σ. και γ) 10% κρατήσεις υπέρ του Ε.Λ.Κ.Ε. Η ανωτέρω κατανομή δεν ισχύει στην περίπτωση χορηγίας ή δωρεάς για συγκεκριμένο σκοπό, καθώς και για κρατικές επιχορηγήσεις, οι οποίες κατανέμονται σύμφωνα με τις ισχύουσες σχετικές διατάξεις. 3. Ο Διευθυντής του Π.Μ.Σ. είναι αρμόδιος για τη σύνταξη του προϋπολογισμού και απολογισμού του Προγράμματος, τους οποίους υποβάλλει στη Γ.Σ.Ε.Σ., την παρακολούθηση της εκτέλεσης του προϋπολογισμού και την έκδοση των εντολών πληρωμής των σχετικών δαπανών» και στο άρθρο 9 ότι: «1. α) Ο υποψήφιος που ενδιαφέρεται για την εκπόνηση διδακτορικής διατριβής υποβάλλει σχετική αίτηση στη Γραμματεία του Τμήματος, στο οποίο ενδιαφέρεται να εκπονήσει τη διδακτορική διατριβή, προσδιορίζοντας σε γενικές γραμμές το αντικείμενό της. Η Γ.Σ.Ε.Σ. του Τμήματος εξετάζει αν ο υποψήφιος πληροί τις προϋποθέσεις για την εκπόνηση διδακτορικής διατριβής με βάση τα κριτήρια που έχουν τεθεί σύμφωνα με τον Κανονισμό Μεταπτυχιακών Σπουδών. β) Δικαίωμα υποβολής αίτησης για την εκπόνηση διδακτορικής διατριβής έχουν κάτοχοι Μ.Δ.Ε. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις που προβλέπονται από τον Κανονισμό Μεταπτυχιακών Σπουδών και μετά από αιτιολογημένη απόφαση της Γ.Σ.Ε.Σ. μπορεί να γίνει δεκτός ως υποψήφιος διδάκτορας και μη κάτοχος Μ.Δ.Ε. Πτυχιούχοι Τ.Ε.Ι., Α.Σ.ΠΑΙ.Τ.Ε. ή ισότιμων σχολών μπορούν να γίνουν δεκτοί ως υποψήφιοι διδάκτορες μόνο, εφόσον είναι κάτοχοι Μ.Δ.Ε. 2. … 5. α) Οι μεταπτυχιακοί φοιτητές για απόκτηση Μ.Δ.Ε. και οι υποψήφιοι διδάκτορες που δεν έχουν υγειονομική κάλυψη δικαιούνται υγειονομικής και νοσοκομειακής περίθαλψης, όπως ισχύει και για τους προπτυχιακούς φοιτητές. β) Οι διατάξεις του άρθρου 13 του ν. 2640/1998 (ΦΕΚ 206 Α΄) εφαρμόζονται αναλόγως και στους μεταπτυχιακούς φοιτητές για απόκτηση Μ.Δ.Ε. ή υποψήφιους διδάκτορες, σε περίπτωση που πραγματοποιούν πρακτική άσκηση σύμφωνα με το πρόγραμμα σπουδών τους. γ) Για τους μεταπτυχιακούς φοιτητές και υποψήφιους διδάκτορες εφαρμόζονται οι διατάξεις της παραγράφου 8 του άρθρου 43 του ν. 2413/1996 (ΦΕΚ 124 Α΄) για τη χορήγηση φοιτητικών δανείων» και στην παράγραφο 2 του άρθρου 12 ότι: «Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 4 του ν. 3187/2003 (ΦΕΚ 233 Α΄), όπως αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 3 του ν. 3413/2005 (ΦΕΚ 278 Α΄), από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου καταργούνται οι διατάξεις των άρθρων 10, 11, 12, 13, 14 παρ. 1 και 17 του ν. 2083/1992, όπως ίσχυαν, το άρθρο 23 του ν. 3404/ 2005, καθώς και κάθε άλλη γενική ή ειδική διάταξη που είναι αντίθετη στις διατάξεις του παρόντος νόμου ή αφορά σε θέματα που ρυθμίζονται διαφορετικά από αυτόν».
7. Επειδή κατά την γνώμη που επικράτησε στο Τμήμα, σύμφωνα με τις αναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος, το δικαίωμα παροχής δωρεάν παιδείας από τα κρατικά εκπαιδευτήρια της ανώτατης βαθμίδας έχει πεδίο εφαρμογής μόνον στο προπτυχιακό πρόγραμμα σπουδών που ολοκληρώνεται με την χορήγηση σχετικού πτυχίου, που συνιστά την βασική αποστολή όλων των ανωτάτων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων. Το συνταγματικό δικαίωμα παροχής δωρεάν παιδείας δεν περιλαμβάνει την φοίτηση στα μεταπτυχιακά προγράμματα σπουδών που ολοκληρώνονται με την χορήγηση μεταπτυχιακού διπλώματος ειδικεύσεως ούτε την διαδικασία εκπονήσεως διδακτορικής διατριβής που καταλήγει στην απόκτηση διδακτορικού διπλώματος. Και τούτο γιατί το εν λόγω κοινωνικό δικαίωμα δωρεάν παιδείας όσον αφορά τα κρατικά εκπαιδευτήρια της ανώτατης βαθμίδας καλύπτει μόνον την βασική αποστολή τους όπως αυτή έχει ιστορικά διαμορφωθεί, δηλαδή την απόκτηση από τους φοιτητές των γνώσεων που χρειάζονται για να αξιοποιήσουν και να καλλιεργήσουν επιστημονικά και επαγγελματικά το γνωστικό αντικείμενο των σπουδών τους. Η περαιτέρω προαγωγή της επιστημονικής γνώσεως και προώθηση της έρευνας με τις μεταπτυχιακές σπουδές στα εν λόγω ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα είναι εκτός της κύριας αποστολής τους και άρα δεν αποτελούν αντικείμενο του κοινωνικού δικαιώματος της δωρεάν παιδείας που κατοχυρώνει το Σύνταγμα. Άλλωστε ο κοινός νομοθέτης εκδηλώνει την σχετική κοινωνική μέριμνά του με την πρόβλεψη χορηγήσεως υποτροφιών σε μεταπτυχιακούς φοιτητές από τους πόρους των προγραμμάτων μεταπτυχιακών σπουδών και την θέσπιση της δυνατότητας υγειονομικής και νοσοκομειακής περιθάλψεως όσων δεν έχουν υγειονομική κάλυψη και της χορηγήσεως φοιτητικών δανείων. Κατά συνέπεια δεν προσκρούει στις αναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος η πρόβλεψη της δυνατότητας καταβολής διδάκτρων εκ μέρους των μεταπτυχιακών φοιτητών, τα οποία συγκαταλέγονται στους πόρους των μεταπτυχιακών προγραμμάτων, οι οποίοι χρησιμοποιούνται μεταξύ άλλων για τα λειτουργικά έξοδα του προγράμματος ή του ιδρύματος και για αμοιβές – αποζημιώσεις του διδακτικού, τεχνικού και διοικητικού προσωπικού για εργασία που υπερβαίνει τις κατά νόμο υποχρεώσεις του. Εν όψει τούτων δεν είναι αντίθετες προς το Σύνταγμα οι αναφερθείσες σχετικές διατάξεις του άρθρου 3 παράγραφος 3 και του άρθρου 8 του Ν. 3685/2008 με βάση τις οποίες η προσβαλλομένη υπουργική απόφαση όρισε ότι το κόστος λειτουργίας του επίδικου προγράμματος μεταπτυχιακών σπουδών καλύπτεται μεταξύ άλλων από δίδακτρα, είναι δε αβάσιμα όλα τα περί του αντιθέτου προβαλλόμενα από τον αιτούντα. Κατά την γνώμη όμως της μειοψηφίας που υποστήριξαν ο Πρόεδρος του Τμήματος Γ. Σταυρόπουλος, η Σύμβουλος Β. Καμπίτση και οι Πάρεδροι Δ. Μακρής και Σ. Κωνσταντίνου, από τις αναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος συνάγεται ότι ο συνταγματικός νομοθέτης αναθέτει την αποστολή της παιδείας ευθέως στο Κράτος και κατοχυρώνει σε όλους τους Έλληνες το δικαίωμα δωρεάν παιδείας, σε όλες τις βαθμίδες των κρατικών εκπαιδευτηρίων χωρίς καμμία διάκριση. Το συνταγματικό δικαίωμα της δωρεάν παιδείας είναι διάφορο από την υποχρέωση του Κράτους να ενισχύει τους σπουδαστές που διακρίνονται, καθώς και αυτούς που έχουν ανάγκη από βοήθεια ή ειδική προστασία, ανάλογα με τις ικανότητές τους. Άλλωστε η εκ μέρους του Συντάγματος ανεπιφύλακτη κατοχύρωση του δικαιώματος δωρεάν παιδείας σε όλες της βαθμίδες της αποτελεί την εξέλιξη του σχετικού αρχαιότερου κοινωνικού δικαιώματος στην συνταγματική ιστορία της Χώρας. Περαιτέρω με το Σύνταγμα κατοχυρώνεται η ανάπτυξη της ανώτατης παιδείας ως θεμελιώδης σκοπός της Πολιτείας που αποβλέπει στην προαγωγή και μετάδοση της επιστημονικής γνώσεως, με την έρευνα και την διδασκαλία και καθορίζονται οι βασικές προϋποθέσεις και αρχές που διέπουν την παροχή της. Ειδικότερα η παροχή της ανώτατης εκπαιδεύσεως ανατίθεται αποκλειστικά σε ιδρυματικού χαρακτήρα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου και σε καθηγητές που έχουν την ιδιότητα του δημόσιου λειτουργού και που υπάγονται στην αρχή της ακαδημαϊκής ελευθερίας που εγγυάται την αδέσμευτη επιστημονική σκέψη, έρευνα και διδασκαλία, οι οποίες αναπτύσσονται με κανόνες που θεσπίζει το Κράτος, το οποίο ασκεί εποπτεία επί των πράξεών τους και με οικονομικά μέσα που παρέχει το ίδιο για την πραγματοποίηση των σκοπών τους (βλ. ΣτΕ 2811/1984 Ολομέλεια). Η κατοχύρωση του δικαιώματος δωρεάν παιδείας και η πρόβλεψη της παροχής από το Κράτος των αναγκαίων οικονομικών μέσων για την πραγματοποίηση των σκοπών τους δεν καλύπτει μόνον προγράμματα σπουδών ορισμένου επιπέδου ή περιεχομένου και δεν περιορίζεται στα υφιστάμενα κατά τον χρόνο θεσπίσεως του Συντάγματος προγράμματα εκπαιδεύσεως που αντιστοιχούν σε ορισμένα μόνον πτυχία, ειδικότερα δε δεν αφορά την παροχή παιδείας από τα πανεπιστήμια μόνον για τα προπτυχιακά προγράμματα σπουδών που ολοκληρώνεται με την χορήγηση σχετικού πτυχίου που υπήρχαν κατά τον χρόνο θεσπίσεώς του, αλλά αφορά όλα εκείνα τα προγράμματα σπουδών που ο νομοθέτης εκάστοτε αναθέτει σε αυτά και προσιδιάζουν στην αποστολή τους κατά τις απαιτήσεις της τριτοβάθμιας εκπαιδεύσεως στην Ελλάδα και την Ευρωπαϊκή Ένωση και σύμφωνα και με τις διεθνείς υποχρεώσεις της και εν όψει των εκάστοτε κρατουσών οικονομικών και κοινωνικών συνθηκών. Τα αναφερθέντα χαρακτηριστικά γνωρίσματα, κατά το Σύνταγμα, των πανεπιστημιακών ιδρυμάτων και των καθηγητών τους συνδέονται αρρήκτως με την δωρεάν παροχή παιδείας σε όλους μέσω των προγραμμάτων σπουδών που προβλέπει ο νομοθέτης και που συνιστούν την αποστολή τους. Το κατοχυρούμενο από το Σύνταγμα δικαίωμα δωρεάν παιδείας δεν μπορεί να περιορισθεί σε ορισμένο μόνον βασικό επίπεδο σπουδών χωρίς να θίγεται το περιεχόμενο και το αντικείμενο της ακαδημαϊκής ελευθερίας. Οι προσφερόμενες άλλωστε υπηρεσίες παιδείας από τα εν λόγω ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα που διέπονται από τις αναφερθείσες αρχές δεν είναι επιτρεπτό από το Σύνταγμα να έχουν ως προϋπόθεση την καταβολή χρηματικού ποσού εκ μέρους των φοιτητών. Το Σύνταγμα, κατά την έννοια του, αποκλείει την ύπαρξη οικονομικής σχέσεως μεταξύ των καθηγητών των ανωτάτων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων που είναι δημόσιοι λειτουργοί και των φοιτητών σε οποιοδήποτε επίπεδο σπουδών που εντάσσεται στην αποστολή τους και, κατά συνέπεια, είναι αντίθετη προς αυτό η πρόβλεψη καταβολής από τους φοιτητές διδάκτρων για την διδασκαλία και παροχή παιδείας στο πλαίσιο μεταπτυχιακών προγραμμάτων σπουδών και μάλιστα όταν σημαντικό τμήμα των διδάκτρων αυτών διατίθεται, κατά τον νόμο, για αμοιβή ή αποζημίωση του διδακτικού ερευνητικού προσωπικού. Άλλωστε, κατά τα εκτεθέντα, και πριν από την θέσπιση του Συντάγματος το έτος 1975, είχαν προβλεφθεί από τον νομοθέτη μεταπτυχιακές σπουδές στην Ελλάδα για την χορήγηση διδακτορικού διπλώματος και πτυχίου εξειδικευμένων μεταπτυχιακών σπουδών (Ν. 5343/1932 και Π.Δ. 359/1973) και τούτο ήταν, βέβαια, σε γνώση του συνταγματικού νομοθέτη, ο οποίος με απόλυτο τρόπο διακηρύσσει ότι όλοι οι Έλληνες έχουν δικαίωμα δωρεάν παιδείας σε όλες τις βαθμίδες της στα κρατικά εκπαιδευτήρια. Η ευρύτερη βέβαια λειτουργία προγραμμάτων μεταπτυχιακών σπουδών στα Τμήματα των Ανωτάτων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων και η διαδικασία προπαρασκευής και αποκτήσεως διδακτορικού διπλώματος ως δεύτερης φάσεως του μεταπτυχιακού προγράμματος σπουδών προβλέφθηκε μεταγενέστερα με τον Ν. 1566/1985, χωρίς όμως ούτε και τότε να καθορίζεται ότι η χρηματοδότηση των μεταπτυχιακών προγραμμάτων διενεργείται με την καταβολή διδάκτρων. Η καταβολή διδάκτρων από τους μεταπτυχιακούς φοιτητές προβλέφθηκε με τον Ν. 2083/1992 και ήδη με τον Ν. 3685/2008. Σημειωτέον ότι σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3685/2008 που διέπουν πλέον την οργάνωση και λειτουργία των μεταπτυχιακών σπουδών, τα μεταπτυχιακά αυτά προγράμματα σπουδών εντάσσονται ρητά στην ανώτατη βαθμίδα της παιδείας που παρέχεται από τα ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα που λειτουργούν με την μορφή νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, λειτουργούν με την ευθύνη των ανωτάτων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων και έχουν ως σκοπό την περαιτέρω προαγωγή της επιστημονικής γνώσεως και των τεχνών και την προώθηση της έρευνας με συνεκτίμηση των αναγκών αναπτύξεως της Χώρας. Οι σκοποί αυτοί βρίσκονται στον πυρήνα της αποστολής των εκπαιδευτικών αυτών ιδρυμάτων και συνδέονται αρρήκτως με την ακαδημαϊκή ελευθερία και άρα οι σχετικές υπηρεσίες κατά το Σύνταγμα πρέπει να παρέχονται από αυτά δωρεάν. Εν όψει των προεκτεθέντων, κατά την μειοψηφήσασα γνώμη, οι διατάξεις του άρθρου 3 παράγραφος 3 και του άρθρου 8 του Ν. 3685/2008, σύμφωνα με τις οποίες τα δίδακτρα περιλαμβάνονται μεταξύ των πόρων των προγραμμάτων μεταπτυχιακών σπουδών, σημαντικό τμήμα των οποίων μάλιστα διατίθεται για αμοιβές-αποζημιώσεις του διδακτικού ερευνητικού προσωπικού, έρχονται σε αντίθεση προς το Σύνταγμα και δεν εφαρμόζονται, με συνέπεια να είναι παράνομο το αντίστοιχο προσβαλλόμενο τμήμα της υπουργικής αποφάσεως που έχει ως έρεισμα τις αναφερθείσες νομοθετικές διατάξεις, κατά τα βασίμως προβαλλόμενα με τον μοναδικό λόγο ακυρώσεως.
8. Επειδή εν όψει της σπουδαιότητας του αναφερθέντος ζητήματος το Τμήμα κρίνει ότι η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί για επίλυση στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου σύμφωνα με την διάταξη του εδαφίου β΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 14 του Π.Δ. 18/1989 (φ. 8) και να οριστεί ως εισηγητής ενώπιον αυτής ο Σύμβουλος Γ. Ποταμιάς.

Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Τραπεζοϋπαλλήλων

ΣτΕ (Ολ.) 2199/2010

Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Τραπεζοϋπαλλήλων

Πρόεδρος: Γ. Παναγιωτόπουλος

Εισηγητής: Δ. Μαρινάκης, Σύμβουλος
 
[…]
2. Επειδή, με την αίτηση αυτή ζητείται η ακύρωση του π.δ. 209/2006 «Καθορισμός όρων και προϋποθέσεων διαχείρισης και διεκπεραίωσης θεμάτων Ταμείων Επικουρικής Ασφάλισης προσωπικού πιστωτικών ιδρυμάτων από το Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Τραπεζοϋπαλλήλων (ΕΤΑΤ)» (ΦΕΚ Α΄ 209/5.10.2006). Το διάταγμα αυτό εκδόθηκε κατ’ επίκληση της εξουσιοδοτικής διατάξεως του άρθρου 62 παρ.6 του ν. 3371/2005. Με το εν λόγω διάταγμα καθορίσθηκαν η διαδικασία διαχείρισης και διεκπεραίωσης των πάσης φύσεως υποθέσεων των ασφαλισμένων και συνταξιούχων από το ΕΤΑΤ (άρθρο 2) και η διαδικασία απονομής ασφαλιστικών παροχών από αυτό (άρθρο 3). 

[…]

7. Επειδή, με τις διατάξεις του Κεφαλαίου Η΄ του ν. 3371/2005 «Θέματα Κεφαλαιαγοράς και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ Α΄ 178/14.7.2005) ρυθμίζονται θέματα ασφάλισης του προσωπικού των πιστωτικών ιδρυμάτων. Ειδικότερα, με το άρθρο 57 του αυτού Ν. 3371/2005 προβλέφθηκε η υπαγωγή του προσωπικού των πιστωτικών ιδρυμάτων στο Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων – Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Μισθωτών (ΙΚΑ-ΕΤΑΜ) μέχρι 31.12.2005, εφόσον μέχρι την ημερομηνία αυτή τα ταμεία επικουρικής ασφαλίσεως του προσωπικού των πιστωτικών ιδρυμάτων του ν. 2076/1992 θα έχουν ενταχθεί στην ασφάλιση του Ενιαίου Ταμείου Ασφάλισης Τραπεζοϋπαλλήλων (ΕΤΑΤ). Η προθεσμία αυτή παρατάθηκε μέχρι της 31.3.2006 (άρθρο 21 του Ν.3429/2005 – ΦΕΚ Α΄ 314). Με το άρθρο 58 του ίδιου Ν. 3371/2005 προβλέφθηκε η υποχρεωτική και αυτοδίκαιη υπαγωγή των προσλαμβανομένων στα πιστωτικά ιδρύματα από 1.1.2005 στην επικουρική ασφάλιση του Ενιαίου Ταμείου Επικουρικής Ασφαλίσεως Μισθωτών (ΕΤΕΑΜ). Προβλέφθηκε, επίσης, η υπαγωγή στην υποχρεωτική ασφάλιση του αυτού Ταμείου των ασφαλισμένων και συνταξιούχων των ταμείων επικουρικής ασφαλίσεως των ανωτέρω πιστωτικών ιδρυμάτων μετά τη διάλυσή τους, σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται από τις κείμενες διατάξεις και τα καταστατικά των ταμείων. Ο χρόνος ασφαλίσεως που πραγματοποιήθηκε στα ταμεία λογίζεται ότι πραγματοποιήθηκε στο ΕΤΕΑΜ (παρ. 3). Ό,τι σχετίζεται με εισφορές, προϋποθέσεις συνταξιοδοτήσεως, καθορισμό επικουρικών συντάξεων και ανακαθορισμό αυτών διέπονται από τη νομοθεσία του ΕΤΕΑΜ (παρ. 2-7). Το άρθρο 59 του αυτού Ν. 3371/2005 ρυθμίζει την οικονομική κάλυψη της επιβαρύνσεως του ΕΤΕΑΜ μετά από ειδική οικονομική μελέτη. Με το άρθρο 60 του ίδιου Ν. 3371/2005 ιδρύεται το Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Μισθωτών (ΕΤΑΤ), το οποίο είναι νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, τελεί υπό την εποπτεία του Υπουργού Κοινωνικών Ασφαλίσεων και έχει έδρα την Αθήνα. Κατά το άρθρο 61 του Ν. 3371/2005 σκοπός του ΕΤΑΤ είναι: α) η καταβολή της διαφοράς των ποσών των συντάξεων που προκύπτουν από τον υπολογισμό της συντάξεως με βάση τις καταστατικές διατάξεις του ΕΤΕΑΜ και τις καταστατικές διατάξεις των ταμείων του προσωπικού των πιστωτικών ιδρυμάτων για όσους έχουν ασφαλισθεί σε αυτά μέχρι 31.12.1992, β) η καταβολή των ποσών που αντιστοιχούν σε συστήματα προσυνταξιοδοτήσεως που χορηγούνται στους μέχρι 31.12.1992 ασφαλισμένους μέχρι τη συμπλήρωση των προϋποθέσεων που απαιτούνται για τη συνταξιοδότηση από το ΙΚΑ – ΕΤΑΜ και το ΕΤΕΑΜ, γ) η καταβολή πρόσθετης συνταξιοδοτικής παροχής για τους ασφαλισμένους στα εν λόγω ταμεία για το χρονικό διάστημα από 1.1.1993 μέχρι την υπαγωγή τους στο ΕΤΑΤ, για το οποίο έχουν καταβάλει πρόσθετες ασφαλιστικές εισφορές από εκείνες που προβλέπονται για το ΕΤΕΑΜ, δ) η είσπραξη εισφορών εργαζομένων και εργοδότη, ε) η απονομή των συντάξεων που δικαιούται το προσωπικό των πιστωτικών ιδρυμάτων από το ΕΤΑΤ, στ) η λειτουργία ως φορέα σύνδεσης και διαμεσολάβησης μεταξύ του προσωπικού των πιστωτικών ιδρυμάτων, του ΕΤΑΤ, του ΙΚΑ – ΕΤΑΜ και του ΕΤΕΑΜ και ζ) (περίπτωση, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 26 παρ. 2 του ν. 3455/2006 – ΦΕΚ Α΄ 84) η παροχή συντάξεων που προκύπτουν από καταστατικές διατάξεις δευτερεύοντος ταμείου. Στην περίπτωση αυτή, το προσωπικό του πιστωτικού ιδρύματος υπάγεται στο ΕΤΑΤ για τη δευτερεύουσα αυτή επικουρική ασφάλιση και εξαιρείται από την ασφάλιση στο ΕΤΕΑΜ. Περαιτέρω, στο άρθρο 62 του ν. 3371/2005 ορίζονται τα εξής: «1. Στην ασφάλιση του ΕΤΑΤ υπάγονται υποχρεωτικά τα πρόσωπα που εργάζονται στα πιστωτικά ιδρύματα του ν. 2076/1992 και ασφαλίζονται για επικουρική ασφάλιση του προσωπικού τους μετά τη διάλυση τους σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται από την επόμενη παράγραφο. 2. Η υπαγωγή στο ΕΤΑΤ πραγματοποιείται μετά από αίτημα των αρμόδιων οργάνων των ενδιαφερομένων μερών, εργοδότη ή εργαζομένων, που υποβάλλεται στο Διοικητικό Συμβούλιο του ΕΤΑΤ μετά τη διάλυση των επικουρικών ταμείων …, σύμφωνα με τις διαδικασίες που προβλέπονται από τις κείμενες διατάξεις ή τα καταστατικά των οικείων ταμείων. Σε περίπτωση που στην ασφάλιση των επικουρικών ταμείων ή κλάδων ή ενώσεων προσώπων ή ειδικών λογαριασμών υπάγεται το προσωπικό περισσότερων πιστωτικών ιδρυμάτων είναι δυνατή η αποχώρηση ενός ή περισσότερων πιστωτικών ιδρυμάτων από το ταμείο προκειμένου να ενταχθούν στο ΕΤΑΤ. Το ποσό της επιβάρυνσης του πιστωτικού ιδρύματος και του ταμείου προσδιορίζεται μετά εκπόνηση ειδικής οικονομικής μελέτης. 3. Το σύνολο της κινητής και ακίνητης περιουσίας των εντασσόμενων ταμείων ή των κλάδων επικουρικής ασφάλισης αυτών περιέρχεται στο ΕΤΑΤ, χωρίς την καταβολή φόρου, τέλους ή δικαιώματος υπέρ του Δημοσίου, Ο.Τ.Α. ή άλλων προσώπων. 4. … 5. … 6. Εάν δεν αποφασισθεί η διάλυση των επικουρικών ταμείων ή των κλάδων σύνταξης των ανωτέρω ταμείων ή ενώσεων προσώπων ή ειδικών λογαριασμών με τις προβλεπόμενες διαδικασίες και προκύψουν δικαστικές αντιδικίες μεταξύ εργοδότη και εργαζομένων στο πλαίσιο των ιδιωτικών συμφωνιών που έχουν καταρτίσει, το ΕΤΑΤ, με αίτημα του αρμόδιου οργάνου του εργοδότη ή των εργαζομένων ή του ταμείου, που υποβάλλεται στο Διοικητικό του Συμβούλιο μέσα σε έναν μήνα από την έναρξη των δικαστικών διενέξεων, αναλαμβάνει τη διεκπεραίωση και διαχείριση των κάθε φύσεως υποθέσεων των ασφαλισμένων και συνταξιούχων των οικείων επικουρικών ταμείων που αφορούν ασφαλιστικά ή συνταξιοδοτικά τους ζητήματα, όπως είσπραξη εισφορών ή απονομή και καταβολή συντάξεων. Σε καμία περίπτωση στο ΕΤΑΤ δεν ανατίθενται θέματα σχετικά με δικαστικές αντιδικίες, που προκύπτουν μεταξύ εργοδότη και εργαζομένων στο πλαίσιο των ιδιωτικών συμφωνιών που έχουν καταρτίσει. Στην περίπτωση αυτή το ταμείο δεν διαλύεται ούτε θίγεται η περιουσία του. Ο εργοδότης υποχρεούται να καταβάλλει προς το ΕΤΑΤ το ποσό δαπάνης που του αναλογεί. Το ποσό της δαπάνης προσδιορίζεται μετά από ειδική οικονομική μελέτη, η οποία ανατίθεται από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών και εκπονείται μέσα σε έναν μήνα από την ανάθεση της. Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας, μετά γνώμη του Συμβουλίου Κοινωνικής Ασφάλισης (Σ.Κ.Α.), καθορίζονται οι όροι, οι προϋποθέσεις διαχείρισης και διεκπεραίωσης των θεμάτων, ο τρόπος κατανομής χρονικά του ποσού της δαπάνης που θα καταβάλλει ο εργοδότης και κάθε θέμα αναγκαίο για την εφαρμογή των διατάξεων της παραγράφου αυτής. Έως την έναρξη ισχύος του προεδρικού διατάγματος η διαχείριση και η διεκπεραίωση των υποθέσεων ασφαλισμένων και συνταξιούχων, καθώς και η είσπραξη των εισφορών πραγματοποιούνται από το οικείο ταμείο ή ένωση προσώπων ή ειδικό λογαριασμό. 7. Εάν το αρμόδιο όργανο ενός από τα μέρη του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 2 έχει υποβάλει ή υποβάλει μονομερώς αίτημα για υπαγωγή του προσωπικού του πιστωτικού ιδρύματος στο ΕΤΑΤ, το Ταμείο ζητά εγγράφως τη γνώμη του αρμόδιου οργάνου και του ετέρου μέρους. Σε περίπτωση υποβολής αρνητικής γνώμης ή γνώμης υπό επιφύλαξη, καθώς και μη υποβολής αυτής εντός μηνός από την κοινοποίηση του ανωτέρω εγγράφου, εφαρμόζονται οι διατάξεις της παραγράφου 6. Στην περίπτωση αυτή ή της υποβολής σύμφωνης γνώμης και εφόσον το αίτημα υποβληθεί έως την 30.4.2006, πληρούται η προϋπόθεση της παραγράφου 1 του άρθρου 57, της άνω καταληκτικής ημερομηνίας λαμβανομένης υπόψη μόνο για την υποβολή του αιτήματος στο ΙΚΑ και στο ΕΤΑΤ. 8. Εφεξής για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος άρθρου, οι ειδικές οικονομικές μελέτες των παραγράφων 2 και 6 καταρτίζονται πριν από την εξέταση του κατά περίπτωση αιτήματος υπαγωγής στο ΕΤΑΤ. 9. Πιστωτικό ίδρυμα, του οποίου οι μετοχές είναι εισηγμένες σε χρηματιστήριο, μπορεί κατά παρέκκλιση των οικείων διατάξεων να αποτυπώσει στις τριμηνιαίες ή εξαμηνιαίες ή ετήσιες οικονομικές καταστάσεις του έτους 2005 το εκτιμώμενο οικονομικό αποτέλεσμα της υπαγωγής του προσωπικού στις ρυθμίσεις του κεφαλαίου αυτού. Η προθεσμία δημοσίευσης των οικονομικών καταστάσεων του πρώτου τριμήνου της οικονομικής χρήσης 2005 παρατείνεται μέχρι την 15.7.2005 για τα πιστωτικά ιδρύματα του προηγούμενου εδαφίου [οι παρ. 7 και 8 προστέθηκαν, με αναρίθμηση της παρ. 7 σε 9, με το άρθρο 26 παρ. 3 του ν. 3455/2006, ΦΕΚ Α΄ 84/18.4.2006]. Με το άρθρο 63 του Ν. 3371/2005 καθορίσθηκαν οι πόροι του ΕΤΑΤ και με το άρθρο 64 καθορίσθηκαν οι αρμοδιότητες αυτού. Ακολούθησε η έκδοση του προσβαλλόμενου προεδρικού διατάγματος κατ’ επίκληση της ανωτέρω εξουσιοδοτικής διατάξεως του άρθρου 62 παρ. 6 του ν. 3371/2005. Με το διάταγμα αυτό καθορίσθηκαν η διαδικασία διαχείρισης και διεκπεραίωσης των πάσης φύσεως υποθέσεων των ασφαλισμένων και συνταξιούχων από το ΕΤΑΤ (άρθρο 2) και η διαδικασία απονομής ασφαλιστικών παροχών από αυτό (άρθρο 3).

8. Επειδή, οι ανωτέρω διατάξεις αφορούν στα αλληλοβοηθητικά ταμεία των τραπεζών, τα οποία είναι ασφαλιστικοί φορείς ιδιωτικού δικαίου ποικίλης μορφής (νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, ενώσεις προσώπων ή σύνολα περιουσιών), οι οποίοι συνεστήθησαν μεταξύ πιστωτικών ιδρυμάτων και του προσωπικού τους και οι οποίοι παρέχουν επικουρική ασφάλιση στους τραπεζοϋπαλλήλους κατόπιν συλλογικών συμβάσεων εργασίας ή συλλογικών ενοχικών συμφωνιών. Εξάλλου, ο νομοθέτης τα ταμεία, τα οποία στηρίζονται στην ιδιωτική βούληση, άλλοτε μεν τα ανήγαγε σε νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου (ν.π.δ.δ.) (άρθρο 3 παρ. 2 του ν. 1495/1938 – ΦΕΚ Α΄ 464), άλλοτε δε, χωρίς να τα αναγάγει σε ν.π.δ.δ. τα αντιμετώπισε ως ασφαλιστικούς οργανισμούς, ομολόγους προς τους φορείς της δημοσίας υποχρεωτικής κοινωνικής ασφαλίσεως. Ενδεικτικώς με το άρθρο 12 του ν. 1405/1983 (ΦΕΚ Α΄ 180), τα ταμεία αυτά εντάσσονται στο νομοθετικό καθεστώς της διαδοχικής ασφαλίσεως, εις το οποίο μετέχουν ισοτίμως με τους φορείς που είναι ν.π.δ.δ., με το άρθρο 10 του ν. 1902/1990 (ΦΕΚ Α΄ 138) καθιερώνονται ενιαίοι κανόνες, ως προς το όριο ηλικίας συνταξιοδοτήσεως και τον χρόνο θεμελιώσεως συντάξεως γήρατος των ασφαλιζομένων σε αυτά με το άρθρο 18 του ίδιου νόμου, τα πρόσωπα που ασφαλίζονται στα ταμεία αυτά εξαιρούνται από την ασφάλιση στο ΙΚΑ-ΤΕΑΜ και με το άρθρο 2 παρ. 4 του ν. 2084/1992 (ΦΕΚ Α΄ 165), τα εν λόγω ταμεία θεωρούνται φορείς κοινωνικής ασφαλίσεως. Με τους νόμους αυτούς, με τους οποίους επιχειρήθηκαν σημαντικές αλλαγές στο σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως της Χώρας, εισάγονται ενιαίοι κανόνες, οι οποίοι ισχύουν τόσον για τους ασφαλιστικούς φορείς που είναι ν.π.δ.δ., όσο και για τους ασφαλιστικούς φορείς που είναι ν.π.ι.δ., όπως είναι τα αλληλοβοηθητικά ταμεία των τραπεζών.

9. Επειδή, εξάλλου, σύμφωνα με την εισηγητική έκθεση του νόμου 3371/2005, με τις προεκτεθείσες ρυθμίσεις ο νομοθέτης απέβλεψε στην επέκταση του δημόσιου, καθολικού και υποχρεωτικού χαρακτήρα της κοινωνικές ασφαλίσεως του προσωπικού των πιστωτικών ιδρυμάτων, σύμφωνα με τις επιταγές του άρθρου 22 παρ. 5 του Συντάγματος και της συνταγματικής αρχής της ισότητας, ούτως ώστε η επιβαλλόμενη από το άρθρο 22 παρ. 5 του Συντάγματος κρατική μέριμνα για την κοινωνική ασφάλιση των τραπεζοϋπαλλήλων να μην υπολείπεται της κρατικής μέριμνας για την κοινωνική ασφάλιση των λοιπών εργαζομένων. Την νομοθετική αυτή παρέμβαση υπαγόρευσε, κατά την εισηγητική έκθεση, η ανάγκη άρσεως της παθογένειας του συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως των τραπεζοϋπαλλήλων, χαρακτηριστικότερη δε έκφραση της παθογένειας αυτής είναι ο κατακερματισμός του σε πολλούς φορείς, καθένας από τους οποίους διέπεται από δικό του καθεστώς, η αποκατάσταση της ίσης μεταχειρίσεως και κοινωνικής αλληλεγγύης των τραπεζοϋπαλλήλων και μεταξύ αυτών και μεταξύ των υπολοίπων μισθωτών, ο σεβασμός κεκτημένων δικαιωμάτων κοινωνικής ασφαλίσεως και η εγκαθίδρυση όρων ισοτιμίας μεταξύ των πιστωτικών ιδρυμάτων και αποφυγής του μεταξύ αυτών αθέμιτου ανταγωνισμού. Εξ άλλου, κατά την ίδια εισηγητική έκθεση, ο λόγος ασφαλισμένων και συνταξιούχων των τραπεζών επιδεινώνεται σε βάρος των ασφαλισμένων, λόγω του περιορισμού των προσλήψεων που έχουν επιβάλλει, εν τοις πράγμασι, στα πιστωτικά ιδρύματα οι συνθήκες του διεθνούς εντόνου ανταγωνισμού. Η επιδείνωση αυτή, στο πλαίσιο του διανεμητικού συστήματος ασφάλισης, το οποίο ισχύει σε όλα τα ταμεία ασφάλισης του προσωπικού των πιστωτικών ιδρυμάτων της Χώρας, θέτει σε κίνδυνο τη βιωσιμότητα των ταμείων αυτών. Ο μόνος δε τρόπος αντιμετωπίσεως του προβλήματος αυτού είναι η συμμετοχή των τραπεζοϋπαλλήλων σε ευρύτερες ομάδες ασφαλισμένων. Στην εισηγητική έκθεση του νόμου αναφέρεται ως περαιτέρω λόγος δημοσίου συμφέροντος, ο οποίος επέβαλε τις πιο πάνω ρυθμίσεις, ότι τα πιστωτικά ιδρύματα έχουν αναλάβει, σύμφωνα με τις συμφωνίες που έχουν συνάψει με το προσωπικό τους, να ασκούν συγχρόνως και κοινωνική πολιτική, καλύπτοντας τα ελλείμματα των αλληλοβοηθητικών ταμείων των τραπεζοϋπαλλήλων, στις περιπτώσεις δε αυτές, οι ρόλοι επιχειρηματία και φορέα κοινωνικής ασφαλίσεως συγχέονται. Τούτο δε διότι οι συνταξιοδοτικές παροχές των ταμείων αυτών στηρίζονται, ως επί το πλείστον, σε προγράμματα προκαθορισμένων παροχών, δηλαδή έχουν ως βάση ασφαλιστικό σύστημα, σύμφωνα με το οποίο οι υποχρεώσεις του εργοδότη, εν προκειμένω των τραπεζών, δεν περιορίζονται στην καταβολή της συμπεφωνημένης εργοδοτικής εισφοράς, όπως ισχύει στα προγράμματα προκαθορισμένων εισφορών, αλλ’ εκτείνονται και στην κάλυψη οποιουδήποτε ελλείμματος, προκειμένου οι εργαζόμενοι να λαμβάνουν τις συμφωνηθείσες ασφαλιστικές παροχές. Εξάλλου, κατά την εισηγητική έκθεση, η ρύθμιση των ανωτέρω παραγράφων 6 και 7 του άρθρου 62 αποβλέπει στην εξασφάλιση των δικαιωμάτων των ασφαλισμένων και των συνταξιούχων κατά την διάρκεια των δικαστικών αγώνων για την λύση ή μη των συμφωνιών εργοδοτών και εργαζομένων και την κατάργηση των επικουρικών ταμείων. Σύμφωνα με το άρθρο 1 του ν. 2992/2002, ο οποίος εκδόθηκε σε συμμόρφωση προς τον 1606/2002 Κανονισμό του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και Συμβουλίου της 19.7.2002 «Για την Εφαρμογή των Διεθνών Λογιστικών Προτύπων» (E.E.E. L 243/1) και τον Κανονισμό 1725/2003 της Επιτροπής της 19.9.2003 «Για την υιοθέτηση ορισμένων Διεθνών Λογιστικών Προτύπων σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΚ) 1606/2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου» (E.E.E. L 261/1) των Διεθνών Λογιστικών Προτύπων (ΔΛΠ) του Οργανισμού Διεθνών Λογιστικών Προτύπων, οι εισηγμένες στο Χρηματιστήριο επιχειρήσεις, όπως είναι και οι τράπεζες, υποχρεούνται από το έτος 2005 να εφαρμόζουν τα Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα και ιδίως το Λογιστικό Πρότυπο 19, το οποίο επιβάλλει την ακριβή λογιστική αποτύπωση όλων των παροχών του εργοδότη προς το προσωπικό του (ημερομίσθια, μισθούς, εισφορές κοινωνικών ασφαλίσεων, μελλοντικά προγράμματα παροχών μετά την απασχόληση) και, τοιουτοτρόπως, τα πιστωτικά ιδρύματα που, με βάση ιδιωτικές συμφωνίες, καλύπτουν τα ελλείμματα των ταμείων επικουρικής ασφαλίσεως του προσωπικού τους, υποχρεώνονται να καταγράφουν τις υποχρεώσεις τους αυτές ως υποχρεώσεις προς οποιαδήποτε ιδιωτική ασφάλιση, τούτο δε έχει ως ενδεχόμενο να εμφανίζουν μεγαλύτερο παθητικό και χαμηλότερους δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας. Με τον τρόπο αυτό οι υποχρεώσεις των πιστωτικών ιδρυμάτων που ασφαλίζουν το προσωπικό τους στο ΕΤΕΑΜ αντιμετωπίζονται ως υποχρεώσεις του κοινωνικού συνόλου, στις περιπτώσεις, όμως, των πιστωτικών ιδρυμάτων που καλύπτουν αυτά τα ίδια τα ελλείμματα των επικουρικών ταμείων του προσωπικού τους, οι ίδιες υποχρεώσεις χρεώνονται στον εργοδότη – πιστωτικό ίδρυμα.

10. Επειδή, από τις προεκτεθείσες διατάξεις προκύπτει ότι οι κλάδοι σύνταξης των ασφαλιστικών ταμείων κύριας ασφάλισης των πιστωτικών ιδρυμάτων εντάσσονται στο ΙΚΑ – ΕΤΑΜ εντός του προβλεπομένου σε αυτές χρόνου, εφόσον, εν τω μεταξύ, τα επικουρικά ταμεία του προσωπικού των εν λόγω ιδρυμάτων έχουν ενταχθεί στο ΕΤΑΤ, μετά τη διάλυση τους, σύμφωνα με τις καταστατικές διατάξεις των ταμείων αυτών. Περαιτέρω, από τις ίδιες διατάξεις προκύπτει ότι στην υποχρεωτική ασφάλιση του ΕΤΕΑΜ υπάγονται: α) οι τραπεζικοί υπάλληλοι, οι οποίοι προσλαμβάνονται στις τράπεζες από 1.1.2005 και β) οι ασφαλισμένοι και συνταξιούχοι των πιο πάνω ταμείων, υπό την προϋπόθεση όμως ότι τα ταμεία αυτά θα έχουν διαλυθεί, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις ή τα καταστατικά τους. Η υπαγωγή των τραπεζοϋπαλλήλων στο ΕΤΕΑΜ δεν θίγει τους εξ αυτών ήδη συνταξιούχους και τους μέχρι 31.12.1992 ασφαλισμένους, διότι αυτοί θα λαμβάνουν μεν την επικουρική σύνταξη του ΕΤΕΑΜ, η οποία θα υπολογίζεται, κατά τις προεκτεθείσες διατάξεις (άρθρο 58 παρ. 4), σύμφωνα με τη νομοθεσία του, πλην ο νέος ασφαλιστικός φορέας (ΕΤΑΤ) αναλαμβάνει να καταβάλει τη διαφορά των ποσών των συντάξεων που προκύπτουν από τον υπολογισμό αυτών με βάση την νομοθεσία του ΕΤΕΑΜ και τον υπολογισμό αυτών με βάση τις καταστατικές διατάξεις των επικουρικών ταμείων. Τούτο δεν ισχύει για τους ασφαλισμένους στα ταμεία τραπεζοϋπαλλήλων από 1.1.1993, οι οποίοι θα λαμβάνουν και αυτοί επικουρική σύνταξη από το ΕΤΕΑΜ, όμως, προβλέπεται απλώς η καταβολή πρόσθετης συνταξιοδοτικής παροχής για το χρονικό διάστημα από 1.1.1993 μέχρι την υπαγωγή τους στο ΕΤΑΤ, εφόσον είχαν καταβάλει στα ταμεία τους εισφορές υψηλότερες από τις προβλεπόμενες από τη νομοθεσία του ΕΤΕΑΜ. Στην περίπτωση της διαλύσεως του αλληλοβοηθητικού ταμείου και υπαγωγής του στο ΕΤΑΤ, το σύνολο της κινητής και ακίνητης περιουσίας του περιέρχεται στο ΕΤΑΤ, χωρίς την καταβολή φόρου, τέλους ή δικαιώματος υπέρ του Δημοσίου, ΟΤΑ ή άλλων προσώπων (άρθρο 62 παρ. 3). Εξ άλλου, κατά την έννοια, προεχόντως, των παραγράφων 6 και 7 του άρθρου 62 του Ν. 3371/2005, σε περίπτωση που τα μέρη, τράπεζες και τραπεζοϋπάλληλοι, δεν συμφωνήσουν στη λύση των συμβάσεων, από τις οποίες δεσμεύονται, ως και στην κατάργηση των επικουρικών ταμείων και προκύψει σχετική δικαστική διένεξη, το ΕΤΑΤ, μετά από αίτημα ενός των μερών ή του ίδιου του αλληλοβοηθητικού ταμείου, καθίσταται αρμόδιο για την είσπραξη των εισφορών, την χορήγηση και την απονομή των συντάξεων και, γενικότερα, την διεκπεραίωση και διαχείριση των υποθέσεων των ασφαλιστικών και συνταξιοδοτικών ζητημάτων του αλληλοβοηθητικού ταμείου. Όπως ρητά αναφέρεται στην οικεία διάταξη της παραγράφου 6 του άρθρου 62 του Ν. 3371/2005, στην περίπτωση αυτή το ταμείο ούτε διαλύεται, ούτε θίγεται η περιουσία του, ενώ ουδεμία ανάμειξη έχει το ΕΤΑΤ στις δικαστικές αντιδικίες. Τα ανωτέρω ισχύουν και για την περίπτωση που το ένα από τα μέρη υποβάλει μονομερώς αίτημα υπαγωγής του προσωπικού πιστωτικού ιδρύματος στο ΕΤΑΤ και το άλλο μέρος δεν διατυπώσει ανεπιφυλάκτως θετική γνώμη μέσα σε ένα μήνα από την υποβολή της αιτήσεως. Προδήλως, στις περιπτώσεις των παρ. 6 και 7 του αυτού άρθρου 62 του Ν. 3371/2005 η ανάληψη από το ΕΤΑΤ της διαχειρίσεως των ασφαλιστικών υποθέσεων των ταμείων έχει προσωρινό χαρακτήρα και διαρκεί μέχρι την οριστική διευθέτηση της διαφοράς για την κατάργηση ή μη των ταμείων.

11. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση προβάλλεται ότι με την αναγκαστική διαχείριση των αλληλοβοηθητικών ασφαλιστικών ταμείων των τραπεζοϋπαλλήλων από το ΕΤΑΤ και μάλιστα για άγνωστο χρονικό διάστημα, καθώς είναι άγνωστος ο χρόνος που θα απαιτηθεί για την επίλυση των δικαστικών διενέξεων μεταξύ των ενδιαφερομένων μερών, ως προς την διάλυση ή μη των ανωτέρω ταμείων, σε συνδυασμό με την υποχρεωτική ένταξή τους σε αυτό, παραβιάζεται το άρθρο 22 παρ. 5 του Συντάγματος.

12. Επειδή, στο άρθρο 22 παρ. 5 του Συντάγματος ορίζεται ότι: «Το Κράτος μεριμνά για την κοινωνική ασφάλιση των εργαζομένων, όπως νόμος ορίζει». Με τη διάταξη αυτή ο συντακτικός νομοθέτης περιέβαλε με συνταγματικό κύρος την αρχή της κοινωνικής ασφαλίσεως με γνώμονα την ασφαλιστική κάλυψη ολόκληρου του εργαζόμενου πληθυσμού της Χώρας και την προστασία του ασφαλιστικού κεφαλαίου και ανέθεσε στον κοινό νομοθέτη την εξειδίκευση της ανάλογα με τις περιστάσεις, ο οποίος κατά την επιδίωξη του σκοπού αυτού έχει ευρεία εξουσία για την ρύθμιση των σχετικών θεμάτων, υποκείμενος μόνο σε περιορισμούς που επιβάλλονται από άλλες συνταγματικές διατάξεις (2180/2004 Ολομ.). Η μόνη δέσμευση που επέβαλε η πιο πάνω συνταγματική διάταξη σχετικά με την μορφή του ασφαλιστικού φορέα εκεί όπου ο νόμος καθιερώνει την υποχρεωτική κοινωνική ασφάλιση και θεσπίζει την υποχρεωτική καταβολή εισφοράς είναι η παροχή της κοινωνικής ασφαλίσεως είτε από μόνο το Κράτος, είτε από νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου και τέτοιοι πράγματι υπήρξαν οι φορείς αυτοί κατά την ιστορική διαδρομή της κοινωνικής ασφαλίσεως στην Ελλάδα (ΣτΕ 5024/1987 Ολομ.). Το Σύνταγμα όμως δεν επέβαλε στον κοινό νομοθέτη περιορισμό, ως προς τον τρόπο οργανώσεως και διοικήσεως των φορέων της κοινωνικής ασφαλίσεως, δεδομένου ότι ο νομοθέτης είναι ελεύθερος να επιλέξει την παροχή της κοινωνικής ασφαλίσεως από το ίδιο το Κράτος ή από νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου. Τέτοια δέσμευση του κοινού νομοθέτη δεν απορρέει ούτε από το πνεύμα του Συντάγματος, ούτε από τις γενικές αρχές που πηγάζουν από τις συνταγματικές διατάξεις, με τις οποίες καθιερώνεται η αρχή του Κοινωνικού Κράτους (Σ.τ.Ε 3101/2001 Ολομ.). Εν προκειμένω, με τις προεκτεθείσες διατάξεις, με τις οποίες οι τραπεζοϋπάλληλοι υπήχθησαν στην ασφάλιση του ΕΤΑΤ, ο νομοθέτης, σύμφωνα με την εισηγητική έκθεση του ν. 3371/2005, απέβλεψε «στην επέκταση του δημόσιου, καθολικού και υποχρεωτικού χαρακτήρα της κοινωνικής ασφαλίσεως στο προσωπικό των πιστωτικών ιδρυμάτων, σύμφωνα με τις επιταγές τόσον του άρθρου 22 παρ. 5 του Συντάγματος, όσον και της συνταγματικής αρχής της ισότητας, ούτως ώστε η επιβαλλόμενη από το άρθρο 22 παρ. 5 του Συντάγματος κρατική μέριμνα για την κοινωνική ασφάλιση των τραπεζοϋπαλλήλων να μην υπολείπεται της κρατικής μέριμνας για την κοινωνική ασφάλιση των λοιπών εργαζομένων». Επέλεξε δε για το σκοπό αυτό το προεκτεθέν οργανωτικό σχήμα του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, το οποίο, ενόψει των εκτεθέντων, ήταν ελεύθερος να επιλέξει και, συνεπώς, ο λόγος ακυρώσεως ότι ο νομοθέτης, κατά παράβαση του άρθρου 22 παρ. 5 του Συντάγματος, καθιέρωσε την προεκτεθείσα υποχρεωτική επικουρική κοινωνική ασφάλιση για τους τραπεζοϋπαλλήλους είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, είναι δε, κατά το άρθρον 22 παρ. 5 του Συντάγματος αδιάφορον, αν η υπαγωγή των πιο πάνω εργαζομένων στο ΕΤΑΤ μπορεί να είναι και προσωρινή, να διαρκεί, δηλαδή, όσο διαρκούν οι προδιαληφθείσες δικαστικές διενέξεις (παρ. 6 του άρθρου 62 του ν. 3371/2005). Εξάλλου, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος και ο περαιτέρω λόγος ακυρώσεως περί παραβάσεως της πιο πάνω συνταγματικής διατάξεως, δοθέντος ότι με τις ανωτέρω ρυθμίσεις του νόμου οι τραπεζοϋπάλληλοι έχουν δύο επικουρικούς φορείς ασφαλίσεως, ένα δημοσίου δικαίου και ένα ιδιωτικού δικαίου. Τούτο δε διότι είναι αδιάφορο αν οι τραπεζοϋπάλληλοι ασφαλίζονται και σε δεύτερο ασφαλιστικό οργανισμό, στηριζόμενο μάλιστα στην ιδιωτική βούληση, διότι τέτοιοι οργανισμοί ναι μεν δεν έχουν ως έρεισμα το άρθρο 22 παρ 5 του Συντάγματος, δεν απαγορεύεται όμως από τη συνταγματική αυτή διάταξη η ύπαρξή τους. 

13. Επειδή, προβάλλεται, περαιτέρω, ότι η, κατά το άρθρο 62 παρ. 6 του ν. 3371/2205, υπαγωγή των αλληλοβοηθητικών ταμείων των τραπεζοϋπαλλήλων στο ΕΤΑΤ γίνεται χωρίς την πρόβλεψη αναλογιστικής μελέτης, αλλά, απλώς, μετά από οικονομική μελέτη και, τοιουτοτρόπως, παραβιάζεται η παραγρ. 5 του άρθρου 22 του Συντάγματος. Το Σύνταγμα εγγυάται, κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα, με το άρθρο 22 παρ. 5 το θεσμό της κοινωνικής ασφαλίσεως των εργαζομένων, Ο θεσμός αυτός διασφαλίζεται με τη λειτουργία βιώσιμων ασφαλιστικών οργανισμών, οι οποίοι απαιτείται να είναι οικονομικά εύρωστοι για να μπορούν να ανταποκρίνονται στην, κατά το Σύνταγμα, αποστολή τους. Για την εξασφάλιση της βιωσιμότητας αυτής, κατά την έννοια της ανωτέρω συνταγματικής διατάξεως, όταν επέρχονται νομοθετικές μεταβολές, με τις οποίες επιβαρύνονται οικονομικώς ασφαλιστικοί οργανισμοί, όπως μετά από συγχώνευση τέτοιων οργανισμών, την ένταξη νέων κατηγοριών ασφαλισμένων σε αυτούς ή μετά από αύξηση των χορηγουμένων από τους οργανισμούς αυτούς παροχών, απαιτείται η ύπαρξη ειδικών προβλέψεων στις διατάξεις των νόμων αυτών σχετικά με το πόθεν οι ανωτέρω οργανισμοί θα προσπορίζονται τους αναγκαίους πόρους. Εν προκειμένω, με το άρθρο 62 παρ. 6 εδ. ε΄ του ανωτέρω ν. 3371/2005 προβλέπεται ότι για την υπαγωγή των ασφαλισμένων και συνταξιούχων των αλληλοβοηθητικών ταμείων των τραπεζοϋπαλλήλων στο ΕΤΑΤ η σύνταξη «ειδικής οικονομικής μελέτης», η πρόβλεψη δε αυτή καλύπτει την προεκτεθείσα συνταγματική επιταγή. Συνεπώς, ο ανωτέρω λόγος ακυρώσεως, με τον οποίο άλλωστε, δεν προβάλλονται ειδικότερες πλημμέλειες της ανωτέρω ρυθμίσεως του νόμου, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

14. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση προβάλλεται ότι η ανάληψη από το ΕΤΑΤ της διαχειρίσεως των υποθέσεων των αλληλοβοηθητικών ταμείων τραπεζοϋπαλλήλων, τα οποία έχουν σωματειακή μορφή ή αποτελούν ενώσεις, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες ρυθμίσεις των παρ. 6 και 7 του άρθρου 62 του ν. 3371/2005, καθώς και η, συνεπεία τούτου, έμμεση διάλυση, στην οποία οδηγούνται με την αποψίλωση από τα μέλη τους, παραβιάζει το άρθρο 12 του Συντάγματος και το άρθρο 11 της ΕΣΔΑ.

15. Επειδή, στις παρ. 1, 2 και 3 του άρθρου 12 του Συντάγματος ορίζεται ότι «1. Οι Έλληνες έχουν δικαίωμα να συνιστούν ενώσεις και μη κερδοσκοπικά σωματεία, τηρώντας τους νόμους, που ποτέ όμως δεν μπορούν να εξαρτήσουν την άσκηση του δικαιώματος αυτού από προηγούμενη άδεια. 2. Το σωματείο δεν μπορεί να διαλυθεί για παράβαση νόμου ή ουσιώδους διάταξης του καταστατικού του, παρά μόνο με δικαστική απόφαση. 3. Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται αναλόγως και σε ενώσεις προσώπων που δεν συνιστούν σωματείο». Περαιτέρω, με το άρθρο 11 της από 4.11.1950 Συμβάσεως της Ρώμης «Δια την προάσπισιν των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών» (ΕΣΔΑ), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν.δ. 53/1974 (ΦΕΚ Α΄ 256) και έχει υπέρτερη των κοινών νόμων ισχύ, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, ορίζεται ότι «1. Παν πρόσωπον έχει δικαίωμα εις την ελευθερίαν του συνέρχεσθαι ειρηνικώς και εις την ελευθερίαν του συνεταιρισμού, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος ιδρύσεως μετ’ άλλων συνδικάτων και προσχωρήσεως εις συνδικάτα επί σκοπώ προασπίσεως των συμφερόντων του. 2. Η άσκησις των δικαιωμάτων τούτων δεν επιτρέπεται να υπαχθεί εις ετέρους περιορισμούς πέραν των υπό του νόμου προβλεπομένων και αποτελούντων αναγκαία μέτρα εν δημοκρατική κοινωνία, δια την εθνικήν ασφάλειαν, την δημόσιαν ασφάλειαν, …». Σύμφωνα με το άρθρο 12 του Συντάγματος, με το οποίο κατοχυρώνεται το δικαίωμα των Ελλήνων να συνιστούν ενώσεις και μη κερδοσκοπικά σωματεία, αλλά και σύμφωνα με το άρθρο 11 της ΕΣΔΑ, η σύσταση αλληλοβοηθητικών ταμείων για την ασφαλιστική κάλυψη των μελών τους είναι ελεύθερη, η ελευθερία δε αυτή δεν περιορίζεται από το άρθρο 22 παρ. 5 του Συντάγματος, το οποίο, κατά τα πιο πάνω εκτεθέντα, αναφέρεται μόνο στην υποχρεωτική κοινωνική ασφάλιση, την οποία και εξαιρεί από την ιδιωτική πρωτοβουλία, δεν απαγορεύει δε η τελευταία αυτή διάταξη του Συντάγματος τη συμμετοχή σε αλληλοβοηθητικά ταμεία και, γενικώς, την προαιρετική ασφάλιση, την οποία αφήνει στη διάθεση των ενδιαφερομένων (ΣτΕ 5024/1987 Ολομ.). Εξ άλλου, κατά τα ήδη εκτεθέντα, με το άρθρο 22 παρ. 5 του Συντάγματος περιεβλήθη με συνταγματικό κύρος η αρχή της κοινωνικής ασφαλίσεως και ανετέθη στον κοινό νομοθέτη η εξειδίκευσή της, ανάλογα με τις περιστάσεις, η μόνη δε δέσμευση που επεβλήθη σχετικά με τη μορφή του ασφαλιστικού φορέα, εκεί που νομοθέτης καθιερώνει την υποχρεωτική κοινωνική ασφάλιση, είναι η παροχή κοινωνικής ασφαλίσεως από το Κράτος ή από νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, που και αυτά είναι δημόσιες υπηρεσίες καθ’ ύλην αποκεντρωμένες. Εκ τούτων παρέπεται ότι ο νομοθέτης δύναται να δημιουργεί ασφαλιστικούς φορείς, υπάγοντας υποχρεωτικώς σε αυτούς κατηγορίες εργαζομένων και συνταξιούχων, έστω και αν αυτοί καλύπτονται ασφαλιστικώς από ταμεία, στηριζόμενα στην ιδιωτική βούληση και, μάλιστα, ανεξαρτήτως των συμφωνιών μεταξύ των ενδιαφερομένων μερών, εφόσον, όμως, τα ταμεία αυτά ούτε διαλύονται με νόμο, ούτε αφαιρείται η περιουσία τους και, ως εκ τούτου, καταλείπεται έδαφος να συνεχίσουν τη λειτουργία τους, σύμφωνα, κατ’ αρχήν, με τις ειδικότερες συμφωνίες των μερών. Με τα δεδομένα αυτά, με τις ανωτέρω διατάξεις των παρ. 6 και 7 του άρθρου 62 του πιο πάνω Ν. 3371/2005 δεν παραβιάζεται ούτε το άρθρο 12 του Συντάγματος, ούτε το άρθρο 11 της ΕΣΔΑ, διότι υπάγονται μεν οι ασφαλισμένοι των ανωτέρω αλληλοβοηθητικών ταμείων υποχρεωτικώς στο ΕΤΑΤ, όσο διαρκούν οι δικαστικές διενέξεις μεταξύ των μερών, τα ταμεία όμως αυτά με τις ανωτέρω διατάξεις ούτε καταργούνται, ούτε αφαιρούνται τα περιουσιακά τους στοιχεία. Τα στοιχεία αυτά αφαιρούνται στην περίπτωση της εκούσιας διαλύσεως αυτών (άρθρο 62 παρ. 3). Τέλος δε δεν οδηγούνται σε έμμεση διάλυση, με την πιθανή αν όχι βεβαία αποψίλωσή τους από τα μέλη τους, λόγω της υποχρεωτικής υπαγωγής τους στο ΕΤΑΤ, όπως ειδικότερα ισχυρίζονται οι αιτούντες, διότι τα ταμεία αυτά δύνανται να εξακολουθήσουν να λειτουργούν συμπληρωματικώς προς την κύρια ή επικουρική υποχρεωτική κοινωνική ασφάλιση, εφόσον το επιθυμούν τα ενδιαφερόμενα μέρη. Υπό τα ανωτέρω δεδομένα, δεν παραβιάζεται ούτε η αρχή της προστατευόμενης εμπιστοσύνης, ούτε η αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 25 παρ. 1 εδ. δ΄ του Συντάγματος). Ενόψει δε των εκτεθέντων στην εισηγητική έκθεση του Ν. 3371/2005 λόγων δημοσίου συμφέροντος, κυρίως δε ότι η ρύθμιση αυτή αποβλέπει στην εξασφάλιση των δικαιωμάτων των ασφαλισμένων και των συνταξιούχων κατά την διάρκεια των δικαστικών αγώνων για την λύση ή μη των συμφωνιών εργοδοτών και εργαζομένων και, εντεύθεν, την κατάργηση των επικουρικών ταμείων, πρέπει να είναι βέβαιον ποιος ασφαλιστικός φορέας θα διαχειρίζεται την όλη ασφαλιστική σχέση, δηλαδή θα εισπράττει εισφορές και θα απονέμει συντάξεις, δεν παραβιάζεται ούτε η αρχή της προστατευόμενης εμπιστοσύνης, ούτε η αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 25 παρ. 1 εδ. δ΄ του Συντάγματος). Κατόπιν των ανωτέρω εκτεθέντων είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι λόγοι ακυρώσεως, περί παραβάσεως των άρθρων 12 του Συντάγματος και 11 της ΕΣΔΑ, δεδομένου, άλλωστε, ότι ο επιδιωκόμενος από τα ανωτέρω ταμεία σκοπός προς παροχή ασφαλίσεως στα μέλη τους εμπίπτει στην κατά το άρθρο 22 παρ. 5 του Συντάγματος μέριμνα του Κράτους για την κοινωνική ασφάλιση των εργαζομένων (πρβλ. 5/2002 ΑΕΔ), καθώς, επίσης, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι και οι λόγοι ακυρώσεως περί παραβιάσεως της αρχής της αναλογικότητας και της αρχής της προστατευόμενης εμπιστοσύνης.

Αν και κατά τη γνώμη των Συμβούλων Ελ. Δανδουλάκη, Ιωαν. Μαντζουράνη, Αικ. Σακελλαροπούλου, Α.-Γ. Βώρου, Μαργ. Γκορτζολίδου, Γ. Τσιμέκα, Σπ. Μαρκάτη, Β. Γρατσία, Ηρ. Τσακόπουλου και Μ. Σταματελάτου, προς της οποία προσχώρησε και ο Πάρεδρος Δημ. Μακρής ο λόγος ακυρώσεως, με τον οποίο προβάλλεται ότι οι διατάξεις του άρθρου 62 παρ. 6 του ν. 3371/2005 και του άρθρου 9 του ν. 3554/2007 αντίκεινται στην, κατ’ άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, αρχή της αναλογικότητας, είναι βάσιμος και θα έπρεπε να γίνει δεκτός. Ειδικότερα, κατά την γνώμη αυτή, η διασφάλιση των ασφαλιστικών και συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων των τραπεζοϋπαλλήλων κατά την διάρκεια των δικαστικών διενέξεων από την εκ μέρους των πιστωτικών ιδρυμάτων καταγγελία των σχετικών συμφωνιών μπορούσε να επιτευχθεί με τους κανόνες του ουσιαστικού ιδιωτικού δικαίου και του αστικού δικονομικού δικαίου και την προσωρινή δικαστική προστασία που οι κανόνες αυτοί παρέχουν, σε περίπτωση εγέρσεως ιδιωτικών διαφορών και, επομένως, ο περιορισμός των, εκ των άρθρων 12 και 5 παρ. 1 του Συντάγματος, δικαιωμάτων με την μορφή της επεμβάσεως του νόμου στην εξουσία διεκπεραιώσεως και διαχειρίσεως των ασφαλιστικών και συνταξιοδοτικών υποθέσεων των επικουρικών ταμείων δεν ήταν αναγκαίος για το σκοπό στον οποίο, κατά την αιτιολογική έκθεση του Ν. 3371/2005, αποβλέπει η ρύθμιση των διατάξεων του άρθρου 62 παρ. 6 του ν. 3371/2005. Περαιτέρω, ο περιορισμός αυτός, λόγω του προσωρινού χαρακτήρα του, δεν θα μπορούσε να δικαιολογηθεί από την ανάγκη εξαλείψεως, κατά τα αναφερόμενα στην αιτιολογική έκθεση του ν. 3371/2005, των δυσμενών για τα πιστωτικά ιδρύματα συνεπειών από την εφαρμογή του Διεθνούς Λογιστικού Προτύπου 19. Επομένως, η επίμαχη ρύθμιση, ως μη αναγκαία για το σκοπό, για τον οποίο θεσπίσθηκε, δηλαδή την εξασφάλιση των ασφαλιστικών και συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων μέχρι την έκβαση της σχετικής δικαστικής διενέξεως, δεν είναι ανεκτή, κατά την προαναφερόμενη διάταξη του Συντάγματος.

16. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση προβάλλεται, περαιτέρω, ότι αφού με την ανωτέρω ρύθμιση των παραγράφων 6 και 7 του άρθρου 62 του Ν. 3371/2005 το ΕΤΑΤ αναλαμβάνει, έστω και προσωρινώς, μέχρις ότου, δηλαδή, επιλυθούν οι σχετικές δικαστικές διενέξεις, την αναγκαστική διαχείριση και διεκπεραίωση των ασφαλιστικών και συνταξιοδοτικών υποθέσεων των αλληλοβοηθητικών ταμείων των τραπεζοϋπαλλήλων, τα ταμεία αυτά καθίστανται ανενεργά, ανεξαρτήτως της βουλήσεως των μερών, στην οποία στηρίζονται, τούτο δε συνιστά παράβαση του άρθρου 5 παρ. 1 του Συντάγματος περί προστασίας της οικονομικής ελευθερίας. Στην, κατά το άρθρο 5 παρ. 1 σε συνδυασμό με το άρθρο 106 του Συντάγματος, οικονομική ελευθερία του προσώπου είναι δυνατόν να τίθενται περιορισμοί, δικαιολογούμενοι από λόγους δημοσίου και κοινωνικού συμφέροντος (ΣτΕ 2614/1989 Ολομ.), νομοθετική δε επέμβαση στην εξέλιξη συμβατικής σχέσεως συνιστά εξαιρετικό μέτρο και πρέπει να δικαιολογείται από σοβαρούς λόγους δημοσίου συμφέροντος (ΣτΕ 1910/2001 Ολομ.). Οι ρυθμίσεις αυτές των παρ. 6 και 7 του άρθρου 62 του Ν. 3371/2005, οι οποίες αποβλέπουν, κατά την εισηγητική έκθεση του νόμου, στην εξασφάλιση των δικαιωμάτων των ασφαλισμένων και των συνταξιούχων κατά την διάρκεια των δικαστικών αγώνων για την λύση ή μη των συμφωνιών εργοδοτών και εργαζομένων και, εντεύθεν, στην κατάργηση των αλληλοβοηθητικών ταμείων των τραπεζοϋπαλλήλων, συνιστά επαρκή λόγο δημοσίου συμφέροντος για τις εν λόγω ρυθμίσεις. Εξάλλου, κατά τα ήδη εκτεθέντα, ο νομοθέτης, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 22 παρ. 5 του Συντάγματος, δύναται να δημιουργεί ασφαλιστικούς φορείς, υπάγοντας υποχρεωτικώς σε αυτούς κατηγορίες εργαζομένων και συνταξιούχων, έστω και αν αυτοί καλύπτονται ασφαλιστικώς από ταμεία, στηριζόμενα στην ιδιωτική βούληση και, μάλιστα, ανεξαρτήτως των συμφωνιών των ενδιαφερομένων μερών, εφόσον τα ταμεία αυτά ούτε διαλύονται, ούτε αφαιρείται η περιουσία τους. Με τα δεδομένα αυτά, δεν παραβιάζονται οι ανωτέρω συνταγματικές διατάξεις, καθόσον οι ρυθμίσεις αυτές υπαγορεύονται από τους προεκτεθέντες σοβαρούς λόγους δημοσίου συμφέροντος, τα εν λόγω δε ταμεία δεν εμποδίζονται να λειτουργούν, παρέχοντα συμπληρωματική ασφάλιση, σύμφωνα με τις συμφωνίες των μερών. Τέλος, με την κρινόμενη αίτηση προβάλλεται ότι οι όποιες υποχρεώσεις επιβάλλονται στις τράπεζες από τα διεθνή λογιστικά πρότυπα, και κυρίως το λογιστικό πρότυπο 19, ως προς την απεικόνιση στον ισολογισμό τους των δαπανών για το προσωπικό τους, μεταξύ των οποίων και αυτών που αφορούν στην ασφαλιστική κάλυψη αυτού, δεν μπορεί να αποτελέσει λόγο δημοσίου συμφέροντος για τις ανωτέρω ρυθμίσεις των παρ. 6 και 7 του άρθρου 62 του ν. 3371/2005. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, δεδομένου ότι το ζήτημα της υπάρξεως ή μη λόγου δημοσίου συμφέροντος κρίνεται από τον νομοθέτη ή από την εκτελεστική λειτουργία και μόνο η υπέρβαση των ακραίων ορίων εμπίπτει στο πεδίο ελέγχου νομιμότητας, τον οποίο ασκεί ο ακυρωτικός δικαστής (Σ.τ.Ε. 3101/2001 Ολομ.). Εν πάση, όμως, περιπτώσει, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, ως λόγο δημοσίου συμφέροντος για τις ρυθμίσεις των πιο πάνω παραγράφων, η εισηγητική έκθεση του Ν. 3371/2005 προβλέπει προεχόντως ότι οι ρυθμίσεις αυτές αποβλέπουν στην εξασφάλιση των δικαιωμάτων των ασφαλισμένων και των συνταξιούχων κατά την διάρκεια των δικαστικών αγώνων για την λύση ή μη των συμφωνιών εργοδοτών και εργαζομένων και την κατάργηση των αλληλοβοηθητικών ταμείων των τραπεζοϋπαλλήλων, τούτο δε συνιστά λόγο δημοσίου συμφέροντος για τις ανωτέρω ρυθμίσεις και, επομένως, δεν συντρέχει εν προκειμένω ούτε υπέρβαση των ακραίων ορίων της εννοίας του δημόσιου συμφέροντος, ούτε παράβαση της, κατά το άρθρο 25 παρ. 1 εδ. δ΄ του Συντάγματος, αρχής της αναλογικότητας.

Αν και κατά τη γνώμη των Συμβούλων Επικρατείας Ελ. Δσνδουλάκη, Ιωαν. Μαντζουράνη, Αικ. Σακελλαροπούλου, Α.-Γ. Βώρου, Μαργ. Γκορτζολίδου, Γ. Τσιμέκα, Σπ. Μαρκάτη, Β. Γρατσία, Ηρ. Τσακόπουλου και Μ. Σταματελάτου, προς της οποία προσχώρησε και ο Πάρεδρος Δημ. Μακρής ο λόγος ακυρώσεως, με τον οποίο προβάλλεται ότι οι διατάξεις του άρθρου 62 παρ. 6 του ν. 3371/2005 και του άρθρου 9 του ν. 3554/2007 αντίκεινται στην, κατ’ άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, αρχή της αναλογικότητας, είναι βάσιμος και θα έπρεπε να γίνει δεκτός, σύμφωνα με την εκτεθείσα ανωτέρω (14η σκέψη) γνώμη τους.

17. Επειδή, οι αιτούντες ισχυρίζονται περαιτέρω με το από 9.10.2008 υπόμνημα τους ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας ότι ναι μεν σύμφωνα με το άρθρο 61 του ν. 3371/2005 σκοπός του ΕΤΑΤ είναι, μεταξύ άλλων, η καταβολή της διαφοράς των ποσών των συντάξεων που προκύπτουν από τον υπολογισμό της συντάξεως με βάση τη νομοθεσία του ΕΤΕΑΜ και με βάση τις καταστατικές διατάξεις των ταμείων του προσωπικού των πιστωτικών ιδρυμάτων για όσους έχουν ασφαλισθεί σε αυτά μέχρι 31.12.1992, πλην για τους ασφαλισμένους στα εν λόγω ταμεία από 1.1.1993 και μέχρι την υπαγωγή τους στο ΕΤΑΤ προβλέπεται η καταβολή σε αυτούς πρόσθετης απλώς συνταξιοδοτικής παροχής, εφόσον έχουν καταβάλει πρόσθετες ασφαλιστικές εισφορές υψηλότερες από εκείνες που προβλέπονται για το ΕΤΕΑΜ, τούτο δε συνιστά, κατά τους αιτούντες, παράβαση της αρχής της ισότητας. Κατά την προεκτεθείσα εισηγητική έκθεση του Ν. 3371/2005, η ρύθμιση αυτή αποβλέπει, μεταξύ άλλων, στο σεβασμό των κεκτημένων ασφαλιστικών δικαιωμάτων και προσδοκιών των ασφαλισμένων. Και είναι μεν αληθές ότι διαφοροποιούνται οι δύο αυτές κατηγορίες ασφαλισμένων, ως προς την έκταση των ασφαλιστικών δικαιωμάτων, προβλεπομένης μείζονος προστασίας για τους ασφαλισμένους πριν από την 1.1.1993, οι οποίοι βρίσκονται, άλλωστε, πλησιέστερα στο χρόνο συνταξιοδοτήσεως, πλην ο χρόνος αποχωρήσεως από την υπηρεσία αποτελεί παράγοντα αρκούντως αντικειμενικό που δικαιολογεί τη διαφορετική μεταχείριση. Συνεπώς, δεν ανακύπτει ζήτημα αντισυνταγματικότητας και μάλιστα παραβάσεως της αρχής της, κατά το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος, ισότητας από την πιο πάνω διαφοροποίηση, ως προς το χρόνο ενάρξεως της ασφαλιστικής σχέσεως των ασφαλισμένων στα αλληλοβοηθητικά ταμεία των πιστωτικών ιδρυμάτων μέχρι 32.12.1992 και μετά την 1.1.1993 και, επομένως, ο ανωτέρω ισχυρισμός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

18. Επειδή, με τη κρινόμενη αίτηση προβάλλεται, ότι με την αναγκαστική διαχείριση των ασφαλιστικών υποθέσεων των ανωτέρω ταμείων από το ΕΤΑΤ, για όσο χρόνο διαρκούν οι πιο πάνω δικαστικές διενέξεις, αποστερούνται τα τελευταία, τα οποία στηρίζονται, κατά τα εκτεθέντα, στην ιδιωτική βούληση, από το δικαίωμά τους να εκμεταλλεύονται την περιουσία τους, με όποιο τρόπο θεωρούν ότι εξυπηρετούνται καλύτερα τα συμφέροντά τους, ενώ η απαλλαγή των τραπεζών, μετά την υπαγωγή των πιο πάνω ταμείων στο ΕΤΑΤ, από την υποχρέωση καταβολής σε αυτά εισφορών και η αντίστοιχη υποχρέωση τους να καταβάλλουν εισφορές στο ΕΤΑΤ συνιστά αναγκαστική μεταφορά και στέρηση πόρων των εν λόγω ταμείων. Και υπό τις δυο αυτές εκδοχές παραβιάζεται, κατά τους αιτούντες, τόσο το άρθρο 17 του Συντάγματος, όσο και το άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ.

19. Επειδή, στο άρθρο 17 παρ. 1 του Συντάγματος ορίζεται ότι «Η ιδιοκτησία τελεί υπό την προστασία του Κράτους, τα δικαιώματα όμως που απορρέουν από αυτή δεν μπορούν να ασκούνται σε βάρος του γενικού συμφέροντος». Εξάλλου, στο άρθρο 1 του από 20.3.1952 Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου στην από 4.11.1950 Σύμβαση της Ρώμης (ΕΣΔΑ), τα οποία –Πρωτόκολλο και Σύμβαση– κυρώθηκαν με το άρθρο πρώτο του ν.δ. 53/1974 και έχουν υπέρτερη των κοινών νόμων ισχύ, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, ορίζεται ότι: «Παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του. Ουδείς δύναται να στερηθή της ιδιοκτησίας αυτού ει μη δια λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπόμενους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους. Αι προαναφερόμενοι διατάξεις δεν θίγουσι το δικαίωμα παντός κράτους όπως θέση εν ισχύι νόμους ους ήθελε κρίνει αναγκαίον προς ρύθμιση της χρήσεως αγαθών συμφώνως προς το δημόσιο συμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων». Με την τελευταία αυτή διάταξη θεσπίζεται γενικός και απόλυτος κανόνας, σύμφωνα με τον οποίο κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του. Στην προστασία αυτή εντάσσεται, κατ’ αρχήν, και το δικαίωμα παντός ενδιαφερομένου προς λήψη ασφαλιστικών παροχών, εφόσον όμως συντρέχουν οι σχετικές προϋποθέσεις που τάσσονται εκάστοτε από το εσωτερικό δίκαιο κάθε συμβαλλόμενου κράτους. Συνεπώς, ο, κατά τα ανωτέρω, προβαλλόμενος λόγος ακυρώσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι, όπως έχει εκτεθεί σε προηγούμενη σκέψη, η περιέλευση της κινητής και ακίνητης περιουσίας του Ταμείου στο Ε.Τ.Α.Τ. πραγματοποιείται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 62 παρ. 3 του ν. 3371/2005, μόνο μετά την οικειοθελή διάλυση του, σύμφωνα με τις διαδικασίες που προβλέπονται από τις κείμενες διατάξεις ή το καταστατικό του, ενώ επί υπαγωγής των ταμείων των τραπεζοϋπαλλήλων στο ΕΤΑΤ στην περίπτωση των παρ. 6 και 7 του εν λόγω άρθρου η περιουσία τους παραμένει στη διάθεση των ταμείων. Ομοίως και το προεκτεθέν ειδικότερο παράπονο της των αιτούντων ότι, δηλαδή, η απαλλαγή των τραπεζών από την υποχρέωση καταβολής των εισφορών στο οικείο αλληλοβοηθητικό Ταμείο και η υποχρέωση τους να καταβάλλουν εισφορές στο ΕΤΑΤ, αποτελεί έμμεση μεταφορά και στέρηση των πόρων του αλληλοβοηθητικού Ταμείου, με αποτέλεσμα να θίγεται η περιουσία του και να παραβιάζονται κατά τούτο, τα άρθρα 17 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α., είναι ομοίως απορριπτέο ως αβάσιμο, διότι, εφόσον κάποιο αλληλοβοηθητικό Ταμείο έχει υπαχθεί στο ΕΤΑΤ για τους προεκτεθέντες λόγους δημοσίου συμφέροντος, η μεταφορά πόρων αυτού, οι οποίοι προέρχονται από τις εισφορές των Τραπεζών, στο Ε.Τ.Α.Τ., γίνεται προκειμένου τούτο να μπορεί να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του έναντι των υπαγομένων σε αυτό ασφαλισμένων και συνταξιούχων, για όσο χρόνο αυτοί υπάγονται στην ασφάλισή του. Εξάλλου, το περαιτέρω παράπονο των αιτούντων ότι η μεταφορά των εισφορών των Τραπεζών από τα αλληλοβοηθητικά ταμεία στο Ε.Τ.Α.Τ., θα έχει ως συνέπεια την απαξίωση των παροχών που χορηγούν τα εν λόγω ταμεία, είναι απορριπτέο ως αβάσιμο, δεδομένου ότι οι ασφαλισμένοι του Ταμείου δεν θα στερηθούν της συνταξιοδοτικής παροχής, εφόσον θα συνεχίσουν να την λαμβάνουν από το Ε.Τ.Α.Τ., το οποίο είναι μάλιστα ν.π.δ.δ., ενώ από τις προεκτεθείσες διατάξεις ουδόλως συνάγεται, κατά τα εκτεθέντα σε προηγούμενες σκέψεις, ότι τα ταμεία αυτά καταργούνται ή ότι παρακωλύεται ουσιωδώς η λειτουργία τους, δεδομένου ότι για όσο χρόνο οι τραπεζοϋπάλληλοι, έχουν υπαχθεί στο ΕΤΑΤ τα ταμεία των τραπεζών διατηρούν, κατά τα εκτεθέντα, την περιουσία τους. Τέλος, το ειδικότερο παράπονο των αιτούντων ότι οι παροχές που θα χορηγούνται από το Ε.Τ.Α.Τ. ενδέχεται να μην αυξηθούν, είναι απορριπτέο ως αβάσιμο, διότι, ανεξαρτήτως του ζητήματος ότι ο νομοθέτης λαμβάνει μέριμνα, ώστε να μην θιγεί το ύψος των καταβαλλομένων παροχών από τα αλληλοβοηθητικά ταμεία, σύμφωνα με τα ανωτέρω εκτεθέντα, πάντως, ως περιουσία προστατευμένη, κατά την έννοια του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου, θεωρείται το δικαίωμα που αποκτά, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, ο εργαζόμενος για την κατ’ αρχήν χορήγηση ασφαλιστικής παροχής. Εκ τούτου έπεται ότι το συνταξιοδοτικό δικαίωμα, το οποίο εμπίπτει μεν στην έννοια του περιουσιακού δικαιώματος, δεν προστατεύεται όμως ούτε το δικαίωμα σε σύνταξη ορισμένου ποσού, ούτε η προσδοκία για την χορήγηση μελλοντικών αυξήσεων στις ήδη καταβαλλόμενες παροχές (Σ.τ.Ε. 3487/2008 Ολομ. –βλ. και αποφάσεις Ε.Δ.Α.Δ. Αζινάς κατά Κύπρου της 20.6.2002 και Guygusuz κατά Αυστρίας της 16.9.1998). Ενόψει των ανωτέρω εκτεθέντων, δεν τίθεται ζήτημα παραβιάσεως ούτε του άρθρου 17 του Συντάγματος, ούτε του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α. και, συνεπώς, όλα τα ανωτέρω παράπονα των αιτούντων είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.

20. Επειδή, εξάλλου, με την κρινόμενη αίτηση προβάλλεται ότι η υποχρεωτική υπαγωγή των τραπεζοϋπαλλήλων στο Ε.Τ.Α.Τ. καθόλο το χρονικό διάστημα των προδιαληφθεισών δικαστικών διενέξεων συνιστά παράβαση του άρθρου 22 παρ. 2 του Συντάγματος περί συλλογικής αυτονομίας και των διατάξεων της Διεθνούς Συμβάσεως 98 «περί εφαρμογής των αρχών του δικαιώματος οργανώσεως και συλλογικής διαπραγματεύσεως», στις περιπτώσεις που το αλληλοβοηθητικό ταμείο έχει συσταθεί με συλλογική σύμβαση εργασίας.

21. Επειδή, με το άρθρο 22 παρ. 2 του Συντάγματος, το οποίο κατοχυρώνει την ελευθερία των συλλογικών διαπραγματεύσεων, ορίζεται ότι «Με νόμο καθορίζονται οι γενικοί όροι εργασίας, που συμπληρώνονται από τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας συναπτόμενες με ελεύθερες διαπραγματεύσεις και, αν αυτές αποτύχουν, με τους κανόνες που θέτει η διαιτησία». Εξάλλου, στο άρθρο 4 της Διεθνούς Συμβάσεως 98 «περί εφαρμογής των αρχών του δικαιώματος οργανώσεως και συλλογικής διαπραγματεύσεως», που κυρώθηκε με το ν.δ. 4205/1961 (ΦΕΚ Α΄ 174) και τέθηκε σε ισχύ από 30.3.1963 με το β.δ. 449/1962 (ΦΕΚ Α΄ 107), ορίζεται ότι πρέπει να λαμβάνονται, εφόσον είναι αναγκαίο, μέτρα που να ανταποκρίνονται στις εθνικές συνθήκες και να ενισχύουν, σε ευρύτατη κλίμακα, τη χρησιμοποίηση διαδικασιών, με τις οποίες οι εργοδότες και εργοδοτικές οργανώσεις αφενός και οργανώσεις εργαζομένων αφετέρου να έρχονται σε διαπραγματεύσεις για τη ρύθμιση των όρων με συλλογικές συμβάσεις. Το πρώτο και καίριο θέμα των συλλογικών διαπραγματεύσεων είναι η ρύθμιση των αποδοχών των μισθωτών, η οποία δεν μπορεί να γίνει από το νόμο κατά τρόπο αποκλειστικό, να αφαιρεθεί, δηλαδή, από την ύλη της συλλογικής συμβάσεως, εκτός αν τούτο επιβάλλεται από λόγους γενικότερου συμφέροντος, συνδεόμενους με τη λειτουργία της εθνικής οικονομίας (πρβλ. Σ.τ.Ε. 2289/1987 Ολομ.). Εξάλλου, κατά την έννοια της προεκτεθείσης συνταγματικής διάταξης, στους «όρους εργασίας», που αποτελούν επίσης πρωταρχικό αντικείμενο των συλλογικών συμβάσεων εργασίας και, συνεκδοχικώς, των συλλογικών διαφορών, δεν περιλαμβάνονται και θέματα υποχρεωτικής κοινωνικής ασφάλισης, όπως είναι η σύσταση ασφαλιστικού οργανισμού, η υπαγωγή στην ασφάλιση, ο καθορισμός πόρων, η είσπραξη ασφαλιστικών εισφορών, η καταβολή ασφαλιστικών παροχών κ.ά. (πρβλ. Σ.τ.Ε. 5024/1987 Ολομ.). Προς την ερμηνευτική αυτή εκδοχή του άρθρου 22 παρ. 2 του Συντάγματος είναι σύμφωνη και η σχετική νομοθεσία. Συγκεκριμένως, με το άρθρο 21 του ν. 3239/1955 (ΦΕΚ Α΄ 125) απαγορευόταν η δια συλλογικής συμβάσεως εργασίας ή διαιτητικής αποφάσεως σύσταση οργανισμού κοινωνικής ασφαλίσεως ή ο καθορισμός ή η τροποποίηση πόρων ή εισφορών υπέρ τέτοιου οργανισμού (άρθρο 21). Με το άρθρο 2 παρ. 3 του ν. 1876/1990 (ΦΕΚ Α΄ 27), ο οποίος κατάργησε, μεταξύ άλλων, το άρθρο 21 του ν. 3239/1955, ορίζεται ότι η συλλογική σύμβαση μπορεί να ρυθμίζει και ζητήματα κοινωνικής ασφαλίσεως, εκτός από τα συνταξιοδοτικά, εφόσον δεν έρχεται σε αντίθεση με τη συνταγματική τάξη και την πολιτική των δημοσίων φορέων κοινωνικής ασφαλίσεως. Με το άρθρο 43 παρ. 3 του ν. 1902/1990 (ΦΕΚ Α΄ 138) διευκρινίσθηκε ότι, στην έννοια των συνταξιοδοτικών θεμάτων που, κατά την ανωτέρω διάταξη, δεν μπορούν να αποτελέσουν περιεχόμενο συλλογικής συμβάσεως εργασίας περιλαμβάνεται, μεταξύ άλλων, η σύσταση ειδικών ταμείων ή λογαριασμών που χορηγούν περιοδικές παροχές ή εφάπαξ βοήθημα με επιβάρυνση του εργοδότη. Με τα ανωτέρω δεδομένα, κυρίως δε με την εκδοχή ότι, κατά την έννοια του άρθρου 22 παρ. 2 του Συντάγματος, το αντικείμενο των συλλογικών συμβάσεων εργασίας και, συνεκδοχικώς, των συλλογικών διαφορών, δεν περιλαμβάνονται και θέματα υποχρεωτικής κοινωνικής ασφάλισης, ο πιο πάνω λόγος ακυρώσεως ότι η υποχρεωτική υπαγωγή των τραπεζοϋπαλλήλων στο Ε.Τ.Α.Τ. καθόλο το χρονικό διάστημα των προδιαληφθεισών δικαστικών διενέξεων συνιστά παράβαση του άρθρου 22 παρ. 2 του Συντάγματος περί συλλογικής αυτονομίας, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Εξάλλου, εφόσον οι πιο πάνω ρυθμίσεις δεν αντίκεινται στην πιο πάνω συνταγματική διάταξη, δεν γεννάται ζήτημα αντιθέσεως αυτών προς την ανωτέρω διεθνή σύμβαση, η οποία έχει ήδη καταστεί μέρος του εσωτερικού ελληνικού δικαίου και, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, έχει ανώτερη τυπική ισχύ από τον κοινό νόμο (ΣτΕ 2289/1987 Ολομ.).

22. Επειδή, τέλος, οι προεκτεθείσες ρυθμίσεις των παρ. 6 και 7 του άρθρου 62 του νόμου 3371/2005 δεν έρχονται σε αντίθεση ούτε προς το άρθρο 23 παρ. 1 του Συντάγματος, κατά το οποίο «Το Κράτος λαμβάνει τα προσήκοντα μέτρα για τη διασφάλιση της συνδικαλιστικής ελευθερίας και την ανεμπόδιστη άσκηση των συναφών δικαιωμάτων εναντίον κάθε προσβολής τους, μέσα στα όρια του νόμου», ούτε προς τις συναφείς προς αυτό διατάξεις των άρθρων 3 παρ. 1 και 8 παρ. 2 της Διεθνούς Συμβάσεως 87 «περί συνδικαλιστικής ελευθερίας και προστασίας του συνδικαλιστικού δικαιώματος», η οποία έχει ήδη καταστεί μέρος του εσωτερικού ελληνικού δικαίου, κυρωθείσα με το ν.δ. 4204/1961 (ΦΕΚ Α΄ 174) και, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, έχει ανώτερη τυπική ισχύ από τον κοινό νόμο, και τέθηκε σε ισχύ από 30.3.1963 με το β.δ. 446/1962 (ΦΕΚ Α΄ 107). Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο περί του αντιθέτου προβαλλόμενος λόγος ακυρώσεως, εφόσον μάλιστα με αυτόν δεν προβάλλονται ειδικότερες πλημμέλειες των πιο πάνω ρυθμίσεων που να είναι αντίθετοι με το άρθρο 23 παρ. 1 του Συντάγματος και τα άρθρα 3 παρ. 1 και 8 παρ. 2 της ανωτέρω Διεθνούς Συμβάσεως.

23. Επειδή, ενόψει των εκτεθέντων, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να γίνουν δεκτές οι ασκηθείσες παρεμβάσεις. 

Σημείωμα

Για τις αλλαγές που επέφερε ο ν. 3371/2005 στην ασφάλιση των τραπεζοϋπαλλήλων και τα ζητήματα συνταγματικότητας που εγείρουν οι διατάξεις του και τα οποία επέλυσε η Ολομέλεια βλ. Άρτ. Αναγνώστου-Δεδούλη, Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Τραπεζοϋπαλλήλων (ΕΤΑΤ): Λύση ή απειλή ή, η ευκαιρία που χάθηκε;, ΕΔΚΑ 2006, σ. 1 επ., Άρ. Καζάκου/Αντ. Μανιτάκης/Δ. Τραυλού-Τζανετάτου, Η επικουρική ασφάλιση των τραπεζοϋπαλλήλων. Ζητήματα αντισυνταγματικότητας (Ν. 3371/2005), Εκδ. Αντ.Ν. Σάκκουλα 2006, Ανδρ. Ματθαίου, Περί της νομιμότητας της υπαγωγής του προσωπικού της Τράπεζας Αττικής Α.Ε. στο Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Τραπεζοϋπαλλήλων (ΕΤΑΤ) (γνμδ.), ΕΔΚΑ 2006, σ. 18 επ.

Α.Κ.

Η μετάβαση στη Δημοκρατία και το Σύνταγμα του 1975

Γιώργος Κασιμάτης

Η μετάβαση στη Δημοκρατία και το Σύνταγμα του 1975
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Η μετάβαση στη δημοκρατία το 1974/1975 στην Ελλάδα είναι ένα ευρύτερης ιστορικής και πολιτικής σημασίας γεγονός της πολιτικής και της συνταγματικής μας ιστορίας, του οποίου οι καταβολές είναι πολύ πιο βαθιές και σύνθετες από τη δύναμη των ιστορικών συγκυριών που συνέβαλαν στην τελική μορφοποίησή του. Ο ευρωπαϊκός προσανατολισμός και ο πολιτικός και συνταγματικός φιλελευθερισμός είναι δύο διαχρονικοί ονοματικοί προσδιορισμοί, ένας ιστορικο-γεωγραφικός και ένας ιδεολογικο-πολιτικός, που σημαίνουν, για την Ελλάδα, το ίδιο πράγμα. Αυτό που σημαίνουν αποτέλεσε τη βάση της νεότερης πολιτικής και συνταγματικής μας ιστορίας, η οποία, το 1975, χωρίς μεταβολή ουσίας και χαρακτήρα, ενισχύθηκε και ανανεώθηκε. Συνεπώς, η εκδοτική ένταξη από τη Βουλή των Ελλήνων στον τόμο «30 χρόνια από το Σύνταγμα του 1975» της συνταγματικής αλλαγής του 1974/1975 στην ιστορική σειρά των ελληνικών Συνταγμάτων από το Ρήγα έως σήμερα δεν εκφράζει απλώς την κατάταξή της στη θέση της χρονολογικής της σειράς, αλλά την διαπλαστική σχέση που τη συνδέει με τη συνταγματική μας ιστορία.
Δε χρειάζεται να εντρυφήσει κανείς στη νεότερη ευρωπαϊκή ιστορία για να διαπιστώσει ότι η αστική επανάσταση του τελευταίου τέταρτου του 18ου αιώνα, σε όλα τα μεγάλα κέντρα της αστικής δημοκρατίας, στην Αγγλία, στη Βόρεια Αμερική και στη Γαλλία, ήταν και έμειναν στα χέρια των συντηρητικών πολιτικών δυνάμεων. Τα μεγάλα κοινωνικά, σοσιαλιστικής κατεύθυνσης, ιδεολογικά και πολιτικά κινήματα, που στην ηπειρωτική Ευρώπη πήραν τρεις φορές επαναστατικές διαστάσεις: κατά τη Γαλλική Επανάσταση (κυρίως μετά την πτώση των Γιρονδίνων), κατά την περίοδο των ήπιων επαναστατικών κινητοποιήσεων των μέσων του 19ου αιώνα (με ορόσημο το 1848) και της κομμουνιστικής επανάστασης (με κορύφωση την Οκτωβριανή Επανάσταση), δεν μπόρεσαν να επιβληθούν. Η αστική δημοκρατία θεμελιώθηκε και οικοδομήθηκε εξαρχής στις βάσεις του οικονομικού και του πολιτικού λιμπεραλισμού και, ασφαλώς, στις ιδέες του Διαφωτισμού, ο οποίος, όμως, δεν μπορούσε, από τη φύση του, να βοηθήσει πολιτικά τις σοσιαλιστικές κινητοποιήσεις της Ευρώπης κατά την περίοδο του περάσματος από τη φεουδαρχία στην αστική δημοκρατία. Η διανόηση, που ήταν δημιουργός και φορέας των ιδεών του, συνεργάσθηκε άμεσα με τη μέση και ανώτερη τάξη των αστών, ενώ μόνο έμμεσα επηρέασε τα κατώτερα στρώματα[1].
Την ίδια ιδεολογική και πολιτική πορεία ακολούθησε και η ελληνική συνταγματική ιστορία. Από την εποχή της προετοιμασίας της Ελληνικής Επανάστασης, ο εθνικοαπελευθερωτικός Αγώνας ήταν και παρέμεινε στα χέρια των συντηρητικών και των διανοουμένων του Διαφωτισμού[2]. Σ’ αυτές τις ιδεολογικο-πολιτικές βάσεις του πολιτικού και του οικονομικού λιμπεραλισμού διαπλάστηκε ο ελληνικός συνταγματισμός.
Η Ελλάδα, παρά το ότι δεν ανήκε –με εξαίρεση την Επτάνησο– στο κοινωνικο-πολιτικό σύστημα της Δύσης, στο σύστημα της οργανωμένης δυτικής φεουδαρχίας και της μοναρχίας, και παρά την ελλιπή και άναρχη δόμηση της επί αιώνες υπόδουλης ελληνικής κοινωνίας, βρέθηκε όχι μόνο στο εθνικο-απελευθερωτικό άρμα της δυτικής Ευρώπης, αλλά και στην πολιτισμική και την ιδεολογικο-πολιτική της πορεία. Ο προσανατολισμός αυτός δεν ήταν επιφανειακός, ούτε τεχνητός, ούτε συγκυριακός, ούτε απλώς πολιτικός. Δεν είχε, για παράδειγμα, κανένα συγκριτικό στοιχείο με τον πολύ μεταγενέστερο, εξωτερικού πολιτικού χαρακτήρα, «ευρωπαϊκό προσανατολισμό» της Τουρκίας. Η ευρωπαϊκή πορεία της Ελλάδας δεν ήταν, καταρχήν, «προσανατολισμός»· είχε όλα τα χαρακτηριστικά μιας «φυσικής» ιστορικής συνύπαρξης και πολιτισμικής συμπόρευσης της ελληνικής κοινωνίας με την Ευρώπη. Όλα τα στοιχεία μαρτυρούσαν και μαρτυρούν ότι η Ελλάδα ήταν στην Ευρώπη, ιδίως στη μεσογειακή Ευρώπη –απλώς υπό την πολιτική κυριαρχία μιας αυτοκρατορίας της Ανατολής. Βασικά στοιχεία-δεσμοί αυτής της ευρωπαϊκής συνύπαρξης ήταν: η ελληνική πηγή, παράδοση και ταυτότητα του ευρωπαϊκού πολιτισμού, η επιβίωση και η ενεργός παρουσία σε μεγάλα ευρωπαϊκά κέντρα ισχυρών εστιών ελληνικής παράδοσης και ελληνικού πολιτισμού, η χριστιανική θρησκεία με τα πολιτισμικά και δογματικά χαρακτηριστικά της ορθοδοξίας και, κυρίως, η επιβίωση της ελληνικής εθνότητας με όλα τα στοιχεία νοοτροπίας και φιλελεύθερου χαρακτήρα της φυλής.
Με τα ιστορικά και πολιτισμικά αυτά δεδομένα, ο εθνικο-απελευθερωτικός Αγώνας της Ελλάδας ήταν φυσικό να αρχίσει την πολιτική και τη συντακτική δόμηση της νέας ελληνικής πολιτείας με το πολίτευμα της αστικής δημοκρατίας χωρίς κληρονομικό αρχηγό του κράτους και στη βάση των ιδεών της αστικής επανάστασης και του Διαφωτισμού. Μετά την εμφύτευση του ξένου σώματος της μοναρχίας στην Ελλάδα, μετεξελίχθηκε, με γοργούς, πρωτοποριακούς στην Ευρώπη, ρυθμούς, από την απόλυτη μοναρχία, μέσω της συνταγματικής μοναρχίας, στη βασιλευόμενη δημοκρατία· δηλαδή, από την απόλυτη κυριαρχία του μονάρχη, μέσω της συμβατικής περιορισμένης λαϊκής και μοναρχικής κυριαρχίας, στην πλήρη θεσμική λαϊκή κυριαρχία.
Με μια προσεκτική προσέγγιση της πολιτικής και της συνταγματικής μας ιστορίας, βλέπει κανείς καθαρά ότι η μοναρχία, με οποιαδήποτε μορφή, παρέμεινε πάντοτε ως ξένο σώμα στην ελληνική πολιτεία. Οι διαρκείς και ατελεύτητες παρεμβάσεις της στην πολιτική ζωή της χώρας δεν ήταν τυχαίες: ήταν υποχρεωμένη να αναζητά συνεχώς, με πολιτικά ανταλλάγματα, Ηρακλείς για τη στήριξή της. Όλες οι μεγάλες πολιτικές ανωμαλίες λειτουργίας του πολιτεύματος ενείχαν το στοιχείο της αντιπαράθεσης μοναρχικών και αντιμοναρχικών συμφερόντων. Έτσι, η αβασίλευτη δημοκρατία υπέφωσκε συνεχώς, και όταν δεν εκδηλωνόταν, ως πάγιο ζωντανό πολιτικό αίτημα του ελληνικού λαού. Η δημοκρατία χωρίς κληρονομικό αρχηγό θεσπίστηκε ελεύθερα τρεις φορές με τον αγώνα των ελληνικών πολιτικών δυνάμεων και καταλύθηκε τις δύο πρώτες με την παρέμβαση των δυνάμεων που επέβαλαν και στήριξαν τη μοναρχία. Την τρίτη φορά, η Τρίτη Δημοκρατία, η δημοκρατία του 1974/1975, εδραιώθηκε οριστικά, περίπου ενάμιση αιώνα από την Πρώτη και μισό αιώνα από τη Δεύτερη.
Σταθερό στοιχείο όλων των πολιτειακών φάσεων και μεταβολών ήταν ο φιλελεύθερος χαρακτήρας του ιδεολογικού και του κοινωνικοπολιτικού συστήματος της χώρας, καθώς, βεβαίως, και του συνταγματικού συστήματος, του ελληνικού συνταγματισμού. Ο οικονομικός φιλελευθερισμός, ο οποίος διήνυσε το μέγιστο μέρος της πολιτικής μας ιστορίας με την κλασική του φυσιογνωμία για να προσλάβει πρόσφατα και στοιχεία του νεοφιλελευθερισμού, παρέμεινε σταθερή βάση του κοινωνικοπολιτικού μας συστήματος. Ο εγγενής ελληνικός κρατισμός, μη έχοντας ιδεολογικο-κοινωνικές βάσεις, δεν επηρέασε, ασφαλώς, τη φυσιογνωμία ούτε την ισχύ του οικονομικού φιλελευθερισμού· απλώς έφθειρε το θεσμικό κράτος και διέφθειρε τον ίδιο. Ούτε, όμως, το εκτεταμένο, αλλά άναρχο και ανοργάνωτο κοινωνικό κράτος άσκησε επιρροή στο οικονομικο- και κοινωνικο-πολιτικό σύστημα. Η ευρεία κοινωνική πολιτική που θεσμοποιείται στην Ελλάδα δεν ήταν προϊόν ταξικών αγώνων, όσο προϊόν πολιτικών και μικροπολιτικών σκοπιμοτήτων. Ταίριαζε, άλλωστε, με τον εγγενή κρατισμό. Οι σοσιαλιστικές πολιτικές δυνάμεις της χώρας όλου του αριστερού φάσματος, οι οποίες, παρά τους απηνείς, συνεχείς και μακροχρόνιους διωγμούς, είχαν και έχουν σταθερή παρουσία στο πολιτικό μας σύστημα, συνέβαλαν, αναμφίβολα, στην ανάπτυξη της κοινής αντίληψης της δημοκρατίας, του κοινωνικού κράτους δικαίου και της κοινωνικής πολιτικής· δεν επηρέασαν, όμως, την πολιτική επιβολή του φιλελευθερισμού.
Σταθερός υπήρξε στη συνταγματική μας ιστορία ο πολιτικός και ο συνταγματικός φιλελευθερισμός της αστικής δημοκρατίας. Ανεστάλη, βεβαίως, πολλές φορές και, αθροιστικά, για πολλά χρόνια. Οι διακοπές, όμως, αυτές δεν ήταν ιδεολογικο-πολιτικές, αλλά προϊόν πολιτειακού αυταρχισμού σε περιόδους πολιτικής ανωμαλίας.
Είναι χαρακτηριστικό και συγχρόνως αποκαλυπτικό ότι το Σύνταγμα του 1927, το οποίο είχε ως πρότυπο το Σύνταγμα της Βαϊμάρης του 1919, μετέφερε πλήρη τον πολιτικό και το συνταγματικό φιλελευθερισμό του προτύπου, όχι όμως και το πρωτοποριακό τότε – έστω και φιλελεύθερης βάσης – σύστημα κοινωνικών δικαιωμάτων και εγγυήσεων που περιείχε. Από το σύστημα αυτό, που ήταν ευρύτατου φάσματος, μόνο ορισμένα ψήγματα περιελήφθησαν στο Σύνταγμα του 1927 [3]. Και τούτο, παρά το ότι καθοριστικό ρόλο στη συνταγματική μεταβολή του 1925-1927 έπαιξε το κόμμα «Δημοκρατική Ένωση» με αρχηγό τον Αλέξανδρο Παπαναστασίου και με καταγωγή από την «Εταιρεία των Κοινωνιολόγων» του 1908. Οι λόγοι, ασφαλώς, αυτού του φαινομένου είναι πολυσύνθετοι[4]. Ωστόσο, ένας από αυτούς είναι περισσότερο φανερός: ο λόγος ότι ο πολιτικός στόχος που κυριάρχησε την εποχή εκείνη ήταν η εκρίζωση της μοναρχίας και η εγκαθίδρυση μιας δημοκρατίας στις βάσεις του φιλελευθερισμού – μια ιδεολογική και πολιτική αντίληψη που κυριάρχησε και μισό αιώνα αργότερα, το 1974/1975. Φαίνεται ότι και οι προοδευτικές πολιτικές δυνάμεις κοινωνικής κατεύθυνσης, που είχαν ισχυρό λόγο στις τότε συντακτικές διαδικασίες, θεωρούσαν αυτό ως πρώτο μεγάλο και αναγκαίο βήμα για παραπέρα βαθύτερες κοινωνικές τομές –οι οποίες, βεβαίως, δεν ήλθαν ποτέ. Ακόμη πιο ενδιαφέρον είναι το γεγονός ότι οι πολιτικές αυτές δυνάμεις της πλειοψηφίας είχαν μεγάλη εμπιστοσύνη στη δημοκρατία του πολιτικού φιλελευθερισμού, έστω και συζευγμένη με τον οικονομικό φιλελευθερισμό, που ενέκλειε, υπό τη συνταγματική εγγύηση της ιδιοκτησίας, τις δυνάμεις της οικονομικής ολιγαρχίας[5]. Η εμπιστοσύνη αυτή δεν ήταν μόνο ελληνική. Αυτό ήταν το πνεύμα της Βαϊμάρης, που κατέπνιξαν λίγο αργότερα ο φασισμός και ο εθνικοσοσιαλισμός: η κατάκτηση της δημοκρατίας χωρίς κληρονομικό αρχηγό και στη βάση πλήρους πολιτικού και συνταγματικού φιλελευθερισμού παρέχει όλες τις δυνατότητες συλλογικής ανάπτυξης της κοινωνίας.
Από την κατάλυση της Δεύτερης Δημοκρατίας μέχρι την εγκαθίδρυση της Τρίτης, δεν μπορεί να κάνει κανείς λόγο για ύπαρξη δημοκρατίας –ακόμη και κατά την περίοδο 1945-1967, κατά την οποία ίσχυε ένα κατ’ επίφαση δημοκρατικό πολίτευμα, με πλήρη ισχύ των έκτακτων μέτρων (του γνωστού «παρασυντάγματος») και με καθεστώς αστυνομικού κράτους. Κατά τη μακρά αυτή περίοδο, όπου είχαμε δύο, με νόθες διαδικασίες δημοκρατικής νομιμοποίησης, επανεγκαθιδρύσεις της μοναρχίας, δύο δικτατορίες, τα δεινά της εχθρικής κατοχής και το μακρό και τεχνητά παρατεταμένο εμφυλιοπολεμικό κλίμα καθεστώτος αναστολής των ελευθεριών, δεν μπόρεσε ούτε καν να πληροφορηθεί ο ελληνικός λαός για την κοσμογονική εξέλιξη που προωθούσε και βίωνε τότε η δυτική Ευρώπη στο συνταγματικό και στο διεθνούς δικαίου πεδίο.
Όπως κάθε αυταρχισμός, έτσι και τα διαφόρων μορφών αυταρχικά καθεστώτα αυτής της περιόδου στην Ελλάδα συνέβαλαν στην ενδυνάμωση του πολιτικού και του συνταγματικού φιλελευθερισμού, ο οποίος, κάτω από τις επεμβάσεις των ξένων δυνάμεων, τη στυγνή επιβολή του κατακτητή, τις παραβιάσεις του πολιτεύματος από τα ανάκτορα και τα ανελεύθερα μέτρα του αστυνομικού κράτους, αναδείχθηκε σε θεμελιώδη πολιτική αξίωση του ελληνικού λαού με ιδεολογικές διαστάσεις. Αυτό δεν είναι κάτι το αφύσικο. Ο πολιτικός φιλελευθερισμός που γεννιέται και χαλυβδώνεται σε περιόδους πολιτικής καταπίεσης ξεπερνά τα όρια διαμόρφωσης των συνταγματικών θεσμών και των λειτουργιών του πολιτεύματος. Παραμερίζοντας, αποδυναμώνοντας ή και απορροφώντας κάθε κοινωνικό προβληματισμό και κάθε πολιτική δράση για την ανάπτυξη ή βελτίωση του κοινωνικού συστήματος, γίνεται τροφός κάθε μορφής πολιτικής αντίστασης κατά του αυταρχισμού. Αυτό ακριβώς συνέβη κατά τη σκοτεινή περίοδο των σαράντα χρόνων 1935-1974, η οποία, με διάφορες μορφές αυταρχισμού, εξέθρεψε έναν πολιτικό φιλελευθερισμό με στόχους ανατροπής όλων των βασικών μέσων και πηγών του: την κατάλυση της εξάρτησης από τις ξένες δυνάμεις, την οριστική εκρίζωση της μοναρχίας και την εγκαθίδρυση μιας φιλελεύθερης δημοκρατίας –μακριά, όμως, από τη διαμόρφωση αρχών κοινωνικής πολιτικής και ιδεολογίας.
Η προσήλωση αυτή στον πολιτικό φιλελευθερισμό δεν άφησε περιθώρια ούτε στην επιστημονική σκέψη να ασχοληθεί με τα βαθύτερα δικαιικά προβλήματα του μεταπολεμικού συνταγματισμού, που απασχολούσαν ευρύτατα τη συνταγματική θεωρία και πράξη των χωρών της δυτικής Ευρώπης. Οι εκπρόσωποι της συνταγματικής επιστήμης και γενικότερα του δημόσιου δικαίου της περιόδου 1944-1974 αναμασούσαν τις ξεπερασμένες πια ιδέες του κλασικού πολιτικού φιλελευθερισμού και στην καλύτερη περίπτωση είχαν αναβιώσει το συνταγματικό φιλελευθερισμό της Βαϊμάρης. Δεν είχαν φροντίσει να πληροφορηθούν για τους τέσσερις μεγάλους άξονες της μεταπολεμικής εξέλιξης του δημόσιου δικαίου: τη διεθνοποίηση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και της δημοκρατικής αρχής, που αποτελούσε την αφετηρία και το πρώτο θεμέλιο της υπερεθνικής έννομης τάξης, τη δικαιοποίηση του σεβασμού της αξίας του ανθρώπου και γενικά την ανθρωποκεντρική μετάπλαση των θεμελιωδών δικαιωμάτων και αρχών, την πλήρη δικαιοποίηση και ανάπτυξη της αρχής του κοινωνικού κράτους δικαίου και των εγγυήσεων των κοινωνικών δικαιωμάτων και, τέλος, τη σχέση κράτους και οικονομίας, κυρίως ως προς τον κοινωνικό και το δημόσιο έλεγχο της οικονομικής ισχύος[6]. Οι άξονες αυτοί, κατά την περίοδο που αγνοούνταν στη χώρα μας, δεν ήταν απλώς γέννημα της θεωρίας· αποτελούσαν, ήδη από τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, τη βάση πολυμερών διεθνών συμβάσεων ευρύτατης ισχύος, θεμελιωδών διατάξεων στα νέα συνταγματικά κείμενα και αντικείμενο της καθημερινής θεωρίας και πράξης.
Μια άλλη συνέπεια του τεσσαρακονταετούς αυταρχισμού ήταν η ενίσχυση ενός άκαμπτου και απάνθρωπου οικονομικού φιλελευθερισμού, χωρίς κοινωνικές αρχές. Δεδομένου ότι ο πολιτικός αυταρχισμός είχε συντηρητική προέλευση, δεν άφησε έδαφος καλλιέργειας ιδεών και ανάπτυξης γνώσης κοινωνικού κράτους. Καμία έρευνα και καμία διδασκαλία στον τομέα των νέων τότε κοινωνικών επιστημών δεν υπήρχε[7]. Σ’ αυτό το κλίμα ένδειας του εκπαιδευτικού συστήματος, ούτε ο οικονομικός φιλελευθερισμός μπόρεσε να εξελιχθεί, όπως στις άλλες ανεπτυγμένες χώρες της Ευρώπης. Αντίθετα, μέσα από το σκοτάδι της αδιαφάνειας, ενισχυόταν συνεχώς με φαύλα μέσα, με αποτέλεσμα ο ίδιος να διαβρωθεί, χωρίς να μπορέσει να δημιουργηθεί θεσμική βάση ή να αναπτυχθεί οποιαδήποτε προσπάθεια υγιούς ανάπτυξης του ιδιωτικού τομέα, ακόμη και σε καπιταλιστική βάση. Έτσι, αποδείχθηκε για άλλη μια φορά ότι ο πολιτικός αυταρχισμός αποτυγχάνει τελικώς σε όλους τους τομείς.
Ο μακροχρόνιος πολιτικός αυταρχισμός, που κορυφώθηκε με την τελευταία δικτατορία, δημιούργησε πια, στο σύνολο του ελληνικού λαού και σε όλες τις πολιτικές δυνάμεις, την πολιτική θέληση και αξίωση αποτίναξης κάθε μορφής ζυγού και της εγκαθίδρυσης μιας γνήσιας κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, με κάλυψη του μεγάλου κενού, που είχε δημιουργήσει η τριακονταετής πολιτική καθυστέρηση της χώρας μας, από το τέλος του Πολέμου με όλες τις κατακτήσεις της Ευρώπης στον τομέα του συνταγματικού συστήματος και του δικαίου. Η πολιτική αυτή θέληση δεν ήταν μόνο ελληνική, αλλά και ευρωπαϊκή απέναντι στη χώρα μας. Αυτό είχε ήδη δείξει η στάση του Συμβουλίου της Ευρώπης και των ευρωπαϊκών χωρών απέναντι στη στρατιωτική δικτατορία. Συνεπώς, καμιά άλλη πολιτική δεν ήταν δυνατή το 1974, εκτός από αυτή που πραγματοποιήθηκε.
Δεν ήταν μόνο η μετάβαση στη δημοκρατία, αλλά και η φιλελεύθερη φυσιογνωμία της συνταγματικής μεταβολής του 1974/1975 πολιτικά προδιαγεγραμμένη στο ιστορικό γίγνεσθαι της Ευρώπης. Αυτό που παρατηρεί ο Σβώλος το 1928[8], ότι ο φιλελευθερισμός αποτελούσε ανιούσα παράδοση από το 1844 –θα έλεγα: από το 1821– με ιδιαίτερη ενίσχυση το 1927, αποτελεί πραγματικότητα που ισχύει μέχρι σήμερα και στην Ελλάδα και σε ολόκληρη την Ευρώπη. Ο πολιτικός και ο συνταγματικός φιλελευθερισμός ήταν πάντοτε άρρηκτα συνδεδεμένοι με τον οικονομικό φιλελευθερισμό. Δε θα μπορούσε, άλλωστε, να είναι διαφορετικά: ούτε ο πολιτικός και ο συνταγματικός φιλελευθερισμός νοούνται χωρίς τον οικονομικό, αλλά ούτε –σήμερα πια– και αντιστρόφως.
Από τις προηγούμενες σκέψεις προκύπτει ότι οι πολιτικές δυνάμεις που επικράτησαν κατά κράτος και χειρίστηκαν τη συνταγματική μεταβολή του 1974/1975 δεν μπορούσε ιστορικά να είναι άλλες από τη συντηρητική παράταξη ευρωπαϊκού προσανατολισμού. Την ευρωπαϊκή πολιτική και την πορεία προς την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση είχε, όπως σημειώθηκε, ενισχύσει πολιτικά σε μεγάλο βαθμό η στάση της Ευρώπης απέναντι στη δικτατορία. Αυτό που είναι συγκυριακό στη συνταγματική εγκαθίδρυση της Γ΄ Δημοκρατίας είναι ότι η συντακτική θεσμοθέτηση του εξελιγμένου συνταγματικού φιλελευθερισμού της Ευρώπης –σε σύζευξη, βεβαίως, με τις συνταγματικές βάσεις του οικονομικού φιλελευθερισμού– έγινε από τους πολιτικούς χειριστές της μετάβασης στη δημοκρατία, παρά τις όποιες ατέλειες, σε ευρωπαϊκά σωστή, σε ευρωπαϊκού επιπέδου βάση. Δεν ήταν απλώς μια ακατέργαστη εισαγωγή αλλά μια ποιοτική «αποδοχή» (receptio). Έτσι, ο φιλελευθερισμός του συντακτικού έργου της Ε΄ Αναθεωρητικής Βουλής δεν αποτελούσε έκφανση του κλασικού φιλελευθερισμού, αλλά ενείχε και στοιχεία του νεο-φιλελευθερισμού, ο οποίος είχε ήδη αποδεχθεί, στην πολιτική θεωρία και στην πολιτική πράξη της Ευρώπης, ως στρατηγικό σύμμαχο το κοινωνικό κράτος, σε όρια, βεβαίως, οικονομικού φιλελευθερισμού.
Οι πολιτικές δυνάμεις μιας ευρύτερης στήριξης του κοινωνικού κράτους και της ενίσχυσης του ρυθμιστικού ρόλου του στην οικονομία δεν είχαν, για τους ιστορικούς λόγους που υπονοούνται πιο πάνω, την κοινωνική και την κοινοβουλευτική δύναμη για να επιβάλουν στη συνταγματική μεταβολή την ουσιαστική σφραγίδα τους. Παροθσίασαν, παρά ταύτα, έντονη ζωτικότητα Δεν είχαν την απάθεια και τη συμβιβαστική απραξία των αντίστοιχων δυνάμεων του 1927. Οι λίγες σοσιαλιστικές δυνάμεις του εφηβικού και μικρού τότε ΠΑΣΟΚ και της παραδοσιακής αριστεράς, η οποία μόλις είχε αρχίσει να συνέρχεται από το καθεστώς της παρανομίας και τους μακροχρόνιους διωγμούς των μελών της, μαζί με τη συρρικνωμένη κεντρώα παράταξη, που διέτρεχε τα τελευταία χρόνια ύπαρξής της, ασκούσαν έντονη συντακτική αντιπολίτευση. Ιδιαίτερα πρέπει να υπογραμμισθεί η μαχητικότητα του εφηβικού τότε ΠΑΣΟΚ και της Ενωμένης Αριστεράς, παρά τη βαθιά εσωτερική ιδεολογικοπολιτική διαίρεσή της. Με την πολιτική πίεση που ασκούσε ο αντιπολιτευτικός αυτός αγώνας μέσα και έξω από τη Βουλή, τα κόμματα της αντιπολίτευσης στην Ε΄ Αναθεωρητική Βουλή συνέβαλαν καθοριστικά στη διεύρυνση της δημοκρατίας και των κοινωνικών εγγυήσεων στο νέο Σύνταγμα. Δεν είχαν, βεβαίως, επεξεργασμένες προτάσεις, κατάλληλες για συντακτικό έργο. Αυτό ήταν φυσικό, αν λάβει κανείς υπόψη του τη μακροχρόνια περίοδο του αυταρχισμού και τις συνέπειές του, που περιγράψαμε πιο πάνω.
Ο τρόπος και ο στόχος συγγραφής αυτού του πονήματος για τις βάσεις του Συντάγματος του 1975 και της Γ΄ Δημοκρατίας εκτίθεται στον Επίλογο του βιβλίου, που μπορεί να συνοψισθεί στην εξής πρόταση: η ανάδειξη της μετάβασης στη δημοκρατία και της συνταγματικής μεταβολής του 1974/1975, ως σημαντικού σταθμού της συνταγματικής μας ιστορίας, ως ιστορίας του πολιτικού και του συνταγματικού φιλελευθερισμού ευρωπαϊκών αρχών και βάσεων. Το πόνημα αυτό αναφέρεται αποκλειστικά στην εγκαθίδρυση και στο συντακτικό έργο του 1974/1975. Αυτό το έργο μπορεί, ασφαλώς, να φωτιστεί σε μεγαλύτερο βάθος με τη μελέτη της μετέπειτα τριακονταετούς εφαρμογής του και των δύο αναθεωρήσεών του.
Πειραιάς, Μάιος 2005
Γιώργος Κασιμάτης


ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ
Το Σύνταγμα 1975 είναι προϊόν μιας ουσιαστικής καμπής της συνταγματικής και της πολιτικής μας ιστορίας, που σφραγίστηκε με την ιστορική συγκυρία της επιβολής και της κατάρρευσης της δικτατορίας της 21ης Απριλίου 1967. Συνεπώς, για να κατανοήσει κανείς βαθύτερα τη μεγάλη αυτή καμπή και τον Καταστατικό Χάρτη που παρήγαγε, δεν μπορεί να παρακάμψει τη δικτατορική παρέμβαση του 1967-1974.
Όταν είχε κορυφωθεί η αντίδραση του ελληνικού λαού κατά των αλλεπάλληλων και προκλητικών παρεμβάσεων των ανακτόρων στην πολιτική ζωή της χώρας και του ξένου παράγοντα στα εθνικά μας ζητήματα, παρενέβη ο στρατός, την κατέπνιξε και, καταλύοντας το δημοκρατικό πολίτευμα, εγκαθίδρυσε την επταετή στρατιωτική δικτατορία. Το αυταρχικό καθεστώς δεν κατέλυσε μόνο τη δημοκρατία και τις πολιτικές ελευθερίες του ελληνικού λαού, αλλά, παραβιάζοντας εγκληματικά θεμελιώδεις αρχές της εθνικής πολιτικής, έπληξε βαρύτατα τα εθνικά συμφέροντα της χώρας και το εθνικό αίσθημα των Ελλήνων. Αποκορύφωμα της ξενοκίνητης αυτής πολιτικής ήταν η ευθύνη για το πραξικόπημα της Κύπρου, την απόπειρα δολοφονίας του Προέδρου της Αρχιεπισκόπου Μακαρίου και την τουρκική εισβολή στη Μεγαλόνησο.
Η επιβολή της επτάχρονης στρατιωτικής δικτατορίας είχε σοβαρές πολιτικές συνέπειας, που άσκησαν ουσιαστική επίδραση στην πορεία της χώρας. Ειδικότερα, μπορεί κανείς να αναφέρει τα ακόλουθα:
(α) Εξήγειρε το φρόνημα του ελληνικού λαού και προκάλεσε την αποδοκιμασία της συντριπτικής πλειονότητας του. Μεγάλη μερίδα του κατέστη ενεργός με το σχηματισμό πολυάριθμων αντιστασιακών οργανώσεων, που ανέπτυξαν ευρύτατο συνολικό φάσμα δράσης στο εσωτερικό και στο εξωτερικό. Κορυφαία γεγονότα της αντίστασης ήταν οι εξεγέρσεις της Νομικής Σχολής και του Πολυτεχνείου.
(β) Προκάλεσε την αποδοκιμασία και τις αντιδράσεις της πλειονότητας των λαών και κρατών της διεθνούς κοινότητας, με κορυφαίο γεγονός την καταδίκη της δικτατορικής κυβέρνησης και τον εξαναγκασμό της τελευταίας σε καταγγελία της Σύμβασης της Ρώμης «Περί Προασπίσεως των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών» και αποχώρηση από το Συμβούλιο της Ευρώπης. Υπενθυμίζεται εδώ το βαρύ πολιτικό πλήγμα που επέφερε στο αυταρχικό καθεστώς η διεξαγωγή «της ελληνικής υπόθεσης» («L’affairegrecque») στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου στο Στρασβούργο, όπου αποκαλύφθηκαν τα βασανιστήρια και γενικότερα οι παραβιάσεις της Ευρωπαϊκής Σύμβασης.
(γ) Τραυμάτισε βαρύτατα το εθνικό αίσθημα του Ελληνισμού με την εγκληματική συνέργεια του καθεστώτος στα γεγονότα της Κύπρου και κλόνισε τους παλαιούς συμμαχικούς δεσμούς της χώρας.
(δ) Έπληξε καίρια τις ήδη ασθενείς και τραυματισμένες πολιτικές βάσεις του θεσμού της μοναρχίας στην Ελλάδα και όξυνε στο έπακρο το εγγενές δημοκρατικό αίσθημα του ελληνικού λαού. Αυτό προσανατόλισε τις υγιείς πολιτικές δυνάμεις του προς την αναζήτηση ενός νέου συντάγματος, που θα θέσπιζε πλήρεις εγγυήσεις των θεμελιωδών δικαιωμάτων, θα εγκαθίδρυε ένα σύγχρονο δημοκρατικό πολίτευμα, χωρίς θεσμικά κατάλοιπα και εστίες αυταρχισμού, και θα διασφάλιζε την ανεξαρτησία του ελληνικού λαού απέναντι στην ξένη επιβουλή.
(ε) Η σημαντικότερη, ίσως, συνέπεια της δικτατορίας, ως ιστορικής συγκυρίας για τη συντακτική πολιτική του 1974-1975, είναι η απελευθέρωση των ιδεολογικών και πολιτικών δυνάμεων που επήλθε με την πτώση της. Οι ιδεολογικές και πολιτικές αυτές δυνάμεις ήσαν επί δεκαετίες φιμωμένες και υπό απαγόρευση. Το μεγάλο, με παγκόσμιες διαστάσεις, κίνημα των νέων κατά των καταλοίπων του θεσμικού και του κοινωνικού αυταρχισμού, το κίνημα του Μάη του ’68, δεν έλαβε χώρα στην Ελλάδα. Βρήκε, βεβαίως, τη στιγμιαία αλλά καθοριστικής πολιτικής σημασίας έκφρασή του με τις εξεγέρσεις των φοιτητών της Νομικής Σχολής και του Πολυτεχνείου. Ως κοινωνικο-πολιτική δύναμη, όμως, μετατέθηκε και έδρασε στο αμέσως μετά την πτώση του δικτατορικού καθεστώτος χρόνο. Αυτά όλα δεν μπορούσαν παρά να παίξουν καθοριστικό ρόλο στη χάραξη της συντακτικής πολιτικής για ένα νέο Σύνταγμα.
Οι πολιτικές αυτές συνέπειες της επιβολής της δικτατορίας ήταν φυσικό να οδηγήσουν καθοριστικά τη χώρα στη συνταγματική μεταβολή του 1975. Ώθησαν το δικτατορικό καθεστώς στην κατάρρευση και συγχρόνως προσανατόλισαν όλες τις πολιτικές δυνάμεις προς την εγκαθίδρυση μιας σύγχρονης πραγματικής δημοκρατίας, που θα ανταποκρινόταν στο νέο πολιτικό αίσθημα του λαού. Πρέπει να επισημανθεί, όμως, εδώ ότι ιδιαίτερη πολιτική σημασία είχε και το γεγονός ότι ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, που ανέλαβε τα ηνία της αναίμακτης μετάβασης στη δημοκρατία, είχε συλλάβει και ενστερνισθεί το αίσθημα του λαού. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να οδηγήσει, με την σύμπραξη όλων των δημοκρατικών πολιτικών δυνάμεων, με ασφάλεια και επιτυχία στη συνταγματική μεταβολή της μορφής του πολιτεύματος.
Α. Η ΜΕΤΑΒΑΣΗ ΣΤΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΚΑΙ Η ΣΥΝΤΑΞΗ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΚΑΤΑΣΤΑΤΙΚΟΥ ΧΑΡΤΗ
Ι. Γενική θεώρηση
Στις 23 Ιουλίου 1974, το καθεστώς της επταετούς δικτατορίας, που είχε επιβληθεί με το στρατιωτικό πραξικόπημα της 21ης Απριλίου 1967, κατέρρευσε. Με το ιστορικό αυτό γεγονός αρχίζει η επάνοδος στη δημοκρατία και η πολιτική και συντακτική διαδικασία παραγωγής του Συντάγματος 1975. Η διαδικασία αυτή εξελίσσεται σε τρεις φάσεις: (α) στη φάση της πτώσης του δικτατορικού καθεστώτος και της ανάληψης της διακυβέρνησης της χώρας από την «Κυβέρνησιν Εθνικής Ενότητος», όπως ονομάσθηκε η κυβέρνηση μετάβασης από τη δικτατορία στη δημοκρατία με πρωθυπουργό τον Κωνσταντίνο Καραμανλή· (β) στη φάση της διακυβέρνησης της χώρας από την «Κυβέρνησιν Εθνικής Ενότητος»· (γ) στη φάση της συντακτικής διαδικασίας, που περιλαμβάνει: την εκλογή της πρώτης εθνικής αντιπροσωπείας και της πρώτης κοινοβουλευτικής κυβέρνησης, το δημοψήφισμα της 8ης Δεκεμβρίου 1974 για τη μορφή του πολιτεύματος και τη διαδικασία της «Ε΄ Αναθεωρητικής Βουλής» μέχρι τη θέση σε ισχύ του Συντάγματος, στις 9 Ιουνίου 1975.
ΙΙ. Πρώτη φάση: η κατάρρευση της δικτατορίας και η «Κυβέρνησις Εθνικής Ενότητος»
1. Η κατάρρευση του καθεστώτος και η ανάληψη της εξουσίας από τον Κωνσταντίνο Καραμανλή
Το τέλος του δικτατορικού καθεστώτος δεν ήταν προϊόν ούτε βίαιης ανατροπής του, ούτε κάποιας ξένης παρέμβασης, ούτε, βεβαίως, της θέλησης των δικτατόρων. Η δικτατορία απλώς κατέρρευσε. Αυτό έγινε κάτω από την πίεση των γεγονότων και των συνεπειών τους που αναφέρονται συνοπτικά πιο πάνω: της πολλαπλής και συνεχούς αντίστασης, της καθολικής αποδοκιμασίας του Ελληνικού Λαού, της διεθνούς κοινής γνώμης και της διεθνούς κοινότητας, του βάρους των ευθυνών για τα πρόσφατα τότε γεγονότα της Κύπρου, που αποτέλεσαν και το καίριο πλήγμα του καθεστώτος, καθώς και των εγγενών αδυναμιών διακυβέρνησης που είχε η στρατιωτική δικτατορία, όπως κάθε αυταρχικό καθεστώς.
Χαρακτηριστικό της κατάρρευσης του δικτατορικού καθεστώτος ήταν ότι, χωρίς να σημειωθεί οποιαδήποτε βίαιη πράξη, ο πρόεδρος και τα μέλη της δικτατορικής κυβέρνησης εξαφανίστηκαν από τις θέσεις τους, χωρίς να εκδοθεί, ούτε από όργανα της δικτατορίας, ούτε από το μεταβατικό αρχηγό του κράτους, ούτε από τη διάδοχη κυβέρνηση, οποιαδήποτε επίσημη πράξη ή απόφαση παραίτησης ή απόλυσης που να βεβαιώνει το τέλος του καθεστώτος. Την τελευταία αυτή δικτατορική κυβέρνηση, αποτελούσαν, με πρωθυπουργό τον Αδαμ. Ανδρουτσόπουλο, δεκαπέντε υπουργοί και δεκατρείς υφυπουργοί. Τελευταίες πολιτικές πράξεις της ήταν το προεδρικό διάταγμα της 20ής Ιουλίου που καλούσε σε γενική επιστράτευση, η οποία κατέληξε σε παταγώδη αποτυχία, και το διάγγελμα του Γκιζίκη της ίδιας ημερομηνίας για την εισβολή των τούρκων στην Κύπρο.
Μετά την εξαφάνιση της δικτατορικής κυβέρνησης, οι μόνοι που παρέμειναν στη θέση τους ήταν οι αρχηγοί των ενόπλων δυνάμεων και ο αρχηγός του κράτους της δικτατορίας στρατηγός Φαίδων Γκιζίκης. Αυτοί παρέδωσαν, τελικώς, την ακέφαλη εξουσία, χωρίς την κυβερνητική ηγεσία της, άτυπα, χωρίς οποιαδήποτε πράξη εντολής.
Με την κατάπαυση του πυρός που είχε προκαλέσει η εισβολή στην Κύπρο και την εξαφάνιση της δικτατορικής κυβέρνησης, άρχισε, στο επίπεδο της ανώτατης ηγεσίας των ενόπλων δυνάμεων, να διαμορφώνεται ταχύτατα η σκέψη της άμεσης μεταπολίτευσης με ανάθεση της εξουσίας σε πολιτική ηγεσία. Το πρωί της 23ης Ιουλίου 1974, ο αρχηγός των ενόπλων δυνάμεων Γρηγόριος Μπονάνος, ο αρχηγός του στρατού Ανδρέας Γαλατσάνος, ο αρχηγός του ναυτικού Πέτρος Αραπάκης και ο αρχηγός της αεροπορίας Αλέξανδρος Παπανικολάου αποφάσισαν με το στρατηγό Φαίδωνα Γκιζίκη να συγκαλέσει ο τελευταίος την πολιτική ηγεσία της χώρας σε σύσκεψη και να προτείνει το σχηματισμό πολιτικής κυβέρνησης. Η σύσκεψη ορίσθηκε για τις 2 μμ της ίδιας ημέρας, κλήθηκαν δε και έλαβαν μέρος οι εξής: Παναγιώτης Κανελλόπουλος, Γεώργιος Μαύρος, Ευάγγελος Αβέρωφ, Γεώργιος Αθανασιάδης-Νόβας, Σπύρος Μαρκεζίνης, Στέφανος Στεφανόπουλος, Πέτρος Γαρουφαλιάς και Ξενοφών Ζολώτας. Την πρόταση των αρχηγών των ενόπλων δυνάμεων και του Γκιζίκη για σχηματισμό πολιτικής κυβέρνησης με σκοπό τη μετάβαση στη δημοκρατία αποδέχτηκαν ομόφωνα οι πολιτικοί, αφού πήραν την – τότε όχι απολύτως ακριβή – διαβεβαίωση ότι είχε επιτευχθεί πλήρης έλεγχος των ενόπλων δυνάμεων. Μετά τη λύση της συνεδρίασης, κατά τις απογευματινές ώρες της ίδιας ημέρας, αφού εγκαταλείφθηκε η αρχική σκέψη να ανατεθεί η πρωθυπουργία στον Παναγιώτη Κανελλόπουλο, αποφασίστηκε να κληθεί αυθημερόν ο Κωνσταντίνος Καραμανλής και να του ανατεθούν η πρωθυπουργία και ο σχηματισμός της νέας κυβέρνησης. Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, που βρισκόταν στο Παρίσι,- όπου διέμενε από το 1963 και ενημερωνόταν συνεχώς για τα συμβαίνοντα στην Ελλάδα – αποδέχτηκε χωρίς περιστροφές την πρόταση. Ο Έλληνας ηγέτης αφίχθη στο Ελληνικό τη νύχτα της 23ης προς 24η Ιουλίου με το αεροπλάνο του Προέδρου της Δημοκρατίας της Γαλλίας, όπου έτυχε μεγαλειώδους και φρενιτιώδους υποδοχής από μεγάλα πλήθη, τα οποία είχαν εισρεύσει εκεί, μετά τη διάδοση της σχετικής πληροφορίας.
Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής συγκρότησε αμέσως, το πρωϊ της 24ης Ιουλίου, κυβέρνηση, η οποία, ως μη κοινοβουλευτική, πήρε το όνομα: «Κυβέρνησις Εθνικής Ενότητος». Στην πρώτη σύνθεση της κυβέρνησης συμμετείχαν, με πρωθυπουργό τον Κωνσταντίνο Καραμανλή, οι εξής υπουργοί: Γεώργιος Μαύρος, Ξενοφών Ζολώτας, Ευάγγελος Αβέρωφ-Τοσίτσας, Γεώργιος Ράλλης, Κωνσταντίνος Παπακωνσταντίνου, Σόλων Γκίκας, Κωνσταντίνος Τσάτσος, Νικόλαος Λούρος, Κωνσταντίνος Λάσκαρης, Ανδρέας Κοκκέβης και Παναγιώτης Λαμπρίας (ως υφυπουργός παρά τω Πρωθυπουργώ). Στις 26 Ιουλίου η κυβέρνηση διευρύνθηκε με νέους υπουργούς και υφυπουργούς, στους οποίους συγκαταλέγονταν και πολλοί ενεργοί αντιστασιακοί και διωχθέντες από το στρατιωτικό καθεστώς. Τα νέα πρόσωπα της κυβέρνησης ήσαν οι υπουργοί: Χριστόφορος Στράτος, Ιωάννης Πεσματζόγλου, Δημήτριος Παπασπύρου, Χαράλαμπος Πρωτόπαππας, Αθανάσιος Κανελλόπουλος, Γεώργιος-Αλέξανδρος Μαγκάκης, Γεώργιος Μυλωνάς και Ιωάννης Μηναίος, καθώς και οι υφυπουργοί: Ευαγγελος Δεβλέτογλου, Ιωάννης Μπούτος, Ιωάννης Βαρβιτσιώτης, Δημήτριος Τσάτσος, Κωνσταντίνος Αποσκίτης, Γεώργιος Λιανόπουλος, Γεώργιος Παπαγιαβής, Αθανάσιος Ταλιαδούρος, Κωνσταντίνος Στεφανόπουλος, Αθανάσιος Τσαλδάρης, Κωνσταντίνος Αλαβάνος και Εμμανουήλ Κεφαλογιάννης.
2. Χαρακτηριστικά στοιχεία της αναίμακτης μεταπολίτευσης
Η μετάβαση από τη στρατιωτική δικτατορία στη δημοκρατία το 1974-1975 αποτελεί, αναμφίβολα, κορυφαίο σταθμό της πολιτικής και της συνταγματικής μας ιστορίας. Για να κατανοήσει κανείς βαθύτερα την αναίμακτη αυτή μεταπολίτευση, πρέπει να προσεγγίσει ορισμένα λεπτομερειακά μεν γεγονότα, αλλά χαρακτηριστικά του πνεύματος ομαλότητας που επικράτησε στη διαδικασία της μεταπολίτευσης. Τα γεγονότα αυτά είναι τα εξής:
(α) Ο διορισμός του πρωθυπουργού και των μελών της «Κυβερνήσεως Εθνικής Ενότητος» από τον αρχηγό του κράτους της δικτατορίας Φαίδωνος Γκιζίκη με προεδρικά διατάγματα (517 και 518 της 24.7.1974) που εκδόθηκαν με βάση τις διατάξεις του άρθρου 43 του δικτατορικού συντάγματος 1968/1973 και του ν.δ. 173 «Περί Υπουργικού Συμβουλίου και Υπουργών» του δικτατορικού καθεστώτος.
(β) Η αναφορά στο προοίμιο του διατάγματος διορισμού του πρωθυπουργού της «Κυβερνήσεως Εθνικής Ενότητος» ότι ο εν λόγω διορισμός είχε ως βάση την «εν Εθνικώ Συμβουλίω εκφρασθείσαν ομόφωνον απόφασιν της ηγεσίας του Πολιτικού Κόσμου και των Ενόπλων Δυνάμεων».
(γ) Η όρκιση της «Κυβερνήσεως Εθνικής Ενότητος» ενώπιον του αρχηγού του κράτους της δικτατορίας και με βάση το άρθρο 43 του δικτατορικού συντάγματος 1968/1973.
(δ) Η απόφαση της «Κυβερνήσεως Εθνικής Ενότητος» να παραμείνει στη θέση του ο αρχηγός της εκτελεστικής εξουσίας της δικτατορίας στρατηγός Γκιζίκης μέχρι την ανάδειξη από τη βουλή που θα εκλεγόταν με ελεύθερες γενικές εκλογές ο πρόεδρος της δημοκρατίας, εφόσον, βεβαίως, δε θα επιλεγόταν από το λαό ως μορφή πολιτεύματος η βασιλευομένη δημοκρατία.
Πρέπει να σημειώσομε ότι τα παραπάνω γεγονότα ήταν εξ ολοκλήρου τυπικά, χωρίς καμιά ουσιαστική νομική σημασία, αφού, στην ουσία, δεν επηρέασαν τους δημοκρατικούς στόχους της μεταβατικής κυβέρνησης, ούτε διατήρησαν σε ισχύ, θεσμικά ή defacto, κάποιο στοιχείο αυταρχικής εξουσίας του δικτατορικού καθεστώτος, μετά την κατάρρευσή του. Ωστόσο, δεν έμειναν χωρίς οποιαδήποτε κριτική. Αυτό οφειλόταν στην πολιτική υπερευαισθησία που είχαν δημιουργήσει στα ευρύτερα στρώματα του ελληνικού λαού η επιβολή της επτάχρονης δικτατορίας και οι πολιτικές καταστάσεις που είχαν προηγηθεί, κυρίως οι συνεχείς παρεμβάσεις των ανακτόρων και του ξένου παράγοντα στα πολιτικά πράγματα και στα εθνικής σημασίας ζητήματα της χώρας μας. Μια υπερευαισθησία, που κατέληγε σε δυσπιστία απέναντι στις επιλογές και στους χειρισμούς της κυβέρνησης. Σήμερα, σε μεγάλη απόσταση από τις δικαιολογημένες τότε υπερευαισθησίες του λαού και με την πληρέστερη γνώση ως προς το τι συνέβαινε εκείνη την εποχή στις ένοπλες δυνάμεις, πρέπει να σημειώσω ότι η επιλογή από τον Κωνσταντίνο Καραμανλή του πνεύματος και του τρόπου ομαλής μεταπολίτευσης είχε ζωτική σημασία για την ασφαλή επανίδρυση της δημοκρατίας. Η επιλογή βίαιης εκδίωξης της ηγεσίας των ενόπλων δυνάμεων και του στρατηγού Γκιζίκη θα εγκυμονούσε σοβαρά τον κίνδυνο υποτροπής των δικτατορικών στοιχείων του στρατεύματος, τα οποία δεν ήσαν, φαίνεται, πλήρως ελεγχόμενα, όπως είχε διαβεβαιώσει τους πολιτικούς ο δικτατορικός αρχηγός του κράτους. Με αυτά τα δεδομένα, οι παραπάνω τυπικές πράξεις πρέπει να ιδωθούν ως τακτική ειρηνικής μετάβασης από αυταρχικό καθεστώς σε δημοκρατικό πολίτευμα. Η τακτική αυτή δεν είναι, άλλωστε, άγνωστη στη διεθνή πρακτική μεταπολιτεύσεων.
ΙΙΙ. Δεύτερη φάση, η κυβέρνηση μετάβασης στη δημοκρατία
1. Η πρωτογενής συντακτική εξουσία και η δημοκρατική νομιμοποίηση της «Κυβερνήσεως Εθνικής Ενότητος»
Η «Κυβέρνησις Εθνικής Ενότητος», δεδομένου ότι δεν ήταν κοινοβουλευτική, δεν αναδείχθηκε, δηλαδή, με βουλευτικές εκλογές, ούτε διορίστηκε ή ασκούσε εξουσία με βάση δημοκρατικά νομιμοποιημένο σύνταγμα, ήταν μια defacto κυβέρνηση, η οποία δεν ήταν μόνο φορέας κοινής νομοθετικής και εκτελεστικής εξουσίας, αλλά και πρωτογενούς συντακτικής εξουσίας. Η νομική θέση του αρχηγού του κράτους ήταν εντελώς τυπική. Περιοριζόταν στην άσκηση, σύμφωνα πάντοτε με την κυρίαρχη βούληση της κυβέρνησης, των απολύτως αναγκαίων τυπικών αρμοδιοτήτων, τις οποίες προέβλεπε το προσωρινό συνταγματικό καθεστώς που έθεσε η ίδια κυβέρνηση σε ισχύ με συντακτικές πράξεις. Οι ένοπλες δυνάμεις, που είχαν την πραγματική εξουσία στα χέρια τους, φαίνονταν να πειθαρχούν στα πολιτικά γεγονότα, κρύβοντας, όμως, πάντοτε τις πραγματικές προθέσεις τους.
Με αυτά τα δεδομένα, η «Κυβέρνησις Εθνικής Ενότητος», ως defacto κυβέρνηση, με το ευρύτατο φάσμα εξουσιών που είχε στα χέρια της, για να μπορέσει να εκπληρώσει την αποστολή της και να οδηγήσει το κράτος από το δικτατορικό καθεστώς σε πολίτευμα πλήρους δημοκρατίας, είχε ανάγκη την ευρύτατη πολιτική αποδοχή και πραγματική δημοκρατική νομιμοποίηση. Αυτό γινόταν ακόμη πιο αναγκαίο λόγω του γεγονότος ότι το «Εθνικόν Συμβούλιον της ηγεσίας του Πολιτικού Κόσμου και των Ενόπλων Δυνάμεων», όπως αυτό αποκλήθηκε στο διάταγμα διορισμού του πρωθυπουργού, ήταν μεν ένας αποτελεσματικός μηχανισμός παράδοσης της εξουσίας, δεν είχε, όμως, καμιά πολιτική αντιπροσωπευτικότητα η ανομοιογενής, ετερόκλιτη και χωρίς εκπροσώπους πολιτικών παρατάξεων ή αντιστασιακών οργανώσεων σύνθεσή του. Η επιλογή του χαρακτηρισμού της κυβέρνησης ως «Κυβερνήσεως Εθνικής Ενότητος» απέβλεπε στο να εκφράσει ακριβώς την εθνική διάσταση και αναγνώριση. Ωστόσο, το όνομα δεν αρκούσε. Έπρεπε να έχει ουσιαστική και αδιαμφισβήτητη δημοκρατική νομιμοποίηση –την οποία και είχε.
Η δημοκρατική νομιμοποίηση της «Κυβερνήσεως Εθνικής Ενότητος», αφού δεν ήταν δυνατή η τυπική θεμελίωσή της σε δημοκρατικά νομιμοποιημένο σύνταγμα ή σε γενικές και ελεύθερες εκλογές, θεμελιωνόταν στα πραγματικά κριτήρια της λαϊκής προσχώρησης σ’ αυτή και της καθολικής λαϊκής αναγνώρισής της. Τα συνταγματικού χαρακτήρα αυτά κριτήρια είναι κριτήρια της πολιτικής πράξης επαναστατικών περιόδων και δημοκρατικών μεταπολιτεύσεων της νεότερης ιστορίας που στερούνταν γραπτό σύνταγμα, έχει δε αναγνωρισθεί και θεμελιωθεί επιστημονικά η νομιμοποιητική σημασία τους. Πρέπει, επίσης, να υπογραμμισθεί ότι στην έλλειψη αυτών των κριτηρίων θεμελιώθηκε η ποινική δίωξη και η καταδίκη των «πρωταιτίων» του πραξικοπήματος της 21ης Απριλίου 1967 από το βούλευμα 414/1975 του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, από την απόφαση 477/1975 του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, που καταδίκασε τους «πρωταιτίους» επιβολής της δικτατορίας, και από την απόφαση 59 του Αρείου Πάγου, που απέρριψε την αίτηση αναίρεσης των «πρωταιτίων» κατά της καταδικαστικής απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου. Το βούλευμα του Συμβουλίου του Αρείου Πάγου 683/1975 διαπίστωσε, εξάλλου, την ύπαρξη των στοιχείων που συνιστούσαν την καθολική λαϊκή αναγνώριση της άσκησης της πολιτικής και της συντακτικής εξουσίας της «Κυβερνήσεως Εθνικής Ενότητος», προσθέτοντας, ως στοιχείο νομιμοποίησής της, και την ταχεία προσφυγή στη λαϊκή ετυμηγορία.
2. Η άσκηση της συντακτικής εξουσίας από την «Κυβέρνησιν Εθνικής Ενότητος»
α. Η άσκηση της συντακτικής εξουσίας
Η «Κυβέρνησις Εθνικής Ενότητος», άσκησε τη συντακτική της εξουσία προς δύο κατευθύνσεις: αφενός μεν προέβη στις συνταγματικές εκείνες ρυθμίσεις που ήσαν απαραίτητες για τη λειτουργία του κράτους και την αποκατάσταση των ελευθεριών, ώστε ο Ελληνικός Λαός, δημοκρατικά και ελεύθερα, να επιλέξει τη μορφή του πολιτεύματος και να νομιμοποιήσει το νέο Σύνταγμα, αφετέρου δε καθόρισε τις βασικές γραμμές της συντακτικής διαδικασίας, ώστε να διασφαλίζεται και διαδικαστικά η νομιμοποίηση του συντακτικού έργου.
β. Οι συνταγματικού χαρακτήρα ρυθμίσεις
Ως προς την πρώτη κατεύθυνση, η «Κυβέρνησις Εθνικής Ενότητος» προέβη σε μια σειρά ρυθμίσεων συνταγματικού επιπέδου, θεσπίζοντας νέες διατάξεις και τροποποιώντας παλαιές του Συντάγματος 1952 και αντιμετωπίζοντας επίκαιρα ζητήματα. Ακολουθούν οι σημαντικότερες ρυθμίσεις αυτής της περιόδου:
(α) Με το πρώτο άρθρο της πρώτης Συντακτικής Πράξης της 1ης Αυγούστου 1974 (που ονομάσθηκε και «Καταστατική Συντακτική Πράξη»), επανέφερε σε ισχύ το Σύνταγμα 1952, που είχε καταλύσει το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου 1967, με εξαίρεση τις διατάξεις που όριζαν τη μορφή του πολιτεύματος ως βασιλευομένης δημοκρατίας. Με άλλες διατάξεις της ίδιας Συντακτικής Πράξης όρισε ότι, «μέχρι του οριστικού καθορισμού της μορφής του Πολιτεύματος δια της ελευθέρας εκφράσεως της βουλήσεως του Ελληνικού Λαού», καθήκοντα αρχηγού του κράτους θα ασκούσε ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας. Με αυτό τον τρόπο, η «Κυβέρνησις Εθνικής Ενότητος» προϊδέασε τον ελληνικό λαό, ήδη με την πρώτη της επίσημη πράξη, ότι ο ίδιος θα αποφάσιζε για την επιλογή της μορφής του πολιτεύματος.
(β) Κατήργησε το δικτατορικό Σύνταγμα 1968, όπως είχε τροποποιηθεί το 1973, και κάθε άλλη συντακτική ή συντακτικού χαρακτήρα πράξη της δικτατορίας.
(γ) Αποκατέστησε πλήρως, με την «Καταστατική Συντακτική Πράξη» και με τις επόμενες που ακολούθησαν, την αρχή του κράτους δικαίου, τις πολιτικές ελευθερίες και τα θεμελιώδη δικαιώματα του ανθρώπου. Στο πλαίσιο αυτό, συμπληρώνοντας το ήδη αναχρονιστικό Σύνταγμα 1952, τροποποίησε παλαιές και θέσπισε νέες εγγυήσεις κρίσιμων συνταγματικών ελευθεριών και δικαιωμάτων, ώστε να λειτουργήσουν οι αρχές της σύγχρονης δημοκρατίας κατά το μεταβατικό διάστημα μέχρι την προσφυγή στο λαό και τη σύνταξη του νέου συντάγματος.
(δ) Με το προεδρικό διάταγμα 519/26.7.1974, χορήγησε αμνηστία σε όλα τα πολιτικά εγκλήματα που είχαν τελεσθεί κατά παράβαση νομοθετημάτων πριν και μετά την 21η Απριλίου – πλην των εγκλημάτων των «πρωταιτίων» του δικτατορικού καθεστώτος – θέτοντας έτσι τέρμα σε διώξεις που δηλητηρίαζαν επί δεκαετίες τη συνοχή και την εσωτερική ειρήνη του ελληνικού λαού και το δημόσιο βίο της χώρας.
(ε) Με το νομοθετικό διάταγμα 59 «Περί συστάσεως και επαναλειτουργίας των πολιτικών κομμάτων» της 23ης Σεπτεμβρίου 1974, η «Κυβέρνησις Εθνικής Ενότητος» κατήργησε το διαβόητο αναγκαστικό νόμο 509/1947 «Περί μέτρων ασφαλείας του Κράτους, του πολιτεύματος, του κοινωνικού καθεστώτος και προστασίας των ελευθεριών των πολιτών», που επί δεκαετίες έπληττε βάναυσα τις πολιτικές ελευθερίες στη χώρα μας και κρατούσε στην «παρανομία» το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας. Με την κατάργηση αυτού του νόμου και τη χορήγηση της αμνηστίας, που σημειώσαμε αμέσως πιο πάνω, το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας νομιμοποιήθηκε πλήρως και τα στελέχη του απέκτησαν πλήρη ελευθερία πολιτικής δράσης.
Η νομιμοποίηση του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας αποτελεί ένα γεγονός ιδιαίτερης πολιτικής σημασίας, πολύ μεγαλύτερης από εκείνη που αντιλαμβάνεται εκ πρώτης όψεως ένας μη γνώστης των πραγμάτων. Το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας ήταν «παράνομο» όχι με βάση το Σύνταγμα. Ήταν «παράνομο» με βάση το «παρασύνταγμα», ένα σύστημα έκτακτων νομοθετημάτων καταγωγής από αυταρχικές περιόδους της πολιτικής μας ιστορίας και από τις εμφυλιοπολεμικές συνθήκες των δεκαετιών του ’40 και του ’50, το οποίο διατηρήθηκε σε ισχύ και υπό το Σύνταγμα 1952 με αυξημένη τυπική δύναμη. Συνεχίστηκε, βεβαίως, το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας να είναι «παράνομο», και μάλιστα σε εντονότερο βαθμό κατά τη διάρκεια του δικτατορικού καθεστώτος. Με αυτά τα δεδομένα, η νομιμοποίησή του δεν είχε τη σημασία μιας τυπικής νομιμοποίησης ενός κόμματος, η οποία θα ήταν χωρίς ουσιαστικό περιεχόμενο, αν θα μπορούσε το κράτος να το απαγορεύσει την επομένη. Η νομιμοποίηση αυτή έγινε μέσα σε ένα περιβάλλον πολιτικής δημοκρατίας με πλήρεις ελευθερίες και πλήρη συνταγματικά δικαιώματα, σηματοδοτώντας: την πλήρη ισχύ του Συντάγματος και το οριστικό τέλος του «παρασυντάγματος», καθώς και την ουσιαστική νομιμοποίηση της ελεύθερης έκφρασης και διάδοσης των ιδεών, που μέχρι τότε ήταν απαγορευμένες.
(στ) Η κυβέρνηση αποκατέστησε τη συνταγματική νομιμότητα στις λειτουργίες του κράτους, όπου αυτή είχε πληγεί από τη στρατιωτική δικτατορία. Στο πλαίσιο αυτό αποκατέστησε την ευρυθμία και τη συνταγματική τάξη στη Δικαιοσύνη και στα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα, επαναφέροντας στις θέσεις τους όσους είχαν απολυθεί ή εξαναγκασθεί σε παραίτηση δικαστές, καθώς και καθηγητές, υφηγητές και κατώτερο επιστημονικό προσωπικό των Πανεπιστημίων.
(ζ) Το μεγάλο πρόβλημα κάθε μεταπολίτευσης προς τη δημοκρατία, η δίωξη των υπευθύνων για τα εγκλήματα της επιβολής και της άσκησης του αυταρχικού καθεστώτος, αντιμετώπισε η «Κυβέρνησις Εθνικής Ενότητος» με μετριοπάθεια. Κατά των υπευθύνων και των συνεργών του πραξικοπήματος της 21ης Απριλίου 1967 και του δικτατορικού καθεστώτος που εγκαθίδρυσε δεν εξαπέλυσε γενικό διωγμό, αλλά προσδιόρισε και περιόρισε τις διώξεις ως εξής: (i) Την ποινική δίωξη των εγκλημάτων του πραξικοπήματος περιόρισε εξαρχής στους «πρωταιτίους», ορίζοντας με τη Συντακτική Πράξη της 3ης Οκτωβρίου 1974 ότι οι «πρωταίτιοι πολιτικών εγκλημάτων και των προπαρασκευαστικών αυτών πράξεων, στρεφομένων κατά της συνταγματικής τάξεως της απορρεούσης εκ του Συντάγματος της 1ης Ιανουαρίου 1952 και τεινόντων εις την εγκαθίδρυσιν του καθεστώτος της 21ης Απριλίου 1967 (…) υπάγονται εις την αρμοδιότητα του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών…». (ii) Την πειθαρχική δίωξη δημόσιων λειτουργών για συνεργασία με το καθεστώς της δικτατορίας περιόρισε σε δύο κρίσιμους για τη δημοκρατική και τη συνταγματική νομιμότητα χώρους των κρατικών λειτουργιών: στη δικαστική λειτουργία και στα ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα. Η άσκηση πειθαρχικής δίωξης για την εν λόγω συνεργασία εντάχθηκε στο πλαίσιο μέτρων αποκατάστασης της νομιμότητας στους τομείς της δικαιοσύνης και της ανώτατης εκπαίδευσης, μεταξύ των οποίων ήσαν η επαναπρόσληψη των απολυθέντων, η εκ νέου κρίση ορισμένων κατηγοριών διορισθέντων κ.ά.
(η) Η κυβέρνηση όρισε, ήδη με την «Καταστατική Συντακτική Πράξη», ότι τη νομοθετική λειτουργία, μέχρι τη σύγκληση της εθνικής αντιπροσωπείας, θα ασκούσε το Υπουργικό Συμβούλιο με νομοθετικά διατάγματα που θα εξέδιδε ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας και θα δημοσιεύονταν στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
γ. Πολιτική και ρύθμιση της συντακτικής διαδικασίας
Όσον αφορά τη δεύτερη κατεύθυνση του συντακτικού έργου της μεταβατικής περιόδου, η «Κυβέρνησις Εθνικής Ενότητος» καθόρισε τις βασικές γραμμές της συντακτικής διαδικασίας. Οι σημαντικότερε ρυθμίζεις ήσαν οι ακόλουθες:
(α) Χώρισε διαδικαστικά το συντακτικό έργο σε δύο αντικείμενα: στον καθορισμό της μορφής του πολιτεύματος, αν, δηλαδή, η δημοκρατία θα είναι «βασιλευομένη» ή «προεδρευομένη», και στη σύνταξη όλων των λοιπών διατάξεων του νέου καταστατικού χάρτη. Όσον αφορά τον καθορισμό της μορφής του πολιτεύματος, η κυβέρνηση, όπως είδαμε πιο πάνω, όρισε ήδη με την «Καταστατική Συντακτική Πράξη» ότι θα καθοριζόταν «δια της ελευθέρας εκφράσεως της βουλήσεως του Ελληνικού Λαού», καθιστώντας σαφές ότι για το θεμελιώδες αυτό ζήτημα του νέου συντάγματος θα αποφάσιζε ο λαός με δημοψήφισμα. Με τη Συντακτική Πράξη της 4ης Οκτωβρίου 1974 προσδιόρισε το χρόνο διεξαγωγής του, ορίζοντας ότι θα προκηρυσσόταν από την κυβέρνηση που θα προερχόταν από τις εθνικές εκλογές εντός δεκαπέντε ημερών από τη διενέργειά τους και θα διεξαγόταν εντός τριάντα ημερών από την προκήρυξή του.
(β) Για την κατοχύρωση της ελεύθερης και γνήσιας έκφρασης της λαϊκής θέλησης ως προς τη μορφή του πολιτεύματος, η Συντακτική Πράξη της 4ης Οκτωβρίου 1974 επέβαλε την εφαρμογή της νομοθεσίας για την εκλογή βουλευτών, ιδίως την παρουσία στα εκλογικά τμήματα δικαστικών αντιπροσώπων και αντιπροσώπων των υποστηρικτών της βασιλευομένης και της αβασίλευτης δημοκρατίας, καθώς και τη συγκρότηση εφορευτικών επιτροπών.
(γ) Η ίδια Συντακτική Πράξη όρισε ότι, για την περίπτωση που θα επιλεγόταν από το λαό η αβασίλευτη δημοκρατία, η εθνική αντιπροσωπεία που θα εκλεγόταν στις γενικές εκλογές θα εξέλεγε, με την απόλυτη πλειοψηφία του συνόλου των βουλευτών, προσωρινό πρόεδρο της δημοκρατίας. Για την περίπτωση δε επιλογής της βασιλευομένης δημοκρατίας με τη λαϊκή ετυμηγορία του δημοψηφίσματος, όρισε ότι ο βασιλιάς θα ανελάμβανε αυτοδικαίως την άσκηση των αρμοδιοτήτων του αρχηγού του κράτους που όριζε το Σύνταγμα 1952, μέχρι την επιψήφιση του νέου συντάγματος, ενώ από τότε θα ασκούσε τις αρμοδιότητες του αρχηγού του κράτους όπως θα είχαν διαμορφωθεί στο νέο σύνταγμα.
(δ) Η Συντακτική Πράξη της 4ης Οκτωβρίου 1974 έθεσε στην εθνική αντιπροσωπεία, που θα «αναθεωρούσε» το Σύνταγμα του 1952, μόνο έναν περιορισμό: δεν μπορούσε να θίξει τη μορφή του πολιτεύματος που θα επέλεγε ο ελληνικός λαός με το επικείμενο δημοψήφισμα. Κατά τα άλλα, δικαιούταν «να τροποποιήση, καταργήση και συμπληρώση και τας θεμελιώδεις διατάξεις του Συντάγματος» και «να διαμορφώση τελικώς, ελευθέρως και κυριαρχικώς, το οριστικόν Σύνταγμα της Χώρας». Έτσι, καθιστούσε σαφές ότι η Βουλή που θα προερχόταν από τις εκλογές θα ασκούσε πρωτογενή συντακτική εξουσία. Παρά ταύτα, το προεδρικό διάταγμα 651/4.10.1974 «Περί ενεργείας γενικών εκλογών προς ανάδειξιν Αναθεωρητικής Βουλής και ημέρας συγκλήσεως αυτής» χαρακτήριζε την εθνική αντιπροσωπεία ως «Αναθεωρητική Βουλή», ο δε Κωνσταντίνος Καραμανλής, ως κοινοβουλευτικός πια πρωθυπουργός, κήρυξε, στις 9 Δεκεμβρίου 1974 τις εργασίες του αντιπροσωπευτικού σώματος ως «Ε΄ Αναθεωρητικής Βουλής».
Ο χαρακτηρισμός αυτός της συντακτικής βουλής ως «αναθεωρητικής» αποτελούσε, προφανώς, πολιτική επιλογή, που προδιέθετε την εθνική και τη διεθνή κοινή γνώμη ότι η συνταγματική μεταβολή περιοριζόταν στα πλαίσια του Συντάγματος 1952 και στις δυτικοευρωπαϊκές αρχές δημοκρατικού πολιτεύματος. Ο ίδιος πολιτικός λόγος δικαιολογούσε και την επαναφορά σε ισχύ του Συντάγματος 1952, χωρίς τις διατάξεις που αφορούσαν τη μορφή του πολιτεύματος.
(ε) Όσον αφορά τη συντακτική διαδικασία, η «Κυβέρνησις Εθνικής Ενότητος» όρισε, με την ίδια Συντακτική Πράξη της 4ης Οκτωβρίου 1974, ότι, «προς διευκόλυνσιν της Εθνικής Αντιπροσωπείας εις το έργον της αναθεωρήσεως του Συντάγματος (…) και προς κατοχύρωσιν της ταχείας περατώσεως αυτού», βάση των συζητήσεων στη βουλή για το νέο Σύνταγμα θα αποτελούσε σχέδιο συντάγματος, το οποίο θα κατάρτιζε η κυβέρνηση που θα αναδεικνυόταν από τις εθνικές εκλογές. Το σχέδιο αυτό, που ονομάσθηκε «Κυβερνητικόν Σχέδιον του Συντάγματος 1975», θα έπρεπε, όπως όριζε η Συντακτική Πράξη, να κατοχυρώνει τις ατομικές και τις πολιτικές ελευθερίες και να διασφαλίζει, παράλληλα με την κυβερνητική σταθερότητα, την ομαλή λειτουργία των οργάνων της Πολιτείας και την αρμονική συνεργασία του «επί τω τέλει όπως δημιουργηθούν συνθήκαι δημοκρατικής πολιτικής ζωής, παρέχουσαι ασφαλή βάσιν προς αντιμετώπισιν των συγχρόνων αναγκών και των ειδικών περιστάσεων της αναπτυσσομένης οικονομίας της Χώρας, εγγυώμεναι δε οπωσδήποτε την ίσην και πλήρη συμμετοχήν όλων των πολιτών εις την κοινωνικήν, οικονομικήν και πολιτικήν οργάνωσιν αυτής».
Το Κυβερνητικό Σχέδιο δεν περιόριζε ουσιαστικά την εθνική αντιπροσωπεία, η οποία δικαιούταν, όπως είδαμε αμέσως πιο πάνω, να διαμορφώσει ελεύθερα και κυριαρχικά το νέο Σύνταγμα. Περιόριζε διαδικαστικά τα άλλα κόμματα της Βουλής, τα οποία δε θα είχαν το δικαίωμα να υποβάλουν πλήρη σχέδια συντάγματος, αλλά μόνο τροπολογίες ή προσθήκες. Με αυτό τον τρόπο, δε θα ήταν δυνατό η βουλή να εμπλακεί σε χωριστές διευρυμένες συζητήσεις πάνω σε ολόκληρα σχέδια συντάγματος με διααφορετικούς ιδεολογικοπολιτικούς προσανατολισμούς, που ενδεχομένως θα υποβάλλονταν. Η ίδια Συντακτική Πράξη έθεσε στην εθνική αντιπροσωπεία τρίμηνη προθεσμία από την υποβολή του Κυβερνητικού Σχεδίου Συντάγματος για την ολοκλήρωση του συντακτικού της έργου. Προέβλεψε, τέλος, ότι το νέο σύνταγμα που θα ψηφιζόταν θα δημοσιευόταν στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως με πράξη της κυβέρνησης και θα ετίθετο σε ισχύ αμέσως, την επομένη της δημοσίευσης. Όλες τις λοιπές ρυθμίσεις της συντακτικής διαδικασίας άφησε η «Κυβέρνησις Εθνικής Ενότητος» στην εθνική αντιπροσωπεία.
(στ) Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει η πρόνοια της «Κυβερνήσεως Εθνικής Ενότητος» να αποκτήσει η χώρα νέο σύνταγμα στην περίπτωση που δε θα ολοκληρώνονταν οι εργασίες της «Ε΄ Αναθεωρητικής Βουλής» εντός της τρίμηνης προθεσμίας. Για την περίπτωση αυτή, η Συντακτική Πράξη της 4ης Οκτωβρίου 1974 παρείχε την εξουσιοδότηση προς την κυβέρνηση, μετά την έκφραση της εμπιστοσύνης της εθνικής αντιπροσωπείας που θα εκλεγόταν με τις επικείμενες βουλευτικές εκλογές, να υποβάλει το Κυβερνητικό Σχέδιο Συντάγματος για έγκριση σε ελεύθερο δημοψήφισμα, αφού, όμως, το προσάρμοζε προς τις διατάξεις που θα είχαν ψηφιστεί από την «Ε΄ Αναθεωρητική Βουλή» και ύστερα από νομοτεχνική επεξεργασία του όλου σχεδίου από την Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας.
(ζ) Η «Κυβέρνησις Εθνικής Ενότητος» προέβη, χωρίς καθυστέρηση, στην προκήρυξη των εθνικών εκλογών για ανάδειξη της «Ε΄ Αναθεωρητικής Βουλής» και της κοινοβουλευτικής κυβέρνησης, που προήλθε από τις εκλογές αυτές. Οι εκλογές διεξήχθησαν στις 17 Νοεμβρίου και το δημοψήφισμα στις 8 Δεκεμβρίου 1974, σύμφωνα με τον προγραμματισμό.
δ. Βασικά στοιχεία της άσκησης της πολιτικής εξουσίας από την «Κυβέρνησιν Εθνικής Ενότητος»
Προσεγγίζοντας κανείς τα βασικά στοιχεία που συνθέτουν τη δεύτερη αυτή φάση μετάβασης στη δημοκρατία, τη φάση άσκησης της εξουσίας από την «Κυβέρνησιν Εθνικής Ενότητος», παρατηρεί τα ακόλουθα:
(α) Η «Κυβέρνησις Εθνικής Ενότητος» συνέχισε την τακτική της μετριοπάθειας απέναντι στο δικτατορικό καθεστώς, που είχε επιδείξει και κατά το χρόνο της κατάρρευσής του και προχώρησε μεθοδικά την εφαρμογή του προγράμματος της αποκατάστασης της δημοκρατίας.
(β) Παρά το γεγονός ότι εμφώλευαν στο στράτευμα κίνδυνοι υποτροπής πραξικοπηματικής ενέργειας, η «Κυβέρνησις Εθνικής Ενότητος» όχι μόνο δεν επέβαλε έκτακτα μέτρα ασφάλειας, αλλά και η όλη διακυβέρνηση της χώρας δε διέφερε καθόλου από διακυβέρνηση υπό δημοκρατικό σύνταγμα.
(γ) Βασικό μέλημα της κυβέρνησης ήταν η πλήρης αποκατάσταση των ελευθεριών, ώστε να εξασφαλισθεί πλήρως η δημοκρατική νομιμοποίηση τόσο της επιλογής από το λαό της μορφής του πολιτεύματος, όσο και του νέου συντάγματος. Σ’ αυτή την πολιτική, ασφαλώς, εντάσσεται και η νομιμοποίηση του «Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας», που του παρέσχε πλήρη τη δυνατότητα ανάπτυξης πολιτικής δράσης και συμμετοχής στις επικείμενες βουλευτικές εκλογές.
Η διασφάλιση πλήρους πολιτικής ελευθερίας αποτελεί τη μεγαλύτερη συμβολή της «Κυβερνήσεως Εθνικής Ενότητος» στη μεταβολή της μορφής του πολιτεύματος και στον εκσυγχρονισμό του Συντάγματος και γενικά στον απεγκλωβισμό της χώρας μας από τη μακροχρόνια συνταγματική καθυστέρηση και πολιτική υπανάπτυξη.
(δ) Η «Κυβέρνησις Εθνικής Ενότητος» ήθελε να διασφαλίσει πλήρως την ταχεία ολοκλήρωση του συντακτικού έργου και της μετάβασης στο δημοκρατικό πολίτευμα, ακόμη και εις βάρος της άνεσης των διαδικασιών.
(ε) Και τα τρία παραπάνω χαρακτηριστικά της διακυβέρνησης της χώρας από την «Κυβέρνησιν Εθνικής Ενότητος»: η διακυβέρνηση με πλήρεις ελευθερίες, η διασφάλιση της ελεύθερης έκφρασης της θέλησης του λαού και η ταχεία προσφυγή στη λαϊκή ετυμηγορία και η ταχεία ολοκλήρωση δημοκρατικά νομιμοποιημένου συντάγματος, αποτελούν και τα βασικά πραγματικά στοιχεία της δημοκρατικής νομιμοποίησής της ως defacto κυβέρνησης.
(στ) Η«Κυβέρνησις Εθνικής Ενότητος» ήθελε να κρατήσει –και κράτησε– υπό τον πολιτικό της έλεγχο τη διαμόρφωση της ιδεολογικο-πολιτικής βάσης και της όλης φυσιογνωμίας του νέου πολιτεύματος και του νέου Συντάγματος. Συγκεκριμένα, βασικό μέλημά της ήταν, η φυσιογνωμία του νέου Συντάγματος να είναι ευρύτατα εκσυγχρονιστική, για τα τότε συνταγματικά δεδομένα της χώρας μας, και να ανταποκρίνεται στα φιλελεύθερα πρότυπα αστικής δημοκρατίας των προηγμένων χωρών της δυτικής Ευρώπης.
(ζ) Όπως επισημάνθηκε στην αρχή αυτού του κεφαλαίου, η «Κυβέρνησις Εθνικής Ενότητος», ως defacto κυβέρνηση, είχε πρωτογενή συντακτική εξουσία. Πράγματι αυτή καθόρισε πολιτικά τη διαδικασία, το αντικείμενο, το βασικό περιεχόμενο και τα όρια άσκησης της συντακτικής εξουσίας, τόσο ως προς την επιλογή της μορφής του πολιτεύματος, όσο και ως προς τη σύνταξη και τη φυσιογνωμία του νέου Καταστατικού Χάρτη. Πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι τον καθοριστικό και αποφασιστικό ρόλο χάραξης, τελικής διαμόρφωσης και πραγμάτωσης της συντακτικής αυτής πολιτικής είχε ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, ο οποίος συγκέντρωνε την εμπιστοσύνη και της μεγάλης πλειοψηφίας τόσο του λαού, όπως έδειξαν οι εκλογές, όσο και των δυνάμεων της δυτικής Ευρώπης.
VI. Τρίτη φάση, η φάση της συντακτικής διαδικασίας.
1. H εκλογή της «Ε΄ Αναθεωρητικής Βουλής» και η ανάδειξη της πρώτης κοινοβουλευτικής κυβέρνησης
α. Η σύνθεση της «Ε΄ Αναθεωρητικής Βουλής»
Με τις εκλογές της 17ης Νοεμβρίου 1974 εκλέχτηκε η «Ε΄ Αναθεωρητική Βουλή» και η πρώτη κοινοβουλευτική κυβέρνηση και έληξε το μεταβατικό καθεστώς της «Κυβερνήσεως Εθνικής Ενότητος». Οι εκλογές διεξήχθησαν σε καθεστώς πλήρους πολιτικής ελευθερίας και πλήρους ισχύος όλων των συνταγματικών δικαιωμάτων που εγγυάται ένα δημοκρατικό κράτος.
Ο μεγάλος νικητής των εκλογών ήταν το κόμμα της «Νέας Δημοκρατίας», με πρόεδρο τον Κωνσταντίνο Καραμανλή, το οποίο έλαβε το 54,37% του συνόλου των ψήφων και από τις 300 έδρες της βουλής τις 220. Από τα λοιπά κόμματα που συγκρότησαν την «Ε΄ Αναθεωρητική Βουλή»: η «Ένωσις Κέντρου Νέες Δυνάμεις», με πρόεδρο τον Γεώργιο Μαύρο, έλαβε ποσοστό ψήφων 20,42% και 60 έδρες, το «Πανελλήνιο Σοσιαλιστικό Κόμμα», με πρόεδρο τον Ανδρέα Παπανδρέου, έλαβε ποσοστό 13,38% και 12 έδρες και η «Ενωμένη Αριστερά», με πρόεδρο τον Ηλία Ηλιού, έλαβε ποσοστό 9,47% και 8 έδρες. Η ισχυρή πλειοψηφία του κόμματος «Νέα Δημοκρατία» εξασφάλισε στο κόμμα αυτό και στον Κωνσταντίνο Καραμανλή πλήρη δυνατότητα χειρισμών για την άσκηση, και στη φάση αυτή, της ήδη σχεδιασμένης συντακτικής πολιτικής.
Πρόεδρος της «Ε΄ Αναθεωρητικής Βουλής» εκλέχτηκε ο βουλευτής Κορινθίας Κωνσταντίνος Παπακωνσταντίνου.
β. Η σύνθεση της πρώτης κοινοβουλευτικής κυβέρνησης
Η πρώτη κοινοβουλευτική κυβέρνηση, που προήλθε από την «Ε΄ Αναθεωρητική Βουλή» και υπήρξε κυβέρνηση της περιόδου άσκησης της συντακτικής διαδικασίας, ορκίστηκε στις 21 Νοεμβρίου 1974, η δε σύνθεσή της είχε ως εξής:
Κωνσταντίνος Καραμανλής, Πρωθυπουργός, Παναγιώτης Παπαληγούρας, Υπουργός Συντονισμού και Προγραμματισμού, Γεώργιος Ράλλης, Υπουργός παρά των Πρωθυπουργώ, Δημήτριος Μπίτσιος, Υπουργός Εξωτερικών, Ευάγγελος-Αβέρωφ Τοσίτσας, Υπουργός Εθνικής Αμύνης, Κωνσταντίνος Στεφανόπουλος, Υπουργός Εσωτερικών, Κωνσταντίνος Στεφανάκης, Υπουργός Δικαιοσύνης, Σόλων Γκίκας, Υπουργός Δημοσίας Τάξεως, Κωνσταντίνος Τρυπάνης, Υπουργός Πολιτισμού και Επιστημών, Παναγιώτης Ζέπος, Υπουργός Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, Ευάγγελος Δεβλέτογλου, Υπουργός Οικονομικών, Ιπποκράτης Ιορδάνογλου, Υπουργός Γεωργίας, Κωνσταντίνος Κονοφάγος, Υπουργός Βιομηχανίας, Ιωάννης Μπούτος, Υπουργός Εμπορίου, Κωνσταντίνος Λάσκαρης, Υπουργός Απασχολήσεως, Βασίλειος Δερμεζής, Υπουργός Κοινωνικών Υπηρεσιών, Χριστόφορος Στράτος, Υπουργός Δημοσίων Έργων, Γεώργιος Βογιατζής, Υπουργός Μεταφορών και Επικοινωνιών, Αλέξανδρος Παπαδόγκονας, Υπουργός Εμπορικής Ναυτιλίας, Νικόλαος Μάρτης, Υπουργός Βορείου Ελλάδος, Γεώργιος Κοντογεώργης, Υφυπουργός Συντονισμού και Προγραμματισμού, Παναγιώτης Λαμπρίας, Υφυπουργός παρά τω Πρωθυπουργώ, Αχιλλεύς Καραμανλής, Υφυπουργός παρά των Πρωθυπουργώ, Ιωάννης Βαρβιτσιώτης, Υφυπουργός Εξωτερικών, Ιωάννης Κατσαδήμας Υφυπουργός Εθνικής Αμύνης, Δημήτριος Μοάτσος, Υφυπουργός Εσωτερικών, Δημήτριος Ευρυγένης, Υφυπουργός Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, Χρυσόστομος Καραπιπέρης, Υφυπουργός Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, Γεώργιος Λιανόπουλος, Υφυπουργός Οικονομικών, Ανδρέας Ζαϊμης, Υφυπουργός Οικονομικών, Κλεόβουλος Γιαννούσης, υφυπουργός Γεωργίας, Δημήτριος Καραϊσκάκης, Υφυπουργός Βιομηχανίας, Γεώργιος Παναγιωτόπουλος, Υφυπουργός Εμπορίου, Νικόλαος Μπρισήμης, Υφυπουργός Κοινωνικών Υπηρεσιών, Κυπριανός Μπίρης, Υφυπουργός Δημοσίων Έργων και Πανουργιάς Πανουργιάς, Υφυπουργός Μεταφορών και Επικοινωνιών. Μέχρι την ψήφιση και τη δημοσίευση του νέου Συντάγματος, στην πρώτη αυτή κοινοβουλευτική κυβέρνηση μετά την πτώση της δικτατορίας, επήλθαν, με ανασχηματισμούς, οι ακόλουθες μεταβολές: από 12.1.1975, ο υπουργός παρά τω Πρωθυπουργώ Γεώργιος Ράλλης και οι Υφυπουργοί παρά τω Πρωθυπουργώ Παναγιώτης Λαμπρίας και Αχιλλεύς Καραμανλής, διορίστηκαν, μετά από την κατάργηση των θέσεών τους «παρά τω Πρωθυπουργώ», σε Υπουργό Προεδρίας Κυβερνήσεως και Υφυπουργούς Προεδρίας Κυβερνήσεως, αντίστοιχα· στις 22.2.1975, διορίστηκαν οι: Ιωάννης Μπούτος, Υπουργός Αναπληρωτής Υπουργού Συντονισμού και Προγραμματισμού, Ιωάννης Βαρβιτσιώτης, Υπουργός Εμπορίου, Κωνσταντίνος Χρυσανθόπουλος, Υπουργός Κοινωνικών Υπηρεσιών και Αθανάσιος Ταλιαδούρος, Υφυπουργός Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων· στις 12.3.1975, ο Κωνσταντίνος Σταυρόπουλος διορίστηκε Υφυπουργός Εξωτερικών.
2. Το δημοψήφισμα για τη μορφή του πολιτεύματος
Με το προεδρικό διάταγμα 804/22.11.1974 προκηρύχθηκε για τις 8 Δεκεμβρίου 1974 το δημοψήφισμα «δια τον καθορισμόν της μορφής του δημοκρατικού πολιτεύματος της Χώρας», ενώ με το προεδρικό διάταγμα 805/28.11.1974 ρυθμίστηκαν οι λεπτομέρειες διεξαγωγής του. Το ερώτημα επιλογής της μορφής του πολιτεύματος τέθηκε στο λαό με δύο ψηφοδέλτια, από τα οποία στο ένα αναγραφόταν ο όρος «ΒΑΣΙΛΕΥΟΜΕΝΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ» και στο άλλο «ΑΒΑΣΙΛΕΥΤΟΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ». Στη ρύθμιση της διαδικασίας διεξαγωγής του δημοψηφίσματος προβλέφθηκε η δυνατότητα των ενδιαφερομένων πολιτών να οργανώσουν την ελεύθερη υποστήριξη της επιλογής της μιας ή της άλλης μορφής πολιτεύματος. Η πρόβλεψη αυτή πραγματοποιήθηκε με τη διοργάνωση διαφόρων μέσων επικοινωνιακής υποστήριξης των δύο μορφών πολιτεύματος, που κορυφώθηκαν με δύο τηλεοπτικές ομιλίες, μία του τέως βασιλιά Κωνσταντίνου υπέρ της βασιλευομένης δημοκρατίας και μία του καθηγητή Γιώργου Κουμάντου υπέρ της αβασίλευτης δημοκρατίας.
Με το δημοψήφισμα της 8ης Δεκεμβρίου, ο ελληνικός λαός επέλεξε, με ποσοστό 69,2%, ως μορφή πολιτεύματος την «αβασίλευτη δημοκρατία».
Με την επιλογή του ελληνικού λαού έκλεισε οριστικά η πλήρης πολιτικών ανωμαλιών ιστορική παρένθεση της εμφύτευσης της μοναρχίας στην Ελλάδα, που κράτησε πάνω από 130 χρόνια. Οι προδικτατορικοί πολιτικοί αγώνες και η επιβολή της δικτατορίας δημιούργησαν και σφυρηλάτησαν την πολιτική θέληση, ενώ η διασφάλιση των πολιτικών ελευθεριών από την κυβέρνηση της μετάβασης στη δημοκρατία έστρωσε το δρόμο για τη μεγάλη αυτή επιλογή του ελληνικού λαού.
3. Η άσκηση της συντακτικής εξουσίας από την «Ε΄ Αναθεωρητική Βουλή»
α. Η ποινική δίωξη των εγκλημάτων του πραξικοπήματος και της δικτατορίας
Πριν προχωρήσομε στην εξέταση του κύριου αντικειμένου αυτής της φάσης, πρέπει να δούμε ένα σημαντικό ιστορικό γεγονός που ουσιαστικά μεν ανήκει στη φάση της μετάβασης στη δημοκρατία, ιστορικά, όμως, κατά την κύρια και τελική φάση του, έλαβε χώρα μετά την εγκαθίδρυση του νέου πολιτεύματος και κατά τη διάρκεια λειτουργίας της Ε΄ Αναθεωρητικής Βουλής. Πρόκειται για την ποινική δίωξη των εγκλημάτων του πραξικοπήματος της 21ης Απριλίου 1967 και του δικτατορικού καθεστώτος που ακολούθησε. Πρέπει, βεβαίως, να επισημανθεί ότι το ζήτημα της δίωξης των εγκλημάτων αυτών δεν ήταν άμοιρο συνταγματικής σημασίας, αφού συνδεόταν – και συνδέθηκε – με τις δικαιοκρατικές βάσεις του δημοκρατικού πολιτεύματος, που διαμόρφωνε συντακτικά η Ε΄ Αναθεωρητική Βουλή.
Η κοινοβουλευτική κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Καραμανλή και η «Ε΄ Αναθεωρητική Βουλή» είχαν να αντιμετωπίσουν, στην κρίσιμη και τελική του φάση, το σημαντικό και πολιτικά ευαίσθητο ζήτημα της αντιμετώπισης των εγκλημάτων του δικτατορικού καθεστώτος. Ήταν δε πολιτικά και συνταγματικά ορθό το ότι η «Κυβέρνησις Εθνικής Ενότητος» δεν έσπευσε, με γρήγορες διαδικασίες, να θεμελιώσει δικαιικά και να ολοκληρώσει τη δίωξη των υπευθύνων, αλλά άφησε την κρίσιμη και κύρια αυτή φάση στην εξουσία της κοινοβουλευτικής κυβέρνησης και της Ε΄ Αναθεωρητικής Βουλής που είχαν, με τις εθνικές εκλογές και το δημοψήφισμα για τη μορφή του πολιτεύματος, πλήρη και σαφώς εκπεφρασμένη δημοκρατική νομιμοποίηση.
Όπως είδαμε, η «Κυβέρνησις Εθνικής Ενότητος», έχοντας ως αρχή τη μετριοπάθεια χάριν της ειρηνικής μετάβασης στη δημοκρατία, δεν εξαπέλυσε γενικό διωγμό των συνεργασθέντων με το καθεστώς, αλλά περιόρισε τη δίωξη στους «πρωταιτίους» της κατάλυσης του Συντάγματος του 1952 και στους συμμετόχους τους. Αντίθετα, η δικαιολογημένη δημοκρατική υπερευαισθησία του μεγάλου αριθμού των πολλαπλών θυμάτων του αυταρχικού καθεστώτος και η βαθιά δημοκρατική ευαισθησία των ευρύτερων στρωμάτων του λαού αξίωναν αυστηρή και χωρίς εξαιρέσεις δίωξη. Από την πλευρά της μετριοπάθειας, δεν υπήρχε μόνο η δικαιολογημένη αξίωση για ομαλή και χωρίς κοινωνικές συγκρούσεις μετάβαση στη δημοκρατία, αλλά επιπλέον προβάλλονταν δολίως από ακραίους συντηρητικούς και φίλα προσκείμενους προς το δικτατορικό καθεστώς κύκλους νομικές, δήθεν, αμφισβητήσεις για τις συνταγματικές δυνατότητες ποινικής δίωξης των υπευθύνων της δικτατορίας. Η κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Καραμανλή, εμμένοντας στην αρχή της μετριοπάθειας, προχώρησε χωρίς ταλαντεύσεις αφενός στη νομική θεμελίωση και στην πολιτική εδραίωση της ποινικής δίωξης των σφετεριστών της λαϊκής κυριαρχίας, αφετέρου στην αυστηρή αντιμετώπισή τους, χωρίς να παραβιασθούν οι αρχές του σύγχρονου κράτους δικαίου.
Με αυτή την πολιτική γραμμή, η «Ε΄ Αναθεωρητική Βουλή» έθεσε, με το Ψήφισμα Δ΄ της 18 Ιανουαρίου 1975, τη δικαιική βάση θεμελίωσης της ποινικής δίωξης των υπευθύνων της δικτατορίας, με την ακόλουθη διακήρυξη-διάταξη:
«Η Ε΄ Αναθεωρητική Βουλή των Ελλήνων
Έχοντας υπόψη:
Το από 19/24 Δεκεμβρίου Ψήφισμα αυτής «περί ψηφίσεως και εκδόσεως ψηφισμάτων υπό της Ε΄ Αναθεωρητικής Βουλής κ.λπ.
Εκφράζουσα την θέλησιν του κυριάρχου Λαού, ως αύτη εξεδηλώθη δια των ελευθέρων εκλογών της 17ης Νοεμβρίου 1974, διαπνεομένη από απόλυτον σεβασμόν προς τα ανθρώπινα δικαιώματα και ακλόνητον πίστιν προς τας δημοκρατικάς αρχάς, εις ας ο Ελληνικός Λαός ενέμεινεν, απαρασαλεύτως, μη ενδώσας ουδ’ επί στιγμήν εις την τυραννίαν,
Διακηρύσσει:
Η ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΔΙΚΑΙΩ ΟΥΔΕΠΟΤΕ ΚΑΤΕΛΥΘΗ
Ψηφίζει:
Άρθρον 1.- Το στασιαστικόν κίνημα της 21ης Απριλίου 1967, έργον ομάδος αξιωματικών και η εκ τούτου προελθούσα κατάστασις μέχρι της 23ης Ιουλίου 1974, απετέλεσεν πραξικόπημα, δι’ ου εσκοπείτο ο σφετερισμός της εξουσίας και των κυριαρχικών δικαιωμάτων του Λαού. Αι εξ αυτού απορρεύσασαι Κυβερνήσεις ήσαν Κυβερνήσεις βίας.»
Με την ιστορική διακήρυξη «η δημοκρατία δικαίω ουδέποτε κατελύθη», η «Ε΄ Αναθεωρητική Βουλή» εισήγαγε ως βάση του θετικού μας δικαίου τη συνταγματικού επιπέδου αρχή ότι δίκαιο μη δημοκρατικά νομιμοποιημένο δεν καταλύει τη δημοκρατία. Αυτό είναι το βασικό νόημα της διακήρυξης. Με άλλες λέξεις, η «Ε΄ Αναθεωρητική Βουλή», με πλήρη δημοκρατική νομιμοποίηση η ίδια, αρνούμενη την παλαιά απάνθρωπη θέση του νομικού θετικισμού ότι δίκαιο είναι και το αυταρχικό δίκαιο που καταλύει τα δικαιώματα του ανθρώπου και τις συνταγματικές εγγυήσεις, διακηρύσσει από συντακτική θέση ότι η δημοκρατία δικαιικά δεν καταλύεται με δίκαιο αυταρχικού καθεστώτος εξουσίας. Έτσι, η διακήρυξη αυτή ανακηρύσσει τη δημοκρατική αρχή ως ύπατη αρχή νομιμότητας και νομιμοποίησης της εξουσίας, που αποτελεί θεμελιώδες στοιχείο του πολιτικού και δικαιικού πολιτισμού της Ευρώπης.
Η θεμελιώδης αυτή αρχή δικαίου και ο χαρακτηρισμός από την εθνική αντιπροσωπεία του κινήματος της 21ης Απριλίου 1967 ως στασιαστικού κινήματος και πραξικοπήματος, που σφετερίστηκε τη λαϊκή κυριαρχία και εγκαθίδρυσε καθεστώς βίας, αποτέλεσαν, η αρχή ως θεμέλιο δικαίου και ο χαρακτηρισμός ως έσχατη κατηγορία, τη δικαιική βάση της ποινικής δίωξης των κυρίως υπευθύνων.
Το Ψήφισμα Δ΄ προσδιόρισε με σαφήνεια τον κύκλο των «πρωταιτίων» που θα διώκονταν ποινικώς: όσοι τέλεσαν τα ποινικά αδικήματα, εφόσον άσκησαν, κατά το χρονικό διάστημα από 21 Απριλίου 1967 μέχρι τις 23 Ιουλίου 1974, έργα μέλους υπουργικού συμβουλίου, υφυπουργού ή γενικού γραμματέα, καθώς και οι «συμμέτοχοί» τους. Όρισε, επίσης, για την ανάκριση ότι έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας και για την εκδίκαση των εγκλημάτων το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών.
Η σύνθεση του Πενταμελούς Εφετείου, που δίκασε τους κυρίως υπευθύνους του πραξικοπήματος της 21ης Απριλίου 1967 και του δικτατορικού καθεστώτος που ακολούθησε, είχε ως εξής: Ιωάννης Ντεγιάννης, πρόεδρος, μέλη: Παναγιώτης Λογοθέτης, Παναγιώτης Κωνστανανόπουλος, Ιωάννης Γρίβας και Γεώργιος Πλαγιανάκος, αναπληρωματικά μέλη: Ηλίας Γιαννόπουλος και Δημήτριος Τζούμας, εισαγγελείς: Κωνσταντίνος Σταμάτης και Σπύρος Κανίνιας.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ιστορική απόφαση 577/1975, επέβαλε τις προβλεπόμενες ποινές του Ποινικού Κώδικα, επιμετρώντας τις στους κατηγορουμένους κατά την κρίση του. Η απόφαση ήταν πράγματι ιστορική, όχι μόνο γιατί είχε αντικείμενο ένα σημαντικό γεγονός της πολιτικής μας ιστορίας, αλλά και από την άποψη ιστορίας του δικαίου στη χώρα μας. Η απόφαση αυτή, στηριζόμενη και στην επίσης ιστορική εισαγγελική πρόταση, εφάρμοσε για πρώτη φορά τη δημοκρατική αρχή ως ύπατη αρχή νομιμοποίησης της εξουσίας και νομιμότητας της άσκησής της, αναγνωρίζοντας την ισχύ της και κατά το χρόνο μη ισχύος δημοκρατικά νομιμοποιημένου συντάγματος, με βάση πραγματικά στοιχεία έκφρασης λαϊκής βούλησης. Η απόφαση επέβαλε τρις θανατικές ποινές (στους Παπαδόπουλο, Μακαρέζο και Παττακό) και ποινές ισόβιας και πολυετούς κάθειρξης. Η απόφαση αυτή επικυρώθηκε αργότερα από τον Άρειο Πάγο, με την απόφαση 59/1976 που απέρριψε την αίτηση αναιρέσεως των καταδικασθέντων.
Η θανατική ποινή ίσχυε τότε στη χώρα μας, δεν είχε, όμως, εφαρμοστεί από πολλά χρόνια. Η στάση της κυβέρνησης του Κωνσταντίνου Καραμανλή, που είχε από το Σύνταγμα την ουσιαστική αρμοδιότητα της χάρης, έδειξε μεν πνεύμα ευρωπαϊκού προσανατολισμού και εμμονή στην αρχή της μετριοπάθειας κατά τη μετάβαση στη δημοκρατία, χωρίς όμως να εγκαταλείψει την αυστηρότητα στην αντιμετώπιση των κυρίως υπευθύνων για τα εγκλήματα του πραξικοπήματος της 21ης Απριλίου 1967 και του δικτατορικού καθεστώτος που ακολούθησε. Έτσι, αμέσως μετά την απόφαση, στις 23 Αυγούστου 1975, η Κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Καραμανλή εξέδωσε την ακόλουθη ανακοίνωση:
«Εις την δημοκρατίαν η Δικαιοσύνη είναι ανεξάρτητος και συνταγματικώς κατωχειρωμένη λειτουργία. Εις το Κράτος δικαίου όμως το έργον της Δικαιοσύνης συμπληρώνεται από την τελικήν διαδικασίαν, συνταγματικώς επίσης κατωχειρωμένην, η οποία επιτρέπει τον μετριασμόν των ποινών. Εις την τελικήν αυτήν φάσιν πρέπει να πρυτανεύη υψηλόν αίσθημα πολιτικής ευθύνης.
Δια την πρωϊαν της Δευτέρας συνεκλήθη το Υπουργικόν Συμβούλιον, το οποίον θα εξετάση όλα τα ανακύπτοντα, μετά την έκδοσιν της αποφάσεως θέματα.»
Με την άμεση αυτή αντίδραση, η κυβέρνηση προδιέθετε για τη μη εκτέλεση της θανατικής ποινής. Πράγματι, μετέτρεψε τις θανατικές ποινές σε ισόβια κάθειρξη. Είναι, όμως, γνωστή και η παροιμιώδης δήλωση του Κωνσταντίνου Καραμανλή: «όταν λέμε ισόβια, εννοούμεν ισόβια». Αυτό πρακτικά ίσχυσε.
Ιδιαίτερη σημασία έχει το γεγονός ότι τόσο η κυβέρνηση που είχε στα χέρια της τη νομοθετική πρωτοβουλία και την όλη εκτελεστική εξουσία, όσο και η «Ε΄ Αναθεωρητική Βουλή», με τις ρυθμίσεις της, επιδίωξαν και κατόρθωσαν να θέσουν και να κρατήσουν την ποινική δίωξη, σε όλα τα στάδιά της: της ανάκρισης, της εκδίκασης των εγκλημάτων και της εκτέλεσης των ποινών, στα πλαίσια της συνταγματικής και της διεθνούς νομιμότητας και ειδικότερα στα πλαίσια των αρχών σεβασμού των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου και του κρατουμένου, καθώς και των αρχών της δίκαιης δίκης. Με αυτή τη βασική πολιτική, η κυβέρνηση δεν προσέφυγε στη θέσπιση ειδικού και έκτακτου δικαίου που θα προέβλεπε νέα ειδικά εγκλήματα, νέες ποινές και έκτακτα ή ειδικά δικαστήρια με ειδικές διαδικασίες. Παρέμεινε στα ποινικά αδικήματα και στις ποινές του κοινού ποινικού δικαίου του δημοκρατικού πολιτεύματος και στην τακτική δικαιοσύνη.
β. Η συντακτική διαδικασία και η ολοκλήρωσή της
Η «Ε΄ Αναθεωρητική Βουλή» άσκησε το συντακτικό της έργο σύμφωνα με τις βασικές γραμμές που είχε καθορίσει η «Κυβέρνησις Εθνικής Ενότητος» και με βάση τις ειδικότερες ρυθμίσεις, στις οποίες προέβη η ίδια με σειρά Ψηφισμάτων. Με τα Ψηφίσματα αυτά, δώδεκα συνολικά, εκτός από τη συντακτική διαδικασία, ρύθμισε και διάφορα θέματα μεταβατικού και προσωρινού χαρακτήρα, όπως οι διακηρύξεις και οι ειδικότερες ρυθμίσεις σχετικά με τη δίωξη των υπευθύνων των εγκλημάτων του πραξικοπήματος και του δικτατορικού καθεστώτος, που αναπτύξαμε ήδη πιο πάνω, τα θέματα που αφορούσαν την οργάνωση και λειτουργία της Βουλής, ο καθορισμός των αρμοδιοτήτων του προσωρινού Προέδρου της Δημοκρατίας, ο περιορισμός ατελειών και άλλων προνομίων των βουλευτών και των υπουργών κ.ά.
Με το Γ΄ Ψήφισμα της 24ης Δεκεμβρίου 1974, συστήθηκε, κατ’ αναλογία της δύναμης των κομμάτων στη Βουλή, κοινοβουλευτική επιτροπή, που ονομάσθηκε «Κοινοβουλευτική Επιτροπή του Συντάγματος 1975». Έργο της Επιτροπής ήταν «η επεξεργασία του κυβερνητικού σχεδίου περί αναθεωρήσεως του προσωρινώς ισχύοντος Συντάγματος της 1ης Ιανουαρίου 1952, κατά τα εις την από 3/4 Οκτωβρίου 1974 Συντακτικήν Πράξιν οριζόμενα, καθ’ όλας αυτού τας διατάξεις, περιλαμβανομένων και των θεμελιωδών και συμφώνως προς την δια του Δημοψηφίσματος της 8ης Δεκεμβρίου 1974 εκφρασθείσαν θέλησιν του Ελληνικού Λαού περί της μορφής του πολιτεύματος ως αβασιλεύτου Δημοκρατίας». Ακολούθως το Γ΄ Ψήφισμα όριζε ότι η Επιτροπή θα διαμόρφωνε «εις ενιαίον κείμενον σχέδιον Συντάγματος, περιλαμβάνον τόσον τας αναθεωρουμένας όσον και τας μη αναθεωρουμένας διατάξεις, ως και τας τυχόν νέας τοιαύτας». Τέλος, επανέλαβε, όπως είχε ήδη ορίσει η Συντακτική Πράξη της 4ης Οκτωβρίου 1974 (βλ. πιο πάνω), ότι βάση των εργασιών της Επιτροπής θα αποτελούσε το κείμενο των διατάξεων του Κυβερνητικού Σχεδίου Συντάγματος.
Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή του Συντάγματος 1975, που αποτέλεσε, από πλευράς ουσίας και βάθους εργασιών, το σημαντικότερο όργανο της συντακτικής διαδικασίας, συγκροτήθηκε από τον Πρόεδρο της Βουλής στις 2.1.1975, κατ’ αναλογίαν της δύναμης των κομμάτων, από 37 τακτικά και 19 αναπληρωματικά μέλη. Τακτικά μέλη ορίσθησαν, (α) από τη «Νέα Δημοκρατία» οι: Ιωάννης Βαρβιτσιώτης, Δημήτριος Βουδούρης, Αθανάσιος Δερβέναγας, Αριστείδης Καλατζάκος, Αριστείδης Κατσαούνης, Εμμανουήλ Κεφαλογιάννης, Θεμιστοκλής Κονίτσας, Βασίλειος Κοντογιαννόπουλος, Χαραλάμπης Μεσάρης, Αθανάσιος Μίχας, Λεωνίδας Μπουρνιάς, Δημήτριος Νιάνιας, Γεώργιος Παναγιωτόπουλος, Ζήσης Παπαλαζάρου, Δημήτριος Παπασπύρου, Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος, Θεοδ.-Στέφανος. Στεφανόπουλος, Αθανάσιος Ταλιαδούρος, Κωνσταντίνος Τρικούπης, Κωνσταντίνος Τσάτσος, Ιωάννης Φικιώρης, Δημήτριος Φράγκος, Δημήτριος Χλωρός, Κωνσταντίνος Χριστόπουλος και Κωνσταντίνος Χρυσανθόπουλος· (β) από την «Ένωση Κέντρου – Νέες Δυνάμεις» οι: Νικόλαος Γαζής, Αθανάσιος Κανελλόπουλος, Γεώργιος-Αλέξανδρος Μαγκάκης, Γεώργιος Β. Μαγκάκης, Νικόλαος Παπαπολίτης, Μιχαήλ Στεφανίδης και Δημήτριος Τσάτσος· (γ) από το «Πανελλήνιο Σοσιαλιστικό Κίνημα» οι : Απόστολος Κακλαμάνης, Ιωάννης Κουτσοχέρας, και Ιωάννης Σκουλαρίκης· (δ) από την «Ενωμένη Αριστερά» οι: Ηλίας Ηλιού και Γρηγόρης Φαράκος. Αναπληρωματικά μέλη ορίσθησαν (α) από τη «νέα Δημοκρατία» οι: Ανδρέας Ανδριανόπουλος, Γεώργιος Αστεριάδης, Θεμιστοκλής Βύζας, Κωνσταντίνος Γόντικας, Θεόφιλος Ζαφειρόπουλος, Χρήστος Κάκαρης, Παντελής Καλογιάννης, Δούκας Καλογήρου, Λάζαρος Μιχαήλ, Ιωάννης Μάργαρης, Παναγιώτης Νικολόπουλος, Δημήτριος Παπαδόπουλος και Γεώργιος Ροδίου· (β) από την «Ένωση Κέντρου – Νέες Δυνάμεις» οι: Νικόλαος Αλαβάνος, Θεοχάρης Μαναβής, Ιωάννης Σεργάκης και Αναστάσιος Σεχιώτης· (γ) από το «Πανελλήνιο Σοσιαλιστικό Κίνημα», ο Ιωάννης Αλευράς και (δ) από την «Ενωμένη Αριστερά» ο Λεωνίδας Κύρκος.
Η Επιτροπή εξέλεξε από τα μέλη της: Πρόεδρο, τον βουλευτή Επικρατείας Κωνσταντίνο Τσάτσο, Αντιπρόεδρο, το βουλευτή Θεμιστοκλή Κονίτσα, Γενικό Γραμματέα, το βουλευτή Δημήτριο Χλωρό, Γενικό Εισηγητή της Πλειοψηφίας, το βουλευτή Δημήτριο Παπασπύρου και Γενικό Εισηγητή της Μειοψηφίας, το βουλευτή Δημήτριο Τσάτσο. Η Επιτροπή, για την επιτάχυνση του έργου της και με βάση ειδική εξουσιοδότηση του Γ΄ Ψηφίσματος της 24ης Δεκεμβρίου 1974, χωρίστηκε σε δύο «Υποεπιτροπές της επί του Συντάγματος 1975 Κοινοβουλευτικής Επιτροπής», την Α΄ και τη Β΄, στις οποίες κατένειμε το συντακτικό έργο. Στην Α΄ Υποεπιτροπή, με Πρόεδρο τον Αθανάσιο Ταλιαδούρο, ανατέθηκε η επεξεργασία των διατάξεων για την οργάνωση και λειτουργία του πολιτεύματος και των κρατικών εξουσιών, και στη Β΄ Υποεπιτροπή, με πρόεδρο τον Αθανάσιο Μίχα, ανατέθηκε η επεξεργασία των διατάξεων για τα συνταγματικά δικαιώματα και, από το οργανωτικό μέρος, των διατάξεων για τη Διοίκηση και την Αυτοδιοίκηση. Οι δύο Υποεπιτροπές επιτέλεσαν σημαντικότατο, σε έκταση, έργο, που διέγραφε πια σαφώς, και ως προς τις επιμέρους βασικές ρυθμίσεις, τον προσανατολισμό του όλου συντακτικού έργου.
Η κυβέρνηση, δια του Υπουργού της Δικαιοσύνης Κωνσταντίνου Στεφανάκη, κατέθεσε το «Κυβερνητικό Σχέδιο Συντάγματος» στην «Ε΄ Αναθεωρητική Βουλή» στις 7 Ιανουαρίου 1975. Η Επιτροπή όφειλε, σύμφωνα με το Γ΄ Ψήφισμα της 24ης Δεκεμβρίου 1974, να περατώσει το έργο της σε 40 ημέρες. Επίσης, σύμφωνα με τη Συντακτική Πράξη της 4ης Οκτωβρίου 1974, η «Ε΄ Αναθεωρητική Βουλή» έπρεπε να ολοκληρώσει το συντακτικό της έργο εντός τριών μηνών από την κατάθεση του Σχεδίου Συντάγματος. Οι προθεσμίες αυτές ήταν άκρως ασφυκτικές, κατέστη δε αδύνατη η τήρησή τους. Έτσι, η Βουλή – αφού εν τω μεταξύ παρέτεινε την προθεσμία των 40 ημερών για την ολοκλήρωση του έργου της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής – παρέτεινε, με το Ψήφισμα Ι΄ της 11ης Απριλίου 1975, την προθεσμία ολοκλήρωσης του όλου συντακτικού έργου μέχρι την 31η Μαϊου 1975, με δυνατότητα τελικής παράτασης μέχρι τις 10 Ιουνίου, η οποία και έγινε.
Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή, σε 25 Συνεδριάσεις, περάτωσε το έργο της και παρέδωσε το Σχέδιο Συντάγματος στον Πρόεδρο της «Ε΄ Αναθεωρητικής Βουλής» στις 22 Μαρτίου 1975. Η Ολομέλεια της Βουλής άρχισε το συντακτικό της έργο στις 27 Μαρτίου 1975 και το ολοκλήρωσε στις 7 Ιουνίου 1975. Αφιέρωσε συνολικώς τριάντα πέντε Συνεδριάσεις: μία γενικής συζήτησης συνεδρίαση μετά τη κατάθεση του Κυβερνητικού Σχεδίου Συντάγματος και πριν από την έναρξη των εργασιών της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής, στις 8 Ιανουαρίου 1975 (Συνεδρ. ΙΓ΄), τριάντα τρεις συνεδριάσεις ( Συνεδρ. Ξ΄-ΡΒ΄) για τη συζήτηση και ψήφιση κατ’ άρθρον του σχεδίου συντάγματος, και μία (Συνεδρ. ΡΓ΄ της 7ης Ιουνίου 1975) για τη συζήτηση και ψήφιση στο σύνολο.
Στο σημείο αυτό πρέπει να αναφερθεί, ως σημαντικό γεγονός της συντακτικής διαδικασίας, η αποχώρηση, κατά τη Συνεδρίαση (κόπα) της 21ης Μαϊου 1975, των κομμάτων της Αντιπολίτευσης από τη Βουλή, τα οποία δεν επανήλθαν πια κατά τις επόμενες συνεδριάσεις της συντακτικής διαδικασίας. Η αποχώρηση έλαβε χώρα κατά τη συζήτηση του άρθρου 32 του Συντάγματος, κατά την οποία η Αντιπολίτευση διαφώνησε με την εμμονή της Συμπολίτευσης στη θέση ότι, όταν κενωθεί η θέση του Προέδρου της Δημοκρατίας πριν από τη λήξη της θητείας του, εκλέγεται για πλήρη θητεία και όχι για το υπόλοιπο της θητείας, όπως υποστήριζε η Αντιπολίτευση. Στο πλαίσιο αυτής της συζήτησης, οι αρχηγοί και εκπρόσωποι των κομμάτων της Αντιπολίτευσης έθεσαν και το ευρύτερο ζήτημα των εξουσιών του Προέδρου της Δημοκρατίας και στη συνέχεια αποχώρησαν με όλους τους βουλευτές των κομμάτων τους.
Μετά την ψήφιση του σχεδίου συντάγματος κατ’ άρθρον, σύμφωνα με ειδική εξουσιοδότηση του Γ΄ Ψηφίσματος της 24 Δεκεμβρίου 1974, δόθηκε το κείμενο στον Πρόεδρο της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Κωνσταντίνο Τσάτσο, ο οποίος είχε ως έργο, με τη συνεργασία των Γενικών Εισηγητών και των Προέδρων των Υποεπιτροπών, να κατατάξει συστηματικά τις διατάξεις των ψηφισθέντων άρθρων σε ενιαίο κείμενο, έχοντας την εξουσία, όπου χρειαζόταν, να μεταβάλει τη σειρά τους, να τις συμπτύξει, να τις διαιρέσει ή και να τις αναδιατυπώσει φραστικά. Μετά την τελική αυτή επεξεργασία του κειμένου του νέου Συντάγματος, παραδόθηκε στον Πρόεδρο της Βουλής για την τελική συζήτηση και ψήφιση στο σύνολο.
Στις 7 Ιουνίου 1974, με την ψήφιση στο σύνολο του σχεδίου συντάγματος, ολοκληρώθηκε το συντακτικό έργο της «Ε΄ Αναθεωρητικής Βουλής. Στην ψηφοφορία έλαβαν μέρος 208 βουλευτές του κόμματος της «Νέας Δημοκρατίας» και ψήφισαν όλοι υπέρ του νέου Συντάγματος.
Με το Ψήφισμα ΙΒ΄ της 9ης Ιουνίου 1975 «Περί ψηφίσεως και θέσεως εις ισχύν του νέου Συντάγματος της Χώρας», τέθηκε σε ισχύ το Σύνταγμα, αφού υπογράφηκε από τον Πρόεδρο της «Ε΄ Αναθεωρητικής Βουλής» Κωνσταντίνο Παπακωνσταντίνου και δημοσιεύθηκε από τον προσωρινό Πρόεδρο της Δημοκρατίας, με προεδρικό διάταγμα, προσυπογραφόμενο από τον Πρωθυπουργό Κωνσταντίνο Καραμανλή και τα μέλη του Υπουργικού Συμβουλίου. Το εν λόγω Ψήφισμα όρισε έναρξη ισχύος του Συντάγματος την 11η Ιουνίου 1975. Με ειδική διάταξη του ιδίου Ψηφίσματος ορίσθηκε ότι έπαυε εφεξής η αναθεωρητική αρμοδιότητα της Βουλής και καθίστατο απλή Βουλή.
Η δημοσίευση του Συντάγματος αποτελεί την τελική πράξη και το αποκορύφωμα της μετάβασης στη δημοκρατία από την επτάχρονη δικτατορία της 21ης Απριλίου 1967.
Β. ΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΤΟΥ 1975
1. Γενικά για τη σημασία και τη φυσιογνωμία του Συντάγματος 1975
Το Σύνταγμα 1975 εντάσσεται, αναμφίβολα, στους μεγάλους σταθμούς της συνταγματικής μας ιστορίας. Ας τους θυμηθούμε: πρώτος σταθμός, τα Συντάγματα του Αγώνα, με τα οποία ο ελληνικός λαός, αυτοδύναμος και κυρίαρχος, καθόρισε και συνέταξε μόνος του το πολίτευμά του – είναι τα Συντάγματα της Α΄ Ελληνικής Δημοκρατίας, τα οποία, με κορυφαίο πρότυπο συντακτικής τελειότητας για ολόκληρη την Ευρώπη το Σύνταγμα του 1827, αποτέλεσαν, στον ευρύτερο ευρωπαϊκό χώρο, την πρωτοπορία αποδοχής και εφαρμογής των αρχών και των μεγάλων διακηρύξεων της ιστορίας του αγγλικού πολιτεύματος, της Αμερικανικής Ανεξαρτησίας και της Γαλλικής Επανάστασης και συνέθεσαν τη θεσμική ταυτότητα και βάση της οριστικής ένταξης της Ελλάδας στην πολιτισμική οικογένεια της Δύσης· δεύτερος σταθμός, το Σύνταγμα της συνταγματικής μοναρχίας του 1844, που αποτέλεσε τον κορυφαίο θεσμό μετάβασης από τη βραχύβια στη χώρα μας απόλυτη μοναρχία στη δημοκρατία· τρίτος σταθμός, το Σύνταγμα της βασιλευομένης δημοκρατίας του 1864, που εγκαθίδρυσε τη δημοκρατία στην Ελλάδα και έθεσε τις βάσεις πάνω στις οποίες γεννήθηκε και αναπτύχθηκε η κοινοβουλευτική δημοκρατία με την «αρχή της δεδηλωμένης», για να εδραιωθεί αργότερα οριστικά, με την αναθεώρηση του 1911· τέταρτος σταθμός, το Σύνταγμα της Β΄ Ελληνικής Δημοκρατίας του 1927, το οποίο υπήρξε ένα από τα τρία βραχύβια Συντάγματα του Μεσοπολέμου ( τα άλλα δύο: το Σύνταγμα της Βαϊμάρης του 1919 και το Σύνταγμα της Ισπανίας του 1931) που έθεσαν τις σύγχρονες διαστάσεις και τις σύγχρονες πολιτικές και κοινωνικές βάσεις της δημοκρατίας, για να καταλυθούν από τη λαίλαπα του φασισμού. Το Σύνταγμα του 1975, το Σύνταγμα της Γ΄ Δημοκρατίας, αποτελεί, χωρίς αμφιβολία, τον πέμπτο μεγάλο σταθμό της συνταγματικής ιστορίας της νεότερης Ελλάδας.
Η σύνταξη ενός νέου καταστατικού χάρτη το 1975, μετά από μια μακρά περίοδο συνταγματικής καθυστέρησης και σε μια εποχή ευρωπαϊκού προσανατολισμού, δεν ήταν καθόλου εύκολη. Στη δυτική Ευρώπη είχαν επιτελεσθεί κοσμογονικές εξελίξεις στο χώρο των συνταγματικών δικαιωμάτων και των θεμελιωδών αρχών, τις οποίες ούτε καν είχε πληροφορηθεί η ελληνική πολιτική και νομική θεωρία και πράξη, ο ελληνικός λαός είχε περάσει από πολλών δεκαετιών ιδεολογικο-πολιτικές αναταραχές και διαρκείς περιορισμούς των ελευθεριών του και το ιδεολογικο-πολιτικό κλίμα μετά την κατάρρευση της δικτατορίας είχε τις εξάρσεις των νέων του Μάη του ’68 στις ευρωπαϊκές χώρες. Είναι φανερό ότι η ελληνική συνταγματική παράδοση δεν μπορούσε να προσφέρει πολλά πράγματα, ώστε να αποτελέσει ουσιαστική πηγή ενός νέου συντάγματος. Αυτό που μπορούσε να προσφέρει ήταν μόνο οδυνηρές εμπειρίες, ώστε να προβλεφθούν συνταγματικοί φραγμοί για ενδεχόμενη επανάληψη. Έτσι, το Σύνταγμα του 1952, που επανέφερε σε ισχύ η «Κυβέρνησις Εθνικής Ενότητος» και προβλήθηκε τυπικά ως «αναθεωρούμενο», ούτε αποτέλεσε ούτε μπορούσε να αποτελέσει πηγή του νέου Συντάγματος. Οι ουσιαστικές πηγές έπρεπε να αναζητηθούν στη συντακτική πράξη της δυτικής Ευρώπης. Βεβαίως, η δημοκρατική Ευρώπη του 1974 ήταν ακόμη συρρικνωμένη, αφού δύο χώρες του ευρωπαϊκού πολιτικού νότου, η Ισπανία και η Πορτογαλία, που θα μπορούσαν να προσφέρουν συγγενέστερες προς την ελληνική πολιτική νοοτροπία και πραγματικότητα συντακτικές ιδέες, ήταν ακόμη εγκλωβισμένες στις φασιστικές δικτατορίες του Μεσοπολέμου. Είναι βέβαιο ότι θα εμπλούτιζαν τη συντακτική συζήτηση της «Ε΄ Αναθεωρητικής Βουλής» είναι, όμως, αμφίβολο αν θα επηρέαζαν ουσιαστικά το συντακτικό της έργο. Η κοινοβουλευτική πλειοψηφία, πάντως, που καθόρισε το περιεχόμενο και τη φυσιογνωμία του νέου Συντάγματος βρήκε, τόσο για το «Κυβερνητικόν Σχέδιον Συντάγματος», που αποτέλεσε τη βάση των προπαρασκευαστικών εργασιών του συντακτικού έργου, όσο και για τη συντακτική συζήτηση στη Βουλή, πλούσια πηγή φιλελεύθερου προσανατολισμού στα Συντάγματα της τότε δημοκρατικής Ευρώπης.
Εξετάζοντας το Σύνταγμα 1975 από τη σκοπιά των πηγών, είδαμε ότι συντάχθηκε με βάση το «Κυβερνητικόν Σχέδιον Συντάγματος», που κατέθεσε στην «Ε΄ Αναθεωρητική Βουλή» η κοινοβουλευτική κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Καραμανλή. Το επίσημο όργανο κατάθεσής του, η κυβέρνηση, δεν είναι, βεβαίως, και ο πραγματικός συντάκτης του Σχεδίου. Δεν είναι ακόμη ιστορικώς γνωστό ποια ομάδα προσώπων ή ποια πρόσωπα χωριστά συνέταξαν το Σχέδιο. Είναι, ωστόσο, εμφανής η ουσιαστική συμβολή στη σύνταξη του Σχεδίου και στο μετέπειτα συντακτικό έργο, μέχρι την ολοκλήρωσή του, τριών προσωπικοτήτων: του Κωνσταντίνου Καραμανλή, που χάρασσε και προσδιόριζε τη συντακτική πολιτική και παρακολουθούσε βήμα προς βήμα την τήρησή της, του Κωνσταντίνου Τσάτσου, του οποίου η βαθιά νομική παιδεία και οι φιλοσοφικές καταβολές της άσκησαν σημαντική επίδραση στην αποδοχή και διατύπωση θεμελιωδών αρχών και διατάξεων, και του Κωνσταντίνου Παπακωνσταντίνου, του οποίου οι πολιτικές ικανότητες και η μακρά κοινοβουλευτική πείρα έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση των ρυθμίσεων για την άσκηση και τη λειτουργία των εξουσιών του κράτους.
Ως βάση του «Κυβερνητικού Σχεδίου Συντάγματος» παρουσιάζεται το Σύνταγμα 1952. Όπως, όμως, επισημάναμε πιο πάνω, το Σύνταγμα αυτό δεν μπορούσε, εκείνη την εποχή να αποτελέσει ουσιαστική πηγή ενός νέου συντάγματος. Το Σύνταγμα 1952 επανατέθηκε σε ισχύ από την «Κυβέρνησιν Εθνικής Ενότητος» και ορίσθηκε ως «αναθεωρούμενο» για λόγους, όπως είδαμε, περισσότερο πολιτικής παρά για λόγους άντλησης από αυτό ουσιαστικών κανόνων συνταγματικού δικαίου. Η αδυναμία του να αποτελέσει πηγή νέου συντάγματος δεν οφειλόταν μόνο στον, οπωσδήποτε βασικό λόγο της μεταβολής της μορφής του πολιτεύματος σε «αβασίλευτη δημοκρατία», αλλά και στο ότι υπήρξε το πιο αναχρονιστικό κείμενο καταστατικού χάρτη που συντάχθηκε στην Ευρώπη μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Το εν λόγω Σύνταγμα, γέννημα μιας σκληρής για τον ελληνικό λαό εποχής, της εποχής του εμφυλίου πολέμου, δεν μπόρεσε να αποκομίσει καμία από τις κατακτήσεις που έκαμε η ανθρωπότητα, με τη συντριβή του εθνικοσοσιαλισμού και του φασισμού, στο επίπεδο των θεμελιωδών δικαιωμάτων, των ελευθεριών και των αρχών της δημοκρατίας. Αυτό είχε ως συνέπεια ότι οι Έλληνες, από την Απελευθέρωση μέχρι την πτώση της δικτατορίας, στερήθηκαν την απόλαυση των αγαθών αυτών του νέου δικαιικού πολιτισμού που απόλαυαν οι άλλοι πολίτες της δυτικής Ευρώπης. Χαρακτηριστικό αυτού του ελλείμματος του Συντάγματος του 1952 είναι ότι η «Κυβέρνησις Εθνικής Ενότητος» δεν αρκέσθηκε στην επαναφορά του σε ισχύ, αλλά, για να διασφαλίσει πλήρεις ελευθερίες για τις διαδικασίες της μετάβασης στη δημοκρατία, το συμπλήρωσε με πολλές νέες διατάξεις Συντακτικών Πράξεων. Οι διατάξεις αυτές, που περιελήφθησαν τόσο στο Κυβερνητικό Σχέδιο Συντάγματος, όσο και αργότερα στο Σύνταγμα, έδειχναν την ανεπάρκεια του προδικτατορικού Συντάγματος και, συγχρόνως, τον προσανατολισμό της συντακτικής πολιτικής προς τις νέες εξελίξεις στο πεδίο της δημοκρατίας και των δικαιωμάτων του ανθρώπου.
Το «Κυβερνητικόν Σχέδιον Συντάγματος» παραθέτει σε πολλές διατάξεις του την πηγή προέλευσής τους. Ωστόσο απαιτείται ειδική επιστημονική έρευνα για τη διάγνωση και διαπίστωση της ταυτότητας όλων των πηγών των εν λόγω διατάξεων. Εκείνο που προκύπτει σαφώς από το «Κυβερνητικόν Σχέδιον» είναι ότι η κυβέρνηση Κωνσταντίνου Καραμανλή, πριν και μετά τις εκλογές της 17ης Νοεμβρίου 1974, επέφερε, με προσθήκες και τροποποιήσεις, σοβαρές και εκτεταμένες εκσυγχρονιστικές μεταβολές στις διατάξεις του Συντάγματος 1952.
Αν προσεγγίσει κανείς τα πρακτικά των προπαρασκευαστικών εργασιών των Υποεπιτροπών, της Επιτροπής και της Ολομέλειας της «Ε΄ Αναθεωρητικής Βουλής» και τα κείμενα των τροπολογιών που υποβλήθηκαν, θα διαπιστώσει ότι η ποιότητα του συντακτικού έργου ήταν, γενικώς, από μέτρια έως χαμηλή. Τούτο οφείλεται στην έλλειψη συντακτικής πείρας και γνώσης της μεγάλης πλειονότητας του αντιπροσωπευτικού σώματος. Οφείλεται, όμως, και στην έλλειψη επιστημονικής επεξεργασίας των σχεδίων του συντακτικού έργου. Η κάλυψη της έλλειψης αυτής, πέρα από την πάγια αποστροφή των Ελλήνων πολιτικών για κάθε επιστημονική υποστήριξη, δεν ήταν, στην προκείμενη περίπτωση, δυνατή λόγω των ασφυκτικών προθεσμιών ολοκλήρωσης του συντακτικού έργου. Ιδιαίτερα εμφανής ήταν η έλλειψη συντακτικής πείρας και γνώσης στο χώρο της αντιπολίτευσης. Ωστόσο, από τις τεχνικές, κυρίως, αδυναμίες των προτάσεών της δε συνάγεται ότι η συμβολή της ήταν μικρή. Αντίθετα, με την πολιτική της στάση, συνέβαλε ουσιαστικά στο να υπερβεί το έργο της «Ε΄ Αναθεωρητικής Βουλής» τα ιδεολογικά και πολιτικά όρια του Κυβερνητικού Σχεδίου και να καταστεί περισσότερο αντιπροσωπευτικό, όπως πρέπει να είναι ένα Σύνταγμα. Σημαντική είναι η συμβολή της κυρίως στη θεσμική διεύρυνση του κοινωνικού κράτους και των δημοκρατικών λειτουργιών του πολιτεύματος. Με αυτά τα δεδομένα, η συντακτική ποιότητα του έργου της «Ε΄ Αναθεωρητικής Βουλής» ήταν προϊόν κυρίως των λίγων προσωπικοτήτων της πλειοψηφίας που είχαν τη γνώση και την πείρα για ένα τέτοιο έργο. Καθοριστική ήταν ιδίως, τουλάχιστον όπως προκύπτει από τα πρακτικά των προπαρασκευαστικών εργασιών, η συμβολή του Κωνσταντίνου Τσάτσου, ο οποίος είχε το βάρος και την ευθύνη σε ελάχιστο χρόνο, από τη λήξη της κατ’ άρθρον ψηφοφορίας μέχρι τη συζήτηση στο σύνολο των διατάξεων του σχεδίου συντάγματος (2 έως 7 Ιουνίου 1975), ένα ασύντακτο και χωρίς σύστημα σύνολο διατάξεων να το διαμορφώσει σε συστηματικό κείμενο συντάγματος, στο κείμενο που γνωρίζομε ως Σύνταγμα του 1975. Το έργο του Κωνσταντίνου Τσάτσου ήταν ιδιαίτερα σημαντικό, γιατί δεν περιοριζόταν μόνο στη συστηματική κατάταξη των διατάξεων των ψηφισθέντων άρθρων, με μεταβολή της σειράς τους, σε ενιαίο κείμενο, αλλά εκτεινόταν και στην υποχρέωση, όπου χρειαζόταν, να τις συμπτύξει, να τις διαιρέσει ή και να τις αναδιατυπώσει φραστικά. Το πόσο ευρύ, υπεύθυνο και δύσκολο ήταν αυτό το έργο, αντιλαμβάνεται κανείς αν παραβάλει το σύνολο των άτεχνα διατυπωμένων, χωρίς σύστημα διασκορπισμένων και με ετερόκλητα αντικείμενα ενταγμένων σε άρθρα διατάξεων με το ενιαίο κείμενο του Συντάγματος που τέθηκε σε ισχύ.
Το Σύνταγμα 1975 είναι προϊόν ευρωπαϊκού συντακτικού πνεύματος. Εκφράζει πλήρως την ευρωπαϊκή αντίληψη για το δημοκρατικό πολίτευμα, το κράτος, τις ατομικές ελευθερίες και τα κοινωνικά δικαιώματα. Θα μπορούσε κανείς να υπογραμμίσει τα ακόλουθα χαρακτηριστικά της φυσιογνωμίας του αυτής:
(α) Το Σύνταγμα 1975 διαπνέεται από το πνεύμα συνταγματικού εκσυγχρονισμού, που αναζητούσαν οι πολιτικές δυνάμεις πριν από τι δικτατορία και που επικράτησε με την κατάρρευσή της. Ο ιστορικός συνταγματικός νομοθέτης της μεταπολίτευσης, κάτω από την πίεση των ιδεολογικών και πολιτικών δυνάμεων που επί δεκαετίες ήσαν φιμωμένες και με την πτώση του δικτατορικού καθεστώτος απελευθερώθηκαν, δεν μπορούσε παρά να χαράξει τη συντακτική του πολιτική με οδηγό το σύγχρονο τότε ευρωπαϊκό πνεύμα συντάγματος που είχε διαπλαστεί μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και είχε αγνοηθεί από το συντακτικό νομοθέτη του 1952. Ο συνταγματικός εκσυγχρονισμός επηρέασε το συντακτικό έργο σε όλα τα επίπεδα. Στο επίπεδο του πολιτεύματος, εδραιώθηκε μια πολιτική δημοκρατία, με την κατάργηση του ασύμβατου με την ελληνική παράδοση και αναχρονιστικού θεσμού της μοναρχίας, ο οποίος πάνω από έναν αιώνα ήταν πηγή αντιδημοκρατικών επεμβάσεων και πολιτικών ανωμαλιών, καθώς και με την ανάδειξη του θεσμού των πολιτικών κομμάτων σε βασικό στοιχείο της δημοκρατίας. Στο επίπεδο των συνταγματικών δικαιωμάτων, εισήγαγε τις σύγχρονες θεμελιώδεις εγγυήσεις της αξίας και της αξιοπρέπειας του ανθρώπου, καθώς και της ελευθερίας ανάπτυξης της προσωπικότητας, με κάλυψη όλων των εκφάνσεών της. Στο ίδιο επίπεδο, εμπλουτίζοντας το σύστημα των εγγυήσεων του προσώπου, εγγυήθηκε, πρωτοποριακά τότε στη δυτική Ευρώπη, την προστασία του περιβάλλοντος και εισήγαγε κατάλογο κοινωνικών δικαιωμάτων.
(β) Ακολουθώντας το συνταγματικό πνεύμα που επικρατούσε στην Ευρώπη από το τέλος του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου, από το οποίο διαπνέονται και οι βασικές διεθνείς εγγυήσεις των δικαιωμάτων του ανθρώπου, το Σύνταγμα του 1975 είναι ανθρωποκεντρικό. Αυτό προκύπτει σαφώς από την εισαγωγή των αγαθών της αξίας και της προσωπικότητας του ανθρώπου στο ανώτατο επίπεδο εγγυήσεων, καθιστώντας την υποχρέωση σεβασμού και προστασίας τους ύπατη αρχή νομιμότητας – σε συνδυασμό πάντοτε με τη δημοκρατική αρχή. Η ανθρωποκεντρική βάση του Συντάγματος προκύπτει, επίσης, και από το σύστημα των ελευθεριών, που εντάσσεται σε ένα ευρύτερο σύστημα κοινωνικής δέσμευσης. Η ανθρωποκεντρική αυτή βάση μεταβάλλει πια την αφηρημένη και χωρίς ανθρώπινο και κοινωνικό περιεχόμενο έννοια του ατόμου σε πρόσωπο και προσωπικότητα με ανθρώπινο και κοινωνικό περιεχόμενο.
(γ) Το Σύνταγμα 1975 παρέμεινε βασικώς στις αρχές του πολιτικού και του συνταγματικού φιλελευθερισμού, όπως διαπλάστηκαν μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο στην Ευρώπη: συνδέει το φιλελευθερισμό με το κοινωνικό κράτος, θέτοντας σε προτεραιότητα την αξία του ανθρώπου και τις ελευθερίες του προσώπου. Δεν περιέχει ανοίγματα προς θεσμούς και αρχές σοσιαλιστικής προέλευσης, όπως, για παράδειγμα, σε περιορισμένη κλίμακα, το Σύνταγμα της Ιταλίας του 1947, ή, σε ευρύτερη κλίμακα, τα πρώτα μετά την πτώση των δικτατοριών δημοκρατικά Συντάγματα της Πορτογαλίας και της Ισπανίας. Αν μελετήσει κανείς τα Πρακτικά των προπαρασκευαστικών διαδικασιών και τις προτάσεις και τροπολογίες της αντιπολίτευσης, θα διαπιστώσει ότι η κυβερνητική πλειοψηφία απέρριπτε όλες, ή σχεδόν όλες, τις προτάσεις που είχαν σοσιαλιστική κατεύθυνση ή, γενικότερα, δε συμβιβάζονταν με τη συντακτική πολιτική του φιλελευθερισμού. Στις συζητήσεις της «Ε΄ Αναθεωρητικής Βουλής», καθώς και στην εκτός βουλής πολιτική και επιστημονική συζήτηση, η φιλελεύθερη αυτή κατεύθυνση προκάλεσε έντονη κριτική με σοβαρά επιχειρήματα. Άλλωστε, η ιδεολογικοπολιτική και θεωρητική αυτή συζήτηση, παρά την κυρίαρχη θέση του φιλελευθερισμού, συνεχίζεται μέχρι σήμερα και θα συνεχίζεται, σε παγκόσμια κλίμακα και με υψηλό βαθμό έντασης. Πρέπει, πάντως, να σημειωθεί ότι τα παραπάνω αναφερόμενα ανοίγματα ορισμένων Συνταγμάτων –που ήταν προϊόν κυρίως ιστορικών συγκυριών– δεν είχαν την αναμενόμενη πρακτική εφαρμογή στις χώρες τους, η δε πολιτική και η συνταγματική πραγματικότητα σε ολόκληρο το ευρωπαϊκό χώρο εκτυλίσσεται μέχρι σήμερα στη γραμμή σύνδεσης του φιλελευθερισμού με το κοινωνικό κράτος, με προτεραιότητα, πάντοτε, του πρώτου –στο πνεύμα ακριβώς που είναι συντεταγμένο το Σύνταγμα 1975. Ο γράφων τις γραμμές αυτές, παρά την αντίθεσή του στη μονόπλευρη αυτή νεολιμπεραλιστική κατεύθυνση όχι μόνο της Ευρώπης αλλά της ανθρωπότητας, σημειώνει ότι, από τη σκοπιά της μέχρι σήμερα εξέλιξης, ο συντακτικός νομοθέτης του 1975 ήταν ιδεολογικοπολιτικά διορατικός. Η διορατικότητα αυτή επιβεβαιώθηκε πολιτικά και στο εσωτερικό πεδίο της χώρας μας, αφού το Σύνταγμα, στα τριάντα, σχεδόν, χρόνια που πέρασαν από τη θέσπισή, υπέστη δύο αναθεωρήσεις, χωρίς να θιγεί ο φιλελεύθερος προσανατολισμός του.
(δ) Όσον αφορά το πολιτικό σύστημα, το Σύνταγμα 1975 παρέμεινε στις αρχές της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, όπως διαπλάσθηκε ιστορικά στην ηπειρωτική Ευρώπη – πάνω στις παλαιές βάσεις του αγγλικού κοινοβουλευτισμού. Σύμφωνα με αυτή την ευρωπαϊκή παράδοση, φορέας της πολιτικής εξουσίας είναι η κυβέρνηση, ενώ ο πρόεδρος της δημοκρατίας παραμένει, χωρίς πολιτικές εξουσίες, «ρυθμιστής του πολιτεύματος», με την έννοια πάντοτε φορέα αρμοδιοτήτων διαδικαστικής παρέμβασης, που προβλέπει περιοριστικά το Σύνταγμα και που εξυπηρετούν αποκλειστικά τη συνέχεια λειτουργίας του πολιτεύματος. Ο ιστορικός συντακτικός νομοθέτης του 1975, κάτω από τις πολιτικές συγκυρίες της εποχής, περιέλαβε ορισμένες αρμοδιότητες του προέδρου της δημοκρατίας με ιδιαίτερο πολιτικό βάρος. Οι αρμοδιότητες αυτές, οι οποίες, όπως είδαμε, είχαν προκαλέσει την αντίδραση της αντιπολίτευσης με αποχώρηση από τις εργασίες της «Ε΄ Αναθεωρητικής Βουλής», καταργήθηκαν με την αναθεώρηση του 1986.
(ε) Ουσιώδες στοιχείο του Συντάγματος 1975 είναι ο διεθνής και ο ευρωπαϊκός προσανατολισμός. Ο προσανατολισμός αυτός προκύπτει: (i) από τη θέσπιση της θεμελιώδους διακήρυξης ότι η Ελλάδα δεσμεύεται από το διεθνές δίκαιο και επιδιώκει την ειρήνη, τη δικαιοσύνη και την ανάπτυξη φιλικών σχέσεων μεταξύ των λαών και των κρατών, (ii) από τις διατάξεις ευρωπαϊκής συνταγματικής προέλευσης ή έμπνευσης που αθρόως εισήγαγε στη συνταγματική μας τάξη και (iii) από τις διατάξεις που περιέλαβε, ήδη από τότε, για να ανοίξουν πολύ αργότερα τις συνταγματικές πύλες προς την Ευρωπαϊκή Ένωση. Πρέπει εδώ να σημειωθεί ότι, ενώ τα περισσότερα από τα Συντάγματα της Ευρώπης δεν είχαν συνταγματική πρόβλεψη για την παραχώρηση των απαιτούμενων κυριαρχικών δικαιωμάτων στην τότε ΕΟΚ και αναγκάσθηκαν την τελευταία στιγμή να προβούν σε αναθεωρήσεις των Συνταγμάτων τους, η Ελλάδα τις θέσπισε από το 1975. Αυτό, ασφαλώς, οφείλεται στο ευρωκεντρικό και στο ευρύτερα διεθνούς προσανατολισμού πνεύμα, που αποτελούσαν μόνιμο στοιχείο της πολιτικής σκέψης και πράξης του Κωνσταντίνου Καραμανλή – πνεύμα που αναδεικνύεται ήδη στην Πρόταση Αναθεωρήσεως του 1963.
II. Το περιεχόμενο του Συντάγματος 1975
1.Γενική θεώρηση
Το Σύνταγμα του 1975, όπως είδη πολλαπλώς επισημάναμε, ενώ έχει αφετηρία το Σύνταγμα του 1952, είναι νέο Σύνταγμα. Βεβαίως, ορισμένα οργανικά και λειτουργικά στοιχεία του κράτους και του πολιτεύματος –ελάχιστα σε ποσότητα και σημασία– που ανάγονταν σε συγκερασμό αρχών της αστικής επανάστασης και των δομών της μοναρχίας και είχαν ενσωματωθεί στα μοναρχικά Συντάγματα, κληρονομήθηκαν από τον τελευταίο γόνο αυτής της παράδοσης, το Σύνταγμα 1952. Αυτό συνέβη, και μάλιστα σε μεγαλύτερη έκταση, σε πολλά Συντάγματα των κρατών της Ευρώπης. Τα στοιχεία αυτά, όμως, στη σύγχρονη συνταγματική πραγματικότητα, δεν έχουν πια καμιά επίδραση, απαλείφονται δε προοδευτικά από τα συνταγματικά κείμενα με τις αναθεωρήσεις.
Αυτό που χαρακτηρίζει το Σύνταγμα του 1975 όχι απλώς ως νέο, αλλά ως σταθμό της συνταγματικής μας ιστορίας είναι το περιεχόμενο και το πνεύμα των νέων διατάξεων που περιέλαβε. Οι διατάξεις αυτές, οι βασικότερες από τις οποίες παρουσιάζονται συνοπτικά πιο κάτω, περιέλαβαν αρχές και αξίες που, σε σχέση πάντοτε με την τότε πολιτική και συνταγματική καθυστέρηση της χώρας μας, αποτέλεσαν σημαντικό άλμα προς το σύγχρονο ευρωπαϊκό συνταγματισμό.
Τυπικό μεν, αλλά χαρακτηριστικό του πνεύματος εκσυγχρονισμού που παρουσιάζει το συντακτικό έργο του 1975 είναι η θέση ένταξης των ύπατων αρχών και βάσεων του Συντάγματος στο σύστημα των διατάξεών του. Όπως είναι γνωστό, όλα τα ελληνικά Συντάγματα, από το Σύνταγμα της 1ης Εθνικής Συνελεύσεως του 1822 μέχρι και το Σύνταγμα του 1952, με εξαίρεση τα Συντάγματα του 1925 και του 1926 που τέθηκαν μεν σε ισχύ, αλλά στην πράξη δεν εφαρμόσθηκαν, είχαν ως εναρκτήριες διατάξεις τις εγγυήσεις της επικρατούσας θρησκείας των Ελλήνων. Για πρώτη φορά, το Σύνταγμα 1975, μεταθέτοντας τις διατάξεις για την επικρατούσα θρησκεία και τη θρησκευτική ελευθερία στα άρθρα 3 και 13 αντίστοιχα, έθεσε επικεφαλής των διατάξεών του, ως άρθρα 1 και 2, τον καθορισμό του πολιτεύματος (άρθρο 1) και τις θεμελιώδεις αρχές της ελληνικής πολιτείας: την αρχή του σεβασμού και της προστασίας της αξίας του ανθρώπου (άρθρο 2 § 1) και την αρχή εφαρμογής των γενικά αναγνωρισμένων κανόνων του διεθνούς δικαίου που αφορούν την εμπέδωση της ειρήνης και της δικαιοσύνης και την ανάπτυξη των φιλικών σχέσεων μεταξύ λαών και κρατών (άρθρο 2 § 2).
Η μετάθεση αυτή δεν είναι χωρίς σημασία. Το ελληνικό κράτος ήταν και είναι, από τις απαρχές του Εθνικοαπελευθερωτικού Αγώνα, αδιαλείπτως κοσμικό, τα δικαιικά του θεμέλια κοσμικά, οι αρχές νομιμοποίησης και νομιμότητας όλων των εξουσιών κοσμικές και η αποστολή του κοσμική. Η πρόταξη, συνεπώς, των διατάξεων για την «επικρατούσα θρησκεία» δεν είχε νομική σημασία. Ήταν, όμως, από συντακτική άποψη, αναχρονιστική και δημιουργούσε συχνά εσφαλμένες σκέψεις και ερμηνείες, που έθιγαν και στρέβλωναν το αίσθημα της θρησκευτικής ισότητας και ελευθερίας των ανθρώπων. Είναι, σήμερα, αυτονόητο για όλους ότι οι όποιες ρυθμίσεις, που έχουν σχέση με την εκκλησιαστική διοίκηση και τη θρησκευτική ελευθερία, δεν είναι εκείνες που έχουν την προτεραιότητα απέναντι στον καθορισμό του δημοκρατικού πολιτεύματος των θεμελιωδών αρχών και της συνταγματικής νομιμότητας. Συνεπώς, η μετάθεση αυτή ήταν ιστορικά, σημασιολογικά και συστηματικά αναγκαία, επισημαίνει δε, μαζί με την πλήρη θρησκευτική ισότητα και ελευθερία των ανθρώπων που ζουν ή βρίσκονται προσωρινά στην Ελλάδα, την πλήρη κοσμικότητα του κράτους και του Συντάγματος. Με αυτή τη βάση, οι μεν διοικητικές εγγυήσεις της Ορθόδοξης Εκκλησίας παρέμειναν μεν στο Α΄ Μέρος των «βασικών διατάξεων» του Συντάγματος, μετατέθηκαν, όμως, στο άρθρο 3, ενώ η εγγυήσεις της θρησκευτικής ελευθερίας και ισότητας μεταφέρθηκαν στο άρθρο 13 του Συντάγματος, στο Β΄ Μέρος των διατάξεων, των «ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων».
2. Οι βασικές κατηγορίες νέων διατάξεων
Για το σχηματισμό μιας γενικής εικόνας του νέου περιεχομένου του Συντάγματος 1975, ακολουθείται, κατά βάση, η διάκριση των διατάξεών του, όπως συνήθως παρουσιάζεται στην παραδοσιακή συνταγματική διδασκαλία και θεωρία και, κατά βάση, στο σύστημα της συντακτικής πράξης. Πρέπει, πάντως, να επισημανθεί ότι οι διακρίσεις αυτές δεν αποτελούν λειτουργικά στεγανά ούτε χαράσσουν αδιαπέραστα ουσιαστικά όρια. Διαπλέκονται και αλληλεξαρτώνται νοηματικά, ώστε να λειτουργεί ένα ενιαίο σύστημα εγγυήσεων. Έτσι, οι εγγυήσεις άσκησης των λειτουργιών του κράτους προϋποθέτουν τις εγγυήσεις λειτουργίας του δημοκρατικού πολιτεύματος και τις εγγυήσεις των συνταγματικών δικαιωμάτων και των θεμελιωδών υπέρ του ανθρώπου και του κοινωνικού συνόλου αρχών – και αντιστρόφως.
Οι βασικές κατηγορίες διατάξεων του Συντάγματος, οι οποίες θεσπίστηκαν από την Ε΄ Αναθεωρητική Βουλή, είναι: (α) οι διατάξεις που αποτελούν τις βάσεις της ελληνικής πολιτείας ή του κράτους και του πολιτεύματος, (β) οι διατάξεις βασικής ρύθμισης της λειτουργίας του πολιτεύματος, (γ) οι διατάξεις των συνταγματικών εγγυήσεων στη σχέση κράτους και κοινωνίας, (δ) οι διατάξεις που θέτουν τις βάσεις των σχέσεων της Ελλάδας με τη διεθνή κοινότητα και την υπερεθνική έννομη τάξη και (ε) οι διατάξεις βασικής ρύθμισης των τριών λειτουργιών του κράτους,
α. Η κατηγορία των συνταγματικών βάσεων της ελληνικής πολιτείας
Η ομάδα αυτή περιλαμβάνει δύο κατηγορίες διατάξεων θεμελιώδους σημασίας για το όλο πολιτειακό σύστημα και αποτελεί το συντακτικό περιεχόμενο του Α΄ Μέρους του Συντάγματος. Στην πρώτη κατηγορία ανήκουν οι διατάξεις του άρθρου 1 που καθορίζουν το πολίτευμα και στη δεύτερη κατηγορία ανήκουν οι θεμελιώδεις αρχές του άρθρου 2, τις οποίες θα δούμε πιο κάτω. Και οι δύο κατηγορίες διατάξεων συνιστούν τις βάσεις του πολιτειακού και δικαιικού συστήματος και αποτελούν τις ύπατες αρχές της συνταγματικής νομιμότητας. Οι θεμελιώδεις αυτές διατάξεις, που συγκεντρώνονται στα δύο πρώτα άρθρα του Συντάγματος, αποτελούν τη βαθύτερη τομή που περιέχει ο Καταστατικός Χάρτης του 1975.
αα. Οι βάσεις του πολιτεύματος
Με βασικό στοιχείο τη μορφή του πολιτεύματος που επέλεξε ο ελληνικός λαός με το δημοψήφισμα της 8ης Δεκεμβρίου 1974 και ειδικότερα την κοινοβουλευτική αρχή, που αποτελεί παράδοση της ελληνικής και της ευρωπαϊκής συνταγματικής ιστορίας, ο συντακτικός νομοθέτης του 1975 διέπλασε, στο πρώτο άρθρο, έναν αριστοτεχνικό, λιτό και πλήρη συνταγματικό ορισμό της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας:
1. Το πολίτευμα της Ελλάδος είναι Προεδρευομένη Κοινοβουλευτική Δημοκρατία.
2. Θεμέλιον του πολιτεύματος είναι η λαϊκή κυριαρχία.
3. Άπασαι αι εξουσίαι πηγάζουν εκ του Λαού και υπάρχουν υπέρ αυτού και του Έθνους, ασκούνται δε καθ’ ον τρόπον ορίζει το Σύνταγμα
Ο συνταγματικός αυτός ορισμός της δημοκρατίας είναι ένας από τους αρτιότερους της παγκόσμιας συντακτικής πράξης, λιτός και χωρίς αναμείξεις με στοιχεία του κράτους, όπως κοινωνικό κράτος, κράτος δικαίου, στοιχεία της επικράτειας κ.ά. που απαντούν, συνήθως, στα συντάγματα. Ο συντακτικός νομοθέτης του 1975, με σύγχρονη και ακριβέστερη διατύπωση του εν λόγω ορισμού, ακολουθεί την ελληνική συντακτική παράδοση, που έχει την καταγωγή της στη Γαλλική Επανάσταση και αρχίζει με το Σύνταγμα του 1827, το οποίο πρωτοποριακά τότε προσδιόρισε την έννοια της δημοκρατίας. Τα τέσσερα βασικά στοιχεία αυτού του ορισμού είναι: η λαϊκή κυριαρχία (ή «κυριαρχία του έθνους»), ο λαός (ή το «έθνος») ως πηγή όλων των εξουσιών, ο υπέρ του λαού (ή του «έθνους») υπαρξιακός προορισμός («ύπαρξη») των εξουσιών και η άσκησή τους «όπως ορίζει το Σύνταγμα». Τα δύο πρώτα στοιχεία είναι ταυτόσημα –το δεύτερο αναλύει το πρώτο. Έχουν την καταγωγή τους στη Γαλλική Επανάσταση, αποτελούν κοινό κτήμα της ηπειρωτικής Ευρώπης και αναφέρονται σε όλα τα ελληνικά δημοκρατικά Συντάγματα, από το 1827 (το οποίο αναφέρει μόνο το πρώτο) μέχρι και το ισχύον Σύνταγμα –εκτός από το Σύνταγμα της συνταγματικής μοναρχίας του 1844, δεδομένου ότι στο πολίτευμα αυτό δεν ίσχυε πλήρης η λαϊκή κυριαρχία, αλλά η κυριαρχία του «έθνους» και η κυριαρχία του μονάρχη. Το τρίτο στοιχείο, η υπέρ του λαού ρήτρα αποτελούσε πανευρωπαϊκή, αν όχι παγκόσμια, πρωτοπορία του Συντάγματος του 1827 και ενσωματώνει την υπέρ του κοινωνικού συνόλου ουσιαστική αποστολή του δημοκρατικού κράτους, ορθώς δε περιέλαβε ο συντακτικός νομοθέτης του 1975 ως θεμελιώδες στοιχείο του πολιτεύματος. Το τέταρτο στοιχείο, η σύμφωνα με το Σύνταγμα άσκηση των εξουσιών, υποδηλώνει τον αυτοπεριορισμό, ως προς την άσκηση των εξουσιών, της λαϊκής κυριαρχίας με σύνταγμα. που αποτελεί παγκόσμιο κτήμα του νεότερου δημοκρατικού συνταγματισμού. Πρέπει, πάντως, να σημειωθεί ότι το πρώτο και θεμελιωδέστερο άρθρο του Συντάγματος αποτελεί, ως σύνθεση ορισμού, παρά την ιστορία των επιμέρους στοιχείων του, νέο συντακτικό καθορισμό του πολιτεύματος και εκφράζει μια σύγχρονη και ολοκληρωμένη θεώρηση της δημοκρατίας.
Στον προσδιορισμό της μορφής του πολιτεύματος, ο συντακτικός νομοθέτης του 1975 εισήγαγε το συντακτικό νεολογισμό «Προεδρευόμενη Δημοκρατία», για να διακρίνει το χωρίς πολιτικές εξουσίες πρόεδρο της δημοκρατίας στο γνήσιο κοινοβουλευτικό πολίτευμα από τον πρόεδρο της δημοκρατίας του προεδρικού συστήματος, ο οποίος συγκεντρώνει όλες τις πολιτικές εξουσίες του πρωθυπουργού. Η χρησιμοποίηση του νέου αυτού όρου «προεδρευόμενη» αντί του παλαιού «προεδρική» απέβλεπε, ασφαλώς, και στον εφησυχασμό του λαού και των λοιπών πολιτικών κομμάτων ότι οι εξαιρετικές αρμοδιότητες του προέδρου της δημοκρατίας, που προτείνονταν και τελικώς θεσπίστηκαν, δε συνιστούσαν μεταβολή του κοινοβουλευτικού χαρακτήρα του πολιτεύματος προς την κατεύθυνση του προεδρικού συστήματος, όπως είχε συμβεί με την επιβολή της συντακτικής πολιτικής του Ντε Γκωλ στη Γαλλία. Πάντως, ο συντακτικός αυτός νεολογισμός του 1975 ήταν επιτυχής. Γι’ αυτό και καθιερώθηκε πια ως όρος, αντίστοιχος του παλαιού «βασιλευομένη δημοκρατία», για τη διάκριση του λειτουργήματος του αρχηγού του κράτους μεταξύ της προεδρικής και της κοινοβουλευτικής μορφής πολιτεύματος.
ββ. Οι βάσεις των σκοπών του κράτους
Οι θεμελιώδεις αρχές που περιελήφθησαν στο άρθρο 2 του Συντάγματος θεσπίζονται για πρώτη φορά σε ελληνικό σύνταγμα. Όπως ήδη αναφέραμε, είναι: η αρχή του σεβασμού και της προστασίας της αξίας του ανθρώπου (άρθρο 2 § 1) και οι αρχές του σεβασμού των γενικά αναγνωρισμένων κανόνων του διεθνούς δικαίου και της επιδίωξης της εμπέδωσης της ειρήνης, της δικαιοσύνης και της ανάπτυξης των φιλικών σχέσεων μεταξύ λαών και κρατών (άρθρο 2 § 2). Οι θεμελιώδεις αυτές αρχές αποτελούν, μαζί με τη ρήτρα «υπέρ του λαού» στο άρθρο 1 («όλες οι εξουσίες υπάρχουν υπέρ του Λαού»), τις ουσιαστικές δικαιικές βάσεις της αποστολής και των σκοπών του κράτους, καθώς και τις ύπατες συνταγματικές αρχές της ουσιαστικής νομιμότητας του κράτους.
β. Η ρύθμιση και οι εγγυήσεις λειτουργίας του πολιτεύματος
αα. Γενικά
Στη βάση της νέας μορφής του πολιτεύματος, που αποφάσισε, σε καθεστώς πλήρους ελευθερίας, ο ελληνικός λαός με το δημοψήφισμα της 8ης Δεκεμβρίου 1974, καθώς και στις άλλες βάσεις του πολιτεύματος, που περιλαμβάνει το πρώτο άρθρο του Συντάγματος, ο συντακτικός νομοθέτης του 1975 οικοδόμησε το νέο πολίτευμα της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Λόγω της μεταβολής της μορφής του πολιτεύματος, ολόκληρο το σύστημα ρυθμίσεων και εγγυήσεων του πολιτεύματος πρέπει να θεωρηθεί, στο Σύνταγμα του 1975, νέο, ακόμη και ως προς τις διατάξεις εκείνες που απαντούν και σε προηγούμενα ελληνικά Συντάγματα. Εδώ θα περιοριστούμε στην αναφορά νέων διατάξεων που ενέχουν θεμελιώδεις αρχές λειτουργίας της αντιπροσωπευτικής και κοινοβουλευτικής δημοκρατίας.
ββ. Η αντιπροσωπευτική δημοκρατία και ο θεσμός των πολιτικών κομμάτων
Η αντιπροσωπευτική δημοκρατία αποτελεί σήμερα τη μοναδική μορφή δημοκρατίας που ισχύει σε παγκόσμιο επίπεδο. Μορφή αμιγούς άμεσης δημοκρατίας δεν υφίσταται στην πολιτική πράξη του σύγχρονου κόσμου. Συνεπώς, η αντιπροσωπευτική αρχή αποτελεί βάση της σύγχρονης δημοκρατίας, η οποία, ως αυτονόητη, δε διακηρύσσεται ρητά στο πρώτο άρθρο του Συντάγματος. Θα αποτελούσε, ασφαλώς, πλεονασμό η διακήρυξή της, αφού προϋποτίθεται από τον κοινοβουλευτικό χαρακτήρα της μορφής του πολιτεύματος, που ρητά θεσπίζεται, και συνάγεται άμεσα από την όλη ρύθμιση της λειτουργίας του.
Βασικό θεσμό της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας αποτελεί ο θεσμός των πολιτικών κομμάτων. Μετά την πάγια σιωπή των παλαιών συνταγμάτων, που κράτησε μέχρι το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Οι συντακτικοί νομοθέτες της Ευρώπης διέγνωσαν, μετά τον Πόλεμο, την ουσιαστική σημασία του πολιτικού κόμματος στη δημοκρατία και περιέλαβαν βασικές ρυθμίσεις του θεσμού. Ο συντακτικός νομοθέτης του 1975, ακολουθώντας τη νέα συντακτική πρακτική, περιέλαβε αυτοτελή εγγύηση και βασική ρύθμιση του θεσμού. Ιδιαίτερη σημασία έχει η εγγύηση της ελευθερίας και του δικαιώματος όλων των πολιτών να ιδρύουν πολιτικά κόμματα και να συμμετέχουν ελεύθερα σε αυτά. Για την εποχή εκείνη πρέπει να θεωρηθεί πρωτοποριακή η αναγνώριση της πολιτικής δράσης των νέων, με την εγγύηση του δικαιώματος συμμετοχής τους στις νεολαίες των πολιτικών κομμάτων.
γγ. Ανάδειξη και συγκρότηση της βουλής
Στα βασικά για τη λειτουργία της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας κεφάλαια ανάδειξης και συγκρότησης της βουλής, θέσπισης κωλυμάτων και ασυμβιβάστων, καθώς και καθορισμού δικαιωμάτων, υποχρεώσεων και ασυλιών των βουλευτών, ο συντακτικός νομοθέτης του 1975 δεν επέφερε μεν ουσιαστικές τομές. Διατηρώντας την παλαιά δομή, απλώς εκσυγχρόνισε συντακτικά τις σχετικές ρυθμίσεις με συμπληρώσεις και συστηματικές αναδιατάξεις.
Ως νέες σημαντικού περιεχομένου διατάξεις πρέπει να αναφερθούν εδώ οι διατάξεις που θεσπίζουν εγγυήσεις δύο θεμελιωδών αρχών της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Η πρώτη εγγύηση, αν και αυτονόητη σήμερα, τότε, κάτω από την επίδραση προδικτατορικών εμπειριών, αποτελούσε πολιτικό αίτημα. Αντικείμενό της η θεμελιώδης αρχή της ελεύθερης και ανόθευτης εκδήλωσης της λαϊκής θέλησης. Η σχετική διάταξη το άρθρου 52 ορίζει: «Η ελευθέρα και ανόθευτος εκδήλωσης της λαϊκής θελήσεως, ως έκφρασις της λαϊκής κυριαρχίας, τελεί υπό την εγγύησιν πάντων των λειτουργών της Πολιτείας», οίτινες υποχρεούνται να διασφαλίζουν ταύτην εις πάσαν περίπτωσιν». Σημαντική είναι, επίσης, και η ρητή διακήρυξη, στο άρθρο 60, της απλώς συναγόμενης στο Σύνταγμα του 1952 θεμελιώδους αρχής του απεριόριστου δικαιώματος της κατά συνείδηση γνώμης και ψήφου των βουλευτών. Τέλος, στη συγκρότηση της βουλής προστέθηκε και ο σημαντικός θεσμός των βουλευτών επικρατείας, που παρέχει τη δυνατότητα εισόδου στο αντιπροσωπευτικό σώμα διακεκριμένων προσωπικοτήτων που δε θα ήσαν πρόθυμοι να αποδυθούν σε προσωπικό προεκλογικό αγώνα.
δδ. Σχέσεις προέδρου της δημοκρατίας με τη βουλή και την κυβέρνηση
Ιδιαίτερη σημασία για τη λειτουργία του πολιτεύματος έχουν οι διατάξεις που ρυθμίζουν τις σχέσεις του προέδρου της δημοκρατίας με το αντιπροσωπευτικό σώμα και την κυβέρνηση. Ιδιαίτερη σημασία έχουν δύο κατηγορίες διατάξεων που θέσπισε ο συντακτικός νομοθέτης του 1975: οι διατάξεις ανάδειξης του αρχηγού του κράτους και οι διατάξεις που ορίζουν τις αρμοδιότητες του τελευταίου στις σχέσεις του με τη βουλή και την κυβέρνηση.
α1. Ανάδειξη του αρχηγού του κράτους.
Ο συντακτικός νομοθέτης του 1975 επέλεξε ως τρόπο ανάδειξης του προέδρου της δημοκρατίας την εκλογή από τη βουλή με αυξημένη πλειοψηφία και σε περίπτωση που δεν καθίσταται δυνατή η εκλογή με τις οριζόμενες πλειοψηφίες, θεσπίζεται προσφυγή σε εκλογές για ανάδειξη νέου αντιπροσωπευτικού σώματος για τη συνέχιση της προσπάθειας εκλογής με αυξημένη πλειοψηφία και για την τελική εκλογή με σχετική πλειοψηφία.
Η επιλογή της εκλογής από τη βουλή είναι, κατά τη γνώμη μου, η ορθότερη. Η ανάδειξη του αρχηγού του κράτους κοινοβουλευτικής δημοκρατίας με δημοψήφισμα, όπως υποστηρίχθηκε από ορισμένες πλευρές τότε και αργότερα, νοθεύει το κοινοβουλευτικό σύστημα. Όπως είναι γνωστό, η βασική επιταγή της κοινοβουλευτικής αρχής είναι η αποκλειστική πολιτική εξάρτηση της κυβέρνησης από το αντιπροσωπευτικό σώμα και η υπαγωγή της άσκησης της κυβερνητικής λειτουργίας στην αποκλειστική αρμοδιότητα πολιτικού ελέγχου από την άμεσα νομιμοποιημένη από το λαό λαϊκή αντιπροσωπία. Έτσι, το κοινοβουλευτικό σύστημα διακυβέρνησης διασφαλίζει ενότητα και άμεση λειτουργική σύνδεση του λαού ως φορέα της λαϊκής κυριαρχίας, των αντιπροσώπων του λαού ως οργάνου άσκησης της νομοθετικής λειτουργίας και της κυβέρνησης, ως οργάνου και ως λειτουργίας. Η ενότητα αυτή εξασφαλίζεται λόγω της μοναδικότητας της άμεσης δημοκρατικής νομιμοποίησης του αντιπροσωπευτικού σώματος με την άμεση εκλογή του σε τακτά χρονικά διαστήματα. Στο προεδρικό σύστημα, όπου ο λαός εκλέγει άμεσα και τα αντιπροσωπευτικά σώματα και τον αρχηγό του κράτους και πραγματικό φορέα της κυβερνητικής λειτουργίας, η πολιτική συνοχή λειτουργίας του κράτους και του πολιτεύματος διασπάται. Αν και στο κοινοβουλευτικό σύστημα διακυβέρνησης θεσπιστεί άμεση εκλογή του αρχηγού του κράτους και του αντιπροσωπευτικού σώματος, θα έχομε δύο συνταγματικά όργανα με άμεση δημοκρατική νομιμοποίηση, δύο όργανα που θα αντλούν την εξουσία τους άμεσα από το λαό, με συνέπεια τη διάσπαση της πολιτικής λειτουργίας και εξουσίας. Αυτό δεν είναι θεωρητική υπόθεση. Έχει πρακτική σημασία: ο άμεσα εκλεγόμενος πρόεδρος της δημοκρατίας, στηριζόμενος σε χωριστά εκπεφρασμένη βούληση του λαού και έχοντας το κύρος της άμεσης δημοκρατικής νομιμοποίησης, θα αποτελεί, ακόμη και χωρίς πολιτικές αρμοδιότητες, πόλο αντίπαλης πολιτικής δύναμης στην κυβερνητική λειτουργία της κυβέρνησης και της βουλής, με απρόβλεπτες συνέπειες κρίσεων.
Όσον αφορά το εριζόμενο ζήτημα, αν η εκλογή του προέδρου της δημοκρατίας είναι ορθότερο να ολοκληρώνεται σε μια βουλή ή να προβλέπεται προσφυγή σε εκλογές, αν δεν επιτυγχάνεται ευρύτερη της απλής πλειοψηφίας συναίνεση, όπως όρισε το Σύνταγμα του 1975, παρατηρούμε ότι οι δύο αναθεωρήσεις της τριακονταετίας του Καταστατικού Χάρτη δεν έθιξαν την αρχική επιλογή. Έχω τη γνώμη ότι η ισχύουσα επιλογή είναι ορθή. Για το κύρος του αρχηγού του κράτους και του θεσμού, πρέπει να υπάρχει από το Σύνταγμα η πολιτική πίεση ή η δικλείδα για ευρύτερη της απλής πλειοψηφίας συναίνεση.
β1. Η συνταγματική θέση του Προέδρου της Δημοκρατίας.
Η θέση του κληρονομικού ή αιρετού αρχηγού του κράτους στην κοινοβουλευτική δημοκρατία προσδιορίζεται από την κοινοβουλευτική αρχή. Παραδοσιακά, δε συμβιβάζεται με την εν λόγω αρχή αρχηγός του κράτους με πολιτικές εξουσίες, οι οποίες υπερβαίνουν τα όρια των αρμοδιοτήτων εκείνων που περιορίζονται σε διαδικαστικού χαρακτήρα παρεμβάσεις για τη συνέχιση της λειτουργίας του πολιτεύματος. Η θέση αυτή του αρχηγού του κράτους προσδιορίζεται, ειδικότερα, με τις αρμοδιότητες που καθορίζουν τη σχέση του με τη βουλή και την κυβέρνηση.
Ως προς τη θέση του προέδρου της δημοκρατίας απέναντι στη βουλή και στην κυβέρνηση, ο συντακτικός νομοθέτης του 1975 είχε επιλέξει μια θέση πολιτικής ισχύος, παρέχοντάς του αρμοδιότητες πολιτικής παρέμβασης, οι οποίες, πράγματι, υπερέβαιναν τα συνήθη όρια αρμοδιοτήτων του αρχηγού του κράτους που ορίζει η κοινοβουλευτική αρχή του πολιτεύματος. Είδαμε πιο πάνω τους, κατά τη γνώμη μου, συγκυριακούς λόγους, θέσπισης αυτών των αρμοδιοτήτων και την αντίδραση αποχώρησης της τότε αντιπολίτευσης από τις εργασίες της «Ε΄ Αναθεωρητικής Βουλής».
Είναι προφανές ότι οι αρμοδιότητες εκείνες διασφάλιζαν στον αρχηγό του κράτους τη δυνατότητα παρέμβασης σε περίπτωση καταχρηστικής άσκησης της κυβερνητικής και της νομοθετικής λειτουργίας, των δύο, δηλαδή, βασικών λειτουργιών του κράτους, καθώς και τη δυνατότητα ελέγχου οποιασδήποτε πολιτικής που τυχόν θα υπονόμευε σοβαρά το βασικό προσανατολισμό του ευρωπαϊκού συνταγματικού φιλελευθερισμού, που εξέφραζε το Σύνταγμα. Οι εν λόγω αρμοδιότητες δεν εφαρμόστηκαν κατά τη διάρκεια της βραχείας ισχύος τους από τους δύο– μετά τον προσωρινό Πρόεδρο – πρώτους Προέδρους της Δημοκρατίας, τον Κωνσταντίνο Καραμανλή και τον Κωνσταντίνο Τσάτσο, που ήσαν: ο μεν πρώτος ο βασικός εμπνευστής, ο δε δεύτερος ο βασικός συντάκτης του Συντάγματος, η δε κατάργησή τους με την αναθεώρηση του 1986 επιβίωσε και της δεύτερης αναθεώρησης. Με βάση τα δύο αυτά ιστορικά δεδομένα, πρέπει να θεωρηθεί αποδεκτή από τις πολιτικές δυνάμεις της χώρας η κατάργησή τους και το ζήτημα αυτό οριστικά λυμένο.
γ1. Άλλες νέες ρυθμίσεις των σχέσεων προέδρου της δημοκρατίας και κυβέρνησης.
Οι λοιπές διατάξεις που θέσπισε η Ε΄ Αναθεωρητική Βουλή για τη ρύθμιση των σχέσεων του προέδρου της δημοκρατίας με τη βουλή και την κυβέρνηση αποτελούν συνήθεις ρυθμίσεις του κοινοβουλευτικού συστήματος διακυβέρνησης. Ορισμένες από αυτές επιδιώκουν τη διασφάλιση της λειτουργίας του με βάση τα σύγχρονα ευρωπαϊκά δεδομένα και άλλες αποτελούν προϊόν εμπειριών της τότε πρόσφατης κοινοβουλευτικής μας ιστορίας. Παραδείγματα της τελευταίας κατηγορίας αποτελούν οι διατάξεις που ρητά περιορίζουν τον πρόεδρο της δημοκρατίας, μετά τη διενέργεια εκλογών, να αναθέσει το σχηματισμό ή τη διερευνητική εντολή στον αρχηγό του κόμματος που συγκέντρωσε την απόλυτη ή τη σχετική, αντίστοιχα, πλειοψηφία των εδρών του κόμματος, καθώς και οι διατάξεις που επιβάλλουν ρητά πια το διορισμό των υπουργών που προτείνει ο πρωθυπουργός. Τα γεγονότα των σχετικών εμπειριών είναι γνωστά.
εε. Σχέσεις κυβέρνησης και βουλής.
Οι ρυθμίσεις των σχέσεων κυβέρνησης και βουλής αφορούν τον κοινοβουλευτικό έλεγχο της κυβέρνησης και την αρχή της δεδηλωμένης εμπιστοσύνης της βουλής προς την κυβέρνηση. Οι εν λόγω ρυθμίσεις είναι συμπληρωματικές των παλαιών του Συντάγματος του 1952 και κινούνται στα πλαίσια του κοινοβουλευτικού συστήματος, όπως παραδοσιακά λειτουργεί στις ευρωπαϊκές χώρες της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας.
Ως προς τον κοινοβουλευτικό έλεγχο, το Σύνταγμα 1975 περιέλαβε για πρώτη φορά ρύθμιση που επιβάλλει την άσκηση του εν λόγω ελέγχου τουλάχιστον δύο φορές την εβδομάδα. Νέες είναι και οι διατάξεις που προβλέπουν και ρυθμίζουν τη σύσταση εξεταστικών επιτροπών. Η σύσταση των εν λόγω επιτροπών αποφασίζεται από την πλειοψηφία της βουλής. Παρά το ερμηνευτικό ζήτημα που είχε δημιουργηθεί κατά τη δεκαετία του 1980 και το σχετικό πολιτικό αίτημα, το δικαίωμα σύστασης των εξεταστικών επιτροπών να δοθεί στη μειοψηφία της βουλής, εξακολουθεί, και μετά τη δεύτερη αναθεώρηση, να παραμένει στην πλειοψηφία. Είναι προφανές ότι τα μεγάλα πολιτικά κόμματα επιθυμούν η λειτουργία του εν λόγω θεσμού να ελέγχεται από την κυβερνητική πλειοψηφία.
Ως προς τις διατάξεις που αφορούν της αρχή της εμπιστοσύνης της βουλής, ο συντακτικός νομοθέτης του 1975 ενίσχυσε τη θέση της κυβέρνησης, δυσχεραίνοντας, με αύξηση των απαιτούμενων πλειοψηφιών ή υπογραφών , καθώς και με διαδικαστικές διατάξεις, την άρση της εμπιστοσύνης και την πρόταση δυσπιστίας από τη βουλή. Με αυτές τις διατάξεις ενίσχυσε την κυβερνητική σταθερότητα και δυσχέρανε την πτώση της κυβέρνησης κατά τη διάρκεια της βουλευτικής περιόδου. Πρέπει να σημειωθεί ότι η κυβερνητική σταθερότητα αποτελεί γενική επιδίωξη στις ανεπτυγμένες δημοκρατικές χώρες.
στστ. Η εισαγωγή του θεσμού του δημοψηφίσματος
Ο συντακτικός νομοθέτης του 1975 εισήγαγε, για πρώτη φορά, το θεσμό του δημοψηφίσματος (άρθρο 44 παρ. 2). Ο θεσμός αυτός άμεσης δημοκρατίας προβλέπεται σε πολλά σύγχρονα συντάγματα, σπανίως, όμως, εφαρμόζεται. Εξαίρεση, όπως είναι γνωστό, αποτελεί η Ελβετία, όπου ισχύει ριζικά διαφορετική μορφή πολιτεύματος από εκείνες του κοινοβουλευτικού και του προεδρικού συστήματος, το δε δημοψήφισμα, σε όλες τις μορφές του, αποτελεί σταθερή παράδοση του κατά βάσιν αντιπροσωπευτικού χαρακτήρα δημοκρατικού πολιτεύματος της χώρας αυτής.
Το δημοψήφισμα έχει χρησιμοποιηθεί συχνά από ολοκληρωτικά και αυταρχικά καθεστώτα για τη νομιμοποίηση σημαντικών επιλογών τους, γεγονός που έχει βλάψει την αξιοπιστία του. βασικός, όμως, λόγος που δεν απολαύει αμέριστης εμπιστοσύνης – που αποτελεί και το λόγο χρησιμοποίησής του από αυταρχικά καθεστώτα – είναι ότι ο λαός, χωρίς ειδική ενημέρωση, σύρεται εύκολα σε κατευθυνόμενο αποτέλεσμα. Μπορεί να έχει αξιόπιστα αποτελέσματα μόνο αν προηγηθεί μακρά και πλήρης ενημέρωση του λαού για το αντικείμενο. Πιο αξιόπιστο είναι, σε σύγκριση με το εθνικό, το τοπικό δημοψήφισμα, όπου υπάρχει σαφέστερη η γνώση του αντικειμένου.
Το Σύνταγμα του 1975 περιόριζε το δημοψήφισμα μόνο «επί κρισίμων εθνικών θεμάτων», περιορισμός που δημιούργησε ερμηνευτική αμφισβήτηση. Την αρμοδιότητα προκήρυξης δημοψηφίσματος ανέθετε το Σύνταγμα αποκλειστικά στον πρόεδρο της δημοκρατίας, περιέλαβε δε την εν λόγω αρμοδιότητα σε εκείνες για τις οποίες δε χρειάζονταν την προσυπογραφή του αρμόδιου υπουργού ή του πρωθυπουργού. Αυτό, ως σημαντική απόκλιση από την κοινοβουλευτική αρχή του πολιτεύματος, αποτέλεσε αντικείμενο της αναθεώρησης του 1986. Η Στ΄ Αναθεωρητική Βουλή όχι απλώς διατήρησε, αλλά διεύρυνε το θεσμό εκτός από «τα κρίσιμα εθνικά θέματα» και για «ψηφισμένα νομοσχέδια που ρυθμίζουν σοβαρό ζήτημα, εξαιρώντας τα δημοσιονομικά νομοσχέδια και περιορίζοντας τη δυνατότητα σε δύο προτάσεις κατά βουλευτική περίοδο. Η βασική, όμως, μεταβολή που επέφερε η αναθεώρηση του 1986 είναι ότι μετέφερε την αποφασιστική αρμοδιότητα για προκήρυξη δημοψηφίσματος στη βουλή, μετά από πρόταση του υπουργικού συμβουλίου για τα κρίσιμα εθνικά θέματα και των δύο πέμπτων του συνόλου των βουλευτών για τα ψηφισμένα «κοινωνικά» νομοσχέδια, καθιστώντας έτσι την αρμοδιότητα του προέδρου της δημοκρατίας τυπική.
Ο θεσμός του δημοψηφίσματος δεν έχει τύχει εφαρμογής μέχρι σήμερα. Τα ελληνικά πολιτικά κόμματα και οι Έλληνες πολιτικοί έχουν έντονα κοινοβουλευτική νοοτροπία και δεν αρέσκονται σε επιλογές εκτός του κοινοβουλίου ή μη ελεγχόμενες από αυτό.
ζζ. Η υποχρέωση τήρησης του Συντάγματος, η δίωξη του σφετερισμού της λαϊκής κυριαρχίας και το δικαίωμα της αντίστασης.
Ο συντακτικός νομοθέτης του 1975 αποτύπωσε στο ακροτελεύτιο άρθρο 120 του Συντάγματος κατά τον εντονότερο τρόπο το πνεύμα που κυριαρχούσε την εποχή της κατάρρευσης της δικτατορίας και της μετάβασης στη δημοκρατία – ένα πνεύμα που ήταν προϊόν πολλών εμπειριών προσβολής της αρχής της λαϊκής κυριαρχίας και κατάφωρων παραβιάσεων του Συντάγματος. Το πνεύμα διατύπωσε σε τρεις βασικές διακηρύξεις: (α) τη διακήρυξη του σεβασμού του Συντάγματος και των νόμων που είναι σύμφωνοι με αυτό, (β) τη διακήρυξη ότι ο σφετερισμός της λαϊκής κυριαρχίας και των εξουσιών που απορρέουν από αυτή αποτελεί έγκλημα, το οποίο διώκεται μετά την αποκατάσταση της δημοκρατικής νομιμότητας, οπότε αρχίζει και ο χρόνος παραγραφής του, και (γ) η διακήρυξη της αντίστασης ως δικαιώματος και υποχρέωσης των Ελλήνων.
Οι παραπάνω διακηρύξεις του άρθρου 120 του Συντάγματος, ενώ σε περιόδους πολιτικών ανωμαλιών θα είχαν σημαντική πρακτική σημασία, σε περιόδους διαρκούς δημοκρατικής και συνταγματικής ομαλότητας, όπως σήμερα, η πρακτική τους σημασία είναι μικρή. Η μικρή αυτή πρακτική σημασία συνίσταται στη λειτουργία τους ως ερμηνευτικών αρχών για την ερμηνεία άλλων διατάξεων του Συντάγματος ή διατάξεων νόμου. Έχουν, όμως, και μια βασική σημασία: το ότι αποτελούν ενισχύουν το κύρος του Συντάγματος, του δημοκρατικού πολιτεύματος και της λαϊκής κυριαρχίας και στο ότι διευρύνουν και βαθαίνουν το νόημα της συνταγματικής και της δημοκρατικής νομιμότητας πέρα από τα θετικού δικαίου τυπικά όριά της.
Στις διακηρύξεις αυτές ενίσχυσης του Συντάγματος και της λαϊκής κυριαρχίας πρέπει να προστεθούν και οι ακόλουθες διατάξεις που θέσπισε ο συντακτικός νομοθέτης του 1975: (α) η διάταξη του άρθρου 26 § 3, που ορίζει: «Η δικαστική λειτουργία ασκείται υπό των δικαστηρίων, αι αποφάσεις δε αυτών εκτελούνται εν ονόματι του Ελληνικού Λαού»· (β) η διάταξη του άρθρου 87 § 2, που ορίζει: «Οι δικασταί κατά την άσκησιν των καθηκόντων των υπόκεινται μόνον εις το Σύνταγμα και τους νόμου, εν ουδεμιά δε περιπτώσει υποχρεούνται να συμμορφούνται προς διατάξεις τιθεμένας κατά κατάλυσιν του Συντάγματος»· (γ) η διάταξη του άρθρου 103 § 1 εδ. α, που ορίζει: «Οι δημόσιοι υπάλληλοι είναι εκτελεσταί της θελήσεως του Κράτους και υπηρετούν τον λαόν, οφείλοντες πίστιν εις το Σύνταγμα και αφοσίωσιν εις την Πατρίδα».
Από όλες τις παραπάνω διατάξεις ιδιαίτερη σημασία έχει η τελευταία παράγραφος του άρθρου 120, η οποία δικαιοποιεί σε όλες της τις μορφές την αντίσταση ως θεμελιώδες συνταγματικό δικαίωμα και ως θεμελιώδη συνταγματική υποχρέωση κάθε Έλληνα πολίτη. Το 1975, όπως και σήμερα, η ρητή συνταγματική αναγνώριση της αντίστασης, παρά την τεράστια διεθνή βιβλιογραφία πάνω στο θέμα αυτό, σπάνιζε διεθνώς. Στην Ελλάδα, η αντίσταση ως δικαίωμα και υποχρέωση θεσμοθετείται για πρώτη φορά ρητά και μάλιστα σε όλες της τις μορφές: την παθητική, την ενεργητική και την επιθετική ή επαναστατική μορφή αντίστασης. Συνεπώς, η ακροτελεύτια διάταξη του άρθρου 120 του Συντάγματος πρέπει να θεωρηθεί πρωτοποριακή.
Η ακροτελεύτια παραγραφος του άρθρου 120 του Συντάγματος 1975 αντικατέστησε το ιστορικό ακροτελεύτιο άρθρο 114 του Συντάγματος 1952, που είχε φορτισθεί και αναδειχθεί πολιτικά με τους αγώνες κατά των αντισυνταγματικών επεμβάσεων των ανακτόρων στο πολίτευμα πριν από τη δικτατορία. Το εν λόγω άρθρο 114 επανελάμβανε την πανομοιότυπη διάταξη όλων των ακροτελεύτιων άρθρων των Συνταγμάτων από το 1844 που όριζε: «Η τήρησις του παρόντος Συντάγματος αφιερούται εις τον πατριωτισμόν των Ελλήνων». Τη διάταξη αυτή, στην οποία θεμελιωνόταν, κατά πάγια ερμηνεία, το δικαίωμα τουλάχιστον της παθητικής αντίστασης κατά των παραβιάσεων του Συντάγματος, διατήρησε ο συντακτικός νομοθέτης του 1975 στο άρθρο 120, αντικαθιστώντας το ρήμα «αφιερούται» με το σαφέστερο «επαφίεται» και συμπληρώνοντας τη διάταξη με τη ρητή θέσπιση της αντίστασης «με κάθε μέσο εναντίον οποιουδήποτε επιχειρεί να το καταλύσει (το Σύνταγμα) με τη βία», ως θεμελιώδους δικαιώματος και θεμελιώδους υποχρέωσης των Ελλήνων. Έτσι, ο συντακτικός νομοθέτης του 1975 συνέδεσε τη νέα διευρυμένη ακροτελεύτια διάταξη με την ιστορία της.
ηη. Οι διατάξεις για την αναθεώρηση του Συντάγματος
Η ρύθμιση για την αναθεώρηση του συντάγματος ανήκουν στην ύλη ρύθμισης του πολιτεύματος. Ο συντακτικός νομοθέτης του 1975 δε μετέβαλε το σύστημα και τις βασικές γραμμές διαδικασίας της αναθεώρησης. Παρέμεινε στο σύστημα των δύο βουλών, το οποίο δε θίγηκε ούτε από τις αναθεωρήσεις που ακολούθησαν. Το σύστημα αυτό καθιστά το Σύνταγμα υπερβολικά αυστηρό για τη σημερινή πολιτική και συνταγματική πραγματικότητα, που εξελίσσονται με μεγάλη ταχύτητα.
Το Σύνταγμα του 1975 αποσαφήνισε ορισμένες διατάξεις της ρύθμισης του Συντάγματος 1952, κυρίως προσδιόρισε τις μη αναθεωρήσιμες θεμελιώδεις διατάξεις, και πρόσθεσε τον περιορισμό της πενταετίας, που πρέπει, ως ελάχιστο όριο, να μεσολαβεί πριν από την επόμενη αναθεώρηση. Ο περιορισμός αυτός εκφράζει τη βούληση του συντακτικού νομοθέτη να διασφαλίσει την εδραίωση του νέου Συντάγματος.
γ. Θεμελιώδεις αρχές και θεμελιώδη δικαιώματα
Στον τομέα των εγγυήσεων των θεμελιωδών αρχών και των θεμελιωδών δικαιωμάτων, που καθορίζουν τη σχέση του κράτους με την κοινωνία και την προσωπικότητα του ανθρώπου και συγκεκριμενοποιούν την «υπέρ του Λαού» αποστολή του, ο συντακτικός νομοθέτης του 1975 θέσπισε μια σειρά νέων διατάξεων, οι οποίες, μαζί και με την προηγούμενη κατηγορία των θεμελιωδών βάσεων του κράτους και του πολιτεύματος, εντάσσουν ουσιαστικά το συνταγματικό σύστημα της χώρας μας στο μεταπολεμικό συνταγματικό σύστημα της Ευρώπης.
αα. Οι νέες θεμελιώδεις αρχές
Τα παλαιότερα ελληνικά Συντάγματα, κυρίως εκείνα της μοναρχικής παράδοσης, ακολουθώντας τη συντακτική τεχνική του 19ου αιώνα, δεν περιείχαν διακηρύξεις θεμελιωδών συνταγματικών αρχών, αρχών που αποτελούν τη βάση του συστήματος των συνταγματικών δικαιωμάτων. Σημαντική συμβολή του Συντάγματος 1975 στην ανάπτυξη του ελληνικού συνταγματισμού αποτελούν οι διακηρύξεις και εγγυήσεις θεμελιωδών αρχών, κατά το παράδειγμα των μεταπολεμικών συνταγματικών κειμένων της Ευρώπης. Οι αρχές αυτές, εγγενείς της σύγχρονης δημοκρατίας, έχουν μεγάλη σημασία, γιατί, ως βάση του όλου συστήματος των εγγυήσεων, αφενός αποτελούν την ερμηνευτική βάση των επιμέρους εγγυήσεων και αφετέρου την παραπληρωματική πηγή δικαίου για την πλήρωση των εγγυητικών κενών του Συντάγματος.
Πέρα από τις παραδοσιακές αρχές της ισότητας, της ελευθερίας και της διάκρισης των εξουσιών, διακηρύσσονται, για πρώτη φορά στην Ελλάδα από το Σύνταγμα του 1975, οι ακόλουθες νέες αρχές που διαπλάστηκαν στο πλαίσιο του μεταπολεμικού συνταγματισμού της Ευρώπης:
(α) Η αρχή του σεβασμού και της προστασίας της αξίας του ανθρώπου (άρθρο 2§1), την οποία περιελάβαμε στην κατηγορία των βάσεων των σκοπών του κράτους (πιο πάνω, υπό στοιχ. Γ΄, ΙΙ, 2. α, β1).
Η αρχή του σεβασμού και της προστασίας της αξίας του ανθρώπου, στην οποία εμπεριέχεται και η στενότερη αρχή του σεβασμού και της προστασίας της αξιοπρέπειας του ανθρώπου, αποτελεί, όπως ήδη επισημάνθηκε, την ανθρωποκεντρική βάση του Συντάγματος και, ιεραρχικά, την κορυφή του δικαιικού συστήματος που ρυθμίζει τη σχέση της πολιτειακής εξουσίας με την κοινωνία και τον άνθρωπο. Ο σεβασμός της αξίας του ανθρώπου δικηρύσσεται για πρώτη φορά σε ελληνικό σύνταγμα και επιτάσσεται ως «πρωταρχική υποχρέωση του κράτους». Η εν λόγω αρχή διαπλάστηκε αρχικά στο επίπεδο του διεθνούς δικαίου για να ακολουθήσει η ένταξή της στα πρώτα συνταγματικά κείμενα της Ευρώπης. Ήταν προϊόν των σκληρών εμπειριών του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου και κυρίως των εγκλημάτων εξευτελισμού του ανθρώπου από το φασισμό και τον εθνικοσοσιαλισμό. Πρωτοπόρο στην υιοθέτηση της αρχής ήταν ο «Θεμελιώδης Νόμος» της Γερμανίας του 1949, το Σύνταγμα της χώρας που γνώρισε την πιο απάνθρωπη παραβίασή της. Το άρθρο 1 αυτού του Συντάγματος και την εφαρμογή του είχε ως πρότυπο ο συντακτικός νομοθέτης του 1975, διευρύνοντας την εγγύηση –προφανώς με τη βοήθεια της φιλοσοφικής σκέψης του Κωνσταντίνου Τσάτσου– από την έννοια της αξιοπρέπειας στην έννοια της αξίας του ανθρώπου.
(β) Η αρχή της ελευθερίας ανάπτυξης της προσωπικότητας, η οποία, σε συνδυασμό και με την αρχή σεβασμού και προστασίας της αξίας του ανθρώπου, με την οποία συνδέεται ουσιαστικά,περιλαμβάνει και την αρχή προστασίας της προσωπικότητας. Παρά το ότι η αρχή αυτή αποτελεί ανάπτυξη της παλαιάς αρχής της ελευθερίας, που αποτελούσε θεμελιώδη αρχή της Γαλλικής Επανάστασης και όλων των Συνταγμάτων, αναφέρεται εδώ ως «νέα» λόγω των νέων διαστάσεων που περιέχει η νέα αυτή διατύπωση, η οποία έχει πρότυπο εκείνη του άρθρου 2 του Θεμελιώδους Νόμου. Η νέα δε αυτή διατύπωση δεν είναι ιστορικά τυχαία. Ενέχει ακριβώς τις διαστάσεις εκείνες της ελευθερίας ως αρχής ανάπτυξης της προσωπικότητας που συνειδητοποιήθηκαν και διαπλάστηκαν στη μεταπολεμική δημοκρατική Ευρώπη. Προσδιοριστικά στοιχεία των νέων αυτών διαστάσεων της ελευθερίας είναι: (i) η ανθρωποκεντρική και κοινωνική έννοια της προσωπικότητας, που υποκαθιστά την λιμπεραλιστικής καταγωγής και βάσης του ατομισμού αφηρημένη έννοια του ατόμου και υποδηλώνει τον «κοινωνικό άνθρωπο», το συγκεκριμένο άνθρωπο-μέλος της κοινωνίας· (ii) η επίσης κοινωνική έννοια της έλλογης ανάπτυξης και (iii) η «τριαδική κοινωνική επιφύλαξη», που προσδιορίζει τα όρια της εγγύησης: ο σεβασμός «των δικαιωμάτων των άλλων», ως θεμέλιο της κοινωνικής ενότητας και συνοχής και βάση των κοινωνικών δεσμεύσεων, «το Σύνταγμα», ως βάση του δημοκρατικού και του δικαιοκρατικού συστήματος οργάνωσης της κοινωνίας, και «τα χρηστά ήθη», ως βάση των ηθικών αρχών και αξιών της ιστορικά συγκεκριμένης κοινωνίας.
(γ) Οι θεμελιώδεις αρχές που διέπουν τις σχέσεις της Ελλάδας με τη διεθνή κοινότητα. Οι αρχές αυτές, για τις οποίες γίνεται σε άλλη θέση λόγος [Γ, 2, δ], είναι: (i) οι θεμελιώδεις αρχές της διεθνούς ειρήνης και δικαιοσύνης, καθώς και της ανάπτυξης φιλικών σχέσεων μεταξύ των λαών και των κρατών (άρθρο 2 § 2) , (ii) η αρχή του σεβασμού των γενικώς αναγνωρισμένων κανόνων του διεθνούς δικαίου (άρθρα 2 § 2 και 28 § 1) και (iii) Η αναγνώριση και η προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου (άρθρο 25 §§ 1 και 2).
(δ) Η θεμελιώδης αρχή της κοινωνικής και εθνικής αλληλεγγύης (άρθρο 25 § 4) . Παρά το ότι η αλληλεγγύη αποτελεί μια παλαιά έννοια της ηθικής φιλοσοφίας και των κοινωνικών επιστημών, καθώς και της ιστορίας των πολιτικών ιδεών και του δικαίου, ωστόσο, η παρουσία της, ως αρχής, σπανίζει διεθνώςστη θεωρία και πράξη του δημόσιου δικαίου, πολύ δε περισσότερο στη συντακτική πρακτική. Την εποχή δε της «Ε΄ Αναθεωρητικής Βουλής», δεν είναι λάθος να πει κανείς ότι στην ελληνική επιστήμη του δημόσιου δικαίου ήταν άγνωστη και διεθνώς αποτελούσε σπάνιο αντικείμενο επιστημονικής πραγμάτευσης. Τα τελευταία χρόνια, ωστόσο, απόκτησε ιδιαίτερη σημασία στη θεωρία και στην πράξη του δικαίου ως αρχή του κοινωνικού κράτους και της δημοκρατικής κοινωνίας σε κοινωνικό, εθνικό και διεθνές πεδίο. Η εν λόγω αρχή επιβάλλει την προαγωγή της κοινωνικής δικαιοσύνης κυρίως ως υποχρέωση αλληλέγγυας εξίσωσης των κοινωνικών εταίρων, είτε αυτοί είναι φυσικά πρόσωπα, είτε συλλογικές οντότητες, είτε οργανικές μονάδες κράτους (ομόσπονδα κράτη, περιφέρειες, μονάδες τοπικής αυτοδιοίκησης κ.λπ.), είτε, τέλος κράτη-μέλη των υπερεθνικών οργανισμών και της διεθνούς κοινότητας. Για την εκπλήρωση του σκοπού της εξίσωσης, η αρχή της αλληλεγγύης αποτελεί και τη βάση νομιμοποίησης επιβολής αναλογικών βαρών στους οικονομικά ισχυροτέρους υπέρ των ασθενεστέρων.
Η αρχή της αλληλεγγύης σήμερα δεν έχει ιδεολογικοπολιτικά όρια. Αποτελεί, επίσης, αρχή που δεν περιορίζεται στη διάπλαση μιας ουσιαστικής οικονομικής δικαιοσύνης, αλλά και μιας εξίσωσης δημοκρατικής βάσης, καθώς και διάπλασης συνθηκών προσέγγισης ομοιογενών κοινωνικών ομάδων, όπως η αρχή της εθνικής αλληλεγγύης. Με βάση αυτή την εξέλιξη της αρχής, είναι φανερό ότι η διακήρυξή της το 1975 αποτελούσε πρωτοπορία και έργο δικαιικής διορατικότητας.
ββ. Τα θεμελιώδη δικαιώματα
Στη βασική αυτή κατηγορία διατάξεων, που συνολικά συνιστούσαν για τη χώρα μας μεγάλο βήμα εκσυγχρονισμού του συστήματος συνταγματικών δικαιωμάτων και κοινωνικών υποχρεώσεων της πολιτείας, υπάγονται οι ακόλουθες ειδικότερες κατηγορίες,: (α) η κατηγορία ρυθμίσεων στο χώρο των εγγυήσεων των ελευθεριών της προσωπικότητας, (β) η κατηγορία των ρυθμίσεων στο χώρο των εγγυήσεων του κοινωνικού κράτους, (γ) η εγγύηση παροχής έννομης προστασίας, (δ) οι εγγυήσεις απέναντι στη διοίκηση και (ε) η κατηγορία των δικαιωμάτων του ανθρώπου. Στην κορυφή ουσιαστικής ιεραρχίας αυτών των κατηγοριών αποτελεί η θεμελιώδης αρχή, που ενέχει και την εγγύηση του θεμελιώδους δικαιώματος, του σεβασμού και της προστασίας της αξίας του ανθρώπου, την οποία σκιαγραφήσαμε πιο πάνω (Γ΄, ΙΙ, 2, α, β1). Η αρχή αυτή αποτελεί και τη νοηματική βάση όλων των εγγυήσεων των εν λόγω κατηγοριών.
α1. Οι εγγυήσεις των θεμελιωδών ελευθεριών
Στην κορυφή των νέων διατάξεων της ειδικότερης αυτής κατηγορίας βρίσκεται η εγγύηση της ελευθερίας ανάπτυξης της προσωπικότητας, η οποία αποτελεί θεμελιώδη αρχή του συστήματος των θεμελιωδών δικαιωμάτων [βλ. πιο πάνω αα, (γ)] και συγχρόνως θεμελιώδες δικαίωμα ελευθερίας. Με αυτή την έννοια, που διεύρυνε ουσιαστικά την έννοια και την αντίληψη τόσο της προσωπικότητας όσο και της ελευθερίας, καλύπτει όλα τα κενά του συστήματος εγγυήσεων των ελευθεριών, έχοντας παραπληρωματική εφαρμογή.
Στο χώρο των εγγυήσεων ειδικών ελευθεριών εισάγονται σημαντικές βελτιώσεις, οι οποίες εκφράζουν μεν το πνεύμα εκσυγχρονισμού, είναι όμως περιορισμένης σημασίας. Το Σύνταγμα 1975 παρέμεινε ουσιαστικά στον κλασικό κατάλογο των «ατομικών δικαιωμάτων και ελευθεριών», που κατάγεται από τη Γαλλική Επανάσταση, χωρίς νέες ουσιαστικές τομές, με μόνη εξαίρεση της εγγύηση της ελευθερίας ανάπτυξης της προσωπικότητας. Από τις κατηγορίες των εγγυήσεων των θεμελιωδών ελευθεριών, όπου ο συντακτικός νομοθέτης του 1975 επέφερε σημαντικές μεταβολές εκσυγχρονισμού και ουσιαστικές βελτιώσεις, αναφέρονται οι ακόλουθες:
(α) Οι εγγυήσεις της θρησκευτικής ελευθερίας. Στην κατηγορία αυτή, ο συντακτικός νομοθέτης του 1975 εισήγαγε πλήρη ισότητα όλων των θρησκειών με την «επικρατούσα θρησκεία», καταργώντας την προνομιακή θέση που είχε η τελευταία απέναντι στις άλλες.
(β) Οι εγγυήσεις για τη λήψη ατομικών διοικητικών μέτρων και της ποινικής δίωξης. Οι εγγυήσεις αυτές ρυθμίζουν, στην ουσία τους, τη συνταγματική θέση του φυσικού προσώπου απέναντι στη διοίκηση, έχουν δε ως αντικείμενο την ελευθερία κίνησης. Σ’ αυτό τον τομέα το Σύνταγμα 1975 θέσπισε τις εξής νέες εγγυήσεις: (i) Απαγόρευσε, κατ’ αρχήν, τη λήψη ατομικών διοικητικών μέτρων κατά Ελλήνων πολιτών που περιορίζουν την ελευθερία κίνησης, εγκατάστασης στη χώρα και εισόδου και εξόδου, επιτρέποντας την επιβολή τους κατ’ εξαίρεση μόνο για την πρόληψη αξιοποίνων πράξεων μετά από απόφαση ποινικού δικαστηρίου, ή συνεπεία ποινικής δίωξης ή για την προστασία της δημόσιας υγείας ή της υγείας νοσούντων (άρθρο 5§4 και ερμηνευτική δήλωση). Η συνταγματική αυτή πρόβλεψη αποτελούσε σημαντική πρόοδο σε σύγκριση με το Σύνταγμα του 1952, είχε θεωρηθεί, όμως, από την τότε αντιπολίτευση, σε σύγκριση με άλλα ευρωπαϊκά συντάγματα, επικίνδυνη για την ελευθερία κίνηση του προσώπου. Η εν λόγω πρόβλεψη δυνατότητας επιβολής διοικητικών μέτρων περιορίστηκε μόνο για περιπτώσεις πρόληψης αξιόποινων πράξεων και μόνο ως παρεπόμενη ποινή με απόφαση ποινικού δικαστηρίου. (ii) Το Σύνταγμα 1975 (άρθρο 6 § 4), όρισε για πρώτη φορά, χρονικά όρια προφυλάκισης, αφαιρώντας τον ορισμό αυτό από τον κοινό νομοθέτη. (iii) Ο συντακτικός νομοθέτης του 1975, έχοντας υπόψη του πρόσφατες αλλά και παλαιότερες οδυνηρές εμπειρίες, θέσπισε, για πρώτη φορά – με εξαίρεση το Σύνταγμα του 1927 (άρθρο 17) που απαγόρευε γενικώς «τας βασάνους», ρητή συνταγματική απαγόρευση κάθε είδους βασανιστήρια και κάθε είδους προσβολή της αξιοπρέπειας του ανθρώπου. Η σχετική διάταξη (άρθρο 7 § 2), που κάλυψε όλη την έκταση εφευρετικότητας των βασανιστών, όριζε και εξακολουθεί να ορίζει: «Αι βάσανοι, οιαδήποτε σωματική κάκωσις, βλάβη υγείας ή άσκησις ψυχολογικής βίας, ως και πάσα ετέρα προσβολή της ανθρωπίνης αξιοπρεπείας απαγορεύονται και τιμωρούνται, ως νόμος ορίζει».
(γ) Εγγυήσεις του ασύλου της κατοικίας και του δικαιώματος της πληροφόρησης. Στην εγγύηση του ασύλου της κατοικίας (άρθρο 9) προστέθηκε ο όρος παρουσίας εκπροσώπου της δικαστικής εξουσίας κατά τη διενέργεια κατ’ οίκον έρευνας – εγγύηση που παρέμεινε ισχύουσα μέχρι σήμερα. Στην εγγύηση, επίσης, του δικαιώματος να απευθύνει κανείς αναφορά στις αρχές, προστέθηκε, μεταξύ άλλων δευτερεύουσας σημασίας βελτιώσεων, ειδική διάταξη που επιβάλλει την υποχρέωση στην αρμόδια αρχή «να απαντά σε αίτηση πληροφοριών, εφ’ όσον αυτό προβλέπεται από τον νόμον». Η ατελής αυτή εγγύηση, που θεσπίστηκε για πρώτη φορά στο Σύνταγμα του 1975, κατέστη πλήρης και χωρίς όρους με την αναθεώρηση του 2001.
(δ) Εγγύηση του δικαιώματος σύστασης μη κερδοσκοπικών ενώσεων στους δημόσιους υπαλλήλους. Στο δικαίωμα σύστασης μη κερδοσκοπικών ενώσεων, καταργήθηκε η παλαιά απαγόρευσή του στους δημόσιους υπαλλήλους και μεταβλήθηκε σε δυνατότητα του κοινού νομοθέτη να επιβάλλει περιορισμούς, όπως και στους υπαλλήλους των λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου.
(ε) Εγγυήσεις απέναντι στα ραδιοτηλεοπτικά μέσα. Στον ευρύτερο χώρο των ρυθμίσεων και εγγυήσεων της ελευθερίας διάδοσης της γνώμης και της ελευθερίας του τύπου δεν επήλθαν μεγάλες μεταβολές στις εγγυήσεις του Συντάγματος 1952. Ιδιαίτερα σημαντική είναι η ρύθμιση του άρθρου 15 § 2, που θέτει τη ραδιοφωνία και την τηλεόραση υπό τον άμεσο έλεγχο του κράτους, επιβάλλει σ’ αυτές «την αντικειμενικήν και επί ίσοις όροις μετάδοσιν πληροφοριών και ειδήσεων ως και προϊόντων του λόγου και της τέχνης» και επιτάσσει τη διασφάλιση «της εκ της κοινωνικής αποστολής αυτών και εκ της πολιτιστικής αναπτύξεως της Χώρας επιβαλλομένης ποιοτικής στάθμης».
(στ) Η εγγύηση της ελευθερίας της τέχνης, της επιστήμης, της έρευνας και της διδασκαλίας. Η εγγύηση αυτή όλων των υψηλών λειτουργιών του πνεύματος αποτελεί μια από τις σημαντικότερες διακηρύξεις του Συντάγματος 1975. Η διάταξη αυτή, σύμφωνα με σχετική σημείωση στο «Κυβερνητικόν Σχέδιον Συντάγματος» του 1975, ελήφθη, όπως έχει, από το Θεμελιώδη Νόμο της Γερμανίας (άρθρο 5 § 3), έλκει δε την καταγωγή της από το Σύνταγμα της Βαϊμάρης του 1919 (άρθρο 142), το οποίο επέβαλλε, επιπλέον, στο κράτος και την υποχρέωση να τις προστατεύει και να συμμετέχει στην καλλιέργειά τους. Το ελληνικό Σύνταγμα του 1927, που είχε γενικώς ως πρότυπο το Σύνταγμα της Βαϊμάρης, είχε περιλάβει και την εν λόγω εγγύηση.
(ζ) Εγγυήσεις του δικαιώματος της ιδιοκτησίας. Η σημαντικότερη καινοτομία του Συντάγματος 1975 στο σύστημα προστασίας και κοινωνικών περιορισμών του δικαιώματος της ιδιοκτησίας αποτελεί η πρώτη παράγραφος του άρθρου 17, που περιέχει τη γενική διακήρυξη της υποχρέωσης του κράτους να προστατεύει την ιδιοκτησία και τη γενική κοινωνική δέσμευσή της. Η θεμελιώδης αυτή διάταξη έχει ως εξής: «Η ιδιοκτησία τελεί υπό την προστασίαν του Κράτους, τα εξ αυτής όμως δικαιώματα δεν δύναται να ασκώνται εις βάρος του γενικού συμφέροντος». Με τις διατάξεις αυτές, το Σύνταγμα 1975 θέσπισε ρητά δύο θεμελιώδεις αρχές: (i) δίπλα στο δικαίωμα της ιδιοκτησίας, την υποχρέωση του κράτους να την προστατεύει (υποχρέωση προστασίας) και (ii) τη γενική κοινωνική δέσμευση του δικαιώματος της ιδιοκτησίας, σύμφωνα με την οποία τα ιδιοκτησιακά δικαιώματα δεν μπορεί να ασκούνται σε βάρος του γενικού συμφέροντος. Η ρητή θέσπιση της εν λόγω «υποχρέωσης προστασίας» είναι πρωτοποριακή. Αποτελεί ειδική έκφραση της γενικής αρχής της «υποχρέωσης προστασίας» των συνταγματικών ελευθεριών από το κράτος, που έχει διαπλασθεί τις τελευταίες δεκαετίες κυρίως στη γερμανική θεωρία και πράξη. Όσον αφορά τη ρήτρα της κοινωνικής δέσμευσης, για τη συνταγματική πραγματικότητα της χώρας μας το 1975, ήταν επίσης πρωτοποριακή. Πηγή έμπνευσης αποτέλεσε η αντίστοιχη διάταξη του Θεμελιώδους Νόμου της Γερμανίας (άρθρο 14§2). Θεσπίστηκε, όμως, με συντηρητικότερη διατύπωση από εκείνη της γερμανικής ρήτρας, η οποία, σε αντίθεση με την αρνητική διατύπωση της ελληνικής διάταξης, επιβάλλει τη θετική δέσμευση της ιδιοκτησίας, να υπηρετεί το γενικό συμφέρον.
Η κοινωνική δέσμευση της ιδιοκτησίας έχει την καταγωγή της στο Σύνταγμα της Βαϊμάρης, στο οποίο η ρήτρα «η ιδιοκτησία δεσμεύει» αποτέλεσε πρωτοπορία σε παγκόσμιο επίπεδο. Είχε, σε σχέση με τη σύνθεση του ιστορικού συντακτικού νομοθέτη της Βαϊμάρης, σοσιαλιστική προέλευση και θεσπίστηκε ως αντίβαρο μετριασμού της απολυτότητας του δικαιώματος της ιδιοκτησίας. Σήμερα, η κοινωνική δέσμευση, όχι μόνο της ιδιοκτησίας, άλλα όλων των δικαιωμάτων, αποτελεί κοινό τόπο.
β1. Οι εγγυήσεις της αρχής του κοινωνικού κράτους
Τα προηγούμενα ελληνικά Συντάγματα, εκτός από την παλαιές εγγυήσεις της γενικής ισότητας και της παιδείας, την επίσης παλαιά πρόβλεψη του θεσμού της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης για «δημόσια ωφέλεια», τις ειδικές προβλέψεις αναγκαστικών απαλλοτριώσεων για την αποκατάσταση ακτημόνων καλλιεργητών και κτηνοτρόφων των Συνταγμάτων 1927 και 1952 και της γενικής εγγύησης της εργασίας του Συντάγματος 1927, στερούνταν άλλων κοινωνικών διατάξεων. Η έλλειψη αυτή ήταν εμφανής κυρίως στο Σύνταγμα 1952, γιατί, ήδη από το τέλος του Πολέμου, η έννοια του κοινωνικού κράτους και οι συνταγματικές εγγυήσεις κοινωνικών δικαιωμάτων του προσώπου και προστασίας του κοινωνικού συμφέροντος αποτελούσαν πια κτήμα του δικαιικού πολιτισμού της Ευρώπης. Γι’ αυτό μπορεί να πει κανείς ότι ο συντακτικός νομοθέτης του 1975 έκαμε σημαντικό άλμα, θεσπίζοντας ένα ολόκληρο σύστημα κοινωνικών διατάξεων εντελώς νέο.
Το Σύνταγμα 1975 δε διακήρυξε ρητά την αρχή του κοινωνικού κράτους. Αυτό έγινε με την αναθεώρηση του 2001 (άρθρο 25 § 1). Εισήγαγε, όμως, κατάλογο κοινωνικών δικαιωμάτων και σύστημα κοινωνικών υποχρεώσεων, ακολουθώντας, σε σχέση με τα άλλα Συντάγματα της Ευρώπης, την εξής μέση οδό: δεν ακολούθησε ούτε την οδό ορισμένων Συνταγμάτων που δεν είχαν θεσπίσει κατάλογο κοινωνικών δικαιωμάτων, όπως, για παράδειγμα, το Σύνταγμα της Γερμανίας (ο «Θεμελιώδης Νόμος») – που διακήρυσσε, όμως, ρητά την αρχή του κοινωνικού κράτους – ούτε εκείνων που θέσπισαν εκτεταμένο ή πλήρη κατάλογο, όπως τα Συντάγματα της Ιταλίας, της Πορτογαλίας και της Ισπανίας. Ο κατάλογος κοινωνικών δικαιωμάτων και το σύνολο των κοινωνικών υποχρεώσεων και περιορισμών των ελευθεριών που θέσπισε ο συντακτικός νομοθέτης του 1975 είναι μεν συνοπτικός και περιορισμένος, δεν μπορεί, όμως, να θεωρηθεί πτωχός, γιατί μπορούσε να αποτελέσει τη βάση μιας ευρύτατης κοινωνικής πολιτικής με βαθιές επεμβάσεις στις οικονομικές ελευθερίες.
Οι κοινωνικές διατάξεις, που θέσπισε το Σύνταγμα 1975 για πρώτη φορά, κατατάσσονται στις ακόλουθες κατηγορίες:
(α) Η ισότητα των φύλων. Αν λάβει κανείς υπόψη του τη θεμελιώδη ηθική και κοινωνική αξία της ισότητας των φύλων, την ιδιότητά της ως θεμελιώδους αρχής και δικαιώματος του ανθρώπου και ως βασικού στοιχείου της αξίας του ανθρώπου, σε συνάρτηση και με την παλαιότερη του Συντάγματος 1975 συνταγματική πραγματικότητα στη χώρα μας ως προς τις σχέσεις ανδρών και γυναικών, η ρητή διακήρυξη και εγγύηση της ισότητας των φύλων (άρθρο 4§2) αποτελεί, αναμφίβολα, εξέχουσα συμβολή στην εξέλιξη του συνταγματικού και δικαιικού μας συστήματος. Πρέπει, ωστόσο, να σημειωθεί ότι η συμβολή αυτή δε θα έχανε σε λαμπρότητα, αν έλλειπε η συντακτικώς μη κατανοητή επιφύλαξη του άρθρου 116§2, που επέτρεπε «δι’ αποχρώντας λόγους» αποκλίσεις από τη θεμελιώδη αυτή αρχή. Η επιφύλαξη αυτή απαλείφθηκε με την αναθεώρηση του 2001.
(β) Τα δικαιώματα των εργαζομένων. Ο συντακτικός νομοθέτης του 1975, εμπνεόμενος, προφανώς, από παρόμοια διακήρυξη του Συντάγματος 1927, αλλά και εναρμονιζόμενος με τις αρχές του σύγχρονου κοινωνικού κράτους που κατέκτησαν οι εργαζόμενοι, διακήρυξε ως αρχή το δικαίωμα όλων των πολιτών στην εργασία και το έθεσε υπό την προστασία του κράτους, επιβάλλοντας στο τελευταίο την υποχρέωση να μεριμνά γα τη δημιουργία συνθηκών απασχόλησης και «δια την ηθικήν και υλικήν εξύψωσιν του εργαζομένου αγροτικού και αστικού πληθυσμού». Με την επιβολή της τελευταίας αυτής υποχρέωσης, συνδέει, σύμφωνα με τις σύγχρονες αξιώσεις του ευρωπαϊκού δικαιικού πολιτισμού, την εργασία με την αξία και την αξιοπρέπεια του ανθρώπου. Συγχρόνως με τις εγγυήσεις της εργασίας και της μέριμνας για την απασχόληση και την ποιότητά της, το Σύνταγμα περιέλαβε, επίσης για πρώτη φορά: (i) εγγύηση ίσης αμοιβής για ίσης αξίας εργασία, ανεξάρτητα από το φύλο ή άλλη διάκριση (άρθρο 22§1 εδ. β) και (ii) εγγύηση της κοινωνικής ασφάλισης των εργαζομένων (άρθρο 22§4), ως δικαιώματος κάθε εργαζομένου και ως συνταγματικής υποχρέωσης του κράτους να μεριμνά για τη διασφάλισή του.
Όσον αφορά τις εγγυήσεις της συνδικαλιστικής ελευθερίας, το Σύνταγμα 1975 περιέλαβε, για πρώτη, φορά εγγυήσεις: (i) της συνδικαλιστικής ελευθερίας, ως αρχής και θεσμού (άρθρο 23§1), (ii) των συλλογικών συμβάσεων, ως συλλογικού δικαιώματος και θεσμού (22§2), (iii) του δικαιώματος της απεργίας και (iv) της απαγόρευσης της αναγκαστικής εργασίας, η οποία ενέχει και δικαίωμα του προσώπου και συνδικαλιστικό δικαίωμα.
Οι παραπάνω εγγυήσεις, μαζί με τους περιορισμούς, τις εξαιρέσεις και τις ειδικότερες ρυθμίσεις που θέσπισε ο συντακτικός νομοθέτης του 1975, παρέμειναν σε ισχύ χωρίς τροποποιήσεις ή άλλες μεταβολές και μετά τις αναθεωρήσεις του 1986 και του 2001.
(γ) Οι εγγυήσεις κοινωνικής πρόνοιας του κράτους. Οι εγγυήσεις αυτές (άρθρο 24) περιλαμβάνουν τα κοινωνικά δικαιώματα (και τις αντίστοιχες κοινωνικές υποχρεώσεις του κράτους), που αφορούν στην προστασία: της οικογένειας, του γάμου, της μητρότητας, της παιδικής ηλικίας, των πολυτέκνων, των αναπήρων, των θυμάτων πολέμου, των ανιάτων και των εχόντων ανάγκη ειδικής φροντίδας, της υγείας των πολιτών, της νεότητας, του γήρατος, της αναπηρίας, των απόρων και των αστέγων. Στις εγγυήσεις αυτές κοινωνικής πρόνοιας υπάγεται και η εγγύηση κοινωνικής ασφάλισης των εργαζομένων, που αναφέραμε πιο πάνω. Οι εγγυήσεις αυτές θεμελιώνουν τόσο δικαίωμα των προσώπων υπέρ των οποίων θεσπίστηκαν, όσο και αντίστοιχη υποχρέωση του κράτους. Εκτός από την εγγύηση της οικογένειας, που έχει ως σκοπό κυρίως ηθικοκοινωνικής βάσης στήριξη κοινωνικού θεσμού, έχουν βάση την αρχή της κοινωνικής ισότητας και δικαιοσύνης και αποβλέπουν στην ενίσχυση και βελτίωση της ζωής των ασθενέστερων προσώπων και ομάδων της κοινωνίας. Το μέτρο εκπλήρωσης των υποχρεώσεων αυτών της οργανωμένης σε κράτος κοινωνίας παρέχει η αρχή της σεβασμού της αξίας και της αξιοπρέπειας του ανθρώπου, που αναπτύξαμε ήδη.
(δ) Οι εγγυήσεις του φυσικού και του ανθρωπογενούς περιβάλλοντος. Η κατηγορία αυτή περιλαμβάνει τη λεγόμενη τρίτη γενιά κοινωνικών δικαιωμάτων και κοινωνικών υποχρεώσεων του κράτους: τις κοινωνικές υποχρεώσεις και τα κοινωνικά δικαιώματα προστασίας του φυσικού και του ανθρωπογενούς περιβάλλοντος (άρθρο 24). Η εγγύηση αυτή αποτελούσε, το 1975, σημαντική καινοτομία στον ευρύτερο χώρο της Ευρώπης. Πηγή των σχετικών διατάξεων ήταν το άρθρο 9 του Ιταλικού Συντάγματος και τα άρθρα 85-87 του τότε ισχύοντος Συντάγματος της Γιουγκοσλαυίας, που αποτελούσαν και τις μόνες ρητές συνταγματικές εγγυήσεις του περιβάλλοντος. Η εγγύηση του περιβάλλοντος στο Σύνταγμα 1975 είναι ευρύτατη. Θεμελιώνει: (i) συνταγματικό δικαίωμα ενός ευρύτατου κύκλου προσώπων, που θίγονται από την προσβολή ή βλάβη του, να αξιώσει την άρση της προσβολής και την αποκατάσταση της βλάβης, (ii) τη συνταγματική υποχρέωση του κράτους και κάθε φυσικού ή νομικού προσώπου να σέβεται και να προστατεύει το περιβάλλον και (iii) τη θετική υποχρέωση του κράτους να λαμβάνει προληπτικά και κατασταλτικά μέτρα για την προστασία του περιβάλλοντος.
Σε συνδυασμό με τη βασική εγγύηση του περιβάλλοντος, ο συντακτικός νομοθέτης του 1975 προέβη στη θέσπιση δύο ειδικότερων κατηγοριών εγγυήσεων: την κατηγορία εγγυήσεων προστασίας των δασών (άρθρα 24 § 1 εδ. γ και δ και 117 §§ 3 και 4) και την κατηγορία εγγυήσεων προστασίας των μνημείων και παραδοσιακών περιοχών και στοιχείων (άρθρο 24 § 6).
Με βάση την αρχή της προστασίας του περιβάλλοντος, ο συντακτικός νομοθέτης του 1975 προέβη, επίσης, σε μια σειρά ρυθμίσεων που θέτουν τις βάσεις της χωροταξικής αναδιάρθρωσης της χώρας, καθώς και της διαμόρφωσης, της ανάπτυξης, της πολεοδόμησης και της επέκτασης των πόλεων και των οικιστικών εν γένει περιοχών. Οι ρυθμίσεις αυτές αποτελούν τη συνταγματική βάση: κοινωνικών δικαιωμάτων των προσώπων, κοινωνικών υποχρεώσεων του κράτους και των αναγκαίων κρατικών επεμβάσεων στην ιδιοκτησία, για την πραγμάτωση των σκοπών των εν λόγω ρυθμίσεων. Με τις επεμβάσεις αυτές μπορεί να συνδεθούν και οι ειδικές δυνατότητες αναγκαστικής απαλλοτρίωσης και επιβολής περιορισμών στην ιδιοκτησία που προβλέπονται σε συνδυασμό με την εγγύηση της τελευταίας (άρθρα 17 § 6 και 18 §§ 1, 2, 4, 5, 6 και 7).
Η βασική εγγύηση του περιβάλλοντος και οι ειδικότερες εγγυήσεις και ρυθμίσεις που συνέδεσε με αυτή ο συντακτικός νομοθέτης του 1975 αποτελούν ένα πρωτοποριακό κεφάλαιο το οποίο, εφαρμοζόμενο, συμβάλλει καθοριστικά στην ανάπτυξη της ποιότητας ζωής που ανταποκρίνεται στην αξία του ανθρώπου.
) Οι κοινωνικοί περιορισμοί των ελευθεριών και οι γενικές κοινωνικές υποχρεώσεις του κράτους. Ηκατηγορία αυτή κοινωνικών διατάξεων περιλαμβάνει τις διατάξεις εκείνες που περιέχουν περιορισμούς των ελευθεριών και γενικές υποχρεώσεις του κράτους και υπηρετούν το συμφέρον του κοινωνικού συνόλου.
Το Σύνταγμα 1975 θέσπισε τρείς γενικές κατηγορίες κοινωνικών διατάξεων, που αποτελούν τη βάση και πηγή αντίστοιχων κατηγοριών κοινωνικών δεσμεύσεων που περιορίζουν την ελεύθερη δράση των μελών της κοινωνίας. Οι κατηγορίες αυτές είναι:
(i) Η γενική «κοινωνική επιφύλαξη» στην εγγύηση της ελευθερίας ανάπτυξης της προσωπικότητας, σύμφωνα με την οποία η θεμελιώδης αυτή ελευθερία δεν πρέπει να αντίκειται στα δικαιώματα των άλλων, στο Σύνταγμα και στα χρηστά ήθη. Την εν λόγω κατηγορία περιγράψαμε ήδη.
(ii) Η γενική κοινωνική δέσμευση του δικαιώματος της ιδιοκτησίας, σύμφωνα με την οποία τα ιδιοκτησιακά δικαιώματα δεν μπορεί να ασκούνται εις βάρος του γενικού συμφέροντος. Και η κατηγορία αυτή σκιαγραφήθηκε ήδη μαζί με το δικαίωμα της ιδιοκτησίας.
(iii) Η δέσμευση της ιδιωτικής οικονομικής πρωτοβουλίας (άρθρο 106 § 2), σύμφωνα με την οποία αυτή «δεν επιτρέπεται να αναπτύσσεται εις βάρος της ελευθερίας και της ανθρωπίνης αξιοπρεπείας, ή επί βλάβη της εθνικής οικονομίας».
(iv) Στις παραπάνω γενικές κατηγορίες κοινωνικών περιορισμών της ελεύθερης δράσης, πρέπει να προστεθούν και τρεις βασικές κατηγορίες υποχρεώσεων του κράτους, επίσης γενικών, τις οποίες θέσπισε για πρώτη φορά ο συντακτικός νομοθέτης του 1975 και από τις οποίες πηγάζουν κοινωνικοί περιορισμοί της ιδιωτικής και της δημόσιας δράσης. Η πρώτη είναι η κατηγορία θετικών υποχρεώσεων προστασίας του περιβάλλοντος, που σκιαγραφήσαμε πιο πάνω. Η δεύτερη κατηγορία περιλαμβάνει τις υποχρεώσεις προγραμματισμού και συντονισμού της οικονομικής δραστηριότητας στη χώρα, για την εδραίωση της κοινωνικής ειρήνης και την προστασία του γενικού συμφέροντος και για την εξασφάλιση της οικονομικής ανάπτυξης όλων των τομέων της εθνικής οικονομίας, καθώς και την υποχρέωση λήψης των επιβαλλόμενων μέτρων για την αξιοποίηση των πηγών του εθνικού πλούτου και για την προώθηση της περιφερειακής ανάπτυξης και ιδίως των ασθενέστερων περιοχών της χώρας (άρθρο 106 § 1). Την τρίτη κατηγορία αποτελεί η πρόβλεψη των προγραμμάτων οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης, που εγκρίνονται από την ολομέλεια της βουλής. Η δεύτερη και η τρίτη κατηγορία δεν έχουν τύχει εφαρμογής, εκτός από μια φορά υποβολής προγράμματος οικονομικής ανάπτυξης χωρίς τη συνέχεια συζήτησης. Και οι δύο κατηγορίες εκφράζουν, ωστόσο, το πνεύμα εκσυγχρονισμού του κράτους που κυριαρχούσε στην Ε΄ Αναθεωρητική Βουλή και γενικότερα την εποχή του 1975. Φανερώνουν, επίσης, τη συνειδητοποίηση της ανεπάρκειας του ετήσιου προγραμματισμού του κρατικού προϋπολογισμού και της ανάγκης του χρονικά και κατά περιεχόμενο ευρύτερου κρατικού προγραμματισμού ανάπτυξης από το συντακτικό νομοθέτη και τη διορατικότητα του για τις μελλοντικές ανάγκες κρατικών επεμβάσεων διεύθυνσης και συντονισμού της οικονομίας.
(v) Με βάση τις κατηγορίες αυτές γενικών κοινωνικών περιορισμών και δεσμεύσεων της ιδιωτικής και της δημόσιας δράσης, ο συντακτικός νομοθέτης του 1975 περιέλαβε και μια σειρά ειδικών διατάξεων που επιβάλλουν επεμβάσεις και περιορισμούς στη σφαίρα των ελευθεριών για την εξυπηρέτηση του κοινωνικού συμφέροντος. Οι σημαντικότερες από αυτές είναι: οι ειδικότεροι περιορισμοί της ιδιοκτησίας για την προστασία του περιβάλλοντος και τη χωροταξική ρύθμιση της χώρας (άρθρο 24 και 117), οι διατάξεις που επιβάλλουν την αναγκαστική απαλλοτρίωση ζωνών για έργα κοινής ωφέλειας ή γενικότερης σημασίας για την εθνική οικονομία (άρθρο 17), οι διατάξεις που επιβάλλουν νέους περιορισμούς της ιδιοκτησίας για το κοινωνικό συμφέρον και για την εκμετάλλευση πηγών εθνικού πλούτου ή την προστασία των πολιτισμικών αγαθών (άρθρο 18) και οι διατάξεις που προβλέπουν την αναγκαστική εξαγορά και κρατικοποίηση επιχειρήσεων (άρθρο 106).
γ1. Η εγγύηση της παροχής έννομης προστασίας
Μεγάλης σημασίας καινοτομία του συντακτικού νομοθέτη του 1975 αποτελεί, αναμφίβολα, η θέσπιση ειδικής εγγύησης της παροχής δικαστικής προστασίας. Η εγγύηση αυτή αποτελεί προϊόν του μεταπολεμικού πνεύματος προστασίας του ανθρώπου, που δημιουργήθηκε από τις εμπειρίες του αυταρχισμού του Μεσοπολέμου. Πρότυπο έμπνευσης αποτέλεσαν οι εγγυήσεις των διατάξεων των άρθρων 19 § 4 και 103 § 1 του Θεμελιώδους Νόμου, καθώς και το 6§1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου του 1950.
Η εγγύηση της παροχής δικαστικής προστασίας απορρέει από τη θεμελιώδη αρχή του κράτους δικαίου. Έχει ιδιαίτερη σημασία, γιατί αφενός θεμελιώνει δικαίωμα του ανθρώπου να αξιώνει, σε κάθε περίπτωση προσβολής των έννομων δικαιωμάτων και συμφερόντων του, δικαστική προστασία και αφετέρου επιβάλλει την υποχρέωση στο κράτος να διαθέτει ολοκληρωμένο σύστημα άσκησης της δικαστικής λειτουργίας, που διασφαλίζει σε όλους και πράγματι παρέχει στο καθένα χωριστά πλήρη δικαστική προστασία σε μια «δίκαιη δίκη», σύμφωνα με τις απαιτήσεις και τα κριτήρια μιας σύγχρονης δημοκρατικής κοινωνίας.
δ1. Οι εγγυήσεις απέναντι στη διοίκηση
Ιδιαίτερης σημασίας καινοτομία του Συντάγματος 1975 αποτελούν δύο εγγυήσεις που έπληξαν βαρύτατα τον παλαιό, παραδοσιακό θα έλεγα, αυταρχισμό της δημόσιας διοίκησης, που καταπίεζε αφόρητα τους Έλληνες πολίτες και τους αλλοδαπούς που είχαν σχέση με το ελληνικό δημόσιο και συχνά καθιστούσε αδύνατη τη διεκδίκηση των δικαιωμάτων τους. Πρόκειται για τη θέσπιση: (i) του δικαιώματος αίτησης πληροφοριών και αντίστοιχης υποχρέωση της διοίκησης, που αναφέραμε ήδη σε συνδυασμό με το δικαίωμα αναφοράς (άρθρο 10 § 3) και (ii) του δικαιώματος της προηγούμενης ακρόασης για κάθε διοικητική ενέργεια ή μέτρο που λαμβάνεται σε βάρος των δικαιωμάτων ή συμφερόντων του προσώπου. Είναι φανερό ότι χωρίς αυτές τις εγγυήσεις, θα ήταν ατελής και η εγγύηση παροχής δικαστικής προστασίας.
ε1. Η συνταγματική εγγύηση των δικαιωμάτων του ανθρώπου
Με τη συνταγματική εγγύηση των δικαιωμάτων του ανθρώπου ολοκληρώνεται το σύστημα εγγυήσεων του Συντάγματος (άρθρο 25 §§ 1 και 2). Η ένταξη αυτή των δικαιωμάτων του ανθρώπου στο Σύνταγμα ήταν πρωτοποριακή, γιατί αφενός μεν κετέστησε εσωτερικό δίκαιο τις εγγυήσεις της διεθνούς κοινότητας, εξαλείφοντας κάθε κενό προστασίας που τυχόν έχει το εθνικό δίκαιο, αφετέρου δε τα έθεσε υπό την εγγύηση και τη διασφάλιση όλων των οργάνων του κράτους, θεμελιώνοντας υποχρέωση του κράτους να τα διασφαλίζει και να τα προστατεύει.
Η σύνδεση αυτή των δικαιωμάτων του ανθρώπου με τις εγγυήσεις των συνταγματικών δικαιωμάτων έχει ιδιαίτερη σημασία σήμερα που η δικαστική προστασία του ανθρώπου παρέχεται και σε εθνικό και σε διεθνές (ευρωπαϊκό) επίπεδο. Σε αυτή την κοινή βάση διαπλάσσεται προοδευτικά και η ενιαία αντίληψη των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ανθρώπου και το ενιαίο ανθρωποείδωλο του δικαίου.
Στις εγγυήσεις του άρθρου 25, διατυπώνεται σε συνταγματικές διατάξεις, πρωτοποριακά όχι μόνο σε εθνικό επίπεδο, μια βαθύτερη θεώρηση των θεμελιωδών δικαιωμάτων που είχε αρχίσει να αναδύεται στην ευρωπαϊκή θεωρία και πράξη: η αντιμετώπιση του ανθρώπου ως αυθύπαρκτου προσώπου και ως μέλους της κοινωνίας, η σύνδεση της ελευθερίας και της κοινωνικής της αποστολής στο δικαίωμα του ανθρώπου, η υποχρέωση προστασίας όλων των δικαιωμάτων από το κράτος και ο κοινωνικός σκοπός της προστασίας: η πραγματοποίηση της κοινωνικής προόδου σε ελευθερία και σε δικαιοσύνη.
δ. Οι συνταγματικές βάσεις των σχέσεων της Ελλάδας με τη διεθνή κοινότητα
Μεταξύ των βασικών χαρακτηριστικών της φυσιογνωμίας του Συντάγματος 1975, αναφέραμε ήδη τον ευρωπαϊκό και διεθνή προσανατολισμό του, ως κύρια δε στοιχεία αυτού του προσανατολισμού σημειώσαμε το ευρωπαϊκής προέλευσης περιεχόμενο των νέων διατάξεών του και τις ρυθμίσεις που αποτελούν τη βάση των σχέσεων της Ελλάδας με την Ευρώπη και τη διεθνή κοινότητα, γενικότερα. Κύριο μέρος του εν λόγω προσανατολισμού είναι το δεύτερο στοιχείο.
Πράγματι, ο συντακτικός νομοθέτης του 1975 δεν έμεινε στα παραδοσιακά όρια ρύθμισης της διεθνούς εκπροσώπησης της χώρας και της κύρωσης των διεθνών συνθηκών, ούτε στον παλαιό διαχωρισμό των δύο επιπέδων έννομης τάξης, του διεθνούς και του εθνικού δικαίου. Βλέποντας με διορατικότητα το σχηματισμό και την ανάπτυξη της υπερεθνικής έννομης τάξης και την υποταγή της εθνικής νομιμότητας στη διεθνή, εισήγαγε ένα σύνολο θεμελιωδών ρυθμίσεων που αποτελούν ένα νέο κεφάλαιο στον τομέα των διεθνών σχέσεων, το οποίο υπερβαίνει τα συνήθη όρια των σύγχρονων συνταγμάτων. Οι ρυθμίσεις αυτές διακρίνονται σε τρεις βασικές κατηγορίες: Στην πρώτη κατηγορία ανήκει η θέσπιση της υποχρέωσης της χώρας να ακολουθεί «τους γενικής αναγνωρίσεως κανόνας του διεθνούς δικαίου» και να «επιδιώκει την εμπέδωσιν της ειρήνης, της δικαιοσύνης, ως και την ανάπτυξιν των φιλικών σχέσεων μεταξύ των λαών και των κρατών» (άρθρο 2 § 2). Τη θεμελιώδη αυτή διάταξη αναφέραμε ήδη στο πλαίσιο της κατηγορίας των βάσεων των σκοπών του κράτους. Τη δεύτερη κατηγορία αποτελούν οι διατάξεις (άρθρο 25 §§ 1 και 2) που εντάσσουν τα δικαιώματα του ανθρώπου, ως εσωτερικό δίκαιο, στο σύστημα εγγυήσεων του Συντάγματος. Την κατηγορία αυτή αναφέραμε, επίσης, πιο πάνω, στην κατηγορία συνταγματικών εγγυήσεων. Στην τρίτη, τέλος, κατηγορία ανήκουν οι διατάξεις με τις οποίες θέσπισε τη δυνατότητα αναγνώρισης αρμοδιοτήτων σε όργανα διεθνών οργανισμών, για την εξυπηρέτηση σπουδαίου εθνικού συμφέροντος και για την προαγωγή της συνεργασίας με άλλα κράτη, καθώς και τη δυνατότητα περιορισμών της άσκησης της εθνικής κυριαρχίας, υπό τον όρο να μη θίγονται τα δικαιώματα του ανθρώπου και οι βάσεις του δημοκρατικού πολιτεύματος και να γίνεται με βάση τις αρχές της ισότητας και της αμοιβαιότητας. Η τελευταία αυτή κατηγορία διατάξεων αποτέλεσε, όπως ήδη αναφέραμε, τη συνταγματική βάση ένταξής μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Το σύνολο των ρυθμίσεων που εκθέτομε αμέσως πιο πάνω, εξακολουθεί να αποτελεί μια σύγχρονη και επαρκή συνταγματική βάση για την εθνική πολιτική διαμόρφωσης των σχέσεων της Ελλάδας με τη διεθνή κοινότητα.
ε. Η ρύθμιση των λειτουργιών του κράτους
αα. Γενικά
Το μέρος αυτό των συνταγματικών ρυθμίσεων, που συνήθως, παρά τη θεμελιώδη ουσιαστική σημασία που έχει για τη σχέση πολιτείας και κοινωνίας, αποκαλείται «οργανωτικό», περιλαμβάνει τις διατάξεις που ρυθμίζουν την άσκηση των τριών λειτουργιών του κράτους, τη νομοθετική, την εκτελεστική και τη δικαστική. Ο συντακτικός νομοθέτης προέβη σε ποικίλες βελτιώσεις στον εν λόγω τομέα των τριών λειτουργιών του 1975, στηριζόμενος περισσότερο σε ελληνικές εμπειρίες, παρά σε πρότυπα άλλων ευρωπαϊκών συνταγμάτων, όπως στους τομείς που εξετάζονται πιο πάνω. Αυτό, κατά βάση, ήταν ορθή επιλογή, γιατί η λειτουργία των συνταγματικών οργάνων διαπλάσσεται ιστορικά κυρίως μέσα στο εθνικό κοινωνικό και πολιτικό περιβάλλον. Ωστόσο, υπήρχαν νέοι, μεταπολεμικοί, οργανικοί θεσμοί και οργανωτικά συστήματα, δοκιμασμένα ήδη στον ευρύτερο ευρωπαϊκό χώρο, που θα μπορούσαν να αποτελέσουν πρότυπα για βαθύτερες τομές. Τέτοια πρότυπα ήσαν, για παράδειγμα, οι μόνιμες κοινοβουλευτικές επιτροπές για την εθνική άμυνα και για την εξωτερική πολιτική, οι διάφορες μορφές του θεσμού της συνταγματικής δικαιοσύνης, συστήματα περιφερειακής αυτοδιοίκησης και αυτονομίας. Βεβαίως, είναι γνωστή η παραδοσιακή αρνητική στάση των πολιτικών της χώρας μας για τους θεσμούς αυτούς, κάτι που επιβεβαιώνει και η μέχρι σήμερα αποχή του αναθεωρητικού νομοθέτη από τέτοιες ρυθμίσεις.
Όπως είναι γνωστό, η μόνη λειτουργία του κράτους, της οποίας η άσκηση ανήκει αποκλειστικά στην οργανική της συγκρότηση, είναι η δικαστική. Η άσκηση, όμως, των δύο άλλων λειτουργιών, της νομοθετικής και της εκτελεστικής, στην κοινοβουλευτική δημοκρατία διασταυρώνεται οργανικά, με συμμετοχή οργάνων της μιας στην άσκηση της άλλης και αντιστρόφως. Έτσι, κύριο όργανο άσκησης της νομοθετικής λειτουργίας είναι η βουλή, συμμετέχουν, όμως, και όργανα της εκτελεστικής εξουσίας με τις ακόλουθες αρμοδιότητες: ο πρόεδρος της δημοκρατίας, με τις αρμοδιότητες της έκδοσης και δημοσίευσης των νόμων, με το περιορισμένο δικαίωμα αναπομπής, με την έκδοση πράξεων νομοθετικού περιεχομένου και με την έκδοση κανονιστικού περιεχομένου προεδρικών διαταγμάτων βάσει εξουσιοδότησης νόμου· η κυβέρνηση (υπουργικό συμβούλιο, υπουργοί και υφυπουργοί) με την άσκηση νομοθετικής πρωτοβουλίας και την έκδοση κανονιστικών πράξεων βάσει εξουσιοδότησης νόμου· της διοίκησης (οργάνων της διοίκησης) με έκδοση κανονιστικών πράξεων βάσει εξουσιοδότησης νόμου. Στην άσκηση της εκτελεστικής εξουσίας, εξάλλου, συμμετέχει η βουλή με την άσκηση κοινοβουλευτικού ελέγχου και –μετά την αναθεώρηση του 1986– με την άσκηση της αρμοδιότητας χορήγησης αμνηστίας, που αποτελούν άσκηση κατ’ ουσίαν κυβερνητικής λειτουργίας.
ββ. Η άσκηση της νομοθετικής λειτουργίας.
Οι σημαντικότερες καινοτομίες στον ευρύτερο τομέα άσκησης της νομοθετικής λειτουργίας είναι οι ακόλουθες:
(α) Η οργάνωση της βουλής σε ολομέλεια και σε δύο τμήματα – εκτός από το τμήμα διακοπών – και ο καθορισμός των αντικειμένων που υπάγονται, λόγω της σπουδαιότητάς τους, στην ολομέλεια. Η σημαντική αυτή καινοτομία, δυστυχώς, εγκαταλείφθηκε στην πράξη, ενώ η αναθεώρηση του 2001 προχώρησε στη ριζοσπαστικότερη λύση της νομοθετικής αρμοδιότητας των διαρκών επιτροπών. Με τις νέες αυτές ρυθμίσεις, ο συντακτικός νομοθέτης του 1975 είχε καταστήσει την άσκηση της νομοθετικής λειτουργίας διαρκή και ευχερή.
(β) Η ενίσχυση της θέσης του προέδρου της βουλής και της αυτονομίας της βουλής. Οι διατάξεις που ορίζουν τις αρμοδιότητες και την πειθαρχική εξουσία του προέδρου του σώματος ενίσχυσαν σημαντικά το κύρος και τη θέση του. Οι ρυθμίσεις δε για το περιεχόμενο του κανονισμού της βουλής ενισχύουν σημαντικά την αυτονομία του αντιπροσωπευτικού σώματος.
(γ) Βελτίωση στην άσκηση της νομοθετικής λειτουργίας επέφεραν οι διατάξεις που περιέχουν τους όρους κατάθεσης σχεδίου ή πρότασης νόμου και των τροπολογιών.
(δ) Από την άποψη της αρχής του κράτους δικαίου, σημαντικοί είναι οι περιορισμοί της θέσπισης αναδρομικών νόμων και συγκεκριμένα: (i) ο φραγμός της συγκεκαλυμμένης θέσπισης αναδρομικών ρυθμίσεων με ψευδερμηνευτικούς νόμους (άρθρο 77 § 2) και (ii) η απαγόρευση θέσπισης αναδρομικών φορολογικών νόμων, με αναδρομική επιβολή φορολογικού βάρους πέρα από το προηγούμενο έτος.
(ε) Σημαντική καινοτομία αποτελούν οι διατάξεις που εισάγουν το θεσμό του διετούς προϋπολογισμού και το θεσμό του προγραμματισμού οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης, που αναφέραμε ήδη. Οι θεσμοί αυτοί, ωστόσο, ουδέποτε εφαρμόσθηκαν.
(στ) Ο συντακτικός νομοθέτης του 1975 εισήγαγε την αρμοδιότητα του προέδρου της δημοκρατίας να αναπέμπει το νομοσχέδιο που ψήφισε η βουλή, σε περίπτωση δε νέας επιψήφισής του με αυξημένη πλειοψηφία, η κύρωση, έκδοση και δημοσίευσή του ήταν υποχρεωτική για τον αρχηγό του κράτους. Την αρμοδιότητα αυτή της αναπομπής, που είχε πρότυπο αντίστοιχη του γαλλικού Συντάγματος, διατήρησε σε ισχύ ο αναθεωρητικός νομοθέτης του 1986, αφού, όμως, κατάργησε την αρμοδιότητα της κύρωσης των νόμων, η οποία της προσέδιδε ουσιαστική πρακτική σημασία.
(ζ) Η θέσπιση της αρμοδιότητας του προέδρου της δημοκρατίας να εκδίδει «εις εκτάκτους περιπτώσεις εξαιρετικώς επειγούσης και απροβλέπτου ανάγκης» πράξεις νομοθετικού περιεχομένου, μετά από πρόταση του υπουργικού συμβουλίου. Η αρμοδιότητα αυτή είναι τυπική για τον πρόεδρο της δημοκρατίας και αποφασιστική για την κυβέρνηση. Μέχρι σήμερα έχει γίνει κατάχρηση της δυνατότητας αυτής από τις κυβερνήσεις, χωρίς να συντρέχουν οι όροι του Συντάγματος.
(η) Η ρύθμιση, με σύγχρονη αντίληψη του αντικειμένου και με πλήρη εφαρμογή της αρχής της δημοκρατικής νομιμοποίησης, της άσκησης της κανονιστικής λειτουργίας από τα όργανα της εκτελεστικής εξουσίας. Με την πλήρη εξάρτηση της εν λόγω κανονιστικής λειτουργίας από τη νομοθετική εξουσιοδότηση, εξέλιπαν παλαιότερα κενά δημοκρατικής νομιμοποίησης της τόσο σημαντικής αρμοδιότητας αυτής.
γγ. Η άσκηση της εκτελεστικής λειτουργίας
Η εκτελεστική λειτουργία ασκείται σε τρία επίπεδα: στο επίπεδο αρχηγού του κράτους, ως αρχηγού της εκτελεστικής εξουσίας, στο επίπεδο της κυβέρνησης και στο επίπεδο της διοίκησης.
α1. Οι αρμοδιότητες του προέδρου της δημοκρατίας
Παρουσιάσαμε ήδη τις αρμοδιότητες του προέδρου της δημοκρατίας που ανήκουν στη λειτουργία του πολιτεύματος της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας και αφορούν τις σχέσεις του με τη βουλή και την κυβέρνηση. Οι εν λόγω αρμοδιότητες ανήκουν στον ευρύτερο χώρο της εκτελεστικής λειτουργίας, ως αρμοδιότητες άσκησης κατ’ ουσίαν κυβερνητικής (ή πολιτικής) λειτουργίας και αποτελούν τις αρμοδιότητες εκείνες αρχηγού εκτελεστικής εξουσίας που συνιστούν το ρόλο του ως «ρυθμιστή του πολιτεύματος».
Οι λοιπές αρμοδιότητες του προέδρου της δημοκρατίας είναι μεν νέες σε σχέση με τα Συντάγματα της βασιλευομένης δημοκρατίας, δεν αποτελούν, όμως, καινοτομία, δεδομένου ότι αποτελούν παραδοσιακές αρμοδιότητες αρχηγού κράτους.
β1. Η άσκηση της κυβερνητικής λειτουργίας
Σε σημαντικές τομές προέβη ο συντακτικός νομοθέτης του 1975 στον τομέα άσκησης της κυβερνητικής λειτουργίας. Αναφέρομε, συγκεκριμένα, τις ακόλουθες ρυθμίσεις:
(α) Ο καθορισμός της κυβερνητικής αρμοδιότητας του υπουργικού συμβουλίου και του πρωθυπουργού. Ακολουθώντας ο συντακτικός νομοθέτης τα ευρωπαϊκά πρότυπα, όρισε ότι την πολιτική της χώρας καθορίζει και κατευθύνει το υπουργικό συμβούλιο, εφαρμόζοντας έτσι το λεγόμενο «συλλογικό κριτήριο». Το περιεχόμενο της κυβερνητικής αρμοδιότητας του πρωθυπουργού ορίζεται ως η εξασφάλιση της ενότητας της κυβέρνησης και ως κατεύθυνση των ενεργειών της και των δημόσιων εν γένει υπηρεσιών για την εφαρμογή της κυβερνητικής πολιτικής. Την άσκηση και των δύο αρμοδιοτήτων θέτει εντός του πλαισίου του Συντάγματος και των νόμων. Πρέπει, βεβαίως, να σημειωθεί ότι την ανώτατη κυβερνητική πολιτική, την πολιτική της χώρας, καθορίζει, στη συνταγματική πραγματικότητα όλων των γνήσιων κοινοβουλευτικών δημοκρατιών, ο πρωθυπουργός, παρά την ευρύτατη θέσπιση του συλλογικού κριτηρίου.
(β) Συγκρότηση της κυβέρνησης. Στον τομέα οργανωτικής συγκρότησης της κυβέρνησης, το Σύνταγμα 1975 ρύθμισε για πρώτη φορά τον καθορισμό των αρμοδιοτήτων των υπουργών, υπουργών χωρίς χαρτοφυλάκιο και υφυπουργών, εισήγαγε τους θεσμούς των αντιπροέδρων της κυβέρνησης, των αναπληρωτών υπουργών και των χωρίς χαρτοφυλάκιο υπουργών, όρισε ως προσόν για το διορισμό υπουργού και υφυπουργού το ενεργητικό και παθητικό δικαίωμα εκλογής και θέσπισε το ασυμβίβαστο κάθε επαγγελματικής δραστηριότητας.
γ1. Η άσκηση της διοικητικής λειτουργίας
Στην οργάνωση της άσκησης της διοικητικής λειτουργίας, ο συντακτικός νομοθέτης του 1975 περιέλαβε τις ακόλουθες σημαντικές εκσυγχρονιστικές ρυθμίσεις:
(α) Όρισε τα κριτήρια της διοικητικής διαίρεσης της χώρας (άρθρο 101 § 2), καθώς και τα κριτήρια διάκρισης μεταξύ των αρμοδιοτήτων των κεντρικών και των περιφερειακών οργάνων. Παρά τη γενικότητά τους θα μπορούσε να οικοδομηθεί νομοθετικά και νομολογιακά σύστημα σωστής αποκέντρωσης με συγκεκριμενοποίηση των ορίων μεταξύ της κεντρικής και της περιφερειακής διοίκησης.
(β) Θέσπισε σαφείς ορισμούς του θεσμού της τοπικής αυτοδιοίκησης και εισήγαγε το θεσμό της τοπικής αυτοδιοίκηση δευτέρου βαθμού. Επιπλέον, θέσπισε την αρχή της διοικητικής αυτοτέλειας των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, περιόρισε την εποπτεία του κράτους, θέσπισε εγγυήσεις για την πειθαρχική δίωξη των αιρετών οργάνων και εγγυήθηκε την κρατική οικονομική μέριμνα και την εξασφάλιση πόρων. Βεβαίως, οι εγγυήσεις αυτές ελάχιστα έχουν εφαρμοσθεί μέχρι σήμερα.
δδ. Η άσκηση της δικαστικής λειτουργίας
Στο χώρο άσκησης της δικαστικής λειτουργίας, ο συντακτικός νομοθέτης του 1975 προέβη σε σημαντικές καινοτομίες, οι οποίες είτε ήσαν προϊόν ελληνικών εμπειριών του παρελθόντος, είτε είχαν πρότυπο μεταπολεμικές εξελίξεις στον τομέα απονομής της δικαιοσύνης. Οι καινοτομίες αυτές εξύψωσαν σημαντικά το κύρος της τρίτης εξουσίας, ενίσχυσαν την εμπιστοσύνη του λαού στην απονομή της δικαιοσύνης και διεύρυναν το σύστημα εγγυήσεων τόσο υπέρ της άσκησης της δικαστικής λειτουργίας, όσο και υπέρ των δικαστικών λειτουργών. Η θέσπιση της θεμελιώδους αρχής της παροχής δικαστικής προστασίας, που αναφέραμε ήδη, εξύψωσε σε μεγάλο βαθμό το κύρος της δικαιοσύνης.
Οι καινοτομίες στο χώρο της άσκησης της δικαστικής λειτουργίας μπορεί κανείς να κατατάξει σε τρεις ευρύτερες κατηγορίες: στην κατηγορία των θεμελιωδών αρχών απονομής της δικαιοσύνης, στην κατηγορία των ρυθμίσεων διάκρισης και άσκησης των δικαιοδοσιών και αρμοδιοτήτων και στην κατηγορία των εγγυήσεων υπέρ των δικαστικών λειτουργών. Με βάση αυτή τη διάκριση, οι σημαντικότερες καινοτομίες είναι οι ακόλουθες:
α1. Οι θεμελιώδεις αρχές απονομής της δικαισύνης
(α) Η ρητή θέσπιση της αρχής της λειτουργικής και της προσωπικής ανεξαρτησίας των δικαστών (άρθρο 87 § 1). Η σημασία της αρχής αυτής δεν έγκειται μόνο στην ηθική εξύψωση άσκησης του δικαστικού λειτουργήματος, αλλά, κυρίως, στην περιφρούρησή του από αθέμιτες επεμβάσεις.
(β) Η ρητή διακήρυξη της αρχής ότι οι δικαστές υπόκεινται μόνο στο Σύνταγμα και τους νόμους (άρθρο 87 § 2). Ιδιαίτερη σημασία έχει εδώ, όπως είδαμε σε άλλη θέση, η θέσπιση της δυνατότητας, που στην ουσία αποτελεί υποχρέωση, των δικαστών να μη συμμορφώνονται σε νόμους που καταλύουν το Σύνταγμα.
(γ) Η ρητή διακήρυξη της αρχής της υποχρέωσης συμμόρφωσης της διοίκησης προς τις ακυρωτικές αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας (άρθρο 95 § 5). Η αρχή αυτή ισχύει, βεβαίως, για όλες τις δικαστικές αποφάσεις, γι’ αυτό και διευρύνθηκε στη σωστή έκταση με την τελευταία αναθεώρηση του 2001. Ωστόσο, η θέσπισή της, προϊόν κακής εμπειρίας μη συμμόρφωσης, αποτελούσε σημαντική συμβολή στην πραγμάτωση της αρχής του κράτους δικαίου, από την οποία και απορρέει.
(δ) Η θέσπιση της υποχρέωσης των δικαστηρίων να μην εφαρμόζουν νόμο, το περιεχόμενο του οποίου αντίκειται στο Σύνταγμα (άρθρο 93 § 4). Η διάταξη αυτή ενέχει την αρχή του ελέγχου της συνταγματικότητας του νόμου από όλα τα δικαστήρια (σύστημα «διάχυτου ελέγχου συνταγματικότητας των νόμων»), έχει δε ιδιαίτερη σημασία το ότι η δικαιοδοσία αυτή θεσπίζεται ως «υποχρέωση» μη εφαρμογής αντισυνταγματικού νόμου, που καθιστά υποχρεωτικό για το δικαστή τον έλεγχο συνταγματικότητας του νόμου πριν από την εφαρμογή του.
(ε) Η θέσπιση της εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και η καταχώρηση της γνώμης της μειοψηφίας (άρθρο 93 § 3). Η παλαιά αρχή της ειδικής αιτιολογίας των δικαστικών αποφάσεων συμπληρώθηκε με την πρόσθετη επιταγή της «εμπεριστατωμένης» αιτιολογίας. Η προσθήκη αυτή, προϊόν μακράς εμπειρίας ισχνής, συνήθως, αιτιολογίας των δικαστικών αποφάσεων, δεν είχε, δυστυχώς, την αναμενόμενη αποτελεσματικότητα.
Σημαντική καινοτομία του Συντάγματος 1975 ήταν η θέσπιση της υποχρεωτικής καταχώρισης της γνώμης της μειοψηφίας στην αιτιολογία των δικαστικών αποφάσεων, η οποία εθεωρείτο, μέχρι τότε, άκρως απόρρητη. Η νέα αυτή συνταγματική επιταγή συνέβαλε ουσιαστικά στην πληρότητα της αιτιολογίας και στη διαφάνεια της δικαστικής κρίσης –στοιχεία που ενισχύουν σημαντικά τις αρχές της αμεροληψίας και της ανεξαρτησίας των δικαστών και εξυψώνουν το κύρος της δικαστικής εξουσίας.
β1. Οι ρυθμίσεις διάκρισης και άσκησης δικαιοδοσιών και αρμοδιοτήτων
Οι σημαντικότερες από τις ρυθμίσεις αυτές είναι οι ακόλουθες:
(α) Η πληρέστερη ρύθμιση της διάκρισης και της άσκησης των δικαιοδοσιών. Ο συντακτικός νομοθέτης του 1975, συμπληρώνοντας την ισχνή και πλήρη κενών ρύθμιση άσκησης της δικαστικής λειτουργίας, προέβη στη βασική τριαδική διάκριση των δικαιοδοσιών και στην αντίστοιχη των δικαστηρίων σε διοικητικά, πολιτικά και ποινικά (άρθρο 93 § 1) και καθόρισε το αντικείμενό τους (άρθρα 94-97).
(β) Ο πλήρης καθορισμός των αρμοδιοτήτων του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Συμπληρώνοντας το παλαιό αυτό κενό, ο συντακτικός νομοθέτης οριοθέτησε με αυτό τον τρόπο τη δικαιοδοσία αυτή από εκείνη του Συμβουλίου της Επικρατείας και των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων.
(γ) Η ίδρυση του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου. Σημαντική καινοτομία του συντακτικού νομοθέτη του 1975 στο χώρο της δικαιοσύνης ήταν η ίδρυση του ανώτατου αυτού δικαστηρίου, στο οποίο ανέθεσε τις εξής αρμοδιότητας: (i) τον έλεγχο διεξαγωγής των βουλευτικών εκλογών και του κύρους του δημοψηφίσματος, καθώς και τον έλεγχο των λόγων έκπτωσης βουλευτή και ύπαρξης ασυμβιβάστου, (ii) την άρση των συγκρούσεων μεταξύ δικαστηρίων και διοικητικών αρχών ή δικαστηρίων διαφορετικών δικαιοδοσιών, (iii) την άρση της αμφισβήτησης ως προς τη συνταγματικότητα ή την έννοια διατάξεων νόμου μεταξύ των τριών ανώτατων δικαστηρίων, του Συμβουλίου της Επικρατείς,, του Αρείου Πάγου και του Ελεγκτικού Συνεδρίου και (iv) την άρση της αμφισβήτησης για το χαρακτηρισμό κανόνων του διεθνούς δικαίου ως γενικώς παραδεδεγμένων. Με τη θέσπιση του ανώτατου αυτού δικαστηρίου έγινε ένα μικρό βήμα προς την κατεύθυνση της συνταγματικής δικαιοδοσίας. Ως βήμα ήταν σημαντικό. Ο περιορισμός, όμως, της συνταγματικής αυτής δικαιοδοσίας σε αμφισβήτηση μεταξύ των τριών ανώτατων δικαστηρίων μειώνει στα όρια της εκμηδένισης την πρακτική της σημασία.
γ1. Οι εγγυήσεις υπέρ των δικαστικών λειτουργών και δικαστικών υπαλλήλων
(α) Οι νέες εγγυήσεις της υπηρεσιακής κατάστασης των δικαστών. Το Σύνταγμα 1975 περιέλαβε σειρά σημαντικών συμπληρωματικών εγγυήσεων της υπηρεσιακής κατάστασης και εξέλιξης των δικαστικών λειτουργών και των δικαστικών υπαλλήλων που ενίσχυσαν την ανεξαρτησία τους.
(β) Οι νέες εγγυήσεις για την άσκηση πειθαρχικής εξουσίας στους δικαστικούς λειτουργούς. Οι εγγυήσεις αυτές ενίσχυσαν, επίσης, σημαντικά την αρχή της ανεξαρτησίας των δικαστικών λειτουργών.
(γ) Οι εγγυήσεις των δικαστικών υπαλλήλων, των συμβολαιογράφων, των φυλάκων υποθηκών και μεταγραφών και των διευθυντών των κτηματολογικών γραφείων. Οι εγγυήσεις αυτές, από υποτυπώδεις στο Σύνταγμα 1952, διευρύνθηκαν σημαντικά. Η εν λόγω διεύρυνση, όπως είναι φανερό, συνέβαλε στη λειτουργική ανεξαρτησία του όλου χώρου άσκησης της δικαστικής λειτουργίας.
(δ) Η θέσπιση ασυμβιβάστων του δικαστικού λειτουργήματος. Και η θέσπιση νέων ασυμβιβάστων ενίσχυσε σημαντικά την ανεξαρτησία των δικαστών.
(ε) Η θέσπιση του δικαιώματος της σύστασης ένωσης δικαστικών λειτουργών. Το δικαίωμα αυτό, αυτονόητο σήμερα, τότε αποτελούσε σημαντική καινοτομία, η οποία, αναμφίβολα, συνέβαλε και συμβάλλει στην προαγωγή του δικαστικού λειτουργήματος.
ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Σκοπός του κειμένου που προηγείται ήταν να σκιαγραφήσει, όσο είναι δυνατό σαφέστερα, τη συνταγματική μεταβολή του 1974-1975, αναδεικνύοντας τα βασικά στοιχεία που τη συγκρότησαν και τη σημασία τους για τη διάπλαση της ιστορικής πραγματικότητας που ακολούθησε. Τη συνταγματική μεταβολή του 1974-1975 δε συνιστά ούτε η μετάβαση στη δημοκρατία μόνη της, ούτε το νέο Σύνταγμα μόνο του. Η μετάβαση από το δικτατορικό καθεστώς στη δημοκρατία χωρίς το Σύνταγμα που ακολούθησε θα ήταν, ίσως, μια πύρρειος νίκη των δημοκρατικών δυνάμεων χωρίς συνέχεια ή μια χωρίς δημοκρατικό βάθος και θεσμικό βάθρο μεταβολή προς μιας άλλης μορφής αυταρχισμό και υποδούλωση. Αλλά και το νέο Σύνταγμα χωρίς ουσιαστική μετάβαση στη δημοκρατία είτε θα ήταν ένα κατασκεύασμα με πολλά αυταρχικά στοιχεία, όπως εκείνα της δικτατορίας, είτε θα κατέληγε, αν ήταν δημοκρατικό, σε ένα εικονικό σύνταγμα, αφού θα έλλειπε η δημοκρατική πολιτική πραγματικότητα. Συστατικά στοιχεία, συνεπώς, της συνταγματικής μεταβολής του 1974 είναι το ιστορικό γεγονός της ειρηνικής και πραγματικής μετάβασης από τη δικτατορία στη δημοκρατία και οι συνταγματικές βάσεις της τελευταίας που θέσπισε ο συντακτικός νομοθέτης του 1975.
Ο σκοπός της εργασίας αυτής έθεσε στο συγγραφέα τρεις όρους: πρώτον, να μην επεκταθεί η παρουσίαση της συνταγματικής μεταβολής σε μια επιστημονικής βάσης, με τη μορφή της νομικής θεμελίωσης ή πολιτικής ανάλυσης, κριτική θεώρηση· δεύτερον, να αντιμετωπίσει, σεβόμενος τη θέληση της πλειοψηφίας του ελληνικού λαού εκείνης της ιστορικής στιγμής, τη συνταγματική μεταβολή από μια όσο γίνεται ιδεολογικά και πολιτικά πιο ουδέτερη θέση· τρίτον, ο λόγος γραφής να είναι περισσότερο πολιτικός παρά νομικός, περισσότερο επικοινωνιακά απλός παρά επιστημονικός.
Η παρουσίαση του συντακτικού έργου του 1975 δε γίνεται, βεβαίως, χωρίς οποιαδήποτε κριτική. Απλώς, ο συγγραφέας περιορίζεται σε μια κριτική αναφορά ορισμένων σημείων του συντακτικού έργου, ως προϊόντος μιας δεδομένης ιστορικής στιγμής και όχι ως συστήματος νομικών κανόνων από τη σκοπιά του νομικού της θεωρίας ή της πράξης.
Η παρουσίαση της συνταγματικής μεταβολής του 1974-1975 γίνεται από τη θέση ενός χρονικού ορόσημου, του ορόσημου των τριάντα ετών ισχύος και εφαρμογής του Συντάγματος 1975. Η χρονική αυτή διάσταση εμπλουτίζει, αναμφίβολα, τη θεώρηση της συνταγματικής μεταβολής με τα κριτήρια της πολιτικής και συνταγματικής πραγματικότητας που ακολούθησε και της μέχρι σήμερα εξέλιξής της. Η πραγματικότητα αυτή αποτελεί, βεβαίως, αντικείμενο ειδικής μελέτης. Γενικά, όμως, μπορεί να συναγάγει κανείς ότι αυτή, οπωσδήποτε, επιβεβαιώνει την ουσιαστική, την ιστορική και την ιδεολογικοπολιτική αντοχή της συνταγματικής μεταβολής του 1974-1975.
Το Σύνταγμα 1975, κατά τη διάρκεια των τριάντα ετών ισχύος του, δεν έμεινε ένα εικονικό σύνταγμα. Ούτε η εφαρμογή των επιμέρους διατάξεων παρουσιάζει σημαντικά κενά, που να επιτρέπουν να υποστηρίξει κανείς έλλειψη ρεαλισμού και διορατικότητας στη συντακτική πολιτική του 1975. Υπάρχουν, ασφαλώς, διατάξεις που δεν έχουν εφαρμοστεί, είναι, όμως κάτω του συνήθους ορίου εφαρμογής του συντάγματος σε μια ευρωπαϊκή χώρα. Αντίθετα, πάνω στο Σύνταγμα 1975 οικοδομήθηκε μια πλούσια πρακτική εφαρμογής των αρχών και κανόνων του τόσο στο πεδίο λειτουργίας του πολιτεύματος, όσο και στο πεδίο άσκησης των λειτουργιών του κράτους. Πλούσια είναι, επίσης, η νομολογιακή πρακτική εφαρμογής του Συντάγματος, παρά το γεγονός ότι, λόγω έλλειψης ειδικής συνταγματικής δικαιοδοσίας, είναι σποραδική και, κατά βάση, ασπόνδυλη. Πρέπει, τέλος, να επισημανθεί ότι, στη βάση του Συντάγματος του 1975, έχει οικοδομηθεί μια πλουσιότατη συνταγματική βιβλιογραφία και διδασκαλία. Γενικά, πρέπει να παρατηρηθεί ότι κανένα άλλο Σύνταγμα της συνταγματικής μας ιστορίας δεν έχει εφαρμοστεί στην έκταση που τυπικά και ουσιαστικά έχει εφαρμοστεί το ισχύον.
Οι δύο αναθεωρήσεις δε μεταβάλλουν τις παραπάνω κρίσεις. Η αναθεώρηση του 1986 ήταν, αναμφίβολα, μια βαθιά τομή στο σύστημα συνταγματικών ρυθμίσεων της λειτουργίας του πολιτεύματος. Ωστόσο, περιοριζόμενη σε ορισμένη κατηγορία ρυθμίσεων, δεν έθιξε ούτε μπορούσε να θίξει τις σταθερές βάσεις και την ισχυρή δόμηση της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας που είχε δημιουργήσει ο συντακτικός νομοθέτης του 1975. Ενίσχυσε, όμως, το αδιατάρακτο της λειτουργίας της.
Όσον αφορά τη δεύτερη αναθεώρηση, την αναθεώρηση του 2001, παρατηρεί κανείς ότι ήταν κυρίως συμπληρωματική και εκσυγχρονιστική και όχι διορθωτική του έργου του συντακτικού νομοθέτη του 1975. Το περιεχόμενό της προκλήθηκε, κατά βάση, από την ανάγκη συνταγματικής αντιμετώπισης των προβλημάτων που δημιούργησε η εξέλιξη των κοινωνικών, πολιτικών και πολιτειακών πραγμάτων στην Ευρώπη και όχι από εγγενείς αδυναμίες του Συντάγματος του 1975 που δημιούργησαν προβλήματα στην πολιτική, στη δικαστική και στη διοικητική πράξη κατά τη διάρκεια της τριακονταετούς ισχύος του.
Η πλήρης εφαρμογή του Συντάγματος 1975 και η βελτίωση και ο εκσυγχρονισμός των ρυθμίσεών του με τις δυο αναθεωρήσεις που είχε μέχρι σήμερα προδιαγράφουν, νομίζω, την προοπτική της πορείας του στο μέλλον.
Πειραιάς, 16 Νοεμβρίου 2004
Α. Ενδεικτική βιβλιογραφία για το αντικείμενο: Μετάβαση στη δημοκρατία
G. Kaminis, La transition constitutionnelle en Grèce et en Espagne, στησειρά: G. Burdeau/J. Robert, Bibliothèque Cinstitutinnelle et de Science Politique, Tome 76, Paris 1973, Γ. Κασιματησ, Έξι δημοσιεύματα που αφορούν ζητήματα της μετάβασης στη δημοκρατία, αναδημοσιευμένα στο συλλεκτικό τόμο του σ. ΜΕΛΕΤΕΣ Ι 1975-1995, σελ. 51-182, Εκδόσεις Αντ. Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή 1996, K. Mavrias, -Transition démocratique et changement constitutionnel en Europe du Sud – Espagne-Grèce-Portugal, Athènes, 1997, (Bibliothèque de Droit Constitutionnel – Schriftenreihe zum Verfassungsrecht – Series on Constitutional Law), Κ. Μαυριασ, Η μετάβαση στη Δημοκρατία ως Δημοκρατικό Κεκτημένο στα κείμενα για τη θέσπιση Συντάγματος της Ευρώπης, Σύνταγμα – Ελληνική Πολιτεία – Ευρωπαϊκή Συμπολιτεία, Αφιέρωμα στον Δημήτρη Θ. Τσάτσο, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα – Κομοτηνή 2004, σελ. 561 επ.
Β. Ενδεικτική βιβλιογραφία με αντικείμενο το Σύνταγμα 1975
[Περιλαμβάνει συγγράμματα των ετών 1975-1985 (πριν από την α΄ ανθεώρηση) με βάση το Σύνταγμα 1975 και μελέτες συνταγματικής ιστορίας που αναφέρονται σ’ αυτό]
Γ. Βλάχος, Το Σύνταγμα της Ελλάδος. Επίμετρο στο Σύνταγμα της Ελλάδος των Αλ. Σβωλου-Γ. Βλαχου, 1979, Γ. Δασκαλακης, Μαθήματα Συνταγματικού Δικαίου, τ. Α΄, Αθήνα, 1974, Αθ. Δερβέναγας, Σύγχρονοι προβληματισμοί στο Σύνταγμα, Αθήνα 1981, Ν. Καλτσογια-Τουρναβιτη, Προβληματική της σύγχρονης ελληνικής συνταγματικής ιστορίας, Αθήνα, 1981, Ν. Καλτσογια-Τουρναβιτη, Το Σύνταγμα του 1975/1986/2001. Αντιστοιχίες – συγγένειες – αποκλίσεις από το Σύνταγμα του 1822 μέχρι το Σύνταγμα του 1975/1986, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή, 2002, Αθ. Κανελλοπουλος, Συνταγματικά Ανάλεκτα, Αθήνα, 1992, Γ. Κασιματης, Συνταγματικό Δίκαιο ΙΙ, Οι λειτουργίες του κράτους, τεύχ. α΄, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή, 1980, Γ. Κασιματησ, Το Σύνταγμα 1975/1986/2001. Ιστορικά Στοιχεια, Αρ. Μανεσης, Συνταγματικά Δικαιώματα, α΄ ατομικές ελευθερίες, πανεπιστημιακές παραδόσεις, γ΄έκδοση Εκδοτικός Οίκος Σάκκουλα, Θεσσαλονίκη, 1981, Αρ. Μανεσης, Συνταγματική θεωρία και πράξη, Σάκκουλας, Θεσσαλονίκη, 1980, Γ. Παπαδημητριου, Συνταγματικόν Δίκαιον, τόμ. Α΄. Εκλογικό Σώμα (όργανα του Κράτους), Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή, 1981, Π. Παραρας, Σύνταγμα 1975-Corpus, τ. I, άρθρα 1-50, Corpus II, άρθρα 51-80, 1985.
Επίσης: οι πρώτες εκδόσεις (1975-1985) των συγγραμμάτων Συνταγματικού Δικαίου: Κ. Γεωργόπουλου, Αθ. Ραϊκου και Δ. Τσάτσου.
Γ. Πρακτικά της Βουλής
Ι. Βουλή των Ελλήνων – Ε΄ Αναθεωρητική. Πρακτικά των συνεδριάσεων των υποεπιτροπών της επί του Συντάγματος 1975 Κοινοβουλευτικής Επιτροπής, Αθήναι, Ιούλιος 1975.
II. Βουλή των Ελλήνων – Ε΄ Αναθεωρητική. Επίσημα Πρακτικά της Ολομελείας της Επιτροπής του Συντάγματος 1975, Αθήναι 1975.
III. Βουλή των Ελλήνων – Ε’ Αναθεωρητική. Πρακτικά των συνεδριάσεων της Βουλής επί των συζητήσεων του Συντάγματος 1975, Αθήναι, 1975.
Βουλή των Ελλήνων – Ε’ Αναθεωρητική. Σύνταγμα 1975: Διάταξις κατ’ άρθρον επισήμων σχεδίων – τροπολογιών – ψηφισθέντος τελικού κειμένου, Αθήναι, 1976.


Η μελέτη έχει περιληφθεί στον τόμο «30 χρόνια από το Σύνταγμα του 1975. Τα Ελληνικά Συντάγματα από το Ρήγα έως σήμερα», Βουλή των Ελλήνων, 2004.
[1] Βλ. την αποκαλυπτική ανάλυση στο κλασικό έργο του μεγάλου σοσιαλιστή δημοσιολόγου του 19ου αιώνα Lorenz von Stein, 1η έκδοση 1849, ανατύπωση της έκδοσης του 1921, Darmstadt 1972, τομ. Ι, ιδίως σελ. 162 επ., 171 επ., 193 επ. Geschichte der sozialen Bewegung in Frankreich von 1789 bis auf unsere Tage,
[2] Η ιστορική προσπάθεια του Ρήγα να μεταφέρει στη χώρα μας προοδευτικές, ρουσωϊκής προέλευσης, δημοκρατικές ιδέες της Γαλλικής Επανάστασης με πρότυπο το ιακωβινικό Σύνταγμα του 1793 είχε την ίδια τύχη που είχαν και στη Γαλλία: δεν ακολουθήθηκαν στην πολιτική πράξη.
[3] Βλ. και σύγκρινε άρθρα 21-23 του ελληνικού Συντάγματος του 1927 με τα άρθρα 119-124 και 142-165 του Συντάγματος της Βαϊμάρης.
[4] Το ερώτημα σχετικά με την έλλειψη βαθύτερων κοινωνικών τομών στο Σύνταγμα του 1927 είχε θέσει με κριτικό πνεύμα και ο κλασικότερος και εγκυρότερος ερμηνευτής της Β΄ Δημοκρατίας, ο Αλέξανδρος Σβώλος, ο οποίος ήταν και ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους των προοδευτικών δυνάμεων της εποχής, στο κλασικό του έργο: Το Νέον Σύνταγμα και οι Βάσεις του Πολιτεύματος, Αθήναι 1928, σελ. 32 επ.
[5] Βλ. τη σκέψη αυτή της εποχής στο Σβώλο, στο ίδιο, Πρόλογος, σελ ζ΄ επ.
[6] Οι δύο πρώτοι, όπως είναι γνωστό, ήταν προϊόν των εμπειριών των εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας του φασισμού και του εθνικοσοσιαλισμού, ενώ στην ανάπτυξη των δύο τελευταίων συνέβαλαν καθοριστικά η εξάπλωση των σοσιαλιστικών πολιτικών ιδεών στη Δύση και η απειλή του υπαρκτού σοσιαλισμού κατά την περίοδο του «ψυχρού πολέμου».
[7] Η πρώτη οργάνωση κοινωνικής έρευνας στη χώρα μας ήταν αυτή που ξεκίνησε με ιδιωτική πρωτοβουλία και χρηματοδότηση, σε κλίμα μάλλον δυσμένειας παρά στήριξης, η ίδρυση του Κέντρου Κοινωνικών Επιστημών –το μετέπειτα, κρατικό πια, Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών- όπου είχαν βρει στέγη οι λίγοι τότε, αλλά γεμάτοι δίψα για ερευνητικό έργο, νέοι επιστήμονες κοινωνικών επιστημών – χωρίς να παραγνωρίζεται, βεβαίως, η μεγάλη συμβολή της, κατά βάση, πολιτικής ένωσης «Κοινωνιολογική Εταιρεία», που ιδρύθηκε το 1908, και της έκδοσης από αυτήν του περιοδικού «Επιθεώρησις των Κοινωνικών και των Νομικών Επιστημών».
[8] Ό.π. , σελ. 34.

Παρατηρήσεις ως προς τη νομική φύση και τις έννομες συνέπειες του «Μνημονίου»

Προκόπης Παυλόπουλος, Βουλευτής, Καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών

Παρατηρήσεις ως προς τη νομική φύση και τις έννομες συνέπειες του «Μνημονίου»
Με το ν. 3845/2010 θεσπίσθηκαν, στο πεδίο της έννομης τάξης μας, κανόνες που αφορούν, τουλάχιστον κατά τον τίτλο τους, μέτρα για την εφαρμογή των Μνημονίων στήριξης της ελληνικής οικονομίας από τα κράτη-μέλη της ευρωζώνης, την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Πρόκειται για το νόμο που καθιέρωσε θεσμικώς το κοινώς λεγόμενο «Μνημόνιο»([1]). Ακόμη και απλή ανάλυση του νόμου αυτού, από εκείνους που έχουν στοιχειώδη εξοικείωση με το αντικείμενό του, αρκεί για να καταδείξει πως πρόκειται για ένα καινοφανές κανονιστικό υβρίδιο, το οποίο υπερβαίνει, κατά πολύ, τα όρια του συνταγματικού μας οικοδομήματος([2]). Και τούτο διότι, όπως είναι προφανές, ο συντακτικός νομοθέτης του 1975 –αλλά και ο αναθεωρητικός στη συνέχεια– δεν ήταν δυνατό να διανοηθούν, σεβόμενοι την αυτονόητη για το επίπεδο της σύγχρονης Δημοκρατίας μας προοπτική, τη «σπορά» κανόνων δικαίου αυτής της μορφής και αυτού του περιεχομένου στην έννομη τάξη μας([3]). Προς τεκμηρίωση της ως άνω διαπίστωσης θεωρώ απαραίτητο να προηγηθεί των, καθαρώς νομικών, συλλογισμών μια σύντομη περιγραφή των πραγματικών δεδομένων του ν. 3845/2010.
Ι. Η δομή του ν. 3845/2010([4]).
Ο ν. 3845/2010 συντίθεται από επτά άρθρα([5]).
Α. Το άρθρο Πρώτο αφορά την σταδιακή εκτέλεση του «σχεδίου προγράμματος», το οποίο συνιστά συνημμένο παράρτημα του νόμου. Το «σχέδιο προγράμματος» περιλαμβάνει δύο Μνημόνια: Πρώτον, το Μνημόνιο «Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής». Και, δεύτερον, το Μνημόνιο «Συνεννόησης στις συγκεκριμένες προϋποθέσεις Οικονομικής Πολιτικής»([6]). Η ως άνω εκτέλεση συντελείται μέσω της εξουσιοδότησης, την οποία παρέχει το άρθρο Πρώτο, στον Υπουργό Οικονομικών να υπογράφει, ως εκπρόσωπος του Ελληνικού Δημοσίου, κάθε μνημόνιο συνεργασίας, συμφωνία ή σύμβαση δανεισμού –διμερή ή πολυμερή– με την Ευρωπαϊκή Ένωση, τα κράτη-μέλη της Ευρωζώνης, την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο.
Β. Το άρθρο Δεύτερο οριοθετεί ευρεία εξουσιοδότηση για την έκδοση κανονιστικών διοικητικών πράξεων προς τις εξής, κυρίως, κατευθύνσεις:
1. Πρώτον, θεσπίζονται εξουσιοδοτήσεις([7]) για την έκδοση προεδρικών διαταγμάτων ως προς τη ρύθμιση θεμάτων, τα οποία καθορίζονται σε γενικό πλαίσιο. Κατά τούτο οι συγκεκριμένες διατάξεις φαίνεται να καθιστούν το ν. 3845/2010 και «νόμο πλαίσιο», με την έννοια του άρθρου 43 παρ. 4 του Συντάγματος. Είναι χαρακτηριστικό, επίσης, ότι οι ίδιες διατάξεις του Δεύτερου άρθρου παρέχουν τη δυνατότητα εξουσιοδότησης([8]) για την έκδοση άλλων κανονιστικών πράξεων –και, συγκεκριμένα, υπουργικών αποφάσεων– που αφορούν τη ρύθμιση θεμάτων τεχνικού ή λεπτομερειακού χαρακτήρα, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 43 παρ. 2 εδ. β΄του Συντάγματος.
2. Δεύτερον, προβλέπεται ευθέως εξουσιοδότηση προς τους Υπουργούς Οικονομικών και Εσωτερικών, Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης –ήτοι, και πάλι, εξουσιοδότηση κατ’ άρθρο 43 παρ. 2 εδ. β΄ του Συντάγματος– προκειμένου, με κοινή απόφασή τους, αφενός να προβούν σε «απογραφή του πάσης φύσεως προσωπικού στο Δημόσιο και τα ΝΠΔΔ». Και, αφετέρου, να συσταθεί στο Γενικό Λογιστήριο του Κράτους οργανική μονάδα με τίτλο «Ενιαία Αρχή Πληρωμής», η οποία, μέσω τραπεζικού λογαριασμού, θα καταβάλει εφεξής τις κάθε είδους αποδοχές, αποζημιώσεις και εν γένει αμοιβές στο προσωπικό του δημοσίου και των ν.π.δ.δ.
3. Τρίτον, προβλέπεται, επίσης ευθέως, εξουσιοδότηση από τη μια πλευρά προς τους Υπουργούς Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης([9]) ώστε, με κοινή απόφασή τους, να ρυθμίζονται θέματα δανείων που έχουν συναφθεί με τον Οργανισμό Εργατικής Κατοικίας. Και, από την άλλη, προς μόνο τον Υπουργό Οικονομικών([10]) ώστε, με απόφασή του, να ρυθμίζονται θέματα δανείων που έχουν συναφθεί με το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων.
Γ. Το άρθρο Τρίτο περιλαμβάνει διατάξεις με τις οποίες, μεταξύ άλλων:
1. Πρώτον, μειώνονται αποδοχές και επιδόματα των κάθε είδους εργαζομένων στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, κατά παρέκκλιση όχι μόνον από τις κείμενες διατάξεις, αλλ’ ακόμη και από ρήτρες ή όρους συλλογικών συμβάσεων εργασίας, διαιτητικών αποφάσεων και ατομικών συμβάσεων ή συμφωνιών([11]).
2. Δεύτερον, μειώνονται, κατ’ αποτέλεσμα, τα επιδόματα Χριστουγέννων και Πάσχα των εργαζομένων στο δημόσιο τομέα και των συνταξιούχων όλων των φορέων κύριας ασφάλισης, ενώ παράλληλα προβλέπεται η αναστολή καταβολής της δεύτερης δόσης της οικονομικής ενίσχυσης, κατ’ άρθρο 1 του ν. 3808/2009([12]).
Δ. Το άρθρο τέταρτο:
1. Πρώτον, τροποποιεί, αντιστοίχως,([13]) σημαντικές ρυθμίσεις του Κώδικα Φόρων Προστιθέμενης Αξίας([14]) και του Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα([15]).
2. Δεύτερον, αφενός επιβάλλει([16]) φόρο εφάπαξ επί των αποθεμάτων πετρελαίου εσωτερικής καύσης-θέρμανσης που ανήκουν σ’ επιτηδευματίες – διακινητές πετρελαίου θέρμανσης. Και, αφετέρου, τροποποιεί τα κλιμάκια και αναπροσαρμόζει τους ανά κλιμάκιο συντελεστές του φόρου πολυτελείας ως προς τα επιβατικά αυτοκίνητα([17]). Τέλος, καθιερώνει([18]) διπλασιασμό([19]) του ποσού των εγγυήσεων του Ελληνικού Δημοσίου προς πιστωτικά ιδρύματα([20]).
Ε. Το άρθρο Πέμπτο θεσμοθετεί:
1. Πρώτον([21]) έκτακτη εισφορά([22]) επί του συνολικού καθαρού εισοδήματος ορισμένων νομικών προσώπων([23]).
2. Δεύτερον([24]), ειδικό φόρο([25]) επί της αξίας των διαφημίσεων που προβάλλονται από τα τηλεοπτικά μέσα ενημέρωσης.
ΣΤ. Το άρθρο Έκτο([26]) καταστρώνει, κυρίως, εξουσιοδότηση για την έκδοση προεδρικού διατάγματος, ύστερα από πρόταση του Υπουργού Οικονομικών, με αντικείμενο την αναδιοργάνωση υπηρεσιών –κεντρικών και περιφερειακών– του Υπουργείου Οικονομικών.
Ζ. Τέλος, το άρθρο Έβδομο ρυθμίζει τα της έναρξης ισχύος των διατάξεων του ν. 3845/2010.
ΙΙ. Οι συνταγματικές επιπτώσεις του ν. 3845/2010.
Υπό τ’ ανωτέρω πραγματικά και νομικά δεδομένα οι συνταγματικές επιπτώσεις του ν. 3845/2010 επικεντρώνονται τόσο στην εν γένει φύση του νόμου αυτού όσο και στη συμφωνία ή αντίθεση επιμέρους διατάξεών του με τις αντίστοιχες διατάξεις αφενός, του Συντάγματος. Και, αφετέρου, του ευρωπαϊκού κοινοτικού κεκτημένου και των ρυθμίσεων εκείνων της διεθνούς έννομης τάξης, οι οποίες έχουν, στο μεταξύ, καταστεί μέρος της ελληνικής έννομης τάξης([27]).
Α. Η νομική φύση του ν. 3845/2010.
Ενόψει και των νομικών αλλά και πολιτικών προβληματισμών που διατυπώθηκαν, τόσο προγενεστέρως όσο και μετά την ψήφιση του ν. 3845/2010, πριν από κάθε άλλη ανάπτυξη ως προς τις συνταγματικές του επιπτώσεις είναι αναγκαίο να διευκρινισθεί η θεσμική του φυσιογνωμία([28]) σε σχέση ιδίως με την κοινοβουλευτική διαδικασία θέσπισής του.
1. Το ενδεχόμενο εφαρμογής του άρθρου 28 του Συντάγματος.
Συγκεκριμένα, τίθεται το ζήτημα αν ο ν. 3845/2010, με βάση τις επιμέρους διατάξεις του, έπρεπε να θεωρηθεί νομικώς –και, άρα, να ψηφισθεί– λαμβανομένων υπόψη των ρυθμίσεων του άρθρου 28 του Συντάγματος. Και μάλιστα –φυσικά με ξεχωριστή συλλογιστική για καθεμιά– υπό το φως και των τριών παραγράφων του άρθρου αυτού.
α. Οι διατάξεις του άρθρου 28 παρ. 1 του Συντάγματος.
Ο ν. 3845/2010 προφανώς δεν υπάγεται στο πλαίσιο των διατάξεων του άρθρου 28 παρ. 1 του Συντάγματος. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, «οι γενικά παραδεγμένοι κανόνες του διεθνούς δικαίου, καθώς και οι διεθνείς συμβάσεις, από την επικύρωσή τους με νόμο και τη θέση τους σε ισχύ σύμφωνα με τους όρους καθεμιάς, αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του εσωτερικού ελληνικού δικαίου και υπερισχύουν από κάθε άλλη αντίθετη διάταξη νόμου. Η εφαρμογή των κανόνων του διεθνούς δικαίου και των διεθνών συμβάσεων στους αλλοδαπούς τελεί πάντοτε υπό τον όρο της αμοιβαιότητας». Από το ίδιο το κείμενο του ν. 3845/2010 συνάγεται αβιάστως ότι δεν υφίσταται, υφ’ οιανδήποτε νομική έννοια, διεθνής σύμβαση η οποία να επικυρώθηκε με τις διατάξεις του. Ούτε, βεβαίως, είναι δυνατό να υποστηριχθεί με σοβαρά επιχειρήματα ότι η δήλωση του Eurogroup της 11.4.2010 και τα δύο Μνημόνια, τα οποία συνθέτουν το «σχέδιο προγράμματος»([29]) και τα οποία προσαρτώνται ως παρατήματα στο ν. 3845/2010, μπορούν, καθ’ οιονδήποτε τρόπο, να εκληφθούν ως «διεθνής σύμβαση». Υπό τα δεδομένα αυτά –και συνακόλουθα– ο ν. 3845/2010 δεν έχει υπέρτερη τυπική ισχύ σε σχέση με τους κοινούς τυπικούς νόμους. Τούτο σημαίνει, περαιτέρω, ότι μπορεί ανά πάσα στιγμή να τροποποιηθεί στο μέλλον. Είναι όμως εντελώς διαφορετικό το ζήτημα των επιμέρους δανειακών συμβάσεων, οι οποίες συνάπτονται σ’ εκτέλεση του ως άνω νόμου και του «σχεδίου προγράμματος». Αυτές σαφώς συνιστούν διεθνείς συμβάσεις, και μάλιστα κατά την έννοια του άρθρου 36 παρ. 2 του Συντάγματος, όπως εκτίθεται και στη συνέχεια([30]).
β. Οι διατάξεις του άρθρου 28 παρ. 2 του Συντάγματος.
Ο ν. 3845/2010 δεν υπάγεται ούτε στο πλαίσιο των διατάξεων του άρθρου 28 παρ. 2 του Συντάγματος([31]). Γι’ αυτό, άλλωστε, κατά την ψήφισή του δεν απαιτήθηκε η ειδική πλειοψηφία, την οποία οι προμνημονευόμενες διατάξεις προβλέπουν. Κατά τις διατάξεις αυτές, «για να εξυπηρετηθεί σπουδαίο εθνικό συμφέρον και να προαχθεί η συνεργασία με άλλα κράτη, μπορεί να αναγνωρισθούν, με συνθήκη ή συμφωνία, σε όργανα διεθνών οργανισμών αρμοδιότητες που προβλέπονται από το Σύνταγμα. Για την ψήφιση νόμου που κυρώνει αυτή τη συνθήκη ή συμφωνία απαιτείται πλειοψηφία των τριών πέμπτων του όλου αριθμού των βουλευτών». Όπως είναι προφανές οι διατάξεις του ν. 3845/2010 δεν αναγνωρίζουν σε όργανα διεθνών οργανισμών αρμοδιότητες που προβλέπονται από το Σύνταγμα. Ορθώς δε παρατηρείται([32]) ότι «Η ελληνική Δημοκρατία, όχι μόνο ζήτησε τη «στήριξη» και προσχώρησε οικειοθελώς στα μνημόνια, αλλά και δεν κωλύεται νομικά να υπαναχωρήσει κατά την εφαρμογή τους, με μόνη νομική συνέπεια την απώλεια των πέραν του χρονικού σημείου της υπαναχώρησης πιστώσεων, χωρίς καν να καθίστανται άμεσα απαιτητές οι πιστώσεις που ήδη παρασχέθηκαν. Αυτές θα αποπληρωθούν στον προβλεπόμενο χρόνο. Εξάλλου, οι απαιτούμενες για την εφαρμογή των Μνημονίων νομοθετικές ρυθμίσεις, νομοθετικές πράξεις κλπ., εκδίδονται από τα ελληνικά κρατικά όργανα και συνεπώς ούτε αναγνώριση αρμοδιοτήτων σε όργανα διεθνών οργανισμών μπορεί, κατά τη γνώμη μου, να υποστηριχθεί ότι έχουμε κατά την έννοια του άρθρου 28 παρ. 2 του Συντάγματος». Οιαδήποτε άλλη ερμηνεία των διατάξεων του ν. 3845/2010 εκτός από εσφαλμένη θα ήταν και εθνικώς επώδυνη, αφού θα οδηγούσε, κατ’ αποτέλεσμα, και στο συμπέρασμα ότι σημαντικότατες αρμοδιότητες ως προς την οικονομική και κοινωνική πολιτική δεν ασκούνται πλέον από όργανα του Ελληνικού Κράτους και ότι –και κυρίως– η υπαναχώρηση από το καθεστώς του μηχανισμού στήριξης δεν μπορεί να γίνει μονομερώς από την Ελληνική Κυβέρνηση. Πρέπει, βεβαίως, να επισημανθεί εδώ ότι η εφαρμογή στην πράξη του όλου καθεστώτος του μηχανισμού στήριξης και, κυρίως, των δύο Μνημονίων επιφέρει, defacto, περιορισμούς στη χάραξη της οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής από τα αρμόδια όργανα του Ελληνικού Κράτους. Τούτο, όμως, ουδόλως ισοδυναμεί με dejure αναγνώριση αρμοδιοτήτων, που προβλέπονται από το Σύνταγμα, σε αλλοδαπό όργανο. Απλώς συνιστά πολιτική επίπτωση –και μάλιστα βαρύτατη από πλευράς συνεπειών για το κοινωνικό σύνολο και την οικονομία– την οποία όμως επωμίζεται, επίσης πολιτικώς και μάλιστα εξ’ ολοκλήρου, η Κυβέρνηση η οποία προέβη οικειοθελώς στην επιλογή υπαγωγής της Χώρας στο μηχανισμό στήριξης.
γ. Οι διατάξεις του άρθρου 28 παρ. 3 του Συντάγματος.
Τέλος, afortiori ο ν. 3845/2010 δεν υπάγεται στο πλαίσιο των διατάξεων του άρθρου 28 παρ. 3 του Συντάγματος([33]), σύμφωνα με τις οποίες «η Ελλάδα προβαίνει ελεύθερα, με νόμο που ψηφίζεται από την απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών, σε περιορισμούς ως προς την άσκηση της εθνικής κυριαρχίας της, εφόσον αυτό υπαγορεύεται από σπουδαίο εθνικό συμφέρον, δεν θίγει τα δικαιώματα του ανθρώπου και τις βάσεις του δημοκρατικού πολιτεύματος και γίνεται με βάση τις αρχές της ισότητας και με τον όρο της αμοιβαιότητας». Και τούτο διότι, με βάση και τα όσα ήδη προεκτέθηκαν ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 28 παρ. 2 του Συντάγματος, πολύ περισσότερο δεν είναι δυνατό να συναχθεί ότι οιαδήποτε από τις διατάξεις του ν. 3845/2010 συνεπάγεται, πάντοτε dejure, περιορισμούς ως προς την άσκηση της εθνικής μας κυριαρχίας. Για δε τις defacto επιπτώσεις στην εθνική μας κυριαρχία λόγω της υπαγωγής της Χώρας στο μηχανισμό στήριξης, παραπέμπω στα όσα εξέθεσα προηγουμένως([34]).
2. Ο ν. 3845/2010 ως «νόμος πλαίσιο».
Από τα όσα ήδη εκτέθηκαν([35]), και λαμβανομένων υπόψη κυρίως των διατάξεων του Δεύτερου άρθρου([36]) του ν. 3845/2010, ο νόμος αυτός συνιστά «νόμο πλαίσιο», κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 43 παρ. 4 του Συντάγματος. Κατά τις διατάξεις αυτές, «με νόμους που ψηφίζονται από την Ολομέλεια της Βουλής μπορεί να παρέχεται εξουσιοδότηση έκδοσης κανονιστικών διαταγμάτων για τη ρύθμιση των θεμάτων που καθορίζονται σ’ αυτούς σε γενικό πλαίσιο. Με τους νόμους αυτούς χαράζονται οι γενικές αρχές και οι κατευθύνσεις της ρύθμισης που πρέπει να ακολουθεί και τίθενται χρονικά όρια για τη χρήση της εξουσιοδότησης»([37]). Αυτή είναι λοιπόν, πάντοτε υπό θεσμικό πρίσμα([38]), η κυριότερη ιδιαιτερότητα του ν. 3845/2010 και με βάση αυτή την ιδιαιτερότητα πρέπει να κριθεί και η συνταγματικότητά του. Ως προς τα συνακόλουθα ζητήματα που δημιουργούνται, παρατηρούνται τα ακόλουθα:
α. Το εύρος των εξουσιοδοτήσεων.
Παρά το γεγονός ότι η νομολογία –ιδίως του Συμβουλίου της Επικρατείας– εμφανίζεται ιδιαιτέρως ανεκτική([39]) όταν κρίνει την ευρύτητα της εξουσιοδότησης που είναι συνταγματικώς αποδεκτή εφόσον πρόκειται περί «νόμων πλαισίων», προβληματισμός μπορεί να δημιουργηθεί ως προς τις προαναφερόμενες εξουσιοδοτήσεις του Δεύτερου άρθρου του ν. 3845/2010. Και τούτο για δύο, κυρίως, λόγους:
α1. Πρώτον, διότι και απλή ανάγνωση των διατάξεων αυτών του Δεύτερου άρθρου καταδεικνύει ότι το γενικό πλαίσιο εξουσιοδοτήσεων που οριοθετούν καλύπτει ένα ευρύτατο φάσμα της κοινωνικής και οικονομικής ζωής, το οποίο δύσκολα μπορεί να θεωρηθεί ότι ανταποκρίνεται στις προδιαγραφές του άρθρου 43 παρ. 4 του Συντάγματος.
α2. Δεύτερον, διότι την προαναφερόμενη ευρύτητα των εξουσιοδοτήσεων του Δεύτερου άρθρου επιβαρύνει το γεγονός ότι επιτρέπουν μιαν εξίσου ευρεία παρέμβαση της εκτελεστικής εξουσίας, μέσω κανονιστικών διοικητικών πράξεων, σε κρίσιμα συνταγματικώς κατοχυρωμένα ατομικά και, ιδίως, κοινωνικά δικαιώματα. Και, φυσικά, δεν πρέπει να παραγνωρίζει κανείς ότι μόνο με μεγάλη φειδώ είναι δυνατό να θεωρηθεί επιτρεπτή η μέσω κανονιστικών διοικητικών πράξεων ρύθμιση του πλαισίου άσκησης των συνταγματικώς κατοχυρωμένων δικαιωμάτων.
β. Οι υπεξιουσιοδοτήσεις.
Ένας άλλος συνταγματικός προβληματισμός ως προς τις εξουσιοδοτήσεις του Δεύτερου άρθρου του ν. 3845/2010 δημιουργείται και από την ευχέρεια, με την οποία οι διατάξεις του επιτρέπουν την παροχή υπεξουσιοδοτήσεων, ώστε να εξειδικεύονται οι ρυθμίσεις των προεδρικών διαταγμάτων με απλές υπουργικές αποφάσεις([40]) ([41]).
γ. Οι «νόμοι πλαίσια» του άρθρου 78 παρ. 5 του Συντάγματος.
Τέλος, θεωρητικός([42]) προβληματισμός μπορεί να δημιουργηθεί και από το γεγονός ότι ο ν. 3845/2010, ως «νόμος πλαίσιο», θα μπορούσε, με βάση το περιεχόμενο του όλου ρυθμιστικού του πεδίου, να ενταχθεί και στις διατάξεις του άρθρου 78 παρ. 5 του Συντάγματος. Κατά τις διατάξεις αυτές, «κατ’ εξαίρεση επιτρέπεται να επιβληθούν με εξουσιοδότηση νόμων πλαισίων, εξισωτικές ή αντισταθμιστικές εισφορές ή δασμοί, καθώς και να ληφθούν οικονομικά μέτρα στο πλαίσιο των διεθνών σχέσεων της Χώρας με οικονομικούς οργανισμούς ή μέτρα που αποβλέπουν στην εξασφάλιση της συναλλαγματικής θέσης της Χώρας». Τονίζω ότι πρόκειται περί θεωρητικού προβληματισμού διότι:
γ1. Κάνοντας λόγο περί «νόμων πλαισίων», οι διατάξεις του άρθρου 78 παρ. 5 του Συντάγματος δεν δημιουργούν μια νέα κατηγορία νόμων αυτής της μορφής. Αναφέρονται στους «νόμους πλαίσια» του άρθρου 43 παρ. 4 του Συντάγματος. Τούτο προκύπτει από την όλη διατύπωση των διατάξεων του άρθρου 78 παρ. 5 του Συντάγματος, δεδομένου ότι:
Πρώτον, απλώς εισάγουν εξαίρεση από τον κανόνα της παρ. 4 του άρθρου 43, σύμφωνα με τον οποίο, όπως προαναφέρθηκε, «με νόμους που ψηφίζονται από την Ολομέλεια της Βουλής μπορεί να παρέχεται εξουσιοδότηση έκδοσης κανονιστικών διαταγμάτων για τη ρύθμιση των θεμάτων που καθορίζονται σ’ αυτούς σε γενικό πλαίσιο. Με τους νόμους αυτούς χαράζονται οι γενικές αρχές και οι κατευθύνσεις της ρύθμισης που πρέπει να ακολουθεί και τίθενται χρονικά όρια για τη χρήση της εξουσιοδότησης».
Δεύτερον, εκλαμβάνουν την έννοια του «νόμου πλαισίου» ως δεδομένη από την προηγούμενη ρύθμιση του άρθρου 43 παρ. 4, πράγμα που επιβεβαιώνεται και από το ότι ουδεμία ειδικότερη προϋπόθεση καθιερώνεται στο άρθρο 78 παρ. 5 ως προς το εύρος και τη χρήση των σχετικών εξουσιοδοτήσεων. Είναι προφανές, δηλαδή, ότι το άρθρο 78 παρ. 5, παραπέμπει, ως προς τις προϋποθέσεις αυτές, στο άρθρο 43 παρ. 4.
γ2. Το ως άνω συμπέρασμα ενισχύεται και από την διαδρομή στο ιστορικό της θέσπισης του άρθρου 78 παρ. 5 του Συντάγματος([43]). Ειδικότερα, η παρ. 5 του άρθρου 78 θεσμοθετήθηκε με τη μορφή προσθήκης στο αρχικό σχέδιο, η οποία υποβλήθηκε τότε από τους Υπουργούς Συντονισμού και Οικονομικών([44]) και την οποία εισηγήθηκε ο Βουλευτής Ι. Φικιώρης, τονίζοντας, μεταξύ άλλων: «… Θα ήθελα να κάμω μίαν παρατήρησιν επί της διατυπώσεως αυτής, σχετική και συναφή προς την διάταξιν του άρθρου 43 παρ. 4, όπως διετυπώθη υπό της Α΄ Υποεπιτροπής, η οποία εδέχθη να θεσπισθεί εις το Σύνταγμα ο όρος του νόμου – πλαισίου, διατύπωσις η οποία εψηφίσθη. Η σχετική διάταξις του άρθρου 43 του Σχεδίου του Συντάγματος διετυπώθη ως εξής: «Δια των νόμων τούτων πλαισίων χαράσσονται γενικαί νομοθετικαί κατευθεύνσεις…». Και τότε ανεπτύχθησαν οι λόγοι δια τους οποίους θα έπρεπε πράγματι να θεσμοθετηθεί εις το Σύνταγμα ο «νόμος-πλαίσιον»… Ηθέλησα να ανταποκριθώ εις μιαν σκοπιμότητα, επειδή έχομεν μίαν συγκεκριμένην φορολογική διάταξιν, επαναλαμβάνων τον όρον του «νόμου – πλαισίου», και τούτο δια να εξάρω και να προσδιορίσω περισσότερον την έννοιαν της διατάξεως αυτής και το περιεχόμενόν της. Δια τον λόγον αυτόν κατέληξα εις την προτεινόμενην παρ. 5, την οποίαν και σας διετύπωσα» ([45]).
Β. Επιμέρους ζητήματα αντισυνταγματικότητας του ν. 3845/2010.
Πέραν των συνταγματικών ζητημάτων που εγείρονται ως προς τη θεσμική υπόσταση του ν. 3845/2010 ως «νόμου πλαισίου», υπάρχουν και συγκεκριμένες πτυχές του νόμου αυτού, οι οποίες δημιουργούν σοβαρά προβλήματα συνταγματικότητας. Ενδεικτικώς επισημαίνω τις εξής:
1. Το «πρόβλημα» των σχέσεων Συντάγματος και ευρωπαϊκού κοινοτικού δικαίου([46]) ([47]).
Με αφορμή την ψήφιση του ν. 3845/2010 και τις συνακόλουθες αναφορές στην «Τρόικα» –πρωτίστως δε στην Ευρωπαϊκή Ένωση και τ’ αρμόδια όργανά της– τέθηκε, για μιαν ακόμη φορά, μεταξύ άλλων και το θέμα των σχέσεων του Συντάγματος και του ευρωπαϊκού κοινοτικού δικαίου καθώς και η θέση του τελευταίου εντός της ιεραρχίας των κανόνων δικαίου στο πλαίσιο της ελληνικής έννομης τάξης. Στον απόηχο αυτών των προβληματισμών, και πάντοτε από νομική αυστηρώς άποψη, εκτίθενται οι ακόλουθες σκέψεις:
α. Κατά πρώτον, ας διευκρινίσουμε τι είναι το Σύνταγμα και ποιο είναι το προς αυτό χρέος, αν θέλουμε να προασπίσουμε την κανονιστική του ισχύ και τις συνακόλουθες θεσμικές και πολιτικές δεσμεύσεις που απορρέουν για τον καθένα.
α1. Το Σύνταγμα, ως θεμελιώδης νόμος, υπερισχύει κάθε άλλου κανόνα δικαίου. Είτε αυτός εντάσσεται στο εσωτερικό δίκαιο είτε στους κανόνες του διεθνούς δικαίου, όπως αυτοί ενσωματώνονται κάθε φορά στην έννομη τάξη μας.
α2. Ως προς το «σκεπτικισμό» που, ορισμένοι, εκφράζουν σ’ ό,τι αφορά τη σχέση μεταξύ Συντάγματος και ευρωπαϊκού κοινοτικού δικαίου επισημαίνω τούτο: Είναι λάθος, όσο η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν έχει προχωρήσει στο σημείο εκείνο πολιτειακής οργάνωσης που θα της επέτρεπε να διαθέτει πραγματικά ενιαίο συνταγματικό θεμέλιο, να επιχειρούν μια τέτοια σύγκριση και να θέτουν εν αμφιβόλω την υπεροχή του Συντάγματος. Έχοντας, προς το παρόν, δύο παράλληλες έννομες τάξεις –εκείνη των κρατών – μελών και εκείνη της Ε.Ε.– με βάση την κοινή νομική λογική οφείλουμε να δεχθούμε πως η άποψη των κοινοτικών οργάνων, και ιδίως του Δικαστηρίων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, κατά την οποία θεμέλιο της κοινοτικής έννομης τάξης είναι το κοινοτικό δίκαιο, πρωτογενές και παράγωγο, είναι εντελώς ανεξάρτητη από την υποχρέωση που έχουν τα όργανα των κρατών – μελών –άρα και της Ελλάδας– να θέτουν ως αντίστοιχο θεμέλιο των επιμέρους έννομων τάξεων το Σύνταγμά τους.
β. Οιαδήποτε άλλη εκδοχή –ακόμη και με ρητή συνταγματική πρόβλεψη που, βεβαίως, δεν συντρέχει κατά το Σύνταγμα– με βάση επίσης την κοινή νομική λογική αγνοεί τη φύση του κανόνα δικαίου ως μέσου ρύθμισης της πολιτειακής οργάνωσης και των κοινωνικών και οικονομικών σχέσεων. Δηλαδή, σε τελική ανάλυση, αγνοεί την πεμπτουσία του Συντάγματος. Διότι αν υποθέσουμε, π.χ., στο πλαίσιο της έννομης τάξης μας ότι συντρέχει υπεροχή του κοινοτικού δικαίου έναντι του Συντάγματος, αυτό θα σήμαινε ότι μια τέτοια υπεροχή προβλέφθηκε, κατά κάποιον τρόπο, από το ίδιο το Σύνταγμα κατά τη στιγμή εισόδου της Χώρας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, άλλοτε ΕΟΚ. Με τι είδους νομικό συλλογισμό, όμως, ένας κανόνας δικαίου –άρα και το Σύνταγμα– θ’ αναγνώριζε σ’ άλλον κανόνα δικαίου μεγαλύτερη κανονιστική ισχύ από εκείνη που ο ίδιος διαθέτει, ως θεσμικό προϊόν της εθνικής κυριαρχίας; Οι υποστηρικτές του αντιθέτου παραβλέπουν ότι, σύμφωνα με την νομική ιδιοσυστασία του κανόνα δικαίου, ισχύει και γι’ αυτόν, mutatismutandis, η θεμελιώδης αρχή του ρωμαϊκού δικαίου «nemoplusjurisadalliumtransferepotestquamipsehabet».
γ. Αλλ’ ας αφήσουμε κατά μέρος το «επίμαχο» ζήτημα της υπεροχής ή μη του ευρωπαϊκού κοινοτικού δικαίου έναντι του Συντάγματος. Και ας έλθουμε στην τρέχουσα νομικοπολιτική πραγματικότητα που αφορά το ν. 3845/2010 και τις επιπτώσεις του, θεσμικές και πολιτικές.
γ1. Όπως προκύπτει απ’ αυτό τούτο το άρθρο Πρώτο του ν. 3845/2010, τα δύο Μνημόνια –και κυρίως η συναφής μελλοντική εκτελεστική τους νομοθεσία– συνιστούν συνδυασμό συμφωνίας οικονομικής και χρηματοπιστωτικής πολιτικής και συμφωνίας συνεννόησης στις συγκεκριμένες προϋποθέσεις οικονομικής πολιτικής για την εφαρμογή του μηχανισμού στήριξης. Άρα, ακόμη και με την πιο αυστηρή νομική αντιμετώπιση, πρόκειται για ένα σύμπλεγμα νόμων και μελλοντικών διεθνών συμβάσεων, κυρίως «οικονομικής συνεργασίας και συμμετοχής σε διεθνείς οργανισμούς ή ενώσεις», κατά την έννοια του άρθρου 36 –ιδίως παρ. 2– του Συντάγματος.
γ2. Τόσο στη θεωρία όσο και στη νομολογία γίνεται, χωρίς την παραμικρή διαφοροποίηση, δεκτό ότι το Σύνταγμα υπερέχει και των κάθε μορφής διεθνών συμβάσεων. Με απλές λέξεις και όταν ακόμη, δια νόμου, οι διεθνείς συμβάσεις έχουν ενσωματωθεί στην έννομη τάξη μας, όσοι από τους κανόνες τους δεν συμβαδίζουν προς το Σύνταγμα είναι ανίσχυροι και άρα, ανεφάρμοστοι.
γ3. Υπό τα δεδομένα αυτά οι κανόνες του «Μνημονίου», αλλά και των επί μέρους νόμων, συμβάσεων και κανονιστικών πράξεων εφαρμογής του, που δεν συνάδουν προς το Σύνταγμα, είναι επίσης ανίσχυροι και ανεφάρμοστοι.
2. Η παραβίαση του άρθρου 36 του Συντάγματος σχετικά με την κύρωση των διεθνών συνθηκών([48]).
α. Κατά το άρθρο 36 παρ. 2 του Συντάγματος, «οι συνθήκες για εμπόριο, φορολογία, οικονομική συνεργασία και συμμετοχή σε διεθνείς οργανισμούς ή ενώσεις, και όσες άλλες περιέχουν παραχωρήσεις για τις οποίες, σύμφωνα με άλλες διατάξεις του Συντάγματος, τίποτε δεν μπορεί να οριστεί χωρίς νόμο, ή οι οποίες επιβαρύνουν ατομικά τους Έλληνες, δεν ισχύουν χωρίς τυπικό νόμο που τις κυρώνει». Αποτελεί κοινό τόπο ότι οι συμφωνίες ή συμβάσεις δανεισμού με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, στο πλαίσιο εφαρμογής του μηχανισμού στήριξης της ελληνικής οικονομίας, αποτελούν, κατ’ εξοχήν, νομικά μορφώματα τα οποία εμπίπτουν στο πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου 36 παρ. 2 του Συντάγματος. Και τούτο διότι πρωτίστως οι συμβάσεις δανεισμού συνιστούν κλασικό παράδειγμα συμπλέγματος κανόνων δικαίου, οι οποίοι εισάγουν ρυθμίσεις που «επιβαρύνουν ατομικά τους Έλληνες» ([49]). Και κάθε άλλο παρά μπορεί να θεωρηθεί ότι είναι δυνατό, καθ’ οιονδήποτε τρόπο, να συγκριθούν με τις συμβάσεις απλοποιημένης μορφής, για τις οποίες αρκεί η υπογραφή του αρμόδιου Υπουργού. Οι τελευταίες έχουν ως αντικείμενο ρύθμισης είτε δευτερεύουσας σημασίας διοικητικά και τεχνικά θέματα, είτε λεπτομέρειες εφαρμογής ήδη επικυρωμένων διεθνών συνθηκών που καθορίζουν προηγουμένως επακριβώς το πεδίο και το πλαίσιο δέσμευσης της Χώρας([50]). Άρα οι εκτελεστικές του «Μνημονίου» συμβάσεις, για να ισχύσουν, απαιτούν τυπικό νόμο κύρωσής τους, δηλαδή αποφασιστική παρέμβαση της Βουλής. Υπό διαφορετική εκδοχή –ήτοι χωρίς κυρωτικό νόμο– είναι ανίσχυρες και δεν παράγουν έννομα αποτελέσματα.
β. Όμως στις 6.5.2010 ψηφίσθηκαν, μεταξύ άλλων, και οι διατάξεις του Πρώτου άρθρου παρ. 4 του 3845/2010, ως προς τα μέτρα για την εφαρμογή του μηχανισμού στήριξης της ελληνικής οικονομίας, οι οποίες προβλέπουν: «1. Παρέχεται στον Υπουργό Οικονομικών η εξουσιοδότηση να εκπροσωπεί το Ελληνικό Δημόσιο και να υπογράφει κάθε μνημόνιο συνεργασίας, συμφωνία ή σύμβαση δανεισμού, διμερή ή πολυμερή, με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, τα κράτη-μέλη της ζώνης του ευρώ, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, προκειμένου να εφαρμοστεί το πρόγραμμα της προηγούμενης παραγράφου. Τα μνημόνια, οι συμφωνίες και οι συμβάσεις του προηγούμενου εδαφίου, εισάγονται στη Βουλή για κύρωση». Σαν να μην έφθανε αυτό μία μέρα μετά, στις 7.5.2010, στον παντελώς μάλιστα άσχετο με το θέμα ν. 3847/2010 «Επανακαθορισμός επιδομάτων εορτών»!, ψηφίσθηκε, ως παρ. 9 του Άρθρου μόνου, τροπολογία του ν. 3845/2010 με το εξής περιεχόμενο: «Στο τέλος της παραγράφου 4 του άρθρου πρώτου του ν. 3845/2010 (ΦΕΚ 65/Α΄) αντί της λέξης «κύρωση» τίθενται οι λέξεις «συζήτηση και ενημέρωση. Ισχύουν και εκτελούνται από της υπογραφής τους»!
γ. Με απλές λέξεις μέσα στις ως άνω διατάξεις εμφιλοχωρούν, σε διάστημα μιας, μόλις, μέρας δύο προφανείς παραβιάσεις του Συντάγματος. Και μάλιστα η δεύτερη πιο κραυγαλέα από την πρώτη. Συγκεκριμένα η μεν ρύθμιση του ν. 3845/2010 παραβιάζει το άρθρο 36 παρ. 2 του Συντάγματος, διότι οδηγεί στο συμπέρασμα πως τέτοιας σημασίας και βαρύτητας συμβάσεις ισχύουν πριν καν κυρωθούν από τη Βουλή, όταν δηλαδή υπογραφούν από τον Υπουργό Οικονομικών. Η δε ρύθμιση του ν. 3847/2010 εξουδετερώνει, κυριολεκτικά, το άρθρο 36 παρ. 2 του Συντάγματος αφού, τροποποιώντας την προηγούμενη, ορίζει ότι δεν απαιτείται καν κύρωση των συμβάσεων αυτών από τη Βουλή. Απλώς εισάγονται στη Βουλή για ενημέρωσή της!
3. Η προσβολή του υπό την ευρεία του όρου έννοια «κοινωνικού κεκτημένου» ([51]).
Αρκετές –και καίριες σημασίας– διατάξεις του ν. 3845/2010, ιδίως δε του Δεύτερου και Τρίτου άρθρου, φαίνεται να θίγουν κατά την εφαρμογή τους τον πυρήνα συγκεκριμένων συνταγματικώς κατοχυρωμένων κοινωνικών δικαιωμάτων, όπως ο πυρήνας αυτός έχει προσδιορισθεί μέσω της νομολογίας των αρμόδιων δικαστηρίων. Αναφέρονται χαρακτηριστικά:
α. Οι διατάξεις της παρ. 7 του Δεύτερου άρθρου του ν. 3845/2010.
Οι διατάξεις αυτές, και κατά τροποποίηση των διατάξεων του άρθρου 10 του ν. 1876/1990 που ρυθμίζει τα της συρροής συλλογικών συμβάσεων, προβλέπουν αφενός ότι οι όροι των Ομοιοεπαγγελματικών και Επιχειρησιακών Συμβάσεων Εργασίας μπορούν ν’ αποκλίνουν από τους όρους Κλαδικών Συμβάσεων Εργασίας και Εθνικών Γενικών Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας. Και, αφετέρου, ότι οι όροι των Κλαδικών Συμβάσεων Εργασίας μπορούν ν’ αποκλίνουν από τους αντίστοιχους όρους Εθνικών Γενικών Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας. Με τον τρόπο αυτόν όμως ουσιαστικά καταργείται ο κανόνας του ως άνω άρθρου 10 του ν. 1876/1990, κατά το οποίο επί συρροής συλλογικών συμβάσεων εφαρμόζεται η ευνοϊκότερη για τον εργαζόμενο([52]). Συνακόλουθα, δημιουργούνται έτσι οι προϋποθέσεις κατάργησης ενός γενικού κατώτατου ορίου αποδοχών. Τούτο, όμως, κατά την επικρατέστερη ιδίως στη θεωρία άποψη([53]), έρχεται σ’ αντίθεση προς τις διατάξεις του άρθρου 22 του Συντάγματος, οι οποίες, ιδίως μέσω του δικαιώματος στην εργασία και του θεσμού της συλλογικής αυτονομίας, εγγυώνται, στο πλαίσιο του συνταγματικώς κατοχυρωμένου κοινωνικού κράτους δικαίου, ένα γενικό κατώτατο όριο αποδοχών.
β. Οι διατάξεις του Τρίτου άρθρου του ν. 3835/2010.
Όπως ήδη τονίσθηκε([54]), οι διατάξεις του άρθρου αυτού επιτρέπουν μειώσεις και περικοπές αποδοχών, επιδομάτων και κάθε είδους απολαβών καθώς και των επιδομάτων Χριστουγέννων και Πάσχα, όσων υπηρετούν με οιαδήποτε σχέση εργασίας στον ευρύτερο δημόσιο τομέα.
β1. Όμως οι διατάξεις του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου([55])([56]) κατοχυρώνουν το θεσμό της περιουσίας του προσώπου. Πάντα δε κατά τις διατάξεις αυτές, η έννοια της περιουσίας καταλαμβάνει όχι μόνο τα εμπράγματα αλλά όλα τα περιουσιακής φύσης δικαιώματα καθώς και τα κεκτημένα οικονομικά δικαιώματα([57]). Είναι, λοιπόν, φανερό ότι οι προβλεπόμενες από τις διατάξεις του Τρίτου άρθρου του ν. 3845/2010 μειώσεις και περικοπές αποδοχών, επιδομάτων και απολαβών, με τη γενικότητα μάλιστα με την οποία προβλέπονται, αντιτίθενται ευθέως στις ως άνω διατάξεις του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου του ΕΣΔΑ([58]).
Και ναι μεν το Συμβούλιο της Επικρατείας([59]) δέχεται παγίως ότι λόγοι γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος μπορούν, κατά περίπτωση και με πλήρη σεβασμό της αρχής της αναλογικότητας, να δικαιολογήσουν ορισμένες νομοθετικές παρεμβάσεις σε τέτοιας μορφής περιουσιακά δικαιώματα, χωρίς να παραβιάζονται οι προαναφερόμενες διατάξεις του ΕΣΔΑ. Πλην όμως είναι καταφανές ότι η γενικότητα των –δυσμενέστατων για τον εργαζόμενο– ρυθμίσεων των διατάξεων αυτών του Τρίτου άρθρου των ν. 3845/2010, σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι ουδόλως λαμβάνεται υπόψη το βάθος χρόνου κατά το οποίο οι εργαζόμενοι ήδη λαμβάνουν τις αποδοχές, απολαβές και τα επιδόματα αυτά –έχοντας έτσι διαμορφώσει επί μακρόν ένα συγκεκριμένο επίπεδο διαβίωσης και έχοντας, κατά συνέπεια, βασισθεί σ’ αυτό για το μέλλον– καθιστά άκρως δυσχερή έως αδύνατη την αποφυγή σύγκρουσής τους με τις κατά τ’ ανωτέρω διατάξεις του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου του ΕΣΔΑ μέσω της επίκλησης λόγων γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος.
β2. Μείζον συνταγματικό ζήτημα δημιουργούν, επίσης, οι ρυθμίσεις της παρ. 8 του Τρίτου άρθρου του ν. 3845/2010, σύμφωνα με τις οποίες: «Οι διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων κατισχύουν κάθε γενικής ή ειδικής διάταξης ή ρήτρας ή όρου συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητικής απόφασης ή ατομικής σύμβασης εργασίας ή συμφωνίας». Και τούτο διότι, όπως ήδη τονίσθηκε προηγουμένως([60]), οι διατάξεις του άρθρου 22 παρ. 2 και 3 του Συντάγματος καθιερώνουν και το θεσμό της συλλογικής αυτονομίας, ήτοι, κατά βάση, της δυνατότητας των συνδικαλιστικών οργανώσεων([61]) να καθορίζουν, μέσω συμφωνιών([62]) οι οποίες θεσπίζουν κανόνα δικαίου, τους όρους εργασίας και τα μεταξύ εργαζόμενων και εργοδοτών, δικαιώματα και υποχρεώσεις. Λόγω ακριβώς της συνταγματικής κατοχύρωσης της συλλογικής αυτονομίας περιορίζεται δραστικώς η διακριτική ευχέρεια του νομοθέτη να τροποποιεί τους κανόνες δικαίου, οι οποίοι απορρέουν από τις αντίστοιχες συλλογικές συμβάσεις εργασίας. Το συνταγματικό αυτό υπόβαθρο της συλλογικής αυτονομίας ενισχύεται και από κανόνες του διεθνούς δικαίου, όπως είναι, ιδίως, το άρθρο 8 της Διεθνούς Σύμβασης Εργασίας 151/1978([63]), το άρθρο 5 της Διεθνούς Σύμβασης Εργασίας 154/1981([64]), το άρθρο 2 της Διεθνούς Σύμβασης Εργασίας 98/1949([65]), καθώς και τα άρθρα 6 και 12 του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη([66]) αναφορικά με το δικαίωμα εκούσιας διαιτησίας ως προς την επίλυση εργατικών διαφορών και το δικαίωμα συλλογικών διαπραγματεύσεων. Θεωρία([67]) και νομολογία([68])έχουν επανειλημμένα ασχοληθεί με τους κατά τ’ ανωτέρω περιορισμούς του νομοθέτη σ’ ό,τι αφορά την επέμβασή του στο πεδίο της συλλογικής αυτονομίας. Υπό τα δεδομένα αυτά λοιπόν είναι προφανές ότι οι διατάξεις της παρ. 8 του Τρίτου άρθρου του ν. 3845/2010 παραβιάζουν, ευθέως, το προμνημονευόμενο σύμπλεγμα εγγυήσεων συνταγματικού επιπέδου αλλά και επιπέδου διεθνούς δικαίου, αφού, κατ’ αποτέλεσμα, η παρέμβαση του νομοθέτη αναιρεί το περιεχόμενο κανόνων δικαίου συλλογικών συμβάσεων ως προς το ύψος των, latosensu, αποδοχών των εργαζομένων.
Πρέπει, βεβαίως, να τονισθεί πως και εδώ([69]) η νομολογία ιδίως του Συμβουλίου της Επικρατείας δέχεται παγίως ότι λόγοι γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος, σχετικά με την πορεία της εθνικής οικονομίας, δικαιολογούν –εφόσον τηρείται οπωσδήποτε η αρχή της αναλογικότητας– την παρέμβαση του νομοθέτη στο χώρο της συλλογικής αυτονομίας, η οποία σχετίζεται με τη ρύθμιση αποδοχών των εργαζόμενων([70]), χωρίς μ’ αυτήν να θίγονται οι εγγυήσεις του Συντάγματος και του διεθνούς δικαίου. Πλην όμως και στην περίπτωση αυτή([71]) πρέπει να γίνει δεκτό πως η γενικότητα της διατύπωσης των διατάξεων της παρ. 8 του Τρίτου άρθρου του ν. 3845/2010, η πλήρης έλλειψη οιασδήποτε προϋπόθεσης και οιουδήποτε ουσιαστικού περιορισμού του νομοθέτη ως προς την παρέμβασή του στη συλλογική αυτονομία και η, συνακόλουθη, παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας, δεν επιτρέπουν να θεωρήσει κανείς, με σοβαρά νομικά και πραγματικά επιχειρήματα, ότι περισώζεται η συνταγματικότητά τους με μόνη την επίκληση γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος λόγω της ιδιόμορφης σύγχρονης συγκυρίας της εθνικής μας οικονομίας.
Ολοκληρώνοντας τη σύντομη αυτή ανάλυση της νομικής φύσης και των συνεπειών του ν. 3845/2010 καταλήγω στο συμπέρασμα ότι τα προβλήματα, τα οποία θα δημιουργηθούν κατά την εφαρμογή του, λόγω της σύγκρουσης των ρυθμίσεών του με πολλές διατάξεις του Συντάγματος αλλά και διατάξεις του ευρωπαϊκού κοινοτικού και του διεθνούς δικαίου υπονομεύουν, από την αρχή, μεγάλο μέρος της κανονιστικής του εμβέλειας. Βεβαίως η νομολογία είναι εκείνη η οποία θα βεβαιώσει, τελικώς, του λόγου το ασφαλές. Υπό τα σημερινά της όμως δεδομένα –δηλαδή αν δεν μεταβληθεί στην πορεία και ακριβώς ενόψει του ν. 3845/2010– η νομική μοίρα σημαντικών πτυχών του «Μνημονίου» φαίνεται προδιαγεγραμμένη. Πράγμα που σημαίνει, περαιτέρω, ότι η κυβερνητική νομοθετική πρωτοβουλία, η οποία κατέληξε στο ν. 3845/2010, ξεκίνησε και εξελίχθηκε με πλήρη κυβερνητική επίγνωση αυτού του κινδύνου νομολογιακής αναίρεσής της. Είναι, όμως, πολύ πιθανό οι κοινωνικές και οικονομικές επιπτώσεις –και, ιδίως, τα «τραύματα» στο «μαλακό υπογάστριο» του κοινωνικού κράτους δικαίου– από την εφαρμογή, στο μεταξύ, του νόμου αυτού να είναι πολύ δύσκολο να επουλωθούν όταν η παρέμβαση της Δικαιοσύνης, με τη συνήθη για τα δεδομένα του Τόπου μας καθυστέρηση, θα έχει κρίνει στο θεσμικό του πεπρωμένο.

*Προδημοσίευση από τον Τιμητικό Τόμο Π. Παραρά.


[1]Ακριβέστερα, του ν. 3845/2010 «Μέτρα για την εφαρμογή του μηχανισμού στήριξης της ελληνικής οικονομίας από τα κράτη-μέλη της ζώνης του ευρώ και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο» (ΦΕΚ Α΄, 65/6-.5.2010) και των νομοθετικών ρυθμίσεων που επακολούθησαν κατ’ εφαρμογή του.
[2] Πέραν των γενικότερων πολιτικών –και όχι μόνον– επιπτώσεων, για τις οποίες δεν πρόκειται να γίνει λόγος στο πλαίσιο της σύντομης αυτής ανάλυσης.
[3]Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο η ψήφιση του ν. 3845/2010 προκάλεσε και μια ιδιαιτέρως ενδιαφέρουσα ημερίδα υπό την αιγίδα του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, στις 15 Ιουνίου 2010, με τίτλο «Μνημόνιο, Σύνταγμα, Ευρωπαϊκή Συνθήκη και Ε.Σ.Δ.Α.» Βλ. στο σχετικό τεύχος τις παρεμβάσεις του Προέδρου του Δ.Σ.Α. κ. Δ. Παξινού (σελ. 3 επ.) και τις ομιλίες των Καθηγητών κ.κ. Γ. Κασιμάτη (σελ. 6 επ.), Κ. Χρυσόγονου (σελ. 18 επ.) και Ξ. Κοντιάδη (σελ. 36 επ.). Βλ. επίσης και το άρθρο του κ. Κ. Χρυσογόνου (με βάση την προαναφερόμενη ομιλία του), Η χαμένη τιμή της Ελληνικής Δημοκρατίας, ΝοΒ, 2010, σελ. 1353 επ.
[4] Ας σημειωθεί ότι ο νόμος αυτός κατατέθηκε και ψηφίσθηκε από τη Βουλή με τη διαδικασία του κατεπείγοντος, σύμφωνα με το άρθρο 76 παρ. 4 του Συντάγματος και το άρθρο 109 του Κανονισμού της Βουλής.
[5]Προς περαιτέρω ενημέρωση βλ. την Έκθεση του Επιστημονικού Συμβουλίου της Βουλής, ως προς το τότε σχέδιο νόμου, σελ. 1 επ.
[6] Το ιστορικό κατάρτισης του όλου «σχεδίου προγράμματος» εκτίθεται στις τρεις πρώτες παραγράφους του άρθρου Πρώτου.
[7]Παρ. 1α, 2, 3, 9 και 12.
[8] Υπεξουσιοδότηση της παρ. 12 εδ.α΄.
[9] Παρ. 10.
[10]Παρ. 11.
[11]Αποδοχές, οι οποίες είχαν ήδη μειωθεί με τις διατάξεις του ν. 3833/2010. Βλ., στη συνέχεια, υπό ΙΙ, Β, 3.
[12]Ήτοι νόμου που ψηφίσθηκε μετά τις εκλογές της 4.10.2009.
[13]Παρ. 1-5.
[14]Άρθρο 21.
[15]Άρθρα 73, 81, 87, 89 και 97.
[16] Παρ. 6.
[17]Παρ. 7.
[18]Παρ. 8.
[19] Ήτοι από 15 σε 30 δισ. ευρώ.
[20] Κατά το ν. 3723/2008.
[21]Παρ. 1-11.
[22]Με συντελεστές από 4% ως 10%.
[23]Εφόσον αυτό υπερβαίνει τα 100.000 ευρώ.
[24]Παρ. 12.
[25]Με συντελεστή 20%.
[26] Παρ. 1.
[27]Οι τελευταίες αυτές διατάξεις, και η σχέση τους μ’ εκείνες της ελληνικής έννομης τάξης, αναλύονται εδώ υπό το ενιαίο πρίσμα της συνταγματικότητας. Και τούτο δεδομένου ότι η ιεράρχηση των κάθε είδους κανόνων δικαίου προσδιορίζεται από το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος. Άρα –και στην ουσία– η αντίθεση των διατάξεων ενός νόμου με τις διατάξεις του ευρωπαϊκού κοινοτικού δικαίου και του διεθνούς δικαίου σημαίνει, κατ’ αποτέλεσμα, αντίθεσή τους προς το Σύνταγμα.
[28] Εφεξής η οιαδήποτε νομική επιχειρηματολογία αναφέρεται αποκλειστικώς και μόνο στις επιμέρους ρυθμίσεις των άρθρων του ν. 3845/2010. Επομένως δεν αφορά τα συνημμένα παραρτήματα, ιδίως κατά το μέτρο που αυτά περιέχουν και καταγράφουν απλές διαπιστώσεις και γενικούς στόχους. Και τούτο για δύο, κυρίως, λόγους: Πρώτον, διότι τα παραρτήματα αυτά (βλ. π.χ. τη δήλωση του Eurogroup της 11.4.2010 καθώς και τα δύο προαναφερόμενα Μνημόνια) ουδένα κανόνα δικαίου, δεσμευτικό σ’ ό,τι αφορά την ελληνική έννομη τάξη –πέραν των γενικών κατευθύνσεων– περιέχουν. Και, δεύτερον, διότι μπορούν στο μέλλον ν’ αποκτήσουν κανονιστικό περιεχόμενο μόνο μέσω των κανόνων δικαίου –νόμων ή κανονιστικών πράξεων-που θα θεσπίσουν τα κατά περίπτωση αρμόδια όργανα του Ελληνικού Κράτους. Ως προς δε την πολιτική «δέσμευση»της Κυβέρνησης για την εφαρμογή τους, επισημαίνεται ότι αυτή δεν μπορεί να έχει πλήρη νομική αντίστιξη, εντός της ελληνικής έννομης τάξης, χωρίς τη θέσπιση συγκεκριμένων κανόνων δικαίου, υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις του Συντάγματος και του Κανονισμού της Βουλής. Κατά συνέπεια τα ως άνω παραρτήματα, θεωρούμενα νομικώς και μόνο, συνιστούν ένα είδος legesimperfectae. Δηλαδή ένα είδος «ατελών» ρυθμίσεων, των οποίων το θεσμικό μέλλον εξαρτάται από τον Έλληνα νομοθέτη –υπό την ευρεία του όρου έννοια– ο οποίος, με δική του πρωτοβουλία, νομοθετικώς ή κανονιστικώς, θα θεσπίσει δεσμευτικούς κανόνες δικαίου ως προς την εφαρμογή τους.
[29] Βλ. πιο πάνω, υπό Ι, καθώς και όσα εκτίθενται στη σημ. 28.
[30] Βλ. πιο κάτω, υπό ΙΙ, Β, 2.
[31]Βλ. προς την αντίθετη κατεύθυνση Γ. Κασιμάτη, όπ. παρ., ιδίως σελ. 12 επ. Πρβλ. και την αντίκρουση του Κ. Χρυσόγονου, ibid, σελ. 22 επ.
[32]Βλ. Κ. Χρυσόγονο, ibid, σελ. 23.
[33]Γι’ αυτό και κατά την ψήφιση του ν. 3845/2010 δεν απαιτήθηκε ούτε η ειδική πλειοψηφία, την οποία προβλέπουν οι συγκεκριμένες διατάξεις του Συντάγματος.
[34] Υπό β.
[35]Ιδίως υπό Ι, Β, 1.
[36] Παρ. 1α, 2, 3, 9 και 12.
[37] Ως προς το θεσμικό καθεστώς των «νόμων πλαισίων» κατά το Σύνταγμα βλ., ενδεικτικώς, το πρακτικό επεξεργασίας του Συμβουλίου της Επικρατείας 406/1980, ΤοΣ, 1980, σελ. 442 επ. Και από τη βιβλιογραφία, επίσης ενδεικτικώς, Χρ. Μουκίου, Η κανονιστική αρμοδιότητα της διοίκησης, 2009, ιδίως σελ. 156 επ. (και τις εκεί παραπομπές στη βιβλιογραφία και τη νομολογία), Π. Παραρά, Ο θεσμός των νόμων-πλαισίων, ΤοΣ, 1977, σελ. 280 επ., του ίδιου, Το Σύνταγμα, CorpusI, 1982, άρθρο 43 παρ. 4, σελ. 506 επ., Ε. Σπηλιωτόπουλου, Εγχειρίδιο διοικητικού δικαίου, Ι, 12η έκδ., 2007, σελ. 70 επ.
[38]Επαναλαμβάνω ότι είναι άλλο το ζήτημα των επαχθέστατων πολιτικών και οικονομικών επιπτώσεων του ν. 3845/2010, για τις οποίες όμως δεν μπορεί να γίνει λόγος στο πλαίσιο αυτής της ανάλυσης.
[39]Είναι χαρακτηριστικός ο τρόπος με τον οποίο αντιμετώπισε το Συμβούλιο της Επικρατείας, τόσο από πλευράς πρακτικών επεξεργασίας όσο και από πλευράς νομολογίας, το «νόμο πλαίσιο» 945/1979 (άρθρο 2), με τον οποίο κυρώθηκε η συνθήκη προσχώρησης στις τότε Ευρωπαϊκές Κοινότητες.
[40] Δεν φαίνεται να δημιουργείται συνταγματικό ζήτημα ως προς το χρονικό όριο χρήσης των εξουσιοδοτήσεων του ν. 3845/2010. Και τούτο διότι το τελευταίο εδάφιο της παρ. 12 του Δεύτερου άρθρου ορίζει, ως καταληκτική ημερομηνία χρήσης των εξουσιοδοτήσεων, την 31.12.2010.
[41] Όλη αυτή η συνταγματική προβληματική είναι, ίσως, ικανή να εξηγήσει και το γιατί η Κυβέρνηση, παρά την ψήφιση του ν. 3845/2010, εμφανίζεται ιδιαιτέρως διστακτική ως προς τη χρήση των σχετικών εξουσιοδοτήσεων, προτιμώντας τη νομοθετική οδό. Η όψιμη συναίσθηση του κινδύνου αντισυνταγματικότητας και, κυρίως, το ενδεχόμενο ανάδειξης των συνταγματικών αυτών προβλημάτων από το Συμβούλιο της Επικρατείας κατά το στάδιο της επεξεργασίας των σχεδίων προεδρικών διαταγμάτων, φαίνεται να επηρεάζει καθοριστικά αυτή την επιλογή της Κυβέρνησης ως σήμερα.
[42]Τουλάχιστον κατά βάση.
[43] Βλ. Π. Παραρά, Σύνταγμα, Corpus, ό.π. παρ. ΙΙ, άρθρο 78 παρ. 5, σελ. 583 επ.
[44]Με ημερομηνία 23 Ιανουαρίου 1975.
[45] Προς την ίδια κατεύθυνση βλ. και Χρ. Μουκίου, Η κανονιστική αρμοδιότητα της διοίκησης, όπ.παρ., ιδίως σελ. 170-171 και Ε. Σπηλιωτόπουλου, Εγχειρίδιο διοικητικού δικαίου, όπ.παρ., σελ. 71. Ειδικότερα στην υποσημείωση 43, ο Ε. Σπηλιωτόπουλος τονίζει: «Ο εξουσιοδοτικός νόμος, που εκδίδεται βάσει αυτής της διάταξης, πρέπει να έχει τα στοιχεία του άρθρου 43 παρ.4».
[46] Πρβλ. Π. Παυλόπουλου, Υπερασπίζοντας με εμμονή το Σύνταγμα, «Η Καθημερινή», 8.8.2010, σελ. 22.
[47]Από την πρόσφατη και μόνο βιβλιογραφία βλ., εντελώς ενδεικτικά (και με τις εκεί περαιτέρω παραπομπές), Κ. Μαυριά, Συνταγματικό δίκαιο, 2005, σελ. 163 επ., Α. Παντελή, Εγχειρίδιο συνταγματικού δικαίου, 2005, σελ. 163 επ., Φ. Σπυρόπουλου, Συνταγματικό δίκαιο, 2006, ιδίως σελ. 84 επ.
[48]Πρβλ. Π. Παυλόπουλου, Υποστηρίζοντας το Σύνταγμα, «Η Καθημερινή», 18.7.2010, σελ. 22.
[49]Βλ., από την πρόσφατη και μόνο βιβλιογραφία, εντελώς ενδεικτικά, Ε. Ρούκουνα, Διεθνές δίκαιο, Ι, 3η έκδ., σελ. 83-84. Πρβλ. και τη Γνωμοδότηση του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (Ολομέλεια) 434/2002, με τις εκεί παραπομπές στη βιβλιογραφία και τη νομολογία.
[50]Βλ. από τη βιβλιογραφία, ενδεικτικά, Ε. Ρούκουνα, Διεθνές δίκαιο, όπ. παρ., σελ. 76, 147-151, Κ. Ιωάννου, Κ. Οικονομίδη, Χρ. Ροζάκη, Διεθνές δίκαιο, Θεωρία των Πηγών, 1988, σελ. 126-132, Πρβλ. και την (ατομική) Γνωμοδότηση του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους 60/2007.
[51] Αξιοσημείωτη είναι η εμπεριστατωμένη ανάλυση του ζητήματος αυτού στο πλαίσιο της Έκθεσης του Επιστημονικού Συμβουλίου της Βουλής κατά την ψήφιση του ν. 3845/2010, ιδίως σελ. 6 επ. (με περαιτέρω παρόμοιες στη βιβλιογραφία και τη νομολογία).
[52]Είναι μάλιστα χαρακτηριστικό ότι από τις διατάξεις αυτές του ν. 3845/2010 δεν φαίνεται να προκύπτει αν η προαναφερόμενη κατάργηση είναι διαρκής ή, τουλάχιστον, οριοθετείται χρονικώς από τους αντίστοιχους χρονικούς περιορισμούς του Πρώτου άρθρου ως προς το «σχέδιο προγράμματος».
[53]Βλ., ενδεικτικώς, Ι. Κουκιάδη, Εργατικό δίκαιο – Ατομικές εργασιακές σχέσεις, 2009, σελ. 32 επ., Στ. Μανθόπουλου, Το δικαίωμα εργασίας στο άρθρο 22 παρ. 1 του Συντάγματος, Σύνταγμα και εργασιακές σχέσεις, 1987, σελ. 124 επ., Κ. Παπαδημητρίου, Το κοινωνικό δικαίωμα στην εργασία, in Κοινωνικά δικαιώματα και κρίση του Κράτους Πρόνοιας, 2006, σελ. 93 επ. και Τ. Παπαδημητρίου, Η διασφάλιση του κατώτατου ορίου του καθαρού εισοδήματος του εργαζόμενου, ΕΕργΔ, 1994, σελ. 119 επ.
[54]Ανωτέρω υπό Ι, Γ, 1 και 2.
[55] Κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974.
[56]Η οποία, κατά τις διατάξεις του άρθρου 28 παρ. 1 του Συντάγματος, έχει υπέρτερη τυπική ισχύ έναντι του κοινού νόμου.
[57] Από την πάγια νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου βλ., αντί άλλης παραπομπής, την απόφαση Γεωργιάδης κατά Ελλάδος, 28.3.2000, πρβλ. επίσης, ΣτΕ 3739/1999, Ε.Δ.Κ.Α. 1999, σελ. 16.
[58] Χαρακτηριστικά νομολογιακά τεκμήρια προς αυτή την κατεύθυνση παρέχουν οι αποφάσεις ΑΠ 40/1998, 510/2002, 957/2002, 71 και 79/2003, 1295/2004 και 104/2009, οι οποίες έκριναν το ζήτημα της κατάργησης δικαιώματος μισθολογικής προαγωγής υπαλλήλων (άρθρο 20 παρ. 15 του ν. 2556/1997). Βλ. προς την ίδια κατεύθυνση και την απόφαση ΔΕφΑθ 811/1999 (ΔιΔικ 2000, σελ. 1140), η οποία έκρινε το ζήτημα της κατάργησης χρονοεπιδόματος που παρεχόταν σταθερώς επί εικοσαετία (άρθρο 8 του ν. 2470/1997).
[59] Βλ., εντελώς ενδεικτικά, τις πρόσφατες αποφάσεις ΣτΕ 3151/2008 και 982/2008 ως προς την κατάργηση της πρόσθετης αμοιβής του άρθρου 2 παρ. 3 του ν. 201/1975 με βάση τις διατάξεις του άρθρου 10 παρ. 4 του ν. 2470/1997.
[60] Υπό 3,α.
[61]Εργαζομένων και εργοδοτών.
[62]Συλλογικών συμβάσεων εργασίας.
[63]Διακανονισμός των όρων απασχόλησης στη δημόσια διοίκηση με διαπραγματεύσεις (κυρωτικός νόμος 2405/1996).
[64] Προώθηση της συλλογικής διαπραγμάτευσης (κυρωτικός νόμος 2403/1996).
[65]Δικαίωμα εκούσιων συλλογικών διαπραγματεύσεων (κυρωτικός νόμος 4205/1961).
[66]Κυρωτικός νόμος 1426/1984.
[67] Βλ., ενδεικτικώς και μόνο, Ι. Κουκιάδη, Εργατικό δίκαιο, ΙΙ, όπ.παρ., σελ. 17επ., Γ. Λεβέντη, Συλλογική αυτονομία και κρατικός παρεμβατισμός, 1981, Κ. Χρυσόγονου, Ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα, 2002, σελ. 485.
[68] Βλ. π.χ. την απόφαση της Ολομελείας του ΣτΕ 632/1978, ΤοΣ, 1978, σελ. 178.
[69] Όπως υπό β1.
[70] Βλ. π.χ. την απόφαση της Ολομελείας του ΣτΕ 2287/1987, ΝοΒ, 1987, σελ. 1096, καθώς και την απόφαση ΣτΕ 1975/1991, ΤοΣ, 1991, σελ. 392.
[71]Βλ. προηγουμένως υπό β1.

Αριστόβουλος Μάνεσης – Συνταγματική θεωρία και πράξη ένα μνημειώδες έργο, μια πολύτιμη παρακαταθήκη για το μέλλον.

Γιώργος Χ. Σωτηρέλης, Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης του Πανεπιστημίου Αθηνών

Αριστόβουλος Μάνεσης – Συνταγματική θεωρία και πράξη ένα μνημειώδες έργο, μια πολύτιμη παρακαταθήκη για το μέλλον.

«Συνταγματική Θεωρία και Πράξη»: ένα μνημειώδες έργο, μια πολύτιμη παρακαταθήκη για το μέλλον

του Γιώργου Χ. Σωτηρέλη*
Αξιότιμοι προσκεκλημένοι,
φίλες και φίλοι του Ομίλου μας
αγαπητή μας Μαίρη
Ο Όμιλος «Αριστόβουλος Μάνεσης» έχει την χαρά και την τιμή να παρουσιάσει ενώπιόν σας τον δεύτερο τόμο της «Συνταγματικής Θεωρίας και Πράξης», η έκδοση του οποίου αποτέλεσε εξ αρχής μια από τις βασικές προτεραιότητές μας. Ο τόμος αυτός καλύπτει την τελευταία εικοσαετία της ζωής του Δασκάλου μας και συμπληρώνει τον πρώτο, που ανατυπώθηκε επί τούτω, ώστε να συναποτελέσουν ένα ενιαίο εκδοτικό σύνολο και να παράσχουν, έτσι, ιδίως για τις νεότερες γενιές, μια εύκολη πρόσβαση σε έναν μεγάλο αριθμό δυσεύρετων κειμένων, κατεσπαρμένων ιδίως σε συλλογικά έργα, σε επιστημονικά περιοδικά και στον Τύπο. Μεγάλες ευχαριστίες ανήκουν, για την ολοκλήρωση αυτού το έργου, στον εκδότη Παναγιώτη Σάκκουλα, ο οποίος αγκάλιασε από την αρχή, με πίστη και ενθουσιασμό, την προσπάθειά μας και συνέβαλε τα μέγιστα στην άρτια, τόσο από τεχνική όσο και από αισθητική άποψη, ευόδωσή της.
Η σημερινή μας εκδήλωση, για την οποία ευχαριστούμε ιδιαίτερα τις Πρυτανικές Αρχές και το Τμήμα Νομικής του Πανεπιστημίου Αθηνών, έχει δύο αλληλένδετους στόχους. Πρώτον, αποβλέπει στην ανάδειξη του ιδιαίτερου στίγματος και του ενδιαφέροντος του συγκεκριμένου εκδοτικού εγχειρήματος, τόσο από την άποψη των κριτηρίων επεξεργασίας και κατάταξης όσο και από την άποψη του περιεχομένου των βασικών θεματικών ενοτήτων του. Δεύτερον, αποτελεί μια αφορμή να εγκύψουμε ξανά στο πλούσιο και πολύτιμο επιστημονικό έργο του Δασκάλου μας, το οποίο σημάδεψε το δεύτερο μισό του περασμένου αιώνα και αποτέλεσε αστείρευτη πηγή προβληματισμών και αναζητήσεων για το σύνολο σχεδόν του νομικού αλλά και για μεγάλο μέρος του πολιτικού κόσμου.
Επιτρέψτε μου να ξεκινήσω με μια σύντομη γενική παρουσίαση του τόμου, για να δώσω στην συνέχεια την σκυτάλη στον συνάδελφο και φίλο Νίκο Αλιβιζάτο, ιδρυτικό μέλος και αντιπρόεδρο του Ομίλου, προκειμένου να εμβαθύνει, με την γνωστή γλαφυρότητα του ύφους του, σε ορισμένες σημαντικές επιμέρους πλευρές του έργου του Δασκάλου μας.
Όπως λέχθηκε ήδη, αγαπητοί φίλοι, ο δεύτερος τόμος της Συνταγματικής Θεωρίας και Πράξης αποτελεί την συνέχεια του πρώτου τόμου, ο οποίος σταματάει το 1979. Περικλείει δε ένα εξαιρετικά πλούσιο και πολύπλευρο επιστημονικό έργο, το οποίο κατατάσσεται σε επί μέρους θεματικές ενότητες. Σπεύδω εξ αρχής να επισημάνω ότι η συμβολή του Ομίλου –και ειδικότερα του ομιλούντος και του μέχρι πρότινος Προέδρου του Ομίλου φίλου και συναδέλφου Γιώργου Παπαδημητρίου, που αναλάβαμε την επιμέλεια, με την πολύτιμη συνδρομή του επίσης φίλου και συναδέλφου Θανάση Ξηρού– αφορά κατά κύριο λόγο την κατάταξη και όχι την επιλογή των κειμένων, διότι αυτή είχε γίνει από τον ίδιο τον Δάσκαλο. Εκείνος, σε συνεννόηση με τον εκδότη μας, είχε σχεδιάσει ήδη, με τα δικά του κριτήρια και τις δικές του ιεραρχήσεις, την έκδοση του δεύτερου αυτού τόμου και είχε ξεχωρίσει τα έργα που ήθελε να περιληφθούν σε αυτόν (τα οποία, πάντως, για την ιστορία, δεν βρέθηκαν αμέσως μετά τον θάνατό του αλλά αρκετά αργότερα, καταχωνιασμένα ανάμεσα σε άλλα έγγραφα, με αποτέλεσμα να καθυστερήσει η παρούσα έκδοση, ενώ ήταν μια από τις πρώτες μας προτεραιότητες).
Παρότι όμως θεωρήσαμε αυτήν την επιλογή δεδομένη, κρίναμε σκόπιμο να προσθέσουμε στον τόμο και ορισμένες σημαντικές μονογραφίες, διότι για διάφορους λόγους, που δεν είναι του παρόντος, έπαυσε στο μεταξύ η κυκλοφορία των αρχικών αυτοτελών εκδόσεών τους και δυσχεράνθηκε έτσι, ιδίως για τους νεότερους, η πρόσβαση σε αυτές. Επιπλέον, δε, θεωρήσαμε αυτονόητο ότι στον τόμο αυτόν έπρεπε να προστεθούν και τα τελευταία κείμενά του, τα οποία ευλόγως δεν είχε προλάβει να συμπεριλάβει στο σώμα των υπό έκδοση κειμένων. Αυτές ήταν οι μοναδικές εξαιρέσεις από την αρχική επιλογή, η οποία κατά τα άλλα ακολουθήθηκε απαρέγκλιτα.
Σε αντίθεση με την επιλογή, η κατάταξη των κειμένων μας απασχόλησε πολύ περισσότερο, διότι δεν υπήρχε καμία σχετική προεργασία. Ως εκ τούτου έπρεπε να αναζητήσουμε μόνοι μας τα κριτήρια, έχοντας δύο εναλλακτικές λύσεις. Η πρώτη ήταν να ακολουθήσουμε τα κριτήρια του πρώτου τόμου, τα οποία όμως κρίθηκαν απρόσφορα, διότι είχαν προεχόντως χρονολογική βάση. Η δεύτερη εναλλακτική λύση, η οποία και υιοθετήθηκε, ήταν η κατάταξη σε επί μέρους θεματικές ενότητες, με αποκλειστικό κριτήριο το περιεχόμενο των κειμένων. Με βάση λοιπόν αυτό το κριτήριο επελέγησαν επτά θεματικές ενότητες, τις οποίες επιτρέψτε μου να αναφερθώ ειδικότερα:
Η πρώτη ενότητα είναι αυτή με το μεγαλύτερο θεωρητικό ενδιαφέρον, καθώς περιλαμβάνει κείμενα που ανατέμνουν με εμβρίθεια και διεισδυτικότητα, αλλά και με ζωντάνια που ξαφνιάζει, τις σχέσεις και τις αλληλεξαρτήσεις που χαρακτηρίζουν τις θεμελιώδεις αναφορές του συνταγματικού δικαίου: το κράτος, το δίκαιο, το Σύνταγμα και την πολιτική. Πρόκειται πράγματι για ρηξικέλευθα και συνάμα βαθυστόχαστα κείμενα, με εξαιρετικά πυκνό, πρωτότυπο και κριτικό προβληματισμό, που άνοιξαν δρόμους, σφραγίζοντας κυριολεκτικά την πορεία της συνταγματικής θεωρίας στη χώρα μας αλλά και επηρεάζοντας έντονα τόσο την εν γένει θεωρία του δικαίου όσο και την πολιτική θεωρία. Ιδιαίτερα θέλω να εξάρω την σημασία των εξής κειμένων:
Πρώτον, της εκτεταμένης μελέτης για την έννοια και την σημασία του δικαίου, που αποτελεί κατά την άποψή μου υπόδειγμα επιστημονικής εμβάθυνσης σε κρίσιμες και δύσκολες πτυχές του θεωρητικού προβληματισμού, με παράλληλο και πρόσφορο εμπλουτισμό του με τα πορίσματα του συνόλου σχεδόν των κοινωνικών επιστημών. Αξίζει μάλιστα να επισημανθεί η προσεκτική αλλά και εκλεκτικιστική διήθηση αυτών των πορισμάτων –χωρίς παρωπίδες και δογματισμούς αλλά και με σαφή την προτίμηση στην πλέον ριζοσπαστική εκδοχή τους– που χαρακτηρίζει γενικότερα την επιστημονική προσέγγιση του συγγραφέα. Συναφή και συμπληρωματικά, θα λέγαμε, προς αυτήν την βασική μελέτη, είναι και τα δύο μικρότερα κείμενά του, που περιλαμβάνονται στην πρώτη ενότητα και ολοκληρώνουν την θεώρησή του για το δίκαιο. Πρόκειται για το άρθρο «δίκαιο και πολιτική», που οριοθετεί ειδικότερα την σχέση και τις αλληλεπιδράσεις των δύο εννοιών, καθώς και για τον πρόλογο στον τόμο «νεοφιλελευθερισμός και δίκαιο», που είναι ένα από τα πρώτα κείμενα που αρθρώνουν έναν συγκεκριμένο και οδηγητικό, θα λέγαμε, αντίλογο απέναντι στις νεοφιλελεύθερες αντιλήψεις για το δίκαιο.
Δεύτερον, των δύο μελετών για το έργο του αξέχαστου Νίκου Πουλαντζά, οι οποίες νομίζω ότι φωτίζουν σε βάθος και με γλαφυρότητα τον εξαιρετικά πλούσιο και πρωτότυπο προβληματισμό του τραγικού αυτόχειρα συγγραφέα, ιδίως δε την πολύτιμη πράγματι συμβολή του στην σύγχρονη θεωρία του κράτους, η οποία εμφανώς επηρέασε βαθιά τον εν γένει θεωρητικό προβληματισμό του Αριστόβουλου Μάνεση.
Τρίτον, της εξαιρετικά επίκαιρης μελέτης του για το Σύνταγμα στο κατώφλι του 21ου αιώνα. Η μελέτη αυτή, με πυκνή αλλά και εξαιρετικά σύγχρονη και επίκαιρη επιχειρηματολογία, συμπυκνώνει μερικές πολύτιμες υποθήκες του Αριστόβουλου Μάνεση για κάθε ανήσυχο και προβληματισμένο νομικό του σήμερα, καθώς αναδεικνύει με ενάργεια τις σύγχρονες μεταλλάξεις του εξουσιαστικού φαινομένου, εν όψει της «νέας τάξης πραγμάτων», της «παγκοσμιοποίησης» και της ευρωπαϊκής ενοποίησης. Ταυτόχρονα δε υποδεικνύει, με εκπλήσσουσα νηφαλιότητα και φρεσκάδα ιδεών και επιχειρημάτων, αφ’ενός την μέθοδο της θεωρητικής προσέγγισης της σημερινής συνταγματικής πραγματικότητας –που πόρρω απέχει από την λογική μιας άκριτης προσαρμογής στα νέα δεδομένα – και αφ’ετέρου τις αναγκαίες αντιστοιχήσεις που πρέπει να προσδιορίσουν την στάση του σύγχρονου συνταγματισμού.
Η τέταρτη μελέτη που πρέπει να αναδειχθεί στην θεματική αυτή ενότητα αφορά μια ομιλία του Αριστόβουλου Μάνεση στην Ακαδημία Αθηνών για την διαλεκτική σημασία του «Όχι». Πρόκειται αναμφίβολα για ένα από τα πλέον εμπνευσμένα κείμενά του, καθώς η επέτειος του «Όχι» στον φασισμό του δίνει την ευκαιρία να αναδείξει, με έντονα φιλοσοφική διάθεση αλλά και με ποιητικές αναφορές, την εν γένει σημασία της άρνησης, ως αντίστασης απέναντι σε κάθε εξουσία, σε κάθε καταναγκασμό και σε κάθε πρακτική που οδηγεί στην αλλοτρίωση, στην απαξίωση και την φθορά του ανθρώπου.
Στην δεύτερη ενότητα εντάσσονται κείμενα που αφορούν την ιστορική εξέλιξη των πολιτικών και συνταγματικών μας θεσμών. Στα κείμενα αυτά ο συγγραφέας δίνει –μετά την συνταγματική του ιστορία που περιλαμβάνεται στον πρώτο τόμο– ένα ακόμη εξαίρετο δείγμα γραφής για την επιστημονική προσέγγιση της ιστορίας του συνταγματισμού στη χώρα μας. Προσέγγιση η οποία χαρακτηρίζεται από σαφείς και κατασταλαγμένες θέσεις για τη σημασία της εξέτασης των καταβολών των συνταγματικών και πολιτικών μας θεσμών, τόσο αυτοτελώς όσο και ως προϋπόθεσης για την πληρέστερη κατανόηση της σημερινής τους διαμόρφωσης.
Ειδικότερα στην ενότητα αυτή περιλαμβάνεται, εν πρώτοις, ένα εκτενές κείμενο για την εξέλιξη των πολιτικών θεσμών στην Ελλάδα, το οποίο παρέχει το αναλυτικό πανόραμα των εξελίξεων που σημάδεψαν την πορεία των πολιτικών μας θεσμών, από τις απαρχές τους έως το πρώτο μισό της δεκαετίας του ΄80. Πρόκειται για μια πραγματικά πολύτιμη ιστορική περιδιάβαση, με εύστοχη, νηφάλια και προπαντός απροκατάληπτη θεώρηση της πολιτικής και συνταγματικής μας ιστορίας, που φωτίζει σε βάθος τους σημαντικότερους σταθμούς της.
Τα υπόλοιπα κείμενα (μελέτες ή πρόλογοι σε μονογραφίες συνταγματικής και πολιτικής ιστορίας) εμβαθύνουν σε επί μέρους θεματικές, που καλύπτουν –με πολλές και χρήσιμες προεκτάσεις στο σήμερα– όλο το φάσμα της ιστορικής εξέλιξης του ελληνικού συνταγματισμού, ξεκινώντας από την πολιτική ιδεολογία του Ρήγα και φθάνοντας μέχρι τις σύγχρονες εκφάνσεις του, με ενδιάμεσους σταθμούς την Επανάσταση του 1821, την πρώτη περίοδο του ελληνικού κοινοβουλευτισμού και, τέλος, τις μεγάλες δοκιμασίες του στον 20ό αιώνα. Ιδιαίτερα πρέπει να επισημανθεί η εκτενής μελέτη του για την φιλελεύθερη και δημοκρατική ιδεολογία της εθνικής επανάστασης του 1821, η οποία αποτελεί κατά την άποψή μου σημείο αναφοράς για κάθε μελετητή που καταπιάνεται με το αφετηριακό αυτό σημείο της σύγχρονης ιστορίας μας.
Στην τρίτη ενότητα τα κείμενα αναφέρονται στην αναθεώρηση του Συντάγματος και έχουν πράγματι διαχρονική αξία. Ιδιαίτερα γνωστή είναι, εν πρώτοις, η μονογραφία του για την αναθεώρηση του 1986, η οποία δικαιολογημένα αποτέλεσε ένα από τα πλέον πολυσυζητημένα επιστημονικά κείμενα της δεκαετίας του ΄80. Υποδειγματική τεκμηρίωση, σφριγηλή και μαχητική γραφή, έντονα κριτική προσέγγιση αλλά και επιστημονική νηφαλιότητα συνθέτουν μια ολοκληρωμένη θεώρηση τοα αναθεωρητικού διαβήματος του 1986, η οποία θέτει με πολύ σαφή τρόπο τα όρια ανάμεσα στην ανεξάρτητη επιστημονική στάση και στον αποφευκτέο επιστημονικό απολογητισμό.
Τα υπόλοιπα κείμενα αυτής της ενότητας είναι μια επιλογή σχετικών άρθρων του από τον Τύπο, που εκπλήσσουν με την ζωντάνια και τον επίκαιρο χαρακτήρα τους. Πράγματι, οι θέσεις του Αριστόβουλου Μάνεση οριοθετούν ένα ασφαλές αξιακό πλαίσιο, μέσα στο οποίο οφείλει να κινείται κάθε αναθεωρητική πρωτοβουλία απαλλαγμένη από μικροπολιτικές σκοπιμότητες, ενώ παράλληλα χαράσσουν και όλες τις βασικές κατευθύνσεις μια εύστοχης αναθεωρητικής πολιτικής. Δυστυχώς τις παρακαταθήκες αυτές ελάχιστα αξιοποίησε η «άτολμη» και «άχρους» –κατά την δική του διατύπωση– αναθεώρηση του 2001, ενώ η πρόσφατη και πολλαπλά ατυχής αναθεωρητική πρωτοβουλία μπορούμε να πούμε ότι όχι μόνον δεν ενέκυψε σε αυτές αλλά αντίθετα βρέθηκε, εν πολλοίς, στον αντίποδα τους.
Στην τέταρτη ενότητα εντάσσονται κείμενα που αναφέρονται στο σύστημα προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων, που αποτέλεσε για τον Αριστόβουλο Μάνεση το προσφιλέστερο ίσως πεδίο της πολυδιάστατης επιστημονικής του δραστηριότητας. Τα κείμενα αυτά καλύπτουν όλο το φάσμα των θεμελιωδών δικαιωμάτων, από τις ιστορικές καταβολές τους μέχρι τις σύγχρονες εκφάνσεις τους.
Θα ξεχωρίσουμε ιδίως τις τρεις γενικότερες μελέτες, που αναφέρονται, αντίστοιχα, στις κύριες συνιστώσες του συστήματος θεμελιωδών δικαιωμάτων, στα προβλήματα της προστασίας τους και στην προβληματική της προστασίας των κοινωνικών δικαιωμάτων στον ευρωπαϊκό χώρο. Οι μελέτες αυτές, με την συνήθη εκτεταμένη τεκμηρίωση, συνθέτουν μια ολοκληρωμένη θεώρηση των θεμελιωδών δικαιωμάτων, υπό όλες τις εκδοχές τους. Εκείνο που πρέπει ιδίως να επισημανθεί είναι η εναγώνια προσπάθεια του Δασκάλου μας να αναδείξει την σημασία και την αξία της συνταγματικής προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων ως της υπέρτατης κατάκτησης του νομικού μας πολιτισμού, αλλά και η έντονη και συνεχής υπόμνηση της παραπληρωματικότητας των επί μέρους κατηγοριών δικαιωμάτων (πολιτικά, ατομικά, κοινωνικά) ώστε να καταστεί σαφές ότι οι όποιες διακρίσεις δεν είναι οντολογικές αλλά μεθοδολογικές και ότι, εν τέλει, η συνταγματική ελευθερία είναι μια, ενιαία και αδιάσπαστη.. Ως εκ τούτου οι συγκεκριμένες αναλύσεις του Αριστόβουλου Μάνεση, που αποτελούν την συνέχεια αυτών που περιλαμβάνονται στο σχετικό διδακτικό του εγχειρίδιο αλλά και στον πρώτο τόμο, προσφέρουν όλες τις απαραίτητες ασφαλιστικές δικλείδες προκειμένου να αποτραπούν μονομερείς και επιλεκτικές αναγνώσεις –και κατ’επέκταση εκπτώσεις– της συνταγματικής ελευθερίας, προς τις οποίες ρέπουν ολοένα και περισσότερο οι απανταχού απολογητές της «παγκοσμιοποίησης» και της «νέας τάξης πραγμάτων». Στο σημείο αυτό μάλιστα αξίζει νομίζω να υπογραμμισθεί το ότι αυτή η γραμμή πλεύσης ακολουθήθηκε έως τώρα, με συνέπεια, από το σύνολο σχεδόν των επιστημόνων που ασχολούνται με τα θεμελιώδη δικαιώματα και εντάσσονται, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, στον ευρύτερο κύκλο των μαθητών του.
Αξιοπρόσεκτες είναι και δύο ειδικότερες μελέτες αυτής της θεματικής ενότητας, που αποτυπώνουν ανάγλυφα την επιστημονική συνέπεια αλλά και τον αξιακό πλούτο του Δασκάλου μας.
Πρόκειται, εν πρώτοις, για την εκτενή μελέτη του ως προς την συνταγματική καθιέρωση της ισονομίας ανδρών και γυναικών, η οποία επικεντρώνεται ιδίως στις αναγκαίες συνέπειες αυτής της καθιέρωσης, δηλαδή στην νομοθετική εκκαθάριση όλων των θεσμών που στοιχειοθετούν ή εμπερικλείουν διακρίσεις. Σε αυτήν δε την νομοθετική εκκαθάριση, η οποία συντελέσθηκε εν πολλοίς την δεκαετία του ΄80 –και στην οποία αφιερώνεται μεγάλο μέρος της μελέτης– είναι γνωστό ότι η συμβολή του Αριστόβουλου Μάνεση υπήρξε πράγματι καθοριστική.
Εξ ίσου ενδιαφέρουσα είναι και η μελέτη για την πραγμάτωση της συνταγματικής προστασίας της ανήλικης νεότητας στο ισχύον δίκαιο, η οποία επίσης αποτελεί, με την αναλυτική επεξεργασία και την πλούσια τεκμηρίωσή της, εξαιρετικά χρήσιμη συνεισφορά στην εν γένει προβληματική για την προστασία και, ιδίως, για την έμπρακτη εφαρμογή ευαίσθητων δικαιωμάτων, που συνδέονται με μια κρίσιμη ηλικιακή φάση της ζωής του κάθε ανθρώπου.
Κλείνουμε αυτήν την τέταρτη ενότητα με ένα κείμενο του οποίου η δημοσίευση αποτέλεσε το κύκνειο άσμα του Δασκάλου μας. Πρόκειται για την μελέτη «Όψεις και αντιμετώπιση του ρατσισμού», η οποία παρουσιάζει, από πολλές πλευρές, εξαιρετικό ενδιαφέρον. Πρώτον διότι προτείνει την πληρέστερη, κατά την άποψή μου, οριοθέτηση του προβλήματος του ρατσισμού, από την σκοπιά του συνταγματικού δικαίου. Αυτό επιτυγχάνεται, ιδίως, με τον συστηματικό και λεπτομερή φωτισμό όλων των λεπτών αποχρώσεων του φαινομένου του ρατσισμού και των παραφυάδων του, προκειμένου να επιτευχθούν, κατά το προσφορότερο δυνατό τρόπο, οι αναγκαίες εννοιολογικές αποσαφηνίσεις. Αξιοπρόσεκτη επίσης είναι και η παράλληλη πραγμάτευση του προβλήματος του εθνικισμού, όχι μόνον για την εύστοχη σύνδεσή του με το πρόβλημα του ρατσισμού αλλά και διότι αποδεικνύει με ενάργεια ότι αυτός διαφέρει από τον πατριωτισμό, όχι μόνον γενικά αλλά και στο επίπεδο της προστασίας των δικαιωμάτων. Εξ ού και η αποδοκιμασία ενός αφελούς και ανιστόρητου «διεθνισμού», όπως θεωρεί αυτόν που έχει επιδειχθεί στο ζήτημα των Σκοπίων.
Στην πέμπτη ενότητα περιλαμβάνεται μια επιλογή άρθρων από τον Τύπο, τα οποία αποτελούν εν πολλοίς επίκαιρες παρεμβάσεις του Δασκάλου μας σε δοκιμαζόμενες πλευρές της λειτουργίας του πολιτεύματος. Οι σχετικές αναλύσεις αποκαλύπτουν με ενάργεια υστερήσεις, παθογένειες και χρονίζοντα προβλήματα αλλά και προτείνουν διεξόδους, με προτάσεις που χαρακτηρίζονται από βαθιά γνώση της λειτουργίας του πολιτεύματος και κατ’επέκταση από ρεαλιστικό, στέρεο και μεστό προβληματισμό.
Στην έκτη ενότητα εντάσσονται κείμενα που εξετάζουν την σχέση της γλώσσας με το δίκαιο και την νομική επιστήμη. Η σωστή χρήση της ελληνικής γλώσσας στα νομικά κείμενα –αλλά και γενικότερα– ήταν μια από τις εμμονές του Δασκάλου μας, όπως γνωρίζουμε πολύ καλά όσοι από μας είχαμε το προνόμιο να μας διορθώνει τα κείμενά μας. Δεν είναι λοιπόν συμπτωματικό ότι τα κείμενα αυτής της ενότητας –και ιδίως το δεύτερο εξ αυτών που έχει δημοσιευθεί και αυτοτελώς– είναι ίσως τα πλέον γλαφυρά και λεπτολογικά που περιλαμβάνονται σε αυτόν τον τόμο. Το ενδιαφέρον εντοπίζεται, εν πρώτοις, σε μια σειρά εύστοχων διαπιστώσεων για την κακοποίηση της γλώσσας στη νομική επιστήμη και στη νομική πράξη, που συχνά μας φέρνουν χαμόγελα αλλά στο βάθος προκαλούν θλίψη για το μέγεθος της γλωσσικής ένδειας, που αποκαλύπτεται τόσο ανάγλυφα αλλά και σε τόσο μεγάλη έκταση. Ωστόσο ο Αριστόβουλος Μάνεσης δεν αρκείται, ως συνήθως, σε απλές διαπιστώσεις. Υποδεικνύει ταυτόχρονα, με εξαντλητικά παραδείγματα, λύσεις που αναδεικνύουν τον πλούτο της ελληνικής γλώσσας και ταυτόχρονα αποτρέπουν τους γλωσσικούς βαρβαρισμούς. Είναι λοιπόν εύλογο μια τέτοια, τόσο μαχητική αλλά και τόσο αναλυτική, υπεράσπιση της ελληνικής γλώσσας να αποτελεί μια ακόμη πολύτιμη υποθήκη, την οποία επιτρέψτε μου να συστήσω ένθερμα, ιδίως στους νεότερους συναδέλφους, που τώρα διαμορφώνουν το γλωσσικό τους ύφος.
Τέλος, η έβδομη ενότητα είναι αφιερωμένη σε δύο σπαρακτικούς αποχαιρετισμούς του Δασκάλου μας. Αφορούν δύο αγαπημένους μαθητές του –και φίλους του ομιλούντος– που έφυγαν πολύ νωρίς και πολύ άδικα. Αποκαλύπτουν δε κατά τρόπο ανάγλυφο τον ιδιαίτερο δεσμό του Δασκάλου με τους μαθητές του, δεσμό που χαρακτήρισε έντονα ολόκληρη την πανεπιστημιακή διαδρομή του Αριστόβουλου Μάνεση.
Επιτρέψτε μου, αγαπητοί φίλοι, να κλείσω αυτήν την παρουσίαση με έναν περισσότερο βιωματικό τρόπο. Η ενασχόλησή μου με την επιμέλεια αυτού του τόμου μου προκάλεσε ένα παράξενο συναίσθημα. Εγώ, που είχα για τόσα χρόνια συνηθίσει να του δίνω τα κείμενά μου, και να τα παίρνω πίσω κοκκινισμένα, γεμάτα με ατάκτως ερριμμένες σημειώσεις και χαρακτηριστικά σύμβολα, βρέθηκα ξαφνικά, ενώπιος ενωπίω, με το δικό του έργο. Ένα τεράστιο έργο για το οποίο έπρεπε τώρα εγώ να αναλάβω κρίσιμες κατατάξεις, διορθώσεις και αποφάσεις. Δεν σας κρύβω ότι αισθάνθηκα δέος. Παράλληλα όμως αισθάνθηκα και απέραντη ικανοποίηση, διότι μέσω του Ομίλου ο Δάσκαλος έπαιρνε συμβολικά ένα ελάχιστο αντίδωρο για όσα του οφείλουμε, όλοι οι μαθητές του, για τις αμέτρητες ώρες που αφιέρωσε σκύβοντας με τόση προσοχή και με τόσο ενδιαφέρον –μέχρις υπερβολής– πάνω από τα γραπτά μας. Για τις ώρες που πέρασε «ψι-ψειρίζοντας» για «την αφεντιά μας», όπως του άρεσε να λέει χαμογελώντας.
Παράλληλα όμως αυτή η ενασχόληση μου έδωσε μια μεγάλη ευκαιρία. Να σκύψω ξανά πάνω από το έργο του, να συνομιλήσω ξανά μαζί του. Να θυμηθώ ξανά τον μόχθο, τις αγωνίες και τις αναζητήσεις μιας ολόκληρης εικοσαετίας. Της εικοσαετίας που έζησα από κοντά τον άνθρωπο που αποτέλεσε για μένα το αξεπέραστο πρότυπο όχι μόνο του Δασκάλου αλλά και του Πολίτη, του Επιστήμονα και του Διανοουμένου.
Ήταν αρκετή, φίλες και φίλοι, μια τέτοια περιδιάβαση στο έργο του Δασκάλου για να νιώσω ξανά το αταλάντευτο και ανυποχώρητο πάθος του για ελευθερία και δημοκρατία, και για να αισθανθώ ξανά την αύρα ενός λαμπερού, μαχητικού, και ανυπότακτου πνεύματος. Ενός πνεύματος που συνδύαζε τόσο αρμονικά αλλά και τόσο μαχητικά τον λογισμό με τ’όνειρο, τον κριτικό επιστημονικό λόγο με την πολιτική και κοινωνική ευαισθησία. Ενός πνεύματος που ποτέ δεν «συνεμορφώθη προς τας υποδείξεις» της όποιας εξουσίας. Που δεν δείλιασε, δεν λάκισε, δεν ελίχθηκε, δεν συμβιβάσθηκε. Που δεν ενέδωσε ούτε στις σειρήνες του καιροσκοπισμού ούτε στην απατηλή λάμψη της ματαιοδοξίας. Που αρνήθηκε με κάθε τίμημα να νοθεύσει τον επιστημονικό λόγο με τις προσμίξεις ποικίλων σκοπιμοτήτων. Που είχε πάντα ανοιχτές τις κεραίες για κάθε καινούρια ιδέα αλλά και ήταν πάντα σε εγρήγορση, για να στηλιτεύσει κάθε αντιδημοκρατική νοοτροπία και πρακτική.
Ο τόμος που παρουσιάζεται σήμερα, φίλες και φίλοι, επιγράφεται, όπως και ο πρώτος, «Συνταγματική Θεωρία και Πράξη». Η ενιαία πλέον έκδοση περιλαμβάνει το μέγιστο μέρος, αν εξαιρέσουμε τα διδακτικά εγχειρίδια, του έργου του Δασκάλου μας. Περιλαμβάνει, ταυτόχρονα, μισόν αιώνα προσωπικής διαδρομής που συνδύασε με τον πλέον υποδειγματικό τρόπο την θεωρία με την πράξη. Ο Αριστόβουλος Μάνεσης έσκαψε όσο λίγοι το περιβόλι των ιδεών και των αναζητήσεων τόσο του παλαιού όσο και του νέου συνταγματισμού. Αποκάλυψε με απαράμιλλη διεισδυτικότητα τις κοινωνικές και πολιτικές παραμέτρους του θεωρητικού προβληματισμού για το Σύνταγμα. Ανέδειξε με ενάργεια και πληρότητα τους ιστορικούς καθορισμούς των συνταγματικών θεσμών. Παράλληλα όμως, δεν στάθηκε στα λόγια. Αν κάτι χαρακτηρίζει διαχρονικά την θεωρία και την πράξη του Αριστόβουλου Μάνεση, όπως είχα και άλλοτε την ευκαιρία να επισημάνω, είναι αφ’ενός μεν ο αδιάκοπος, έντονος και θαρραλέος αντίλογος απέναντι στον λόγο της εξουσίας, αφ’ετέρου δε η διαρκής και αταλάντευτη στράτευσή του στον χώρο της ελευθερίας. Ο λόγος του δεν υπήρξε ποτέ ούτε παρακολουθηματικός ούτε απολογητικός της εξουσίας. Ήταν λόγος αυτόνομος, ανυπότακτος και αδογμάτιστος. Ήταν λόγος-αντίβαρο και λόγος-αμφισβήτηση.
Να λοιπόν τι αντιπροσωπεύουν οι δύο τόμοι που παρουσιάζονται μαζί στην σημερινή μας εκδήλωση. Μια «Θεωρία» πλούσια και πρωτοποριακή, που χάραξε δρόμους στο συνταγματικό μας δίκαιο και έδωσε νόημα και ουσιαστικό περιεχόμενο στις ιδέες της ανοιχτής και δημοκρατικής κοινωνίας. Παράλληλα δε και μια «Πράξη» που αποτέλεσε ασφαλές πεδίο δοκιμασίας και αξιολόγησης, όχι μόνον ως προς την ορθότητα των αρχών και των προτάσεων αλλά και ως προς την ειλικρίνεια των προθέσεων και την συνέπεια των θέσεων. Μια «Πράξη» η οποία ποτέ δεν παρεξέκλινε από τις επιταγές της θεωρίας, παρά το βαρύ τίμημα των διώξεων και της εξορίας, στους δύσκολους καιρούς, αλλά και των απαξιωτικών προσωπικών επιθέσεων και επικρίσεων, στους καιρούς της ομαλότητας. Είναι γνωστό ότι ο Αριστόβουλος Μάνεσης είναι από τους λίγους που δεν έκυψε το γόνυ στην εξουσία και από τους ακόμη λιγότερους για τους οποίους ποτέ κανείς δεν διανοήθηκε να πει το «δάσκαλε που δίδασκες…».
Αυτόν λοιπόν τον σπάνιο συνδυασμό θεωρίας και πράξης παραδίδει αγαπητοί φίλοι ο Όμιλός μας, με την παρούσα έκδοση, στον νομικό κόσμο αλλά και σε κάθε προβληματισμένο πολίτη. Βρήκαμε μια βαριά κληρονομιά και θέλουμε να πιστεύουμε ότι την μετατρέψαμε σε μια πλούσια παρακαταθήκη, όχι μόνον εύκολα προσβάσιμη αλλά και πολλαπλά χρήσιμη:
Πρώτον, διότι αποθησαυρίζει, με τα κριτήρια του Δασκάλου μας, την πολύτιμη και πρωτοπόρα επιστημονική προσφορά του, που όχι μόνον εγκοίτωσε την πορεία του συνταγματικού δικαίου του χθες αλλά και μας έδωσε το οδηγητικό νήμα για τις αναζητήσεις του σήμερα και του αύριο.
Δεύτερον, διότι ενσωματώνει, ταυτόχρονα, ένα αξιοθαύμαστο παράδειγμα συνεπούς προσωπικής στάσης, η οποία υπαγορεύθηκε, σε όλες τις εποχές και με όλες τις συνθήκες, από «αρετήν και τόλμην», τις σπάνιες εκείνες ιδιότητες που συνθέτουν, κατά τον αγαπημένο του ποιητή, την αναγκαία βιόσφαιρα της ελευθερίας.
Τρίτον, διότι αποτελεί, σε μια εποχή πνευματικής και ηθικής ξηρασίας, αξιακών εκπτώσεων και μειωμένων προσδοκιών, μια όαση αισιοδοξίας και μια ανεξάντλητη πηγή δημιουργικής έμπνευσης, δημοκρατικής ευαισθησίας και ιδεολογικής εγρήγορσης.


* Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης
του Πανεπιστημίου Αθηνών

Η χαμένη τιμή της Ελληνικής Δημοκρατίας. Ο μηχανισμός «στήριξης της ελληνικής οικονομίας» από την οπτική της εθνικής κυριαρχίας και της δημοκρατικής αρχής

Κώστας Χ. Χρυσόγονος, Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στη Νομική Σχολή Α.Π.Θ.

Η χαμένη τιμή της Ελληνικής Δημοκρατίας. Ο μηχανισμός «στήριξης της ελληνικής οικονομίας» από την οπτική της εθνικής κυριαρχίας και της δημοκρατικής αρχής
Ι. Η defacto εκχώρηση της εξωτερικής οικονομικής κυριαρχίας
Ο νόμος 3845/2010 (ΦΕΚ Α’ 65/6.5.2010), με τίτλο «Μέτρα για την εφαρμογή του μηχανισμού στήριξης της ελληνικής οικονομίας από τα κράτη-μέλη της Ζώνης του ευρώ και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο», καθώς και το νομοσχέδιο για την κύρωση της από 8.5.2010 δανειακής σύμβασης μεταξύ της Ελλάδας αφενός και των υπολοίπων κρατών-μελών της ευρωζώνης και του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (στο εξής: ΔΝΤ) αφετέρου, αποτελούν αληθινή πρόκληση για σχολιασμό από μέρους της συνταγματικής θεωρίας. Από το περιεχόμενο αλλά και τη δομή των νομοθετημάτων αυτών ανακύπτει σειρά ολόκληρη ζητημάτων συμβατότητας ή μη προς συγκεκριμένες διατάξεις του ελληνικού Συντάγματος, του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (στο εξής: ΕΣΔΑ). Όσο σημαντικά όμως κι αν είναι όλα τα παραπάνω, το κύριο ζήτημα μπορεί να υποστηριχθεί πως βρίσκεται αλλού. Το κύριο ζήτημα είναι δηλαδή το πώς από τις εκλογές του 2009 φθάσαμε στον νόμο 3845/2010 και τι υποδηλώνει η πορεία εκείνη για την πραγματικότητα (ή μη) του δημοκρατικού πολιτεύματος στην Ελλάδα. Προϋπόθεση για να εξετασθεί αυτό ωστόσο είναι να επιχειρηθεί μια σύντομη επισκόπηση του περιεχομένου του νόμου 3845/2010 και της δανειακής σύμβασης.
Το πρώτο άρθρο του ν. 3845/2010 περιγράφει το ιστορικό της δημιουργίας του «μηχανισμού στήριξης», στις παραγράφους 1 έως 3, ενώ η παράγραφος 4 εξουσιοδοτούσε τον Υπουργό Οικονομικών να υπογράφει μνημόνια, συμφωνίες και συμβάσεις για την εφαρμογή του μηχανισμού, με την προσθήκη ότι αυτά θα εισάγονται στη Βουλή για κύρωση. Τούτο ήταν όμως ούτως ή άλλως επιβεβλημένο, δεδομένου ότι οι συμβάσεις αυτές εμπίπτουν, λόγω του αντικειμένου τους, στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 36 παρ.2 του Συντάγματος[1]. Πέντε (!) μόλις ημέρες μετά τη δημοσίευση του ν. 3845/2010 ωστόσο ο ν. 3847/2010 (ΦΕΚ Α’ 67/11.5.2010) ήρθε να ανατρέψει την πρόβλεψη εκείνη και να ορίσει, στην παρ.9 του μόνου άρθρου του, ότι τα ανωτέρω μνημόνια, συμφωνίες και συμβάσεις εισάγονται στη Βουλή όχι για κύρωση, αλλά για «συζήτηση και ενημέρωση» (ως εάν να επρόκειτο όχι για το νομοθετικό σώμα, αλλά για λέσχη συζητήσεων ή για καφενείο) και ακόμη ότι «ισχύουν και εκτελούνται από της υπογραφής τους». Η παρ. 9 του μόνου άρθρου του ν. 3847/2010 αντιβαίνει ευθέως όχι μόνο προς την παρ. 2, αλλά και προς την παρ. 1 του άρθρου 36 Συντ., αφού έτσι διεθνής παραστάτης του κράτους καθίσταται ο Υπουργός Οικονομικών αντί του Προέδρου της Δημοκρατίας, με τη σιωπηρή κατάργηση, ως προς τις συμβάσεις αυτές, της επικύρωσής τους από τον τελευταίο ως προϋπόθεσης της ισχύος τους. Περαιτέρω παραβιάζεται με τον ίδιο τρόπο και το άρθρο 35 παρ. 1 του Συντάγματος, στο οποίο ως εκ περισσού παραπέμπει και ρητά η παρ. 1 του άρθρου 36 Συντ. Ακόμη παραβιάζεται και η παρ.4 του άρθρου 36 Συντ., διότι ουσιαστικά παρέχεται έτσι στον Υπουργό Οικονομικών εξουσιοδότηση συλλήβδην για υπογραφή, κύρωση και επικύρωση των σχετικών διεθνών συνθηκών[2].
Κατά τα άλλα η μνεία στην παρ. 3 του πρώτου άρθρου του ν. 3845/2010 ότι προσαρτώνται στον νόμο ως παραρτήματα η δήλωση των αρχηγών κρατών και κυβερνήσεων της ευρωζώνης της 25.3.2010, η δήλωση της ευρωομάδας (Eurogroup) της 11.4.2010 και το σχέδιο προγράμματος που συμφωνήθηκε μεταξύ του Υπουργείου Οικονομικών αφενός και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (στο εξής: ΕΚΤ) και του ΔΝΤ αφετέρου (δηλ. τα δύο μνημόνια, οικονομικής και χρηματοπιστωτικής πολιτικής αφενός και συνεννόησης στις συγκεκριμένες προϋποθέσεις οικονομικής πολιτικής αφετέρου), δεν καθιστά δεσμευτικούς κανόνες δικαίου, στο εσωτερικό της ελληνικής έννομης τάξης, τις δηλώσεις και το πρόγραμμα. Και τούτο όχι μόνο επειδή τα σχετικά κείμενα απλώς προσαρτώνται στο νόμο 3845/2010, χωρίς να γίνεται ρητή μνεία περί της ισχύος τους, αλλά και επειδή πρόκειται ως επί το πλείστον για διατύπωση ιστορικών διαπιστώσεων και γενικών στόχων για το μέλλον, με αναφορά σε αριθμητικά μεγέθη αλλά χωρίς να εξειδικεύεται ο ακριβής τρόπος υλοποίησής τους με δικαιικές ρυθμίσεις. Οι δηλώσεις και το πρόγραμμα θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι επέχουν εδώ θέση ανάλογη εκείνης των αιτιολογικών εκθέσεων στους «συνήθεις» τυπικούς νόμους.
Το δεύτερο άρθρο, παρ. 1, εδάφιο α’ του ν. 3845/2010 παρέχει γενική νομοθετική εξουσιοδότηση για τη λήψη, με τη μορφή προεδρικών διαταγμάτων, όλων των ενδεικνυομένων μέτρων δημοσιονομικής πολιτικής προκειμένου να επιτευχθούν οι στόχοι του προγράμματος. Γενικές εξουσιοδοτήσεις παρέχονται και στις παραγράφους 2 και 3 του ίδιου άρθρου για τη λήψη έκτακτων μέτρων για την προστασία των ασθενέστερων οικονομικών στρωμάτων και των ευπαθών κοινωνικών ομάδων, όπως και για τη στήριξη της «πραγματικής» οικονομίας, την ενίσχυση των μικρών επιχειρήσεων κ.ά. κατά τη διάρκεια της εφαρμογής του προγράμματος του άρθρου 1.
Συνεπώς ο ν. 3845/2010 είναι νόμος-πλαίσιο. Σύμφωνα με το άρθρο 43, παρ. 4, εδ. β’ του Συντάγματος «με τους νόμους αυτούς χαράζονται οι γενικές αρχές και οι κατευθύνσεις της ρύθμισης που πρέπει να ακολουθηθεί και τίθενται χρονικά όρια για τη χρήση της εξουσιοδότησης»[3]. Στην προκείμενη περίπτωση οι γενικές αρχές και κατευθύνσεις θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι περιέχονται στο σχέδιο προγράμματος, δηλαδή κυρίως στα παραρτήματα ΙΙΙ και ΙV του νόμου. Ωστόσο τα παραρτήματα αυτά, με άλλες λέξεις τα δύο μνημόνια, περιέχουν, όπως εκτέθηκε, καθορισμό στόχων και αριθμητικών μεγεθών χωρίς να διευκρινίζουν πάντοτε τον τρόπο επίτευξής τους. Έτσι π.χ. για τα έτη 2013-2014 προβλέπονται (στον πίνακα 1 του μνημονίου οικονομικής και χρηματοπιστωτικής πολιτικής) «μη καθορισμένα μέτρα» ύψους σχεδόν δέκα δισεκατομμυρίων ευρώ (!) χωρίς καμία άλλη διευκρίνιση. Εάν γίνει δεκτό ότι ο Υπουργός Οικονομικών και ο κατά περίπτωση συναρμόδιος Υπουργός μπορούν να προκαλούν την έκδοση προεδρικών διαταγμάτων για την κατάργηση οποιασδήποτε κρατικής δαπάνης ή για τον προσπορισμό κάθε είδους εσόδου στο δημόσιο, ανατρέποντας όλη την ισχύουσα νομοθεσία για τα έτη εκείνα τουλάχιστον, με βάση την εξουσιοδότηση του άρθρου 2 παρ.1 ν. 3845/2010 και έως το όριο των δέκα δισεκατομμυρίων ευρώ, τότε θα οδηγηθούμε σε καταρράκωση κάθε έννοιας διάκρισης των λειτουργιών. Κάτι τέτοιο όμως δεν θα ήταν πια γενική νομοθετική εξουσιοδότηση ή νόμος-πλαίσιο, αλλά κράτος έκτακτης ανάγκης.
Αν πάντως είναι αμφισβητήσιμη η ύπαρξη γενικών αρχών και κατευθύνσεων στον ν. 3845/2010, ώστε να θεωρηθεί θεμιτή η παρεχόμενη γενική εξουσιοδότηση, αναμφισβήτητο είναι ότι δεν υπάρχει ρητή μνεία για τον χρόνο ισχύος της εξουσιοδότησης. Σαφής αναφορά στον χρόνο λήξης της ισχύος του προγράμματος δεν φαίνεται όμως να γίνεται ούτε στα Παραρτήματα του νόμου. Έτσι π.χ. στο Παράρτημα ΙΙΙ (Μνημόνιο οικονομικής και χρηματοπιστωτικής πολιτικής), κεφάλαιο ΙΙΙ, παρ. 7 βρίσκει κανείς μια αναφορά στο έτος 2020, έως το οποίο πρέπει να επιτυγχάνονται πρωτογενή δημοσιονομικά πλεονάσματα άνω του 5% του ΑΕΠ ετησίως. Στο κεφάλαιο V, παρ. 25, του ίδιου κειμένου οριοθετούνται αριθμητικά συγκεκριμένοι δημοσιονομικοί στόχοι έως και το έτος 2014, ενώ σε πολλά άλλα σημεία τίθενται στόχοι για εγγύτερα χρονικά διαστήματα. Ακόμη λοιπόν κι αν γίνει δεκτό ότι, κατά την έννοια του άρθρου 43 παρ. 4 εδ. β’ του Συντάγματος, αρκεί οι γενικές αρχές και κατευθύνσεις της ρύθμισης να χαράζονται σε παράρτημα του νόμου-πλαίσιο και όχι στο ίδιο το κείμενό του, πάντως η έλλειψη σαφούς καθορισμού των χρονικών ορίων για τη χρήση της εξουσιοδότησης παρέχει έρεισμα για την αμφισβήτηση της συνταγματικότητας των προεδρικών διαταγμάτων που θα εκδοθούν.
Από την άλλη πλευρά πάντως θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι το άρθρο 2, παρ. 1α ν. 3845/2010 συνιστά νόμο-πλαίσιο κατ’ εφαρμογή όχι του άρθρου 43 παρ. 4, αλλά του άρθρου 78 παρ. 5 του Συντάγματος («κατ’ εξαίρεση επιτρέπεται να επιβληθούν με εξουσιοδότηση νόμων πλαισίων εξισωτικές ή αντισταθμιστικές εισφορές ή δασμοί, καθώς και να ληφθούν οικονομικά μέτρα στο πλαίσιο των διεθνών σχέσεων της Χώρας με οικονομικούς οργανισμούς ή μέτρα που αποβλέπουν στην εξασφάλιση της συναλλαγματικής θέσης της Χώρας»). Τα μέτρα του ν. 3845/2010 προφανώς εμπίπτουν στην έννοια του ίδιου όρου κατ’ άρθρο 78 παρ. 5 Συντ. Το ερώτημα όμως είναι αν ο νόμος-πλαίσιο της τελευταίας αυτής διάταξης είναι ταυτόσημος με το νόμο-πλαίσιο του άρθρου 43 παρ.4 Συντ., με όλους τους εντεύθεν περιορισμούς, ή αν είναι άλλο είδος τέτοιου νόμου, με τον οποίο μπορεί να παρασχεθεί εξουσιοδότηση χωρίς χρονικά όρια και μάλιστα όχι μόνο στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, αλλά και σε άλλα όργανα της διοίκησης. Στη θεωρία δίνονται διαμετρικά αντίθετες απαντήσεις σ’ αυτό[4]. Αν και το θέμα υπερβαίνει τα πλαίσια της παρούσας μελέτης, πρέπει να επισημανθεί ότι η εκδοχή πως το άρθρο 78 παρ. 5 Συντ. εισάγει μια εντελώς διαφορετική μορφή νόμου- πλαισίου, χωρίς τους περιορισμούς του άρθρου 43 παρ. 4, οδηγεί σε υπερβολική (ενόψει και των θεμελιωδών αρχών των άρθρων 1 και 26 του Συντάγματος) μετακύλιση ρυθμιστικών αρμοδιοτήτων από τον κοινοβουλευτικό νομοθέτη στη διοίκηση. Ακόμη και σήμερα ο τυπικός νόμος δεν παύει να περιβάλλεται από μείζονες δημοκρατικές εγγυήσεις σε σχέση με τις κανονιστικές πράξεις της διοίκησης. Συνεπώς ορθότερη φαίνεται η εκδοχή ότι η «εξαίρεση» της παρ. 5 του άρθρου 78 αφορά τον κανόνα της παρ. 4 του ίδιου άρθρου, περί αποκλεισμού της νομοθετικής εξουσιοδότησης σε φορολογικά ζητήματα, και όχι τη διαδικασία και τους περιορισμούς της παρ. 4 του άρθρου 43 Συντ.
Οι υπόλοιπες παράγραφοι του δεύτερου άρθρου του ν. 3845/2010 περιέχουν πληθώρα ειδικών και ειδικότερων εξουσιοδοτήσεων, για έκδοση υπουργικών αποφάσεων και προεδρικών διαταγμάτων σχετικά με την απογραφή του προσωπικού του δημοσίου και των ν.π.δ.δ. και με τη λήψη διάφορων εκτάκτων μέτρων με σκοπό την αντιμετώπιση των δυσμενών συνεπειών από την εφαρμογή του προγράμματος. Το τρίτο άρθρο προβλέπει μειώσεις αποδοχών και συντάξεων, το τέταρτο άρθρο μόνιμου χαρακτήρα αυξήσεις φόρων, το πέμπτο άρθρο έκτακτη εισφορά στα κέρδη των νομικών προσώπων και ειδικό φόρο στις τηλεοπτικές διαφημίσεις, το έκτο άρθρο οργανωτικά μέτρα στις υπηρεσίες του Υπουργείου Οικονομικών και το έβδομο και τελευταίο άρθρο τον χρόνο έναρξης ισχύος των διατάξεων του νόμου. Οι διατάξεις ιδίως του τρίτου άρθρου μπορούν να προκαλέσουν προβληματισμό σε ό,τι αφορά τη συμφωνία τους ή μη προς την κατοχύρωση κοινωνικών δικαιωμάτων στο ελληνικό Σύνταγμα (π.χ. για εργασία και «εξύψωση» του εργαζόμενου πληθυσμού, άρθρο 22 παρ. 1, και για κοινωνική ασφάλιση, άρθρο 22 παρ. 5)[5], αλλά και προς την προστασία της περιουσίας στο άρθρο 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ (δεδομένου ότι στην έννοια της περιουσίας μπορούν, σύμφωνα με τη σχετική νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, να εμπίπτουν και κοινωνικοασφαλιστικές παροχές)[6]. Εξάλλου πρόσφατα είναι τα παραδείγματα αποφάσεων Συνταγματικών Δικαστηρίων κρατών της ανατολικής Ευρώπης που έκριναν αντισυνταγματικούς τους νόμους για δραστικές περικοπές των συντάξεων, οι οποίοι είχαν ψηφισθεί από τα κοινοβούλια των κρατών αυτών σε συμμόρφωση προς τα προγράμματα του ΔΝΤ[7]. Ο προβληματισμός αυτός ωστόσο εκφεύγει από τα περιορισμένα, ενόψει και του τίτλου της, πλαίσια της παρούσας μελέτης.
Από τα κείμενα που προσαρτώνται ως παραρτήματα στο νόμο 3845/2010 το περιεκτικότερο είναι το Μνημόνιο οικονομικής και χρηματοπιστωτικής πολιτικής της 3ης Μαΐου 2010 (παράρτημα ΙΙΙ). Ύστερα από μια συνοπτική παρουσίαση των πρόσφατων οικονομικών εξελίξεων και των βασικών στόχων του προγράμματος, στα κεφάλαια Ι και ΙΙ αντίστοιχα, το Μνημόνιο καταγράφει, στο κεφάλαιο ΙΙΙ, τις οικονομικές πολιτικές που δεσμεύεται να ακολουθήσει η Ελλάδα για ένα διάστημα που δεν προσδιορίζεται επακριβώς, αλλά πάντως συνάγεται ότι θα διαρκέσει αρκετά έτη. Σε αντάλλαγμα, κατά κάποιον τρόπο, των πολιτικών αυτών, οι οποίες θα είναι εμφανώς δυσάρεστες για το μεγαλύτερο μέρος, αν όχι για το σύνολο, του ελληνικού λαού, τα άλλα κράτη-μέλη της ευρωζώνης και το ΔNT υπόσχονται, στο κεφάλαιο ΙV, δάνεια συνολικού ύψους 110 δισεκατομμυρίων ευρώ στην Ελλάδα. Το κεφάλαιο V προβλέπει μηχανισμούς και ημερομηνίες παρακολούθησης της εφαρμογής του προγράμματος και ποσοτικοποιεί τους στόχους του, μέσω σειράς σχετικών πινάκων. Το πρώτο αυτό Μνημόνιο συμπληρώνεται από ένα δεύτερο, με θέμα τις «συγκεκριμένες προϋποθέσεις οικονομικής πολιτικής», όπου περιέχεται άλλη μια σειρά δημοσιονομικών δράσεων και ποικίλων μεταρρυθμίσεων, καθώς και χρονοδιαγράμματα παρακολούθησης της εφαρμογής όλων αυτών από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, την ΕΚΤ και το ΔΝΤ (παράρτημα IV του ν. 3845/2010).
Τα δύο Μνημόνια συνιστούν έναν εκ των προτέρων καθορισμό της οικονομικής, δημοσιονομικής και κοινωνικής πολιτικής της χώρας σε μακροπρόθεσμη βάση, ενώ ταυτόχρονα θέτουν την εφαρμογή της πολιτικής αυτής υπό την ασφυκτική διαρκή επιτήρηση της ευρωπαϊκής και διεθνούς «τρόικας» (ΕΕ, ΕΚΤ, ΔΝΤ). Από νομική άποψη βέβαια δεν φαίνεται να ανακύπτει δέσμευση και πολύ περισσότερο περιορισμός της εθνικής κυριαρχίας κατά την έννοια του άρθρου 28 παρ. 3 του Συντάγματος. Η Ελληνική Δημοκρατία όχι μόνο ζήτησε τη «στήριξη» και προσχώρησε οικειοθελώς στα «Μνημόνια», αλλά και δεν κωλύεται νομικά να υπαναχωρήσει από την εφαρμογή τους, έστω και αν τούτο έχει ως συνέπεια την απώλεια των επέκεινα του χρονικού αυτού σημείου πιστώσεων. Η θέσπιση εξάλλου νόμων ή κανονιστικών πράξεων από τα αρμόδια ελληνικά κρατικά όργανα, με περιεχόμενο τέτοιο, ώστε να δυσχεραίνεται ή να καθίσταται ανέφικτη η εκπλήρωση των στόχων των μνημονίων, δεν συνεπάγεται σε καμία περίπτωση το ανίσχυρο ή ανεφάρμοστό τους, αφού καμία τέτοια πρόβλεψη δεν περιέχεται στα ίδια τα μνημόνια. Εξάλλου οι απαιτούμενες για την εφαρμογή των Μνημονίων νομοθετικές ρυθμίσεις, διοικητικές πράξεις κλπ. εκδίδονται από τα ελληνικά κρατικά όργανα και συνεπώς ούτε και αναγνώριση αρμοδιοτήτων σε όργανα διεθνών οργανισμών κατά την έννοια του άρθρου 28 παρ. 2 του Συντάγματος υφίσταται[8] [9]. Τέλος τα Μνημόνια καθεαυτά δεν μπορούν να θεωρηθούν ούτε καν ως διεθνείς συμβάσεις κατά την έννοια του άρθρου 28 παρ. 1 Συντ. (και συνεπώς δεν έχουν νομική ισχύ υπέρτερη του τυπικού νόμου), παρά μόνο ως «συμφωνίες απλοποιημένης μορφής»[10] ενόψει και του άρθρου V του Καταστατικού του ΔΝΤ, σε συνδυασμό με την απόφαση «Guidelines on Conditionality» με αριθμό 12864-(02/102) της 25.9.2002, όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση αριθ.13814-(06/98) της 15.11.2006 του ΔΝΤ[11].
Από πραγματική άποψη ωστόσο τα Μνημόνια ισοδυναμούν με εκχώρηση της αρμοδιότητας χάραξης και εφαρμογής της οικονομικής, δημοσιονομικής και κοινωνικής πολιτικής της χώρας στην «τρόικα». Η ελληνική κυβέρνηση και το κοινοβούλιο τίθενται υπό τον άμεσο έλεγχό της στα θέματα αυτά, αφού κάθε σοβαρή άρνηση συμμόρφωσης στις υποδείξεις της θα συνεπάγεται τη μη εκταμίευση της επόμενης δόσης του δανείου και άρα την παύση πληρωμών του ελληνικού δημοσίου. Πρόκειται επομένως για defacto εκχώρηση της εξωτερικής οικονομικής κυριαρχίας της χώρας: Αν (εξωτερικά) κυρίαρχοι κρατικοί σχηματισμοί είναι οι superioremnonrecognoscentes, τότε η Ελλάδα δεν ανήκει σ’ αυτούς για το (άδηλο) χρονικό διάστημα εφαρμογής του προγράμματος[12]. Στην τριγωνική σχέση μεταξύ «τρόικας», ελληνικής κυβέρνησης και (υποτίθεται) «κυρίαρχου» λαού-καταναλωτή, η δεύτερη μοιάζει στην πράξη λιγότερο με κυβέρνηση και περισσότερο με μεταπράτη, ο οποίος επιχειρεί να πείσει τον τελικό καταναλωτή για την αναγκαιότητα της συμμόρφωσής του.
ΙΙ. Η διακινδύνευση της κυρίαρχης κρατικής υπόστασης της Ελληνικής Δημοκρατίας
Εντελώς διαφορετική από εκείνη των Μνημονίων είναι η νομική φύση της από 8.5.2010 σύμβασης δανειακής διευκόλυνσης μεταξύ αφενός της Ελληνικής Δημοκρατίας ως δανειολήπτη και αφετέρου κρατών-μελών της ευρωζώνης και του γερμανικού πιστωτικού ιδρύματος KreditanstaltfürWiederaufbau (που υπόκειται στις οδηγίες, τελεί υπό την εγγύηση και ενεργεί προς το δημόσιο συμφέρον της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας). Εδώ πρόκειται σαφώς για διεθνή σύμβαση, η οποία υποβλήθηκε στη Βουλή για κύρωση με νόμο (το σχετικό νομοσχέδιο εκκρεμούσε για ψήφιση όταν ολοκληρωνόταν η παρούσα μελέτη, τον Ιούνιο του 2010).
Σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 4α της σύμβασης, η χορήγηση και εκταμίευση του δανείου τελεί υπό την προϋπόθεση της υποβολής «γνωμοδοτήσεων» (ουσιαστικά προκατασκευασμένων δηλώσεων) από τους νομικούς συμβούλους των Υπουργείων Δικαιοσύνης και Οικονομικών, ενώ το 4 παρ. 1β προσθέτει ότι ο δανειζόμενος (δηλ. η Ελλάδα) εγγυάται πως οι «γνωμοδοτήσεις» αυτές είναι ορθές και ακριβείς. Το σημείο 12 των «γνωμοδοτήσεων», το περιεχόμενο των οποίων προκαθορίζεται αυτούσιο στο παράρτημα 4 της σύμβασης, διαβεβαιώνει τους δανειστές (δηλ. τα άλλα κράτη-μέλη της ευρωζώνης) ότι «ούτε ο δανειζόμενος ούτε οποιαδήποτε περιουσία του έχουν ασυλία λόγω κυριαρχίας ή για άλλο λόγο από τη δικαιοδοσία και την εκτέλεση σχετικά με κάθε ενέργεια ή διαδικασία σχετική με τη σύμβαση». Σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ. 5 «ο Δανειολήπτης αμετάκλητα και άνευ όρων παραιτείται από κάθε ασυλία που έχει ή πρόκειται να αποκτήσει, όσον αφορά τον ίδιο ή τα περιουσιακά του στοιχεία από νομικές διαδικασίες σε σχέση με την παρούσα Σύμβαση, περιλαμβανομένων, χωρίς περιορισμούς, της ασυλίας όσον αφορά την άσκηση αγωγής, δικαστική απόφαση ή άλλη διαταγή και όσον αφορά την εκτέλεση και επιβολή κατά των περιουσιακών στοιχείων του στο βαθμό που δεν το απαγορεύει δεσμευτικό δίκαιο» (mandatorylaw). Σε τι συνίσταται το δίκαιο αυτό είναι προς το παρόν άδηλο. Μπορεί βέβαια να υποστηριχθεί ότι υφίσταται διεθνές έθιμο απαγορευτικό της αναγκαστικής εκτέλεσης σε περιουσιακά στοιχεία του κράτους προορισμένα για δημόσιους σκοπούς (iureimperii)[13]. Ωστόσο φαίνεται να γίνεται γενικά αποδεκτό ότι το κράτος-οφειλέτης δύναται να παραιτηθεί από την ασυλία του έναντι εκτέλεσης με ρητή πράξη του[14] και τέτοια θα μπορούσε να υποστηριχθεί πως είναι η υποβολή των «γνωμοδοτήσεων» και η διαβεβαίωση (!) της ελληνικής κυβέρνησης για την ακρίβειά τους. Σημειωτέον πάντως ότι εφαρμοστέο δίκαιο για την παραπάνω σύμβαση είναι σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ. 1 το αγγλικό και αποκλειστικά αρμόδιο δικαστήριο για όλες τις διαφορές που προκύπτουν από αυτή το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο Λουξεμβούργο), σύμφωνα με την παρ. 2 του ίδιου άρθρου. Στο αγγλικό δίκαιο θέματα ασυλίας ξένων κρατών ρυθμίζονται από την State Immunity Act 1978 c. 33 (UK), 17 ILM (1978) 1123, όπως έχει τροποποιηθεί. Στο επίπεδο της αναγκαστικής εκτέλεσης, τα άρθρα 13(2) έως 13(4) επιτρέπουν την εκτέλεση κατά του (αλλοδαπού) δημοσίου μόνο για περιουσιακά στοιχεία χρήσης iure gestionis («property in use or intended for use for commercial purposes») Το κρίσιμο ζήτημα εδώ είναι αν η διάταξη αυτή υπερισχύει του σημείου 12 των «γνωμοδοτήσεων» και περαιτέρω πώς ακριβώς θα οριοθετηθεί ερμηνευτικά η εκτέλεση. Εξάλλου το εφαρμοστέο αγγλικό δίκαιο παρέχει στο κράτος-οφειλέτη ελάχιστες άμυνες για τη μη εκτέλεση, π.χ. την εξασθενημένη πλέον «act of state doctrine»[15].
Το σημείο 12 των γνωμοδοτήσεων φαίνεται να ανατρέπει τη βασική αρχή του δικαίου της εκτέλεσης κατά του δημοσίου (άρθρο 4 παρ. 1 εδ. α’ ν. 3068/2002), ότι δηλ. αυτή γίνεται σε βάρος της ιδιωτικής μόνο περιουσίας του δημοσίου, των ο.τ.α και των ν.π.δ.δ., κατ’ αποκλεισμό της δημόσιας περιουσίας τους[16]. Εξάλλου η δανειακή σύμβαση, μετά την κύρωσή της με νόμο, αποκτά την κατά το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος τυπική ισχύ και συνεπώς υπερισχύει του ν. 3068/2002. Είναι όμως προφανές ότι η ύπαρξη ακατάσχετων δημοσίων πραγμάτων, όπως π.χ. ο οπλισμός και οι εγκαταστάσεις των ενόπλων δυνάμεων και των σωμάτων ασφαλείας, τα κτίρια όπου στεγάζονται και λειτουργούν τα άμεσα όργανα του κράτους κ.ο.κ., καθώς και απαιτήσεων ή χρηματικών διαθεσίμων π.χ. για τη μισθοδοσία του προσωπικού του, είναι αναγκαία για να διασφαλισθεί η ύπαρξη και η κυρίαρχη υπόσταση ενός κράτους. Εφόσον το κράτος δεν επιτρέπεται, ενόψει των θεμελιωδών διατάξεων των άρθρων 1 και 26 του Συντάγματος, να απαλλοτριώσει ή να εκχωρήσει οπωσδήποτε σε ιδιώτες έναν πυρήνα αρμοδιοτήτων οι οποίες συνιστούν άσκηση κατεξοχήν δημόσιας εξουσίας και έκφραση κυριαρχίας[17], αντίστοιχα δεν επιτρέπεται να στερηθεί και από τα υλικά μέσα που καθιστούν πρακτικά εφικτή την άσκηση της κυριαρχίας του. Συνεπώς ο κυρωτικός νόμος της δανειακής σύμβασης είναι αντισυνταγματικός. Τέτοιες διατάξεις ούτε με εφαρμογή των παρ. 2-3 του άρθρου 28 Συντ. θα μπορούσαν θεμιτά να θεσπισθούν, διότι θίγουν πρόδηλα τις βάσεις του δημοκρατικού πολιτεύματος, ούτε καν με αναθεώρηση του Συντάγματος κατά το άρθρο 110 Συντ., για τον ίδιο λόγο[18].
Το πρόβλημα ωστόσο είναι ότι για τις διαφορές οι οποίες θα ανακύψουν τυχόν από τη δανειακή αυτή σύμβαση ιδρύεται, όπως εκτέθηκε, αποκλειστική αρμοδιότητα του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Μπορεί από τώρα να πιθανολογήσει κανείς ότι το τελευταίο (αποτελούμενο στην πλειοψηφία του από δικαστές προερχόμενους από τα κράτη-δανειστές) θα προσανατολισθεί με βάση το άρθρο 27 της Σύμβασης της Βιέννης του 1969 για το δίκαιο των συνθηκών, που ορίζει ότι τα κράτη δεν μπορούν να επικαλεσθούν διατάξεις του εσωτερικού τους δικαίου (άρα ούτε και του εθνικού Συντάγματος) για να αποφύγουν την εκπλήρωση των διεθνών τους υποχρεώσεων. Η περαιτέρω έρευνα του κύρους και της ερμηνείας του σημείου 12 των «γνωμοδοτήσεων» και των άρθρων 4 παρ. 1β και της 14 παρ. 5 της σύμβασης από την οπτική γωνία του διεθνούς και/ή του εφαρμοστέου(;) αγγλικού δικαίου εκφεύγει από τα πλαίσια της παρούσας μελέτης. Παρά ταύτα, χωρίς καμία διάθεση δραματοποίησης της κατάστασης, θα μπορούσε να διατυπωθεί το συμπέρασμα πως η δανειακή αυτή σύμβαση θέτει μεσοπρόθεσμα σε διακινδύνευση ακόμη και τα αναγκαία μέσα άσκησης της εθνικής μας κυριαρχίας, δηλ. στην πραγματικότητα την ίδια την κυρίαρχη κρατική υπόσταση της Ελληνικής Δημοκρατίας. Άλλωστε δεν λείπουν τα ιστορικά παραδείγματα κρατών που υποχρεώθηκαν να «απορροφηθούν» από άλλα ή να μετατραπούν σε προτεκτοράτα, ως συνέπεια της πτώχευσής τους[19].
ΙΙΙ. Η ασύμμετρη πτώχευση
Το γενεσιουργό αίτιο του μηχανισμού «στήριξης της ελληνικής οικονομίας» είναι μια εξέλιξη ανυπολόγιστης εθνικής σημασίας, που είχε αρχίσει να διαφαίνεται ως επικείμενη το αργότερο από τα τέλη του 2009 και ολοκληρώθηκε τον Απρίλιο του 2010. Η εξέλιξη αυτή είναι η απώλεια της πιστοληπτικής ικανότητας του ελληνικού δημοσίου και κατ’ επέκταση της ελληνικής οικονομίας στο σύνολό της. Ο «λόγος τιμής» της Ελληνικής Δημοκρατίας, ότι θα εκπληρώσει τις δανειακές της υποχρεώσεις, έχει παύσει, προς το παρόν τουλάχιστον, να γίνεται πιστευτός. Χάθηκε έτσι το κύριο θεμέλιο του υπερκαταναλωτικού τρόπου ζωής στον οποίο έχει εθισθεί εδώ και πολλά χρόνια η ευημερούσα μερίδα της ελληνικής κοινωνίας, δηλαδή ο ανεμπόδιστος και άμετρος δανεισμός από τις διεθνείς κεφαλαιαγορές. Το κράτος βρίσκεται αντιμέτωπο με ένα τεράστιο δημόσιο χρέος, η εξυπηρέτηση του οποίου (χωρίς νέα δάνεια) θα απορροφούσε το σύνολο σχεδόν των φορολογικών εσόδων και η εθνική οικονομία στο σύνολό της αντιμέτωπη με ένα ακόμη μεγαλύτερο εξωτερικό χρέος, αλλά και με συνεχιζόμενο ογκώδες έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών[20]. Κατ’ ουσία πρόκειται για μια κατάσταση οιονεί εθνικής πτώχευσης μιας χώρας με βεβαρημένο ιστορικό[21]. Το θέμα είναι ποιος και πώς θα διαχειρισθεί την πτώχευση και σε ποιους θα επιρριφθούν οι συνέπειές της.
Ο μηχανισμός «στήριξης της ελληνικής οικονομίας», όπως τον ονομάζει ο τίτλος του ν. 3845/2010, είναι ψευδεπίγραφος. Στην πραγματικότητα πρόκειται για μηχανισμό στήριξης των αλλοδαπών χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων και οργανισμών, που δάνειζαν αλόγιστα το ελληνικό δημόσιο στο παρελθόν και τώρα βλέπουν τους ισολογισμούς τους να κινδυνεύουν να κλονισθούν για τον λόγο αυτόν. Μέσω του μηχανισμού διασφαλίζεται προσωρινά η αποπληρωμή όσων από τα δάνεια αυτά λήγουν τα επόμενα δύο ή τρία χρόνια, παρά την αδυναμία της Ελλάδας να δανεισθεί από τις κεφαλαιαγορές. Με άλλες λέξεις ο μηχανισμός στήριξης καταλήγει στο να υποκατασταθούν στη θέση των ως τώρα ιδιωτών δανειστών του ελληνικού κράτους, τραπεζών και άλλων χρηματοπιστωτικών οργανισμών, τα κράτη- μέλη της ευρωζώνης και το ΔΝΤ. Έτσι οι ξένες τράπεζες απαλλάσσονται από τη διακινδύνευση του να έχουν απέναντί τους ως οφειλέτη ένα κυρίαρχο κράτος (το λεγόμενο sovereignrisk), και το τελευταίο βρίσκεται πια αντιμέτωπο, για μεγάλο μέρος του χρέους του, με άλλα κράτη. Είναι προφανές ότι η έστω και προσωρινή αθέτηση διακρατικών υποχρεώσεων θα ήταν πολιτικά ασύγκριτα δυσκολότερη για την υπερχρεωμένη Ελλάδα από ό,τι ήταν ως τώρα μια αναδιάρθρωση χρεών προς ιδιωτικούς πιστωτικούς φορείς, ακόμη και αν δεν υπήρχαν οι «λεόντειοι» όροι της δανειακής σύμβασης[22], για τους οποίους έγινε λόγος ήδη (βλ. παραπάνω, ΙΙ).
Ο «μηχανισμός» αποσκοπεί λοιπόν στην ασύμμετρη ικανοποίηση των δανειστών του defacto πτωχευμένου ελληνικού δημοσίου, κατά πλήρη ανατροπή των αρχών της σύμμετρης ικανοποίησης που συνιστούν την «κεντρική ιδέα» του θεσμού της εμπορικής πτώχευσης[23]. Οι δανειστές σε χρήμα ικανοποιούνται στο ακέραιο, τόσο για το κεφάλαιο όσο και για τους τόκους, τουλάχιστον εφόσον πρόκειται για δάνεια που λήγουν στο άμεσο μέλλον. Αντίθετα οι «δανειστές» σε είδος, δηλ. αυτοί οι οποίοι έχουν πιστώσει το κράτος με την εργασιακή τους δύναμη (δημόσιοι υπάλληλοι και λειτουργοί) ή τις ασφαλιστικές τους εισφορές (συνταξιούχοι), καθώς και οι αναγκαστικοί χρηματοδότες του, δηλ. οι φορολογούμενοι, επωμίζονται όλο το βάρος της δημοσιονομικής προσαρμογής. Το παράδοξο μάλιστα είναι ότι όλοι αυτοί είναι ψηφοφόροι, σε αντίθεση με τους περισσότερους από τους κατατασσόμενους προνομιακά δανειστές σε χρήμα (αφού το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος του δημοσίου χρέους οφείλεται, άμεσα ή έμμεσα, σε αλλοδαπούς πιστωτές). Το παράδοξο τούτο αποτελεί και μια ένδειξη για την ποιότητα της δημοκρατίας μας, δηλ. για το πόσο περιορισμένη είναι η πραγματική επιρροή του εκλογικού σώματος στη λήψη των καίριων πολιτικών αποφάσεων.
Το χειρότερο πάντως είναι ότι ο «μηχανισμός» συνιστά μια προσωρινή και περιορισμένη απάντηση στο πρόβλημα της αφερεγγυότητας. Αν μετά την πάροδο δύο έως τριών το πολύ ετών οι διεθνείς κεφαλαιαγορές εξακολουθήσουν να αρνούνται να μας δανείζουν, η κατάρρευση της υπερχρεωμένης ελληνικής οικονομίας δεν θα αποφευχθεί, έστω κι αν στο μεταξύ το πρόγραμμα δημοσιονομικής εξυγίανσης έχει εφαρμοστεί στο ακέραιο.
Ωστόσο το νομοσχέδιο για την εφαρμογή του προγράμματος αυτού, το οποίο ψήφισε πρόσφατα η Βουλή, περιέχει πλειάδα μη ρεαλιστικών παραδοχών, ειδικά για τα μέτρα από το 2011 και έπειτα. Έτσι π.χ., στον πίνακα 1 του Μνημονίου οικονομικής και χρηματοπιστωτικής πολιτικής (παράρτημα III ν. 3845/2010) προβλέπονται εισπράξεις 800 εκατ. ευρώ από τη φορολόγηση των αυθαίρετων κτισμάτων και άλλα 500 εκατ. από το τέλος διατήρησης ημιυπαίθριων χώρων μόνο για το 2011. Η υλοποίηση των προβλέψεων αυτών θα προϋπέθετε την ύπαρξη αποτελεσματικών και αδιάφθορων πολεοδομικών υπηρεσιών, για να καταλογίσουν τα σχετικά πρόστιμα και τέλη. Τέτοιες υπηρεσίες όμως προφανώς δεν υπάρχουν, αφού, αν υπήρχαν δε θα είχαν ανεγερθεί καν τα αυθαίρετα και δε θα είχαν κλείσει οι ημιυπαίθριοι, ούτε μπορούν να δημιουργηθούν τώρα, κάτω από καθεστώς απαγόρευσης διορισμών και μείωσης των αποδοχών των υπαλλήλων. Ακόμη και αν μπορούσαν όμως να μεταμορφωθούν, ως δια μαγείας, οι πολεοδομικές δημόσιες υπηρεσίες, οι προσφυγές των θιγόμενων ιδιοκτητών στα δικαστήρια θα παρεμποδίσουν για αρκετά χρόνια (με τους υπάρχοντες ρυθμούς έκδοσης δικαστικών αποφάσεων) τις προσδοκώμενες εισπράξεις. Άλλο ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η πρόβλεψη του ίδιου πίνακα για είσπραξη 400 εκατομμυρίων ευρώ μόνο μέσα στο 2011 και επιπλέον 200 εκατομμυρίων το 2012 από αυξήσεις στις αντικειμενικές αξίες των ακινήτων. Είναι όμως προφανές ότι η αύξηση των αντικειμενικών αξιών καθεαυτή δεν συνεπάγεται επιπλέον έσοδα για το δημόσιο (εκτός από τον φόρο μεγάλης ακίνητης περιουσίας) και μάλιστα μπορεί να οδηγήσει και σε μείωση των εσόδων από τον φόρο μεταβίβασης ακινήτων, αν τυχόν η αύξηση των αντικειμενικών αξιών επιφέρει περαιτέρω καθίζηση στην κτηματαγορά.
Ο παραπάνω πίνακας εξάλλου προβλέπει και μέτρα τα οποία θα ήταν εφικτά από λογιστική άποψη, αλλά αν υλοποιηθούν θα οδηγήσουν σε κοινωνική έκρηξη, όπως η περικοπή κατά 500 εκατ. ευρώ το 2012 των επιδομάτων ανεργίας (!), ενώ στο μεταξύ ο αριθμός των ανέργων θα έχει εκτιναχθεί λόγω της ύφεσης. Στην τελευταία θα συμβάλλει βέβαια και η προβλεπόμενη περικοπή κατά 500 εκατ. ευρώ, για κάθε ένα από τα έτη 2010, 2011, και 2012, των δημοσίων επενδύσεων.
Τέλος ο ίδιος πίνακας προβλέπει και μέτρα που κινούνται στο χώρο της φαντασίας, όπως τα «μη καθορισμένα μέτρα για λειτουργικά έξοδα», τα οποία υποτίθεται πως θα οδηγήσουν σε περικοπή δαπανών 900 εκατ. ευρώ το 2012, τα «μη καθορισμένα μέτρα» του 2013, με στόχο για άλλα 4.200 εκατ. ευρώ, και, το αποκορύφωμα, τα «μη καθορισμένα μέτρα» του 2014, με ευσεβείς πόθους για, ούτε λίγο ούτε πολύ, 5.750 εκατ. ευρώ (!) το έτος εκείνο. Το πιθανότερο πάντως είναι ότι η εφαρμογή του προγράμματος θα έχει ναυαγήσει νωρίτερα, αφού η αδυναμία επίτευξης των μη ρεαλιστικών στόχων του θα προκαλεί απαιτήσεις της «τρόικας» για νέα μέτρα ισοδύναμου δημοσιονομικού αποτελέσματος, όπως άλλωστε ρητά προβλέπει η παρ. 14 (κεφάλαιο ΙΙΙ) του Μνημονίου οικονομικής και χρηματοπιστωτικής πολιτικής, και το ελληνικό πολιτικό σύστημα θα βρεθεί μάλλον κάποια στιγμή σε πλήρη αδυναμία ν’ ανταποκριθεί σ’ αυτές.
Ενδεικτικές της σπουδής και προχειρότητας με την οποία συντάχθηκαν τα Μνημόνια είναι και διάφορες εσωτερικές αντιφάσεις τους. Έτσι π.χ. το Μνημόνιο συνεννόησης στις συγκεκριμένες προϋποθέσεις οικονομικής πολιτικής (παράρτημα IV στον ν. 3845/2010) προβλέπει στην παρ. 2 i «ενεργοποίηση των τεκμηρίων φορολόγησης των επαγγελματιών με απόδοση τουλάχιστον 400 εκατομμύρια ευρώ το 2011 και αυξανόμενες αποδόσεις το 2012 και 2013». Το ίδιο Μνημόνιο στην παράγραφο 3 iii, υπό τον πομπώδη τίτλο «διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις», εξαγγέλλει ότι «για την ενδυνάμωση του ανταγωνισμού στις ανοιχτές αγορές» θα προταθεί από την κυβέρνηση νομοθεσία για την άρση των περιορισμών σε κλειστά επαγγέλματα και ειδικότερα για το νομικό επάγγελμα, ώστε (ο νομοθέτης) «να άρει περιττούς περιορισμούς για ελάχιστη αμοιβή». Στην πραγματικότητα όμως οι προεισπραττόμενες, μέσω των τετραπλοτύπων αποδείξεων των οικείων δικηγορικών συλλόγων, ελάχιστες αμοιβές των δικηγόρων δεν είναι τίποτε άλλο παρά μία μορφή adhoc τεκμηρίου, αφού δεν αποτελούν προϋπόθεση για τη νομιμότητα της παράστασης του δικηγόρου στο δικαστήριο[24], ενώ η έκδοσή τους συνεπάγεται την παρακράτηση φόρου και ασφαλιστικών εισφορών. Επομένως η κατάργησή τους θα οδηγήσει στην επιδείνωση της φοροδιαφυγής και της εισφοροδιαφυγής.
Συνοψίζοντας την ανάλυση αυτή θα μπορούσε κανείς να επισημάνει ότι ο μηχανισμός στήριξης είναι μια ακριβή «αγορά» ελπίδας, δηλ. της ελπίδας ότι σύντομα θα αλλάξει το δυσμενές κλίμα στις διεθνείς κεφαλαιαγορές και θα αποκατασταθεί η πιστοληπτική ικανότητα του ελληνικού δημοσίου. Αν η ελπίδα αποδειχθεί φρούδα και όταν εξαντληθούν οι χρηματοδοτικοί πόροι του μηχανισμού (ή ενδεχομένως και νωρίτερα, αν η εφαρμογή του προγράμματος ναυαγήσει για τον ένα ή τον άλλο λόγο), η αναδιάρθρωση του δημόσιου χρέους θα καταστεί αναπόφευκτη25. Ακριβώς αυτή η αναδιάρθρωση εξάλλου θα ήταν το μέσον, προκειμένου να επιτευχθεί μια στοιχειωδώς ισόρροπη κατανομή του βάρους της δημοσιονομικής προσαρμογής μεταξύ του ελληνικού λαού αφενός και των πιστωτών σε χρήμα του ελληνικού δημοσίου αφετέρου. Η επιδίωξη του «μηχανισμού στήριξης» να επιρριφθεί το σύνολο των συνεπειών της υπερχρέωσης στον ελληνικό λαό είναι κατά πρώτο λόγο άδικη και άνιση, διότι όση ευθύνη φέρουν για την υπερχρέωση οι έλληνες ψηφοφόροι που ψήφιζαν τους κυβερνώντες οι οποίοι ανεύθυνα και αλόγιστα δανείζονταν τις τελευταίες δεκαετίες, άλλη τόση φέρουν και οι μέτοχοι των αλλοδαπών χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων που ψήφιζαν τις διοικήσεις τους οι οποίες εξίσου ανεύθυνα και αλόγιστα μας δάνειζαν26. Κατά δεύτερο λόγο η ίδια επιδίωξη είναι και μη ρεαλιστική, γιατί μια υπερβολικά γρήγορη αφαίμαξη πόρων από την εθνική οικονομία προκειμένου να εξυπηρετηθεί το χρέος οδηγεί σε επιδείνωση της ύφεσης, εισάγοντάς μας σε έναν φαύλο κύκλο. Η ιστορική εμπειρία δείχνει άλλωστε ότι στα δημόσια οικονομικά (σε αντίθεση με του ατομικούς και οικογενειακούς προϋπολογισμούς) «τα έξοδα είναι το σταθερό σημείο αναφοράς, και από εκεί εξαρτώνται τα έσοδα»27. Η αιφνίδια συμπίεση όλων των υπόλοιπων δημόσιων δαπανών, προκειμένου να επιτευχθεί η πλήρης και ακριβόχρονη εξυπηρέτηση του δημοσίου χρέους, είναι ανέφικτη πέρα από ένα όριο, επειδή τα κοινωνικά σύνολα είναι δύσκαμπτοι οργανισμοί, μη επιδεκτικοί σε τέτοιες απότομες μεταβολές. Συνεπώς το πιθανότερο είναι ότι όλο το εγχείρημα θα οδηγήσει απλώς στη διάρρηξη του κοινωνικού ιστού και τελικά σε μείζονες κοινωνικές αναταράξεις και πολιτικές ανακατατάξεις.
Ίσως λοιπόν η αναδιάρθρωση να αποδειχθεί τελικά αναπόφευκτη, με τη μορφή της χρονοκαθυστέρησης (αντικατάσταση ομολόγων που λήγουν με νέα αντί για πληρωμή τους σε μετρητά) και κατ’ επίκληση της δημοσιονομικής αδυναμίας του ελληνικού κράτους28. Αντίθετα μείωση του τελικά καταβλητέου ποσού (το λεγόμενο haircut), δύσκολα θα μπορούσε να επιτευχθεί με μονομερή κρατική πράξη (μεταξύ άλλων ενόψει και του άρθρου 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ), αλλά είναι δυνατό να επιδιωχθεί σε συναινετική βάση. Σε κάθε περίπτωση άλλωστε, ακόμη και η απλή εξαγγελία της χρονοκαθυστέρησης θα οδηγούσε σε καταβαράθρωση των τιμών των ελληνικών ομολόγων στη δευτερογενή αγορά, έτσι ώστε αυτές να πέσουν πολύ κάτω και από το αρχικό ποσό κεφαλαίου για τα πολυετή ομόλογα. Θα ήταν από κάθε άποψη προτιμότερο να προχωρήσουμε σε σταδιακή και προγραμματισμένη εκποίηση της ιδιωτικής περιουσίας του ελληνικού δημοσίου μέσω των φορέων διαχείρισής της (της Δημόσιας Επιχείρησης Κινητών Αξιών για τις μετοχές και της Κτηματικής Εταιρίας του Δημοσίου για τα ακίνητα) και σε σταδιακή επίσης ανάκτηση σε χαμηλές τιμές ομολόγων στη δευτερογενή αγορά από τους ανωτέρω φορείς με το προϊόν της εκποίησης αυτής, παρά να χάσουμε τόσο την ιδιωτική όσο ίσως και τη δημόσια (!) περιουσία του κράτους σε αναγκαστικούς πλειστηριασμούς για την αποπληρωμή στο ακέραιο δανείων μετά τη λήξη τους.
ΙV. Η καταστρατήγηση της δημοκρατικής αρχής
Όπως επισημάνθηκε όμως εξαρχής, το κυριότερο ζήτημα σε σχέση με τον μηχανισμό «στήριξης» είναι το πώς φθάσαμε έως το σημείο αυτό του εθνικού εξευτελισμού. Κάνοντας μια πολύ σύντομη ανασκόπηση, θα μπορούσαμε να παρατηρήσουμε ότι οι βουλευτικές εκλογές του 2009 ήταν διαφορετικές από όλες τις προηγούμενες. Έως τώρα η κυβέρνηση προκαλούσε τη διάλυση της Βουλής και την πρόωρη προσφυγή στις κάλπες, επικαλούμενη «εθνικό θέμα» κατά το άρθρο 41 παρ. 2 του Συντάγματος, όταν υπήρχε η προοπτική ότι το κυβερνών κόμμα θα επικρατήσει. Αυτό συνέβη το 1977, το 1985, το 1996, το 2000 και το 2007, με αποτέλεσμα την ανανέωση της λαϊκής εντολής. Μόνο το 1993 οι πρόωρες εκλογές έφεραν την κυβερνητική αλλαγή, αλλά τότε πίσω από την (όπως συνήθως προσχηματική) επίκληση «εθνικού θέματος» υπήρχε ιδιαίτερος λόγος, δηλαδή η απώλεια της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας από τη «Νέα Δημοκρατία»29. Αντίθετα οι βουλευτικές εκλογές του Οκτωβρίου 2009 διεξήχθησαν, με την επίκληση και πάλι «εθνικού θέματος» κατά το άρθρο 41 παρ. 2 Συντ. από την κυβέρνηση30, μέσα σε σύντομο χρόνο από τις ευρωεκλογές του ίδιου έτους, όπου το τότε κυβερνών κόμμα υπέστη οδυνηρή ήττα. Εξάλλου και μετά τις ευρωεκλογές του Ιουνίου όλες οι δημοσκοπήσεις προοιωνίζονταν τα χειρότερα για το κόμμα αυτό. Στην πραγματικότητα τον Οκτώβριο του 2009 δεν επρόκειτο τόσο για εκλογές, όσο μάλλον για ηθελημένη μεταβίβαση της εξουσίας από την κυβέρνηση στην αξιωματική αντιπολίτευση.
Το πιο χαρακτηριστικό ιστορικό παράδειγμα μιας παρόμοιας μεταβίβασης είναι η σύγκληση των «Γενικών Τάξεων» (δηλαδή εκπροσώπων του κλήρου, της αριστοκρατίας και των αστών) στη Γαλλία το 1789 (!)31. Τότε ο Λουδοβίκος 16ος, μη μπορώντας να αντιμετωπίσει το δημοσιονομικό αδιέξοδο που ο ίδιος είχε προκαλέσει με την (κακο)διαχείρισή του, επιχείρησε μια ελεγχόμενη παράδοση της πολιτικής εξουσίας, όπου πλέον τον κυρίαρχο ρόλο αναμενόταν να έχουν οι ευγενείς. Όπως απέδειξαν, βέβαια, οι μετέπειτα επαναστατικές εξελίξεις, τέτοιου είδους μεταβιβάσεις σε περιόδους οικονομικής κατάρρευσης εμπεριέχουν σοβαρό κίνδυνο συνολικής ανατροπής του συστήματος.
Τα ελληνικά δεδομένα του 2009 παρουσιάζουν αξιοσημείωτες ομοιότητες προς τα γαλλικά του 1789. Το αργότερο από την άνοιξη του 2009 τα ελλείμματα του ελληνικού κρατικού προϋπολογισμού είχαν ξεφύγει από κάθε έλεγχο και η απώλεια της πιστοληπτικής ικανότητας της χώρας διαφαινόταν από τότε ως επικείμενη για τους έχοντες «εσωτερική πληροφόρηση» κυβερνώντες. Όπως ο βασιλικός κληρονόμος της Γαλλίας το 1789, έτσι και ο πολιτικός κληρονόμος της «Νέας Δημοκρατίας» το 2009 επιχείρησε να αποποιηθεί τις ευθύνες του για όλα αυτά, παραδίδοντας την εξουσία.
Έστω και έτσι όμως τον Οκτώβριο του 2009 τα δύο μεγάλα κόμματα εμφανίστηκαν, για πρώτη φορά ύστερα από πολλά χρόνια, να διαθέτουν διακριτές πολιτικές προτάσεις για το μέλλον της ελληνικής οικονομίας και κοινωνίας. Η «Νέα Δημοκρατία» προειδοποιούσε ότι έχουμε εισέλθει σε επικίνδυνο δρόμο και ότι είναι αναγκαία η λήψη μέτρων σκληρής λιτότητας για να προληφθούν τα χειρότερα. Τούτο βέβαια ισοδυναμούσε με έμμεση παραδοχή ότι η κυβερνητική πολιτική της είχε αποτύχει οικτρά. Αντίθετα, το ΠΑΣΟΚ διακήρυττε ότι χρήματα υπάρχουν και υποσχόταν ότι θα διασφαλίσει το βιοτικό επίπεδο των εργαζομένων με αυξήσεις πάνω από τον πληθωρισμό, θα αναζωογονήσει την εθνική οικονομία με «πράσινη ανάπτυξη» κ.ά. Οι υποσχέσεις εκείνες έγιναν πιστευτές από μεγάλη μερίδα των ψηφοφόρων, με αποτέλεσμα την πανηγυρική εκλογική επικράτησή του. Ο νέος πρωθυπουργός όμως σύντομα υποχρεώθηκε σε αναδίπλωση, υπό την πίεση των κεφαλαιαγορών και των Ευρωπαίων εταίρων, εξαγγέλοντας μια οικονομική πολιτική εξίσου σκληρή για τον ελληνικό λαό με εκείνη που είχε θεωρήσει απαραίτητη ο προκάτοχός του. Λίγο αργότερα ακολούθησαν τα χειρότερα, με την προσφυγή στον «μηχανισμό στήριξης» και την υπογραφή των Μνημονίων. Για όλα αυτά αποφάσισε ο ίδος, χωρίς προηγούμενη συζήτηση και ψηφοφορία είτε σε έκτακτο συνέδριο του κόμματος (όπως θα ήταν εύλογο, για τέτοιας βαρύτητας πολιτικές επιλογές), είτε στο ανώτερο όργανο στον ενδιάμεσο δύο συνεδρίων χρόνο, δηλ. στο «Εθνικό Συμβούλιο» (άρθρο 36 του καταστατικού του ΠΑ.ΣΟ.Κ., όπως «ισχύει» από το 2008), είτε στην κοινοβουλευτική του ομάδα. Πρόκειται για άλλη μια πρόδηλη παραβίαση του καταστατικού του ΠΑ.ΣΟ.Κ. από τον κατ’ ουσία κληρονομικό ηγεμόνα του, ύστερα από εκείνες οι οποίες είχαν εμφιλοχωρήσει το θέρος του 2009, σε σχέση με την προαναγγελία της στάσης του ίδιου κόμματος στην προεδρική εκλογή του 2010. Τούτο συνιστά ταυτόχρονα παραβίαση και της αρχής της εσωκομματικής δημοκρατίας, όπως η τελευταία απορρέει από το άρθρο 29 παρ. 1 του Συντάγματος32.
Το κυριότερο συμπέρασμα από την εντυπωσιακή πλήρη μετεκλογική αναστροφή του κυβερνώντος κόμματος είναι ότι στα σοβαρά ζητήματα η κυβερνητική πολιτική δεν προσδιορίζεται ούτε σύμφωνα με το αποτέλεσμα των εκλογών ούτε και με βάση καταστατικά κατοχυρωμένες συλλογικές διαδικασίες του κυβερνώντος κόμματος. Η οικονομική ιδίως πολιτική μιας μικρής και υπερχρεωμένης χώρας, όπως η Ελλάδα, είναι προδιαγεγραμμένη με βάση τις αποφάσεις υπερεθνικών αρχών και τις (αν)ισορροπίες των κεφαλαιαγορών. Έτσι η δημοκρατία καταντά να υφίσταται κατ’ επίφαση. Ο κεντρικός λόγος ύπαρξης και λειτουργίας των θεσμών της είναι η συγκάλυψη της δικτατορίας των (διεθνών) αγορών33, που λειτουργεί, στην εγχώρια εκδοχή της, διαμεσολαβημένη από τους μεταπράτες- κληρονομικούς ηγεμόνες των κομμάτων εξουσίας.
Αν προσπαθήσει κανείς να αναλύσει τα παραπάνω στο επίπεδο της πραγματικής λειτουργίας του πολιτεύματος, εύκολα μπορεί να αντιληφθεί την αδυναμία εξήγησής τους με τους όρους του κυρίαρχου «δημοκρατικού» Παραδείγματος. Πρόκειται για ένα ακόμη επεισόδιο της πολύχρονης «Μεγάλης Πορείας» προς την καταστρατήγηση του Συντάγματος γενικά και της δημοκρατικής αρχής ειδικότερα, όπου η δημοκρατία τείνει να καταντήσει προσχηματική και το πολίτευμα να μετατραπεί σε παλίμψηστο34. Η λαϊκή κυριαρχία κάμπτεται ενόψει της δημοσιονομικής χρείας, και το δημόσιο συμφέρον που μονοπωλείται από τους «επαΐοντες» πολιτικούς γίνεται εργαλείο λοβοτομής της λαϊκής βούλησης. Εξάλλου σε ένα πελατειακά δομημένο κράτος, όπου το εκλογικό σώμα έχει συστηματικά γαλουχηθεί από τους πολιτικούς ταγούς με τα ιδανικά των προσωπικών εξυπηρετήσεων, έχει προ πολλού χαθεί η επαφή με εκείνο το συμφέρον το οποίο θα μπορούσε να θεωρηθεί κοινό και δημόσιο. Έτσι η πολιτική «τάξη» έχει πια αναλάβει ένα διπλό ρόλο. Ως διαφθορέας του ελληνικού λαού εξασφαλίζει τον πελατειακό εξανδραποδισμό του, και κατόπιν ως σωτήρας στο έπος της δημοσιονομικής εσχατολογίας εξαγγέλει την δήθεν λύτρωσή του από την κατάρρευση. Στην πραγματικότητα δεν πρόκειται, σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα, για λύτρωση ή έστω λύση, ακόμη και επώδυνη, αλλά για επιδείνωση των όρων υπό τους οποίους ο ελληνικός Τιτανικός θα συγκρουσθεί με το παγόβουνο του χρέους. Ο μηχανισμός «στήριξης» μας οδηγεί όχι μόνο στη defacto απώλεια της εξωτερικής κυριαρχίας του ελληνικού κράτους, αλλά ενδεχομένως και στην απώλεια των στοιχειωδών μέσων άσκησης της κρατικής κυριαρχίας γενικά, δηλ. της δημόσιας περιουσίας του κράτους αυτού.
Αργά ή γρήγορα η ελληνική κοινωνία είναι βέβαια υποχρεωμένη να προσαρμοσθεί, με τον ένα ή άλλο τρόπο, σε ένα επίπεδο κατανάλωσης υλικών αγαθών σημαντικά χαμηλότερο από εκείνο της πρώτης δεκαετίας του 21ου αιώνα. Το ζητούμενο όμως είναι η προσαρμογή αυτή να γίνει με τρόπο βιώσιμο για το μακροπρόθεσμο μέλλον. Πολλά από τα μέτρα και τις δράσεις του προγράμματος, όπως αυτό εκφράζεται μέσα από τα δύο μνημόνια, είναι επιβεβλημένα ούτως ή άλλως (π.χ. η περιστολή της φοροδιαφυγής) και μάλιστα θα έπρεπε να είχαμε προχωρήσει σε κάποια από αυτά οικειοθελώς εδώ και χρόνια (αν και άλλα από τα μέτρα εκείνα είναι κοινωνικά άδικα και ενδεχομένως αντισυνταγματικά35). Ο λόγος για τον οποίο δεν έγινε τίποτε είναι ότι το ελληνικό πολιτικό σύστημα επί δεκαετίες εμπορευόταν το ψεύδος της ευημερίας με σκοπό το κέρδος (του). Τώρα το ίδιο σύστημα επιχειρεί εκ νέου να εμπορευθεί το ψεύδος της «στήριξης» και της σωτηρίας της χώρας, προκειμένου να αποφύγει το πικρό ποτήρι της άμεσης αναδιάρθρωσης του δημόσιου χρέους, με τις εξαιρετικά δυσάρεστες βραχυπρόθεσμες συνέπειές της, προκειμένου να παρατείνει έστω και για λίγο τον δικό του βίο. Έτσι όμως κινδυνεύουμε η πτώση του βιοτικού επιπέδου και η εκποίηση της κρατικής περιουσίας να καταλήξουν να ωφελούν περισσότερο, ή και αποκλειστικά, τους αλλοδαπούς πιστωτές και λιγότερο, ή καθόλου, τα μακροπρόθεσμα συμφέροντα της ελληνικής κοινωνίας.
Η υπέρβαση της κρίσης είναι ανέφικτη μέσα στα πλαίσια του υπάρχοντος πολιτικού μας συστήματος. Η υπέρβαση της κρίσης προϋποθέτει την εμφάνιση δημοκρατικά οργανωμένων κομμάτων αρχών, την εξαφάνιση του πολιτικού δυναστισμού, την αποδόμηση των πελατειακών σχέσεων, τον σαφή διαχωρισμό μεταξύ δημόσιας εξουσίας και ιδιωτικών οικονομικών συμφερόντων. Προϋποθέτει ακόμη την καθολική ανανέωση της πολιτικής τάξης, με πολιτικούς που θα προέρχονται μέσα από την κοινωνία και θα την αντιπροσωπεύουν αυθεντικά έναντι του κράτους, και όχι με υποτελείς των κομματικών ηγεμόνων ή κληρονόμους πολιτικών δυναστειών. Προϋποθέτει επίσης, σε κοινωνικό επίπεδο, μια ριζική αλλαγή των αντιλήψεων και νοοτροπιών οι οποίες έχουν για πολλά χρόνια διαπεράσει το σύνολο σχεδόν του κοινωνικού σχηματισμού. Η ελληνική κοινωνία χρειάζεται μια νέα «αφήγηση», μακριά από τις αυταπάτες του παρελθόντος, με έμφαση στην εργασία και την παραγωγικότητα και όχι στη θεσιθηρία και τον άμετρο καταναλωτισμό. Η υπέρβαση της κρίσης προϋποθέτει τελικά μια συνολικότερη αλλαγή στον πολιτικό μας πολιτισμό, προκειμένου να καταστεί εφικτός ο αναπροσανατολισμός και της εθνικής μας οικονομίας σε μια κατεύθυνση λιγότερο καταναλωτική και περισσότερο παραγωγική.


* Αποδίδει το κείμενο της εισήγησης του συγγραφέα σε εκδήλωση του ΔΣΑ στις 15.6.2010, με τον αναγκαίο υπομνηματισμό, στον οποίο καθοριστική ήταν η συμβολή του κ. Γ. Παυλίδη, Δ.Ν.
1. Για τα ερμηνευτικά προβλήματα της διάταξης αυτής βλ. Κ. ΙΩΑΝΝΟΥ /Κ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗ/ Χ. ΡΟΖΑΚΗ/ Α. ΦΑΤΟΥΡΟΥ, Δημόσιο Διεθνές Δίκαιο. Σχέσεις διεθνούς και εσωτερικού δικαίου, Αθήνα-Κομοτηνή 1990, σ. 164 επ., Π. ΠΑΡΑΡΑ, Σύνταγμα 1975-Cοrpus, Ι, Αθήναι-Κομοτηνή 1982, σ. 444 επ., Κ. ΧΡΥΣΟΓΟΝΟΥ, Συνταγματικό Δίκαιο, Αθήνα Θεσ/νίκη 2003, σ. 187 επ.
2. Πρβλ. Γ. ΚΑΤΡΟΥΓΚΑΛΟΥ, Memorandasuntservanda?, σε: Εφημερίδα Διοικητικού Δικαίου 2/2010, σ. 157, Ν. ΜΠΑΡΜΠΑ, Τα δημόσια δάνεια του Κράτους, Θεσ/νίκη 1996, σ. 113 επ.
3. Βλ. Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΥ, Μαθήματα Συνταγματικού Δικαίου, αναθεωρημένη έκδοση Αθήνα-Κομοτηνή 2008, σ. 165 επ., Φ. ΣΠΥΡΟΠΟΥΛΟΥ, Εισαγωγή στο συνταγματικό δίκαιο, Αθήνα-Κομοτηνή 2006, σ. 109, Π. ΠΑΡΑΡΑ, Ο θεσμός των νόμων-πλαισίων, ΤοΣ, σ. 280 επ., ΤΟΥ ΙΔΙΟΥ, Corpus, I, ό.π., σ. 506 επ., ΧΡΥΣΟΓΟΝΟΥ, Συνταγματικό Δίκαιο, ό.π., σ. 348 επ.
4. Βλ. αφενός Κ. ΦΙΝΟΚΑΛΙΩΤΗ, Η συνταγματική κατοχύρωση των αρχών της νομιμότητας και βεβαιότητας του φόρου, Αθήνα-Κομοτηνή 1983, σ. 84 επ. και αφετέρου ΠΑΡΑΡΑ, ο θεσμός των νόμων-πλαισίων, ό.π., σ. 301 επ.
5. Βλ. ιδίως Α. ΣΤΕΡΓΙΟΥ, Η συνταγματική κατοχύρωση της κοινωνικής ασφάλισης, Θεσ/νίκη 1994, σ. 325 επ., Ξ. ΚΟΝΤΙΑΔΗ, Κράτος Πρόνοιας και κοινωνικά δικαιώματα, Αθήνα-Κομοτηνή 1997, σ. 447 επ., Γ. ΚΑΤΡΟΥΓΚΑΛΟΥ, Τα Κοινωνικά Δικαιώματα, Αθήνα-Κομοτηνή 2006, σ. 110 επ., 166 επ.
6. Βλ. ενδεικτικά ΕΔΔΑ StecandOthersv. UnitedKingdom (decisionastotheadmissibility)[GC], nos. 65731/01 and 65900/01, παρ. 51, ECHR 2005-X, και, από την ελληνική θεωρία, ενδεικτικά Α. ΣΚΟΡΔΑ/ Λ.-Α. ΣΙΣΙΛΙΑΝΟΥ, Προστατεύει το άρθρο 1 του πρώτου πρωτοκόλλου στην ΕΣΔΑ το ύψος των συνταξιοδοτικών παροχών; ΝοΒ 2000, σ. 1221 επ. Γενικότερα, το ΕΔΔΑ έχει κρίνει ότι οι συμφωνίες με το ΔΝΤ δεν αναιρούν την προστασία της ΕΣΔΑ. Βλ. CapitalBankADv.Bulgaria, no. 49429/99, παρ. 110-111, ECHR 2005-XII, 24.11.2005
7. Απόφαση ορόσημο του Συνταγματικού Δικαστηρίου της Λετονίας (Decision 2009-43-01 of 21.12.2009) κηρύσσει αντισυνταγματικό το νόμο που προέβλεπε μαζικές περικοπές συντάξεων, σε συμμόρφωση με το πρόγραμμα του ΔΝΤ. Επίσης, πολύ πρόσφατη απόφαση του Συνταγματικού Δικαστηρίου της Ρουμανίας (προς δημοσίευση στο MonitorumOficial, ParteaI, 25.6.2010) κηρύσσει αντισυνταγματικές τις περικοπές συντάξεων. Το ΔΝΤ δήλωσε ότι θα παγώσει την εκταμίευση της πέμπτης δόσης (900 εκ. ευρώ) του δανείου προς τη Ρουμανία μέχρι να υιοθετηθούν τα υπεσχημένα μέτρα.
8. Για το κανονιστικό σύμπλεγμα των παρ. 2 και 3 του άρθρου 28 Συντ. βλ., από τη σχετική ειδική βιβλιογραφία, Γ. ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ, Το Σύνταγμα και η διαδικασία της ευρωπαϊκής ενοποιήσεως, Αθήνα-Κομοτηνή 1982, σ. 146 επ., Γ. ΔΡΟΣΟΥ, Ελληνική συνταγματική τάξη και ευρωπαϊκές κοινότητες στις διεθνείς σχέσεις, Αθήνα-Κομοτηνή 1987, σ. 72 επ., 89 επ., ΤΖ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΥ-ΣΤΡΑΓΓΑ, Ελληνικό συνταγματικό δίκαιο και ευρωπαϊκή ενοποίηση, Αθήνα-Κομοτηνή 1996, σ. 29 επ., Λ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Εθνικό Σύνταγμα και Κοινοτικό Δίκαιο: Το ζήτημα της «υπεροχής», Αθηνα-Κομοτηνή 2009, σ. 387 επ.
9. Υποστηρίζεται πάντως από τον ΚΑΤΡΟΥΓΚΑΛΟ, ό.π., Β-1, η άποψη ότι αν και τυπικά δεν υφίσταται παραχώρηση αρμοδιοτήτων στο ΔΝΤ, πιστότερο στο πνεύμα του Συντάγματος θα ήταν η τελική συμφωνία με αυτό να υπαχθεί στο άρθρο 28 παρ. 2 Συντ. και να κυρωθεί με πλειοψηφία τριών πέμπτων, επειδή η ελληνική κυριαρχία υφίσταται defacto σημαντικότατους περιορισμούς.
10. Για τις «συμφωνίες απλοποιημένης μορφής» βλ. Ε. ΡΟΥΚΟΥΝΑ, Διεθνές Δίκαιο, Ι, Αθήνα 1982, σ. 89 επ.
11. Το Συνταγματικό Δικαστήριο της Ταϊλάνδης εξέτασε τη νομική φύση των Μνημονίων στα πλαίσια ενός πακέτου του ΔΝΤ και αποφάνθηκε ότι δεν πρόκειται για διεθνείς συμβάσεις, αλλά για μονομερείς δηλώσεις/δεσμεύσεις της κυβέρνησης της Ταϊλάνδης. Βλ. Ruling No. 11/2542 [1999] THCC 11 (25 May 1999).
12. Για την έννοια της εξωτερικής κυριαρχίας βλ. Π. ΔΑΓΤΟΓΛΟΥ, Περί κυριαρχίας, β’ εκδ. Αθήνα-Κομοτηνή 1986, σ. 69 επ., ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ, Το Σύνταγμα και η διαδικασία της ευρωπαϊκής ενοποιήσεως, ό.π., σ. 19 επ., Κ. ΙΩΑΝΝΟΥ/ Κ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗ/ Χ. ΡΟΖΑΚΗ/ Α. ΦΑΤΟΥΡΟΥ, Δημόσιο διεθνές δίκαιο. Οι φορείς των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων στη διεθνή έννομη τάξη, Αθήνα-Κομοτηνή 1990, σ. 45 επ.
13. Βλ. τηναπόφασητου Landgericht Stuttgart, στηνυπόθεση Spanish Consular Bank Accounts (1971), International Law Reports τόμ. 65 (1971), σ. 114 επ. (117).
14. Βλ. A. REINISCH, European Court Practice Concerning State Immunity from Enforcement Measures, σε: The European Journal of International Law, τόμ. 17 (2006), σ. 816 επ.
15. Βλ. M. SINGER, The Act of State Doctrine of the United Kingdom: An Analysis, with Comparisons to United States Practice, σε: The American Journal of International Law, τόμ. 75 (1981), σ. 283 επ.
16. Βλ. ενδεικτικά Σ. ΣΤΑΜΑΤΟΠΟΥΛΟΥ, Αναγκαστική εκτέλεση εις βάρος του ελληνικού δημοσίου, Αθήνα-Κομοτηνή 2000, σ. 289 επ., ΤΟΥ ΙΔΙΟΥ, Το αντικείμενο της αναγκαστικής εκτέλεσης κατά του ελληνικού Δημοσίου και των ν.π.δ.δ., Δίκη 2003, σ. 1107 επ., Γ. ΚΑΣΙΜΑΤΗ, Τα συνταγματικά όρια της αναγκαστικής εκτέλεσης κατά του ελληνικού δημοσίου, Δίκη 2003, σ. 1075 επ., Κ. ΧΡΥΣΟΓΟΝΟΥ, Η νομοθετική ρύθμιση της αναγκαστικής εκτέλεσης κατά του Δημοσίου με τον ν. 3068/2002, Δίκη 2004, σ. 5 επ.
17. ΣτΕ 1934/1998 (ολ.), ΤοΣ 1998, σ. 598 επ. (11η σκέψη). Πρβλ., αντί πολλών Α. ΚΑΪΔΑΤΖΗ, Συνταγματικοί περιορισμοί των ιδιωτικοποιήσεων, Αθήνα-Θεσ/νίκη 2006, σ. 243 επ.
18. Πρβλ. Μ. ΚΑΡΑΜΑΝΩΦ, Βιώσιμο κράτος και δημόσια κτήση. Τα όρια των ιδιωτικοποιήσεων, Αθήνα-Κομοτηνή 2010, σ. 80 επ.
19. Βλ. C. REINHART/K.ROGOFF, This Time Is Different. Eight Centuries of Financial Folly, Princeton 2009, σ. 81 επ.
20. Βλ. Γ. ΒΑΜΒΟΥΚΑ, Η χρεοκοπία της Ελλάδας και το Πρόγραμμα Σταθερότητας και Ανάπτυξης, σε: Έμφαση, τεύχ.42, Ιανουάριος-Μάρτιος 2010, σ. 28 επ.
21. Κατά τους υπολογισμούς των C. REINHART/ K. ROGOFF, ThisTimeIsDifferent, σ. 99-100, η Ελλάδα συγκαταλέγεται, μαζί με τον Ισημερινό και την Ονδούρα, στη μοναδική τριάδα κρατών στον πλανήτη, τα οποία έχουν διανύσει περισσότερο από το μισό διάστημα της ύπαρξής τους σε κατάσταση πτώχευσης ή αναδιάρθρωσης του χρέους τους. Αξιοσημείωτο είναι ότι, σύμφωνα με τους υπολογισμούς των ιδίων, σ.121, στην περίοδο από το 1827 έως το 2003, όταν ευρωπαϊκά κράτη κήρυσσαν παύση πληρωμών (του εξωτερικού χρέους) ο λόγος δημόσιου χρέους προς δημόσια έσοδα βρισκόταν κατά μέσο όρο περίπου στο 4:1 (σε κράτη της Λατινικής Αμερικής στο 5:1). Στην Ελλάδα το 2009 τα δημόσια έσοδα (εκτός των δανείων) ανήλθαν σε περίπου 50 δισεκατομμύρια ευρώ, ενώ το χρέος κινείται στα επίπεδα περίπου των 300 δισεκατομμυρίων, δηλαδή ο λόγος χρέους/εσόδων προσεγγίζει (ή και υπερβαίνει) το 6:1.
22. Πρβλ. και Ν. ΜΑΡΙΑ, Η λεόντειος δανειακή σύμβαση Ελλάδας-κρατών Ευρωζώνης, «Επίκαιρα» 17.6.-23.6.2010, σ. 28 επ.
23. Βλ. ενδεικτικά Λ. ΚΟΤΣΙΡΗ, Πτωχευτικόν Δίκαιον, 3η έκδ. Θεσ/νίκη 1985, σ. 15
24. ΑΕΔ 33/1995, ΕλλΔνη 1995, σ. 571.
25. Για τους μηχανισμούς μιας τέτοιας αναδιάρθρωσης βλ. ενδεικτικά Π. ΣΤΑΓΚΟΥ, Διεθνείς πρακτικές και θεσμοί για την επαναδιαπραγμάτευση του εξωτερικού χρέους των αναπτυσσομένων χωρών, «Αντί» τεύχ. 302, 25.10.1985, σ. 20 επ., τεύχ. 303, 8.11.1985, σ. 26 επ., Γ. ΠΑΥΛΙΔΗ, La défaillance d’Etat, Αθήνα- Θεσσαλονίκη 2006, σ. 124 επ., G. JEZE, Les défaillances d’Etat, Académie de Droit International, Recueil des Cours (1935), σ. 381 επ.
26. Ο αγγλικός όρος είναι «moralhazard» (ηθικός κίνδυνος ή κίνδυνος εφησυχασμού). Αποδίδει την επιβράβευση ή την απουσία τιμωρίας των επενδυτών για τις ριψοκίνδυνες στρατηγικές τους. Βλ. αντίπολλών B. EICHENGREEN, Can the moral hazard of IMF bailouts be reduced? Geneva reports on the World Economy, Special Report 1/2000, σ.17.
27. N. ELIAS, Über den Prozess der Zivilisation, τόμΒ’, Ζυρίχη 1939-Βέρνη 1969, ελλ.μτφ. ΗεξέλιξητουΠολιτισμού, Αθήνα 1997, σ. 250.
28. Για την αρχή της «δημοσιονομικής αδυναμίας» ως λόγο αναστολής της εκτέλεσης υποχρεώσεων των κρατών που απορρέουν από εξωτερικά δάνεια βλ. ΜΠΑΡΜΠΑ, Τα δημόσια δάνεια, ό.π., σ. 302 επ. Αμφισβητείται αν τούτο συνιστά γενικά παραδεγμένο κανόνα του διεθνούς δικαίου και σε ποια έκταση, βλ. BVerfGE τόμ. 118, σ. 124 επ.
29. Βλ. Θ. ΞΗΡΟΥ, Συνταγματικό χρονολόγιο, ΤοΣ 1993, σ. 807 επ. (812 επ.)
30. Βλ. Θ. ΞΗΡΟΥ, Κοινοβουλευτικό χρονικό, ΙΒ’ Περίοδος-Β’ Τακτική Σύνοδος, σε: Θεωρία και Πράξη Διοικητικού Δικαίου, 2010, σ. 218 επ. (255-6).
31. Βλ., εντελώς ενδεικτικά, G. LEFEBVRE, Larevolutionfrancaise, 1930, ελλ.μτφ. Η Γαλλική Επανάσταση, Αθήνα 2004, σ. 115 επ., T. ERTMAN, BirthoftheLeviathan, Cambridge 1997, σ. 145 επ.
32. Βλ. Κ. ΧΡΥΣΟΓΟΝΟΥ, Συνταγματική πραγματικότητα και φαντασιακό Σύνταγμα, ΔτΑ 44/2009, σ. 1063 επ. (1047 επ.)
33. Σημειωτέον ότι το 2003 οι αγορές κατάφεραν να απορριφθεί οριστικά η πρόταση για ένα πτωχευτικό δίκαιο των κρατών (SovereignDebtRestructuringMechanism). Η πρόταση αυτή- απάντηση στην κρίση της Αργεντινής- είχε παρουσιαστεί στα τέλη του 2001 από την AnneKrueger, την τότε υπ’ αριθμό δύο στην ιεραρχία του ΔΝΤ. Η πρόταση συνάντησε την εντονότατη (και απoτελεσματική) αντίδραση των αγορών και του Υπουργείου Οικονομικών των ΗΠΑ. Βλ. A. Krueger, Anewapproachtosovereigndebtrestructuring, AmericanEnterpriseInstitute, WashinghtonD.C., 26.11.2001.
35. Βλ. ΚΑΤΡΟΥΓΚΑΛΟΥ, Memoranda sunt servanda?, ό.π., σ. 157 επ.

Οι Συμφωνίες Δανεισμού της Ελλάδας με την ΕΕ και το ΔΝΤ

Γιώργος Κασιμάτης

Οι Συμφωνίες Δανεισμού της Ελλάδας με την ΕΕ και το ΔΝΤ

Διαβάστε περισσότερα στο αρχείο .pdf που επισυνάπτεται.

Ανθρώπινα δικαιώματα. Από το μύθο του φυσικού δικαίου στην ιδεολογία των ανθρωπιστικών επεμβάσεων

Παναγιώτης Μαντζούφας, Επ. Καθηγητής Νομικής στο Α.Π.Θ.

Ανθρώπινα δικαιώματα. Από το μύθο του φυσικού δικαίου στην ιδεολογία των ανθρωπιστικών επεμβάσεων

I. «Ένα νέο ιδεώδες κυριαρχεί στην διεθνή σκηνή: τα ανθρώπινα δικαιώματα»[1]. Ίσως στην φράση αυτή συμπυκνώνεται η κοινή αίσθηση που κυριαρχεί στην σύγχρονη πολιτική συζήτηση, ιδίως αν σκεφτούμε ότι η ιδιαίτερη έμφαση στα ανθρώπινα δικαιώματα συνδέθηκε πρόσφατα με την κατάρρευση του κομμουνισμού, δηλαδή του σημαντικότερου εναλλακτικού κοινωνικού προγράμματος. Υπό το πρίσμα αυτό, η δυσφορία για την κατάρρευση ηθικών βεβαιοτήτων και πολιτικών συστημάτων μετριάζεται -και ως ένα μέτρο αντικαθίσταται- από την πεποίθηση ότι τα ανθρώπινα δικαιώματα είναι το νέο πρόταγμα, ο νέος στόχος για τις κοινωνίες.

Αν από την νομική παράδοση που μας κληροδότησε η νεωτερικότητα υπάρχει ένας μύθος που γνωρίζει καθολική αποδοχή και συνδέεται με μια οικουμενική προσδοκία, αυτός αφορά στην επικράτηση της ιδέας ότι τα δικαιώματα αποτελούν μια πανανθρώπινη αξία που διαπερνά πολιτισμούς, εποχές, ιδεολογίες, κοινωνικά και πολιτικά συστήματα και αγγίζει όλους τους ανθρώπους απανταχού της γης χωρίς ιστορικούς ή άλλους προσδιορισμούς.
Η ιδέα αυτή μάλιστα εμφανίζεται στις μέρες μας τόσο ισχυρή ώστε να ξεχνάμε ότι από τότε που τα δικαιώματα διακηρύχθηκαν και αποτέλεσαν σημαίνουσες πολιτικές διεκδικήσεις (18ος αιώνας) μέχρι τότε που απέκτησαν απτή νομική υπόσταση (20ος αιώνας), το ιστορικό των παραβιάσεών τους είναι εξίσου εντυπωσιακό. Σε καμία ίσως ιστορική περίοδο η ανθρώπινη ζωή δεν ευτελίστηκε τόσο οργανωμένα και προγραμματικά, όσο την περίοδο του σταλινισμού και του ναζισμού. Ωστόσο το τέρμα του ίδιου αιώνα σημαδεύτηκε από την ολοκληρωτική επικράτηση των δικαιωμάτων ως αξεπέραστου διανοητικού ορίζοντα αλλά και ως προσχήματος άσκησης διεθνούς πολιτικής.
Ενώ άλλα νεωτερικά προτάγματα, όπως της συνεχούς προόδου, της κυριαρχίας πάνω στη φύση και της επικράτησης της επιστήμης έχουν κλονιστεί από την κριτική στον ορθό λόγο και τα γεγονότα, ο λόγος των δικαιωμάτων διατηρεί συνοχή, αξιώνει οικουμενικότητα και θεωρείται αδιαπραγμάτευτος, δίκην λαϊκού μύθου που έρχεται από τα βάθη των αιώνων και αντιστοιχεί σε ανθρωπολογικές σταθερές. Έτσι τείνουμε να ξεχνάμε, ότι τα δικαιώματα θεμελιώνονται στον ανθρώπινο λόγο και όχι στην φύση ή την ιδιότητα του ανθρώπου.
Όποιος σήμερα αμφισβητήσει τα ανθρώπινα δικαιώματα ή επιχειρήσει να τα αποσυνδέσει από τον ανθρωπισμό, αντιμετωπίζεται με αυτονόητη δυσπιστία. Όπως κάθε λόγος που φετιχοποιείται, -ως έκφραση, εν προκειμένω, της παράδοσης του φυσικού δικαίου-, έτσι και ο λόγος για τα δικαιώματα συνδέεται με μια εσχατολογία θεολογικού τύπου, μολονότι ο νομικός θετικισμός συνέβαλε στην απορρόφηση της δικαιοσύνης από διαδικαστικές και τυποκρατικές έννοιες και ενσωμάτωσε τα δικαιώματα στα σύγχρονα Συντάγματα. Η ένταση που υπάρχει μεταξύ των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ή συνταγματικών δικαιωμάτων υποδηλώνει μια καταγωγική διαφορά. Η αναγνώριση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων έχει ως θεμέλιο μια ηθική αξίωση, την οποία οι άνθρωποι εγείρουν έναντι άλλων ανθρώπων και της κρατικής εξουσίας, ανεξαρτήτως αν η αξίωση αυτή αναγνωρίζεται και από το θετικό δίκαιο[2]. Η ρητορική ένταση και ο διακηρυκτικός χαρακτήρας που συχνά συνοδεύει τις αναφορές στα ανθρώπινα δικαιώματα είναι στοιχείο της φύσης τους, αλλά και της ικανότητάς τους να ξεπερνούν τα όρια που τους θέτει το θετικό δίκαιο, αλλά και οι ιστορικές ιδιαιτερότητες. Ενώ τα συνταγματικά δικαιώματα είναι δικαιώματα που γεννούν αξιώσεις εντός μιας εθνικής -κατά κύριο λόγο- έννομης τάξης, τα ανθρώπινα δικαιώματα αιωρούνται στο διεθνές πεδίο ζητώντας δικαίωση.
Η ένταξη των δικαιωμάτων στις έννομες τάξεις και άρα στον εφήμερο χαρακτήρα των κρατικών ρυθμίσεων, η εκνομίκευση με άλλα λόγια των δικαιωμάτων αν και ακολούθησε την ανάδυση του ατομισμού και την ανθρωπολογία του νομικού ουμανισμού που επικράτησε σε μια συγκεκριμένη ιστορική περίοδο, επανέρχεται σήμερα ως σχεδόν υπερβατική και απόλυτη αξία πλήρως ανεξάρτητη από την ιστορία. Αγνοείται έτσι ότι τα ηθικώς θεμελιωμένα ανθρώπινα δικαιώματα μετασχηματίστηκαν σε δικαιώματα του πολίτη και απέκτησαν δικαιϊκή μορφή μέσα σε ιστορικά κρατικά μορφώματα (έθνη-κράτη).
Δεν θα ήταν, λοιπόν, κακόπιστος εκείνος που θα εντόπιζε αυτή την βασική αντίφαση, χωρίς βέβαια αυτό να σημαίνει ότι η αμφισβήτηση του ανιστορικού οικουμενισμού των φιλελεύθερων δικαιωμάτων πρέπει να οδηγήσει στην πλήρη άρνησή τους. Είναι αναμφίβολο ότι τα ανθρώπινα δικαιώματα αποτέλεσαν και αποτελούν ένα σημαντικό θεμέλιο της ανθρώπινης χειραφέτησης και η κριτική που τους έχει ασκηθεί ιστορικά, προέρχεται, είτε από τους αρνητές του διαφωτισμού που στιγμάτιζαν τον αφηρημένο χαρακτήρα τους (Burke), είτε από εκείνους που τονίζανε την ανεπάρκειά τους και την συγκάλυψη που προσφέρουν στην άσκηση της εξουσίας στο πλαίσιο μια ταξικής και καταπιεστικής κοινωνίας (Marx).
Επιπλέον, στη σύγχρονη κοινωνική θεωρία η κριτική αυτή συνεχίστηκε στο βαθμό που η αμφισβήτηση της ενότητας του υποκειμένου -βασικού θεμελίου του δικαιώματος- οργανώθηκε τόσο γύρω από την ψυχαναλυτική βεβαιότητα της αδυναμίας να ελεγχθεί ένα λειψό και διχασμένο εγώ (Freud, Lacan), όσο και μέσα από τις θεωρίες της αποδόμησης (Foucault, Derrida) που αρνούνται την ενότητα του υποκείμενο και την ικανότητά του να γνωρίζει και να συγκροτείται αυτόνομα ενώ το αντικαθιστούν από το σύστημα/κείμενο ή την γλώσσα και τις πρακτικές εξουσίασης. Όλες αυτές οι θεωρήσεις που συνέβαλαν στην αποδόμηση και απομυθοποίηση του υποκειμένου, το βλέπουν να επανέρχεται θριαμβευτικά μέσω της αναγέννησης της πολιτικής φιλοσοφίας (Dworkin, Rawls) και μέσω των θεωριών της ταυτότητας στις σύγχρονες πολυπολιτισμικές κοινωνίες.
Είναι προφανές ότι η σύγχρονη επίκληση των δικαιωμάτων θέτει νέα ζητήματα και υπακούει σε καινούργιες ανάγκες, αν συμφωνήσουμε βέβαια ότι η ιστορία δεν τελειώνει με την παγκόσμια αποδοχή των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Μάλιστα θα λέγαμε ότι στην έννοια των ανθρωπίνων δικαιωμάτων ενυπάρχει ένα οικουμενικό αίτημα ισχύος, σε αντίθεση με τις περιορισμένες αξιώσεις των δικαιωμάτων του πολίτη που αναφέρονται σε μια συγκεκριμένη κρατική έννομη τάξη.
Ωστόσο, ο οικουμενισμός αυτός θα μπορεί να είναι συμβατός με την μεγάλη ποικιλία τρόπων ζωής και πολιτισμών μόνο όταν περιλαμβάνει τις ελάχιστες προϋποθέσεις που είναι κοινές σε όλους για το τι είναι δίκαιο. Η διάκριση ανθρωπίνων δικαιωμάτων και δικαιωμάτων του πολίτη αποκτά πρακτικές διαστάσεις και συχνά ένταση όταν έχουμε να υπερασπιστούμε τα δικαιώματα προσώπων (πρόσφυγες, μετανάστες), τα οποία, αν και δεν ανήκουν στην κατηγορία των πολιτών εγείρουν εύλογες ηθικές αξιώσεις προστασίας.
Τα ζητήματα αυτά χαρακτηρίζονται από μια διαρκή επικαιρότητα, ενώ σήμερα προσλαμβάνουν αυξημένο ενδιαφέρον και λόγω των μετακινήσεων οικονομικών μεταναστών από τον τρίτο κόσμο προς τη δύση. Επιπλέον, η αναγέννηση του ενδιαφέροντος για τα δικαιώματα στην συγκυρία των σαράντα τελευταίων χρόνων, ενισχύθηκε και από δύο νέα ιστορικά και κοινωνικά φαινόμενα. Σύμφωνα με το πρώτο, τα δικαιώματα χρησιμοποιήθηκαν ως όπλα αντίστασης στην κρατική παντοδυναμία που έλαβε βάρβαρες διαστάσεις στα κομμουνιστικά καθεστώτα της ανατολικής Ευρώπης και στα ανελεύθερα καθεστώτα του τρίτου κόσμου. Η καταξίωσή τους ήλθε από το γεγονός ότι και στις δύο περιπτώσεις τα δικαιώματα συνέβαλαν στην ιδεολογική προετοιμασία για την αλλαγή των καθεστώτων στο βαθμό που αποτελούσαν ένα ισχυρό θεμέλιο μιας εναλλακτικής κοινωνικής οργάνωσης.
Το δεύτερο στοιχείο που παρατηρείται στις δυτικές κοινωνίες δεν αφορά μόνο στην ενίσχυση της αυτονομίας του ατόμου και στην τοποθέτησή του στο κέντρο της κοινωνικής και πολιτικής οργάνωσης, αλλά συνδέεται με την απελευθέρωση της ανθρώπινης επιθυμίας. Η εκπλήρωση της επιθυμίας δεν συνδέεται αποκλειστικά με την ικανοποίηση συνεχώς ανανεούμενων αναγκών στο πνεύμα ενός καταναλωτικού ηδονισμού, αλλά αγγίζει τα ίδια τα θεμέλια της δημοκρατικής ιδέας. Γνωρίζουμε από την κλασσική θεωρία των αρχαίων (Αριστοτέλης) ότι η δημοκρατική ιδέα -εκτός από τις διαδικαστικές εγγυήσεις της δημοκρατικής απόφασης (αρχή της πλειοψηφίας, έλεγχος)- προϋποθέτει το φρόνιμα και την αρετή των πολιτών. Αυτή όμως η ιδέα υπονομεύεται από τις εγωιστικές στρατηγικές των ατόμων που αναζητούν τη μεγιστοποίηση των συμφερόντων τους, αδιαφορούν για τις συνέπειες προς τον συνάνθρωπο -αδυνατίζοντας έτσι τον κοινωνικό δεσμό της αμοιβαίας εμπιστοσύνης- και τελικά αντικαθιστούν τα καθήκοντα (πατρίδα, κοινότητα) με τα δικαιώματα. Μια κοινωνία ιδιωτών χωρίς αναφορές σε μια συγκροτημένη συλλογική ταυτότητα, που ομνύει στην απεριόριστη επιθυμία για αυτοπραγμάτωση, αδιαφορεί για τις ανάγκες του διπλανού και έχει χάσει κάθε αίσθηση γενικού συμφέροντος, οδηγείται αναπόφευκτα σε μια πολιτική απάθεια.
Γνωρίζουμε ότι η συρρίκνωση της δημοκρατίας σε ένα αυστηρά διαδικαστικό πλαίσιο, αφενός νομιμοποίησε την αντίληψη ότι η δημοκρατία είναι ένας μηχανισμός ανάλογος με την αγορά όπου οι πολίτες είναι καταναλωτές και οι πολιτικοί επιχειρηματίες και αφετέρου πρόταξε την ελευθερία του ατόμου έναντι των αναγκών ισότητας, αλληλεγγύης και ηθικής δέσμευσης απέναντι στον άλλο (Levinas).
Σύμφωνα, λοιπόν, με τα παραπάνω δεν απέχει πολύ από την πραγματικότητα η διαπίστωση ότι «ένα υπερ-κινητικό άτομο, προικισμένο με δικαιώματα και επιθυμίες, αλλά χωρίς δεσμούς και εντάξεις, χωρίς καθήκοντα ή υποχρεώσεις, στερημένο από κάθε αίσθηση υπευθυνότητας, με μοναδικό κίνητρο τη μεγιστοποίηση των συμφερόντων του, αυτό το άτομο δεν είναι πολίτης»[3]. Επειδή ακριβώς η ιδιότητα του πολίτη συνδέεται και με συλλογικές υποχρεώσεις απέναντι στην πολιτεία, η επιμονή στα δικαιώματα του ανθρώπου έχει έναν «αντιπολιτικό τόνο»[4], καθώς αδυνατίζει το δεσμό του πολίτη-πολιτείας. Και οι δύο αυτές ιστορικές τάσεις νομιμοποιούνται στο όνομα των δικαιωμάτων του ανθρώπου.
II. Το πεδίο όμως όπου η επίκληση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων αποτέλεσε διαρκές επιχείρημα και κριτική για τη στάση των κρατών απέναντι στους πολίτες τους είναι αυτό των διεθνών σχέσεων.
Αν τα συνταγματικά δικαιώματα του νομικού θετικισμού και η ιδέα περί κοινωνίας του 19ου αιώνα διαδέχθηκαν τα φυσικά δικαιώματα και τον αφηρημένο ανθρωπισμό του 18ου αιώνα, τα ανθρώπινα δικαιώματα εμφανίζονται στη διεθνή σκηνή σχετικά πρόσφατα, μόλις μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο[5]. Μετά τις δίκες της Νυρεμβέργης και του Τόκιο, ο Χάρτης του ΟΗΕ συνοδεύτηκε από την Οικουμενική Διακήρυξη των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (1948). Με άξονα τα θεμελιώδη αυτά κείμενα, η διεθνής κοινότητα, πάντα με επίκεντρο την προστασία των δικαιωμάτων, παρήγαγε εκατοντάδες συνθήκες, συμβάσεις, διακηρύξεις, με πιο σημαντική περιφερειακή Σύμβαση αυτή του Συμβουλίου της Ευρώπης.
Είναι σαφές ότι η διεθνής κοινότητα στην προσπάθειά της να υιοθετήσει ένα νέο διεθνές πρότυπο που να είναι απαλλαγμένο από τις φρικαλεότητες του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου και του δόγματος της κρατικής κυριαρχίας, και που, επιπλέον, να διαθέτει το συμβολικό κύρος για μια διεθνή αφύπνιση, επέλεξε τα ανθρώπινα δικαιώματα. Στα γνωσιοθεωρητικά θεμέλια αυτής της επιλογής θα μπορούσε κανείς να ανιχνεύσει μια επιστροφή στο φυσικό δίκαιο, υπό την έννοια ότι το διεθνές δίκαιο καλύπτει όλα τα κράτη και όλα τα ανθρώπινα πρόσωπα και τα δικαιώματα είναι τμήματα της ανθρώπινης κληρονομιάς, και, έτσι, στην θέση της ανθρώπινης φύσης τίθεται πλέον ένας νομικός οικουμενισμός. Βέβαια τα κράτη που υπέγραψαν αυτή τη διακήρυξη δεν πίστευαν ότι έτσι θέτουν περιορισμούς στην συμπεριφοράς τους, καθώς δεν προβλεπόταν κανένας μηχανισμός επιβολής των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Εδώ, ωστόσο, τα πράγματα έχουν διαφοροποιηθεί σημαντικά από τότε που ο Κάντ θέτοντας τις προϋποθέσεις της παγκόσμιας ειρήνης, αναζητούσε κανονιστικές αρχές, ρυθμιστικές της συμπεριφοράς των κρατών, στη βάση μιας οικουμενικής ηθικής. Από την εποχή του μέχρι σήμερα έχει προηγηθεί η δημιουργία των εθνών κρατών που είναι η κύρια πηγή της κυριαρχίας και ο βασικός φορέας της θέσπισης και προστασίας των δικαιωμάτων και έχουν μεσολαβήσει πόλεμοι μεταξύ κρατών στη βάση της ισχύος και των γεωπολιτικών τους συμφερόντων. Εκείνο επομένως που μένει δεν μπορεί να είναι μια κανονιστική αρχή, αλλά μια συμφωνία, ένα νέο διεθνές κοινωνικό συμβόλαιο μεταξύ κρατών που δεσμεύονται να σεβαστούν τα δικαιώματα των πολιτών τους στο εσωτερικό και αναγνωρίζουν παράλληλα δικαιοδοσία σε διεθνείς οργανισμούς, διατηρώντας όμως την εθνική τους κυριαρχία. Ωστόσο, το χάσμα μεταξύ του πολίτη ενός έθνους κράτους και του ανθρώπου των οικουμενικών διακηρύξεων δεν είναι εύκολο να γεφυρωθεί.
Η μεταπολεμική περίοδος έχει αποδείξει ότι τα ανθρώπινα δικαιώματα εξακολουθούν να παραβιάζονται και να προστατεύονται κυρίως σε εθνικό επίπεδο και οι διατάξεις των εθνικών συνταγμάτων, των νόμων και των θεσμών δικαστικής προστασίας είναι περισσότερο σημαντικές από τις διεθνείς δεσμεύσεις, αν και στο πεδίο αυτό έχει σημειωθεί σημαντική πρόοδος (π.χ με την αναγνώριση της ατομικής προσφυγής στο δικαιοδοτικό όργανο της ΕΣΔΑ).
Επιπλέον η αρχή της μη επέμβασης στο εσωτερικό των κρατών δεν είναι μόνο απόρροια της εθνικής κυριαρχίας, αλλά και θεμελιώδης αρχή του ΟΗΕ, που μέχρι τις επεμβάσεις της προηγούμενης δεκαετίας σε Κόσσοβο και Ιράκ δεν νοούνταν να παραβιαστεί ούτε στο όνομα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Δεν πρέπει να ξεχνάμε, επίσης, ότι ο κανόνας της μη επέμβασης προστατεύει αδύναμα κράτη έναντι ισχυροτέρων και εγγυάται μια στοιχειώδη ισότητα στις διεθνείς σχέσεις, αφήνοντας παράλληλα περιθώρια ανάπτυξης διαπραγματεύσεων, κυρώσεων και γενικά ηπιότερων μέσων. Το νέο στοιχείο στις διεθνείς σχέσεις είναι ότι η επίκληση της προστασίας των δικαιωμάτων, μπορεί να δικαιολογήσει επεμβάσεις ισχυρών κρατών στην εθνική κυριαρχία εκείνων των κρατών που παραβιάζουν τα δικαιώματα των πολιτών τους. Αυτή η δικαιολόγηση είναι εξ’ ορισμού αντιφατική και εξαιτίας της ο λόγος περί ανθρώπινων δικαιωμάτων στις διεθνείς σχέσεις ήταν εξαρχής ιδεολογικός καθώς «τα πιο ισχυρά κράτη, μέσω του λόγου των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, έκαναν τις δικές τους προτεραιότητες οικουμενική μέριμνα των άλλων»[6]. Επομένως η ιδεολογική χρήση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων οφείλεται και στην αδυναμία να ισχύουν τόσο για τους ισχυρούς όσο και για τους αδύναμους και, παράλληλα, να εναρμονιστεί η προστασία τους με το σεβαστό της κρατικής κυριαρχίας.
Συνεπώς, το διεθνές δίκαιο των ανθρωπίνων δικαιωμάτων εφαρμόζεται στο μέτρο που υπάρχει σύμπτωση μεταξύ του εθνικού συμφέροντος περισσοτέρων κρατών και της προστασίας των δικαιωμάτων. Παράλληλα οι ισχυροί νικητές των πολέμων συνήθως κινούν τις διεθνείς δίκες για τις παραβιάσεις τους (δίκη Νυρεμβέργης, δίκη Σ. Μιλόσεβιτς, δίκη Σαντάμ Χουσεϊν). Τα ισχυρά κράτη ακόμα και αν είναι μικρό το ενδεχόμενο να προσαχθούν σε δίκη και να υποστούν συμβολικές κυρώσεις για παραβιάσεις δικαιωμάτων, αρνούνται να υπαχθούν στη δικαιοδοσία διεθνών δικαστηρίων. Αυτό αποδεικνύεται και από την άρνηση των ΗΠΑ να υπαχθούν στο Διαρκές Ποινικό Δικαστήριο, που τις οδήγησε στην καταψήφιση του τελικού κειμένου για την ίδρυσή του.
Κατά τα άλλα, η ίδια χώρα πρωτοστατεί σε δηλώσεις για την οικουμενική ισχύ των δικαιωμάτων και δικαιολογεί απόλυτα επεμβάσεις στο εσωτερικό κρατών για την προστασίας τους (Γιουγκοσλαβία, Ιράκ), αρκεί να εξασφαλίσει την αυτοεξαίρεσή της. Εδώ τα όρια της οικουμενικότητας και η εξαίρεση από αυτήν ορίζονται από το κυρίαρχο κράτος.
Επιπλέον, η σύνταξη διεθνών εκθέσεων (Κογκρέσου, Διεθνούς Αμνηστίας) για τις παραβιάσεις των δικαιωμάτων και η τυχόν αρνητική δημοσιότητα που απορρέει από αυτές δεν κλονίζουν την πεποίθηση των κρατών ότι στα του οίκου τους είναι απόλυτα αφεντικά. Αυτή η υποκριτική συμπεριφορά δεν είναι πρόσφατο φαινόμενο, καθώς διατρέχει όλη την περίοδο του ψυχρού πολέμου με εκατέρωθεν κατηγορίες για παραβιάσεις των δικαιωμάτων, και δεν είναι και αποκλειστικό χαρακτηριστικό της εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ. Κανένα από τα δυτικά κράτη δεν ανέστειλε τις εμπορικές σχέσεις με την Κίνα μετά τη σφαγή των φοιτητών στην πλατεία Τιενανμέν το 1989, ενώ η Μ. Βρετανία συνέχισε να τροφοδοτεί με όπλα το δικτατορικό καθεστώς του Σουχάρτο (Ινδονησία), με τα οποία εξολοθρεύτηκαν μισό εκατομμύριο ιθαγενείς στο ανατολικό Τιμόρ. Ο ίδιος ο ΟΗΕ έμεινε απαθής στην τεραστίου μεγέθους και βαρβαρότητας γενοκτονία της Ρουάντα μεταξύ των φυλών Χούτου και Τούτσι (1994), ενώ οι βομβαρδισμοί τόσο στο Ιράκ (1998) όσο και στην Σερβία (1999) πραγματοποιήθηκαν χωρίς την εξουσιοδότηση του Συμβουλίου Ασφαλείας του.
Οι παραπάνω επισημάνσεις δεν απαντούν αυτονοήτως αρνητικά στο ερώτημα αν υπάρχουν ορισμένες περιπτώσεις όπου η βίαιη επέμβαση δικαιολογείται. Το σίγουρο είναι ότι μια τέτοια επέμβαση θα μπορούσε να γίνει δεκτή σε οριακές περιπτώσεις, χωρίς όμως η προστασία των δικαιωμάτων να χρησιμοποιείται ως πρόσχημα. Ίσως εδώ δικαιώνεται η άποψή ότι «κανένα άτομο και καμία κοινότητα δεν μπορούν να κερδίσουν την αξιοπρέπεια ή την ελευθερία τους μέσω μιας ξένης επέμβασης ή ως δώρο άνωθεν. Οι δυνάμεις επέμβασης μπορούν μόνο να βοηθήσουν τον τοπικό πληθυσμό να επαναδιεκδικήσει τα δικαιώματα του απέναντι στην κυβέρνησή του»[7]. Πέραν των άλλων είναι σαφές επίσης ότι η ίδια η βιαιότητα των βομβαρδισμών και η ωμότητα του πολέμου εντείνουν τις εντάσεις και ακυρώνουν κάθε προσπάθεια συμβιβασμού και τελικά αποτελούν μια έμπρακτη άρνηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων που υποτίθεται ότι υπερασπίζονται.
III. Αν τα ανθρώπινα δικαιώματα διατηρούν ένα μέρος από το συμβολικό τους κύρος στις διεθνείς σχέσεις, αυτό οφείλεται όχι στο ότι νομιμοποιούν τις επεμβάσεις μεταξύ των κρατών, διότι εκεί, όπως είδαμε, λειτουργούν ως πρόσχημα και ιδεολογία που συγκαλύπτει την επιβολή του ισχυροτέρου. Ίσως είναι αυταπάτη να θεωρούμε ότι τα ανθρώπινα δικαιώματα προσδιορίζουν ένα πεδίο ανώτερων ηθικών αξιών, η συμφωνία επί των οποίων θα θέσει τέρμα στις πολιτικές διαμάχες. Είναι προφανές ότι η σύγκρουση στο διεθνές επίπεδο δεν γίνεται στο επίπεδο των αφηρημένων σκοπών αλλά των μέσων επιβολής. Στην καλύτερη περίπτωση τα δικαιώματα «δημιουργούν ένα κοινό πλαίσιο, ένα κοινό σύνολο αναφορών που μπορούν να βοηθήσουν τα συγκρουόμενα μέρη να διαβουλεύονται»[8]και επιπλέον να θέτουν το όριο πέραν του οποίου η προσβολή ενός δικαιώματος δεν θα μπορούσε να γίνει ανεκτή.
Τα ανθρώπινα δικαιώματα δεν εκφράζουν ούτε απόλυτες αρχές ούτε ένα ιερό και απαραβίαστο χώρο, αντίθετα αποτελούν ένα είδος κοσμικού ανθρωπισμού και ταυτόχρονα μια γλώσσα μέσω της οποίας οι άνθρωποι συναίνεσαν να επιλύουν τις συγκρούσεις τους με την πειθώ και όχι τη βία και επιπλέον, υπερασπίστηκαν την αυτονομία τους έναντι των κάθε προέλευσης καταπιέσεων (θρησκεία, κράτος, οικογένεια). Η δύναμή τους συνδέεται κυρίως με το ότι αποτελούν μια εδραία βάση για την δημιουργία μιας κοινότητας δικαίου που υπερβαίνει το δίκαιο των κρατών καθώς το τελευταίο αδυνατεί να υπερασπιστεί τους απάτριδες και τους αδυνάτους (πρόσφυγες, πολιτικά διωκόμενους, μετανάστες, μειονοτικούς) και γενικά όσους οι συνθήκες οδήγησαν στη μεθόριο της νομιμότητας. Ο πολλαπλασιασμός των διεθνών κειμένων που αφορούν στα δικαιώματα είναι έκφραση αυτής της ανάγκης και ουσιαστικά η αρχή της αντίστροφής πορεία στην οποία ο άνθρωπος επιδιώκει να γίνει πολίτης του κόσμου. Σηματοδοτούν μια νέα ουτοπία, χωρίς την οποία το παρόν θα ήταν περισσότερο δυσβάσταχτο και το μέλλον λιγότερο ελπιδοφόρο.
Η μελέτη αποτελεί προδημοσίευση από τον Τιμ. Τόμο για τον Καθηγητή Ζήση Παπαδημητρίου.


[1] Κ. Δουζίνας, Το τέλος των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, Παπαζήσης, 2006, σ. 15.
[2]A. Wellmer, Η ελευθερία στον νεωτερικό κόσμο, Αλεξάνδρεια, 2001, σ. 132 επ.
[3]P.-A. Taguieff, Παγκοσμιοποίηση και δημοκρατία, Εκδόσεις του Εικοστού Αιώνα, 2002, σ. 132.
[4]PierreManent, Απλά μαθήματα πολιτικής φιλοσοφίας, Πόλις, 2005, σ. 151.
[5] Βλ. αντί πολλών την σημαντική εργασία του NorbertoBobbio, TheAgeofRights, Καίμπριτζ, Polity, 1996.
[6]Ν. Lewis, “Human rights, law, and democracy in an unfree world” στοντόμοΤ. Εvans(επιμ.) Human Rights Fifty Years on: A reappraisal, Manschester University Press, 1988, σ. 89.
[7] Κ. Δουζίνας, ό.π, σ. 199.
[8] Μ. Ιγκνατίεφ, Τα ανθρώπινα δικαιώματα ως πολιτική και ως ειδωλολατρία, Καστανιώτης, σ. 70.

Συζήτηση στο ΣτΕ των προσφυγών κατά του Μνημονίου

Σε μια μαραθώνια συνεδρίαση έξι και πλέον ωρών, η οποία ξεκίνησε στις 3 το μεσημέρι και διήρκεσε έως τις 9.45 το βράδυ, συζητήθηκαν σήμερα, ενώπιον της μείζονος Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, οι προσφυγές του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών και άλλων επαρχιακών Δικηγορικών Συλλόγων, της ΑΔΕΔΥ, των συνταξιούχων, κ.λπ. που ζητούν να ακυρωθεί ως αντισυνταγματικό και αντίθετο στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου το μνημόνιο με το οποίο έγιναν περικοπές στις αποδοχές και συντάξεις του δημοσίου και ευρύτερου δημοσίου τομέα.

Οι σύμβουλοι Επικρατείας Μαίρη Σαρπ και Σπυριδούλα Χρυσικοπούλου πρότειναν να απορριφθούν οι προσφυγές του ΔΣΑ και των άλλων φορέων καθώς το μνημόνιο επιβλήθηκε για λόγους δημοσίου συμφέροντος. Ακόμα ανέφεραν ότι το Μνημόνιο είναι σύμφωνο με τις συνταγματικές επιταγές και ότι δεν έπρεπε να ακυρωθεί με αυξημένη πλειοψηφία (3/5) των βουλευτών της Βουλής, όπως υποστηρίζουν οι προσφεύγοντες.

Ο πρόεδρος του ΔΣΑ Δ. Παξινός στην αγόρευσή του χαρακτήρισε πολιτικό κείμενο την εισήγηση της Σαρπ, η οποία κατά την άποψή του δεν αποτελεί νομικό κείμενο και ζήτησε από το δικαστήριο παρόμοιες εισηγήσεις να απορρίπτονται.

Παράλληλα, μία από τις δικηγόρους των φορέων χαρακτήρισε την εισήγηση της Σαρπ ως πολιτικό μανιφέστο, κάτι που προκάλεσε την αντίδραση του προέδρου της Ολομέλειας του ΣτΕ Παν. Πικραμμένου, ο οποίος ζήτησε αμέσως να ανακαλέσει η δικηγόρος, καθώς η εισήγηση αποτελεί νομικό κείμενο και όχι πολιτικό μανιφέστο.

Ακόμη, οι δικηγόροι των προσφευγόντων υπεραμύνθηκαν της αντισυνταγματικότητας του μνημονίου και υποστήριξαν ότι έπρεπε να ψηφιστεί με την πλειοψηφία των 3/5 των βουλευτών καθώς αποτελεί επικύρωση διεθνούς συμβάσεως.

Ακόμη, ανάφεραν ότι το μνημόνιο προσβάλλει την αξιοπρέπεια του ανθρώπου καθώς πλέον του ότι περικόπτει τις αποδοχές των εν ενεργεία εργαζομένων, μειώνει ακόμα και τις συντάξεις.

Οι δικηγόροι του δημοσίου ανέπτυξαν εκτενώς την οικονομική κατάσταση της χώρας, ενώ ανέφεραν ότι σε καμία συνταγματική διάταξη δεν προσκρούει το Μνημόνιο, ούτε όμως ο νόμος 3845/2010 (μνημόνιο) έπρεπε να κυρωθεί με αυξημένη πλειοψηφία της Βουλής καθώς δεν κυρώθηκε με το τον εν λόγω νόμο καμία διεθνής σύμβασης.

Ακόμη, οι συνήγοροι του δημοσίου ανέφεραν ότι δεν εκχωρήθηκαν αρμοδιότητες σε διεθνή όργανα, ενώ χαρακτήρισαν τα μέτρα (περικοπές αποδοχών, επιδομάτων, κ.λπ.) αναγκαία και πρόσφορα λόγω του κινδύνου κατάρρευσης της χώρας, αλλά και αναλογικά στο μέτρο του δυνατού. Επίσης, είπαν ότι αν δεν προχωρούσε η Κυβέρνηση στη λύση του Μνημονίου δεν θα έβρισκε χρήματα στις αγορές, δεν θα μπορούσε να πληρώσει μισθούς και συντάξεις και έτσι θα βρισκόταν σε πραγματική κατάσταση ανάγκης και θα δήλωνε ίσως χρεοκοπία.

Το δικαστήριο επιφυλάχθηκε να εκδώσει την απόφασή του.

www.kathimerini.gr με πληροφορίες από ΑΠΕ-ΜΠΕ

Αριστόβουλος Μάνεσης – Συνταγματική θεωρία και πράξη

Συνταγματική θεωρία και πράξη Ι Μελέτες 1954-1979 Συνταγματική θεωρία και πράξη ΙΙ Μελέτες 1980-2000

«Συνταγματική Θεωρία και Πράξη»:
ένα μνημειώδες έργο, μια πολύτιμη παρακαταθήκη για το μέλλον.
Παρουσίαση:
Γιώργος Χ. Σωτηρέλης,
Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου
στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης
και Δημόσιας Διοίκησης του
Πανεπιστημίου Αθηνών

Στον τόμο αυτόν περιλαμβάνονται κείμενα του Δασκάλου μας Αριστόβουλου Μάνεση που καλύπτουν μια εικοσαετία (1980-2000) συνεχούςκαι δημιουργικής προσφοράς στο Συνταγματικό Δίκαιο και στο δημόσιο βίοτης χώρας. Πρόκειται για τη συνέχεια του πρώτου τόμου που είχε επιμεληθεί ο ίδιος με τίτλο «Συνταγματική Θεωρία και Πράξη», όπου είχαν δημοσιευθεί τα κείμενα της εικοσιπενταετίας 1954-1979. Η έκδοση του δεύτερου τόμου είναι βασική προτεραιότητα του Ομίλου «Αριστόβουλος Μάνεσης» και αποτελεί τον οφειλόμενο φόρο τιμής στον Επιστήμονα, στον ενεργό Πολίτη και στον ΄Ανθρωπο που σφράγισε –με το δημοκρατικό ήθος, την πληθωρική προσωπικότητα, το αγωνιστικό φρόνημα και το πλούσιο έργο του– το Συνταγματικό Δίκαιο στο δεύτερο μισό του εικοστού αιώνα.
Παράλληλα, ανατυπώνεται από τις Εκδόσεις Σάκκουλα ο πρώτος τόμος των κειμένων του, που έχει εξαντληθεί. Οι δύο τόμοι θα τεθούν ταυτόχρονα στη διάθεση του αναγνωστικού κοινού. Έτσι, όσοι ενδιαφέρονται για το Συνταγματικό Δίκαιο και γενικότερα για τα κοινά θα έχουν τη δυνατότητα να σχηματίσουν μια ολοκληρωμένη εικόνα για το εύρος, τη σημασία και την αξία της προσφοράς του Δασκάλου μας. Η νέα ιδίως γενιά της ακαδημαϊκής κοινότητας, φοιτητές και διδάσκοντες, θα μπορέσουν να αποκτήσουν ευχερή πρόσβαση στα κείμενα του κορυφαίου συνταγματολόγου που είναι διάσπαρτα σε συλλογικά και αυτοτελή έργα, σε περιοδικά και στον ημερήσιο Τύπο.
Την έκδοση του τόμου είχε αποφασίσει ο ίδιος, ο οποίος μάλιστα είχε επιλέξει τα κείμενα και αρχίσει την επεξεργασία τους. Η πρωτοβουλία του Ομίλου «Αριστόβουλος Μάνεσης» αποτελεί στην πραγματικότητα εκπλήρωση της επιθυμίας του για την ολοκλήρωση αυτής της επίπονης προσπάθειας. Το εγχείρημα έχει ως αφετηρία την προεργασία που είχε κάνει ο ίδιος, στηρίζεται δε στα κριτήρια επιλογής και στις ιεραρχήσεις του, ως προς την παρουσίαση των κειμένων. Οι υπογράφοντες τον πρόλογο αναλάβαμε την επεξεργασία και την επιμέλεια των κειμένων, με την πολύτιμη συνδρομή του Θανάση Ξηρού, συμπληρώνοντας και διευκρινίζοντας τις επιλογές του Δασκάλου μας, ιδίως σε όσα ζητήματα δεν είχε προφθάσει να προχωρήσει τη δική του προεργασία. Η περιορισμένη συμβολή μας αφορά αφενός τον εμπλουτισμό του τόμου με ορισμένα από τα τελευταία κείμενα της περιόδου 1999-2000 και αφετέρου την κατάταξή τους σε θεματικές ενότητες.
Ως προς την παράθεσή τους επιθυμούμε να επισημάνουμε ότι δεν ήταν δυνατό να ακολουθηθεί η κατάταξη του πρώτου τόμου. Η βασική διάκριση εκεί γίνεται με κριτήριο το χρόνο της δημοσίευσης των κειμένων, δηλαδή αν αφορούσαν την περίοδο πριν από ή μετά τη δικτατορία. Το κριτήριο αυτό δεν προσφέρεται για την κατάταξή τους στον παρόντα τόμο, αφού η περίοδος 1980-2000 χαρακτηρίζεται από την ομαλή λειτουργία των συνταγματικών θεσμών. Ως εκ τούτου, προκρίναμε τη θεματική κατάταξη, η οποία αντιστοιχεί κατά βάση προς εκείνη που επέλεξε ο συγγραφέας για κάθε ένα από τα δύο μέρη του πρώτου τόμου, με ορισμένες πάντως αναγκαίες διαφοροποιήσεις. Συγκεκριμένα, η κατάταξη περιλαμβάνει επτά θεματικές ενότητες:
Στην πρώτη εντάσσονται κείμενα ευρύτερου θεωρητικού ενδιαφέροντος για τις σχέσεις και τις αλληλεξαρτήσεις που προσδιορίζουν τις θεμελιώδεις έννοιες της συνταγματικής επιστήμης: το κράτος, το δίκαιο, το Σύνταγμα και την πολιτική. Πρόκειται για συμβολές με πρωτότυπους, πυκνούς, κριτικούς και καίριους προβληματισμούς, που άνοιξαν κυριολεκτικά δρόμους για την καλλιέργειά της και είχαν μεγάλη απήχηση στη συνταγματική θεωρία και πράξη της χώρας μας.
Τα κείμενα της δεύτερης ενότητας πραγματεύονται την εξέλιξη των συνταγματικών και πολιτικών μας θεσμών. Ο συγγραφέας είτε ανατέμνει σημαντικές στιγμές και πτυχές της ιστορίας του ελληνικού συνταγματισμού –με ιδιαίτερη έμφαση στις απαρχές του– είτε εισφέρει πολύτιμες κριτικές σκέψεις και προτάσεις για τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να εφαρμόζεται το Σύνταγμα υπό το πρίσμα της συγκυρίας και των ιστορικών εξελίξεων.
Στην τρίτη ενότητα τα κείμενα αναφέρονται στην αναθεώρηση του Συντάγματος. Πρόκειται, εν πρώτοις, για τη διεισδυτική και εκτενή εξέταση της αναθεώρησης του 1986, που αποτελεί σημείο αναφοράς για κάθε μελετητή της, καθώς και για επί μέρους κρίσιμες προσεγγίσεις της κορυφαίας αυτής πολιτειακής λειτουργίας. Από τις αναλύσεις του Αριστόβουλου Μάνεση προκύπτουν ανάγλυφα οι θέσεις του τόσο για τους όρους μιας αναθεωρητικής πρωτοβουλίας απαλλαγμένης από μικροπολιτικές σκοπιμότητες όσο και για τις κατευθύνσεις στις οποίες πρέπει να κινείται η αναθεωρητική πολιτική.
Στην τέταρτη ενότητα περιλαμβάνονται κείμενα που αγκαλιάζουν όλο το φάσμα των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Η προστασία τους –σε εθνικό, ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο– που αναπροσδιορίζεται διαρκώς στο ιστορικό γίγνεσθαι, αποτέλεσε άλλωστε το προσφιλέστερο ίσως πεδίο της πολύπλευρης ενασχόλησής του με το συνταγματικό δίκαιο.
Τα κείμενα της πέμπτης ενότητας αφιερώνονται σε επί μέρους πτυχές του δημοκρατικού πολιτεύματος. Οι επισημάνσεις του αποκαλύπτουν χρόνιες υστερήσεις και πολλαπλές παθογένειες, συνοδεύονται δε από προτάσεις για την εύρυθμη λειτουργία των θεσμών με αίσθηση ρεαλισμού και ιστορική ευαισθησία.
Η έκτη ενότητα περιέχει κείμενα που αναδεικνύουν την πολυεπίπεδη σχέση της γλώσσας με το δίκαιο. Η σωστή χρήση της σύγχρονης ελληνικής γλώσσας στα νομικά κείμενα –αλλά και γενικότερα στην επιστήμη– ήταν κυριολεκτικά το «πάθος» του Δασκάλου μας. Δεν αρκέσθηκε όμως σε διαπιστώσεις για την επιτεινόμενη κακοποίησή της, αλλά υπέδειξε συγκεκριμένες λύσεις, παραθέτοντας κατά τρόπο εξαντλητικό χαρακτηριστικά παραδείγματα, τα οποία αποκαλύπτουν τον πλούτο της και αποβλέπουν στην αποφυγή γλωσσικών «βαρβαρισμών».
Στην έβδομη και τελευταία μικρή ενότητα εντάσσονται δύο αποχαιρετισμοί του Δασκάλου, από βάθους καρδιάς, σε αγαπητούς μαθητές του, που έφυγαν τόσο νωρίς και τόσο άδικα.
Τα κείμενα του ανά χείρας τόμου αντιπροσωπεύουν μια εικοσαετία αγωνίας, αναζητήσεων και αγώνων ενός Ανθρώπου που αποτελεί πρότυπο Δασκάλου, Επιστήμονα, Διανοούμενου και Πολίτη. Από τις μελέτες και τα άρθρα του προβάλλει το ανήσυχο, μαχητικό και ανυπότακτο πνεύμα του, που συνδύαζε υποδειγματικά τον κριτικό επιστημονικό λόγο με τη δημοκρατική ευθύνη και την κοινωνική ευαισθησία, χωρίς ποτέ να «συμμορφωθεί προς τας υποδείξεις» της εξουσίας ή να ενδώσει στις σειρήνες της ματαιοδοξίας και του καιροσκοπισμού. Ο Αριστόβουλος Μάνεσης ανέδειξε όσο κανείς άλλος τις κοινωνικές και πολιτικές πτυχές του Συντάγματος με ενάργεια και πληρότητα, καθώς επίσης τους ιστορικούς καθορισμούς των συνταγματικών θεσμών. Υπερασπίσθηκε με το λόγο και τη στάση του τη δημοκρατία και την ελευθερία και δεν διανοήθηκε ποτέ να νοθεύσει τις επιστημονικές του απόψεις με πολιτικές ή άλλες σκοπιμότητες.
Η παρακαταθήκη του είναι, γι’ αυτό, πολύτιμη. Το μεγαλύτερο μέρος της, αν εξαιρέσουμε τις βασικές μονογραφίες και τα διδακτικά εγχειρίδια, περιέχεται στον παρόντα αλλά και στον πρώτο τόμο, που αποτελούν από κοινού μια ενιαία και ολοκληρωμένη «Συνταγματική Θεωρία και Πράξη». Τη «Θεωρία», που ανοίγει και φωτίζει –με τις αξίες, τις αρχές και τις προτάσεις της– το δρόμο μιας ανοιχτής και δημοκρατικής κοινωνίας. Και την «Πράξη», ως πεδίο δοκιμασίας και αξιολόγησης, όχι μόνον για την ορθότητά της «Θεωρίας» αλλά και για την ειλικρίνεια των θέσεων και των προθέσεων.
Μισός αιώνας «Θεωρίας» και «Πράξης» συνοψίζει την πολυσήμαντη προσφορά του Αριστόβουλου Μάνεση και συμπυκνώνει τον γνώμονα για τον ομώνυμο Όμιλο που ανέλαβε τη δύσκολη αποστολή να συνεχίσει το έργο του και να κρατήσει ζωντανό τον επιστημονικό λόγο και το παράδειγμά του. Ο Δάσκαλός μας τοποθέτησε ψηλά τον πήχη. Γι’ αυτό αποφασίσαμε να αναδημοσιεύσουμε τον πρώτο και να εκδώσουμε το δεύτερο τόμο της «Συνταγματικής Θεωρίας και Πράξης» σε μια περίοδο πνευματικής ξηρασίας και υποχώρησης των αξιών. Τα κείμενά του αποτελούν πηγή έμπνευσης και ερέθισμα εγρήγορσης, όχι μόνο για μας αλλά και για όποιον διακατέχεται από το πάθος του για την υπεράσπιση των μεγαλύτερων κατακτήσεων του ανθρώπου: της δημοκρατίας, της ελευθερίας και της κοινωνικής δικαιοσύνης.
Αθήνα, 6 Μαρτίου 2007
Γιώργος Παπαδημητρίου Καθηγητής Πανεπιστημίου
Γιώργος Σωτηρέλης Καθηγητής Πανεπιστημίου
Καταχώρηση: 26-11-2010     Κατηγορία: ΒΙΒΛΙΑ    

Γιώργος Παπαδημητρίου – Συνταγματικές μελέτες

Οι τόμοι Ι και ΙΙ περιλαμβάνουν τα πιο αντιπροσωπευτικά κείμενα της περιόδου 1975-2005. Η ιστορία του πολιτεύματος, οι αρχές του, η αναθεώρηση του Συντάγματος, τα θεμελιώδη δικαιώματα, το εκλογικό σύστημα, η δικαιοσύνη, η ευρωπαϊκή ενοποίηση, η συνταγματοποίηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το κυπριακό πρόβλημα και το περιβαλλοντικό Σύνταγμα αποτελούν τις βασικές ενότητες, στις οποίες εντάσσονται. Ο τρίτος τόμος περιλαμβάνει γνωμοδοτήσεις που έχουν δημοσιευτεί κατά βάση σε επιστημονικά περιοδικά κατά την περίοδο 1984-2008.

Στις σελίδες του τόμου Ι και ΙΙ αναδεικνύονται προσπάθειες για τη συγκρότηση και την ωρίμανση της Γ΄ Ελληνικής Δημοκρατίας, την ενίσχυση των θεμελιωδών δικαιωμάτων, την εύρυθμη λειτουργία του πολιτικού συστήματος, την παραπέρα οικοδόμηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, την επίλυση του συνταγματικού προβλήματος της Κυπριακής Δημοκρατίας και την εμπέδωση του περιβαλλοντικού Συντάγματος.
Στον τρίτο τόμο παρουσιάζονται γνωμοδοτήσεις του συγγραφέα για το οικονομικό σύνταγμα, την ελευθερία του τύπου της επιστήμης και της τέχνης, την παροχή δικαστικής προστασίας, την κοινωνική ασφάλιση, ενώ τέλος προστέθηκε η τελευταία και αδημοσίευτη γνωμοδότησή του για τη συνταγματικότητα της σύγκλησης Γενικής Συνέλευσης σωματείου του Δεκεμβρίου του 2008
Στον τέταρτο και τελευταίο τόμο των Συνταγματικών Μελετών περιέχονται κείμενα του Γ. Παπαδημητρίου που έγραψε την τριετία 2006-2008. Πρόκειται ίσως για την πιο παραγωγική περίοδο της ζωής του. Οι εξελίξεις στη χώρα αλλά και διεθνώς του έδωσαν την αφορμή και πλούσια ερεθίσματα για γόνιμο προβληματισμό. Πολλές από τις επεξεργασίες αποτελούν εμπλουτισμένη μορφή της δουλειάς του στο Κοινοβούλιο, ως βουλευτή Επικρατείας του Πανελληνίου Σοσιαλιστικού Κινήματος, συνιστούν δε έμπρακτη απόδειξη της ευσυνειδησίας με την οποία επιτέλεσε και αυτά του τα καθήκοντα.
Συνταγματικές μελέτες Ι
Θεμελιώδεις αρχές – Αναθεώρηση του Συντάγματος – Θεμελιώδη δικαιώματα – Δικαιοσύνη
Συνταγματικές μελέτες ΙΙ
Ευρωπαϊκή ενοποίηση – Συνταγματοποίηση της Ε.Ε. – Το κυπριακό πρόβλημα – Περιβαλλοντικό Σύνταγμα
Συνταγματικές μελέτες ΙΙΙ
Γνωμοδοτήσεις
Συνταγματικές μελέτες IV
Θεμελιώδη δικαιώματα – Δικαιοσύνη – Ανεξάρτητες Αρχές – Ευρωπαϊκή Ενοποίηση – Συνταγματοποίηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Κυπριακό Πρόβλημα
Καταχώρηση: 26-11-2010     Κατηγορία: ΒΙΒΛΙΑ    

Η διαδικασία εκλογής Προέδρου Δημοκρατίας και οι ερμηνευτικές της αμφιλογίες

Συγγραφείς: Ανθόπουλος Χαράλαμπος, Μανιτάκης Αντώνης, Καμτσίδου Ιφιγένεια, Χρυσόγονος Κωνσταντίνος, Γεραπετρίτης Γιώργος, Κατρούγκαλος Γιώργος, Βλαχόπουλος Σπυρίδων Β.

Η ανά χείρας έκδοση περιέχει αυτοτελείς μελέτες, που αποτέλεσαν σε μια πρώτη μορφή αντικείμενο εισήγησης και διεξοδικής συζήτησης στο IΑ΄ Συμπόσιο του Ομίλου ‘Αριστόβουλος Μάνεσης’, που οργανώθηκε στη Σύρο τον Σεπτέμβριο του 2009. Αφορμή υπήρξε το συνταγματικό ζήτημα που ανέκυψε τον Αύγουστο του 2009, ύστερα από τις δηλώσεις της πολιτικής ηγεσίας του ΠΑΣΟΚ ότι στην προβλεπόμενη για τον Μάρτιο του 2010 εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας το κόμμα της (τότε) αξιωματικής αντιπολίτευσης δεν σκόπευε να συναινέσει στην ανανέωση της θητείας του νυν ΠτΔ κ. Κάρολου Παπούλια.

Οι απόψεις των θεωρητικών διχάστηκαν και ο διχασμός ανέδειξε ποικίλες ερμηνευτικές προσεγγίσεις των σχετικών με τη διαδικασία εκλογής Προέδρου της Δημοκρατίας συνταγματικών διατάξεων. Αποκάλυψε ακόμη διαφορετικές θεωρήσεις του Συντάγματος.

Ο τόμος δεν συμβάλλει απλώς στην ερμηνεία των σχετικών με την εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας συνταγματικών διατάξεων, αλλά παρέχει επιπλέον και ένα πολύ χρήσιμο πανόραμα των θεωρητικών ρευμάτων που διατρέχουν σήμερα την ελληνική συνταγματική θεωρία.

Καταχώρηση: 26-11-2010     Κατηγορία: ΒΙΒΛΙΑ    

Μεταναστευτικά ρεύματα και κοινωνική ένταξη στην σύγχρονη Ελλάδα

Παναγιώτης Μαντζούφας, Επ. Καθηγητής Νομικής στο Α.Π.Θ.

Μεταναστευτικά ρεύματα και κοινωνική ένταξη στην σύγχρονη Ελλάδα

 

 
Είναι πρόδηλο ότι Ελλάδα έχει μετατραπεί από χώρα αποστολής μεταναστών σε χώρα υποδοχής, ενώ είναι προφανές ότι το μεταναστευτικό κύμα έχει επηρεάσει βαθιά την ελληνική κοινωνία τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια καθώς συνέπεσε με μια περίοδο μακρόχρονης οικονομικής ανάπτυξης. Σε επίπεδο δημόσιων πολιτικών για την μετανάστευση διακρίνουμε δύο βασικές κατηγορίες ρυθμίσεων: εκείνες που αφορούν στην ρύθμιση της ροής της μετανάστευσης και στον έλεγχο των μεταναστών και στις ρυθμίσεις που αφορούν στη ζωή των μεταναστών μέσα σε ένα κράτος, δηλαδή στα δικαιώματα τους και στην συμμετοχή τους στην κοινωνική και πολιτική ζωή της χώρας, αυτό που ονομάζουμε ενσωμάτωσή τους. Στo κείμενό μου θα προσπαθήσω να θίξω τέσσερα ζητήματα που αφορούν το μεταναστευτικό: τα παγκόσμια χαρακτηριστικά της μετανάστευσης και τις ελληνικές ιδιαιτερότητες (Α), το νομικό καθεστώς των μεταναστών (Β), τον τρόπο με τον οποίο διαμορφώθηκε ιστορικά η εθνικής μας ταυτότητας και πως αυτό μπορεί να επηρεάσει την απονομή ιθαγένειας στους μετανάστες δεύτερης γενιάς (Γ) και τέλος την κοινωνική ενσωμάτωση των μεταναστών (Δ).   
 
Α. Στο οικονομικό επίπεδο η Ελλάδα του 21ου αιώνα είναι ενταγμένη στην ΕΕ και στην ζώνη του ευρώ και σύμφωνα με τις στατιστικές του ΟΟΣΑ ανήκει στις τριάντα πλουσιότερες χώρες του πλανήτη με αντίστοιχες επιδόσεις στο δείκτη ποιότητας ζωής του ΟΗΕ. Στο πολιτικό επίπεδο βιώνει, μετά την μεταπολίτευση, το μακροβιότερο και σταθερότερο δημοκρατικό πολίτευμα στα 180 χρόνια του ανεξάρτητου βίου της, αφήνοντας πίσω της, εμφύλιες συρράξεις και διχασμούς, αυταρχικά καθεστώτα και πολιτική αστάθεια. Στο κοινωνικό επίπεδο, μετά την εξωτερική μετανάστευση της περιόδου 1950-1980, την μαζική εσωτερική μετανάστευση στα αστικά κέντρα -που δημιούργησε τον υδροκεφαλισμό της Αθήνας- και την ένταξη εκτεταμένων κοινωνικών στρωμάτων, από το περιθώριο που τους είχε θέσει το μετεμφυλιακό κράτος, στους μηχανισμούς κοινωνικής ανόδου, το σύγχρονο φαινόμενο της μετανάστευσης έχει δημιουργήσει μια νέα κοινωνική πραγματικότητα. Με βάση τα παραπάνω χαρακτηριστικά της Ελλάδας και την γεωγραφική της θέση, σε συνδυασμό με τον Βαλκανικό περίγυρο και τις εντεινόμενες ανισότητες μεταξύ Βορά και νότου δεν είναι παράξενο που η χώρα μας προσελκύει μετανάστες. 
 Το γεγονός αυτό δεν είναι νέο για την Ελλάδα, -αν σκεφτούμε τη σταδιακή επέκταση του ελληνικού κράτους και το τεράστιο προσφυγικό ρεύμα μετά την μικρασιατική καταστροφή- ούτε αποκλειστικά ελληνικό. Αντίθετα τα μεταναστευτικά ρεύματα ήταν πάντοτε ανοιχτά, με αυξομειούμενη ένταση, ανάλογα την οικονομική και πολιτική συγκυρία, και ενισχυόμενα από τις μεγάλες κοινωνικές ανισότητες και τις περιβαλλοντικές απειλές που συνταράσσουν τον πλανήτη. Οι άνθρωποι πάντοτε αναζητούσαν καλύτερη τύχη και περισσότερες ευκαιρίες για ευημερία, για εκπαίδευση, για ελευθερία και ήταν και είναι διατεθειμένοι να υποστούν θυσίες, στερήσεις και να αλλάξουν τόπους, προκειμένου να ικανοποιήσουν την ανάγκη τους και να εκπληρώσουν τα όνειρά τους. Αυτό δεν θα σταματήσει ποτέ. Όπως δεν θα σταματήσουν και ορισμένα στερεότυπα που αναπαράγονται συνεχώς και προσλαμβάνουν το μεταναστευτικό φαινόμενο φοβικά και αμυντικά.
 Ας σκιαγραφήσουμε ορισμένα βασικά χαρακτηριστικά της μετανάστευσης, προσπαθώντας παράλληλα να καταρρίψουμε και τους αντίστοιχους μύθους που την περιβάλλουν. Καταρχήν, η μετανάστευση δεν είναι αποκλειστικά προϊόν φτώχειας και οικονομικής στασιμότητας, αλλά και αλλαγής του τρόπου παραγωγής των οικονομιών. Κανένα ευρωπαϊκό κράτος δεν ολοκλήρωσε την εκβιομηχάνισή του χωρίς να δεχθεί αλλά και να εξάγει ένα μεγάλο αριθμό μεταναστών. Οι μετανάστες δεν κατευθύνονται τυφλά όπου τους ρίξει η μοίρα, ούτε στην κοντινότερη πλούσια χώρα, αλλά εκεί που υπάρχουν δίκτυα ομοεθνών που διευκολύνουν την ενσωμάτωσή τους. Επιπλέον δεν είναι παρείσακτοι, ούτε απρόσκλητοι, αλλά πάνε εκεί όπου υπάρχει πραγματική ζήτηση υπηρεσιών, και κατά κανόνα συμβάλλουν στην ανάπτυξη μιας χώρας. Συνεπώς «δεν μας παίρνουν τις δουλειές», αλλά καλύπτουν πλήθος ανάγκες που δεν είχαν εργατικά χέρια, ενώ ζωντανεύουν και τις δημογραφικά γερασμένες κοινωνίες. Ειδικά για την Ελλάδα οι μετανάστες αύξησαν τις θέσεις εργασίας κατά 20% και συνέβαλλαν στην αύξηση του ΑΕΠ κατά 1,5% ετησίως, ενώ συγκράτησαν τον πληθωρισμό, κάλυψαν ελλείψεις σε ειδικότητες, αναζωογόνησαν περιοχές της υπαίθρου και καλλιέργειες που ήταν σε μαρασμό, γέμισαν σχολικές αίθουσες, ανέλαβαν οικιακές φροντίδες, επιτρέποντας κυρίως σε πολλές γυναίκες να εργάζονται, και εισέφεραν σημαντικά ποσά στα ασφαλιστικά ταμεία. Οι μετανάστες δεν αποδημούν για μόνιμη εγκατάσταση, αλλά πρωτίστως σκοπεύουν να παλινοστήσουν, άσχετως αν θα τα καταφέρουν, καθώς η επιστροφή στην πατρίδα, μετά από πολλά χρόνια, καθίσταται δύσκολη. Η Ευρώπη, αντίθετα με την κυρίαρχη μηντιακή κινδυνολογία, έχει χαμηλότερα ποσοστά μεταναστών(μεταξύ 12% και 15%) από τις άλλες περιοχές του πλανήτη, ενώ κατοικούν σε αυτή περίπου -με στοιχεία του 2006- 15.000.000 μετανάστες, δηλαδή μόνο το 3,5% του πληθυσμού. Συνεπώς η μετανάστευση είναι ένα καθολικό και διαχρονικό φαινόμενο.
Σήμερα, μετά τα μεγάλα τρομοκρατικά χτυπήματα σε Αμερική, Ισπανία και Αγγλία, προσλαμβάνουμε την μετανάστευση και ως απειλή στην ασφάλειά μας. Αντιλαμβανόμαστε το μεταναστευτικό ως ένα ζήτημα αστυνομικής διαχείρισης, ενώ δεν είναι τυχαίο ότι η εξέταση των αιτημάτων ασύλου στην Ελλάδα ανήκει και στην αρμοδιότητα της αστυνομίας. Η αντιμετώπιση της μετανάστευσης με όρους ποινικής καταστολής που οδηγεί μια μεγάλη μάζα του μεταναστευτικού πληθυσμού σε ένα καθεστώς ομηρίας -καθώς η μετάβασή του στην νομιμότητα καθίσταται ατελέσφορη- εκτρέφει παραβατικές συμπεριφορές και τροφοδοτεί ένα αίσθημα ανασφάλειας τόσο στους μετανάστες όσο και στους πολίτες, καθώς αμφότεροι αισθάνονται απειλούμενοι. Η αύξηση της εγκληματικότητας οφείλεται στην φτώχια και την περιθωριοποίηση ανεξάρτητα αν αυτοί που βρίσκονται στο περιθώριο είναι μετανάστες ή μη. Μια πραγματικά ασφαλής κοινωνία δεν έχει μόνο αποτελεσματική αστυνομία, αλλά και οργανωμένη εκπαίδευση που σέβεται την ταυτότητα των μεταναστών, διαθέτει μηχανισμούς περίθαλψης που τους φροντίζουν, και σύγχρονη εργατική νομοθεσία που τους προστατεύει. Και τότε το πρόβλημα της ασφάλειας τίθεται σε άλλη βάση. Σε κάθε περίπτωση δεν έχει τεκμηριωθεί στατιστικά η συμβολή των μεταναστών στην αύξηση της εγκληματικότητας στη χώρα μας. Τέλος, προτάσεις για μηδενική ανοχή και για πλήρες κλείσιμο των συνόρων στην λαθρομετανάστευση είναι μη πραγματιστικές και αφελείς. Καμιά χώρα δεν μπορεί να κλείσει ερμητικά τα σύνορά της, διότι τα σύνορα είναι εκ των πραγμάτων πάντοτε πορώδη. Οι δημοκρατικές κοινωνίες δεν μπορούν να εντείνουν υπερβολικά τα μέτρα καταστολής της λαθρομετανάστευσης, διότι αυτό θα αντανακλάται σε περιορισμούς της ελευθερίας των ίδιων των πολιτών. Η ανελευθερία απέναντι στους άλλους, μας κάνει μοιραία ανελεύθερους απέναντι στους εαυτούς μας.       
Για την Ελλάδα, η μετανάστευση και η παρουσία τόσο πολλών αλλοδαπών σε σχέση με το παρελθόν γύρω μας, εγειρεί ένα σωρό μείζονες προκλήσεις, οι σημαντικότερες εκ των οποίων είναι διανοητικής φύσεως. Τι εκπροσωπεί ο μετανάστης σε σχέση με το γηγενή πληθυσμό; Τι σημαίνει για την οικονομία μας, τον πολιτισμό μας, τις κοινωνικές μας σχέσεις, να συμβιώνουμε με αλλογενείς, αλλόθρησκους, ανθρώπους με άλλες συνήθειες και ήθη; Απειλούν την κοινωνική μας συνοχή, την εθνική και πολιτιστική μας ταυτότητα, την ασφάλεια μας, την ευημερία μας;
Η αναπόφευκτη εμπλοκή με παρόμοια ερωτήματα συνιστά μείζονα δοκιμασία για τις κατεστημένες και ιδεολογικά παγιωμένες αντιλήψεις που είχαμε για τους ίδιους μας τους εαυτούς. Όποιος έχει απέναντί του έναν «άλλο», μοιραία θα αναμετρηθεί με ερωτήματα γύρω από την δική του ταυτότητα, ιδίως όταν έχει συνηθίσει να ζει σε ένα περιβάλλον γλωσσικής, εθνοτικής και θρησκευτικής ομοιογένειας, και βαυκαλίζεται με ιδεολογήματα περί περιούσιου λαού και κληρονόμου αρχαιοελληνικών επιτευγμάτων. Η νεοελληνική αμφιθυμία γύρω από το ποιοι είμαστε -ένα εκκρεμές που κινείται ταχύτατα μεταξύ φαντασιακής μεγαλομανίας και απαξιωτικού αυτοοικτιρμού- ενώ προϋπήρχε του μεταναστευτικού, παροξύνεται από αυτό, καθώς το τελευταίο λειτουργεί ως καθρέφτης που αντανακλά τον τρόπο με τον οποίο βιώνουμε την εθνική μας ταυτότητα. Ο τρόπος αυτός αλλάζει και εξαιτίας των μεταναστών.
Συνεπώς προτείνω να αντιμετωπίσουμε το μεταναστευτικό ζήτημα όχι ως πρόβλημα προς επίλυση, αλλά ως ένα πεδίο γύρω από το οποίο διανοίγεται ένα ευρύτατο φάσμα κοινωνικών φαινομένων, θέτοντας προκλήσεις αλλά και ευκαιρίες για το μέλλον.
 
Β. Καταρχήν ποιοι είμαστε εμείς, οι σημερινοί έλληνες πολίτες, οι υπήκοοι του ελληνικού κράτους και ποιοι είναι οι μετανάστες, αυτοί που έρχονται από ένα άλλο κράτος, που είναι πολίτες μιας άλλης κρατικής οντότητας και που θέλουν να ζήσουν μαζί μας προσωρινά ή μόνιμα. Μια προσπάθεια περιγραφής του μεταναστευτικού φαινομένου πρέπει να ξεκινήσει από την καταγραφή των διαφόρων κατηγοριών μεταναστών με κριτήριο τα νομικά καθεστώτα στα οποία η ελληνική πολιτεία κατατάσσει τους αλλοδαπούς. 
Από την σκοπιά του νομικού, η διάκριση μεταξύ αλλοδαπού και ημεδαπού είναι καθοριστικής σημασίας για την αντιμετώπιση που επιφυλάσσει η ελληνική πολιτεία σε όσους διαμένουν στην χώρα. Θεμέλιο αυτής της διάκρισης είναι η κατοχή ή μη της ελληνικής Ιθαγένειας. Αρκετά από τα συνταγματικά δικαιώματα προϋποθέτουν την ιδιότητα του Έλληνα πολίτη, δηλαδή την ελληνική ιθαγένεια που είναι ο νομικός δεσμός ενός ατόμου με το ελληνικό κράτος.   
 Ο όρος μετανάστης ή αλλοδαπός συνιστά έναν όρο γένους που περιλαμβάνει πολλές και ποικίλες νομικές κατηγορίες ανθρώπων που δεν έχουν την ελληνική ιθαγένεια και που απολαμβάνουν εντελώς διαφοροποιημένα και διακριτά καθεστώτα απόλαυσης δικαιωμάτων. Με άλλα λόγια όσοι έχουν εισέλθει νόμιμα στη χώρα δηλαδή οι νόμιμοι μετανάστες υπάγονται σε πολλές κατηγορίες και η ελληνική πολιτεία τους επιφυλάσσει διαφορετική αντιμετώπιση.
Εκτός από αυτούς, υπάρχει και μια δεύτερη κατηγορία αλλοδαπών φυσικών προσώπων που είναι εκείνοι που εισέρχονται παράνομα στη χώρα (λαθρομετανάστες, οικονομικοί πρόσφυγες) και διαμένουν παράνομα σε αυτήν είτε εξαρχής, είτε διότι έχει λήξει η άδεια διαμονής τους και δεν έχει ανανεωθεί για διάφορους λόγους. 
Το νομικό καθεστώς των αλλοδαπών ρυθμίζεται από το Σύνταγμα και το δίκαιο καταστάσεως αλλοδαπών. Μεταξύ των αλλοδαπών πρέπει να διακρίνουμε τους Ευρωπαίους πολίτες -δηλαδή εκείνους που έχουν την υπηκοότητα ενός κράτους μέλους της ΕΕ, οι οποίοι σε μεγάλο βαθμό, ως προς τα δικαιώματα, εξομοιώνονται με τους Έλληνες-, από τους υπηκόους τρίτων χωρών δηλαδή όσους δεν είναι υπήκοοι κράτους μέλους της ΕΕ.
Ο ισχύον ν. 3386/2005 ρυθμίζει τις προϋποθέσεις και τις διαδικασίες νόμιμης εισόδου και αδειοδότησης της διαμονής αλλοδαπών τρίτων χωρών. Εισάγει συνολικά 30 διαφορετικούς τύπους άδειας διαμονής ανάλογα με το λόγο για τον οποίο ένας αλλοδαπός ζητά να παραμείνει στην Ελλάδα. Οι λόγοι αφορούν σε εξαρτημένη εργασία ή ανεξάρτητη παροχή υπηρεσιών, ελεύθερο επάγγελμα, σπουδές, έρευνα, επαγγελματική κατάρτιση, ανθρωπιστικούς λόγους, οικογενειακή επανένωση, άδειες μακροχρόνιας διαμονής κλπ. Συνεπώς, οι κάτοχοι των αδειών συνιστούν το νόμιμο μεταναστευτικό πληθυσμό που προέρχεται από χώρες εκτός ΕΕ και έχει κυρίως κίνητρα οικονομικά και σκοπό τον βιοπορισμό ή την οικογενειακή επανένωση. Μια ειδική κατηγορία είναι οι αλλοδαποί δεύτερης γενιάς που γεννήθηκαν ή ήλθαν στην Ελλάδα σε μικρή ηλικία, ενηλικιώθηκαν εδώ, και εντάχθηκαν οι περισσότεροι στο εκπαιδευτικό σύστημα. Αυτοί διαφέρουν από τους γονείς τους, διότι η Ελλάδα είναι συνήθως η μόνη χώρα που γνωρίζουν και εδώ θέλουν οι περισσότεροι να ζήσουν. Οι πολλές εκκρεμότητες που χαρακτηρίζουν αυτή την κατηγορία (κυρίως ότι αντιμετωπίζονταν ως οικονομικοί μετανάστες βραχείας διαμονής) οδήγησαν τον νομοθέτη με το νόμο 3838/2010 να παράσχει σε όσους επιθυμούν την δυνατότητα απόκτησης της ελληνικής ιθαγένειας. Είναι ένα ζήτημα που θα εξετάσουμε και στην συνέχεια.
Με στοιχεία του Σεπτεμβρίου του 2009, όσοι διαθέτουν άδεια διαμονής αγγίζουν τις 620.000, εκ των οποίων οι 230.000 περίπου ανήκουν στους μετανάστες δεύτερης γενιάς. Από το σύνολο των μεταναστών το 70% (435.000) προέρχονται από την Αλβανία.
Σημαντική μερίδα του αλλοδαπού πληθυσμού που κατοικεί στην Ελλάδα είναι η κατηγορία των ομογενών. Ως τέτοιοι λογίζονται όσοι δεν έχουν ελληνική ιθαγένεια, αλλά έχει κριθεί ότι διαθέτουν ελληνική «εθνική καταγωγή» αλλά και εθνική συνείδηση. Ο ομογενής αλλοδαπός σύμφωνα με την νομολογία και την διοικητική πρακτική, πρέπει να πληρεί αντικειμενικά κριτήρια καταγωγής, τα οποία οφείλει να αποδεικνύει (γλώσσα, θρησκεία, ιστορία) και στην συνέχεια να πείσει τα αρμόδια όργανα για την εθνική του συνείδηση. Οι ομογενείς διακρίνονται σε τρεις μεγάλες κατηγορίες με κριτήριο το νομικό καθεστώς της διαμονής και μεταχείρισής τους στην Ελλάδα. Η πρώτη κατηγορία είναι οι ομογενείς από χώρες της πρώην Σοβιετικής Ένωσης, οι οποίοι έτυχαν εξαρχής ευνοϊκής μεταχείρισης με στόχο να αποκτήσουν γρήγορα την ελληνική ιθαγένεια. Μέχρι σήμερα 200.000 από αυτούς έχουν αποκτήσει ελληνική ιθαγένεια, ενώ 4.000 από αυτούς έχουν αποκτήσει Ειδικό Δελτίο Ταυτότητας Ομογενούς διότι δεν ήθελαν την ιθαγένεια, ενώ εκκρεμούν περίπου 5.000 αιτήσεις για απόκτηση της.
Η δεύτερη κατηγορία ομογενειακού πληθυσμού είναι οι προερχόμενοι από την Αλβανία. Σε αυτούς η πολιτική που εφαρμόστηκε δεν κατέτεινε στην απόκτηση της ελληνικής ιθαγένειας αλλά στην χορήγηση ειδικών τίτλων-αδειών διαμονής και στην αναγνώριση ενισχυμένων δικαιωμάτων σε σχέση με τους άλλους αλλοδαπούς. Το 2006 η πολιτική αυτή άλλαξε με αποτέλεσμα να αποκτήσουν την ιθαγένεια περίπου 30.000 ομογενείς, ενώ παραμένουν περίπου 206.000 με ειδικά Δελτία Ταυτότητας Ομογενών. Η τρίτη κατηγορία αφορά όσους δεν περιλαμβάνονται στις παραπάνω κατηγορίες και διαθέτουν ειδικές άδειες ομογενούς από άλλες χώρες που εκδίδονται από αστυνομικές αρχές. Αυτοί είναι περίπου 3.000. Το σύνολο λοιπόν των αλλοδαπών με ειδικό καθεστώς ομογενούς ανέρχεται στις 217.000.
Ως προς τους Ευρωπαίους πολίτες εφόσον παραμείνουν παραπάνω από τρεις μήνες χρειάζονται -αν και ελάχιστοι τηρούν τις προβλεπόμενες διατυπώσεις- και αυτοί τίτλους διαμονής από την αστυνομία. Οι μόνιμα διαμένοντες πολίτες της ΕΕ στην Ελλάδα υπολογίζονται στις 126.000.
Μια επίσης σημαντική κατηγορία είναι οι αλλοδαποί που απολαμβάνουν καθεστώτος διεθνούς προστασίας και προστασίας για ανθρωπιστικούς λόγους. Η πρώτη κατηγορία περιλαμβάνει τους πρόσφυγες και όσους εμπίπτουν στο καθεστώς επικουρικής προστασίας. Πέραν της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 και του Πρωτοκόλλου της Νέας Υόρκης του 1967 για τους πρόσφυγες, η ΕΕ στο πλαίσιο της κοινής πολιτικής για το άσυλο έχει εκδώσει μια σειρά οδηγίες οι οποίες έχουν ενσωματωθεί στην εσωτερική έννομη τάξη και οι οποίες καθορίζουν τις προϋποθέσεις και διαδικασίες για την αναγνώριση ενός προσώπου ως πρόσφυγα. Δικαίωμα παραμονής στη χώρα έχουν και οι αιτούντες άσυλο στους οποίους μπορεί να αναγνωριστεί προσωρινά η δυνατότητα απασχόλησή τους. Όσον αφορά το ανθρωπιστικό καθεστώς, οι σχετικές ρυθμίσεις δεν ανάγονται στο κοινοτικό καθεστώς αλλά εναπόκεινται στην διακριτική ευχέρεια του κράτους εφόσον διαπιστώσει ότι συντρέχουν λόγοι ανθρωπιστικού χαρακτήρα στα ενδιαφερόμενα πρόσωπα. Όλους τους παραπάνω τίτλους διαμονής τους χορηγούν οι αστυνομικές αρχές της χώρας. Μέχρι σήμερα το σύνολο όσων έχουν αιτηθεί άσυλο είναι 46.000 (Αύγουστος 2009), ενώ όσοι ανήκουν στα προηγούμενα καθεστώτα είναι περίπου 2000. Η Ελλάδα κατέχει το μικρότερο ποσοστό χορήγησης ασύλου (0,04%) μεταξύ όλων των χωρών και αρνείται την προσφυγική ιδιότητα σε ανθρώπους που δικαιούνται διεθνούς προστασίας.
Τέλος, σημαντική είναι η κατηγορία των αλλοδαπών που διαμένουν στην Ελλάδα, ωστόσο η διαμονή τους δεν είναι νόμιμη. Όταν μιλάμε για τους παράνομους μετανάστες εννοούμε τους αλλοδαπούς που εισήλθαν και διαμένουν παράνομα στην Ελλάδα χωρίς να τους έχει αναγνωριστεί ένα καθεστώς νόμιμης διαμονής, καθώς και εκείνοι που παραβίασαν τους όρους της νόμιμης διαμονής που τους είχε αναγνωριστεί στο παρελθόν και ανεξάρτητα της κατηγορίας στην οποία υπάγονταν (ομογενείς, πρόσφυγες, ανθρωπιστική προστασία, λήξη και μη ανανέωση ετήσιας άδειας διαμονής κλπ). Στην χώρα μας μεταξύ 1998 και 2007 έχουν υλοποιηθεί διαδοχικά προγράμματα νομιμοποίησης διαμονής με συνέπεια οι περισσότεροι που διαμένουν παράνομα στη χώρα να μην τους είχε αναγνωριστεί στο παρελθόν το καθεστώς της νόμιμης διαμονής, ή να είχαν υποβάλλει αίτημα ασύλου το οποίο απορρίφθηκε. Στην Ελλάδα συλλαμβάνεται το 75% των παράνομα εισερχομένων στην ΕΕ, γι’ αυτό απαιτείται μεγαλύτερη ενεργοποίηση της Frontex, της υπηρεσίας της ΕΕ για την φρούρηση των εξωτερικών συνόρων με την αποστολή πλοίων, αεροπλάνων και ειδικευμένου προσωπικού κυρίως στα ανατολικά σύνορά μας με την Τουρκία. Κατά τα φαινόμενα η παράνομη μετανάστευση πανευρωπαϊκά δεν είναι εύκολο να ανακοπεί, ενώ ειδικά στην χώρα μας έχει πλήρως εκφυλιστεί η διάκριση μετανάστη από πρόσφυγα. Ειδικά η Ελλάδα -και η Ιταλία- λόγω της γεωγραφικής της θέσης διευκολύνει αφάνταστα το έργο των οργανωμένων δικτύων διακίνησης λαθρομεταναστών.
Οι παράνομοι μετανάστες απομακρύνονται από τη χώρα με το θεσμό της διοικητικής απέλασης για την εκτέλεση της οποίας ο μετανάστης μπορεί να κρατηθεί έως και 12 μήνες (άρθρο 48 ν. 3772/2009), ενώ μπορεί να απελαθεί ακόμα και αν έχει ασκηθεί σε βάρος του ποινική δίωξη για αδίκημα που τιμωρείται με στερητική της ελευθερίας ποινή τουλάχιστον τριών μηνών, παραβιάζοντας έτσι και την ΕΣΔΑ. Στην πράξη η απέλαση εφαρμόζεται δύσκολα όταν ο αλλοδαπός έχει μακροχρόνιους δεσμούς με την χώρα (π.χ γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Ελλάδα ή είναι μακροχρόνια διαμένων)και έτσι οι αστυνομικές και δικαστικές αρχές επιδεικνύουν επιείκεια, ενώ παραμένει ανεκτέλεστη στις περιπτώσεις που οι αλλοδαποί -συνήθως χωρίς ταξιδιωτικά έγγραφα- προέρχονται από μη συνεργάσιμες χώρες[1]. Οι συγκεκριμένοι αλλοδαποί παραμένουν στη χώρα σε ένα ιδιόρρυθμο καθεστώς ανοχής χωρίς δικαιώματα και χωρίς ουσιαστική δυνατότητα αξιοπρεπούς επιβίωσης. Ουσιαστικά είναι μη απελάσιμοι και χωρίς χαρτιά και ως εκ τούτου πιεζόμενοι από την ανέχεια και την εξαθλίωση εξωθούνται σε παράνομες συμπεριφορές αλλά και γίνονται αντικείμενο άγριας οικονομικής εκμετάλλευσης. Αξιόπιστα στοιχεία για τον αριθμό των παράνομων μεταναστών δεν μπορούν να υπάρχουν, καθώς ο αριθμός συλλήψεων που αναφέρει η αστυνομία αφορά σε επεισόδια και όχι σε άτομα. Το Ινστιτούτο Μεταναστευτικής Πολιτικής, με στοιχεία του 2008, τους υπολογίζει σε 200.000 -με αυξητικές τάσεις- με πλειοψηφία τους αλβανούς πολίτες (ποσοστό 40%) και σημαντικά ποσοστά από Αφγανιστάν, Ιράκ, Πακιστάν, Σομαλία και Παλαιστίνη.
Συνοπτικά και με βάση τα παραπάνω στοιχεία το ποσοστό των αλλοδαπών που εισήλθαν στην χώρα τα τελευταία είκοσι χρόνια προσεγγίζει το 1.400.000 ανθρώπους, περιλαμβανομένων των ομογενών που απέκτησαν την ελληνική ιθαγένεια και όσων διαμένουν νόμιμα και παράνομα. Η ύπαρξη αξιόπιστων στατιστικών στοιχείων αποτελεί την αναγκαία βάση για την οποιαδήποτε σοβαρή συζήτηση πάνω στο θέμα.
 
Γ. Ένα βασικό ερώτημα που ανακύπτει και προηγείται της παρούσας συζήτησης για την απονομή της ιθαγένειας σε μετανάστες δεύτερης γενιάς είναι να εξετάσουμε ιστορικά και εντελώς συνοπτικά τους όρους διαμόρφωσης της εθνικής μας ταυτότητας από καταβολής νεοελληνικού κράτους. Πολίτες σύμφωνα με τα επαναστατικά συντάγματα του 1821, λογίζονταν οι αυτόχθονες χριστιανοί ορθόδοξοι καθώς και οι φιλέλληνες που ήλθαν να συνδράμουν την επανάσταση. Μετά τη δημιουργία του νεοελληνικού κράτους το 1830, ο ελληνικός εθνικισμός έθεσε το στόχο της Μεγάλης Ιδέας (Ι. Κωλλέτης 1848) δηλαδή της συμπερίληψης στον εθνικό κορμό όσων ζουν εκτός επικράτειας μιλούν την ελληνική γλώσσα και είναι χριστιανοί, δηλαδή των αλύτρωτων Ελλήνων. Από τότε υπήρχε αυτή η ιδιαιτερότητα της διαίρεσης του έθνους μεταξύ όσων ζουν εντός του κράτους και όσων διαμένουν εκτός της επικράτειας, αλλά με σαφή αναγνώριση του πολυπολιτισμικού χαρακτήρα της Μεγάλης Ιδέας.
Η διαίρεση αυτή απέκτησε οξύτητα στην Εθνοσυνέλευση του 1844 λόγω της διαμάχης αυτοχθόνων-ετεροχθόνων, αλλά και μετά την υποδοχή ενός τεράστιου αριθμού προσφύγων στη μικρασιατική καταστροφή. Το ελληνικό κράτος στην προσπάθειά του να εντάξει στους κόλπους του όσους ενσωματώθηκαν στην ελληνική κοινωνία μετά τους επιτυχημένους Βαλκανικούς πολέμους και την υποδοχή των προσφύγων, υιοθέτησε μια ευρεία και ευέλικτη αντίληψη περί έθνους και υποδύθηκε σε μια τεράστια προσπάθεια αφομοίωσης του πληθυσμού που εισέρρευσε στη χώρα, προσπαθώντας παράλληλα να μειώσει τα πραγματικά μειονοτικά μεγέθη (Τσάμηδες, Βλάχοι, Αρβανίτες) όπου μπορούσε -ακόμα και με αφαίρεση της ιθαγένειας στους μειονοτικούς και στους κομμουνιστές μετά τον εμφύλιο- και παράλληλα να εντείνει τις προσπάθειες εθνικής και θρησκευτικής ομογενοποίησης του πληθυσμού. Μετά την οριστικοποίηση των συνόρων του έθνους-κράτους το 1923 και ειδικά μετά το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, η αντίληψη για το ποιος είναι Έλληνας συγκροτείται μέσα από ένα συνδυασμό αποκλεισμών και υπερίσχυσης κριτηρίων καταγωγής και εθνικής συνείδησης.
Επειδή πάντα η εθνική ταυτότητα συγκροτείται σε αντιπαράθεση με κάποιον «έτερο» που προσλαμβάνεται ως εχθρός, από τα χρόνια της επανάστασης του 1821, ως κυρίαρχη αντίπαλη ετερότητα, θεωρήθηκε η οθωμανική μουσουλμανική αυτοκρατορία και αργότερα το τουρκικό έθνος. Από τότε το γένος -ένας όρος συναισθηματικά φορτισμένος που παραπέμπει στο προνεωτερικό σύνολο των χριστιανών της οθωμανικής αυτοκρατορίας- αποκτά κεντρική σημασία, καθώς η ιστορία της ελληνικής ιθαγένειας μετά το 1923 σφραγίζεται από την διάκριση ομογενείς-αλλογενείς. Ομογενής χαρακτηρίζεται εκείνος που έχει κοινή καταγωγή δηλαδή δεσμούς αίματος με την ευρύτερη οικογένεια του έθνους. Έτσι οι αλλοδαποί μπορεί να είναι, είτε ομογενείς, είτε αλλογενείς έχοντας διαφορετικές πιθανότητες να αποκτήσουν την ελληνική ιθαγένεια. Η καταγωγή είναι ένα στοιχείο απόλυτο και συμπαγές που δεν αποδεικνύεται και ως εκ τούτου δεν αμφισβητείται, όπως η γλώσσα και η θρησκεία, ενώ είναι κατάλληλο για σταθερές διακρίσεις και μόνιμους αποκλεισμούς. Συνεπώς από την συνοπτική αναδρομή στην ελληνική ιστορία από την ίδρυση του κράτους μέχρι σήμερα έχουν μεταβληθεί πολλές φορές οι κυρίαρχες αντιλήψεις τόσο για το ποιος είναι Έλληνας όσο και για το ποιος είναι ξένος. Άλλοτε κριτήριο της ελληνικότητας ήταν η θρησκεία (επαναστατικά Συντάγματα, Συνθήκη Λωζάνης), άλλοτε η γλώσσα (Κ. Παπαρηγόπουλος) και άλλοτε η εθνική καταγωγή και συνείδηση. Αντίστοιχες αλλαγές είχαμε και στον ορισμό του ξένου, έτσι ώστε αρχικά να περιλαμβάνει τους μουσουλμάνους Τούρκους, κατόπιν τους ορθόδοξους Βούλγαρους, μετά τις μειονότητες εντός του κράτους και τέλος τους ξένους μετανάστες. Κατά τούτο, οι αντιλήψεις περί της εθνικής ταυτότητας ακολούθησαν μια περίπλοκη ιστορική διαδρομή γεμάτη αντιφάσεις και παλινωδίες. Συνεπώς η εθνική μας ταυτότητα εξελίσσεται και εξαιτίας των συναντήσεων μας με άλλους πληθυσμούς οι οποίοι είναι φορείς πολιτισμού. Με βάση τα παραπάνω, το ξενοφοβικό στερεότυπο περί πολιτισμικής «αλλοίωσης» των Ελλήνων από τους μετανάστες αποτελεί μύθο, διότι βασίζεται στο ιδεολόγημα της πολιτιστικής μας «καθαρότητας», ενώ είναι σαφές ότι τόσο η δικιά μας ιστορία όσο και η ιστορία των περισσοτέρων λαών διαμορφώθηκε μέσα από διασταυρώσεις και επικοινωνία με άλλους λαούς. 
Σήμερα με τα νέα δεδομένα που έχουμε ενώπιόν μας, γίνεται μια προσπάθεια με το νέο νόμο για την ιθαγένεια να επιλυθεί μια μεγάλη ιστορική αντίφαση. Πώς είναι δυνατόν ένα έθνος-κράτος που συγκροτήθηκε μέσα από διαδοχικές αλλαγές συνόρων και επεκτάσεων, που υποδέχθηκε μεγάλα μεταναστευτικά και προσφυγικά ρεύματα και που διαπνεόταν επί έναν αιώνα από μια αλυτρωτική πολιτική, να υιοθετεί ως κριτήριο ιθαγένειας την εξαιρετικά ασαφή και δύσκολα προσδιορίσιμη έννοια της κοινής καταγωγής και του δικαίου του αίματος. Υπό τις παρούσες συνθήκες των μεταναστευτικών ρευμάτων που εισρέουν και έχουν παγιωθεί στην χώρα μας συνιστά αναχρονισμό να συγκροτείται η ιδιότητα του πολίτη και το δικαϊκό πλαίσιο της ιθαγένειας επί την βάση μιας σταθερής και αναλλοίωτης εθνικής ταυτότητας που βασίζεται στην καταγωγή και το αίμα.
Το ζήτημα της ιθαγένειας και της αναγνώρισής της πρέπει να πάψει να αντιμετωπίζεται ως ένα ιδεολογικό φετίχ μέσω του οποίου διαχειριζόμαστε κάτι πολύτιμο και αναλλοίωτο. Είναι ένα ζήτημα βαθύτατα πολιτικό, που συνδέεται με το εκάστοτε εθνικό συμφέρον του κράτους (κοινωνική συνοχή και ειρήνη) που παραχωρεί ή στερεί ένα πρόσωπο από μια δυνατότητα και εξαρτάται άρρηκτα από την ιστορική συγκυρία και τα δεδομένα της μετανάστευσης στην εκάστοτε χώρα. Γι’ αυτό και τα περισσότερα ευρωπαϊκά κράτη τροποποιούν τους κώδικες ιθαγένειάς τους -κορυφαίο παράδειγμα η Γερμανία με την εγκατάλειψη του δικαίου του αίματος στον νέο κώδικα ιθαγένειας του 2000- και τα κριτήρια που υιοθετούν για την απόκτησή της. Μάλιστα το μεγαλύτερο ποσοστό Ευρωπαϊκών χωρών -περίπου το 60%- παραχωρεί την ιθαγένεια σε όσους έχουν γεννηθεί στη χώρα, είτε αυτόματά, είτε μετά από 3 ή 5 χρόνια.
Μέχρι πρότινος η Ελλάδα ήταν η μοναδική χώρα που δεν είχε θεσμοθετήσει καμιά ειδική ρύθμιση για την δεύτερη γενιά μεταναστών. Σε αυτή την ανάγκη απαντάει ο νόμος 3838/2010 παρέχοντας ιθαγένεια στα τέκνα νόμιμων αλλοδαπών που έχουν γεννηθεί στην Ελλάδα ή έχουν πάει για έξι χρόνια σχολείο. Επιπλέον αναγνωρίζει το δικαίωμα του εκλέγειν στους αλλοδαπούς στις δημοτικές εκλογές -κάτι που κάνουν οι μισές από τις 27 χώρες της ΕΕ- καθώς και το δικαίωμα του εκλέγεσθαι σε θέσεις δημοτικού συμβούλου, υπό ορισμένες προϋποθέσεις που αφορούν κυρίως στην συμπλήρωση ορισμένου χρόνου νόμιμης διαμονής στη χώρα. Έχει αποδειχθεί ότι νομιμοποιώντας έναν μετανάστη τον κάνεις περισσότερο παραγωγικό, τον εντάσεις στο ασφαλιστικό και φορολογικό σου σύστημα και εκμεταλλεύεσαι την παραγωγική του δύναμη. Ειδικά όταν ο μετανάστης αποκτά ιθαγένεια, αλλάζει πλήρως η στάση του απέναντι στο κράτος.
Εντελώς σχηματικά και για να διαπιστώσει κανείς την ιστορική σχετικότητα των πραγμάτων που φαντασιωνόμαστε ως απόλυτα και διαρκή, μέχρι το 1923 Έλληνας γινόσουν, μετά το 1923 Έλληνας γεννιόσουν, ενώ σήμερα με το νέο κώδικα Έλληνας γεννιέσαι αλλά και γίνεσαι.
 
Δ. Οι παραπάνω αναφορές επισημαίνουν τα πραγματολογικά δεδομένα και τα νομικά χαρακτηριστικά του μεταναστευτικού φαινομένου, δεν απαντούν όμως στο ουσιαστικό ερώτημα των σχέσεων μεταξύ του μετανάστη και του Έλληνα πολίτη. Είναι σαφές ότι η μόνιμη παρουσία των μεταναστών υπήρξε ιδιαίτερα αποκαλυπτική για τους Έλληνες. Αποκάλυψε την σχετικότητα των αξιών, των ηθών και των συνηθειών μας και κυρίως ανέδειξε τον υποκριτικό χαρακτήρα της διακηρυσσόμενης πίστης μας στην καθολική ισότητα των ανθρώπων. Επίσης, ανέδειξε τα δικαιοκρατικά ελλείμματα της ελληνικής πολιτείας. Όσο ανοργάνωτη και μεροληπτική είναι η διοίκηση απέναντι στους Έλληνες, τόσο χειρότερη είναι απέναντι στους μετανάστες. Μολονότι ελάχιστοι θα το ομολογούσαν δημοσίως, σε πολλές συμπεριφορές μας αντικατοπτρίζεται η αντίληψη ότι οι μετανάστες, ως ξένοι, είναι ηθικά κατώτεροι από το ντόπιο πληθυσμό. Γι’ αυτό όταν η στυγερή οικονομική εκμετάλλευση, η ρατσιστική βία και τα αρνητικά στερεότυπα αφορούν σε μετανάστες, οι αντιδράσεις μας χαρακτηρίζονται, στην καλύτερη περίπτωση, από αμηχανία. Σταδιακά και χωρίς να το έχουμε απόλυτα συνειδητοποιήσει, συνηθίσαμε να αποδεχόμαστε ως απολύτως δικαιολογημένες και αυτονόητες τις κοινωνικές διακρίσεις μεταξύ των ανθρώπων με βάση την ελληνικότητά τους ή μη. Αυτή η στάση πρέπει να αλλάξει.
Ο διάλογος με τον μετανάστη προϋποθέτει πάντοτε μια προσπάθεια, μια κατάκτηση, μια κοινή ηθική ως βάση συνύπαρξης. Αποδεχόμενοι τις διαφορές και αναγνωρίζοντας την κοινή μας ανθρωπιά και την κοινή μας ιδιότητα του πολίτη, μπορούμε να ζούμε με τους άλλους ανεξάρτητα από τις διαφορές που μας χωρίζουν από αυτούς.    

Αν συμφωνήσουμε ότι οι μετανάστες δεν αποτελούν εφήμερο και παροδικό φαινόμενο αλλά ένα οργανικό κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας και ιστορίας θα πρέπει να επεξεργαστούμε ένα συνολικό σχέδιο μεταναστευτικής πολιτικής. Αυτό σημαίνει ένα όραμα για το μέλλον, για το τι είδους κοινωνία θέλουμε να συνδιαμορφώσουμε με τους μετανάστες καθώς και ένα σύνολο μέτρων, αποφάσεων και νόμων, κοινών με τους άλλους Ευρωπαίους, αλλά και προσαρμοσμένων στις εθνικές ιδιαιτερότητες, ώστε να είμαστε ρεαλιστές αλλά και ανθρωπιστές. Στοιχεία μιας πολιτικής που αντιμετωπίζει την μετανάστευση όχι ως αρνητική απειλή αλλά ως θετική πρόκληση, θα πρέπει να είναι η νομιμοποίηση, η κοινωνική ένταξη, η ελληνική υπηκοότητα στα παιδιά των μεταναστών που γεννήθηκαν στην Ελλάδα, ο αποτελεσματικός έλεγχος των συνόρων και της αδήλωτης και ανασφάλιστης εργασίας και τα κοινωνικά και εργασιακά δικαιώματα. Σκοπός αυτών των δράσεων και των πολιτικών είναι να βγάλουμε τους μετανάστες από ένα καθεστώς ημιπαρανομίας και να διευρύνουμε συνεχώς την ιδιότητα του πολίτη με ένα πνεύμα ισοπολιτείας, δηλαδή δημιουργώντας ένα χάρτη δικαιωμάτων του μετανάστη το οποίον θα σέβονται και θα τηρούν όλοι. Ελπίδα αυτών των θεσμών θα πρέπει να είναι ο μέσος Έλληνας πολίτης να διαμορφώσει μια πολιτισμική στάση που να διακρίνεται από αμοιβαιότητα και αλληλοαναγνώριση. Ουσιαστικά να δημιουργήσουμε μια νέα συνείδηση του πολίτη που να είναι απαλλαγμένη από ρατσιστικές επιρροές που δεν βλέπει στους μετανάστες πρόσωπα προς οικονομική εκμετάλλευση, ούτε ως διαφορετικούς που πρέπει να ανεχόμαστε και να υπομένουμε, αλλά ως μια επένδυση για το μέλλον.

 

 

Η μελέτη αποτελεί προδημοσίευση από τον Τιμ. Τόμο για τον Καθηγητή Γιώργο Παπαδημητρίου. 

 


[1] Ενώ έχουμε υπογράψει με την Τουρκία Πρωτόκολλο Επανεισδοχής το 2000, η τελευταία αρνείται ουσιαστικά την τήρησή του καθώς έχει δεχθεί μέχρι σήμερα ελάχιστους μετανάστες από όσους έχουν περάσει τα σύνορά της έχουν συλληφθεί και έχουν σταλεί πίσω.