Author Archives: admin

Οι μεταπολιτευτικές πολιτικές διαστάσεις της επιλογής ηγεσίας των Ανωτάτων Δικαστηρίων

Θεμιστοκλής Παπαθεοδώρου - Δικηγόρος, Ειδικός Επιστήμονας Περιφερειακής Οικονομικής Ανάπτυξης
Η σημερινή κρίση που αντιμετωπίζει η χώρα δεν είναι μόνο δημοσιονομική, αλλά και βαθύτατα θεσμική. Η διαφθορά, πολιτική και κοινωνική, το έλλειμμα κράτους δικαίου, η ηθελημένη ή λόγω ανικανότητας κακοδιαχείριση των δημοσίων πόρων, αιτιακοί παράγοντες που οδήγησαν την ελληνική κοινωνία στην εποχή του «Μνημονίου», ανέδειξαν και συνεχίζουν να αναδεικνύουν την αδυναμία της δικαιοσύνης να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά τα παραπάνω φαινόμενα.
Το ζήτημα της επιλογής Προέδρων και Αντιπροέδρων των Ανωτάτων Δικαστηρίων από το εκάστοτε Υπουργικό Συμβούλιο, όπως ρητά κατοχυρώνεται από την παράγραφο 5 του άρθρου 90 του Συντάγματος, παρόλο που αποτελεί μία μόνο πτυχή της γενικότερης ιδέας περί δικαστικής ανεξαρτησίας, είναι ιδιαίτερα κρίσιμη γιατί καταδεικνύει ξεκάθαρα την γενικότερη πολιτική νοοτροπία και βούληση της μεταπολιτευτικής περιόδου (από το 1975 έως σήμερα) απέναντι στη δικαστική λειτουργία και γενικότερα απέναντι στο κοινό περί δικαίου αίσθημα των πολιτών.
Από το 1975 έως τις ημέρες μας δεν παρατηρήθηκε καμία ουσιαστική εξέλιξη ως προς τη δυνατότητα αλλαγής, τροποποίησης, βελτίωσης ή εξειδίκευσης της συγκεκριμένης συνταγματικής διάταξης. Πρόκειται για μία από τις διασταυρώσεις εκτελεστικής και δικαιοδοτικής λειτουργίας που δεν έχει προσφέρει επιτυχή αποτελέσματα. Ο πολιτικός χαρακτήρας επιλογής ηγεσίας των Ανωτάτων Δικαστηρίων είναι άμεσα συνυφασμένος με το προβλεπόμενο από το συνταγματικό κείμενο σύστημα διορισμού. Είναι τόσο αυστηρώς και λεπτομερώς διατυπωμένο ώστε η γραμματική ερμηνεία της διάταξης να μην αφήνει πολλά περιθώρια εξειδίκευσης από τον κοινό νομοθέτη[1]. Ο πολιτικός χαρακτήρας δε διαφαίνεται μόνο από τον κυρίαρχο ρόλο που διαδραματίζει η κυβερνητική εξουσία, αλλά και από την αδυναμία δικαστικού ελέγχου που σιωπηρά παραπέμπει στη θεωρία των κυβερνητικών πράξεων[2], ζητημάτων, στα οποία λαμβάνεται υπόψη η σημασία των πολιτικών κινήτρων, και που εκ φύσεως δεν αποτελούν αντικείμενο δικαστικής προσέγγισης. Δίδεται η εντύπωση ότι η ευρεία διακριτική ευχέρεια ή, όπως χαρακτηρίζεται[3], η σχεδόν απεριόριστη αρμοδιότητα που αναγνωρίζεται στο Υπουργικό Συμβούλιο μετατρέπεται σε απόλυτη ελευθερία επιλογής.
Παρόλο που το Σύνταγμα διάκειται ευνοϊκά υπέρ της διαφάνειας των πολιτειακών διαδικασιών και ειδικότερα της διαδικασίας έκδοσης δικαστικής απόφασης (αιτιολόγηση απόφασης, υποχρεωτική δημοσίευση μειοψηφούσας γνώμης), δεν τηρεί την ίδια στάση απέναντι στην επιλογή της δικαστικής ηγεσίας. Για την ατελή[4] κατοχύρωση της δικαστικής ανεξαρτησίας, που προκύπτει και από την αρχή της διάκρισης των λειτουργιών[5], ευθύνονται όσοι είχαν την πρωτοβουλία των εκάστοτε συνταγματικών αναθεωρήσεων και συγκεκριμένα οι κυβερνήσεις των δύο κομμάτων εξουσίας που απέρριπταν κάθε ιδέα αναθεώρησης της σχετικής διάταξης. Με εξαίρεση τη θέσπιση ανώτατης θητείας για τους Προέδρους των Ανωτάτων Δικαστηρίων, τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και τους Γενικούς Επιτρόπους Ελεγκτικού Συνεδρίου και διοικητικών δικαστηρίων κατά τη διάρκεια της συνταγματικής αναθεώρησης του 2001[6] και την κατάθεση προς συζήτηση διαφόρων προτάσεων[7] ανεξαρτήτως βασιμότητας και τεκμηρίωσης που αφορούσαν περισσότερο στη διαδικασία προεπιλογής των υποψηφίων και λιγότερο στην κρίσιμη αρμοδιότητα του Υπουργικού Συμβουλίου, το σύστημα που εισήχθη με το Σύνταγμα του 1975 παραμένει άθικτο[8]. Η ένταξη της θητείας στο συνταγματικό κείμενο μπορεί να αποτρέπει τις ανατροπές της επετηρίδας[9] που σημειώνονταν τα προηγούμενα χρόνια, αλλά δεν κατοχυρώνει σε μεγάλο βαθμό την προσωπική δικαστική ανεξαρτησία των Προέδρων και Αντιπροέδρων των Ανωτάτων Δικαστηρίων, στοιχείο πολύ χαρακτηριστικό για να εκτιμηθεί η φύση του δεσμού[10] μεταξύ της εκτελεστικής εξουσίας και της δικαιοδοτικής λειτουργίας. Άλλωστε, η συνήθης τακτική των εκάστοτε κυβερνήσεων ως προς την επιλογή της δικαστικής ηγεσίας δεν εστιαζόταν τόσο στην σειρά αρχαιότητας ούτε στην αντικειμενική αξία και εμπειρία των υποψηφίων, αλλά στην φιλοκυβερνητική δικαστική συμπεριφορά. Στην αναθεώρηση του 2008, προτάθηκε από την κοινοβουλευτική πλειοψηφία, χωρίς ωστόσο θετική κατάληξη[11], η δυνατότητα επιλογής Προέδρου Ανωτάτου Δικαστηρίου από τους Αντιπροέδρους. Δεν κατεβλήθη καμία προσπάθεια ποιοτικής τουλάχιστον μείωσης της διακριτικής ευχέρειας του Υπουργικού Συμβουλίου.
Η πρόσφατη νομοθετική πρωτοβουλία του Υπουργού Δικαιοσύνης (ν. 3841/2010), με την οποία τροποποιήθηκε η παράγραφος 3 του άρθρου 49 του Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών, προβλέπει για πρώτη φορά στο πλαίσιο επιλογής της δικαστικής ηγεσίας τη συμμετοχή της Διάσκεψης των Προέδρων της Βουλής των Ελλήνων (ΔτΠ), η οποία όμως, πέρα από το γεγονός ότι είναι ιδιαίτερα δύσκολο να προσαρμοστεί στο πνεύμα της αυστηρά διατυπωμένης συνταγματικής διάταξης, περιθωριοποιείται και υποβαθμίζεται θεσμικά καθώς προβαίνει σε μη νομικά δεσμευτική γνωμοδότηση. Η απλή γνώμη δε διαθέτει εκτελεστό χαρακτήρα. Επιπλέον καθιερώνει και τη διαδικασία της ακρόασης των υποψηφίων ενώπιον της ΔτΠ, η οποία ενδέχεται να προκαλέσει αμφιλεγόμενα αποτελέσματα ως προς τη θεσμική έννοια της δικαιοσύνης (ένδειξη ιεραρχικής υποταγής των δικαστικών οργάνων σε άλλα άμεσα όργανα[12], αντίθεση ως προς την κατοχυρωμένη έννοια της ισοβιότητας) και την αξιοπρέπεια των δικαστικών λειτουργών. Η νομοθετική κατοχύρωση της διαδικασίας ακροάσεως καταδεικνύει την απουσία έμπρακτου σεβασμού προς το θεσμό της δικαιοσύνης και προς την ανθρώπινη αξιοπρέπεια των υποψηφίων δικαστών. Δεν αντιμετωπίζονται ως δικαστικοί λειτουργοί, ως άμεσα όργανα του κράτους που αντλούν τις αρμοδιότητές τους απευθείας από το συνταγματικό κείμενο, αλλά ως απλοί δημόσιοι υπάλληλοι, έρμαια μικροκομματικών διενέξεων. Δεν αποσαφηνίζεται ο τρόπος διεξαγωγής της ακρόασης των υποψηφίων. Τι είδους προσόντα θα ελεγχθούν; Θα κρίνονται για την επαγγελματική τους ικανότητα, τη νομική τους εμπειρία ή η εν λόγω διαδικασία θα αποτελέσει πεδίο στείρων κομματικών αντιπαραθέσεων; Αντικείμενο κρίσης θα είναι η νομική κατάρτιση ή οι φιλοκυβερνητικές συμπεριφορές; Όργανο συλλογικό και αντιπροσωπευτικό της πολιτικής σύνθεσης, η Διάσκεψη των Προέδρων γίνεται έρμαιο κομματικής εκμετάλλευσης και χρησιμεύει ως πρόσχημα για τη νομιμοποίηση της ωμής και συνεχούς παρέμβασης της εκτελεστικής εξουσίας στο πεδίο της δικαιοδοτικής λειτουργίας.
Με μία πρώτη ματιά θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως το αποκορύφωμα της μεταπολιτευτικής πολιτικής υποκρισίας απέναντι στη θεσμική εγγύηση της δικαιοσύνης. Το συγκεκριμένο νομοθέτημα εντείνει το έλλειμμα δικαστικής ανεξαρτησίας και ενισχύει τη διαφθορά του πολιτικού συστήματος. Η νομοθετική πρωτοβουλία του Υπουργού Δικαιοσύνης αγνοεί τη βούληση του αναθεωρητικού νομοθέτη[13] ή, αναγνωρίζοντας τη δυνατότητα παρέμβασης και της νομοθετικής λειτουργίας στην επιλογή Προεδρείων των Ανωτάτων Δικαστηρίων, συγκαλύπτει εξαιρετικά μία προσπάθεια προετοιμασίας νομικού και επιχειρηματολογικού υποστρώματος για την επόμενη συνταγματική αναθεώρηση?
Κατά τη διάρκεια των εργασιών της Βουλής για τη σύνταξη του Συντάγματος του 1975, ο Ανδρέας Παπανδρέου αντιτάχτηκε στην επαναφορά της διάταξης του Συντάγματος του 1911, η οποία ανέθετε την επιλογή της ηγεσίας του Αρείου Πάγου στην εκάστοτε κυβέρνηση. Διακήρυττε ότι η διαφύλαξη της ανεξαρτησίας της δικαιοσύνης απαιτεί τη διάρρηξη της οποιαδήποτε σχέσης ανάμεσα σε αυτήν και την εκτελεστική εξουσία. Στην συνταγματική αναθεώρηση του 1986, η παραπάνω τοποθέτηση παρέμεινε ανεκπλήρωτη. Επιπροσθέτως, ο Γεώργιος Ράλλης σε άρθρο[14] του το 1996, ανατρέχοντας στην περίοδο 1975-1981, σημείωνε χαρακτηριστικά τα εξής : « … ο κ. Καραμανλής, κατά τις πρωθυπουργικές θητείες του της περιόδου εκείνης, είχε δριμύτατα επιτιμήσει, σε δύο περιπτώσεις, τον αρμόδιο υπουργό, ο οποίος είχε αιτιολογήσει την εισήγησή του για την επιλογή ανώτατου δικαστή με τον ισχυρισμό ότι ο προτεινόμενος ανήκει στην παράταξή μας». Σύμφωνα με την περιγραφή του Γεωργίου Ράλλη, ο Κ. Καραμανλής επέμενε να επιλεγεί Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου δικαστής, ο οποίος δεν ανήκε πολιτικά στη Νέα Δημοκρατία, επικαλούμενος την άριστη νομική κατάρτιση του υποψηφίου και το γεγονός ότι «αν παραλειφθεί, δικαίως η κοινή γνώμη και οι δικαστές θα υποθέσουν ότι η παράλειψή του … έγινε για λόγους κομματικούς». Παρά τις επιμέρους επιφυλάξεις που διατύπωνε ο τότε Πρωθυπουργός, η Νέα Δημοκρατία, που ψήφισε το σχέδιο του νέου Συντάγματος, δεν απεμπόλησε την εξουσία απόλυτης επιλογής για τις κορυφαίες θέσεις της δικαιοσύνης.
Η γενικότερη επικοινωνιακή τακτική στα πλαίσια του γραπτού και ηλεκτρονικού τύπου έγκειται στο γεγονός – πέρα της υποτιθέμενης καταγγελίας της συγκεκριμένης διαδικασίας επιλογής από εκπροσώπους της εκάστοτε αξιωματικής αντιπολίτευσης – ότι κάθε πολιτικό κόμμα, όταν βρίσκεται στην εξουσία, υποστηρίζει ότι οι δικές του επιλογές Προέδρων και Αντιπροέδρων στηρίχτηκαν σε αξιοκρατικά κριτήρια, ενώ, όταν βρίσκεται στην αντιπολίτευση, επικρίνει την «μεροληπτική» στάση της κυβερνητικής εξουσίας. Κανείς από τους υποστηρικτές της εκάστοτε συνταγματικής αναθεώρησης δεν πραγματοποίησε το καθοριστικό βήμα της τροποποίησης της συγκεκριμένης συνταγματικής διάταξης, ώστε να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά η κακοδαιμονία του παρελθόντος, όπως τουλάχιστον υποστηριζόταν με τη μορφή δημοσίων τοποθετήσεων και εξαγγελιών. Ο λόγος ; Δε θεωρώ ότι ήταν η έλλειψη ιδεών ή η νομική τους θεμελίωση, αλλά η απροθυμία των δύο μεγαλύτερων κομμάτων να συναινέσουν στην ουσιαστική αλλαγή ανάδειξης των Προεδρείων των Ανωτάτων Δικαστηρίων.
Από μία γενικότερη ανασκόπηση της μεταπολιτευτικής περιόδου είναι προφανές ότι καταβάλλεται τουλάχιστον θεωρητικά προσπάθεια να επιλεγούν πρόσωπα πολιτικώς «οικεία», που συμμερίζονται εξολοκλήρου ή μερικώς τις κομματικές πεποιθήσεις της εκάστοτε κυβέρνησης. Σε όλη αυτή την περίοδο, σε κάθε χρονική στιγμή επιλογής από το Υπουργικό Συμβούλιο, δημιουργούνταν και εξακολουθούν να δημιουργούνται υπόνοιες[15] για περιπτώσεις εύνοιας, άνισης μεταχείρισης μεταξύ των υποψηφίων, χειραγώγησης και πολιτικής σκοπιμότητας[16], δηλαδή επιλεκτικής κυβερνητικής δράσης και εξάρτησης των δικαστικών λειτουργών που στελεχώνουν τα Προεδρεία των Ανωτάτων Δικαστηρίων από την εκτελεστική εξουσία. Είναι δυνατό να υποστηριχτεί ότι οι συγκεκριμένες υπόνοιες προκύπτουν και από τη δομή και γραμματική διατύπωση του ίδιου του κειμένου της σχετικής συνταγματικής διάταξης. Όταν η παράγραφος 5 του άρθρου 90 του Συντάγματος είναι αυστηρά και λεπτομερώς διατυπωμένη, χορηγεί στο εκάστοτε Υπουργικό Συμβούλιο ευρύτατη διακριτική ευχέρεια ως προς την επιλογή της ηγεσίας της δικαιοσύνης και αφήνει ελάχιστα περιθώρια στον κοινό νομοθέτη για την επιβολή κριτηρίων ή περιορισμών (πρόκειται στην ουσία για οργανικό ή οργανωτικό νόμο), τότε οικοδομείται αναπόφευκτα ένα σύστημα εύνοιας, το οποίο παραδόξως κατοχυρώνεται συνταγματικά και μπορεί να αποδειχθεί πρακτικώς πολύ επικίνδυνο για την ανεξαρτησία των δικαστικών λειτουργών απέναντι στην εκτελεστική εξουσία[17].
Ο εννοιολογικός προσδιορισμός της εύνοιας συμπίπτει με το συμφέρον εκείνου που λαμβάνει την απόφαση και αναμένει θετική ανταπόκριση ως επακόλουθο της επιλογής. Θεμελιώνεται, με άλλα λόγια, σιωπηρή εξάρτηση μεταξύ επωφελούντος και επωφελούμενου[18] και καλλιεργείται μία διάθεση «ανταπόδοσης». Τα όργανα της εκτελεστικής λειτουργίας δε θέτουν εμφανώς και άμεσα δεσμευτικά για τον δικαστή κριτήρια διαμόρφωσης της δικανικής πεποίθησης. Ωστόσο, με την κυβερνητική επιλογή Προέδρων και Αντιπροέδρων των Ανωτάτων Δικαστηρίων δίδεται η εντύπωση σιωπηρούς χάραξης συγκεκριμένης δικανικής κατεύθυνσης για πολιτικά ζητήματα[19] που απασχολούν ευρέως την ελληνική κοινωνία και κλονίζεται η εμπιστοσύνη τόσο της κοινής γνώμης[20] όσο και του νομικού κόσμου.
Δεν έχει γίνει αντιληπτό έως σήμερα στα όργανα της εκτελεστικής εξουσίας ότι η ευρεία διακριτική ευχέρεια που αναγνωρίζεται συνταγματικά στο Υπουργικό Συμβούλιο (μέλη συγκεκριμένης κομματικής κατεύθυνσης) δεν αφορά στην αναζήτηση του κομματικά αρεστού που θα εξυπηρετήσει την κυβερνητική πολιτική ή από την άλλη πλευρά του απόλυτα «καλού» δικαστή, εφόσον αποδεχτούμε τις αντικειμενικές και ανιδιοτελείς προθέσεις της εκάστοτε κυβέρνησης. Σχετίζεται άμεσα με την ομαλή απονομή της δικαιοσύνης, η οποία ξεκινά από τη κορυφή της ιεραρχίας και επηρεάζει αναντίρρητα τα κατώτερα στρώματα της δικαιοσύνης (βλ. κρίσιμες αρμοδιότητες ως προς την οργάνωση και άσκηση του δικαιοδοτικού έργου και ως προς τη διοίκηση της δικαιοσύνης. Πχ. καθορισμός συνθέσεων και εισηγητών, άσκηση δικονομικά ευαίσθητων αρμοδιοτήτων)[21].
Το ευρωπαϊκό Δικαστήριο του Στρασβούργου έχει υπενθυμίσει σε αρκετές περιπτώσεις[22] ότι για να θεμελιωθεί ο ανεξάρτητος χαρακτήρας ενός δικαστηρίου σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, πρέπει να ληφθούν υπόψη ο τρόπος επιλογής και η διάρκεια θητείας των μελών του δικαστηρίου, ο βαθμός προστασίας απέναντι στις εξωγενείς πιέσεις και το γεγονός εάν διαφαίνεται ξεκάθαρα η υφιστάμενη κατάσταση ανεξαρτησίας. Προκύπτει συνεπώς η ανάγκη διασφάλισης της δικαστικής ανεξαρτησίας απέναντι σε οποιαδήποτε πολιτική και κοινωνική πίεση ή κομματικό καταναγκασμό που ενδέχεται να επηρεάσουν την άσκηση των δικαιοδοτικών καθηκόντων του δικαστικού λειτουργού[23]. Βέβαια, οι δικαστές δεν είναι δυνατό να μην έχουν πολιτικές απόψεις, ιδία κρίση για τα πολιτικά δρώμενα. Είναι αναπόφευκτο ότι η προβλεπόμενη κρίση των υποψηφίων για την ηγεσία της δικαιοσύνης αφορά και στο προσωπικό στοιχείο. Είναι επίσης φυσιολογικό ο Πρόεδρος Ανωτάτου Δικαστηρίου να μετακυλύει στους υφισταμένους του μέρος των πεποιθήσεων ή της νομικής του φιλοσοφίας στο πλαίσιο των προσδιορισμένων καθηκόντων του. Επειδή είναι περισσότερο θέμα προσώπων (επιλεγόντων και επιλεγομένων)[24], εξαρτάται από την προσωπικότητα του κάθε δικαστικού λειτουργού εάν θα ενδώσει ή όχι σε πολιτικές και κομματικές πιέσεις ή θα επιδείξει αμιγή δικαστική συμπεριφορά και από την πολιτική συνείδηση των μελών του Υπουργικού Συμβουλίου να εκπληρώσουν τον θεσμικό τους ρόλο ακολουθώντας αξιοκρατικά κριτήρια. Η προσωπική ανεξαρτησία του δικαστικού λειτουργού εναπόκειται αναμφισβήτητα στην ιδιοσυγκρασία και στην προσωπικότητά του. Πρέπει να αποδείξει εμπράκτως ότι τα καθήκοντα και οι αρμοδιότητές του εκπληρώνονται υπό καθεστώς ανεξαρτησίας και αμεροληψίας ιδίως όταν το υπόβαθρο χαρακτηρίζεται ως πολιτικό. Είναι στη διακριτική του ευχέρεια να απέχει ή όχι από την ανάληψη δημόσιας τοποθέτησης συναφούς με συγκεκριμένα πολιτικά ζητήματα. Βέβαια πρέπει να σημειωθεί ότι ένας απόλυτα ανεξάρτητος δικαστικός λειτουργός δε σημαίνει απαραίτητα ότι θα είναι αμερόληπτος[25]. Γι αυτό και η ανεξαρτησία θεωρείται καθεστώς, που αφορά στις σχέσεις του δικαστή με άλλους παράγοντες[26], ενώ η αμεροληψία συνιστά αρετή[27], η οποία εκδηλώνεται με την κοινωνική και πολιτική ουδετερότητα[28].
Πρόκειται λοιπόν περισσότερο για ανεξαρτησία πνεύματος ή, όπως υποστηρίζεται[29] χαρακτηριστικά, για «καθήκον αγνωμοσύνης» απέναντι στην κυβερνητική εξουσία που έχει την αρμοδιότητα να επιλέγει. Ένα σημαντικό στοιχείο που μπορεί να καταδείξει εάν υφίσταται πολιτική επιρροή είναι είτε τα διοικητικά καθήκοντα (ανάθεση κρίσιμων υποθέσεων σε κομματικά αρεστούς) είτε η χάραξη συγκεκριμένης γραμμής που μπορεί να διαφανεί και από την ποιότητα της «νομικής» επιχειρηματολογίας συγκεκριμένης δικαστικής απόφασης. Ο πολιτικός χρωματισμός συνδέεται αυτόματα με την αρχή της αμεροληψίας του δικαστικού λειτουργού. Όταν το συγκεκριμένο φαινόμενο παρατηρείται στα ανώτατα κλιμάκια της δικαιοσύνης και λαμβάνοντας υπόψη τις αρμοδιότητες των Προεδρείων των Ανωτάτων Δικαστηρίων, το ζήτημα γίνεται ιδιαίτερα ευαίσθητο.
Το πρόβλημα, ωστόσο, δεν έγκειται τόσο στην πολιτικοποίηση, συνταγματικά προβλεπόμενη, της επιλογής ηγεσίας της δικαιοσύνης από την εκάστοτε κυβέρνηση ή στον αριθμό των θεσμικών παραγόντων που παρεμβαίνουν σε ένα νομικά ευαίσθητο τομέα της δικαιοσύνης όσο στο βαθμό πολιτικοποίησης, στην πιθανότητα επηρεασμού της δικανικής βούλησης και στην ολοκληρωτική απουσία αντικειμενικών και αιτιολογημένων κριτηρίων[30]. Η εν λόγω διαδικασία επιλογής από το Υπουργικό Συμβούλιο δεν αιτιολογείται με έκθεση των στοιχείων και κριτηρίων που ελήφθησαν υπόψη ούτε υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο, όπως περιγράφεται και από το Πρακτικό 2/2010 του Συμβουλίου της Επικρατείας[31]. Η έλλειψη κριτηρίων ενισχύει φυσιολογικά τα επιχειρήματα περί αυθαίρετων και εξολοκλήρου πολιτικών επιλογών. Βέβαια, ορισμένοι[32] δικαιολογούν την παραπάνω κατάσταση επικαλούμενοι τη δημοκρατική νομιμοποίηση που παρέχει το εκάστοτε Υπουργικό Συμβούλιο στους διορισμούς Προέδρων και Αντιπροέδρων και αιωρείται, συνεπώς, η εντύπωση περί εγγυητή της συγκεκριμένης διαδικασίας. Με άλλα λόγια, το Υπουργικό Συμβούλιο μπορεί να αναλάβει την πλήρη πολιτική ευθύνη μιας ιδιαίτερα κρίσιμης επιλογής.
Τίθενται, ωστόσο, ορισμένα ερωτήματα. Η δικαστική ανεξαρτησία έχει ανάγκη από εγγυητή; Εγγυητής δεν είναι το κείμενο του Συντάγματος, αποτέλεσμα της σύνθεσης όλων των πολιτικών δυνάμεων της κοινωνίας; Η διάταξη του άρθρου 87 δε διαδραματίζει ουσιώδη ρόλο; Η άσκηση του ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων, που παρέχεται από το κείμενο του Συντάγματος στον δικαστικό λειτουργό, δεν ισοδυναμεί με δημοκρατική νομιμοποίηση της δικαστικής εξουσίας;
Η κύρια πηγή νομιμοποίησης στα πλαίσια μίας δημοκρατικής κοινωνίας είναι φυσικά η εκλογή. Αναμφισβήτητα, το Υπουργικό Συμβούλιο ως όργανο, του οποίου η σύνθεση έχει προκύψει από τη εκφρασθείσα με διεξαγωγή εκλογών λαϊκή βούληση, είναι δημοκρατικά νομιμοποιημένο να προβεί στη στελέχωση των Προεδρείων των Ανωτάτων Δικαστηρίων. Ωστόσο, στη συγκεκριμένη περίπτωση το επιχείρημα της δημοκρατικής νομιμοποίησης ή της πολιτικής ευθύνης δεν είναι απόλυτα πειστικό διότι η εκφρασθείσα από το εκλογικό σώμα βούληση παρουσιάζεται σε μεγάλο βαθμό αλλοιωμένη και αδρανοποιημένη από τις πιο προσωπικές προθέσεις και πολιτικές φιλοδοξίες (των εκλεγμένων) που θεμελιώνουν τον τρόπο επιλογής της ηγεσίας της δικαιοσύνης. Στην πράξη, η έννοια της πολιτικής ευθύνης παρουσιάζεται πλέον εννοιολογικά διαβρωμένη και παραπέμπει τουλάχιστον έμμεσα στο κομματικό ή πολιτικό κόστος. Ενέχει επιπλέον τον κίνδυνο να αιωρείται το εξής ερώτημα : εφόσον επικαλούμαστε πολιτική ευθύνη στη διαδικασία στελέχωσης των Προεδρείων των Ανωτάτων Δικαστηρίων, μπορεί να γίνει λόγος για πολιτική ερμηνεία της σχετικής συνταγματικής διάταξης (άρ. 90 § 5 Σ); Εξάλλου, η έννοια της δημοκρατικής νομιμοποίησης δεν εξαρτάται μόνο από το όργανο που επιχειρεί την εν λόγω επιλογή, αλλά και από την ίδια τη νομική φύση των δικαστικών λειτουργών ως άμεσων οργάνων του κράτους.
Πώς θα μπορούσαμε επομένως να αποφύγουμε ή τουλάχιστον να περιορίσουμε περιπτώσεις αυθαιρεσίας και κομματικής εύνοιας;Πολλές και ποικίλες προτάσεις (βλ. μεταξύ άλλων υπ’αριθμ. 14/1998 απόφαση[33] της Διοικητικής Ολομέλειας του Αρείου Πάγου στην οποία γίνεται λόγος για επιλογή Αντιπροέδρων από την οικεία Ολομέλεια και επιλογή Προέδρου ΑΠ από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, διευρυμένο εκλεκτορικό σώμα[34] ως ενίσχυση της διαφάνειας και της δημοκρατικής νομιμοποίησης, Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο[35], ευθεία ανάδειξη από την Ολομέλεια του οικείου δικαστηρίου[36]) έχουν κατατεθεί ως προς τη δυνατότητα αλλαγής της διαδικασίας επιλογής Προέδρων και Αντιπροέδρων. Ως συλλογικό όργανο πολιτικά διευρυμένο και αντιπροσωπευτικό της πολιτικής σύνθεσης, η Διάσκεψη των Προέδρων θα μπορούσε να νομιμοποιηθεί περισσότερο από το Υπουργικό Συμβούλιο ως προς τη στελέχωση της κορυφής της δικαιοσύνης με τη σύνταξη νομικά δεσμευτικών γνωμοδοτήσεων. Ως όργανο ευρείας σύνθεσης, θα επρόκειτο για διακομματική αποδοχή Προέδρων και Αντιπροέδρων των Ανωτάτων Δικαστηρίων. Στην προκειμένη περίπτωση, η επιλογή των ανωτάτων δικαστικών δε θα συνιστούσε τουλάχιστον άμεση έκφραση κρατικής ή αμιγώς μονοκομματικής βούλησης.
Σε περίπτωση που δεν καταστεί δυνατή η συνταγματική αναγνώριση του ρόλου της Διάσκεψης των Προέδρων στη συγκεκριμένη περίπτωση μέσω της διαδικασίας της αναθεώρησης της παραγράφου 5 του άρθρου 90 του Συντάγματος, θα ήταν δυνατό να υποστηριχτεί μία εναλλακτική πρόταση : στη θέση του Υπουργού Δικαιοσύνης-εισηγητή στο Υπουργικό Συμβούλιο θα μπορούσε να είναι κάλλιστα πρόσωπο εξωκοινοβουλευτικό με νομική εμπειρία και γνώση της πολιτικής και θεσμικής πρακτικής, το οποίο να μην είναι τουλάχιστον κομματικά ενταγμένο. Αυτό βέβαια επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του εκάστοτε Πρωθυπουργού και στην αντίληψη που φέρει για τους θεσμούς της δικαιοσύνης και γενικότερα της διαφάνειας.
Η στελέχωση των κορυφαίων θέσεων της δικαιοσύνης δεν είναι πρόβλημα πολιτικής και κοινωνικής αφομοίωσης ούτε ζήτημα δημοκρατικής νομιμοποίησης, όπως θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε για την πρόταση εισαγωγής του θεσμού του Συνταγματικού Δικαστηρίου[37] στη συνταγματική έννομη τάξη[38]. Αποτελεί θέμα αμιγώς πολιτικής βούλησης. Σε κάθε περίπτωση και υπό την οπτική της δημοκρατικής αρχής, η ανεξάρτητη δικαστική λειτουργία πρέπει να αποτελεί θεσμικό αντίβαρο απέναντι στο κέντρο εξουσίας συναποτελούμενο από την κυβέρνηση και την κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Στα πλαίσια μιας παγκοσμιοποιημένης κοινωνίας, η δικαστική ανεξαρτησία πρέπει να φαίνεται στα μάτια του κάθε πολίτη ως μία εγγύηση της ελευθερίας, του σεβασμού των ατομικών δικαιωμάτων και της ανιδιοτελούς απονομής της δικαιοσύνης.


[1] Ο Α. Μανιτάκης («Η ατυχής νομοθετική τροποποίηση της διαδικασίας επιλογής των Προεδρείων των Ανωτάτων Δικαστηρίων» in
[8] Βλ. Πρακτικά της Ζ’ Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, Συνεδριάσεις ΡΛΒ’/07.03.2001 και ΡΛΓ’/07.03.2001, σελ. 577.

[9] Π. Παυλόπουλος, Η αναθεώρηση του Συντάγματος. Υπό το πρίσμα της κοινοβουλευτικής εμπειρίας, Εκδοτικός Οίκος Α. Α. ΛΙΒΑΝΗ, 2010, σελ. 306.

[10] J.-L. Autin / F. Sudre, «L’impartialité structurelle du Conseil d’Etat hors de cause ?», RFDA 2007, σελ. 344.

[11] Τον Φεβρουάριο του 2007 το ΠΑΣΟΚ αποχώρησε από τη συζήτηση για την αναθεώρηση του Συντάγματος, καταθέτοντας μάλιστα πρόταση μομφής και ζητώντας την πρόωρη προσφυγή στις κάλπες. Το αποτέλεσμα ήταν το Μάιο του 2008 να περάσουν από την αναγκαία πλειοψηφία των 180 ψήφων και να εγκριθούν μόνον 3 από τις 38 προτάσεις της ΝΔ, με πιο βασική αυτή για τα δάση.

[12] Δ. Τσάτσος, Συνταγματικό Δίκαιο, Τόμος Β’, Οργάνωση και Λειτουργία της Πολιτείας, Έκδοση Β’ Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή, 1993, σελ. 137.

[13] Α. Μανιτάκης, «Η ατυχής νομοθετική τροποποίηση της διαδικασίας επιλογής των Προεδρείων των Ανωτάτων Δικαστηρίων» inwww.constitutionalism.gr.

[14] Γ. Ράλλης, «Οι επιλογές στη Δικαιοσύνη», ΤΟ ΒΗΜΑ, Κυριακή 25 Αυγούστου 1996.

[15] Πολλές φορές δεν ευσταθούν, αλλά η όλη διαδικασία αποβαίνει σε βάρος της δικαιοσύνης. Βλ. Δ. Κυριτσάκη, «Επιλογή ηγεσίας των Ανωτάτων Δικαστηρίων», inΣΥΜΒΟΛΕΣ ΙΙ, Εταιρία Δικαστικών Μελετών, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, 1998, σελ. 20.

[16] Βλ. Πρακτικά Επιτροπής Αναθεώρησης του Συντάγματος, Η’ Αναθεωρητική Βουλή, ΙΒ’ Περίοδος, Σύνοδος Α’, Συνεδρίαση Η’, Τετάρτη 12 Μαρτίου 2008, σελ. 150. Ο Χ. Μαρκογιαννάκης σημειώνει χαρακτηριστικά : «Η εμπειρία του παρελθόντος μας έχει διδάξει ότι η εκτελεστική εξουσία έκανε συνήθως κατάχρηση της ευχέρειας, η οποία της εδίδετο από το Σύνταγμα, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται τεράστια προβλήματα γύρω από την επιλογή της ηγεσίας».

[17] Α. Ράικου, όπ. π., Αθήνα-Κομοτηνή, 1991, σελ. 127.

[18] G. Guglielmi, La faveur et le droit, PUF, 2009, σελ. 404.

[19] Κ. Χρυσόγονος, Η Ιδιωτική Δημοκρατία. Από τις πολιτικές δυναστείες στην κλεπτοκρατία, Εκδόσεις Επίκεντρο, Θεσσαλονίκη, 2009, σελ. 199. Ο συγγραφέας αναφέρεται συγκεκριμένα στην περίπτωση παρέμβασης του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και του προϊσταμένου της Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών στην εισαγγελική έρευνα για το σκάνδαλο της Μονής Βατοπεδίου με αποτέλεσμα την παραίτηση των δύο εισαγγελέων-χειριστών της υπόθεσης από το σώμα.

[20] Χ. Χρυσανθάκης, «Η δικαιοσύνη στο αναθεωρημένο Σύνταγμα 1975/1986/2001», ΝοΒ 2002, σελ. 69 επ. Ο συγγραφέας προτείνει την αποκοπή οποιουδήποτε δεσμού μεταξύ των δύο λειτουργιών, προκειμένου να εξαλειφθεί η δυσπιστία του κάθε πολίτη απέναντι σε φαινόμενα παρέμβασης ή ανάμειξης πολιτικών παραγόντων στο πλαίσιο της δικαιοδοτικής λειτουργίας.

[21] Ευ. Βενιζέλος, όπ. π., Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, 2002, σελ. 328.

[22] ΕΔΔΑ, 28 Ιουνίου 1984, CampbelletFell˙ 25 Φεβρουαρίου 1997, Findlayc/ RoyaumeUni και 4 Σεπτεμβρίου 2001, Sahinerc/ Turquie.

[23] Δ. Ράικος, Δικαστική ανεξαρτησία και αμεροληψία. Πειθαρχικός έλεγχος των δικαστικών λειτουργών για «σφάλματα» της δικανικής κρίσης, Εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα-Θεσσαλονίκη 2008, σελ. 24.

[24] Μ. Σταθόπουλος, «Επιλογή της ηγεσίας και ανεξαρτησία», ΤΟ ΒΗΜΑ, 5 Ιουλίου 2009.

[25] S. Guinchard, G. Montagnier, A. Varinard, T. Debard, όπ. π., Dalloz, 2009, σελ. 213.

[26] Δ. Ράικος, όπ. π., Αθήνα-Θεσσαλονίκη 2008, σελ. 121.

[27] T. Renoux, «La justice dans la Constitution», Les Cahiers du Conseil constitutionnel, no 14/2003, σελ. 99.

[28] Κ. Μπέης, Τα συνταγματικά θεμέλια της δικαστικής προστασίας. Το ελληνικό έλλειμμα κράτους δικαίου, Αθήνα, 1998, σελ. 225.

[29] G. Drago, Contentieux constitutionnel français, PUF, 1998, σελ. 166.

[30] Ν. Κλαμαρής, «Η ανεξαρτησία της δικαιοδοτικής λειτουργίας έναντι επεμβάσεων της εκτελεστικής και της νομοθετικής λειτουργίας», Ελλ.Δικ. 1986, σελ. 23.

[31] ΘΠΔΔ 2010, αρ. τεύχους 24, σελ. 281 επ.

[32] Κ. Γώγος, «Η εφαρμογή των αναθεωρημένων διατάξεων του Συντάγματος για τους δικαστικούς λειτουργούς και την απονομή της δικαιοσύνης. Ένας απολογισμός», in5 χρόνια μετά τη συνταγματική αναθεώρηση του 2001, Επιστημονική επιμέλεια Ξ. Κοντιάδης, Τόμος Β’, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή, 2006, σελ. 742.

[33] Κ. Μαυριάς, Συνταγματικό Δίκαιο, Δεύτερη έκδοση, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, 2002, σελ. 681.

[34] Μ. Σταθόπουλος, «Επιλογή της ηγεσίας και ανεξαρτησία», ΤΟ ΒΗΜΑ, 5 Ιουλίου 2009.

[35] Είναι η διαδικασία που υφίσταται στην ισπανική έννομη τάξη. Βλ. P. Bon, «Indépendants et responsables ? Note sur la situation constitutionnelle des juges espagnols», Les Cahiers du Conseil constitutionnel, no 14/2003, σελ. 126.

[36] Δ. Κυριτσάκη, όπ. π., Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, 1998, σελ. 23.

[37] Βλ. Πρακτικά Επιτροπής Αναθεώρησης του Συντάγματος, Η’ Αναθεωρητική Βουλή, ΙΒ’ Περίοδος, Σύνοδος Α’, Συνεδρίαση Η’, Τετάρτη 12 Μαρτίου 2008, σελ. 151.

[38] Δ. Τσάτσος, Η αναθεώρηση του Συντάγματος, Τέσσερα Κείμενα, Εκδοτικός Οίκος Α. Α. ΛΙΒΑΝΗ, Αθήνα, 2006, σελ. 46. Ο συγγραφέας σημειώνει την ανάγκη δημοκρατικής εκλογής των συνταγματικών δικαστών, καθώς και τη δυσχέρεια εύρεσης προσώπων «κοινής αποδοχής». Σε ό,τι αφορά τη στελέχωση ενός Συνταγματικού Δικαστηρίου, καίριας σημασίας δεν είναι μόνο τα κριτήρια, πολιτικά ή προσωπικά, που υιοθετούνται για το διορισμό των μελών, αλλά και τα όργανα στα οποία ανατίθεται η κρίσιμη αρμοδιότητα της επιλογής. Ο Ευ. Βενιζέλος συστήνει την Ολομέλεια της Βουλής με την αυξημένη πλειοψηφία των 2/3 του όλου αριθμού των βουλευτών. Η δυσκολία επιλογής προσώπων «εγνωσμένου κύρους και ανεξαρτησίας» είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τη νομική φύση, τις αρμοδιότητες ενός μελλοντικού Συνταγματικού Δικαστηρίου και με το γεγονός εάν η ελληνική συνταγματική έννομη τάξη χρειάζεται πράγματι ένα νέο θεσμό ή επαρκεί το υφιστάμενο σύστημα του διάχυτου και παρεμπίπτοντος ελέγχου συνταγματικότητας των νόμων. Βλ. Α. Μανιτάκης, Η ίδρυση Συνταγματικού Δικαστηρίου, Εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, 2008, σελ. 9, Κ. Χρυσόγονος, «Η νέα συνταγματική αναθεώρηση και το ζήτημα της συνταγματικής δικαιοσύνης» in Το Συνταγματικό Δικαστήριο σε ένα σύστημα παρεμπίπτοντος ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων, Επιμέλεια : Α. Μανιτάκης, Α. Φωτιάδου, Εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, 2008, σελ. 63, Ευ. Βενιζέλος, «Η οργάνωση της συνταγματικής δικαιοσύνης» inwww.evenizelosdialogues.gr. Ο Ι. Βαρβιτσιώτης (Η αναγκαία αναθεώρηση. Για ένα Σύγχρονο Σύνταγμα, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή, 2006, σελ. 85 επ.) κάνει λόγο για έντεκα μέλη, από τα οποία τέσσερα ορίζονται από την Κυβέρνηση, τέσσερα από το Κοινοβούλιο, με πλειοψηφία 3/5 του συνολικού αριθμού των Βουλευτών, και ανά ένας από την Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας, του Αρείου Πάγου και του Ελεγκτικού Συνεδρίου.

Συμπόσιο Βόλου – ΕΙΣΗΓΗΣΕΙΣ

Καταχώρηση: 21-03-2011     Κατηγορία: Uncategorized    

Οικονομική κρίση: μία νέα θεώρηση του ρόλου του Κράτους και του οικονομικού Συντάγματος;

Δήμητρα Δ. Καββαδά - Μιχαήλ Χ. Οικονόμου
  1. Εισαγωγή – Το «εξαιρετικό» δίκαιο της οικονομικής κρίσης
Η οικονομική κρίση εμφανίζεται συχνά με την μορφή μιας ξαφνικής και έντονης απορρύθμισης. Σηματοδοτεί ένα ρήγμα με την προγενέστερη κατάσταση, την υπεροχή της ανακολουθίας και του παράτυπου. Εκφράζει τον προβληματισμό και την αναστάτωση μίας έννομης τάξης, η οποία μέχρι πρότινος ήταν ειρηνική. Η κρίση μερικές φορές παρουσιάζεται ως μία στιγμή «ανομίας», αναστολής ισχύος των κανόνων που διασφαλίζουν υπό κανονικές συνθήκες την αρμονία της καθημερινότητας. Οι κανόνες της κοινωνικής συνοχής υποχωρούν μπροστά στην αίσθηση μίας ανώτερης αναγκαιότητας, ενός επαπειλούμενου κινδύνου που αναγκάζει το Κράτος να αποκαταστήσει επειγόντως την διαταραχθείσα σταθερότητα. Απέναντι στην δεσμευτικότητα του δικαίου, η δημόσια εξουσία αντιτείνει την αναγκαιότητα ασυνήθιστων μέτρων. Κατά την επίμαχη περίοδο, η κρίση είναι γενεσιουργό αίτιο αντιπαράθεσης, καθώς το δημόσιο συμφέρον απαιτεί τον παραμερισμό της κείμενης νομοθεσίας. Οι περιστάσεις, δηλαδή η υπάρχουσα πραγματικότητα, και όχι ο νόμος, επιβάλλει την παραβίαση της νομιμότητας στο όνομα ανώτερων σκοπών. Η τελευταία αποτελεί την πηγή μίας πράξης εξουσίας, της οποίας η θεμελίωση δεν αποτιμάται, σε τελική ανάλυση, παρά μόνο ενόψει των αποτελεσμάτων της, δηλαδή την αποκατάσταση της ομαλότητας. Είναι ωστόσο αδύνατο να εκτιμηθεί η αποτελεσματικότητα των μέτρων που τίθενται σε εφαρμογή, ακόμα και αναδρομικώς: η διαπίστωση της αναγκαιότητας δεν είναι τίποτα άλλο παρά ένα γεγονός που δικαιολογεί την προσβολή του κανόνα δικαίου, χωρίς να εξηγείται γιατί ο τελευταίος έπρεπε να παραμεριστεί[i].
Η οικονομική κρίση συνδέεται με μία κατάσταση ανάγκης η οποία είναι έμφυτη σε κάθε έννομη τάξη και η οποία εισάγεται στους διάφορους νομικούς κλάδους από την στιγμή κατά την οποία αρχίζει να υφίσταται ένα σύστημα κανόνων. Αν και εμφανίζεται υπό ποικίλες μορφές –π.χ. η κατάσταση ανάγκης του ποινικού δικαίου, ή ακόμα η θεωρία της ανωτέρας βίας του αστικού δικαίου – η κατάσταση ανάγκης φαίνεται καταρχήν να μην έχει καμία θέση στο δίκαιο της αγοράς, κυρίως διότι αντίκειται στην έννοια της αυτόματης προσαρμογής ή της ισορροπίας που χαρακτηρίζει την λειτουργία της αγοράς. Βέβαια, η οικονομική κρίση επιφέρει μία παράλυση των μηχανισμών που διασφαλίζουν υπό κανονικές συνθήκες την συνεχή λειτουργία του συστήματος των συναλλαγών. Όμως, θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι αυτή η απορρύθμιση των συμφερόντων δεν μπορεί να ξεπεραστεί με φυσικό τρόπο. Ο Hayek για παράδειγμα θεωρεί ότι από την στιγμή που «η κρίση λαμβάνει χώρα, δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα για να βγούμε από αυτή πριν φτάσει το φυσικό της τέλος»[ii]. Σε αυτή την περίπτωση, η ανάγκη αναστολής της εφαρμογής των κανόνων δικαίου που καθορίζουν την ελεύθερη λειτουργία των αγορών είναι μία αυταπάτη, διότι ουσιαστικά η δυσλειτουργία της αγοράς είναι παροδική.
Η θεώρηση κατά τα ανωτέρω της οικονομικής ή δημοσιονομικής κρίσης ως ενός κατά κύριο λόγο φυσικού φαινομένου, με ουδέτερες συνέπειες εκφράζει έναν «ουτοπικό φιλελευθερισμό», του οποίου η εφαρμογή προϋποθέτει αναγκαστικά την απόρριψη της πολιτικής και του Κράτους. Ωστόσο, αυτή η απομόνωση της αγοράς από το Κράτος είναι εικονική και δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα της οικονομίας. Αυτός ο τύπος κρίσης δεν είναι παρά ένα φαινόμενο που ξεπερνά την οικονομική σφαίρα και απαιτεί την υπευθυνότητα του Κράτους για να τεθεί τέλος στην διατάραξη της ισορροπίας των συμφερόντων, παρά τον παροδικό της χαρακτήρα. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, «η κρίση είναι βασικά ένα πολιτικό πρόβλημα και δεν αποτελεί μόνο ένα πρόβλημα προστασίας του καταναλωτή, δηλαδή αξιολόγησης και διαχείρισης του κινδύνου. Οι κρίσεις αποδεικνύουν ότι ο κίνδυνος είναι κυρίως πολιτικού χαρακτήρα». Η κρίση είναι στην πραγματικότητα κάτι παραπάνω από τον κλονισμό της εμπιστοσύνης στις οικονομικές συναλλαγές ή την διατάραξη της λειτουργίας ενός τομέα δραστηριότητας –π.χ. των τραπεζών – όπου η παρουσία εξωτερικών παραγόντων επιβάλλει, ακόμα και υπό κανονικές συνθήκες, την παρέμβαση της δημόσιας εξουσίας, παραδείγματος χάριν μέσω της θέσπισης κανόνων για την οργάνωση των ενδοτραπεζικών συναλλαγών. Υπό αυτές τις συνθήκες, η δημοσιονομική κρίση αποτελεί μια πραγματική έκκληση για το Κράτος, το οποίο έχει την ευθύνη να αποκαταστήσει, μέσω της λήψης δημοσιονομικών και διαρθρωτικών μέτρων, την σταθερότητα του συστήματος χρηματοδότησης της οικονομίας[iii].
Η παρούσα εισήγηση έχει ως σκοπό την προσέγγιση των νομικών ζητημάτων που ανακύπτουν από την εφαρμογή του «Μνημονίου» (ν. 3845/2010)[iv] στην ελληνική έννομη τάξη στο πεδίο κυρίως του οικονομικού Συντάγματος, ενώ παράλληλα θα αναλυθεί και ο νέος πλέον ρόλος του εθνικού Κράτους στην αντιμετώπιση της οικονομικής κρίσεως και των συνεπειών της.
2. Μία γενική επισκόπηση του Οικονομικού Συντάγματος σε κοινοτικό επίπεδο
Ο όρος οικονομικό σύνταγμα [v] (Wirtschaftsverfassung) μπορεί να εκληφθεί με ουδέτερο τρόπο ως συνώνυμος του όρου οικονομική τάξη, των βασικών δηλαδή αρχών και κανόνων λειτουργίας που διέπουν την οικονομική διαδικασία. Ωστόσο, από την εποχή του μεσοπολέμου στην Γερμανία έχει συνδεθεί με μια συγκεκριμένη θεώρηση του δικαίου, της οικονομίας και των μεταξύ τους σχέσεων, σύμφωνα με την οποία η οικονομική ελευθερία δεν μπορεί να εξασφαλισθεί παρά σε μια φιλελεύθερη τάξη, οι βασικοί κανόνες της οποίας αποτυπώνονται σε νομικούς κανόνες και εντάσσονται στην έννομη τάξη ως μέρος του ουσιαστικού συντάγματος. Το οικονομικό σύνταγμα ανταποκρίνεται σε μια θεμελιώδη και συνολική απόφαση της πολιτικής κοινότητας που ισχύει ως κανόνας δικαίου και ορίζει το πρότυπο και τις αρχές λειτουργίας της οικονομικής διαδικασίας σε σχέση μάλιστα με το καίριο πρόβλημα των μορφών και των ορίων των κρατικών παρεμβάσεων στην λειτουργία της αγοράς. Ανεξαρτήτως του εάν ακολουθεί κανείς τις φιλελεύθερες παραδοχές της σχολής του Ordoliberalismus, είναι σαφές ότι η θεωρία περί οικονομικού συντάγματος, στο μέτρο που εγγράφει τα προβλήματα της οικονομίας στην γλώσσα του δικαίου, ξεφεύγει από το συγκεκριμένο ιστορικό της πλαίσιο και θέτει εμφατικά το ζήτημα των σχέσεων δικαίου και οικονομίας, κράτους και αγοράς, ρυθμίσεως και οικονομικής ελευθερίας, με τρόπο πάντοτε επίκαιρο για την νομική επιστήμη, εν όψει μάλιστα της διαδικασίας οικονομικής ενοποιήσεως στην οποία συμμετέχουν τα 15 κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Στο ευρωπαϊκό επίπεδο τίθενται ειδικότερα δύο κύρια και στενά συνδεόμενα ζητήματα. Αφενός μεν ανακύπτει το ερώτημα, εάν οι κανόνες των ιδρυτικών Συνθηκών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας επιβάλλουν ένα συγκεκριμένο οικονομικό πρότυπο στα κράτη μέλη, και δη αυτό της αγοραίας οικονομίας, με συνακόλουθο περιορισμό των μέσων οικονομικής πολιτικής που μπορούν να εφαρμοσθούν σε εθνικό επίπεδο. Αφετέρου δε ερευνάται, εάν τα κοινοτικά όργανα υπόκεινται, από την πλευρά τους, σε ανάλογους περιορισμούς σε ό, τι αφορά τα μέτρα οικονομικής πολιτικής στο επίπεδο της Ένωσης.
Από την άποψη του δικαστικού ελέγχου που μπορεί να ασκήσει το ΔΕΕ, πρέπει ωστόσο να υπογραμμισθεί ότι δεν αρκεί απλώς η αναζήτηση του οικονομικού προτύπου που απορρέει από τους κανόνες των ιδρυτικών Συνθηκών, αλλά απαιτείται ακόμη να εξετασθεί κατά πόσον είναι δυνατόν να συναχθούν από τους ίδιους κανόνες και την οικονομία των Συνθηκών αρχές και ερμηνευτικά κριτήρια επί τη βάσει των οποίων να μπορούν να λυθούν διαφορές σχετικά με τις παρεμβάσεις των δημόσιων αρχών στην οικονομία. Στο πλαίσιο της προβληματικής του οικονομικού συντάγματος θα πρέπει έτσι να διακρίνουμε μεταξύ: α) του οικονομικού προτύπου που θέτουν οι Συνθήκες, ενδεχομένως και αρνητικά, δια του αποκλεισμού κάθε αυστηρού προτύπου, β) των δυνατοτήτων δικαστικού ελέγχου της δράσης του νομοθέτη επί τη βάσει συνταγματικών αρχών και γ) των πρακτικών περιορισμών που συνεπάγεται για τον εθνικό νομοθέτη η πρόοδος και το “σωρευτικό αποτέλεσμα” της διαδικασίας οικονομικής ενοποιήσεως.
Οι θεωρητικές διχογνωμίες σχετικά με την μορφή του οικονομικού προτύπου των ιδρυτικών Συνθηκών οδηγούν σε διαφορετικές αντιλήψεις περί κοινοτικού οικονομικού συντάγματος[vi], οι οποίες, με την σειρά τους, σηματοδοτούν διαφορετικούς ρόλους του κοινοτικού δικαστή, όχι μόνο σε ό, τι αφορά τον βαθμό ελέγχου της δράσης του νομοθέτη, αλλά και γενικότερα σχετικά με την συμβολή της κοινοτικής δικαιοσύνης στην οριστική αποτύπωση του οικονομικού προτύπου της Ευρωπαϊκής Κοινότητας.
Μπορεί κανείς να αντιπαραβάλει σε αυτό το σημείο δύο βασικές θεωρητικές θέσεις. Από την μία πλευρά, η σχολή του Ordoliberalismus, ως κυριότερη τάση των φιλελεύθερων θεωρήσεων, πρεσβεύει ότι οι ιδρυτικές Συνθήκες καθιερώνουν και σε τελευταία ανάλυση δεν νομιμοποιούνται παρά μόνο στην βάση του προτύπου της αγοραίας οικονομίας, το οποίο επιτρέπει δημόσιες παρεμβάσεις αποκλειστικά στην προοπτική των διορθώσεων οριακών δυσλειτουργιών της αγοράς.
Σύμφωνα με την αρχική σύλληψη του Ordoliberalismus, το οικονομικό σύνταγμα καθιερώνει πρωταρχικά μία αποκεντρωμένη οικονομική τάξη ιδιωτικού δικαίου (Privatrechtsordnung), που βασίζεται στην ιδιωτική αυτονομία και την ελευθερία των συναλλαγών (Verkehrswirtschaft) και εξουσιοδοτεί τα οικονομικά υποκείμενα με την αναγκαία (συμβατική) εξουσία για να εφαρμόσουν και να συντονίσουν την δράση τους στο πλαίσιο του μηχανισμού της αγοράς και μέσω του συστήματος τιμών[vii]. Παράλληλα με την θεσμοποίηση και την νομική επένδυση του πλαισίου λειτουργίας της αγοραίας οικονομίας, το οικονομικό σύνταγμα οφείλει να εξασφαλίζει, ως δεύτερη συνιστώσα, την λειτουργία ενός συστήματος ανόθευτου ανταγωνισμού, προβλέποντας κανόνες που περιορίζουν ή και απαγορεύουν τις αντιανταγωνιστικές συμπράξεις (cartels) και την δημιουργία μονοπωλίων στην αγορά, των οποίων η εφαρμογή ανατίθεται σε μία ανεξάρτητη αρχή ανταγωνισμού. Πέραν των δύο αυτών θεμελιωδών λειτουργιών, της δημιουργίας δηλαδή του απαραίτητου νομικού πλαισίου της οικονομίας της αγοράς και της επιβολής των κανόνων ανταγωνισμού, ο νομοθέτης και η διοίκηση οφείλουν να αποφεύγουν σε κάθε περίπτωση ad hoc παρεμβάσεις, οι οποίες τείνουν, κατά κανόνα, να ευνοήσουν ορισμένες κοινωνικό-επαγγελματικές ομάδες εις βάρος άλλων. Σύμφωνα με την ίδια θεώρηση, το γενικό συμφέρον θα πρέπει να προωθείται μέσω της ομαλής λειτουργίας της αγοράς και στο πλαίσιο των κανόνων του ανταγωνισμού, ενώ κάθε αντίθετη νομοθετική παρέμβαση συνιστά προσβολή της νομικά κατοχυρωμένης οικονομικής ελευθερίας των ιδιωτών, η οποία προστατεύεται από τα δικαστήρια βάσει της αρχής του κράτους δικαίου.
Από την πλευρά του, ο κοινοτικός δικαστής επιφορτίζεται, κατά πρώτο λόγο, με την προστασία των δικαιωμάτων των οικονομικών υποκειμένων, όπως κατοχυρώνονται από τις διατάξεις της Συνθήκης της Ρώμης περί θεμελιωδών ελευθεριών. Παράλληλα, το ΔΕΕ οφείλει να ελέγχει την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού από την Επιτροπή, κυρίως όμως θα πρέπει να μεριμνά έτσι ώστε η άσκηση των ρυθμιστικών αρμοδιοτήτων των κοινοτικών οργάνων να μην υπερβαίνει το προαναφερθέν πλαίσιο της εξαλείψεως εμποδίων και στρεβλώσεων του ανταγωνισμού και να μην παρακωλύεται, μέσω ad hoc παρεμβάσεων, η ομαλή λειτουργία των κανόνων της αγοράς εντός της Κοινότητας.
Στις αμιγώς φιλελεύθερες παραδοχές και επιλογές του Ordoliberalismus αντιτάσσεται από σειρά συγγραφέων μια πιο πραγματιστική θεώρηση, σύμφωνα με την οποία η λειτουργία του μηχανισμού της αγοράς δεν αρκεί για να θεμελιώσει και να εξηγήσει επαρκώς πληθώρα στοιχείων της ενοποιητικής διαδικασίας, όπως συνάγονται από τις ιδρυτικές Συνθήκες, τόσο στην αρχική τους μορφή όσο και ύστερα από τις τροποποιήσεις που επέφεραν η Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη, η Συνθήκη του Μάαστριχτ και η Συνθήκη του Άμστερνταμ. Εντελώς ενδεικτικά, η λειτουργία εξαρχής της κοινής αγροτικής πολιτικής και η μετέπειτα πρόβλεψη πολιτικών οικονομικής και κοινωνικής συνοχής, προωθήσεως της συνεργασίας στον βιομηχανικό τομέα, ενθαρρύνσεως της έρευνας και της τεχνολογικής αναπτύξεως και συντονισμού των δημοσίων επενδύσεων με την μορφή διευρωπαϊκών δικτύων καταδεικνύουν ότι η δράση των κοινοτικών οργάνων δεν περιορίζεται στην νομική και θεσμική πλαισίωση της οικονομίας της αγοράς και την προώθηση της οικονομικής αποτελεσματικότητας αποκλειστικά μέσω των κανόνων ανταγωνισμού. Παρότι οι κανόνες σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία και τον ανταγωνισμό περιέχουν μια οικονομική μεθοδολογία μεταβάσεως προς την κοινή αγορά, η αρχή της οικονομίας της ανοικτής αγοράς με ελεύθερο ανταγωνισμό, όπως καθιερώνεται από την Συνθήκη του Μάαστριχτ[viii], δεν επιβάλλει ένα αυστηρό και πλήρως καθορισμένο οικονομικό πρότυπο λειτουργίας της ενιαίας πλέον αγοράς, υπό την έννοια ότι οι ιδρυτικές Συνθήκες δεν αντιτίθενται σε παρεμβάσεις των δημόσιων αρχών για λόγους που δεν περιορίζονται στην στήριξη των μηχανισμών της αγοράς, αλλά μπορούν κάλλιστα να θεμελιώσουν λειτουργίες μίας μεικτής οικονομίας (π.χ. αναδιανεμητική πολιτική, ή ακόμη προστασία δημοσίων αγαθών, όπως το περιβάλλον και η υγεία, με μέτρα που περιορίζουν τον ανταγωνισμό). Με την αντίληψη περί του ανοικτού χαρακτήρα του οικονομικού προτύπου των Συνθηκών δεν αμφισβητείται καταρχήν ότι το κοινοτικό οικονομικό σύνταγμα λαμβάνει ως αφετηρία το σύστημα της οικονομίας της αγοράς, ο συλλογισμός προχωρεί όμως ένα βήμα περαιτέρω και δέχεται ότι οι διατάξεις της Συνθήκης με τις ασάφειες και τις αντινομίες μεταξύ διαφορετικών επιμέρους στόχων και κοινοτικών πολιτικών αφήνουν στην πραγματικότητα ανοικτή την οριστική διαμόρφωση του οικονομικού προτύπου της Κοινότητας[ix].
Υπ’ αυτή την θεώρηση, ο ρόλος του δικαστή εμφανίζεται εκ πρώτης όψεως περιορισμένης εμβέλειας, δεδομένου ότι υπογραμμίζεται η ευρεία διακριτική ευχέρεια του νομοθέτη για την λήψη μέτρων οικονομικής πολιτικής μετά από συνολική αξιολόγηση και στάθμιση των συγκρουόμενων συμφερόντων, ενώ το ΔΕΕ περιορίζεται καταρχήν στον έλεγχο προφανώς εσφαλμένων εκτιμήσεων (erreur manifesté d’ appréciation) και υπερβάσεων των ακραίων ορίων της διακριτικής ευχέρειας των κοινοτικών οργάνων[x]. Από την άλλη πλευρά όμως, δεν παύει να τονίζεται η σημασία της νομολογίας του ΔΕΕ σχετικά με την έκταση των απαγορεύσεων που απευθύνονται στα κράτη μέλη από τις διατάξεις των Συνθηκών περί ελεύθερης κυκλοφορίας. Επιπλέον, αξίζει να σημειωθεί ότι η αναγνώριση των ασαφειών και των (απλώς φαινομενικών;) αντινομιών των διατάξεων των Συνθηκών που προβλέπουν τους γενικούς σκοπούς και τους κανόνες λειτουργίας και τις πολιτικές της Ευρωπαϊκής Κοινότητας καταλείπουν στην πραγματικότητα πολύ ευρύτερα ερμηνευτικά περιθώρια στο ΔΕΕ απ’ ό,τι η αντίληψη περί επιβολής ενός αυστηρού φιλελεύθερου προτύπου.
Η σύντομη αυτή επισκόπηση των κυριότερων αντιλήψεων περί του οικονομικού συντάγματος της Κοινότητας μας επιτρέπουν να προσεγγίσουμε και να συλλάβουμε στην ορθή του προοπτική τον κεντρικό άξονα της προβληματικής. Δεν αμφισβητείται έτσι πλέον σοβαρά ότι η ευρωπαϊκή ενοποίηση, όπως προωθείται από τους κοινοτικούς θεσμούς και μηχανισμούς, βασίζεται σε μια λογική ενοποιήσεως των εθνικών αγορών σε έναν ενιαίο οικονομικό χώρο, που λειτουργεί καταρχήν με βάση το σύστημα της αγοράς και με κανόνες που αποβλέπουν στην ανάπτυξη των ενδοκοινοτικών συναλλαγών και την επιβολή όρων ανόθευτου ανταγωνισμού. Σε αυτό το πλαίσιο, το ζητούμενο όμως παραμένει και συνίσταται στην αναζήτηση των νομικών ορίων στα οποία υπόκεινται οι παρεμβάσεις των δημόσιων αρχών στην λειτουργία της αγοράς, είτε σε εθνικό είτε σε κοινοτικό επίπεδο. Το ΔΕΕ ως συνταγματικό δικαστήριο της κοινοτικής έννομης τάξης επιφορτίζεται με την κρίση διαφορών που αφορούν στα όρια ασκήσεως της δημόσιας εξουσίας και την ερμηνεία σε τελευταίο βαθμό των διατάξεων της Συνθήκης και γενικών αρχών που συνθέτουν το οικονομικό πρότυπο της Ευρωπαϊκής Κοινότητας. Η ερμηνευτική (ανα)συγκρότηση του συντακτικού οικονομικού προτύπου από το ΔΕΕ συμπλέκεται όμως αναγκαία με την εξουσία που αναγνωρίζεται πρωταρχικά στα νομοθετικά όργανα να καθορίζουν το συγκεκριμένο περιεχόμενο της οικονομικής πολιτικής και να προβαίνουν στις αναγκαίες αξιολογήσεις και σταθμίσεις συμφερόντων.
3. Το οικονομικό σύνταγμα σε εθνικό επίπεδο – Το ελληνικό οικονομικό Σύνταγμα
[xi] Το οικονομικό Σύνταγμα, όπως διαμορφώθηκε αρχικά από την γερμανική θεωρία και συστηματοποιήθηκε από τον J.W. Hedemann, προσδιορίζει, στο πεδίο δράσης του εθνικού κράτους, τις θεμελιώδεις συνταγματικές διατάξεις που προσδιορίζουν και διέπουν το οικονομικό σύστημα μιας χώρας και ιδίως τις σχέσεις κράτους, αγοράς και πολίτη ως φορέα οικονομικής δραστηριότητας και κοινωνικών δικαιωμάτων. Στο πλαίσιο του συγκερασμού της φιλελεύθερης και της κοινωνικής αρχής, ο κοινός νομοθέτης είναι ελεύθερος να καθορίζει την οικονομική πολιτική εντός των ορίων του συστήματος της ελευθερίας της αγοράς, με σεβασμό όμως στις κοινωνικές προτεραιότητες που απορρέουν από την αρχή του κοινωνικού κράτους.
Στην ελληνική έννομη τάξη, το οικονομικό σύνταγμα προσδιορίζεται από τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 1 και 17 (προστασία της οικονοµικής ελευθερίας και της ιδιοκτησίας), ως προς την καθιέρωση της
παραδοσιακής καπιταλιστικής οικονοµίας της αγοράς και των συναφών µε αυτή ελευθεριών, και αφ’ ετέρου από τις διατάξεις των άρθρων 21, 22, 25 παρ.
1, 2 και 4, 106 και 17 παρ. 1 του Συντάγματος. Με τις τελευταίες τούτες ρυθμίσεις αφ’ ενός προσδόθηκε λειτουργικός χαρακτήρας στα δικαιώµατα της ιδιοκτησίας και της οικονομικής ελευθερίας και αναγνωρίσθηκε ο παρεµβατικός, ρυθμιστικός ρόλος της πολιτείας, µε τη ρητή καθιέρωση της αρχής του κοινω-
νικού κράτους. Αφετέρου ανήχθησαν σε συνταγµατικούς σκοπούς η οικο-
νοµική ανάπτυξη – υποταγµένη όµως στην υπηρεσία της ανθρώπινης αξίας- η
κοινωνική δικαιοσύνη και αλληλεγγύη, αλλά και τα θεμελιώδη κοινωνικά δικαιώματα[xii].Το οικονοµικό σύστηµα που προστατεύεται έτσι είναι, κατά τον αναλυτικό χαρακτηρισµό του Α. Τάχου, ένα οικονοµικό καθεστώς: α) φιλελεύθερο- αστικό, β) κεφαλαιοκρατικό, γ) ταξικό και δ) επεμβατικό. Στο ίδιο μήκος κύματος ο Κουκιάδης κάνει λόγο για «σύστημα ημικοινωνικοποιημένης οικονομίας με ευρύτατες δυνατότητες εξέλιξης». Από συνταγματική άποψη αυτό σημαίνει ότι ναι µεν το καπιταλιστικό σύστηµα της ελεύθερης αγοράς δεν επι-
τρέπεται να καταργηθεί υπέρ ενός άλλου τρόπου κοινωνικής οργάνωσης,
αλλά και ότι ο κρατικός παρεμβατισμός είναι όχι απλώς επιτρεπτός αλλά και επιβεβλημένος.
Δεδομένου δε ότι η συνταγματική προστασία λειτουργεί ως αντικειμενικό
δίκαιο, καλύπτοντας όχι µόνον τα άτοµα ως υποκείμενα της οικονομικής ζωής
αλλά συνολικά το καθεστώς της λεγόμενης «ελεύθερης οικονομίας», προσλαμβάνει χαρακτηριστικά οιονεί θεσμικής εγγύησης: το κράτος δεν βαρύνεται πλέον μόνο με την αρνητική υποχρέωση να μην θίγει τη συγκεκριμένη σφαίρα ελευθερίας των προσώπων, αλλά και με τη θετική να διαφυλάσσει τους όρους ομαλής λειτουργίας της αγοράς[xiii]. Επομένως, μπορεί βάσιμα να υποστηριχθεί ότι η αρχή του κοινωνικού κράτους συμπίπτει με την αρχή της νομιμότητας στις οικονομικές έννομες σχέσεις.
Περαιτέρω, η αρχή του κοινωνικού κράτους δεσμεύει την δημόσια εξουσία, κυρίως την νομοθετική, αλλά και την δικαστική και την εκτελεστική, προς την κατεύθυνση της πραγμάτωσης της πληρέστερης δυνατής κοινωνικής προστασίας. Έτσι, οι γενικοί στόχοι της κοινωνικής πολιτικής ανυψώνονται σε συνταγματικό επίπεδο, για να εξειδικευθούν στη συνέχεια στα επιμέρους συνταγματικά κοινωνικά δικαιώματα. Χωρίς να σημαίνει αυτό ότι παγιώνεται συνταγματικά ένα «απόλυτο κοινωνικό κεκτημένο», η αρχή απλώς δεσμεύει το νομοθέτη να μην θίγει τον πυρήνα των κοινωνικών δικαιωμάτων που έχει ήδη αναγνωρίσει, αν και παραμένει ελεύθερος να τα ρυθμίσει σε διαφορετική κατεύθυνση.
4. Ο επαναπροσδιορισμός του ελληνικού οικονομικού συντάγματος από το κοινοτικό δίκαιο και την οικονομική κρίση
Μετά την ένταξή μας στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες, το ελληνικό οικονομικό σύνταγμα επαναπροσδιορίζεται από το οικονομικό σύνταγμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το οποίο, όπως προκύπτει και από την ανάλυση που προηγήθηκε στην προηγούμενη ενότητα, είναι ουσιωδώς διαφορετικό, γιατί δεν περιλαμβάνει την κοινωνική αρχή. Το τελευταίο έχει εύστοχα χαρακτηριστεί ως «μία τεχνική διακυβέρνησης του φιλελευθερισμού»[xiv], που στοχεύει, κυρίως, στην καθιέρωση «θεσμικών εγγυήσεων για ανοιχτές αγορές»[xv]. Ο επαναπροσδιορισμός αυτός δεν επέρχεται μόνο από την άμεση εφαρμογή των ρυθμίσεων του κοινοτικού δικαίου στην ελληνική έννομη τάξη, αλλά και από μία νέα ανάγνωση των εθνικών συνταγματικών κανόνων υπό το φως του κοινοτικού δικαίου και ιδίως των αρχών του ανταγωνισμού στην οποία προβαίνει ο εθνικός δικαστής. Πράγματι, ήδη διαπιστώνεται στην νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας μια τάση μεγαλύτερου ελέγχου του κρατικού παρεμβατισμού, απ’ ό, τι στην παλαιότερη νομολογία[xvi]. Εξάλλου, φαίνεται λογική η διαφοροποίηση του περιεχομένου του κοινοτικού οικονομικού συντάγματος, διότι το τελευταίο δεν διαμορφώθηκε στη βάση συνταγματικών διατάξεων και αρχών, αλλά μία οικονομικής ενώσεως που εξαρχής λειτουργούσε και συνεχίζει να λειτουργεί στη βάση των αρχών της κοινής εσωτερικής αγοράς και του ανταγωνισμού. Περαιτέρω, η επιρροή του κοινοτικού δικαίου συνδυάζεται με την γενικότερη τάση που επικρατεί, στο πλαίσιο της παγκοσμιοποίησης, για την επιστροφή στον αυτορυθμιστικό ρόλο της αγοράς και τον περιορισμό των κρατικών παρεμβάσεων στην οικονομία.
Ως απόρροια των ανωτέρω, παρουσιάζεται μία σχετική αποδυνάμωση του Κράτους – έθνους, η οποία ωστόσο δεν σημαίνει ούτε πλήρη υπέρβασή του, ούτε αποδιοργάνωσή του. Αντίθετα, το εθνικό κράτος διατηρεί την βασική υπευθυνότητα για την οργάνωση των κοινωνικών σχέσεων, π.χ. σε τομείς όπως η κοινωνική πολιτική και οι συλλογικές διαπραγματεύσεις, αλλά και για τους βασικούς διορθωτικούς χειρισμούς για την αντιμετώπιση των οικονομικών κρίσεων και την εσωτερική αναδιάρθρωση της οικονομίας.
Στο σημείο όμως αυτό τίθεται ένα βασικό ερώτημα: διατηρεί στην πραγματικότητα το κράτος την πρωτοβουλία να προβαίνει σε οικονομικούς χειρισμούς και στην λήψη σχετικών επιτελικών αποφάσεων ακόμα και υπό αυτά τα δεδομένα; Και αν ναι ο ρόλος του αυτός εξακολουθεί να είναι ενεργός στο πλαίσιο μίας οικονομικής κρίσης; Η απάντηση στα ερωτήματα αυτά προϋποθέτει την προηγούμενη εξέταση του ζητήματος της νομικής θέσης του κράτους ως μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ειδικότερα της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης (ΟΝΕ) και του ζητήματος κατά πόσον και σε ποιο βαθμό διατηρεί ακόμα κάποιες αρμοδιότητες κατά την άσκηση οικονομικής πολιτικής.
5. ΟΝΕ και Σύμφωνο Σταθερότητας και ανάπτυξης: ένα πρώτος περιορισμός των αρμοδιοτήτων του κράτους κατά την άσκηση δημοσιονομικής και νομισματικής πολιτικής
Την 1η Ιανουαρίου 1999 ολοκληρώθηκε το τρίτο και τελευταίο στάδιο της ΟΝΕ, όπως είχε ήδη προαναγγελθεί με την Συνθήκη του Μάαστριχτ (1992). Το τρίτο αυτό στάδιο σηματοδοτεί την πραγματική έναρξη της ΟΝΕ, η οποία πραγματοποιείται με τον αμετάκλητο καθορισμό των συναλλαγματικών ισοτιμιών των νομισμάτων των αρχικά 11 κρατών μελών της ευρωζώνης, την αντικατάσταση των εθνικών νομισμάτων από ενιαίο νόμισμα, το ευρώ και την άσκηση ενιαίας νομισματικής πολιτικής υπό την ευθύνη της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Τον Ιούλιο του 2000, το Συμβούλιο της ΕΕ διαπίστωσε ότι και η Ελλάδα πληρούσε τα κριτήρια σύγκλισης και μπορούσε επομένως να υιοθετήσει το ενιαίο νόμισμα.
Η ΟΝΕ έχει συγκεκριµένο περιεχόµενο και κινείται στη βάση προκαθορισµένων συντονιστικών και συγκεντρωτικών διαδικασιών. Σε επίπεδο νοµισµατικής πολιτικής, µε την έναρξη της λειτουργίας της ΟΝΕ, «οι εθνικές κεντρικές τράπεζες και οι εθνικές κυβερνήσεις παραιτούνται της δυνατότητας τους για άσκηση αυτόνοµης νοµισµατικής και συναλλαγµατικής πολιτικής. Χάνουν στην ουσία δυο εργαλεία µακροοικονοµικής ρύθµισης και παρέµβασης στη διαµόρφωση οικονοµικών συνθηκών και αντιµετώπισης οικονοµικών κρίσεων των χωρών τους. Η άσκηση κοινής νοµισµατικής και συναλλαγµατικής πολιτικής, η διαχείριση των συναλλαγµατικών διαθέσιµων και η εξασφάλιση της οµαλής λειτουργίας των συστηµάτων πληρωµών στη ζώνη του ευρώ πέρασε στον έλεγχο της κεντρικής ευρωπαικής νοµισµατικής αρχής, δηλαδή του ΕΣΚΤ. Η νοµισµατική πολιτική στη ζώνη του ευρώ αποφασίζεται πλέον από την ΕΚΤ και εφαρµόζεται από την ίδια σε συνεργασία µε τις εθνικές κεντρικές τράπεζες»[xvii]. Στην πράξη αυτό σηµαίνει ότι µια χώρα που εντάσσεται στην ΟΝΕ δεν µπορεί πλέον να αλλάξει την ισοτιµία του νοµίσµατος της µε ηθεληµένες υποτιµήσεις ή ανατιµήσεις. Της απαγορεύεται, επίσης, να καθορίζει την ποσότητα του νοµίσµατος που βρίσκεται σε κυκλοφορία. Η νοµισµατική και η συναλλαγµατική πολιτική δεν σχεδιάζονται πλέον µε βάση τις εθνικές ιδιαιτερότητες αλλά τις πανευρωπαϊκές ανάγκες.
Σε επίπεδο δηµοσιονοµικής πολιτικής, µε την θεσµοθέτηση του Συµφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης, περιορίζεται σηµαντικά η αυτονοµία στην άσκηση της δηµοσιονοµικής πολιτικής «τα κράτη µέλη δεσµεύονται να τηρούν τον µεσοπρόθεσµο στόχο για µια ισοσκελισµένη ήπλεονασµατική δηµοσιονοµική κατάσταση που θα προβλέπεται στα εθνικά προγράµµατα σταθερότητας καισύγκλισης: να διορθώνουν τα υπερβολικά ελλείµµατα το ταχύτερο δυνατόν µετά την εµφάνισή τους, ναδηµοσιεύουν µε δική τους πρωτοβουλία τις συστάσεις που γίνονται και να µην επιδιώκουν τη δυνατότηταεξαίρεσης από τη διαδικασία του υπερβολικού ελλείµµατος, εκτός αν βρίσκονται σε σοβαρή ύφεση χαρακτηριζόµενη από πτώση του πραγµατικού ΑΕΠ, τουλάχιστον κατά 0,75%»[xviii].
Η δηµοσιονοµική πολιτική που παραµένει στην δική τους αρµοδιότητα πρέπει να πειθαρχεί στα κριτήρια σύγκλισης του Μάαστριχτ και οφείλει «να ασκείται µε σκοπό να συµβάλλει στην υλοποίηση των στόχων της κοινότητας όπως αυτοί ορίζονται στο άρθρο 2 και στα πλαίσια των γενικών προσανατολισµών που αναφέρονται στο άρθρο 103 (παράγραφος 2). Τα κράτη µέλη και η κοινότητα δρουν σύµφωνα µε την αρχή της οικονοµίας της ανοικτής αγοράς µε ελεύθερο ανταγωνισµό που ευνοεί την αποτελεσµατική κατανοµή των πόρων και σύµφωνα µε τις αρχές του άρθρου 3Α»[xix].
Η συµµετοχή στην Οικονοµική και Νοµισµατική Ένωση συνεπάγεται, δυνητικώς, οφέλη και κόστη, τόσο βραχυχρόνια, όσο και µακροχρόνια. Στα σηµαντικά οφέλη συγκαταλέγονται η σταθεροποίηση του πληθωρισµού, η µείωση των επιτοκίων, η διευκόλυνση της χρηµατοδότησης του δηµόσιου και του εξωτερικού χρέους της χώρας, η εξάλειψη του συναλλαγµατικού κινδύνου στις συναλλαγές µε τα υπόλοιπα κράτη-µέλη της Ευρωζώνης και συνεπακόλουθα η τόνωση του ενδοευρωπαϊκού εµπορίου και η σταθεροποίηση των προσδοκιών για την πορεία της συναλλαγµατικής ισοτιµίας έναντι των υπόλοιπων νοµισµάτων.
Ωστόσο, σύµφωνα µε τους επικριτές της ΟΝΕ και τους εν γένει ευρωσκεπτικιστές, η συµµετοχή στην Ένωση έχει ως αποτέλεσµα, την αποστέρηση των εργαλείων πολιτικής που θα µπορούσαν να χρησιµοποιηθούν για την αντιστάθµιση των µακροοικονοµικών διαταραχών όπως η τρέχουσα. Η νοµισµατική και η συναλλαγµατική πολιτική δεν σχεδιάζονται πλέον µε βάση τις εθνικές ιδιαιτερότητες αλλά τις πανευρωπαϊκές ανάγκες. Μια χώρα που εντάσσεται στην ΟΝΕ δεν µπορεί πλέον να αλλάξει την ισοτιµία του νοµίσµατος της µε ηθεληµένες υποτιµήσεις ή ανατιµήσεις, ενώ της απαγορεύεται, επίσης, να καθορίζει την ποσότητα του νοµίσµατος που βρίσκεται σε κυκλοφορία. Η δηµοσιονοµική πολιτική µπορεί να παραµένει στη δικαιοδοσία των κρατών µελών, όµως, οφείλει να πειθαρχεί στα κριτήρια σύγκλισης του Μάαστριχτ και στους κανόνες του ΣΣΑ µε αποτέλεσµα τον περιορισµό στην άσκηση αυτόνοµης δηµοσιονοµικής πολιτικής.
Ωστόσο, αν και σχετικές οικονοµικές µελέτες φέρονται πράγµατι να επιβεβαιώνουν την θεωρία ότι η ανεξαρτησία της κεντρικής τράπεζας συνδέεται µε την επίτευξη χαµηλού πληθωρισµού, αποδεικνύουν εντούτοις ότι συνδέεται και µε την παρεµπόδιση άλλων οικονοµικών στόχων όπως η ανάπτυξη, η απασχόληση κ.λπ. Έτσι, από την άποψη αυτή, «η ανεξαρτησία του ΕΣΚΤ δεν αποτελεί παρά το οργανωτικό σύστοιχο της προτεραιότητας του αντιπληθωριστικού στόχου στην ΟΝΕ».
6. Προσχώρηση στην ΟΝΕ και εκχώρηση κρατικών αρμοδιοτήτων σε όργανα της ΕΕ: τροποποίηση ή όχι της συνταγματικής οργάνωσης του κράτους;
[xx]Δεν χωρεί αμφιβολία ότι με την ΟΝΕ εκχωρήθηκαν στην ΕΕ κυριαρχικές αρμοδιότητες του κράτους, που ανήκουν μάλιστα στον σκληρό πυρήνα της κρατικής κυριαρχίας, όπως είναι η άσκηση νομισματικής πολιτικής και η εξουσία έκδοσης εθνικού νομίσματος, προνόμιο χαρακτηριστικό κυρίαρχου κράτους και απόδειξη της ανεξαρτησίας του. Με την εκχώρηση της εθνικής αυτής αρμοδιότητας επήλθε ένας σοβαρός περιορισμός της εθνικής κυριαρχίας με συνέπεια να θιγούν οι όροι της συνταγματικής οργάνωσης και άσκησής της. Το κράτος αποστερήθηκε ένα πεδίο της κυριαρχίας του. Η αποστέρηση αυτή θίγει συνταγματικά προστατευόμενη αρμοδιότητα και εισάγει μια σοβαρή παρέκκλιση από ρητή συνταγματική επιταγή, που αναθέτει στο κράτος αποκλειστικά «την κοπή και την έκδοση νομίσματος», (άρθρο 80 παρ. 2Σ). Με την κύρωση της συνθήκης του Μάαστριχτ από τη ελληνική Βουλή, που έγινε με την τήρηση των ουσιαστικών και διαδικαστικών προϋποθέσεων που θέτουν σωρευτικά οι παράγραφοι 2 και 3 του άρθρου, αδρανοποιήθηκε η ισχύς του άρθρου αυτού. Επήλθε δηλαδή μια ουσιαστική τροποποίηση της σχετικής συνταγματικής διάταξης.
Η διάταξη δεν καταργήθηκε μεν τυπικά, ουσιαστικά όμως δεν ισχύει, αφού υποκαταστάθηκε από τις αντίστοιχες διατάξεις της συνθήκης Μααστριχτ. Πρόκειται για χαρακτηριστική τροποποίηση του ουσιαστικού περιεχομένου και της ισχύος συνταγματικής διάταξης μέσω της διαδικασίας της κύρωσης διεθνών συνθηκών. Κάθε αρ μ ο δ ι ό τ η τ α π ο υ ε κ χ ω ρ ε ί τ αι σ τ η ν Ε Ε α π ο κ ό π τετ α ι ο ρ ι σ τ ι κ ά από τ ο ν ε θ ν ι κ ό σ υ ν τ αγ μ ατ ι κ ό κ ο ρ μ ό , ε κ φ ε ύ γ ει απ ό τ ο ν έ λ ε γ χ ο τ η ς ε θ ν ι κ ή ς σ υ ν τ αγ μ ατ ι κ ή ς δ ι κ αι ο δ ο σ ί ας κ α ι π αρ άγ ε ι η άσ κ η σ ή τ η ς δ ε σ μ ε ύ σ ε ι ς π έ ρ α κ αι αν ε ξ άρ τ η τ α από τ ο Σ ύ ν τ αγ μ α, αρ κ ε ί ν α μ η ν θ ί γ ε τ αι η ε π ι φ ύ λ αξ η κ υ ρ ι αρ χ ί α ς τ η ς π αρ αγ ρ άφ ο υ 3 τ ο υ άρ θ ρ ο υ 2 8 Σ .
Το ερώτημα που τίθεται, κατά συνέπεια, στην περίπτωση της ΟΝΕ είναι αν η προσβολή και ο περιορισμός της εθνικής κυριαρχίας, έτσι όπως πραγματοποιήθηκαν, θίγουν την επιφύλαξη κυριαρχίας του άρθρου 28 παρ. 3 Σ («βάσεις του Δημοκρατικού πολιτεύματος και τα δικαιώματα του ανθρώπου»). Η απάντηση στο ερώτημα προϋποθέτει κρίση σύνθετη και εκτίμηση πολιτική. Η εκτίμηση, αν με την εκχώρηση της νομισματικής κυριαρχίας και με την συγκεκριμένη οργάνωση της αντίστοιχης αρμοδιότητας στο πλαίσιο της ΕΕ θίγεται μια βάση του δημοκρατικού πολιτεύματος, είναι μια εκτίμηση συνολική, που την κάνει βασικά και αρχικά η Βουλή, την στιγμή της κύρωσης της συνθήκης, ενώ η δικαστική εξουσία, αν ποτέ κληθεί να κρίνει, δύσκολα θα μπορέσει να αποφανθεί, διότι η συγκεκριμένη κρίση της αγγίζει τα όρια της πολιτικής εκτίμησης. Το ζήτημα δηλαδή αν με την εκχώρηση της νομισματικής αρμοδιότητας στην ΕΕ προσβάλλεται ένα βάθρο του δημοκρατικού πολιτεύματος, η λαϊκή κυριαρχία, καθώς και αν ο τρόπος οργάνωσης της σχετικής αρμοδιότητας (ανεξαρτησία της Διοίκησης της ΕΚΤ) ανταποκρίνεται στην συνταγματική απαίτηση αντίστοιχης δημοκρατικής οργάνωσης (απαίτηση δημοκρατικής αντιστοιχίας ή πολιτικής συγγένειας) μιας υπερεθνικής εξουσίας, εμπερικλείει κρίση ουσιαστική και εκτίμηση συνολική του θεσμικού πλαισίου και των θεσμικών αντισταθμισμάτων που στηρίζουν και δικαιολογούν την οργάνωση της εξουσίας αυτής, λαμβάνοντας υπόψη την συνολική διάρθρωση και ισορροπία των θεσμών στην ΕΕ.
Έτσι, η παράγραφος 3 του άρθρου 28 ορίζοντας ότι οι περιορισμοί στην εθνική κυριαρχία δεν δύνανται να θίγουν τις «βάσεις του Δημοκρατικού πολιτεύματος και τα δικαιώματα του ανθρώπου» εγκαθιδρύει συνταγματική επιφύλαξη κυριαρχίας[xxi], η οποία δεν απευθύνεται βέβαια και δεν αφορά τον διεθνή οργανισμό ούτε το αντισυμβαλλόμενο κράτος, αποτελεί ωστόσο θεμελιώδη δέσμευση των εθνικών κρατικών οργάνων, της νομοθετικής, της εκτελεστικής και της δικαστικής εξουσίας. Χωρίς να θεμελιώνουν οι ουσιαστικοί περιορισμοί της εν λόγω διάταξης κανόνα αρμοδιότητας –όπως συμβαίνει με τη δεύτερη παράγραφο του ίδιου άρθρου- στηρίζουν ωστόσο και δικαιολογούν την εξουσία, κατά πρώτο λόγο, του έλληνα δικαστή της συνταγματικότητας να αρνηθεί να εφαρμόσει διεθνή συμφωνία ή πράξη κοινοτική, που προσβάλλει ή συγκρούεται με τις θεμελιώδεις συνταγματικές αρχές του δημοκρατικού και φιλελεύθερου πολιτεύματός μας. Συνταγματικό θεμέλιο της εξουσίας του αυτής δεν είναι το άρθρο 94 παρ. 3 Σ, αλλά το ίδιο το άρθρο 28 παρ. 3 σε συνδυασμό με την παρ.2Σ. Η αναγνώριση συνταγματικών αρμοδιοτήτων σε διεθνή οργανισμό δυνάμει της παρ. 2 του άρθρου 28 έχει ως ανώτατο όριό της την συνταγματική επιφύλαξη της παραγράφου 3 του άρθρου 28Σ. Τα δύο σκέλη της, «Δημοκρατία» και Δικαιώματα του Ανθρώπου», συμπίπτουν εξάλλου στην ελληνική συνταγματική τάξη με τον απολύτως αυστηρό χαρακτήρα του Συντάγματος, τον μη αναθεωρήσιμο κανονιστικό πυρήνα του[xxii], όπως ορίζεται στην παράγραφο 1 του 110Σ. Η ερμηνεία της τρίτης παραγράφου του άρθρου 28 θα πρέπει επομένως να γίνεται σε συνάρτηση με την ερμηνεία του μη υποκείμενου σε αναθεώρηση περιεχομένου της παρ. 1 του άρθρου 110Σ, που αποκλείει την αναθεώρηση της «βάσης και μορφής του πολιτεύματος», ως δημοκρατικού και φιλελεύθερου.
Έτσι, ό,τι δεν υπόκειται σε αναθεώρηση με τη διαδικασία του άρθρου 110Σ, το ίδιο ακριβώς κανονιστικό τμήμα του Συντάγματος δεν επιδέχεται προσβολή, έμμεση ή άμεση, μέσω του περιορισμού της εθνικής κυριαρχίας δια των διεθνών συνθηκών. Και αυτό αφορά, άμεσα και κατά πρώτο λόγο, το θεμελιώδες δικαίωμα του ελληνικού λαού να υπάρχει υποκειμενικά και αντικειμενικά, ως υποκείμενο και ως ενότητα πολιτική, που είναι εξοπλισμένη συνταγματικά με την εξουσία να εκλέγει τους αντιπροσώπους της και να επιλέγει την κυβέρνηση που θα καθορίζει την γενική πολιτική της χώρας και θα τον εκπροσωπεί στα διάφορα εθνικά ή υπερεθνικά του όργανα. Η πολιτική ενότητα και η κυριαρχία του λαού, συστατικό στοιχείο της κρατικής κυριαρχίας του, δεν αναθεωρείται ούτε απαλλοτριώνεται, όπως είπαμε. Μπορεί το μονοπώλιο του κράτους να νομοθετεί να έχει ουσιαστικά σχετικοποιηθεί με την «αναγνώριση» αρμοδιοτήτων νομοθετικής φύσεως στην ΕΕ, το ίδιο ισχύει και για την αρχής της διάκρισης των εξουσιών. Η εθνική νομοθετική εξουσία, όμως, ως τέτοια, καθώς και η διάκριση των εξουσιών ως θεμελιώδης οργανωτική βάση του πολιτεύματος, εξακολουθούν να χαρακτηρίζουν το πολίτευμα και να διέπουν την λειτουργία του. Δικαιώματα ή αρμοδιότητες κυριαρχίας μεταβιβάζονται ή θίγονται, η κυριαρχία ως ολότητα δεν εκχωρείται ούτε αναιρείται.
Είναι, κατά συνέπεια, γεγονός ότι το άρθρο 28 παρ. 2 και 3Σ επιτρέποντας περιορισμούς στην εθνική κυριαρχία, που επέρχονται και με την μεταβίβαση αρμοδιοτήτων κυριαρχίας, αναγνωρίζει και νομιμοποιεί, έμμεσα, μεταβολές ή τροποποιήσεις στην συνταγματική διάρθρωση και άσκηση των εξουσιών μέσω μιας διαδικασίας διαφορετικής από εκείνη του άρθρου 110Σ. Αναγνωρίζεται άρα δυνατότητα σιωπηρής ή αδιαφανούς τροποποίησης της συνταγματικήςοργάνωσης του κράτους και μεταβολής των όρων άσκησης της εθνικής κυριαρχίας, χωρίς την ενεργοποίηση της τυπικής διαδικασίας της αναθεώρησης και ανεξάρτητα από αυτήν. Καθιερώνεται δηλαδή μια διαδικασία σιωπηρής τροποποίησης του Συντάγματος, μια «οιονεί σιωπηρή αναθεώρηση», η οποία όμως έχει ως όριο της, τη Δημοκρατία και τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, τον σκληρό μη αναθεωρήσιμο πυρήνα της πρώτης παραγράφου του άρθρου 110Σ. Έτσι με την κύρωση των διεθνών συνθηκών, που συνεπάγονται περιορισμούς στην εθνική κυριαρχία και μεταφορά κυριαρχικών αρμοδιοτήτων στην ΕΕ, θίγεται σίγουρα η συνταγματική οργάνωση του ελληνικού κράτους, ο τρόπος άσκησης των κρατικών λειτουργιών, η διάρθρωση των κρατικών αρμοδιοτήτων, και επέρχονται ουσιώδεις τροποποιήσεις στους όρους οργάνωσης και άσκησης της κρατικής κυριαρχίας, τέτοιες που σίγουρα διαγιγνώσκει κανείς αποτελέσματα αναθεωρητικής λειτουργίας. Τα αναθεωρητικά αποτελέσματα επιτυγχάνονται μέσω αυτού που ο Γ. Παπαδημητρίου αποκαλεί, επιτυχώς, «ενοποιητική λειτουργία του άρθρου 28 παρ. 2 και 3»71. Η ερμηνεία των συνταγματικών αυτών διατάξεων σε συνάρτηση με τους κυρωτικούς των Συνθηκών νόμους και τις σχετικές κάθε φορά συνταγματικές διατάξεις ενεργοποιεί μιαενοποιητική δυναμική που επιτρέπει και δικαιολογεί «απόκλιση ήυπέρβαση» ρητών συνταγματικών διατάξεων, όπως του άρθρου 51 παρ. 3,102 παρ. 2, ή 4 παρ. 4 Σ, 80 παρ. 2Σ κ.ά[xxiii]. Για τον Παπαδημητρίου με τις παραγράφους 2 και 3 του άρθρου 28Σ καθιερώνεται μια νέα πολιτειακή λειτουργία, η ενοποιητική, η οποία επιτρέπει αποκλίσεις από τις τρεις κλασικές συνταγματικές λειτουργίες και συνεπάγεται αναγκαστικά «υπέρβαση», «αντίθεση» ή και τροποποίηση «ρητών επιταγών» του Συντάγματος. Τελικά, οι ρυθμίσεις και οι μηχανισμοί των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 28 χαρακτηρίζονται πράγματι από μια «ευρωπαϊκή ευρυχωρία», αφού είναι ανοικτές και φιλόξενες απέναντι στην ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, έτοιμες να υποδεχτούν χωρίς συνταγματική αναθεώρηση πολλές μεταμορφώσεις της. Το επιτυγχάνουν εισάγοντας παράλληλα προς το άρθρο 110Σ μια σιωπηρή ή αδιαφανή διαδικασία τροποποίησης του ουσιαστικού Συντάγματος και απαλλάσσοντας την ελληνική Πολιτεία από την ανάγκη και από τις χρονοβόρες διαδικασίες της τυπικής αναθεώρησης του Συντάγματος, εφόσον οι ουσιαστικές συνταγματικές μεταβολές που επέρχονται μέσω των συνθηκών δεν θίγουν τα Δικαιώματα του ανθρώπου και δεν αναιρούν τις βάσεις του δημοκρατικού πολιτεύματος.
7. Η θέσπιση των διατάξεων του ν. 3845/2010 για την εφαρμογή του «Μνημονίου» ως περιορισμός της κρατικής κυριαρχίας και των συνταγματικών δικαιωμάτων
Μένει να εξετασθεί εάν η ενσωμάτωση του «Μνημονίου» στην ελληνική έννομη τάξη προκειμένου να αντιμετωπισθεί η δημοσιονομική κρίση και να μειωθεί το δημιουργηθέν δημοσιονομικό έλλειμμα συνιστά στην ουσία μία συνταγματική τροποποίηση τέτοια ώστε να αντίκειται στις βάσεις του δημοκρατικού πολιτεύματος και τα δικαιώματα του ανθρώπου – την λεγόμενη κατά τα ανωτέρω συνταγματική επιφύλαξη κυριαρχίας του άρθρου 28 παρ. 3 Σ – και να καθίσταται ανεπίτρεπτη.
Προϋπόθεση για την εξέταση του ζητήματος αυτού αποτελεί η αξιολόγηση προηγουμένως της νομικής φύσης του «Μνημονίου». Στις 3 Μαΐου 2010 υπεγράφη μεταξύ της Επιτροπής, ενεργούσης για λογαριασμό των κρατών – μελών της Ευρωζώνης, και της Ελληνικής Δημοκρατίας, εκπροσωπούμενης από τον Υπουργό Οικονομικών και το Διοικητή της Τραπέζης της Ελλάδος, «Μνημόνιο Συνεννόησης» (Memorandum of Understanding), στο οποίο περιελήφθησαν τα μέτρα του τριετούς προγράμματος που είχε καταρτισθεί από τις ελληνικές αρχές μετά από συνεννόηση με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Το «Μνημόνιο Συνεννόησης» απαρτίζεται από τρία επιμέρους μνημόνια: α) το «Μνημόνιο Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής» (Memorandum of Economic και Financial Policies), με το οποίο καθορίζονται οι στρατηγικού χαρακτήρα στόχοι του προγράμματος και τα επιμέρους δημοσιονομικά, χρηματοπιστωτικά και διαρθρωτικά μέτρα, που πρέπει να ληφθούν για τη βελτίωση της δημοσιονομικής κατάστασης της χώρας και την ανάπτυξη της εθνικής οικονομίας, β) το «Μνημόνιο στις συγκεκριμένες προϋποθέσεις Οικονομικής Πολιτικής» (Memorandum of Understanding on Specific Economic Policy Conditionality), στο οποίο γίνεται εξειδίκευση και λεπτομερής περιγραφή των ανωτέρω μέτρων και του χρονοδιαγράμματος θεσπίσεως και υλοποιήσεώς τους μέχρι και το τέλος του 2011, και γ) το «Τεχνικό Μνημόνιο Συνεννόησης» (Technical Memorandum of Understanding), με το οποίο αποσαφηνίζεται η έννοια των χρησιμοποιούμενων όρων, καθορίζονται τα ποσοτικά κριτήρια απόδοσης και τα λοιπά κριτήρια αναφοράς, οι μέθοδοι αξιολόγησης του προγράμματος, καθώς και άλλες τεχνικού χαρακτήρα λεπτομέρειες για την παρακολούθηση της πορείας των επιχειρούμενων διαρθρωτικών αλλαγών.
Ο ν. 3845/2010 περιλαμβάνει ως παραρτήματα τα δύο αρχικά μνημόνια, ήτοι το «Μνημόνιο Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής» και το «Μνημόνιο Συνεννόησης στις Συγκεκριμένες προϋποθέσεις οικονομικής πολιτικής» και δημοσιεύθηκε στις 6-5-2010, ενώ η «Σύμβαση Δανειακής Διευκόλυνσης» μεταξύ αφενός της Ελληνικής Δημοκρατίας ως δανειολήπτη και αφετέρου των κρατών – μελών της Ευρωζώνης και του ΔΝΤ ως δανειστών συνάφθηκε αργότερα στις 8-5-2010.
Σύμφωνα με μερίδα της θεωρίας[xxiv], το Μνημόνιο αποτελεί δανειακή σύμβαση και συγκεκριμένα διεθνή συνθήκη με διεθνή οργανισμό και ως εκ τούτου, προκειμένου να ισχύει, θα έπρεπε να κυρωθεί με νόμο βάσει του άρθρου 36 παρ. 2 Σ ή του άρθρου28 παρ. 2 Σ. Συγκεκριμένα, το άρθρο 36 παρ. 2 Σ προβλέπει ότι «οι συνθήκες για εμπόριο, φορολογία, οικονομική συνεργασία και συμμετοχή σε διεθνείς οργανισμούς ή ενώσεις και όσες άλλες περιέχουν παραχωρήσεις για τις οποίες, σύμφωνα με άλλες διατάξεις του Συντάγματος, τίποτε δεν μπορεί να οριστεί χωρίς νόμο, ή οι οποίες επιβαρύνουν ατομικά τους Έλληνες, δεν ισχύουν χωρίς τυπικό νόμο που τις κυρώνει». Συνεπώς, οι υπό κρίση συμφωνίες ή συμβάσεις δανεισμού με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, στο πλαίσιο εφαρμογής του μηχανισμού στήριξης της ελληνικής οικονομίας εντάσσονται αναμφισβήτητα στις πιο πάνω περιπτώσεις. Μάλιστα, κατά την ίδια άποψη, ενόψει του ότι η εφαρμογή τους συνιστά, εν τοις πράγμασι, σημαντικότατους περιορισμούς της κρατικής κυριαρχίας, αν και τυπικά δεν υφίσταται παραχώρηση αρμοδιοτήτων στο ΔΝΤ, πιστότερο στο πνεύμα του Συντάγματος θα ήταν οι σχετικές συμβάσεις να υπαχθούν στην παρ. 2 του άρθρου 28 και να κυρωθούν με πλειοψηφία των τριών πέμπτων του όλου αριθμού των βουλευτών. Αντιθέτως, μέχρι σήμερα, οι σχετικές συμβάσεις δεν έχουν έρθει προς κύρωση στη Βουλή ούτα καν με την τακτική νομοθετική διαδικασία.
Περαιτέρω, με το άρθρο πρώτο παρ. 4 του ν. 3845/2010, παρασχέθηκε στον Υπουργό Οικονομικών η εξουσιοδότηση να εκπροσωπεί το Ελληνικό Δημόσιο και να υπογράφει κάθε μνημόνιο συνεργασίας, συμφωνία ή σύμβαση δανεισμού, διμερή ή πολυμερή, με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, τα κράτη – μέλη της ζώνης του ευρώ, το ΔΝΤ και την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, προκειμένου να εφαρμοστεί το πρόγραμμα του «μηχανισμού στήριξης». Προβλέφθηκε επίσης ότι τα εν λόγω μνημόνια, συμφωνίες και συμβάσεις θα εισάγονται στη Βουλή για κύρωση. Στη συνέχεια, όμως, με το άρθρο μόνο παράγραφος 9 του ν. 3847/2010 προβλέφθηκε ότι τα διεθνή αυτά κείμενα θα εισάγονται στην Βουλή όχι για «κύρωση», αλλά απλώς για «συζήτηση» και «ενημέρωση». Ουσιαστικά, δηλαδή, σύμφωνα με την ίδια πάντα άποψη, ο νόμος, κατ’ ευθεία παράβαση του άρθρου 36 παρ. 2 Σ, εξουσιοδότησε τον Υπουργό Οικονομικών να συνάψει τη μόνη δεσμευτική, από πλευράς διεθνούς και συνταγματικού δικαίου, σύμβαση με το ΔΝΤ και τις χώρες της ευρωζώνης χωρίς κύρωση από τη Βουλή.
Σύμφωνα με άλλη άποψη που διατυπώθηκε στην εισήγηση της Συμβούλου του ΣτΕ κ. Σαρπ επ’ ευκαιρία προσβολής με αίτηση ακυρώσεως υπουργικών αποφάσεων περί περικοπών αποδοχών και συντάξεων, οι οποίες εκδόθηκαν κατ’ εξουσιοδότηση του ν. 3833/2010 και του ν. 3845/2010, το Μνημόνιο Συνεννόησης αποτελεί ένα μεσοπρόθεσμο οικονομικό πρόγραμμα του ελληνικού κράτους, με το οποίο καθορίζονται οι στόχοι δημοσιονομικής προσαρμογής και τα μέσα επιτεύξεώς τους εντός της προβλεπομένης τριετούς προγραμματικής περιόδου, με σκοπό την ενεργοποίηση του ευρωπαϊκού μηχανισμού στήριξης της ελληνικής οικονομίας. Το ίδιο το Μνημόνιο δεν περιέχει κανόνες δικαίου και, συνεπώς, δεν έχει έννομες συνέπειες. Τέτοιες συνέπειες προκύπτουν το πρώτον με την θέσπιση από την νομοθετική εξουσία ή την κανονιστικώς δρώσα Διοίκηση ρυθμίσεων, με τις οποίες πραγματοποιούνται οι εξαγγελλόμενες στο Μνημόνιο δημοσιονομικές και οικονομικές πολιτικές. Το Μνημόνιο, άλλωστε, δεν αποτελεί διεθνή συνθήκη, κατά την έννοια της Συμβάσεως της Βιέννης περί του Δικαίου των Συνθηκών, η οποία κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν.δ/τος 402/1974 (Α΄ 141). Και τούτο διότι το Μνημόνιο έχει υπογραφεί από την Επιτροπή, ως εκπρόσωπο των κρατών – μελών της ευρωζώνης, και την Ελληνική Δημοκρατία, με αυτό δε δεν αναλαμβάνονται αμοιβαίες δεσμεύσεις των μερών που συνέπραξαν στην κατάρτισή του, ούτε, άλλωστε, προβλέπονται νομικά μέσα για τον εξαναγκασμό των ελληνικών αρχών στην πιστή και απαρέγκλιτη εφαρμογή του ή άλλου είδους κυρώσεις, μέσω των οποίων θα επιτυγχανόταν εμμέσως ο ίδιος σκοπός, ούτε προκύπτει ότι τα υπογράφοντα αυτό μέρη θέλησαν να προσδώσουν, κατ’ εξαίρεση, νομική δεσμευτικότητα στο υπογραφέν κείμενο. Άλλωστε, ότι και τα υπογράφοντα το Μνημόνιο μέρη δεν εξέλαβαν αυτό ως έχον, νομικά, δεσμευτικό χαρακτήρα ή τον χαρακτήρα διεθνούς συμβάσεως συνάγεται από το γεγονός ότι μετά την υπογραφή του Μνημονίου και την δημοσίευση του ν. 3845/2010, στον οποίο προσαρτώνται ως Παραρτήματα τα δύο κυριότερα μέρη του Μνημονίου, εκδόθηκε, κατ’ εφαρμογή των άρθρων 126 παρ. 9 και 136 της Συνθήκης για την λειτουργία της Ευρωπαϊκής ‘Ενωσης (ΣΛΕΕ), η απόφαση 2010/320/ΕΕ του Συμβουλίου, με την οποία προσδιορίσθηκαν τα δημοσιονομικά και οικονομικά μέτρα, που υποχρεούται να λάβει το Ελληνικό Κράτος για να περιορίσει το υπερβολικό έλλειμμα. Συνεπώς, υποχρέωση του Ελληνικού Κράτους να λάβει τα μέτρα αυτά απορρέει από την τελευταία αυτή απόφαση, δηλαδή από την ιδιότητά του ως μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της οργανωθείσης στα πλαίσια αυτής Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης.
Σύμφωνα με την ίδια πάντα άποψη, ανεξαρτήτως της ειδικότερης φύσεως του Μνημονίου ως μη δεσμευτικού, νομικά, κειμένου πολιτικού χαρακτήρα, πάντως, με τις διατάξεις του ν. 3845/2010 δεν κυρώνεται το Μνημόνιο Συνεννόησης, ούτε, άλλωστε, παραχωρούνται με αυτό αρμοδιότητες σχετικές με την άσκηση της οικονομικής και δημοσιονομικής πολιτικής της χώρας και την εποπτεία της υλοποιήσεώς της στα κράτη μέλη της Ευρωζώνης και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Εξάλλου, ούτε με τις διατάξεις του ν. 3845/2010 αναγνωρίζονται εξουσίες σε όργανα διεθνών οργανισμών, περιορίζουσες καθ’ οιονδήποτε τρόπο την άσκηση της εθνικής κυριαρχίας. Αρμοδιότητες σχετικές με την άσκηση της οικονομικής και δημοσιονομικής πολιτικής της χώρας έχουν παραχωρηθεί σε όργανα της Ευρωπαϊκής Ενώσεως σύμφωνα με τις διατάξεις το δικαίου της Ένωσης, στην οποία η Ελλάδα έχει προσχωρήσει με πράξεις κυρωθείσες μετά τήρηση των προϋποθέσεων του άρθρου 28 του Συντάγματος[xxv]. Περαιτέρω, δεν προσδίδει στις διατάξεις του ν. 3845/2010 χαρακτήρα νόμου εμπίπτοντος στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 28 παρ. 2 του Συντάγματος η διάταξη της παρ. 4 του άρθρου πρώτου του εν λόγω ν. 3845/2010, η οποία, όπως τροποποιήθηκε με την παρ. 9 του άρθρου μόνου του ν. 3847/2010, ορίζει τα εξής: «Παρέχεται στον Υπουργό Οικονομικών η εξουσιοδότηση να εκπροσωπεί το Ελληνικό Δημόσιο και να υπογράφει κάθε μνημόνιο συνεργασίας, συμφωνία ή σύμβαση δανεισμού, … με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, τα κράτη – μέλη της ζώνης του ευρώ, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, … Τα μνημόνια, οι συμφωνίες και οι συμβάσεις του προηγούμενου εδαφίου, εισάγονται στη Βουλή για συζήτηση και ενημέρωση. Ισχύουν και εκτελούνται από της υπογραφής τους».
Επομένως, η άποψη αυτή θεωρεί ότι, πέραν της αποτροπής του κινδύνου πτωχεύσεως της χώρας, με τα μέτρα του μνημονίου επιδιώκεται, περαιτέρω, η εξυγίανση των δημοσίων οικονομικών κατά τρόπο δυνάμενο να διατηρηθεί και στο μέλλον. Εξάλλου, η θέσπιση των προβλεπομένων στο ν. 3845/2010 μέτρων, η οποία κρίθηκε επιβεβλημένη για την ενεργοποίηση του ευρωπαϊκού μηχανισμού στήριξης της ελληνικής οικονομίας, συνιστά πλέον, όπως ήδη εκτέθηκε, εκπλήρωση υποχρεώσεως της Ελλάδας, η οποία απορρέει όχι από το προσαρτηθέν στον ν. 3845/2010 Μνημόνιο, αλλά από την ιδιότητά της ως μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης και από τη συμμετοχή της στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση, δοθέντος ότι τα μέτρα αυτά προβλέπονται ήδη από την απόφαση του Συμβουλίου της 8ης Ιουνίου 2010 και αποβλέπουν στη μείωση του υπερβολικού ελλείμματος της Ελλάδος και, κατ’ επέκταση, στην διασφάλιση της σταθερότητας της Ευρωζώνης και της συναλλαγματικής θέσης του κοινού νομίσματος. Με τα δεδομένα αυτά, τα επίμαχα μέτρα, τα οποία αποτελούν τμήμα του ευρύτερου προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής και προώθησης διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων της ελληνικής οικονομίας, δικαιολογούνται κατ’ επίκληση σοβαρών λόγων δημοσίου συμφέροντος, οι οποίοι αποτελούν, ταυτοχρόνως, και σκοπούς κοινού ενδιαφέροντος των κρατών – μελών της Ένωσης για την τήρηση των υποχρεώσεων δημοσιονομικής πειθαρχίας και τη διασφάλιση της σταθερότητας της ζώνης του ευρώ στο σύνολό της.
Ορθότερη, κατά την άποψή μας είναι η δεύτερη ως άνω άποψη, διότι, όπως προκύπτει, το μνημόνιο δεν αποτελεί μία καθαρά διεθνή συνθήκη περί παραχώρησης κρατικών αρμοδιοτήτων, αλλά ένα κείμενο με κατευθυντήριες αρχές που κατατείνουν, μέσω της δημοσιονομικής εξυγίανσης και μείωσης του δημοσιονομικού ελλείμματος της χώρας, στην ορθή εκπλήρωση των υποχρεώσεων της χώρας προς την Ευρωπαϊκή Ένωση και την ΟΝΕ. Οι νομικές υποχρεώσεις αυτές απορρέουν εξάλλου από το πρωτογενές κοινοτικό δίκαιο και έχουν ήδη αναληφθεί και ενσωματωθεί στην ελληνική έννομη τάξη μέσω της κύρωσης της Συνθήκης για την λειτουργία της ΕΕ (ΣΛΕΕ) (ν. 3671/2008 ΦΕΚ Α 129/3.7.2008) και παλαιότερα της Συνθήκης για τις Ευρωπαϊκές Κοινότητες και την Ευρωπαϊκή Ένωση με νόμο κατά την διαδικασία του άρθρου 28 Σ.
Περαιτέρω, το γεγονός ότι τα υιοθετούμενα με το Μνημόνιο μέτρα συνεπάγονται παραβίαση συνταγματικά κατοχυρωμένων δικαιωμάτων[xxvi] (κυρίως των διατάξεων των παρ. 1 και 2 του άρθρου 22 Σ περί δικαιώματος στην εργασία και συλλογικής αυτονομίας) δεν ασκεί επιρροή ως προς το ζήτημα της διατήρησης ή μη της εθνικής κυριαρχίας μέσω της υιοθέτησης του Μνημονίου, διότι πρώτον τα μέτρα αυτά καθορίστηκαν με συγκεκριμένο τρόπο ως προς το περιεχόμενό τους κατόπιν πολιτικών αποφάσεων και δεν επιβλήθηκαν ως τέτοια από το ΔΝΤ ή την ΕΕ. Το μόνο που μπορούμε να πούμε ότι επιβλήθηκε στον εθνικό νομοθέτη ήταν η επιδίωξη και επίτευξη των στόχων της δημοσιονομικής εξυγίανσης, χωρίς ωστόσο να επιβάλλεται σε αυτόν κάποια δέσμευση ως προς το ακριβές περιεχόμενο και την ακριβή κατεύθυνση των μέτρων αυτών. Κατά δεύτερον, εφόσον, όπως προαναφέρθηκε, το μνημόνιο δεν αποτελεί παρά έναν μηχανισμό «πίεσης» προς την Ελλάδα προκειμένου να επιτύχει τους δημοσιονομικούς στόχους της ΣυνθΕΕ και να ενεργοποιηθεί ο ευρωπαϊκός μηχανισμός στήριξής της, το ζήτημα της προσβολής ή μη συνταγματικών δικαιωμάτων και της επιτρεπτής ή μη εκχώρησης κρατικής κυριαρχίας μεταφέρεται σε ένα άλλο οικείο επίπεδο: αυτό της συμβατότητας ή μη με το Σύνταγμα των κοινοτικών διατάξεων του πρωτογενούς και παραγώγου κοινοτικού δικαίου και της σχέσεως μεταξύ των δύο αυτών δικαιικών συστημάτων.
Εξάλλου, η κρίση σχετικά με το αν είναι νόμιμα ή όχι τα μέτρα που υιοθετούνται με το μνημόνιο και εξειδικεύονται κάθε φορά με τις κατ’ εξουσιοδότηση εκδιδόμενες υπουργικές αποφάσεις και τις επιμέρους ατομικές πράξεις, ανήκει στα αρμόδια για τον έλεγχο των διοικητικών αυτών πράξεων δικαστήρια, τα οποία, στο πλαίσιο του διάχυτου και παρεμπίπτοντος ελέγχου συνταγματικότητας, μπορούν, σταθμίζοντας ταυτόχρονα και το δημόσιο συμφέρον που επιβάλλει την υιοθέτησή τους, να τα κρίνουν ως αντισυνταγματικά ή ως αντίθετα με διατάξεις υπερνομοθετικής ισχύος (όπως π.χ τις διατάξεις της ΕΣΔΑ).
Συνεπώς, στο ερώτημα που τέθηκε στην αρχή της παρούσας ενότητας προσήκει η απάντηση ότι παρέλκει η εξέταση του ζητήματος της αντίθεσης της ενσωμάτωσης του Μνημονίου προς την συνταγματική επιφύλαξη κυριαρχίας[xxvii] του άρθρου 28 παρ. 3 Σ, διότι αυτό που θα έπρεπε να εξεταστεί κατ’ ουσίαν είναι το εάν το ίδιο το κοινοτικό δίκαιο, κατά την ενσωμάτωσή του στην ελληνική έννομη τάξη, παραβιάζει την ως άνω αρχή – ως όριο της εκχώρησης κρατικών αρμοδιοτήτων – και πλήττει τα δικαιώματα του ανθρώπου και τις βάσεις του δημοκρατικού πολιτεύματος.
8. Αντί επιλόγου
Η διεθνής χρηµατοοικονοµική κρίση έφερε στην επιφάνεια όλες τις εγγενείς αδυναµίες της Οικονοµικής και Νοµισµατικής ΄Ενωσης (ΟΝΕ). Ανέδειξε τόσο την
ακαµψία του θεσµικού οπλοστασίου όσο και την ανεπάρκεια των πολιτικών της, την εµµονή σε µια µονοµερή αντιπληθωριστική πολιτική από πλευράς ΕΚΤ ακόµα και σε περιόδους ύφεσης, την υποβάθµιση της ευρύτερης αναπτυξιακής και κοινωνικής διάστασης, αλλά και τα τροχοπέδη των αυστηρών δηµοσιονοµικών κανόνων του Συµφώνου Σταθερότητας, οι οποίοι όµως καταστρατηγούνται στην πράξη.
Επανάφερε, επίσης, στο προσκήνιο το ερώτηµα του κατά πόσον η Ευρωπαϊκή Ένωση διαθέτει όλους τους ισχυρούς θεσµούς άσκησης µιας ολοκληρωµένης νοµισµατικής και δηµοσιονοµικής πολιτικής, δηλαδή τα εργαλεία άσκησής τους στα δύο πεδία που, όπως είδαµε, είναι καθοριστικά για την αντιµετώπιση µιας δυσµενούς οικονοµικής συγκυρίας σαν της παρούσης. Μία πρώτη σύντοµη απάντηση σε αυτό το ερώτηµα θα ήταν ένα σαφές «ναι» στο πεδίο της νοµισµατικής πολιτικής και ένα σαφές «όχι» στο πεδίο της δηµοσιονοµικής πολιτικής. Η κρίση επισήµανε ότι η Οικονοµική και Νοµισµατική Ένωση (ΟΝΕ) παραµένει ένα ασύµµετρο σύστηµα, διότι µόνον η νοµισµατική πολιτική ασκείται σε ευρωπαϊκό επίπεδο, ενώ η δηµοσιονοµική, η πολιτική εποπτείας και χρηµατοπιστωτικής σταθερότητας είναι στη δικαιοδοσία των κρατών-µελών.
Επιπρόσθετα, σε αντίθεση µε τις ΗΠΑ, που ασκώντας µια ενιαία δηµοσιονοµική πολιτική και διαθέτοντας έναν οµοσπονδιακό προϋπολογισµό, έχουν τη θεσµική δυνατότητα να σχεδιάζουν και να εφαρµόζουν ένα κοινό σχέδιο διάσωσης (π.χ σχέδιο Ρaulson 700 δισ. δολαρίων), η Ένωση δεν διαθέτει τέτοιο προϋπολογισµό ενώ τα κονδύλια που διαθέτει κρίνονται σηµαντικά κατώτερα των αναγκών της κρίσης) καθιστώντας, ακόµη κι αν ήθελε, εξαιρετικά δύσκολο έως και αδύνατο να θεσπίσει ανάλογο συνολικό, κοινό σχέδιο, µε αποτέλεσµα να αφήνεται στα χέρια των κυβερνήσεων των κρατών-µελών να αναλάβουν δράση.
Επίσης, παρά την όποια σχετική συνοχή στην αντιµετώπιση της κρίσης επέδειξε, αρχικά, η Ευρωπαϊκή Ένωση, στη συνέχεια διαφάνηκε σοβαρό πρόβληµα συνοχής και συνεργασίας µεταξύ των κρατών µελών της, γεγονός που τα κατέστησε θεσµικά ανήµπορα να διαµορφώσουν µια κοινή, µελετηµένη και ολοκληρωµένη στρατηγική για την αντιµετώπισή της. Τα κράτη µέλη εµφανίστηκαν πρώτα απ’ όλα διχασµένα µε αποκλίσεις απόψεων ακόµη και ανάµεσα στα πιο ισχυρά µέλη της ευρωζώνης (Γαλλία και Γερµανία), µε το ρόλο της προεδρίας (Τσεχία) σε αµφισβήτηση, µε την Ευρωπαϊκή Επιτροπή σε ασθενή θέση (λόγω και της επερχόµενης λήξης της θητείας της) και µε την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) ως τον πλέον ισχυρό θεσµό, αλλά µε την πολιτική της νοµιµοποίηση να ελέγχεται, καθώς, εµφανίζεται να αντιτίθεται σε µέτρα στήριξης των αδύναµων χωρών (όπως π.χ. Ελλάδας, Ιρλανδίας κ.ά.), ερµηνεύοντας ιδιαίτερα αυστηρά τις ρυθµίσεις της Συνθήκης για τη «µη διάσωση» (non bail out) των χωρών της ευρωζώνης.
Οι αδύναµες οικονοµίες της ευρωζώνης και της ΕΕ γενικότερα αποτέλεσαν ένα πρόσθετο πονοκέφαλο στους κόλπους της Ένωσης. Η απαιτούµενη και για πολλούς αναµενόµενη βοήθεια προς τα αδύναµα οικονοµικά µέλη συναντούσε σοβαρό εµπόδιο στις διατάξεις της Συνθήκης και του κανονιστικού πλαισίου της ΕΚΤ για τη «µη διάσωση» των χωρών της ευρωζώνης και την απαγόρευση της χρηµατοδότησης από την ΕΚΤ ή κάποια άλλη χώρα µέλος της ΕΕ των ελλειµµάτων και του χρέους τους. Ακόµα και µετά την υποχώρηση και αλλαγή στάσης της Γερµανίας, µιας εκ των κύριων, αρχικά, υποστηριχτών της µη βοήθειας προς τους αδύναµους κρίκους της ΕΕ, το πρόβληµα συνέχιζε να παραµένει δυσεπίλυτο. Ωστόσο, µια ενδεχόµενη «µη διάσωση» χώρας ενέχει τον κίνδυνο να συµπαρασύρει συνολικά την αξιοπιστία της Οικονοµικής και Νοµισµατικής ΄Ενωσης, και να δηµιουργήσει σοβαρούς κλυδωνισµούς στο εσωτερικό της.
Όσον αφορά την αλληλεγγύη προς τις Ανατολικές χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, πολλές από τις οποίες είδαν τα νοµίσµατά τους να καταρρέουν, να οδηγούνται στη χρεοκοπία και να προστρέχουν στα δάνεια του ∆ΝΤ (Λετονία, Ουγγαρία, Ρουµανία, αλλά και άλλες που βρίσκονται σε διαπραγµάτευση) κάθε άλλο παρά ικανοποιητική µπορεί να χαρακτηρισθεί (50 δις ευρώ βοήθεια και 25 δις δάνεια από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων και την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Ανασυγκρότησης και Ανάπτυξης), δεδοµένου ότι προβλέπεται αποσπασµατική στήριξη αναλόγως των εκάστοτε αναγκών µιας εκάστης χώρας (case by case) ενώ δεν τίθεται θέµα χαλάρωσης των κριτηρίων ένταξης στην προστατευτική οµπρέλα του ευρώ. Η Ευρωπαϊκή Ένωση, έτσι, µοιάζει να λειτουργεί περισσότερο ως µη Ένωση[xxviii].


[i] CHRISTOPHE LE BERRE, Maître de Conférences, Université Paris Ouest Nanterre La Défense, État de nécessité et droit du marché, Cahiers du Conseil Constitutionnel, 2009.
[ii] F. A. VON HAYEK, Prix et production, Calmann-Lévy, 1975, p. 171.
[iii] Σχετικά με αυτή την προβληματική βλ. F. SAINT-BONNET, L’état d’exception, PUF Léviathan, 2001.
[iv] Για την ακρίβεια ο συγκεκριμένος νόμος ενσωματώνει το «Μνημόνιο Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής» και το «Μνημόνιο Συνεννόησης στις Συγκεκριμένες Προϋπουθέσεις Οικονομικής Πολιτικής».
[v] Κοσμάς Μπόσκοβιτς, «Κοινοτικός δικαστής και οικονομικό σύνταγμα: η συμβολή του ΔΕΕ στη διαμόρφωση του συντακτικού οικονομικού προτύπου της Ευρωπαϊκής Κοινότητας», ΤοΣ 2/2001.
[vi] Βλ. γενικά σχετικά με την διάκριση μεταξύ της έννοιας και των αντιλήψεων περί Συντάγματος Α. Παπατόλια, Από τις εναλλακτικές αντιλήψεις για το Σύνταγμα στα εναλλακτικά σχέδια για την συνταγματική επιστήμη, 47 ΝοΒ 1999, σελ. 885 επ.
[vii] Κοσμάς Μπόσκοβιτς ό.π.
[viii] Άρθρα 3 Α και 102 Α.
[ix] Ν. Σκανδάμη, Ευρωπαϊκό δίκαιο, σελ. 362 επ.
[x] Ν. Σκανδάμη, ό.π.
[xi] Γ. Κατρούγκαλου, Το οικονομικό σύνταγμα και το «παρασύνταγμα» του Μνημονίου, Ευρωπαίων Πολιτεία, 2/2010, σελ. 299 επ.
[xii] Γ. Κατρούγκαλου, ό.π.
[xiii] Αρ. Μάνεσης, Συνταγματικά Δικαιώματα, Ατομικές ελευθερίες, Σάκκουλας, Θεσσαλονίκη, 1982, σελ. 158
[xiv] Ν. Σκανδάμης, Το παράδειγμα της ευρωπαϊκής διακυβέρνησης, εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα – Κομοτηνή 2006, σελ. 31
[xv] Π. Καζάκος, «Το οικονομικό Σύνταγμα» της ΕΕ με και χωρίς αναθεώρηση των Συνθηκών: Θεσμικές εγγυήσεις για ανοιχτές αγορές, Ευρωπαίων Πολιτεία, τ. 1/2007, σελ. 93-152
[xvi] Χαρακτηριστική είναι η απόφαση ΣτΕ 2194/2006 όπου το Δικαστήριο, δίνοντας προτεραιότητα στην οικονομική ελευθερία, απεφάνθη ότι αντίκειται στην διάταξη 5 παρ. 1 του Συντάγματος διάταξη νόμου, παρέχουσα σε διοικητικό όργανο διακριτική ευχέρεια για την χορήγηση ή μη άδειας ιδρύσεως καταστήματος, η οποία δεν ασκείται βάσει αντικειμενικών (και ως εκ τούτου σταθερών κατά την εφαρμογή) κριτηρίων, αλλά βάσει εκτιμήσεων σκοπιμότητας, συνδεομένων με την άσκηση ορισμένης οικονομικής ή κοινωνικής πολιτικής. Άλλωστε, διατάξεις που επέτρεπαν κατά το παρελθόν τις «άδειες σκοπιμότητας» έχουν καταργηθεί λόγω των νεότερων δεδομένων που προέκυψαν από την ένταξη της χώρας στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες (σχετικές και οι ΣτΕ Ολ. 3665/2005 και 252/2008)..
[xvii]Βλ. σχετικά Αργείτης, Γ. (2002). Παγκοσµιοποίηση ΟΝΕ και οικονοµική προσαρµογή. Αθήνα: ∆αρδάνος, σελ. 46
[xviii]Βλ. σχετικά Μούσης, Ν. (2000). Εγχειρίδιο Ευρωπαικής πολιτικής. Αθήνα: Παπαζήση, σελ. 112
[xix]ΣΕΕ Μάαστριχτ 1992 άρθρο 102 Α βλ. ΣΕΕ [Επίσηµη Εφηµερίδα αριθ. C 191 της 29ης Ιουλίου 1992].eur-lex.europa.eu/…/11992M.html
[xx]Α. Μανιτάκης, Εκχώρηση αρµοδιοτήτων στην Ευρωπαϊκή Ένωση και η επιφύλαξη κυριαρχίας κατά το άρθρο 28 παρ. 2 και 3 Σ., ΕΕΕυρ∆ 2003, σελ. 741 επ.
[xxi] Ο Δαγτόγλου κάνει λόγο για «συνταγματικά όρια συμμετοχής» της Ελλάδας στις Κοινότητες· Π. Δαγτόγλου, Η συμμετοχή μας στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες και το Σύνταγμα, σε: Στάγκος/Μουτσίου, Προσχώρηση και συμμετοχή στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες, Η συνταγματική θεώρηση, ΚΔΕΟΔ 1987, σ. 19 επ. (23).
[xxii] Για τον κοινό σκληρό πυρήνα των εθνικών συνταγμάτων στον οποίο θεμελιώνεται η ίδια η υπαρξη και νομιμοποίηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, βλ. Ν. Κανελόπουλου, Ζητήματα μεθόδου του Συνταγματικού Δικαίου, Αντ. Σάκκουλας, 1995, σ. 62.
[xxiii] Γ. Παπαδημητρίου, Η αργόσυρτη πορεία, σ. 79 επ.
[xxiv] Γ. Κατρούγκαλος, Το «οικονομικό σύνταγμα και το «παρασύνταγμα» του Μνημονίου, ό.π., Π. Παυλόπουλος, Υπερασπίζοντας το Σύνταγμα, Καθημερινή 18-07-2010
[xxv] Στο άρθρο 3 της Ενοποιημένης Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση (εφεξής: ΣΕΕ, πρώην άρθρο 2 της ΣυνθΕΕ) ορίζεται ότι στους σκοπούς της περιλαμβάνεται, μεταξύ άλλων, και η εγκαθίδρυση μιας Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης (εφεξής: Ο.Ν.Ε.). Συναφώς, στις διατάξεις του άρθρου 119 του Τίτλου VIII (Οικονομική και Νομισματική Πολιτική) της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (εφεξής: ΣΛΕΕ, πρώην άρθρο 4 της ΣυνθΕΚ) ορίζεται ότι η δράση των κρατών – μελών περιλαμβάνει, σύμφωνα με τους όρους που προβλέπουν οι Συνθήκες, αφενός μεν τη χάραξη μιας κοινής οικονομικής πολιτικής, η οποία βασίζεται στο στενό συντονισμό και στον καθορισμό κοινών στόχων των εθνικών οικονομικών πολιτικών στο πλαίσιο της εσωτερικής αγοράς (παρ. 1), αφετέρου δε την υιοθέτηση ενός ενιαίου κοινού νομίσματος (ευρώ) και την άσκηση ενιαίας νομισματικής και συναλλαγματικής πολιτικής, πρωταρχικός στόχος της οποίας είναι η διατήρηση της σταθερότητας των τιμών, και, υπό την επιφύλαξη της τηρήσεως του στόχου αυτού, η υποστήριξη των γενικών οικονομικών πολιτικών της Ενώσεως (παρ. 2). Με τις ίδιες διατάξεις ορίζεται, περαιτέρω, ότι οι οικονομικές, συναλλαγματικές και νομισματικές πολιτικές των κρατών – μελών και της Ένωσης πρέπει να εναρμονίζονται προς την αρχή της οικονομίας της ανοικτής αγοράς με ελεύθερο ανταγωνισμό, ενώ οι σχετικώς αναληφθείσες δράσεις τους προϋποθέτουν την τήρηση ορισμένων κατευθυντήριων αρχών, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται η διατήρηση της σταθερότητας των τιμών, η επίτευξη υγιών δημοσίων οικονομικών και υγιών νομισματικών συνθηκών και η διασφάλιση της ισορροπίας του ισοζυγίου πληρωμών (παρ. 3). Κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, τα κράτη – μέλη υποχρεούνται αφενός μεν να υιοθετήσουν μία κοινή οικονομική πολιτική, της οποίας προέχων είναι ο γενικός και κατευθυντήριος χαρακτήρας, αφετέρου δε να επιδιώξουν με την εφαρμογή των οικονομικών τους πολιτικών, τη διατήρηση υγιών δημοσίων οικονομικών, την αποφυγή, δηλαδή, της δημιουργίας υπερβολικών δημοσιονομικών ελλειμμάτων. Κατά τις ειδικότερες προβλέψεις του άρθρου 120 του πρώτου κεφαλαίου (Οικονομική Πολιτική) του τίτλου VIII της ΣΛΕΕ (πρώην άρθρο 98 της ΣυνθΕΚ), οι οικονομικές πολιτικές των κρατών – μελών πρέπει να ασκούνται εντός του πλαισίου των γενικών προσανατολισμών του άρθρου 121 παρ. 1 και 2 της ίδιας Συνθήκης (πρώην άρθρο 99 της ΣυνθΕΚ). Σύμφωνα με τις τελευταίες αυτές διατάξεις, τα κράτη – μέλη πρέπει να αντιμετωπίζουν την άσκηση της οικονομικής τους πολιτικής ως ζήτημα κοινού ενδιαφέροντος και να προβαίνουν στο συντονισμό τους βάσει γενικών προσανατολισμών που καθορίζονται με συστάσεις του Συμβουλίου, με πράξεις, δηλαδή, στερούμενες άμεσης νομικής δεσμευτικότητας, οι οποίες εκδίδονται κατόπιν τηρήσεως της ειδικώς προς τούτο διαγραφομένης διαδικασίας. Με το άρθρο 121 της ΣΛΕΕ εγκαθιδρύεται ένα σύστημα πολυμερούς εποπτείας, μέσω του οποίου επιδιώκεται η επαρκής παρακολούθηση και ο αποτελεσματικότερος συντονισμός της οικονομικής πολιτικής των κρατών – μελών. Στο πλαίσιο αυτού του συστήματος το Συμβούλιο παρακολουθεί, βάσει εκθέσεων της Επιτροπής, τις οικονομικές εξελίξεις σε κάθε κράτος και τη συμφωνία των ασκούμενων υπ’ αυτών οικονομικών πολιτικών προς τους, κατά τα ανωτέρω, γενικούς προσανατολισμούς, προβαίνοντας, μάλιστα, ανά τακτά χρονικά διαστήματα, στη συνολική αξιολόγησή τους (παρ. 3). Στην περίπτωση που διαπιστώνεται ότι η οικονομική πολιτική ενός κράτους – μέλους δεν εναρμονίζεται προς τους καθορισθέντες γενικούς προσανατολισμούς ή ότι ενδέχεται να θέσει σε κίνδυνο την ομαλή λειτουργία της Ο.Ν.Ε., η μεν Επιτροπή απευθύνει προς το κράτος αυτό προειδοποίηση, το δε Συμβούλιο εκδίδει τις αναγκαίες για τη συμμόρφωσή του συστάσεις. Μετά από πρόταση της Επιτροπής, το Συμβούλιο έχει, περαιτέρω, τη δυνατότητα να προβεί στη δημοσιοποίηση των συστάσεων που απηύθυνε στο κράτος – μέλος, ιδίως στην περίπτωση που το τελευταίο αρνείται να λάβει μέτρα εναρμόνισης της οικονομικής του πολιτικής προς τους στόχους της Ένωσης (παρ. 4). Περαιτέρω, με την παράγραφο 1 του άρθρου 126(πρώην άρθρο 104 της ΣυνθΕΚ), το οποίο εντάσσεται, επίσης, στο κεφάλαιο περί οικονομικής πολιτικής του τίτλου VIII τηςΣΛΕΕ, καθιερώνεται η αρχή ότι τα κράτη – μέλη πρέπει να αποφεύγουν τη δημιουργία υπερβολικών δημοσιονομικών ελλειμμάτων. Με την γενική αυτή απαγόρευση, η οποία άρχισε να ισχύει μετά την ολοκλήρωση και του τρίτου σταδίου της Ο.Ν.Ε., επιδιώκεται η εκ μέρους των κρατών – μελών αυστηρή τήρηση των κανόνων δημοσιονομικής πειθαρχίας. Εντός του πλαισίου αυτού, και προκειμένου να εντοπίζεται εγκαίρως ο κίνδυνος μεγάλων δημοσιονομικών αποκλίσεων, παρέχεται στην Επιτροπή η αρμοδιότητα παρακολούθησης της εξέλιξης του δημοσίου χρέους και της εν γένει δημοσιονομικής κατάστασης των κρατών – μελών. Κατά την ενάσκηση της αρμοδιότητας αυτής, η Επιτροπή εξετάζει, ειδικότερα, εάν τηρείται ο κανόνας της δημοσιονομικής πειθαρχίας βάσει των ρητώς μνημονευομένων στις διατάξεις αυτές κριτηρίων. Συγκεκριμένα, εξετάζεται εάν ο λόγος του προβλεπόμενου ή υφιστάμενου δημοσιονομικού ελλείμματος και του δημοσίου χρέους προς το ακαθάριστο εγχώριο προϊόν υπερβαίνει μία τιμή αναφοράς, η οποία προσδιορίζεται με το υπ’ αριθ. 12 Πρωτόκολλο για τη διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος, το οποίο προσαρτάται στις Συνθήκες και αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα τους. Κατά το άρθρο 1 του Πρωτοκόλλου η μεν τιμή αναφοράς για το λόγο μεταξύ του προβλεπομένου ή υφισταμένου δημοσιονομικού ελλείμματος και του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος σε τιμές αγοράς καθορίζεται στο 3%, ενώ η αντίστοιχη τιμή αναφοράς για το λόγο μεταξύ του δημοσίου χρέους και του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος σε τιμές αγοράς καθορίζεται στο 60%. Σύμφωνα με την παρ. 2 του προαναφερθέντος άρθρου 126 ΣΛΕΕ, η υπέρβαση της τιμής αναφοράς θεωρείται κατ’ εξαίρεση δικαιολογημένη, εάν ο λόγος αυτός σημειώνει ουσιώδη και συνεχή πτώση, κινούμενος σε επίπεδο παραπλήσιο με εκείνο της τιμής αναφοράς ή, ειδικώς για την περίπτωση του δημοσιονομικού ελλείμματος, εφόσον η υπέρβαση της τιμής αναφοράς, η οποία, πάντως, παραμένει κοντά στο ανώτατο όριό της, έχει προσωρινό και έκτακτο χαρακτήρα. Κατά τη διαμόρφωση της σχετικής κρίσεώς της περί του δικαιολογημένου ή μη της υπερβάσεως, η Επιτροπή απολαμβάνει ευρύ περιθώριο διακριτικής ευχέρειας. Σε κάθε περίπτωση που ένα κράτος – μέλος δεν εκπληρώσει τους όρους ενός από τα προαναφερόμενα κριτήρια ή αμφοτέρων των κριτηρίων, η Επιτροπή συντάσσει υποχρεωτικώς έκθεση, στην οποία αναφέρεται ο βαθμός, κατά τον οποίο το δημόσιο έλλειμμα υπερβαίνει τις δαπάνες δημοσίων επενδύσεων, καθώς και όλα τα κρίσιμα, κατά την εκτίμηση των κοινοτικών αρχών, μεγέθη, συμπεριλαμβανομένης της μεσοπρόθεσμης οικονομικής και δημοσιονομικής κατάστασης του ενδιαφερόμενου κράτους. Η σύνταξη εκθέσεως, επί της οποίας διατυπώνεται γνώμη της Οικονομικής και Δημοσιονομικής Επιτροπής του άρθρου 134 της ΣΛΕΕ (παρ. 4), προβλέπεται και για την περίπτωση που, αν και εκπληρώνονται οι όροι των προαναφερομένων κριτηρίων, υφίσταται δικαιολογημένος κίνδυνος για τη δημιουργία υπερβολικού ελλείμματος στο άμεσο μέλλον (παρ. 3). Το τελευταίο, αφού λάβει υπόψη τυχόν παρατηρήσεις του ενδιαφερόμενου κράτους, αποφασίζει, μετά από συνολική εκτίμηση της δημοσιονομικής του καταστάσεως, εάν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για τη διαπίστωση υπερβολικού ελλείμματος. Η απόφαση του Συμβουλίου εκδίδεται κατ’ ενάσκηση ευρύτατης διακριτικής εκτιμήσεως και έχει, ως εκ τούτου, πολιτικό χαρακτήρα (παρ. 5 και 6). Στην περίπτωση που διαπιστωθεί ότι υφίσταται, κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, υπερβολικό έλλειμμα, ότι, δηλαδή, δεν συντρέχει περίπτωση έκτακτης και προσωρινής υπερβάσεως της τιμής αναφοράς για το έλλειμμα και το δημόσιο χρέος, το Συμβούλιο απευθύνει, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση και μετά από σύσταση της Επιτροπής, συστάσεις στο ενδιαφερόμενο κράτος, προκειμένου να τερματίσει την κατάσταση αυτή εντός συγκεκριμένης προθεσμίας. Με τις συστάσεις αυτές είναι δυνατόν να προτείνονται και συγκεκριμένα οικονομικά ή δημοσιονομικά μέτρα που, κατά την εκτίμηση του Συμβουλίου, μπορούν να διορθώσουν την κατάσταση υπερβολικού δημοσιονομικού ελλείμματος, στην οποία έχει περιέλθει το κράτος – μέλος (παρ. 7). Οι συστάσεις αυτές, οι οποίες δεν παράγουν, σύμφωνα με το άρθρο 288 εδ. 5 της Συνθήκης (πρώην άρθρο 245 της ΣυνθΕΚ), νομική δεσμευτικότητα για τα κράτη – μέλη, δεν δημοσιοποιούνται, κατ’ αρχήν, εκτός εάν διαπιστωθεί ότι το κράτος – μέλος παραλείπει να προβεί στην ανάληψη αποτελεσματικής δράσεως για τη συμμόρφωσή του προς τις συστάσεις που του απευθύνθηκαν (παρ. 8). Στην περίπτωση που το κράτος – μέλος, στο οποίο απευθύνθηκε η σύσταση, εξακολουθεί να μην λαμβάνει μέτρα για τη συμμόρφωσή του προς αυτήν, ενεργοποιούνται οι διατάξεις των παραγράφων 9 – 11 του ίδιου άρθρου 126 ΣΛΕΕ. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, το Συμβούλιο απευθύνει ειδοποίηση, με την οποία καλεί το κράτος να λάβει, εντός συγκεκριμένης προθεσμίας, μέτρα, που, κατά την εκτίμηση του, είναι αναγκαία και πρόσφορα για τη μείωση του ελλείμματός του. Η ειδοποίηση αυτή μπορεί να λάβει τη μορφή νομικώς δεσμευτικής αποφάσεως, με την οποία, επιπροσθέτως, μπορεί να ζητηθεί από το ενδιαφερόμενο κράτος να υποβάλει συστηματικά εκθέσεις, προκειμένου να παρακολουθείται η πρόοδος υλοποίησης των μέτρων δημοσιονομικής προσαρμογής που έχουν λάβει οι αρμόδιες αρχές του (παρ. 9). Εάν το ενδιαφερόμενο κράτος δεν συμμορφωθεί ούτε προς την, κατά τα ανωτέρω, ειδοποίηση, το Συμβούλιο έχει τη δυνατότητα να επιβάλει σε βάρος του κυρώσεις, οι οποίες λαμβάνουν τη μορφή υποχρεώσεως δημοσίευσης πρόσθετων πληροφοριών οικονομικού χαρακτήρα προ της εκδόσεως ομολόγων και χρεογράφων, άτοκης καταθέσεως υπέρ της Ενώσεως χρηματικού ποσού, έως ότου διορθωθεί το υπερβολικό του έλλειμμα, καθώς και τη μορφή χρηματικού προστίμου. Εντός του πλαισίου αυτού, το Συμβούλιο μπορεί, περαιτέρω, να καλέσει την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων να αναθεωρήσει την πολιτική δανεισμού της έναντι του εν λόγω κράτους. Κατά ρητή πρόβλεψη των ίδιων διατάξεων, για το περιεχόμενο των αποφάσεων αυτών και για τους λόγους που κατέστησαν αναγκαία τη λήψη τους, ενημερώνεται και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο (παρ. 11). Αντιθέτως, στην περίπτωση που έχει διορθωθεί η κατάσταση υπερβολικού ελλείμματος, το Συμβούλιο καταργεί ορισμένες ή όλες τις αποφάσεις ή τις συστάσεις που είχε εκδώσει σε βάρος του κράτους – μέλους, το οποίο, κατ’ αυτόν τον τρόπο, εξέρχεται από την, κατά τα ανωτέρω, διαδικασία δημοσιονομικής επιτήρησης (παρ. 12). Το Συμβούλιο εκδίδει τις, κατά τα ανωτέρω, αποφάσεις και συστάσεις μετά από σύσταση της Επιτροπής και χωρίς να λαμβάνει υπόψη την ψήφο του αμέσως ενδιαφερόμενου κράτους. Για τη λήψη των αποφάσεων απαιτείται η συγκέντρωση της ειδικής πλειοψηφίας των δύο τρίτων των μελών του σύμφωνα με το άρθρο 238 παρ. 3 περ. α΄ της ΣΛΕΕ (παρ. 13). Στις Συνθήκες δεν περιέχονται, αντιθέτως, ρυθμίσεις για την αντιμετώπιση των δημοσιονομικών κρίσεων και της εξ αυτού του λόγου αδυναμίας προσβάσεως των κρατών – μελών στις αγορές χρήματος. Περαιτέρω, με το άρθρο 136 της ΣΛΕΕ, το οποίο εφαρμόζεται μόνον στα κράτη – μέλη που έχουν υιοθετήσει ως κοινό νόμισμα το ευρώ, παρέχεται στο Συμβούλιο η δυνατότητα να θεσπίζει, προς το σκοπό της ενισχύσεως της αποτελεσματικής λειτουργίας της Ο.Ν.Ε., ειδικότερα μέτρα, πέραν εκείνων που λαμβάνονται κατ’ εφαρμογήν των άρθρων 121 και 126 της Συνθήκης. Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Άμστερνταμ προέβη στις 17 Ιουνίου 1997 στη διαμόρφωση ενός κανονιστικού πλαισίου για το συντονισμό των εθνικών δημοσιονομικών πολιτικών των κρατών που μετέχουν στην Ο.Ν.Ε. Το πλαίσιο αυτό έλαβε τη μορφή ενός Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης (εφεξής: Σύμφωνο), στο οποίο περιελήφθησαν οι όροι δημοσιονομικής πειθαρχίας, τους οποίους πρέπει να τηρούν τα κράτη – μέλη κατά το διάστημα που έπεται της εισαγωγής του ενιαίου νομίσματος. Με το Σύμφωνο, το οποίο εντάσσεται στο τρίτο στάδιο ολοκληρώσεως της Ο.Ν.Ε., επιδιώκεται η διατήρηση υγιών των δημοσίων οικονομικών των κρατών – μελών και η επίτευξη του μεσοπρόθεσμου στόχου για σχεδόν ισοσκελισμένη ή πλεονασματική δημοσιονομική κατάσταση, ως μέσων για τη σταθερότητα των τιμών, την ενίσχυση της βιώσιμης οικονομικής ανάπτυξης και την αύξηση της απασχόλησης. Το Σύμφωνο αποτελείται από τρία επιμέρους κείμενα, ήτοι το ψήφισμα της 17ης Ιουνίου 1997 του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου για τη σταθερότητα και την ανάπτυξη (C 236), τον κανονισμό 1466/97 (ΕΚ) του Συμβουλίου της 7ης Ιουλίου 1997 για την ενίσχυση της εποπτείας της δημοσιονομικής κατάστασης και την εποπτεία και το συντονισμό των οικονομικών πολιτικών (L 209) και τον κανονισμό 1467/97 (ΕΚ) του Συμβουλίου της 7ης Ιουλίου 1997 για την επιτάχυνση και τη διασαφήνιση της εφαρμογής της διαδικασίας υπερβολικού ελλείμματος (L 209) [οι δύο αυτοί κανονισμοί τροποποιήθηκαν με τους νεότερους κανονισμούς 1055 και 1056/2005 του Συμβουλίου της 27ης Ιουνίου 2005, L 174]. Ειδικότερα, με το ανωτέρω ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου καθορίσθηκαν σταθεροί πολιτικοί προσανατολισμοί για την αυστηρή και ταχεία εφαρμογή του Συμφώνου και επιβεβαιώθηκε η δέσμευση των κρατών – μελών να εφαρμόσουν, κατά το διάστημα που έπεται της εντάξεώς τους στην τρίτη φάση της Ο.Ν.Ε., υγιείς δημοσιονομικές πολιτικές χωρίς παρεκκλίσεις. Με το ίδιο ψήφισμα τα κράτη – μέλη ανέλαβαν τη δέσμευση να προωθούν τις δημοσιονομικές δράσεις, που, κατά την εκτίμησή τους, είναι αναγκαίες για την επίτευξη των εθνικών προγραμμάτων σταθερότητας ή σύγκλισης, να προβαίνουν σε διορθωτικές δημοσιονομικές αναπροσαρμογές αμέσως μόλις διαπιστώσουν ότι υφίσταται κίνδυνος δημιουργίας υπερβολικού δημοσιονομικού ελλείμματος και, σε περίπτωση που ο κίνδυνος αυτός εκδηλωθεί, να λαμβάνουν το ταχύτερο δυνατόν αποτελεσματικά μέτρα για τη διόρθωσή του. Ειδικότερα, με τον κανονισμό αυτό προβλέπεται, εν είδει συστήματος έγκαιρης προειδοποίησης, εντεταγμένου στο πλαίσιο της κατ’ άρθρο 121 παρ. 3 της Συνθήκης διαδικασίας πολυμερούς εποπτείας, η υποχρέωση των κρατών – μελών, που έχουν υιοθετήσει το ευρώ ως κοινό νόμισμα, να υποβάλουν στην Επιτροπή προγράμματα σταθερότητας και ανάπτυξης. Ειδικότερα, με τις διατάξεις του κανονισμού καθορίζονται οι κανόνες που διέπουν το περιεχόμενο, την υποβολή, την εξέταση και την παρακολούθηση των προγραμμάτων σταθερότητας και σύγκλισης στο πλαίσιο της πολυμερούς εποπτείας του Συμβουλίου, προκειμένου να αποτρέπεται η δημιουργία υπερβολικών δημοσιονομικών ελλειμμάτων και να ενισχύεται η εποπτεία και ο συντονισμός των οικονομικών πολιτικών των κρατών – μελών (άρθρο 1). Σύμφωνα με τον κανονισμό, κάθε κράτος μέλος έχει διαφοροποιημένο μεσοπρόθεσμο στόχο για τη δημοσιονομική του κατάσταση, ο οποίος μπορεί να αποκλίνει από την απαίτηση για σχεδόν ισοσκελισμένη ή πλεονασματική θέση, ενόψει, ιδίως, των αναγκών για πραγματοποίηση δημοσίων επενδύσεων. Κατά ρητή πρόβλεψη των ίδιων διατάξεων, ο μεσοπρόθεσμος δημοσιονομικός στόχος ενός κράτους – μέλους μπορεί να αναθεωρείται, όταν εφαρμόζονται μείζονες διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις και, οπωσδήποτε, ανά τετραετία (άρθρο 2). Περαιτέρω, προβλέπεται ότι τα κράτη – μέλη, που έχουν υιοθετήσει το ευρώ (εφεξής: συμμετέχοντα κράτη – μέλη), υποβάλλουν στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή τα στοιχεία που είναι αναγκαία για τη συστηματική άσκηση πολυμερούς εποπτείας δυνάμει του άρθρου 121 της Συνθήκης. Τα στοιχεία αυτά υποβάλλονται υπό μορφή «προγράμματος σταθερότητας», στο οποίο παρέχεται μια ουσιαστική βάση για την εξασφάλιση σταθερότητας τιμών και για την επίτευξη ισχυρής βιώσιμης ανάπτυξης, η οποία δημιουργεί απασχόληση (άρθρο 3 παρ. 1). Σύμφωνα με τις ίδιες διατάξεις, τα προγράμματα σταθερότητας υποβάλλονται πριν από την 1η Μαρτίου 1999 και, μετά την ημερομηνία αυτή, αναπροσαρμόζονται κατ’ έτος. Τα αρχικά και τα επικαιροποιημένα προγράμματα δημοσιεύονται επιμελεία των κρατών – μελών (άρθρο 4). Στις ίδιες διατάξεις προβλέπεται, περαιτέρω, ότι το πρόγραμμα σταθερότητας εξετάζεται από το Συμβούλιο εντός τριών μηνών από την υποβολή του, μετά δε από σύσταση της Επιτροπής και διαβούλευση με την Οικονομική και Δημοσιονομική Επιτροπή, το Συμβούλιο εκδίδει γνώμη για το πρόγραμμα. Στην περίπτωση δε που κρίνει ότι οι στόχοι και το περιεχόμενο του προγράμματος πρέπει να συμπληρωθούν, με την, κατά τα ανωτέρω, διατυπωθείσα γνώμη του καλεί το ενδιαφερόμενο κράτος – μέλος να προσαρμόσει το πρόγραμμα του (άρθρο 5 παρ. 2). Το Συμβούλιο, βάσει των εκτιμήσεων της Οικονομικής και Δημοσιονομικής Επιτροπής, εξετάζει, εντός του πλαισίου της εγκαθιδρυομένης από τις Συνθήκες πολυμερούς εποπτείας, το μεσοπρόθεσμο δημοσιονομικό στόχο που έχει τεθεί στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος, καθώς και εάν οι μεν οικονομικές παραδοχές, επί των οποίων βασίζεται το πρόγραμμα, είναι εύλογες, τα δε επιλεγέντα μέτρα προσαρμογής είναι κατάλληλα και επαρκή για την επίτευξη του μεσοπρόθεσμου στόχου στο σύνολο του κύκλου (άρθρο 5 παρ. 1). Στο πλαίσιο της πολυμερούς εποπτείας, το Συμβούλιο παρακολουθεί την εφαρμογή των προγραμμάτων σταθερότητας με βάση τα στοιχεία που γνωστοποιούν τα συμμετέχοντα κράτη – μέλη και τις εκτιμήσεις της Επιτροπής και της Οικονομικής και Δημοσιονομικής Επιτροπής, προκειμένου, ιδίως, να εντοπίσει τις πραγματικές ή αναμενόμενες σημαντικές αποκλίσεις της δημοσιονομικής κατάστασης από το μεσοπρόθεσμο στόχο ή από την πορεία προσαρμογής για την επίτευξή του, όπως καθορίζονται στο υποβληθέν σχετικώς πρόγραμμα σταθερότητας (άρθρο 6 παρ. 1). Σε περίπτωση σημαντικής απόκλισης της, το Συμβούλιο, για να προειδοποιήσει εγκαίρως το κράτος – μέλος, προκειμένου να προληφθεί η εμφάνιση υπερβολικού ελλείμματος, του απευθύνει σύσταση, σύμφωνα με το άρθρο 121 παρ. 4, ώστε να λάβει τα αναγκαία μέτρα προσαρμογής (άρθρο 6 παρ. 2). Εάν η απόκλιση συνεχίζεται ή επιδεινώνεται, το Συμβούλιο απευθύνει σύσταση στο ενδιαφερόμενο κράτος – μέλος να λάβει άμεσα διορθωτικά μέτρα και μπορεί, κατά περίπτωση, να δημοσιοποιήσει τη σύσταση του (άρθρο 6 παρ. 3). Εξάλλου, με τον κανονισμό 1467/1997 επιδιώκεται η αποτροπή του κινδύνου δημιουργίας υπερβολικών δημοσιονομικών ελλειμμάτων και, σε περίπτωση που, τελικώς, ανακύψει τέτοια περίπτωση, η ταχεία διόρθωσή τους. Με τις διατάξεις του κανονισμού αποσαφηνίζεται η έννοια του έκτακτου και προσωρινού χαρακτήρα της υπερβάσεως της τιμής αναφοράς για το έλλειμμα και το δημόσιο χρέος. Κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα στο άρθρο 2 του κανονισμού, έκτακτη θεωρείται η υπέρβαση της τιμής αναφοράς για το δημοσιονομικό έλλειμμα, που οφείλεται σε σοβαρή οικονομική ύφεση ή σε ασυνήθεις περιστάσεις που εκφεύγουν του ελέγχου του συγκεκριμένου κράτους – μέλους και έχουν σημαντική επίπτωση στη δημοσιονομική του κατάσταση, ενώ προσωρινή θεωρείται η υπέρβαση εάν, κατά τις προβλέψεις της Επιτροπής, το έλλειμμα αναμένεται να μειωθεί κάτω από την τιμή αναφοράς ευθύς μόλις εκλείψουν οι ασυνήθεις περιστάσεις ή τερματισθεί η σοβαρή οικονομική ύφεση. Συναφώς ορίζεται ότι, κατά τη λήψη των κατ’ άρθρο 104 της ΣυνθΕΚ αποφάσεων σχετικά με την ύπαρξη υπερβολικού ελλείμματος, η Επιτροπή και το Συμβούλιο έχουν την ευχέρεια να θεωρούν ως έκτακτη την υπέρβαση της τιμής αναφοράς, εφόσον οφείλεται σε σοβαρή οικονομική ύφεση, η οποία είναι απόρροια των αρνητικών ετήσιων ρυθμών αύξησης του Α.Ε.Π. ή της σωρευτικής μείωσης της παραγωγής κατά τη διάρκεια παρατεταμένης περιόδου πολύ χαμηλής ετήσιας μεγέθυνσης του Α.Ε.Π. σε σχέση με τις δυνατότητές του. Με τις ίδιες διατάξεις επιχειρείται, περαιτέρω, η εξειδίκευση των κυρώσεων που, σύμφωνα με τη Συνθήκη, μπορούν να επιβληθούν στο κράτος – μέλος, που δεν λαμβάνει τα μέτρα δημοσιονομικής προσαρμογής, που είναι αναγκαία για την διόρθωση της κατάστασης υπερβολικού ελλείμματος, στην οποία έχει περιέλθει. Κατά τις ειδικότερες προβλέψεις του κανονισμού, αρχικώς επιβάλλεται, ως κύρωση, η υποχρέωση του κράτους – μέλους να καταβάλει προς όφελος της Ένωσης συγκεκριμένο χρηματικό ποσό χωρίς δικαίωμα απόληψης τόκων, εν συνεχεία δε, και μετά από εκτίμηση των μέτρων που ελήφθησαν κατά το ενδιάμεσο χρονικό διάστημα, και πρόστιμο αμιγώς χρηματικού χαρακτήρα, εφόσον το υπερβολικό έλλειμμα δεν έχει διορθωθεί εντός των δύο επόμενων ετών (άρθρα 10 -16). Βλ. σχετικά Γώγο, Έγκλημα και τιμωρία : Hδιαδικασία του υπερβολικού ελλείμματος στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση μεταξύ δικαίου και πολιτικής, ΕφΔΔ 4/2010, σελ.426επ.
[xxvi] Βλ. Γ. Κατρούγκαλο, σελ. 309 επ. ό.π.
[xxvii] Hauke Brunkhorst, Rights and the sovereignty of the people in the crisis of the Nation State, Ratio Juris 2000, vo. 13, σελ. 60, D. Chalmers, Post-Nationalism and the quest for Constitutional substitutes, Journal of law and society 2000, σελ. 178. Σημειώνεται στην εν λόγω μελέτη, ότι «Η παρούσα οικονομική κρίση και ο καθοριστικός ρόλος των κοινοτικών οργάνων ως προς την άσκηση δημοσιονομικής πολιτικής ανέδειξε και πάλι το θεωρητικό ζήτημα της έννοιας της κρατικής κυριαρχίας. Όπως υποστηρίχθηκε, δεν είναι πλέον εύλογο να γίνεται λόγος για την κυριαρχία µε την παραδοσιακή της µορφή, δεδοµένου ότι το ενωσιακό δίκαιο, λειτουργώντας ως αυτόνοµο δίκαιο παρεµβαίνει µε καταλυτικό τρόπο στην εσωτερική λειτουργία των κρατών µελών. Η υπεροχή του ενωσιακού δικαίου και η άµεση εφαρµογή του δηµιούργησαν µία νέας µορφής κυριαρχία. Τα κράτη δεν έχουν πλέον µόνο ένα κέντρο αποφάσεων αλλά δύο. Για άλλη µερίδα της θεωρίας, βρισκόµαστε σε µία εποχή µετακυριαρχίας, όπου η κλασική έννοια της κυριαρχίας είναι πλέον ξεπερασµένη».
[xxviii] Να θυµίσουµε πως η Γερµανίδα καγκελάριος Μέρκελ µε τον πρόεδρο της ΕΚΤ, Τρισέ, είχαν υιοθετήσει µια σκληρή στάση στο θέµα αυτό υποστηρίζοντας πως δεν θα πρέπει να θιγούν οι θεσµοί και πως δεν θα πληρώσει η Γερµανία και οι δηµοσιονοµικά υπεύθυνες οικονοµίες τις ατασθαλίες και σπατάλες των άλλων χωρών. Τη λύση περίµεναν να τη δώσουν οι αγορές κάτι το οποίο φυσικά δεν έγινε και οδήγησε την Γερµανία σε αναθεώρηση της αρχικής της θέσης, έστω και µερικής. Στο συνολικό ευρωπαϊκό οργανωμένο μηχανισμό στήριξης που κυοφορείται, φημολογείται ότι θα προβλέπεται υποχρέωση των κρατών-μελών, να θεσπίσουν συνταγματική διάταξη περί ελέγχου των μεγεθών των δημόσιων οικονομικών.

‘Μεγάλη πολιτική’ και ασθενής δικαστικός έλεγχος. Ένα σχόλιο για τις στρατηγικές τήρησης του Συντάγματος στην εποχή του ‘Μνημονίου’

Ακρίτας Καϊδατζής - Λέκτορας Συνταγματικού Δικαίου Α.Π.Θ.
Η κεντρική ιδέα της παρέμβασής μου είναι ότι, όποτε έχουμε άσκηση ‘μεγάλης πολιτικής’, τείνει να μειώνεται η ένταση του δικαστικού ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων που υλοποιούν την πολιτική αυτή. Τα δικαστήρια αναγνωρίζουν ευρύτερη διαπλαστική εξουσία, δηλαδή λιγότερα συνταγματικά προσκόμματα, στην πολιτική εξουσία –κυβέρνηση και νομοθέτη– για τη διαμόρφωση και υιοθέτηση των σχετικών δημόσιων πολιτικών. Αυτό δεν σημαίνει απαραιτήτως ότι το Σύνταγμα χάνει τη σημασία του γι’ αυτές. Σημαίνει όμως ότι η συμμόρφωση της πολιτικής εξουσίας προς το Σύνταγμα, δηλαδή η τήρηση του Συντάγματος, δεν διασφαλίζεται τόσο στις δικαστικές αίθουσες όσο μάλλον στο πεδίο της πολιτικής[1].
Όπως την αντιλαμβάνομαι, ‘μεγάλη πολιτική’ ασκείται όταν η πολιτική εξουσία αναλαμβάνει ρόλο κοινωνικού, με ευρεία έννοια, μετασχηματισμού. Σε αντίθεση με αυτό που, κάπως συμβατικά, θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε ως ‘τρέχουσα’ ή ‘συνήθη’ πολιτική, η οποία κινείται εντός ενός λίγο ή πολύ δεδομένου πλαισίου –το οποίο και αναπαράγει–, η μεγάλη πολιτική αμφισβητεί το πλαίσιο αυτό και επιδιώκει την επαναοριοθέτησή του. Στις περιπτώσεις αυτές, η πολιτική εξουσία υπερβαίνει τη διαχείριση του statusquo και θέτει επί τάπητος τα μεγάλα ζητήματα που μάς απασχολούν ως κοινωνία: ποιοι είμαστε και προς τα πού πηγαίνουμε[2]. Ευκαιρία για την άσκηση μεγάλης πολιτικής προσφέρουν ιδίως, αλλά όχι μόνον, οι πολιτικά μεταβατικές περίοδοι και προπαντός οι περίοδοι κρίσης. Γενικότερα, εάν με τη συνήθη πολιτική εξυπηρετούνται επιμέρους συμφέροντα ως πτυχές του δημόσιου συμφέροντος, με τη μεγάλη πολιτική αναδύεται το γενικό ή υπέρτερο δημόσιο συμφέρον ως τέτοιο, το ‘καθαρό’ δημόσιο συμφέρον μεγάλης κλίμακας, που συνδέεται με μεγάλους εθνικούς στόχους ή, σε περιόδους κρίσης, με εθνικές ανάγκες.
ΙΙ.
Ξεκινώ με μια διαπίστωση, που νομίζω ότι, ως γενική τάση τουλάχιστον, επιβεβαιώνεται διαχρονικά στη νομολογία[3]: Όταν καλούνται να κρίνουν υποθέσεις όπου τίθενται ζητήματα μεγάλης πολιτικής, τα δικαστήρια τείνουν να αποφεύγουν τη διαπίστωση αντισυνταγματικότητας. Σε πολιτικά και κοινωνικά ομαλές συνθήκες, σε περιόδους ‘κανονικότητας’, και αναφορικά με ζητήματα τρέχουσας διαχείρισης, τα δικαστήρια ελέγχουν εντατικότερα τη συμφωνία του νόμου με το Σύνταγμα. Αντιθέτως, σε συνθήκες ασυνήθιστες ή εξαιρετικές, σε περιόδους μεγάλων αλλαγών ή κρίσεων, άρα σε συνθήκες αβεβαιότητας[4], τα δικαστήρια είναι πιο επιφυλακτικά και υποβάλλουν σε ασθενή ή οριακό μόνον έλεγχο συνταγματικότητας τον νόμο, ιδίως όταν αυτός αποτελεί έκφραση μεγάλης πολιτικής.
Εάν η διαπίστωση αυτή είναι ορθή, τίθεται αμέσως το ερώτημα: η μειωμένη ένταση του δικαστικού ελέγχου συνεπάγεται άραγε και αντίστοιχο έλλειμμα στην τήρηση του Συντάγματος; Ναι, εάν θεωρούμε ότι ο δικαστικός έλεγχος της συνταγματικότητας είναι ο μόνος τρόπος να διασφαλίσουμε τη συμμόρφωση του νομοθέτη, που υλοποιεί ορισμένη δημόσια πολιτική, προς το Σύνταγμα. Όχι, εάν δεχθούμε –όπως θέλω να υποστηρίξω– ότι ο δικαστικός έλεγχος, αν και βεβαίως μείζων, δεν είναι ο αποκλειστικός μηχανισμός εφαρμογής του Συντάγματος απέναντι στον νόμο, αλλά συμπληρώνεται από εναλλακτικούς μηχανισμούς που προσφέρει η πολιτική διαδικασία. Όταν ο δικαστικός έλεγχος υποχωρεί, διότι ασκείται με μειωμένη ένταση, η προσφυγή στους μηχανισμούς αυτούς ενδέχεται να συνιστά προσφορότερη και αποτελεσματικότερη από την προσφυγή στα δικαστήρια στρατηγική για την τήρηση του Συντάγματος[5].
Με άλλα λόγια, οι διακυμάνσεις στηνένταση του δικαστικού ελέγχου της συνταγματικότητας[6] δεν συνιστούν απαραιτήτως έκφραση συνταγματικού σχετικισμού, δεν σημαίνουν δηλαδή ότι, σε σχέση με τον νόμο, το Σύνταγμα μπορεί κατά περίπτωση να τηρείται περισσότερο ή λιγότερο (ή καθόλου). Σημαίνουν απλώς ότι, ανάλογα με τις συνθήκες, μπορεί να διαφοροποιείται ο τρόπος εφαρμογής του Συντάγματος απέναντι στον νόμο, άλλοτε με περισσότερο νομικά και άλλοτε με περισσότερο πολιτικά μέσα[7].
ΙΙΙ.
Θα ήθελα να επιμείνω στη θέση αυτή: ότι δηλαδή, σε σχέση με τον νόμο που υλοποιεί ορισμένη πολιτική, η τήρηση του Συντάγματος διασφαλίζεται με ένα συνδυασμό νομικών και πολιτικών μέσων –σε διαφορετική, κατά περίπτωση, αναλογία[8]. Μάλιστα, ακόμη και ο ίδιος ο δικαστικός έλεγχος της συνταγματικότητας, ως θεσμός που εγγυάται την τήρηση του Συντάγματος απέναντι στον νόμο, ενεργεί όχι μόνο με νομικό, αλλά και με πολιτικό τρόπο.
Ας σκεφτούμε με ποιους τρόπους μπορεί γενικά ο δικαστικός έλεγχος να συμβάλλει στη συμμόρφωση του νομοθέτη προς το Σύνταγμα. Μπορούμε να διακρίνουμε τουλάχιστον τρεις[9]. Ο πρώτος είναι προληπτικός, με την έννοια μιας γενικής πρόληψης. Η πολιτική εξουσία, δηλαδή η κυβέρνηση που διαμορφώνει τις δημόσιες πολιτικές και ο νομοθέτης που τις υλοποιεί μετατρέποντάς τις σε νόμους, γνωρίζοντας ότι το προϊόν της πολιτικής διαδικασίας, ο νόμος, ενδέχεται κατά την εφαρμογή του στο μέλλον να τεθεί υπό τον έλεγχο του δικαστή, προσπαθούν όσο γίνεται να αποφεύγουν πρόδηλες αντισυνταγματικότητες. Ο δεύτερος και πιο προφανής τρόπος είναι κατασταλτικός. Όταν, κατά την εφαρμογή του νόμου και στο πλαίσιο ορισμένης αντιδικίας που προέκυψε από αυτή, κάποιο δικαστήριο διαπιστώσει ότι ο νόμος είναι αντισυνταγματικός, τότε δεν τον εφαρμόζει στη συγκεκριμένη υπόθεση. Ο τρίτος τρόπος είναι παραδειγματικός. Παρόλο που οι έννομες συνέπειες της κρίσης περί αντισυνταγματικότητας περιορίζονται στη συγκεκριμένη υπόθεση, ενώ κατά τα λοιπά ο νόμος παραμένει τυπικά ισχυρός και εν δυνάμει εφαρμοστέος σε άλλες υποθέσεις, η κρίση αυτή, ιδίως αν προέρχεται από ανώτατο δικαστήριο, αναπτύσσει και πολιτικές συνέπειες. Μπορεί δηλαδή να οδηγήσει την πολιτική εξουσία στο να καταργήσει ή να τροποποιήσει αυτοβούλως τον νόμο, είτε γιατί πείστηκε για την ορθότητα της δικαστικής κρίσης είτε, το πιθανότερο, με μιαν έννοια ειδικής πρόληψης, προκειμένου να αποφύγει παρόμοιες κρίσεις αντισυνταγματικότητας κατά τη μελλοντική εφαρμογή του νόμου[10].
Από τα παραπάνω μπορούμε να συνάγουμε δύο, ενδεχομένως ενδιαφέρουσες, διαπιστώσεις. Πρώτον, η σημασία του δικαστικού ελέγχου δεν εξαντλείται στην κρίση ορισμένου δικαστηρίου ότι κάποιος νόμος είναι ή δεν είναι αντισυνταγματικός. Δεύτερον, η υπεροχή του Συντάγματος απέναντι στον νόμο δεν διασφαλίζεται αποκλειστικά με νομικά, αλλά και με πολιτικά μέσα. Από τους τρεις προαναφερθέντες τρόπους ενέργειας του δικαστικού ελέγχου, μόνον ο δεύτερος είναι αμιγώς νομικός: διενεργείται και ολοκληρώνεται με την έκδοση μιας δικαστικής απόφασης. Αντιθέτως, στην πρώτη και στην τρίτη περίπτωση η τήρηση του Συντάγματος διασφαλίζεται με πολιτικά μέσα, στο πλαίσιο της πολιτικής διαδικασίας και με αποφάσεις που τελικά λαμβάνονται από την πολιτική εξουσία. Ωστόσο, οι σχετικές αποφάσεις –κι αυτό είναι ένα κρίσιμο σημείο– δεν λαμβάνονται αποκλειστικά βάσει πολιτικών εκτιμήσεων, δεν αποτελούν απλώς έκφραση της πλειοψηφικής αρχής ούτε ‘γυμνών’ συμφερόντων, αλλά ενσωματώνουν και νομικές εκτιμήσεις, με τις οποίες αλληλεπιδρούν και, ιδίως στην τρίτη περίπτωση, ‘διαλέγονται’. Σ’ αυτό το ‘διαλογικό’ στοιχείο της εφαρμογής του Συντάγματος φαίνεται και ο ιδιαίτερος χαρακτήρας του συνταγματικού δικαίου ως πολιτικού δικαίου, δηλαδή ως ενός ιδιότυπου δικαιικού κλάδου που μετέχει τόσο του δικαίου όσο και της πολιτικής, που εφαρμόζεται τόσο με νομικά όσο και με πολιτικά μέσα, χωρίς παρόλα αυτά το Σύνταγμα να χάνει τον θεμελιώδη χαρακτήρα του ως νόμου[11].
Η ευρύτερη θέση που υποστηρίζω είναι ότι, ανάλογα με την πολιτική και ευρύτερα την κοινωνικο-οικονομική συγκυρία, τα δικαστήρια μπορεί να ασκούν τον έλεγχο συνταγματικότητας περισσότερο ή λιγότερο εντατικά. Αντιστοίχως, η τήρηση του Συντάγματος διασφαλίζεται με περισσότερο νομικά (στον εντατικό δικαστικό έλεγχο) ή πολιτικά μέσα (στον ασθενή ή οριακό δικαστικό έλεγχο). Σε περιόδους πολιτικής ομαλότητας και κανονικότητας, το Σύνταγμα είναι σε σημαντικό βαθμό εγγεγραμμένο στο δικαιικό πλαίσιο, έτσι ώστε η εφαρμογή του απέναντι στον νόμο να αποτελεί εν πολλοίς ένα νομικό ζήτημα, που επαφίεται κατά κύριο λόγο στα δικαστήρια. Αντιθέτως, σε περιόδους όπου η πολιτική κανονικότητα ανατρέπεται, το δίκαιο τείνει να υποχωρεί έναντι της πολιτικής, με αποτέλεσμα η εφαρμογή του Συντάγματος απέναντι στον νόμο να επαφίεται, περισσότερο απ’ ό,τι πριν, στην πολιτική διαδικασία. Αυτό που έχει σημασία είναι ότι, ακόμη και όταν εξασθενεί ο δικαστικός έλεγχος, το Σύνταγμα δεν ‘υποχωρεί’, απλώς αλλάζει ο τρόπος ενέργειάς του, καθώς η τήρησή του μετατίθεται από το δικαιικό στο πολιτικό πεδίο. Ακόμη, επομένως, και σε περιόδους κρίσης, το Σύνταγμα δεν χάνει τη σημασία του. Όμως η ‘πολιτικοποίησή’ του συνεπάγεται ότι, προκειμένου να εφαρμοστεί αποτελεσματικά, χρειάζεται να υιοθετήσουμε εναλλακτικές στρατηγικές –πέραν της προσφυγής στον, κατά πάσα πιθανότητα απρόσφορο, δικαστικό έλεγχο.
IV.
Αυτό που σχηματικά και συνοπτικά ονομάζουμε ‘Μνημόνιο’ και τα μέτρα που λαμβάνονται σε εφαρμογή του σηματοδοτούν μια πολιτικά μεταβατική περίοδο, που επικαθορίζεται από την ανάγκη αντιμετώπισης της τρέχουσας δημοσιονομικής και ευρύτερα οικονομικής κρίσης[12]. Οι πολιτικές του Μνημονίου, όπως αποτυπώνονται σε μια σειρά νομοθετημάτων που επιφέρουν τομές και ανατροπές στη λειτουργία του κράτους, της οικονομίας και της κοινωνίας, θέτουν κρίσιμα συνταγματικά ζητήματα. Αυτά θα μπορούσαν να κωδικοποιηθούν –με την επισήμανση ότι δεν πρόκειται παρά για μιαν αδρή σχηματοποίηση[13]– ως εξής:
Καταρχάς, το ζήτημα της δημοκρατικής νομιμοποίησης, ενόψει του ότι οι πολιτικές του Μνημονίου δεν αποτέλεσαν αντικείμενο ουσιαστικής πολιτικής απόφασης, αλλά υιοθετήθηκαν enbloc, σε ένα δεδομένο και προαποφασισμένο –και, άρα, εκτός δημοκρατικής επιρροής– πακέτο (takeitorleaveit), που τέθηκε εξωγενώς ως όρος για τη λήψη βοήθειας από τους διεθνείς δανειστές της χώρας.
Περαιτέρω, στο πεδίο εφαρμογής των πολιτικών του Μνημονίου φαίνεται να μεταβάλλεται η συνταγματική ισορροπία που είχε διαμορφωθεί στη μεταπολιτευτική Ελλάδα, ως προς τέσσερα ειδικότερα σημεία:
– πρώτον, μεταβάλλεται η θεσμική ισορροπία μεταξύ των κλάδων της πολιτικής εξουσίας (Κυβέρνηση και Βουλή), με την εκτελεστική εξουσία να ενισχύεται ακόμη περισσότερο, λόγω των ευρύτατων εξουσιοδοτήσεων, σε βάρος της νομοθετικής.
– δεύτερον, μεταβάλλεται η θεσμική και πολιτική ισορροπία μεταξύ της εθνικής και τη διεθνούς/υπερεθνικής εξουσίας, στον βαθμό που η (πραγματική ή και νομική) αποφασιστική αρμοδιότητα για σημαντικά ζητήματα μετατίθεται σε όργανα της ΕΕ ή διεθνών οργανισμών, κάτι που επιτείνει την αποκρατικοποίηση δημόσιων πολιτικών και, άρα, την απομείωση της εθνικής κυριαρχίας.
– τρίτον, μεταβάλλεται η ισορροπία μεταξύ της πολιτικής και της οικονομικής εξουσίας, στον βαθμό που η πραγματική (αν και όχι νομική) αποφασιστική αρμοδιότητα για σημαντικά ζητήματα μετατίθεται στους διεθνείς δανειστές της χώρας, υπό την ιδιότητά τους ως οικονομικών υποκειμένων που ενεργούν βάσει αμιγώς οικονομικών κριτηρίων, κάτι που επιτείνει την απο-πολιτικοποίηση δημόσιων πολιτικών και, άρα, τη σχετικοποίηση της λαϊκής κυραρχίας.
– τέλος, τέταρτον, περιορίζονται συλλογικά και κοινωνικά δικαιώματα.
Ένα ερώτημα είναι εάν και κατά πόσον οι παραπάνω μεταβολές, όλες ή κάποιες εξ αυτών, υπερβαίνουν το συνταγματικά ανεκτό μέτρο, με άλλα λόγια εάν και κατά πόσον οι νόμοι που υλοποιούν τις πολιτικές του Μνημονίου είναι αντισυνταγματικοί. Ένα διαφορετικό ερώτημα, αν και βεβαίως άμεσα συνδεδεμένο με το προηγούμενο, είναι ποιός και πώς μπορεί να διαπιστώσει την ενδεχόμενη αντισυνταγματικότητα.
V.
Πρέπει καταρχάς να επισημανθεί ότι τα παραπάνω συνταγματικά ζητήματα δεν μπορούν να αχθούν στο σύνολό τους σε δικαστική κρίση. Δικαστικά μπορεί βεβαίως να ελεγχθεί η συνταγματικότητα των εξουσιοδοτήσεων και, ιδίως, του περιορισμού των δικαιωμάτων, είναι όμως αμφίβολο κατά πόσο μπορεί να διατυπωθεί δικαστική κρίση για τα υπόλοιπα ζητήματα –που ενδεχομένως είναι και τα σημαντικότερα. Ακόμη, ωστόσο, και στα πεδία όπου είναι νοητός ο δικαστικός έλεγχος της συνταγματικότητας, αυτός θα είναι έλεγχος μειωμένης έντασης, ασθενής ή οριακός μόνο.
Στο δεδομένο πολιτικό και οικονομικό περιβάλλον, εάν η αρχική μου υπόθεση είναι σωστή, μπορούμε να πιθανολογήσουμε ότι τα δικαστήρια ενώπιον των οποίων θα τεθεί το ζήτημα της συνταγματικότητας των νόμων που υλοποιούν τις πολιτικές του Μνημονίου, πρωτίστως δηλαδή το Συμβούλιο της Επικρατείας, θα τείνουν είτε να το παρακάμψουν, δηλαδή να αποφύγουν να το απαντήσουν για δικονομικούς λόγους του παραδεκτού, είτε να το απαντήσουν αρνητικά, δηλαδή να αποφύγουν να διαπιστώσουν αντισυνταγματικότητα. Βεβαίως, καθόλου δεν αποκλείεται η διάγνωση της αντισυνταγματικότητας επιμέρους νομοθετικών μέτρων ή διατάξεων. Αυτό, ωστόσο, που φαίνεται ελάχιστα πιθανό είναι να υπάρξει δικαστική κρίση που να θέτει εν αμφιβόλω τη συνταγματικότητα των κεντρικών επιλογών που διατρέχουν τις πολιτικές του Μνημονίου. Με άλλα λόγια, δεν πρέπει να αναμένουμε δικαστικές αμφισβητήσεις της ‘μεγάλης πολιτικής’ –παρά μόνον, ενδεχομένως, επιμέρους μέτρων για την εφαρμογή της.
Θεωρώ κατά τούτο ότι η τακτική της προσφυγής στα δικαστήρια για την αμφισβήτηση της συνταγματικότητας των πολιτικών του Μνημονίου είναι όχι μόνον απρόσφορη (καθόσον με εξαιρετικά περιορισμένες πιθανότητες ευδοκίμησης), αλλά και, από την άποψη της τήρησης του Συντάγματος, στρατηγικά λανθασμένη. Στις δεδομένες συνθήκες της κρίσης και με αντικειμενικά αναγκαία τη λήψη μέτρων για την αντιμετώπισή της, οι μηχανισμοί τήρησης του Συντάγματος απαιτείται να ενεργούν όχι τόσο κατασταλτικά (να αναιρεθούν τα ληφθέντα μέτρα ως αντισυνταγματικά), με κίνδυνο να βρεθούμε σε ένα κενό πολιτικής, αλλά πρωτίστως δημιουργικά: Να σχεδιάσουμε, με οδηγό το Σύνταγμα, εκείνα τα μέτρα αντιμετώπισης της κρίσης που θα εναρμονίζονται κατά τον βέλτιστο στις δεδομένες συνθήκες τρόπο με τις συνταγματικές αξίες και επιταγές. Με άλλα λόγια, ο μόνος πρόσφορος τρόπος να αμφισβητήσει κάποιος τη συνταγματικότητα των πολιτικών του Μνημονίου είναι να προτείνει, θετικά, εναλλακτικές λύσεις που θα είναι συμβατές –ή θα είναι περισσότερο συμβατές– με το Σύνταγμα, έτσι ώστε, εξ αντιδιαστολής, να προκύπτει το συνταγματικό ‘έλλειμμα’ των λύσεων που επιλέγηκαν. Αυτό φυσικά είναι δουλειά της πολιτικής και όχι των δικαστηρίων, τα οποία περιορίζονται σε αρνητικές κρίσεις, αν δηλαδή ένα νομοθετικό μέτρο είναι ή δεν είναι αντισυνταγματικό. Οι πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις που θεωρούν αντισυνταγματικές τις πολιτικές του Μνημονίου βαρύνονται, επομένως, με το εξαιρετικά δυσχερές και κοπιώδες έργο να διατυπώσουν και να προτείνουν πολιτικές που θα ήταν σύμφωνες προς αυτό.
Όσοι επικεντρώνουν τις προσπάθειές τους στις δίκες του Μνημονίου και δημιουργούν μεγάλες προσδοκίες από την έκβασή τους, μεταθέτουν στους ώμους των δικαστών το βάρος μιας ευθύνης που δεν τούς αναλογεί, αλλά ανήκει στους ίδιους, δηλαδή στο πολιτικό σύστημα και ευρύτερα στην κοινωνία. Η λογική τού: ‘Θα τα πούμε στα δικαστήρια!’[14] όχι μόνον ενθαρρύνει τον εφησυχασμό και την πολιτική απάθεια, καθόσον δημιουργεί την εντύπωση ότι πρέπει να αφήσουμε στους ‘ειδικούς’, δικαστές και δικηγόρους, την επίλυση ενός μείζονος πολιτικού ζητήματα, αλλά εν τέλει περιορίζει και υποβαθμίζει τις συνταγματικές πτυχές του ζητήματος, καθόσον τις εγκλωβίζει στα στενά περιθώρια ελέγχου που έχει ο δικαστής της συνταγματικότητας. Με άλλα λόγια, η προσφυγή στα δικαστήρια είναι, κατά κάποιο τρόπο, η εύκολη λύση και ένα ανέξοδο άλλοθι για το έλλειμμα πολιτικής, που είναι το βαθύτερο πρόβλημα.
Αν και διατυπωμένα με διαφορετική αφορμή, είναι διδακτικά όσα έγραψε προσφάτως ένας δικαστής: «Οταν σε μια πολιτεία μόνη ελπίδα για ευνομία είναι οι δικαστές και οι εισαγγελείς, τότε στην πολιτεία αυτή πολλά έχουν φύγει εντελώς από τη θέση τους … Πού και πότε με δικαστικές αποφάσεις σώθηκαν παρηκμασμένοι κοινωνικοί σχηματισμοί από τον αφανισμό και παραπαίουσες δημοκρατίες από την κατάρρευση; … Πού και πότε δικαστές και εισαγγελείς αφύπνισαν χειμαζόμενους λαούς και αναστήλωσαν κατεστραμμένες οικονομίες; … Όπου και όποτε οι δικαστικοί θεσμοί συνέβαλαν στην αποτροπή «του κακού» ή στην προαγωγή «του καλού», ποτέ δεν ήταν μόνοι και, πάντως, ποτέ δεν ήταν η τελευταία και μόνη ελπίδα για τα πάντα …»[15].
***
Σε όλη τη διάρκεια της πολιτικής ιστορίας της χώρας μας, όσο εμποδιζόταν η εδραίωση της δημοκρατίας και μαζί μ’ αυτή η πολιτική ομαλότητα και κανονικότητα, ο δικαστικός έλεγχος της συνταγματικότητας των νόμων ήταν είτε άγνωστος είτε περιορισμένης σημασίας. Σε όλο αυτό το διάστημα, η τήρηση του Συντάγματος θεωρούνταν ότι ανήκει πρωτίστως στην ευθύνη της πολιτικής και διασφαλίζεται μέσω της πολιτικής διαδικασίας. Ενίοτε μάλιστα με την άμεση συμμετοχή του ίδιου του λαού, που έφτασε να κάνει το Σύνταγμα πολιτικό σύνθημα που ονομάτισε ένα κίνημα και μιαν ολόκληρη γενιά. Η πολιτική ομαλότητα και κανονικότητα που επιτεύχθηκε μετά το 1975 έφεραν μαζί τους την εδραίωση και τη διάχυση του δικαστικού ελέγχου της συνταγματικότητας[16]. Αυτό είχε όμως και μια παράπλευρη απώλεια: ‘έδιωξε’ το Σύνταγμα από την πολιτική.
Μέσα σ’ όλες τις ανατροπές που επιφέρει, το ‘Μνημόνιο’ είναι και μια ευκαιρία να φέρουμε το Σύνταγμα πίσω στην πολιτική και πιο κοντά στους πολίτες. Το Σύνταγμα στην εποχή του ‘Μνημονίου’ μπορεί να (ξανα)γίνει ένα κείμενο έμπνευσης για τους πολίτες και εφαλτήριο και επιχείρημα πολιτικών αγώνων. Όσοι αμφισβητούν τη συνταγματικότητα των πολιτικών του Μνημονίου οφείλουν να το αποδείξουν στο πεδίο της πολιτικής –όχι στα δικαστήρια.


[1] Πρβλ. M. Tushnet, The political constitution of emergency powers: Some lessons from Hamdan, Minn. L. Rev. 91 (2007), σ. 1451 επ., όπου διατυπώνει τη θέση ότι «το συνταγματικό δίκαιο των έκτακτων εξουσιών είναι (πρωτίστως) πολιτικό μάλλον παρά νομικό» (σ. 1452).
[2] Πρβλ. τη συγκριτική μελέτη του R. Hirschl, The new constitutionalism and the judicialization of pure politics worldwide, Fordham L. Rev. 75 (2006), σ. 721 επ., ο οποίος χρησιμοποιεί, αν και με ευρύτερο περιεχόμενο, τους όρους ‘pure politics’ και ‘mega-politics’.
[3] Έχω προσπαθήσει να διερευνήσω την υπόθεση αυτή ειδικά στο πεδίο της οικονομικής πολιτικής, βλ. Ακρ. Καϊδατζή, Δικαστικός έλεγχος των μέτρων οικονομικής πολιτικής. Νομολογιακές τάσεις και προσαρμογές στο μεταβαλλόμενο οικονομικο-πολιτικό περιβάλλον, σε: Τιμ. Τόμο Π. Παραρά (υπό έκδοση), και σε: www.constitutionalism.gr.
[4] Πρβλ. Τ. Poole, Courts and conditions of uncertainty in ‘times of crisis’, Public Law 2008, σ. 234 επ.
[5] Σπεύδω να διευκρινίσω ότι ο προβληματισμός μου περιορίζεται αποκλειστικά στο ζήτημα της τήρησης του Συντάγματος σε σχέση με τις πολιτικές του Μνημονίου. Δεν πραγματεύομαι καθόλου ζητήματα εφαρμογής του δικαίου της ΕΕ και του διεθνούς δικαίου. Ο διαχωρισμός αυτός είναι εν πολλοίς τεχνητός, δεδομένου ότι και τα τρία αυτά πεδία συνθέτουν ένα ενιαίο μπλοκ ‘υπερκείμενης’ νομιμότητας ενόψει του οποίου ελέγχονται (ή εφαρμόζονται) οι πολιτικές του Μνημονίου (βλ. συνθετικά Π. Γκλαβίνη, Το Μνημόνιο της Ελλάδος στην ευρωπαϊκή, τη διεθνή και την εθνική έννομη τάξη,Εκδ. Σάκκουλα 2010). Πρόθεσή μου δεν είναι να καταλήξω σε οποιαδήποτε ουσιαστική κρίση για τις πολιτικές του Μνημονίου και τη συμφωνία τους με το Σύνταγμα, παρά μόνο τούτο: να επισημάνω ότι, πέραν του δικαστικού ελέγχου, υπάρχουν και άλλες στρατηγικές για την εφαρμογή του Συντάγματος απέναντι στον νόμο, οι οποίες, στις δεδομένες συνθήκες, είναι ενδεχομένως προσφορότερες και προτιμότερες από την προσφυγή στα δικαστήρια.
[6] Για την έννοια αυτή και τη σημασία της για την κατανόηση της συνταγματικής νομολογίας παραπέμπω στη δουλειά του Ν. Παπασπύρου, Το ζήτημα της έντασης του δικαστικού ελέγχου συνταγματικότητας, σε: Τιμ. Τόμο Συμβουλίου της Επικρατείας – 75 χρόνια, Εκδ. Σάκκουλα 2004, σ. 399 επ., του ίδιου, Θεμιτός και αθέμιτος δυναμισμός. Η ένταση του δικαστικού ελέγχου πράξεων που εξειδικεύουν συνταγματικούς σκοπούς, ΤοΣ 1999, σ. 807 επ.
[7] Αυτό είναι μια παράμετρος που αξίζει να συνεκτιμηθεί κατά τη μελέτη του λεγόμενου δικαστικού (αυτο)περιορισμού. Βλ., αντί άλλων, ιδίως τη συνθετική συγκριτική μελέτη του Ν. Αλιβιζάτου, Μεταξύ ακτιβισμού και αυτοσυγκράτησης. Ο πολιτικός ρόλος των δικαστών στη Δυτική Ευρώπη, ΔτΑ 2003, σ. 697 επ.
[8] Ο (κοινός) νόμος, καθώς βρίσκεται στη διάθεση της πολιτικής εξουσίας (κυβέρνηση και κοινοβουλευτική πλειοψηφία), αποτελεί το κύριο εργαλείο για την υλοποίηση της κυβερνητικής πολιτικής. Από την άλλη, κάθε υπερνομοθετικό δίκαιο, το οποίο βρίσκεται εκτός της εμβέλειας του κοινού νομοθέτη, θέτει πλαίσια τα οποία περιορίζουν τις επιλογές της πολιτικής εξουσίας. Ο συνδυασμός νομικών, ιδίως δικαστικών, και πολιτικών μέσων μπορεί να διαπιστωθεί, αν και με διαφορετικό κατά περίπτωση τρόπο, αναφορικά με την τήρηση κάθε υπερνομοθετικού δικαίου απέναντι στον νόμο –επομένως, όχι μόνο του Συντάγματος, αλλά και του διεθνούς δικαίου και ιδίως του δικαίου της ΕΕ. Για ένα χαρακτηριστικό, και με ενδιαφέρον για το εδώ εξεταζόμενο θέμα, παράδειγμα της διαπλοκής δικαίου και πολιτικής στην τήρηση του δικαίου της ΕΕ βλ. τη διεισδυτική ανάλυση του Κ. Γώγου, ‘Έγκλημα’ και τιμωρία: Η διαδικασία του υπερβολικού ελλείμματος στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση μεταξύ δικαίου και πολιτικής, ΕφημΔΔ 2010, σ. 426 επ.
[9] Όσα ακολουθούν αναφέρονται στο σύστημα του διάχυτου και παρεμπίπτοντος ελέγχου της συνταγματικότητας του νόμου, όπως ισχύει στην Ελλάδα. Καταρχήν, πάντως, ισχύουν εξίσου τόσο για τον διάχυτο και παρεμπίπτοντα έλεγχο της συμφωνίας του νόμου με το διεθνές δίκαιο και το δίκαιο της ΕΕ που διενεργούν τα ελληνικά δικαστήρια όσο και, ως ένα βαθμό, για τον ιδιότυπο έλεγχο του (εθνικού) νόμου που διενεργούν το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
[10] Στο σύστημά μας υπάρχει και ένας τέταρτος, πολύ πιο ριζικός, αν και στην πράξη σπάνιος, τρόπος ενέργειας του δικαστικού ελέγχου. Πρόκειται για την εξουσία που έχει το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο κατά το άρθρο 100 παρ. 1 στοιχ. ε΄ Συντ. να αίρει την αμφισβήτηση ως προς την αντισυνταγματικότητα διάταξης τυπικού νόμου, εάν εκδόθηκαν αντίθετες αποφάσεις από ανώτατα δικαστήρια. Στην περίπτωση αυτή, η απόφαση του ΑΕΔ έχει ισχύ erga omnes, εάν δηλαδή κρίνει (και όχι απλώς διαπιστώσει) αντισυνταγματικότητα, τότε η διάταξη καταργείται. Η εξουσία αυτή του ΑΕΔ συνιστά παρέκκλιση από τον δικαιοδοτικό χαρακτήρα του δικαστικού ελέγχου στο ελληνικό σύστημα, καθόσον το ΑΕΔ, ενεργώντας ως αρνητικός νομοθέτης (καταργεί νόμους), μετέχει, κατά μιαν έννοια, της πολιτικής εξουσίας.
[11] Ο διττός χαρακτήρας, νομικός όσο και πολιτικός, του Συντάγματος αποτελεί κοινό τόπο στην ελληνική θεωρία του συνταγματικού δικαίου –βλ., αντί άλλων, ιδίως Αντ. Μανιτάκη, Ελληνικό συνταγματικό δίκαιο, Ι. Θεμελιώδεις έννοιες, Εκδ. Σάκκουλα 2004. Αποτελεί όμως ένα ιδιαίτερο, και εν πολλοίς ανεπεξέργαστο, ζήτημα η συσχέτιση των δύο όψεων του Συντάγματος και η πρόσληψη του συνταγματικού δικαίου ως πολιτικού δικαίου, νομικού και ταυτόχρονα πολιτικού, ειδικά σε σχέση με τον νόμο και την τήρηση του Συντάγματος απέναντί του. Επ’ αυτού πρβλ. ιδίως, από την αμερικανική θεωρία, M. Tushnet, Popular constitutionalism as political law, Chicago-Kent L. Rev. 81 (2006), σ. 991 επ., όπου εκθέτει τη βασική θέση του για το συνταγματικό δίκαιο ως «ένα διακριτό ή ιδιαίτερο είδος δικαίου», «πολιτικό δίκαιο» (σ. 991), το οποίο είναι «σε σημαντικό βαθμό δίκαιο» και «σε σημαντικό βαθμό πολιτικό», «συνδυάζει την πολιτική με το δίκαιο» (σ. 992), και όπου παρουσιάζει διάφορες ‘διαλογικές’ αντιλήψεις για το συνταγματικό δίκαιο (σ. 997 επ.). Πρβλ. επίσης, για μια παρεμφερή διαλογική αντίληψη στη βρετανική θεωρία, D. Nicol, Law and politics after the Human Rights Act, Public Law 2006, σ. 722 επ., και κριτικά T. Hickmanσ. 84 επ., του ίδιου, Constitutional dialogue, constitutional theories and the HRA 1998, Public Law 2005, σ. 306 επ., The courts and politics after the Human Rights Act: A comment, Public Law 2008,
[12] Βλ. και Δ. Κοντόγιωργα-Θεοχαροπούλου/Λ. Θεοχαρόπουλου, Στο ‘αστερισμό’ των κρίσεων: Δημοσίας διοικήσεως και δημοσιονομικής διαχειρίσεως, ΕφημΔΔ 2010, σ. 274 επ., πρβλ. επίσης Απ. Καραγκουνίδη, Το οικονομικό δίκαιο της χρηματοπιστωτικής κρίσης – Μία εισαγωγική θεώρηση, ΕφημΔΔ 2008, σ. 606 επ.
[13] Για τα συνταγματικά ζητήματα που θέτει το Μνημόνιο βλ. εκτενώς Απ. Γέροντα, Το Μνημόνιο και η δικαιοπαραγωγική διαδικασία, ΕφημΔΔ 2010, σ. 705 επ., Γ. Κασιμάτη, Οι συμφωνίες δανεισμού της Ελλάδας με την ΕΕ και το ΔΝΤ, Αθήνα 2010, Γ. Κατρούγκαλου, Memoranda sunt servanda? H συνταγματικότητα του νόμου 3845/2010 και του Μνημονίου για τα μέτρα εφαρμογής των συμφωνιών με ΔΝΤ, ΕΕ και ΕΚΤ, ΕφημΔΔ 2010, σ. 157 επ., Πρ. Παυλόπουλου, Παρατηρήσεις ως προς τη νομική φύση και τις έννομες συνέπειες του ‘Μνημονίου’, σε: Τιμ. Τόμο Π. Παραρά (υπό έκδοση), και σε: www.constitutionalism.gr, Κ. Χρυσόγονου, Η χαμένη τιμή της Ελληνικής Δημοκρατίας. Ο μηχανισμός ‘στήριξης της ελληνικής οικονομίας’ από την οπτική της εθνικής κυριαρχίας και της δημοκρατικής αρχής, ΝοΒ 2010, σ. 1353 επ.
[14] Πρβλ., για ένα πολύ χαρακτηριστικό και εξαιρετικά διδακτικό παράδειγμα, Χ. Κουταλάκη, «Θα τα πούμε στα δικαστήρια». Δημοκρατική λογοδοσία και έλεγχος των περιβαλλοντικών πολιτικών στην Ελλάδα, ΕφημΔΔ 2009, σ. 686 επ.
[15] Π. Τσούκας, Υπερβολικές προσδοκίες – μάταιες ελπίδες, εφημ. Καθημερινή, 27.6.2010.
[16] Για την εξέλιξη αυτή βλ. χαρακτηριστικά Αντ. Μανιτάκη, Η ίδρυση Συνταγματικού Δικαστηρίου, Εκδ. Σάκκουλα 2008, σ. 97 επ.

Κοινό σεμινάριο Συνταγματικού Δικαίου

Πανεπιστήμιο Αθηνών Τμήμα Νομικής –Τομέας Δημοσίου Δικαίου, Μεταπτυχιακό Πρόγραμμα Σπουδών Δημοσίου Δικαίου
Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης – Τμήμα Νομικής
Τομέας Δημοσίου Δικαίου και Πολιτικής Επιστήμης, Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών.
Ανακοίνωση
Κοινό Σεμινάριο Συνταγματικού Δικαίου
Βόλος, 24 Μαρτίου 2011
Το Μεταπτυχιακό Πρόγραμμα Σπουδών Δημοσίου Δικαίου του Τμήματος Νομικής του Πανεπιστημίου Αθηνών και το Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών του Τομέα Δημοσίου Δικαίου και Πολιτικής Επιστήμης του Τμήματος Νομικής Θεσσαλονίκης οργανώνουν το 3ο Κοινό Σεμινάριο Συνταγματικού Δικαίου στο Βόλο, στο Συνεδριακό Κέντρο Forum, Δεληγιώργη 9 απέναντι από το Ξενοδοχείο Park, στις 24 Μαρτίου 2011.
Το σεμινάριο προβλέπεται να αναπτυχθεί σε δύο ενότητες, στις οποίες είναι αφιερωμένες οι εργασίες των φοιτητών που θα παρουσιασθούν. Στην πρώτη ενότητα, της οποίας το γενικότερο περιεχόμενο μπορεί να περιγραφεί ως ”Μνημόνιο και Σύνταγμα. Εθνική κυριαρχία, δημόσιο χρέος και ευρωπαϊκή ολοκλήρωση” θα παρουσιασθούν εργασίες φοιτητών του ΠΜΣ του Τομέα Δημοσίου Δικαίου και Πολιτικής Επιστήμης Τμήματος Νομικής Θεσσαλονίκης. Στην δεύτερη ενότητα, της οποίας το γενικότερο περιεχόμενο μπορεί να περιγραφεί ως ”Ενδεικτικές περιπτώσεις από την εξέλιξη και λειτουργία του πολιτεύματος” θα παρουσιασθούν εργασίες του ΜΠΣ Δημοσίου Δικαίου του Τμήματος Νομικής Αθηνών.
Η προφορική παρουσίαση των εργασιών, είτε παρουσιασθούν από έναν είτε από δύο φοιτητές από κοινού, δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει τα 15΄λεπτά ανά εργασία, διευκρινίζεται δε ότι στο 15ο λεπτό της ομιλίας ο λόγος θα αφαιρείται, χωρίς εξαίρεση.
Τις εργασίες της πρώτης ενότητας θα σχολιάσουν συνολικά τρείς διδάσκοντες Συνταγματικό Δίκαιο στο Τμήμα Νομικής της Αθήνας και της δεύτερης αντίστοιχα τρείς διδάσκοντες στο Τμήμα Νομικής της Θεσσαλονίκης. Ο σχολιασμός δεν θα υπερβεί τα 15΄συνολικά ανά ενότητα.
Στη συνέχεια θα επακολουθήσει ελεύθερος διάλογος επί των εργασιών και των θεμάτων που θέτουν οι εργασίες.
ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ
11.30-12.00: Εγγραφές στο σεμινάριο
12.00: Εισαγωγή στο σεμινάριο: Αντώνης Μανιτάκης –Γιάννης Ζ. Δρόσος.
Ώρα 12.30: Πρώτη ενότητα: ”Μνημόνιο και Σύνταγμα. Εθνική Κυριαρχία, δημόσιο χρέος και ευρωπαϊκή ολοκλήρωση”.
Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών του Τμήματος Νομικής Θεσσαλονίκης.
Διεύθυνση της συζήτησης: Καθηγητής Γιάννης Ζ. Δρόσος,
1. Δημήτρης Νικηφόρος: ”Memorandum of … ‘supremacy’”: Υπεροχή του ενωσιακού δικαίου έναντι του ελληνικού Συντάγματος;
2. Αθηνά Καλογρίδη: Η εκ του Μνημονίου Δανειακή Σύμβαση ενόψει του άρθρου 36 του Συντάγματος.
3. Νίκος Δημόπουλος: Η συνταγματικότητα των μέτρων νομοθετικής πολιτικής ενόψει του κοινωνικού κεκτημένου.
4. Βασιλική Κουγιουμτζόγλου: Οι εκ του Μνημονίου περιορισμοί στην άσκηση της εθνικής κυριαρχίας ενόψει του πεδίου εφαρμογής του άρθρου 28 παρ. 3 του Συντάγματος.
5. Γιώργος Γεωργόπουλος: Η επανανοηματοδότηση του περιεχομένου της κρατικής κυριαρχίας από τη συμμετοχή της χώρας στις διαδικασίες της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης κατά το άρθρο 28 του Συντάγματος.
13.45 – 14.00: Διάλειμμα – καφές
14.00 – 14.15: Σχολιασμός των εργασιών από τους Αναπληρωτή και Επίκουρους Καθηγητές του Τμήματος Νομικής Αθηνών κ.κ. Στ.Τσακυράκη, Γ. Γεραπετρίτη και Σπ. Βλαχόπουλο.
14.15 – 15.15: Ανοικτή συζήτηση.
15.15 – 16.15: Διάλειμμα – ελαφρό επιτόπιο γεύμα.
Ώρα 16.15: Δεύτερη ενότητα: ”Χαρακτηριστικές περιπτώσεις από την εξέλιξη και λειτουργία του Συντάγματος και των θεσμών του”.
Μεταπτυχιακό Πρόγραμμα Σπουδών Δημοσίου Δικαίου, Τομέας Δημοσίου Δικαίου, Τμήμα Νομικής Αθηνών.
Διεύθυνση της συζήτησης: Καθηγητής Αντώνης Μανιτάκης.
1. Φώτης Παλαμιώτης: Οι ελευθερίες του Συντάγματος και οι ελευθερίες της αγοράς: ποιος – ποιόν;
2. Αθηνά Κοσμά – Κατερίνα Κουτσοπούλου: Η σταδιακή υπαγωγή της ελληνικής προστασίας των συνταγματικών ατομικών δικαιωμάτων στις ρυθμίσεις της ΕΣΔΑ μέσα από το προφίλ των ”ελληνικών” αποφάσεων του ΕΔΔΑ και την επίδρασή τους στην Ελλάδα.
3. Χαρίλαος Καβέτσος: Η περί της λειτουργίας της δικαιοσύνης εικόνα που προκύπτει από τις ρυθμίσεις του ν. 3900/2010. Πραγματικά και συνταγματικά ζητήματα.
4. Μαρία Πετροπούλου: Οι συνταγματικές ρυθμίσεις περί ισότητας ως τρόπος άρσης ανισοτήτων κοινωνικού χαρακτήρα. Ισότητα, αναλογικότητα, θετικά μέτρα.
5. Παναγιώτης Καποτάς – Γεωργία Λογγίτση: Η ενσωμάτωση ξένων και μεταναστών ως νέο συνταγματικό θέμα. Η νομοθεσία για την εργασιακή, πολιτική και πολιτισμική ένταξη ως όχημα ενσωμάτωσης ή ως τείχος αποκλεισμού; Το έθνος ως ανάχωμα (ενόψει και της Σχόλιο στη ΣτΕ 350/2010).
17.30 – 17.45: Διάλειμμα – καφές
17.45 – 18.00: Σχολιασμός των εργασιών από τους επίκουρους καθηγητές του Τμήματος Νομικής Θεσσαλονίκης κ.κ. Ιφιγένεια Καμτσίδου, Παναγιώτη Μαντζούφα και Λίνα Παπαδοπούλου.
18.00 -19.00: Ανοικτή συζήτηση.
19.00- 19.30: Αντώνης Μανιτάκης – Γιάννης Δρόσος. Ανοικτή συζήτηση. Αποτίμηση της εμπειρίας των τριών ως τώρα σεμιναρίων. Σκέψεις και προτάσεις για την οργάνωση επομένων.
Αθήνα – Θεσσαλονίκη, 12 Μαρτίου 2011
Καθηγητής Αντώνης Μανιτάκης
Διευθυντής του Προγράμματος Μεταπτυχιακών Σπουδών του Τμήματος Νομικής Θεσσαλονίκης
Καθηγητής Γιάννης Ζ. Δρόσος
Διευθυντής του ΜΠΣ Δημοσίου Δικαίου του Τμήματος Νομικής Αθηνών

Το Μνημόνιο και ο λόγος περί κυριαρχίας

Γιώργος Καραβοκύρης, Δικηγόρος, Ειδικός Επιστήμονας Νομικής Δ.Π.Θ
Πέρα από αναπαραγωγή της κρίσης του Κράτους δικαίου[1], η απορρόφηση της εθνικής έννομης τάξης στη δίνη της ανολοκλήρωτης πολιτειακής στροφής[2] που αποκαλούμε «Μνημόνιο» συνιστά δοκιμασία και της ελληνικής συνταγματικής θεωρίας και ειδικότερα του λόγου τηςπάνω στο ζήτημα της κυριαρχίας. H μεταπολιτευτική νομική δογματική αποτύπωνε, μέχρι τώρα, το συναινετικό κοινοβουλευτικό κλίμα[3], αφού η ραγδαία υποχώρηση της πολιτικής κυριαρχίας, της αφηρημένης δηλαδή κατίσχυσης στο πεδίο του πολιτειακού αυτοκαθορισμού[4], δεν θεωρούνταν ότι άγγιζε την «αρμοδιότητα της αρμοδιότητας», με άλλα λόγια τη νομική κυριαρχία του ελληνικού Κράτους[5]. Ο θεμελιώδης νεωτερικός διαχωρισμός ανάμεσα σε αυτόν που φέρει και σε εκείνον που ασκεί την κυριαρχία λειτούργησε ως ερμηνευτική προκατανόηση του 28 Σ., και η προσαρμογή της ελληνικής στην ενωσιακή τάξη αποδιδόταν συστηματικά στη βούληση του Κυρίαρχου ελληνικού λαού.
Το Μνημόνιο έρχεται να διαρρήξει, ωστόσο, μεταξύ άλλων και πολύ πιο σημαντικών ισορροπιών, και την ενότητα της συνταγματικής θεωρίας, καθώς η λήψη θέσης, ακόμη και αν πρόκειται για την πιο εκκωφαντική σιωπή, μοιάζει αναπόφευκτη. Η ανατομία, όμως, της σχετικής επιχειρηματολογίας δεν αναδεικνύει τελικά, όπως ίσως θα περίμενε κανείς, μόνο δύο διαφορετικές αντιλήψεις περί κυριαρχίας (§1), αλλά, επίσης, τη μοιραία έλξη του συνταγματικού μας λόγου από μια μεταφυσική-ουσιοκρατική εκδοχή της (§2), η οποία έγκειται στον αναγκαίο, είναι η αλήθεια, καταλογισμό[6] των εκφάνσεων της κυριαρχίας, όπως το Μνημόνιο, στη θολή φιγούρα ενός αλάθητου Κυρίαρχου.
1. Το Μνημόνιο μεταξύ ουσίας και σύμβασης
Αρκεί μια πρόχειρη ματιά στα επιχειρήματα των «αντιμνημονιακών» για να διαπιστώσει κανείς τη μετατόπιση της εξέτασης της κυριαρχίας από τη νομική στην πολιτειολογική της διάσταση και κατά συνέπεια μια μετωπική και εύλογη αμφισβήτηση ακόμη και της «σχετικής», κατά Μάνεση[7], αυτονομίας του νομικού κανόνα λόγω της κανονιστικής δύναμης του πραγματικού γεγονότος[8]. Πέρα από τις γνωστές εξόφθαλμες αστοχίες ως προς τη νομοθετική του κύρωση[9], το Μνημόνιο καταγγέλλεται ως μια de factoπαραχώρηση της εξωτερικής οικονομικής κυριαρχίας γιατί ισοδυναμεί «με εκχώρηση της αρμοδιότητας χάραξης και εφαρμογής της οικονομικής, δημοσιονομικής και κοινωνικής πολιτικής της χώρας» στην τρόικα[10]. Υπό το φως αυτής της ανάλυσης, η κυριαρχία δεν εκλαμβάνεται πια ως το δικαίωμα της απόφασης ή της αρμοδιότητας, εφόσον είναι σαφές ότι τούτο παραμένει στα χέρια του συμβαλλόμενου, ο οποίος «οικειοθελώς προσχώρησε» στη σύμβαση, αλλά ως καθαρή δύναμη, ως potestas με την πολιτική έννοια του όρου[11]. Παρότι η εξωτερική κυριαρχία διέπεται από το καθεστώς της συναίνεσης και η εσωτερική από αυτό της εξουσίασης[12], είναι προφανές, εάν υιοθετήσουμε αυτά τα εξωνομικά κριτήρια της πολιτειακής βούλησης, ότι δεν υφίσταται ούτε αυθεντική συναίνεση ούτε κατ’ επέκταση πραγματική εξουσίαση. Ενώ, όμως, η παραπάνω άποψη μένει πιστή στις κατηγορίες του (κοινωνιολογικού) θετικισμού, αναδεικνύοντας τη σημασία του ωμού συσχετισμού δυνάμεων στη διαμόρφωση του κανόνα, σημαίνουσα θέση διεκδικεί στο αντιμνημονιακό στρατόπεδο και ο καθαρός φυσικοδικαιισμός. Ο Κασιμάτης, για παράδειγμα, παρακάμπτει εντελώς το δεδομένο της νομοθετικής βούλησης, το γεγονός ότι ο ν. 3845/2010 δεν εκχωρεί καμία απολύτως αρμοδιότητα σε αλλοδαπό όργανο, αλλά και το ξεκάθαρο δικαίωμα υπαναχώρησης από τη σύμβαση, για να υποστηρίξει την απαλλοτρίωση νομοθετικών, εκτελεστικών και δικαστικών αρμοδιοτήτων προς όφελος της τρόικας και κατά συνέπεια την παραβίαση του 28 παρ.2 Σ.[13]. Παράλληλα υπογραμμίζει ότι «είναι φανερό ότι οι προβλεπόμενες στις Συμφωνίες δανεισμού ή επιβαλλόμενες από αυτές νομοθετικές ρυθμίσεις δεν είναι ούτε μπορεί να είναι προϊόν της νομοθετικής βούλησης της Βουλής των Ελλήνων, αλλά των κυβερνήσεων των Δανειστών και των οργάνων εφαρμογής των»[14]. Έτσι, αμφισβητείται ανοιχτά και η λογική δυνατότητα του Μνημονίου. Στην πραγματικότητα, το Μνημόνιο παραβιάζει εδώ όχι τη νόρμα, αλλά την ιδέα του συνταγματολόγου περί κυριαρχίας.
Σε προνομιακό στόχο του αντιμνημονιακού discours αναδεικνύεται η σύμβαση δανειακής διευκόλυνσης της 8.5.2010, και πιο συγκεκριμένα η περίφημη παραίτηση του Κράτους από τους όρους της ασυλίας του. Από τη στιγμή που η κυριαρχία συνιστά «κριτήριο Κράτους», η επαχθής συμφωνία οδηγεί de jureστην οριστική απώλεια της «κρατικότητας»[15] της Ελλάδας. Η δυνατότητα εκτέλεσης κατά της δημόσιας και όχι μόνο της ιδιωτικής περιουσίας του δημοσίου, ο προσδιορισμός ως εφαρμοστέου του αγγλικού δικαίου και η εκχώρηση της τελευταίας λέξης στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης στοιχειοθετούν μια παράλογη «νομική αυτοκτονία» του Κράτους, η οποία παραβιάζει τη συνταγματική κόκκινη γραμμή του 28 παρ.3 Σ., το διεθνές mandatory law αλλά και τον υπερσυνταγματικό ουσιαστικό πυρήνα του 110 παρ.1 Σ.. Eίναι, ως εκ τούτου, προφανές ότι η ελληνική Βουλή δεν θα μπορούσε να κυρώσει ποτέ την επίμαχη σύμβαση, ακόμη και αν φορούσε το μανδύα της αναθεωρητικής λειτουργίας. To αντίθετο ισοδυναμεί, για τους αντιμνημονιακούς, με πραγματική επανάσταση. Έτσι συγκροτείται, τελικά, μια ουσιοκρατική άμυνα του Συντάγματος, η οποία ταυτίζει το εθνικό συμφέρον με την εθνική κυριαρχία.
Στην άλλη όχθη, ο λόγος υπέρ του μνημονίου είναι κυρίως πολιτικός. Η επίκληση της «ανάγκης» ή της «ευκαιρίας» καθιστά από θεμιτό έως ευκταίο τον ελπιδοφόρο, για όλους, περιορισμό της κυριαρχίας[16]. Σε ό,τι αφορά τα καθαρά νομικά, η θετικιστική και συμβασιοκρατική θεώρηση απαλλάσσει αυτόματα τους φορείς της από τις προηγούμενες απορίες[17]. Αρκεί η περιγραφή της σύμβασης, όπως αυτή ακριβώς είναι, και η ομαλή της ένταξη στην πυραμίδα του δικαίου. Το Μνημόνιο συνιστά μια βολονταριστική εκδήλωση συμβολαιικής ελευθερίας με όλες τις συναφείς εγγυήσεις (δικαίωμα απόφασης, υπαναχώρησης κ.λπ). Η εγκυρότητά του δεν μπορεί να εξαρτηθεί από δικαιικά αδιάφορες νόρμες δικαιοσύνης ή ηθικής των διεθνών οικονομικών σχέσεων. Η αυτονομία της βούλησης δεν υπόκειται σε αξιολογήσεις της αλήθειάς της – φτάνει που το Κράτος μίλησε. Είναι, επίσης, σαφής η θέση του Μνημονίου στην ιεραρχία των κανόνων, παρά τον προγραμματικό πολιτικό του χαρακτήρα. Η νομική δέσμευση της χώρας να λάβει τα μέτρα εφαρμογής του ανάγεται, τελικά, σε ενωσιακή υποχρέωση[18]. Συνεπώς, ακόμη και αν δεχτούμε ότι πρόκειται για παραχώρηση φύσει κυριαρχικών αρμοδιοτήτων, με την έννοια του 28 παρ.3 Σ., είναι προφανές, όπως υπονοεί στην εισήγησή της η Σαρπ, ότι αυτή έχει ήδη και μάλιστα έγκυρα αποφασιστεί[19]. Η υπεράσπιση του Μνημονίου λειτουργεί τελείως αντίστροφα σε σχέση με τους αντιπάλους του: πρόκειται για μια ευρωκεντρική θέση η οποία υποδηλώνει ότι το δημόσιο συμφέρον δεν ταυτίζεται με την εθνική κυριαρχία[20] (εν προκειμένω το ακριβώς αντίθετο) ενώ παράλληλα επικυρώνει την υπεροχή του κοινοτικού δικαίου έναντι του Συντάγματος. Το Μνημόνιο εγγράφεται στο ενωσιακό νομικό continuum, αφού αποτελεί, για άλλη μια φορά, μόνον άσκηση και όχι εκχώρηση της ιδιότητας του Κυρίαρχου.
2. Το Μνημόνιο και η μεταφυσική θεωρία της κυριαρχίας
«…εκείνο που παραχωρείται είναι η άσκηση της κυριαρχίας και όχι η κυριαρχία καθ’εαυτήν, η οποία παραμένει στην πληρότητά της στον ελληνικό λαό»[21]
Τόσο, όμως, αυτοί που επιμένουν στην ουσία του Μνημονίου όσο και εκείνοι που προτάσσουν τη συμβατική του αυτοτέλεια μοιάζει να μοιράζονται μιαν ακλόνητη πεποίθηση που μας αφήνει, το λιγότερο, σκεπτικούς. Και τούτο γιατί η συνταγματική θεωρία δεν επανεξετάζει, παρά το κάλεσμα των καιρών, την κλασική, από τον Sieyès και μετά, διάκριση ανάμεσα στον (ψιλό) κύριο και τον (επι)καρπωτή της κυριαρχίας. Αντιθέτως, η συλλογική πίστη στην πραγματική φιγούρα ενός ανώτερου κυρίαρχου λαού που εμφανίζεται σποραδικά, εκτός δικαίου[22], και μετά απουσιάζει πανηγυρικά[23], αλλά συνεχίζει να δεσμεύει, όπως όλοι σχεδόν[24] παραδέχονται, εντός δικαίου, το κατώτερό του συλλογικό υποκείμενο (δηλαδή τους αντιπροσώπους του), συνιστά την αξεπέραστη βάση του διαλόγου ως προς το Μνημόνιο, αλλά και ως προς κάθε περίπτωση εκχώρησης της εθνικής κυριαρχίας[25]. Η θεμελίωση, όμως, αυτή προσκρούει, θεωρητικά και πρακτικά, σε ένα σημαντικό πρόβλημα, διότι, στην πραγματικότητα, στερείται του ίδιου της του θεμελίου. Νομικά, και ίσως όχι μόνο, ο «κυρίαρχος λαός» αποδεικνύεται μάλλον μια ανεύρετη σύλληψη[26].
Ας υποθέσουμε, λοιπόν, ότι ένα «Μνημόνιο», σημερινό ή μελλοντικό, προβλέπει την αναμφισβήτητη κατάργηση της κυριαρχίας του ελληνικού Κράτους και την εκχώρηση της τελικής αρμοδιότητας στην τρόικα. Σε αυτήν την περίπτωση, η θεωρία θα ανέτρεχε αμέσως στο 28 παρ.3 Σ. ή στο 110 παρ.1 Σ., στην πρωτογενή δηλαδή συντακτική εξουσία, για να αποκλείσει λογικά (θετικισμός) ή αξιακά (φυσικοδικαιισμός) τη συνταγματική κατοχύρωση της αυτοκαταστροφικής σύμβασης. Αναπόφευκτη θα ήταν η θεωρητική σύγχυση: η «τρελή» αναθεωρητική λειτουργία θα εμφανιζόταν ταυτόχρονα ως συντακτική εξουσία – αφού θα μπορούσε εύκολα να ανατρέψει άλλες, λιγότερο σημαντικές αλλά, εντούτοις, αναντίρρητες επιλογές της πρωτογενούς – και ως συντεταγμένη, καθώς θα δεσμευόταν, ως προς τα καθ’ ύλην σπουδαία, από την ίδια και απαράλλακτη βούληση[27]. Η συμβατότητα του Μνημονίου και του κάθε Μνημονίου με έναν υπέρτερο του Συντάγματος συνταγματικό πυρήνα(φιλελεύθερη δημοκρατία), είτε αυτός λειτουργεί εσωστρεφώς[28] είτε εξωστρεφώς[29], προϋποθέτει μια εκτός απόφασης «ουσία» της κυριαρχίας, εθνική ή ευρωπαϊκή, η οποία αποδίδεται σε έναν απόντα λαό.
Ακόμη, όμως, και αν παρακάμψουμε τα σύνθετα θεωρητικά προβλήματα, θα διαπιστώσουμε ότι και οι νομικές συνέπειες της δημοφιλούς διάκρισης ουσίας – άσκησης της κυριαρχίας είναι μάλλον ασήμαντες. Εάν διατρέξουμε τη συνταγματική μας ιστορία, θα ανακαλύψουμε ότι όλες ανεξαιρέτως οι ολοκληρωμένες συνταγματικές μας μεταβολές, «παράνομες» και νόμιμες, ανέπτυξαν πλήρως τα κανονιστικά τους αποτελέσματα[30]. Επίσης, κανένα δικαστήριο δεν περιφρούρησε ποτέ την περίφημη συντακτική εξουσία, δηλαδή τον «κυρίαρχο» λαό, αποδοκιμάζοντας την αναθεωρητική[31]. Ακόμη, και όμως, αν το έκανε, αυτό δεν θα σήμαινε την επιβλητική (επαν)εμφάνιση του εν υπνώσει κυρίαρχου λαού, αλλά και πάλι, όπως συνεχώς συμβαίνει στο Κοινοβούλιο, την επικαιροποίησή του στο πρόσωπο του οργάνου που τον ερμηνεύει αυθεντικά. Άλλωστε, όλοι γνωρίζουμε ότι ακόμη και όταν ο λαός παρουσιάζεται ως κατεξοχήν πρωτογενής και αυτεξούσιος, όπως για παράδειγμα στο δημοψήφισμα του 1974, δεν αποτελεί παρά την απόλυτα συντεταγμένη και όχι τη συντακτική εκδήλωση μιας προσδιορισμένης, βάσει νόμου και ερωτήματος, βούλησης[32]. Σε ό,τι αφορά δε την ευρωπαϊκή ενοποίηση, η επιμονή στο κριτήριο μιας πρωτογενούς συντακτικής εξουσίας (ευρωπαϊκός λαός/δήμος), όχι μόνον δεν έχει αποτρέψει μέχρι τώρα την εκχώρηση από τα Κράτη στην Ε.Ε. παραδοσιακών κυριαρχικών αρμοδιοτήτων (π.χ. κοπή νομίσματος), αλλά μάλλον αποκλείει και τη δυνατότητα ανάδυσης ενός νομιμοποιημένου, με την έννοια του παντοδύναμου δημιουργού, «Ευρωπαίου Κυρίαρχου», διότι και αυτός μόνο παράγωγος μπορεί να είναι[33]. Επιγραμματικά, η σύλληψη του «κυρίαρχου λαού» φαίνεται να δεσπόζει κυρίως στο φαντασιακό της νομικής θεωρίας.
Γιατί, λοιπόν, παραμένουμε αθεράπευτα δέσμιοι της θεολογικής πεποίθησης στην ύπαρξη μιας ενσαρκωμένης οντότητας που μας κληροδοτεί τα θελήματά της, ενώ πράττουμε συχνά, και όχι βέβαια μόνον εμείς[34], το ακριβώς αντίθετο; Πώς είναι δυνατόν να διερευνούμε τη συμβατότητα του Μνημονίου και του κάθε Μνημονίου με τη βούληση του αυθεντικού λαού του 1975, ο οποίος παραπέμπει σε αυτόν του 1911/1864, αν όχι πιο πίσω; Ίσως γιατί μόνον έτσι μπορούμε αφενός να διαφυλάξουμε επιστημολογικά την ιδιότητά μας ως συνταγματολόγοι και αφετέρου, ως πολιτικά υποκείμενα, να διατηρήσουμε τη (ψευδή) συνείδηση της ιδανικής δημοκρατικής νομιμοποίησης του αυτοκαθορισμού μας. Ωστόσο, στην παρούσα (μνημονιακή) συγκυρία, ακόμα και τα πιο βαριά ιδεολογικά ονόματα που συστηματοποιούν την έννομη τάξη και θεμελιώνουν την υπακοή μας σε αυτήν, όπως αυτό της κυριαρχίας[35], μοιάζει να έχουν χάσει τη διαπλαστική[36] τους δύναμη.


[1] Βλ. Κ. Θ. ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟ, Μεταξύ εθνικής και ενωσιακής έννομης τάξης : το «Μνημόνιο» ως αναπαραγωγή της κρίσης του κράτους δικαίου, σε http://www.constitutionalism.gr/html/ent/914/ent.1914.asp.
[2] Σύμφωνα με τη χαρακτηριστική διατύπωση του Γ. Ζ. ΔΡΟΣΟΥ, Το «Μνημόνιο» ως σημείο στροφής του πολιτεύματος, σε http://www.constitutionalism.gr/html/ent/807/ent.1807.asp.
[3] Αν εξαιρέσουμε, ίσως, την περίπτωση του Ευρωσυντάγματος, η σχέση κοινοτικού και εθνικού δικαίου δεν αποτέλεσε ποτέ σημείο βρασμού της πολιτικής και της θεωρητικής συναίνεσης. Βλ. για τις δεκαετίες ’80-’90 τις δύο σχετικές μονογραφίες των ΤΖ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΥ-ΣΤΡΑΓΓΑ, Ελληνικό συνταγματικό δίκαιο και ευρωπαϊκή ενοποίηση, εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα – Κομοτηνή, 1996 και Γ. Ζ. ΔΡΟΣΟΥ, Ελληνική συνταγματική τάξη και Ευρωπαϊκές Κοινότητες στις διεθνείς σχέσεις, εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα – Κομοτηνή, 1987. Επίσης, σημαντική θέση κατέχει η προβληματική αυτή στο έργο του Α. ΜΑΝΙΤΑΚΗ, Eλληνικό Συνταγματικό Δίκαιο, Ι, εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα – Θεσσαλονίκη, 2004. Βλ. επίσης Α. ΜΑΝΙΤΑΚΗ, Τα όρια της κοινοτικής αρμοδιότητας και η συνταγματική θεώρησή τους, ΤοΣ, 1984, σελ.472 επ. Για μια σύγχρονη και περιεκτική εξέταση του θέματος, με έμφαση και στη συγκριτική του διάσταση βλ. Λ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Εθνικό Σύνταγμα και Κοινοτικό Δίκαιο: το ζήτημα της «υπεροχής», εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα – Κομοτηνή, 2009.
[4] Α. ΜΑΝΙΤΑΚΗΣ, To «Σύνταγμα» της Ευρώπης αντιμέτωπο με την εθνική και λαϊκή κυριαρχία, εκδ. Παπαζήση, Αθήνα, 2004, σελ.41 επ.
[5] Ή, αλλιώς, την ελευθερία εκφοράς της «τελευταίας λέξης» από το Κράτος και πιο συγκεκριμένα «την εξουσία απόφανσης περί της έκτασης και του περιεχομένου του πεδίου εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου». Λ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, ό.π., σελ.378.
[6] Σύμφωνα με τον M. TROPER, η κυριαρχία αποτελεί μια αρχή καταλογισμού, απαραίτητη για τη συστηματοποίηση και τη δεσμευτικότητα των κανόνων δικαίου. Βλ. ΙΔΙΟΥ, La souveraineté comme principe d’imputation, σε D. MAILLARD DESGRÉES DU LOÛ (επιμ.), Les évolutions de la souveraineté, Collection Grands Colloques, Montchrestien, Paris, 2006, σελ.69 επ. Ο TROPER, ωστόσο, επισημαίνει ότι αυτή η αναγκαία αρχή για να θεμελιωθεί η έννομη τάξη είναι σήμερα σε κρίση. Στην περίπτωση δε της ευρωπαϊκής ενοποίησης, ο συγγραφέας υποστηρίζει ότι αποσυντίθενται όλα τα στοιχεία της fictio της κυριαρχίας.
[7] Α. ΜΑΝΕΣΗΣ, Συνταγματικό Δίκαιο, τ.Ι, εκδ. Σάκκουλα, Θεσσαλονίκη, 1980, σελ.55 επ. Σύμφωνα με τον ΜΑΝΕΣΗ, «η νομικοπολιτική υπερδομή – δίκαιο και κράτος – δεν είναι παθητικός δέκτης των επιδράσεων της κοινωνικοοικονομικής υποδομής, αλλά αντενεργεί και αυτή λειτουργώντας αναδραστικά. Ακόμη περισσότερο: δεν υπάρχει, ειδικότερα, ούτε χρονική ούτε λογική προτεραιότητα μεταξύ οικονομίας και δικαίου. Διότι υποδομή και υπερδομή («βάση» και «εποικοδόμημα») συναρθρώνονται σε μια ολότητα: την όλη δομή του συγκεκριμένου κοινωνικού σχηματισμού, η οποία «αυτοϊσορροπείται» με την αέναη λειτουργία διαλεκτικών σχέσεων αμοιβαίας ανάδρασης – αλληλεξάρτησης και αλληλεπίδρασης – σε όλα τα επίπεδα των στοιχείων που τη συνθέτουν, επειδή ακριβώς αυτά διαθέτουν μία σχετική αυτονομία, όπως συμβαίνει και με το δίκαιο». (σελ.70)
[8] Κλασική παραμένει η σχετική μελέτη του ΦΙΛ. ΣΠΥΡΟΠΟΥΛΟΥ, Η κανονιστική δύναμη του πραγματικού, ΤοΣ, 1983, σελ.105 επ.
[9] Βλ. τις εμβριθείς αναλύσεις των Κ. Θ. ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΥ, ό.π., και Α. ΓΕΡΟΝΤΑ, Το Μνημόνιο και η δικαιοπαραγωγική διαδικασία, ΕφημΔΔ, 5/2010, σελ.705 επ.
[10] Κ. Χ. ΧΡΥΣΟΓΟΝΟΣ, Η χαμένη τιμή της Ελληνικής Δημοκρατίας. Ο μηχανισμός «στήριξης» της ελληνικής οικονομίας από την οπτική της εθνικής κυριαρχίας και της δημοκρατικής αρχής», σε http://www.constitutionalism.gr/html/ent/809/ent.1809.asp. O συγγραφέας ξεκαθαρίζει ότι «από νομική άποψη δεν φαίνεται να ανακύπτει δέσμευση και πολύ περισσότερο περιορισμός της εθνικής κυριαρχίας κατά την έννοια του άρθρου 28 παρ.3 Σ.» και ακόμη ότι «πρόκειται για de facto όχι όμως και de jure εκχώρηση της εξωτερικής οικονομικής κυριαρχίας». Έτσι, η «ελληνική κυβέρνηση και το κοινοβούλιο τίθενται υπό τον άμεσο έλεγχό της στα θέματα αυτά, αφού κάθε σοβαρή άρνηση συμμόρφωσης στις υποδείξεις της θα συνεπάγεται τη μη εκταμίευση της επόμενης δόσης του δανείου» Σε πιο ήπιους τόνους, ο Π. ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ επισημαίνει «ότι η εφαρμογή στην πράξη του όλου καθεστώτος του μηχανισμού στήριξης και, κυρίως, των δύο Μνημονίων επιφέρει, de facto, περιορισμούς στην χάραξη της οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής από τα αρμόδια όργανα του Ελληνικού Κράτους. Τούτο, όμως ουδόλως ισοδυναμεί με de jure αναγνώριση αρμοδιοτήτων, που προβλέπονται από το Σύνταγμα, σε αλλοδαπό όργανο. Απλώς συνιστά πολιτική επίπτωση – και μάλιστα βαρύτατη από πλευράς συνεπειών για το κοινωνικό σύνολο και την οικονομία – την οποία επωμίζεται, επίσης πολιτικώς και μάλιστα εξ’ολοκλήρου, η Κυβέρνηση η οποία προέβη οικειοθελώς στην επιλογή υπαγωγής της Χώρας στο μηχανισμό στήριξης». Βλ. ΙΔΙΟΥ, Παρατηρήσεις ως προς τη νομική φύση και τις έννομες συνέπειες του «Μνημονίου», σε http://www.constitutionalism.gr/html/ent/786/ent.1786.asp.
[11] Για μια πολιτειολογική ανάλυση της κυριαρχίας βλ. O. BEAUD, Souveraineté, σε P. RAYNAUD – S. RIALS (επιμ.), Dictionnaire de la philosophie politique, PUF, Paris, 2001, σελ.625 επ.
[12] Βλ., επίσης, για τη διάκριση εσωτερικής και εξωτερικής κυριαρχίας Π. Δ. ΔΑΓΤΟΓΛΟΥ, Περί κυριαρχίας, εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα – Κομοτηνή, 1986, σελ.55 επ. Για την προφανή αυτή ασυμμετρία ανάμεσα στην εσωτερική και την εξωτερική κυριαρχία βλ. O. BEAUD, La puissance de l’Etat, ό.π., σελ.16-17.
[13] Γ. Ι. ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ, Οι συμφωνίες δανεισμού της Ελλάδας με την ΕΕ και το ΔΝΤ, ΔΣΑ, Αθήνα, 2010, σελ.17.
[14] Ibidem, σελ.19 (η υπογράμμιση δική μας).
[15] Ας μας επιτραπεί να μεταφράσουμε εδώ, ίσως αδόκιμα, τον γαλλικό όρο «étaticité», τον οποίο χρησιμοποιεί στις σχετικές αναλύσεις του ο O. BEAUD για να υπογραμμίσει τη νεωτερική ταύτιση ανάμεσα στο Κράτος και την κυριαρχία. Βλ. ΙΔΙΟΥ, La puissance de l’État, ό.π., σελ.151.
[16] Βλ. ΣΤ. ΤΣΑΚΥΡΑΚΗ, Ζήτω το Μνημόνιο. Μία δυνατότητα είχαμε: να σταματήσουμε τα δανεικά, Τα Νέα, 21.9.2010. Για τη σημασιοδότηση του Μνημονίου ως ευκαιρία μεταρρυθμίσεων που δεν θα απειλήσουν, ωστόσο, τα κεκτημένα του συνταγματισμού βλ. Ν. Κ. ΑΛΙΒΙΖΑΤΟ, Μεταρρυθμίσεις χωρίς αλαζονεία, Καθημερινή, 14.11.2010. Για μια αναστοχαστική εκτίμηση της νέας πολιτειακής κατάστασης, η οποία εκφράζει την απολογητική, καταγγελτική, ελπιδοφόρα και ταυτόχρονα αμήχανη αντίδραση ενώπιον της αλλαγής παραδείγματος που επιφέρει το Μνημόνιο βλ. Γ. Ζ. ΔΡΟΣΟ, Το Μνημόνιο ως στροφή του πολιτεύματος, ό.π.
[17] Τη συμβασιοκρατική αυτή θέση, η οποία δίνει έμφαση στη συμβολαιική ελευθερία του Κράτους ακολουθεί ο Π. ΓΚΛΑΒΙΝΗΣ, Το Μνημόνιο της Ελλάδος στην ευρωπαϊκή, τη διεθνή και την εθνική έννομη τάξη, εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, σελ.111 επ. Θετικιστική είναι και η ανάλυση του Κ. Θ. ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΥ, ο οποίος σημειώνει ότι «σε αντίθεση με τους κανόνες και τις αρχές της ευρωπαϊκής έννομης τάξης, τα προγράμματα διαρθρωτικής προσαρμογής του ΔΝΤ δεν διεκδικούν από μόνα τους άμεση εφαρμογή στο εσωτερικό της εθνικής έννομης τάξης ούτε φυσικά την υπεροχή τους έναντι των διαφόρων εθνικών κανόνων και αρχών». Βλ. ΙΔΙΟΥ, Το κράτος δικαίου και η εθνική κυριαρχία μπροστά στο ΔΝΤ, ΕφημΔΔ, τ.1/2010, σελ.2-3.
[18] Δηλαδή στην 2010/320/ΕΕ απόφαση του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κατ’ εφαρμογή των άρθρων 126 και 136 της ΣΛΕΕ. Βλ. σχετικά την εισήγηση της Ε. ΣΑΡΠ στην υπόθεση του Μνημονίου σε http://www.constitutionalism.gr/html/ent/865/ent.1865.asp
[19] Καθώς, σύμφωνα με την ΣΑΡΠ, «αρμοδιότητες σχετικές με την άσκηση της οικονομικής και δημοσιονομικής πολιτικής της χώρας έχουν παραχωρηθεί σε όργανα της Ευρωπαϊκής Ενώσεως σύμφωνα με τις διατάξεις του δικαίου της Ένωσης, στην οποία η Ελλάδα έχει προσχωρήσει με πράξεις κυρωθείσες μετά την τήρηση των προϋποθέσεων του άρθρου 28 Σ.» Βλ. ΙΔΙΑΣ, ό.π.
[20] Σύμφωνα με τον Γ. Ζ. ΔΡΟΣΟ, τη διάσπαση της ταυτότητας εθνικού συμφέροντος και εθνικής κυριαρχίας αποτυπώνει ακριβώς το 28 παρ. 3 Σ. Βλ. ΙΔΙΟΥ, Δοκίμιο ελληνικής συνταγματικής θεωρίας, εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα –Κομοτηνή, 1996, σελ.655.
[21] Π. ΔΑΓΤΟΓΛΟΥ, Το νέο Σύνταγμα και οι Ευρωπαϊκές Κοινότητες, σελ. 499 (υποσημ.19). Δανειζόμαστε την παραπομπή από την TΖ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΥ-ΣΤΡΑΓΓΑ, Ελληνικό συνταγματικό δίκαιο και ευρωπαϊκή ενοποίηση, ό.π., σελ.48 (η υπογράμμιση δική μας).
[22] Το ίδιο υποστηρίζει και ο Α. ΜΑΝΕΣΗΣ, Αι εγγυήσεις τηρήσεως του Συντάγματος, Ι, εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα – Κομοτηνή, Κλασική Νομική Βιβλιοθήκη, 1991, σελ.79 επ. Για κάθε συνεπή θετικιστή, όπως ο H. KELSEN ή ο R. CARRÉ DE MALBERG, η συντακτική εξουσία δρα εκτός δικαίου. Πρόκειται, στην πραγματικότητα, για ένα θρύλο ή για ένα παιδικό παραμύθι, σύμφωνα με τη γλαφυρή διατύπωση του CL. KLEIN, Théorie et pratique du pouvoir constituant, PUF, Les voies du droit, Paris, 1996, σελ.187 επ. (Chapitre X : De la légende du pouvoir constituant (originaire) à la limitation du pouvoir de révision).
[23]Β. ΑCKERMANN, We the people, Belknap Press, Cambridge Mass., 1991, σελ.6 επ. Έτσι, ο «αληθινός λαός», ο αυθεντικός δηλαδή κυρίαρχος, εμφανίζεται σπάνια και κατά την περίοδο της ιστορικής του ανάπαυσης αναλαμβάνει ο «αντιπρόσωπός» του. Βλ. M. GAUCHET, La révolution des pouvoirs. La souveraineté, le peuple et la représentation (1789-1799), Gallimard, Paris, 1995, σελ.45 επ.
[24] Μια διάσημη εξαίρεση στη διεθνή βιβλιογραφία αποτελεί ο G. VEDEL λόγω της αντίθεσής του στους ουσιαστικούς περιορισμούς της αναθεωρητικής εξουσίας. Ο VEDEL τάσσεται υπέρ της δυνατότητας αναθεώρησης της συνταγματικής διάταξης περί αναθεώρησης. Βλ. ΙΔΙΟΥ, Schengen et Maastricht, RFDA, 1992, σελ.173 επ. Για το λογικό παράδοξο της θέσης αυτής, σύμφωνα με τον Α. ROSS, αλλά και για μια οπτική που σωστά κατά τη γνώμη μας αποσυνδέει το δίκαιο από την τυπική λογική βλ. P. SUBER, The Paradox of Self-Amendment : a Study of Logic, Law, Omnipotence and Change, New York, Peter Lang, 1990.
[25] Η νομική μετάφραση αυτής της θεωρητικής θέσης είναι η τεκμηρίωση της αδυναμίας του Συντάγματος να καταργήσει τον εαυτό του. Η ΤΖ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΥ-ΣΤΡΑΓΓΑ παρατηρεί ότι «η συντακτική εξουσία δεν είναι προϊόν αλλά το θεμέλιο του Συντάγματος και επομένως δεν είναι στη διάθεσή του. Σύμφωνα με την άποψη αυτή κανένα σύνταγμα δεν μπορεί να προβλέψει και να ρυθμίσει την κατάλυσή του και επομένως κανένας συνταγματικός περιορισμός δεν μπορεί να είναι ολοκληρωτικός και αμετάκλητος». Σύμφωνα με τον Α. ΜΑΝΙΤΑΚΗ, «η παράγραφος 3, ερμηνευόμενη σε συνδυασμό με τη δεύτερη παράγραφο του άρθρου 28, εγκαθιδρύει μια συνταγματική επιταγή που απευθύνεται σε όλες τις συντεταγμένες εξουσίες και στην αναθεωρητική, δηλώνοντας ότι το εθνικό κράτος διατηρεί ακέραια την εξουσία του να ορίζει και να προστατεύει μέσω των κρατικών λειτουργιών του τη συνταγματική του ταυτότητα, τις θεμελιακές του εκείνες δομές, αρχές ή αξίες που το χαρακτηρίζουν ως ανεξάρτητο κράτος και ως πολίτευμα συνταγματικό, δημοκρατικό και δικαιοκρατικό (…) (Έ)τσι, η παράγραφος 3 του άρθρου 28, ορίζοντας ότι οι περιορισμοί στην εθνική κυριαρχία δεν δύνανται να θίγουν τις «βάσεις του δημοκρατικού πολιτεύματος και τα δικαιώματα του ανθρώπου», εγκαθιδρύει συνταγματική επιφύλαξη κυριαρχίας, η οποία δεν απευθύνεται βέβαια και δεν αφορά το διεθνή οργανισμό ούτε το αντισυμβαλλόμενο κράτος, αποτελεί ωστόσο θεμελιώδη δέσμευση των εθνικών κρατικών οργάνων, της νομοθετικής, της εκτελεστικής και της δικαστικής εξουσίας», βλ. Το «Σύνταγμα» της Ευρώπης αντιμέτωπο με την εθνική και λαϊκή κυριαρχία, ό.π., σελ.64-65 (η υπογράμμιση του συγγραφέα). Για μια κριτική της παραπάνω άποψης περί «επιφύλαξης κυριαρχίας» βλ. Λ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, ό.π., σελ.429 επ.
[26] Σύμφωνα με τον O. CAYLA, είναι αδύνατον να εντοπίσουμε νομικά την έννοια του κυρίαρχου λαού και κατά συνέπεια την πρωτογενή συντακτική εξουσία. Βλ. ΙΔΙΟΥ, La théorie obscure du pouvoir constituant originaire, σε Mélanges Troper, Εconomica, Paris, 2006, σελ.249 επ. Όμως και σε λιγότερο νορματιβιστικές, αλλά πιο πολιτειολογικές-κοινωνιολογικές αναλύσεις, πάλι η λαϊκή κυριαρχία αναδεικνύεται σε ανεύρετη έννοια. Για παράδειγμα, στο έργο του P. ROSANVALLON, Le peuple introuvable, Gallimard, Paris, 1998, αναλύεται η ένταση ανάμεσα στην πολιτική και την κοινωνιολογική διάσταση του λαού.
[27] Έτσι, όπως εύστοχα αναφέρει ο O. CAYLA, η αναθεωρητική συντακτική εξουσία έχει μια «μικτή φύση», η οποία παραπέμπει στη θεολογική σύλληψη της ενσάρκωσης, της θαυματουργής ένωσης δηλαδή του υιού με τον πατέρα, όπου ο πρώτος είναι την ίδια στιγμή ίσος και άνισος με το δεύτερο. Στην πραγματικότητα, η αναθεωρητική λειτουργία είναι μια «συντακτική συντεταγμένη εξουσία». Βλ. ΙΔΙΟΥ, ό.π., σελ.253. Αυτό βέβαια σημαίνει ότι και η ίδια η πρωτογενής συντακτική εξουσία χάνει τον κυρίαρχο χαρακτήρα της, αφού εμφανίζεται παραδόξως να είναι ταυτόχρονα κυρίαρχη και υποταγμένη.
[28] Όπως, για παράδειγμα, στο έργο του Α. ΜΑΝΙΤΑΚΗ, Το «Σύνταγμα» της Ευρώπης αντιμέτωπο με την εθνική και λαϊκή κυριαρχία, ό.π.
[29] Εξωστρεφώς λειτουργούν οι παραπάνω ρήτρες για τον Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟ, Μαθήματα Συνταγματικού Δικαίου, αναθ. έκδ., εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα – Κομοτηνή, 2008, σελ.204. Την άποψη αυτή υποστηρίζει και στην πρόσφατη μονογραφία της η Λ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, ό.π., σελ. 385 επ.
[30] Σύμφωνα με τον Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟ, η πρωτογενής συντακτική εξουσία προσφεύγει συχνά σε «νομικές διαδικασίες, κρατικά όργανα και νομικές πράξεις που είναι λίγο ή πολύ γνωστά στην έννομη τάξη, ακόμη κι αν οι σχετικοί κανόνες δεν τηρούνται, ή δεν τηρούνται πλήρως. Αυτό εξηγεί γιατί πολλές φορές και στην ελληνική συνταγματική ιστορία η πρωτογενής συντακτική εξουσία επιχείρησε να εμφανιστεί ως απλή αναθεωρητική διαδικασία, που σέβεται τα όρια και τις προδιαγραφές του ισχύοντος Συντάγματος. Αυτό συνέβη και όταν οι αναθεωρήσεις αυτές ήταν μερικές αναθεωρήσεις, εντοπισμένες σε συγκεκριμένα κεφάλαια και περιορισμένο αριθμό διατάξεων του Συντάγματος (όπως το 1910-11), αλλά και όταν επρόκειτο για ολικές αναθεωρήσεις, δηλαδή διαδικασίες οι οποίες οδηγούσαν σε εξαρχής κατάστρωση νέου συνταγματικού κειμένου, που διατηρούσε βεβαίως πολλά στοιχεία από το προηγούμενο Σύνταγμα (όπως το 1946-52)». Βλ. ΙΔΙΟΥ, ό.π., σελ.66 (η υπογράμμιση του συγγραφέα).
[31] Έτσι, ο Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ αναφέρει ότι «στην ελληνική συνταγματική ιστορία η δικαιοσύνη δέχτηκε, είτε ρητά είτε σιωπηρά, το κύρος όλων των συνταγματικών μεταβολών, είτε αυτές έγιναν κατ’ εφαρμογή των διατάξεων για την αναθεώρηση του Συντάγματος είτε είχαν πρωτογενή χαρακτήρα, όπως το 1946-1952 και το 1974-75». Βλ. ΙΔΙΟΥ, ό.π., σελ.68.
[32] Και αυτό γιατί στο δημοψήφισμα δεν λαμβάνει μέρος ο «λαός», αλλά το «εκλογικό σώμα», ενώ η νομική και πραγματολογική του μορφή υπαγορεύεται από έναν προηγούμενο νόμο περί δημοψηφίσματος. Έτσι, είναι σαφές ότι στο δίκαιο δεν υπάρχει καμία εκδήλωση του πρωταρχικού, του ολότελα δηλαδή νέου ή για να το πούμε διαφορετικά της παρθενογένεσης, αφού πριν από κάθε κανόνα δικαίου υπάρχει πάντα κάποιος άλλος. Βλ. την ανάλυση του HART για την αξιολόγηση της εντολής του εκλογικού σώματος με βάση κανόνες που προσδιορίζουν εκ των προτέρων την εγκυρότητά της σε H. L. Α. HART, The concept of law, Ofxord University Press, 1961, σελ.74 επ.
[33] Για παράδειγμα, η «νέα» συνθήκη της Λισαβόνας αποτελεί σε μεγάλο βαθμό τροποποίηση των «παλαιών» συνθηκών ενώ διατηρεί τις επιλογές της απορριφθείσας «Συνταγματικής». Ακόμη, όμως, και η περίφημη Χάρτα των Δικαιωμάτων δεν συνιστά κάτι το πρωτοφανές, αφού αναπαράγει σε μεγάλο βαθμό το κείμενο της ΕΣΔΑ, τις επιλογές δηλαδή του Συμβουλίου της Ευρώπης. Για μια σύντομη παρουσίαση της συνθήκης της Λισαβόνας βλ. Κ. ΜΠΟΤΟΠΟΥΛΟ, Οδηγός για τη Λισαβόνα. Ταξίδι στο νέο θεσμικό τοπίο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα – Κομοτηνή, 2010.
[34] Χαρακτηριστικές είναι οι αναλύσεις των O. CAYLA και C. KLEIN για τα συνταγματικά παράδοξα της 4ης και της 5ης γαλλικής Δημοκρατίας και τις νομικά έγκυρες αναθεωρήσεις, παρά τις προφανείς παραβιάσεις της βούλησης της πρωτογενούς συντακτικής εξουσίας.
[35] Αυτή είναι, με λίγα λόγια, η θέση του H. ΚELSEN για την κυριαρχία. Βλ. περισσότερασε O. BEAUD, La puissance de l’État, ό.π., σελ.19-20. Η κυριαρχία είναι, λοιπόν, μια αρχή νομιμοποίησης της έννομης τάξης που ανάγεται στη σφαίρα της πολιτικής φιλοσοφίας και όχι σε αυτήν του δικαίου.
[36] Βλ. για τη δύναμη της ιδεολογίας τη μελέτη του Γ. Ζ. ΔΡΟΣΟΥ, Μία διάλεξη στο Χάρβαρντ κι ένα δείπνο στο Μπουένος Άϊρες ή Φαντασία και νομική ιδεολογία στην Ελλάδα του 19ου αιώνα, εκδ. Το Πέρασμα, Αθήνα, 2009.

Περί ρατσισμού και ελευθερίας του Λόγου

Aριστείδης Χατζής, Επίκουρος Καθηγητής Φιλοσοφίας Δικαίου και Θεωρίας Θεσμών στο Τμήμα ΜΙΘΕ του Πανεπιστημίου Αθηνών

Στις 4 Οκτωβρίου 1976 ο Frank Collin, ηγέτης μιας μικρής ομάδας νεοναζί στο Σικάγο ζήτησε άδεια για να παρελάσει με την ομάδα του στο προάστιο Σκόκι. Οι δημοτικές αρχές έθεσαν κάποιες προϋποθέσεις που καθιστούσαν αδύνατη την παρέλαση και οι νεοναζί κατέφυγαν στα δικαστήρια.

Στις 28 Απριλίου 1977 το τοπικό δικαστήριο δικαίωσε τον δήμο καθώς στο Σκόκι οι 40.000 από τους 70.000 κατοίκους του ήταν εβραϊκής καταγωγής, οι 5.000 μάλιστα από αυτούς ήταν επιζήσαντες του Ολοκαυτώματος. Γι’ αυτό άλλωστε οι νεοναζί επέλεξαν το Σκόκι για την παρέλασή τους. Στην παρέλαση αυτή σχεδίαζαν να φορέσουν στολές του γερμανικού ναζιστικού κόμματος και να φέρουν σημαίες με σβάστικες.

Ο στόχος των ναζί ήταν προφανής: η παρέλαση μπροστά από τα σπίτια ανθρώπων που επέζησαν από το ολοκαύτωμα ή έστω ανθρώπων που έχασαν αγαπημένα πρόσωπα σ’ αυτό θα προκαλούσε ισχυρή ψυχική οδύνη στον εβραϊκής καταγωγής πληθυσμό του Σκόκι.

Αυτό ισχυρίστηκαν οι δικηγόροι της κοινότητας του Σκόκι στα δικαστήρια, τονίζοντας ακόμα ότι ο λόγος μίσους, ο ρατσιστικός και μισαλλόδοξος λόγος, δεν θα πρέπει να προστατεύεται καθώς ισοδυναμεί με φυσική βία (και ορισμένες φορές είναι πολύ πιο οδυνηρός). Επιπλέον η παρουσία των Ναζί στο Σκόκι θα οδηγούσε οπωσδήποτε σε βίαιες συγκρούσεις που δεν θα μπορούσαν να ελεγχθούν από τις αρχές.Όμως οι νεοναζί βρήκαν έναν ανεπιθύμητο γι’ αυτούς σύμμαχο. Την American Civil Liberties Union (ACLU), τη μεγαλύτερη φιλελεύθερη οργάνωση προστασίας των ατομικών δικαιωμάτων στις Η.Π.Α. Η ACLU κατέφυγε στα ομοσπονδιακά δικαστήρια και κέρδισε εκ μέρους των νεοναζί όλες τις δικαστικές διαμάχες με αποκορύφωμα τις αποφάσεις του Ανώτατου Δικαστηρίου της Πολιτείας του Ιλλινόι και του 7ου Περιφερειακού Εφετείου.

Τα αμερικάνικα δικαστήρια δικαίωσαν ουσιαστικά όχι τους Ναζί (που τελικά δεν παρέλασαν στο Σκόκι) αλλά την ACLU που έδωσε και συνεχίζει να δίνει αγώνες για την μεγαλύτερη δυνατή προστασία της ελευθερίας του λόγου και της έκφρασης που την έχει κατοχυρώσει η περίφημη πρώτη τροποποίηση του Αμερικανικού Συντάγματος:

«Το Κογκρέσο δεν θα θεσπίσει κανένα νόμο που να περιορίζει την ελευθερία του λόγου ή του τύπου.» Και «όταν λέμε κανέναν, εννοούμε κανένα νόμο» έλεγε ο ανώτατος αμερικανός δικαστής Hugo Black. Αν και η ACLU έχασε 30.000 μέλη και $500.000 σε εισφορές δεν υποχώρησε, ενώ πολλοί από τους δικηγόρους της που υπερασπίστηκαν με πάθος το δικαίωμα στην ελευθερία της έκφρασης των ναζί ήταν εβραϊκής καταγωγής.

Αντίθετα στην Ευρώπη η προστασία είναι όχι μόνο ελλιπής αλλά πολλές φορές και ανύπαρκτη. Τιμωρούνται πολλά είδη λόγου, η άρνηση του Ολοκαυτώματος, η άρνηση της γενοκτονίας των Αρμενίων, σε πολλές περιπτώσεις απαγορεύεται ακόμα και η στράτευση σε ακραίες οργανώσεις της Αριστεράς ή της Δεξιάς. Στην Ελλάδα (και αλλού) φτάσαμε στο τραγελαφικό σημείο να ποινικοποιούμε και την κουκούλα στις διαδηλώσεις.

Δυστυχώς το Υπουργείο Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων έκανε ένα ακόμα βήμα προς την ολισθηρή πλαγιά του περιορισμού του λόγου και της έκφρασης με την κατάθεση Σχεδίου Νόμου με θέμα την «Καταπολέμηση ορισμένων μορφών και εκδηλώσεων ρατσισμού και ξενοφοβίας μέσω του Ποινικού Δικαίου». Στο σχέδιο αυτό νόμου (το οποίο έχει τεθεί σε διαβούλευση) απαγορεύονται όλα τα είδη του «απεχθούς λόγου» στην παράδοση πολλών ευρωπαϊκών νομικών συστημάτων.

Ο νόμος αυτός δεν πρέπει να ψηφισθεί από τη Βουλή των Ελλήνων. Ελπίζουμε ότι ο Υπουργός Δικαιοσύνης θα αποσύρει το σχέδιο στο σύνολό του και θα το επαναφέρει περιορίζοντάς το στην απαγόρευση των πράξεων μίσους και όχι του λόγου. Στο εξαιρετικό βιβλίο του για την Ελευθερία του Λόγου στις ΗΠΑ ο Σταύρος Τσακυράκης αναφέρει ότι η προστασία του λόγου στις ΗΠΑ είναι τόσο συστηματική και ισχυρή που λίγο απέχει από το να είναι απόλυτη.

Το βιβλίο αυτό πρέπει να διαβαστεί επειγόντως από όλους τους Έλληνες νομικούς γιατί η προστασία του λόγου και της έκφρασης θα πρέπει να είναι απόλυτη.

Μάλιστα, κατά σύμπτωση, αυτές τις ημέρες εκδόθηκαν άλλες δύο ιστορικές αποφάσεις από τα αμερικανικά δικαστήρια για την προστασία της ελευθερίας του λόγου και της έκφρασης.

Στην πρώτη το Ανώτατο Δικαστήριο αναγνώρισε το δικαίωμα μιας παρανοϊκής χριστιανικής οργάνωσης να διαμαρτύρεται έξω από νεκροταφεία που κηδεύονται αμερικανοί στρατιώτες με συνθήματα όπως «Ο Θεός τιμωρεί τις Η.Π.Α. επειδή νομιμοποίησαν την άμβλωση» και στη δεύτερη το 7ο Περιφερειακό Εφετείο αναγνώρισε το δικαίωμα σε ένα μαθητή να φοράει στο σχολείο του μπλούζα που αναγράφει το μήνυμα «Να είσαι χαρούμενος, όχι Gay».

Ο δικαστής Richard Posner, που εξέδωσε τη δεύτερη απόφαση, τονίζει: «Στη δική μας κοινωνία τα άτομα δεν έχουν το νομικό δικαίωμα να αποτρέπουν την κριτική των πεποιθήσεών τους ή ακόμα και του τρόπου ζωής τους.»

Η ιδέα της απόλυτης προστασίας του λόγου και της έκφρασης βασίζεται σ’ αυτό που ο φιλόσοφος Jeremy Waldron ονομάζει αρχή της «ηθικής σύγκρουσης» και την αποδίδει στον μεγαλύτερο φιλελεύθερο στοχαστή όλων των εποχών, τον John Stuart Mill. Για τον Mill ο ακραίος και επιθετικός λόγος πρέπει να προστατεύεται ακόμα και όταν προκαλεί οδύνη. Όταν απαγορεύεις τη διατύπωση μιας άποψης, γράφει, είναι σαν να ληστεύεις την ανθρωπότητα.

Μόνο με την απόλυτα ελεύθερη αγορά των ιδεών μπορούμε να αντιμετωπίσουμε ανοικτά τον μισαλλόδοξο λόγο και μόνο έτσι μπορούμε να ελέγχουμε τις αρχές μας και τις αντιλήψεις μας συνεχώς, χωρίς να εφησυχάζουμε ποτέ.

Μόνο έτσι μπορούμε να έχουμε μια καθαρή και ζωντανή εικόνα της αλήθειας, όταν αυτή θα παραχθεί μετά από την σκληρή σύγκρουσή της με το σφάλμα.

* Ο Αριστείδης Χατζής είναι Επίκουρος Καθηγητής Φιλοσοφίας Δικαίου και Θεωρίας Θεσμών στο Τμήμα ΜΙΘΕ του Πανεπιστημίου Αθηνών και μέλος της ACLU.

Tο άρθρο δημοσιεύθηκε στην ηλεκτρονική έκδοση του ΒΗΜΑτος στις 10 Μαρτίου του 2011.

Εντός εαυτού αλλά και εντός ορίων

Κωνσταντίνος Τσουκαλάς
Να το πω από την αρχη. Το κυριο αισθημα που με διακατεχει σημερα εδώ είναι η αμηχανια. Δεν είναι βεβαια η πρωτη φορα που αναφερομαι στον εαυτο μου. Αλλα είναι η πρωτη φορα που αυτό γινεται ρητα. Ετσι, ενώ είναι αληθεια πως ο,τι και αν λες η γραφεις αναφερεται τελικα σε σενα τον ιδιο, όταν η εαυτολογια παραμενει αρρητη και υπαινικτικη, υπαρχουν παντα ρητορικα τερτιπια για να βγεις από τη δυσκολη θεση. Όταν κρυβεται πισω από πρωτους πλυθυντικους και αποστασιοποιημενους συλλογισμους, το Εγω μπορει να εμφανιζεται ευπρεπως καλυμμενο.
Όταν ομως καλεισαι να μιλησεις δημοσια για τον εαυτο σου βρισκεσαι μπροστα σε πρωτογνωρα διλληματα. Εισαι υποχρεωμενος να επιλεξεις όχι μονο το λογο σου και το υφος σου, αλλα και τις σιωπες σου. Και αυτό δεν ισχυει λιγοτερο όταν καλεισαι να μιλησεις για το «εργο» σου, για την υποτιθεμενη αντικειμενικοποιηση της υποκειμενικοτητας σου, για την αποτιμηση της κοινωνικης σου «συμβολης», για την προβαλλομενη λειτουργια σου ως μελους της κοινωνιας. Εκτιθεμενος ο ιδιος στο παντα απροβλεπτο βλεμμα των «αλλων», δεν μπορεις παρα να δινεις επιλεκτικες πληροφοριες και να προσφερεις ανεπαρκεις εξηγησεις.
Και εδώ ακριβως ενσκηπτει η αμηχανια για την οποια μιλησα. Ταλάντευομενος αναμεσα στην αυτοικανοποιηση και στην αυτοκριτικη, αναμεσα στο ναρκισσισμο και στην αποστασιοποιηση, βρισκεσαι γυμνος μπροστα στις αντικρυστες παγιδες της αυτοπροβολης και της (ακομα πιο υπουλης) ψευδοσεμνοτυφιας. Αλλα η δοσολογια των εκ πρωτης και μονον οψεως ασυμβατων αυτων πλευρων δεν είναι ποτε εξωθεν δεδομενη. Τα υλικα που θα φανουν στον καθρεφτη οπου θα εμφανισθει το ειδωλο σου, τα επινοεις και τα συνθετεις ο ιδιος.
Στα πλαισια αυτά, επελεξα να κανω κατι που σπανια κανω. Δεν θα μιλησω από στηθους η με σημειωσεις όπως συνηθιζω, αλλα θα στηριχθω σε ένα γραπτο κειμενο. Και ο λογος είναι απλος. Οι τυχον αβλεψιες και τα λαθη εχουν μικρη σημασια όταν μιλας γενικα και θεωρητικα. Όταν όμως εχεις ως αντικειμενο το Εγω σου απειλουν να εμφανισθουν εσκεμμενες αρα και παρεξηγησιμες. Δεν θελω όμως να οχυρωθω πισω από αμφισημιες και αμφιβολιες. Στο μετρο που το ιδιο το διαβημα αποτελει προκληση, θα την αναλαβω. Εις πεισμα η ισως και λογω της αμηχανιας μου, των αβεβαιοτητων μου και της δυσκολιας να εμφανισω ως συνεκτικο η ψευδοσυνεκτικο κατι που μεχρι τωρα μπορουσε να παραμενει χαλαρα απροσδιοριστο.
Εδώ όμως ανακυπτει μια προσθετη δυσκολια. Το διαβημα της συνθεσης συνιστα προκληση προς τις μνημες μου, εκεινες που επαναλαμβανονται αλλα εκεινες που ανασυρονται από τη ληθη. Και οι μνημες αυτές παραμενουν, κατ αναγκην, ανεπαρκεις, επιλεκτικες, στρεβλωτικες και εκλογικευτικες. Αρα και ψευτικες. Όπως ελεγε ο Μπορχες, το παρελθον μας εμφανιζεται παντα αντι και στη θεση ενός αλλου, για το οποιο δεν μπορουμε να γνωριζουμε τιποτε, ουτε καν ότι είναι, και αυτό, κιβδηλο. Με αυτην την εννοια λοιπον, μιλωντας για τον εαυτο μας, τον παραχαραζουμε. Αλλα ταυτοχρονα τον χαραζουμε και παλι εξ υπαρχης.
Πραγματι, στο ματαιο και αναπαντητο ερωτημα «ποιος ειμαι», η οποιαδηποτε απαντηση εμπεριεχει εκεινο που νομιζω σημερα πως ειμαι, εκεινο που θελω να δηλωσω πως ειμαι, εκεινο που φαντασιωνω ότι να μπορουσα ισως να ειμαι, η και εκεινο που δεν ειμαι επειδη η ζωη και η τυχη «τα εφεραν αλλοιως». Ως ειδος λογου, η αυτοπαρουσιαση είναι λοιπον «από-λογια» τοσο για οσα εισαι, οσο και για οσα δεν εισαι. Μια απολογια προς τον εαυτο σου και τους αλλους, για κατι που μοιαζει να εχει προκυψει από τη συναντηση του ηθελημενου, του αθελητου και του τυχαιου. Μια απολογια που στοχευει να εξηγησει επιλογες που δεν ησαν παντα επιλογες και αποφασεις που εμφανιστηκαν σαν δικες σου, ενώ εχουν απλως γλυστρησει στα διακενα και τις ρωγμες που αφηναν πισω τους οι αντιστασεις των εκαστοτε γεγονοτων. Απολογια δηλαδη για ένα τυχαιο που μας επικαθορισε διχως ποτε να το εχουμε ελεγξει, προβλεψει η τιθασσευσει. Ετσι, ως αντικειμενο αφηγησης, η ζωη μας είναι εξ ισου ειρωνικη και πανουργα με την ιστορια. Και με την εννοια αυτή, η αφηγηση παραμενει αυθαιρετη.
Αυθαιρετα λοιπον και εγω επιλεγω να αυτοπαρουσιασθω μεσα από την ολισθηση του προβληματισμου οσων ετυχε να δημοσιευσω αποσιωπωντας όλα εκεινα που παρεμειναν αποτυχημενα, ανολοκληρωτα η κρυφα. Και σε αυτό ακριβως παραπεμπει ο τιτλος της σημερινης εκδηλωσης. Η φραση από τη «Ελληνικη τραγωδια» στη «Δυσφορια της παγκοσμιοποιησης» σηματοδοτει τη δημοσια μεταβαση από το πρωτο στο πιο προσφατο βιβλιο μου.
Προφανως όμως σημαινει και κατι άλλο, κατ που μεχρι τωρα δεν χρειαστηκε να το αρθρωσω, τουλαχιστον ρητα. Το «από»… «στο» υπαινισσεται μια μεταβαση, μια μετατοπιση και μια στροφη από το μερικο στο καθολικο, από το τοπικο στο οικουμενικο, από το ελληνικο στο παγκοσμιο. Δεν μπορω να ειμαι βεβαιος αν αυτή η πορεια, αυτό το ταξειδι, απηχει βαθυτερες μεταλλαγες του εσωτερου εαυτου μου. Δεν μπορει όμως να μη συνδεεται με τις περιπετειες και περιπλανησεις μου στον τοπο και στο χρονο. Δεν μπορει να είναι τυχαιο ότι για οσο ζουσα μακρυα και στερημενος από την Ελλαδα, συγκεντρωνα την προσοχη μου σε ελληνικα θεματα, ενώ από τη στιγμη που επεστρεψα και «ανεκτησα» τον τοπο μου, αρχισα να επιχειρω να τον «υπερβω». Και σημερα ακομα δεν ξερω τι ακριβως συνεβη. Η μονη απαντηση που μπορω να προτεινω αναφερεται στους χωρους τους ασυνειδητου και στις προεκτασεις των Απωλειων που μας συνοδευουν ολους. Γυριζοντας, καταλαβα πως αυτό που με προβληματιζε δεν ηταν πια τοσο η αιχμαλωσια της ιδιας της Ελλαδας στους συνταγματαρχες, οσο η αιχμαλωσια ενός κοσμου που κυριως μετα το 1985-1990, φαινονταν να κινειται προς ανοικειες κατευθυνσεις. Νεες «Απωλειες» και νεες «Ελλειψεις» μπηκαν στη θεση των παλιων. Εννοιωθα ισως πως εκεινο που ολο και περισσοτερο ελλειπε από τη ζωη μου ηταν η ελπιδα, που με κινητοποιουσε και με ζωογονουσε ακομα και στις πιο μαυρες εποχες της Χουντας. Βαθμιαια αρχισα να εμποτιζομαι στα αδιεξοδα που απερρρεαν από την προιουσα αναξιοπιστια της πολιτικης και τη σωρευομενη ανημπορια της Αριστερας. Και αυτό ακριβως υπαινισσομαι μιλωντας για τη δυσφορια της παγκοσμιοποιησης.
Ας αρχισω λοιπον. Αντιθετα με τους επικους ποιητες που αρχιζουν από τη μεση, θα ακολουθησω τον Εμμανουηλ Ροιδη αρχιζοντας από την αρχη. Ως αυτοσχεδιος αυτοβιογραφος, θα μιλησω πρωτα για τις καταβολες μου, για τις επιρροες που με σφραγισαν και για τις συγκυριες και συμπτωσεις που με διαμορφωσαν. Θα περιορισθω βεβαια σε ο,τι παραμενει συνειδητο. Το «Αθροισμα και το Υπολοιπο», (κατά την εκφραση του Ανρυ Λεφεβρ), οι υπογειες και ασυνειδητες διαδρομες που παντα παραμονευουν με τη μορφη αλυτων γριφων, δεν ειμαι ουτε αρμοδιος ουτε καταλληλος να τα αποκρυπτογραφησω.
Θα περιοριστω λοιπον σε οσα θυμαμαι, αρχιζοντας υποχρεωτικα από την καταγωγικη μου σφραγιδα. Προερχομενος απο ένα μεσοαστικο οικογενειακο περιβαλλον, μεγαλωσα προφυλαγμενος από τις αντιφασεις της ζωης. Ειχα την τυχη, η την ατυχια, να ανατραφω μεσα σε κουκουλι. Οντας παιδι της κατοχης, θυμαμαι τον πατερα μου ντυμμενο στα χακι και τους ενστολους Γερμανους να παρελαυνουν, αλλα ουτε νεκρους ειδα, ουτε πυροβολισμους ακουσα. Ακομα και αν πεινασα, δεν εζησα την τραγωδια της πεινας. Δεν επαιζα με παιδια στην αλανα. Ονειροπολουσα ως αυταρκης, ασφαλης και μονος μου.
Οι γονεις μου ειχαν χωρισει από τοτε που ημουν τριων ετων. Και γιαυτον το λογο ισως, οι αμεσες επιρροες που μου ασκησαν υπηρξαν διαφορετικες, ισως και αντιρροπες. Από τη μια μερια η μητερα μου. Από πλουσια οικογενεια της Πατρας που ειχε καταστραφει στο μεσοπολεμο, και ιδιαιτερα καλλιεργημενη, μου ανοιξε το δρομο προς την ευρωπαικη κουλτουρα. Μουμαθε τρεις ξενες γνωσσες,- η ιδια μιλουσε τεσσερεις.- και μου εμφυσησε την αγαπη για την τεχνη, τη λογοτεχνια και την μουσικη. Θυμαμαι, ημουν δεν ημουν δεκα ετων που μου εφερε ένα πικαπ και τους πρωτους μου δισκους, την εβδομη συμφωνια του Μπετοβεν, φυσικα σε 78 στροφες. Θυμαμαι που μου εδειχνε τις αυτοπροσωπογραφιες του Ρεμπραντ και μου διαβαζε ποιηματα του Καβαφη και του Κητς. Θυμαμαι οτι για να με αποτρεψει από το να διαβαζω τη «Μασκα», μου επαιρνε ένα βιβλιο κάθε βδομαδα, αρχιζοντας από τον «Μαγελανο» του Στεφαν Τσβαιγκ. Δεν σταματησα βεβαια να διαβαζω τη «Μασκα», που τα παλια της τευχη προμηθευομουνα από τον Αποστολο Μαγγαναρη στο σκονισμενο παταρι της οδου Χρυσοσπηλαιωτισσης αριθ, 3. Ακομα και σημερα αλλωστε καταβροχθιζω αστυνομικα μυθιστορηματα. Παραλληλα όμως με αυτά, και μαζι με τον Ιουλιο Βερν, στις υπεροχες καθαρευουσιανικες εκδοσεις του Σιδερη, αρχισα να διαβαζω αχορταγα ο,τι επεφτε στο χερι μου. Οι πρωτοι ηρωες μου ηταν ο ντετεκτιβ Χ, ο Αγιος-Σαιμον Τεμπλαρ, ο Ανθρωπος-Αραχνη, ο Φιλεας Φογκ, ο πλοιαρχος Νεμος και ο Μιχαηλ Στρογκωφ σε συνεχη συμβιωση με τον Μαρκο Πολο, το Μαγελανο και τον Κουκ. Δεν είναι τυχαια η ακαταμαχητη γοητεια που εμελλαν να ασκησουν επανω μου ο Μπορχες και ο Ιταλο Καλβινο και από μιαν άλλη αποψη ο Σουιφτ και ο Ερνστ Μπλοχ. Από την αποψη της οικοδομησης των φαντασιακων πολεων των τοπιων, των τοπων και των ουτοπιων που θα με συντροφευαν στο δικο μου ταξιδι, η παρουσια της μητερας μου στη ζωη μου ηταν διαρκης και ανεξιτηλη. Μεσα απ αυτην εμαθα να μη φοβαμαι να φευγω και να μη βιαζομαι να επιστρεφω.
Από την άλλη μερια, αντιθετα, η συμβολη του πατερα μου, υπηρξε εξ ισου αποφασιστικη, αλλα εμμεση και θαλεγα «ανακλαστικη». Δεν με επηρεασε προς την κατευθυνση που επιθυμουσε, αλλα προς την εντελως αντιθετη. Υποχρεωνοντας με να σπουδασω νομικα (τεσσερεις γενιες δικηγορων!) μου ανοιξε το δρομο προς την αυστηροτητα της νομικης επιχειρηματολογιας, μου εμφυσησε την αγαπη της καθαρης λογικης ταυτοχρονα όμως μου δημιουργησε και απωση προς την δικηγορικη πρακτικη. Και οντας εμπλεγμενος στην πολιτικη και εισαγοντας με στα (πιο αθωα και ορατα βεβαια) παρασκηνια των παιγνιων της εξουσιας, με επεισε αθελα του για την αθεραπευτη διγλωσια του κυριαρχου πολιτικου λογου. Με εκανε νομικο αλλα όχι δικηγορο, με κατεστησε πολιτικοποιημενο αλλα όχι πολιτευομενο. Και επισης αθελα του, με εισηγαγε στην τραγικη διασταση του κοινωνικο-πολιτικου γιγνεσθαι. Οντας συνηγορος του Μπελογιαννη,- γεγονος που μπορει ισως να εκπληξει εκεινους που τον ταυτιζουν με τη μεταγενεστερη πολιτικη του «σταδιοδρομια»-, με πηρε μια μερα μαζι του στο δικαστηριο. (Ειμαι μαλιστα ισως ενας από τους ελαχιστους επιζωντες που βρεθηκα στην απολογια του). Χωμενος μεσα στα δικηγορικα εδρανα, εβλεπα και ακουγα διχως όμως να καταλαβαινω και πολλα. Όταν όμως μετα το στρατοδικειο, στο εστιατοριο,- νομιζω ηταν στο «Αβερωφ» οπου η ορχηστρα επαιζε ευθυμες μελωδιες του Λεχαρ και του Καλμαν,- ο πατερας μου εξηγησε πως ο ανθρωπος αυτος προκειται να εκτελεσθει για αυτά που πιστευει, αρχισα να καταλαβαινω την ουσια του πολιτικου δραματος οπου ειχα παραστει ως μαρτυρας. Κατι εσπασε μεσα μου. Βουβαθηκα. Και αρχισα να σκεφτομαι. Διχως να το εχει αντιληφθει, και παντως διχως να το επιδιωκει,- όταν μετα από πολλα χρονια του το ειπα εγινε εξω φρενων,- με ειχε σπρωξει στην αγκαλια της ιδεολογικης και κυριως της ηθικης οικογενειας της «Αριστερας». Από τη στιγμη αυτή, αυτος τουλαχιστον ο κυβος φαινονταν να εχει ριφθει.
Θυμαμαι ότι το επομενο καλοκαιρι, παλι μαζι με τον πατερα μου, βρεθηκα με την κορη του επισης εκτελέσθεντος Μπατση, ενα πανεμορφο κοριτσακι λιγο πιο μικρο από μενα. Δεν εγινε βεβαια η παραμικρη κουβεντα για τον πατερα της η τη δικη. Αλλα στα ματια μου, η παρουσια της συνοψιζε την βαρβαροτητα της κοινωνιας. Τις συντομες διακοπες που περασα μαζι με το παιδι του εκτελεσμενου τις βιωσα σαν δραμα. Καταλαβα πως ολοι, ακομα και οι ανθρωποι του «περιβαλλοντος» μου, υποκεινταν στην αδικια, στον παραλογισμο και στην εξοντωση.
Τα μαθηματα του πατερα μου ηταν λοιπον εμμεσα. Και γιαυτο ισως αργησα να καταλαβω το χρεος μου σ αυτόν. Μου επετρεψε να συγκρουσθω μαζι του με τους δικους μου ορους και να ακολουθησω το δικο μου δρομο διχως να παψει να μου προσφερει τη (λογοκριμενη) αγαπη του. Και τη στιγμη που το ειχα αναγκη, που προσεφερε, παλι αθελα του, και κατι άλλο, ακομα πιο πολυτιμο. Ημουν ηδη μεγαλος όταν μεσα το γαμο του με τη μητερα του, μου χαρισε τον αδελφο μου, το Γιωργο Τσεμπεροπουλο. Σε αυτόν ελεγα αυτά που δεν ελεγα στον πατερα μου με τον οποιο δεν θα μιλουσαμε ποτε ουτε για τη σχεση μας ουτε για τη δικη μου πορεια στη ζωη. Παραδοξως, γιναμε αδελφοι στη θεση των σιωπηλων πατερων μας. Ο δικος του ειχε πεθανει. Ο δικος μου, ηταν ολο και πιο περηφανος για μενα, αλλα παρεμενε και περηφανα αμιλητος. Και εγω δυστυχως επισης.
Διπλα στους γονεις μου θα πρεπει ισως να μνημονευσω τον αδελφο της μητερας μου, τον καθηγητη της φυσικης Καισαρα Αλεξοπουλο που πεθανε μολις περσι σε ηλικια εκατο ετων. Αυτος αναλαμβανε εκαστοτε τον δυσκολο ρολο να συμβαλει στην πειθαρχηση ενός ηδη απειθαρχου παιδιου. Θυμαμαι που, όταν μια φορα, με την εντολη της μητερας μου, ειχε επιχειρησει να με δειρει για καποια μεγαλη αταξια μου,- δεν θυμαμαι πια τι,- αυτος ηταν εκεινος που εβαλε τα κλαμματα. Παρολο που συχνα λειτουργησε σαν προτυπο, σε σημειο που ηθελα καποτε να σπουδασω μαθηματικα, δεν συνεβαλε αποφασιστικα στη διαμορφωση του χαρακτηρα μου. Του χρωστασω όμως τρια πραματα. Μου εμαθε κολυμπι, μου διδαξε την αθεια και μου ενσταλαξε την πεποιθηση ότι είναι καλυτερο να σε αδικουν παρα να αδικεις.
Ετσι διαμορφωθηκαν τα πρωτα μου χρονια μεχρι, που στην εφηβεια μου πια, εμφανιστηκε στην ζωη μου ο ανθρωπος που με σφραγισε περισσοτερο από οποιονδηποτε αλλον, με τη ζωη του, το εργο του και το θανατο του. Ο Νικος Πουλαντζας. Μαζι του ανοιχτηκα όχι μονο στην περιπετεια της ζωης, των απολαυσεων, των αμφιβολιων, των ασκοπων περιπλανησεων και των ατελειωτων ενδοσκοπησεων αλλα και στις ιδεες, την πολιτικη συνειδηση και στρατευση και τη θεωρητικη θεμελιωση των υπο διαμορφωση εφηβικων μου πεποιθησεων. Η σχεση μας ηταν περισσοτερο από φιλικη και αδελφικη. Ηταν κατά κυριολεξιαν συν-τροφικη. Μαζι με τον Πουλαντζα, μαθητευα στη ζωη και στις αντιφασεις της. Κάι παρεα μαζι του ακολουθησα τις τελετουργιες χειραφετησης που αρμοζαν στην καταπιεστικη μετεμφυλιακη Ελλαδα. Από κοινου μαζι του γραφτηκε το αφηγημα της μυησης μου, το Bildungsromanμου.
Ετσι, τα χρονια της εφηβειας μου κυλισαν με αναζητησεις προς ολες τις κατευθυνσεις. Τις αναμενομενες και ορθοδοξες, αλλα και τις παρεκκλινουσες και ανορθοδοξες. Από την αποψη αυτή, σημαντικη υπηρξε και η επιρροη του Γιωργου Μακρη που με εφερε σε επαφη με τους κοσμους ενος περιθοριου που μεχρι τοτε αγνοουσα παντελως. Αυτος με πρωτοεισηγαγε στα καταγωγια των ρεμπετικων, αυτος με επεισε να δοκιμασω ινδικη κανναβη, αυτος με εισηγαγε στη λογικη της αντιστασης προς τις οποιεσδηποτε «απαγορευσεις» η ανωθεν υποδειξεις. Ιδιοφυης, παντογνωστης, εγκυκλοπαιδικος και απολυτως αδιαφορος για υλικα η ηθικα ωφελη, προσωπικος φιλος του Ζαν Πωλ Σαρτρ, του Ζαν Ζενε και του Ανδρεα Εμπερικου, ο Μακρης πειραματιζοταν συνεχως με τα ορια του και τα ορια των αλλων. Αυτος με εφερε σε επαφη με αποκλινουσες η αγνωστες ακομα τοτε μορφες όπως ο Μπαταιγ, ο Μαλκολμ Λοουρυ, ο Μαρκουζε, ο Ερνστ Μπλοχ, ο Μιτσεα Ελιαντε, ο Οκταβιο Πας και ο Σιοραν. Και αυτος ο ιδιος, ο αναρχικος που λιγο ελλειψε να πεθανει από το ξυλο που ειχε φαει από το τη γαλλικη αστυνομια κατά τη διαρκεια των γεγονοτων της Αλγεριας, ηταν και ο πρωτος που μου επισημανε τις καταστροφικες και εκφυλιστικες προεκτασεις του σταλινισμου.
Όπως και ο Πουλαντζας, εμελλε και αυτος να αυτοκτονησει. Τα τελευταια του λογια συνοψιζουν την γοητευτικη και ακατατακτη προσωπικοτητα του. Ένα πρωι, βγαινοντας από το υπογειο οπου εμενε κοντα στο Χιλτον, μπηκε στο ασανσερ της πολυκατοικιας. Που πατε κυριε Μακρη, τον ρωτησε ο θυρωρος. Και αυτος απαντησε «κατεβαινω αμεσως». Και πραγματι, ανεβηκε στην ταρατσα και αμεσως πηδηξε στο κενο. Η αυτοχειρια οικειων προσωπων φαινεται να με κυνηγα. Συμπτωση, μοιρα, η νομοτελεια. Δεν ξερω. Αν υπαρχουν αιτιωδεις συναρτησεις, αυτές είναι της αρμοδιοτητας της ψυχαναλυσης.
Όλα βεβαια αλλαξαν με τη Χουντα. Μετα από μια συντομη παραμονη στην Αθηνα, οπου ειχα καποια συμμετοχη σε αυτοσχεδιες αντισταστικες οργανωσεις, εφυγα για την Αμερικη. Αλλα δεν εμεινα πολύ. Τα πρωτοσελιδα για το Μαη του 68 με ωθησαν να εγκαταλειψω, κυριολεκτικα «αλα γαλλικα» το Γεηλ και την υποτροφια που μου ειχαν προσφερει, για να μετασχω στη γορτη της «ολικης ανατροπης». Και από τη στιγμη αυτή, αλλαξε η ζωη μου, για παντα. Μεσα στον ορυμαγδο της ολομετωπης φαντασιακης ρηξης, μετειχα σε ο,τι ειδους συλλογικες δρασεις επεφταν στην αντιληψη μου και συνεχισα να διαβαζω ο,τι μουπεφτε στο χερι. Επι πλεον ομως, αρχισα και να γραφω, η τουλαχιστον να φιλοδοξω να γραψω. Η επιρροη του Πουλαντζα ηταν και παλι καθοριστικη. Τοσο μαλιστα ταυτισμενος μ αυτόν εννοιωθα, που αρχισα να τον αντι-γραφω διχως να το καταλαβαινω. Θυμαμαι πως το πρωτο μου δημοσιευμενο κειμενο, στο περιοδικο «Τεμπς Μοντερν» ηταν τοσο «πουλαντζικο», στο περιεχομενο αλλα και στο υφος, ώστε πολλοι νομισαν τοτε πως ειχε γραφτει από αυτον με ψευδωνυμο. Ισως δε από μιαν αποψη ηταν και αληθεια. Για πολλα χρονια εβλεπα τον εαυτο μου σαν το alteregoτου.
Ακολουθησε η «Ελληνικη Τραγωδια». Το πρωτο μου βιβλιο, που με εκανε για πρωτη φορα να πιστεψω στις δυναμεις μου. Και παλι η συμπτωση ειχε κανει το θαυμα της. Ψαχνοντας απεγνωσμενα δουλεια, ειχα βρεθει στο Λονδινο οπου ειχε τεθει θεμα να με προσλαβουν ως δοιηκητικο υπαλληλο σε καποιο νοσοκομειο. Δισταζα βεβαια να δεχτω. αφου κατι τετοιο θα συνεπαγονταν την απομακρυνση μου από το Παρισι, την «επαναστατικη» ατμοσφαιρα του και τις αχνες ακομα φιλοδοξιες μου να προχωρησω στο δρομο της πνευματικης δημιουργιας. Αλλα οι βιωτικες αναγκες ηταν αδυσωπητες. Εμενα στο σπιτι του παιδικου μου φιλου Γιωργου Κριμπα. Και ξαφνικα χτυπησε το τηλεφωνο. Ηταν από τον εκδοτικο οικο «Πενγκουιν» που αναζητουσε καποιον να γραψει ένα βιβλιο για τη Χουντα. Ο Κριμπας αρνηθηκε. Ακουγοντας όμως τη συζητηση και με το απιστευστο θρασος της νεοτητας και της αγνοιας προσφερθηκα να το γραψω εγω. Δεν εχουν σημασια οι λεπτομερειες που οδηγησαν τελικως στην «παραγγελια». Τελικα, το βιβλιο γραφτηκε, ειχε επιτυχια και μεταφραστηκε σε πολλες γλωσσες. Και ταυτοχρονα με μεταμορφωσε. Εχοντας γινει συγγραφεας, εννοιωθα πια πως ημουν «καποιος». Και αυτό δεν θα ειχε συμβει διχως την συνεχη ενθαρρυνση και παρουσια του Κριμπα που εκανε, θυμαμαι, δεκαπεντε τουλαχιστον ξενυχτια διορθωνοντας και εμπλουτιζοντας το πρωτολειο κειμενο μου. Ηδη από τοτε, ειχα την τυχη να εχω καλους φιλους.
Με την «παραγγελια» πλεον στην τσεπη, γυρισα στο Παρισι οπου τα απονερα του Μαη εξακολουθουσαν να σφραγιζουν τα τεκταινομενα. Ακομα μια φορα η τυχη και η συμπτωση φαινονταν να μου χαμογελουν. Τοτε ακριβως δημιουργηθηκε το Πανεπιστημιο του Παρισιου αριθ. 8 γνωστο ως Βενσεν. Εχοντας επιλεγει στην επιτροπη συγκροτησης του νεου τμηματος κοινωνιολογιας, ο Νικος Πουλαντζας,- που μολις ειχε δημιουργησει παταγο με τη δημοσιευση του «Πολιτικη εξουσια και κοινωνικες ταξεις», εκανε τα «δεοντα» προκειμενου να «διορισθω» βοηθος. Ηδη από την αρχη του 1969, κληθηκα να αναλαβω τα νεα μου καθηκοντα. Η καρδουλα μου βεβαια μονο τοξερε. Ποτε στη ζωη μου δεν ειχα νοιωσει τετοια ανασφαλεια και αγωνια. Επρεπε να διδαξω σε μια γλωσσα που δεν κατειχα απολυτως ένα αντικειμενο που δεν ημουν ακομα σε θεση να τιθασσευσω μπροστα σε ακροατηρια που ηταν ετοιμα να σε αμφισβητησουν σε κάθε στιγμη. Τελικως ομως, μετα κοπων και βασανων τα καταφερα.
Μαζι με μενα και τη Γαλλια, αλλαζε όμως και ο κοσμος. Η μοιραια και μαγικη εκεινη χρονια του 1968 οδηγησε στην εκρηξη του αριστερου κινηματος στα εξ ων συνετεθη. Το επος του Τσε Γκεβαρα, ο μαοισμος, ο ανναγεννημενος τροσκισμος, το Βιετναμ και κυριως η σοβιετικη εισβολη στην Πραγα ειχαν αλλυσιδωτες προεκτασεις. Ακομα και για μας τους Ελληνες που ζουσαμε κατω από το φαντασμα της δικης μας δικτατοριας, ο μονολιθικος σταλινισμος ειχε παψει να μπορει να αποτελει προτυπο. Από την αποψη αυτή, τα τανκς της Πραγας επηρεασαν την πολιτικη μας συνειδηση εξ ισου, η ισως και περισσοτερο ακομα, από τα τανκς της Πλατειας Συνταγματος. Ειτε το θελαμε ειτε όχι, οι πολιτικες μας θεσεις και πρακτικες ησαν πλεον «πολυμετωπες». Ολα τα προταγματα και ολες οι ιδεες βρισκονταν πια σε ένα κινουμενο τραπεζι. Όπως λεει ο Αλαιν Μπαντιου, το τελος της δεκαετιας του 60 και η δεκαετια του 70 υπηρξαν μια ισχυροτατη και ανεπαναλειπτη φιλοσοφικη και πολιτικη «στιγμη». Οποιοι την εζησαν, σφραγιστηκαν αλεξιτηλα. Οπως θα γραψει αργοτερα ο Π. (παλι αυτος) ο σοσιαλισμος η θα είναι δημοκρατικος η δεν θα υπαρξει. Αλλα το ερωτημα τι μπορει να είναι αυτος ο δημοκρατικος σοσιαλισμος, αντικαπιταλιστικος συναμα και αντισοβιετικος, επρεπε πια να το απαντησουμε μονοι μας.
Από τη στιγμη αυτή και περα, η πορεια της ζωης μου αλλαξε. Από τη μια μερια, μεσα στη δινη της Βενσεν, ειτε το ηθελα ειτε όχι, το πολιτικο γιγνεσθαι θα αποτελεσει πια κεντρικο αξονα της ζωης μου. Η σκεψη μου ηταν πια αναποσπαστα δεμενη με το πολιτικο, δηλαδη με τους ορους διαμορφωσης του κοινωνικου περιβαλλοντος. Από την άλλη μερια, αρχισα σιγα σιγα να σκεπτομαι τον εαυτο μου σαν επαγγελματια πανεπιστημιακο. Και για να μπορεσω να αντεπεξελθω στην προκληση, επρεπε να σκεφτω, να κοπιασω και να διαβασω. Και από την αποψη αυτή όμως, – ακομα μια φορα ισως η συμπτωση,- οι καιροι με ευνοουσαν. Παρολο που δεν ειχα σπουδασει φιλοσοφια, κοινωνιολογια και πολιτικες επιστημες, μπορουσα από θεσεως σχετικης ασφαλειας, να ακολουθησω τις «ερασιτεχνικες» μου τασεις αναζητωντας να ικανοποιησω την περιεργεια μου. Διαβαζοντας ο,τι με ενδιεφερε και ο,τι μου «χρειαζονταν» τη συγκεκριμενη στιγμη για το συγκεκριμενο ζητημα που με απασχολουσε, εννοιωθα ελευθερος να προχωρω προς οσες αφαιρεσεις εμφανιζονταν αναγκαιες. Μετα το Μαη αλλωστε, η αμφισβητουμενη πια γνωση εμφανιζονταν ανοικτη σε ολες τις προσεγγισεις. Ετσι, δεν χρειαζονταν να ταξινομω. Από-ταξινομουσα επιλεγοντας, απορριπτοντας και αυθαιρετωντας.
Ετσι, παντα με αφετηρια το μαρξισμο, εντρυφησα στην φιλοσοφια, στην πολιτειολογια, στην κοινωνιολογια, αλλα και στα οικονομικα, στην ανθρωπολογια και στην ψυχολογια. Τα νομικα που ειχα ηδη σπουδασει με βοηθουσαν να συντηρησω μια καποια αυστηροτητα στους συλλογισμους μου. Αλλα δεν με εγκλωβιζαν σε προκατασκευασμενες μητρες. Οντας ηδη πολύ μεγαλος για να ξεπερασω την πληξη που απεπνεαν τα εγχειριδια ειμουν και πολύ δυσπιστος για να αποδεχομαι ακριτα τα δογματα μιας οποιασδηποτε κλειστης ακαδημαικης ορθοδοξιας, Μπορεσα λοιπον να απολαμβανω την δυνατοτητα μου να καταβυθιζομαι στο τυχαια προκυπτον. Πλινθοι και κεραμοι, ερριμενοι ισως δεξια και αριστερα, όχι όμως και ατακτως. Διεκδικουσα την πολυτελεια και τη χαρα να παρσμενω «ανοικτος» σε οτιδηποτε με κεντριζε. Και την εποχη εκεινη, τα κεντρισματα ησαν απειρα… Και, ισως, τελικως, αυτό να μη μου βγηκε σε κακο…..
Υπο τις συνθηκες αυτες, οι επιρροες, οι πατροτητες και οι αναγωγες ησαν πολλες και συχνα αλληλοσυγκρουομενες. Ξεκινωντας από τον Μαρξ, και προχωρωντας στον Αλτουσερ και τον Λεβι-Στρως τον Φερναν Μπρωντελ και τον Γκιοργκι Λουκατς, τη Χαννα Αρεντ και τον Μαξ Βεμπερ, τον Ζιλ Ντελεζ και τον Βαλτερ Μπενγιαμιν, τον Φρουντ και τον Ζαν Πιαζε, οι μεγαλοι κοινωνικοι στοχαστες με κατεπλησσαν, με ενεπνεαν, με κινηποιουσαν, και ισως, καμμια φορα, και με «μπουκωσαν». Και γιαυτον ισως το λογο, ακομα και σημερα δυσκολευομαι να εντοπισω ποιος «μου ειπε» τι, ποτε και που. Κανεις αλλωστε δεν μπορει ποτε να ξερει ακριβως τι «οφειλει» και σε ποιον. Και δεν εχει και τοση σημασια.
Υπαρχουν βεβαια και μερικοι που με σφραγισαν με την προσωπικη τους εμβελεια. Τετοιος ηταν κατ εξοχην ο Μισελ Φουκω. Οχι μονο για τις καταπληκτικες και ενοραματικες διασυνδεσεις που απεκαλυπτε αναμεσα στα πραγματα και στις λεξεις, στην δυναμικη των ιδεων και στην εξελιξη των δομων, αλλα και για τη μεγαλειωδη και ανεπαναλειπτη παρουσια του, το σαγηνευτικο χειμαρρο του λογου του, τη γοητεια της σκηνικης του παρουσιας. Μονο ο Καστοριαδης ειχε μιαν αντιστοιχα ασυγκρατητη ικανοτητα να δομει ολοκληρα συστηματα για να τα αποδομησει στη συνεχεια με την ιδια ευγλωττια και πειστικοτητα. Με αυτόν όμως, δυστυχως για μενα, συναντηθηκα πολύ αργοτερα, όχι στα στριμωγμενα αμφιθεατρα αλλα στις απλωμενες αμμουδιες της Τηνου.
Στην πορεια των ετων που απολαμβανα τη μαγεια του Παρισινου Μετα-Μαιου, εξακολουθουσα τη ζωη και τη διδασκαλια μου. Εκει γνωρισα και συνδεθηκα με τους μελλοντικους ομοτεχνους και φιλους που θα συντροφευαν οπως ο Ηλιου, ο Βεργοπουλος, ο Μοσκωφ, ο Δερτιλης και ο Μουζελης που ασχολουνταν με παραπλησια αντικειμενα αλλα και εκεινους που ακολουθουσαν αλλους δρομους, όπως ο Πατρικιος, οι τρεις Κουνδουροι, ο Στεφανιδης, ο Παπασπηλιοπουλος, ο Θωμοπουλος, (που είναι φιλος μου από τοτε που ημαστε δυο ετων) ο Τσατσος, ο Βελτσος, ο Κεσσανλης, ο Ζουραρις, ο Δημαδης, ο Παγκαλος, ο Ιωακειμιδης, ο Δημητρακος και πολλοι αλλοι, που ειτε εμεναν και αυτοι στο Παρισι ειτε το επισκεπτονταν σε τακτικη βαση. Περαν από οτιδηποτε αλλο, ο Μαης του 68 ειχε σημανει ένα ειδος γενικου προσκλητηριου για κάθε ενδιαφερομενο. Για δεκα τουλαχιστον χρονια, η πολη που με φιλοξενουσε δεν ηταν μονο το κεντρο του ανατρεπτικου στοχασμου αλλα ο χωρος παραγωγης των νεων ιδεων με τις οποιες καλουνταν να παλεψουν ολοι οσοι ελπιζαν σε κατι άλλο. Το συνθημα του Μαη τα συνοψιζει όλα. Souslespaves, laplage.
Ταυτοχρονα βεβαια ετοιμαζα και τη διατριβη μου. Εδώ ακριβως εμφανιστηκε ο Νικος Σβορωνος, που επηρεασε την πορεια μου, ισως οσο και ο Νικος Πουλαντζας. Αν ο δευτερος υπηρξε αδελφος μου, ο πρωτος ηταν ο πνευματικος πατερας μου, ο μεντορας μου. Μπροστα στον ανυποχωρητο σε θεματα τεκμηριωσης Σβορωνο, αναγκαστηκα να γινω και παλι υπακουος και φοιτητης. Αυτος με διδαξε να ερευνω στα αρχεια, να επιβεβαιωνω τις υποθεσεις μου και να στοιχειοθετω τους συλλογισμους μου. Αλλα ταυτοχρονα μου επετρεπε να αμφιβαλλω, να προχωρω σε αφηρημενες γενικευσεις, να εξαντλω την περιεργεια μου και να αποτολμω τη διατυπωση υποθεσεων. Μεσα από το Σβορωνο και χαρις σ αυτόν εθιστηκα στην αεναη σταθμιση αναμεσα στη σιγουρια του θεμελιωμενου και στη γοητεια του μη τεκμηριωσιμου. Δεν συμφωνουσαμε παντα βεβαια, αλλα ακομα και όταν γκρινιαζε, τις δικες μου αποκλισεις τις ανεχονταν. Σαν επιεικης πατερας, καταλαβαινε, ισως στο βαθος και να ενεκρινε, τις «αυθαιρεσιες» του παιδιου του. Και αυτο επειδη τον αγαπουσα και με αγαπουσε.
Η «Εξαρτηση», που εγινε τελικα η διατριβη μου, ηταν το προιον αυτης της αεναης συναλλαγης με τον Σβορωνο. Ειχα προσπαθησει να απαντησω στο ερωτημα «πως γινεται η Ελλαδα να εμφανιζεται τοσο ιδιαιτερη» ηδη το 19ο αιωνα. Στο μετρο που δεν ηταν βεβαια δυνατον να προτεινω ερμηνειες που να συναπτονται με την «αιωνιοτητα του ελληνικου πνευματος» η το «δαιμονιο της φυλης», επιχειρουσα να εξηγησω τις θεαματικες στατιστικες αποκλισεις της Ελλαδας σε σχεση τοσο με τις χωρες της Ευρωπης οσο και με τα Βαλκανια και την Εγγυς Ανατολη με απτα υλικους ορους. Το απιστευτα ψηλο ποσοστο των εκπαιδευμενων, ενας καταμερισμος της εργασιας που χαρακτηριζονταν από θεαματικη αυξηση των υπηρεσιων και ιδιαιτερα του δημοσιου τομεα, μια χαρακτηριστικη πολιτικη σταθεροτητα που συναπτεται με τα πελατειακα συστηματα και κυριως η εντελως ιδιαιτερη εξελιξη του νεοελληνικου Κρατους για εναν ολοκληρο αιωνα δημιουργουσαν αποριες.
Ουτε ανακαλυψα βεβαια τα προβληματα, ουτε και τα ελυσα. Ειχα όμως την τυχη να δουλευω γυρω από ζητηματα που τοτε ακομα ησαν τροπον τινα «παρθενα». Η προβληματικη της παροδιασιακης ιστοριογραφιας δεν εθετε ζητηματα κοινωνικης και οικονομικης εξελιξης ενώ τα πρωτα μαρξιστικα σκιρτηματα (με την εξαιρεση του Νικου Σβορωνου που όμως παραμενε προσανατολισμενος κυριως στο Βυζαντιο) αρκουνταν στο να αντιπαραθετουν ταξικες ερμηνειες στις παραδοσιακες εθνοκεντρικες υποστασιωσεις. Προσπαθησα λοιπον να ικανοποιησω την «περιεργεια» μου προτεινοντας τις δικες μου «κοινωνικες εξηγησεις» για την ελληνικη ιστορικη «ιδιαιτεροτητα». Πιστευα, πραγματι, ότι η πανουργια της ιστοριας συνοψιζεται στο γεγονος ότι το υπο συνεχη εξελιξη «Είναι» χωρα τα παντα. Η ιστορικη αναζητηση δεν μπορει λοιπον παρα να είναι ολιστικη. Γεγονοτα, θεσμοι, συμπεριφορες και κοινωνικες αξιες συνεχως αλληλοσυναρτωνται και αλληλοεπηρεαζονται. Η διακριση αναμεσα στη «βαση» και στο «εποικοδομημα» είναι μεθοδολογικη, όχι ουσιολογικη.
Ετσι, τελος, ολοκληρωθηκε η διατριβη. Στην αρχη όμως, η υποδοχη του βιβλίου υπηρξε μεικτη. Θυμαμαι ακομα ποσο ειχα στενοχωρηθει όταν σε μια από τις πρωτες βιβλιοκριτικες, (στην Αυγη νομιζω) η «Εξαρτηση» ειχε χαρακτηρισθει ως βιβλιο-θεωρημα στο οποιο «δεν θα παραπεμψει κανεις ποτε». Παραδοξως ομως, αυτή η «αδυναμια» του βιβλιου υπηρξε, ισως, και η πηγη της ανθεκτικοτητας του. Παραπεμφθηκε και συζητηθηκε περισσοτερο από οτιδηποτε αλλο εχω γραψει. Ακομα και αν το «θεωρημα» αποδειχθηκε εν πολλοις ανεπαρκες, ακομα και αν διαψευσθηκε σε πολλες από τις λεπτομερειες του, φαινεται πως τα σφαιρικα ολιστικα ερωτηματα που εθετε παρεμειναν και παραμενουν μεχρι σημερα ανοικτα. Και το ιδιο ισχυει και με οσα εμφανιζονται στο τριτο βιβλιο μου «Κοινωνικη αναπτυξη και Κρατος», που δεν είναι παρα τα «παραλέιπομενα» της διατριβης.
Και εδώ ακριβως εκλεισε μια περιοδος της ζωης μου. Ακομα και αν η «περιεργεια» μου παρεμενε ανικανοποιητη, αυτος ο κυκλος που στηριζονταν σε ερευνα αρχειων και αναζητηση πηγων φαινονταν να εξαντλειται, η μαλλον να με εξαντλει. Μετα την πτωση της δικτατοριας, και υπο την επιρροη μιας συγκυριας που εξωθουσε προς την συνεχη διευρυνση των πεδιων αναφορας, θελησα λοιπον να δοκιμασω άλλες κατευθυνσεις και να δοκιμασθω σε αυτές. Μη εχοντας ποτε υπαρξει κατά κυριολεξιαν ιστορικος, και οντας μπλεγμενος στο λαβυρινθο της κοινωνικης θεωριας,- που ηταν αλλωστε και το αντικειμενο της διδακτικης μου δραστηριοτητας,- επεστρεψα στον επιστημολογικο σκεπτικισμο και τον μεθοδολογικο εκλεκτικισμο που χαρακτηριζε την ερασιτεχνικη νεοτητα μου. Επαιρνα βεβαια καποιο ρισκο. Όπως και ο Μονταιν, για τους Γιβελλινος ημουν Γουελφος ενω για τους Γουελφους παρεμενα Γιβελλινος. Αλλα δεν πειραζε. Ακομα και αν απειλουν να σε οδηγησουν σε απομονωση, οι απολαυσεις του ερασιτεχνισμου είναι ανεπαναλειπτες.
Το 1980, η ζωη μου αλλαζε και από μιαν άλλη σημαντικοτερη αποψη. Αφησα το Παρισι και γυρισα στην Ελλαδα. Δεν ξερω και ποσο συνεβαλαν σε αυτό η γεννηση των παιδιων μου, του Αγγελου και της Ναταλιας, η αυτοκτονια του Πουλαντζα, η πασοκικη μεταπολιτευση και η επιθυμια μου να μπορεσω να μετασχω ευθεως στο γιγνεσθαι της πατριδας μου. Αλλα παντως γυρισα, εκλεχτηκα καθηγητης στην Θεσσαλονικη, και μετα στην Αθηνα, διχως μαλιστα σε καμμια στιγμη να αναγκασθω να υποστω τον μιζερους εξευτελισμους της ακαδημαικης σταδιοδρομιας. Ακομα μια φορα, η εποχη, η συγκυρια και η συμπτωση ειχαν κανει το θαυμα τους.
Και τη ιδια εποχη διοριστηκα επιστημονικος διευθυντης του ΕΚΚΕ, που στοχος του ηταν η διερευνηση των ιδιαιτερων χαρακτηριστικων της ελληνικης κοινωνιας. Δεν ειμαι βεβαια σε θεση να αποτιμησω αν και προς ποια κατευθυνση συνεβαλα στην πορεια της κοινωνικης ερευνας. Αλλα είναι βεβαιο ότι το γεγονος πως ειχα ο ιδιος αναλαβει την ευθυνη για το ερευνητικο κεντρο επηρεασε αποφασιστικα τη δικη μου προσωπικη πορεια. Γνωρισα και συνδεθηκε στενοτατα με τον Μιμη Φατουρο, προεδρο του Κεντρου που εμελλε αργοτερα να μου χτισει το σπιτι μου στην Αιγινα. Απεκτησα νεους φιλους που όπως ο Ηλιας Νικολακοπουλος και ο Τακης Καφετζης με συντροφευουν μεχρι σημερα. Εμποτιστηκα στην κακαδαιμονια της διοικησης και παλεψα με το θηριο της γραφειοκρατιας. Και επι πλεον αρχισα να βλεπω την «κοινωνια» με νέο ματι.
Ετσι, βυθισμενος στα προβληματα της συγκεκριμενης Ελλαδας του σημερα αντιμετωπισα δυο νεες. Από τη μια μερια, βρεθηκα παλι αντιμετωπος με ένα ζητημα που με ειχε απασχολησει και στο παρελθον όταν επιχειρουσα να διακρινω κανεις αναμεσα στις «εξωγενεις» και στις «ενδογενεις» παραμετρους του κοινωνικου είναι και γιγνεσθαι. Καταλαβα πως τα κοινωνικα φαινομενα που καλουμουν να φωτισω ηταν ταυτοχρονως προιοντα μιας συγκεκριμενης εσωτερικης (και ανεπαναλειπτης) ιστορικης πορειας της, αλλα και αδηριτες προεκτασεις των ευρυτερων προδιαγραφων και δεσμευσεων που το παγκοσμιο καπιταλιστικο συστημα επιβαλλει στις επι μερους συνιστωσες του. Με αυτην την εννοια, πειστηκα πως τιποτα δεν μπορει να ειναι αποκλειστικα ενδογενες ουτε όμως και καθαρα εξωγενες. Κάθε κοινωνια είναι ταυτοχρονα ιδιαιτερη και εσωματωμενη.
Από την αλλη μερια, διαπιστωνα επισης ότι οι νοηματικες κατηγοριες που μεταχειριζομουνα για να προσεγγισω τα φαινομενα, εμφανιζονταν εν πολλοις σχηματικες και ανεπαρκεις. Μολονοτι παρεμενα,- και παραμενω,- απολυτως πεπεισμενος για τον εγγενως ταξικο χαρακτηρα ολων των κοινωνικων σχεσεων και αντιθεσεων, μου ηταν ολοενα και πιο δυσκολο να προχωρησω σε συγκεκριμενες αναλυσεις πανω στη βαση της αξιωματικης παραδοχης ότι σε κάθε ατομο αντιστοιχει παντα και με ακριβεια μια συγκεκριμενη, ονοματισμενη και προδιαγεγραμμενη ταξικη θεση. Η ελληνικη πραγματικοτητα φαινονταν να διεψευδει ολες τις σχηματικες απλουστευσεις και ολες τις κατεστημενες καταταξεις. Εβλεπα γυρω μου ατομα (η και ολοκληρες κοινωνικες κατηγοριες) που επιβιωναν ταυτοχρονα ως δημοσιοι (μικρο)υπαλληλοι, ως κληρουχοι αγροτες, ως ευκαιριακοι μισθωτοι του ιδιωτικου τομεα, ως ανεξαρτητοι επιτηδευματιες και ως εποχιακοι επιχειρηματιες. Κατεληξα λοιπον στο να προβληματιζομαι γυρω από το ερωτημα μηπως τα κοινωνικα υποκειμενα ως κεντρα ληψης στρατηγικων αποφασεων και βιωτικων επιλογων δεν εξαντλουνται στο γυμνο υποκειμενο-ατομο. Θεμελιωδους σημασιας ρολο παιζει το αμεσο περιβαλλον, η (ευρυτερη η στενοτερη) οικογενεια που συγκροτουμενη ως συλλογικο υποκειμενο μπορει να μετεχει στο κοινωνικο γιγνεσθαι απο πολλαπλες και συχνα αντιφατικες ταξικες θεσεις. Σε αυτό ακριβως το πλαισιο εντασσεται το φαινομενο που βαφτισα «πολυσθενεια». Η εμπειρικη ερευνα με απομακρυνε από τους αλτουσεριανους αναγωγισμους.
Ταυτοχρονα, βαθμιαια, η προβληματικη μου γινοταν ολοενα και πιο σφαιρικη, και η κοινωνιολογικη που προσεγγιση ολοενα και πιο αφαιρετικη. Και η στροφη αυτή φανηκε να οριστικοποιειται στο τελος της δεκαετιας του 80 ισως σε απαντηση στην μεγαλη αλλαγη που εμμελε να σφραγισει το μελλον της ανθρωποτητας. Μαζι με το τειχος, κατεπιπταν και ολες οι βεβαιοτητες, οι κατεστημενες ιδεες, οι εσωτερικευμενοι μπουσουλες και οι νοηματικες κατηγοριες. Ο νεος παγκοσμιοποιημενος και νέο-φιλελευθερος κοσμος που ανοιγονταν μπροστα στα εκπληκτα ματια μας επρεπε να ανανοηματισθει. Δεν ειναι του παροντος η περιγραφη των συνεχων πολιτικων υποχωρησεων, πολιτιστικων ανατροπων και αξιακων καταστροφων της τελευταιας εικοσαετιας. Στο πλαισιο αυτό όμως, πιστευα πως οι εμμονες στα σχηματα του παρελθοντος απειλουσε να είναι αξιακα αλλα και πολιτικα αποπροσανατολιστικη.
Τοσουτο μαλλον που μαζι με τον σοβιετικο κομμουνισμο και τη μεταρρυθμιστικη σοσιαλδημοκρατια εξεπνεαν και ολες οι κατακτησεις που ειχαν πρωτοδιατυπωθει από τον Ευρωπαικο διαφωτισμο. Οι μεγαλες λεξεις και ιδεες αρχισαν να αντικαθιστανται από τα πενιχρα εργαλειακα τους υποκαταστατα. Η θεμελιωδης και εκ των πραγματων απροσδιοριστη ιδεα της ελευθεριας αρχισε να συνοψιζεται στην ελευθερια του επιχειρειν και του συσσωρευειν σε συνδυασμο με την ελευθερια του αυτοδιαφοροποιεσθαι, η ισοτητα εκτρεπεται σε μιαν ισοτητα ευκαιριων που δεν είναι παρα ένα ωραιοποιημενο δικαιωμα στην ανισοτητα και η αλληλεγγυα αδελφοτητα πεταχτηκε στα αζητητα. Και στα πλαισια αυτά, μοιραια, η αναντικαταστατη ιδεα της προοδου απονευρωθηκε μεσα στις ασφυκτικες προδιαγραφες της οικονομικης αναπτυξης. Το μελλον της ανθρωποτητας δεν εμφανιζεται πια ως το κατ εξοχην πολιτικα και αξιακα επιμαχο ζητημα, αλλα ως αυτονοητη συμμορφωση στις επιταγες μιας προδιαγεγραμμενης κοιτης. Αυτό ακριβως είναι το προβαλλομενο «τελος της ιστοριας». Ένα «τελος» που θα λειτουργησει όμως ισως σαν εφαλτηριο για την εμφανιση μιας νεας «αρχης», μιας νεας ιστορικης, πολιτικης και φιλοσοφικης «στιγμης» που θα μπορεσει ελπιζω να εμπνευσει και να κινητοποιησει τους νεοτερους με τροπους αντιστοιχους με εκεινους που χαραχτηκαν μεσα στη δικη μου γενια, το 1968.
Μεσα σε αυτην τη νεα συγκυρια οριοθετειται ο αναπροσανατολισμος της δραστηριοτητας μου. Όπως συναγεται από τον τιτλο του, το βιβλιο μου «Ειδωλα πολιτισμου. Ελευθερια, ισοτητα και αδελφοτητα στη συγχρονη Πολιτεια» αναγγελλει τη συνεχεια μιας πορειας που, μετα την αποχωρηση μου από το ΕΚΚΕ θα ανοιγονταν προς ολεονα πιο δυσβατες, ολισθηρες και αφηρημενες ατραπους. Στο βιβλιο αυτό, που ηταν η πιο συνθετη και πιο φιλοδοξη μεχρι τοτε προσπαθεια μου, επιχειρουσα να επικεντρωθω στη μεταβαση από το φιλελευθερο Κρατος Δικαιου στο Κοινωνικο Κρατος από την αποψη των ιδεολογικων παραδοχων που κρυβονται πισω τους. Αντιστοιχη υπηρξε και η προσεγγιση που στο επομενο μειζον εγχειρημα μου «Περιπετειες Σημασιων» που αναφερονταν στην ιδεα του Εθνους. Δεν μπορω βεβαια σημερα να αναλυσω το περιεχομενο τους. Είναι όμως σαφες, ότι η στροφη μου προς την κοινωνικη και πολιτικη θεωρια φαινονταν πια ανεπιστρεπτη.
Ταυτοχρονα, σιγα σιγα, αρχισαν να μετατοπιζονται και οι «υπαρξιακες» προδιαγραφες των διαβηματων μου. Η βολονταριστικη αισιοδοξια μου,- που δεν ειχε κλονισθει ουτε καν στις σκοτεινοτερες στιγμες της Χουντας,- μετατρεπονταν βαθμιαια σε μια κριτικη και αποστασιοποιημενη απαισιοδοξια. Μολονοτι πιστευω ακομα πως η ιστορια δεν μπορει παρα να δοσει λυσεις στα σωρευομενα αδιεξοδα, δεν νοιωθω πως μπορω πια να συμβαλλω στην εξευρεση του μιτου που θα μας βγαλει από το λαβυρινθο. Ειμαι βεβαια ακομα πεπεισμενος ότι στοχος μας πρεπει να είναι να αλλαξουμε τον κοσμο. Δεν ξερω όμως πια από πού πρεπει να αρχισουμε, τι πρεπει να επιθυμουμε, ποιος ακριβως είναι ο κοσμος που πρεπει να αλλαξει και ποια μπορει να είναι τα προσφορα μεσα. Αυτό ακριβως υπαινισσεται ο τιτλος της σημερινης εκδηλωσης. Προσπαθησα να δειξω πως η δικη μου αισιοδοξη «Ελληνικη τραγωδια» απονευρωθηκε και μεταλλαχθηκε μεσα στη διαχυτη παγκοσμιοποιημενη δυσφορια.
Και ετσι φθανουμε κατ αναγκην στο σημερα. Δεν εχω ομως πολλα να πω για την πορεια μου τα τελευταια χρονια. Σημειωνω απλως ότι από την εποχη που εγραψα τα «Ειδωλα», και παρολο που τα συγκεκριμενα αντικειμενα των αναζητησεων μου αλλαζουν συνεχως, τα κεντρικα αξιακα μελληματα μου παραμενουν σταθερα. Μετα τις «Περιπετειες Σημασιων» στις οποιες αναφερθηκα, επιχειρησα στον «Πολεμο και ειρηνη» να περιγραψω την αναδυση της νεας «αδυνατης», εσωτερικα αντιφατικης αλλα εξουσιαστικα ανελεητης παγκοσμιας ταξης που επικαθοριζει τη μοιρα μας, ενώ στο πιο προσφατο βιβλιο μου «Η επινοηση της ετεροτητας» προσπαθησα να αναδειξω μια σειρα από καταλυτικες προεκτασεις της παγκοσμιοποιησης στο επιπεδο της κινησης, ολισθησης και απονευρωσης των κυριαρχων ιδεων. Οι νεες «καταστασεις αναγκης» που μας επιβαλλονται εμφανιζονται ως εξωθεν επικαθοριζομενες, ως διαρκεις και ως απαρεγκλητες. Και γαιυτο ακριβως ο κυριαρχος λογος μπορει να τις θεωρει δεδομενες και να δρα αναλογως. Αυτό ακριβως είναι το συνδρομο ΤΙΝΑ. Και εναντια σε αυτό ακριβως το συνδρομο προσπαθω να αντιταξω την πεποιθηση μου ότι παντα υπαρχουν εναλλακτικες λυσεις, παντα η ιστορια μπορει να αρχισει από την αρχη, παντα ο ανθρωπος μπορει να αλλαξει τον κοσμο.
Προς την ιδια αυτή κατευθυνση βρισκονται εξ αλλου και οι τρεχουσες εργασιες μου. Το προβλημα της πολιτικης διαφθορας,- με το οποιο εχω κατ επαναληψιν ασχοληθει από τοτε που εμπνεομενος από το σκανδαλο Κοσκωτα μιλουσα για τις δομικες προδιαγραφες του «πολιτικου χρηματος»,- βρισκεται παντα στο επικεντρο της προσοχης μου. Και το ιδιο ισχυει σε ο,τι αφορα το ζητημα της «κοινωνιας των πολιτων», μιας ιδεας που συνοδευει την διαχυτη αποκαθηλωση και απαξιωση του δημοσιου χωρου και την αμβλυνση της αυτονομιας του πολιτικου. Τελος, σε ένα ακομα πιο αφαιρετικο επιπεδο οι εξελιξεις αυτές εκφραζονται με συνεχεις μετασχηματισμους στην προσληψη της θεμελιωδους ιδεας της ελευθεριας στο πλαισιο μιας αυξουσας ανελευθεριας. Η «Ελευθερια στον καθρεφτη», όπως εχω ονομασει αυτό το ανολοκληρωτο ακομα διαβημα, βρισκεται ακομα υπο εκκολαψιν. Το μελλον θα δειξει αν θα είναι ποτε δυνατον να το εμφανισω σε δημοσιευσιμη μορφη. Ελπιζω πως θα τα καταφερω.
Τελειωνω. Ειχα την τιμη να κληθω να σας μιλησω για τον εαυτο μου και τις εργασιες μου. Και στο πλαισιο αυτό επεμενα περισσοτερο στις συνθηκες που επικαθορισαν την νεοτητα μου. Δεν είναι τυχαιο. Από μια ηλικια και περα, οι στροφες είναι λιγοτερο αποτομες, οι ανατροπες σπανιοτερες και οι επιρροες λιγοτερο καταλυτικες. Ισως επειδη οι αναπροσανατολισμοι πιο επωδυνοι, ακομα και οι συμπτωσεις τεινουν να γλυστρουν πανω στις εμπεδωμενες νοηματικες συνηθειες και τους αυτοματισμους. Με την παροδο του χρονου, και οπως ακριβως συμβαινει με την ψυχαναλυτικη «μεταβιβαση», ετσι και η «αυτό-μεταβιβαση» σε «κατι άλλο», προς το οποιο μπορει κανεις να προσανατολισει το λογο του και τη συνειδηση του, δυσχεραινεται η ισως και καθισταται και αδυνατη. Οι αμυνες και οι αντιστασεις εμπεδωνονται μπροστα σε έναν παραμορφωτικο καθρεφτη από τον οποιο αποστρεφουμε πια ολοενα και πιο συστηματικα το βλεμμα μας. Και γιαυτον ισως το λογο, από μιαν ηλικια και περα, τεινουμε να θυμομαστε τα παλια και να ξεχναμε τα προσφατα.
Εξ αλλου, οι ηδη σταθεροποιημενες ζωες τεινουν να ατενιζουν προς το παρελθον με κυριο πια στοχο να το νοσταλγησουν και να το εξιδανικευσουν. Η αβεβαιοτητα του μελλοντος εκφραζεται λοιπον περισσοτερο ως βιολογικη παρα ως υπαρξιακη η προταγματικη. Δεν λεω βεβαια πως αυτό είναι αναποφευκτο. Όπως δεν κουραζεται να μου επαναλαμβανει η Φωτεινη, στην οποια χρωσταω αναμεσα και πολλα αλλα, τοσο την «κατ αντανακλασιν» ηρεμια μου οσο και την εμφανιση τουβ τριτου που παιδιου, της Μυρσινης, φαινεται να εχω αιχμαλωτισθει στο ηδη δεδομενο. Παρομοιες είναι οι αιτιασεις που μου απευθυνει ο φιλος μου Γιωργος Βελτσος. Θα ειχαν ισως και οι δυο δικιο αν μπορουσα να ελεγχω τη διαθεση μου και να επιλεγω τις ελπιδες μου. Αλλα τα περιθορια μιας τετοιας απολυτης υπαρξιακης ελευθεριας στενευουν. Ακομα και μη σχεση μου με το τυχαιο δεν μπορει να είναι αυτή που ηταν. Μολονοτι ολοενα και περισσοτερο τεινω να πιστευω πως μονο το τυχαιο είναι αληθινο, ο τροπος με τον οποιο το αντιμετωπιζω εχει αλλαξει. Οσο ημουν νεος,μπορουσα να ερμηνευω το τυχαιο ως ανοικτο συμβαν στην ελευση του οποιου νομιζα πως μπορω να συμβαλλω. Πιστευα πως μεσα από την αλλαγη του κοσμου στην οποια προσεβλεπα, μπορω παντα να αλλαξω και εγω ο ιδιος. Τουλαχιστον όμως ως προς το δευτερο σημειο, δεν ελπιζω πια. Και γιαυτον ισως το λογο, πιστευω πως οι μνημες μιας νεοτητας οπου η βουληση και η μοιρα μπορουσαν ακομα να εμφανιζονται ως αξεδιαλυτα συμπλεκομενες, μου φανταζουν παντα ως πιο δυναμικες αρα και ενδιαφερουσες. Και γιαυτο ακριβως εστιαστηκα σε αυτές. Η δικη μου ωριμη ηλικια δεν είναι πια ανοικτη σε εκπληξεις η ανατρεπτικες αποριες. Απλως διατηρειται. Βρισκομαι πια εντος εαυτου, αλλα και εντος οριων. Περιμενω, επιμενω, παραμενω και προσμενω.

H αρπαγή της Ευρώπης

Κωνσταντίνος Τσουκαλάς
Σημερα, δεν εχω σκοπο ουτε να ψαλλω το εγκωμιο του Δημητρη Τσατσου, ουτε να πενθησω για την απωλεια του. Ο φιλος μου ανηκει πια αλλοιμονο μονο στην ιστορια. Την ιστορια που, σαν γνησιος απογονος του πατερα του και του Εγελου, δεν επαψε σε καμμια στιγμη όχι μονο να σεβεται, αλλα και να υπηρετει. Με αυτόν ακριβως τον Τσατσο στο μυαλο μου, θα αρκεσθω στο να θεσω ένα ερωτημα που θα εθετε, πιστευω και ο ιδιος αν ζουσε. Το διαβημα ειναι βεβαια ματαιο και αναπαντητο. Και ετσι, προφανως το ερωτημα παραμενει ρητορικο. Είναι όμως υπερποτε επικαιρο. Σε μιαν εποχη οπου η ιστορια φαινεται να μας διαψευδει και να μας ειρωνευεται, σε μιαν εποχη οπου οι σταθερες βεβαιοτητες πανω στις οποιες μας ειχαμε στηριξει τις σκεψεις μας, τις πεποιθησεις μας και τις στασεις μας, σε μιαν εποχη οπου η κριση δεν αγγιζει μονο τις δομες, αλλα απειλει και τις εννοιες, τις σημασιες και τις αξιες, τι αραγε θα μπορουσε να λεει ενας ανθρωπος που βρισκονταν εμποτισμενος στην ιστορικοτητα όχι μονο του κοσμου αλλα και των ιδιων του των στοχασμων;
Ετσι, επελεξα να μιλησω όχι στο ονομα η στην παραδοση της σκεψης του Τσατσου, αλλα «από την πλευρα του», δηλαδη απο την πλευρα του πνευματικου ισκιου του. Του ισκιου ενός ακαματου στοχαστη που παντα πασχιζε να εκδιπλωνει αλλα ταυτοχρονα και να συγκαλυπτει τη σκεψη του, μεσα στα αδιορατα διακενα που χωριζουν το υπαρκτο από το ανυπαρκτο και το αδιανοητο, το ον από το δεον, τον Hegelαπό Kant, εκεινο-που-δεν-υπαρχει-ακομα από εκεινο που δεν θα υπαρξει ισως ποτε. Ενός στοχαστη που πιστευε και ηλπιζε στο λογο και στην ιστορια, διχως όμως να εμπιστευεται απολυτως ουτε τον πρωτο ουτε τη δευτερη. Ενός στοχαστη που και αν ακομα δεν μπορουσε να λυσει τις αντιφασεις, τις απολαμβανε. Η ανομολογητα ου-τοπικη και αντιφατικη αυτή διασταση του Τσατσου σφραγισε, πιστευω όχι μονο το εργο του, αλλα και τη ζωη του. Ισως μαλιστα αυτό να είναι και εκεινο που προσεδιδε στο λογο του την ακαταμαχητη «γοητεια» του. Ας θεωρηθουν λοιπον αυτά που θα ακολουθησουν σαν μια προσφορα στη μνημη μιας γοητειας από την οποια εχουμε πια στερηθει.
Θα αρχισω από μια παραδοχη. Πιστευω πως η αρρητη αφετηρια του εργου του Τσατσου βρισκεται στην αναγκη να ξεπερασει την προαιωνια αντιθεση αναμεσα στον νομικο θετικισμο και στο νομικο ιδεαλισμο. Ως ακραιφνης νομικος, ηταν βεβαια υποχρωμενος να αποφαινεται στο πλαισιο ενός δεδομενου ιστορικου κανονιστικου συστηματος. Αλλα ως εξ ισου ακραιφνης δημοκρατης, εννοιωθε απολυτα δεσμευμενος από τις δημοκρατικες αξιες και ιδεες που του επετρεπαν να αναζητα το υπερτατο αγαθο του δημοσιου συμφεροντος. Δεν είναι λοιπον καθολου τυχαιο ότι σε ολη τη ζωη του υπηρξε ταυτοχρονα νομικος, πολιτικος και δημοσιος διανοουμενος. Ουτε ότι παρεμενε παντα «ερασιτεχνης», με την ευγενεστερη σημσια της λεξης. Αρνηθηκε τοσο να εγκλωβισθει στους γυαλινους πυργους του νομικου ελεατισμου οσο και να οχυρωθει πισω από τον κυνικο πραγματισμο της εξουσιαστικης διαπραγματευσης. Ισως να το πληρωσε. Αλλα δεν μπορουσε διαφορετικα. Δεν απεστη ποτε από την πεποιθηση ότι όπως και η ιστορια, ετσι και οι αξιακες καταβολες, δεν μπορει ποτε να παρακαμπτονται.
Ετσι, δεν είναι τυχαιο ότι ο προβληματισμος γυρω από τις αξιες, τα εννομα αγαθα και τις λογικες και ιστορικες τους συμφυσεις δεν επαψε ποτε να βρισκεται στο επικεντρο της σκεψης του. Γραφει. «Αν το αγαθο είναι η οντολογικη μορφη του μεσου ικανοποιησης μιας αναγκης, η αξια είναι η δεοντολογικη μορφη του αγαθου. Το αγαθο της ελευθεριας είναι εννοια του πρακτικου λογου ενώ η αξια της ελευθεριας είναι η αντιστοιχη εννοια του καθαρου λογου.» Και συνεχιζει, «οταν η αξια (και το αξιακο συστημα) εισερχεται στο Δικαιο, γινεται νομικος κανονας που αναδεικυνομενος σε lexperfectaπροβλεπει κυρωσεις για την περιπτωση της παραβιασης του». Για να συμπληρωσει ότι «το δικαιο γινεται «επικαιρο», δηλαδη ιστορικα σημαινον όχι μονον όταν παραβιαζονται οι κανονες και οι αξιες που βρισκονται ενσωματωμενοι σε αυτους αλλα ηδη από τη στιγμη που γινεται επικληση της παραβιασης τους,» η ακομα, θα προσεθετα, του ενδεχομενου της παραβιασης τους. Και εδώ, καταληγει, «αναδεικνυεται ο βαθυτατα πολιτικος χαρακτηρας του δικαιικου φαινομενου.» Από τη στιγμη που οι κανονες εισερχονται στη ζωη και αναδεικνυνοται σε «εγκοσμια υποθεση», οφειλουν και να τιθενται υπο τον συνεχη ελεγχο της εννομης δημοκρατικης ταξης.
Η δημοκρατια δεν είναι λοιπον ποτε δεδομενη. Σε κάθε στιγμη ελλοχευουν κινδυνοι να διασαλευθουν οι ιδιες οι προυποθεσεις της. Αυτό όμως δεν γινεται μονον μεσα από την ατομικες παραβατικοτητες η την αυθαιρεσια των ισχυρων. Πολύ πιο επικινδυνες είναι οι απειλες που προκυπτουν μεσα στα ιδια «τα αδυτα της εξουσιας» ως αποτελεσμα μιας αμετρης και απρουποθετης προωθησης του ισχυοντος Νομου ως αυτονοητου εκφραστη των ισχυουσων αξιων. Ετσι, η δημοκρατια δεν συγκρουεται μονο με τους υπονομευτες και αρνητες της. Τα ιδια τα τεκνα της (γνησια η νοθα) μπορει να αποδειχθουν ακομα πιο απειλητικα και επικινδυνα.
Η δημοκρατικη και αξιακη εγρηγορση πρεπει λοιπον παντα να προτασσεται ολων των νομικιστικων ακριβολογιων και ολων των κανονιστικων αυτοματισμων. Θα επικαλεσθω και παλι τον Τσατσο όταν με ευκαιρια το ζητημα της τρομοκρατιας αναφερεται στη συγκρουση αναμεσα στα αγαθα της ελευθεριας και της ασφαλειας. Επισημαινει ότι η «τρομοκρατια δεν είναι μονον ευθεως απειλητικη για την ασφαλεια και ευρυθμια του κοινωνικου βιου». Είναι «απειλητικη επισης, και ισως κυριως, μεσα από τους απροβλεπτους τροπους «αξιοποιησης» του κινδυνου της τρομοκρατιας ως δικαιολογητικου λογου για τη συρρικνωση της δημοκρατιας».
Ετσι, πιστευω, ο Τσατσος θετει τον δακτυλο του επι των τυπων των ηλων. Η «αξιοποιηση» των κινδυνων για την οποια μιλα παραπεμπει κατ ευθειαν στην αξιοποιηση καταστασεων αναγκης. Και εδώ ακριβως εντοπιζεται η ιδιαιτεροτητα της σημερινης συγκυριας. Πραγματι, στις μερες μας, οι «καταστασεις αναγκης» δεν συνδεονται πια με την τρομοκρατια, αλλα με την οικονομια. Και ετσι μετατοπιζονται πληρως οι οροι υπο τους οποιους αναγνωριζονται και ονομαζονται. Αν οι ερπουσες απειλες της τρομοκρατιας ωφειλαν, τουλαχιστον κατ αρχην, να είναι δυνατον να στοιχειοθετουνται και να «προκυπτουν», στις ψυχαναγκαστικα μεγιστοποιητικες κοινωνιες, οι οικονομικες απειλες είναι δυνατον να αντιμετωπιζονται ως δεδομενες και μονιμες. Στο ερωτημα ποτε μπορει να απειλειται η οικονομια η απαντηση είναι μονον μια. Παντα. Οι νεες «καταστασεις αναγκης» που επικαλειται η αρχουσα γνωμη εμφανιζονται λοιπον ως εξ υποθεσεως «δομικες», ενδημικα συντρεχουσες και διαρκεις.
Στο σημειο αυτό ακριβως προκυπτουν οι εν δυναμει τρομακτικες προεκτασεις της χρησιμοποιησης της κρισης της οικονομιας ως δικαιολογιας για μια νεου τυπου συρρικνωση της δημοκρατιας. Δεν είναι τυχαιο ότι αρχιζει να θεωρειται αν όχι αυτονοητο, τουλαχιστον συζητησιμο οτι οι κινδυνοι της οικονομικης αρρυθμιας και αταξιας μπορει και πρεπει να αντιμετωπιζονται μονιμα και ριζικα μεσα από τη συνταγματικη κατοχυρωση μιας συγκεκριμενης οικονομικης πολιτικης. Η ιδεα είναι πρωτογνωρη. Η συνταγματοποιηση της οικονομικης πολιτικης σημαινει η πρωτογενης αξια του ελευθερου δημοκρατικου γιγνεσθαι οφειλει παντα να υποχωρει μπροστα στην «ανωτερη» αξια του οικονομικου ορθολογισμου. Σημαινει επισης ότι οι διαδικασιες ανακατανομης του κοινωνικου πλουτου υπερ των ηδη κατεχοντων και εις βαρος των αδυνατων πρεπει να αναγνωριζεται ως καταστατικη πλεον συνιστωσα της παραγωγιστικα προσανατολισμενης εννομης ταξης. Και σημαινει τελος οτι, στην αναγκη, δηλαδη παντα, η κυριαρχη χρηματοπιστωτικη ορθοδοξια δικαιουται και οφειλει όχι μονο να υποκαθιστα τη δημοκρατικη αυτοθεσπιση, αλλα και να νικα την ιστορια.
Είναι η πρωτη φορα που συμβαινει κατι τετοιο. Θυμιζω ότι ποτε η θριαμβευουσα σοσιαλδημοκρατια δεν αποτολμησε να «συνταγματοποιησει» την αυτοματη τιμαρθμικη αναπροσαρμογη, να εξειδικευσει καταστατικα τους ορους και τα ορια της ανακατανομης των κοινωνικων πορων υπερ των αδυνατων η να ποσοτικοποιησει την κοινωνικη αλληλεγγυη και δικαιοσυνη. Η συγκεκριμενοποιηση ολων αυτων των αξιακων παραδοχων παρεμενε παντα διαπραγματευσιμη, δηλαδη πολιτικη και δημοκρατικη. Το κοινωνικο Κρατος δεν επιχειρησε ποτε να φιμωσει τη δημοκρατια. Αντιθετα, στηριζε την ισχυ του και το ιστορικο του κυρος στην ενεργη λαικη κυριαρχια.
Αυτό ακριβως φαινεται να ανατρεπεται. Στο εξης, η αντιμετωπιση των κινδυνων, των προκλησεων και των καταστασεων αναγκης οφειλει να αποπολιτικοποιηθει. Ακομα και στο συμβολικο επιπεδο, το ιστορικο παραδοξο είναι εμφανες. Ειρωνικα, την ιδια στιγμη που οι επι πολλα χρονια υπο απαγορευσιν τελουσες ιδεες του Καρλ Μαρξ εμφανιζονται πλεον ανεκτες και συζητησιμες (ειτε ως παντελως ακινδυνες ειτε ως αδιαφορες, οι ιδεες και συνταγες του Κευνς και της σοσιαλδημοκρατιας εμφανιζονται όχι μονον ως απορριπτεες, αλλα και ως καταστατικα πλεον απαγορευμενες. Αντιθετα με την ακινδυνη εξαγγελια μιας αδυνατης και εξ ορισμου «παρανομης» επαναστατικης ανατροπης, η εξαγγελια της «νομιμης» αλλα και μεχρι τωρα εφικτης κοινωνικης ματαρρυθμισης πρεπει να τεθει υπο ρητη απαγορευσιν. Η πολιτικη φαινεται να παραιτειται ρητα από το προαιωνιο λογο υπαρξης της, που δεν ηταν άλλος από την ελευθερη δημοκρατικη σταθμιση των ορων προωθησης του δημοσιου συμφεροντος. Οι καιριες αποφασεις αφαιρουνται λοιπον καταστατικα από το πεδιο ελεγχου της δημοκρατικης ταξης. Η νομιμη πολιτικη εξουσια δεν δρα ως ενσαρκωση της λαικης βουλησης αλλα ως ετερονομη διαχειριση, δηλαδη ως απλη «εντος οριων» δια-κυβερνηση. Και δεν είναι βεβαια τυχαια η γενικη επικρατηση της νεας αυτης λεξης.
Ρωτω λοιπον τι θα μπορουσε να ελεγε ο Τσατσος μπροστα στην συστηματικη υποταγη των εννομων ταξεων στις επιταγες μιας σκοπιμοτητας που δεν ξεπερναει μονον αυτό που θεωρουσαμε ολοι πως αποτελει πολιτικη αλλα και αυτό που νομιζαμε πως εξεφραζε ο λαος και συνοψιζε η κοινωνια. Το προβλημα αυτό δεν ξεφυγε βεβαια από την προσοχη του. Δεν είναι βεβαια τυχαια η εμμονη ενασχοληση του με την προιουσα συρρικνωση της αυτονομιας του πολιτικου και της λαικης κυριαρχιας στο πλαισιο του Ευρωπαικου γιγνεσθαι. Το γιγαντιαιο αυτό πολιτειακο και πολιτικο πειραμα συνεπεφερε αυτό που, στο εργο ζωης του την «Πολιτεια», ονομαζε «μεταπολιτειακη κυριαρχια». Ο αρρητος συλλογισμος ειναι σαφης. Στη μακροχρονη ιστορικη πορεια προς μια «πολιτειολογικα πληρη» Ευρωπη, προς μια νεα διευρυμενη δημοκρατικη Πολιτεια, οι ιστορικες μορφες της παραδοσιακης κυριαρχιας μπορουν και ωφειλουν να σχετικοποιηθουν. Προσωρινα.
Αναρωτιεμαι όμως για τις ιστορικες προδιαγραφες αυτές της σχετικοποιησης. Ισως στο σημειο αυτό ο κατ εξοχην ριζικος Τσατσος να παρασυρθηκε από την αθεραπευτη επιστημονικη και πολιτικη αισιοδοξια του. Την συρρικνωση της κρατικης κυριαρχιας τη συνεδεε με την ελπιδα του για ένα νέο αναβαπτισμενο πολιτικο. Σε καμμια περιπτωση δεν την συναρτουσε με την ιδιωτικοποιηση, την εργαλειοποιηση η την αποπολιτικοποιηση της ληψης των σημαντικων αποφασεων. Οι εντεχνες εκλογικευτικες κατασκευες του, όπως η «μετακυριαρχια», κατετειναν στην ιστορικη διευρυνση της Πολιτειας, όχι στη συρρικνωση της. Τα φαντασματα της ιδιωτικοποιησης της πολιτικης, (τοσο με την εννοια της αθεμιτης διεισδυσης ιδιωτικων συμφεροντων στους τροπους ασκησης της πολιτικης εξουσιας, οσο και με την εννοια της αντικειμενικης εξυπηρετησης τους), της διαχυσης των οριων αναμεσα στο δημοσιο και στο ιδιωτικο και της αποδυναμωσης της πολιτικης και λαικης αυτονομιας τον κατετρεχαν εξ αλλου σε ολη του ζωη. Τα προφανη «ελλειμματα δημοκρατιας» που συνοδευουν το δημοκρατικο γιγνεσθαι είναι αποτοκα μιας προσωρινης ιστορικης καταστασης αναγκης.
Αν όμως ελπιζε ότι όλα θα κυλισουν ομαλα, διαψευστηκε. Και μαλιστα σε δυο επιπεδα. Είναι γεγονος ότι η μετακυριαρχια την οποια προσπαθησε να εννοιοποιησει εκ του μηδενος δεν εμφανιζεται πλεον ως «προσωρινη» ιστορικη παρενθεση, αναγκαια μεχρις οτου υπαρξουν οι κοινωνικες προυποθεσεις για να ολοκληρωθει η κατασκευη μιας νεας ενιαιας δημοκρατικης πολιτικης Ευρωπης που θα απαρτιζεται exaequoetbonoαπό ολες τις εξελίσσομενες ιστορικες του συνιστωσες στο πλαισιο της «Συμ-πολιτειας» την οποια ονειρευονταν ο Τσατσος. Δεν φαινεται να οδευουμε προς μια πρωτογνωρη, «παραδοξη» και προσωρινη ιστορικη συνθεση αναμεσα στις «σχετικοποιημενες» και «συρρικνωμενες» εθνικες κυριαρχιες και στην εκκολαπτομενη ευρωπαικη κυριαρχια εν οψει ενός υπερτερου πολιτικου στοχου. Συμβαινει εντελως το αντιθετο. Η μεταβολη των ιστορικων δεδομενων που προσδιοριζουν την εθνικη, λαικη και κρατικη κυριαρχια αναφερεται στην ριζικη αλλαγη στον τροπο προσληψης όχι της κλιμακας αλλα της ιδεας, της λειτουργιας και των οριων του πολιτικου. Με τις σημερινες μορφες της, η μετακυριαρχια δεν υπηρετει την προσεγγιση σε ενα νεο «ευρυτερο» πολιτικο μορφωμα με στοχο την εγγυηση και προωθηση του ευρωπαικου αξιακου συστηματος. Συμβαλλει, και ισως αποφασιστικα, στην καμψη των ιδεολογικων και νομικων αντιστασεων απεναντι στην απειλουμενη πληρη ετερονομια του πολιτικου. Και αυτό προβαλλεται στο αεναο μελλον.
Πραγματι, στις πονηρες αυτές μερες που όλα οσα λεγονται και γινονται τεινουν να υποκρυπτουν αλλα, οι λεξεις και οι ιδεες ταξιδευουν και μετασχηματιζονται με απιστευτη ταχυτητα. Την ιδια στιγμη που ονομαζαμε πολιτικο δεν είναι πια παρα διαχειριστικο, εκεινο που θεωρουσαμε ως κειμενο εξ υποθεσεως εξω από το δημοσιο χωρο οπου λαμβανονται αποφασεις για το κοινο μελλον εμφανιζεται προκλητικα αυτεξουσιο και παναρμοδιο. Με αυτην την εννοια, η ελευση και κατισχυση της ιδεας της μετακυριαρχιας δεν συντεινει σε μια πορεια που κατατεινει προς τον αεναο εμπλουτισμο της δημοκρατικης αυτοθεσπισης. Αντιθετα, υπηρετει την οριστικη προσδεση του αρματος της πολιτικης στο χωρο των ιδιωτικων συμφεροντων, Το λεγομενο συνδρομο ΤΙΝΑ («δεν υπαρχει άλλη εναλλακτικη λυση») δεν είναι πραγματολογικο, αλλα δεοντολογικο. Αν υπο τις παρουσες συνθηκες «δεν υπαρχει άλλη λυση», αυτό συμβαινει επειδη δεν μπορει πια να επιτρεπεται να υπαρξει λυση άλλη εκτος από εκεινη που υπαγορευεται από το υπερεθνικο κεφαλαιο. Με αυτην την εννοια, το προθεμα «μετα» εμφανιζεται πολυεπιπεδο. Σε πληρη αντιθεση με εκεινην του Τσατσου, η σημερινη μετα-κυριαρχια είναι συνωνυμη με την μετα-πολιτικη και ενδεχομενως με τη μετα-δημοκρατια.
Τι θαλεγε λοιπον ο Τσατσος στη σημερινη πρωτογνωρη συγκυρια; Τι σχηματα θα μπορουσε να εχει επινοησει προκειμενου να εξηγησει και χαρακτηρισει το αν όχι εντελως χαμενο, τουλαχιστον διαρκως απομακρυνομενο ονειρο για μιαν ευρυτερη, δημοκρατικοτερη και αξιακα συνεπεστερη Ευρωπαικη Πολιτεια; Τι θα μπορουσε να προτεινει τη στιγμη που οι μυχιοι ποθοι και οι εμμονες προσδοκιες του εχουν γινει αντικειμενα «αρπαγης» η «υφαρπαγης» από δυναμεις και τασεις που φαινεται, όπως καποτε ο Ζευς, να διεκδικουν και να μπορουν να επιβαλλουν το αλαθητο της ολυμπιας ετυμηγοριας τους και την ανελεητη παντοδυναμια της αποφασιστικης τους βουλησης; Και πως υπο τους ορους αυτους θα μπορουσε να αναδιατυπωσει τον ορισμο του Καρλ Σμιτ για την κυριαρχια; Αν κυριαρχος είναι εκεινος που αποφασιζει για τις εκτακτες περιστασεις, και μαλιστα τοσο για το «ποτε» οι περιστασεις είναι εκτακτες, και για το «πως» πρεπει να αντιμετωπισθουν, είναι σαφες ότι κυριαρχοι σημερα δεν είναι ουτε οι ανημπορες κυβερνησεις ουτε οι ανισχυροι γραφειοκρατες της Κομισιον, ουτε καν η Κεντρικη Ευρωπαικη Τραπεζα, το Δ,Ν.Τ. και η Παγκοσμια Τραπεζα. Κυριαρχοι είναι μονον οι «αγορες», τα νομαδικα κεφαλαια, το χρηματοπιστωτικο συστημα, και σε ο,τι μας αφορα, στο βαθος, η ηγεμονευουσα Γερμανικη βιομηχανια.
Υπο τις συνθηκες αυτές λοιπον, η λαικη, εθνικη και κρατικη κυριαρχια μπορει να επιβιωνουν μονον ως ισχνες προσχηματικες εκλογικευσεις. Πολλω μαλλον που για πρωτη φορα, οι πραγματικοι κυριαρχοι ουτε χρειαζεται ουτε αρεσκονται να εκτιθενται στο απλετο φως μιας εξουσιας που καλειται να δρα με πληρη επιγνωση της ιστορικης μεγαλοπρεπειας του ρολου της. Κρυβονται απλως στη σκια των «μετα-ιστορικων» εντολοδοχων τους. Υπο καθεστως μονιμης «αναγκαστικης διαχειρισης», εκεινοι που αναλαμβανουν να παιξουν τον αχαρο ρολο των «συνδικων της πτωχευσεως», πραγματικης, εικαζομενης η φαντασιακης είναι απλως ψευδοκυριαρχοι η μετα-κυριαρχοι. Τι θαλεγε λοιπον ο Τσατσος για την μετα-κυριαρχια των επιτροπων, η στη δικη μας περιπτωση, των συνδικων πανω σε μια «πτωχευμενη χωρα και πανω σε μιαν υπο πτωχευση δημοκρατια»; Και πως θα απαντουσε στην απορια της Αλικης του Λιουις Καρρολλ οταν ρωτουσε «πως είναι δυνατον οι λεξεις να εχουν η να αποκτουν τοσο διαφορετικα νοηματα»; Μηπως θα συνυπεγραφε την αποκριση του Χαμπτυ Νταμπτυ ότι το μονο πραγματικο ερωτημα ειναι ποιος κανει κουμαντο; Όμως, ευτυχως ισως γιαυτον, δεν χρειαζεται πια να τεμνει ζητηματα, να δινει απαντησεις και να επινοει προσφορες εκλογικευσεις. Εσυ τουλαχιστον, Δημητρη, πεθανες νωρις.

Μικρό και χρήσιμο Σύνταγμα

Πάσχος Μανδραβέλης

Μικρό και χρήσιμο Σύνταγμα

Τι είναι το Σύνταγμα; Μην είναι οι κάμποι; Μην είναι τ’ άσπαρτα ψηλά δημοσιονομικά ελλείμματα; Στην Ελλάδα, οι πολιτικοί θεωρούν το Σύνταγμα κάτι σαν το κατάρτι του Οδυσσέα. Ενα πράγμα που τους δένει για να μην υποκύπτουν στις σειρήνες του λαϊκισμού. Ετσι έγινε συνταγματική επιταγή η απαγόρευση μονιμοποίησης των συμβασιούχων του Δημοσίου· κάτι που θα μπορούσε να προβλέπεται από έναν απλό νόμο. Συνταγματικά, επίσης, επιχειρήθηκε να προστατευτεί το ήθος των βουλευτών, δηλαδή να μη δουλεύουν το πρωί στη Βουλή και το απόγευμα να γίνονται θεράποντες δικηγόροι κατηγορουμένων για διάφορα εγκλήματα. Κατά τον ίδιο τρόπο έγινε συνταγματική διάταξη και ο βασικός μέτοχος, σε μια προσπάθεια να μην υποκύπτουν οι υπουργοί στους γητευτές των καναλιών.

Ετσι φτάσαμε να έχουμε ένα λεπτομερέστατο Σύνταγμα, που όπως και οι απλοί νόμοι, βρίθει νεκρών διατάξεων. Δεν είναι μόνο το άρθρο 14 παρ. 9 που το κοιτάμε σαν ένα ρημαγμένο κάστρο στη μάχη της διαπλοκής, είναι και το 14.8 που από το 1974 προβλέπει ότι «Νόμος ορίζει τις προϋποθέσεις και τα προσόντα για την άσκηση του δημοσιογραφικού επαγγέλματος».

Τώρα, το μελλοντικό Σύνταγμα, που θα προκύψει από την αναθεώρηση της επόμενης Βουλής, κινδυνεύει να ξεχειλώσει από δύο άλλες διατάξεις. Την πρώτη εξήγγειλε ο πρωθυπουργός κ. Γεώργιος Παπανδρέου, η οποία θα απαγορεύει σε μελλοντικές κυβερνήσεις να πωλούν δημόσια γη. Αν κρίνουμε από τον κλαυθμό εκείνου του Σαββατοκύριακου (για τις δηλώσεις του κ. Σερβά Ντερούς για αποκρατικοποιήσεις ύψους 50 δισ.), μάλλον η συντριπτική πλειοψηφία του ελληνικού λαού αντιτίθεται στην ιδιωτικοποίηση εκτάσεων. Προτιμάμε να τις ιδιωτικοποιούμε μόνοι μας –παρανόμως και λίγο λίγο– διά των καταπατήσεων.

Αλλά ποιος μας λέει ότι μεθαύριο ο ελληνικός λαός δεν θα αλλάξει γνώμη; Γιατί η σημερινή μας απόφαση (για την οποία, μάλιστα, δεν έγινε καν πολιτική συζήτηση εις βάθος) να δεσμεύσει και τις μελλοντικές γενιές; Υπάρχει κάτι στη σημερινή συγκυρία που κάνει τις αποφάσεις μας πιο σοφές από τις αποφάσεις των παιδιών μας; Ή θα τρέχουν κι αυτά να αλλάζουν το Σύνταγμα, όπως κάνουμε εμείς κάθε τρεις και λίγο (1986, 2000, 2005, 2014);

Το ίδιο πρόβλημα έχει και η συνταγματική πρόβλεψη των ισοσκελισμένων προϋπολογισμών που προτείνει η κ. Μπακογιάννη. Ναι, τα δανεικά είναι κακό πράγμα, αλλά μόνο αν τα ρίχνεις στην κατανάλωση. Είναι, όμως, αναγκαία όταν θες να κάνεις μεγάλες εθνικές υποδομές. Εμείς καήκαμε στον χυλό της αλόγιστης δημοσιονομικής επέκτασης και τώρα πρέπει να τον συμμαζέψουμε. Aλλά γιατί να απαγορεύσουμε συνταγματικά στα παιδιά μας να δοκιμάσουν ακόμη και το γιαούρτι;

Εδώ, κάποιος μπορεί να ορθώσει το επιχείρημα ότι δεν έχουμε εμείς το δικαίωμα να χρεώνουμε τα παιδιά μας. Λογικό, αλλά σάμπως με την ίδια λογική έχουμε το δικαίωμα να δώσουμε το Ελληνικό προς αξιοποίηση; Μπορεί μεθαύριο τα παιδιά μας να προτιμήσουν το Ελληνικό ανέπαφο και το χρέος ολάκερο. Μπορεί να θέλουν να επενδύσουν με δανεικά. Δεν μπορούμε να ξέρουμε και γι’ αυτό ας κάνουμε τώρα ό, τι η τωρινή πλειοψηφία θεωρεί καλύτερο και ας αφήσουμε τα παιδιά μας να κάνουν ό, τι αυτά θέλουν. Το σημαντικότερο, πάντως, που πρέπει να κάνουμε είναι να φτιάξουμε ένα Σύνταγμα αρχών, παρά ένα ακόμη Σύνταγμα λεπτομερειών, όσο σημαντικές κι αν φαντάζουν αυτές σήμερα.

To άρθρο δημοσιεύθηκε στην Καθημερινή στις 6 Μαρτίου του 2011. 

 

Πέρα από το Δουβλίνο ΙΙ

Ανδρέας Χ. Τάκης
Τα αιτήματα ασύλου που εκκρεμούν στην Ελλάδα, αγγίζουν τις 45.000, ενώ κάθε μέρα εισέρχονται χωρίς χαρτιά και διατυπώσεις στη χώρα περί τους 300 ανθρώπους, κάποιοι από τους οποίους είναι πιθανό να καταθέσουν αίτημα ασύλου. Η Σουηδία, η Γερμανία, η Αυστρία, η Φινλανδία και η Δανία, με δικαστικές αποφάσεις των αρμόδιων εθνικών δικαστηρίων, αποφάσισαν να μην επαναπροωθούν αλλοδαπούς που συλλαμβάνονται και ισχυρίζονται ότι έχουν καταθέσει αίτημα ασύλου στην Ελλάδα, επειδή έτσι τους εκθέτουν σε εξευτελιστικές συνθήκες, καθώς η χώρα μας δεν είναι σε θέση να διασφαλίσει την τήρηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων για τα άτομα αυτά. Τέτοια απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, βγήκε πρόσφατα σε βάρος του Βελγίου.
Σύμφωνα με τον Κανονισμό 343/2002 (Δουβλίνο ΙΙ), για την εξέταση των αιτημάτων ασύλου στο έδαφος της ΕΕ, ισχύει το κριτήριο της πρώτης εισόδου του αιτούντος άσυλο στην ΕΕ, δηλαδή ότι αρμόδιο για την εξέταση του αιτήματος ασύλου είναι το κράτος μέλος από το οποίο ο υπήκοος τρίτης χώρας εισήλθε στην ΕΕ και εκεί όπου κατέθεσε αίτημα ασύλου. Ο Κανονισμός βρίσκεται άτυπα υπό επανεξέταση. Μάλιστα, έχει προταθεί η προσωρινή αναστολή για περίοδο έως έξι μήνες, μετά από αίτημα του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους, σε περίπτωση που αυτό «αντιμετωπίζει ιδιαίτερα επείγουσες καταστάσεις, οι οποίες επιβαρύνουν στο έπακρο τις ικανότητες υποδοχής».
Η απροθυμία των ευρωπαίων εταίρων μας να αλλάξει ο Κανονισμός και η επιμονή τους να γίνεται η διαχείριση των δικαιούχων ασύλου στα σύνορα και όχι σε οποιοδήποτε άλλο σημείο στην καρδιά της ΕΕ, δεν είναι παράλογη για όποιον βλέπει τα πράγματα από μια αφηρημένη σκοπιά και όχι από αυτή συγκεκριμένης χώρας που δοκιμάζεται ειδικά. Και πάλι, όμως, η Ελλάδα εμφανίζεται ως το κακομαθημένο παιδί της ΕΕ, που, μολονότι λαμβάνει βοήθεια οικονομική, επιχειρησιακή και τεχνική, φέρεται να μην την αξιοποιεί προς το κοινό ευρωπαϊκό όφελος. Και αντίθετα προς την παράδοση της Ευρώπης, καταλήγει να ανέχεται την εξακολούθηση μιας κατάστασης που τα ευρωπαϊκά δικαστήρια θεωρούν ευθέως αντίθετη με τα ανθρώπινα δικαιώματα .
Είναι, όμως, πράγματι το άσυλο, το πρόβλημα; Είναι το πρόβλημα τα 45.000 εκκρεμή αιτήματα ασύλου -ακόμη κι αν όλα αποδειχθούν βάσιμα-τα οποία άλλωστε έχουν αρχίσει επιτέλους να εξετάζονται, ή οι, σύμφωνα με τις πιο πρόσφατες εκτιμήσεις, 450.000 μετανάστες χωρίς χαρτιά που ζουν στην ελληνική επικράτεια σε καθεστώς αφάνειας; Και από τη σκοπιά αυτή χρωστάμε χάρη στους 300 απεργούς πείνας από το Μαγκρέμπ, γιατί έφεραν πράγματι αυτήν την αλήθεια της «παράνομης μετανάστευσης», επιτέλους, στο επίκεντρο του πολιτικού ενδιαφέροντος.
Ο πρόσφατος νόμος 3907/2011 για την «΄Ιδρυση Υπηρεσίας Ασύλου και Υπηρεσίας Πρώτης Υποδοχής, προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας προς τις διατάξεις της Οδηγίας 2008/115/ΕΚ “σχετικά με τους κοινούς κανόνες και διαδικασίες στα κράτη – μέλη για την επιστροφή των παρανόμως διαμενόντων υπηκόων τρίτων χωρών” και λοιπές διατάξεις.», αναδιαρθρώνει και εξορθολογίζει τις κρατικές λειτουργίες γύρω από την απονομή του ασύλου και τη διαχείριση των ροών παρανόμως εισερχομένων. Υπάρχουν βάσιμες ελπίδες ότι σε συνέχεια και του ΠΔ του Νοεμβρίου 2010, οι Επιτροπές Ασύλου θα εργαστούν με ταχύτητα και ο αριθμός αναγνωρισμένων προσφύγων θα αυξηθεί ραγδαία, καθώς θα μειώνεται το πλήθος των εκκρεμών αιτημάτων.
Το πιο σημαντικό, παρ’ όλ’αυτά, είναι ότι ο νόμος 3907 προσφέρει θεσμικά εργαλεία για μια πιο αποτελεσματική διαδικασία επιστροφής, που αξιοποιεί όχι μόνο τον καταναγκασμό, αλλά, για πρώτη φορά με τρόπο θεσμικά οργανωμένο, και άλλες ηπιότερες μορφές επιστροφής. Προβλέπεται, έτσι, για πρώτη φορά η δυνατότητα της οικειοθελούς αναχώρησης και διευρύνεται η δυνατότητα της εθελούσιας επιστροφής κάθε παρανόμως διαμένοντος αλλοδαπού. Ωστόσο, και πάλι, ακόμη και αν η αποτελεσματικότητα των διαδικασιών επιστροφής αυξηθεί, θα παραμένει το ερώτημα: τι κάνουμε με όλους εκείνους, που είναι και οι περισσότεροι ίσως, των οποίων η επιστροφή είναι, επί του παρόντος τουλάχιστον, ουσιαστικά αδύνατη, λόγω της πολιτειακής κατάστασης ή άλλων ακραίως δυσχερών συνθηκών που επικρατούν στη χώρα τους, ή ακόμη λόγω της απροθυμίας των πρεσβειών τους να συνεργασθούν, ή, τέλος, για τεχνικούς, νομικούς ή και άλλους λόγους.
Η εγχώρια άκρα δεξιά, θα ήθελε να τους τοποθετήσουμε σε χώρους μαζικής κράτησης, να γεμίσουμε τη χώρα με στρατόπεδα συγκέντρωσης – μια λύση που, ακόμη και αν καταφέρναμε να κατασιγάσουμε κάθε ηθική ένσταση στοιχειώδους ανθρωπισμού, θα ήταν αδύνατη, λόγω της ήδη πρακτικής αδυναμίας επιχειρησιακής και υλικοτεχνικής υποστήριξης ενός τέτοιου εγχειρήματος. Άλλωστε, στις περιπτώσεις που η απέλαση είναι πρακτικά ανέφικτη, τουλάχιστον σε εύλογο χρόνο, οι μαζικές συλλήψεις και οι μαζικές κρατήσεις δεν θα παρήγαγαν παρά κόστος και επικοινωνιακού χαρακτήρα αποτελέσματα, βολικά εάν ο χρονικός μας ορίζοντας είναι μικρός, παντελώς άχρηστα και εν τέλει μάταια σε βάθος χρόνου. Από την άλλη μεριά, τυχόν διαδικασίες μαζικών νομιμοποιήσεων ή αδιάκριτων χορηγήσεων ασύλου σε μη δικαιούχους, ή μια συστηματική και υποβοηθούμενη από τις κρατικές υπηρεσίες διοχέτευση των ανθρώπων αυτών σε άλλες χώρες της Ε.Ε., θα σήμαινε αναπόφευκτα, όπως έχει πλέον καταστεί σαφές, την ευρωπαϊκή απομόνωση της Ελλάδας και την έξοδό της από το χώρο Σένγκεν. Απολύτως αναγκαία η αποτελεσματική φύλαξη των δαντελωτών συνόρων μας, είναι όμως εξ ορισμού και για λόγους αρχής ανίκανη να ανακόψει τις ροές ανθρώπων που ζητούν συνδρομή και καταφύγιο, έστω και αν οι ισχυρισμοί τους, όπως πολύ συχνά συμβαίνει, είναι καταχρηστικοί. Κατά συνέπεια, ο αριθμός των ανθρώπων με τους οποίους καλούμαστε να συμβιώσουμε, αναγκαστικά θα αυξάνει, ακόμη κι αν η συνεργασία συνοριοφυλακής και Frontex καταφέρει να μειώσει τους ρυθμούς της εισροής.
Με αυτά ως δεδομένα, το ερώτημα επανέρχεται, καθώς δεν είναι δυνατόν να εξακολουθήσουμε να προσποιούμαστε ότι δεν τους βλέπουμε -όπως κάνουμε για πάνω από 10 χρόνια τώρα… Οι άνθρωποι αυτοί, με τους οποίους θέλοντας και μη πρέπει να συμβιώσουμε, είτε προσωρινά, είτε με ορισμένους από αυτούς για πάντα, θα παραμένουν επ’ άπειρον σε ένα απάνθρωπο περιθώριο ανομίας, αθλιότητας και εκμετάλλευσης;
Και πάλι ο ν. 3907/2011 προσφέρει μια λύση που συνδυάζει την προστασία των δικαιωμάτων του μετανάστη χωρίς χαρτιά, με τη μέριμνα για την ασφάλεια όλων μας: μέχρι να καταστεί η επιστροφή τους εφικτή και προκειμένου, στο μεταξύ, οι άνθρωποι χωρίς χαρτιά να αναδυθούν επιτέλους στην επιφάνεια της κοινωνικής ζωής και να αποκτήσουν στοιχειώδη υπόσταση προσώπου με δικαιώματα και υποχρεώσεις, είναι δυνατόν και μαζί πιεστικά αναγκαίο να καταγραφούν και να τους χορηγηθεί το ειδικό καθεστώς αναβολής της επιστροφής τους. Οι ίδιες ρυθμίσεις, προκειμένου να διασφαλίσουν την αξιοπρεπή τους διαβίωση, παρέχουν στα πρόσωπα αυτά τη δυνατότητα να εργασθούν ως μισθωτοί σε συγκεκριμένους τομείς και περιοχές της χώρας. Ωστόσο, το ειδικό αυτό καθεστώς παραμένει προσωρινό και οι άνθρωποι αυτοί θα πρέπει, κατ’ αρχήν, μόλις δοθεί η ευκαιρία, να επιστρέψουν στις πατρίδες τους. Άλλο βέβαια αν με το πέρασμα των χρόνων η εξακολούθηση του ανέφικτου της επιστροφής τους επιβάλλει ενδεχομένως να αποκτήσουν τελικά κατ’ εξαίρεση κανονική άδεια παραμονής. Μακροσκοπικά, όμως, το μεγαλύτερο πλεονέκτημα της λύσης της καταγραφής μέσω της χορήγησης ενός ειδικού προσωρινού καθεστώτος, είναι ακριβώς ότι χωρίς να αναλαμβάνει με τρόπο οριστικό την ευθύνη των ανθρώπων αυτών (εννοείται ότι αυτό δεν αφορά όσους διέμεναν ή μπήκαν νόμιμα και απώλεσαν την άδειά τους μεταγενέστερα), η χώρα μας μπορεί να καταδείξει με τρόπο μη επιδεχόμενο καμία αμφισβήτηση, το πραγματικό και αβάσταχτο μακροπρόθεσμα για την κοινωνική της συνοχή, να φιλοξενεί εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους χωρίς χαρτιά, που εγκλωβίστηκαν εδώ καθ’ οδόν προς κάποια άλλη χώρα της ΕΕ. Γι’ αυτό και δεν μπορεί παρά να αντηχεί εν τέλει ελαφρώς υποκριτική, ή ανάμικτη με ηθική μομφή προσφορά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και επιμέρους κρατών μελών, να χρηματοδοτήσουν αφειδώς τις διαδικασίες υποδοχής και ασύλου στη χώρα μας, να χρηματοδοτήσουν δηλαδή τη μετατροπή της επικράτειάς μας σε Σπιναλόγκα ανεπιθυμήτων ψυχών.
Ακριβώς αυτό είναι το πεδίο όπου πρέπει να αναδειχθεί το πρωτίστως πολιτικό, αλλά και ουσιαστικά νομικό θέμα της αρχής της αλληλεγγύης για την κατανομή των ευθυνών στην ΕΕ. Σύμφωνα με το άρθρο 67.2 της μεταρρυθμιστικής Συνθήκης (Συνθήκη της Λισαβόνας 1-12-2009), η ΕΕ «…αναπτύσσει κοινή πολιτική στους τομείς του ασύλου, της μετανάστευσης και του ελέγχου των εξωτερικών συνόρων, η οποία βασίζεται στην αλληλεγγύη μεταξύ των κρατών μελών…» ενώ στο άρθρο 80 ορίζεται ότι «οι πολιτικές της Ένωσης […] και η εφαρμογή τους, διέπονται από την αρχή της αλληλεγγύης και της δίκαιης κατανομής ευθυνών μεταξύ των κρατών μελών, μεταξύ άλλων και στο οικονομικό επίπεδο.». Εδώ, γίνεται και η εννοιολογική διάκριση μεταξύ «αλληλεγγύης» και «δίκαιης κατανομής ευθυνών»:
– η «αλληλεγγύη» αφορά καταστάσεις ή προβλήματα τα οποία δημιουργούνται σε ένα και μόνον κράτος μέλος, και προς ενίσχυση του οποίου προστρέχουν τα υπόλοιπα κράτη μέλη στο πλαίσιο της ενωσιακής αλληλεγγύης, λαμβάνοντας, για παράδειγμα, μέτρα για την αντιμετώπιση μιας ιδιαιτέρως δυσχερούς κατάστασης, ενώ – η «δίκαιη κατανομή ευθυνών» αφορά την κοινή αντιμετώπιση ενός κοινού προβλήματος, δηλαδή τη διαμόρφωση ενός συστήματος κοινής διαχείρισης ενός κοινού προβλήματος, λαμβάνοντας υπόψη τις δυνατότητες αλλά και τον βαθμό έκθεσης του κάθε κράτους μέλους ξεχωριστά, στο κοινό πρόβλημα.
Έτσι, αυτό που πρέπει να ξεκινήσει άμεσα είναι η συζήτηση και η δημιουργία ενός μηχανισμού υποχρεωτικής ανακατανομής των βαρών, δηλαδή ανακατανομής και μετεγκατάστασης των μεταναστών χωρίς χαρτιά, με βάση συγκεκριμένη δίκαιη αναλογία σε όλα τα κράτη μέλη. Κοινό ευρωπαϊκό βάρος, σημαίνει το μοιράζομαι και παίρνω το μερίδιό μου. Αλλά για να ξέρω τι υπάρχει και να το μοιραστώ δίκαια, θα πρέπει πρώτα να γίνει η καταγραφή των μεταναστών χωρίς χαρτιά. Και φυσικά, η νομιμοποίηση, κάθε φορά σημαίνει και την πλήρη ματαίωση κάθε απόπειρας μοιράσματος και αποφόρτισης, γιατί απλώς καθιστά τους νομιμοποιηθέντες αποκλειστικά ζήτημα του ενός κράτους-μέλους.
Όλοι πια γνωρίζουμε ότι το πρόβλημα υπερβαίνει το εθνικό ή περιφερειακό επίπεδο: δεν είναι καν ευρωπαϊκό, αλλά παγκόσμιο – είναι ένα ζήτημα βορρά-νότου, αλλά και ανατολής-δύσης. Οι τρόποι αντιμετώπισης είναι δύο: αφενός ένα δραστικό και άμεσο διεθνές κοινωνικό κράτος, που θα υποστηρίζει τις χώρες προέλευσης και αφετέρου, στο εσωτερικό της ΕΕ, ως κοινού χώρου δικαιοσύνης και ασφάλειας, η με ίσους όρους μεταξύ των κρατών μελών διαχείριση των παρανόμως διαμενόντων στην επικράτειά της. Γιατί πρέπει να είναι απόλυτα σαφές πια ότι αν δεν δώσουμε άμεσα κάθε δυνατή έμφαση σε διεθνείς δομές και δίκτυα κοινωνικοοικονομικής στήριξης, κάτι σαν international welfare structures, η βουβή οργή Ασίας και Αφρικής θα αρχίσει να ξεσπά στις ευρωπαϊκές ακτές. Δεν χρειάζεται να αναμένει και πάλι η Ευρώπη μια πρωτοβουλία πέρα από τον Ατλαντικό. Η Τυνησία, η Λιβύη και η Αίγυπτος, είναι δίπλα μας.
Ο Ανδρέας Χ. Τάκης είναι Γ.Γ. Πληθυσμού & Κοινωνικής Συνοχής. Το κείμενο αυτό γράφτηκε με τη συνεργασία της Αθηνάς Μπαλοπούλου και του Γρηγόρη Τσιούκα.
Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Μεταρρύθμιση.

Συνταγματικότητα των νέων ρυθμίσεων για την κτήση ιθαγένειας και τη συμμετοχή αλλοδαπών στις αυτοδιοικητικές εκλογές

ΣτΕ 350/2011 Τμ. Δ επταμ. με παρατηρήσεις Χρ. Παπαστυλιανού

Συνταγματικότητα των νέων ρυθμίσεων για την κτήση ιθαγένειας και τη συμμετοχή αλλοδαπών στις αυτοδιοικητικές εκλογές
Πρόεδρος: Σωτ. Ρίζος, Αντιπρόεδρος
Εισηγητής: Ε. Αντωνόπουλος, Σύμβουλος
[…]
2. Επειδή, με την αίτηση αυτή, όπως συμπληρώθηκε με το από 17-9-2010 δικόγραφο προσθέτων λόγων ζητείται η ακύρωση α) της υπ’ αριθμ. Φ.130181/23198/ 30-4-2010 αποφάσεως του Υπουργού Εσωτερικών, Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης (ΦΕΚ Β΄ 562) με τίτλο «Καθορισμός δικαιολογητικών που πρέπει να συνοδεύουν τη δήλωση και αίτηση εγγραφής στο Δημοτολόγιο, λόγω γέννησης ή φοίτησης σε σχολείο στην Ελλάδα, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1 Α του Κώδικα Ελληνικής Ιθαγένειας» και β) της με αριθμό πρωτοκόλλου 24592/7-5-2010 6ης Εγκυκλίου του ιδίου Υπουργού με τίτλο «Άσκηση του δικαιώματος του εκλέγειν και εκλέγεσθαι από τους ομογενείς και τους νομίμως διαμένοντες υπηκόους τρίτων χωρών για την ανάδειξη των αιρετών οργάνων της πρωτοβάθμιας τοπικής αυτοδιοίκησης», κατά το μέρος που αναφέρεται μόνο στην παροχή των δικαιωμάτων αυτών (εκλέγειν και εκλέγεσθαι) στους υπηκόους τρίτων χωρών.
3. Επειδή, οι προσβαλλόμενες με την κρινόμενη αίτηση πράξεις (υπουργική απόφαση και εγκύκλιος) έχουν εκδοθεί, η μεν πρώτη κατ’ εφαρμογή της εξουσιοδοτικής διατάξεως του άρθρου 13 του Ν. 3838/2010 (ΦΕΚ Α΄ 49) και αναφέρεται στα δικαιολογητικά που απαιτούνται για την απόκτηση της ελληνικής ιθαγένειας από τα πρόσωπα που αναφέρονται στο άρθρο 1 και στο άρθρο 24 του νόμου αυτού, η δε δεύτερη –η οποία κατά τον αιτούντα έχει το χαρακτήρα κανονιστικής πράξεως και όχι ερμηνευτικής εγκυκλίου, όπως ρητώς αναφέρεται στο δικόγραφο προσθέτων λόγων– αναφέρεται στον τρόπο ασκήσεως του δικαιώματος του εκλέγειν και εκλέγεσθαι των υπηκόων τρίτων χωρών που προβλέπονται στα άρθρα 14 έως 21 του νόμου. Εν όψει του ότι και οι δύο πράξεις αναφέρονται σε θέματα καταστάσεως μεταναστών και συναρτούν την απόκτηση της ιθαγένειας, καθώς και την άσκηση του δικαιώματος του εκλέγειν και εκλέγεσθαι από την νομική προυπόθεση της κατ’ αρχήν νόμιμης διαμονής στη χώρα των προαναφερομένων κατηγοριών προσώπων και επί πλέον ορίζεται ρητώς στο άρθρο 3 του ν. 3838/2010 ότι η συμμετοχή στις εκλογές της πρωτοβάθμιας τοπικής αυτοδιοίκησης συνιστά στοιχείο που συνεκτιμάται για την απόκτηση της ελληνικής ιθαγένειας με πολιτογράφηση από τα ανωτέρω πρόσωπα, υφίσταται συνάφεια μεταξύ τους. Ο Σύμβουλος Διομήδης Κυριλλόπουλος διατύπωσε τη γνώμη ότι δεν υφίσταται στενή συνάφεια μεταξύ των δύο προσβαλλομένων πράξεων, εφόσον αναφέρονται σε δύο διακριτά μεταξύ τους ζητήματα ήτοι στην απόκτηση της Ελληνικής ιθαγένειας από νομίμως διαμένοντες μετανάστες και στην άσκηση εκλογικών δικαιωμάτων από μετανάστες που δεν έχουν την ιθαγένεια, αλλά διαμένουν νομίμως στη χώρα. Συνεπώς, θα έπρεπε, κατά τη γνώμη αυτή, να διαταχθεί χωρισμός του δικογράφου της κρινομένης αιτήσεως, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 22 παρ. 9 του Ν. 3226/2004 (ΦΕΚ Α΄ 24 ) και να εξετασθούν μόνον οι λόγοι που στρέφονται κατά της πρώτης προσβαλλόμενης πράξεως.
4. Επειδή, με την συμπροσβαλλόμενη λόγω συναφείας υπ’ αριθμ. 6/7-5-2010 Εγκύκλιο του Υπουργού Εσωτερικών, Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης εξειδικεύονται οι ρυθμίσεις των άρθρων 14-21 του ν. 3838/2004 που αφορούν στην απονομή και άσκηση του εκλογικού δικαιώματος καθώς και του δικαιώματος του εκλέγεσθαι (μόνο για τις θέσεις δημοτικών συμβούλων, συμβούλων δημοτικών διαμερισμάτων και τοπικών συμβούλων) των υπηκόων τρίτων χωρών. Ενόψει του ότι το έγγραφο αυτό δεν επικαλείται στο προοίμιό του οποιαδήποτε εξουσιοδοτική διάταξη, ούτε προβλέπει τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, περιέχει δε λεπτομέρειες και οδηγίες για την εφαρμογή των προαναφερθεισών διατάξεων του ν. 3838/2004, χωρίς να θεσπίζει συμπληρωματικές ρυθμίσεις δεν έχει δεσμευτικό χαρακτήρα παρά τα περί του αντιθέτου προβαλλόμενα με την κρινόμενη αίτηση και το δικόγραφο προσθέτων λόγων (Σ.Ε. 1331-2/2000, 1489/2000, 453/2003, 1368/2008, 1648/2009). Περαιτέρω, όμως, εξεδόθη από τον καθ’ ού Υπουργό η υπ’ αριθ. 29982/1-6-2010 (Β΄ 754) απόφαση με τίτλο «Παράταση προθεσμίας εγγραφής στους ειδικούς εκλογικούς καταλόγους των ομογενών και των νομίμως διαμενόντων υπηκόων τρίτων χωρών για την ανάδειξη των αιρετών οργάνων της πρωτοβάθμιας τοπικής αυτοδιοίκησης» με βάση την εξουσιοδοτική διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 21 του ν. 3838/2010. Με την απόφαση αυτή, η οποία εξεδόθη μετά την επίδικη από 7-5-2010 εγκύκλιο αλλά πριν από την από 5-8-2010 άσκηση της κρινομένης αιτήσεως, εφαρμόζονται άμεσα οι διατάξεις του προαναφερθέντος άρθρου 21 που συναρτώνται με την απονομή σε αλλοδαπούς των δικαιωμάτων εκλέγειν και εκλέγεσθαι (άρθρο 14). Συνεπώς, η πράξη αυτή που εξεδόθη πριν από την άσκηση της κρινομένης αιτήσεως (βλ. ΣΕ 3208/1988)και της οποίας την έκδοση προέβλεπε ρητώς και η προσβαλλομένη εγκύκλιος (σελ. 18) είναι εκτελεστή, αφού με την έκδοσή της ενεργοποιούνται οι διατάξεις του κεφαλαίου του νόμου που αφορούν στο δικαίωμα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι των υπηκόων τρίτων χωρών και εκδηλώνεται η βούληση της Διοικήσεως να ενεργοποιήσει τις διατάξεις αυτές (πρβλ. ΣΕ 3053/2009 Ολομ.) και παραδεκτώς συμπροσβάλλεται με την αίτηση.
5. Επειδή, ο αιτών επικαλούμενος την ιδιότητά του ως εκλογέα και Ελληνα πολίτη με έννομο συμφέρον ασκεί την κρινόμενη αίτηση κατά των δύο παραδεκτώς προσβαλλομένων πράξεων, ενώ, περαιτέρω, παραδεκτώς από άποψη προθεσμίας προσβάλλει την πρώτη από αυτές (υπουργική απόφαση Φ.130181/23198), η οποία δημοσιεύθηκε μεν στο ΦΕΚ τεύχος Β΄ της 30-4-2010, πλην, όμως, η ημερομηνία πραγματικής κυκλοφορίας του φύλλου είναι η 6-5-2010 (υπ’ αριθμ. Γ 163020/21-9-2010 βεβαίωση του Εθνικού Τυπογραφείου), ενώ η κρινόμενη αίτηση κατατέθηκε στις 5-8-2010 (Σ.Ε. 2081/1987 Ολομ., 4392/1997, 3671/2006 Ολομ.) ήτοι 55 ημέρες από την ημερομηνία πραγματικής κυκλοφορίας. Εξ άλλου, δεν ανακύπτει ζήτημα παραδεκτού ως προς τη δεύτερη συμπροσβαλλόμενη πράξη.
6. Επειδή, υπέρ του κύρους των προσβαλλομένων πράξεων παρεμβαίνει το Σωματείο Ελληνική Ένωση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Η παρέμβαση αυτή ασκείται παραδεκτώς, εφόσον, μεταξύ των σκοπών του Σωματείου κατά το καταστατικό του είναι και η προστασία των πολιτικών δικαιωμάτων, τα οποία, κατά κανόνα, προϋποθέτουν την ιθαγένεια, ενώ, εξάλλου, κατά το άρθρο 2 του ίδιου καταστατικού, η δράση του εμπνέεται και από την Οικουμενική Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου του Ο.Η.Ε., το άρθρο 15 της οποίας αναγνωρίζει το δικαίωμα του ανθρώπου σε μία τουλάχιστον ιθαγένεια και το δικαίωμα αλλαγής ιθαγενείας. Οι Σύμβουλοι Γεώργιος Παπαγεωργίου και Διομήδης Κυριλλόπουλος υποστήριξαν την άποψη ότι το Σωματείο δεν έχει έννομο συμφέρον να παρέμβει υπέρ του κύρους της πρώτης από τις προσβαλλόμενες πράξεις, η οποία αφορά θέμα απονομής ιθαγένειας, η οποία δεν συνιστά δικαίωμα αλλά νομικό δεσμό ενός ατόμου προς συγκεκριμένο κράτος, καθώς και διότι δεν αρκεί για τη θεμελίωση του εννόμου συμφέροντός του το ενδιαφέρον του για την αποτροπή της κηρύξεως ως αντισυνταγματικών των διατάξεων περί απονομής ιθαγενείας στους αλλοδαπούς (πρβλ. ΣΕ 575/2001). Περαιτέρω, παραδεκτώς παρεμβαίνει υπέρ του κύρους της δεύτερης προσβαλλόμενης πράξης η Εντα Γκέμυ, αλβανικής ιθαγενείας, η οποία έχει υποβάλει αίτηση να μετάσχει ως εκλογέας στις αυτοδιοικητικές εκλογές της 7-11-2010 ως έχουσα τις προϋποθέσεις που απαιτεί ο Ν. 3838/2010 και έχουσα ήδη εγγραφεί στους εκλογικούς καταλόγους του Δήμου Νικαίας- Αγίου Ιωάννη Ρέντη Αττικής.
7. Επειδή, με την πρώτη προσβαλλόμενη υπουργική απόφαση (Φ 130181/23198/30-4-2010) που εξεδόθη κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 13 του Ν. 3838/2010 καθορίσθηκαν τα δικαιολογητικά, τα οποία πρέπει να προσκομίσουν οι ενδιαφερόμενοι για την υλοποίηση των διατάξεων του άρθρου 1Α και του άρθρου 24 του νόμου αυτού προκειμένου να κινηθεί η διαδικασία αποκτήσεως της ελληνικής ιθαγένειας. Επομένως, παρά το ότι οι περισσότεροι λόγοι της κρινομένης αιτήσεως δεν στρέφονται ευθέως κατά των ρυθμίσεων της υπουργικής αυτής αποφάσεως, αλλά κατά των διατάξεων τυπικού νόμου (ν. 3838/2010), παραδεκτώς προβάλλονται, κατ’ αρχήν, με την κρινόμενη αίτηση. Τούτο, διότι, το τυχόν ανίσχυρο της θεσπίσεως των ρυθμίσεων του νόμου συνεπάγεται την ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως, αφού δεν νοείται ρύθμιση λεπτομερειών εφαρμογής νόμου που προσκρούει σε υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις, ενόψει του ότι ο αιτών προβάλλει αντίθεση των προαναφερομένων διατάξεων των άρθρων 1Α και 24 του Ν. 3838/2010 προς σειρά διατάξεων του Συντάγματος και του ευρωπαϊκού δικαίου, προς υλοποίηση των οποίων εξεδόθη η προσβαλλόμενη υπουργική απόφαση (Σ.Ε. 1792/1997 Ολομ, 372/2005 επταμ, 3266/2008 επταμ, 2470/2008 Ολομ).
8. Επειδή, στο άρθρο 1 παρ. 2 και 3 του Συντάγματος ορίζεται ότι «Θεμέλιο του πολιτεύματος είναι η λαϊκή κυριαρχία. 3. Όλες οι εξουσίες πηγάζουν από τον Λαό, υπάρχουν υπέρ αυτού και του Έθνους και ασκούνται όπως ορίζει το Σύνταγμα». Στο άρθρο 4 παρ. 3 ότι «3. Έλληνες είναι όσοι έχουν τα προσόντα που ορίζει ο νόμος. Επιτρέπεται να αφαιρεθεί η ελληνική ιθαγένεια μόνο σε περίπτωση που κάποιος απέκτησε εκούσια άλλη ιθαγένεια ή που ανέλαβε σε ξένη χώρα υπηρεσία αντίθετη προς τα εθνικά συμφέροντα, με τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία που προβλέπει ειδικότερα ο νόμος». Στο άρθρο 16 παρ. 2 ότι «Η παιδεία αποτελεί βασική αποστολή του Κράτους και έχει σκοπό την ηθική, πνευματική, επαγγελματική και φυσική αγωγή των Ελλήνων, την ανάπτυξη της εθνικής και θρησκευτικής συνείδησης και τη διάπλασή τους σε ελεύθερους και υπεύθυνους πολίτες». Στο άρθρο 21 παρ. 1 ότι «Η οικογένεια ως θεμέλιο της συντήρησης και προαγωγής του Έθνους, καθώς και ο γάμος, η μητρότητα και η παιδική ηλικία τελούν υπό την προστασία του Κράτους». Στο άρθρο 25 παρ. 4 ότι «Το Κράτος δικαιούται να αξιώνει από όλους τους πολίτες την εκπλήρωση του χρέους της κοινωνικής και εθνικής αλληλεγγύης». Στο άρθρο 51 παρ. 2 ότι «Οι βουλευτές αντιπροσωπεύουν το Έθνος». Τέλος, στο άρθρο 108 ότι «Το Κράτος μεριμνά για τη ζωή του απόδημου ελληνισμού και τη διατήρηση των δεσμών του με τη μητέρα Πατρίδα … 2. Νόμος ορίζει τα σχετικά με την οργάνωση, τη λειτουργία και τις αρμοδιότητες του Συμβουλίου Αποδήμου Ελληνισμού, που έχει ως αποστολή του την έκφραση όλων των δυνάμεων του απανταχού ελληνισμού». Από τις διατάξεις αυτές, οι πρώτες δύο, εντάσσονται στη συνταγματική παράδοση του σύγχρονου ελληνικού κράτους, ιδίως από το Σύνταγμα του 1864 και μετά (βλ. άρθρα 3 «Πολίται είναι όσοι απέκτησαν ή αποκτήσωσι τα προσόντα του πολίτου κατά τους Νόμους του Κράτους» και 21 «Άπασαι αι εξουσίαι πηγάζουσιν εκ του Έθνους, ενεργούνται δε καθ’ ον τρόπον ορίζει το Σύνταγμα» των Συνταγμάτων 1864, 1911 και 1952, άρθρο 2 «Άπασαι αι εξουσίαι πηγάζουν από το Έθνος, υπάρχουν υπέρ αυτού και ασκούνται καθ’ ον τρόπον ορίζει το Σύνταγμα» και άρθρο 6 παρ. 3 «Πολίται είναι όσοι απέκτησαν ή αποκτήσουν τα προσόντα του πολίτου κατά τους νόμους του Κράτους » του Συντάγματος του 1927).
9. Επειδή, από τις παρατεθείσες διατάξεις του ισχύοντος Συντάγματος συνάγονται τα εξής α) ότι η νομιμοποίηση της κρατικής εξουσίας βασίζεται μεν στη βούληση του λαού, αλλά υπάρχει και ασκείται προς το συμφέρον του έθνους, οντότητος υπερβαίνουσας χρονικά την εν ζωή κοινότητα των ανθρώπων και τα γεωγραφικά όρια του ελληνικού κράτους (πρβλ. Πρακτικά Ολομελείας Επιτροπής του Συντάγματος 1975 σελ 255 επ., Πρακτικά των Υποεπιτροπών του Συντάγματος 1975 σελ 64 επ., ιδίως δε σελ. 112 επ, Πρακτικά Συνεδριάσεων της Βουλής Συντ. 1975 σελ. 61 επ.). Τούτο δε, διότι το έθνος αναφέρεται τόσο στις παρελθούσες όσο και στις μέλλουσες γενεές, τα συμφέροντα των οποίων πρέπει να υπηρετεί η κρατική πολιτική (αρχή βιωσιμότητος άρθρο 24 Συντάγματος), απαρτίζεται δε και από τους Έλληνες της διασποράς (« … δυνάμεις του απανταχού ελληνισμού … » , άρθρο 108 του Συντάγματος), για τους οποίους πρέπει να είναι ενεργή η κρατική φροντίδα β) ότι το δίκαιο της ιθαγενείας, η οποία καθιδρύει άρρηκτο, κατ’ αρχήν, δεσμό του πολίτη με το Κράτος και γεννά δέσμη δικαιωμάτων και υποχρεώσεων (απαγόρευση αφαιρέσεως της ελληνικής ιθαγενείας και απελάσεως, δικαίωμα διπλωματικής προστασίας, πολιτικά δικαιώματα εκλέγειν-εκλέγεσθαι, συμμετοχής στις «δημόσιες λειτουργίες», καθήκον στρατεύσεως), διαμορφώνεται αποκλειστικώς από το ελληνικό κράτος, κατά κυριαρχικό τρόπο, εντός των ορίων που τάσσουν οι κανόνες του διεθνούς δικαίου (π.χ. απαγόρευση δημιουργίας ανιθαγενών με αυθαίρετες πράξεις των κρατών ή πιθανότητα προσβολής ανθρωπίνων δικαιωμάτων). Περαιτέρω, όμως, δεν τάσσονται από το διεθνές δίκαιο συγκεκριμένα κριτήρια δεσμευτικά για τον εθνικό νομοθέτη κατά τη θέσπιση κανόνων πολιτογραφήσεως αλλοδαπών, ούτε υπάρχει, ως εκ της φύσεώς της οικείας αρμοδιότητας του κράτους, δικαίωμα του αλλοδαπού στην απονομή της ελληνικής ιθαγένειας γ) ότι το δίκαιο αυτό, εξ επόψεως εσωτερικών ορίων, πρέπει να μην προσβάλλει τις ως άνω συνταγματικές αρχές, δηλαδή ούτε να επιτρέπει την είσοδο στη λαϊκή κοινότητα (λαός) αλλοδαπών προσώπων χωρίς ουσιαστικό πραγματικό δεσμό με αυτή –ιδίως με την πρόβλεψη αθρόων πολιτογραφήσεων– εις τρόπον ώστε να συγκροτείται αυθαιρέτως το συνθετικό στοιχείο του Κράτους (λαός) και το ανώτατο όργανο αυτού (λαός-εκλογικό σώμα) και, εν τέλει, να αποσυντίθεται η έννοια του έθνους, ούτε και να θέτει διατάξεις, που να επιτρέπουν την ευχερή αφαίρεση της ελληνικής ιθαγένειας δ) ότι ο συνταγματικός νομοθέτης μεριμνά για τη συνέχεια του έθνους επιτάσσοντας τον απλό νομοθέτη να οργανώνει εκπαίδευση, η οποία, μεταξύ άλλων, θα συμβάλλει στη ανάπτυξη εθνικής συνειδήσεως και να προβλέπει και να συντηρεί κοινωνικό δίκτυο υποστηρίξεως του θεσμού της οικογένειας, «ως θεμελίου της συντήρησης και προαγωγής του Έθνους».
10. Επειδή, εναρμονιζόμενος ο έλληνας νομοθέτης προς τις κατά τα ανωτέρω ισχύσασες συνταγματικές διατάξεις, εμερίμνησε να διαφυλάξει την εθνική ομοιογένεια του κράτους, μεταξύ των άλλων, και διά της θεσπίσεως δικαίου ιθαγενείας, του οποίου οι ρυθμίσεις εβασίζοντο, κατ’ αρχήν, στο σταθερό κριτήριο του «δικαίου του αίματος» (jus sanguinis), δηλαδή την καταγωγή από έλληνες γονείς, (βλ. άρθρο 6 περ. δ΄ του Συντάγματος της Τροιζήνος «Έλληνες είναι α… δ Όσοι εις ξένας Επικρατείας, είναι γεννημένοι από πατέρα Έλληνα», άρθρο 3 του νόμου περί ιθαγενείας του 1835, άρθρο 14 του Αστικού Νόμου του 1856, άρθρο 1 του Κώδικος Ελληνικής Ιθαγενείας του 1955 (Ν.Δ. 3370/1955), άρθρο 1 του νέου Κώδικος Ελληνικής Ιθαγενείας του 2004 (ν. 3284/2004 ΦΕΚ Α΄ 217). Όλως δε, κατ’ εξαίρεση, περιέλαβε διατάξεις, οι οποίες καθιέρωσαν την πολιτογράφηση ενηλίκων (συμπλήρωση του 21ου έτους) αλλοδαπών αλλογενών, δηλαδή την βάσει ειδικής διαδικασίας και κατόπιν αιτήσεως του ενδιαφερομένου απονομή της ιθαγενείας με εξατομικευμένη κρίση συλλογικού οργάνου της Διοικήσεως που διαγιγνώσκει τη συνδρομή ορισμένων ουσιαστικών προϋποθέσεων (βλ. άρθρα 6 και 7 του ως άνω Κώδικος του 1955 σε συνδυασμό προς το 339/1965 Β.Δ. ΦΕΚ Α΄ 82). Ακριβώς δε, λόγω της εθνικής σημασίας που απέδωσε στο θεσμό της ιθαγενείας, ερρύθμισε πάντοτε με ευνοϊκό τρόπο την απονομή της ιθαγένειας στους αλλοδαπούς ομογενείς. Έτσι, στις διατάξεις του Κώδικος του 1955 περιελαμβάνετο και το μέτρο της αναγνωρίσεως της ελληνικής ιθαγενείας ομογενούς (άρθρο 5 ΚΕΙ) υπό προϋποθέσεις, κυρίως δε κατόπιν διαπιστώσεως ότι επρόκειτο για άτομο έχον «ελληνικήν εθνικότητα», δηλαδή ανήκον στο ελληνικό έθνος. Την έννοια του ομογενούς διευκρίνιζε η συνοδευτική του ως άνω β/δτος εγκύκλιος 104/4-6-1965 ως εξής: «…ο συνδεόμενος με το Έθνος διά της κοινής γλώσσης (ουχί απαραιτήτως) θρησκείας, κοινών παραδόσεων, αλλά κυρίως διά της συνειδήσεως των κοινών ιστορικών πεπρωμένων, ήτοι διά της ελληνικής συνειδήσεως». Την έννοια αυτή υιοθέτησε και η νομολογία, σύμφωνα με την οποία «…διά του όρου ομογενής νοείται ο ανήκων εις το ελληνικόν γένος ή έθνος, ήτοι ο κεκτημένος ελληνικήν εθνικήν συνείδησιν, συναγομένην κυρίως εκ των συνδεόντων αυτόν προς το ελληνικόν έθνος στοιχείων και χαρακτηριστικών της προσωπικότητός του, των αναφερομένων ιδία εις την καταγωγήν του (εκ πατρός ή μητρός ή απωτέρων προγόνων), την γλώσσαν, την θρησκείαν, τας εθνικάς παραδόσεις και εν γένει την κοινήν συνείδησιν των ιστορικών πεπρωμένων του έθνους» (Σ.τ.Ε. 2756/1983, 275/1999). Αθρόα πολιτογράφηση, δηλαδή απονομή της ελληνικής ιθαγενείας σε ομάδες αλλοδαπών χωρίς εξατομικευμένη κρίση αλλά ευθέως βάσει γενικών διατάξεων ουσιαστικού νόμου, το ελληνικό δίκαιο εγνώρισε μόνον κατά τις περιόδους των μεγάλων ανακατατάξεων του νέου εθνικού κράτους που προέκυψε μετά τη σταδιακή απελευθέρωση της χώρας από την οθωμανική κυριαρχία και τις προσθήκες νέων εδαφών με διεθνείς συνθήκες. Τέτοιες ρυθμίσεις περιείχαν α) ο κυρωτικός της Συνθήκης Ειρήνης από 1/14 Νοεμβρίου 1913 μεταξύ Ελλάδος – Τουρκίας νόμος 79 της 14 Νοεμβρίου 1913 (ΦΕΚ 229), ο οποίος προέβλεπε την απονομή της ελληνικής ιθαγένειας στους κατοικούντες τις πρώην οθωμανικές χώρες που περιήλθαν στην κυριαρχία της Ελλάδος (άρθρο 4) β) Οι Συνθήκες της Λωζάνης, οι οποίες κυρώθηκαν με το Ν.Δ. της 25-8-1923 «περί αθρόας πολιτογραφήσεως των εκ Τουρκίας εις Ελλάδα καταφυγόντων ομογενών» (ΦΕΚ 238) γ) η Συνθήκη Ειρήνης μεταξύ Συμμάχων και Ιταλίας από 10-2-1947, κυρωθείσα με το Ν.Δ. 423/21-10-1947 (ΦΕΚ Α΄ 226), που προέβλεψε την απόκτηση ελληνικής ιθαγενείας από τους Ιταλούς υπηκόους τους κατοικούντες την 10-6-1940 επί εδάφους εκχωρουμένου από την Ιταλία εις την Ελλάδα (Δωδεκάνησος) και όρισε ότι η απόκτηση της νέας ιθαγενείας θα συνεπάγεται την απώλεια της ιταλικής ιθαγένειας. Ειδικότερα δε, με τον ν. 517/3-1-1948 (ΦΕΚ7/9-1-1948) ορίσθηκε ότι « οι Ιταλοί υπήκοοι οι κατοικούντες την 10-6-1940 εν Δωδεκανήσω και τα μετά την χρονολογίαν ταύτην γεννηθέντα τέκνα των καθίστανται Έλληνες υπήκοοι».
11. Επειδή, μετά την πτώση των καθεστώτων της Ανατολικής Ευρώπης και την διάλυση της Ενώσεως των Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών (ΕΣΣΔ), ο έλληνας νομοθέτης, υποχρεωμένος να αντιμετωπίσει τα προκύψαντα μεγάλα προβλήματα που εγέννησε η μεταβολή αυτή για τους πληθυσμούς γειτονικών χωρών και την επακολουθήσασα ομαδική έξοδο των εγχωρίων πληθυσμών με κατεύθυνση τις χώρες της Δυτικής Ευρώπης και ιδίως τη γειτνιάζουσα Ελλάδα, ανέλαβε νέες νομοθετικές πρωτοβουλίες σε σχέση αφ’ ενός μεν με τις προϋποθέσεις νομίμου διαμονής και εργασίας στη χώρα (βλ. ν. 1975/1991, ΦΕΚ Α΄ 184 και την αιτιολογική του έκθεση, όπως επίσης την αιτιολογική έκθεση του ν. 3386/2005), αφ’ ετέρου δε με τη χορήγηση της ελληνικής ιθαγένειας σε επιλεγμένες ομάδες. Και όσον αφορά την ιθαγένεια, οι νέες ρυθμίσεις εθέσπισαν για τους ομογενείς τους προερχομένους από τις ως άνω χώρες ως κριτήρια διαπιστώσεως της ελληνικής ιθαγένειας την ελληνική καταγωγή και την ελληνική εθνική συνείδηση, δηλαδή κριτήρια τα οποία αποτελούν τον πυρήνα του έθνους και της εθνικότητας (βλ. άρθρο 1 παρ. 1 και 3 του ν. 2790/2000, όπως αντικαταστάθηκαν με τις παρ. 1 και 3 του άρθρου 76 του ν. 2910/2001, άρθρο 15 ν. 284/2004 και ΣτΕ 1882, 2633/2009, 1644/2010 κ.α.). Όσον αφορά δε τη διαμονή και την εργασία, ο νομοθέτης, ναι μεν προέβλεψε σύστημα χορηγήσεως αδειών βάσει συγκεκριμένων προϋποθέσεων και διαδικασίας (βλ. κυρίως ν. 1975/1991 ΦΕΚ Α΄ 184, ν. 2910/2001 ΦΕΚ Α΄ 91), το οποίο, όμως, κατά κανόνα, παραβιάσθηκε στην πράξη λόγω της παράνομης εισόδου μαζικών μεταναστευτικών ρευμάτων στη χώρα, και είχε ως περαιτέρω συνέπεια την θέσπιση αλλεπαλλήλων διατάξεων, οι οποίες «νομιμοποιούσαν» την παράνομη είσοδο, διαμονή και εργασία των αλλοδαπών. Η «νομιμοποίηση» αυτή είχε την έννοια ότι εθεωρήθησαν ως νομίμως εισελθόντες στη χώρα αλλοδαποί στερούμενοι ταξιδιωτικών εγγράφων και θεωρήσεως εισόδου (άρθρο 6 ν. 3386/2005), ως νομίμως παραμένοντες αλλοδαποί χωρίς άδεια παραμονής ή λήξασα άδεια παραμονής και, τέλος, ως νομίμως εργαζόμενοι αλλοδαποί χωρίς άδεια εργασίας και χωρίς νόμιμη ασφάλιση (βλ. άρθρο 66 του ν. 2910/2001 ΦΕΚ Α΄ 91, άρθρα 21 παρ. 6 και 25 παρ. 1 και 8 του ν. 3013/2002 ΦΕΚ Α΄ 102, άρθρο 23 του ν. 3103/2003 ΦΕΚ Α΄ 23, άρθρο 25 του ν. 3242/2004 ΦΕΚ Α΄ 102, άρθρο 91 παρ. 10 και 11 του ν. 3386/2005 ΦΕΚ Α΄ 212 και άρθρο 18 παρ. 4 και 6 του ν. 3536/2007 ΦΕΚ Α΄ 42). Τελική συνέπεια αυτής της νομοθετικής πολιτικής και της συστοίχου διοικητικής πρακτικής είναι ότι καθίσταται ανέφικτη η διαπίστωση αν υπήρξαν πρόσωπα, ποία και πόσα, τα οποία πράγματι να διέμειναν και να εργάσθηκαν νομίμως, μέχρι σήμερα στη χώρα, δηλαδή με βάση διοικητική άδεια που διαπιστώνει τη συνδρομή των τιθεμένων στις πάγιες διατάξεις των παραπάνω νομοθετημάτων προϋποθέσεων.
12. Επειδή, εξ άλλου, ανέκαθεν, ο έλληνας νομοθέτης αντιμετώπισε ευνοϊκά ως προς το ζήτημα της αποκτήσεως της ελληνικής ιθαγενείας τους ομογενείς αλλοδαπούς έναντι των αλλογενών αλλοδαπών. Τούτο δε εξεφράσθη στη νομοθεσία τόσο ως προς την απλοποίηση της ακολουθούμενης διαδικασίας πολιτογραφήσεως, όσον και ως προς τις καθιερούμενες προϋποθέσεις, οι οποίες προκειμένου περί ομογενών περιορίζοντο στη διακρίβωση της ελληνικής καταγωγής και της διατηρήσεως της ελληνικής εθνικής συνειδήσεως (βλ. άρθρα 5, 12, 13, 19 και 29 Κώδικος Ιθαγενείας 1955, άρθρο 1 ν. 2790/2000, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 76 ν. 2910/2001, άρθρο 15 ν. 3284/2004).
13. Επειδή, τέλος, ο επίμαχος νόμος 3838/2010 προβλέπει στο άρθρο 1 ότι στον ν. 3284/2004 (Α΄ 217 – «Κώδικας Ελληνικής Ιθαγενείας») προστίθεται ένα νέο άρθρο (το 1Α), με το οποίο εισάγεται ένας νέος τρόπος κτήσεως της ελληνικής ιθαγενείας με τη γέννηση του αλλοδαπού στην Ελλάδα ή τη φοίτηση σε ελληνικό σχολείο και τη σχετική δήλωση των γονέων ή του ιδίου. Ειδικότερα, στο άρθρο 1Α προβλέπεται: «1. Τέκνο αλλοδαπών που γεννιέται και συνεχίζει να ζει στην Ελλάδα από γονείς που διαμένουν μόνιμα και νόμιμα και οι δυο στη Χώρα επί πέντε τουλάχιστον συνεχή έτη, αποκτά από τη γέννηση του την Ελληνική Ιθαγένεια, εφόσον οι γονείς του υποβάλουν κοινή σχετική δήλωση και αίτηση εγγραφής του τέκνου στο δημοτολόγιο του δήμου της μόνιμης κατοικίας του, μέσα σε τρία έτη από τη γέννηση. Σε περίπτωση μεταγενέστερης υποβολής της δήλωσης και αίτησης, η ιθαγένεια αποκτάται από την υποβολή τους. Αν το τέκνο γεννήθηκε πριν τη συμπλήρωση της πενταετούς νόμιμης διαμονής και από τους δύο γονείς στη Χώρα, η κοινή δήλωση και αίτηση εγγραφής υποβάλλεται με την παρέλευση της πενταετούς συνεχούς νόμιμης διαμονής και του δεύτερου γονέα, το δε τέκνο αποκτά την Ελληνική Ιθαγένεια από την υποβολή τους. 2. Τέκνο αλλοδαπών που έχει ολοκληρώσει επιτυχώς την παρακολούθηση έξι τουλάχιστον τάξεων ελληνικού σχολείου στην Ελλάδα και κατοικεί μόνιμα και νόμιμα στη Χώρα αποκτά την Ελληνική Ιθαγένεια από τη συμπλήρωση του εξαετούς χρόνου φοίτησης με κοινή δήλωση και αίτηση εγγραφής στο δημοτολόγιο του δήμου μόνιμης κατοικίας του που υποβάλλουν οι γονείς του μέσα σε τρία έτη από τη συμπλήρωση του χρόνου αυτού. Σε περίπτωση μεταγενέστερης υποβολής της δήλωσης και αίτησης και μέχρι την ενηλικίωση του τέκνου, η ιθαγένεια αποκτάται από την υποβολή της σχετικής δήλωσης και αίτησης. 3. Η Ελληνική Ιθαγένεια αποκτάται από τέκνα αλλοδαπών με δήλωση των γονέων τους, σύμφωνα με τις διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων του παρόντος άρθρου, μόνον εφόσον και οι δύο γονείς τους διαμένουν νομίμως στην Ελλάδα δυνάμει σχετικού νόμιμου τίτλου σε ισχύ. … 6. Εφόσον η δήλωση και αίτηση εγγραφής στο δημοτολόγιο, που προβλέπεται στις παραγράφους 1 και 2 του παρόντος άρθρου, δεν υποβλήθηκε από κοινού από τους γονείς μέχρι την ενηλικίωση του, το τέκνο αποκτά την Ελληνική Ιθαγένεια με δήλωση και αίτηση εγγραφής στο δημοτολόγιο, που το ίδιο δικαιούται να υποβάλει στον δήμο όπου κατοικεί νόμιμα και μόνιμα δυνάμει σχετικού νόμιμου τίτλου σε ισχύ, μέσα σε αποκλειστική προθεσμία τριών ετών από την συμπλήρωση του 18ου έτους της ηλικίας του. Η αίτηση απορρίπτεται αν συντρέχει ποινικό κώλυμα, κατά την περίπτωση β΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 5 ή λόγοι δημόσιας ή εθνικής ασφάλειας, κατά το άρθρο 5Β. Η διερεύνηση της συνδρομής των αρνητικών προϋποθέσεων του προηγούμενου εδαφίου διενεργείται με ανάλογη εφαρμογή της προβλεπόμενης στην παράγραφο 2 του άρθρου 7 διαδικασίας και εντός προθεσμίας έξι μηνών. Η σχετική διαδικασία και προθεσμίες αναστέλλονται σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 31. Η απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας εκδίδεται εντός έτους από την υποβολή της δήλωσης και αίτησης. Η Ελληνική Ιθαγένεια αποκτάται στην περίπτωση αυτή από την υποβολή της δήλωσης και αίτησης». Σύμφωνα δε με την μεταβατική διάταξη του άρθρου 24 του Γ΄ Κεφαλαίου του αυτού νόμου: «1. Στους αλλοδαπούς οι οποίοι κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού ικανοποιούν τις προϋποθέσεις της παραγράφου 6 του άρθρου 1Α του Κώδικα Ελληνικής Ιθαγενείας και έχουν ήδη ενηλικιωθεί, χορηγείται προθεσμία τριών ετών για να υποβάλουν την αίτηση και δήλωση που προβλέπεται από τις διατάξεις αυτές. Η ιθαγένεια αποκτάται από την υποβολή της δήλωσης και αίτησης με βάση τους εκεί προβλεπόμενους όρους και διαδικασία. 2. Την Ελληνική Ιθαγένεια αποκτούν επίσης σύμφωνα με το άρθρο 1Α παρ. 1 του Κώδικα Ελληνικής Ιθαγενείας και όσα τέκνα αλλοδαπών έχουν γεννηθεί και συνεχίζουν να ζουν στην Ελλάδα από γονείς που διαμένουν νόμιμα και οι δύο στη Χώρα εφόσον κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου η νόμιμη διαμονή ενός τουλάχιστον εξ αυτών υπερβαίνει τα πέντε συνεχή έτη». Εξ άλλου, στο άρθρο 13 του Α΄ Κεφαλαίου ορίζεται: «Στο άρθρο 32 του Κώδικα Ελληνικής Ιθαγένειας, όπως αυτός κυρώθηκε με το ν 3284/2004 και ισχύει, προστίθεται νέα παράγραφος 3 ως εξής: «3. Τα δικαιολογητικά που πρέπει να συνοδεύουν τη δήλωση και αίτηση εγγραφής στο δημοτολόγιο που προβλέπεται στο άρθρο 1Α του παρόντος Κώδικα, καθώς και κάθε άλλο, σχετικό θέμα για την εκτέλεση των διατάξεων αυτού καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών, Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης». Με τις διατάξεις αυτές εισήχθη νέος τρόπος αποκτήσεως της ελληνικής ιθαγένειας, αφορών, δυνάμει, μεγάλο αριθμό αλλοδαπών (αθρόα πολιτογράφηση) χωρίς τούτο να συνάπτεται προς εκπλήρωση διεθνούς υποχρεώσεως της χώρας. Η πολιτογράφηση αυτή γίνεται με βάση αμιγώς τυπικές προϋποθέσεις (χρόνος «νόμιμης» διαμονής του αιτούντος αλλοδαπού ή της οικογένειάς του, φοίτηση σε ελληνικό σχολείο επί ορισμένο χρόνο, ανυπαρξία καταδίκης για ορισμένα σοβαρά ποινικά αδικήματα), χωρίς εξατομικευμένη κρίση περί της συνδρομής της ουσιαστικής προϋποθέσεως του δεσμού προς το ελληνικό έθνος του αιτούντος την πολιτογράφηση αλλοδαπού, δηλαδή την εκ μέρους του εθελούσια αποδοχή των αξιών που συνάπτονται προς τον ελληνισμό και την εντεύθεν απόκτηση ελληνικής εθνικής συνειδήσεως.
14. Επειδή, εν όψει των διαλαμβανομένων στις σκέψεις 8-13 το Τμήμα άγεται κατά πλειοψηφία στην άποψη ότι οι διατάξεις των άρθρων 1Α παρ. 1-3 και 24 του ν. 3838/2010 αντίκεινται, όπως βασίμως προβάλλεται στις ως άνω διατάξεις του Συντάγματος, εφ’ όσον δεν προβλέπεται με αυτές διαδικασία για τη διαπίστωση από διοικητικά όργανα, της συνδρομής, in concreto, της ουσιαστικής προϋποθέσεως γνήσιου δεσμού των αλλοδαπών προς το ελληνικό έθνος ενώ και η τιθέμενη τυπική προϋπόθεση της «νόμιμης διαμονής» έχει αναιρεθεί κατά το απώτερο και το πρόσφατο παρελθόν με εξαιρετικές διατάξεις (ιδίως άρθρο 91 παρ. 10 και 11 του ν. 3386/ 2005 και άρθρο 18 παρ. 4, 6 και 10 του ν. 3536/2007), ούτως ώστε να καθίσταται αδύνατη η διάγνωση της συνδρομής έστω και αυτής της προϋποθέσεως. Ο Σύμβουλος Διομήδης Κυριλλόπουλος υποστήριξε την άποψη ότι ναι μεν η πολιτογράφηση αλλοδαπού αποτελεί κυριαρχικό δικαίωμα της Ελληνικής Πολιτείας, η οποία το ασκεί ελευθέρως, στην περίπτωση, όμως, κατά την οποία με διάταξη τυπικού νόμου απονέμεται η ελληνική ιθαγένεια αθρόως και σε απροσδιόριστο αριθμό προσώπων, ο τρόπος αυτός της απονομής της ελληνικής ιθαγένειας πρέπει να διενεργείται υπό προϋποθέσεις, οι οποίες δεν αναιρούν τον εθνικό χαρακτήρα του Κράτους, ο οποίος κατοχυρώνεται στο άρθρο 1 παρ. 3 του Συντάγματος. Στην προκείμενη περίπτωση, οι προβλεπόμενες από τα άρθρα 1Α παρ. 12 και 6 και 24 του ν. 3838/2010 προϋποθέσεις απονομής της ελληνικής ιθαγένειας, ήτοι αφ’ ενός μεν η γέννηση στην Ελλάδα τέκνου από αλλοδαπούς γονείς που διαμένουν νόμιμα και μόνιμα στη χώρα επί πέντε τουλάχιστον έτη και αφ’ ετέρου η επιτυχής παρακολούθηση έξι τουλάχιστον τάξεων ελληνικού σχολείου στην Ελλάδα από τέκνο αλλοδαπών που κατοικεί νόμιμα και μόνιμα στη χώρα αντίκεινται στην διάταξη του άρθρου 4 παρ. 3 εδάφιο α΄ του Συντάγματος ερμηνευόμενου υπό το φώς του άρθρου 1 παρ. 3 αυτού. Τούτο δε διότι οι τιθέμενες από το νομοθέτη ως άνω προϋποθέσεις απονομής της ελληνικής ιθαγένειας δύνανται να οδηγήσουν σε αναίρεση του κατοχυρωμένου από το Σύνταγμα εθνικού χαρακτήρα του Κράτους, δεν διασφαλίζουν δε άνευ ετέρου την ένταξη των πληρούντων τις ανωτέρω προϋποθέσεις ατόμων στην ελληνική κοινωνία. Άλλωστε, η ιδιότης της ελληνικής ιθαγενείας, στην περίπτωση που αυτή απονέμεται αθρόως πρέπει να αποτελεί το τελικό στάδιο της ενσωματώσεως των αλλοδαπών στην ελληνική κοινωνία και όχι το μέσο για την ενσωμάτωση στην ελληνική κοινωνία αλλοδαπών μη εχόντων εισέτι αποκτήσει την ελληνική συνείδηση. Ο Πάρεδρος Η. Μάζος υποστήριξε την άποψη ότι το ισχύον Σύνταγμα, όπως άλλωστε και τα προηγούμενα, από το Σύνταγμα του 1844 έως και το Σύνταγμα του 1952, περιέχει διάταξη (άρθρο 4 παρ. 3 εδάφιο α΄) με την οποία ανατίθεται στον κοινό νομοθέτη ο καθορισμός των προσόντων του πολίτη. Και ναι μεν με την εν λόγω διάταξη, με την οποία δεν τίθεται κριτήριο της ιθαγένειας, παρέχεται στον νομοθέτη ευρεία εξουσία καθορισμού των όρων και προϋποθέσεων κτήσεως της ιθαγένειας (ενώ αντιθέτως με το εδάφιο β΄ του ίδιου άρθρου 4 παρ. 3 ορίζονται περιοριστικώς οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες επιτρέπεται η αφαίρεση της ελληνικής ιθαγενείας) ούτε, όμως, κατά το Σύνταγμα ούτε κατά το διεθνές δίκαιο νοείται η αρμοδιότητα αυτή του νομοθέτη ως αυθαίρετη και απόλυτη. Όρια στην άσκησή της ή και συγκεκριμένες υποχρεώσεις μπορούν να προκύπτουν από διεθνείς συμβατικές δεσμεύσεις της χώρας (όπως λόγου χάριν για τον περιορισμό των περιπτώσεων της ανιθαγένειας ή ακόμη εάν τούτο είναι αναγκαίο, για λόγους προστασίας ατομικών δικαιωμάτων, πρβλ. ΣΕ 1242/2007), αλλά και από τις άλλες διατάξεις του Συντάγματος, και μάλιστα την παράγραφο 3 του άρθρου 1 αυτού. Εν προκειμένω, οι προϋποθέσεις για την αυτόματη κατ’ αρχήν κτήση της ελληνικής ιθαγένειας, οι οποίες εισάγονται στον Κώδικα Ελληνικής Ιθαγένειας με το άρθρο 1 παρ. 1, 2 και 6 του ν. 3838/2010 χωρίς να προκύπτει ότι αποτελούν εκπλήρωση διεθνούς υποχρεώσεως της χώρας (ήτοι αφ’ ενός η γέννηση στην Ελλάδα από αλλοδαπούς γονείς που διαμένουν νόμιμα και μόνιμα στη χώρα επί πέντε τουλάχιστον συνεχή έτη και αφ’ ετέρου η επιτυχής παρακολούθηση έξι τουλάχιστον τάξεων ελληνικού σχολείου στην Ελλάδα από τέκνο αλλοδαπών που κατοικεί μόνιμα και νόμιμα στη χώρα), δεν είναι σύμφωνες με το άρθρο 4 παρ. 3 εδάφιο α του Συντάγματος, ερμηνευόμενο υπό το φως του άρθρου 1 παρ. 3 αυτού. Και τούτο διότι ούτε μόνη η παραμονή των γονέων του στην Ελλάδα επί πενταετία ούτε η επιτυχής παρακολούθηση έξι τουλάχιστον τάξεων ελληνικού σχολείου στην Ελλάδα διασφαλίζουν άνευ ετέρου την ένταξη του ενδιαφερομένου στην ελληνική κοινωνία ως φορέα των αξιών του Ελληνικού Έθνους, όπως καταρχήν επιβάλλεται, κατά τις ως άνω συνταγματικές διατάξεις, προκειμένου περί της θεσπίσεως γενικών όρων και προϋποθέσεων κτήσεως της ελληνικής ιθαγένειας Ο Σύμβουλος Η. Τσακόπουλος υποστήριξε την άποψη ότι το ισχύον Σύνταγμα, όπως άλλωστε και τα προηγούμενα, από το Σύνταγμα του 1844 έως και το Σύνταγμα του 1952, περιέχει διάταξη (άρθρο 4 παρ. 3 εδάφιο α΄), με την οποία ανατίθεται στον κοινό νομοθέτη ο καθορισμός των προσόντων του πολίτη. Και ναι μεν, με την εν λόγω διάταξη, με την οποία δεν τίθεται κριτήριο της ιθαγένειας, παρέχεται στον νομοθέτη ευρεία εξουσία καθορισμού των όρων και προϋποθέσεων κτήσεως της ιθαγενείας (ενώ, αντιθέτως, με το εδάφιο β΄ του ίδιου άρθρου 4 παρ. 3 ορίζονται περιοριστικώς οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες επιτρέπεται η αφαίρεση της ελληνικής ιθαγένειας) ούτε, όμως, κατά το Σύνταγμα ούτε κατά το διεθνές δίκαιο νοείται η αρμοδιότητα αυτή του νομοθέτη ως αυθαίρετη και απόλυτη. Όρια στην άσκησή της ή και συγκεκριμένες υποχρεώσεις μπορούν να προκύπτουν από συμβατικές διεθνείς δεσμεύσεις της Χώρας (όπως λόγου χάριν για τον περιορισμό των περιπτώσεων της ιθαγένειας ή ακόμη αν τούτο είναι αναγκαίο, για λόγους προστασίας των ατομικών δικαιωμάτων, πρβλ. ΣΕ 1242/2007), αλλά και από άλλες συνταγματικές διατάξεις, περιλαμβανομένης αυτής του άρθρου 1 παρ. 3. Οι προϋποθέσεις για την κτήση της ελληνικής ιθαγένειας, οι οποίες εισάγονται στον Κώδικα Ελληνικής Ιθαγένειας με το άρθρο 1 παρ. 1, 2 και 6 του Ν. 3838/2010, ιδίως δε η γέννηση στην Ελλάδα από αλλοδαπούς γονείς που διαμένουν νόμιμα και μόνιμα στη Χώρα επί πέντε τουλάχιστον συνεχή έτη ή η επιτυχής παρακολούθηση έξι τουλάχιστον τάξεων ελληνικού σχολείου στην Ελλάδα από τέκνο αλλοδαπών που κατοικεί νόμιμα και μόνιμα στη Χώρα, υποδηλώνουν την εκτίμηση του νομοθέτη ότι οι αλλοδαποί, οι οποίοι πληρούν τις προϋποθέσεις αυτές, έχουν ένα νομικό και πραγματικό δεσμό με το Ελληνικό Κράτος επαρκή για να δικαιολογήσει την χορήγηση σε αυτούς της ελληνικής ιθαγένειας. Η εκτίμηση αυτή του νομοθέτη δεν υπερβαίνει τα παραπάνω συνταγματικά όρια, και, συνεπώς, οι εξεταζόμενες διατάξεις του Ν. 3838/2010 δεν αντιβαίνουν προς το Σύνταγμα, όπως αβασίμως προβάλλει ο αιτών.
15. Επειδή, προβάλλεται με την κρινόμενη αίτηση ότι η διάταξη της παραγράφου 5 iv της προσβαλλόμενης υπουργικής αποφάσεως κατά το μέρος που ορίζει ως δικαιολογητικό που πρέπει να προσκομίζει ο ενδιαφερόμενος το ποινικό μητρώο δικαστικής χρήσης από το οποίο προκύπτει η μη αμετάκλητη καταδίκη του για αδικήματα που αναφέρονται στο άρθρο 5 παρ. 1 του Κώδικα Ελληνικής Ιθαγένειας, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 του Ν. 3838/2010 έρχεται σε αντίθεση με το άρθρο 76 του Ν. 3386/2005, το οποίο για την απέλαση αλλοδαπού θεωρουμένου ως επικίνδυνου για τη δημόσια τάξη ή ασφάλεια της χώρας αρκείται στην άσκηση ποινικής διώξεως για αδίκημα που τιμωρείται με στερητική της ελευθερίας ποινή τουλάχιστον τριών μηνών.
16. Επειδή, το άρθρο 5 παρ. 1 του ν. 3284/2004 (Α΄ 217 – «Περί κυρώσεως του Κώδικα Ελληνικής Ιθαγένειας», όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 του ν. 3838/2010, προβλέπει: «Τυπικές προϋποθέσεις πολιτογράφησης. 1. Ο αλλοδαπός που επιθυμεί να γίνει έλληνας πολίτης με πολιτογράφηση πρέπει: α. … β. Να μην έχει καταδικασθεί αμετάκλητα για αδίκημα που τέλεσε εκ δόλου, κατά την τελευταία δεκαετία πριν από την υποβολή της αίτησης πολιτογράφησης, σε ποινή στερητική της ελευθερίας τουλάχιστον ενός έτους ή τουλάχιστον έξι μηνών και ανεξαρτήτως χρόνου έκδοσης της καταδικαστικής απόφασης, για εγκλήματα προσβολών του πολιτεύματος, προδοσίας της Χώρας, ανθρωποκτονίας από πρόθεση και επικίνδυνης σωματικής βλάβης, εγκλήματα σχετικά με την εμπορία και τη διακίνηση ναρκωτικών, τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, διεθνή οικονομικά εγκλήματα, εγκλήματα με χρήση μέσων υψηλής τεχνολογίας, εγκλήματα περί το νόμισμα, εγκλήματα σχετικά με την εμπορία παιδιών, την παιδική πορνεία και την παιδική πορνογραφία (ν. 3635/2007, ΦΕΚ 290 Α) εγκλήματα συγκρότησης ή ένταξης ως μέλους σε εγκληματική οργάνωση κατά την έννοια του άρθρου 187 του Ποινικού Κώδικα και εγκλήματα του άρθρου 187Α του Ποινικού Κώδικα, αντίστασης κατά της αρχής, αρπαγής ανηλίκων, κατά της γενετήσιας ελευθερίας και οικονομικής εκμετάλλευσης της γενετήσιας ζωής, κλοπής, ληστείας, απάτης, υπεξαίρεσης, εκβίασης, τοκογλυφίας, του νόμου περί μεσαζόντων, πλαστογραφίας, ψευδούς βεβαίωσης, υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης, συκοφαντικής δυσφήμισης, λαθρεμπορίας, εγκλήματα που αφορούν τα όπλα, αρχαιότητες, την προώθηση μεταναστών που στερούνται τίτλου παραμονής στο εσωτερικό της Χώρας ή τη διευκόλυνση μεταφοράς ή προώθησης ή της εξασφάλισης καταλύματος σε αυτούς για απόκρυψη. […]». Στο δε άρθρο 5Β του ιδίου Κώδικα, που προστίθεται με το άρθρο 3 του ν. 3838/2010, ορίζεται: «Λόγοι ασφάλειας. Στο πρόσωπο του αλλοδαπού που επιθυμεί να γίνει Έλληνας πολίτης δεν θα πρέπει να συντρέχουν λόγοι δημόσιας ή εθνικής ασφάλειας. Σχετικά με τη συνδρομή τέτοιων λόγων στο πρόσωπο του αιτούντος παρέχουν γνώμη οι αρμόδιες υπηρεσίες του Υπουργείου Προστασίας του Πολίτη με τη διαδικασία που ορίζεται παρακάτω στο άρθρο 7». Το άρθρο 7 του Κώδικα Ελληνικής Ιθαγένειας, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 5 του ν. 3838/2010 ορίζει: «1. Η αρμόδια για θέματα ιθαγένειας υπηρεσία της Περιφέρειας ελέγχει την πληρότητα του φακέλου και τη συνδρομή των τυπικών προϋποθέσεων που προβλέπονται στο άρθρο 5. Αν αυτές δεν συντρέχουν, ο Γενικός Γραμματέας της Περιφέρειας απορρίπτει την αίτηση. 2. Εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 5 του παρόντος, η αρμόδια υπηρεσία της Περιφέρειας αναζητεί αυτεπαγγέλτως πιστοποιητικό ποινικού μητρώου για δικαστική χρήση και πιστοποιητικό μη απέλασης και απευθύνει, μέσω της αστυνομικής αρχής του τόπου διαμονής του αιτούντος, ερώτημα προς τις αρμόδιες υπηρεσίες ασφαλείας του Υπουργείου Προστασίας του Πολίτη, αν συντρέχουν στο πρόσωπο του αιτούντος λόγοι δημόσιας ή εθνικής ασφάλειας για την απόρριψη του αιτήματος. Οι υπηρεσίες ασφαλείας υποχρεούνται να απαντήσουν μέσα σε προθεσμία τεσσάρων μηνών, μπορούν όμως, σε κάθε περίπτωση, να διαβιβάσουν τη γνώμη τους απευθείας προς τον Υπουργό Εσωτερικών, Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας. Η παράλειψη των υπηρεσιών ασφαλείας να αποστείλουν εγκαίρως γνώμη δεν κωλύει την έκδοση της απόφασης του Υπουργού». Εξ άλλου, στην παρ. 6 του άρθρου 1Α του Κώδικα Ελληνικής Ιθαγενείας, όπως προστέθηκε με το άρθρο 1 του ν. 3838/2010, ορίζεται ότι «…Η αίτηση απορρίπτεται αν συντρέχει ποινικό κώλυμα, κατά την περίπτωση β΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 5 ή λόγοι δημόσιας ή εθνικής ασφάλειας, κατά το άρθρο 5Β. Η διερεύνηση της συνδρομής των αρνητικών προϋποθέσεων του προηγούμενου εδαφίου διενεργείται με ανάλογη εφαρμογή της προβλεπόμενης στην παράγραφο 2 του άρθρου 7 διαδικασίας και εντός προθεσμίας έξι μηνών. Η σχετική διαδικασία και προθεσμίες αναστέλλονται σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 31. Η απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας εκδίδεται εντός έτους από την υποβολή της δήλωσης και αίτησης. Η Ελληνική Ιθαγένεια αποκτάται στην περίπτωση αυτή από την υποβολή της δήλωσης και αίτησης». Σύμφωνα δε με το άρθρο μόνο της προσβαλλόμενης υπουργικής απόφασης: «Καθορίζουμε τα απαιτούμενα δικαιολογητικά, που πρέπει να συνοδεύουν την δήλωση και αίτηση εγγραφής στο Δημοτολόγιο, στις περιπτώσεις κτήσης της Ελληνικής ιθαγένειας λόγω γέννησης ή φοίτησης σε σχολείο στην Ελλάδα, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1Α του ν 3284/2004, όπως ισχύει, ως κατωτέρω: […]. 3. Λόγω γέννησης ή φοίτησης από ενηλικιωθέντες (άρθρο 1Α, παρ 6 του Κώδικα Ελληνικής Ιθαγενείας) … 4. Λόγω γέννησης ή φοίτησης σύμφωνα με τις μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 24 του ν. 3838/2010 i) Ρύθμιση παραγράφου 1 του άρθρου 24 (ενηλικιωθέντες πριν την έναρξη ισχύος του ν. 3838/2010) α. Στην περίπτωση εφαρμογής των διατάξεων της παραγράφου 1 του άρθρου 24 του ν 3838/2010 ο ενδιαφερόμενος να αποκτήσει την ελληνική ιθαγένεια λόγω γέννησης στην Ελλάδα υποβάλλει τα εξής δικαιολογητικά: […] 5. Ειδικότερα ζητήματα εφαρμογής του άρθρου 1Α του Κώδικα Ελληνικής Ιθαγενείας. I) … IV) Εφόσον υποβάλλεται από ενηλικιωθέν τέκνο αλλοδαπών σύμφωνα με τις παραγράφους 3 και 4, Ι, α της παρούσας απόφασης, η δήλωση και αίτηση εγγραφής σε Δημοτολόγιο μπορεί, προς επίσπευση της σχετικής διαδικασίας, να συνοδεύεται από ποινικό μητρώο του ενδιαφερομένου για δικαστική χρήση, προκειμένης της διερεύνησης της συνδρομής τυχόν ποινικών κωλυμάτων της περίπτωσης Β΄ της παρ 1 του άρθρου 5 του Κώδικα Ελληνικής Ιθαγενείας όπως αυτό αντικαταστάθηκε από το άρθρο 2 του ν. 3838/2010». Περαιτέρω, η περ. γ΄ της παρ. 1 του άρθρου 76 του ν. 3386/3005, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της με την παρ. 1 του άρθρου 48 του ν. 2772/2009 (Α΄ 112) (Α΄ 212 – «Είσοδος, διαμονή και κοινωνική ένταξη υπηκόων τρίτων χωρών στην Ελληνική Επικράτεια» προβλέπεται: «Προϋποθέσεις και διαδικασία διοικητικής απέλασης. 1. Η διοικητική απέλαση αλλοδαπού επιτρέπεται εφόσον: α. … γ. Η παρουσία του στο ελληνικό έδαφος είναι επικίνδυνη για τη δημόσια τάξη ή την ασφάλεια της Χώρας. Ο αλλοδαπός θεωρείται επικίνδυνος για τη δημόσια τάξη ή ασφάλεια ιδίως όταν σε βάρος του ασκηθεί ποινική δίωξη για αδίκημα που τιμωρείται με στερητική της ελευθερίας ποινή τουλάχιστον τριών (3) μηνών».
17. Επειδή, από τον συνδυασμό των διατάξεων του Ν. 3838/2010 και του Ν. 3386/2005 που παρατίθενται στην προηγούμενη σκέψη προκύπτει ότι πρόκειται για δύο διαφορετικές μεταξύ τους αυτοτελείς ρυθμίσεις, οι οποίες αναφέρονται η μεν πρώτη στις προϋποθέσεις κτήσεως της ελληνικής ιθαγένειας, η οποία ρητώς προβλέπει την αναστολή της διαδικασίας πολιτογραφήσεως εφόσον εκκρεμεί εις βάρος του ενδιαφερομένου ποινική δίκη για τα ποινικά αδικήματα που αναφέρει η παράγραφος 4 του άρθρου 31 του Ν. 3284/2004, καθώς και προσκόμιση βεβαιώσεως με τη διαδικασία που προβλέπει το άρθρο 7 του Ν. 3838/2010 για το επικίνδυνο του υποψήφιου για τη δημόσια τάξη ή ασφάλεια που χορηγείται από την αρμόδια αστυνομική αρχή, ενώ η δεύτερη αναφέρεται στις προϋποθέσεις υπό τις οποίες είναι δυνατή η απέλαση αλλοδαπού από τη χώρα και, συνεπώς, δεν τίθεται θέμα αντιθέσεώς τους, όπως αβασίμως ισχυρίζεται ο αιτών. Οι Σύμβουλοι Γ. Παπαγεωργίου και Δ. Κυριλλόπουλος υποστήριξαν την άποψη ότι ο λόγος είναι αβάσιμος διότι δεν μπορεί να αποτελέσει λόγο ακυρώσεως τυχόν αντίθεση των διατάξεων νόμου νεώτερου προς διατάξεις νόμου παλαιότερου, έστω και αν υπάρχει έλλειψη συνοχής των σχετικών ρυθμίσεων διότι τούτο αποτελεί επιλογή ανέλεγκτη του τυπικού νομοθέτη.
18. Επειδή, προβάλλεται περαιτέρω από τον αιτούντα ότι η μαζική απόκτηση ιθαγένειας από τους διαμένοντες στην Χώρα μετανάστες μέσω των διατάξεων του ν. 3838/2010 επιτείνει το ήδη υπάρχον οξύ πρόβλημα ανεργίας στην Ελλάδα και, υφίσταται, συνεπώς, αντίθεση του νόμου αυτού προς το άρθρο 22 παρ. 1 του Συντάγματος, το οποίο ορίζει ότι το Κράτος μεριμνά για τη δημιουργία συνθηκών απασχόλησης όλων των πολιτών. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος διότι από τη διάταξη του άρθρου 22 παρ. 1 του Συντάγματος δεν δύναται να συναχθεί ότι γεννάται και υποχρέωση του νομοθέτη κατά την θέσπιση κανόνων απονομής της ιθαγένειας, να θεσπίσει ως υποχρεωτικώς ληπτέο υπ’ όψη κριτήριο και τις συνθήκες απασχολήσεως των ελλήνων πολιτών ή την υπάρχουσα σε μία δεδομένη χρονική στιγμή ανεργία.
19. Επειδή, τα περαιτέρω προβαλλόμενα από τον αιτούντα περί αντιθέσεως του ν. 3838/2010 προς το Ευρωπαϊκό Σύμφωνο για τη Μετανάστευση και το Άσυλο είναι απορριπτέα ως αβάσιμα προεχόντως για το λόγο ότι το Σύμφωνο αυτό εξεδόθη από όργανο της Ευρωπαϊκής Ενώσεως (Συμβούλιο), το οποίο κατά το άρθρο 16 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση δεν ασκεί από μόνο του νομοθετικές αρμοδιότητες και, συνεπώς, το Σύμφωνο αυτό δεν έχει δεσμευτικό χαρακτήρα για τα κράτη μέλη συνιστώντας κείμενο κατευθυντηρίων αρχών, του οποίου τυχόν παραβίαση δεν έχει έννομες συνέπειες.
20. Επειδή, προβάλλεται, στη συνέχεια, ότι η απόκτηση ιθαγενείας από χιλιάδες μετανάστες μέσω του ν. 3838/2010 αντίκειται στο άρθρο 77 της Ενοποιημένης Συνθήκης με τίτλο «ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΕΛΕΓΧΟΥΣ ΣΤΑ ΣΥΝΟΡΑ, ΤΟ ΑΣΥΛΟ ΚΑΙ ΤΗ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗ», το Πρωτόκολλο αριθ. 23 για τις« ΕΞΩΤΕΡΙΚΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ ΤΩΝ ΚΡΑΤΩΝ ΜΕΛΩΝ ΟΣΟΝ ΑΦΟΡΑ ΤΗ ΔΙΕΛΕΥΣΗ ΤΩΝ ΕΞΩΤΕΡΙΚΩΝ ΣΥΝΟΡΩΝ», τις Οδηγίες 2009/50 «σχετικά με τις προϋποθέσεις εισόδου και διαμονής υπηκόων τρίτων χωρών με σκοπό την απασχόληση υψηλής ειδίκευσης», 2008/115 «σχετικά με τους κοινούς κανόνες και διαδικασίες στα κράτη μέλη για την επιστροφή των παρανόμως διαμενόντων υπηκόων τρίτων χωρών», 2005/71 «σχετικά με ειδική διαδικασία εισδοχής υπηκόων τρίτων χωρών για σκοπούς επιστημονικής έρευνας», 2004/81 «σχετικά με τον τίτλο παραμονής που χορηγείται στους υπηκόους τρίτων χωρών θύματα εμπορίας ανθρώπων ή συνέργειας στη λαθρομετανάστευση, οι οποίοι συνεργάζονται με τις αρμόδιες αρχές» και τον Κανονισμό 2002/1030 «για την καθιέρωση αδειών διαμονής ενιαίου τύπου για τους υπηκόους τρίτων χωρών». Ο λόγος αυτός, όπως προβάλλεται, είναι απορριπτέος ως αόριστος και ανεπίδεκτος δικαστικής εκτιμήσεως δεδομένου ότι δεν εξειδικεύονται οι αφορώσες στη μετανάστευση και τον έλεγχο των εξωτερικών συνόρων διατάξεις του πρωτογενούς ή του παράγωγου κοινοτικού δικαίου που παραβιάζονται με το μέτρο της επίμαχης αθρόας «ιθαγενοποιήσεως». Εξ άλλου, και το συναφώς προβαλλόμενο ότι η επίμαχη αθρόα απόκτηση ιθαγενείας από χιλιάδες μετανάστες επιφέρει αλλοίωση του ευρωπαϊκού χώρου είναι απορριπτέο ως αόριστο και αναπόδεικτο εφ’ όσον θα πρέπει να συναρτηθεί με συγκεκριμένα ποσοτικά στοιχεία όχι μόνον του ελληνικού πληθυσμού, αλλά του συνολικού πληθυσμού των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε συνδυασμό με την μεταναστευτική πολιτική των χωρών αυτών, στοιχεία, όμως, που δεν επικαλείται ο αιτών, ο οποίος περιορίζεται μόνον στα συμβαίνοντα στην Ελλάδα.
21. Επειδή, προβάλλεται ότι η κατά τα ανωτέρω αθρόα απονομή ελληνικής ιθαγένειας αλλοιώνει το εκλογικό σώμα των ευρωπαίων ψηφοφόρων κατά την εκλογή ευρωβουλευτών με αποτέλεσμα υπήκοοι κρατών που δεν έχουν αποδεδειγμένα σχέση με τον ευρωπαϊκό χώρο να μπορούν να αναδεικνύονται και ευρωβουλευτές. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, εφ’ όσον ο μόνος περιορισμός που τίθεται στην άσκηση των εκλογικών δικαιωμάτων κατά τις ευρωεκλογές είναι η εξασφάλιση ίσων όρων άσκησής τους, ενώ δεν απαγορεύεται στα κράτη μέλη να παρέχουν το δικαίωμα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι σε συγκεκριμένα άτομα που έχουν δεσμούς με αυτά, πέραν των δικών τους υπηκόων ή των πολιτών της Ένωσης που κατοικούν στο έδαφός τους (ΔΕΚ απόφαση της 12-9-2006, C -145/2004, Βασίλειο της Ισπανίας κατά Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας, σκ. 66, 70-74).
22. Επειδή, περαιτέρω ως προς τη δεύτερη παραδεκτώς συμπροσβαλλόμενη υπ’ αριθ. 29982/1-6-2010 (Β΄ 754) απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών με τίτλο «Παράταση προθεσμίας εγγραφής στους ειδικούς εκλογικούς καταλόγους των ομογενών και των νομίμως διαμενόντων υπηκόων τρίτων χωρών για την ανάδειξη των αιρετών οργάνων της πρωτοβάθμιας τοπικής αυτοδιοίκησης», παρά το ότι οι λόγοι της κρινομένης αιτήσεως δεν στρέφονται ευθέως κατά των ρυθμίσεων της υπουργικής αυτής αποφάσεως, αλλά κατά των διατάξεων τυπικού νόμου (ν. 3838/2010), παραδεκτώς προβάλλονται, κατ’ αρχήν, με την κρινόμενη αίτηση αφού, όπως κρίθηκε, ήδη, στην τέταρτη σκέψη, το τυχόν ανίσχυρο της θεσπίσεως των ρυθμίσεων του νόμου συνεπάγεται την ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως δεδομένου ότι δεν νοείται ρύθμιση λεπτομερειών εφαρμογής νόμου που προσκρούει σε υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις, ενόψει του ότι ο αιτών προβάλλει αντίθεση των προαναφερομένων διατάξεων των άρθρων 14-21 του Ν. 3838/2010 προς σειρά διατάξεων του Συντάγματος, προς υλοποίηση των οποίων εξεδόθη η προσβαλλόμενη υπουργική απόφαση (Σ.Ε. 1792/1997 Ολομ, 372/2005 επταμ, 3266/2008 επταμ, 2470/2008 Ολομ ).
23. Επειδή, το Σύνταγμα προβλέπει στο άρθρο 52 ότι «Η ελεύθερη και ανόθευτη εκδήλωση της λαϊκής θέλησης, ως έκφραση της λαϊκής κυριαρχίας, τελεί υπό την εγγύηση όλων των λειτουργών της Πολιτείας, που έχουν υποχρέωση να τη διασφαλίζουν σε κάθε περίπτωση». Η διάταξη αυτή συνδέεται αρρήκτως προς τις παρατεθείσες στη σκέψη οκτώ διατάξεις των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 1 του Συντάγματος κατά τις οποίες «Θεμέλιο του Πολιτεύματος είναι η λαϊκή κυριαρχία» και «Όλες οι εξουσίες πηγάζουν από το λαό». Περαιτέρω το άρθρο 102 παρ. 2 του Συντάγματος ορίζει ότι «Οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης έχουν διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια. Οι αρχές τους εκλέγονται με καθολική και μυστική ψηφοφορία, όπως νόμος ορίζει».
24. Επειδή, το άρθρο 14 του ν. 3838/2010 προβλέπει «Δικαίωμα του εκλέγειν … λοιποί αλλοδαποί υπήκοοι τρίτων χωρών μπορούν να συμμετέχουν στις εκλογές της πρωτοβάθμιας τοπικής αυτοδιοίκησης με δικαίωμα ψήφου εφόσον: …» Το δε άρθρο 17 του ιδίου νόμου ορίζει «Δικαίωμα του εκλέγεσθαι. 1. Εκλογείς, εγγεγραμμένοι στους ειδικούς εκλογικούς καταλόγους του άρθρου 15 του παρόντος, που κατά την ημέρα διενέργειας των εκλογών έχουν συμπληρώσει το εικοστό πρώτο έτος της ηλικίας τους, μπορούν να εκλεγούν δημοτικοί σύμβουλοι, σύμβουλοι δημοτικών διαμερισμάτων και τοπικοί σύμβουλοι, …». Περαιτέρω με τα άρθρα 15 και 16 ρυθμίζονται ζητήματα σχετικά με την αίτηση εγγραφής στους ειδικούς εκλογικούς καταλόγους και με την άσκηση του δικαιώματος του εκλέγειν των ανωτέρω προσώπων, ενώ τα άρθρα 18 και 19 ρυθμίζουν τα της συντάξεως και τηρήσεως των ειδικών εκλογικών καταλόγων, όπου εγγράφονται οι εκλογείς που ανήκουν στην ειδική αυτή κατηγορία. Τέλος, με το άρθρο 20 γίνεται παραπομπή στην εκλογική νομοθεσία περί δήμων και κοινοτήτων, καθώς και στη νομοθεσία περί εκλογής βουλευτών για τα όρια ηλικίας, τη στέρηση του δικαιώματος του εκλέγειν, τα κωλύματα, τα ασυμβίβαστα και τους λοιπούς περιορισμούς του δικαιώματος του εκλέγεσθαι και για κάθε άλλο ζήτημα που αφορά στην εκλογική διαδικασία και δεν ρυθμίζεται από τα άρθρα 14 έως και 19 του νόμου. Τέλος, με το άρθρο 21 παρέχονται εξουσιοδοτήσεις προς τον Υπουργό Εσωτερικών, Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης για τη ρύθμιση λεπτομερειακών θεμάτων και για την παράταση της προθεσμίας εγγραφής στους ειδικούς εκλογικούς καταλόγους.
25. Επειδή, από τον συνδυασμό των διατάξεων που παρατίθενται στην προηγούμενη σκέψη προκύπτει ότι οι εκλογές για την ανάδειξη των αιρετών οργάνων των οργανισμών τοπικής αυτοδιοικήσεως έχουν καθαρά πολιτικό χαρακτήρα εν όψει των αρμοδιοτήτων που ασκούν οι οργανισμοί αυτοί (άρθρο 102 παρ 1 εδ γ΄ του Συντάγματος), αλλά και διότι η εκλογή αυτή ανάγεται στην πολιτική ζωή της Χώρας γενικώς, (Σ.Ε. 3684/2009 Ολομ, ΣΕ 1273/1993 Ολομ, πρβλ απόφαση του Γερμανικού Συνταγματικού Ομοσπονδιακού Δικαστηρίου της 31-10-1990, BVerfGE τόμος 83, σελ. 37 επ., απόφαση του Συνταγματικού Συμβουλίου της Γαλλίας της 18-11-1982, αναδημ. εις RDP 1992 σελ. 608 επ., απόφαση του Αυστριακού Συνταγματικού Δικαστηρίου της 30-6-2004 και γνωμοδότηση του Ιταλικού Συμβουλίου της Επικρατείας της 6-7-2005). Εξ άλλου, η άσκηση του εκλογικού δικαιώματος στις εκλογές της τοπικής αυτοδιοικήσεως αποτελεί λειτούργημα απαραίτητο για την πραγμάτωση της λαϊκής κυριαρχίας (Σ.Ε. 3705/1987, 1273/1993 Ολομ.), ως τοιαύτης νοουμένης της ασκουμένης από τον λαό ως εκλογικό σώμα απαρτιζόμενο μόνο από τους έχοντες δικαίωμα ψήφου Έλληνες πολίτες. Συνεπώς, τόσο η άσκηση του δικαιώματος του εκλέγειν, όσο και η άσκηση του δικαιώματος του εκλέγεσθαι κατά τις εκλογές αυτές επιφυλάσσεται μόνον στους έλληνες πολίτες και δεν μπορεί να επεκταθεί και στους μη έχοντες την ιδιότητα αυτή χωρίς αναθεώρηση της σχετικής διατάξεως του Συντάγματος (πρβλ Σ.Ε. 122/2008 επταμ.). Συνεπώς, οι ρυθμίσεις των άρθρων 14 έως 21 του ν. 3838/2010 είναι ανίσχυρες ως αντίθετες προς τα άρθρα 1 παρ 2 και 3, 52 και 102 παρ. 2 του Συντάγματος. Εν όψει δε των παραδοχών αυτών αλυσιτελώς προβάλλεται περαιτέρω από τον αιτούντα ότι η δυνατότητα αναδείξεως των υπηκόων τρίτων χωρών σε θέσεις δημοτικών, διαμερισματικών και τοπικών συμβούλων που προβλέπει το άρθρο 17 του ν. 3838/2010 παραβιάζει τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 4 του Συντάγματος κατά την οποία «Μόνο Έλληνες πολίτες είναι δεκτοί σε δημόσιες λειτουργίες, εκτός από τις εξαιρέσεις που εισάγονται με ειδικούς νόμους».
26. Επειδή, προβάλλεται ότι η απονομή πολιτικών δικαιωμάτων σε υπηκόους τρίτων χωρών είναι αντίθετη προς τη διάταξη του άρθρου 29 παρ. 1 του Συντάγματος που ορίζει ότι «1. Οι Έλληνες πολίτες που έχουν το εκλογικό δικαίωμα μπορούν ελεύθερα να ιδρύουν και να συμμετέχουν σε πολιτικά κόμματα, που η οργάνωση και η δράση τους οφείλει να εξυπηρετεί την ελεύθερη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος». Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος διότι με τη διάταξη αυτή ρυθμίζεται θέμα τελείως διαφορετικό από το επίδικο εφόσον οι συνδυασμοί που καταρτίζονται για την ανάδειξη των αρχών των οργανισμών τοπικής αυτοδιοικήσεως δεν συνιστούν πολιτικά κόμματα.
27. Επειδή, προβάλλεται, με το δικόγραφο προσθέτων λόγων ότι η απονομή με τις επίμαχες διατάξεις του ν. 3838/2010 πολιτικών δικαιωμάτων σε υπηκόους τρίτων χωρών παραβιάζει τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 3 του άρθρου 28 του Συντάγματος, διότι δεν έχουν υπογραφεί διεθνείς συμβάσεις με τρίτες χώρες για την απονομή του δικαιώματος του εκλέγειν και εκλέγεσθαι σε έλληνες πολίτες με τον όρο της αμοιβαιότητος. Και ο λόγος αυτός είναι επίσης απορριπτέος ως αβάσιμος, εφόσον δεν αποτελεί προϋπόθεση για την αναγνώριση με νόμο της δυνατότητας συμμετοχής των υπηκόων τρίτων χωρών στις εκλογές της τοπικής αυτοδιοικήσεως η υπογραφή διεθνών συμβάσεων με τρίτες χώρες που θα αναγνωρίζουν αντίστοιχη δυνατότητα σε έλληνες πολίτες.
28. Επειδή, προβάλλεται, τέλος, ότι η απονομή πολιτικών δικαιωμάτων στους αλλοδαπούς παραβιάζει το άρθρο 63 του Ποινικού Κώδικα κατά το οποίο «…Η αποστέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων έχει ως συνέπεια ότι εκείνος που καταδικάστηκε 1) χάνει οριστικά τα αιρετά δημόσια, δημοτικά ή κοινοτικά αξιώματά του, τις δημόσιες, δημοτικές ή κοινοτικές θέσεις που κατείχε, … 3) δεν μπορεί κατά τη διάκριση του προηγουμένου άρθρου α) να ψηφίζει και να εκλέγεται στις πολιτικές, δημοτικές ή κοινοτικές εκλογές …». Κατά την άποψη του αιτούντος η απονομή πολιτικών δικαιωμάτων στους αλλοδαπούς και η δυνατότητα να εκλέγονται ως δημοτικοί, διαμερισματικοί και τοπικοί σύμβουλοι παραβιάζει το ενιαίο των εκλογικών δικαιωμάτων που θεσπίζεται με την προαναφερόμενη διάταξη του Ποινικού Κώδικα, αφού ψηφίζουν σε αυτοδιοικητικές εκλογές χωρίς να έχουν δικαίωμα ψήφου σε βουλευτικές ή σε εκλογές για την ανάδειξη μελών του ευρωκοινοβουλίου ως στερούμενοι της ιδιότητας του πολίτη. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος διότι τέτοια αρχή δεν συνάγεται από τον Ποινικό Κώδικα και ιδίως από την επικαλούμενη διάταξη του άρθρου 63 αυτού που αναφέρεται μόνον στην αποστέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων κατόπιν καταδίκης.
29. Επειδή, οι παραδεκτώς προσβαλλόμενες με την κρινόμενη αίτηση πράξεις θα έπρεπε να ακυρωθούν διότι ερείδονται επί διατάξεων του ν. 3838/2010, οι οποίες είναι ανίσχυρες ως αντικείμενες στα άρθρα 1 παρ. 3, 4 παρ. 3, 16 παρ. 2, 21 παρ. 1, 25 παρ. 4, 51 παρ. 2, 52, 102 παρ. 2 και 108 του Συντάγματος. Εν όψει, όμως, του ότι τα τιθέμενα στην προκείμενη υπόθεση ζητήματα της συμφωνίας ή μη προς το Σύνταγμα των διατάξεων των άρθρων 1 παρ. 1, 2, 6, 14-21 και 24 του ν. 3838/2010 δεν έχουν κριθεί με προηγούμενη απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, το Τμήμα κρίνει ότι η επίλυση των εν λόγω ζητημάτων πρέπει να παραπεμφθεί στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου, σύμφωνα με το άρθρο 100 παρ. 5 του Συντάγματος, να ορισθεί δε εισηγητής ο Σύμβουλος Ευθύμιος Αντωνόπουλος.
Παρατηρήσεις
Με την υπ’ αριθ. 350/2011 απόφαση του Δ΄ τμήματος του Σ.τ.Ε κρίθηκε ότι αντίκεινται στο ελληνικό Σύνταγμα και συγκεκριμένα στα άρθρα 1 παρ. 2 και 3, 4 παρ. 3 Σ, οι διατάξεις του ν. 3838/2010 που αφορούν ένα νέο τρόπο κτήσης της ελληνικής ιθαγένειας με τη γέννηση του αλλοδαπού στην Ελλάδα ή τη φοίτηση σε ελληνικό σχολείο και τη σχετική δήλωση των γονέων ή του ίδιου [αρθ. 1 του ν. 3838/2010 με το οποίο προστίθεται στο ΚΕΙ το άρθρο 1Α με το ανωτέρω περιεχόμενο] καθώς επίσης και οι διατάξεις του νόμου που αφορούν το δικαίωμα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι των αλλοδαπών στις εκλογές των ΟΤΑ Α΄ βαθμού [άρθρα 14-21 ν. 3838/2010][1].
Πέρα από τα ζητήματα που εγείρονται σχετικά με την ερμηνεία των όρων λαός και έθνος από το δικαστήριο, τίθενται επίσης και σημαντικά ζητήματα θεμελίωσης της δικανικής κρίσης. Σημασία άλλωστε δεν έχουν τα κίνητρα των δικαστών για τα οποία μπορούν να διατυπωθούν μόνο εικασίες, αλλά ο έλεγχος των συνταγματικών επιχειρημάτων τους που συγκροτούν την αιτιολογία της απόφασης.
Καταρχήν ένας από τους κρίσιμους δικανικούς συλλογισμούς που συγκροτούν τη μείζονα πρόταση της απόφασης, όπως διατυπώθηκε από την πλειοψηφούσα γνώμη, είναι ότι δεν πρέπει ο νόμος που ρυθμίζει τα ζητήματα της ιθαγένειας να προσβάλλει τις αρχές που εμπεριέχονται στο άρθρο 1 παρ. 2 και 3 Σ, οι οποίες καθορίζουν ως μόνο αποδεκτό τρόπο κτήσης της ιθαγένειας μέσω γέννησης το δίκαιο του αίματος (jussanguinis) [βλ. σ.σ. 8-9 της απόφασης]. Σύμφωνα δηλαδή με αυτό το συλλογισμό οι συνταγματικοί κανόνες, που εμπεριέχονται στις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 2 και 3 Σ, περιορίζουν την ευχέρεια του νομοθέτη, όσον αφορά τα ζητήματα κτήσης της ιθαγένειας στην επιλογή του jussanguinis, ως του μόνου συνταγματικά αποδεκτού τρόπου κτήσης της ελληνικής ιθαγένειας με τη γέννηση κάποιου/κάποιας, καθώς σύμφωνα με το σκεπτικό της απόφασης οποιοσδήποτε άλλος τρόπος κτήσης της ιθαγένειας με τη γέννηση πέρα από το δίκαιο του αίματος αντίκειται στις εν λόγω διατάξεις.
Ωστόσο η γραμματική και μόνο ερμηνεία των διατάξεων συνηγορεί υπέρ της άποψης ότι ο καθορισμός των προσόντων των ελλήνων πολιτών μέσω της ιθαγένειας επαφίεται στον κοινό νομοθέτη και δεν καθορίζεται απευθείας από το ίδιο το Σύνταγμα, το οποίο περιλαμβάνει σαφή διάταξη μόνο για τους λόγους αφαίρεσης της ιθαγένειας. Ενώ δηλαδή το α΄ εδάφιο της διάταξης του άρθρου 4 παρ. 3 ορίζει ότι «Έλληνες πολίτες είναι όσοι έχουν τα προσόντα που ορίζει ο νόμος», το β΄ εδάφιο ορίζει, αντίθετα, ότι επιτρέπεται η αφαίρεση της μόνο υπό δύο προϋποθέσεις: α) με την εκούσια απόκτηση άλλης ιθαγένειας και β) με την ανάληψη υπηρεσίας σε ξένη χώρα που είναι αντίθετη προς τα εθνικά συμφέροντα[2]. Το Σύνταγμα δηλαδή εναποθέτει στον κοινό νομοθέτη τις προϋποθέσεις κτήσης της ελληνικής ιθαγένειας, ενώ τις προϋποθέσεις αφαίρεσής της τις προσδιορίζει με εξαιρετικό και αποκλειστικό χαρακτήρα το ίδιο το Σύνταγμα, για τον απλούστατο λόγο ότι ο συντακτικός νομοθέτης ήθελε να δείξει την αντίθεσή του στην πρόσφατη πρακτική των μαζικών αφαιρέσεων ιθαγένειας από τη δικτατορία [3].
Συνεπώς μόνο στη περίπτωση που αφορά τους λόγους αφαίρεσης της ιθαγένειας η επιφύλαξη υπέρ του νόμου μπορεί να χαρακτηριστεί ως ειδική, δηλαδή ως επιφύλαξη της οποίας το περιεχόμενο οριοθετείται με απευθείας αναγωγή στο κείμενο του συντάγματος. Πρόκειται για επιφύλαξη υπέρ του νόμου με την οποία το ίδιο το σύνταγμα «στοχοθετεί» απευθείας τη ρυθμιστική δραστηριότητα του νομοθέτη προσδιορίζοντας το περιεχόμενο της νομοθετικής παρέμβασης και δεν καταλείπει στη διακριτική του ευχέρεια απλώς τη σχετική αρμοδιότητα να νομοθετήσει[4].
Ένα άλλο σημείο του δικανικού συλλογισμού το οποίο αξίζει να επισημανθεί είναι ότι ενώ στην απόφαση χρησιμοποιείται ως κανόνας ελέγχου της συνταγματικότητας του νόμου η ιστορική βούληση του συντακτικού νομοθέτη για την ερμηνεία του άρθρου 1 παρ. 2 και 3 Σ, απουσιάζει ωστόσο η αντίστοιχη αναφορά στους κανόνες που απορρέουν από τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 3 Σ, η οποία θα ήταν πολλαπλά χρήσιμη για τους ακόλουθους λόγους:
Α) Σύμφωνα με τον εισηγητή της πλειοψηφίας κατά τη συζήτηση των εν λόγω διατάξεων στην Ολομέλεια της Βουλής Δ. Πασπύρου, με τη σχετική διάταξη αναγνωρίζεται η «απόλυτος ελευθερία του νομοθέτου προς καθορισμό της κτήσεως και απώλειας της ελληνικής ιθαγένειας» και επισημαίνεται από τον ίδιο ότι η σχετική ευχέρεια του νομοθέτη που προβλέπεται στις διατάξεις του Συντάγματος του 1975 αποτελεί ένα διαφορετικό τρόπο ρύθμισης του ζητήματος σε σχέση με την παράδοση των επαναστατικών συνταγμάτων όπου καθορίζονταν απευθείας τα προσόντα κτήσης της ιθαγένειας[5].
Β) Για τον καθορισμό των κριτηρίων που προσδιορίζουν τα προσόντα κτήσης της ελληνικής ιθαγένειας κρίσιμη είναι και η συζήτηση που διημείφθη σχετικά με το νόημα του όρου Έλληνας στη διάταξη περί ισότητας έναντι των νόμων, ιδιαίτερα εάν λάβουμε υπόψη μας ότι στη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 Σ χρησιμοποιείται ο ευρύτερος όρος Έλληνας («Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου»), ενώ στη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 3 ο όρος που χρησιμοποιείται είναι ειδικότερος, ο Έλληνας πολίτης («Έλληνες πολίτες είναι όσοι έχουν τα προσόντα που ορίζει ο νόμος»). Το κρίσιμο ζήτημα επί του οποίου κλήθηκαν κατά τη σχετική συζήτηση να αποφανθούν οι συμμετέχοντες στη συζήτηση βουλευτές, είναι εάν με τη γενικού χαρακτήρα διατύπωση «Οι Έλληνες» νοούνται όλοι όσοι μπορούν να θεωρηθούν έλληνες με κριτήριο την καταγωγή τους ή μόνο όσοι είναι Έλληνες με βάση το νομικό δεσμό της ιθαγένειας. Όπως δε προκύπτει από τη συζήτηση, ο όρος Έλληνας αναφέρεται όχι σε όσους θεωρούνται έλληνες στην καταγωγή, αλλά μόνο στα άτομα που συνδέονται με το ελληνικό κράτος με το δεσμό της ιθαγένειας καίτοι ο όρος Έλληνας που περιλαμβάνει η διατύπωση της συγκεκριμένης διάταξης [4 παρ. 1 Σ] δεν προσδιορίζει απαραίτητα τους αποδέκτες της συνταγματικής διάταξης με τρόπο που θα παρέπεμπε στο νομικό δεσμό της ιθαγένειας[6]. Προς επίρρωση δε αυτής της άποψης ένας βουλευτής της πλειοψηφίας ανέφερε στη σχετική με το άρθρο 4 παρ. 1 Σ συζήτηση στην Ολομέλεια της Βουλής: «Είναι και νομική ισότης αλλά είναι και ισότης πολιτική. Συνδέεται με την βάσιν, με το έδαφος, με την επικράτεια. Κατά τον καθορισμό ενδεχομένως των προσόντων επί του κοινού νομοθέτου, ο κοινός αυτός νομοθέτης δεν είναι ελεύθερος. Δικαιούται να καθορίσει θετικά προσόντα γενικής μόνο φύσεως, προσιτά εις πάντας ή αρνητικά προσόντα, τα οποία να μη συνιστούν απαράδεκτους διακρίσεις[7]». Συνεπώς από τη συζήτηση της διάταξης περί ισότητας των Ελλήνων που διημείφθη στην Ολομέλεια της Βουλής προέκυψε ότι κατά τον συντακτικό νομοθέτη το εύρος της αρχής της ισότητας ως προς τα πρόσωπα στα οποία εκτείνεται η κανονιστική της εμβέλεια [οι Έλληνες] εξαρτάται από πολιτικά κριτήρια, τα οποία προσδιορίζονται με αναφορά στο έδαφος και την επικράτεια και όχι την καταγωγή. Σύμφωνα λοιπόν με το συντακτικό νομοθέτη ο όρος Έλληνας ακόμη και όταν δεν προσδιορίζεται από τον ειδικότερο όρο «πολίτης» δεν αναφέρεται στην καταγωγή αλλά μόνο στο νομικό δεσμό που αποκτά κάποιος/α μέσω της ιθαγένειας.
Το σημείο αυτό αξίζει να προσεχθεί καθώς η απόφαση του Σ.τ.Ε με αναγωγή στην ιστορική βούληση του συντακτικού νομοθέτη, όπως αυτή εκφράστηκε στις συζητήσεις της Βουλής για τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 2 και 3 Σ, επιχειρεί να θεμελιώσει έναν συλλογισμό σύμφωνα με τον οποίο, σκοπός του συνταγματικού νομοθέτη είναι η μέριμνα για τη συνέχεια του έθνους, νοούμενου ως μιας υπεριστορικής οντότητας που προσδιορίζεται με όρους καταγωγής, η οποία μέριμνα με τη σειρά της επιβάλλει την αποκλειστική ρύθμιση του ζητήματος κτήσης της ιθαγένειας μέσω γέννησης με το δίκαιο του αίματος (καταγωγής) [βλ. σ.σ 8-9 της απόφασης]. Ωστόσο η σχετική συζήτηση που αφορά την έννοια του Έλληνα, όπως αυτή διατυπώνεται στη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 Σ δε συνηγορεί άνευ ετέρου με το συμπέρασμα στο οποίο καταλήγει ο συλλογισμός των δικαστών του Σ.τ.Ε, καθώς η σχετική συζήτηση που αφορά τον προσδιορισμό του όρου Έλληνας στο άρθρο 4 παρ. 1 Σ δεν παραπέμπει στην καταγωγή του προσώπου, αλλά στο νομικό δεσμό που αποκτά με το ελληνικό κράτος μέσω της κτήσης της ιθαγένειας. Συνεπώς παραπέμπει στην έννοια του λαού latosensu [δηλαδή όσων θεωρούνται έλληνες πολίτες με βάση την ιθαγένεια τους] και όχι του Έθνους με την πολιτισμική έννοια του όρου[8] όπως επιχειρείται να παρουσιαστεί στην απόφαση.
Θα πρέπει επομένως η επιφύλαξη του νόμου, που διατυπώνεται στο εδάφιο α΄ της διάταξης του άρθρου 4 παρ. 3 Σ, να νοηθεί ως γενική επιφύλαξη υπέρ του νόμου, και μάλιστα της κατηγορίας εκείνης που έχει το χαρακτήρα της εντολής του συντακτικού προς τον κοινό νομοθέτη να διαρρυθμίσει ένα πλέγμα σχέσεων που εμπίπτουν στο προστατευτικό πεδίο της συνταγματικής διάταξης[9]. Πρόκειται για μια επιφύλαξη στην οποία κυριαρχεί δηλαδή ο ρυθμιστικός αποκλειστικά χαρακτήρας της παρέμβασης του νομοθέτη με την έννοια ότι αποτελεί μια ειδική εντολή απευθυνόμενη προς το νομοθέτη να εξειδικεύσει περαιτέρω τη συνταγματική ρύθμιση και όχι να περιορίσει το κανονιστικό της εύρος[10]. Άλλωστε επειδή η απονομή της ιθαγένειας εξακολουθεί να παραμένει κυριαρχικό δικαίωμα του κράτους και δε συνιστά δικαίωμα του ατόμου σε αυτήν[11], η διαπλαστική εξουσία του νομοθέτη είναι ευρεία[12] και δεσμεύεται μόνο από το σεβασμό θεμελιωδών εγγυήσεων του κράτους δικαίου[13].
Το δικαστήριο εκλαμβάνει την επιφύλαξη ως παραπομπή σε οργανικό νόμο [σ. 8 απόφασης] θεωρώντας ότι το δίκαιο της ιθαγένειας αποτελεί συστατικό στοιχείο των προσόντων που καθορίζουν τη σύνθεση του ανώτατου οργάνου του κράτους [λαός-εκλογικό σώμα]. Στο σκεπτικό της απόφασης δηλαδή το εκλογικό σώμα ταυτίζεται με το λαό. Ωστόσο ο λαός latosensu δεν ταυτίζεται με το λαό strictosensu[14] ο οποίος και αποτελεί υπό αυτή την έννοια ένα από τα άμεσα όργανα του κράτους. Τα δύο σύνολα δεν ταυτίζονται ούτε ως προς τη σύνθεση ούτε ως προς το χαρακτήρα τους σε αναφορά με το σύνταγμα. Ο λαός strictusensu αποτελεί πράγματι όργανο του κράτους ενώ ο λαός latusensu εκφράζει την ιδεατή υποκειμενικότητα χωρίς την οποία δεν είναι νοητή η ενότητα της Πολιτείας. H νομική του σημασία δεν πρέπει να υποτιμάται, καθώς τυποποιεί τον λαό ως μια ενότητα ίσων πολιτών που διακρίνεται από τον πληθυσμό που διαβιεί εντός της επικράτειας ενός κράτους, είναι όμως διακριτή από τον λαό ως εκλογικό σώμα, το οποίο και αποτελεί το ανώτατο όργανο ενός δημοκρατικού κράτους[15]. Επιπλέον το κρίσιμο στοιχείο ως προς τα συνταγματικώς ανεκτά όρια παρέμβασης του νομοθέτη δεν είναι ο χαρακτηρισμός του νόμου ως οργανικού ή όχι, αλλά εάν με τον οργανικό νόμο επιχειρείται αλλοίωση της αντιπροσωπευτικής μορφής του πολιτεύματος και εάν η παρέμβαση αυτή έρχεται σε σύγκρουση με τη δημοκρατική αρχή νοούμενης ως ανοιχτής ρήτρας. Η μορφή του πολιτεύματος δεν πρέπει να ταυτίζεται με τη συγκρότηση της κρατικής εξουσίας, καθώς αφορά την άσκηση της εξουσίας από τα κρατικά όργανα και όχι τη θεμελίωση τους στη βάση επιμέρους συνταγματικών αρχών. Η διαφορά είναι κρίσιμη, καθώς η δημοκρατική αρχή αποτελεί μεν το θεμέλιο του πολιτεύματος με την έννοια ότι η βούληση του λαού «ανάγεται σε λογική και θεσμική πηγή προέλευσης όλων των συντεταγμένων εξουσιών» και άρα δεν είναι επιτρεπτό να θιγεί αυτή της η διάσταση. Δεν υποστασιοποιεί όμως ένα αναλλοίωτο στο χρόνο σύστημα άσκησης αυτών των εξουσιών, επιτρέποντας τη συμπερίληψη κάθε νέας ρύθμισης που ενισχύει τα αντιπροσωπευτικά και διαβουλευτικά στοιχεία του πολιτεύματος[16].
Ένα άλλο ζήτημα που αφορά τη θεμελίωση της απόφασης είναι ότι οι δικαστές που συγκροτούν την πλειοψηφούσα γνώμη, για να καταλήξουν στο συμπέρασμα ότι οι συγκεκριμένες διατάξεις του ν. 3838/2010 αντίκεινται στο Σύνταγμα προβαίνουν σε μια ιεράρχηση των εννόμων αγαθών που απολαμβάνουν συνταγματικής προστασίας προτάσσοντας τις διατάξεις που αναφέρονται στο Έθνος. Από τον τρόπο που επιλέγουν να ερμηνεύσουν το πλέγμα των συνταγματικών διατάξεων που συνάπτονται με την κτήση της ιθαγένειας από αλλοδαπούς, προκύπτει ότι καίτοι αναγνωρίζουν τους συνταγματικούς κανόνες ως ισόκυρους δεν τους αντιμετωπίζουν ως κανόνες με επιχειρηματολογική ισοσθένεια[17]. Χαρακτηριστική είναι η αποστροφή της απόφασης στην οποία διατυπώνεται η άποψη ότι οι διατάξεις του Συνάγματος οι οποίες αναφέρονται στο Έθνος συγκροτούν ένα πλαίσιο συνταγματικών αρχών, τις οποίες δεν πρέπει να παραβιάζει η νομοθεσία περί ιθαγένειας [σ. 8 της απόφασης]. Το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι η αναγνώριση εκ μέρους των δικαστών ότι δεν έχουν όλοι οι συνταγματικοί κανόνες την ίδια επιχειρηματολογική ισοσθένεια, αλλά ότι η αξιολόγηση τους απολήγει εν τοις πράγμασι στη μη ισότιμη προστασία όλων των διακυβευομένων συνταγματικών αγαθών. Η αποδιδόμενη στο Σύνταγμα μέριμνα διατήρησης της συνέχειας του Έθνους υπερισχύει κάθε άλλου στόχου υπονομεύοντας την ανάγκη σεβασμού της ενότητας του συντάγματος, η οποία πρέπει να διέπει την ερμηνευτική προσέγγιση του δικαστή [18].
Η μόνη περίπτωση κατά την οποία θα μπορούσαμε να θεωρήσουμε ότι η συγκεκριμένη διαδικασία κτήσης ιθαγένειας που προβλέπει ο ν. 3838/2010 αντίκειται στο Σύνταγμα είναι, εάν εκλάβουμε ως κανόνα του πραγματικού συντάγματος την ακολουθούμενη από τον έλληνα νομοθέτη πάγια πρακτική σύμφωνα με την οποία η κτήση της ιθαγένειας με μια διαπιστωτικού χαρακτήρα πράξη των αρχών χωρεί μόνο για τους ομογενείς [σ. 12 της απόφασης]. Εάν δηλαδή θεωρήσουμε ότι η συγκεκριμένη εξειδίκευση της εκάστοτε συνταγματικής διάταξης περί ιθαγένειας μέσω των διατάξεων του κοινού νόμου ανταποκρίνεται στην πραγματική λειτουργία του πολιτεύματος καθιστώντας την ένα στοιχείο της μορφής του[19]. Ωστόσο μια τέτοια διαπίστωση δεν είναι ούτε ιστορικά ακριβής,[20] ενώ επιπλέον διαστρέφει το νόημα της επιφύλαξης υπέρ του νόμου για λόγους που έχουν ήδη εκτεθεί ανωτέρω. Είναι δε δυνατή μόνο εάν θεωρήσουμε ότι μια πολιτικού χαρακτήρα απόφαση της Ελληνικής Πολιτείας, η οποία σηματοδοτεί τη στροφή κατά τα μέσα του 19ου αιώνα από ένα δίκαιο της ιθαγένειας το οποίο βασιζόταν σε ένα συγκερασμό κριτηρίων [θρησκεία, γλώσσα, καταγωγή] στο δίκαιο του αίματος έχει αναχθεί πλέον σε συνταγματικό κανόνα. Μια τέτοια ερμηνεία θα καθιστούσε όμως τη συγκεκριμένη επιλογή του έλληνα νομοθέτη κανονιστικά δεσμευτική ερμηνεία των συνταγματικών διατάξεων που αφορούν την ιθαγένεια, από την οποία δεν μπορεί πλέον να αποκλίνει. Θα ανέτρεπε δηλαδή όλη τη λογική η οποία διέπει το σύστημα της επιφύλαξης υπέρ του νόμου στο ισχύον Σύνταγμα, καθώς και την πάγια γενική αρχή του ουσιαστικού συντάγματος ότι η κτήση της ελληνικής ιθαγένειας είναι υπόθεση και αρμοδιότητα του κοινού νομοθέτη και όχι του συνταγματικού. Πρόκειται για μια γενική αρχή η οποία υπαγορεύεται από τη συνταγματικά θεσπισμένη μορφή του πολιτεύματος, η οποία συνηγορεί υπέρ της ευρείας ερμηνείας των διατάξεων του Συντάγματος που αφορούν στην ευχέρεια δράσης του κοινοβουλίου.
Χρήστος Παπαστυλιανός, Δ.Ν.

[1] Το σχόλιο θα περιοριστεί μόνο στο τμήμα εκείνο της απόφασης το οποίο αφορά την κτήση της ιθαγένειας, καθώς ο προβληματισμός σχετικά με τη συνταγματικότητα ή μη της χορήγησης πολιτικών δικαιωμάτων σε αλλοδαπούς έχει ήδη αναπτυχθεί σε προηγούμενο κείμενό μου (Χρ. Παπαστυλιανός, «H συμμετοχή αλλοδαπών στις εκλογές της τοπικής αυτοδιοίκησης α΄ βαθμού: Τα συνταγματικά όρια διεύρυνσης των φορέων των πολιτικών δικαιωμάτων», σε: www.constitutionalism.gr).
[2] Βλ. σχετικά, Ευάγγελου Βενιζέλου, Μαθήματα Συνταγματικού Δικαίου, Αντ. Σάκκουλας, Αθήνα- Κομοτηνή, 2008, σ. 313, Ζωής Παπασιώπη-Πασιά, «Το Δικαίωμα στην Ιθαγένεια και το Σύνταγμα της Ελλάδος», σε: Αρμενόπουλος, 6/2009, σ.σ. 813-832 [817-818], και Κώστα Χρυσόγονου, Ατομικά και Κοινωνικά Δικαιώματα, γ’ εκδ, Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα, 2006, σ. 173.
[3] Βλ. τη συζήτηση επί του θέματος που διημείφθη στην Ολομέλεια της Βουλής στις 22 Απριλίου 1975, όπως παρατίθεται στα Πρακτικά συζητήσεων της Ολομελείας της Βουλής επί του Συντάγματος του 1975, όπ.π., σ.σ. 385-393.
[4] Για τις ειδικές επιφυλάξεις βλ. Ιφιγένειας Καμτσίδου Η Επιφύλαξη υπέρ του νόμου ως περιορισμός, εγγύηση και διάμεσος των ελευθεριών, Σάκκουλας, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, 2001, σ. 174, και Κώστα Χρυσόγονου, όπ.π., σ. 75.
[5] Βλ. πρακτικά των συνεδριάσεων της, Ολομελείας της Βουλής, όπ.π., σ. 359-360.
[6] Βλ. πρακτικά συζητήσεων της Ολομελείας της Βουλής, όπ.π., σ. 389, 392.
[7] Θ-Σ. Στεφανόπουλος, Πρακτικά συζητήσεων της Ολομέλειας της Βουλής, σ. 385.
[8] Βλ. για τις σχετικές διακρίσεις Αντώνη Μανιτάκη, Ελληνικό Συνταγματικό Δίκαιο, Σάκκουλας, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, 2004, σ.σ. 190-202.
[9] Για αυτή την κατηγορία των επιφυλάξεων βλ. Ιφιγένειας Καμτσίδου, οπ.π., σ. 225.
[10] Για τη σχέση και διαφορές μεταξύ περιορισμού και ρύθμισης βλ. Αριστόβουλου Μάνεση, Ατομικές Ελευθερίες, Σάκκουλας, Θεσσαλονίκη, 1982, σ.σ. 75-76.
[11] Το ελληνικό σύνταγμα [άρθρο 4 παρ. 3 εδ α΄ και β΄] αναγνωρίζει ένα δικαίωμα διατήρησης της αποκτηθείσης ελληνικής ιθαγένειας και όχι ένα καθεαυτό δικαίωμα κτήσης της ελληνικής ιθαγένειας. Βλ. σχετικά, Πρόδρομου Δαγτόγλου, Ατομικά Δικαιώματα, τ. Β, β΄ έκδ. Αντώνης Σάκκουλας, Αθήνα-Κομοτηνή, 2005, σ. 1346 και Πέτρου Παραρά, Σύνταγμα – Corpus Ι, β΄ εκδ., Αντ. Σάκκουλας, Αθήνα-Κομοτηνή, σ.σ. 539-541.
[12] Σχετικά με του λόγους οι οποίοι υπαγορεύουν μια στενή ερμηνεία από το δικαστή των συνταγματικών διατάξεων οι οποίες δεν αναφέρονται σε δικαιώματα έτσι ώστε να καταλείπεται ζωτικός χώρος στο νομοθέτη οσάκις τις εξειδικεύει βλ. Αντώνη Μανιτάκη, Ερμηνεία του Συντάγματος και Λειτουργία του Πολιτεύματος, Αντ. Σάκκουλας, Αθήνα-Κομοτηνή, 1996, σ. 250.
[13] Σύμφωνα με τη νομολογία των δικαιοδοτικών οργάνων της Ε.Ε και της ΕΣΔΑ [βλ. JankoRottmanvFreistaatBayern και KuricvSlovenia αντίστοιχα, σε: www.constitutionalism.gr] εντός του ευρωπαϊκού συνταγματικού χώρου, πτυχές του δικαίου της ιθαγένειας οι οποίες έως πρόσφατα θεωρούνταν ότι ανήκουν στον κύκλο των κυριαρχικών «δικαιωμάτων» της πολιτείας κινούνται γύρω από τους ακόλουθους άξονες: α) η κυριαρχική αρμοδιότητα του κράτους δεν αμφισβητείται, η άσκηση της όμως τίθεται υπό κάποια όρια β) οι εξελίξεις δε συνεπάγονται την αναγνώριση ενός δικαιώματος στην πολιτογράφηση με μόνη τη δήλωση βούλησης του ενδιαφερόμενου αλλά μόνο τον έλεγχο των συνεπειών της απώλειας της ιθαγένειας ή της «σιωπής» των πολιτειακών οργάνων ως προς τη ρύθμιση του καθεστώτος διαμονής σε κατηγορίες πληθυσμού που διαμένουν εντός της επικράτειας μιας χώρας επί μακρόν γ) η έλλειψη ατομικής ευθύνης του ενδιαφερόμενου για την υπαγωγή του σε ένα καθεστώς που συνεπάγεται απώλεια ή περιορισμούς στην ακώλυτη άσκηση δικαιωμάτων που συνδέονται με την ιθαγένεια ή τη νομιμότητα της διαμονής του, αποτελεί καθοριστικό στοιχείο δ) οι αποφάσεις του ΔΕΕ και του ΕΔΔΑ δε συνεπάγονται την αναγνώριση ενός δικαιώματος στην ιθαγένεια γενικά αλλά σε μια ιθαγένεια [ΔΕΕ] ή ένα δικαίωμα στη ρύθμιση του καθεστώτος διαμονής των επί μακρών διαμενόντων [ΕΔΔΑ].
[14] Βλ. επίσης εκτός από Αντώνη Μανιτάκη, 2004, όπ.π., σ.σ. 190-192 για τις διακρίσεις του λαού και Ευάγγελου Βενιζέλου, όπ.π., σ. 313.
[15] Βλ. Αντώνη Μανιτάκη, 2004, όπ.π., σ.σ. 193-196.
[16] Αυτόθι, σ. 298.
[17] Βλ. σχετικά με τον όρο επιχειρηματολογική ισοσθένεια των συνταγματικών διατάξεων, Φίλιππου Βασιλόγιαννη, «Περί αντισυνταγματικών διατάξεων του συντάγματος», σε: Χαρμόσυνο Αριστόβουλου Μάνεση, τ. ΙΙ, Αντ. Σάκουλας, Αθήνα-Κομοτηνή, 1998, σ.σ. 3-21 [17].
[18] Για το ότι η ανάγκη διατήρησης της ενότητας και ταυτότητας του Συντάγματος αποτελεί έργο του ερμηνευτή του βλ. Αντώνη Μανιτάκη, 1996, όπ.π., σ.54.
[19] Για το πραγματικό σύνταγμα ως ερμηνευτική παράμετρο του Συντάγματος βλ. Αντώνη Μανιτάκη, 1996, όπ.π., σ.σ. 160-197.
[20] Ο νόμος περί ιθαγενείας του 1835 προέβλεπε στο αρθ. 2 ότι «Έκαστος εντός της Ελλάδος υπό ξένων γονέων γεννηθείς δύναται ν’ απαιτήσει το δικαίωμα της ιθαγένειας, αφ’ ου κηρύξη εντός μεν της Ελλάδας διατριβών ότι θέλει καταστήσει εντός αυτής την σταθεράν αυτού κατοικίαν, ει δε διατρίβη εκτός αυτής , ότι θέλει κατοικήσει εν αυτή και εις τοιαύτην περίστασιν μεταβή πραγματικώς εις Ελλάδα εντός ενός έτους…».

Συμπόσιο Βόλου: Κρατήσεις ξενοδοχείων

Κατόπιν συνεννοήσεως στα παρακάτω ξενοδοχεία έχει κρατηθεί περιορισμένος αριθμός δωματίων και για περιορισμένο χρονικό διάστημα σε ειδικές τιμές για τους συνέδρους. Εφόσον επιθυμούν να διαμείνουν στα παρακάτω ξενοδοχεία, οι ενδιαφερόμενοι παρακαλούνται να επικοινωνήσουν άμεσα με τους υπεύθυνους κρατήσεων, αναφέροντας ότι θα μετέχουν στο Συνέδριο του Ομίλου Μάνεση. Διαφορετικά μπορούν να επικοινωνήσουν με οποιοδήποτε ξενοδοχείο της επιλογής τους.
Ξενοδοχείο Park Βόλου:
Μονόκλινο δωμάτιο με πρωϊνό: 65€ ανά διανυκτέρευση
Δίκλινο δωμάτιο με πρωϊνό: 85€ ανά διανυκτέρευση
Τηλέφωνα Κρατήσεων: 24210 36511-15
Ξενοδοχείο Ξενία Βόλου:
10 μονόκλινα δωμάτια με πρωινό (θέα στην πόλη): 80€ ανά διανυκτέρευση
3 δίκλινα δωμάτια με πρωινό (θέα στην πόλη): 110€ ανά διανυκτέρευση
1 δίκλινο δωμάτιο (θέα στη θάλασσα): 400 € ανά διανυκτέρευση
Πρόσθετη χρέωση για προσθήκη ενός κρεβατιού στο δίκλινο δωμάτιο: 35 € ανά διανυκτέρευση.
Υπαίθριο Parking δωρεάν μόνο για τους ενοίκους του ξενοδοχείου. Σε αντίθετη περίπτωση υπάρχει χρέωση 1 € / ώρα.
Τηλέφωνα κρατήσεων: 24210 92700
24210 92716

Οι μετανάστες μεταξύ «λαού» και «έθνους»

Δημήτρης Χριστόπουλος

Οι μετανάστες μεταξύ «λαού» και «έθνους»

[…]9. Από τις παρατεθείσες διατάξεις του ισχύοντος Συντάγματος συνάγονται τα εξής α) ότι η νομιμοποίηση της κρατικής εξουσίας βασίζεται μεν στη βούληση του λαού, αλλά υπάρχει και ασκείται προς το συμφέρον του έθνους, οντότητος υπερβαίνουσας χρονικά την εν ζωή κοινότητα των ανθρώπων […]. Τούτο δε, διότι το έθνος αναφέρεται τόσο στις παρελθούσες όσο και στις μέλλουσες γενέες, τα συμφέροντα των ορίων πρέπει να υπηρετεί η κρατική πολιτική. […] Το δίκαιο αυτό, εξ απόψεως εσωτερικών ορίων, πρέπει να μην προσβάλλει τις ως ανω συνταγματικές αρχές, δηλαδή ούτε να επιτρέπει την είσοδο στη λαϊκή κοινότητα (λαός) αλλοδαπών προσώπων χωρίς ουσιαστικό πραγματικό δεσμό με αυτή –ιδίως με την πρόβλεψη αθρόων πολιτογραφήσεων– εις τρόπον ώστε να συγκροτείται αυθαιρέτως το συνθετικό στοιχείο του Κράτους (λαός) και το ανώτατο όργανο αυτού (λαός εκλογικό σώμα) και, εν τέλει να αποσυντίθεται η έννοια του έθνους, ούτε και να θέτει διατάξεις, που να επιτρέπουν την ευχερή αφαίρεση της ελληνικής ιθαγένειας.

16.[…] ο τρόπος αυτός της απονομής της ελληνικής ιθαγένειας πρέπει να διενεργείται υπό προϋποθέσεις, οι οποίες δεν αναιρούν τον εθνικό χαρακτήρα του κράτους, ο οποίος κατοχυρώνεται στο άρθρο 1, παρ. 3 του Συντάγματος. […] Τούτο δε διότι οι τιθέμενες από το νομοθέτη ως άνω προϋποθέσεις απονομής της ελληνικής ιθαγένειας δύνανται να οδηγήσουν σε αναίρεση του κατοχυρωμένου από το Σύνταγμα εθνικού χαρακτήρα του Κράτους. […] Και τούτο διότι ούτε μόνη η παραμονή των γονέων στην Ελλάδα επί πενταετία ούτε η επιτυχής παρακολούθηση έξι τουλάχιστον τάξεων ελληνικού σχολείου στην Ελλάδα διασφαλίζουν άνευ ετέρου την ένταξη του ενδιαφερομένου στην ελληνική κοινωνία ως φορέα των αξιών του Ελληνικού Έθνους, όπως καταρχήν επιβάλλεται, κατά τις ως άνω συνταγματικές διατάξεις.
 
(από την απόφαση του Δ΄ Τμήματος του ΣτΕ που κήρυξε αντισυνταγματικές διατάξεις του νόμου 3838/2010)
 
Τα σημεία που χαρακτηρίζουν την απόφαση του Δ΄ Τμήματος του ΣτΕ σχετικά με το νόμο 3838/2010 είναι: α) η πρόσληψη του έθνους ως αυτοδύναμου νομικού γεγονότος – διάφορου του λαού – που πραγματώνεται μέσω του Συντάγματος, β) η αναγωγή του δικαίου του αίματος σε συνταγματική αρχή, γ) η εκτίμηση ότι, λόγω των παραπάνω, μόνο εξατομικευμένη κρίση περί της «συνείδησης» του αιτούντα την ελληνική ιθαγένεια μπορεί να του δώσει μια θέση στον ελληνικό λαό, εφόσον πληροί προϋποθέσεις σημαντικότερες των πέντε ετών παραμονής των γονέων και έξι ετών φοίτησης σε ελληνικό σχολείο, δ) και, τέλος, η αντίληψη ότι εφόσον και στις αυτοδιοικητικές εκλογές η διακύβευση είναι η δημόσια εξουσία, το δικαίωμα συμμετοχής περιορίζεται αποκλειστικά στους πολίτες. Τα εξετάζω ένα προς ένα:
 
α) Η διαφοροποίηση των εννοιών λαού και έθνους στην οποία στηρίζεται η απόφαση δεν αποτελεί νέα έμπνευση στο ελληνικό συνταγματικό δίκαιο, αλλά έχει δοκιμαστεί θεωρητικά από τους συνταγματολόγους της 4ης Αυγούστου, οι οποίοι έπρεπε, με κάθε τρόπο, να καταλήξουν στο συμπέρασμα ότι πηγή των εξουσιών στην Ελλάδα δεν είναι ο λαός, αλλά το έθνος, και άρα η εθνική μπορεί να εναντιωθεί στη λαϊκή βούληση. Πεμπτουσία του λεγομένου «παρασυντάγματος» είναι η διάκριση λαού και έθνους σχεδόν καθʼ όλη τη διάρκεια του 20ού αιώνα, ενώ μετά τη μεταπολίτευση η διάκριση αρχίζει να χάνει την κανονιστική της σημασία. Το ότι «η έννοια του έθνους είναι διάφορος της έννοιας του λαού, νοουμένου ως αριθμητικού απλώς συνόλου»1, όπως έλεγαν οι συνταγματολόγοι του Μεσοπολέμου πριν από τα μέλη του Δ΄ Τμήματος του ΣτΕ, δεν αναφέρεται στη διάκριση μεταξύ λαού ως σύνολο ανθρώπων που έχουν κοινή ιθαγένεια και έθνους ως κοινότητα πολιτικού ανήκειν, αλλά σε μια αντίληψη του έθνους ως βούλησης ποιοτικώς σημαντικότερης της λαϊκής βούλησης. Η αντίληψη αυτή αντιβαίνει στη δημοκρατική αντίληψη περί πολιτικής κοινότητας.
β) Το δίκαιο του αίματος, δηλαδή η κτήση της ιθαγένειας των γονέων από τα παιδιά τους, είναι νόμος της ελληνικής, όπως και σχεδόν όλων των εννόμων τάξεων ανά την υφήλιο. Ωστόσο, είναι νομικά καινοφανές ότι το «δίκαιο του αίματος» είναι αρχή συνταγματικής περιωπής, η παράβαση της οποίας οδηγεί στην «αποσύνθεση του έθνους». Αν τα ελληνικά συντάγματα ακολουθούσαν αυτή την αντίληψη, τότε οι δικαστές του Δ΄ Τμήματος μπορούν να είναι βέβαιοι ότι το σύνολο των Ελλήνων πολιτών θα ήταν πολύ μικρότερο από το σημερινό και ότι τα ίδια τα μέλη του Δικαστηρίου δεν θα ήταν Έλληνες, καθώς με βεβαιότητα όλοι μας στο γενεαλογικό μας δένδρο έχουμε μη (έλληνες) πολίτες.
γ) Η εκτίμηση ότι για μετανάστες χωρεί μόνο εξατομικευμένη κρίση προκειμένου να αποκτήσουν την ιθαγένεια είναι το λογικό αποτέλεσμα των παραπάνω θέσεων. Ως εκ τούτου, το ερώτημα που θα μπορούσε να τεθεί στο Δ΄ Τμήμα του ΣτΕ είναι αν προϋπόθεση αυτοδίκαιας κτήσης της ελληνικής ιθαγένειας για τη δεύτερη γενιά δεν ήταν η πενταετής παραμονή των γονέων και τα έξι χρόνια σχολείο αλλά μια πολύ μεγαλύτερη (λόγου χάρη, η δεκαετής παραμονή των γονέων σε συνδυασμό με τα δώδεκα χρόνια σχολείο), μήπως αυτό θα διασκέδαζε τις ενστάσεις αντισυνταγματικότητας; Και με τι επιχείρημα;2
δ) Τέλος, θα ήθελα να υπογραμμίσω πως η άποψη ότι «η άσκηση του δικαιώματος του εκλέγειν […] επιφυλάσσεται μόνον στους έλληνες πολίτες και δεν μπορεί να επεκταθεί και στους μη έχοντες την ιδιότητα αυτή» (παρ. 25) μπορεί να έχει ως μόνο νομικό έρεισμα το άρθρο 4, παρ. 4 Σ, σύμφωνα με το οποίο «μόνο έλληνες πολίτες είναι δεκτοί σε όλες τις δημόσιες λειτουργίες». Φυσικά, το ίδιο το άρθρο προβλέπει και «τις εξαιρέσεις που εισάγονται με ειδικούς νόμους» στους οποίους εύλογα συμπεριλαμβάνεται και ο 3838/2010. Ως εκ τούτου, και εδώ η απόφαση του Δ΄ Τμήματος πάσχει. Αυτό, από μόνο του, δεν θα ήταν όμως το μείζον. Εξάλλου, η Ελλάδα δεν είναι το πρώτο κράτος στο οποίο η ψήφος των μεταναστών στις τοπικές εκλογές συναντά συναφή εμπόδια. Το σημαντικότερο είναι ότι κατά το Δ΄ Τμήμα, η σχετική διάταξη του νόμου παραβιάζει –όχι το 4.4 Σ, αλλά– το πρώτο άρθρο του Συντάγματός μας το οποίο ρυθμίζει ως θεμέλιο του ελληνικού πολιτεύματος τη λαϊκή κυριαρχία.
Με δύο λόγια, το Συμβούλιο της Επικρατείας αποφαίνεται ότι ο ελληνικός λαός εκχωρεί την κυριαρχία του αν αποφασίσει, όπως και έκανε διά των αντιπροσώπων του, τη συμμετοχή των μεταναστών στις αυτοδιοικητικές εκλογές και την κτήση της ελληνικής ιθαγένειας από τη δεύτερη μεταναστευτική γενιά. Και το πολιτειακά αναπόδραστο ερώτημα που τότε τίθεται είναι το εξής: Σε τι ακριβώς συνίσταται η κυριαρχία του ελληνικού λαού, αν όχι στο να αποφασίζει ελεύθερα για τη μελλοντική του σύνθεση, ακόμα και αν ένα Τμήμα του ΣτΕ έχει άλλη άποψη;
 
To άρθρο δημοσιεύθηκε στην Αυγή στις 13 Φεβρουαρίου του 2011.
 
1 Πρβλ. σχετικά σε Ν. Αλιβιζάτος: « “Έθνος” κατά “Λαού” μετά το 1940», στο Δ.Γ. Τσαούσης (επιμ.), Ελληνισμός-ελληνικότητα. Ιδεολογικοί και βιωματικοί άξονες της νεοελληνικής κοινωνίας, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, σ. 83 και συνολικά 81-90.
2 Με το νέο άρθρο 1, παρ. 2 του Κώδικα Ελληνικής Ιθαγένειας, «[τ]ην Ελληνική Ιθαγένεια αποκτά από τη γέννησή του όποιος γεννιέται σε ελληνικό έδαφος, εφόσον: α. ένας από τους γονείς του έχει γεννηθεί στην Ελλάδα και κατοικεί μόνιμα στη Χώρα από τη γέννησή του». Η διάταξη αυτή εγκαθιδρύει στην Ελλάδα το λεγόμενο «διπλό δίκαιο του εδάφους» δηλαδή την αυτοδίκαια και υποχρεωτική κτήσης της ελληνικής ιθαγένειας από τη λεγόμενη τρίτη γενιά μεταναστών, εκείνων δηλαδή των ανθρώπων των οποίων οι παππούδες μετανάστευσαν στην Ελλάδα. Νοείται δηλαδή πως ύστερα από την παρέλευση δύο γενεών στην Ελλάδα είναι τόσο ισχυροί οι δεσμοί που το πρόσωπο έχει αναπτύξει με την χώρα, ώστε η ιθαγένεια όχι απλώς δίνεται αυτοδίκαια, αλλά υποχρεωτικά, ακόμη δηλαδή και αν ο γονέας επιθυμεί το παιδί να κρατήσει την ιθαγένεια καταγωγής του. Η διάταξη αυτή, κοινή σε αρκετούς Κώδικες Ιθαγένειας ευρωπαϊκών κρατών, με πρώτη διδάξασα τη Γαλλία, δεν μπορεί να δραπετεύσει από κάτι το εγγενώς αυταρχικό: ουσιαστικά αντιμετωπίζει την κτήση της ιδιότητας του πολίτη ως καθήκον. Επιβάλλεται δηλαδή στην τρίτη γενιά η ιθαγένεια, ακόμη και αν αυτή δεν την θέλει. Έτσι, η γενιά αυτή εξομοιώνεται απολύτως με τον Έλληνα από γονέα. Είναι νʼ απορεί κανείς πώς ξέφυγε από το Δ΄ Τμήμα ΣτΕ η παραπάνω διάταξη, ενώ κρίθηκε αντισυνταγματική η σχετική με τη δεύτερη γενιά. Μήπως είναι επειδή η τελευταία αφορά περισσότερο κόσμο;