Author Archives: admin

Κρίση και πολιτικές εξελίξεις

Χαράλαμπος Ανθόπουλος, Επίκουρος Καθηγητής στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο

Κρίση και πολιτικές εξελίξεις
Το τέλος του δικομματισμού και των αυτοδύναμων μονοκομματικών κυβερνήσεων έχει αναγγελθεί πολλές φορές, αυτή τη φορά όμως, δηλαδή στις επόμενες βουλευτικές εκλογές, όποτε κι αν γίνουν αυτές, φαίνεται ότι η πρόβλεψη θα επαληθευθεί. Οι πολίτες θεωρούν ότι τα δύο κόμματα που εναλλάσσονται στην εξουσία από το 1974 και μετά, είναι υπαίτια για τα δεινά της χώρας και δείχνουν την αποδοκιμασία τους αυτή με κάθε τρόπο. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι τελευταίες δημοσκοπήσεις εμφανίζουν τα δύο κόμματα εξουσίας να συγκεντρώνουν αθροιστικά ποσοστό μόλις 43% (!), με το ΠΑΣΟΚ να διατηρεί ακόμη μια υπεροχή, αλλά ευρισκόμενο σε διαρκή καθοδική πορεία και τη ΝΔ αδύναμη όχι μόνο να επωφεληθεί από τις απώλειες του κυβερνώντος κόμματος, αλλά και να διατηρήσει τα προηγούμενα, ήδη πολύ χαμηλά ποσοστά της.
Η ελεύθερη αυτή πτώση του δικομματισμού είχε ήδη καταγραφεί στον πρώτο γύρο των περιφερειακών εκλογών του Νοεμβρίου 2010, όπου το δικομματικό άθροισμα δεν ξεπέρασε το 67%. Θα μπορούσε βέβαια να αντιτείνει κανείς ότι ο εκλογικός νόμος Παυλόπουλου, με τον οποίο θα διεξαχθούν οι επόμενες βουλευτικές εκλογές, θα δώσει το «φιλί της ζωής» στον δικομματισμό.
Μολονότι το Σύνταγμα δεν αποκλείει κατ’ αρχήν την πριμοδότηση του πρώτου κόμματος, έτσι ώστε αυτό να λαμβάνει περισσότερες έδρες στη Βουλή από αυτές που του ανήκουν με βάση το αναλογικό κριτήριο, η πριμοδότησή του με 50 έδρες, ανεξάρτητα από το ποσοστό του, αποτελεί σαφή παραβίαση της αρχής της ισότητας της ψήφου και της ίδιας της αρχής της λαϊκής κυριαρχίας.
Σε άλλες δημοκρατικές χώρες ένα τέτοιο υπερβολικό πριμ στο πρώτο κόμμα δεν θα γινόταν συνταγματικά ανεκτό (βλ. για παράδειγμα την απόφαση 15/2008 του Ιταλικού Συνταγματικού Δικαστηρίου, την οποία θα πρέπει να λάβουν υπ’ όψιν και οι Έλληνες δικαστές). Ωστόσο, ανεξάρτητα από τα προβλήματα συνταγματικότητας του εκλογικού νόμου, ακόμη και το ποσοστό του 37%, που θα μπορούσε να δώσει αυτοδυναμία στο πρώτο κόμμα, φαίνεται σήμερα δύσκολα επιτεύξιμο. Άλλωστε, ένα κόμμα που θα αποκτούσε αυτοδυναμία με 37% ή έστω και με κάπως μεγαλύτερο ποσοστό, δεν θα είχε την πολιτικοκοινωνική νομιμοποίηση να κυβερνήσει τη χώρα υπό τις συνθήκες της παρούσας οικονομικής κρίσης.
Φαίνεται λοιπόν ότι η κυβέρνηση του Γιώργου Παπανδρέου θα κλείσει τον πολιτικό κύκλο των μονοκομματικών κυβερνήσεων που διακόπηκε προσωρινά μόνο το 1989-1990. Δεν μπορούμε φυσικά να προβλέψουμε από τώρα το είδος της κυβέρνησης συνεργασίας που θα προκύψει μετά τις επόμενες βουλευτικές εκλογές, δηλαδή αν θα πρόκειται για «μικρό συνασπισμό» του πρώτου κόμματος με άλλο ή άλλα μικρότερα κόμματα, για «μεγάλο συνασπισμό» του πρώτου με το δεύτερο κόμμα ή για «οικουμενική κυβέρνηση».
Ορισμένοι εξακολουθούν να υποστηρίζουν ότι το δημόσιο συμφέρον εξυπηρετείται καλύτερα από τις μονοκομματικές κυβερνήσεις που δεν είναι επιρρεπείς σε συμβιβασμούς και παραχωρήσεις. Ξεχνούν όμως ότι τη μεγαλύτερη βλάβη στο δημόσιο συμφέρον προκάλεσαν στην Ελλάδα οι ισχυρές μονοκομματικές κυβερνήσεις με τους παντοδύναμους πρωθυπουργούς.

* Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Έθνος», 6.4.2011

Νεκρός ατομικισμός

Λίνα Παπαδοπούλου, επίκουρη καθηγήτρια Συνταγματικού Δικαίου στο Τμήμα Νομικής του ΑΠΘ

Νεκρός ατομικισμός

Σύμφωνα με προσχέδιο νόμου περί δωρεάς και μεταμόσχευσης οργάνων που δόθηκε προχθές στη δημοσιότητα και σε αντίθεση με την ισχύουσα σήμερα ρύθμιση, που προϋποθέτει γραπτή δήλωση της σχετικής βούλησης του δωρητή, δότες οργάνων μετά θάνατον θα τεκμαίρεται πως είναι όλοι, εκτός όσων έχουν ρητά δηλώσει το αντίθετο στον Εθνικό Οργανισμό Μεταμοσχεύσεων (ΕΟΜ). Πρόκειται για την άλλη όψη της απαγόρευσης δωρεάς οργάνων εν ζωή, με την εξαίρεση εκείνης προς συγγενικά ή πολύ αγαπημένα πρόσωπα. Στόχος των δύο ρυθμίσεων είναι προφανώς η αύξηση των διαθέσιμων μοσχευμάτων αφενός, δεδομένης της μειωμένης στην Ελλάδα εθελοντικής προσφοράς τους, και για λόγους αδράνειας και αδιαφορίας, αλλά και η καταπολέμηση της εμπορίας οργάνων λόγω ακριβώς της ελλιπούς διαθεσιμότητάς τους.

Το ερώτημα που εγείρεται είναι κατά πόσο το μοντέλο αυτό της εικαζόμενης συναίνεσης ανταποκρίνεται μεν στην αυξημένη ζήτηση μοσχευμάτων, παραβιάζει όμως το δικαίωμα στην αυτοδιάθεση και την ανθρώπινη αξιοπρέπεια του νεκρού. Το επιχείρημα εντάσσεται στο πνεύμα ενός διαδικαστικού φιλελευθερισμού και ενός απόλυτου ατομικισμού, στη βάση των οποίων βρίσκεται η πεποίθηση πως το άτομο έχει το απόλυτο δικαίωμα να διαφεντεύει το σώμα του όχι μόνο εν ζωή -αυτό δεν αμφισβητείται- αλλά και μετά θάνατον.
Το επιχείρημα είναι αβάσιμο για πολλούς λόγους: καταρχάς, ο αυτοκαθορισμός δεν ανατρέπεται, εφόσον υπάρχει η δυνατότητα αυτοεξαίρεσης. Το αντεπιχείρημα ότι η τελευταία θα επισύρει το κοινωνικό στίγμα προϋποθέτει αφενός τη δημοσιοποίηση, που δεν είναι αυτονόητη, αφετέρου την αναγνώριση της κοινωνικής αξίας της δωρεάς, και άρα την παιδαγωγική λειτουργία του νόμου που κάθε άλλο παρά ως αρνητική μπορεί να κριθεί.
Φιλελεύθερες αντιστάσεις ενεργοποιεί και η σκέψη ότι με τον τρόπο αυτό το σώμα μας καθίσταται μετά θάνατον περιουσία του κράτους ή πάντως της «κοινότητας» και των μελών της. Εδώ κρύβεται μία ακόμη αντίθεση μεταξύ διαδικαστικού και ουσιαστικού φιλελευθερισμού: ο πρώτος επιμένει στην ελευθερία του ατόμου να διαθέτει ό,τι του ανήκει, να δωρίζει ή και να πουλά -και εν ζωή;- ή όχι τα όργανά του· ο δεύτερος επιμένει στην ισότητα μέσα στην ελευθερία. Η τελευταία διασφαλίζεται όταν πρωταρχικές ανάγκες (όπως η υγεία και η σωματική ακεραιότητα) διασφαλίζονται πέραν της αγοράς, όταν κανείς βρίσκει χωρίς να αγοράσει και δεν του επιτρέπεται να πουλήσει ζωτικά όργανα.
Το τελευταίο επιχείρημα κατά της νέας ρύθμισης αφορά την ανθρώπινη αξία και αξιοπρέπεια. Τέτοιες «απολαμβάνει» βεβαίως και ο νεκρός, όχι όμως στην έκταση και με το περιεχόμενο που οι αρχές αυτές αναπτύσσουν στην περίπτωση του ζώντος ανθρώπου. Η αφαίρεση των οργάνων, έτσι, μετά θάνατον δεν συνιστά μια τόσο βαριά βλάβη, ώστε να μπορεί να καταφαθεί προσβολή της αξιοπρέπειας του νεκρού. Εξάλλου, η τελευταία συνιστά μια κοινωνική κατασκευή και αν ?όπως ισχυρίζονται οι πολέμιοι της ρύθμισης? η δωρεά αποκτήσει κοινωνική αξία, τότε τυχόν εμφανή σημάδια της σε ένα νεκρό σώμα θα προσδίδουν αξία και αξιοπρέπεια και δεν θα αφαιρούν.
Συνεπώς, η στάθμιση μεταξύ της παρέμβασης στην ιδιωτική αυτονομία διά της «εικαζόμενης συναίνεσης» και της διασφάλισης της ζωής και της υγείας δεν μπορεί να ευνοεί έναν στείρο ατομικισμό που επιμένει και μετά θάνατον.
To άρθρο δημοσιεύθηκε την 1η Απριλίου του 2011 στην εφημερίδα «Έθνος».

Οι εκ του Μνημονίου περιορισμοί στην άσκηση της εθνικής κυριαρχίας ενόψει του πεδίου εφαρμογής του άρθρου 28 παρ. 3 του Συντάγματος.

Βασιλική Κουγιουμτζόγλου

Οι εκ του Μνημονίου περιορισμοί στην άσκηση της εθνικής κυριαρχίας ενόψει του πεδίου εφαρμογής του άρθρου 28 παρ. 3 του Συντάγματος.

Oλόκληρο το άρθρο στο αρχείο .pdf που επισυνάπτεται.

”Memorandum of … ‘supremacy’”: Υπεροχή του ενωσιακού δικαίου έναντι του ελληνικού Συντάγματος;

Δημήτρης Νικηφόρος

”Memorandum of … ‘supremacy’”: Υπεροχή του ενωσιακού δικαίου έναντι του ελληνικού Συντάγματος;

Oλόκληρο το άρθρο στο αρχείο .pdf που επισυνάπτεται.

Οι «μεταμορφώσεις» του Συντάγματος και το status mixtus

Νέδα Αθ. Κανελλοπούλου-Μαλούχου, Επίκουρη Καθηγήτρια Συγκριτικού Δημοσίου Δικαίου, Γενικό Τμήμα Δικαίου, Πάντειο Πανεπιστήμιο

Οι «μεταμορφώσεις» του Συντάγματος και το status mixtus
To 1987, στον Γ΄ τόμο του Συνταγματικού του Δικαίου ο Δημήτρης Τσάτσος έγραφε: «Η ριζική εξέλιξη στις σχέσεις κράτους και κοινωνίας δημιούργησε νέες προϋποθέσεις για τη διασφάλιση της ελευθερίας. Ο ρόλος του ατόμου δεν είναι είτε ιδιωτικός είτε ρόλος του δέκτη υλικής (ή θεσμικής) παροχής είτε ρόλος πολιτικός. Είναι ρόλος σύνθετος. Γι’ αυτό και το status των διασφαλιζόμενων από τα θεμελιώδη δικαιώματα φορέων είναι status mixtus. Ο χώρος της ελευθερίας δεν είναι στεγανός έναντι της λειτουργίας των κοινωνικών και πολιτικών θεσμών.» Και κατέληγε: «Έτσι νοούμενα τα θεμελιώδη δικαιώματα μετέχουν ουσιαστικά στην έννοια της Δημοκρατίας και θεσπίζουν για τους φορείς τους ένα ενιαίο status, που ξεπερνά την τυπολογία του Jellinek και που μας θέτει μπροστά από μία νέα έννοια ελευθερίας στην οποία συνενώνονται άρρηκτα το αμυντικό, το θετικό (κοινωνικό) και το συμμετοχικό (πολιτικό) στοιχείο.»
Όταν ο Δημήτρης Τσάτσος διατύπωνε τη θέση αυτή, δεν είχε ακόμη πέσει το Τείχος του Βερολίνου, δεν είχε ακόμη υπάρξει ούτε το Μάαστριχτ ούτε βέβαια η Λισσαβώνα, δεν είχε ακόμη γίνει αισθητή η δύναμη της παγκοσμιοποίησης, δεν είχε ακόμη ξεσπάσει η οικονομική κρίση ούτε στο διεθνές, ούτε στο ευρωπαϊκό επίπεδο, ούτε βέβαια στη χώρα μας. Παρόλα αυτά, είκοσι-πέντε χρόνια αργότερα, και εν μέσω πραγματικά κοσμογονικών αλλαγών, η θέση του αυτή είναι περισσότερο κρίσιμη από ποτέ και προκαλεί σήμερα το Συνταγματικό Δίκαιο να της προσδώσει τη νέα της δυναμική.
Η ριζική τομή οφείλεται, όπως όλοι ξέρουμε, στη διάτρηση της εδαφικότητας της πολιτικής εξουσίας, εξ αιτίας της ψηφιακότητας της πληροφορίας και της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας. Ούτε το κράτος μπορεί πλέον να ανταποκριθεί με επάρκεια στα κλασικά του καθήκοντα, ούτε και τα συμφέροντα του πολίτη συνδέονται μόνο με την κρατική επικράτεια. Η πολιτική εξουσία διασπάται και ραγδαία αλλάζει μορφές. Με αποτέλεσμα, το Σύνταγμα, που ταυτίζεται παραδοσιακά με το κράτος είτε ως πλασματική ενότητα είτε ως πολιτική κοινότητα, να χάνει την εγγυητική του λειτουργία. Χωρίς αμφιβολία, η σημερινή κρίση είναι και κρίση Συντάγματος –και δεν αναφέρομαι με αυτό στη συζήτηση για την αναθεώρηση του Συντάγματος. Οι μορφές πολιτικής ανυπακοής που αναπτύχθηκαν σήμερα στην κοινωνία είναι, πέρα από τις όποιες κομματικές σκοπιμότητες, ένα δείγμα αυτής της ανεπάρκειας του Συντάγματος, έστω σε συμβολικό επίπεδο.
Ωστόσο, αν η εδαφικότητα είναι στοιχείο του κράτους, το κράτος δεν είναι απαραίτητo στοιχείο του Συντάγματος. Η πεμπτουσία του Συντάγματος, όπως καταγράφεται στον ευρωπαϊκό πολιτισμικό χώρο, ορίζεται στο περίφημο άρθρο 16 της Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Πολίτη της Γαλλικής Επανάστασης, σύμφωνα με το οποίο «κάθε κοινωνία στην οποία δεν διασφαλίζεται η προστασία των δικαιωμάτων, ούτε ισχύει η διάκριση των εξουσιών δεν έχει Σύνταγμα». Από την άλλη, το Σύνταγμα υπήρξε πάντοτε η αποτύπωση της συγκεκριμένης κοινωνικοπολιτικής πραγματικότητας.
Υπό αυτήν την έννοια, η πρόκληση είναι η προβολή του Συντάγματος στα νέα εκείνα πεδία όπου οφείλει να αναπτύξει την εγγυητική του λειτουργία. Αυτό ακριβώς εννοώ ως «μεταμορφώσεις» του Συντάγματος. Πρόκειται για την προβολή της εγγυητικής λειτουργίας του Συντάγματος στις νέες εξουσιαστικές δομές, αφού επίμαχη κοινωνική σχέση δεν είναι πια μόνον η σχέση του εθνικού κράτους και του εθνικού πολίτη. Ως μεθοδολογία αυτό δεν είναι κάτι νέο: η θεωρία της τριτενέργειας αποτελεί βασικό παράδειγμα στην ιστορία του συνταγματισμού.
Υπάρχουν κατά τη γνώμη μου τρία πεδία που ανοίγονται στη συζήτηση για τις «μεταμορφώσεις» του Συντάγματος:
Το πρώτο είναι ίσως και πιο προσδιορισμένο και πάντως σήμερα πια πιο σαφές: αναφέρομαι στη μεταμόρφωση του Συντάγματος στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής ενοποίησης.
Το δεύτερο και το τρίτο είναι πιο νεφελώδη: Και αναφέρομαι εδώ στις επιπτώσεις που έχουν στην εγγυητική λειτουργία του Συντάγματος αφ’ ενός η εισδοχή των κανόνων του publicmanagement και του new public management και αφ’ ετέρου η παγκοσμιοποίηση των αποφάσεων και ο ρόλος της ψηφιακής πληροφορίας και της γνώσης στην οικονομική παραγωγή.
Και έρχομαι στο πρώτο πεδίο: την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση. Η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση εμπλέκει τις εθνικές συνταγματικές τάξεις και την ευρωπαϊκή έννομη τάξη σε μία διάδραση, ένα αμοιβαίο δούναι και λαβείν, απ’ όπου αναδεικνύεται το Ευρωπαϊκό Σύνταγμα. Το Ευρωπαϊκό Σύνταγμα δεν συλλαμβάνεται πια όπως το κλασικό Σύνταγμα των εθνικών κρατών. Είναι κάτι άλλο. Δεν εντοπίζεται μόνο στις Συνθήκες ή σε τμήμα τους, δεν κρίνεται ως ιεραρχικά ανώτερο των Συνταγμάτων των κρατών-μελών, δεν αποτελεί ένα τυπικό Σύνταγμα, όπως το γνωρίζουμε στο εθνικό κράτος ή στην ομοσπονδία. Είναι ένας συνταγματικός «τόπος», ένας συνταγματικός χώρος, που διαπλάθεται από τη διαπλοκή της ευρωπαϊκής έννομης τάξης και των εθνικών συνταγματικών τάξεων σε ένα σύστημα που, σε αντίθεση με το κλασικό Σύνταγμα, στηρίζεται στον πλουραλισμό. Είναι ένα σύστημα πολυαρχικό, ετεραρχικό, πολυκεντρικό, δυναμικό, ανοικτό, εξελισσόμενο. Ορισμένοι μιλούν για μία «συνταγματική ένωση», άλλοι για μία «συνταγματική σύνδεση»-συνταγματική διαδικτύωση, άλλοι για «πολυεπίπεδο συνταγματισμό»… Ο Δημήτρης Τσάτσος το αποκαλεί Ευρωπαϊκή Συμπολιτεία. Όποια και αν είναι η ορολογία, εκείνο που επιχειρεί να αποδώσει είναι πως «ολικό Σύνταγμα» δεν είναι πια ούτε τα εθνικά Συντάγματα, ούτε και η ευρωενωσιακή έννομη τάξη, αλλά αυτό που δημιουργείται από την τριμερή σχέση μεταξύ τους, Τα εθνικά Συντάγματα και το Ευρωενωσιακό Δίκαιο είναι «μερικά Συντάγματα», αποσπασματικές έννομες τάξεις, παραπληρωματικά και συμπληρωματικά μεταξύ τους.
Στο πλαίσιο αυτό θέλω να τονίσω τα εξής:
Η Συνθήκη της Λισσαβώνας –που ήρθε μετά την αποτυχία της Συνθήκης για τη θέσπιση Συντάγματος, και με τη συμφωνία να απαλειφθεί από το κείμενό της κάθε αναφορά συνταγματικής φύσης– βαθαίνει την συνταγματοποίηση του ενωσιακού εγχειρήματος, ενισχύοντας τον ρόλο του εθνικού Συντάγματος και της εθνικής συνταγματικής τάξης.
Έτσι, ενώ η Συνθήκη του Μάαστριχτ προέβλεπε, στο άρθρο 6 παρ. 3 πως «Η Ένωση σέβεται την εθνική ταυτότητα των κρατών μελών της», το νέο άρθρο 4 παρ. 2 της ΣυνθΕΕ αναφέρει: «Η Ένωση σέβεται την ισότητα των κρατών μελών ενώπιον των Συνθηκών καθώς και την εθνική τους ταυτότητα που είναι συμφυής με τη θεμελιώδη πολιτική και συνταγματική τους δομή, στην οποία περιλαμβάνεται η περιφερειακή και τοπική αυτοδιοίκηση». Προσέξτε: ο σεβασμός της θεμελιώδους συνταγματικής δομής των κρατών μελών ανάγεται σε διάταξη του πρωτογενούς ενωσιακού δικαίου.
Δεν ξέρω τι ακριβώς μπορεί να σημαίνει εδώ «σεβασμός της θεμελιώδους πολιτικής και συνταγματικής δομής» και αν στην έννοια αυτή μπορεί να συμπεριλαμβάνονται και οι θεμελιώδεις επιλογές της δημόσιας συνταγματικής και νομοθετικής πολιτικής του κράτους. Σίγουρα πάντως, η διάταξη αυτή αναγνωρίζει την ισοτιμία των εθνικών συνταγματικών πολιτισμών στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής συνταγματικής ένωσης και θέτει σε νέα βάση το ζήτημα των σχέσεων εθνικών Συνταγμάτων και Συνθηκών, είτε υπό το πρίσμα της αρχής της επικουρικότητας και του ελέγχου της από το Δικαστήριο της Ένωσης, είτε υπό το πρίσμα της αναθεώρησης των εθνικών Συνταγμάτων και της εναρμόνισής τους με το ενωσιακό δίκαιο. Κατά τη γνώμη μου, με τη διάταξη αυτή αναγνωρίζεται στο εθνικό Σύνταγμα ρόλος για την προστασία του status mixtus στο ευρωενωσιακό επίπεδο.
Και αυτό επιβεβαιώνεται και από την αναβάθμιση του ρόλου των εθνικών Κοινοβουλίων, που κατά το νέο άρθρο 12 της ΣυνθΕΕ, «…συμβάλλουν ενεργά στην καλή λειτουργία της Ένωσης». Τα εθνικά Κοινοβούλια ενημερώνονται για τα σχέδια νομοθετικών πράξεων της Ένωσης. Μεριμνούν για την τήρηση της αρχής της επικουρικότητας. Συμμετέχουν στο πλαίσιο του χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης, στους μηχανισμούς αξιολόγησης της υλοποίησης των πολιτικών της Ένωσης, και συμπράττουν στον πολιτικό έλεγχο της Ευρωπόλ και στην αξιολόγηση των δραστηριοτήτων της Eurojust. Συμμετέχουν στη διαδικασία αναθεώρησης των Συνθηκών. Ενημερώνονται για τις αιτήσεις προσχώρησης στην Ένωση. Λαμβάνουν μέρος στην διακοινοβουλευτική συνεργασία μεταξύ εθνικών κοινοβουλίων και του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.
Έχει σημασία να καταλάβουμε πως με τον τρόπο αυτό, και κυρίως μέσα από τον έλεγχο της αρχής της επικουρικότητας, τα εθνικά Κοινοβούλια, τα κατ’ εξοχήν αντιπροσωπευτικά όργανα των εθνικών συνταγματικών τάξεων, ανάγονται σε άμεσο όργανο της Ένωσης, αφού δεν περιορίζονται πλέον σε μία έμμεση συμμετοχή στο ευρωπαϊκό γίγνεσθαι, μέσα από τον έλεγχο του ρόλου της εθνικής κυβέρνησης στην Ένωση, αλλά συμμετέχουν άμεσα σε αυτό. Τα εθνικά Κοινοβούλια ανάγονται σε άμεσα όργανα του Ευρωπαϊκού Συντάγματος.
Επιβεβαιώνεται επίσης και από τον άμεσο ρόλο που αποκτά στο ευρωπαϊκό γίγνεσθαι και η εθνική δικαστική εξουσία. Το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης είναι το πιο χαρακτηριστικό ίσως παράδειγμα. Κατά τη γνώμη μου σημαντικό είναι και το νέο άρθρο 19 ΣυνθΕΕ που εισάγει η Λισσαβώνα. Στο δεύτερο εδάφιο της παρ.1 τονίζεται ότι «τα κράτη μέλη προβλέπουν τα ένδικα βοηθήματα και μέσα που είναι αναγκαία για να διασφαλίζεται η πραγματική δικαστική προστασία στους τομείς που διέπονται από το δίκαιο της Ένωσης». Δηλαδή, η δικαστική προστασία, στους τομείς που διέπονται από το δίκαιο της Ένωσης, και το κράτος δικαίου, δεν εξαρτώνται μόνον από τα strictosensu όργανα της Ένωσης, αλλά διασφαλίζονται και σε συνάρτηση με τα εθνικά δικαστήρια και τη δικαστική προστασία που παρέχει η εθνική συνταγματική τάξη.
Στο πλαίσιο αυτό θέλω να παρατηρήσω πως, παρά το γεγονός ότι στα κράτη μέλη, ο Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ένωσης έχει εφαρμογή μόνον όταν και εφόσον εφαρμόζουν το δίκαιο της Ένωσης, είναι περίπου αναπόφευκτο να μην έχει κατ’ ουσίαν εφαρμογή και στα πεδία εκείνα που δεν εμπίπτουν άμεσα στο ενωσιακό δίκαιο, και αυτό επειδή λόγω του διαλόγου που αναπτύσσεται μεταξύ των εθνικών δικαστών και του δικαστή της Ένωσης, το αντίθετο θα δημιουργούσε ανασφάλεια δικαίου. Άλλωστε, ο Χάρτης εξειδικεύει στην πραγματικότητα το αξιακό σύστημα της Ένωσης που δεσμεύει τα κράτη μέλη και γενικά.
Από την άλλη πλευρά, είναι σημαντικό να σταθούμε στον ρόλο του εθνικού πολίτη που είναι και ευρωπαίος πολίτης. Αφ’ ενός, στο πλαίσιο του νέου άρθρου 10 ΣυνθΕΕ, που διακηρύσσει την αντιπροσωπευτική δημοκρατία ως θεμελιώδη αρχή λειτουργίας της Ένωσης, γίνεται σαφές πως η αλυσίδα νομιμοποίησης των οργάνων της Ένωσης ανάγεται στον εθνικό πολίτη και συναρτάται με την εθνική δημοκρατική νομιμοποίηση. Έτσι, η νομιμοποίηση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου και του Συμβουλίου εξαρτάται από τη δημοκρατική νομιμοποίηση της εθνικής εκτελεστικής εξουσίας. Αφ’ ετέρου, στο πλαίσιο του νέου άρθρου 11 της ΣυνθΕΕ που αναγνωρίζει την αρχή της συμμετοχικής δημοκρατίας, ο πολίτης αποκτά λόγο στο ίδιο το ευρωενωσιακό επίπεδο. Το άρθρο 11 προβλέπει: Τη δυνατότητα των πολιτών και των αντιπροσωπευτικών ενώσεων να γνωστοποιούν και να ανταλλάσσουν δημόσια τις γνώμες τους σε όλους τους τομείς δράσης της Ένωσης. Τον ανοιχτό, διαφανή και τακτικό διάλογο που τα θεσμικά όργανα της Ένωσης διατηρούν με τις αντιπροσωπευτικές ενώσεις και την κοινωνία των πολιτών. Τη διεξαγωγή ευρέων διαβουλεύσεων που η Επιτροπή διεξάγει με τα ενδιαφερόμενα μέρη, προκειμένου να εξασφαλίζεται η συνοχή και η διαφάνεια των δράσεων της Ένωσης. Τη νομοθετική πρωτοβουλία των πολιτών, οι οποίοι, εφόσον συγκεντρωθεί αριθμός τουλάχιστον ενός εκατομμυρίου υπηκόων σημαντικού αριθμού κρατών μελών, μπορούν να καλέσουν την Επιτροπή, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων της, να υποβάλει κατάλληλες προτάσεις για θέματα όπου οι εν λόγω πολίτες θεωρούν ότι απαιτείται νομική πράξη της Ένωσης για την εφαρμογή των Συνθηκών. Και αξίζει να προσέξουμε το νέο άρθρο 13 ΣυνθΕΕ που μιλά για την εξυπηρέτηση των συμφερόντων της Ένωσης, των συμφερόντων των κρατών μελών αλλά και των συμφερόντων των πολιτών της, που –διευκρινίζω– δεν συμπίπτουν υποχρεωτικά με αυτά της κυβέρνησής τους.
Και έρχομαι τώρα στο δεύτερο πεδίο. Ο στόχος μείωσης των δημοσίων δαπανών οδήγησε στην αλλαγή της οικονομικής πολιτικής του κράτους και σε νέους τρόπους διοίκησης που εμπνέονται από τις ιδιωτικές επιχειρήσεις. Η βασική αρχή του public management είναι η «αποτελεσματικότητα» του κράτους, που σημαίνει πως το κράτος παρεμβαίνει με το χαμηλότερο κόστος ή δεν παρεμβαίνει καθόλου. Η αξίωση ενός αποτελεσματικού κράτους υποκαθιστά την έννοια του «γενικού συμφέροντος», η διάκριση δημόσιας και ιδιωτικής σφαίρας αμβλύνεται και τα κλασικά μέσα του διοικητικού δικαίου περιορίζονται υπέρ μιας επιχειρηματικής λογικής: ιδιωτικοποιήσεις, αποκέντρωση, συμφωνίες δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, πολλαπλασιασμός των ανεξάρτητων αρχών για τη ρύθμιση της αγοράς, αξιολογήσεις υπηρεσιών και προσωπικού, πολλαπλασιασμός των δημοσιονομικών ελέγχων με στόχο την ανταγωνιστικότητα. Το κράτος συρρικνώνεται και περιορίζεται σε έναν ρόλο συμβατικού παρτενέρ ή σε έναν οιονεί ρυθμιστικό ρόλο. Από το κράτος του laissez faire περάσαμε στο κράτος του faire, και από εκεί στο κράτος του faire faire, με βασικότερη ίσως συνέπεια την περίφημη κρίση του κράτους πρόνοιας.
Δεν πρόκειται εδώ να κρίνω αυτές τις επιλογές της δημόσιας πολιτικής. Αλώστε το Σύνταγμα πάντοτε ακολουθούσε τις οικονομικές εξελίξεις. Θέλω ωστόσο να επισημάνω έναν κίνδυνο: τον κίνδυνο που γεννά η αμφισημία των νέων εννοιών που εισρέουν έτσι στον δημόσιο λόγο και στη νομοθεσία. Μερικά παραδείγματα: Η έννοια του ήπιου δικαίου, εκφεύγει από την κλασική έννοια του δικαίου ως κανόνα με δικαστικές κυρώσεις. Η έννοια της λογοδοσίας, που δεν πρέπει να συγχέεται με την συνταγματική έννοια της πολιτικής ευθύνης. Η έννοια της αλληλεγγύης, που δεν σημαίνει ίση αναδιανομή. Η έννοια της συναίνεσης, που δεν σημαίνει (αυξημένη) πλειοψηφία. Η έννοια της διαφάνειας, που διαφέρει από αυτήν της δημοσιότητας. Η έννοια της συμμετοχικής δημοκρατίας, που δεν πρέπει να συγχέεται με τη λογική της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας.
Επιτρέψτε μου να σταθώ λίγο εδώ: Η έννοια της συμμετοχικής δημοκρατίας είναι το πιο χαρακτηριστικό ίσως παράδειγμα αυτής της αμφισημίας. Και αυτό επειδή συγχέεται με την εισαγωγή θεσμών της άμεσης δημοκρατίας στην αντιπροσωπευτική δημοκρατία για να διορθωθούν ελλείμματα ή στρεβλώσεις της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, όπως π.χ. η ανεπαρκής αντισταθμιστική λειτουργία της κοινοβουλευτικής αντιπολίτευσης, η αποχή των πολιτών στις εκλογές, η δυσπιστία των πολιτών απέναντι στην πολιτική εξουσία κλπ. Οι θεσμοί αυτοί, όπως το δημοψήφισμα, τα δικαιώματα συλλογικής δράσης, η ενίσχυση του ρόλου της Βουλής, της κοινοβουλευτικής ομάδας και του βουλευτή εντάσσονται στην πολιτειολογική λογική της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, που στηρίζεται στην αριθμητικά προσδιορισμένη σχέση πλειοψηφίας και μειοψηφίας
Η έννοια της συμμετοχικής δημοκρατίας, αντίθετα υπακούει σε μια διαφορετική πολιτειολογική λογική, και παραπέμπει στην διαβουλευτική ή συναινετική δημοκρατία.
Κάτι μου με πηγαίνει και στο τρίτο πεδίο, γιατί η έννοια της συμμετοχικής δημοκρατίας συνυφαίνεται με τις νέες μορφές άσκησης της εξουσίας που διαμορφώνονται στο πλαίσιο της παγκοσμιοποίησης.
Η πολιτική εξουσία διασπάται και επιμερίζεται σε περισσότερους φορείς, κρατικούς, διακρατικούς, υπερκρατικούς, ενδοκρατικούς, ιδιωτικούς, διεθνείς, περιφερειακούς, υπερεθνικούς οργανισμούς, πολυεθνικές εταιρίες, μη κυβερνητικές οργανώσεις, διεθνικά δίκτυα, διεθνείς συνδικαλιστικές οργανώσεις… Η παραγωγή πολιτικής και δικαίου υπερβαίνουν το μεμονωμένο κράτος και ασκούνται με τη μορφή συνεργασιών, συμφωνιών, διαπραγματεύσεων και συμβιβασμών, παρακάμπτοντας την ιεραρχική δομή και τη δημοκρατική οδό. Παράλληλα, η πολιτική κοινωνία, ως σύνολο που στηρίζεται σε κοινές αξίες και σε ένα γενικό συμφέρον, διασπάται και αυτή σε μια πληθώρα κοινωνιών που διαμορφώνονται στη βάση επιμέρους συμφερόντων που δεν μπορεί να υπαχθούν σε ένα γενικεύσιμο συμφέρον όπως εκφράζεται παραδοσιακά από το κράτος. Η πολιτική επιστήμη περιγράφει τη νέα αυτή πραγματικότητα με το μοντέλο της πολυεπίπεδης διακυβέρνησης ή του δικτύου ή του ετεραρχικού ή πολυκεντρικού συστήματος, όπου το πολιτικό σύστημα διαπλέκεται με άλλα λειτουργικά συστήματα της κοινωνίας, που αυτοοργανώνονται και αυτορυθμίζονται.
Στο πλαίσιο αυτό, η δημοκρατική συναίνεση –ήδη μιλάμε για «συναίνεση»– δεν πραγματώνεται πια μέσα από τις κλασικές συνταγματικές διαδικασίες αλλά μέσα από την επικοινωνία και τη διαπερατότητα των συστημάτων, και δεν στηρίζεται πια στις κοινές αξίες αλλά στη βιωσιμότητα των αποφάσεων. Η πολιτική επιστήμη μιλά για έννοιες όπως αυτή της δημόσιας σφαίρας, ή του διαλόγου και της διαβούλευσης ή της διαφάνειας και για διακυβέρνηση αντί για κυβέρνηση με την κλασική έννοια.
Αν λοιπόν η διακυβέρνηση είναι ένας νέος τρόπος δημόσιας δράσης, ο ρόλος του Συντάγματος πρέπει να είναι η ρύθμισή της ώστε να διασφαλίζεται ο δημοκρατικός της χαρακτήρας. Φέρνω για παράδειγμα τη Λευκή Βίβλο για την Ευρωπαϊκή Διακυβέρνηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής που στηρίζει τη δημοκρατική διακυβέρνηση στις αρχές της ανοιχτότητας, της συμμετοχής, της ευθύνης, της αποτελεσματικότητας και της συνοχής, αρχές που πρέπει ασφαλώς να εξειδικευτούν και να συγκεκριμενοποιηθούν
Και για να ξαναγυρίσω στο παράδειγμα της συμμετοχικής δημοκρατίας. Η συμμετοχή συνδέεται εδώ με διαδικασίες διαβούλευσης, όπου ο πολίτης καλείται να δώσει τη γνώμη του, την εμπειρία του ή την τεχνογνωσία του, χωρίς όμως αποφασιστική αρμοδιότητα: η διεθνής εμπειρία προτείνει θεσμούς όπως τις κριτικές επιτροπές πολιτών (jurys citoyens), τους συμμετοχικούς προϋπολογισμούς, τις δημοσκοπήσεις, την ηλεκτρονική διακυβέρνηση. Το ζητούμενο είναι ωστόσο οι διαδικασίες αυτές να μην είναι προσχηματικές ή να μην λειτουργούν απλώς ως plebiscitum.
Από την άλλη πλευρά, το Σύνταγμα οφείλει να μεριμνά για την προστασία των δικαιωμάτων ακόμη και στα πεδία που δεν ανήκουν πια στην κρατική αρμοδιότητα, στο πλαίσιο της διεθνούς του ή της δημόσιας του πολιτικής. Η διεύρυνση της τριτενέργειας των δικαιωμάτων, ή η θεωρία των λειτουργικών Συνταγμάτων ή των κοινωνικών ή ιδιωτικών Συνταγμάτων που προτείνουν εκπρόσωποι της πολιτικής επιστήμης και των διεθνών σχέσεων δίνουν ίσως κάποιες κατευθύνσεις.
Επιτρέψτε μου να τελειώσω με μια σκέψη του Δημήτρη Τσάτσου από το τελευταίο του βιβλίο, την Πολιτεία:
«Η δημοκρατική αρχή» γράφει, «στο επίπεδο της πολιτικής πραγματικότητας, δεν υπήρξε ιστορικά σύμφυτη με την έννοια της πολιτείας. Επικράτησε στις σχετικά ειλικρινείς της μορφές μόνο εκεί που κατακτήθηκε και πάντως παραμένει σε ισχύ όσο συνιστά αέναη πολιτική διεκδίκηση».
«Το ιστορικά θεμελιώδες υπήρξε πάντοτε η σχέση πολιτείας και ανθρώπου», που εκφράζει η έννοια του status mixtus.
Στον στοχαστή της δημοκρατίας και δάσκαλό μας –γιατί με τον έναν ή τον άλλο τρόπο ο Δημήτρης Τσάτσος είναι δάσκαλος όλων μας– οφείλουμε να αναλογιστούμε σοβαρά και να επεξεργαστούμε το νόημα των σκέψεων αυτών.
* Ανακοίνωση στο συνέδριο με θέμα «Δημοκρατία, Σύνταγμα, Ευρωπαϊκή Συμπολιτεία» αφιερωμένο στη μνήμη του Δημήτρη Θ. Τσάτσου που διοργάνωσαν το Κέντρο Ευρωπαϊκού Συνταγματικού Δικαίου-Ίδρυμα Θεμιστοκλή και Δημήτρη Τσάτσου και οι μαθητές του Δημήτρη Θ. Τσάτσου σε συνεργασία με το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, το Πάντειο Πανεπιστήμιο Αθηνών και το Πανεπιστήμιο Κρήτης στις 17-18 Φεβρουαρίου 2011.

Το πλήρες κείμενο θα δημοσιευτεί στον Τόμο του Κέντρου Ευρωπαϊκού Συνταγματικού Δικαίου εις μνήμην Δημήτρη Θ. Τσάτσου

Η αδύνατη οικουμενικότητα των δικαιωμάτων του ανθρώπου

Πέτρος Ι. Παραράς

Η αδύνατη οικουμενικότητα των δικαιωμάτων του ανθρώπου

Το κείμενο προορίζεται για τον Τόμο προς τιμήν του καθηγητή Πέτρου Γέμτου και αναδημοσιεύεται από την επιθεώρηση Δικαιώματα του Ανθρώπου ΔτΑ Νο 45/2010.

Oλόκληρο το άρθρο στο αρχείο .pdf που επισυνάπτεται.

Δημοκρατικό κράτος δικαίου, δυσχερή οικονομικά δεδομένα και συνταγματική ρήτρα «χρεοφρένου»

Βασίλης Γ. Τζέμος, Διδάκτωρ Δημοσίου και Ευρωπαϊκού Δικαίου (Freiburg), Δικηγόρος, Ειδικός Επιστήμονας Συνηγόρου του Πολίτη
  1. Εισαγωγή

Σε καιρό έντονης δημοσιονομικής κρίσης είναι επίμαχα δύο συναφή, αλλά διακριτά δογματικά ερωτήματα με ποικίλες πρακτικές προεκτάσεις: 1) Aν τα δυσχερή δημοσιονομικά ή οικονομικά δεδομένα ενός κράτους ή μιας δημόσιας υπηρεσίας επιτρέπουν παρεκκλίσεις από την αρχή της νομιμότητας. Τελεί η πραγματική εφαρμογή από το κράτος των (σύμφωνων με το Σύνταγμα, το ευρωπαϊκό και το διεθνές δίκαιο) κανόνων δικαίου υπό την αίρεση του οικονομικά εφικτού; Η απάντηση είναι όχι [1] .

2) Αν και πώς [2] η δυσχερής οικονομική κατάσταση ενός κράτους [3] , μιας δημόσιας υπηρεσίας ή του ιδιωτικού τομέα [4] μπορεί να επηρεάζει, συνταγματικά θεμιτά, το επίπεδο της πραγματικής προστασίας της δημοκρατίας και των θεμελιωδών δικαιωμάτων [5] .

Ως ειδική πρακτική αρτηρία των δύο αυτών πολιτειολογικών ερωτημάτων [6] , εξετάζεται το ζήτημα της συνταγματικής ή νομοθετικής πρόβλεψης δημοσιονομικών φρένων (στο έλλειμμα, στο χρέος, στις δημόσιες δαπάνες) [7] που προδιαγράφει ως βασικό αρμό του νέου «Συμφώνου για το Ευρώ» το έκτακτο Συμβούλιο των Κρατών Μελών της Ευρωζώνης σε επίπεδο Αρχηγών Κρατών της 11ης Μαρτίου 2011 [8] . Ερευνάται δηλαδή η νομική κατοχύρωση «χρεoφρένου» υπό το πρίσμα της αναγκαίας όσμωσης α) δημοκρατίας και θεμελιωδών δικαιωμάτων με β) δυσχερή οικονομικά δεδομένα, δημοσιονομικά αδιέξοδα και κρίση.

  1. Αρχή της νομιμότητας και δυσχερή οικονομικά δεδομένα

Η μη τήρηση της νομιμότητας από την κρατική εκτελεστική εξουσία λόγω δυσχερών οικονομικών δεδομένων αντίκειται ευθέως και αδικαιολόγητα στην δημοκρατική αρχή αλλά και στην αρχή του κράτους δικαίου. Σύμφωνα με την δημοκρατική αρχή αρμόδιος για την θέσπιση και την τροποποίηση των νόμων είναι ο δημοκρατικά νομιμοποιημένος νομοθέτης. Η εκτελεστική εξουσία, δεν έχει, εκτός αν προβλέπεται ρητά στο Σύνταγμα ή βάσει νομοθετικής εξουσιοδότησης [9] , νομοθετική αρμοδιότητα [10] . Έχει μόνο εκτελεστική αρμοδιότητα, αρμοδιότητα υλοποίησης των θεσπισθέντων κανόνων δικαίου, καθόσον της την παρέχει ρητά το νομικό πλαίσιο. Για την εκτελεστική εξουσία [11] ό,τι δεν προβλέπεται (επιτρέπεται ή επιτάσσεται) ρητά από το ισχύον δίκαιο ως αρμοδιότητά της, απαγορεύεται [12] . Επομένως απαγορεύεται στην εκτελεστική εξουσία η δράση χωρίς νομικό έρεισμα στο δίκαιο, ακόμα κι αν αυτή είναι εξηγήσιμη οικονομικά, ακόμα κι αν υπαγορεύεται από τα δυσχερή οικονομικά δεδομένα. Εφόσον οι νόμοι που θεσπίζει η δημοκρατικά νομιμοποιημένη νομοθετική εξουσία δεν εφαρμόζονται στην πράξη ή δεν τηρούνται πλήρως ή τροποποιούνται και έτσι μετασχηματισμένοι εφαρμόζονται από την εκτελεστική εξουσία [13] , παραβιάζεται η αρχή της νομιμότητας. Η οικονομική αδυναμία, ή τα δυσχερή οικονομικά δεδομένα ενός δημόσιου οργανισμού, μιας δημόσιας επιχείρησης ή συνολικά του κρατικού ταμείου δεν συγχωρούν την αθέτηση των κρατικών οικονομικών υποχρεώσεων [14] .

Το παραθεσμικό, αντιδημοκρατικό και κυνικό αυτό φαινόμενο λαμβάνει χώρα όταν κάποιος κοινωνικοασφαλιστικός οργανισμός δεν χορηγεί εφάπαξ βοηθήματα [15] ή δεν εκδίδει συνταξιοδοτικές αποφάσεις ή έστω εσκεμμένα – οργανωμένα καθυστερεί στην έκδοσή τους επειδή δεν υφίστανται τα απαραίτητα κονδύλια ή όταν ένα κρατικό νοσοκομείο δεν παρέχει τις προβλεπόμενες από το νόμο ιατρικές υπηρεσίες επειδή δεν διαθέτει τα αναγκαία κονδύλια. Επίσης η ίδια δημοκρατική εκτροπή εξυφαίνεται όταν το δημόσιο καθυστερεί επί μήνες να πληρώσει τους εργαζόμενους συμβασιούχους του ή επί χρόνια τους προμηθευτές του. Εκδοχή της ίδιας παράκαμψης της αρχής της νομιμότητας διαπιστώνεται, όταν η διοίκηση με εγκύκλιο ή απλά έγγραφα τροποποιεί το ισχύον νομικό πλαίσιο επί τα χείρω για τους πολίτες (π.χ. ασφαλισμένους) χωρίς νομικό συνταγματικό-εξουσιοδοτικό έρεισμα (για παράδειγμα στην ελληνική έννομη τάξη κατά παρέκκλιση από το συγκεκριμένο πλέγμα ρυθμίσεων του άρθρου 43 Συντ .) με μόνο πρόσχημα την εξοικονόμηση χρημάτων, έστω απαραίτητων για την οικονομική βιωσιμότητα του οικείου ασφαλιστικού οργανισμού [16] .

Το οικονομικό επιχείρημα, το άλλοθι των δυσχερών οικονομικών δεδομένων απορρυθμίζει την αρχή της διάκρισης των εξουσιών. Ο δημοκρατικά νομιμοποιημένος νομοθέτης βίαια περιπίπτει σε θεσμική και πρακτική ανυποληψία και το πολιτικό φαινόμενο κυριαρχείται από την χειραγωγημένη από την οικονομική θεολογία διοίκηση. Με αυτόν τον τρόπο διατρέπεται ο κρατικός συνταγματισμός σε θεσμική αυταρχία.

Η αρχή της νομιμότητας, ως το σημείο τομής και συναίρεσης της δημοκρατικής αρχής και της αρχής του κράτους δικαίου, ως κανόνας συνταγματικού δικαίου πλήρως δεσμευτικός, για την εκτελεστική εξουσία, δεν επηρεάζεται από την ύπαρξη δυσχερών οικονομικών δεδομένων. Εφόσον η εκτελεστική εξουσία αδυνατεί να ανταποκριθεί λόγω δυσχερών οικονομικών συνθηκών στις απαιτήσεις του ισχύοντος δικαίου, είναι αρμοδιότητα της νομοθετικής εξουσίας να αλλάξει το ισχύον δίκαιο. Στο μεταξύ, ο Συνήγορος του Πολίτη [17] , τα ελεγκτικά σώματα της διοίκησης [18] , η Βουλή ασκώντας κοινοβουλευτικό έλεγχο και η δικαστική εξουσία έχουν αρμοδιότητα να πείθουν ή να υποχρεώνουν την εκτελεστική εξουσία να τηρεί την αρχή της νομιμότητας παρά τις αντίξοες οικονομικές συνθήκες.

  1. Δημοκρατία, θεμελιώδη δικαιώματα και δυσχερή οικονομικά δεδομένα

Το δεύτερο ερώτημα είναι δύσκολο να απαντηθεί γιατί συνάπτεται πρακτικά με πληθώρα ετερόκλητων ζητημάτων συνταγματικής, οικονομικής και πολιτικής θεωρίας. Στην καταθλιπτική εποχή της οικονομικής κρίσης και του «μνημονίου» [19] είναι πολύ εύκολος αλλά και επικίνδυνος ο διχασμός σε «μνημονιακό» και «αντιμνημονιακό» στρατόπεδο [20] . Δυστυχώς, πάντως, κομβικά σημεία της «μνημονιακής» νομοθεσίας είναι αντισυνταγματικά και αντίθετα στην ΕΣΔΑ και στη Συνθήκη της Λισαβόνας [21] . Το πραγματικό αδιέξοδο δανεισμού της Ελλάδας το 2010 προβληματίζει τον ανεξάρτητο πολίτη ως προς την πολιτική αξιολόγηση του «μνημονίου». Όμως από νομική άποψη, πολλές νέες ρυθμίσεις είναι αντίθετες στο συνταγματικό, ευρωπαϊκό και διεθνές δίκαιο των θεμελιωδών δικαιωμάτων.

Αντίθετα δυσχερές αλλά αναγκαίο ζητούμενο είναι η ψύχραιμη αναδίφηση επ’ αφορμή του μνημονίου της σχέσης θεμελιωδών δικαιωμάτων, δημοκρατίας και δυσχερούς οικονομικής κατάστασης. Αυτή η απόπειρα πολυπρισματικής θεσμικής προσέγγισης προκαλεί περισσότερο αμηχανία, προβληματισμό, αμφιβολίες και συνεχή θέση νέων ερωτημάτων και αποριών παρά οδηγεί σε βεβαιότητες [22] .

Υπάρχουν τρία κορυφαία θέματα μεταξύ τους διασταυρούμενα:

1) Η ανάγκη σαρωτικών αλλαγών στην ελληνική πολιτική, κοινωνική, οικονομική και νομική πραγματικότητα προκειμένου α) να εκλείψουν οι αναξιοκρατικές, ανορθολογικές και ανήθικες «ζοφερές ελληνικές πραγματικότητες» β) να συγκροτηθεί μία βιώσιμη δημοσιονομική πολιτική που θα απεγκλωβίζει την Ελλάδα από το αδιέξοδο διεθνούς δανεισμού και γ) η Ελλάδα να αναπτυχθεί οικονομικά. Η δέσμη αυτή των προοπτικών μπορεί να συμπυκνωθεί υπό τον τίτλο το «διαρθρωτικό – οικονομικό διακύβευμα».

2) Η προστασία των θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται από το Σύνταγμα, το Ευρωπαϊκό Δίκαιο και το Διεθνές Δίκαιο και η τήρηση της νομιμότητας σε περίοδο παγκόσμιας οικονομικής κρίσης με κύριο «πεδίο μάχης» την Ελλάδα [23] και

3) Η δημοκρατική νομιμοποίηση των σημαντικών πολιτικών αποφάσεων ακόμα και σε περίοδο κρίσης, έκτακτης ανάγκης, φόβου και κατήφειας. Τα τρία θέματα αυτά δηλαδή διαρθρωτικές αλλαγές – συνταγή ίασης, κοινωνικό κράτος δικαίου και δημοκρατία, είναι σήμερα αναπόσπαστα ενωμένα, συνθέτουν ένα τρίπτυχο διακύβευμα. Η εξέτασή τους δεν μπορεί να είναι αποσπασματική ούτε και ανισοβαρής. Συνιστούν ισοδύναμες συνιστώσες του «ελληνικού προβλήματος». Δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται διαζευκτικά, συγκρουσιακά, ούτε και με λογική ιεράρχησης. Πρέπει να αντιμετωπιστούν συνδυαστικά. Η δημόσια συζήτηση εστιάζει ορθώς στην πρώτη θεματική. Πρέπει να είμαστε ρεαλιστές και να αναζητούμε πρακτικές λύσεις στα προβλήματα που ανακύπτουν οσοδήποτε απροσπέλαστα κι αν φαντάζουν αυτά. Ο δημόσιος διάλογος δεν είναι όμως χρήσιμο να εξαντλείται στην συζήτηση μόνο του πρώτου θέματος. Οι πολιτικές αποφάσεις πρέπει μεν να είναι στοχοπροσηλωμένες στην υλοποίηση του πρώτου διακυβεύματος, δηλαδή της αποτελεσματικής και δημιουργικής αντιμετώπισης των χρόνιων παθογενειών της σύγχρονης ελληνικής πραγματικότητας. Σε αυτή την προοπτική η συζήτηση περί «χρεοφρένου» είναι χρήσιμη, καθώς το υψηλό δημόσιο χρέος είναι σοβαρή συνιστώσα της ελληνικής οικονομικής κρίσης.

Όμως, οι λύσεις που πολιτικά θα υιοθετηθούν μέσα από τον διάλογο θα πρέπει να μην οδηγούν σε παρεκκλίσεις από την αρχή της δημοκρατικής νομιμότητας και από τον έμπρακτο σεβασμό των ισχυόντων θεμελιωδών ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται στο Σύνταγμα, στο ευρωπαϊκό δίκαιο και στις διεθνείς συμβάσεις.

  1. Ισχυροποίηση του «Δημοσιονομικού Συνταγματισμού» και το ζήτημα του κρατικού «χρεοφρένου»

Διαπιστώνεται μία μεταστροφή εντός της σύγχρονης δημοκρατικής πολιτείας δικαίου στην φύση, τη λειτουργία και τη δυναμική του λεγόμενου «Οικονομικού Συντάγματος» [24] . Αυτή η μετατόπιση – ισχυροποίηση του «Οικονομικού Συντάγματος» εκτείνεται σε κρατικό [25] , ευρωπαϊκό [26] , διεθνές και παγκόσμιο επίπεδο [27] . Εκκολάπτεται ένας νέος, από στιβαρός ως βούλιμος, «οικονομικός συνταγματισμός» με αφορμή την πρόσφατη και σοβούσα διεθνή οικονομική κρίση και κυρίως σημείο αιχμής το επιχείρημα περί ελλείψεως αποτελεσματικών οικονομικών πολιτικών [28] . Από δικαιοπολιτειακή άποψη είναι κρίσιμο ο νέος αυτός οικονομικός-δημοσιονομικός Συνταγματισμός που κυοφορείται, να κείται εντός του ισχύοντος συνταγματικού, ευρωπαϊκού και διεθνούς πλαισίου της δημοκρατικής πολιτείας δικαίου. Οφείλει να μη παραβιάζει τον πυρήνα και το βασικό περιεχόμενο των θεμελιωδών αρχών του σύγχρονου συνταγματισμού [29] . Πρέπει ιδίως να μην παραβιάζει τον πυρήνα της δημοκρατικής αρχής και των θεμελιωδών δικαιωμάτων (ατομικών, πολιτικών και κοινωνικών). Είναι αναγκαίο να ενσωματωθεί αρμονικά εντός του δημοκρατικού και δικαιοκρατικού συνταγματισμού και όχι να τον αποδομήσει.

Βασικό χαρακτηριστικό του αναδυόμενου δημοσιονομικού συνταγματισμού είναι η τάση για συνταγματοποίηση ή νομοθετική θέσπιση ορίων στο κρατικό έλλειμμα και φρένων στο κρατικό χρέος. Υπάρχουν διάφορα εναλλακτικά μοντέλα «χρεοφρένου». Έχουμε συνταγματικό χρεόφρενο σε Γερμανία, Ελβετία. Ανώτατο όριο στο έλλειμμα και υποχρέωση μείωσης του χρέους προβλέπεται στο ήδη ισχύον Ευρωπαϊκό Σύμφωνο Σταθερότητας [30] . Δημοσιονομικά φρένα εγκολπώνονται και στο εκκολαπτόμενο νέο Ευρωπαϊκό Σύμφωνο για το Ευρώ [31] , του οποίου βασική αρτηρία είναι η γενικευμένη θέσπιση «χρεοφρένου» σε όλα τα κράτη της ζώνης του Ευρώ αλλά και όλης της ΕΕ με συνταγματική ρήτρα ή με νόμο. Στις ΗΠΑ έχει ανοίξει ο δημόσιος διάλογος για μία συνταγματική ρήτρα στο έλλειμμα [32] , κάτι που προβληματίζει έντονα και την γαλλική πολιτική συζήτηση [33] . Το συζητούμενο κρατικό «χρεόφρενο», αν υιοθετηθεί ως αναγκαίο θεσμικό εργαλείο δημοσιονομικής εξυγίανσης, είναι κρίσιμο να περιβληθεί με τέτοια νομική ισχύ και να έχει τέτοιο περιεχόμενο, ώστε να πληροί τις υφιστάμενες δημοκρατικές και δικαιοκρατικές συνταγματικές προδιαγραφές.

  1. Το «χρεόφρενο» στο Ελβετικό Σύνταγμα

Το «χρεόφρενο» εισήχθη ήδη με συνταγματική αναθεώρηση το 2001 στην Ελβετία και ισχύει από το 2003. Προβλέπεται ως κανόνας στο άρθρο 126 του ελβετικού Συντάγματος που επιβάλει το ισοζύγιο εσόδων και εξόδων στον κρατικό προϋπολογισμό [34] . Εξαιρετικά θεσπίζεται για έκτακτους και σοβαρούς οικονομικούς λόγους (π.χ. οικονομική ύφεση, φυσικές καταστροφές, όπως εξειδικεύει ο σχετικός εκτελεστικός του Συντάγματος τυπικός νόμος [35] ) η δυνατότητα πολιτικής απόφασης η οποία θα λαμβάνεται με αυξημένη πλειοψηφία και από τα δύο νομοθετικά σώματα της Ελβετίας [36] για αυξημένα κρατικά έξοδα σε σχέση με τα έσοδα [37] . Αν σε κάποιο οικονομικό έτος μετά την εκτέλεση του προϋπολογισμού προκύψει πραγματική υπερχείλιση κρατικών εξόδων, αυτή θα πρέπει να καλυφθεί κατά τα επόμενα οικονομικά έτη [38] . Τα επιμέρους θέματα αυτού του πλαισίου για το «χρεόφρενο» ρυθμίζονται με τυπικό νόμο [39] .

  1. Η προϊσχύουσα συνταγματική ρήτρα για το ύψος του νέου δανεισμού στον Γερμανικό Θεμελιώδη Νόμο

Μέχρι τον Αύγουστο του 2009 στο γερμανικό ομοσπονδιακό Σύνταγμα δεν υπήρχε αυστηρό «χρεόφρενο» παρόμοιο με αυτό του ελβετικού Συντάγματος. Υπήρχε όμως μέριμνα εντός του γερμανικού «οικονονομικού Συντάγματος» για την αντιμετώπιση της υπερχρέωσης των γερμανικών δημοσίων οικονομικών. Θεσπιζόταν η ρήτρα της απαγόρευσης ετήσιου κρατικού δανεισμού που να υπερβαίνει το ύψος των εξόδων που προβλέπονταν στον προϋπολογισμό του ομοσπονδιακού γερμανικού κράτους για δημόσιες επενδύσεις [40] . Με άλλα λόγια ο νέος κρατικός δανεισμός επιτρεπόταν μόνο για την πραγματοποίηση δημοσίων έργων και άλλων δημοσίων επενδύσεων. Από αυτόν τον κανόνα του «στοχευμένου ορίου στο χρέος» προβλέπονταν δυνατότητες περαιτέρω αποκλίσεων για λόγους αποτροπής σοβαρών προβλημάτων στην συνολική ισορροπία της γερμανικής οικονομίας [41] . Η αόριστη αξιολογική έννοια «της ισορροπίας – καλής κατάστασης της γερμανικής οικονομίας» δεν εξειδικεύεται από το Σύνταγμα. Στη γερμανική θεωρία γινόταν δεκτό [42] με αναφορά στον γερμανικό νόμο για τη σταθερότητα και την ανάπτυξη της γερμανικής οικονομίας [43] ότι η ισορροπία της γερμανικής οικονομίας προσδιορίζεται από τέσσερις υποσυντελεστές: 1) τη σταθερότητα των τιμών, 2) τα υψηλά ποσοστά απασχόλησης, 3) την κοινωνική ισορροπία πέραν της οικονομίας και 4) τη σταθερή και επαρκή οικονομική ανάπτυξη. Η υλοποίηση των περιοριστικών για το χρέος προβλέψεων του προϊσχύοντος άρθρου 115 του γερμανικού ομοσπονδιακού Συντάγματος απόκειτο στην ευρεία διακριτική ευχέρεια του γερμανού δημοσιονομικού νομοθέτη. Παρότι ο κανόνας αυτός πλείστες χρονιές δεν τηρήθηκε, ουδέποτε κρίθηκε αντισυνταγματική η παρέκκλιση αυτή από το ομοσπονδιακό συνταγματικό δικαστήριο.

Ασκήθηκε στην γερμανική επιστήμη έντονη κριτική στην αναποτελεσματικότητα των προϊσχυουσών συνταγματικών ρυθμίσεων να συγκρατήσουν το συνεχώς διογκούμενο ακόμα και σε περιόδους μεγάλης οικονομικής ανάπτυξης γερμανικό δημόσιο χρέος [44] . Στα μειονεκτήματα του προϊσχύοντος «ηπίου και θεματικού χρεοφρένου» εγγράφονταν η απεύθυνσή του μόνο στο ομοσπονδιακό κράτος και όχι στα γερμανικά κρατίδια, η δυσχέρεια στον δικαστικό έλεγχο που το είχε απαξιώσει σε ατελή συνταγματικό κανόνα, αλλά και το μη δραστικό του περιεχόμενο. Η κριτική αυτή αποτέλεσε βασικό έναυσμα για την ενεργοποίηση μίας διαδικασίας αναθεώρησης του γερμανικού οικονομικού Συντάγματος από την Ομοσπονδιακή Βουλή και το Ομοσπονδιακό Συμβούλιο που ονομάστηκε Ομοσπονδιακή Μεταρρύθμιση 2 [45] .

  1. Το «χρεόφρενο» στο ισχύον Γερμανικό Σύνταγμα

Με την από 1.8.2009 συνταγματική αναθεώρηση το γερμανικό οικονομικό Σύνταγμα έγινε αυστηρότερο όσον αφορά στην συνταγματική ρήτρα για το έλλειμμα [46] . Στο πλέγμα των ρυθμίσεων των άρθρων 109, 115 και 143 του Ομοσπονδιακού Γερμανικού Συντάγματος εισήχθη ρητά το «χρεόφρενο» τόσο για το Γερμανικό Κράτος [47] όσο και για τα Γερμανικά Κρατίδια [48] . Ως βασική αλλά όχι χωρίς εξαιρέσεις αρχή θεσπίζεται η υποχρέωση τόσο του Γερμανικού Κράτους όσο και των Γερμανικών Κρατιδίων να μην έχουν περισσότερα έξοδα από ό,τι έσοδα στον προϋπολογισμό τους. Ως κανόνας τίθεται λοιπόν, όπως και στο ελβετικό Σύνταγμα, η εξισορρόπηση δημοσίων εσόδων και εξόδων και η απαγόρευση νέου δανεισμού για το Γερμανικό Κράτος και τα Γερμανικά Κρατίδια [49] . Στον κανόνα αυτό που αρθρώνεται ως κεντρικός συνταγματικός στόχος του Γερμανικού Κράτους [50] το Γερμανικό Σύνταγμα θέτει συγκεκριμένες εξαιρέσεις. Πρώτη σημαντική εξαίρεση από τον κανόνα της εξισορρόπησης κρατικών εσόδων και εξόδων θεσπίζεται για τις περιπτώσεις που συντρέχουν α) αποκλίσεις από την κανονική κατάσταση των αναπτυξιακών υποδομών, β) φυσικές καταστροφές ή γ) άλλες ασυνήθεις καταστάσεις εκτάκτου ανάγκης οι οποίες επιβαρύνουν ιδιαίτερα την οικονομική κατάσταση του γερμανικού κράτους. Στις περιπτώσεις αυτές μπορούν τα γερμανικά νομοθετικά σώματα με νόμο να θεσπίσουν εξαιρέσεις στο «χρεόφρενο» [51] . Ειδικά και μόνο για το Κράτος επιτρέπεται ενιαύσιο έλλειμμα μέχρι 0,35% του γερμανικού Ακαθάριστου Εθνικού Προϊόντος [52] .

Το νέο «χρεόφρενο» δεν ισχύει από 1.8.2009 που οριστικοποιήθηκε η συνταγματική αναθεώρηση. Στο άρθρο 143d ρυθμίζεται ότι ισχύει από το 2011 [53] . Για το Γερμανικό Κράτος ισχύει ουσιαστικά από το 2016 [54] και για τα γερμανικά κρατίδια από το 2020 [55] . Βέβαια μέχρι τότε πρέπει η δημοσιονομική πολιτική Κράτους και Κρατιδίων να είναι αποφασιστικά προσανατολισμένη προς την απαγόρευση νέου δημοσίου δανεισμού [56] . Το άρθρο 143d βρίθει περαιτέρω ειδικών ρυθμίσεων και ταυτόχρονα εξουσιοδοτεί το νομοθέτη να ρυθμίσει ειδικότερα τα ζητήματα του «χρεοφρένου» με εκτελεστικό νόμο [57] . Το νέο γερμανικό «χρεόφρενο», που εκτείνεται και στον έλεγχο της εκτέλεσης του προϋπολογισμού, κάνει ρητή αναφορά και στις δημοσιονομικές δεσμεύσεις της Γερμανίας από το πρωτογενές ευρωπαϊκό δίκαιο [58] .

  1. Τα θέματα αρχής

Η συζήτηση για την συνταγματική ή νομοθετική πρόβλεψη ορίων ή απαγόρευσης στα κρατικά ελλείμματα συνάπτεται με ορισμένα θέματα αρχής. Η συνταγματοποίηση της απαγόρευσης των ελλειμμάτων και του κρατικού «χρεοφρένου» αποτελεί παραδοχή κατίσχυσης των οικονομικών δεδομένων έναντι της προστασίας των θεμελιωδών και ιδίως των κοινωνικών δικαιωμάτων [59] . Συνεπάγεται μία δικαιοπολιτική στροφή υπέρ της οικονομικότητας και εις βάρος της συνταγματικής νομιμότητας. Στον σύγχρονο δημοκρατικό συνταγματισμό, τα κράτη, ως οι κυρίως ψηφίδες της πολιτειακής οργάνωσης της κοινωνίας [60] , είναι α) δημοκρατικά κράτη, β) κράτη δικαίου και γ) κοινωνικά κράτη [61] . Και τα τρία βασικά συστατικά του σύγχρονου κράτους υφίστανται τριγμούς στην ουσία τους με την προσθήκη στο Σύνταγμα ειδικών περιοριστικών ρυθμίσεων ως προς την άσκηση της οικονομικής πολιτικής.

  1. «Χρεόφρενο» στο Σύνταγμα και
    δημοκρατική αρχή

Η δημοκρατική αρχή είναι η κορυφαία οργανωτική αρχή του πολιτεύματος [62] . Με την προσθήκη ενός σταθερού συνταγματικού δημοσιονομικού φρένου, αντίστοιχου με αυτού του γερμανικού ή του ελβετικού Συντάγματος μεταλλάσσεται. Τίθεται όμως και το περαιτέρω ερώτημα: Μήπως το «χρεόφρενο» είναι μία ευπρόσωπη, υπό τεχνοκρατικό ένδυμα, μορφή αυταρχισμού που υποκαθιστά την ουσία της δημοκρατίας; Ή είναι ένας ακόμα θεμιτός περιορισμός [63] ή ακόμα και εκσυγχρονισμός του δημοκρατικού context του σύγχρονου συνταγματικού κράτους; Με ένα «χρεόφρενο» στο Σύνταγμα η δημοκρατική αρχή μετεξελίσσεται στη βασική οργανωτική αρχή του πολιτεύματος υπό την αίρεση του οικονομικά εφικτού. Όταν αυτή η οικονομική αίρεση θεσπίζεται με τυπικό νόμο, μπορεί να θεωρηθεί και ως θεμιτός συνταγματικός αυτοπεριορισμός της δημοκρατίας. Έχει δημοκρατική νομιμοποίηση, ελέγχεται δικαστικά ως προς την συνταγματικότητά της με την δημοκρατική αρχή, δύναται να τροποποιηθεί ή και να καταργηθεί με νέο τυπικό νόμο όταν θα αλλάξει η γνώμη της νομοθετούσας κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας, και εμμέσως λοιπόν του ανώτατου οργάνου του κράτους, του εκλογικού σώματος. Όταν τίθεται με συνταγματικό κανόνα αυτή η αίρεση όμως, εκφεύγει του δημοκρατικού αυτοπεριορισμού και μεταλλάσσεται σε πραγματική αποδυνάμωση της δημοκρατικής αρχής. Αυτό συμβαίνει, γιατί η επιβολή εκ του Συντάγματος της απαγόρευσης νέου κρατικού δανεισμού δεσμεύει υπερβολικά τις δημοκρατικά νομιμοποιημένες μελλοντικές κυβερνήσεις [64] . Συρρικνώνει τα περιθώριά τους για την άσκηση οικονομικής πολιτικής. Από πού θα βρεθούν χρήματα για την υλοποίηση βασικών πολιτικών στοχεύσεων και την υλοποίηση κοστοβόρων πολιτικών προτεραιοτήτων είναι κεντρικό δημοκρατικό διακύβευμα. Το «χρεόφρενο» επηρεάζει και τα κεντρικά για κάθε πολιτική αναμέτρηση σε επίπεδο βουλευτικών αλλά και αυτοδιοικητικών εκλογών ερωτήματα: α) αν θα υπάρχουν χρήματα για τους νικητές των εκλογών για την υλοποίηση των πολιτικών τους επιλογών και β) από πού θα αντληθούν οι οικονομικοί πόροι για την υλοποίηση των πολιτικών αυτών. Αν απαγορεύεται ή περιορίζεται εκ του Συντάγματος δραστικά η δυνατότητα κρατικού δανεισμού για μια νεοεκλεγείσα κυβέρνηση, τότε αυτή τηρώντας την συνταγματική δέσμευση του «χρεοφρένου μπορεί είτε α) να μην έχει χρήματα να ασκήσει το πολιτικό πρόγραμμα λόγω του οποίου κέρδισε την δημοκρατική της νομιμοποίηση να κυβερνήσει από το εκλογικό σώμα [65] , είτε β) να χρειαστεί να αναζητήσει τα χρήματα από άλλες πηγές που δεν προβλέπονταν στο προεκλογικό πολιτικό της πρόγραμμα [66] . Και στις δύο περιπτώσεις θα έχουμε νόθευση της δημοκρατικής λειτουργίας του πολιτεύματος και αποσύνθεση της αντιπροσωπευτικής αρχής. Αυτό είναι πολύ δυστυχές για την σύγχρονη δημοκρατία, καθόσον δεν θα λειτουργεί ως γνήσια έμμεση αντιπροσωπευτική δημοκρατία αλλά θα χειραγωγείται από τα δυσχερή οικονομικά δεδομένα.

Βέβαια στο άνω επιχείρημα περί «αναχωρητισμού» της δημοκρατικής αρχής με την συνταγματική πρόβλεψη «χρεοφρένου» υφίσταται και εξεταστέος αντίλογος. Σύμφωνα με αυτόν τα κόμματα εξουσίας θα μπορούν και με το συνταγματικό «χρεόφρενο» να διεκδικούν ειλικρινώς την άσκηση με δημοκρατική νομιμοποίηση της εξουσίας. Απλώς θα πρέπει να έχουν προϋπολογίσει επακριβώς τα οικονομικά περιθώρια της μετά τις εκλογές οικονομικής τους διακυβέρνησης και να συγκροτούν το πολιτικό τους πρόγραμμα λαμβάνοντας αυστηρά υπόψιν τα δεδομένα αυτά οσοδήποτε δυσχερή κι αν είναι. Σύμφωνα με αυτή την θεώρηση η τυχόν «υποβάθμιση» της δημοκρατικής αρχής δεν θα οφείλεται στη συνταγματική ρύθμιση για το «χρεόφρενο» αλλά στην ανειλικρίνεια των πολιτικών κομμάτων εξουσίας που δεν τηρούν τις υποσχέσεις τους αλλά και στον ελλιπή προληπτικό έλεγχο από την πλευρά των εκλογέων αν τα πολιτικά προγράμματα των κομμάτων είναι ρεαλιστικά και εφαρμόσιμα και όχι παραπλανητικά και αιθεροβάμονα. Η προσέγγιση αυτή είναι εν μέρει πειστική. Όντως η δημοκρατική αρχή νοθεύεται από γενναιόδωρες και ανεδαφικές προεκλογικές πολιτικές υποσχέσεις των κομμάτων εξουσίας και από την ευπείθεια ή την αδιαφορία [67] του εκλογικού σώματος με την επικρότηση αυτών των λαϊκιστικών πρακτικών των κομμάτων εξουσίας.

Όμως, αυτή η συχνά διαπιστούμενη δυσλειτουργία του αντιπροσωπευτικού συστήματος δεν αποκλείει την παραδημοκρατική λειτουργία του «χρεοφρένου» που θα προβλέπεται στο Σύνταγμα. Το «χρεόφρενο» αποκλείει για κάθε υποψήφια κυβερνητική πλειοψηφία την άσκηση συγκεκριμένης κατεύθυνσης οικονομικής πολιτικής. Απαγορεύει ή περιορίζει την άσκηση πιο εντατικής κοινωνικής πολιτικής ή την άσκηση πολιτικής δημοσίων επενδύσεων, ειδικά εφόσον η οικονομική κατάσταση της χώρας σε μία δεδομένη στιγμή είναι δεινή.

Η συμπίεση από το ίδιο το Σύνταγμα των πολιτικών επιλογών μιας πιθανής κυβέρνησης με αποκλεισμό κορυφαίων προτεραιοτήτων αποτελεί ευθεία προσβολή της δημοκρατικής αρχής. Η αντιπροσωπευτική αρχή θα μπλοκάρει, καθώς τα κόμματα εξουσίας δεν θα μπορούν να εντάσσουν στο πολιτικό τους πρόγραμμα κοστοβόρες πολιτικές στοχεύσεις. Κυρίως όμως μεγάλα στρώματα της κοινωνίας και του εκλογικού σώματος δεν θα έχουν την δυνατότητα να επιλέξουν κομματικούς σχηματισμούς που θα εκπροσωπούν γνήσια τα συμφέροντά τους, την ιδεολογία τους και τα οράματά τους. Με άλλα λόγια μερίδα του εκλογικού σώματος δεν θα μπορεί να εκφράσει τα συμφέροντά της και τις πολιτικές επιλογές της. Και μπορεί πλειοψηφικές ή και μειοψηφικές [68] θέσεις περί της οικονομικής πολιτικής να παραμένουν πολιτικά – κομματικά ανέστιες, αντιπροσωπευτικά ορφανές [69] . Η δημοκρατική λειτουργία βρίσκεται σε αδιέξοδο και δυστοκεί.

Παράλληλα αυτή η μη αμελητέα μεταλλαγή της δημοκρατικής λειτουργίας του πολιτεύματος θα συνδυάζεται και από μία τροποποίηση της φυσιογνωμίας των ευρωπαϊκών δημοκρατικών Συνταγμάτων που έχουν ως βασικό χαρακτηριστικό τους την σχετική ουδετερότητα του «οικονομικού τους Συντάγματος» [70] . Η σχετική ουδετερότητα του «οικονομικού Συντάγματος» αποτελεί πρόσφορο έδαφος και προωθητικό παράγοντα της πραγματικής δημοκρατίας. Οι κυβερνώσες πολιτικές παρατάξεις δύνανται μέσα σε αυτό το ευρύ πλαίσιο να συνδυάζουν οικονομικές πολιτικές ικανές να αντιμετωπίσουν τα προβλήματα ενός κράτους σε δεδομένη χρονική στιγμή αλλά και να εφαρμόζουν την οικονομική πολιτική λόγω της οποίας τις νομιμοποίησε να κυβερνούν η πλειοψηφία του εκλογικού σώματος. Η ουδετερότητα αυτή τροποποιείται με την κατά συνταγματικό κανόνα απαγόρευση του νέου κρατικού δανεισμού.

  1. «Χρεόφρενο» και κράτος δικαίου

Το κράτος δικαίου [71] στηρίζεται στην πρωταρχία και την υπεροχή των θεμελιωδών δικαιωμάτων έναντι των κρατικών εξουσιών και των ιδιωτικών πηγών ισχύος [72] . Κράτος δικαίου σημαίνει ότι η πραγματική προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων είναι ο λόγος, η ratio της θέσπισης, οργάνωσης και άσκησης των τριών κρατικών εξουσιών. Σημαίνει ότι οι τρεις κρατικές εξουσίες είναι στην πράξη λειτουργίες- «υπηρεσίες», προορισμένες στην καλύτερη δυνατή πραγματική κατοχύρωση των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Στον ιδεότυπο του σύγχρονου κράτους δικαίου το συνταγματικό δίκαιο των δικαιωμάτων προέχει, προτάσσεται του συνταγματικού δικαίου των εξουσιών – λειτουργιών [73] . Η αρχή της λαϊκής κυριαρχίας είναι η κορυφαία οργανωτική αρχή του πολιτεύματος. Όμως η νομοθεσία ως δημοκρατική νομιμότητα πρέπει να ασκείται μέσα στα ευρέα είναι αλήθεια πλαίσια που θέτει η συνταγματική νομιμότητα. Παράλληλα, το συνταγματικό δίκαιο των δικαιωμάτων επηρεάζει καθοριστικά και κατευθύνει α) την συγκεκριμένη αρχική διαμόρφωση και β) τις θεσμικές μεταρρυθμίσεις στο συνταγματικό δίκαιο των εξουσιών.

Η συνταγματική πρόβλεψη ενός οικονομικού ορίου στην προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων θέτει πρακτικά έναν γενικό και επιβλητικό περιορισμό στην προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων σε ορισμένα κράτη. Προσθέτει δίπλα στην γενική επιφύλαξη του νόμου και μία αυτόματη γενική επιφύλαξη των οικονομικού ισοζυγίου εσόδων – εξόδων του κρατικού προϋπολογισμού. Οδηγεί στην θεμελιακή πολιτειολογική παραδοχή ότι η νομική κατοχύρωση των θεμελιωδών δικαιωμάτων διαμορφώνεται α) από τον δημοκρατικά νομιμοποιημένο νομοθέτη αλλά β) με βάση τις δεδομένες οικονομικές δυνατότητες, δηλαδή καθόσον το επιτρέπει η δημοσιονομική κατάσταση του κράτους.

Αυτός ο νέος γενικός περιορισμός στην προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων, θα επηρέαζε αποφασιστικά το συνταγματικό δίκαιο των δικαιωμάτων. Είναι προς διερεύνηση αν είναι δικαιοπολιτικά ορθό να επισυμβεί μία τέτοιου τύπου δομική μετατροπή. Ειδικά όταν μιλάμε για χώρες όπως η Ελλάδα, που δεν μπορούν να εξυπηρετήσουν χωρίς νέο δανεισμό τα ήδη υπάρχοντα χρέη τους, ακόμα κι αν θα έχουν πρωτογενή πλεονάσματα στους μελλοντικούς προϋπολογισμούς τους. Άσχετα με τη συγκεκριμένη της διαμόρφωση μία γενική συνταγματική ρήτρα περί αυστηρών ορίων στο έλλειμμα ή περί απαγόρευσης του νέου κρατικού δανεισμού, θέτει ρωγμές στην πρωταρχία των θεμελιωδών δικαιωμάτων έναντι της κρατικής εξουσίας. Αμφισβητεί την λειτουργικότητα του οργανωτικού συνταγματικού δικαίου σε σχέση με το συνταγματικό δίκαιο των εξουσιών.

Και σε συνάρτηση με το «δικαιοκρατικό διακύβευμα» κρίνεται συνεπώς προτιμητέα μία νομοθετική ή κυβερνητικά εφαρμοζόμενη αποφυγή αχρείαστου νέου κρατικού δανεισμού έναντι της εναλλακτικής της συνταγματικής ρήτρας. Το νομοθετικό ή το πολιτικό «χρεόφρενο» εντάσσεται αρμονικότερα στο ισχύον σύστημα του συνταγματικού δικαίου των δικαιωμάτων. Επιτρέπει συγκεκριμένα τον δικαστικό έλεγχο της νομοθετικής ρύθμισης περί «χρεοφρένου» όταν αυτή επιφέρει άμεσα ή έμμεσα υπέρμετρους περιορισμούς σε θεμελιώδη δικαιώματα. Θα μπορεί μία ρύθμιση περί «χρεοφρένου» να κρίνεται δικαστικά αντισυνταγματική ως παραβιάζουσα για παράδειγμα την αρχή της αναλογικότητας [74] .

  1. Ρήτρα σωφροσύνης ή ορθολογικότητας;

Μήπως όμως μια συνταγματική ρύθμιση του χρέους είναι παρά τα δογματικά και συνταγματικά της προβλήματα μία ρήτρα σωφροσύνης [75] και ορθολογικότητας; Μπορεί [76] να είναι για ένα κράτος, όπως η Γερμανία, που βρίσκεται σε αναπτυξιακή τροχιά παρά την οικονομική κρίση, είναι παγκόσμια εξαγωγική δύναμη, δεν έχει ανυπέρβλητο πρόβλημα κρατικού ελλείμματος και κρατικού χρέους, μπορεί να δανείζεται με ευνοϊκούς όρους, έχει χαμηλούς σχετικά δείκτες ανεργίας, χαμηλό πληθωρισμό, σχετικά υψηλούς μισθούς και σοβαρό επίπεδο κοινωνικών παροχών. Με άλλα λόγια το «χρεόφρενο» έχει σοβαρά οικονομικά πλεονεκτήματα για ένα κράτος με υγιή οικονομικά.

Θα μπορούσε να είναι και για το ελληνικό κράτος χρήσιμο, καθόσον θα κατηύθυνε σε πνεύμα οικονομικότητας και ορθολογικότητας τις δημόσιες δαπάνες, χωρίς να συρρικνώνει την πραγματική προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων συμπεριλαμβανομένων των κοινωνικών. Αν δεν οδηγούσε στην de facto ανατροπή δίκαιων κοινωνικών κεκτημένων, αλλά στην δικαιότερη αναδιανομή τους. Φοροδιαφυγή, αναξιοκρατία, παρεοκρατία, ανορθολογικές νησίδες προνομίων, υπερβολικές δαπάνες για πολυτελή και ανούσια ζητήματα όντως μπορούν να αντιμετωπιστούν με λογικές οικονομικής ανατροπής. Επιβαρύνουν τα δημόσια οικονομικά, δεν έχουν ηθική νομιμοποίηση και είναι συνταγματικά αθέμιτο να συνεχίζουν να χρηματοδοτούνται απερίσπαστα. Βέβαια ο κύριος λόγος που επιτάσσει την ανατροπή τους από ένα δεδομένο κράτος δεν είναι η δεδομένη δημοσιονομική ή αναπτυξιακή τους ασυμφορότητα, αλλά η κατάφωρη αντίθεσή τους στον πυρήνα του κράτους δικαίου.

Η εξισορρόπηση δημοσίων εσόδων και εξόδων είναι ως πολιτικός στόχος ορθός, χρήσιμος και αναγκαίος. Αποτελεί μέθοδο χρηστής διακυβέρνησης ενός κράτους. Δεν είναι πολυτελές και δευτερεύον πολιτικό διακύβευμα αλλά κορυφαίο. Η θέσπιση νομικών «χρεοφρένων» εισήχθη σε χώρες με οικονομική ανάπτυξη ως ένα φάρμακο στην μη διόγκωση των δημοσιονομικών αδιεξόδων και στην μη επιβάρυνση των επόμενων γενεών από τις υπέρογκες οφειλές της παρούσας γενιάς. Εκπέμφθηκε έτσι ένα μήνυμα διαγενεακής κοινωνικής δικαιοσύνης [77] . Αποτελεί προληπτικό σχέδιο για την αποφυγή ανυπέρβλητων οικονομικών κρίσεων που θα δυσχεράνουν την δημοκρατική και δικαιοκρατική διακυβέρνηση των υπερχρεωμένων κρατών.

Η δημοσιονομική πειθαρχία είναι μια ορθολογική μέθοδος πολιτικής διακυβέρνησης. Το «χρεόφρενο» πρέπει να είναι πολιτική επιλογή των κυβερνήσεων αλλά όχι μονόδρομος. Η νομικοποίησή του «χρεοφρένου» δεν είναι συνεπώς ασυζητητί απορριπτέα αλλά ενδελεχώς εξεταστέα προοπτική. Υπό την αίρεση όμως του μη περιορισμού του δημοκρατικού, του κοινωνικού και του δικαιοκρατικού status quo ενός δεδομένου κράτους. Καταρχάς απορριπτέα είναι αντίθετα για οικονομικούς και νομικούς λόγους η συνταγματοποίηση του «χρεοφρένου» στην Ελλάδα.

  1. «Χρεόφρενο» και άρθρο 110 παρ. 1 του Συντάγματος

Η εισαγωγή του «χρεοφρένου» στο ελληνικό Σύνταγμα είναι αμφίβολο αν είναι σύμφωνη με το ισχύον άρθρο 110 παρ. 1 του ελληνικού Συντάγματος που απαγορεύει συνταγματική αναθεώρηση συνεπαγόμενη ουσιαστική υποχώρηση της αρχής της λαϊκής κυριαρχίας [78] . Τίθεται λοιπόν νομικό ζήτημα συνταγματικής νομιμοποίησης του Έλληνα, αναθεωρητικού του Συντάγματος νομοθέτη, να θεσπίσει το «χρεόφρενο». Άσχετα από την πραγματική κατάσταση της οικονομίας και της κοινωνίας ενός κράτους που α) είναι συνταγματικά οργανωμένο με κορωνίδα την δημοκρατική αρχή και β) διαθέτει αυστηρό Σύνταγμα, όπως το ελληνικό, η συνταγματοποίηση κάποιας μορφής «χρεόφρενου» είναι επί της αρχής προβληματική.

Σωρευτικά τίθεται και το νομικό ερώτημα αν θα είναι σύμφωνο ένα συνταγματικό «χρεόφρενο» με την δικαιοκρατική πτυχή της ρήτρας του άρθρου 110 παρ. 1 του Συντάγματος [79] . Η απάντηση στο ερώτημα αυτό θα εξαρτάται από το συγκεκριμένο περιεχόμενο και ιδίως την ευελιξία της εκάστοτε προτεινόμενης συνταγματικής ρύθμισης περί «χρεοφρένου».

Απαγόρευση περιορισμού του πυρήνα των θεμελιωδών δικαιωμάτων με συνταγματική αναθεώρηση προβλέπεται βέβαια και στο άρθρο 79 παρ. 3 του Γερμανικού Συντάγματος [80] , χωρίς αυτό να αποτέλεσε σοβαρό πρόσκομμα, τουλάχιστον σε πρώτο χρόνο, στην γερμανική συνταγματική αναθεώρηση του 2009, στην οποία υπήρξε συναίνεση της πλειοψηφίας των κοινοβουλευτικά εκπροσωπούμενων κομμάτων. Το γερμανικό όμως Σύνταγμα αναθεωρείται με τυπικό νόμο και λιγότερο αυστηρές διαδικασίες. H γερμανική οικονομία έχει εντελώς διαφορετική φυσιογνωμία και δυναμική και ο γερμανικός λαός διαφορετικά συμφέροντα, ειδικά σε περίοδο οικονομικής κρίσης, από ό,τι ο ελληνικός λαός. Πάντως, εκκρεμεί ενώπιον του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου προσφυγή του κρατιδίου Schleswig – Holstein για την αναγνώριση της αντισυνταγματικότας της νέας συνταγματικής ρύθμισης για το «χρεόφρενο» στα Κρατίδια [81] . Κεντρικό επιχείρημα της προσφυγής είναι η κατά παράβαση του άρθρου 79 παρ. 3 του Γερμανικού Θεμελιώδους Νόμου συρρίκνωση της ομοσπονδιακής αρχής, και ιδίως της οικονομικής αυτονομίας των Κρατιδίων.

  1. Τελικές παρατηρήσεις

Η τήρηση της νομιμότητας δεν μπορεί να παρακάμπτεται από την εκτελεστική εξουσία με το πρόσχημα των δυσχερών δημοσιονομικών δεδομένων. Η πραγματική προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων δυστυχώς επηρεάζεται από άσχημες οικονομικές συγκυρίες και κρατικά δημοσιονομικά προβλήματα. Η αναπότρεπτη μετατόπιση της φυσιογνωμίας και της σημασίας του «οικονομικού Συντάγματος» θα πρέπει να διαμορφώνεται με τέτοιο τρόπο που να τηρεί τις προδιαγραφές των θεμελιωδών αρχών του πολιτεύματος. Τα essentialia του σύγχρονου ευρωπαϊκού κράτους δικαίου είναι α) η δημοκρατία, β) η πρωταρχία της προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων [82] και γ) η τάση βελτίωσης και όχι οπισθοδρόμησης στην πραγματική προστασία των θεμελιωδών (ατομικών, κοινωνικών και πολιτικών) δικαιωμάτων. Το σύγχρονο ευρωπαϊκό συνταγματικό κράτος είναι ένα δημοκρατικό, κοινωνικό κράτος δικαίου που ρυθμίζει και αναμορφώνει το πολίτευμά του με γνώμονα την πληρέστερη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Αναστοχάζεται δημοκρατικά αποφασίζοντας συνταγματικές αναθεωρήσεις και υλοποιώντας κορυφαίες πολιτικές μεταρρυθμίσεις με πυξίδα την βελτίωση της πραγματικής κατοχύρωσης των θεμελιωδών δικαιωμάτων των πολιτών. Η οικονομική κρίση δεν είναι για το δημοκρατικό κοινωνικό κράτος δικαίου το σημείο μηδέν, δεν πρέπει να γίνει η αντίστροφη μέτρηση για την οικονομικοκεντρική αποδόμησή του. Είναι δυστυχής συγκυρία που θα πρέπει να συνδυαστεί με την αισιόδοξη σφυρηλάτηση της αντοχής των ανθρωποκεντρικών, δικαιικών και θεσμικών αρετών του. Είναι ένας ανηφορικός δρόμος που χρειάζεται περισσότερο ισχυρή δημοκρατική μηχανή, καλή «δικαιοκρατική οδήγηση» και λιγότερο νέα δημοσιονομικά φρένα.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο η θέσπιση ρήτρας «χρεοφρένου» θα είναι σύμφωνη με τα essentialia του πολιτεύματος, εφόσον σωρευτικά δεν θα συνεπάγεται δομική υποχώρηση της λαϊκής κυριαρχίας, ανάσχεση της θεσμικής ροπής συνεχούς βελτίωσης της πραγματικής προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων και συρρίκνωση του κοινωνικού κράτους. Παράλληλα στην «πολιτειολογική» επιχειρηματολογία η συνταγματική πρόβλεψη «χρεοφρένου» μπορεί να μην είναι σύμφωνη με συγκεκριμένους μη αναθεωρήσιμους συνταγματικούς κανόνες ορισμένων αυστηρών κρατικών Συνταγμάτων.

Ο δημόσιος διάλογος για την νομικοποίηση ρητρών περιορισμών στο κρατικό έλλειμμα και στο κρατικό χρέος προβλέπεται έντονος, μακρύς και διεθνής. Θα έχει την οικονομική του διάσταση [83] , την πολιτική – ιδεολογική του εκφορά αλλά και την συνταγματική του προβληματική.

 

Υποσημειώσεις

[ 1 ]. Βλ. παράγραφο 2.

[ 2 ]. Ως ποιο σημείο, με ποιες προϋποθέσεις, για πόσο διάστημα.

[ 3 ]. Π.χ. αδυναμία διεθνούς δανεισμού ή δυσκολία αξιοπρεπούς και λογικού δανεισμού ενός κράτους, διόγκωση του δημόσιου ελλείμματος ενός κράτους, αδυναμία εξορθολογισμού του ύψους του δημοσίου χρέους, φυσική καταστροφή με σοβαρές οικονομικές επιπτώσεις σε ένα κράτος, οικονομικό εμπάργκο σε ένα κράτος από την διεθνή κοινότητα των κρατών, καλπάζουσα αύξηση του πληθωρισμού.

[ 4 ]. Π.χ. κραχ στον τραπεζικό ή στον κατασκευαστικό τομέα ενός κράτους ή στο χρηματιστήριο του.

[ 5 ]. Βλ. V. Tzemos, Das Unterma?verbot, 2004, σ. 71 επ.

[ 6 ]. Και ιδίως του δεύτερου.

[ 7 ]. «Χρεόφρενο» από εδώ και στο εξής για λόγους συντομίας.

[ 8 ]. http://www.consilium.europa.eu/uedocs/cms_data/docs/pressdata/el/ec/119816.pdf ιδίως σελ. 10 : «Εθνικοί δημοσιονομικοί κανόνες: Τα κράτη μέλη της ζώνης του ευρώ δεσμεύονται να μεταφέρουν στην εθνική νομοθεσία τους δημοσιονομικούς κανόνες της ΕΕ ως έχουν στο Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης. Τα κράτη μέλη θα διατηρούν την ευχέρεια επιλογής του συγκεκριμένου εθνικού νομικού μέσου που θα χρησιμοποιείται, αλλά θα εξασφαλίζουν ότι αυτό έχει επαρκώς ισχυρό δεσμευτικό και μόνιμο χαρακτήρα (π.χ. Σύνταγμα ή νόμος πλαίσιο). Η ακριβής διατύπωση του κανόνα θα αποφασίζεται επίσης από κάθε χώρα (π.χ. θα μπορούσε να λάβει τη μορφή ενός «φρένου χρέους», κανόνα σχετιζόμενου με το πρωτογενές ισοζύγιο ή κανόνα περί δαπανών), αλλά θα πρέπει να εξασφαλίζει δημοσιονομική πειθαρχία τόσο σε εθνικό όσο και σε περιφερειακό επίπεδο. Η Επιτροπή θα έχει την ευκαιρία, τηρουμένων πλήρως των προνομιών των εθνικών κοινοβουλίων, να δίνει τη γνώμη της για τον ακριβή δημοσιονομικό κανόνα πριν από τη θέσπισή του, ώστε να εξασφαλίζεται ότι είναι συμβατός και με τους ενωσιακούς κανόνες και ότι τους στηρίζει». Βλ. επίσης στα Συμπεράσματα της Συνόδου Κορυφής του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της 24ης και της 25ης Μαρτίου 2011 σε: http://www.consilium.europa.eu/uedocs/cms_Data/docs/pressdata/en/ec/120296.pdf ., το Παράρτημα Ι (σ. 14 επ.) ιδίως σ. 20.

[ 9 ]. Βλ. άρθρο 43 Συντ .

[ 10 ]. Βλ. άρθρο 50 Συντ ., σε συνδυασμό με τα άρθρα 25 και 26 Συντ .

[ 11 ]. Η αρχή της νομιμότητας, ο κανόνας «ό,τι δεν προβλέπεται από το δίκαιο ως αρμοδιότητα απαγορεύεται» ισχύει για όλες τις κρατικές εξουσίες-λειτουργίες και όχι μόνο για την εκτελεστική εξουσία.

[ 12 ]. Αυτή είναι η βάση της λειτουργίας κάθε διοικητικού οργάνου και η «προπαίδεια» του γενικού διοικητικού δικαίου. Για την αρχή της νομιμότητας της κρατικής δράσης βλ. Ε. Σπηλιωτόπουλος, Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου, 2007, σ. 93 επ., Φ. Σπυρόπουλος, Εισαγωγή στο Συνταγματικό Δίκαιο, 2006, σ. 49 επ.

[ 13 ]. Π.χ. με «ψευδοερμηνευτική» εγκύκλιο. Για τις εγκυκλίους βλ. Α. Γέροντας, Οι εγκύκλιοι, 1993, Ε. Πρεβεδούδου, Το νομικό καθεστώς των ερμηνευτικών εγκυκλίων, ΕφημΔΔ 2010, σ. 255 επ.

[ 14 ]. Την παραβίαση της αρχής της νομιμότητας δεν συγχωρούν νομικά ούτε οργανωτικές δυσχέρειες της εκτελεστικής εξουσίας.

[ 15 ]. Πόρισμα Συνηγόρου του Πολίτη με τίτλο: «Υπέρμετρη καθυστέρηση στην καταβολή του εφάπαξ βοηθήματος από το Ταμείο Προνοίας Δημοσίων Υπαλλήλων (ΤΠΔΥ) σε: www.synigoros.gr
( http://www.synigoros.gr/ygeia/docs/8428_1_PORISMA_TAMEIO_PRONOIAS_D.YPALLHLVN_12.01.2010.pdf ).

[ 16 ]. Βλ. εγκυκλίους 113/2009 και 80/2010 του ΟΑΕΕ. Αναλυτικά βλ. τα πορίσματα του Συνηγόρου του Πολίτη για την ανάγκη ανάκλησης-τροποποίησης και πάντως μη εφαρμογής των μη νόμιμων σημείων των εγκυκλίων αυτών σε: www.synigoros.gr . ( http://www.synigoros.gr/pdf_01/8563_1_Porisma113_2009_30._3_10.pdf ) και http://www.synigoros.gr/pdf_01/porisma-oaee.pdf .

[ 17 ]. Β. Τζέμος, Η διοικητική αναφορά ενώπιον του Συνηγόρου του Πολίτη και ο διαμεσολαβητικός του ρόλος, Ανεξάρτητη Αρχή 2006, σ. 9 επ.

[ 18 ]. Βλ. Ε. Φυτράκης, Τα ελεγκτικά σώματα της διοίκησης, 2010.

[ 19 ]. Για τη νομική ανάλυση του Μνημονίου βλ. Γ. Κασιμάτης, Οι Συμφωνίες Δανεισμού της Ελλάδας με την ΕΕ και το ΔΝΤ, 2010, Π. Γκλαβίνης, Το Μνημόνιο της Ελλάδος στην ευρωπαϊκή, τη διεθνή και την εθνική έννομη τάξη, 2010, Η Δίκη του «Μνημονίου», Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών, 2011, Γ. Κατρούγκαλος, Memoranda sunt servanda? ΕφημΔΔ 2/2010, σ. 157 επ., Α. Γέροντας, Το Μνημόνιο και η δικαιοπαραγωγική διαδικασία, ΕφημΔΔ 2010, σ. 705 επ., Κ. Γιαννακόπουλος, To κράτος δικαίου και η εθνική κυριαρχία μπροστά στο ΔΝΤ, ΕφημΔΔ 1/2010, σ. 2 επ., Α. Μπρεδήμας, Η «συμφωνία» δανεισμού της Ελλάδας από το ΔΝΤ: Θεσμικά και νομικά ζητήματα, Η Αυγή της 9.5.2010. Βλ. επίσης τις μελέτες του Κ. Χρυσόγονου, Η χαμένη τιμή της Ελληνικής Δημοκρατίας (δημοσιευμένη και σε ΝοΒ, 2010 σ. 1353 επ.) και Π. Παυλόπουλου, Παρατηρήσεις ως προς τη νομική φύση και τις έννομες συνέπειες του «Μνημονίου», σε: www.kratosdikaioukaimnimonio.blogspot.com. Βλ. επίσης Ι. Δρόσος, Το πολίτευμα του Μνημονίου, Α. Καϊδατζής, «Μεγάλη πολιτική» και ασθενής δικαστικός έλεγχος. Ένα σχόλιο για τις στρατηγικές τήρησης του Συντάγματος στην εποχή του «Μνημονίου», Κ. Γιαννακόπουλος, Μεταξύ εθνικής και ενωσιακής έννομης τάξης: το «Μνημόνιο» ως αναπαραγωγή της κρίσης του κράτους δικαίου, Γ. Κατρούγκαλος, Το «παρασύνταγμα» του μνημονίου και ο άλλος δρόμος, σε: www.consitutionalism.gr .

Βλ. επίσης αίτηση ακυρώσεως και προσθέτους λόγους που υπέβαλε ο ΔΣΑ, η ΑΔΕΔΥ και άλλοι φορείς και φυσικά πρόσωπα ενώπιον του ΣτΕ σε: www.dsanet.gr/Epikairothta/mnimonio/aitisi_akyr/aitisi_akirosis.pdf.

[ 20 ]. Βέβαια είναι υπαρκτή η διάκριση στις θεωρήσεις του «μνημονίου» α) ως αναγκαίου κακού ή και αναγκαίου καλού και β) ως κακής, απρόσφορης ή μη αναγκαίας πολιτικής επιλογής. Πειστικά επιχειρήματα ανταλλάσσονται εκατέρωθεν ως προς το αν το «Μνημόνιο» ήταν μονόδρομος και ως προς το αν χρειαζόταν και αναδιάρθρωση του ήδη υπάρχοντος χρέους. Επίσης διίστανται οι απόψεις ως προς το νομικό χαρακτήρα του μνημονίου, ως προς το αν ο Ν 3845/2010 έπρεπε να ψηφιστεί από την πλειοψηφία των 3/5 της Βουλής και κυρίως ως προς την συνταγματικότητα, την συμβατότητα με το πρωτογενές ευρωπαϊκό δίκαιο και το διεθνές δίκαιο των ανθρωπίνων δικαιωμάτων των ουσιαστικών ρυθμίσεων της «μνημονιακής νομοθεσίας».

[ 21 ]. Για τη Συνθήκη της Λισαβόνας βλ. Β. Τζέμος, Οι Πολιτικοί Θεσμοί της ΕΕ. Συνθήκη της Λισαβόνας, 2009.

[ 22 ]. Βλ. και Ι. Δρόσος, Το πολίτευμα του Μνημονίου, σε www.consitutionalism.gr . Γλαφυρά και εύστοχα ο Ι. Δρόσος επισημαίνει: «Θα μπορούσα να συνόψιζα την ουσία της αντιδικίας πάνω-κάτω ως εξής: στην αγωνία για τον συνταξιούχο που δεν μπορεί να ζήσει με 350 ευρώ το μήνα αντιτάχθηκε η αγωνία για την Ελλάδα που δεν μπορεί να ζήσει με 350 δις ευρώ χρέος».

[ 23 ]. Αλλά και την Ιρλανδία, την Πορτογαλία και την Ισπανία.

[ 24 ]. Μ. Σταθόπουλος, Οικονομική Ελευθερία, οικονομικό σύστημα και Σύνταγμα, ΤοΣ 1981,517, Α. Μάνεσης / Α. Μανιτάκης / Γ. Παπαδημητρίου, Η υπόθεση Ανδρεάδη και το «Οικονομικό Σύνταγμα», 1991, Δ. Καββαδά / Μ. Οικονόμου, Οικονομική κρίση: Μια νέα θεώρηση του ρόλου του Κράτους και του Οικονομικού Συντάγματος; σε: www.constitutionalism.gr ., Κ. Μαυριάς, Συνταγματικό Δίκαιο, 2004, σ. 346, Ε. Βενιζέλος, Μαθήματα Συνταγματικού Δικαίου, 2008, σ. 54 επ., G. Beaucamp, Grundzuge der Finanzverfassung, JA 1998, σ. 774 επ., R. Zippelius, M. Wurtenberger, Deutsches Staatsrecht, 2005, σ. 467 επ.

[ 25 ]. Βλ. για παράδειγμα παρ. 5,6,7 για τις συνταγματικές εξελίξεις σε Ελβετία και Γερμανία.

[ 26 ]. Οι περισσότερες από τις Συνόδους του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου τα τελευταία 2 χρόνια ασχολούνται κυρίως με την αναμόρφωση του «Οικονομικού Συντάγματος της ΕΕ».

[ 27 ]. Χαρακτηριστική είναι η αύξηση της σημασίας των συναντήσεων των G8 και G20 για τις βασικές διεθνείς εξελίξεις.

[ 28 ]. Αν και το επιχείρημα αυτό μπορεί να εκφέρεται και να τεκμηριώνεται από εντελώς διαφορετικές ιδεολογικοπολιτικές αφετηρίες.

[ 29 ]. Για τις θεμελιώδεις αρχές του σύγχρονου συνταγματισμού (άλλως οργανωτικές βάσεις του πολιτεύματος) βλ. ενδεικτικά Γ. Κασιμάτης, Συνταγματικό Δίκαιο ΙΙ, Οι λειτουργίες του κράτους, 1982, σ. 31 επ., Φ. Σπυρόπουλος, Εισαγωγή στο Συνταγματικό Δίκαιο, 2006, σ. 37 επ., Χ. Χρυσανθάκης, Εισηγήσεις Συνταγματικού Δικαίου, 2007, σ. 53 επ., Α. Παντελής, Εγχειρίδιο Συνταγματικού Δικαίου, 2007, σ. 68 επ., Ε. Βενιζέλος, Μαθήματα Συνταγματικού Δικαίου, 2008, σ. 335 επ., Κ. Μαυριάς, Συνταγματικό Δίκαιο, 2004, σ. 323 επ.

[ 30 ]. Άρθρο 126 της ΣυνθΛΕΕ. Βλ. ενδεκτικά W. Schroeder, Grundkurs Europarecht, 2009, σ. 407 επ., M. Herdegen, Europarecht, 2008, σ. 354 επ.

[ 31 ]. http://www.consilium.europa.eu/uedocs/cms_data/docs/pressdata/el/ec/119816.pdf ιδίως σελ. 10 . Βλ. επίσης τα Συμπεράσματα της Συνόδους Κορυφής του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της 24 και της 25 Μαρτίου 2011 σε: http://www.consilium.europa.eu/uedocs/cms_Data/docs/pressdata/en/ec/120296.pdf .

[ 32 ]. D. M. Primo, Constitution Is Only Way to Cut U.S. Deficit, σε: http://www.bloomberg.com/news/2011-02-25/constitution-is-only-way-to-cut-u-s-deficit-commentary-by-david-m-primo.html .

[ 33 ]. Βλ. ενδεικτικά http://www.lemonde.fr/idees/article/2010/05/21/deficits-la-formule-magique-n-existe-pas_1361029_3232 , l http://www.rp-online.de/wirtschaft/eurokrise/Schuldenbremse-nach-deutschem-Vorbild_aid_960300.html .

[ 34 ]. Άρθρο 126 παρ. 1 του Ελβετικού Συντάγματος. Βλ. http://www.admin.ch/ch/d/sr/101/a126.html . Danninger, Stephan, A New Rule: «The Swiss Debt Brake» (January 2002). IMF Working Paper, Vol. , pp. 1-27, 2002. Available at SSRN: http://ssrn.com/abstract=879354 ., Hartwig, Jochen; Kobel Rohr, Rita: Ware die schweizerische «Schuldenbremse» ein geeignetes Instrument zur Disziplinierung der Fiskalpolitik in der EU?, in: Vierteljahreshefte zur Wirtschaftsforschung, Vol. 73, No. 3, S.481-490 .

[ 35 ]. Ο ελβετικός νόμος για τον κρατικό προϋπολογισμό της 7 Οκτωβρίου 2005. Βλ. http://www.admin.ch/ch/d/sr/611_0/index.html .

[ 36 ]. Σύμφωνα με το άρθρο 159 παρ. 3 εδ. γ. του Ελβετικού Συντάγματος.

[ 37 ]. Άρθρο 126 παρ. 3 του Ελβετικού Συντάγματος.

[ 38 ]. Άρθρο 126 παρ. 4 του Ελβετικού Συντάγματος.

[ 39 ]. Άρθρο 126 παρ. 5 του Ελβετικού Συντάγματος.

[ 40 ]. Προϊσχύον άρθρο 115 παρ. 1 εδ. 2 του Γερμανικού Συντάγματος.

[ 41 ]. Προϊσχύον άρθρο 115 παρ. 1 εδ. 3 του Γερμανικού Συντάγματος.

[ 42 ]. C. Gramm, S.U. Pieper, Grundgesetz. Burgerkommentar, 2008, σ. 307-308.

[ 43 ]. Άρθρο 1 παρ. 2 του Γερμανικού νόμου για την σταθερότητα και την ανάπτυξη της γερμανικής οικονομίας της 8 Ιουνίου του 1967.

[ 44 ]. F. Kirchhof, Der notwendige Ausstieg aus der Staatsverschuldung, DVBl 2002, σ. 1539 επ., Sachverstandiganrat zur Begutachtung der gersamtwirtschaftlichen Entwicklung, Staatsverschuldung wirksam begrenzen, 2007.

[ 45 ]. Foderalismus Reform II. E. Buschert, Foderalismus Reform II, DOV 2007, σ. 89 επ., C. Gramm, S.U. Pieper, Grundgesetz. Burgerkommentar, 2008, σ. 309.

[ 46 ]. Βλ. R. Westerhoff, Schuldenbremse, aber wie?, ZRP 21010, σ. 73 επ., C. Lenz, E. Burghaber, Die neue Schuldenbremse im Grundgesetz, NJW 2009, σ. 2561 επ., C. Seiler, Consolidierung der Staatsfinanzen mithilfe der neuen Schuldenregel, JZ 2009, σ. 721 επ., J. Christ, Neue Schuldenregel fur den Gesamtstaat: zur mittelfristigen Konsolidierung der Staatsfinanzen, NVwZ 2009, σ. 1333 επ.

[ 47 ]. Bund.

[ 48 ]. Bundeslander. Για την εφαρμογή του νέου «χρεόφρενου» από τα Κρατίδια βλ. C. Gropl, Die Schuldenbremse in Hessen, Rheinland – Pfalz und im Saarland, LKRZ 2010, σ. 401 επ.

[ 49 ]. Άρθρο 109 παρ. 3 υποπ. 1. του Γερμανικού Συντάγματος.

[ 50 ]. Staatszielbestimmung.

[ 51 ]. Άρθρο 109 παρ. 3 υποπ. 2 του Γερμανικού Συντάγματος.

[ 52 ]. Άρθρο 109 παρ. 3 υποπ. 3 του Γερμανικού Συντάγματος.

[ 53 ]. Άρθρο 143d παρ. 1 εδ. 2 του Γερμανικού Συντάγματος.

[ 54 ]. Άρθρο 143d παρ. 1 εδ. 5 του Γερμανικού Συντάγματος.

[ 55 ]. Άρθρο 143d παρ. 1 εδ. 3 του Γερμανικού Συντάγματος.

[ 56 ]. Άρθρο 143d παρ. 1 εδ. 4, 6 και 7 του Γερμανικού Συντάγματος.

[ 57 ]. Άρθρο 143d παρ. 1 εδ. 8 του Γερμανικού Συντάγματος.

[ 58 ]. Άρθρο 109 παρ. 2 του Γερμανικού Συντάγματος.

[ 59 ]. Βλ. ενδεικτικά Β. Τζέμος, Η δεσμευτικότητα και η αγωγιμότητα των θεμελιωδών κοινωνικών δικαιωμάτων, Άρθρο υπό δημοσίευση (2011) στο βιβλίο του 3ου Συνεδρίου Διοικητικών Επιστημόνων «Διοίκηση και Δημοκρατία: Ποιότητα, Αποτελεσματικότητα, Νομιμοποίηση» που έλαβε χώρα 8-10 Οκτωβρίου 2009 στην Κρήτη, ο ίδιος, The social function of human rights, 2007 (Άρθρο δημοσιευμένο στην ιστοσελίδα του Παγκοσμίου Συνεδρίου Συνταγματικού Δικαίου (www.enelsyn.gr )., Ξ. Κοντιάδης, Το κανονιστικό περιεχόμενο των κοινωνικών δικαιωμάτων κατά τη νομολογία του ΣτΕ, σε: Τιμητικό Τόμο του ΣτΕ, 75 χρόνια ΣτΕ, 2004, σ. 267 επ. Βλ. επίσης τις μελέτες σε: J. Iliopoulos-Strangas (επιμ.), La protection des droits sociaux fondamentaux dans les Έtats de l’ Union Europeenne, 2000, σε: Γ. Σωτηρέλης, Χ. Τσαϊτουρίδης, (επιμ.), Τα Κοινωνικά Δικαιώματα, 2007, σε: N. Αλιμπραντής (επιμ.), Τα κοινωνικά δικαιώματα σε υπερεθνικό επίπεδο ανά τον κόσμο. Προκλήσεις και προοπτικές, 2008 και σε: Σ. Βλαχόπουλος (επιμ.)., Η κοινωνική προστασία στο Ευρωπαϊκό Δίκαιο, 2009. Βλ. επίσης R. Arango. Der Begriff der sozialen Grundrechte, 2001, Γ. Κατρούγκαλος, Tα Κοινωνικά Δικαιώματα, 2006, J. Lucke, Soziale Grundrechte als Staatszielbestimmungen und Gesetzgebungsauftrage, AoR 1982, σ. 15 επ., E. Bockenforde (επιμ.), Soziale Grundrechte, 1981, J. Isensee, Verfassung ohne Soziale Grundrechte, Der Staat 1980, σ. 382 επ., Γ. Λεβέντης, Τα κοινωνικά δικαιώματα του πολίτη, ΤοΣ 1976, σ. 121 επ., D. Feldman, Civil Liberties and Human Rights in England and Wales, 2002, σ. 113 επ., R. Ergec, Introduction au Droit Public, Tome II, Les droits et libertes, 2003, σ. 217 επ.

[ 60 ]. Σε αυτό εστιάζει και επιμένει και η πολύ σημαντική απόφαση «Λισαβόνα» του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου ελέγχοντας την συμβατότητα της Συνθήκης της Λισαβόνας με το γερμανικό συνταγματικό πλαίσιο και ιδίως με την δημοκρατική αρχή. Βλ. σχετικά Β. Τζέμος, H απόφαση «Λισαβόνα» του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου: Μια νέα ευρωπαϊκή πολιτειολογία, Εφαρμογές Δημοσίου Δικαίου, ΙΙΙ/2009.

[ 61 ]. Γ. Κασιμάτης, Μελέτες ΙΙΙ, 1974 -1999, σ. 2000, σ. 213 επ., Α. Παπακωνσταντίνου, Κοινωνική Δημοκρατία και Κοινωνικό Κράτος Δικαίου, 2006.

[ 62 ]. Έτσι και Γ. Κασιμάτης, Μελέτες ΙΙΙ, 1974-1999, σ. 2000, σ. 343, Δ. Τσάτσος, ό.π., σ. 58, Φ. Σπυρόπουλος, ό.π. σ. 35 επ.

[ 63 ]. Για τους θεμιτούς περιορισμούς της δημοκρατικής αρχής βλ. Δ. Τσάτσος, Συνταγματικό Δίκαιο, Τόμος Β, 1993, σ. 77 επ., Α. Μάνεσης, Εγγυήσεις ΙΙ, σ. 93.

[ 64 ]. Βλ. Γ. Κασιμάτης, ό.π. σ. 40, Δ. Τσάτσος, ό.π. σ. 71 για την χρονικά περιορισμένη ισχύ της θεσμικής έκφρασης του εκλογικού σώματος ως δομικού στοιχείου της δημοκρατικής αρχής.

[ 65 ]. Οπότε και δεν θα υλοποιήσει τις πολιτικές της δεσμεύσεις π.χ. για αύξηση του ποσοστού του ΑΕΠ που θα χρησιμοποιηθεί από τον προϋπολογισμό για την παιδεία.

[ 66 ]. Π.χ. υπέρμετρη φορολόγηση, μειώσεις μισθών. Για τις σοβαρές μειώσεις μισθών που έλαβαν χώρα στην Ελλάδα ενόψει της κρατικής κρίσης δανεισμού βλ. Β. Τζέμος, Μονομερής μείωση μισθών: Αντίθετη στο Σύνταγμα και στο Ευρωπαϊκό Δίκαιο, Ελευθεροτυπία της 3.3.2010.

[ 67 ]. Υπάρχει σημαντική μερίδα του εκλογικού σώματος που υποστηρίζει με την ψήφο του σταθερά κάποιο κόμμα εξουσίας ανεξάρτητα από το περιεχόμενο των πολιτικών του προτάσεων, ή την συνέπειά του κόμματος (αν αυτό είναι κόμμα εξουσίας) μετά τις εκλογές.

[ 68 ]. Για τη δημοκρατία ως πλειοψηφική αρχή σε διαρκή σχέση με την προστασία της μειοψηφίας και τη διαρκή κατοχύρωση πραγματικών ευκαιριών να γίνει στο μέλλον πλειοψηφία βλ. Δ. Τσάτσος, ό.π., σ. 58, K. Hesse, Grundzuge des Verfassungsrechts, 1992, σ. 61.

[ 69 ]. Για την ασυμβατότητα με την ουσία της δημοκρατικής αρχής της «επιβολής δημοκρατίας εκ των άνω» και της λειτουργίας του σχήματος «παραγωγής πολιτικής βούλησης εκ των κάτω προς τα άνω από την λαϊκή βούληση, προς το νομοθετικό σώμα και από το νομοθετικό σώμα προς την Κυβέρνηση και τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας» βλ. Γ. Κασιμάτης, ό.π., σ. 36 και Δ. Τσάτσο, ό.π. σ. 64.

[ 70 ]. Βλ. Κ. Χρυσόγονος, Ατομικά και Κοινωνικά Δικαιώματα, 2006, σ. 192, απόφαση 50, 296/300 του Ομοσπονδιακού Γερμανικού Συνταγματικού Δικαστηρίου.

[ 71 ]. Βλ. ενδεικτικά Α. Μανιτάκης, Κράτος Δικαίου και δικαστικός έλεγχος της συνταγματικότητας, 1994, Π. Παραράς, Το Σύνταγμα του 1975, Corpus I, 1985, σ. 8, ο ίδιος, Σύνταγμα και ΕΣΔΑ, 2001, σ. 11, Κ. Δεσποτόπουλος, Η έννοια του κράτους δικαίου ΝοΒ 1975, σ. 577 επ.

[ 72 ]. Για τις ιδιωτικές εξουσίες βλ. Β. Τζέμος, Ο «Βασικός Μέτοχος», 2006, σ. 208 επ.

[ 73 ]. Α. Μανιτάκης, Συνταγματικό δίκαιο: O λόγος της εξουσίας και ο αντίλογός του, Αρμ. 1985, σ. 10 επ., Φ. Σπυρόπουλος, Εισαγωγή στο Συνταγματικό Δίκαιο, 2006, σ. 28.

[ 74 ]. Για την αρχή της αναλογικότητας βλ. V. Tzemos, Das Unterma?verbot, 2004, ο ίδιος, Modern legal battles and their referee: The principle of proportionality, Βιβλίο του Διεθνούς Συνεδρίου E – Democracy, (που έλαβε χώρα στην Αθήνα 23-25 Σεπτεμβρίου 2009), 2010, σ. 54 επ., ο ίδιος, Η αρχή της αναλογικότητας στο Ευρωπαϊκό Δίκαιο, σε: Γ. Καλλιμόπολος, Ν. Κλαμαρής (επιμ.) 2ο Συνέδριο Ευρωπαίων Νομικών που έγινε στην Αθήνα το 2003, 2009, σ. 402 επ., G. Gerapetritis, Proportionality in administrative law, 1997, S. Tsakyrakis, Proportionality: An Assault on Human Rights, σε: www.constitutionalism.gr . και Σ. Ορφανουδάκης, Η αρχή της αναλογικότητας, 2003.

[ 75 ]. Μ. Παπαδημητρίου, Συνταγματική ρήτρα σωφροσύνης, Καθημερινή της 27.2.2011, D. M. Primo, Constitution Is Only Way to Cut U.S. Deficit: David M. Primo, σε: http://www.bloomberg.com/news/2011-02-25/constitution-is-only-way-to-cut-u-s-deficit-commentary-by-david-m-primo.html .

[ 76 ]. Υπήρξε και στην Γερμανία αντίλογος ειδικά από το κόμματα της Αριστεράς (Die Linke) και των Πρασίνων. Σε ορισμένα κρατίδια υπάρχει ακόμα σθεναρή αντίδραση για την υιοθέτηση του «χρεοφρένου» σε επίπεδο Συνταγμάτων του Κρατιδίου.

[ 77 ]. C. Gropl, Die Schuldembremse in Hessen, Rheinland- Pfalz und im Saarland, LKRZ 2010, σ. 401 επ. (402).

[ 78 ]. «Oι διατάξεις του Συντάγματος υπόκεινται σε αναθεώρηση, εκτός από εκείνες που καθορίζουν τη βάση και τη μορφή του πολιτεύματος, ως Προεδρευόμενης Kοινοβουλευτικής Δημοκρατίας…».

[ 79 ]. «Oι διατάξεις του Συντάγματος υπόκεινται σε αναθεώρηση, εκτός … από τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 4 παρ. 1, 4 και 7, 5 παρ. 1 και 3, 13 παρ. 1 και 26.»

[ 80 ]. Άρθρο 79 παρ. 3 του Ομοσπονδιακού Γερμανικού Συντάγματος. Βλ. Zippelius, Wurtenberger, Deutsches Staatsrecht, 2005, σ.48 επ., J. Ipsen, Staatsrecht I, 2009, σ. 23.

[ 81 ]. Από 27.1.2010 προσφυγή. Βλ. C. Gropl, Die Schuldembremse in Hessen, Rheinland- Pfalz und im Saarland, LKRZ 2010, σ. 401 επ. (403).

[ 82 ]. Ο δεύτερος πυλώνας «πρωταρχία των θεμελιωδών δικαιωμάτων» συμπυκνώνει νοηματικά φιλελεύθερο κράτος δικαίου και κοινωνικό κράτος. Συγκροτεί αυτό που ονομάζεται κοινωνικό κράτος δικαίου.

[ 83 ]. Απαραίτητη είναι η σαφής γνώση της οικονομικής κατάστασης και των οικονομικών προοπτικών κάθε κράτους πριν την υιοθέτηση μιας συγκεκριμένης μορφής κρατικού (συνταγματικού, νομοθετικού, πολιτικού) δημοσιονομικού (στο χρέος, στο έλλειμμα, στις δημόσιες δαπάνες ή συνδυαστικού) φρένου.

Σκέψεις για τη συνταγματική μεταρρύθμισης του διοικητικού συστήματος

Μιχαλης Πικραμενος, Λεκτορας Νομικης ΑΠΘ, Παρεδρος ΣτΕ
Στο Σύνταγμα καθιερώνεται ο ενιαίος ( μη ομοσπονδιακός χαρακτήρας) χαρακτήρας του ελληνικού κράτους. Η γενική πολιτική της χώρας καθο-ρίζεται και κατευθύνεται από την κυβέρνηση η οποία διαθέτει την εμπι-στοσύνη της βουλής. Το υπουργικό συμβούλιο, ως συλλογικό όργανο απαρτιζόμενο από τον πρωθυπουργό και τους υπουργούς, έχει την αρμοδιότητα χάραξης της δημόσιας πολιτικής σε όλους τους τομείς κρατικής δράσης για ολόκληρη την επικράτεια, ενώ ο πρωθυπουργός εξασφαλίζει την ενότητα της κυβέρνησης και κατευθύνει τις ενέργειες της καθώς και των δημοσίων υπηρεσιών για την εφαρμογή της κυβερνητικής πολιτικής.
Η κατοχύρωση του ενιαίου της κρατικής οντότητας συνδυάζεται με την πρόβλεψη από το συντακτικό νομοθέτη των συστημάτων της διοικητικής αποκέντρωσης και της τοπικής αυτοδιοίκησης. Σκοπός της συνταγμα-τικής κατοχύρωσης αυτών των συστημάτων είναι το ενιαίο της κρατικής οντότητας να μην ταυτίζεται με το συγκεντρωτικό κράτος αλλά να είναι δυνατή η μεταφορά αρμοδιοτήτων από το κέντρο στην περιφέρεια. Το σύστημα της αυτοδιοίκησης, όπως και αυτό της αποκέντρωσης, δεν σημαίνει αυτονομία για τους αυτοδιοικούμενους οργανισμούς. Δηλαδή οι αυτοδιοικούμενοι οργανισμοί δεν έχουν από το Σύνταγμα τη δυνατότητα να θέτουν πρωτεύοντες κανόνες δικαίου αλλά μόνο να ρυθμίζουν ειδικότερα θέματα ή με χαρακτήρα τεχνικό ή λεπτομερειακό εντός των ορίων της κατά το άρθρο 43 παρ. 2 του Συντάγματος νομοθετικής εξουσιοδότησης.
Ειδική περίπτωση αποτελεί η συνταγματική πρόβλεψη της πανεπιστημιακής αυτοδιοίκησης, ως μορφή καθ’ ύλην αυτοδιοίκησης, η οποία εξυπηρετεί πρωτίστως την ακαδημαϊκή ελευθερία. Δεν αποκλείεται όμως από το Σύνταγμα η σύσταση με πρωτοβουλία του κοινού νομοθέτη και άλλων καθ’ ύλην αυτοδιοικούμενων οργανισμών σε διάφορους τομείς χωρίς να υφίστανται δεσμεύσεις ως προς την μορφή της διοίκησης ή την έκταση της αυτοδιοίκησής τους.
Στο πλαίσιο της εκτελεστικής λειτουργίας έχουν συσταθεί είτε από το Σύνταγμα είτε από τον κοινό νομοθέτη οι ανεξάρτητες διοικητικές αρχές που αποτελούν μια νέα εξέλιξη στην οργάνωση του διοικητικού μας συ-στήματος. Δεν διαθέτουν όλα τα χαρακτηριστικά ενός αυτοδιοικούμενου οργανισμού, εφόσον δεν έχουν δική τους νομική προσωπικότητα και περιουσιακή αυτοτέλεια, αλλά τα όργανα διοίκησής τους απολαμβάνουν εγγυήσεων ανεξαρτησίας και στελεχώνονται με δικό τους προσωπικό. Οι αρχές αυτές έχουν κατά βάση ελεγκτικές αρμοδιότητες επί ορισμένης κρατικής ύλης. Δεν συνιστούν έκφραση της αρχής της αποκέντρωσης, υπό την έννοια της μεταφοράς αρμοδιοτήτων από το κέντρο στην περι-φέρεια, αλλά της αρχής της εξειδίκευσης της κρατικής δράσης εφόσον ο δικαιολογητικός σκοπός τους είναι η αντικειμενική και αξιόπιστη διεκπεραίωση σοβαρών κρατικών υποθέσεων με ιδιαίτερα χαρακτηρι-στικά.
Με βάση το ανωτέρω σχήμα του διοικητικού συστήματος έχει δημιουρ-γηθεί ένας κορμός κεντρικών και περιφερειακών κρατικών υπηρεσιών που υπάγονται στο νομικό πρόσωπο του κράτους και θεραπεύουν κρατικές υποθέσεις. Στο άρθρο 101 παρ. 1 του Συντάγματος καθιερώνεται το αποκεντρωτικό σύστημα οργάνωσης του κράτους, η πρόβλεψη δε αυτή εξειδικεύεται με την παρ.3 του ίδιου άρθρου σύμφωνα με την οποία τα περιφερειακά κρατικά όργανα διαθέτουν γενική αποφασιστική αρμοδιότητα για τις υποθέσεις της περιφέρειάς τους ενώ τα κεντρικά όργανα, εκτός από ειδικές αρμοδιότητες, έχουν τη γενική κατεύθυνση, το συντονισμό και τον έλεγχο νομιμότητας των πράξεων των περιφερειακών οργάνων. Με τις ρυθμίσεις αυτές γίνεται διάκριση μεταξύ υποθέσεων κεντρικής αφενός και περιφερειακής αφετέρου κρατικής αρμοδιότητας. Ζήτημα ανακύπτει ως προς τα όρια της κατανομής των κρατικών αρμοδιοτήτων μεταξύ κεντρικών και περιφερειακών οργάνων. Κρίσιμη για την επίλυση του ζητήματος είναι η διατύπωση του ανωτέρω δευτέρου εδαφίου της παραγράφου 3 του άρθρου 101 του Συντάγματος που, κατά την ορθότερη άποψη, καθιερώνει τεκμήριο υπέρ των περιφερειακών κρατικών οργάνων ως προς τις εκτελεστικές αρμοδιότητες, ήτοι εκείνες που συνιστούν εφαρμογή της κρατικής πολιτικής, ενώ τα κεντρικά κρατικά όργανα διατηρούν αρμοδιότητες γενικής κατεύθυνσης και συντονισμού, δηλαδή τις επιτελικού χαρακτήρα αρμοδιότητες, στο πλαίσιο δε αυτό περιορίζονται σε έλεγχο νομιμότητας των πράξεων των περιφερειακών οργάνων. Έτσι, οι «ειδικές αρμοδιότητες» που παραμένουν στα κεντρικά όργανα του κράτους αφορούν πρωτίστως ζητήματα που είτε από τη φύση τους είναι γενικότερης σημασίας είτε έχουν έναν διαπεριφερειακό χαρακτήρα και συνεπώς εκφεύγουν από τα όρια της κρατικής περιφέρειας.
Με βάση τα προεκτεθέντα παρατηρούνται τα εξής: α) κατοχυρώνεται ως υποχρεωτική η κρατική παρουσία τόσο στο κέντρο όσο και στην περιφέρεια, β) τα κεντρικά κρατικά όργανα έχουν κατά κανόνα επιτελικές αρμοδιότητες και τα περιφερειακά κρατικά όργανα εκτελεστικές αρμοδιότητες. Επομένως το ισχύον Σύνταγμα δεν επιτρέπει την κατάργηση των περιφερειακών κρατικών οργάνων και την μεταφορά των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων που αυτά ασκούν σε άλλα όργανα εκτός του νομικού προσώπου του κράτους. Τούτο σημαίνει ότι το κράτος υπό το ισχύον Σύνταγμα δεν μπορεί να αναλάβει αμιγώς επιτελικό ρόλο και να ενισχυθεί ο εκτελεστικός ρόλος της τοπικής αυτοδιοίκησης. Αυτή η ανελαστικότητα των ισχυουσών συνταγματικών διατάξεων του άρθρου 101 παρ. 1 και 3 αποτελεί σοβαρό εμπόδιο για την αναδιοργάνωση της Διοίκησης προς αντιμετώπιση των διαρκώς μεταβαλλόμενων κοινωνι-κών, πολιτικών και οικονομικών συνθηκών.
Ως εκ τούτου επιβάλλεται η αναθεώρηση των ανωτέρω διατάξεων προκειμένου να παρασχεθεί η ευχέρεια στον κοινό νομοθέτη να διαμορφώνει το διοικητικό σχήμα ανάλογα με τις εκάστοτε ανάγκες. Ειδικότερα, στο πλαίσιο αυτό θα μπορούσε να προβλεφθεί ότι τα κεντρικά όργανα έχουν επιτελικές αρμοδιότητες που συνίστανται στη γενική κατεύθυνση και το συντονισμό των γενικών κρατικών υποθέσεων, κατ’ εξαίρεση δε ασκούν ειδικές αρμοδιότητες όταν επιβάλλεται από τη φύση των υποθέσεων που αφορούν τον σκληρό πυρήνα του κράτους ή έχουν διαπεριφερειακό χαρακτήρα, ενώ η σύσταση περιφερειακών κρατικών οργάνων επαφίεται στον κοινό νομοθέτη ο οποίος μπορεί να αναθέτει σ’ αυτά εκτελεστικές αρμοδιότητες, που ασκούν στη χωρική τους έκταση, οι οποίες λόγω της φύσης και των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών τους δεν μπορούν να ανατεθούν στην τοπική αυτοδιοίκηση. Με την προτεινόμενη ρύθμιση κατοχυρώνεται ο επιτελικός ρόλος της κεντρικής διοίκησης, ενισχύεται ο ρόλος της τοπικής αυτοδιοίκησης και ταυτόχρονα παρέχεται η δυνατότητα στο νομοθέτη να συστήνει αποκεντρωμένα κρατικά όργανα όταν κρίνει ότι τούτο επιβάλλεται προς θεραπεία των υφιστάμενων αναγκών. Παράλληλα τα κεντρικά όργανα, δια των περιφερειακών τους υπηρεσιών, θα εξακολουθούν να ασκούν αρμοδιότητες που συνδέονται με τον σκληρό πυρήνα του κράτους (φορολογία, δημόσια τάξη, εθνική άμυνα, δικαιοσύνη). Είναι αυτονόητο ότι η αναβάθμιση του ρόλου της τοπικής αυτοδιοίκηση επιτάσσει την ύπαρξη της κρατικής εποπτείας η οποία ασκείται είτε από τα κεντρικά είτε από τα αποκεντρωμένα όργανα του κράτους κατά τρόπο που να διασφαλίζεται σοβαρός και αξιόπιστος έλεγχος νομιμότητας των πράξεων των πρωτοβάθμιων και δευτεροβάθ-μιων ο.τ.α. Η προτεινόμενη μεταβολή επιβάλλεται, ιδίως, μετά την καθιέρωση από το ν. 3852/2010 των Περιφερειών οι οποίες αποτελούν μεγάλους και ισχυρούς οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης ευρείας χωρικής αρμοδιότητας που φιλοδοξούν να αναδειχθούν σε βασικούς πόλους ανάπτυξης κατά τα ευρωπαϊκά πρότυπα.
Σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, μορφή διοικητικής οργάνωσης, μη κατοχυρωμένη από το Σύνταγμα, είναι η σύσταση καθ’ ύλην αυτοδιοικούμενων οργανισμών που αποτελούν νομικά πρόσωπα είτε δημοσίου είτε ιδιωτικού δικαίου με αποστολή τη θεραπεία τομέων της κρατικής δράσης μεταξύ των οποίων και η παροχή υπηρεσιών ζωτικής σημασίας για το κοινωνικό σύνολο. Αυτή η μορφή αυτοδιοίκησης αποτελεί τεχνική μεταφοράς αρμοδιοτήτων από το νομικό πρόσωπο του κράτους σε άλλα νομικά πρόσωπα τα οποία διαθέτουν μεν διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια πλην δεν διαθέτουν άλλες εγγυήσεις, όπως οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης και τα ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα, ως προς την έκταση της ασκούμενης επ’ αυτών κρατικής εποπτείας ή ως προς τις εγγυήσεις ανεξαρτησίας των οργάνων διοίκησής τους έναντι της κρατικής εξουσίας. Στην πραγματικότητα τα όργανα διοίκησης αυτών των οργανισμών συγκροτούνται από πρόσωπα που έχουν σχέσεις πολιτικής εμπιστοσύνης με την εκάστοτε κυβέρνηση, πολλές φορές μάλιστα είναι κομματικοί παράγοντες του κυβερνώντος κόμματος ή αποτυχόντες υποψήφιοι βουλευτές, που αναλαμβάνουν να εφαρμόσουν την κυβερνητική πολιτική στον τομέα ευθύνης τους. Περαιτέρω η εποπτεία του κράτους επ’ αυτών δεν οριοθετείται σε επίπεδο νομιμότητας αλλά εκτείνεται και επί της σκοπιμότητας της δράσης τους, δίδοντας έτσι τη δυνατότητα στον εποπτεύοντα υπουργό να επεμβαίνει αποφασιστικά στην οργάνωση και λειτουργία τους. Να σημειωθεί ότι στους καθ’ ύλην αυτοδιοικούμενους οργανισμούς περι-λαμβάνεται ποικιλία νομικών προσώπων με ιδιαίτερη σημασία για την καθημερινή ζωή του πολίτη, όπως είναι τα νοσοκομεία, οι οργανισμοί κοινωνικής ασφάλισης, οι δημόσιες επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας κλπ.
Η εμπειρία των τελευταίων ετών απέδειξε ότι οι καθ’ ύλην αυτοδιοικούμενοι οργανισμοί δεν μπόρεσαν, σε γενικές γραμμές, να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις των καιρών ενώ υπήρξαν και περιπτώσεις εκτεταμένης κακοδιαχείρισης και σπατάλης του δημοσίου χρήματος. Οι αιτίες της αποτυχίας αυτού του μοντέλου διοίκησης είναι πολλές. Μια από τις σοβαρότερες αιτίες είναι άμεση εξάρτηση των οργάνων διοίκησης των καθ’ ύλην αυτοδιοικούμενων οργανισμών με το εκάστοτε κυβερνών κόμμα Η τοποθέτηση προσώπων ως επικεφαλής αυτών των οργανισμών με κριτήρια προεχόντως κομματικά έχει ως συνέπεια η διοίκηση να ασκείται, συχνά, με ερασιτεχνικό τρόπο ή οι διοικούντες να επιδιώκουν σκοπούς μη σχετιζόμενους με το δημόσιο συμφέρον. Με τα δεδομένα αυτά καθίσταται σαφές ότι το σύστημα της καθ’ ύλην αυτοδιοίκησης χρειάζεται διορθωτικές παρεμβάσεις προς την κατεύθυνση της διασφάλισης εγγυήσεων για την εύρυθμη και χρηστή διοίκηση των οργανισμών που υπάγονται στο πεδίο της.
Είναι προφανές ότι στο πολυδιάστατο τοπίο της καθ’ ύλην αυτοδιοίκησης δεν φαίνεται ορθό να θεσπίζονται σε συνταγματικό επίπεδο πολλαπλές δεσμεύσεις ως προς την οργάνωση και λειτουργία αυτών των οργανισμών διότι ο κοινός νομοθέτης πρέπει να έχει ευχέρεια κατά την επιλογή των καταλληλότερων σχημάτων προς θεραπεία του δημοσίου συμφέροντος. Από την άλλη πλευρά διαπιστώνεται ότι ο συνταγματικός νομοθέτης «αναγνωρίζει» την ύπαρξη της καθ’ ύλην αυτοδιοίκησης σε ορισμένες διατάξεις που δεν υπάγονται στο κρίσιμο κεφάλαιο για την οργάνωση της Διοίκησης, όπως είναι το άρθρο 23 παρ. 2 που ορίζει τα του δικαιώματος απεργίας των υπαλλήλων κάθε μορφής επιχειρήσεων δημοσίου χαρακτήρα ή κοινής ωφέλειας που η λειτουργία τους έχει ζωτική σημασία για την εξυπηρέτηση βασικών αναγκών του κοινωνικού συνόλου καθώς και το άρθρο 106 παρ. 3 όπου επίσης γίνεται λόγος για επιχειρήσεις με ζωτική σημασία για την αξιοποίηση των πηγών του εθνικού πλούτου ή έχουν ως κύριο σκοπό την παροχή υπηρεσιών στο κοινωνικό σύνολο οι οποίες μπορεί να περιέλθουν, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, στο Δημόσιο. Ρύθμιση που «αναγνωρίζει» την καθ’ ύλην αυτοδιοίκηση επισημαίνεται και στο άρθρο 103 παρ. 7 του Συντάγματος το οποίο εντάσσεται στο κεφάλαιο για τη Διοίκηση και προβλέπει ότι η πρόσληψη υπαλλήλων στον ευρύτερο δημόσιο τομέα υπόκειται στον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής.
Σύμφωνα με τα ανωτέρω στο ευρύτατο τοπίο των καθ’ ύλην αυτοδιοικούμενων οργανισμών εμπίπτουν, μεταξύ των άλλων, δημόσιες επιχειρήσεις που επιδιώκουν το δημόσιο σκοπό της διασφάλισης στο κοινωνικό σύνολο εκείνων των ζωτικών αγαθών χωρίς τα οποία δεν υφίστανται οι ομαλοί όροι για την κατά τα σύγχρονα κριτήρια αξιοπρεπή διαβίωση του ανθρώπου και την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας και δραστηριότητάς του κατά τα άρθρα 2 παρ. 1 και 5 παρ.1 του Συντάγ-ματος. Οι σύγχρονες εξελίξεις έχουν οδηγήσει πολλές από αυτές τις επιχειρήσεις σε προχωρημένες μορφές ιδιωτικοποίησης, με περαιτέρω συνέπεια το κράτος να μεταβάλλεται από ιδιοκτήτη σε επόπτη, προς όφελος του ρόλου των ιδιωτών που καθορίζουν εν πολλοίς τις τύχες τους. Αυτή η νέα πραγματικότητα, που έχει προκύψει λόγω των νέων αντιλήψεων στο διεθνές και ευρωπαϊκό οικονομικό περιβάλλον, δεν αποτυπώνεται στο ισχύον Σύνταγμα.
Έχοντας υπόψη τις νέες συνθήκες που έχουν επικρατήσει στο διοικητικό σύστημα της χώρας στο επίπεδο της καθ’ ύλην αυτοδιοίκησης κρίνεται αναγκαίο να διατυπωθούν λιτοί συνταγματικοί ορισμοί που θα περιέχουν δέσμη ελάχιστων εγγυήσεων της οργάνωσης και λειτουργίας τους. Υπό το πρίσμα αυτό θα μπορούσε να ορισθεί ότι: α) Ο νομοθέτης έχει την ευχέρεια να αναθέτει τομείς της κρατικής δράσης καθώς και την παροχή ζωτικών αγαθών για το κοινωνικό σύνολο σε δημόσια νομικά πρόσωπα τα οποία διαθέτουν διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια. β) Όταν το κράτος διορίζει τα όργανα διοίκησης των δημοσίων νομικών προσώπων οφείλει να τηρεί ειδική διαδικασία επιλογής που διασφαλίζει τις αρχές της αξιοκρατίας και της διαφάνειας. γ) Το κράτος ασκεί εποπτεία στα δημόσια νομικά πρόσωπα με σκοπό τη διασφάλιση της χρηστής και εύρυθμης λειτουργίας τους προς όφελος του κοινωνικού συνόλου. δ) Με νόμο ορίζονται ειδικές διαδικασίες ελέγχου των οικονομικών των δημοσίων νομικών προσώπων.
Όπως έχει ήδη αναφερθεί, οι αυτοδιοικούμενοι οργανισμοί δεν διαθέτουν αυτονομία ακόμα και όταν έχουν θεσπιστεί γι’ αυτούς εγγυήσεις ανεξαρτησίας όπως για τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και για τα ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα. Η εισαγωγή στη συνταγματική μας τάξη της αρχής της αυτονομίας για τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης προϋποθέτει ριζική αναθεώρηση δέσμης διατάξεων με σοβαρές επιπτώσεις στη γενικότερη λειτουργία του κράτους. Δεν φαίνεται να είναι λύση η οποία ταιριάζει, στην παρούσα τουλάχιστον φάση, στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της ελληνικής επικράτειας.
Η αυτονομία θα μπορούσε πάντως να δοκιμασθεί στο πεδίο των πανεπιστημίων, έστω για ορισμένο κύκλο θεμάτων, που θα τους έδινε τη δυνατότητα να απελευθερωθούν από την ισοπεδωτική ομοιομορφία και να καταστεί έτσι πιο ευλύγιστη η οργάνωση και λειτουργία τους, προσαρμοσμένη στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους. Υπό το ισχύον συνταγματικό πλαίσιο οι οργανισμοί των πανεπιστημίων λαμβάνουν την μορφή του προεδρικού διατάγματος ενώ τα προσόντα των μελών Δ.Ε.Π., η διαδικασία εκλογής, η οργάνωση των ακαδημαϊκών μονάδων, η συμμετοχή εξωτερικών μελών σε διοικητικές ή άλλες διαδικασίες ανήκουν αποκλειστικά στην εξουσία του κοινού νομοθέτη χωρίς οποιαδήποτε ευχέρεια παρεμβολής του πανεπιστημίου. Εδώ απαιτείται μια προσεκτική παρέμβαση του συνταγματικού νομοθέτη μέσα στο ευρύτερο πλαίσιο μεταβολής του άρθρου 16 του Συντάγματος προς την κατεύθυνση του περιορισμού των δεσμεύσεων για την οργάνωση των δημόσιων α.ε.ι.
Απαραίτητη προϋπόθεση για να λειτουργήσει ομαλά το διοικητικό σύστημα της χώρας είναι η διαμόρφωση αξιόπιστης δημόσιας διοίκησης που να είναι σε θέση να ανταποκριθεί στην αποστολή της. Τα τελευταία χρόνια έχει ανοίξει μια μεγάλη συζήτηση σχετικά με τις αγκυλώσεις που προκαλεί η μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων και έχει προβληθεί ως λύση των προβλημάτων που ταλανίζουν τη χώρα η κατάργησή της. Είναι αμφίβολο κατά πόσο ο θεσμός της μονιμότητας είναι αυτός που παρεμποδίζει τον εκσυγχρονισμό και την αποτελεσματικότητα της δημόσιας διοίκησης και εν γένει του κράτους διότι τα προβλήματα γεννώνται πρωτίστως από τον ανορθολογικό τρόπο κατανομής του προσωπικού και τη γραφειοκρατική οργάνωση των δημοσίων υπηρεσιών. Άλλωστε η μονιμότητα δεν εμποδίζει ούτε την κατάργηση θέσεων ή υπηρεσιών ούτε την μεταφορά υπαλλήλων από υπηρεσίες με υπεράριθμο προσωπικό σε άλλες με ιδιαίτερες ανάγκες.
Μια μελλοντική συνταγματική μεταρρύθμιση του άρθρου 103 πρέπει να κατοχυρώσει, κατά τρόπο σαφή και ορθολογικό, τις κατηγορίες υπαλλήλων που στελεχώνουν τη δημόσια διοίκηση σε σχέση με τις υπηρεσίες στις οποίες υπηρετούν. Έτσι, οι τακτικοί δημόσιοι υπάλληλοι που διέπονται από το θεσμό της μονιμότητας, καταλαμβάνουν, κατά κανόνα, τις θέσεις των κεντρικών υπηρεσιών του κράτους οι οποίες επωμίζονται, κατά τα προεκτεθέντα, τις επιτελικές κρατικές αρμοδιότητες. Οι υπάλληλοι αυτοί αποτελούν τη βάση της δημόσιας διοίκησης και διασφαλίζουν τη συνέχεια του κράτους υπό την έννοια ότι έχουν γνώση των δημοσίων πολιτικών που εφαρμόζονται διαχρονικά στη χώρα και μπορούν να αντιμετωπίσουν καταστάσεις κρίσεων ή ακόμα και να συμβάλλουν, ιδίως σε τεχνικό επίπεδο, κατά την επεξεργασία νέων πολιτικών από την εκάστοτε κυβέρνηση. Στην υπόλοιπη δημόσια διοίκηση οι θέσεις καλύπτονται με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου. Ο νομοθέτης μπορεί επίσης να προβλέπει το διορισμό επί θητεία υπαλλήλων, που περιβάλλονται από τις εγγυήσεις μονιμότητας κατά το διάστημα που υπηρετούν, σε θέσεις με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά οι οποίες απαιτούν ειδικά προσόντα και ικανότητες καθώς και μετακλητών υπαλλήλων σε θέσεις πολιτικής εμπιστοσύνης.
Από την παρουσίαση που προηγήθηκε, καθίσταται σαφές ότι ανακύπτει σοβαρή ανάγκη αναδιάρθρωσης του διοικητικού συστήματος της χώρας προς την κατεύθυνση της δημιουργίας νέων δομών προσαρμοσμένων στις σύγχρονες συνθήκες. Με τις προτεινόμενες μεταβολές αίρονται ή αμβλύνονται ισχυρές συνταγματικές δεσμεύσεις που κωλύουν τον κοινό νομοθέτη να κινηθεί με ευχέρεια κατά την επιλογή περισσότερων λύσεων.

Εμβάθυνση της Δημοκρατίας και αναζωογόνηση του πολιτικού συστήματος

Αθανασιος Ξηρος, ΔΝ, Δικηγορος

Το αντικείμενο της συνάντησής μας, η μεταρρύθμιση του κράτους, εναρμονίζεται πλήρως στο κριτήριο για την επιλογή της θεματολογίας του Σεμιναρίου Συνταγματικών Θεσμών καθόλη τη διάρκεια της λειτουργίας του. Ξεκίνησε διστακτικά σε ένα στενό κύκλο νέων επιστημόνων το ακαδημαϊκό έτος 1988-1989, όταν ο Γιώργος Παπαδημητρίου, πάντοτε με ανήσυχο και πρωτοπόρο πνεύμα, επιδίωξε να οργανώσει με σύγχρονους όρους το διεπιστημονικό διάλογο και να διαμορφώσει συνθήκες γόνιμου προβληματισμού σε ζητήματα, εν γένει, δημοσίου δικαίου. Γι’ αυτό, οι εισηγήσεις, με μόνη εξαίρεση την παρουσίαση διδακτορικών διατριβών, υπήρξαν σταθερά προσανατολισμένες στην επικαιρότητα.

Έτσι, συνήθως απόγευμα Πέμπτης, όπως καλή ώρα σήμερα, και στους τέσσερεις συνολικά χώρους, όπου φιλοξενήθηκαν οι εργασίες του Σεμιναρίου, συζητήσαμε -οι παρόντες, ας μου επιτραπεί να πω, αποτελούσαμε το σκληρό του πυρήνα- θέματα που είχαν μόλις αρχίσει να απασχολούν ή επρόκειτο σύντομα να συγκεντρώσουν προνομιακά τα φώτα της δημοσιότητας. Οι εισηγήσεις, ακόμη και όταν σπανίως δεν ήταν γραπτές, λάμβαναν, εντέλει, αυτήν τη μορφή, προκειμένου να φιλοξενηθούν στον περιοδικό επιστημονικό τύπο, σε συλλογικούς τόμους και από το 1991 αρκετές στη σειρά που ίδρυσε ο Γιώργος Παπαδημητρίου υπό τον τίτλο Διοίκηση και Πολιτεία-Μελέτες στον Εκδοτικό Οίκο Αντ. Σάκκουλα.

ΙΙ
Το Σεμινάριο επικεντρώθηκε προνομιακά στους πολιτειακούς θεσμούς. Στον εκσυγχρονισμό τους μέσα από την εξελισσόμενη τρίτη αναθεώρηση του Συντάγματος ήταν αφιερωμένα τα δύο τελευταία χρόνια της λειτουργίας του, τις περιόδους 1998-1999 και 1999-2000. Οι εισηγήσεις συγκεντρώθηκαν σε ομότιτλο τόμο, τον οποίο επιμελήθηκε και προλόγισε ο Γιώργος Παπαδημητρίου. Στο αναθεωρητικό εγχείρημα είδε τότε τη διέξοδο για την υπέρβαση της υποβόσκουσας αμφισβήτησης του πολιτικού συστήματος και με το δημιουργικό της περιεχόμενο θεώρησε ότι «σφραγίζει το τέλος της μεταπολίτευσης». Οι προσδοκίες του σύντομα όμως θα διαψευστούν.
Στα χρόνια που ακολούθησαν την εκλογική αναμέτρηση της 7ης Μαρτίου 2004 το αίτημα για την εμβάθυνση της δημοκρατίας και την αναζωογόνηση του πολιτικού συστήματος παρέμενε δραματικά επίκαιρο. Την ανάγκη δεν έπαψε να προβάλλει σε κάθε ευκαιρία. Στις δημόσιες παρεμβάσεις του, υπό την ιδιότητα είτε του ακαδημαϊκού δασκάλου είτε του βουλευτή Επικρατείας του Πανελλήνιου Σοσιαλιστικού Κινήματος, δεν αρκούνταν πάντως μόνο στον εντοπισμό των προβλημάτων. Προχωρούσε, όπως συνήθιζε πάντοτε, στη διατύπωση προτάσεων για την αντιμετώπισή τους. Χωρίς να παραγνωρίζει τις κατακτήσεις της Γ΄ Ελληνικής Δημοκρατίας και διαπιστώνοντας ότι οι σύγχρονες πολιτείες έχουν προ πολλού υπερβεί τα εθνικά τους όρια, ζητούσε επίμονα την ποιοτική αναβάθμιση της δημοκρατίας και του πολιτικού συστήματος.
ΙΙΙ
Έχοντας το προνόμιο να εισηγηθώ σε συνάντηση αφιερωμένη στη μνήμη του μια θεματική που ο ίδιος ανέδειξε σε όλες τις επιμέρους βασικές της πτυχές και υπηρέτησε με συνέπεια λόγων και έργων, δεν μου επιτρέπεται να ξεφύγω από τις παρακαταθήκες του. Έτσι, έχοντας ως αφετηρία τις παραδοχές των αναλύσεών του και κεκτημένο τις προτάσεις του, θα θέσω στην κριτική σας βάσανο σκέψεις για την εμβάθυνση της δημοκρατίας και την αναζωογόνηση του πολιτικού συστήματος. Βέβαια, οι περισσότερες δεν είναι νέες και, γι’ αυτό, δεν ακούγονται πρώτη φορά.
Ωστόσο, στη συγκυρία που διανύουμε παρουσιάζονται και θα συζητηθούν σε ένα πολιτικό και θεσμικό περιβάλλον διακριτό και πάντως διαφορετικό σε βασικά συστατικά του από εκείνο της ανάδειξης και της ανάπτυξής τους. Στις αρχές της νέας δεκαετίας η πορεία της ευρωπαϊκής ενοποίησης φαίνεται να συναντά ακόμη πιο σοβαρά και διαρκώς πολλαπλασιαζόμενα εμπόδια. Εξάλλου, οι δραματικές εξελίξεις στην οικονομία και οι προκρινόμενες λύσεις για την υπέρβαση της πρωτόγνωρης δημοσιονομικής κρίσης επιβάλλουν αποφάσεις που, κατά κανόνα, επικυρώνονται εκ των υστέρων από τη Βουλή, το πολιτειακό όργανο που διαθέτει άμεση λαϊκή νομιμοποίηση.
Ανεξάρτητα πάντως από τις όποιες διαφοροποιήσεις στο νομικοπολιτικό περιβάλλον, οι προτάσεις διατυπώνονται, κατά περίπτωση, de lege και de constitutione ferenda. Πράγματι, η υιοθέτησή τους προϋποθέτει και απαιτεί την τροποποίηση της ισχύουσας νομοθετικής και, αντίστοιχα, συνταγματικής τάξης. Στην πρώτη περίπτωση, τα πράγματα μοιάζουν απλά και, γι’ αυτό, εύκολα, αφού αρκεί η εκδήλωση σχετικής νομοθετικής πρωτοβουλίας για να μετουσιωθεί η πρόταση σε κανόνα δικαίου άμεσης εφαρμογής. Στη δεύτερη, όπου φαίνεται να περιλαμβάνεται και η πλειονότητα των προς συζήτηση σκέψεων, οι δυσκολίες είναι περισσότερες και, συνεπώς, η αντιμετώπισή τους δυσχερέστερη. Το Σύνταγμά μας είναι, ως γνωστόν, αυστηρό και η αναθεώρησή του υπόκειται σε ειδικές, χρονικά και αριθμητικά, προδιαγραφές. Εν προκειμένω, οφείλουμε να αναμένουμε έως τον Ιούνιο του 2013, οπότε συμπληρώνεται ο προβλεπόμενος συνταγματικά χρόνος αναμονής πριν αναλάβει δράση ο συντακτικός νομοθέτης.
IV
1. Κάθε σύγχρονη δημοκρατία, έλεγε ο Γιώργος Παπαδημητρίου, πρέπει να είναι αντιπροσωπευτική, άμεση και συμμετοχική. Αυτά θεωρούσε βάθρα της και η συνάρθρωσή τους συγκεκριμενοποιεί την ειδικότερη μορφή του δημοκρατικού πολιτεύματος. Εξάλλου, οι θεσμοί που τα εξειδικεύουν καθορίζουν κάθε φορά την ποιότητά της.
Στις ημέρες μας ο λαός εκλέγει τους αντιπροσώπους του στη Βουλή και στην τοπική αυτοδιοίκηση, ασκεί δε μέσω αυτών την κρατική ή, αντίστοιχα, την τοπική εξουσία. Δεν αποφασίζει ο ίδιος ούτε συμμετέχει στη διαμόρφωση των επιμέρους επιλογών. Η εμβάθυνση της δημοκρατίας, εάν θελήσει να την οροθετήσει κανείς μακριά από τις παραδοσιακές αντιλήψεις, επιβάλλει την καθιέρωση θεσμών και την οργάνωση διαδικασιών που θα επιτρέπουν στους πολίτες να αποφασίζουν αδιαμεσολάβητα για την τύχη τους και να διαμορφώνουν κυρίαρχα τις σχετικές επιλογές.
2. Η έννομη τάξη μας επιφυλάσσει στην αντιπροσώπευση, το πρώτο από τα βάθρα κάθε δημοκρατίας, προνομιακή αντιμετώπιση. Πρόκειται για θεσμική κατάκτηση, άρρηκτα συνυφασμένη με τη συνταγματική μας παράδοση. Τα περιθώρια καθιέρωσης τέτοιων νέων θεσμών είναι, λοιπόν, εκ των πραγμάτων σαφώς περιορισμένα, ενώ η εκδήλωση της σχετικής πρωτοβουλίας ανήκει, προεχόντως, στον κοινό νομοθέτη.
Η εισαγωγή νέου εκλογικού συστήματος με την καθιέρωση παραλλαγής του γερμανικού προσαρμοσμένου όμως στην ελληνική πραγματικότητα κυριαρχεί τα τελευταία χρόνια στην πολιτική και την επιστημονική συζήτηση. Η ανάδειξη των βουλευτών σε μονοεδρικές ή ολιγοεδρικές περιφέρεις τονώνει την αντιπροσώπευση και επιτρέπει τη γνησιότερη έκφραση της λαϊκής κυριαρχίας. Δύο φορές όμως, το 2001 και το 2003, όταν επιχειρήθηκε συνταγματικά και, αντίστοιχα, νομοθετικά η εισαγωγή του, προκλήθηκαν αντιδράσεις και η πρωτοβουλία ακυρώθηκε.
Όμοια πρόταση είναι ήδη επεξεργασμένη από το Υπουργείο Εσωτερικών, Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και αναμένεται, σύμφωνα τουλάχιστον με όσα έχουν γίνει ευρύτερα γνωστά, να απασχολήσει σύντομα την επικαιρότητα και, βέβαια, τη Βουλή. Η εκδήλωση της πρωτοβουλίας δεν αποκλείεται όμως να συναντήσει και πάλι αντιδράσεις. Γι’ αυτό η επιτυχής έκβαση του εγχειρήματος προϋποθέτει συστηματική προετοιμασία, επικοινωνιακή θωράκιση και ευρύτερες συγκλίσεις. Τέλος, για την αποφυγή αμφισβητήσεων ενώπιον των δικαστηρίων και με δεδομένο ότι το σχέδιο νόμου δεν προβλέπεται να συγκεντρώσει την αυξημένη πλειοψηφία των δύο τρίτων, προκειμένου να ισχύσει στις επόμενες εκλογές, ίσως πρέπει να εξεταστεί η, εκ των υστέρων, νομιμοποίηση της πρωτοβουλίας με την προώθηση συνταγματικής ρύθμισης.
3. Η ενίσχυση της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας συνυφαίνεται στενά με τη διεύρυνση του εκλογικού σώματος, δηλαδή με την αύξηση του αριθμού των πολιτών που μπορεί να ασκούν το δικαίωμα της ψήφου, συμμετέχοντας στην έκφραση της λαϊκής κυριαρχίας σε όλες ή σε επιμέρους στιγμές της. Και στο σημείο αυτό, οι σχετικές πρωτοβουλίες παραμένουν περιορισμένες.
Αν και το ομώνυμο δικαίωμα κατοχυρώθηκε συνταγματικά ήδη από το 1975 και εμπλουτίστηκε κατά την τρίτη αναθεώρηση του Καταστατικού Χάρτη το 2001, οι έλληνες που βρίσκονται εκτός των ορίων της επικρατείας την ημέρα των γενικών βουλευτικών εκλογών αδυνατούν ακόμη να εκδηλώσουν τη βούλησή τους. Η απόπειρα της Νέας Δημοκρατίας να προωθήσει τον εκτελεστικό νόμο, εξασφαλίζοντας την απαιτούμενη αυξημένη πλειοψηφία για την έγκρισή του, συνάντησε τις αντιδράσεις σύσσωμης της αντιπολίτευσης και, μοιραία, οδηγήθηκε σε αδιέξοδο. Κάθε νέα προσπάθεια προϋποθέτει και απαιτεί ευρύτερη συμφωνία στα ζητήματα που προκάλεσαν κατά το πρόσφατο παρελθόν δύο φορές, το 2007 και το 2009, αντιδράσεις. Πρόκειται αφενός για τον καθορισμό της εκλογικής περιφέρειας που εκφράζουν οι απόδημοι και όσοι βρίσκονται εκτός της επικρατείας τη βούλησή τους, επιλέγοντας μεταξύ των υποψηφίων της, και αφετέρου τη διασφάλιση της μυστικότητας της ψήφου.
Διεύρυνση του εκλογικού σώματος, τούτη τη φορά στις εκλογές της τοπικής αυτοδιοίκησης επιτυγχάνεται, επίσης, με την αναγνώριση του δικαιώματος της ψήφου στους μετανάστες, ιδίως τους οικονομικούς, που διαμένουν νόμιμα στη χώρα μας. Σχετική ρύθμιση θεσπίστηκε πρόσφατα με το ν. 3838/2010 και, έτσι, μικρός αριθμός τους συμμετείχε για πρώτη φορά στην εκλογική αναμέτρηση της 7ης και της 14ης Νοεμβρίου 2010. Η συνταγματικότητα της επιλογής αμφισβητήθηκε όμως έμμεσα, δηλαδή χωρίς να υποβληθεί ένσταση κατά του κύρους της εκλογής ενώπιον του οικείου διοικητικού δικαστηρίου και αναιρετικά του Συμβουλίου της Επικρατείας. Το Δ΄ Τμήμα του στην απόφαση 350/2011 έκρινε ότι παραβιάζονται οι ορισμοί των άρθρων 1 παρ. 2 και 3, 52 και 102 παρ. 2 Συντ. Το ζήτημα παραμένει όμως ανοικτό και θα το τάμει οριστικά η Ολομέλειά του. Στην περίπτωση που η ετυμηγορία της δεν μεταβληθεί, η συμμετοχή των αλλοδαπών στις αυτοδιοικητικές εκλογές θα απαιτήσει, εντέλει, συνταγματική αναθεώρηση.
Στις ίδιες θεσμικές προδιαγραφές υπόκειται, επίσης, η διεύρυνση των φορέων του παθητικού εκλογικού δικαιώματος. Η μείωση του ορίου πολιτικής ενηλικότητας από το εικοστό πέμπτο έτος επιβάλλει την αναθεώρηση του άρθρου 55 παρ. 1 Συντ. Εξάλλου, ο εξορθολογισμός των κωλυμάτων εκλογιμότητας, λ.χ. στην περίπτωση των αιρετών μονοπρόσωπων οργάνων διοίκησης στους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης του β΄ βαθμού, αποτελεί πρωτοβουλία προς την ίδια βασική κατεύθυνση, οι επενέργειές της θα έχουν όμως περιορισμένη θεσμική υπεραξία.
4. Στην ισχύουσα συνταγματική τάξη προβλέπεται ο πιο γνωστός θεσμός άμεσης δημοκρατίας, το δημοψήφισμα. Στην παρ. 2 του άρθρου 44 κατοχυρώνονται δύο μορφές του, για κρίσιμα εθνικά θέματα και για τη διατύπωση γνώμης, πριν από τη δημοσίευσή του, σε ψηφισμένο σχέδιο νόμου που ρυθμίζει σοβαρό κοινωνικό ζήτημα, εξαιρουμένων των δημοσιονομικών. Οι προδιαγραφές, ποσοτικές και ποιοτικές, για την προκήρυξή του, πρόταση της κυβέρνησης και απόλυτη πλειοψηφία των βουλευτών στην πρώτη περίπτωση, πρόταση μέρους της Βουλής και αποδοχής της από την αυξημένη πλειοψηφία των τριών πέμπτων στη δεύτερη, έχουν καταστήσει το θεσμό αδρανή στην πράξη. Τούτο καταδείχθηκε με τον πλέον πανηγυρικό τρόπο καθόλη τη μεταπολιτευτική περίοδο. Ουδέποτε κυβέρνηση αποφάσισε την ενεργοποίησή του και όσες φορές η αντιπολίτευση το συζήτησε, το 1993, ή το ζήτησε, δύο φορές την άνοιξη του 2008, για την τροποποίηση του ασφαλιστικού και την κύρωση της Μεταρρυθμιστικής Συνθήκης, η πρωτοβουλία δεν ευοδώθηκε.
Χωρίς να παραγνωρίζει κανείς τις επιφυλάξεις που διατυπώνονται από την επιστήμη, εντοπισμένες αφενός στη νόθευση ή την αλλοίωση του αντιπροσωπευτικού χαρακτήρα του δημοκρατικού πολιτεύματος και αφετέρου στο ενδεχόμενο χειραγώγησης της πλειοψηφίας μέσω του ερωτήματος, το δημοψήφισμα αποτελεί το, κατεξοχήν, μέσο που εξασφαλίζει στον πολίτη τη δυνατότητα να αποφασίζει αδιαμεσολάβητα. Υπό την έννοια αυτή, αποτελεί, ταυτόχρονα, συμμετοχικό θεσμό, αποκαλύπτοντας με τον πλέον ανάγλυφο τρόπο τα δυσδιάκριτα στην πράξη όρια μεταξύ άμεσης και συμμετοχής δημοκρατίας.
Ο θεσμός για τους λόγους που μόλις εκτέθηκαν πρέπει να συγκεντρώσει το ενδιαφέρον του συντακτικού νομοθέτη. Η επιβαλλόμενη τόνωσή του δεν μπορεί ασφαλώς να αποκλείσει το ενδεχόμενο «επιστροφής στο παρελθόν» και αναγνώρισης στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας της αρμοδιότητας να προκηρύσσει δημοψήφισμα είτε αυτοτελώς, αφήνοντας, επιτέλους, πίσω τα παρωχημένα ιστορικά σύνδρομα-δάνεια της μεταπολεμικής περιόδου, είτε εκτελώντας απόφαση αριθμού βουλευτών ή μερίδας του εκλογικού σώματος. Και υπό τις δύο παραλλαγές, η διαδικασία επιβάλλεται να οργανωθεί με προσοχή και να εξοπλιστεί με δικλείδες που θα διασφαλίζουν τη ανόθευτη έκφραση της λαϊκής θέλησης.
5. Στην επιστημονική, νομίζω όμως και στην πολιτική, συζήτηση παραμένει ακόμη ανοικτό το ζήτημα της αποσύνδεσης της εκλογής του Προέδρου της Δημοκρατίας από τη διάλυση της Βουλής με την πρόβλεψη, ως εναλλακτικής δυνατότητας, της άμεσης ανάδειξής του. Πρόταση προς αυτήν την κατεύθυνση διατύπωσε το Πανελλήνιο Σοσιαλιστικό Κίνημα τόσο, καταρχήν τουλάχιστον, στην τρίτη όσο και στην τέταρτη, την τελευταία, αναθεώρηση του Συντάγματος. Και τις δύο φορές τελικά δεν υιοθετήθηκε.
Η προσφυγή σε εκλογές με αφορμή την αποτυχία ανάδειξης ρυθμιστή του πολιτεύματος καταδεικνύει την αδυναμία διαμόρφωσης ευρείας συναίνεσης στο πρόσωπό του. Υπό την έννοια αυτή, συνιστά έμπρακτη ομολογία της άρνησης του πολιτικού συστήματος να συμφωνήσει σε ένα μείζον, ίσως το σημαντικότερο, πολιτειακό διακύβευμα. Ως μόνη συνταγματικά πρόσφορη διέξοδος προβάλλει στην προκειμένη περίπτωση η λαϊκή κυριαρχία.
Αν και η μεταπολιτευτική πρακτική δεν καταλείπει ουσιαστικά περιθώρια για να συζητήσει κανείς σοβαρά τη μεθοδευμένη πρόκληση εκλογών, η προσφυγή στο λαό για την ανάδειξη κυβέρνησης μοιάζει πολυτελής πολιτικά και επικίνδυνη θεσμικά. Εάν το εκλογικό σώμα πρέπει να αποφασίσει, είναι ορθότερο να εκφραστεί άμεσα, επιλέγοντας Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Αιτιάσεις, όπως αυτή που υποστηρίζει ότι έτσι αλλοιώνεται ο προεδρευόμενος χαρακτήρας του πολιτεύματος, πρέπει να θεωρούνται, τουλάχιστον, αμφιλεγόμενες και απηχούν αδικαιολόγητες θεσμικές εμμονές.
6. Η στενή συνύφανση άμεσης και συμμετοχικής δημοκρατίας δεν αποκλείει την ανάδειξη μορφών της δεύτερης που διακρίνονται για την αυτοτέλειά τους. Τέτοιος θεσμός είναι η λαϊκή πρωτοβουλία. Από τις δύο γνωστές παραλλαγές του, τη νομοθετική και την προκήρυξη δημοψηφίσματος, η πρώτη έχει απασχολήσει στο παρελθόν, χωρίς επιτυχία, το συντακτικό νομοθέτη. Το Πανελλήνιο Σοσιαλιστικό Κίνημα και η Ένωση Κέντρου-Νέες Δυνάμεις το 1975 και το πρώτο κατά την τέταρτη αναθεώρηση του Συντάγματος πρότειναν να αναγνωριστεί σε αριθμό ενεργών πολιτών το δικαίωμα να καταθέτουν πρόταση νόμου. Δεν χωρεί αμφιβολία ότι το ζήτημα θα απασχολήσει και την επόμενη αναθεωρητική Βουλή, τουλάχιστον στη συνιστώσα του της νομοθετικής πρωτοβουλίας. Τούτη τη φορά οι συνθήκες μοιάζουν εξαιρετικά ευνοϊκές για την καθιέρωσή της.
Ο Γιώργος Παπαδημητρίου θεωρούσε ως εκφάνσεις της σύγχρονης συμμετοχικής δημοκρατίας τη διαβούλευση και τη λογοδοσία. Η πρώτη αποτελεί πλέον αναγκαίο όρο της συνήθους νομοθετικής διαδικασίας. Έτσι, κάθε σχέδιο νόμου τίθεται για ορισμένο χρονικό διάστημα στη διάθεση των πολιτών, προκειμένου να διατυπώσουν παρατηρήσεις και η σχετική έκθεση συνοδεύει υποχρεωτικά, με ρητή πρόβλεψη του Κανονισμού της (άρθρο 85 παρ. 3 εδ. α΄), την κατάθεσή του στη Βουλή. Εξάλλου, με το ν. 3861/2010 καθιερώθηκε το πρόγραμμα «Διαύγεια» και κατοχυρώθηκε η λογοδοσία στη δράση της δημόσιας διοίκησης και της τοπικής αυτοδιοίκησης. Οι φορείς τους υποχρεούνται να αναρτούν σε ειδική ενότητα στο δικτυακό τόπο του Εθνικού Τυπογραφείου σειρά πράξεων, πλήρεις ή σε περίληψη, που αφορούν τις βασικές λειτουργίες τους. Τυχόν παράλειψη συνοδεύεται με κυρώσεις, μεταξύ των οποίων η μη εκτέλεση της απόφασης έως την ανάρτησή της.
Διαβούλευση και λογοδοσία αποτελούν τις δύο όψεις του ίδιου νομίσματος, εξασφαλίζουν ένα συνεχές πλαίσιο διαλόγου της πολιτείας με την κοινωνία των πολιτών και συγκεκριμενοποιούν τις βασικές συνιστώσες της αρχής της διαφάνειας. Διαθέτουν, γι’ αυτό, συνταγματική αναφορά, πρωταρχικά στους ορισμούς των άρθρων 1, 25 παρ. 1, 29 παρ. 2 και 103 παρ. 7. Το γεγονός δεν αποκλείει πάντως την περαιτέρω θωράκιση της αρχής με την αναγόρευση της διαβούλευσης και της λογοδοσίας σε επιταγές με συνταγματική περιωπή.
V
1. Ο εμπλουτισμός των υφιστάμενων ιδιαίτερα όμως η καθιέρωση θεσμών άμεσης και συμμετοχικής δημοκρατίας δεν συμβάλλει απλώς στην εμβάθυνσή της. Αναζωογονεί, επίσης, το πολιτικό σύστημα, καθώς το «μπολιάζει» με κανόνες και το τροφοδοτεί με διαδικασίες ικανές, κατά τη συνήθη εξέλιξη των πραγμάτων, να του εμφυσήσουν νέα δημιουργική πνοή.
Αναζωογόνηση του πολιτικού συστήματος επέρχεται και με την αντιμετώπιση δυσλειτουργιών ή την εξάλειψη φαινομένων παθογένειας που ταλαιπωρούν το κουρασμένο σώμα του. Προς τούτο επιβάλλεται η ανάληψη στοχευμένων πρωτοβουλιών από το συντακτικό ή τον κοινό νομοθέτη. Προτεραιότητα πρέπει να δοθεί σε όσες υπηρετούν τη διασφάλιση της διαφάνειας του πολιτικού χρήματος, την οροθέτηση του ασυμβιβάστου μεταξύ της ιδιότητας του βουλευτή και της επαγγελματικής του δραστηριότητας, την αναμόρφωση της ποινικής ευθύνης των μελών της κυβέρνησης, και, τέλος, την αναγόρευση των εξεταστικών επιτροπών σε πραγματικό δικαίωμα της αντιπολίτευσης.
2. Οι εξελίξεις των τελευταίων μηνών τροφοδότησαν με νέα δεδομένα την ανοικτή συζήτηση για το πολιτικό χρήμα στις δύο βασικές διαστάσεις του, αφενός τα οικονομικά των πολιτικών κομμάτων και των υποψηφίων βουλευτών στη διάρκεια του εκλογικού αγώνα και αφετέρου το «πόθεν έσχες» των πολιτικών. Η αναμόρφωση του ισχύοντος νομικού πλαισίου προϋποθέτει και απαιτεί τη διευκρίνιση ενός καθοριστικής σημασίας ερωτήματος: τα εντοπισμένα προβλήματα προκαλούνται από τους ορισμούς της παρ. 2 του άρθρου 29 Συντ. ή πρέπει να αποδοθούν στις επιλογές των εκτελεστικών ν. 3023/2002 και 3213/2003 που την εξειδικεύουν. Και αν ακόμη ήταν δυνατό να ξεκινήσει αύριο η διαδικασία αναθεώρησης του Συντάγματος, η διαφάνεια στην οικονομική διαχείριση των πολιτικών αποτελεί προνομιακό αντικείμενο μέριμνας του κοινού νομοθέτη.
Στην περίπτωση των πολιτικών κομμάτων η διαφάνεια δεν διασφαλίζεται, όπως ορισμένοι υποστηρίζουν, με την κατάργηση της ιδιωτικής χρηματοδότησης ή τη θέσπιση απαγορεύσεων και την απειλή αυστηρών κυρώσεων. Χρειάζονται ασφαλώς και αυτά, αλλά από μόνα τους δεν αρκούν. Η προτεραιότητα πρέπει να δοθεί στην οργάνωση αξιόπιστου, αντικειμενικού και αποτελεσματικού ελέγχου. Η διενέργειά του δεν μπορεί, επίσης, να αφήνεται ουσιαστικά στην ευθύνη ενός κεντρικού οργάνου -το οποίο επιλαμβάνεται σε χρονική απόσταση από την περίοδο που εξετάζει και με την πλειονότητα των μελών του να είναι ταυτόχρονα ελεγκτές και ελεγχόμενοι-, αλλά να είναι επίκαιρη και αποκεντρωμένη. Τούτο απαιτεί την ανασύνθεση της Επιτροπή Ελέγχου και την αναβάθμιση των τοπικών επιτροπών, εξοπλίζοντάς τες, μεταξύ άλλων, με αποφασιστικές αρμοδιότητες και τη δυνατότητα να επιλαμβάνονται αυτεπαγγέλτως.
Εξάλλου, με το «πόθεν έσχες» ο κοινός νομοθέτης απέβλεψε στην έρευνα της προέλευσης κάθε περιουσιακού στοιχείου. Το έντυπο της σχετικής δήλωσης, όπως έχει διαμορφωθεί, δεν επιτρέπει όμως να αποκαλυφθεί σε κάθε περιουσιακή μεταβολή η πηγή των χρημάτων. Πολύτιμο εργαλείο για την επικράτηση της διαφάνειας και στο συγκεκριμένο σημείο συνιστά η αξιοποίηση των σύγχρονων τεχνολογικών εφαρμογών. Έτσι, διευκολύνονται οι διασταυρώσεις και ο αναδρομικός έλεγχος. Τέλος, η δήμευση όσων περιουσιακών στοιχείων δεν μπορεί να δικαιολογηθεί η απόκτησή τους, αποτελεί την επιβαλλόμενη κύρωση.
3. Η καθιέρωση το 2001 του επαγγελματικού ασυμβιβάστου για τους βουλευτές συνδέθηκε, μεταξύ άλλων, με την αντιμετώπιση φαινομένων διαπλοκής. Η απαγόρευση κάθε επαγγελματικής δραστηριότητες προβλέφθηκε, καταρχήν, απόλυτη. Ο συντακτικός εξουσιοδότησε όμως τον κοινό νομοθέτη να θεσπίσει συμβατές προς το βουλευτικό αξίωμα δραστηριότητες. Η πρωτοβουλία του εκδηλώθηκε μετά την παρέλευση της ταχθείσας συνταγματικά προθεσμίας, συνάντησε διακομματική αντίδραση και, τελικά, το προταθέν σχέδιο εκτελεστικού νόμου απορρίφθηκε την Άνοιξη του 2003. Οι βουλευτές δεν επιτρέπονταν, λοιπόν, να ασκήσουν οποιαδήποτε επαγγελματική δραστηριότητα.
Στην τέταρτη αναθεώρηση του Συντάγματος ο συντακτικός νομοθέτης κινήθηκε προς την αντίθετη ακριβώς κατεύθυνση. Επέστρεψε στην «απόλυτη» επαγγελματική ελευθερία των βουλευτών, εξουσιοδοτώντας τον κοινό νομοθέτη να καθορίσει μη επιτρεπτές (επαγγελματικές) δραστηριότητες. Ο τελευταίος εξοπλίζεται με διακριτική ευχέρεια, χωρίς μάλιστα να τάσσεται προθεσμία για την άσκησή της. Η ενεργοποίησή του, όποτε τούτο συμβεί, δεν αναμένεται να εισάγει πολλές απαγορεύσεις. Διαφορετικά, το σχέδιο του εκτελεστικού νόμου θα έχει, κατά πάσα πιθανότητα, την τύχη του ομοίου του το 2003.
4. Η ιδιαίτερη ποινική αντιμετώπιση των μελών της κυβέρνησης είναι σύμφυτη με το κοινοβουλευτικό πολίτευμα από την πρώτη ήδη περίοδο της καθιέρωσής του. Η με κανόνα συνταγματικής περιωπής διαφορετική αντιμετώπιση των Υπουργών από τους λοιπούς πολίτες επιβλήθηκε, εν πολλοίς, λόγω των καθηκόντων που ασκούν και της θέσης που κατέχουν, καθώς είναι περισσότερο ευάλωτοι.. Χρειάστηκε, γι’ αυτό, να υπαχθούν σε ιδιαίτερο ποινικό καθεστώς.
Το 2001, η πλειονότητα των κλασικών νομοθετικών επιλογών συνταγματοποιήθηκαν στο άρθρο 86. Έτσι, κατέστη όχι μόνον περιττή η περαιτέρω νομοθετική εξειδίκευση των βασικών ρυθμίσεων, αλλά και πρακτικά αδύνατη κάθε τροποποίησή τους έως την επόμενη αναθεώρηση του Συντάγματος. Η κριτική, κυρίως από την πλευρά της επιστήμης και της κοινωνίας εντοπίζεται σε δύο σημεία: η τύχη αφενός της πρότασης για την έναρξη της ποινικής διαδικασίας σε βάρος μέλους της κυβέρνησης ανήκει στην αποκλειστική αρμοδιότητα της εκάστοτε πλειοψηφίας και η προθεσμία αφετέρου για την εξάλειψη του αξιοποίνου τους, συγκρινόμενη με τους άλλους πολίτες, είναι δυσεξήγητα μικρή.
Προκειμένου να απαντήσει στην κριτική το καλοκαίρι του 2009 η τότε κυβέρνηση επιχείρησε να αναθέσει σε όργανο αυξημένου κύρους, αποτελούμενο από δικαστικούς λειτουργούς, τη λήψη ουσιαστικά της απόφασης. Η υιοθέτηση των σχετικών ρυθμίσεων απαιτούσε την εμπλοκή της Ολομέλειας, δηλαδή προϋπέθετε τη λειτουργία της Βουλής σε Τακτική Σύνοδο. Ωστόσο, η αιφνίδια προκήρυξη των γενικών βουλευτικών εκλογών το φθινόπωρο τερμάτισε, ουσιαστικά πρόωρα την πρωτοβουλία.
Πρόσφατα ο Υπουργός Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων κατέθεσε σχέδιο νόμου με το οποίο τροποποιείται ο εκτελεστικός ν. 3126/2003. Στα επτά συνολικά άρθρα του προτείνονται σημειακές βελτιώσεις σε επιμέρους διατάξεις του. Μεταξύ αυτών, πρέπει να αναφερθούν ιδιαίτερα η καθιέρωση του ίδιου χρόνου παραγραφής για μέλη της κυβέρνησης και πολίτες, η ανάθεση σε τριμελές γνωμοδοτικό συμβούλιο του νομικού ελέγχου των στοιχείων του φακέλου και της αξιολόγησης της βασιμότητάς τους πριν η Βουλή αποφασίσει τη διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης, και η κατάσχεση των ωφελημάτων που προέκυψαν από αξιόποινη πράξη.
Η παρέμβαση του κοινού νομοθέτη στο ισχύον συνταγματικό πλαίσιο δεν θα μπορούσε να είναι ούτε ευρύτερη ούτε και πιο αποφασιστική. Οι προτεινόμενες αλλαγές δεν είναι, βέβαια, σε θέση να αντιμετωπίσουν και να θεραπεύσουν τα κακώς κείμενα. Συνεπώς, η προώθησή τους, για προφανείς και αντικειμενικούς λόγους, δεν εισφέρει πολλά στην κοινωνική απαίτηση για περιορισμό της ιδιαίτερης ποινικής αντιμετώπισης των μελών της κυβέρνησης. Ωστόσο, η σημασία της δεν είναι αμελητέα, καθώς συνιστά δέσμευση της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας για την κατεύθυνση της επόμενης αναθεώρησης του Συντάγματος.
5. Κάθε φορά που υποβάλλεται πρόταση για τη σύσταση εξεταστικής επιτροπής επανέρχεται στην επικαιρότητα ο προβληματισμός σχετικά με την απαιτούμενη πλειοψηφία αποδοχής της. Σύμφωνα με την ισχύουσα συνταγματική ρύθμιση, απαιτείται, εν γένει, η θετική ψήφος των δύο πέμπτων (2/5), στα ζητήματα δε της εξωτερικής πολιτικής και της εθνικής άμυνας η απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών. Οι συνταγματικοί ορισμοί εξειδικεύονται στον Κανονισμό της Βουλής και ως προς τις ποσοτικές απαιτήσεις της απόφασης υιοθετείται διαφορετική, περισσότερο ακριβής, διατύπωση. Συγκεκριμένα, ορίζεται ότι για τη σύσταση εξεταστικής επιτροπής, πρέπει να υπερψηφίσει την πρόταση η απόλυτη πλειοψηφία των παρόντων βουλευτών, η οποία δεν μπορεί να είναι κατώτερη από τα δύο πέμπτα (2/5) του συνόλου τους.
Στην επιστήμη γίνεται δεκτό ότι η προσφυγή σε αυτήν την ειδική διαδικασία αναζήτησης και καταλογισμού πολιτικών ευθυνών σε βάρος μελών της κυβέρνησης αποτελεί δικαίωμα της αντιπολίτευσης. Αρκεί, γι’ αυτό, η υπερψήφιση της πρότασης από εκατόν είκοσι (120) βουλευτές, ανεξαρτήτως του αριθμού εκείνων που θα την αποδοκιμάσουν. Στην εν λόγω προσέγγιση έχει όμως αναπτυχθεί ισχυρός αντίλογος. Έτσι, υποστηρίζεται ότι η σύσταση εξεταστικής επιτροπής υπόκειται στον κανόνα της πλειοψηφίας. Πρέπει, γι’ αυτό, όσοι τάσσονται υπέρ της πρότασης να είναι οι περισσότεροι και τουλάχιστον τα δύο πέμπτα (2/5) του όλου αριθμού των βουλευτών.
Ο κοινοβουλευτικός έλεγχος αποτελεί, κατεξοχήν, δικαίωμα της αντιπολίτευσης. Προς τούτο η οργάνωσή του πρέπει να εγγυάται τη δυνατότητα της μειοψηφίας να το επιβάλλει. Η διατύπωση του Συντάγματος δεν καταλείπει όμως κανένα περιθώριο ευδοκίμησης της πρωτοβουλίας που εκδηλώνουν βουλευτές της. Έτσι, δεν μπορούν να ελέγξουν πολιτικά την κυβέρνηση μέσω εξεταστικής επιτροπής. Στο σημείο αυτό, απαιτείται η παρέμβαση του συντακτικού νομοθέτη για να καθορίσει με ακρίβεια την πλειοψηφία αποδοχής της πρότασης με αποκλειστικό γνώμονα την «κοινοβουλευτική ορθοδοξία».

Παρουσίαση του έργου: Κ Δ ΤΣΑΤΣΟΣ – Α Ι ΜΑΝΕΣΗΣ Διάλογος τον οποίο αξίζει και πρέπει να συνεχίσουμε

Η ΝΟΜΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ και ο ΟΜΙΛΟΣ ΑΡΙΣΤΟΒΟΥΛΟΣ ΜΑΝΕΣΗΣ σας προσκαλούν στην παρουσίαση του έργου “Κ. Δ. ΤΣΑΤΣΟΣ – Α. Ι. ΜΑΝΕΣΗΣ Διάλογος τον οποίο αξίζει και πρέπει να συνεχίσουμε”, του Κωνσταντίνου Γερ. Γιαννόπουλου

Τετάρτη 30 Μαρτίου 2011, ώρα 18:00 ΝΟΜΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ Μαυρομιχάλη 23, Αθήνα, αίθουσα «Ευρώπη»

Εισηγητές
Αντώνης Μανιτάκης, Καθηγητής Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Πρόεδρος του Ομίλου Αριστόβουλος Μάνεσης
Ιφιγένεια Καμτσίδου, Επίκουρη Καθηγήτρια Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης
Ανδρέας Τάκης, Επίκουρος Καθηγητής Φιλοσοφίας του δικαίου Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης

Είσοδος ελεύθερη

Για πληροφορίες – κρατήσεις θέσεων Τηλ.: 210 3678858 -975

Η συνταγματικότητα των μέτρων νομοθετικής πολιτικής ενόψει της προστασίας του κοινωνικού κεκτημένου

Δημόπουλος Νικόλαος
Εισαγωγή
Στη σύντομη αυτή παρέμβαση θα εξεταστεί το ζήτημα της συνταγματικότητας των μέτρων νομοθετικής πολιτικής όταν αυτά αντιβαίνουν σε ρυθμίσεις οι οποίες θεωρείται ότι διαμορφώνουν το επίπεδο προστασίας αυτού που αποκαλείται κοινωνικό κεκτημένο.
Εξ’ αρχής θα ήθελα να οριοθετήσω το αντικείμενο της συζήτησης και να διευκρινίσω ότι ασφαλώς και στα στενά πλαίσια μιας ολιγόλεπτης εισήγησης δεν είναι δυνατόν να εξεταστούν όλες οι πτυχές του ζητήματος, ούτε να γίνει διεξοδική ανάλυση όλων των ζητημάτων που άπτονται του θέματος. Για το λόγο αυτό αφ’ ενός θα παραλείψω εσκεμμένα να αναφερθώ σε πολύ σημαντικά σχετικά θεωρητικά ζητήματα όπως η γέννηση και η εξέλιξη της θεωρίας των κοινωνικών δικαιωμάτων, η ιστορική μετάλλαξη του κράτους δικαίου σε κράτος πρόνοιας και η κεφαλαιώδους σημασίας συζήτηση για το κανονιστικό περιεχόμενο των κοινωνικών δικαιωμάτων και της υποκειμενικής ή αντικειμενικής τους διάστασης (επί του παρόντος ας μου επιτραπεί να θεωρήσω αποδεκτή την άποψη περί της ιδιότυπης κανονιστικότητας των κοινωνικών δικαιωμάτων). Αφ’ ετέρου θα εκλάβω ως κοινό κτήμα των παρισταμένων την γενική θεωρία των κοινωνικών δικαιωμάτων και τα επιμέρους χαρακτηριστικά κάθε ειδικότερου κοινωνικού δικαιώματος.
Μέρος Πρώτο: Η έννοια του κοινωνικού κεκτημένου.
Αφού προηγουμένως συμπληρώσω ότι θα αποσιωπήσω επίσης τις υφιστάμενες εναλλακτικές προς τη θεωρία του κοινωνικού κεκτημένου προσεγγίσεις που έχουν προταθεί και θα άξιζε να συζητηθούν, θα επιχειρήσω να διαγράψω εν συντομία τα βασικά χαρακτηριστικά και το περιεχόμενο της έννοιας του κοινωνικού κεκτημένου, όπως αυτά έχουν διαμορφωθεί μέχρι σήμερα.
Ως ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά των κοινωνικών δικαιωμάτων προβάλλει η σταθεροποιητική λειτουργία τους λόγω της εγγενούς ελαστικότητάς τους που τα καθιστά πολιτικώς διαπραγματεύσιμα, κοινωνικώς διεκδικίσιμα και συνεχώς μεταβαλλόμενα από τις οικονομικές συνθήκες που επικρατούν. Η σταθεροποιητική διάσταση των διατάξεων κοινωνικού περιεχομένου έχει θεμελιωθεί κατά βάση με τη θεωρία του κοινωνικού κεκτημένου. Για την εν λόγω θεωρία έχουν υποστηριχθεί τέσσερις βασικές απόψεις:
Κατά πρώτον, σύμφωνα με την άποψη που υποστήριξε πρώτος ο Π.Παραράς εισάγοντας στην επιστήμη τον όρο «κοινωνικό κεκτημένο», η κοινωνική νομοθεσία με την οποία εξειδικεύονται συνταγματικώς κατοχυρωμένα κοινωνικά δικαιώματα δεν είναι επιτρεπτό να καταργηθεί ή να τροποποιηθεί κατά τρόπο που να αντιβαίνει στις κρίσιμες συνταγματικές διατάξεις. Κατ’ αυτόν τον τρόπο κατοχυρώνεται το απρόσβλητο και απόλυτο κοινωνικό κεκτημένο που επιτρέπει τη νομοθετική μεταβολή μόνο στην κατεύθυνση της ενίσχυσης και της βελτίωσης της παρεχόμενης κοινωνικής προστασίας.
Στον αντίποδα υποστηρίζεται ότι οι συνταγματικές διατάξεις που κατοχυρώνουν τα κοινωνικά δικαιώματα δεν μπορούν να εγγυηθούν τις ήδη χορηγηθείσες παροχές, αφού ένας τέτοιος περιορισμός θα αφαιρούσε από τον κοινό νομοθέτη τη δυνατότητα να «ανακαλέσει » ή να μειώσει τις κοινωνικές παροχές ανάλογα με τα κοινωνικο- οικονομικά δεδομένα κάθε εποχής ή τις πιθανές νέες πολιτικές επιλογές της εκάστοτε κυβέρνησης.
Ενδιάμεση είναι η κατασκευή του «σχετικού κοινωνικού κεκτημένου» που διατυπώθηκε για πρώτη φορά από τον Θεμιστοκλή Τσάτσο. Σύμφωνα λοιπόν με την άποψη αυτή, ναι μεν, δεν είναι επιτρεπτό να αφαιρείται από τη νομοθετική λειτουργία η αρμοδιότητα να σταθμίζει κατά διαφορετικό τρόπο τις κοινωνικο-οικονομικές προτεραιότητες και ανάγκες και να τροποποιεί τις ρυθμίσεις του κοινωνικού δικαίου, ωστόσο, η ενδεχόμενη αυτή τροποποίηση δεν μπορεί να οδηγεί σε πλήρη κατάργηση των εγγυήσεων κοινωνικής προστασίας. Έτσι, η μεταβολή του νομοθετικού καθεστώτος δεν μπορεί να είναι αυθαίρετη, αλλά οφείλει να συναρτάται με τη μετατόπιση του κέντρου βάρους των νομοθετικών ρυθμίσεων προς την ενίσχυση άλλων κοινωνικών δικαιωμάτων. Κατ’ αυτόν τον τρόπο οι θεσπισμένες παροχές καθίστανται εν τέλει δεκτικές μερικής και αιτιολογημένης αναδιάρθρωσης, εφόσον η συνολική στάθμη προστασίας των διατάξεων κοινωνικού περιεχομένου δεν υποχωρεί.
Τέλος, επιγραμματικά αναφέρω πως έχει υποστηριχθεί και η άποψη που απορρίπτει εντελώς τη θεωρία του κοινωνικού κεκτημένου και επιζητά εναλλακτικούς τρόπους κατοχύρωσης της σταθεροποιητικής λειτουργίας των κοινωνικών δικαιωμάτων με βάση τις αρχές της ασφάλειας δικαίου, της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του πολίτη και του κοινωνικού κράτος δικαίου.
Θα πρέπει πάντως να σημειωθεί ότι η νομολογία εμφανίστηκε διστακτική στην αναγνώριση ακόμα και του σχετικού κεκτημένου. Γίνεται έτσι δεκτό, ότι η μείωση συντάξιμων αποδοχών δεν προσβάλλει κεκτημένο δικαίωμα του συνταξιούχου (ΕΣ 236/1991) ή ότι δεν αποκλείεται ο δυσμενέστερος αναδρομικός μάλιστα καθορισμός νέων κανόνων για το ύψος της σύνταξης και η θέσπιση παραγραφής των σχετικών απαιτήσεων (ΣτΕ 2677/1992). Υπήρξε όμως και περίπτωση όπου η Ολομέλεια του ΣτΕ δικαιολόγησε την κρίση της περί μη αντισυνταγματικότητας διατάξεων τυπικού νόμου με τη σκέψη ότι «εκ των ανωτέρω ρυθμίσεων δεν θίγεται πάντως ο όλος θεσμός της κοινωνικής ασφάλισης », υπαινισσόμενη έτσι την ύπαρξη σχετικού κοινωνικού κεκτημένου (ΣτΕ 1479/1997). Γενικά, μπορεί εύκολα κανείς να παρατηρήσει ότι η νομολογία απέφυγε να χρησιμοποιήσει τον όρο «κοινωνικό κεκτημένο» και τις διαβαθμίσεις του και μόνο κατ’ αποτέλεσμα μπορούμε να ανιχνεύουμε την ύπαρξή του στον δικανικό συλλογισμό, στον οποίο όμως αδιαμφισβήτητα υπολανθάνει.
Αξιοσημείωτη εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις των πολεοδομικών ρυθμίσεων, όπου η νομολογία ήδη από το 1988 (Ολ. ΣτΕ 10/1988) δέχεται την ύπαρξη απόλυτου κεκτημένου. Σύμφωνα με τη νομολογία που έχει διαμορφωθεί οι πολεοδομικές ρυθμίσεις δεν επιτρέπεται σε καμία περίπτωση να επιφέρουν επιδείνωση του υφιστάμενου φυσικού και οικιστικού περιβάλλοντος αλλά οφείλουν να κινούνται προς την κατεύθυνση της βελτίωσης των συνθηκών διαβίωσης των κατοίκων και της διατήρησης των ελεύθερων χώρων και του πρασίνου στις πόλεις.
Μέρος Δεύτερο : Η επέμβαση του νομοθέτη στο πεδίο των κοινωνικών δικαιωμάτων.
Στο πεδίο των κοινωνικών δικαιωμάτων παρουσιάζεται η εξής ιδιομορφία (που αποτελεί και μία από τις χαρακτηριστικότερες διαφορές έναντι των ατομικών ελευθεριών) : για την υποστασιοποίηση του δικαιώματος απαιτείται προηγουμένως η επέμβαση του νομοθέτη, οποίος μορφοποιεί το δικαίωμα και θέτει σε ισχύ τους όρους λειτουργίας του. Έπειτα, η εξέλιξη του φιλελεύθερου κράτους και η μεταμόρφωσή του σ’ αυτό που ονομάζεται «κοινωνικό κράτος », έφερε στην επιφάνεια , ανήγαγε σε αξία πρωταρχική σημασίας με έννομες συνέπειες την έννοια «γενικότερο δημόσιο ή κοινωνικό συμφέρον». Η επιδίωξη ενός τέτοιου σκοπού απέκτησε ιδιαίτερη βαρύτητα για την αξιολόγηση της δράσης του σύγχρονου κράτους και προβλήθηκε ως μόνιμη δικαιολογία των πιο σημαντικών αποφάσεων της διοίκησης αλλά και της πιο πλατειάς διακριτικής ευχέρειας του νομοθέτη. Είναι προφανής η συγγένεια που υπάρχει ανάμεσα στην ανάπτυξη του κρατικού παρεμβατισμού και στη νομική καθιέρωση της έννοιας «γενικό συμφέρον», που έχει αναχθεί έτσι σε ύπατο θεμιτό σκοπό της σύγχρονης διοικήσεως και επιβλήθηκε τελικά ως αυτοτελές στοιχείο νομιμότητας και νομιμοποιήσεως των πράξεων γενικά της κρατικής εξουσίας.
Από τα παραπάνω φαίνεται πόσο κρίσιμος είναι ο ρόλος δύο εννοιών: της γενικής επιφύλαξης του νόμου και του δημοσίου συμφέροντος.
Χάριν συντομίας, για την επιφύλαξη θα αναφέρω μόνο ότι ενώ στην περίπτωση των ατομικών ελευθεριών συνήθως σχετικοποιεί την προστασία τους, στην περίπτωση των κοινωνικών δικαιωμάτων εμφανίζεται ως δημιουργική- προστατευτική, με την έννοια που εξηγήσαμε παραπάνω. Επομένως , μέχρι τώρα τουλάχιστον, η επιφύλαξη του νόμου λειτουργούσε ως εντολή προστασίας ή ως μέσο ρύθμισης του δικαιώματος.
Από την άλλη, η έννοια του «δημοσίου συμφέροντος » (με τις διάφορες παραλλαγές που εμφανίζεται , είτε ως «υπέρτατο ή υπέρτερο συμφέρον», ή ως «γενικό κοινωνικό συμφέρον» κτλ) καλείται να επιτελέσει σήμερα διπλή λειτουργία : από τη μια συνεργεί στη διεύρυνση των εξουσιών του νομοθέτη ή της διοικήσεως, και από την άλλη συντείνει στον περιορισμό των εξουσιών αυτών, εφ’ όσον μεταβάλλεται σε μέτρο σταθμίσεως της νομιμότητας ή της συνταγματικότητας των πολιτειακών πράξεων. Συχνά άλλωστε ασκεί ταυτόχρονα και τις δύο λειτουργίες. Δεν κρίνεται σκόπιμο ούτε εφικτό να εξετάσουμε αναλυτικά τη νομολογιακή αντιμετώπιση του «δημοσίου συμφέροντος» στα στενά πλαίσια της παρούσης παρέμβασης. Ωστόσο θα πρέπει να υπογραμμιστεί ότι κατά τη νομολογία που διαμορφώθηκε επί της π.ν.π 18 Οκτ 1985 «Μέτρα προστασίας της εθνικής οικονομίας », προϋπόθεση της συνταγματικότητας τέτοιων περιορισμών είναι η ύπαρξη λόγου γενικότερου κοινωνικού συμφέροντος που να συνδέεται με τη λειτουργία της εθνικής οικονομίας και να δικαιολογεί την επιβολή τους. Είναι πολύ σημαντικό να σημειώσουμε ότι σταδιακά υπήρξε μετατόπιση της νομολογίας από έλεγχο μόνο των ακραίων λογικών ορίων σε περαιτέρω ουσιαστικό έλεγχο των μέτρων με βάση την αρχή της αναλογικότητας.
Συμπερασματικά πάντως θα μπορούσε κανείς να πει, χωρίς να απέχει πολύ από την πραγματικότητα, ότι έως τώρα στο πεδίο των κοινωνικών δικαιωμάτων ο νομοθέτης επενέβαινε με όχημα είτε την επιφύλαξη του νόμου είτε το «δημόσιο συμφέρον» κυρίως για να ρυθμίσει την άσκηση των δικαιωμάτων. Για το λόγο αυτό η νομολογία, αν και ασκούσε έλεγχο στα μέτρα αυτά ζητώντας να εντοπίσει σκοπούς δημοσίου συμφέροντος που να τα δικαιολογούν και αξιώνοντας την τήρηση της αρχής της αναλογικότητας ,συνήθως κατέτεινε να τα θεωρεί συνταγματικά.
Το ερώτημα που γεννάται είναι τι πρόκειται να συμβεί όταν τα δικαστήρια κληθούν να ασκήσουν έλεγχο συνταγματικότητας σε μέτρα νομοθετικής πολιτικής που έχουν ληφθεί κατ’ επιταγή του αποκαλούμενου μνημονίου;
Μέρος Τρίτο : Οι αλλαγές που επιφέρει το μνημόνιο.
Οι προλαλήσαντες εξέτασαν επισταμένως τα ζητήματα που αφορούν το πλέγμα των συμβάσεων που συνήψε η χώρα μας και τα ζητήματα που προκύπτουν όσον αφορά την κύρωσή τους από τη Βουλή, τη δεσμευτικότητά τους κτλ. Στα θέματα αυτά θα αποφύγω να επανέλθω και για το λόγο αυτό θα ήθελα να διευκρινίσω ότι θα χρησιμοποιώ τον όρο «μνημόνιο» με την πολιτική, ας τη χαρακτηρίσουμε έτσι, σημασία που του έχει αποδοθεί καθώς χρησιμοποιείται πλέον ευρέως.
Ο ν. 3845/2010 που τιτλοφορείται «Μέτρα για την εφαρμογή του μηχανισμού στήριξης της ελληνικής οικονομίας από τα κράτη- μέλη της ζώνης του ευρώ και το ΔΝΤ», προβλέπει μια σειρά επεμβάσεων σε όλο το φάσμα των κοινωνικών διατάξεων. Δεν θα ήθελα να αναλωθώ στην αναλυτική περιγραφή των αλλαγών που έγιναν ή πρόκειται να επέλθουν, άλλωστε αυτό δεν αποτελεί αντικείμενο της εισήγησης αυτής, αλλά θα αναφέρω ενδεικτικά κάποιες χαρακτηριστικές αλλαγές που θεωρούνται αμφίβολης συνταγματικότητας :
1. Η μείωση των αποδοχών όχι μόνο των δημοσίων υπαλλήλων αλλά και του προσωπικού με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, καθώς υποστηρίζεται ότι έτσι περιορίζεται υπέρμετρα η συλλογική αυτονομία. (Άρθρο Τρίτο)
2. Η πρόβλεψη για δυνατότητα απόκλισης από τον ελάχιστο νόμιμο μισθό που προβλέπουν κλαδικές και ομοιοεπαγγελματικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας και η δυνατότητα κατίσχυσης δυσμενέστερων όρων που θα περιέχουν επιχειρησιακές συμβάσεις επί των εθνικών γενικών συλλογικών συμβάσεων, αφού κάτι τέτοιο ανατρέπει τα ισχύοντα στο χώρο των συλλογικών διαπραγματεύσεων. (Άρθρο Δεύτερο)
3. Οι συνταξιοδοτικές ρυθμίσεις που προβλέπουν περικοπή συντάξεων, περικοπή επιδομάτων, δώρων Χριστουγέννων και Πάσχα κτλ . αλλά και αλλαγές στο σύστημα κοινωνικής ασφάλισης (όρια ηλικίας, εισφορές, σύνταξη), εφόσον θίγουν κοινωνικο- ασφαλιστικά δικαιώματα. (Άρθρο Τρίτο)
Τα νομοθετικά αυτά μέτρα δικαιολογήθηκαν, ως συνήθως , ως μέτρα που επιβάλλονται για λόγους δημοσίου συμφέροντος λόγω και των έκτακτων οικονομικών συγκυριών. Μάλιστα, στην αιτιολογική έκθεση του ν. 3845/2010 αναφέρεται χαρακτηριστικά « εισάγονται αλλαγές στην εργατική νομοθεσία και σε άλλους τομείς που κρίνονται διεθνώς αναγκαίες, προκειμένου να σταλεί το μήνυμα ότι η χώρα έχει λάβει την αμετακίνητη απόφαση να ενισχύσει την ανταγωνιστικότητά της, να προσελκύσει επενδύσεις και με τον τρόπο αυτό να προωθήσει την απασχόληση και την αναπτυξιακή της προοπτική…». Ενώ γενικότερη είναι η αναφορά στην «ανάγκη διάσωσης της χώρας », έννοια που έχει αναχθεί σε υπέρτατη αξία και ταυτίζεται με το γενικό συμφέρον. Ακόμη όμως και όταν λείπουν τέτοιες εκφράσεις, είναι πολύ εύκολο να διακρίνει κανείς ότι οι λόγοι δημοσίου συμφέροντος σε συνάρτηση με την αναφορά στην οικονομική κρίση που αντιμετωπίζουμε , είναι ουσιαστικά λόγοι που έχουν να κάνουν με την διασφάλιση οικονομικών απαιτήσεων των δανειστών της χώρας ή την πραγμάτωση πολιτικών δεσμεύσεων που έχει αναλάβει η κυβέρνηση προκειμένου να εξασφαλίσει χρηματοδότηση των ελλειμματικών ταμείων του κράτους.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν τα νομοθετικά αυτά μέτρα και η επίκληση τέτοιων λόγων δημοσίου συμφέροντος για τη θέσπισή τους ενόψει των εξαιρετικών συνθηκών και του επείγοντος χαρακτήρα των οικονομικών αναγκών του ελληνικού κράτους, θα αντέξουν σε ενδεχόμενο έλεγχο συνταγματικότητας. Και περαιτέρω, ποια θα είναι η ένταση αυτού του ελέγχου και ποιες συνέπειες μπορεί να έχει κάθε μία από τις πιθανές εκδοχές .
Μέρος Τέταρτο: Αναζητώντας τη λύση.
Για να μπορέσουμε να απαντήσουμε στο ερώτημα αυτό ή καλύτερα για να προσεγγίσουμε τον τρόπο επίλυσής του, θα ήταν χρήσιμο να εντοπίσουμε κάποιους βασικούς άξονες του ελέγχου της συνταγματικότητας ώστε να αποκτήσουμε τις κατευθυντήριες γραμμές που θα μας οδηγούσαν προς την ορθή λύση.
Κατά πρώτον, δεν πρέπει να διαφεύγει της προσοχής μας ότι, κατά τον έλεγχο συνταγματικότητας ο δικαστής ασκεί έλεγχο νομιμότητας και σε καμία περίπτωση η δικαστική εξουσία δεν νομιμοποιείται να υποδείξει στο νομοθέτη την πολιτική που πρέπει να ακολουθήσει, ούτε να κρίνει την αποτελεσματικότητα των μέσων που τέθηκαν σε ενέργεια για την πραγματοποίηση σκοπών δημοσίου συμφέροντος.
Πολύ δε περισσότερο στο πεδίο των κοινωνικών δικαιωμάτων που μας απασχολεί εδώ, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι οι αξιολογήσεις για τον καθορισμό των κοινωνικών προτεραιοτήτων ανήκουν αποκλειστικά στο νομοθέτη, δεδομένου ότι συνάπτονται με τις υπάρχουσες οικονομικές δυνατότητες που μόνο αυτός είναι σε θέση σφαιρικά να γνωρίζει, αλλά και τις προτεραιότητες και τις επιλογές που συνδέονται με τη συγκεκριμένη πολιτική πρόταση που έχει νομιμοποιηθεί στις εκλογές. Ο νομοθέτης είναι αυτός που ιεραρχεί τις κοινωνικές προτεραιότητες και αποφασίζει πώς θα κατανείμει το σύνολο των πεπερασμένων μέσων που διαθέτει. Η ιεράρχηση αυτή των κοινωνικών παροχών είναι αναγκαία από το γεγονός και μόνο ότι οι οικονομικές δυνατότητες του κράτους έχουν όρια από τα οποία και προκύπτει η έννοια των κοινωνικών προτεραιοτήτων.
Ωστόσο ο έλεγχος που ασκείται με βάση και την αρχή της αναλογικότητας προϋποθέτει αναγκαία σταθμίσεις από την πλευρά του δικαστή. Όμως προκύπτει και πάλι το πρόβλημα ότι όταν ο δικαστής θελήσει να ασκήσει τον παρεμπίπτοντα έλεγχο της συνταγματικότητας ενός νόμου που αναφέρεται σε κοινωνικό δικαίωμα, δεν μπορεί να περιορισθεί σε μια απλή κρίση ως προς τι είναι θεμιτό και τι όχι, όπως παρατηρεί και ο κ.Στεργίου.. Επιπλέον, ωθείται σε πολιτικές σταθμίσεις αναδιανομής, επεμβαίνοντας έτσι σε κοινωνικές συγκρούσεις. Μια τέτοια παρέμβαση προσδίδει στη δικαστική εξουσία έναν έντονα πολιτικό χαρακτήρα, χωρίς να συνοδεύεται από επαρκείς εγγυήσεις δημοκρατικότητας.
Και σ’ αυτό ακριβώς το σημείο φαίνεται πόσο κοντά βρισκόμαστε στον κίνδυνο δικαστικοποίησης, όπως αναφέρει ο κ. Γέροντας, των πολιτικών αποφάσεων, δηλαδή στην προσφυγή στην δικαστική εξουσία για την επικύρωση ή την ανατροπή πολιτικών αποφάσεων που έχουν ληφθεί από τον δημοκρατικά νομιμοποιημένο νομοθέτη, κάτι που παραγκωνίζει βασικές διαστάσεις τόσο της πολιτικής όσο και του συντάγματος. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η λειτουργία των συνταγματικών επιταγών συνίσταται στην καθοδήγηση της πολιτικής και δεν περιέχει συγκεκριμένα και λεπτομερή κριτήρια για την άσκησή της ούτε προκαθορίζει τις ενέργειες του νομοθέτη. Το Σύνταγμα δεν είναι πανάκεια ούτε ανεξάντλητη πηγή λύσεων όλων των κοινωνικών και οικονομικών προβλημάτων.
Εν συνεχεία θα πρέπει να λάβουμε υπόψη μας ότι ο δικαστικός έλεγχος μέτρων οικονομικής πολιτικής δεν είναι ανεξάρτητος από το οικονομικό και πολιτικό περιβάλλον εντός του οποίου ασκείται και ,πιο συγκεκριμένα, δεν είναι ανεξάρτητος από τις κρατούσες σε κάθε εποχή οικονομικο- πολιτικές αντιλήψεις, όπως αυτές εκφράζονται πρωτίστως από τον δημοκρατικά νομιμοποιημένο νομοθέτη.
Εν προκειμένω γνωρίζουμε όλοι τις οικονομικές συνθήκες που επικρατούν διεθνώς αλλά και ειδικότερα στη χώρα μας και επίσης γνωρίζουμε ότι η δικαστική προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων για να είναι αποτελεσματική οφείλει να μην αγνοεί την οικονομική βιωσιμότητα των θεσμικών εγγυήσεών τους. Αντίθετες παραδοχές όχι μόνον επιδεινώνουν τα προβλήματα της εθνικής οικονομίας, αλλά επιπλέον θέτουν σε κίνδυνο την ίδια την ακώλυτη άσκηση των ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων.
Λόγω ακριβώς αυτών των οικονομικών συνθηκών έχει υποστηριχθεί και η άποψη ότι σε μια κατάσταση έκτακτης οικονομικής ανάγκης, θα μπορούσε ίσως να δικαιολογηθεί προσωρινά η συσταλτική ερμηνεία και εφαρμογή ορισμένων δικαιωμάτων. Άλλωστε, η ίδια η αρχή της αναλογικότητας, που αποτελεί το βασικό κριτήριο συνταγματικού ελέγχου, έχει την απαραίτητη ευελιξία για να προσαρμοστεί σε μη κανονικές καταστάσεις.
Όμως ο αντίλογος είναι πως υπάρχουν πάντοτε κάποια απαράβατα συνταγματικά όρια όπως τα συνταγματικά δικαιώματα και οι θεμελιώδεις αρχές του συντάγματος που μπορεί να αποτελέσουν ένα τελευταίο ίσως ανάχωμα μπροστά στην κατεδάφιση του κοινωνικού κράτους. Άλλωστε το Σύνταγμα μιας δημοκρατικά και δικαιοκρατικά οργανωμένης κοινωνίας δεν μπορεί παρά να αξιώνει την κανονιστική του πραγμάτωση τόσο σε περιόδους ευημερίας όσο και σε περιόδους κρίσεις. Μάλιστα, στις τελευταίες αναδεικνύεται η χρησιμότητα και η αξιοπιστία του. Επομένως η σύνδεση της οικονομικής ανασυγκρότησης με την ανάγκη σωτηρίας της χώρας και η επίκληση λόγων δημοσίου συμφέροντος δεν μπορεί να οδηγεί σε υπονόμευση ή μη εφαρμογή θεμελιωδών αρχών του Συντάγματος ή σε μείωση της έντασης του δικαστικού ελέγχου.
Βέβαια από την άποψη της συνταγματικής αρχής της διάκρισης των εξουσιών η ουσιαστική εκτίμηση του δημοσίου συμφέροντος δεν ανήκει στην αρμοδιότητα του δικαστή , άλλα μόνον η υπέρβαση των ακραίων λογικών ορίων της έννοιας εμπίπτει στο πεδίο ελέγχου νομιμότητας που ασκεί ο ακυρωτικός δικαστής.
Παρ’ όλα αυτά δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να παραγνωρίζουμε το γεγονός ότι το γενικό συμφέρον δεν διαθέτει υπερσυνταγματικές ιδιότητες αλλά είναι υποταγμένο στο συνολικό συνταγματικό πλαίσιο. Αυτό σημαίνει ότι υπόκειται σε έναν διπλό περιορισμό, από τον πυρήνα του θιγόμενου δικαιώματος και από την αρχή της αναλογικότητας.
Τώρα, όσον αφορά στη διαδικασία στάθμισης και ενόψει της διαπίστωσης ότι το γενικό συμφέρον δεν αποτελεί μια έννοια με σταθερό και προκαθορισμένο περιεχόμενο, αλλά είναι μέγεθος μεταβλητό με δυναμικό περιεχόμενο , το οποίο συναρτάται άμεσα με τις ισχύουσες οικονομικές συνθήκες πιθανόν να κριθεί ότι η λήψη των συγκεκριμένων μέτρων δεν τελεί σε σχέση δυσαναλογίας με τον σκοπό διάσωσης της χώρας και ειδικότερα με τη φερεγγυότητα και την πιστοληπτική ικανότητα του ελληνικού δημοσίου καθώς και του γενικότερου συμφέροντος της εθνικής οικονομίας.
Επιπροσθέτως θα πρέπει να υπογραμμιστεί ότι αυτός που εκτιμά την συνδρομή ή μη της οικονομικής κρίσης , η οποία επιβάλει τη θέσπιση συγκεκριμένων μέτρων είναι ο δημοκρατικά νομιμοποιημένος νομοθέτης. Το δικαστήριο δεν μπορεί να αμφισβητήσει τους λόγους που επικαλείται ο νομοθέτης και η συνδρομή των οποίων διευρύνει σημαντικά την διαπλαστική του εξουσία κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων του. Κάθε δε δικαστική απόφαση πρέπει να λαμβάνει υπόψη τις συνέπειες που μπορεί να επιφέρει στις ευρύτερες πολιτικο-οικονομικές εξελίξεις.
Πάγια είναι εξάλλου η νομολογία σε υποθέσεις ελέγχου μέτρων οικονομικής πολιτικής , η οποία διαχρονικά υιοθετεί την αντίληψη ότι ο δικαστικός έλεγχος δεν μπορεί παρά να είναι έλεγχος οριακός. Μετά από επισκόπηση της νομολογίας μπορεί να γίνει η εξής διάκριση, την οποία δανείζομαι από τον κ. Καιδατζή: από τη μια οι υποθέσεις «υψηλής πολιτικής », δηλαδή κεντρικές πολιτικές επιλογές της κυβέρνησης και από την άλλη υποθέσεις «χαμηλής πολιτικής », δηλαδή ρυθμιστικές παρεμβάσεις της οικονομικής δραστηριότητας, με το δικαστήριο να εμφανίζεται γενικά πιο επιφυλακτικό κατά τον έλεγχο των πρώτων. Αυτό θα χρησίμευε ίσως για την πρόγνωση της στάσης του δικαστηρίου στο μέλλον.
Ένα ακόμη σημείο στο οποίο αξίζει κατά τη γνώμη μου να σταθούμε είναι ότι οι δεσμεύσεις που αναλαμβάνουν οι κρατικές αρχές απέναντι σε διεθνείς δανειστές «δεν μπορούν από μόνες τους να δικαιολογήσουν περιορισμό των θεμελιωδών δικαιωμάτων», γιατί ακόμη και μετά το οριακό σημείο της προσφυγής μιας χώρας μέλους της ΕΕ στο ΔΝΤ, οι κεκτημένες εγγυήσεις των θεμελιωδών δικαιωμάτων δεν μπορεί να εκποιούνται. Η δε τήρησή τους διασφαλίζεται, τελικώς, από τους δικαστές, η ανεξαρτησία και η συνταγματική νομιμοποίηση των οποίων αποδεσμεύουν τις αποφάσεις τους από τη στάθμιση του πολιτικού κόστους. Αναγνωρίζεται λοιπόν στον εθνικό δικαστή ένας κρίσιμος ρόλος ως προς την υλοποίηση των εξωτερικών δεσμεύσεων της χώρας, καθώς, την ίδια στιγμή που θέτει όρια στην αποδοχή των υποδείξεων του ΔΝΤ, μπορεί να συμβάλει ουσιαστικά στον εξορθολογισμό και στη βελτίωση των σχετικών κρατικών επιλογών.
Παράδειγμα εφαρμογής της παραπάνω σκέψης παρατηρεί ό κ.Γιαννακόπουλος πως έχουμε στην περίπτωση του Συνταγματικού Δικαστηρίου της Λετονίας την οποία θα παρουσιάσω πολύ περιληπτικά γιατί νομίζει ότι αξίζει της προσοχής μας: Το Συνταγματικό Δικαστήριο της Λετονίας έκρινε στις 21 Δεκεμβρίου 2009 ότι οι δραστικές περικοπές συντάξεων, ένα από τα μέτρα αυστηρής λιτότητας που ψήφισε το κοινοβούλιο του μικρού αυτού κράτους της Βαλτικής προκειμένου να εξασφαλίσει δάνειο 7,5 δις € από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ) και την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ), παραβίαζαν το δικαίωμα στην κοινωνική ασφάλιση και την αρχή του κράτους δικαίου. Αν και έγινε δεκτό ότι σε περιόδους σοβαρής οικονομικής κρίσης ο νομοθέτης πρέπει να διαθέτει ευρεία διακριτική ευχέρεια επιλογών, το Δικαστήριο τόνισε ότι η ανάγκη κάλυψης του δημοσιονομικού ελλείμματος δεν μπορεί να λειτουργήσει ως γενική κατάσταση ανάγκης η οποία αναιρεί την προστασία των δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται στο εθνικό Σύνταγμα και στις διεθνείς συνθήκες. Τα δε αναγκαία μέτρα λιτότητας πρέπει να είναι απόρροια αντικειμενικής και ισορροπημένης ανάλυσης των σχετικών δεδομένων, ώστε να τηρείται η αρχή της αναλογικότητας.
Είναι αξιοσημείωτο το σκεπτικό του δικαστηρίου καθώς και το θάρρος των δικαστών να λάβουν μια τέτοια απόφαση. Προτού βιαστούμε όμως να επιδοκιμάσουμε ή να αποδοκιμάσουμε μια τέτοια στάση θα πρέπει να σκεφτούμε πολύ σοβαρά τι συνέπειες έχει μια τέτοια απόφαση για την κοινωνία στο σύνολό της. Γιατί ποια χρησιμότητα θα έχει μια τέτοια αν απόφαση αν προκαλέσει παύση της πίστωσης που παρέχει το ΔΝΤ στη χώρα και άρα προκύψει αντικειμενική αδυναμία του κράτους να καταβάλει μισθούς και συντάξεις στο εξής και για άγνωστο χρονικό διάστημα;
Τελειώνοντας θα ήθελα να επισημάνω ακόμη ότι οι νομοθετικές ρυθμίσεις που επήλθαν λόγω του μνημονίου, επιδρούν ταυτόχρονα σε όλο το φάσμα των κοινωνικών διατάξεων. Αυτό θα πρέπει να ληφθεί υπόψη, γιατί όπως είδαμε, η νομολογία πολλές φορές στο παρελθόν δέχθηκε περιοριστικές ενός κοινωνικού δικαιώματος ρυθμίσεις επειδή θεώρησε ότι πάντως δεν θίγεται συνολικά η προστασία των κοινωνικών δικαιωμάτων αλλά μετατοπίζεται το βάρος προς άλλα κοινωνικά δικαιώματα, όμως υπό τα σημερινά δεδομένα δεν ξέρω κατά πόσο θα ευσταθούσε ένας τέτοιος ισχυρισμός.
Επίλογος.
Εν κατακλείδι, θα ήθελα να συνοψίσω σε αδρές γραμμές όλα τα παραπάνω ώστε να μπορεί κανείς να έχει μια συνολική εποπτεία των όσων ειπώθηκαν.
Από τη μία υπάρχει η θεωρία του κοινωνικού κεκτημένου από την οποία ξεχωρίζουμε την έννοια του σχετικού κοινωνικού κεκτημένου που δεν γίνεται μεν ρητώς αποδεκτή από τη νομολογία, στην πράξη όμως τυγχάνει εφαρμογής.
Από την άλλη διαγράψαμε τον τρόπο που επιλέγει να επέμβει ο νομοθέτης στο πεδίο των κοινωνικών διατάξεων, εκ των οποίων απορρέει το κοινωνικό κεκτημένο, επικαλούμενος λόγους δημοσίου συμφέροντος και τη μεταχείριση των λόγων αυτών από τη νομολογία που από τη στάση της κριτικής αποδοχής πλέον έχει περάσει σε έναν πιο εντατικό έλεγχο με βάση την αρχή της αναλογικότητας.
Έπειτα, παρατηρήσαμε τις αλλαγές που επήλθαν με το λεγόμενο μνημόνιο, με τη σημαντικότερη να είναι η απόδοση συγκεκριμένου περιεχομένου στην έννοια δημόσιο συμφέρον, που καθίσταται πλέον η διάσωση της χώρας μέσω της υλοποίησης των εξωτερικών οικονομικών δεσμεύσεων που έχει αναλάβει.
Τέλος, προσπαθήσαμε να εντοπίσουμε κάποιες κατευθυντήριες γραμμές που θα βοηθούσαν ώστε κατά τον έλεγχο της συνταγματικότητας τέτοιων νομοθετικών μέτρων, το δικαστήριο να διαφυλάξει την δικαιοδοτική του αρμοδιότητα αλλά και τα κοινωνικά δικαιώματα χωρίς να καταστεί ρυθμιστής πολιτικών εξελίξεων. Πιστεύω ακράδαντα ότι το επίπεδο του συνταγματικού πολιτισμού των δικαστηρίων της χώρας μας είναι ικανό να διασφαλίσει κάτι τέτοιο.

Η περί της λειτουργίας της δικαιοσύνης εικόνα που προκύπτει από τις ρυθμίσεις του ν. 3900/2010. Πραγματικά και συνταγματικά ζητήματα

Χαρίλαος Καβέτσος
Εισαγωγή: Το θέμα της εισήγησης και οι διεργασίες που οδήγησαν στην ψήφιση του ν. 3900/2010.
Α. Το σύστημα απονομής της δικαιοσύνης υπό το ισχύον συνταγματικό πλαίσιο. Η παθολογία του συστήματος όπως προκύπτει από τις λύσεις που επιχειρούνται με τις διατάξεις του ν. 3900/2010.
Ι. Η καθυστέρηση στην απονομή της δικαιοσύνης και οι συνέπειές της. Η σημασία της ταχύτητας της διοικητικής δικαιοσύνης ως προς την εξυπηρέτηση των ταμειακών αναγκών του Δημοσίου: «Οι φορολογικές και τελωνειακές εν γένει διαφορές».
ΙΙ. Ο εντοπισμός των αιτίων της καθυστέρησης. Όπως προκύπτει από τις διατάξεις του ν. 3900/2010.
1. Η πρόσβαση στη δικαιοσύνη. Το ύψος του παραβόλου.
2. Οι πολλαπλοί βαθμοί δικαιοδοσίας. Η έφεση. Η αναίρεση ως οιονεί «τρίτος» βαθμός δικαιοδοσίας.
3. Ο διάχυτος έλεγχος της συνταγματικότητας των νόμων. Η ανασφάλεια δικαίου και η διάσπαση της νομολογίας. Η απόπειρα ενοποίησής της μέσω της πρότυπης δίκης.
Β. Η συμφωνία των διατάξεων του ν. 3900/2010 με το Σύνταγμα και την ΕΣΔΑ.
Ι. Η συμφωνία με το Σύνταγμα
1. Περιορισμοί της δικαστικής προστασίας (20§1) και της ισότητας (4§1). Η δυνατότητα πρόσβασης στην δικαιοσύνη και το ύψος του παραβόλου. Ο περιορισμός των ενδίκων μέσων για ορισμένες διαφορές.
2. Παραβίαση της αρχής της διάκρισης των εξουσιών (26) και περιορισμός του ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων από τα δικαστήρια (93§4). Η μη ύπαρξη σχετικής ή η ύπαρξη αντίθετης νομολογίας ως προϋπόθεση του παραδεκτού του ενδίκου μέσου.
ΙΙ. Η Συμφωνία με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου
1. Περιορισμός του δικαιώματος πρόσβασης σε δικαστήριο (6§1).
2. Ο χαρακτήρας του Συμβουλίου της Επικρατείας ως «αμερόληπτου» δικαστηρίου κατά την έννοια του άρθρου 6§1 ΕΣΔΑ. Η συμμετοχή του Συμβουλίου της Επικρατείας στην διαμόρφωση του ν. 3900/2010 δια του πρακτικού 4/2010 της Διοικητικής Ολομέλειάς του.
Συμπεράσματα. Η λυσιτέλεια των νέων διατάξεων και το ζήτημα της επιλογής και της εξέλιξης των δικαστικών λειτουργών.

Οι μεταπολιτευτικές πολιτικές διαστάσεις της επιλογής ηγεσίας των Ανωτάτων Δικαστηρίων

Θεμιστοκλής Παπαθεοδώρου - Δικηγόρος, Ειδικός Επιστήμονας Περιφερειακής Οικονομικής Ανάπτυξης
Η σημερινή κρίση που αντιμετωπίζει η χώρα δεν είναι μόνο δημοσιονομική, αλλά και βαθύτατα θεσμική. Η διαφθορά, πολιτική και κοινωνική, το έλλειμμα κράτους δικαίου, η ηθελημένη ή λόγω ανικανότητας κακοδιαχείριση των δημοσίων πόρων, αιτιακοί παράγοντες που οδήγησαν την ελληνική κοινωνία στην εποχή του «Μνημονίου», ανέδειξαν και συνεχίζουν να αναδεικνύουν την αδυναμία της δικαιοσύνης να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά τα παραπάνω φαινόμενα.
Το ζήτημα της επιλογής Προέδρων και Αντιπροέδρων των Ανωτάτων Δικαστηρίων από το εκάστοτε Υπουργικό Συμβούλιο, όπως ρητά κατοχυρώνεται από την παράγραφο 5 του άρθρου 90 του Συντάγματος, παρόλο που αποτελεί μία μόνο πτυχή της γενικότερης ιδέας περί δικαστικής ανεξαρτησίας, είναι ιδιαίτερα κρίσιμη γιατί καταδεικνύει ξεκάθαρα την γενικότερη πολιτική νοοτροπία και βούληση της μεταπολιτευτικής περιόδου (από το 1975 έως σήμερα) απέναντι στη δικαστική λειτουργία και γενικότερα απέναντι στο κοινό περί δικαίου αίσθημα των πολιτών.
Από το 1975 έως τις ημέρες μας δεν παρατηρήθηκε καμία ουσιαστική εξέλιξη ως προς τη δυνατότητα αλλαγής, τροποποίησης, βελτίωσης ή εξειδίκευσης της συγκεκριμένης συνταγματικής διάταξης. Πρόκειται για μία από τις διασταυρώσεις εκτελεστικής και δικαιοδοτικής λειτουργίας που δεν έχει προσφέρει επιτυχή αποτελέσματα. Ο πολιτικός χαρακτήρας επιλογής ηγεσίας των Ανωτάτων Δικαστηρίων είναι άμεσα συνυφασμένος με το προβλεπόμενο από το συνταγματικό κείμενο σύστημα διορισμού. Είναι τόσο αυστηρώς και λεπτομερώς διατυπωμένο ώστε η γραμματική ερμηνεία της διάταξης να μην αφήνει πολλά περιθώρια εξειδίκευσης από τον κοινό νομοθέτη[1]. Ο πολιτικός χαρακτήρας δε διαφαίνεται μόνο από τον κυρίαρχο ρόλο που διαδραματίζει η κυβερνητική εξουσία, αλλά και από την αδυναμία δικαστικού ελέγχου που σιωπηρά παραπέμπει στη θεωρία των κυβερνητικών πράξεων[2], ζητημάτων, στα οποία λαμβάνεται υπόψη η σημασία των πολιτικών κινήτρων, και που εκ φύσεως δεν αποτελούν αντικείμενο δικαστικής προσέγγισης. Δίδεται η εντύπωση ότι η ευρεία διακριτική ευχέρεια ή, όπως χαρακτηρίζεται[3], η σχεδόν απεριόριστη αρμοδιότητα που αναγνωρίζεται στο Υπουργικό Συμβούλιο μετατρέπεται σε απόλυτη ελευθερία επιλογής.
Παρόλο που το Σύνταγμα διάκειται ευνοϊκά υπέρ της διαφάνειας των πολιτειακών διαδικασιών και ειδικότερα της διαδικασίας έκδοσης δικαστικής απόφασης (αιτιολόγηση απόφασης, υποχρεωτική δημοσίευση μειοψηφούσας γνώμης), δεν τηρεί την ίδια στάση απέναντι στην επιλογή της δικαστικής ηγεσίας. Για την ατελή[4] κατοχύρωση της δικαστικής ανεξαρτησίας, που προκύπτει και από την αρχή της διάκρισης των λειτουργιών[5], ευθύνονται όσοι είχαν την πρωτοβουλία των εκάστοτε συνταγματικών αναθεωρήσεων και συγκεκριμένα οι κυβερνήσεις των δύο κομμάτων εξουσίας που απέρριπταν κάθε ιδέα αναθεώρησης της σχετικής διάταξης. Με εξαίρεση τη θέσπιση ανώτατης θητείας για τους Προέδρους των Ανωτάτων Δικαστηρίων, τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και τους Γενικούς Επιτρόπους Ελεγκτικού Συνεδρίου και διοικητικών δικαστηρίων κατά τη διάρκεια της συνταγματικής αναθεώρησης του 2001[6] και την κατάθεση προς συζήτηση διαφόρων προτάσεων[7] ανεξαρτήτως βασιμότητας και τεκμηρίωσης που αφορούσαν περισσότερο στη διαδικασία προεπιλογής των υποψηφίων και λιγότερο στην κρίσιμη αρμοδιότητα του Υπουργικού Συμβουλίου, το σύστημα που εισήχθη με το Σύνταγμα του 1975 παραμένει άθικτο[8]. Η ένταξη της θητείας στο συνταγματικό κείμενο μπορεί να αποτρέπει τις ανατροπές της επετηρίδας[9] που σημειώνονταν τα προηγούμενα χρόνια, αλλά δεν κατοχυρώνει σε μεγάλο βαθμό την προσωπική δικαστική ανεξαρτησία των Προέδρων και Αντιπροέδρων των Ανωτάτων Δικαστηρίων, στοιχείο πολύ χαρακτηριστικό για να εκτιμηθεί η φύση του δεσμού[10] μεταξύ της εκτελεστικής εξουσίας και της δικαιοδοτικής λειτουργίας. Άλλωστε, η συνήθης τακτική των εκάστοτε κυβερνήσεων ως προς την επιλογή της δικαστικής ηγεσίας δεν εστιαζόταν τόσο στην σειρά αρχαιότητας ούτε στην αντικειμενική αξία και εμπειρία των υποψηφίων, αλλά στην φιλοκυβερνητική δικαστική συμπεριφορά. Στην αναθεώρηση του 2008, προτάθηκε από την κοινοβουλευτική πλειοψηφία, χωρίς ωστόσο θετική κατάληξη[11], η δυνατότητα επιλογής Προέδρου Ανωτάτου Δικαστηρίου από τους Αντιπροέδρους. Δεν κατεβλήθη καμία προσπάθεια ποιοτικής τουλάχιστον μείωσης της διακριτικής ευχέρειας του Υπουργικού Συμβουλίου.
Η πρόσφατη νομοθετική πρωτοβουλία του Υπουργού Δικαιοσύνης (ν. 3841/2010), με την οποία τροποποιήθηκε η παράγραφος 3 του άρθρου 49 του Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών, προβλέπει για πρώτη φορά στο πλαίσιο επιλογής της δικαστικής ηγεσίας τη συμμετοχή της Διάσκεψης των Προέδρων της Βουλής των Ελλήνων (ΔτΠ), η οποία όμως, πέρα από το γεγονός ότι είναι ιδιαίτερα δύσκολο να προσαρμοστεί στο πνεύμα της αυστηρά διατυπωμένης συνταγματικής διάταξης, περιθωριοποιείται και υποβαθμίζεται θεσμικά καθώς προβαίνει σε μη νομικά δεσμευτική γνωμοδότηση. Η απλή γνώμη δε διαθέτει εκτελεστό χαρακτήρα. Επιπλέον καθιερώνει και τη διαδικασία της ακρόασης των υποψηφίων ενώπιον της ΔτΠ, η οποία ενδέχεται να προκαλέσει αμφιλεγόμενα αποτελέσματα ως προς τη θεσμική έννοια της δικαιοσύνης (ένδειξη ιεραρχικής υποταγής των δικαστικών οργάνων σε άλλα άμεσα όργανα[12], αντίθεση ως προς την κατοχυρωμένη έννοια της ισοβιότητας) και την αξιοπρέπεια των δικαστικών λειτουργών. Η νομοθετική κατοχύρωση της διαδικασίας ακροάσεως καταδεικνύει την απουσία έμπρακτου σεβασμού προς το θεσμό της δικαιοσύνης και προς την ανθρώπινη αξιοπρέπεια των υποψηφίων δικαστών. Δεν αντιμετωπίζονται ως δικαστικοί λειτουργοί, ως άμεσα όργανα του κράτους που αντλούν τις αρμοδιότητές τους απευθείας από το συνταγματικό κείμενο, αλλά ως απλοί δημόσιοι υπάλληλοι, έρμαια μικροκομματικών διενέξεων. Δεν αποσαφηνίζεται ο τρόπος διεξαγωγής της ακρόασης των υποψηφίων. Τι είδους προσόντα θα ελεγχθούν; Θα κρίνονται για την επαγγελματική τους ικανότητα, τη νομική τους εμπειρία ή η εν λόγω διαδικασία θα αποτελέσει πεδίο στείρων κομματικών αντιπαραθέσεων; Αντικείμενο κρίσης θα είναι η νομική κατάρτιση ή οι φιλοκυβερνητικές συμπεριφορές; Όργανο συλλογικό και αντιπροσωπευτικό της πολιτικής σύνθεσης, η Διάσκεψη των Προέδρων γίνεται έρμαιο κομματικής εκμετάλλευσης και χρησιμεύει ως πρόσχημα για τη νομιμοποίηση της ωμής και συνεχούς παρέμβασης της εκτελεστικής εξουσίας στο πεδίο της δικαιοδοτικής λειτουργίας.
Με μία πρώτη ματιά θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως το αποκορύφωμα της μεταπολιτευτικής πολιτικής υποκρισίας απέναντι στη θεσμική εγγύηση της δικαιοσύνης. Το συγκεκριμένο νομοθέτημα εντείνει το έλλειμμα δικαστικής ανεξαρτησίας και ενισχύει τη διαφθορά του πολιτικού συστήματος. Η νομοθετική πρωτοβουλία του Υπουργού Δικαιοσύνης αγνοεί τη βούληση του αναθεωρητικού νομοθέτη[13] ή, αναγνωρίζοντας τη δυνατότητα παρέμβασης και της νομοθετικής λειτουργίας στην επιλογή Προεδρείων των Ανωτάτων Δικαστηρίων, συγκαλύπτει εξαιρετικά μία προσπάθεια προετοιμασίας νομικού και επιχειρηματολογικού υποστρώματος για την επόμενη συνταγματική αναθεώρηση?
Κατά τη διάρκεια των εργασιών της Βουλής για τη σύνταξη του Συντάγματος του 1975, ο Ανδρέας Παπανδρέου αντιτάχτηκε στην επαναφορά της διάταξης του Συντάγματος του 1911, η οποία ανέθετε την επιλογή της ηγεσίας του Αρείου Πάγου στην εκάστοτε κυβέρνηση. Διακήρυττε ότι η διαφύλαξη της ανεξαρτησίας της δικαιοσύνης απαιτεί τη διάρρηξη της οποιαδήποτε σχέσης ανάμεσα σε αυτήν και την εκτελεστική εξουσία. Στην συνταγματική αναθεώρηση του 1986, η παραπάνω τοποθέτηση παρέμεινε ανεκπλήρωτη. Επιπροσθέτως, ο Γεώργιος Ράλλης σε άρθρο[14] του το 1996, ανατρέχοντας στην περίοδο 1975-1981, σημείωνε χαρακτηριστικά τα εξής : « … ο κ. Καραμανλής, κατά τις πρωθυπουργικές θητείες του της περιόδου εκείνης, είχε δριμύτατα επιτιμήσει, σε δύο περιπτώσεις, τον αρμόδιο υπουργό, ο οποίος είχε αιτιολογήσει την εισήγησή του για την επιλογή ανώτατου δικαστή με τον ισχυρισμό ότι ο προτεινόμενος ανήκει στην παράταξή μας». Σύμφωνα με την περιγραφή του Γεωργίου Ράλλη, ο Κ. Καραμανλής επέμενε να επιλεγεί Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου δικαστής, ο οποίος δεν ανήκε πολιτικά στη Νέα Δημοκρατία, επικαλούμενος την άριστη νομική κατάρτιση του υποψηφίου και το γεγονός ότι «αν παραλειφθεί, δικαίως η κοινή γνώμη και οι δικαστές θα υποθέσουν ότι η παράλειψή του … έγινε για λόγους κομματικούς». Παρά τις επιμέρους επιφυλάξεις που διατύπωνε ο τότε Πρωθυπουργός, η Νέα Δημοκρατία, που ψήφισε το σχέδιο του νέου Συντάγματος, δεν απεμπόλησε την εξουσία απόλυτης επιλογής για τις κορυφαίες θέσεις της δικαιοσύνης.
Η γενικότερη επικοινωνιακή τακτική στα πλαίσια του γραπτού και ηλεκτρονικού τύπου έγκειται στο γεγονός – πέρα της υποτιθέμενης καταγγελίας της συγκεκριμένης διαδικασίας επιλογής από εκπροσώπους της εκάστοτε αξιωματικής αντιπολίτευσης – ότι κάθε πολιτικό κόμμα, όταν βρίσκεται στην εξουσία, υποστηρίζει ότι οι δικές του επιλογές Προέδρων και Αντιπροέδρων στηρίχτηκαν σε αξιοκρατικά κριτήρια, ενώ, όταν βρίσκεται στην αντιπολίτευση, επικρίνει την «μεροληπτική» στάση της κυβερνητικής εξουσίας. Κανείς από τους υποστηρικτές της εκάστοτε συνταγματικής αναθεώρησης δεν πραγματοποίησε το καθοριστικό βήμα της τροποποίησης της συγκεκριμένης συνταγματικής διάταξης, ώστε να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά η κακοδαιμονία του παρελθόντος, όπως τουλάχιστον υποστηριζόταν με τη μορφή δημοσίων τοποθετήσεων και εξαγγελιών. Ο λόγος ; Δε θεωρώ ότι ήταν η έλλειψη ιδεών ή η νομική τους θεμελίωση, αλλά η απροθυμία των δύο μεγαλύτερων κομμάτων να συναινέσουν στην ουσιαστική αλλαγή ανάδειξης των Προεδρείων των Ανωτάτων Δικαστηρίων.
Από μία γενικότερη ανασκόπηση της μεταπολιτευτικής περιόδου είναι προφανές ότι καταβάλλεται τουλάχιστον θεωρητικά προσπάθεια να επιλεγούν πρόσωπα πολιτικώς «οικεία», που συμμερίζονται εξολοκλήρου ή μερικώς τις κομματικές πεποιθήσεις της εκάστοτε κυβέρνησης. Σε όλη αυτή την περίοδο, σε κάθε χρονική στιγμή επιλογής από το Υπουργικό Συμβούλιο, δημιουργούνταν και εξακολουθούν να δημιουργούνται υπόνοιες[15] για περιπτώσεις εύνοιας, άνισης μεταχείρισης μεταξύ των υποψηφίων, χειραγώγησης και πολιτικής σκοπιμότητας[16], δηλαδή επιλεκτικής κυβερνητικής δράσης και εξάρτησης των δικαστικών λειτουργών που στελεχώνουν τα Προεδρεία των Ανωτάτων Δικαστηρίων από την εκτελεστική εξουσία. Είναι δυνατό να υποστηριχτεί ότι οι συγκεκριμένες υπόνοιες προκύπτουν και από τη δομή και γραμματική διατύπωση του ίδιου του κειμένου της σχετικής συνταγματικής διάταξης. Όταν η παράγραφος 5 του άρθρου 90 του Συντάγματος είναι αυστηρά και λεπτομερώς διατυπωμένη, χορηγεί στο εκάστοτε Υπουργικό Συμβούλιο ευρύτατη διακριτική ευχέρεια ως προς την επιλογή της ηγεσίας της δικαιοσύνης και αφήνει ελάχιστα περιθώρια στον κοινό νομοθέτη για την επιβολή κριτηρίων ή περιορισμών (πρόκειται στην ουσία για οργανικό ή οργανωτικό νόμο), τότε οικοδομείται αναπόφευκτα ένα σύστημα εύνοιας, το οποίο παραδόξως κατοχυρώνεται συνταγματικά και μπορεί να αποδειχθεί πρακτικώς πολύ επικίνδυνο για την ανεξαρτησία των δικαστικών λειτουργών απέναντι στην εκτελεστική εξουσία[17].
Ο εννοιολογικός προσδιορισμός της εύνοιας συμπίπτει με το συμφέρον εκείνου που λαμβάνει την απόφαση και αναμένει θετική ανταπόκριση ως επακόλουθο της επιλογής. Θεμελιώνεται, με άλλα λόγια, σιωπηρή εξάρτηση μεταξύ επωφελούντος και επωφελούμενου[18] και καλλιεργείται μία διάθεση «ανταπόδοσης». Τα όργανα της εκτελεστικής λειτουργίας δε θέτουν εμφανώς και άμεσα δεσμευτικά για τον δικαστή κριτήρια διαμόρφωσης της δικανικής πεποίθησης. Ωστόσο, με την κυβερνητική επιλογή Προέδρων και Αντιπροέδρων των Ανωτάτων Δικαστηρίων δίδεται η εντύπωση σιωπηρούς χάραξης συγκεκριμένης δικανικής κατεύθυνσης για πολιτικά ζητήματα[19] που απασχολούν ευρέως την ελληνική κοινωνία και κλονίζεται η εμπιστοσύνη τόσο της κοινής γνώμης[20] όσο και του νομικού κόσμου.
Δεν έχει γίνει αντιληπτό έως σήμερα στα όργανα της εκτελεστικής εξουσίας ότι η ευρεία διακριτική ευχέρεια που αναγνωρίζεται συνταγματικά στο Υπουργικό Συμβούλιο (μέλη συγκεκριμένης κομματικής κατεύθυνσης) δεν αφορά στην αναζήτηση του κομματικά αρεστού που θα εξυπηρετήσει την κυβερνητική πολιτική ή από την άλλη πλευρά του απόλυτα «καλού» δικαστή, εφόσον αποδεχτούμε τις αντικειμενικές και ανιδιοτελείς προθέσεις της εκάστοτε κυβέρνησης. Σχετίζεται άμεσα με την ομαλή απονομή της δικαιοσύνης, η οποία ξεκινά από τη κορυφή της ιεραρχίας και επηρεάζει αναντίρρητα τα κατώτερα στρώματα της δικαιοσύνης (βλ. κρίσιμες αρμοδιότητες ως προς την οργάνωση και άσκηση του δικαιοδοτικού έργου και ως προς τη διοίκηση της δικαιοσύνης. Πχ. καθορισμός συνθέσεων και εισηγητών, άσκηση δικονομικά ευαίσθητων αρμοδιοτήτων)[21].
Το ευρωπαϊκό Δικαστήριο του Στρασβούργου έχει υπενθυμίσει σε αρκετές περιπτώσεις[22] ότι για να θεμελιωθεί ο ανεξάρτητος χαρακτήρας ενός δικαστηρίου σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, πρέπει να ληφθούν υπόψη ο τρόπος επιλογής και η διάρκεια θητείας των μελών του δικαστηρίου, ο βαθμός προστασίας απέναντι στις εξωγενείς πιέσεις και το γεγονός εάν διαφαίνεται ξεκάθαρα η υφιστάμενη κατάσταση ανεξαρτησίας. Προκύπτει συνεπώς η ανάγκη διασφάλισης της δικαστικής ανεξαρτησίας απέναντι σε οποιαδήποτε πολιτική και κοινωνική πίεση ή κομματικό καταναγκασμό που ενδέχεται να επηρεάσουν την άσκηση των δικαιοδοτικών καθηκόντων του δικαστικού λειτουργού[23]. Βέβαια, οι δικαστές δεν είναι δυνατό να μην έχουν πολιτικές απόψεις, ιδία κρίση για τα πολιτικά δρώμενα. Είναι αναπόφευκτο ότι η προβλεπόμενη κρίση των υποψηφίων για την ηγεσία της δικαιοσύνης αφορά και στο προσωπικό στοιχείο. Είναι επίσης φυσιολογικό ο Πρόεδρος Ανωτάτου Δικαστηρίου να μετακυλύει στους υφισταμένους του μέρος των πεποιθήσεων ή της νομικής του φιλοσοφίας στο πλαίσιο των προσδιορισμένων καθηκόντων του. Επειδή είναι περισσότερο θέμα προσώπων (επιλεγόντων και επιλεγομένων)[24], εξαρτάται από την προσωπικότητα του κάθε δικαστικού λειτουργού εάν θα ενδώσει ή όχι σε πολιτικές και κομματικές πιέσεις ή θα επιδείξει αμιγή δικαστική συμπεριφορά και από την πολιτική συνείδηση των μελών του Υπουργικού Συμβουλίου να εκπληρώσουν τον θεσμικό τους ρόλο ακολουθώντας αξιοκρατικά κριτήρια. Η προσωπική ανεξαρτησία του δικαστικού λειτουργού εναπόκειται αναμφισβήτητα στην ιδιοσυγκρασία και στην προσωπικότητά του. Πρέπει να αποδείξει εμπράκτως ότι τα καθήκοντα και οι αρμοδιότητές του εκπληρώνονται υπό καθεστώς ανεξαρτησίας και αμεροληψίας ιδίως όταν το υπόβαθρο χαρακτηρίζεται ως πολιτικό. Είναι στη διακριτική του ευχέρεια να απέχει ή όχι από την ανάληψη δημόσιας τοποθέτησης συναφούς με συγκεκριμένα πολιτικά ζητήματα. Βέβαια πρέπει να σημειωθεί ότι ένας απόλυτα ανεξάρτητος δικαστικός λειτουργός δε σημαίνει απαραίτητα ότι θα είναι αμερόληπτος[25]. Γι αυτό και η ανεξαρτησία θεωρείται καθεστώς, που αφορά στις σχέσεις του δικαστή με άλλους παράγοντες[26], ενώ η αμεροληψία συνιστά αρετή[27], η οποία εκδηλώνεται με την κοινωνική και πολιτική ουδετερότητα[28].
Πρόκειται λοιπόν περισσότερο για ανεξαρτησία πνεύματος ή, όπως υποστηρίζεται[29] χαρακτηριστικά, για «καθήκον αγνωμοσύνης» απέναντι στην κυβερνητική εξουσία που έχει την αρμοδιότητα να επιλέγει. Ένα σημαντικό στοιχείο που μπορεί να καταδείξει εάν υφίσταται πολιτική επιρροή είναι είτε τα διοικητικά καθήκοντα (ανάθεση κρίσιμων υποθέσεων σε κομματικά αρεστούς) είτε η χάραξη συγκεκριμένης γραμμής που μπορεί να διαφανεί και από την ποιότητα της «νομικής» επιχειρηματολογίας συγκεκριμένης δικαστικής απόφασης. Ο πολιτικός χρωματισμός συνδέεται αυτόματα με την αρχή της αμεροληψίας του δικαστικού λειτουργού. Όταν το συγκεκριμένο φαινόμενο παρατηρείται στα ανώτατα κλιμάκια της δικαιοσύνης και λαμβάνοντας υπόψη τις αρμοδιότητες των Προεδρείων των Ανωτάτων Δικαστηρίων, το ζήτημα γίνεται ιδιαίτερα ευαίσθητο.
Το πρόβλημα, ωστόσο, δεν έγκειται τόσο στην πολιτικοποίηση, συνταγματικά προβλεπόμενη, της επιλογής ηγεσίας της δικαιοσύνης από την εκάστοτε κυβέρνηση ή στον αριθμό των θεσμικών παραγόντων που παρεμβαίνουν σε ένα νομικά ευαίσθητο τομέα της δικαιοσύνης όσο στο βαθμό πολιτικοποίησης, στην πιθανότητα επηρεασμού της δικανικής βούλησης και στην ολοκληρωτική απουσία αντικειμενικών και αιτιολογημένων κριτηρίων[30]. Η εν λόγω διαδικασία επιλογής από το Υπουργικό Συμβούλιο δεν αιτιολογείται με έκθεση των στοιχείων και κριτηρίων που ελήφθησαν υπόψη ούτε υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο, όπως περιγράφεται και από το Πρακτικό 2/2010 του Συμβουλίου της Επικρατείας[31]. Η έλλειψη κριτηρίων ενισχύει φυσιολογικά τα επιχειρήματα περί αυθαίρετων και εξολοκλήρου πολιτικών επιλογών. Βέβαια, ορισμένοι[32] δικαιολογούν την παραπάνω κατάσταση επικαλούμενοι τη δημοκρατική νομιμοποίηση που παρέχει το εκάστοτε Υπουργικό Συμβούλιο στους διορισμούς Προέδρων και Αντιπροέδρων και αιωρείται, συνεπώς, η εντύπωση περί εγγυητή της συγκεκριμένης διαδικασίας. Με άλλα λόγια, το Υπουργικό Συμβούλιο μπορεί να αναλάβει την πλήρη πολιτική ευθύνη μιας ιδιαίτερα κρίσιμης επιλογής.
Τίθενται, ωστόσο, ορισμένα ερωτήματα. Η δικαστική ανεξαρτησία έχει ανάγκη από εγγυητή; Εγγυητής δεν είναι το κείμενο του Συντάγματος, αποτέλεσμα της σύνθεσης όλων των πολιτικών δυνάμεων της κοινωνίας; Η διάταξη του άρθρου 87 δε διαδραματίζει ουσιώδη ρόλο; Η άσκηση του ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων, που παρέχεται από το κείμενο του Συντάγματος στον δικαστικό λειτουργό, δεν ισοδυναμεί με δημοκρατική νομιμοποίηση της δικαστικής εξουσίας;
Η κύρια πηγή νομιμοποίησης στα πλαίσια μίας δημοκρατικής κοινωνίας είναι φυσικά η εκλογή. Αναμφισβήτητα, το Υπουργικό Συμβούλιο ως όργανο, του οποίου η σύνθεση έχει προκύψει από τη εκφρασθείσα με διεξαγωγή εκλογών λαϊκή βούληση, είναι δημοκρατικά νομιμοποιημένο να προβεί στη στελέχωση των Προεδρείων των Ανωτάτων Δικαστηρίων. Ωστόσο, στη συγκεκριμένη περίπτωση το επιχείρημα της δημοκρατικής νομιμοποίησης ή της πολιτικής ευθύνης δεν είναι απόλυτα πειστικό διότι η εκφρασθείσα από το εκλογικό σώμα βούληση παρουσιάζεται σε μεγάλο βαθμό αλλοιωμένη και αδρανοποιημένη από τις πιο προσωπικές προθέσεις και πολιτικές φιλοδοξίες (των εκλεγμένων) που θεμελιώνουν τον τρόπο επιλογής της ηγεσίας της δικαιοσύνης. Στην πράξη, η έννοια της πολιτικής ευθύνης παρουσιάζεται πλέον εννοιολογικά διαβρωμένη και παραπέμπει τουλάχιστον έμμεσα στο κομματικό ή πολιτικό κόστος. Ενέχει επιπλέον τον κίνδυνο να αιωρείται το εξής ερώτημα : εφόσον επικαλούμαστε πολιτική ευθύνη στη διαδικασία στελέχωσης των Προεδρείων των Ανωτάτων Δικαστηρίων, μπορεί να γίνει λόγος για πολιτική ερμηνεία της σχετικής συνταγματικής διάταξης (άρ. 90 § 5 Σ); Εξάλλου, η έννοια της δημοκρατικής νομιμοποίησης δεν εξαρτάται μόνο από το όργανο που επιχειρεί την εν λόγω επιλογή, αλλά και από την ίδια τη νομική φύση των δικαστικών λειτουργών ως άμεσων οργάνων του κράτους.
Πώς θα μπορούσαμε επομένως να αποφύγουμε ή τουλάχιστον να περιορίσουμε περιπτώσεις αυθαιρεσίας και κομματικής εύνοιας;Πολλές και ποικίλες προτάσεις (βλ. μεταξύ άλλων υπ’αριθμ. 14/1998 απόφαση[33] της Διοικητικής Ολομέλειας του Αρείου Πάγου στην οποία γίνεται λόγος για επιλογή Αντιπροέδρων από την οικεία Ολομέλεια και επιλογή Προέδρου ΑΠ από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, διευρυμένο εκλεκτορικό σώμα[34] ως ενίσχυση της διαφάνειας και της δημοκρατικής νομιμοποίησης, Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο[35], ευθεία ανάδειξη από την Ολομέλεια του οικείου δικαστηρίου[36]) έχουν κατατεθεί ως προς τη δυνατότητα αλλαγής της διαδικασίας επιλογής Προέδρων και Αντιπροέδρων. Ως συλλογικό όργανο πολιτικά διευρυμένο και αντιπροσωπευτικό της πολιτικής σύνθεσης, η Διάσκεψη των Προέδρων θα μπορούσε να νομιμοποιηθεί περισσότερο από το Υπουργικό Συμβούλιο ως προς τη στελέχωση της κορυφής της δικαιοσύνης με τη σύνταξη νομικά δεσμευτικών γνωμοδοτήσεων. Ως όργανο ευρείας σύνθεσης, θα επρόκειτο για διακομματική αποδοχή Προέδρων και Αντιπροέδρων των Ανωτάτων Δικαστηρίων. Στην προκειμένη περίπτωση, η επιλογή των ανωτάτων δικαστικών δε θα συνιστούσε τουλάχιστον άμεση έκφραση κρατικής ή αμιγώς μονοκομματικής βούλησης.
Σε περίπτωση που δεν καταστεί δυνατή η συνταγματική αναγνώριση του ρόλου της Διάσκεψης των Προέδρων στη συγκεκριμένη περίπτωση μέσω της διαδικασίας της αναθεώρησης της παραγράφου 5 του άρθρου 90 του Συντάγματος, θα ήταν δυνατό να υποστηριχτεί μία εναλλακτική πρόταση : στη θέση του Υπουργού Δικαιοσύνης-εισηγητή στο Υπουργικό Συμβούλιο θα μπορούσε να είναι κάλλιστα πρόσωπο εξωκοινοβουλευτικό με νομική εμπειρία και γνώση της πολιτικής και θεσμικής πρακτικής, το οποίο να μην είναι τουλάχιστον κομματικά ενταγμένο. Αυτό βέβαια επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του εκάστοτε Πρωθυπουργού και στην αντίληψη που φέρει για τους θεσμούς της δικαιοσύνης και γενικότερα της διαφάνειας.
Η στελέχωση των κορυφαίων θέσεων της δικαιοσύνης δεν είναι πρόβλημα πολιτικής και κοινωνικής αφομοίωσης ούτε ζήτημα δημοκρατικής νομιμοποίησης, όπως θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε για την πρόταση εισαγωγής του θεσμού του Συνταγματικού Δικαστηρίου[37] στη συνταγματική έννομη τάξη[38]. Αποτελεί θέμα αμιγώς πολιτικής βούλησης. Σε κάθε περίπτωση και υπό την οπτική της δημοκρατικής αρχής, η ανεξάρτητη δικαστική λειτουργία πρέπει να αποτελεί θεσμικό αντίβαρο απέναντι στο κέντρο εξουσίας συναποτελούμενο από την κυβέρνηση και την κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Στα πλαίσια μιας παγκοσμιοποιημένης κοινωνίας, η δικαστική ανεξαρτησία πρέπει να φαίνεται στα μάτια του κάθε πολίτη ως μία εγγύηση της ελευθερίας, του σεβασμού των ατομικών δικαιωμάτων και της ανιδιοτελούς απονομής της δικαιοσύνης.


[1] Ο Α. Μανιτάκης («Η ατυχής νομοθετική τροποποίηση της διαδικασίας επιλογής των Προεδρείων των Ανωτάτων Δικαστηρίων» in
[8] Βλ. Πρακτικά της Ζ’ Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, Συνεδριάσεις ΡΛΒ’/07.03.2001 και ΡΛΓ’/07.03.2001, σελ. 577.

[9] Π. Παυλόπουλος, Η αναθεώρηση του Συντάγματος. Υπό το πρίσμα της κοινοβουλευτικής εμπειρίας, Εκδοτικός Οίκος Α. Α. ΛΙΒΑΝΗ, 2010, σελ. 306.

[10] J.-L. Autin / F. Sudre, «L’impartialité structurelle du Conseil d’Etat hors de cause ?», RFDA 2007, σελ. 344.

[11] Τον Φεβρουάριο του 2007 το ΠΑΣΟΚ αποχώρησε από τη συζήτηση για την αναθεώρηση του Συντάγματος, καταθέτοντας μάλιστα πρόταση μομφής και ζητώντας την πρόωρη προσφυγή στις κάλπες. Το αποτέλεσμα ήταν το Μάιο του 2008 να περάσουν από την αναγκαία πλειοψηφία των 180 ψήφων και να εγκριθούν μόνον 3 από τις 38 προτάσεις της ΝΔ, με πιο βασική αυτή για τα δάση.

[12] Δ. Τσάτσος, Συνταγματικό Δίκαιο, Τόμος Β’, Οργάνωση και Λειτουργία της Πολιτείας, Έκδοση Β’ Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή, 1993, σελ. 137.

[13] Α. Μανιτάκης, «Η ατυχής νομοθετική τροποποίηση της διαδικασίας επιλογής των Προεδρείων των Ανωτάτων Δικαστηρίων» inwww.constitutionalism.gr.

[14] Γ. Ράλλης, «Οι επιλογές στη Δικαιοσύνη», ΤΟ ΒΗΜΑ, Κυριακή 25 Αυγούστου 1996.

[15] Πολλές φορές δεν ευσταθούν, αλλά η όλη διαδικασία αποβαίνει σε βάρος της δικαιοσύνης. Βλ. Δ. Κυριτσάκη, «Επιλογή ηγεσίας των Ανωτάτων Δικαστηρίων», inΣΥΜΒΟΛΕΣ ΙΙ, Εταιρία Δικαστικών Μελετών, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, 1998, σελ. 20.

[16] Βλ. Πρακτικά Επιτροπής Αναθεώρησης του Συντάγματος, Η’ Αναθεωρητική Βουλή, ΙΒ’ Περίοδος, Σύνοδος Α’, Συνεδρίαση Η’, Τετάρτη 12 Μαρτίου 2008, σελ. 150. Ο Χ. Μαρκογιαννάκης σημειώνει χαρακτηριστικά : «Η εμπειρία του παρελθόντος μας έχει διδάξει ότι η εκτελεστική εξουσία έκανε συνήθως κατάχρηση της ευχέρειας, η οποία της εδίδετο από το Σύνταγμα, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται τεράστια προβλήματα γύρω από την επιλογή της ηγεσίας».

[17] Α. Ράικου, όπ. π., Αθήνα-Κομοτηνή, 1991, σελ. 127.

[18] G. Guglielmi, La faveur et le droit, PUF, 2009, σελ. 404.

[19] Κ. Χρυσόγονος, Η Ιδιωτική Δημοκρατία. Από τις πολιτικές δυναστείες στην κλεπτοκρατία, Εκδόσεις Επίκεντρο, Θεσσαλονίκη, 2009, σελ. 199. Ο συγγραφέας αναφέρεται συγκεκριμένα στην περίπτωση παρέμβασης του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και του προϊσταμένου της Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών στην εισαγγελική έρευνα για το σκάνδαλο της Μονής Βατοπεδίου με αποτέλεσμα την παραίτηση των δύο εισαγγελέων-χειριστών της υπόθεσης από το σώμα.

[20] Χ. Χρυσανθάκης, «Η δικαιοσύνη στο αναθεωρημένο Σύνταγμα 1975/1986/2001», ΝοΒ 2002, σελ. 69 επ. Ο συγγραφέας προτείνει την αποκοπή οποιουδήποτε δεσμού μεταξύ των δύο λειτουργιών, προκειμένου να εξαλειφθεί η δυσπιστία του κάθε πολίτη απέναντι σε φαινόμενα παρέμβασης ή ανάμειξης πολιτικών παραγόντων στο πλαίσιο της δικαιοδοτικής λειτουργίας.

[21] Ευ. Βενιζέλος, όπ. π., Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, 2002, σελ. 328.

[22] ΕΔΔΑ, 28 Ιουνίου 1984, CampbelletFell˙ 25 Φεβρουαρίου 1997, Findlayc/ RoyaumeUni και 4 Σεπτεμβρίου 2001, Sahinerc/ Turquie.

[23] Δ. Ράικος, Δικαστική ανεξαρτησία και αμεροληψία. Πειθαρχικός έλεγχος των δικαστικών λειτουργών για «σφάλματα» της δικανικής κρίσης, Εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα-Θεσσαλονίκη 2008, σελ. 24.

[24] Μ. Σταθόπουλος, «Επιλογή της ηγεσίας και ανεξαρτησία», ΤΟ ΒΗΜΑ, 5 Ιουλίου 2009.

[25] S. Guinchard, G. Montagnier, A. Varinard, T. Debard, όπ. π., Dalloz, 2009, σελ. 213.

[26] Δ. Ράικος, όπ. π., Αθήνα-Θεσσαλονίκη 2008, σελ. 121.

[27] T. Renoux, «La justice dans la Constitution», Les Cahiers du Conseil constitutionnel, no 14/2003, σελ. 99.

[28] Κ. Μπέης, Τα συνταγματικά θεμέλια της δικαστικής προστασίας. Το ελληνικό έλλειμμα κράτους δικαίου, Αθήνα, 1998, σελ. 225.

[29] G. Drago, Contentieux constitutionnel français, PUF, 1998, σελ. 166.

[30] Ν. Κλαμαρής, «Η ανεξαρτησία της δικαιοδοτικής λειτουργίας έναντι επεμβάσεων της εκτελεστικής και της νομοθετικής λειτουργίας», Ελλ.Δικ. 1986, σελ. 23.

[31] ΘΠΔΔ 2010, αρ. τεύχους 24, σελ. 281 επ.

[32] Κ. Γώγος, «Η εφαρμογή των αναθεωρημένων διατάξεων του Συντάγματος για τους δικαστικούς λειτουργούς και την απονομή της δικαιοσύνης. Ένας απολογισμός», in5 χρόνια μετά τη συνταγματική αναθεώρηση του 2001, Επιστημονική επιμέλεια Ξ. Κοντιάδης, Τόμος Β’, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή, 2006, σελ. 742.

[33] Κ. Μαυριάς, Συνταγματικό Δίκαιο, Δεύτερη έκδοση, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, 2002, σελ. 681.

[34] Μ. Σταθόπουλος, «Επιλογή της ηγεσίας και ανεξαρτησία», ΤΟ ΒΗΜΑ, 5 Ιουλίου 2009.

[35] Είναι η διαδικασία που υφίσταται στην ισπανική έννομη τάξη. Βλ. P. Bon, «Indépendants et responsables ? Note sur la situation constitutionnelle des juges espagnols», Les Cahiers du Conseil constitutionnel, no 14/2003, σελ. 126.

[36] Δ. Κυριτσάκη, όπ. π., Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, 1998, σελ. 23.

[37] Βλ. Πρακτικά Επιτροπής Αναθεώρησης του Συντάγματος, Η’ Αναθεωρητική Βουλή, ΙΒ’ Περίοδος, Σύνοδος Α’, Συνεδρίαση Η’, Τετάρτη 12 Μαρτίου 2008, σελ. 151.

[38] Δ. Τσάτσος, Η αναθεώρηση του Συντάγματος, Τέσσερα Κείμενα, Εκδοτικός Οίκος Α. Α. ΛΙΒΑΝΗ, Αθήνα, 2006, σελ. 46. Ο συγγραφέας σημειώνει την ανάγκη δημοκρατικής εκλογής των συνταγματικών δικαστών, καθώς και τη δυσχέρεια εύρεσης προσώπων «κοινής αποδοχής». Σε ό,τι αφορά τη στελέχωση ενός Συνταγματικού Δικαστηρίου, καίριας σημασίας δεν είναι μόνο τα κριτήρια, πολιτικά ή προσωπικά, που υιοθετούνται για το διορισμό των μελών, αλλά και τα όργανα στα οποία ανατίθεται η κρίσιμη αρμοδιότητα της επιλογής. Ο Ευ. Βενιζέλος συστήνει την Ολομέλεια της Βουλής με την αυξημένη πλειοψηφία των 2/3 του όλου αριθμού των βουλευτών. Η δυσκολία επιλογής προσώπων «εγνωσμένου κύρους και ανεξαρτησίας» είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τη νομική φύση, τις αρμοδιότητες ενός μελλοντικού Συνταγματικού Δικαστηρίου και με το γεγονός εάν η ελληνική συνταγματική έννομη τάξη χρειάζεται πράγματι ένα νέο θεσμό ή επαρκεί το υφιστάμενο σύστημα του διάχυτου και παρεμπίπτοντος ελέγχου συνταγματικότητας των νόμων. Βλ. Α. Μανιτάκης, Η ίδρυση Συνταγματικού Δικαστηρίου, Εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, 2008, σελ. 9, Κ. Χρυσόγονος, «Η νέα συνταγματική αναθεώρηση και το ζήτημα της συνταγματικής δικαιοσύνης» in Το Συνταγματικό Δικαστήριο σε ένα σύστημα παρεμπίπτοντος ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων, Επιμέλεια : Α. Μανιτάκης, Α. Φωτιάδου, Εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, 2008, σελ. 63, Ευ. Βενιζέλος, «Η οργάνωση της συνταγματικής δικαιοσύνης» inwww.evenizelosdialogues.gr. Ο Ι. Βαρβιτσιώτης (Η αναγκαία αναθεώρηση. Για ένα Σύγχρονο Σύνταγμα, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή, 2006, σελ. 85 επ.) κάνει λόγο για έντεκα μέλη, από τα οποία τέσσερα ορίζονται από την Κυβέρνηση, τέσσερα από το Κοινοβούλιο, με πλειοψηφία 3/5 του συνολικού αριθμού των Βουλευτών, και ανά ένας από την Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας, του Αρείου Πάγου και του Ελεγκτικού Συνεδρίου.

Η συνταγματικότητα του «Μνημονίου» υπό το φως της (αμερικανικής) θεωρίας του δικαστικού αυτοπεριορισμού

Aπόστολος Βλαχογιάννης
Εμπνεόμενος από τη σκέψη των λεγόμενων «προοδευτικών» (progressive) δικαστών του Ανωτάτου Δικαστηρίου των ΗΠΑ (Oliver Wendell Holmes, Louis Debnitz Brandeis, Benjamin Cardozo) θα ήθελα με την παρούσα παρέμβαση να εκφράσω ορισμένες απόψεις για τη στάση του δικαστή όταν καλείται να ερμηνεύσει το Σύνταγμα και να κρίνει τη συνταγματικότητα νομοθετικών μέτρων όπως το λεγόμενο «Μνημόνιο». Η επιλογή των παραπάνω δικαστών εξηγείται από το γεγονός ότι η διαμόρφωση της έννοιας του δικαστικού αυτοπεριορισμού[1] και η επακόλουθη καθιέρωση του λεγόμενου «τεκμηρίου συνταγματικότητας των νόμων»[2] στην Αμερική οφείλεται κατά κύριο λόγο στις μειοψηφούσες γνώμες τους κατά την περίοδο 1900-1940. Εξετάζοντας συνοπτικά το περιεχόμενο της έννοιας του δικαστικού αυτοπεριορισμού στόχος μου είναι να καταδείξω ότι πρόκειται στην ουσία για μια μορφή ερμηνείας που τονίζει και σέβεται την ιδιαιτερότητα του Συντάγματος
Σε αυτό το πλαίσιο, θα προσπαθήσω μέσα από μια επιλεκτική ανάγνωση των γραπτών και των αποφάσεων των παραπάνω δικαστών να εξαγάγω ορισμένα χρήσιμα συμπεράσματα σχετικά με τη στάση που πρέπει να τηρήσει το ΣτΕ ως προς τη συνταγματικότητα του «Μνημονίου», χωρίς όμως να υπεισέλθω απαραίτητα στις λεπτομέρειες του ζητήματος. Αυτό που με ενδιαφέρει περισσότερο είναι ακριβώς να δείξω πώς ένας δικαστής εμφορούμενος από το ιδανικό του αυτοπεριορισμού θα μπορούσε να προσεγγίσει το ζήτημα και όχι κυρίως να προεξοφλήσω τη συνταγματικότητα ή όχι των μέτρων –αν και, όπως θα φανεί στη συνέχεια, από την ανάλυση θα προκύψουν αναπόφευκτα ορισμένες απαντήσεις.
Μελετώντας την κρατούσα αντίληψη, διαπιστώνουμε ότι η έννοια του δικαστικού αυτοπεριορισμού επισκιάζεται από το νομοθέτη και συνεπώς ετεροπροσδιορίζεται, ορίζεται δηλαδή αρνητικά ως υποκατάσταση του νομοθέτη από το δικαστή[3]o δικαστικό αυτοπεριορισμό με τη «στενή ερμηνεία» (strictconstructionism) του Συντάγματος.. Κατά τη γνώμη μου, αυτή η προσέγγιση, παρότι μπορεί να φανεί χρήσιμη για την καταγραφή των θεσμικών ισορροπιών εντός ενός συστήματος, δεν επαρκεί για να φωτίσει όλο το περιεχόμενο της έννοιας· γιατί, εστιάζοντας σχεδόν αποκλειστικά στο «σκιάχτρο» της «κυβέρνησης των δικαστών»,συγχέει τ
Η θεωρία του δικαστικού αυτοπεριορισμού, όπως διαμορφώθηκε από τη σκέψη των προοδευτικών δικαστών του Ανωτάτου Δικαστηρίου των ΗΠΑ στις αρχές του 20ου αιώνα διαθέτει όμως εξίσου μια αυτόνομη και θετική διάσταση. Δε στρέφεται κυρίως εναντίον της ιδέας του «Κράτους των δικαστών», όσο επιδιώκει να διαψεύσει το γνωστό αφορισμό του μετέπειτα Προέδρου του Ανωτάτου Δικαστηρίου Charles Evans Hughes, ο οποίος, ως Κυβερνήτης της πολιτείας της Νέας Υόρκης είχε δηλώσει: «το Σύνταγμα είναι αυτό που οι δκαστές λένε πως είναι»[4]James Bradley Thayer ο οποίος πρώτος διετύπωσε το κριτήριο της «λογικότητας» (reasonablenesstest) του νομοθετικού μέτρου ή του «προδήλου λάθους» (clearmistake) του νομοθέτη[5], κατόρθωσε όμως στη συνέχεια να την εμπλουτίσει και να την ξεπεράσει. Συνεπώς, δε συνιστά απαραίτητα εκδήλωση «δικαστικής ταπεινοφροσύνης»[6] ούτε προτροπή τυφλής υποταγής στην κρίση του νομοθέτη, αλλά κυρίως μέσο κατάφασης της ξεχωριστής φύσης του Συντάγματος. Αυτή λοιπόν τη γενικότερη θεώρηση σκοπεύουμε να αναδείξουμε στο βαθμό βέβαια που είναι συμβατή με τα δεδομένα του ελληνικού συστήματος. Προκρίνει συνεπώς ως αντίδοτο στον απόλυτο δικαστικό επικαθορισμό του Υπέρτατου Νόμου μια θεώρησή του ως ευρέως, ουδέτερου ιδεολογικά και ελαστικού κανονιστικού πλαισίου που εγγυάται το νομοθετικό πειραματισμό. Διατυπώθηκε αρχικά ως εφαρμογή της ανάλυσης του
Ι. Το Σύνταγμα ως ευρύ κανονιστικό πλαίσιο
Ο Holmes υπήρξε ένας μεγάλος νομικός και δικαστής ο οποίος κατά τη διάρκεια της μακράς θητείας του στο Ανώτατο Δικαστήριο υπήρξε πιστός υπέρμαχος της έννοιας της δικαστικής ουδετερότητας και υποστηρικτής της συνταγματικότητας σχεδόν όλων των οικονομικών και κοινωνικών μέτρων που κλήθηκε να ελέγξει. Η σκέψη του Holmes έχει συγκεκριμένα ως αφετηρία μία παραδοχή σχετικά με τη φύση του Συντάγματος: το Σύνταγμα είναι ένα ιδιαίτερο νομικό κείμενο και ως τέτοιο πρέπει να αντιμετωπίζεται από το δικαστή[7]. Δε στοχεύει στη ρύθμιση συγκεκριμένων εννόμων σχέσεων κατά το τρόπο σαφή και συγκεκριμένο αλλά συνιστά ένα ελαστικό κανονιστικό πλαίσιο[8], πηγή και όριο της εξουσίας, το οποίο κατευθύνει και συνάμα ενισχύει τη δυναμική της κοινωνίας[9], όπως αυτή εκφράζεται κατεξοχήν από τη νομοθετική εξουσία. Προορισμένο να διαρκέσει στο πέρασμα του χρόνου χωρίς να καθίσταται ένα κείμενο στερούμενο συνάφειας, πρέπει αναγκαστικά να μπορεί να ενσωματώσει διαφορετικές ιδέες και αντιλήψεις. Ιδίως σε ότι αφορά στις εκάστοτε πολιτικές, ηθικές και οικονομικές θεωρίες, η παροδικότητά τους και η εξάρτησή τους από το συσχετισμό πολιτικών δυνάμεων καθιστά επιτακτική την ανάγκη αποσύνδεσής τους από το Σύνταγμα.
Συνεπώς, o Holmes υποδεικνύει ότι κατά την ερμηνεία των αφηρημένων διατάξεων του Συντάγματος, ο δικαστής πρέπει να εξασφαλίζει στο νομοθέτη ένα ευρύ περιθώριο κινήσεων[10]Holmes στηλίτευε αδιάκοπα την τάση των συναδέλφων του να αντιμετωπίζουν το Σύνταγμα κατά τρόπο περιοριστικό της ευρύτητάς του., αποδεχόμενος τη δυνατοτήτα πολλαπλών θεμιτών συνταγματικών ερμηνειών/ κατασκευών. Άρα καθήκον του δεν είναι να εξακριβώσει ποιο είναι το ακριβές νόημα των διατάξεων που ερμηνεύει, αλλά απλά να ελέγξει αν η προτεινόμενη ερμηνεία/κατασκευή είναι συμβατή με αυτές[11]. Αυτή η παρατήρηση αποκτά ακόμα μεγαλύτερη σημασία, όταν βρισκόμαστε ενώπιον γενικότερων και βαθύτερων αλλαγών στην κοινωνία, που προκαλούν την ανάδυση καινούριων ιδεών και αντιλήψεων. Ειδικά σε αυτήν την περίπτωση, οι δικαστές πρέπει να είναι ακόμα πιο προσεκτικοί στις κρίσεις τους, δηλαδή ακόμα πιο επιφυλακτικοί να αμφισβητήσουν την κρίση του νομοθέτη. Υπό αυτήν την έννοια, ο δικαστικός αυτοπεριορισμός δεν αρνείται τις προερμηνευτικές επιλογές των δικαστών, αλλά αντιτάσσεται στην απόπειρα μετάφρασης παροδικών θεωρητικών και νομολογιακών κατασκευών σε Συνταγματικές αρχές[12]. Για αυτό το λόγο εξάλλου ο
Στη διάσημη μειοψηφούσα άποψή του στην υπόθεση Lochner που αφορούσε στην καθιέρωση ενός ανωτάτου ωραρίου εργασίας στα παρακευαστήρια άρτου, στήριξε, μεταξύ άλλων, την απόφασή του να μην ελέγξει την σκοπιμότητα των νομοθετικών μέτρων στο αξίωμα της ιδεολογικής ουδετερότητας του Συντάγματος. Αξίζει συγκεκριμένα να παραθέσουμε τα λόγια του:
«Ένα Σύνταγμα δεν έχει ως σκοπό να ενσωματώσει μια συγκεκριμένη οικονομική θεωρία, είτε πρόκειται για τη θεωρία του πατερναλισμού και της οργανικής σχέσης του πολίτη με το Κράτος είτε για τη θεωρία του laissezfaire. Είναι σχεδιασμένο για ανθρώπους που διαθέτουν τελείως διαφορετικές ιδέες και αν συμβαίνει εμείς [οι δικαστές] να θεωρούμε ορισμένες απόψεις φυσικές και οικείες ή καινοφανείς και ενδεχομένως σκανδαλιστικές, αυτό δεν πρέπει να επηρεάζει την κρίση μας σχετικά με το αν οι νόμοι που τις εκφράζουν έρχονται σε αντίθεση με το Σύνταγμα των Ηνωμένων Πολιτειών.»[13]
Σε αυτό το σημείο πρέπει να αναφέρουμε ως γενική διαπίστωση ότι ο Holmes, παρότι προσωπικά αμφισβητούσε την ορθότητά τους, στήριξε στις αρχές του 20ου αιώνα όλα σχεδόν τα κοινωνικο-οικονομικά μέτρα ενίσχυσης της εργατικής τάξης που υιοθέτησαν οι νομοθέτες των διαφόρων Πολιτειών στηριζόμενοι στην εξουσία ρύθμισης της δημόσιας τάξης (policepower). Μπορούμε μάλιστα να υποστηρίξουμε βάσιμα ότι δε θα είχε πρόβλημα να αποδεχθεί και τον κρατικό παρεμβατισμό της πρώτης φάσης του New Deal και την καθοριστική διεύρυνση της έννοιας του δημόσιου συμφέροντος (business affecting the public interest)[14].
Όπως αναφέρει, «μια λέξη…μπορεί να αποκτά διάφορες αποχρώσεις και νοήματα ανάλογα με τις περιστάσεις και τη στιγμή που χρησιμοποιείται»[15]. Εφόσον το περιεχόμενο νομικών όρων, όπως «δημόσιο συμφέρον» ή «κοινωνικό κράτος», που είναι σε κάθε περίπτωση γενικοί και ασαφείς, γίνεται ακόμα πιο ρευστό σε περιόδους ανακατατάξεων, είναι λογικό να ζητά κανείς από το δικαστή να αμβλύνει ακόμα περισσότερο τον (ούτως ή άλλως) οριακό έλεγχο που ασκεί[16] και να εμφανίζεται πιο διστακτικός στις κρίσεις του. Πολλώ δε μάλλον όταν ένας νόμος συνιστά κεντρική επιλογή της οικονομικής πολιτικής της κυβέρνησης, δεν πρόκειται δηλαδή για αποσπασματική ρύθμιση. Κατά αυτόν τον τρόπο, μέσω της αυτοσυγκράτησής του επιβεβαιώνει τον ευέλικτο χαρακτήρα του Συντάγματος.
ΙΙ. Το Σύνταγμα ως εγγυητής του νομοθετικού πειραματισμού
Ο δικαστής Holmes διακήρυξε επίσης στην υπόθεση Abrams ότι «το Σύνταγμα είναι ένα πείραμα, όπως και όλη η ζωή»[17]. Η ιδέα του πειραματισμού, κεντρική στην προοδευτική σκέψη της εποχής, εισάγει με τον πιο πανηγυρικό τρόπο το στοιχείο της αλλαγής στο συνταγματικό δίκαιο. Η αποδοχή ότι τα επιστημονικά, οικονομικά και κοινωνικά δεδομένα αλλάζουν με ραγδαίους ρυθμούς στην εποχή μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ο δικαστής πρέπει να είναι αρκετά επιφυλακτικός όταν πρόκειται, αναπόφευκτα, να κρίνει τη σκοπιμότητα ενός μέτρου.
Εντούτοις ο δικαστής που συνέβαλε αποφασιστικά στην αναγνώριση του Συντάγματος ως εγγυητή του νομοθετικού πειραματισμού ήταν ο δικαστής Brandeis. Από τη μία πλευρά, επηρεασμένος από την πραγματιστική φιλοσοφία του John Dewey, υπεράσπισε με τις μειοψηφούσες γνώμες του σθεναρά τη δυνατότητα του νομοθέτη να προβαίνει σε κοινωνικούς και οικονομικούς πειραματισμούς μέσα από την προγνωστική-διαπλαστική του ευχέρεια. Από την άλλη, διακήρυξε τη θεσμική υπεροχή του νομοθέτη ως προς τη δυνατότητα συλλογής, επεξεργασίας και αξιολόγησης των στοιχείων εκείνων που είναι απαραίτητα για τη λήψη αποφάσεων των οποίων οι συνέπειες δεν μπορούν να καταγραφούν παρά μόνο μετά την εφαρμογή τους[18].
Παράλληλα, αναγνώριζε πως η δυνατότητα πειραματισμού δεν μπορεί να είναι απεριόριστη, καθώς πρέπει να κινείται μέσα στα όρια της «λογικότητας» (reasonableness). Πιο συγκεκριμένα, ο «λογικός» χαρακτήρας ενός μέτρου δεν είναι προϊόν αυθαίρετης κρίσης από το δικαστή ωσάν να ασκούσε ένα είδος «υπερνομοθετικής» εξουσίας, αλλά προκύπτει από την εξέταση δύο παραγόντων: είτε α) μετά από εξονυχιστικό έλεγχο των στοιχείων της υπόθεσης, ο δικαστής πείθεται ότι η νομοθετική πρωτοβουλία έχει εξαντλήσει τη δυνατότητα εκτίμησης των πιθανών αποτελεσμάτων του μέτρου[19], είτε β) μακρά νομοθετική πρακτική, επικυρωμένη και νομιμοποιημένη επανειλημμένα από το δικαστήριο, έχει κατοχυρώσει το δικαίωμα πειραματισμού στο παρόν ζήτημα[20].
Όπως γίνεται αντιληπτό, ο στόχος αυτού του ελέγχου δεν είναι η ακύρωση του μέτρου αλλά η διασφάλιση των προϋποθέσεων διεξαγωγής του πειράματος. Ο Brandeis δε δίστασε μάλιστε εν μέσω της οικονομικής κρίσης του 1929 να αποδεχθεί ένα μέτρο του οποίου όχι μόνο δε συμμεριζόταν τη σκοπιμότητα αλλά στη λογική του οποίου είχε αντιταχθεί σε όλη του τη ζωή. Στην υπόθεση NewStateIceC. v. Liebmann[285 U.S. 262 (1932)], η πολιτεία της Οκλαχόμα προσπάθησε να εφαρμόσει μονοπωλιακές πρακτικές στην αγορά πάγου –πολύ σημαντικού αγαθού εκείνη την εποχή. Ο Brandeis ως πολιτικός σύμβουλος του Woodrow Wilson στις Προεδρικές εκλογές του 1912 είχε αναγορεύσει σε κεντρικό πολιτικό ζήτημα την καταπολέμηση κάθε είδους μονοπωλίων και είχε ταχθεί αναφανδόν υπέρ του ελεύθερου ανταγωνισμού. Εντούτοις, αποδέχθηκε το εν λόγω νομοθετικό μέτρο ως εύλογη άσκηση της δυνατότητας πειραματισμού.
ΙΙΙ. Η δυναμική του Συντάγματος
Ο μεγάλος πολιτειολόγος EdwardCorwinείχε επισημάνει κατά την περίοδο των κοσμογονικών αλλαγών του NewDealτον κίνδυνο που προκύπτει από την επικράτηση του «συνταγματικού αρνητισμού»[21], της τάσης δηλαδή να θεωρείται κάθε σχεδόν μέτρο ως αντισυνταγματικό. Σύμφωνα με αυτή τη λογική, σε περιόδους κρίσης ή μεγάλων κοινωνικών αλλαγών, το Σύνταγμα χάνει «ως δια μαγείας» την (αναγνωρισμένη άλλοτε) ευρύτητά του και αντιμετωπίζεται ως ένα τεχνικό νομοθέτημα του οποίου οι διατάξεις υφαίνουν ένα πλέγμα συγκεκριμένων και σαφών απαγορεύσεων. Ασκώντας έντονη κριτική σε αυτή τη θεώρηση, οι προοδευτικοί δικαστές της εποχής πίστευαν πως ένα υγιές Σύνταγμα είναι «ζωντανό» και αποτελεί ένα σύστημα ορίων ικανό για μια δυναμική διεύρυνση σε συνάρτηση με τις νέες εμπειρίες. Το Σύνταγμα δηλαδή δεν εγγυάται απλά το παρόν αλλά προωθεί και οριοθετεί τη μεταμόρφωσή του[22].
Δεν πρέπει επίσης να ξεχνάμε ότι, σύμφωνα με μια προσφιλή έκφραση της αμερικανικής συνταγματικής σκέψης, το Σύνταγμα δεν είναι ένα σύμφωνο αυτοκτονίας (suicidepact)[23]CommonwealthClub του Σαν Φρανσίσκο στις 23 Σεπτεμβρίου 1932, η βασική αρετή του αμερικανικού Συντάγματος συνίσταται στη λειτουργικότητά του, που του επιτρέπει την προσαρμογή του ακόμα και σε εξαιρετικές, απρόβλεπτες περιστάσεις[25]. Με βάση τα παραπάνω τεκμαίρεται λοιπόν ότι η νομοθετική μαζί με την εκτελεστική εξουσία διαθέτουν καταρχήν την αναγκαία εκείνη ευχέρεια ώστε να αντεπεξέλθουν στις απαιτήσεις των καιρών. , δεν καταδικάζει δηλαδή τα πολιτικά όργανα σε απραξία[24]. Όπως ο Πρόεδρος Ρούζβελτ διακήρυξε στον περίφημο λόγο του στο
Υπό αυτό το πρίσμα, είναι φυσικό να απαιτείται από το δικαστή ο αυτοπεριορισμός του. Η έννοια του αυτοπεριορισμού αναγνωρίζει καταρχήν τον κίνδυνο ο δικαστής να ακυρώσει μέτρα ζωτικής σημασίας για την κοινωνία στηριζόμενος σε μια «συντηρητική» και συνάμα μηχανιστική ερμηνεία του Συντάγματος, που αγνοεί τη ζώσα πραγματικότητα και κρίνει το ζήτημα της συνταγματικότητάς invacuo, επί τη βάσει αφηρημένων αρχών μιας ιδεατής ή παρελθούσας κοινωνίας. Αποτελούσε εξάλλου κοινή παραδοχή όλων των προοδευτικών δικαστών των αρχών του 20ου αιώνα πως τα δικαστήρια αγνοούσαν την πραγματική διάσταση αξιών και αρχών, που ήταν ωστόσο «κατοχυρωμένες» στη θεωρία. Τις συνελάμβαναν ως ήδη ιστορικά πραγματωμένες παρά τα αντίθετα διδάγματα της κοινής πείρας. Και αυτό είχε ως συνέπεια νομοθετικά μέτρα που στόχευαν στην αντιμετώπιση υπαρκτών προβλημάτων και έκτακτων καταστάσεων να κρίνεται ότι προσβάλλουν αφηρημένες και ανεδαφικές αντιλήψεις περί ελευθερίας.
Ωστόσο, χρέος του δικαστή είναι σε κάθε περίπτωση να εξετάζει την υπόθεση υπό το φως των συνθηκών που την περιβάλλουν[26]. Σε περίπτωση που δεν μπορεί να αντιληφθεί την πλήρη εικόνα του προβλήματος, είτε λόγω προσωπικής του αδυναμίας είτε λόγω της συνθετότητάς του, τότε συντρέχει το λεγόμενο τεκμήριο συνταγματικότητας των νόμων[27]Brandeis, ο δικαστής πρέπει να προσπαθεί να επανασυνθέσει στο βαθμό του δυνατού τις συνθήκες που οδήγησαν το νομοθέτη στη λήψη του ελεγχόμενου μέτρου, προκειμένου να μπορεί να εντοπίσει το στόχο που θέτει και να εκτιμήσει στη συνέχεια τη συμβατότητά του με τη συνταγματική τάξη. . Μόνο κατά αυτόν τον τρόπο ο αυτοπεριορισμός από ευσεβής πόθος μεταφράζεται σε αποτελεσματική ερμηνευτική αρχή ή καλύτερα σε ουσιαστικό κανόνα προτεραιότητας μεταξύ των διαθέσιμων ερμηνευτικών επιλογών. Ακολουθώντας την προτροπή του δικαστή
Ενδεικτική αυτής της προσπάθειας είναι η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Blaisdell[28]. Εν μέσω του κραχ του 1929, η πολιτεία της Μινεσότα ψήφισε ένα νόμο που επέτρεπε στους υπερχρεωμένους πολίτες της να ζητήσουν από τα δικαστήρια την επιμήκυνση των χρεών τους ώστε να αποφύγουν έτσι τον πλειστηριασμό των υποθηκευμένων σπιτιών τους. Εντούτοις, το άρθρο Ι ενότητα 10 παρ. 1 του Αμερικανικού Συντάγματος προβλέπει μεταξύ άλλων ότι καμία πολιτεία δε θα ψηφίσει νόμο που «παραβιάζει τη δεσμευτικότητα των συμβατικών υποχρεώσεων» («lawimpairingtheobligationofcontracts»). Το δικαστήριο υποστήριξε ότι μια στενή γραμματική ή ιστορική ερμηνεία αυτής της διάταξης θα οδηγούσε σε ανεπίτρεπτα αποτελέσματα δεδομένων των συνθηκών, καθόσον θα επέβαλλε έναν ασφυκτικό περιορισμό στο νομοθέτη και θα του στερούσε τη δυνατότητα να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά ένα ζωτικής σημασίας πρόβλημα. Επομένως, ενδεδειγμένη ήταν μια ερμηνεία σύμφωνη με το σκοπό και το πνεύμα της διάταξης. Εδώ λοιπόν βλέπουμε πως η έννοια του δικαστικού αυτοπεριορισμού δεν αποκλείει καταρχήν μια δυναμική ερμηνεία που στόχο έχει την απορρόφηση των κραδασμών του πραγματικού και την δημιουργική ενσωμάτωσή τους στην κανονιστικότητα του Συντάγματος.
Συμπερασματικά, η έννοια του δικαστικού αυτοπεριορισμού βρίσκει εφαρμογή όταν πρόκειται για τον έλεγχο νόμων οι οποίοι: α) εξειδικεύοντας αφηρημένες αξίες αποτελούν συνταγματικές κατασκευές (constitutionalconstructions) που κινούνται εντός του πνεύματος του κειμένου, β) μπορούν να χαρακτηριστούν ως «λογικοί» πειραματισμοί επί οικονομικών θεμάτων είτε ύστερα από εξέταση των στοιχείων που τους συνοδεύουν ή σε περίπτωση που συνιστούν άσκηση παγιωμένης νομολογιακά εξουσίας, γ) στοχεύουν στη δραστική αντιμετώπιση οξέων προβλημάτων χωρίς ωστόσο να παραβιάζουν τον κανονιστικό πυρήνα θεμελιωδών συνταγματικών διατάξεων.
Κατά τη γνώμη μου τα υπό κρίση μέτρα του «Μνημονίου» ανταποκρίνονται, ως προς την ουσία τους, πλήρως σε αυτή την περιγραφή: α) έχουν ορθώς κατά τη γνώμη μου χαρακτηριστεί ως επιφέροντα μια μεταβολή οικονομικού παραδείγματος που όμως, όσο επώδυνη ενδεχομένως, δε φαίνεται να κινείται εκτός της λογικής του Συντάγματος, β) μπορούν να θεωρηθούν ως μέτρα τεκμηριωμένα επιστημονικά, παρότι τίποτε φυσικά δεν μπορεί να εγγυηθεί την τελική επιτυχία τους, και κυρίως κατοχυρωμένα νομολογιακά[29] και τέλος γ) ανταποκρίνονται σε μια εξαιρετικά έκτακτη κατάσταση χωρίς εκ πρώτης όψεως να παραβιάζουν ευθέως κάποιο θεμελιώδες δικαίωμα. Επιπλέον, πιστεύω ότι η εισηγητική έκθεση της Συμβούλου Σαρπ, παρά τις όποιες κριτικές για μη νομική επιχειρηματολογία, επιτυγχάνει να αναδείξει το διακύβευμα της υπόθεσης μέσω της αναφοράς της στο ιστορικό της κρίσης και της μέχρι τώρα προσπάθεια αντιμετώπισής της.
Δεν μπορώ παρά να επισημάνω πόση εντύπωση μου προκαλεί η ευκολία με την οποία μια κεντρική πολιτική επιλογή που αφορά σε ένα τόσο πολύπλοκο ζήτημα τείνει να ερμηνεύεται με χαρακτηριστική άνεση από πολλούς συνταγματολόγους ως απλό νομικό ζήτημα το οποίο μπορεί και πρέπει να επιλυθεί από τα δικαστήρια κατά (μη;) πολιτικό τρόπο. Άποψή μου είναι ότι το ζήτημα είναι πιο σύνθετο απ’ό,τι παρουσιάζεται και ότι το ΣτΕ θα δεχθεί πολιτικές κριτικές όποια και να είναι η απόφασή του. Η ουσία όμως είναι αν μπορεί, παραμένοντας πιστό στη θεωρία του δικαστικού αυτοπεριορισμού και κατά συνέπεια στην ιδιαίτερη φύση του Συντάγματος, όπως σκιαγραφείται παραπάνω, να ασκήσει ένα είδος έμμεσου ελέγχου των μέτρων, χωρίς όμως απαραίτητα να κρίνει τον πυρήνα των επιλογών.
Θεωρώ εξάλλου ότι αυτό θα αποτρέψει την υπέρμετρη συνταγματοποίηση της πολιτικής ειδικά σε αυτές τις κρίσιμες στιγμές καθώς και την ενδεχόμενη στοχοποίηση της δικαστικής παρέμβασης. Με άλλα λόγια θα επιτρέψει στο ΣτΕ να μην εξαντλήσει άσκοπα τα αποθέματα «αποφασιστικότητας» που διαθέτει. Αρωγός του σε αυτή την προσπάθεια υιοθέτησης ενός προσεκτικού θεσμικού ρόλου πρέπει να είναι και η έννοια του δικονομικού αυτοπεριορισμού, την οποία διαλέξαμε να μην εξετάσουμε, χωρίς να αγνοούμε ωστόσο την καίρια σημασία της σε ένα σύστημα παρεμπίπτοντος και συγκεκριμένου ελέγχου και το συμπληρωματικό χαρακτήρα της ως προς τη θεωρία του ουσιαστικού αυτοπεριορισμού.
Το κυριότερο, ο δικαστής πρέπει να έχει επίγνωση του γεγονότος ότι ο έλεγχος συνταγματικότητας δεν αποσκοπεί αναγκαστικά στην κήρυξη νόμων ως αντισυνταγματικών προκειμένου να επιβεβαιωθεί ο ρωμαλέος χαρακτήρας του. Όπως ο δικαστής Cardozo υπενθυμίζει, η βασική αποστολή της άσκησης αυτής της εξουσίας συνίσταται στο να εκφράζει ιδανικά που θα ήταν ειδάλλως καταδικασμένα στη σιωπή και στο να τους προσδίδει κατόπιν ιστορική συνέχεια[30]. Κατά τη γνώμη μου, αυτός πρέπει να είναι και οδηγός της γενικότερης νομολογίας του ΣτΕ σε αυτή την τόσο κρίσιμη για τη χώρα περίοδο: πώς θα θέσει σε προοπτική τα παρόντα και επερχόμενα κυβερνητικά μέτρα και πώς θα εγγυηθεί την όσο το δυνατόν πιο ομαλή (δικαιοκρατικά) μετάβαση στη νέα πραγματικότητα της ουσιαστικής οικονομικής χρεωκοπίας της χώρας.
Με άλλα λόγια, το ζητούμενο δεν είναι να αποτραπεί η επέλευση του καινούριου, κάτι το οποίο συμβαίνει πάντα με τρόπο βίαιο, αλλά πώς αυτό θα συμβιβαστεί με το παλαιό· πώς δηλαδή οι διαχρονικές και θεμελιώδεις αξίες που προστατεύει το Σύνταγμα θα μπορέσουν να προσαρμοστούν στις νέες καταστάσεις και στα δεδομένα της κρίσης που δείχνει ότι θα μας απασχολήσει για καιρό. Εδώ βέβαια πρέπει να τονίσουμε πως αυτή η προσαρμογή προϋποθέτει λογικά αλλά και χρονικά την εξοικείωση με τη νέα κατάσταση και την αποκρυστάλλωσή της, κυρίως μέσα από νομοθετικές κατασκευές που υπό το φως του σήμερα κινούνται στα όρια της συνταγματικότητας. Αυτό πιστεύω είναι και το μάθημα που μπορούμε να αποκομίσουμε από την αμερικανική εμπειρία της «συνταγματικής επανάστασης» του NewDeal και της μετέπειτα προσαρμογής της νομολογίας στα νέα δεδομένα. Μένει λοιπόν να δούμε πιο ξεκάθαρα ποιοι θα είναι οι νέοι θεσμοί και πολιτικές που θα αναδειχθούν από τις στάχτες της παρούσας φάσης της κρίσης και πώς αυτοί θα μπορέσουν να ενταχθούν ομαλά στο υπάρχον συνταγματικό πλαίσιο. Μέχρι τότε είναι πιστεύω σώφρον και συνταγματικά ορθό οι δικαστές μας να επιδείξουν μια διάθεση αυτοπεριορισμού.


[1] Ως «δικαστικό αυτοπεριορισμό» μεταφράζουμε την έκφραση «judicialselfrestraint». Θα ήταν ενδεχομένως πιο σωστό να μιλάμε για «δικαστική αυτοσυγκράτηση» (βλ. N. ΑΛΙΒΙΖΑΤΟΣ, «Μεταξύ Ακτιβισμού και αυτοσυγκράτησης: Ο πολιτικός ρόλος των δικαστών στη Δυτική Ευρώπη», ΔτΑ 2003, σ. 697-728).
[2]United States v. Carolene Products Co., 304 U.S. 144 (1938). Σύμφωνα με αυτή την απόφαση και την περίφημη υποσημείωση 4, κάθε ρύθμιση οικονομικού χαρακτήρα τεκμαίρεται (κατά σχεδόν αμάχητο τρόπο) συνταγματική εφόσον διαθέτει λογική βάση (rationalbasistest). Από την άλλη, αυτό το τεκήριο δεν ισχύει για νόμους που παραβιάζουν τις συγκεκριμένες απαγορεύσεις των δέκα πρώτων τροποποιήσεων του BillofRights, ή εμποδίζουν την ομαλή λειτουργία του δημοκρατικού πολιτικού συστήματος ή τέλος στρέφονται εναντίον «διακριτών και απομoνωμένων μειονοτήτων» (discreteandinsularminorities), όπως κατεξοχήν οι φυλετικές και θρησκευτικές μειονότητες.
[3]Γιααυτήτη «ρητορική» χρήσητουόρουβλέπε M. TROPER – O. PFERSMANN, « Existe-t-il un concept de gouvernement des juges ? », in S. BRONDEL – N. FOULQUIER – L. HEUSCHLING, Gouvernement des juges et démocratie, Paris, Publications de la Sorbonne, 2001.
[4]«…we are under a Constitution, but the Constitution is what the judges say it is. » (Λόγος που εκφωνήθηκε στις 3 Μαϊου 1907 ενώπιον του Εμπορικού Επιμελητηρίου της Νέας Υόρκης, βλ. KAMMEN Michael, A Machine That Would Go of Itself. The Constitution in American Culture, New York, Random House Inc., 1987, σ.194).
[5]J. B. THAYER., «The Origin and Scope of the American Doctrine of Constitutional Law », 7 Harvard Law Review (1893), σ. 129-156.
[6] « attitude of judicial humility » [West Virginia Sate Board of Education v. Barnette, 319 U.S. 624 (1943) (Frankfurter dissenting)].
[7] Όπως διακήρυξε ο μέχρι τώρα σημαντικότερος Πρόεδρος του Δικαστηρίου John Marshall: « A Constitution, to contain an accurate detail of all the subdivisions of which its great powers will admit, and of all the means by which they may be carried into execution, would partake of the prolixity of a legal code, and could scarcely be embraced by the human mind. It would probably never be understood by the public. Its nature, therefore, requires that only its great outlines should be marked, its important objects designated, and the minor ingredients which compose those objects be deduced from the nature of the objects themselves. That this idea was entertained by the framers of the American Constitution is not only to be inferred from the nature of the instrument, but from the language… In considering this question, then, we must never forget that it is a Constitution we are expounding. » [McCulloch v. Maryland, 17 U.S. 316, 407 (1819),
[8] Η έννοια του Συντάγματος ως ελαστικού κανονιστικού πλαισίου (flexiblefrαmeworkofgovernment) αποτελεί κοινό τόπο της σκέψης των «προοδευτικών» αμερικανών συνταγματολόγων των αρχών του 20ου αιώνα που με αυτό τον τρόπο επεδίωκαν να απαγκιστρωθούν από τη μηχανιστική αντίληψη των συντακτών του. ΣτηνΕυρώπη, οόροςκανονιστικόπλαίσιο (Rahmenordnung)χρησιμοποιείταιαπότον Böckenförde (« Les méthodes d’interprétation de la Constitution : un bilan critique », in Le droit, l’Etat et la constitution démocratique, Essais de théorie juridique, politique et constitutionnelle réunis, traduits et présentés par Olivier Jouanjan avec la collaboration de Willy Zimmer et Olivier Beaud, Paris, Editions Bruylant/LGDJ, 2000, σ. 249-50). Εξίσου, ο Armel le Divellec προτείνειτονόρο «κανονιστικήτάξη-πλαίσιο» (ordre-cadre normatif) στοάρθροτου «L’ordre-cadre normatif. Esquisse de quelques thèses sur la notion de constitution », Jus Politicum No 4, http://www.juspoliticum.com/L-ordre-cadre-normatif-Esquisse-de.html.
[9] F. FRANKFURTER, Mr. Justice Holmes and the Supreme Court, Cambridge, The Belknap Press of Harvard University Press, 1961, σ. 23.
[10] «Great Constitutional provisions must be administered with caution. Some play must be allowed for the joints of the machine, and it must be remembered that legislatures are ultimate guardians of the liberty and welfare of the people in quite as great a degree as the courts. » Missouri, Texas & Kansas Railway. v. May, 194 U.S. 267, 270 (1904).
[11] J. B. THAYER., «The Origin and Scope of the American Doctrine of Constitutional Law », 7 Harvard Law Review (1893), σ. 150.
[12]«While the courts must exercise a judgment of their own, it by no means is true that every law is void which may seem to the judges who pass upon it excessive, unsuited to its ostensible end, or based upon conceptions of morality with which they disagree. Considerable latitude must be allowed for differences of view as well as for possible peculiar conditions which this court can know but imperfectly, if at all. Otherwise a constitution, instead of embodying only relatively fundamental rules of right, as generally understood by all English-speaking communities, would become the partisan of a particular set of ethical or economical opinions, which by no means are held semper ubique et ad omnibus. » (Otis v. Parker, 187 U.S. 606, 608-9 (1903).
[13]«[A] constitution is not intended to embody a particular economic theory, whether of paternalism and the organic relation of the citizen to the State or laissez faire. It is made for people of fundamentally differing views, and the accident of our finding certain opinions natural and familiar or novel and even shocking ought not to conclude our judgment upon the question whether statutes embodying them conflict with the Constitution of the United States. » [(Lochner v. New York, 198 U.S. 45 (1905)(Holmes dissenting)].
[14] Nebbia v. New York, 291 U.S. 502, 523, 524-25 (1934).
[15]«A word is not a crystal, transparent and unchanged; it is the skin of a living thought and may vary greatly in color and content according to the circumstances and the time in which it is used…» Towne v. Eisner, 245 U.S. 418, 425 (1918).
[16] ΣτΕ (Ολ.) 1094/1987, σκέψη 11.
[17] «[The Constitution] is an experiment, as all life is an experiment. Every year if not every day we have to wager our salvation upon some prophecy based upon imperfect knowledge.» (Abrams v. United States, 250 U.S. 616, 630 (1919) (Holmes dissenting).
[18] International News Service v. Associated Press, 248 U.S. 215, 267 (1918) (Brandeis dissenting).
[19] Jay Burns Baking Co. v. Bryan, 264 U.S. 504 (1924) (Brandeis dissenting), Truax v. Corrigan, 257 U.S. 312 (1921) (Brandeis dissenting), Adams v. Tanner, 244 U.S. 590 (1917) (Brandeis dissenting).
[20]Untermyerv. Anderson, 276 U.S. 440, 447 (1928) (Brandeis dissenting).
[21]Ε. CORWIN, «TheConstitutionasInstrumentand as Symbol », 30 American Political Science Review (1936), σ. 1078.
[22]Α. ΜΑΝΙΤΑΚΗΣ, «Η νομική φύση και ο πολιτικός χαρακτήρας της ερμηνείας του Συντάγματος», Το Σ 1985, σ. 496.
[23] Terminiello v. City of Chicago, 337 U.S. 1, 37 (1949) (Jackson dissenting).
[24] Carterv. CarterCoalCo., 298 U.S. 238, 327 (1936) (Cardozo dissenting).
[25]«Our Constitution is so simple and practical that it is possible always to meet extraordinary needs by changes in emphasis and arrangement without loss of essential form. That is why our constitutional system has proved itself the most superbly enduring political mechanism the modern world has produced. It has met every stress of vast expansion of territory, of foreign wars, of bitter internal strife, of world relations. » (βλ. HOFSTADTER Richard, Great Issues in American History. From Reconstruction to the Present Day, 1864-1969, New York, Vintage Books, 1969, σ. 356).
[26] Β. CARDOZO, The Nature of the Judicial Process, in Selected Writings of Benjamin Nathan Cardozo. The Choice of Tycho Brahe, Falcon Publications, 1947, σ. 139.
[27] Β. CARDOZO, The Paradoxes of Legal Science, in Selected Writings of Benjamin Nathan Cardozo. The Choice of Tycho Brahe, Falcon Publications, 1947, σ. 329.
[28] Home Building and Loan Association v. Blaisdell, 290 U.S. 398 (1934).
[29] Βλ ΣτΕ (Ολομ.) 2289/1987, ΝοΒ 1987, σ. 1097.
[30]Β. CARDOZO, The Nature of the Judicial Process, in Selected Writings of Benjamin Nathan Cardozo. The Choice of Tycho Brahe, Falcon Publications, 1947, σ. 143-4.