Author Archives: admin

Περί του δήθεν ανεύρετου λαού και περί του θετικισμού – Απάντηση στον Γ. Καραβοκύρη

Κώστας Στρατηλάτης, Δ.Ν., Δικηγόρος, Ειδικός Επιστήμονας Νομικής στο Α.Π.Θ.
«Όταν εξασθενεί ο πολιτικός ενθουσιασμός και υποχωρούν οι επικές παραστάσεις του έθνους και του λαού που τροφοδοτούνται από αυτόν, τότε αναπτύσσεται μία πιο προσγειωμένη και απομυθοποιημένη αντίληψη της πολιτικής, η οποία προσλαμβάνει το συλλογικό υποκείμενο της συνταγματικής μας τάξης ως δημοκρατική κοινωνία, όπου ανταγωνίζονται και διεκδικούν νομιμοποίηση και ισχύ τα συμφέροντα και οι πολιτικές αξιώσεις νομικώς ισότιμων αυτοκαθοριζόμενων προσώπων, δραστηριοποιούμενων στην ιδιωτική, κοινωνική και δημόσια σφαίρα»[1].
«Η ίδια η θεώρηση του Συντάγματος ως νομικού κειμένου σημαίνει την πολιτική παραδοχή κάποιου συστήματος τυπικού ή ουσιαστικού συνταγματισμού βάσει του οποίου καλώς υπάρχει Σύνταγμα»[2].
Σε πρόσφατο άρθρο του που δημοσιεύεται σε αυτή την ιστοσελίδα ο Γ. Καραβοκύρης διατυπώνει τη θέση ότι: «Νομικά, και ίσως όχι μόνο, ο “κυρίαρχος λαός” αποδεικνύεται μάλλον μια ανεύρετη σύλληψη». Η θέση αυτή διατυπώνεται στο πλαίσιο μίας «ανάλυσης λόγου» με αντικείμενο πρόσφατα διατυπωθείσες απόψεις ελλήνων συνταγματολόγων γύρω από το ζήτημα του Μνημονίου (της συνταγματικότητάς του, αλλά και της ιστορικο-πολιτικής του «συνεισφοράς»). Παρότι ασκεί κριτική στις θετικιστικές πτυχές του λόγου που έχει διατυπωθεί υπέρ του Μνημονίου, ο Γ. Καραβοκύρης δεν κρύβει ότι τον προτιμά έναντι του «αντιμνημονιακού λόγου». Σύμφωνα με τον Καραβοκύρη, οι υποστηρικτές του Μνημονίου έχουν αναπτύξει «λόγο πολιτικό», που «καθιστά από θεμιτό έως ευκταίο τον ελπιδοφόρο, για όλους, περιορισμό της κυριαρχίας». Υποθέτουμε λοιπόν ότι, ακόμα κι αν δεν είναι πλήρως απαλλαγμένος από τις ψευδαισθήσεις που αναπαράγει, κατά Καραβοκύρη, το πλάσμα της λαϊκής (ή της κρατικής, δεν διευκρινίζεται επαρκώς) κυριαρχίας, ωστόσο ο «μνημονιακός λόγος» καθιστά την ευκταία αυτή απαλλαγή [sic] περισσότερο ορατή και πιθανή.
Σε ό,τι ακολουθεί θα τολμήσω να ασκήσω κριτική στις αναπτύξεις αυτού του εξαίρετου κατά τα λοιπά δοκιμίου, επιστρατεύοντας κι εγώ μία «ανάλυση λόγου». Η υπόθεσή μου είναι ότι οι προκείμενες του δοκιμίου αναπαράγουν κλασικές θετικιστικές παραδοχές, αδυναμίες και αντιφάσεις. Και τούτο παρά την κριτική στάση του συγγραφέα του απέναντι στο θετικισμό, νομικό ή και κοινωνιολογικό.
1. Ο χωρισμός δικαίου και πολιτικής
Διαπιστώνει ο Καραβοκύρης, στην αρχή του δοκιμίου του, ότι το καίριο χαρακτηριστικό του αντιμνημονιακού λόγου είναι η «μετατόπιση της εξέτασης της κυριαρχίας από τη νομική στην πολιτειολογική της διάσταση και κατά συνέπεια μια μετωπική και εύλογη αμφισβήτηση ακόμη και της “σχετικής”, κατά Μάνεση, αυτονομίας του νομικού κανόνα λόγω της κανονιστικής δύναμης του πραγματικού γεγονότος». Σύμφωνα με τον Καραβοκύρη, το επιχείρημα ότι το Μνημόνιο συνιστά εκχώρηση της αρμοδιότητας χάραξης της οικονομικής πολιτικής της χώρας στην «τρόικα» έχει και δεν μπορεί παρά να έχει αποκλειστικώς εξω-νομικά ερείσματα. Διότι αυτό που εκχωρήθηκε με το Μνημόνιο δεν ήταν η νομική πτυχή της κυριαρχίας, η οποία κατά Καραβοκύρη αντιστοιχεί στο «δικαίωμα της απόφασης ή της αρμοδιότητας». Αυτό που εκχωρήθηκε ήταν η κυριαρχία «ως καθαρή δύναμη, ως potestas με την πολιτική έννοια του όρου». Εναλλακτικά, σύμφωνα με την απόδοση των θέσεων άλλου φορέα του αντιμνημονιακού λόγου εκ μέρους του Καραβοκύρη, αυτό που εκχωρήθηκε ήταν η «ιδέα του συνταγματολόγου περί κυριαρχίας». Για την ιδέα αυτή ο νομοθέτης, ως αντιπρόσωπος του ελληνικού λαού, δεν θα μπορούσε ποτέ να υιοθετήσει το Μνημόνιο, έστω κι αν στην πραγματικότητα το έπραξε.
Πέρα από την αμφίβολη βασιμότητά τους (ως προς το ζήτημα αν εκχωρήθηκε στην τρόικα ή όχι το «δικαίωμα της απόφασης»), αυτό που μας απασχολεί είναι ότι οι παραπάνω διαπιστώσεις προϋποθέτουν ξεκάθαρα (αν και όχι ίσως ηθελημένα) ως δεδομένη μία από τις πιο βασικές παραδοχές του κλασικού νομικού θετικισμού: το ριζικό χωρισμό (και όχι απλώς τη διάκριση) μεταξύ του δικαίου, αφ’ ενός, και της ηθικής ή/και της πολιτικής, αφ’ ετέρου[3]. Βέβαια, σε αντίθεση με το ενδιαφέρον του κλασικού νομικού θετικισμού για την έννοια της κυριαρχίας (η περίπτωση του Bentham)[4] και για το «πνεύμα του λαού» (η περίπτωση του Savigny)[5], ο Καραβοκύρης εκτιμά, όπως αναφέραμε, ότι η κυριαρχία είναι μία «ανεύρετη σύλληψη». Δικαιούμαστε λοιπόν να υποθέσουμε ότι ο διαφαινόμενος ενστερνισμός του χωρισμού δικαίου και πολιτικής ανταποκρίνεται περισσότερο στις επιστημολογικές επιδιώξεις και τα πορίσματα της Καθαρής Θεωρίας του Χανς Κέλζεν (HansKelsen), η οποία άλλωστε αμφισβήτησε σθεναρά τόσο την έννοια του λαού[6], όσο και την έννοια της κυριαρχίας[7].
Όπως κι αν έχει, το πρώτο πρόβλημα που ανακύπτει εφ’ όσον θέσει κανείς ως επιστημολογική του επιδίωξη το χωρισμό του δικαίου από την πολιτική, απορρίπτοντας ταυτόχρονα την έννοια της λαϊκής κυριαρχίας ως ανεδαφική, είναι να ανεύρει τρόπο να ερμηνεύσει τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 2 και 3 του ελληνικού Συντάγματος, οι οποίες καθιστούν τη λαϊκή κυριαρχία θεμελιώδη έννοια της έννομης τάξης (και τις οποίες, παραδόξως, παραλείπει να αναφέρει ο Καραβοκύρης στο δοκίμιό του).
Ακόμα κι αν αποκλείσουμε τον (εξω-νομικό, κατά Καραβοκύρη) ορισμό της κυριαρχίας ως «καθαρής δύναμης», απομένει πλήθος άλλων εκδοχών, οι οποίες δεν ταυτίζονται αναγκαία με τη (νομική, κατά Καραβοκύρη) έννοια της κυριαρχίας ως «δικαίωμα της απόφασης ή της αρμοδιότητας». Στην ελληνική λ.χ. συνταγματική θεωρία έχει πρόσφατα διατυπωθεί η άποψη ότι η κυριαρχία γενικά συγκροτεί έναν «“κοινό τόπο” εξουσιαστικής και αυτοδύναμης διαχείρισης των δημοσίων πραγμάτων ως πολιτικών υποθέσεων», δηλώνοντας «την υπεροχή και προτεραιότητα της πολιτικής απέναντι στην οικονομία και τη θρησκεία»[8]. Ενώ η λαϊκή κυριαρχία, ως μία από τις δύο ειδικές εκδοχές της κυριαρχίας, δηλώνει τη «δυνατότητα αυτοκυβέρνησης του λαού»[9] και έχει ως αντίκρισμα, μεταξύ άλλων, «μια διαρκή, καθημερινή και ενεργό διαλογική επικοινωνία και αντιπαράθεση των πολιτών που απαρτίζουν το Δήμο»[10]. Διαφοροποιούμενοι, μάλιστα, κάπως από τον υποστηρικτή της παραπάνω θεώρησης, δικαιούμαστε να ισχυριστούμε ότι ο «κοινός τόπος» της δημόσιας πολιτικής δεν είναι μόνον ιδανικός ή και απλώς συμβολικός[11], αλλά τόπος πραγματικός και εμπειρικά-ιστορικά ενεργός. Συγκροτείται όχι μόνον από θεσμοποιημένες νομικές διαδικασίες που παρέχουν τη δυνατότητα άσκησης συγκεκριμένων πολιτικών δικαιωμάτων[12], ούτε απλώς με αναφορά σε μία τυπική ή άτυπη δημόσια σφαίρα ισότιμων (κατά το δίκαιο) μετόχων επικοινωνιακής δράσης[13], αλλά επίσης από τους αγώνες, τις διεκδικήσεις και τις κατακτήσεις των μελών του δημοκρατικού πλήθους ως προς τη διαχείριση του κοινού πλούτου που παράγεται καθημερινά μέσα από το βίο και την εργασία συγκεκριμένων, υπαρκτών, απτών ανθρώπων[14].
Αρκεί, βέβαια, να μην υποκύψει κανείς στον πειρασμό να παραμερίσει αυτή την ίδια την εμπειρικά διαπιστωμένη ύπαρξη τέτοιων ανθρώπων και τέτοιων αγώνων, επιστρατεύοντας την καθαρά προσωπική του άποψη για τις αισθητικές διαστάσεις της παρουσίας τους, ισχυριζόμενος λ.χ. ότι η «εικόνα» τους συνδυάζει «στοιχεία λαϊκισμού, στιγμές αληθινής ανθρώπινης αγωνίας, εξάρσεις εύκολης ρητορείας αλλά και βάναυσης ημιμάθειας…»[15] Το ότι η άποψη αυτή είναι σεβαστή στο κλίμα της φιλελεύθερης δημοσιότητας, το ότι η ίδια άποψη βρίσκει κάποια ερείσματα στην πραγματικότητα (και όχι μόνο στην «πολιτική ορθότητα», από την οποία αντλεί πάντως τα κυριότερα πορίσματά της), δεν σημαίνει ότι η ίδια αυτή άποψη θα μπορούσε να αναβιβαστεί σε ένδειξη ή σε επιχείρημα υπέρ μίας πολιτειακής στροφής (ή κάποιας άλλης νομικής μεταβολής). Εκτός κι αν η τελευταία εξαρτάται πλέον αποκλειστικά από την ιδέα του συνταγματολόγου περί της κοινωνικής πραγματικότητας και όχι από κάποιες, αν όχι κανονιστικά έγκυρες, πάντως εμπειρικά διακριβώσιμες πράξεις, διακηρύξεις ή και διατάξεις των κυβερνώντων.
Όσοι τείνουν να πιστέψουν ότι το Μνημόνιο έχει ήδη καταστεί το νέο Σύνταγμα της Ελλάδας, δεν έχουν παρά να προσκαλέσουν ανοιχτά τους ισχυρούς να διατυπώσουν και να επιχειρήσουν να επιβάλουν ξεκάθαρα (και με την ανάλογη γενναιότητα) την πίστη τους αυτή στη νομική, θεσμική και κοινωνική πράξη.
2. Η κυριαρχία ως δικαίωμα της απόφασης ή (και) της αρμοδιότητας
Θα μπορούσε, βέβαια, να επιμείνει κανείς ότι οι ορισμοί της κυριαρχίας ως επικράτειας της πολιτικής, ως υπόδειξης για αυτόνομη πολιτική διαχείριση των κοινών πραγμάτων κ.λπ. δεν αποτελούν παρά μόνον ιδεολογικές αφαιρέσεις ή και πλάσματα της φαντασίας, και ότι ο μόνος γνήσια νομικός ορισμός της κυριαρχίας παραμένει εκείνος που μας παραπέμπει στο «δικαίωμα της απόφασης ή της αρμοδιότητας»[16]. Ωστόσο, η άποψη αυτή, βάσει των προδιαγραφών που θέτει η ίδια (δηλαδή, βάσει του αυστηρού χωρισμού του νομικού από το πολιτικό), δεν μπορεί να αποφύγει τη μομφή που προσάπτει στους αντιπάλους της. Ότι, δηλαδή, είναι απαλλαγμένη από εξω-νομικά στοιχεία.
Τούτο είναι ξεκάθαρο υπό την εκδοχή της λαϊκής κυριαρχίας ως δικαιώματος απόφασης. Η εκδοχή αυτή μας παραπέμπει στη σμιτιανή σύλληψη του λαού ως ενότητας που είναι ικανή να δράσει, διαθέτει συνείδηση της ιδιαιτερότητάς της και έχει τη βούληση να υπάρξει πολιτικά[17]. Η ενότητα αυτή δεν είναι νομική, δεν συγκροτείται στη βάση νομικών κανόνων[18]. Πρόκειται για ενότητα υπαρξιακή-πολιτική, καθώς συγκροτείται από τη βούληση και από τη «συγκεκριμένη, συμπεριληπτική απόφαση» μίας προ-συνταγματικής (και πάντως εξω-νομικής) πολιτικής οντότητας[19].
Ασφαλώς, ο Καραβοκύρης θα απέρριπτε αυτή την εκδοχή. Το ερώτημα είναι αν υπάρχει κάποια εναλλακτική εκδοχή του δικαιώματος απόφασης, πιο προσαρμόσιμη στις αυστηρές προδιαγραφές της θεωρίας περί χωρισμού του (θετικού) δικαίου από την πολιτική.
Μία εναλλακτική εκδοχή θα μπορούσε να συνίσταται στον ισχυρισμό ότι φορέας του δικαιώματος απόφασης δεν είναι κάποια εξω-νομική οντότητα, όπως ο λαός του Καρλ Σμιτ, αλλά το κρατικό όργανο που είναι κάθε φορά αρμόδιο να υλοποιήσει τη συνταγματική επιταγή της λαϊκής κυριαρχίας. Το πρόβλημα με την εκδοχή αυτή είναι ότι προϋποθέτει την απορριπτέα, κατά Καραβοκύρη, «διάκριση ανάμεσα στον (ψιλό) κύριο και τον (επι)καρπωτή της κυριαρχίας». Θα πρέπει, λοιπόν, να την εγκαταλείψουμε.
Ως τρίτη εκδοχή προβάλλει αυτή που μάλλον έχει κατά νου ο Καραβοκύρης: να εγκαταλειφθεί τελείως το «πλάσμα» της λαϊκής κυριαρχίας, από κοινού ίσως με όλες τις «μεταφυσικές» πεποιθήσεις περί αυτοκυβέρνησης, συμμετοχής των πολιτών, διασφάλισης των δημοκρατικών διαδικασιών έναντι των πιέσεων που αυτές δέχονται από την οικονομία αλλά και τη θρησκεία κ.ο.κ.
Η εκδοχή αυτή προϋποθέτει, ασφαλώς, εξάλειψη με κάποιον τρόπο των σχετικών διατάξεων του άρθρου 1 του Συντάγματος. Εξ άλλου, ακόμα κι αν θα ήταν δυνατό να παρακάμψουμε τον αφόρητο, τέλος πάντων, θετικισμό που θέλει όλες μα όλες τις διατάξεις του Συντάγματος να παρέχουν έρεισμα σε έγκυρους και δεσμευτικούς νομικούς κανόνες, και πάλι θα έπρεπε να έρθουμε αντιμέτωποι με δύο ακόμη προβλήματα, τα οποία συνδέονται με τις δύο επιλογές που απομένουν στο χώρο του νομικού θετικισμού, εφ’ όσον κανείς αποποιηθεί το «πλάσμα» της λαϊκής κυριαρχίας.
Η πρώτη επιλογή συνίσταται στην υποκατάσταση της λαϊκής κυριαρχίας από την κρατική κυριαρχία. Το πρόβλημα που καλούμαστε να αντιμετωπίσουμε εδώ έγκειται στο ότι η θεωρία της κρατικής κυριαρχίας προϋποθέτει, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, τη θεωρία της νομικής προσωπικότητας του κράτους. Η τελευταία, με τη σειρά της, δεν μπορεί να απαλλαγεί από την έννοια του λαού: αυτός αποτελεί ένα από τα συστατικά στοιχεία της ίδιας της έννοιας του κράτους[20]. Μάλιστα, ένα από τα κυριότερα μειονεκτήματα της θεωρίας της νομικής προσωπικότητας, το οποίο έχει επισημανθεί από πολύ παλιά, είναι ότι εκλαμβάνει ως δεδομένο εκείνο που θέλει πάση θυσία να αποφύγει ο Καραβοκύρης: την ομοιομορφία (και μάλιστα τη νομικά προσωποποιημένη ενότητα) του λαού[21].
Ως δεύτερη εναλλακτική επιλογή προβάλλει η εγκατάλειψη συνολικά της έννοιας της κυριαρχίας και η αντιμετώπιση των σχετικών ζητημάτων στο πλαίσιο της κελζενιανής ταυτότητα κράτους και έννομης τάξης[22], ως ζητημάτων αρμοδιότητας (το δεύτερο συνθετικό του «νομικού» ορισμού του Καραβοκύρη). Ωστόσο, ούτε η θεώρηση αυτή είναι απαλλαγμένη από προβλήματα.
Συγκροτητικό στοιχείο της έννοιας του κρατικού οργάνου και της αρμοδιότητάς του είναι ο «καταλογισμός» (Zurechnung)[23]. Το πρόβλημα του καταλογισμού συνίσταται στην ανάγκη να διακρίνουμε ανάμεσα σε ανθρώπινες ενέργειες που αποτελούν πράξεις του κράτους, ως «ενός αόρατου προσώπου», και σε άλλες ενέργειες που δεν θα έπρεπε να αποδίδονται σε αυτό το πρόσωπο[24]. Κριτήριο, δε, για να αποφασισθεί η εγκυρότητα του καταλογισμού της επίδικης κάθε φορά ενέργειας στο κράτος είναι η «ανταπόκριση» της ενέργειας αυτής στην έννομη τάξη ως ενότητα.[25] Φαίνεται, λοιπόν, ότι ούτε η θεωρία του Κέλζεν μπορεί να απαλλαγεί από το (εμμενές στη συνταγματική τάξη) ερώτημα της συλλογικής υποκειμενικότητας[26].
Εξ άλλου, ακόμα κι αν η θεωρία του κράτους ως ύπατου σημείου καταλογισμού των πράξεων κατάλληλα εξουσιοδοτημένων οργάνων θεωρηθεί γενικώς απαλλαγμένη από τη μεταφυσική που (κατά Καραβοκύρη) διαπερνά τη θεωρία της λαϊκής κυριαρχίας (πράγμα ιδιαίτερα αμφίβολο), και πάλι δεν είναι δυνατό να αποφύγουμε το πρόβλημα της διάκρισης μεταξύ της ουσίας και της άσκησης, εδώ μίας αρμοδιότητας και όχι της κυριαρχίας. Ζήτημα ανακύπτει λ.χ. κάθε φορά που τα φυσικά πρόσωπα, τα οποία νομίμως έχουν αναδειχθεί σε φορείς ορισμένου κρατικού οργάνου, αρχίζουν να παρακάμπτουν τις διατάξεις που καθορίζουν τα τυπικά όρια των αρμοδιοτήτων του τελευταίου και εκδίδουν πράξεις οι οποίες, αν και τυπικά παράνομες, πάντως χαρακτηρίζονται ως έγκυρες από άλλα κρατικά όργανα, εκείνα που είναι αρμόδια να εκφέρουν κρίση περί της εγκυρότητας των πράξεων των κρατικών οργάνων.
Στην περίπτωση αυτή διανοίγονται δύο εναλλακτικές δίοδοι, εκ των οποίων η πρώτη οδηγεί σε απειθάρχητη, σε άνευ ορίων και δεσμεύσεων επαναφορά του κοινωνικο-ιστορικού και του πολιτικού, ενώ η δεύτερη οδηγεί σε επαναφορά της πολιτικής μυθοπλασίας και του αυταρχισμού που τη συνοδεύει. Ωθούμαστε, λοιπόν, πρώτον, να αναγνωρίσουμε, από κοινού με τον Κέλζεν, ότι σε αυτές τις περιπτώσεις η αρχή της νομιμοποίησης (η οποία για τον Κέλζεν ταυτίζεται με ό,τι εμείς σήμερα εννοούμε ως αρχή της νομιμότητας) «περιορίζεται» από την αρχή της αποτελεσματικότητας[27]. Οπότε προκαλείται μία καταλυτική ρωγμή στο οικοδόμημα του νομικού θετικισμού, προς όφελος ενός ωμότατου πραγματισμού[28] ή και αυτού του ίδιου του ντεσιζιονισμού, τον οποίο ο θετικισμός επιθυμούσε αρχικά να αποφύγει[29]. Ως δεύτερη εναλλακτική επιλογή, καλούμαστε να δεχθούμε τις παράνομες πράξεις των νόμιμων κρατικών οργάνων, καταφεύγοντας βεβιασμένα και πάλι στη λαϊκή κυριαρχία, αυτή τη φορά στις πραγματικά μυθολογικές και αυταρχικές διαστάσεις της. Μας δίνεται έτσι η δυνατότητα να κρίνουμε λ.χ. ότι με την παράνομη έστω πρακτική των νόμιμων πάντως κρατικών οργάνων επήλθε μία πολιτειακή στροφή, η οποία ικανοποιεί τα αληθινά συμφέροντα του λαού (δηλαδή, την ιδέα που έχουμε εμείς για τα αληθινά συμφέροντα του λαού).
Με αυτόν τον τρόπο, ο απών λαός ή/και η ωμή πραγματικότητα της ισχύος αποφασίζουν την εγκυρότητα της νέας τάξης πραγμάτων και των θεσπισμάτων της, πέρα από ήκαι απέναντι στη λογική των δημοκρατικών διεργασιών και του δημοκρατικού δικαίου. Τα μεταφυσικά στοιχεία που ο θετικισμός επιθυμούσε να εξορκίσει επιστρέφουν στις χειρότερες και πιο επικίνδυνες από τις εκδοχές τους.
3. Η αναπόφευκτη εγκατάλειψη του χωρισμού δικαίου και πολιτικής
Στην πραγματικότητα, ο νομικός ορισμός της κυριαρχίας που επικαλείται ο Καραβοκύρης έχει ανάγκη τόσο το στοιχείο της αρμοδιότητας όσο και το στοιχείο της απόφασης. Απαλλαγμένο από οποιαδήποτε ηθικο-κοινωνική, πολιτική, δικαιοπολιτική κ.ο.κ. δέσμευση (ακόμη κι αν αυτή απορρέει ευθέως από το περιεχόμενο νομικών κανόνων, όπως είναι λ.χ. οι ρήτρες περί συναλλακτικών ηθών στο αστικό δίκαιο, που θα πρέπει έτσι να κριθούν ως εκτός νομικού τόπου), το αρμόδιο κρατικό όργανο δεν έχει άλλη επιλογή από το να αποφασίσει. Τούτο θα πρέπει να συμβεί, έστω κι αν η απόφαση του αρμόδιου κρατικού οργάνου πρόκειται να επικαλεστεί νομικούς κανόνες (τόσο αυτούς που συγκροτούν την αρμοδιότητά του, όσο και εκείνους που περιορίζουν τη διακριτική του ευχέρεια). Στο πλαίσιο του νομικού θετικισμού, η προσφυγή σε ερμηνευτικές αποφάσεις (και όχι σε καλά θεμελιωμένες ερμηνευτικές κρίσεις) είναι αναπόφευκτη.
Το πρόβλημα αυτό έχει αναδειχθεί στο πλαίσιο της συζήτησης για την υποτιθέμενη διακριτική ευχέρεια του δικαστή στις «δυσχερείς περιπτώσεις»[30], αλλά δεν θα μας απασχολήσει περαιτέρω εδώ[31]. Αυτό που θέλουμε να σημειώσουμε είναι ότι ο νομικός θετικισμός δεν μπορεί να αποφύγει μέχρι τέλους την αποφασιοκρατία (κάτι που καθίσταται εμφανές σε περιπτώσεις θετικιστών όπως ο R. Carré deMalberg) και, ως εκ τούτου, την πολιτική.
Ένα ακόμη χαρακτηριστικό του θετικιστικού λόγου είναι ότι αδυνατεί να αποφύγει μέχρι τέλους την επίκληση όχι μόνο ιστορικών, κοινωνιολογικών κ.ο.κ. δεδομένων, αλλά και πολιτικών ερμηνειών αυτών των δεδομένων, προκειμένου να αποδείξει την εγκυρότητα των νομικών συλλογισμών του. Έτσι, ως απόδειξη της αδυναμίας εύρεσης του λαού προσκομίζεται από τον Καραβοκύρη το γεγονός ότι ποτέ μέχρι σήμερα στη συνταγματική ιστορία της Ελλάδας τα δικαστήρια δεν «περιφρούρησαν» τον κυρίαρχο λαό απέναντι σε συνταγματικές μεταβολές, είτε αυτές οι τελευταίες συντελέστηκαν με τήρηση των περί αναθεώρησης διατάξεων του συντάγματος, είτε όχι. Ακόμη όμως κι αν το έπρατταν, και πάλι, σύμφωνα με τον Καραβοκύρη, αυτό δεν θα υποδήλωνε την «επιβλητική (επαν)εμφάνιση του εν υπνώσει κυρίαρχου λαού». Θα υποδήλωνε απλώς, «όπως συνεχώς συμβαίνει στο Κοινοβούλιο, την επικαιροποίησή του [ενν. του κυρίαρχου λαού, που πάντως είναι ανύπαρκτος;] στο πρόσωπο του οργάνου που τον ερμηνεύει αυθεντικά». Άλλωστε, συνεχίζει ο Καραβοκύρης, «όλοι γνωρίζουμε ότι ακόμη και όταν ο λαός παρουσιάζεται ως κατεξοχήν πρωτογενής και αυτεξούσιος, όπως για παράδειγμα στο δημοψήφισμα του 1974, δεν αποτελεί παρά την απόλυτα συντεταγμένη και όχι τη συντακτική εκδήλωση μιας προσδιορισμένης, βάσει νόμου και ερωτήματος, βούλησης».
Η σύγχυση εδώ είναι προφανής. Όταν η συνταγματική μεταβολή συντελείται σύμφωνα με τις περί αναθεώρησης διατάξεις του Συντάγματος (όπως συνέβη το 1986 και το 2001), τότε αυτή τεκμαίρεται ως σύμφωνη με τη λαϊκή κυριαρχία. Διότι η τελευταία, κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 3 του Συντάγματος του 1975 (η οποία είναι παρόμοια με τις αντίστοιχες διατάξεις προγενέστερων ελληνικών συνταγμάτων), ασκείται «καθ’ όν τρόπο ορίζει το Σύνταγμα». Στις περιπτώσεις αυτές η αποφυγή επίκλησης της λαϊκής κυριαρχίας από τα δικαστήρια, εάν υποδηλώνει κάτι, αυτό δεν είναι ότι η λαϊκή κυριαρχία έχει καταστεί κενή περιεχομένου, αλλά ακριβώς το αντίθετο: ότι αυτή δικαιώνεται και από τα πράγματα.
Εξ άλλου, το γεγονός ότι τα ελληνικά δικαστήρια απέφυγαν γενικώς στο παρελθόν να ανατρέξουν στην έννοια της λαϊκής κυριαρχίας[32], ακόμα κι όταν η συνταγματική μεταβολή συντελέσθηκε χωρίς τήρηση των συνταγματικών όρων και περιορισμών, δεν υποδηλώνει τίποτα λιγότερο και τίποτα περισσότερο απ’ ό,τι επισημαίνει ο Α. Καϊδατζής σε πρόσφατο άρθρο του σε αυτή την ιστοσελίδα: Ότι «όποτε έχουμε άσκηση “μεγάλης πολιτικής”, τείνει να μειώνεται η ένταση του δικαστικού ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων [ή και της νομιμότητας των παρα-συνταγμάτων, θα προσθέταμε εμείς] που υλοποιούν την πολιτική αυτή. Αυτό δεν σημαίνει απαραιτήτως ότι το Σύνταγμα χάνει τη σημασία του. Σημαίνει όμως ότι η τήρηση του Συντάγματος δεν διασφαλίζεται τόσο στις δικαστικές αίθουσες όσο μάλλον στο πεδίο της πολιτικής»[33].
Τέλος, αξίζει να σχολιασθεί το επιχείρημα του Καραβοκύρη περί συντακτικής εξουσίας, ότι όποτε κι αν αυτή ασκήθηκε κατά τα φαινόμενα, στην πραγματικότητα δεν αποτέλεσε τίποτα περισσότερο από μία «απόλυτα συντεταγμένη» και «όχι συντακτική εκδήλωση μιας προσδιορισμένης, βάσει νόμου και ερωτήματος, βούλησης». Το επιχείρημα αυτό προβάλλεται ως μία ακόμη απόδειξη της ανυπαρξίας του «κυρίαρχου λαού».
Κατ’ αρχάς ας επισημανθεί ότι, αν και συνδεόμενες, η λαϊκή κυριαρχία και η συντακτική εξουσία είναι έννοιες διακριτές. Φορέας της πρώτης είναι ένα ήδη συγκροτημένο (θεσμικά και νομικά, μεταξύ άλλων) συλλογικό υποκείμενο, ο λαός. Φορέας της δεύτερης, τουλάχιστον κατά την άποψη του γράφοντος[34], είναι το ανασυντασσόμενο δημοκρατικό πλήθος που αναζητά εκ νέου την πολιτική υποκειμενικότητά του μέσα στους θεσμούς που πρόκειται να καθιδρύσει (ή απλώς να αναμορφώσει) και μέσα στις αξίες που οι θεσμοί αυτοί ενυλώνουν. Εν πάση περιπτώσει, η όποια ένσταση ως προς τον τρόπο άσκησης της συντακτικής εξουσίας δεν προδικάζει αυτομάτως το ζήτημα της ύπαρξης ή της ανυπαρξίας του υποκειμένου της λαϊκής κυριαρχίας[35].
Έπειτα, ως προς το κλασικό ζήτημα του αδέσμευτου ή μη χαρακτήρα της συντακτικής εξουσίας[36], ας σημειωθεί το εξής: Εάν η συντακτική εξουσία πρόκειται να επιτελέσει έμπρακτα το συντακτικό της έργο και να καταλήξει, έστω και προσωρινά, στη διατύπωση κανονιστικά δεσμευτικού Συντάγματος (τέτοιου, δηλαδή, που θα εφαρμοσθεί όχι μόνο διά της γυμνής ισχύος, αλλά και διά της πειθούς), τότε καθίσταται αναπόφευκτη η συζήτηση για τις δικαιοπολιτικές, τις αξιολογικές αλλά και τις διαδικασιακές συνθήκες άσκησης της συντακτικής εξουσίας[37]. Στο πλαίσιο της συζήτησης αυτής, και προς υπέρβαση της άποψης που θέλει κάθε συνθήκη έμπρακτης άσκησης της συντακτικής εξουσίας να αποτελεί αναίρεση του κατ’ αρχήν αδέσμευτου χαρακτήρα της (ή και αυτής της ίδιας), έχει διατυπωθεί η ορθή πρόταση: «να απορρίψουμε τη διαδεδομένη πεποίθηση, ότι το σύνταγμα αποτελεί ένα εργαλείο για να τιθασεύσουμε την άγρια, την αβυσσαλέα, τη δυνητικά καταστροφική συντακτική εξουσία, ένα εργαλείο για να αποδυναμώσουμε το λαό (προς το καλύτερο συμφέρον του ιδίου, ασφαλώς). Το αντίστροφο είναι αληθές: το σύνταγμα ενδυναμώνει τον λαό, ώστε αυτός να κάνει χρήση των ικανοτήτων του ως συλλογικού δρώντος και να αναχωρήσει από την κατάσταση του ανοργάνωτου, αδύναμου, απλού πλήθους»[38].
Σε αυτό το πλαίσιο, η διατύπωση συντάγματος (και πολύ περισσότερο, η πρακτική διευθέτηση του τρόπου άσκησης της συντακτικής εξουσίας, μεταξύ άλλων μέσα από τη διατύπωση των ερωτημάτων στα οποία θα κληθούν να απαντήσουν τα μέλη του λαού ή του πλήθους) δεν αποτελεί απόδειξη ανυπαρξίας της συντακτικής εξουσίας[39]. Ακριβώς το αντίθετο. Η διατύπωση νέου συντάγματος αποτελεί ένδειξη της ανεξάλειπτης πολιτικής ελευθερίας των μελών του πλήθους (ή του λαού, αν ακολουθήσουμε την κλασική άποψη) σε συνθήκες νεωτερικότητας. Όταν η ελευθερία αυτή οδηγεί σε κεφαλαιώδεις θεσμικές μεταρρυθμίσεις ή και ανατροπές, τότε καλείται συντακτική εξουσία. Ιστορική όψη της τελευταίας είναι η «μεταβατική και προσωρινή φύση των διαφόρων συνταγματικών σχημάτων και διαρρυθμίσεων, παρά τις κανονιστικές τους διακηρύξεις περί του αντιθέτου και την προσπάθειά τους να “παγώσουν” τον ιστορικό χρόνο»[40].
Η πιο απτή απόδειξη ότι η λαϊκή κυριαρχία δεν συνιστά έννοια κενή περιεχομένου (εμπειρικού και ως εκ τούτου κανονιστικού, κατά τη συλλογιστική ενός κοινωνιολογικού αυτή τη φορά θετικισμού), αλλά επιταγή φορτισμένη κοινωνικο-πολιτικά, ενυλωμένη ή έστω υλοποιήσιμη θεσμικά, ικανή να επιφέρει αποτελέσματα ιστορικά και πάντως έγκυρη κανονιστικά, είναι η εξής: Ακόμη και σήμερα, ακόμη δηλαδή και υπό συνθήκες άκρατης και άμετρης προπαγάνδας, υπάρχουν κάποιοι, έστω και ελάχιστοι (και το ελάχιστο εδώ ισχυροποιεί ακόμη περισσότερο τη βασιμότητα της έννοιας) που διαδηλώνουν στο όνομα της λαϊκής κυριαρχίας. Αν και τύποις δεκτός ο ισχυρισμός ότι αυτοί πλανώνται και ότι, ως εκ τούτου, η δράση τους δεν μπορεί να ληφθεί σοβαρά υπ’ όψη, ωστόσο ο ίδιος αυτός ισχυρισμός ενέχει ένα μεγάλο κίνδυνο για τη συνταγματική θεωρία. Αντί να διαλεγόμαστε βάσει υποστηρίξιμων εμπειρικών παραδοχών και βάσει των κοινών αρχών του νομικού μας πολιτισμού, κινδυνεύουμε να περιπέσουμε σε μία συζήτηση η οποία θα διεξάγεται στη βάση των προσωπικών διαθέσεων του καθενός, να εξαλείψει τις εμπειρικές παραδοχές του άλλου και κάποιες από τις νομικές αρχές όλων, διότι αυτό επιτάσσει η προσωπική ουτοπική προσμονή του. Η βιασύνη του να «καθαρίσει τον πίνακα της πόλης», εδώ και τώρα, από όλα εκείνα τα στοιχεία που έφεραν την πατρίδα μας σε αυτή την κατάσταση, προκειμένου να ξαναφτιάξει (ο ίδιος;) τα πράγματα από την αρχή. Η συσσωρευμένη εμπειρία του παρελθόντος δείχνει ότι η προσμονή αυτή, αν και παραγωγική ιστορικά, αποδεικνύεται καταστροφική κάθε φορά που προσπερνά τα αιτήματα δικαιοσύνης και τις δίκαιες διεκδικήσεις του παρόντος χρόνου και της παρούσας κοινωνίας.
Αν ακολουθούσαμε την άποψη του Καραβοκύρη, ότι η λαϊκή κυριαρχία έχει καταστεί πλέον ένα άχρηστο θεολογικό μύθευμα, τότε πολύ φοβάμαι ότι θα έπρεπε να εξοβελίσουμε από το Σύνταγμα και μία σειρά από άλλες έννοιες και αρχές, οι οποίες αποδείχτηκαν πολύ λιγότερο βάσιμες εν συγκρίσει προς την αρχή της λαϊκής κυριαρχίας. Τι θα μας εμπόδιζε λ.χ. να κρίνουμε ως ανεδαφική και αποπροσανατολιστική τη ρήτρα περί γενικού συμφέροντος του άρθρου 106 παρ. 1 Σ., την απαίτηση για «αντικειμενική και με ίσους όρους μετάδοση πληροφοριών και ειδήσεων» του άρθρου 15 παρ. 2 Σ., το δικαίωμα ίσης αμοιβής για παρεχόμενη εργασίας ίσης αξίας, ανεξαρτήτως φύλου ή άλλων διακρίσεων, του άρθρου 22 παρ. 1 εδ. β’ Σ. κ.ο.κ.; Αρκεί η πεποίθηση του συνταγματολόγου για το ξεπερασμένο του πράγματος, προκειμένου να κηρυχθούν οι ρήτρες αυτές ως ανεδαφικές και, άρα, ως κανονιστικά αστήρικτες; Δεν νομίζω.


[1] Γ. Α. Τασόπουλος, Η κοινωνία και το Σύνταγμα στην Ελλάδα: Μεταξύ πολιτικού ενθουσιασμού και ευπρέπειας, εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα-Θεσσαλονίκη 2006, σελ. 36.
[2] Π. Ζ. Ελευθεριάδης, Συνταγματισμός & πολιτικές αξίες: Οι κανονιστικές προϋποθέσεις του συνταγματικού δικαίου, Αντ. Ν. Σάκκουλας, Αθήνα-Κομοτηνή 1999, σελ. 173.
[3] Βλ. Π. Σούρλα, Η διαπλοκή δικαίου και πολιτικής και η θεμελίωση των νομικών κρίσεων, Αντ. Ν. Σάκκουλας, Αθήνα-Κομοτηνή 1989, σελ. 27-42 (36), Ελευθεριάδη, Συνταγματισμός & πολιτικές αξίες, σελ. 15-29.
[4] Βλ. Ελευθεριάδη, Συνταγματισμός & πολιτικές αξίες, σελ. 23-24.
[5] Βλ. στο ίδιο, σελ. 27, Σούρλα, Η διαπλοκή δικαίου και πολιτικής, σελ. 33.
[6] Η οποία για τον Κέλζεν δεν δηλώνει τίποτα περισσότερο από την «προσωπική σφαίρα ισχύος» (personal sphere of validity) μίας έννομης τάξης, δηλαδή «τα άτομα των οποίων η συμπεριφορά ρυθμίζεται από την εθνική έννομη τάξη». Βλ. H. Kelsen, General Theory of Law & State, Transaction Publishers, New Brunswick and London 2007 (πρώτη έκδ. από Harvard University Press, 1949), σελ. 233.
[7] Η οποία για τον Κέλζεν δεν είναι τίποτα περισσότερο από μία ιδιότητα της κρατικής εξουσίας, με την τελευταία να ορίζεται ως η ισχύς και αποτελεσματικότητα της εθνικής έννομης τάξης. Βλ. στο ίδιο, σελ. 255, 383 κ.ε.
[8] Α. Μανιτάκης, Ελληνικό Συνταγματικό Δίκαιο, τόμ. Ι: Θεμελιώδεις Έννοιες, εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα-Θεσσαλονίκη 2004, σελ. 220-221. Πρβλ. Α. Μανιτάκη, Τι είναι Κράτος, Σαββάλας, Αθήνα 2007, σελ. 57-60.
[9] Μανιτάκης, Τι είναι Κράτος, σελ. 62.
[10] Μανιτάκης, Ελληνικό Συνταγματικό Δίκαιο, σελ. 204.
[11] Βλ. Μανιτάκη, Τι είναι Κράτος, σελ. 58, Του Ιδίου, Ελληνικό Συνταγματικό Δίκαιο, σελ. 220, 226.
[12] Πρβλ. J. Habermas, Το πραγματικό και το ισχύον: Συμβολή στη διαλογική θεωρία του δικαίου και του δημοκρατικού κράτους δικαίου, μτφ. Θ. Λουπασάκης, «Νέα Σύνορα» – Α. Α. Λιβάνης, Αθήνα 1996, κεφ. 3-4.
[13] Πρβλ. στο ίδιο, κεφ. 8.
[14] Πρβλ. σχετικά το τελευταίο έργο των M. Hardt/A. Negri, Commonwealth, The Belknap Press of Harvard University Press, Cambridge, MA 2009. Ας σημειωθεί βέβαια ότι οι δύο αυτοί στοχαστές απορρίπτουν συλλήβδην την έννοια της λαϊκής κυριαρχίας, αντιδιαστέλλοντάς την προς αυτήν της συντακτικής εξουσίας του πλήθους.
[15] Βλ. Γ. Δρόσο, «Το “Μνημόνιο” ως σημείο στροφής του πολιτεύματος», σε αυτόν το δικτυακό τόπο (http://www.constitutionalism.gr/html/ent/807/ent.1807.asp).
[16] Ορισμός που παραπέμπει στην κατά Bodin έννοια της κυριαρχίας, ως εξουσίας για μονομερή θέσπιση του δικαίου. Βλ. σχετικά O. Beaud, La puissance de l’État, Presses Universitaires de France, Paris 1994, σελ. 69 κ.ε. Φαίνεται ότι η έννοια της κυριαρχίας παραμένει η ίδια, παρά τις συνταρακτικές μεταβολές που επέφεραν οι επόμενοι αιώνες, ιδίως αυτοί που ακολούθησαν τη Γαλλική Επανάσταση.
[17] Βλ. C. Schmitt, Verfassungslehre, Duncker und Humblot, Munich-Leipzig 1928, σελ. 79.
[18] Βλ. στο ίδιο, σελ. 75-76.
[19] Βλ. στο ίδιο.
[20] Βλ. G. Jellinek, L’État moderne et son droit, Deuxième partie: Théorie juridique de l’État, trad. G. Fardis, Panthéon-Assas, Paris 2005 (αρχ. έκδ. 1913), σελ. 34 κ.ε.
[21] Βλ. Α. Μάνεση, Συνταγματικόν Δίκαιον, Πανεπιστημιακαί Παραδόσεις τόμ. Α’, εκδ. οίκος Αφοι Π. Σάκκουλα, Θεσσαλονίκη-Αθήναι 1967, σελ. 31-32, επίσης την εκτενή κριτική του Δ. Τσάτσου, Συνταγματικό Δίκαιο τόμ Α’: Θεωρητικό Θεμέλιο, Αντ. Ν. Σάκκουλας, Αθήνα-Κομοτηνή 1994, σελ. 97 κ.ε. (με παραπομπή στις συναφείς αναπτύξεις του Θεμ. Τσάτσου).
[22] Βλ. Kelsen, General Theory of Law & State, σελ. 189, 191.
[23] Βλ. στο ίδιο, σελ. 191 κ.ε. Για τη θεωρία του Κέλζεν περί καταλογισμού βλ. S. L. Paulson, «Hans Kelsen’s Doctrine of Imputation», Ratio Juris 14/1, 2001, σελ. 47-63.
[24] Βλ. Kelsen, General Theory of Law & State, σελ. 191 (η διατύπωση «αόρατο πρόσωπο» ανήκει στον Κέλζεν).
[25] Βλ. στοίδιο, σελ. 192.
[26] Σ’ αυτή την κατεύθυνση και με αναφορά ακριβώς στο πρόβλημα του καταλογισμού, βλ. την εμπεριστατωμένη κριτική του H. Lindahl, «Constituent Power and Reflexive Identity: Towards an Ontology of Collective Selfhood», σε: Μ. Loughlin/N. Walker (επιμ.), The Paradox of Constitutionalism: Constituent Power and Constitutional Form, Oxford University Press, New York 2007, σελ. 9-24, εδώ στις σελ. 11-12.
[27] Βλ. Kelsen, General Theory of Law & State, σελ. 117-119 (119).
[28] Βλ. Κ. Μ. Σταμάτης, Κριτική της καθαρής θεωρίας του δικαίου στο παράδειγμα του θεμελιώδους κανόνα, εκδ. Σάκκουλα, Θεσσαλονίκη 1986, σελ. 132.
[29] Βλ. στο ίδιο, σελ. 128.
[30] Βλ. γι’ αυτή τη συζήτηση Σούρλα, Η διαπλοκή δικαίου και πολιτικής, σελ. 71 κ.ε.
[31] Βλ. την παλαιότερη τοποθέτησή μας υπέρ της άποψης ότι, ακόμα και στις «δυσχερείς περιπτώσεις», είναι υπό προϋποθέσεις εφικτή η εύρεση μίας καλά θεμελιωμένης δικανικής κρίσης, σε Κ. Στρατηλάτης, «Η συγκεκριμένη στάθμιση των συνταγματικών αξιών κατά τη δικαστική ερμηνεία του Συντάγματος», ΤοΣ 3/2007, σελ. 495-540.
[32] Βλ. πάντως την απόφαση της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας 3700/1974, ΤοΣ 1/1975, σελ. 63, η οποία αναφέρεται στην «καθολική συναίνεση του λαού» ως συστατικό στοιχείο της νομιμότητας των συντακτικών πράξεων που εκδόθηκαν το 1974, μετά την κατάρρευση του δικτατορικού καθεστώτος.
[33] Βλ. Α. Καϊδατζής, «‘Μεγάλη πολιτική’ και ασθενής δικαστικός έλεγχος. Ένα σχόλιο για τις στρατηγικές τήρησης του Συντάγματος στην εποχή του ‘Μνημονίου’», σε αυτόν το δικτυακό τόπο (http://www.constitutionalism.gr/html/ent/964/ent.1964.asp).
[34] Βλ. Κ. Στρατηλάτη, «Λαϊκή κυριαρχία και συντακτική εξουσία, με κριτική αναφορά στην πολιτική θεωρία των Αντόνιο Νέγκρι και Μάικλ Χαρντ», υπό δημοσίευση στο προσεχές τεύχος της επιθεώρησης Αξιολογικά.
[35] Στο σημείο αυτό, πάντως, ο Καραβοκύρης ακολουθεί την πάγια άποψη των ελλήνων (και όχι μόνο) συνταγματολόγων, ότι φορέας τόσο της κυριαρχίας όσο και της συντακτικής εξουσίας είναι ο λαός. Βλ. Ν. Ι. Σαρίπολο, Πραγματεία του Συνταγματικού Δικαίου, Αθήνησι 1851, ανατ. Αντ. Ν. Σάκκουλας, Αθήνα-Κομοτηνή 1993, σελ. 38, 55 κ.ε., Α. I. Μάνεση, Αι εγγυήσεις τηρήσεως του Συντάγματος Ι, «Το Νομικόν» Ηλία Σάκκουλα, Θεσσαλονίκη 1956, σελ. 14, Γ. Κασιμάτη, Συνταγματικό Δίκαιο ΙΙ, Οι λειτουργίες του κράτους. Πανεπιστημιακές παραδόσεις, τεύχ. α’, Αντ. Ν. Σάκκουλας, Αθήνα-Κομοτηνή 1980, σελ. 97, Τσάτσο, Συνταγματικό Δίκαιο τόμ. Α’, οπ.π., σελ. 205-206, και από την ξενόγλωσση θεωρία Beaud, La puissance, οπ.π., σελ. 208 και passim, ο οποίος κάνει λόγο για «συντακτική κυριαρχία». Βλ. όμως και Α. Μανιτάκη, Ελληνικό Συνταγματικό Δίκαιο, οπ.π., σελ. 263, ο οποίος φαίνεται τουλάχιστον να εκφράζει ορισμένες αντιρρήσεις απέναντι στην άποψη ότι φορέας της συντακτικής εξουσίας είναι ο (κυρίαρχος) λαός.
[36] Βλ. σχετικά τα κείμενα του συλλογικού τόμου Loughlin/Walker (επιμ.), The Paradox of Constitutionalism, οπ.π., επίσης A. Kalyvas, «Popular Sovereignty, Democracy, and Constituent Power», Constellations 12/2, 2005, σ. 223-244.
[37] Τέτοια συζήτηση εντοπίζουμε, μεταξύ άλλων, σε: Κ. Χ. Χρυσόγονο, Συνταγματικό Δίκαιο, εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα-Θεσσαλονίκη 2003, σελ. 49 κ.ε., Τσάτσο, Συνταγματικό Δίκαιο τόμ. Α’, οπ.π., σελ. 198 κ.ε., Τασόπουλο, Η κοινωνία και το Σύνταγμα, οπ.π., σελ. 23-25, Κ. Στρατηλάτη, Ο πολιτικός Καντ σήμερα: Τα θεμέλια του δικαίου, της ιδιοκτησίας και της συνταγματικής πολιτείας, Νησίδες, Θεσσαλονίκη 2011, σελ. 285 κ.ε.
[38] U. Preuss, «The Exercise of Constituent Power in Central and Eastern Europe», σε: Loughlin/Walker (επιμ.), The Paradox of Constitutionalism, οπ.π., σελ. 211-228, εδώ στη σελ. 215.
[39] Τούτο δεν σημαίνει ότι οποιαδήποτε προκαταρκτική διευθέτηση του τρόπου άσκησης της συντακτικής εξουσίας (λ.χ. αυτή που επιβλήθηκε στην πράξη το 1975) πρέπει να κριθεί ως συμβατή με τις αξίες και τα προτάγματα που, σε δεδομένη ιστορική περίσταση, προσανατολίζουν κι έτσι αυτοδεσμεύουν όσους μετέχουν στη συντακτική δράση.
[40] Τασόπουλος, Η κοινωνία και το Σύνταγμα, σελ. 25.

Από τον έλεγχο της νομιμότητας στον έλεγχο της συνταγματικότητας των κρατικών πράξεων: Όψεις του κράτους δικαίου στο έργο του Γ. Παπαδημητρίου

Ιφιγένεια Καμτσίδου, επίκ. Καθηγήτρια στο Τμήμα Νομικής Α.Π.Θ.
Τις τελευταίες δεκαετίες o δικαστικός έλεγχος της συνταγματικότητας των κρατικών πράξεων σε εθνικό και σε διεθνές επίπεδο πυκνώνει την υπόσταση του κράτους δικαίου, εμπλουτίζοντας παράλληλα τον προβληματισμό για την πορεία των αντιπροσωπευτικών συστημάτων. Ερωτήματα παλαιά ανανεώνονται όπως, για παράδειγμα, το πρόβλημα των σχέσεων ανάμεσα στον έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων και των κρατικών πράξεων και τον δημοκρατικό χαρακτήρα του πολιτεύματος, που τίθεται με νέους όρους[2]. Ωστόσο, σήμερα δεν τίθεται γενικά το ζήτημα, αν ο έλεγχος της συνταγματικότητας ως παράμετρος του κράτους δικαίου θέτει σε αντιπαράθεση την δικαστική εξουσία με τον δημοκρατικά νομιμοποιημένο νομοθέτη. Η σχετική προβληματική εκλεπτύνεται, καθώς γίνεται πια αποδεκτό, ότι η δικαστική προστασία των θιγόμενων προσώπων δεν αποτελεί μόνον εγγύηση της αυτονομίας τους: η δικαστική αναγνώριση δικαιωμάτων και ελευθεριών επηρεάζει με τέτοιο τρόπο την σχέση των μελών του κοινωνικού συνόλου με το κράτος, ώστε να συνδιαμορφώνει τους δημόσιους δεσμούς και να επηρεάζει τα χαρακτηριστικά της ιδιότητας του πολίτη[3], ακόμη και επεκτείνοντας την σε μια «κοινωνική ιδιότητα του πολίτη».
Εξάλλου, πυκνώνουν αυτοί που διερωτώνται το ακόλουθο: στον ευρωπαϊκό χώρο, ο έλεγχος της συνταγματικότητας των κρατικών πράξεων που πραγματοποιούν οι εθνικοί δικαστές αποτελεί ή πρέπει να αποτελεί δίαυλο που αρθρώνει τις επιμέρους έννομες τάξεις μεταξύ τους, αλλά και με το κοινοτικό δίκαιο και με τις αρχές που έχουν αναδυθεί από την εξηντάχρονη λειτουργία του ΕΔΔΑ[4]; Μια τέτοια παρέμβαση των δικαστικών αρχών καθιστά τους δικαστές maîtres των συνταγματικών αξιών και παραδόσεων των κρατών μελών της Ένωσης ή μήπως οι τεχνικές και τα όρια του ελέγχου της συνταγματικότητας μπορούν να συμβάλλουν ώστε η οικοδόμηση των θεμελιωδών αρχών της ΕΕ να διαθέτει ένα στέρεο exante θεμέλιο;
Πριν από 30 χρόνια, δημοσιεύεται στο περιοδικό το Σύνταγμα εκτενής μελέτη του Γ. Παπαδημητρίου[5], η οποία, με αφορμή την έκδοση 2 αποφάσεων του ΣτΕ[6], πραγματεύεται το ζήτημα των ορίων που το Σύνταγμα θέτει στην ελληνική πολιτεία, όταν τα όργανά της ασκούν αρμοδιότητες που ανάγονται στην αποβολή της ελληνικής ιθαγένειας. Είναι από τα λίγα έργα του Γ. Παπαδημητρίου που εντάσσονται στην θεματική του ελέγχου της συνταγματικότητας[7] και, λόγω της χρονικής απόστασης που μεσολαβεί από την εκπόνησή του, θα πίστευε κανείς ότι σήμερα παρουσιάζει ιστορικό κυρίως ενδιαφέρον. Όμως τα πράγματα διαφέρουν. Η μελέτη προσφέρει και σήμερα πολύ χρήσιμα επιχειρήματα, ενώ επίσης αποτελεί αφορμή για την εμβάθυνση του σχετικού προβληματισμού και την κριτική αποτίμηση της πρόσφατης νομολογίας.
Ι. Μια πρόδρομη προσέγγιση του Συντάγματος και της κανονιστικότητάς του
Για να φανεί η σημασία της προσέγγισης που επιχειρεί ο Γ. Παπαδημητρίου, θα πρέπει πρώτα από όλα αυτή να ενταχθεί στο ιστορικό της πλαίσιο. Κατά την περίοδο που ακολούθησε την υιοθέτηση του ισχύοντος Συντάγματος και κατά την οποία διαμορφωνόταν η φυσιογνωμία του πολιτεύματος της χώρας, ο πολιτειολογικός και πολιτικός διάλογος είχαν ως άξονα την εύρυθμη λειτουργία των κοινοβουλευτικών θεσμών. Εκείνη την εποχή, ο δημοκρατικός χαρακτήρας της πολιτείας συνδεόταν κατά κύριο λόγο με την κατοχύρωση της δυνατότητας του εκλογικού σώματος να διαμορφώνει ελεύθερα την κυβερνητική πλειοψηφία στην Βουλή, καθώς και της δυνατότητας του υπουργικού συμβουλίου να διαμορφώνει ανεμπόδιστα τις επιλογές που συγκροτούν την γενική πολιτική της χώρας[8]. Η προστασία των δικαιωμάτων αποτελούσε, βέβαια, ένα σημαντικό θεσμικό διακύβευμα, ωστόσο η εξασφάλισή της διέθετε ακόμη «αντανακλαστικό» χαρακτήρα, με την έννοια, ότι η δημοκρατική καταγωγή του νόμου παρέμενε η σημαντικότερη εγγύηση για την προσωπική και συλλογική αυτονομία[9]. Για τον λόγο αυτό, ο δικαστικός έλεγχος της συνταγματικότητας των νόμων, πολύτιμη κληρονομιά του 19ου αιώνα, πρόβαλλε ως παραπληρωματικός μηχανισμός προστασίας των δικαιωμάτων. Με άλλα λόγια, πηγή διακινδύνευσης των δικαιωμάτων θεωρείτο κατά βάση η διοίκηση, που όχι μόνο στερείται λαϊκής νομιμοποίησης, αλλά λειτουργεί χωρίς συνθήκες διαφάνειας, για δε τον περιορισμό των αυθαιρεσιών της, οι πολίτες διέθεταν το δοκιμασμένο όπλο του ελέγχου της νομιμότητας.
Από τον έλεγχο αυτό εκκινεί ο Γ.Παπαδημητρίου, για να καταδείξει, ότι το Σύνταγμα συμμετέχει καθοριστικά στο μπλοκ της νομιμότητας και ότι ακόμη και στην περίπτωση που η εφαρμοστέα διάταξη δεν παραβιάζει συνταγματικό κανόνα, η διοικητική και δικαστηριακή πρακτική οφείλουν να αναπτύσσονται «με γνώμονα πάντοτε την πραγμάτωση του περιεχομένου των συνταγματικών επιταγών και στο πεδίο του δικαίου της ιθαγένειας», δηλαδή σε ένα πεδίο όπου η διοίκηση διαθέτει εκτεταμένη διακριτική ευχέρεια. Έτσι, η αναγωγή στο Σύνταγμα προσδίδει όχι μόνο τυπικό, αλλά και ουσιαστικό νόημα στον έλεγχο της νομιμότητας, που χωρίς αυτήν μπορεί να εξελιχθεί σε μια αποστεωμένη επιτήρηση των διαδικασιών ή και να παράξει αποτελέσματα που η έννομη τάξη έχει αποδοκιμάσει μέσω των θεμελιωδών αξιολογήσεων της.
ΙΙ. Το Σύνταγμα ως κριτήριο αξιολόγησης των ερμηνευτικών επιλογών της διοίκησης και του δικαστή της νομιμότητας
Οι δυο υποθέσεις που αποτέλεσαν το αντικείμενο της σχολιαζόμενης μελέτης, αφορούσαν στην προσπάθεια ελλήνων πολιτών να μεταβάλλουν την ιθαγένειά τους. Συγκεκριμένα, επρόκειτο για τις περιπτώσεις 2 ημεδαπών, που είχαν εγκατασταθεί μόνιμα στο εξωτερικό, ανέπτυξαν εκεί βιοτικούς δεσμούς και επιδίωκαν την αποβολή της ελληνικής ιθαγένειας, προκειμένου να διεκδικήσουν αυτή του τόπου διαβίωσής τους. Η κτήση της ιθαγένειας του φιλοξενούντος κράτους παρίστατο κρίσιμη για την προσωπική, επαγγελματική και οικογενειακή ζωή καθενός από αυτούς[10]. Έτσι, υπέβαλλαν νομότυπα στην διοίκηση αίτημα για την αποβολή της ελληνικής ιθαγένειας, όμως η ελληνική πολιτεία αρνήθηκε να ικανοποιήσει τα αιτήματά τους και αυτοί προσέφυγαν στο ΣτΕ, που παρενέβη ως δικαστής της νομιμότητας.
Τόσο το δικαστήριο, όσο και ο Γ. Παπαδημητρίου διαπιστώνουν, ότι οι κρίσιμες για την επίλυση της διαφοράς νομοθετικές διατάξεις[11] δεν έθεταν ζήτημα συνταγματικότητας. Ο καταστατικός χάρτης περιλάμβανε μια λακωνική ρύθμιση που παρέπεμπε το πρόβλημα κτήσης και αποβολής της ιθαγένειας στον κοινό νομοθέτη[12], ο οποίος με τον σχετικό εκτελεστικό νόμο είχε από ετών πραγματώσει την συνταγματική επιταγή. Στο παραπάνω πλαίσιο, η ρύθμιση του άρθρου 14 του Κώδικα Ελληνικής Ιθαγένειας (στο εξής ΚΕΙ), που είχε ως αντικείμενο την εκούσια αποβολή της ελληνικής ιθαγένειας μετά από αίτηση του ενδιαφερόμενου και άδεια της ελληνικής πολιτείας, δεν βρισκόταν σε αντίθεση με το περιεχόμενο των οικείων συνταγματικών κανόνων.
Ωστόσο, η εφαρμογή του νομοθετικού πλαισίου από την διοίκηση και τον δικαστή στις δυο αυτές υποθέσεις οδήγησε σε τέτοια δυσχέρανση της διαδικασίας εκούσιας αποβολής της ιθαγένειας, που γέννησε εντάσεις με τον καταστατικό χάρτη. Πραγματικά, ο αρμόδιος υπουργός Εσωτερικών και το ανώτατο ακυρωτικό, αναφερόμενοι και εφαρμόζοντας συνολικά το άρθρο 14 παρ. 1 ΚΕΙ, αποδέχθηκαν ότι σε καθεμιά περίπτωση που ζητείται η αποβολή της ιθαγένειας θα πρέπει να συντρέχουν «εξαιρετικοί λόγοι» προκειμένου να ικανοποιηθεί το σχετικό αίτημα, επεκτείνοντας με τον τρόπο αυτό έναν περιοριστικό όρο, που ο νομοθέτης είχε τάξει μόνον για τις περιπτώσεις εκείνες, στις οποίες η άδεια ζητείται από την ελληνική πολιτεία μετά την κτήση της αλλοδαπής ιθαγένειας.
Η απόφανση αυτή, αμφισβητήσιμη και με τις παραδοσιακές μεθόδους ερμηνείας του δικαίου, προσλαμβάνει, όπως ανέδειξε ο Γ. Παπαδημητρίου, ιδιαίτερη και σαφή απαξία, επειδή με την διατύπωσή της επέρχεται δραστικός περιορισμός στα δικαιώματα των προσφευγόντων και παραγνωρίζονται οι σύστοιχες συνταγματικές υποχρεώσεις της πολιτείας. Η ερμηνεία των κανόνων δικαίου, υπογραμμίζει ο Παπαδημητρίου, δεν είναι μια διαδικασία που υπάγει το περιεχόμενό τους στην βούληση του κρατικού οργάνου. Ο εφαρμοστής του δικαίου, κατά την άσκηση του ερμηνευτικού έργου του, οφείλει να αναζητεί την αντικειμενική βούληση του νομοθέτη, που για να προσδιοριστεί απαιτεί, κατά τον χρόνο της αξιολόγησης μιας αίτησης από την διοίκηση ή της επίλυσης μιας διαφοράς από τα δικαστήρια την «συνεξέταση των … συνταγματικών διατάξεων που επηρεάζουν την επίλυση του κεντρικού προβλήματος που θέτει [στην συγκεκριμένη περίπτωση] το άρθρο 14 παρ. 1α ΚΕΙ»[13].
Για να αξιοποιήσουμε την σκέψη του Γ. Παπαδημητρίου, η επιβαλλόμενη αναφορά στο Σύνταγμα οδηγεί «στη προσήκουσα διαφοροποίηση» των νοημάτων του νόμου και συγκεκριμένα, στις υποθέσεις που τον απασχόλησαν, στην διάκριση των τριών επιμέρους κανονιστικών προτάσεων της διάταξης του άρθρου 14 ΚΕΙ. Η διάκριση αυτή, αν είχε πραγματοποιηθεί, θα είχε εξασφαλίσει τον «ακριβέστερο πορισμό του περιεχομένου της [διάταξης] και τη λυσιτελέστερη συνάρθρωση με άλλες αποφασιστικές διατάξεις του δικαίου της ιθαγένειας»[14]. Το Σύνταγμα, λοιπόν, ως γνώμονας της ερμηνευτικής διεργασίας επιτρέπει την αποσαφήνιση του κανονιστικού περιεχομένου της κρίσιμης σε καθεμιά περίπτωση διάταξης, ενώ στο πλαίσιο πάντοτε των δυο προαναφερόμενων περιπτώσεων, υποστήριζε την πρόταση του συγγραφέα για συστηματική εξέτασή της με το άρθρο 21 παρ. 1 ΚΕΙ[15]. Με άλλα λόγια, η αναγωγή στο Σύνταγμα, θα είχε οδηγήσει την διοίκηση και το δικαστήριο να προσεγγίσουν την εσωτερική λογική που διέτρεχε το δίκαιο της ιθαγένειας και συνακόλουθα να καταλήξουν στην ερμηνευτική παραδοχή, ότι για την αποδοχή αίτησης αποβολής της ιθαγένειας δεν απαιτείται οι συνδρομή εξαιρετικών, αλλά αρκεί η διαπίστωση σοβαρών λόγων. Με τον τρόπο αυτό, το Σύνταγμα ως βασικός κανόνας αναφοράς καθίσταται παράμετρος συνοχής της έννομης τάξης και παράγοντας ενίσχυσης της δικαιοκρατικής φυσιογνωμίας της ελληνικής πολιτείας[16].
ΙΙΙ. Το Σύνταγμα ως πηγή ουσιαστικών κανόνων που δεσμεύουν την διοίκηση και τον δικαστή
Σε ό,τι αφορά την ουσία των σχολιαζόμενων από αυτόν υποθέσεων, ο Γ. Παπαδημητρίου συντάσσεται με την κρίση του δικαστηρίου, ότι η εκούσια αποβολή της ελληνικής ιθαγένειας κατ’ άρθρο 14 του ΚΕΙ «έχει καίρια σημασία για την Ελληνική Πολιτεία, αφού ανάγεται σε αυτή την ίδια την συγκρότησή της» και ότι η σημασία της αυτή δικαιολογεί την νομοθετική ρύθμιση που δεν αφήνει σε μόνη την βούληση των Ελλήνων πολιτών την μεταβολή, αλλά οργανώνει διαδικασία στο πλαίσιο της οποίας είναι αναγκαία η συναίνεση της Πολιτείας, που εκδηλώνεται με την παροχή της σχετικής αδείας. Ενώ όμως το δικαστήριο με ευκολία αποδέχεται ότι η άδεια αυτή παρέχεται μόνον για εξαιρετικούς λόγους, ο Παπαδημητρίου, αξιοποιώντας και την άποψη της μειοψηφίας στην μια από τις δυο αποφάσεις[17], αναζητά τα συνταγματικά όρια της σχετικής εξουσίας της πολιτείας, τόσο μέσα από υποχρεώσεις της που απορρέουν από το Σύνταγμα, όσο και μέσα από τα δικαιώματα των πολιτών, ή όπως θα μπορούσε κανείς σήμερα να ισχυριστεί των μελών του κοινωνικού συνόλου που υπόκεινται στην εξουσία της.
Ο ίδιος, βέβαια, υπογραμμίζει την ερμηνευτική λειτουργία που επιτελούν οι σχετικές συνταγματικές διατάξεις, ωστόσο η προσεκτική ανάγνωση της μελέτης του δεν καταλείπει αμφιβολία ότι η αρχή της αξίας του ανθρώπου (άρθρο 2 παρ. 1 Συντ) και το δικαίωμα στην ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας (5 παρ. 1 Συντ.), αποτελούν πηγή επιταγών προς τα κρατικά όργανα (νομοθέτη, διοίκηση και δικαστή), που δεσμεύονται όχι μόνον να αποτρέπουν την παραβίαση τους, αλλά και να φροντίζουν για «την τήρηση και επιπλέον την πραγμάτωση [τους]»[18]. Με άλλα λόγια, εκτός από ερμηνευτικό κριτήριο για τον προσδιορισμό του νοήματος των διατάξεων του ΚΕΙ, οι συνταγματικές διατάξεις καθίστανται πηγή ουσιαστικών κανόνων που καταλαμβάνουν την κρατική δραστηριότητα και προσδιορίζουν την κατεύθυνση της.
Για να γίνει κατανοητή η σημασία της παρέμβασης του Γ. Παπαδημητρίου θα πρέπει να υπογραμμιστεί το εξής: κατά την πρώτη περίοδο εφαρμογής του Συντάγματος, η συνταγματική θεωρία υπήρξε ιδιαίτερα επιφυλακτική ως προς την αναγνώριση αυτοτελούς κανονιστικού περιεχομένου στα άρθρα 2 παρ. 1 και 5 παρ. 1 Συντ. Παρ’ ότι δεν υποτιμήθηκε η σπουδαιότητα τους για την διαμόρφωση του προσωποκεντρικού χαρακτήρα της ελληνικής πολιτείας[19], θεωρήθηκε ότι οι σχετικές διατάξεις θεσπίζουν κατά βάση κατευθυντήριες αρχές που δεσμεύουν έμμεσα τον νομοθέτη και τον δικαστή και αποκτούν νόημα μέσα από την συστηματική ερμηνεία τους με άλλα συνταγματικά δικαιώματα και ελευθερίες[20]. Δεν θα ήταν, λοιπόν, υπερβολικό να υποστηρίξει κανείς, ότι τα επιχειρήματα της σχολιαζόμενης μελέτης επέφεραν μια τομή στην σχετική συζήτηση, ανοίγοντας, μεταξύ άλλων, τον δρόμο για την πλούσια πλην αμφιλεγόμενη νομολογία για την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας των τελευταίων ετών.
Έτσι, αφού προηγήθηκαν ενδιαφέρουσες σκέψεις, αφενός για την κανονιστική πυκνότητα και την δεσμευτικότητα της αρχής της αξίας του ανθρώπου, αφετέρου για την νομική φύση της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας ως δικαιώματος και αντικειμενικού κανόνα, ακολουθεί η παρουσίαση της σημασίας τους για τις εξεταζόμενες υποθέσεις: δεδομένου ότι η ιθαγένεια συνιστά την βάση για την θέσπιση ειδικών δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του πολίτη προς το κράτος και αντίστροφα, η ρύθμιση της από την πολιτεία δεν καθορίζεται μόνον με όρους κυριαρχίας, έστω λαϊκής κυριαρχίας, αλλά προσδιορίζεται και από την επιταγή καθένα μέλος του κοινωνικού συνόλου να διαμορφώνει ελεύθερα «τη σωματική, την ψυχική, την πνευματική, την ηθική, την κοινωνική και πολιτική υπόστασή του»[21].
Το ενδιαφέρον της πολιτείας για την συγκρότηση του λαού της σταθμίζεται και συνεκτιμάται με το πρόταγμα σεβασμού της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας των μελών της πολιτικής κοινότητας και, με την επικουρική συνδρομή της αρχής της αξίας του ανθρώπου διαμορφώνει ένα καθεστώς, στο οποίο το πρόσωπο δεν μπορεί να καθυποτάσσεται σε ένα νομικό δεσμό, που συνήθως μάλιστα συμβαίνει να έχει εγκατασταθεί από απολύτως τυχαίους λόγους. Με ερμηνευτική σύνεση και προνοητικότητα ο Γ. Παπαδημητρίου υπογραμμίζει την δυσκολία της στάθμισης. Αποστασιοποιείται από την τολμηρή θεωρητική κατασκευή της μειοψηφίας στην δεύτερη απόφαση, που χαρακτηρίζει την αποβολή της ιθαγένειας ως ειδικό παράγωγο δικαίωμα που απορρέει από το άρθρο 5 παρ. 1 Συντ. και για τον λόγο αυτό αναγνωρίζει στους πολίτες την ευχέρεια να καταργούν μονομερώς τον νομικό αυτό δεσμό. Υποστηρίζει, όμως, ότι με την τυποποίηση των παραπάνω κανόνων, ο συντακτικός νομοθέτης δεν περιορίστηκε σε μια στατική προστασία της προσωπικότητας, θα μπορούσαμε να πούμε δεν περιορίστηκε στην κατοχύρωση της αμυντικής διάστασης του σχετικού δικαιώματος. Περαιτέρω αναδεικνύει πειστικά τον δυναμικό χαρακτήρα της συνταγματικής ρύθμισης[22], που επιβάλλει στην πολιτεία να λαμβάνει και θετικά μέτρα για να εξασφαλίζει στα πρόσωπα την απόλαυση των ευχερειών που συμβάλλουν στην ανάπτυξη της προσωπικότητας τους[23]
Η σημερινή σημασία της παραπάνω θεώρησης αναδεικνύεται πλήρως, αν κανείς αντιστρέψει το ερώτημα που απασχόλησε τον Γ. Παπαδημητρίου και αναζητήσει το περιεχόμενο του Συντάγματος, ενόψει της διεκδίκησης της ιθαγένειας είτε από άτομα που την έχουν απολέσει είτε από μετανάστες οικονομικούς ή άλλους που έχουν συνδέσει την προσωπική και οικογενειακή ζωή τους με την χώρα. Έτσι, αυτό που έχει πια ενδιαφέρον να αναρωτηθεί κανείς είναι το ακόλουθο: στον βαθμό που η ιθαγένεια συνεχίζει να αποτελεί την βάση για την ανάπτυξη ουσιαστικών παραμέτρων της προσωπικότητας των μελών του κοινωνικού συνόλου, μπορεί ο κοινός νομοθέτης να θέτει έντονα περιοριστικούς όρους στην κτήση της και να διατηρεί κοινωνικές ομάδες εκτός της πολιτικής κοινότητας; Ποια είναι η εξουσία και ποιες οι συνταγματικές δεσμεύσεις του δικαστή, όταν αυτός επιλαμβάνεται υποθέσεων που αφορούν είτε στην απόρριψη αιτήσεων για πολιτογράφηση ή ανάκτηση της ιθαγένειας είτε στην απόλαυση δικαιωμάτων που σχετίζονται με αυτή;
Ο Γ. Παπαδημητρίου έχει σκιαγραφήσει την συνταγματικά επιβαλλόμενη απάντηση[24]˙ η ιθαγένεια δεν αποτελεί προνόμιο που απονέμεται από το κράτος με βάση θεωρήσεις που ανάγονται στην raisond’État ή ακόμη περισσότερες σε κυβερνητικές ή πολιτικές σκοπιμότητες. Η ιθαγένεια είναι μια τυποποιημένη νομικά σχέση που συγκροτεί τον λαό – φορέα της δημοκρατικής κυριαρχίας και ταυτόχρονα ιδρύει τους όρους με τους οποίους τα μέλη της πολιτικής κοινότητας απολαμβάνουν ουσιαστικά και ισότιμα τα θεμελιώδη δικαιώματα τους.
IV. Οι τεχνικές του ελέγχου της συνταγματικότητας των κρατικών πράξεων και η νομιμοποίηση της εξουσίας του δικαστή ως «φύλακα» του Συντάγματος
Τις τελευταίες, πλούσιες σελίδες της μελέτης του[25], ο Γ. Παπαδημητρίου τις αφιερώνει στην πραγμάτευση της σημασίας των δεδομένων της κοινωνικής πραγματικότητας και της διεθνούς δικαιϊκής πολιτικής για την εφαρμογή του άρθρου 14 παρ. 1 ΚΕΙ με τρόπο που να σέβεται την συνταγματική νομιμότητα. Έτσι, αξιοποιεί τα πορίσματα συγγενικών με την νομική επιστημών, προκειμένου να περιγράψει τα χαρακτηριστικά και τις αιτίες του μεταναστευτικού ρεύματος, τις συνέπειες που η μετανάστευση είχε αναπτύξει σε όσα πρόσωπα είχαν εγκαταλείψει τον τόπο καταγωγής τους, αλλά και στην ελληνική πολιτεία. Στην συνέχεια, τον απασχολεί η στάση που κρατούν απέναντι στο ζήτημα της χορήγησης της ιθαγένειας τα κράτη που υποδέχθηκαν τα σημαντικότερα κύματα μεταναστών, για να υποδείξει το εξής: η παράλειψη του δικαστηρίου να λάβει υπόψη τα παραπάνω, δεν επέτρεψε να διαμορφωθεί κρίση ικανή να διαφυλάξει την νομιμότητα.
Όλα τα παραπάνω, διαπιστώνει, δεν απασχόλησαν την διοίκηση, ενώ αυτή η πλημμελής θεμελίωση των πράξεων της δεν αποτέλεσε αντικείμενο ελέγχου από το δικαστήριο, με αποτέλεσμα να επηρεαστεί αρνητικά το ουσιαστικό περιεχόμενο της δικαστικής κρίσης. Υποστηρίζει, λοιπόν, πως «η υιοθέτηση και η γόνιμη εξειδίκευση της εν λόγω ορθής μεθοδολογικής επιλογής θα είχε οδηγήσει ασφαλώς στην επικράτηση της ελαστικότερης και τη συνακόλουθη ανατροπή της καθιερωμένης ήδη «σκληρής» διοικητικής πρακτικής για το ζήτημα»[26] και υπογραμμίζει ότι τούτο «θα προσέδιδε «το ενδεδειγμένο νόημα στον έλεγχο της νομιμότητας των σχετικών πράξεων εκ μέρους του Συμβουλίου της Επικρατείας»[27].
Επεκτείνοντας τις παραπάνω σκέψεις, μπορεί κανείς να ισχυριστεί, ότι ο Γ. Παπαδημητρίου εντάσσει τον έλεγχο της συνταγματικότητας σε ένα πλέγμα «εσωτερικών» δεσμεύσεων που εξασφαλίζουν την ορθότητα της κρίσης του δικαστηρίου και, έμμεσα, στηρίζουν την σχετική εξουσία των δικαστών. Αναγνωρίζοντας τα δικαστήρια ως φύλακες του Συντάγματος, προσδίδει στην νομιμότητα ένα δυναμικότερο και πιο ριζοσπαστικό περιεχόμενο, χωρίς ωστόσο να καθιστά τον δικαστή «κυρίαρχο» των εννοιών του καταστατικού χάρτη και των κανόνων που κυοφορούν οι διατάξεις του. Για να αποτρέψει έναν τέτοιο, ορατό κίνδυνο, συστοιχεί την εξουσία των δικαστικών λειτουργών με τον σεβασμό των δεσμεύσεων που απορρέουν από τις μεθόδους και τις τεχνικές του δικαστικού ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων και των κρατικών πράξεων και νομιμοποιούν την άσκησή του.

Τέτοιες δεσμεύσεις, στην χώρα μας, είναι αυτές που συνδέονται με τον οδό «εισαγωγής» του ερωτήματος της συνταγματικότητας, όπως για παράδειγμα η εξέταση της συνδρομής του εννόμου συμφέροντος[28]. Τέτοιες δεσμεύσεις κρίνονται αναγκαίες και σε ευρωπαϊκό επίπεδο, όπου η νομολογία των ανώτατων δικαστηρίων των κρατών μελών της ΕΕ και του ΔΕΚ τείνει να εγκαταστήσει ένα ουσιαστικό Σύνταγμα, που επιδρά σημαντικά στην λειτουργία της ευρωπαϊκής και των εθνικών έννομων τάξεων. Διαφορετικά, ο δικαιοδοτικός αυτός διάλογος, το κατά P. Brunet «σκοτεινό αντικείμενο του πόθου» στην διαδικασία της πολιτικής ενοποίησης της Ευρώπης[29], κινδυνεύει να οδηγήσει στην εγκατάσταση μιας πραιτωριανής εξουσίας, που λίγο θα συμβάλλει στην εμπέδωση των χαρακτηριστικών του δημοκρατικού κράτους δικαίου τόσο στα κράτη μέλη, όσο και στους ευρωπαϊκούς θεσμούς.



[1] Δημοσιεύθηκε στον τόμο Σύνταγμα, Δημοκρατία και Πολιτειακοί Θεσμοί, Μνήμη Γιώργου Παπαδημητρίου Ι, Εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα-Θεσσαλονίκη 2011.
[2] Ενδεικτικά βλ. M. Troper, Justice constitutionnelle et démocratie, σε Revue française de Droit constitutionnel, no 1, 1990, σ. 31 επ., Α. Μανιτάκη, Κράτος δικαίου και δικαστικός έλεγχος της συνταγματικότητας των νόμων, Θεσσαλονίκη, Σάκκουλας, 1998, ιδίως σ. 216 επ., 258 επ, Ο. Costa, La Cour de Justice et le contrôle démocratique de l’Union européenne, Revue française de science politique, vol 51, 2001, σ. 881 επ., M. Shapiro, The success of judicial review and Democracy, σε M. Shapiro- A.Stone, On Law, Politics and Judicialization, Oxford-NY, Oxford UnP, 2002 σ. 148 επ. ιδίως 180 επ., T. S. Allan, Constitutional Dialogue on Judicial Review, Oxford Journal of Legal Studies, vol. 23, 2003/4, σ. 563 επ. L. Carlassare, Costituzionalismoedemocrazianell’alterazionedegliequilibri, σε www.Costituzionalismo.it 2004/1, C. Grewe- O. Jouanjan- Ér. Moulin- Patrick Wachsmann, La notion de “justice constitutionnelle”, Paris, L.G.D.J., 2005, D. Rousseau, Constitutionnalisme et démocratie, σεwww.laviedesidees.fr 2008, J.-M. Denquin, Que veut-on dire par « démocratie » ? L’essence, la démocratie et la justice constitutionnelle, σε Jus Politicum no 2, 2009, www.juspoliticum.com, L. Garlicki, La légitimité du contrôle de constitutionnalité : problèmes anciens c/développements récents, σεRevue française de droit constitutionnel no 78, 2009, σ. 217 επ.
[3] Βλ. Γ. Κραβαρίτου, Κοινωνικά δικαιώματα και κοινωνική ιδιότητα του πολίτη, ΝοΒ, 2002, σ.1426 επ, R. Barnett, Constitutional Legitimacy, Columbia Law Review, vol. 103, 2003, σ. 111 επ., Ξ. Κοντιάδη, Κοινωνικά δικαιώματα και κοινωνική αλληλεγγύη στο ευρωπαϊκό Σύνταγμα, ΕΔΚΑ, 2003, σ. 721 επ., Th. Poole, Legitimacy, Rights and Judicial review, Oxford Journal of Legal Studies, vol. 25, 2005/4, σ. 697 επ., Γ. Κατρούγκαλου, Τα κοινωνικά διακιώματα, Αθήνα- Κομοτηνή, Α. Σάκκουλας, 2006, σ. 86 επ., A. Vidal-Naquet, Les visas dans les décisions du Conseil constitutionnel; σε Revue française de Droit constitutionnel, no 80, 2006, σ. 535 επ., ενώ η νομολογία τόσο των εθνικών δικαστηρίων όσο και του ΔΕΚ για τις περιπτώσεις των αιτούντων άσυλο, για την απέλαση όσων δεν βρίσκονται νόμιμα στην επικράτεια των κρατών μελών της ΕΕ, για τις θεωρήσεις εισόδου ή και για την εκμετάλλευση ιδίως των γυναικών μεταναστριών, παρέχει έδαφος για ουσιαστικό προβληματισμό.
[4]Ενδεικτικ άβλ. M-A. Eissen, L’interaction des juris prudences constitutionnelles nationales et de la juris prudence de la Cour européenne des droits de l’ homme, σε D. Rousseau – Fr. Sudre (dir), Conseil Constitutionnel et Cour Européenne des droits de l’homme, Paris, éditions STH, 1990, R. Dehousse, The European Court of Justice: The Politics of Judicial Integration, N. Y., St. Martin’s Press, 1998, σ. 137 επ., Κ. Χρυσόγονου, Η ενσωμάτωση της ΕΣΔΑ στην εθνική έννομη τάξη, Αθήνα, Α. Σάκκουλας, 2001, Γ. Κτιστάκη (επιμ.) Η επίδραση της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου στην εφαρμογή και ερμηνεία του ελληνικού δικαίου, Αθήνα, Α. Σάκκουλα, 2002, Γ. Παπαδημητρίου, Η συνάρθρωση της εθνικής, της διεθνούς και της ενωσιακής προστασίας των δικαιωμάτων ΝοΒ 2004, σ. 1137 επ., Π. Στάγκου, Η δικαστική προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων στην κοινοτική έννομη τάξη. Η σχέση της με τη συνταγματική εξέλιξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, Θεσσαλονίκη- Αθήνα, Σάκκουλα, 2004, B. Mathieu, Les rapports normatifs entre le droit communautaire et le droit national. Bilan et incertitudes relatifs aux évolutions récentes de la jurisprudence des juges constitutionnel et administratif français, σε Revue française de Droit constitutionnel, no 72, 2007, σ. 675 επ., το αφιέρωμα των Cahiers du Conseil constitutionnel, no 24, 2007, στην κανονιστική εξουσία του συνταγματικού δικαστή, ιδίως την μελέτη της M-C Pointhoreau, Réflexions sur le pouvoir normatif du juge constitutionnel en Europe continentale sur la base des cas allemand et italien, σ. 99 επ., Α.Μανιτάκη, Η διαπλοκή του δικαστικού ελέγχου της συνταγματικότητας με τον έλεγχο της συμβατικότητας των νόμων ενόψει της ΕΣΔΑ στο παράδειγμα των ενοχικών απαιτήσεων, ΝοΒ 2008, σ. 2541 επ., D. Maus, Le recours aux précédents étrangers et le dialogue des cours constitutionnelles, σε Revue française de Droit constitutionnel, no 80, 2009, Λ.Παπαδοπούλου, Εθνικό Σύνταγμα και Κοινοτικό Δίκαιο: Το ζήτημα της υπεροχής, Αθήνα, Α.Σάκκουλα, 2009, σ. 626 επ.
[5] Το Σύνταγμα και η εκούσια αποβολή της ιθαγένειας, ΤοΣ τ.5, 1979, σ. 418 επ., ήδη σε Γ. Παπαδημητρίου Συνταγματικές Μελέτες Ι, Αθήνα- Θεσσαλονίκη, εκδ. Σάκκουλα, 2007, σ. 267 επ.
[6] Πρόκειται για της ΣτΕ 345/78 και 1061/78. Ο συγγραφέας επισημαίνει, ότι είναι οι πρώτες αποφάσεις σχετικά με ζητήματα που ανάγονται στην ιθαγένεια, το πλήρες κείμενο των οποίων δημοσιεύτηκε σε νομικό περιοδικό μετά την υιοθέτηση του Συντάγματος του 1975, γεγονός που εντείνει το ενδιαφέρον τους.
[7] Βλ. επίσης και τις ωραίες σκέψεις του σχετικά με την Τήρηση ατομικών φακέλων για τα πολιτικά φρονήματα των πολιτών (σχόλιο στην ΣτΕ 2139/1993, ΝοΒ τ.42, 1994, σ. 1237 επ.
[8] Βλ. αντί άλλων Γ. Παπαδημητρίου, Το πολίτευμα της προεδρευόμενης κοινοβουλευτικής δημοκρατίας και η πεντάχρονη λειτουργία του, σε Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης-Νομική Σχολή, Πέντε χρόνια εφαρμογής του Συντάγματος του 1975, Κομοτηνή, 1981, σ. 247 επ. Α. Μανιτάκη, Ο χαρακτηρισμός του πολιτεύματος και οι σχέσεις Προέδρου της Δημοκρατίας και Πρωθυπουργού, σε του ίδιου, Ερμηνεία του Συντάγματος και λειτουργία του πολιτεύματος, Αθήνα- Κομοτηνή, Α. Σάκκουλα, 1996, σ. 101 επ., Ν. Αλιβιζάτου, Το Σύνταγμα του 1975 και η εφαρμογή του. Ένας στρεβλός εκσυγχρονισμός, ΝοΒ, 1988, σ. 542 επ.
[9] Ι. Καμτσίδου, Επιλογές και εφαρμογή του Συντάγματος του 1975, σε Ελληνική Ένωση για τα δικαιώματα του Ανθρώπου (επιμέλεια Μ. Τσαπόγα – Δ. Χριστόπουλου), Τα δικαιώματα στην Ελλάδα 1953-2003. Από το τέλος του εμφυλίου στο τέλος της μεταπολίτευσης, Αθήνα, Καστανιώτη, σ. 48 επ.
[10] Τα πραγματικά περιστατικά και των δυο υποθέσεων, που δεν αμφισβητήθηκαν από το Ελληνικό Δημόσιο ούτε από το Δικαστήριο, μαρτυρούν ότι οι αιτούντες διέθεταν στις χώρες παραμονής τους μακροχρόνιες και ουσιαστικές σχέσεις. Και οι δυο είχαν συνάψει γάμο με πολίτιδες του κράτους που τους φιλοξενούσε (ο δεύτερος μάλιστα είχε και δυο παιδιά που αυτά είχαν πάρει την γερμανική ιθαγένεια), εργάζονταν συστηματικά στην αλλοδαπή επικράτεια και γενικά είχαν συμπήξει εκεί ένα σταθερό πλέγμα προσωπικών και κοινωνικών δεσμών, βλ. Μελέτες, ό.π., σ. 269 επ.
[11] Ο Κώδικας Ελληνικής Ιθαγένειας, ρύθμιζε τα θέματα αποβολής της ιθαγένειας στο άρθρο 14 ως εξής: «1. Αποβάλλει την Ελληνικήν ιθαγένειαν όστις κατόπιν αδείας α) απέκτησε τη βουλήσει αυτού αλλοδαπήν ιθαγένειαν ή β) ανεδέχθη δημοσίαν υπηρεσίαν παρ` αλλοδαπή Πολιτεία, εφ` όσον η αναδοχή συνεπάγεται κτήσιν της ιθαγενείας της Πολιτείας ταύτης. Η άδεια δύναται δι` εξαιρετικούς λόγους να παρέχηται και μετά την κτήσιν της αλλοδαπής ιθαγενείας, οπότε η αποβολή της Ελληνικής ιθαγένεις επέρχεται από της παροχής της αδείας. 2. Αποβάλλει επίσης την Ελληνικήν ιθαγένειαν ο κεκτημένος και αλλοδαπήν ιθαγένειαν εφ` όσον ήθελε γίνει δεκτή αίτησίς του περί αποβολής της Ελληνικής ιθαγένειας. Εν τη περιπτώσει ταύτη η αποβολή της Ελληνικής ιθαγένειας επέρχεται από της αποδοχής της αιτήσεως. 3. Η κατά την παρ. 1 άδεια παρέχεται και η κατά την παρ. 2 αποδοχή της αιτήσεως γίνεται δι’ αποφάσεως του Υπουργού των Εσωτερικών μετά γνώμην του Συμβουλίου Ιθαγενείας, ουδέποτε δε δύναται να παρασχεθή η άδεια ή να γίνη δεκτή αίτησις, εάν ο αιτών υπέχη ή καθυστερή στρατιωτικήν υποχρέωσιν ή καταδιώκεται επί κακουργήματι ή πλημμελήματι».
[12] Η μοναδική συνταγματική ρύθμιση με αντικείμενο την ιθαγένεια (άρθρο 4 παρ. 3 Συντ) κατά τον χρόνο εκδίκασης των δυο υποθέσεων είχε ως εξής: «Έλληνες πολίται είναι όσοι έχουν τα προσόντα που ορίζει ο νόμος. Επιτρέπεται να αφαιρεθεί η ελληνική ιθαγένεια μόνο σε περίπτωση που κάποιος απέκτησε εκούσια άλλη ιθαγένεια ή που ανέλαβε σε ξένη χώρα υπηρεσία αντίθετη προς τα εθνικά συμφέροντα, με τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία που προβλέπει ειδικότερα ο νόμος».
[13] Μελέτες Ι, ό.π., σ. 289.
[14] Ibid , σ. 274
[15] Το άρθρο 21 του τότε ισχύοντα ΚΕΙ ρύθμιζε την ανάκτηση της ελληνικής ιθαγένειας ορίζοντας, ότι « Ο κατά το άρθρο 14 αποβαλών την Ελληνικήν ιθαγένειαν δύναται να ανακτήσει ταύτην, ένα διαμένων εν Ελλάδι, υποβάλλη περί τούτου αίτησιν εις το Υπουργείον των Εσωτερικών, γίνη δεκτή η αίτησις του αύτη δι’ αποφάσεως του Υπουργού των Εσωτερικών και δώση τον κατά το άρθρον 9 όρκον του Έλληνος»
[16] Στην ίδια κατεύθυνση βλ. Α. Μανιτάκη, Κράτος δικαίου, ό.π., σ. 201 επ., του ίδιου, Ελληνικό Συνταγματικό Δίκαιο, Θεσσαλονίκη- Αθήνα, Σάκκουλα, σ.
[17] Η άποψη της μειοψηφίας στην ΣτΕ 1061/78, ό.π., σ. 552 αξίζει να προσεχθεί. Ένα μέλος της σύνθεσης, κρίνοντας ότι «η διάταξις του άρθρου 14 του ν.δ. 3370/1955 δέον να ερμηνευθή κατά τρόπον συμβιβάζοντα την ιδέαν της κρατικής κυριαρχίας, απαιτούσαν την άδειαν της Πολιτείας δια την αποβολήν της Ελληνικής Ιθαγένειας, προς την δημοκρατικήν αρχήν, προκύπτουσαν εκ των άρθρων 4 και 5 Συντάγματος και καθιερούσαν την προσωπικήν ελευθερίαν και εις το θέμα επιλογής της ιθαγενείας εκάστου», συνέδεσε ουσιαστικά την κρατική κυριαρχία με την δημοκρατική αρχή και με την ελεύθερη συμμετοχή των μελών του κοινωνικού συνόλου στην κοινωνική και πολιτική ζωή της χώρας. Όσο και αν κανείς διαφωνεί με την θεμελίωση της λαϊκής κυριαρχίας και στο άρθρο 5 Συντ., δεν μπορεί σήμερα να αμφισβητηθεί, ότι η δημοκρατική πολιτεία οφείλει να εξασφαλίζει την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας των πολιτών της, απέχοντας από την θέσπιση εμποδίων που θα δυσχεραίνουν την απόλαυση του δικαιώματος.
[18] Μελέτες Ι, σ. 298
[19] βλ. Α. Μάνεση, Ατομικές Ελευθερίες, Θεσσαλονίκη, εκδ. Σάκκουλα, 1978, σ. 114 επ.
[20] ibidem, σ. 119 επ.
[21] Μελέτες Ι, σ . 301.
[22] Ibid.
[23] Την αρχή της αξίας του ανθρώπου ως θεμέλιο της υποχρέωσης της πολιτείας να προστατεύει τα δικαιώματα και τις ελευθερίες των πολιτών προτείνει και ο Π. Μαντζούφας, Συνταγματική προστασία των δικαιωμάτων στην κοινωνία της διακινδύνευσης, Υγεία- Ιδιωτικότητα- περιβάλλον, Αθήνα- Θεσσαλονίκη, Σάκκουλα, 2006, σ. 129 επ., αναδεικνύοντας ταυτόχρονα την διπλή κανονιστική «φορά» των κλασσικών δικαιωμάτων: Η ανάγκη αποτελεσματικής πραγμάτωσής τους έχει εμπλουτίσει το περιεχόμενό τους, που δεν εξαντλείται πια σε μια αξίωση αποχής της κρατικής εξουσίας, αλλά περιλαμβάνει και το αίτημα για θετική παρέμβαση της, ώστε οι φορείς των δικαιωμάτων να απολαμβάνουν με όρους ισοτιμίας τις δυνατότητες που αυτά τους εξασφαλίζουν.
[24] Καθώς μάλιστα είχε περιγράψει συνεκτικά το συνταγματικό πλαίσιο που ρυθμίζει την αποβολή της ιθαγένειας, ακολουθεί ως παραφωνία η πρόσφατη ΣτΕ 2194/2004, που εμμένει στην άποψη ότι η σχετική άδεια παρέχεται από την ελληνική πολιτεία μόνον για «εξαιρετικούς λόγους» παραγνωρίζοντας τα συμφέροντα και δικαιώματα του αιτούντος.
[25] Σ. 308 έως 321.
[26] Ibid, σ. 314.
[27] Ibid, σ. 320.
[28] Πρβλ. Α. Μανιτάκη, Οι αυτοδεσμεύσεις του δικαστή από τον παρεμπίπτοντα έλεγχο της (αντι)συνταγματικότητας των νόμων, ΤοΣ, 2006, σ. 403 επ.
[29] P. Brunetσε , Les juges européens au pays des valeurs, www.laviedesidees.fr, 2009.

Εκδήλωση παρουσίασης του τελευταίου βιβλίου του Δ.Τσάτσου


Εκδήλωση παρουσίασης του τελευταίου βιβλίου του Δ.Τσάτσου

Το ΚΕΝΤΡΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ – ΙΔΡΥΜΑ ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗ ΚΑΙ ΔΗΜΗΤΡΗ ΤΣΑΤΣΟΥ σας προσκαλεί στην παρουσίαση του τελευταίου βιβλίου του Δημήτρη Θ. Τσάτσου Πολιτεία την Παρασκευή 14 Μαϊου 2011 και ώρα 19:00μμ στην Αίθουσα του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλόνικης (Τσιμισκή 103).

Για το πρόγραμμα της Εκδήλωσης πιέστε εδώ

Τα είδωλα του κράτους και της δημοκρατίας αντικριστά και χώρια

Του Αντώνη Μανιτάκη

Tα «Είδωλα» έτσι όπως μας κοιτάνε

1. Η μεταπολιτευτική πολιτική και κοινωνιολογική σκέψη στη χώρα μας πιστεύω ότι ηγεμονεύτηκε, όλα αυτά τα χρόνια, από τον χειμαρρώδη λόγο και στοχασμό του Κωνσταντίνου Τσουκαλά: από έναν στοχασμό πλούσιο και επινοητικό και από έναν λόγο ευρηματικό και γλωσσοπλαστικό. Η γραφή του Κωνσταντίνου ξεχείλιζε από νοήματα και λέξεις. Άρρηκτα δεμένα μεταξύ τους και τα δύο, δεν μπορούσες να τα ξεχωρίσεις χωρίς να προδώσεις τη μοναδικότητα και την ταυτότητά τους. Γι΄αυτό και δύσκολα αναπαράγονταν και ακόμη δυσκολότερα αφομοιώνονταν. Θεωρώ σταθμό της ύστερης πνευματικής πορείας του τα έργα του «Είδωλα πολιτισμού» και «Η εξουσία ως λαός και ως έθνος». Πρόκειται για δύο έργα, που τράβηξαν την προσοχή μου και τα απόλαυσα μελετώντας τα.
Ωφελήθηκα, ως συνταγματολόγος, τα μέγιστα διαβάζοντάς τα, γιατί φώτισαν, ιδίως τα ‘Είδωλα Πολιτισμού’, τη συνταγματική μου σκέψη ως προς τις οικονομικές, κοινωνικές και συμβολικές συντεταγμένες του φιλελεύθερου κράτους δικαίου και ειδικά τις σχέσεις πολιτικής και οικονομίας, κράτους και κοινωνίας, ατόμου και κοινωνικού Όλου. Οι αναλύσεις του δεν είναι απλώς διεισδυτικές, είναι για έναν νομικό αποκαλυπτικές της συστατικής συνάρθρωσης της νομικής μορφής με τις αγοραίες-ιδιοκτησιακές σχέσεις. Σταχυολογώ μερικές χαρακτηριστικές ρήσεις : «Ο χωρισμός κοινωνίας και κράτους συνοψίζεται στην οροθέτηση της ειδικής και διαφοροποιημένης λειτουργίας του Πολιτικού», το οποίο συγκροτείται και λειτουργεί ως ετερόνομη οντότητα απέναντι στην αυτορρυθμιζόμενη οικονομία και κοινωνία. Και αμέσως μετά: «η θέσπιση της πολιτικής ετερονομίας είναι ομοούσια και ομοσήμαντη προς τη θέσπιση της αγοραίας αυτονομίας. Και ο ονοματισμός του Πολιτικού ως «δικαιοδοσίας» δεν κάνει τίποτε άλλο από το να το περιορίζει, να το οροθετεί αλλά και να το ξορκίζει: όπως συμβαίνει με το αληθινό όνομα του Θεού, η απoκάλυψη του οποίου ισοδυναμεί με το συμβολικό τέλος της πλάσης, έτσι και ο αυστηρός ονοματισμός του Πολιτικού ισοδυναμεί με την αποδυνάμωση της εξουσιαστικής απειλής» (σ. 216). Με αυτούς του όρους, το «καταστατικά ετερόνομο Κράτος αναδεικνύεται σε οντότητα κανονιστικά προδιαγεγραμμένη δηλαδή νομικά οριοθετημένη. Η γενική νομικοποίηση των κοινωνικών σχέσεων δεν ήταν δυνατόν να ολοκληρωθεί δίχως τη συνακόλουθη νομικοποίηση του Πολιτικού, που μόνο με αυτόν τον τρόπο είναι δυνατόν να αποδυναμωθεί από το κυριαρχικό του στοιχείο και να υπαχθεί σε μιαν εκ των προτέρων κανονιστική εκλογίκευση»(σ. 219). Άμεση συνέπεια αυτής της εκνομίκευσης του κράτους και της πολιτικής και της αντίστοιχης οριοθέτησης της δικαιοδοσίας του, είναι βέβαια ότι το φιλελεύθερο κράτος δικαίου δεν μπορεί να είναι ούτε αρμόδιο ούτε υπεύθυνο για το κοινωνικό γίγνεσθαι και την κοινωνική αναπαραγωγή ούτε βέβαια για το εισόδημα και την επιβίωση των ατόμων. Η επιβίωση των ατόμων είναι υπόθεση ιδιωτική του κάθε ένα και δεν αφορά το κοινωνικό σύνολο, το οποίο μένει αδιάφορο και αμέτοχο απέναντι στις διεργασίες της κοινωνικής αναπαραγωγής, που συντελούνται με τους όρους και με τη νομοτέλεια των νόμων της αγοράς.
Οι ρηξικέλευθες αυτές αναλύσεις για τις οριοθετημένες δικαιοδοσίες της φιλελεύθερης Πολιτείας γίνονται ακόμη πιο καίριες, όταν η ανάλυση στα ‘Είδωλα Πολιτισμού’ περνάει από την ανατομία του φιλελεύθερου κράτους δικαίου στην ανατομία του κοινωνικού κράτους δικαίου, όταν το πρώτο μετασχηματίζεται σε κοινωνικό κράτος και αλλάζει ριζικά την στάση του και την αποστολή του απέναντι στην κοινωνία και στην κοινωνική επιβίωση των ατόμων. Το κοινωνικό κράτος, που δεν αναιρεί ούτε απαρνείται τα βασικά, συστατικά, γνωρίσματα του φιλελεύθερου κράτους, ανταποκρινόμενο στο αδήριτο κοινωνικό αίτημα μιας «επιμεριστικής ουσιαστικής κοινωνικής δικαιοσύνης» εγκαταλείπει τη διαδικαστική κανονιστική ουδετερότητά του και αναλαμβάνει να παίξει ρόλο διαμορφωτικό «στους όρους και στις συνέπειες του κοινωνικού ανταγωνισμού και στους όρους της κοινωνικής διανομής και συνεπώς στη διαμόρφωση των κοινωνικών ανισοτήτων. Ως υπεύθυνα δρών προς την κατεύθυνση αυτή, το Κράτος παύει να μπορεί να αυτονοηματοδείται ως Πιλάτος. Και έτσι υποχρεώνεται όλο και περισσότερο να στήνει ευήκοον ούς στις πολλαπλές απαιτήσεις και αξιώσεις των κοινωνών του που, για οποιονδήποτε λόγο, ζητούν την υπέρ αυτών αρμόδια παρέμβαση» (σ. 320). Το «Πολιτικό αναδεικνύεται έτσι σε αποδέκτη και εκφραστή επιβιωτικών ή οικονομικών αιτημάτων στο όνομα μιας νέας αντίληψης περί κοινωνικής δικαιοσύνης» (σ. 321) και αντιμετωπίζεται πλέον ως «υπεύθυνος παραγωγός ή δημιουργός κοινωνικής δικαιοσύνης». Το κράτος καλείται να ανταποκριθεί στα αιτήματα μια «ίσης», «δίκαιης» και «επιεικούς» μεταχείρισης των ατόμων (σ. 324).
Ως παραγωγός επιμεριστικής δικαιοσύνης το κοινωνικό κράτος, ως Πολιτεία, και όχι ως μηχανισμός μόνον καταστολής, είναι αναγκασμένο να μετρά, να αξιολογεί κοινωνικές κατηγορίας και να σταθμίζει συγκρουόμενα κοινωνικά συμφέροντα. Οφείλει να παρεμβαίνει εξισορροπητικά και επανορθωτικά και για να το πετύχει είναι αναγκασμένο να αίρει τις αντιφάσεις ή αντινομίες της ουσιαστικής δικαιοσύνης, που συγκλονίζουν καθημερινά την Πολιτεία και αποκρυσταλλώνονται, κυρίως, στη σύγκρουση των αξιών της «επιείκειας» με την «αυτονομία», της «αλληλεγγύης» με την «ισότητα των ευκαιριών» και την «αξιοκρατία» (σ. 338). Τα γνωρίσματα του «ανεπίστρεπτα θεσπισμένου κοινωνικού κράτους που δεν παύει όμως ταυτόχρονα να είναι θεσπισμένο και ως κράτος δικαίου» (σ. 388) συμπυκνώνει ως εξής ο Τσουκαλάς : «Από απλώς περιφρουρητικό, το κράτος μετατρέπεται σε ενεργεία και δυνάμει, «δίκαια αλληλέγγυο», «δίκαια διαιτητεύον» αλλά και «αποτελεσματικά σταθμίζον» ανάμεσα στη συλλογική ευημερία και στη δικαιοσύνη: το νέο κράτος είναι ταυτόχρονα επιεικές και εξασφαλιστικό, ταυτόχρονα προωθητικό ατομικών και κατηγορικών συμφερόντων και υπεύθυνο για τη γενική οικονομική διόγκωση» (σ. 375). Το αποτέλεσμα είναι διπλό, διότι το «δυνάμει επιμερίζον και σταθμίζον πόρους και αιτήματα Κράτος εμφανίζεται κατά κάποιο τρόπο δέσμιο της αρμοδιότητάς του αυτής», ενώ η Πολιτική καθίσταται «αρμόδια για όλα και ευθύνεται για όλα όσα γίνονται, αλλά και για όλα όσα πρόκειται να γίνουν ή χρειάζεται να γίνουν» (σ. 399).
Τα Είδωλα έτσι όπως τα κοιτάμε
2.Σταματώ εδώ την παράθεση αποσπασμάτων από τα βιβλίο του Τσουκαλά «Είδωλα πολιτισμού. Ελευθερία, ισότητα και αδελφότητα στην σύγχρονη Πολιτεία» για να διατυπώσω μερικές σκέψεις με αφορμή και έναυσμα τα όσα περιέχονται εκεί, ως περιγραφές και διαπιστώσεις του συγγραφέα, ενόψει την πρόσφατων ιστορικών εξελίξεων και της συζήτησης σχετικά με τη μορφή και την αποστολή του εθνικού κράτους την εποχή της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας. Στόχος μου ωστόσο δεν είναι να ελέγξω την ακρίβεια των περιγραφών και των διαπιστώσεων του Τσουκαλά, όσον αφορά το φιλελεύθερο κράτος δικαίου και τον μετασχηματισμό του σε κοινωνικό κράτος δικαίου. Τα όσα περιγράφονται και διαπιστώνονται εκεί είναι άλλωστε και σωστά και ακριβή και αποδίδονται με τρόπο μοναδικό. Η επιφύλαξή μου δεν αφορά τόσο σε όσα αναφέρονται, αλλά τα όσα παραλείπονται. Διερωτώμαι, έτσι γιατί ο Κωνσταντίνος γράφοντας για το κράτος και την κοινωνία και κυρίως για το κοινωνικό κράτος, το οποίο ανέλυσε με τρόπο εντυπωσιακά διεισδυτικό, δεν αναφέρθηκε καθόλου, ούτε καν παρεμπιπτόντως, στο ζήτημα της Δημοκρατίας, έστω στο ζήτημα της δημοκρατικής συμμετοχής στην εξουσία. Και όμως το παρόν και το μέλλον του κοινωνικού κράτους ήταν και είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με τη δημοκρατική εξουσία και τη συμμετοχή της κοινωνίας στην αποφάσεις του. Τι είναι αυτό που τον έκανε να σταθεί αδιάφορος απέναντι στο πρόταγμα της «εξουσίας του λαού» ή της πολιτικής αντιπροσώπευσης; Πώς είναι δυνατόν να έχει αφιερώσει τόσο σελίδες στην συγκρότηση και στην αποστολή ή στην αυτονομία του «πολιτικού» σε σχέση με την οικονομία και την κοινωνία και να έχει αφήσει απέξω «την πολιτική» ως σύγκρουση και διεκδίκηση, την πολιτική ως πάλη και αβεβαιότητα, στην πολιτική ως διαβούλευση και συμμετοχή. Η αναφορά που κάνει δύο φορές στην αρχή της λαϊκής κυριαρχίας είναι ασήμαντη και το κάνει σε αντιπαράθεση με τα δικαιώματα του ανθρώπου, και για να δείξει και αποδείξει πόσο πλασματική είναι η ίδια και πόσο αδύναμη και περιορισμένη, απέναντι στο δικαίωμα της ιδιοκτησίας, που δεν μπορεί καν να θίξει.
Αναζητώντας μια εξήγηση στις απορίες μου, θα αρχίζω από μια μεθοδολογικού χαρακτήρα διαπίστωση. Οι αναλύσεις του Τσουκαλά, διεισδυτικές και ευθύβολες, διαπνέονται ωστόσο από έναν άκρατο θετικισμό. Περιγράφουν, καταγράφουν και αναλύουν καταστάσεις και γεγονότα με εντυπωσιακή, είναι αλήθεια, «κοινωνιολογική ακρίβεια», που είναι δύσκολο κανείς να την αμφισβητήσει. Οι αναλύσεις του σου δίνουν όμως την εντύπωση περιγραφής ενός ‘φυσικού φαινομένου’, μιας αδήριτης και αναπότρεπτης κοινωνικής πραγματικότητας, που εξελίσσεται μπροστά μας χωρίς να μπορούμε να παρέμβουμε. Μιας πραγματικότητας που έτσι είναι, επειδή δεν μπορεί να είναι αλλιώς, που διαθέτει μια δική της νομοτέλεια, που δύσκολα μπορεί κανείς να σταματήσει και πολύ δυσκολότερα να ανατρέψει. Ο αναγνώστης την παρακολουθεί συνεπαρμένος από την γλαφυρή αφήγησή της. Διαπιστώνει την λογική αλληλουχία των γεγονότων και το μόνο που μπορεί να κάνει είναι να προσπαθήσει να κατανοήσει τους νόμους που τη διέπουν. Η δηλωμένη πρόθεση του Κωνσταντίνου να εντοπίσει μέσα από την περιγραφή τις αντιφάσεις, που υφέρπουν στο σύστημα με σκοπό την υπέρβασή του ή την αλλαγή του, δεν φάνηκε καθόλου, χάθηκε στον ωκεανό των αναλύσεων και των ωραίων αφηγήσεων. Τα Είδωλα που «αιχμαλωτίζουν την κοινωνική αυτογνωσία σε παγιωμένες και παγωμένες μορφές» όχι μόνον δεν κατέρρευσαν αλλά στέκονται ατάραχα και απόμακρα και μας κοιτάζουν ειρωνικά. Η κριτική ανάλυση των συναρθρώσεων που συγκροτούν τη σημερινή πραγματικότητα έμεινε στη μέση, ατελής και ανεκπλήρωτη. Θύμα, άραγε, μόνον μιας υποκειμενικής αδυναμίας να συλλάβει η ίδια την πολυπλοκότητα της πραγματικότητας, που μας περιβάλλει με τα δικά της ανατρεπτικά γνωστικά εργαλεία ή μήπως και μιας αντικειμενικής αδυναμίας αλλαγής του κόσμου και διατύπωσης ενός «μακροπρόθεσμου κοινωνικού και πολιτικού σχεδιάσματος που να προτείνει λύσεις, που να διαπνέεται από νέες ιδέες ή και ουτοπίες»; Με αφοπλιστική ειλικρίνεια ο συγγραφέας των ‘Ειδώλων πολιτισμού» γράφει στον πρόλογο του βιβλίου του: «Αν στο παρελθόν δεν μας επιτρεπόταν καν να σκεφτόμαστε, να θέλουμε ή να δρούμε ενάντια στην κυρίαρχη πολιτειακή λογική, σήμερα δεν έχουμε πια τις ψυχικές και νοητικές δυνάμεις για να σκεφτόμαστε ή να θέλουμε ενάντια σε μια αδυσώπητη ‘πραγματικότητα’ που μας ξεπερνάει». Πράγματι, για ένα ολόκληρο ρεύμα σκέψης που ‘κυριάρχησε’ και πάντως κατείχε ηγεμονική θέση στην «Αγορά» των ιδεών στη δεκαετία του εξήντα, του εβδομήντα και του ογδόντα, οι απαισιόδοξες «θεωρητικές εκμυστηρεύσεις» του Κωνσταντίνου εκφράζουν μια αλήθεια, την οποία συμμερίζομαι απόλυτα[1].
Ωστόσο, πίσω από την οδυνηρή αυτογνωσία του Κωνσταντίνου, διείδα μια σπίθα αισιοδοξίας, μιαν αχτίδα φωτός. Την εντοπίζω πρώτα στη θαρραλέα διάθεση απεγκλωβισμού της σκέψης του από στερεότυπα και αποστεωμένα γνωσιο-θεωρητικά σχήματα –παλαιο-μαρξιστικής κατά βάση προέλευσης, που αποδείχθηκαν ανεπαρκή και ανίκανα να υποδεχτούν, να εξηγήσουν και να υποδείξουν νέες καταστάσεις. Τη διακρίνω, έπειτα, στη έντονη διάθεσή του να κινηθεί «πέρα ή πριν από οποιαδήποτε βεβαιότητα και αντίθετα σε οποιονδήποτε πολιτικό αυτοματισμό» και στην αμετακίνητη προσήλωσή του στη ανίχνευση του καινούργιου και στην εφεύρεση πρωτότυπων σχημάτων ερμηνείας της πραγματικότητας με σκοπό την υπέρβασή της. Πώς αλλιώς να διαβάσω τη δήλωσή του «το μέλλον της ανθρωπότητας εξαρτάται από το εάν θα μπορέσει να είναι ‘ευφυέστερη’ από τον εξ ορισμού επίβουλο και μνησίκακο ιστορικό λόγο», παρά ως αναζήτηση ενός τρόπου απεγκλωβισμού και χειραφέτησης της σκέψης των «παιδιών» της δεκαετίας του εξήντα από τις νομοτέλειες ενός «αυτό-αναπαραγόμενου δεδομένου υλικού και συμβολικού υπάρχοντος»;
Η απουσία του Ειδώλου της Δημοκρατίας
3.Με αφετηρία την τελευταία παρατήρηση, θα επιχειρήσω να συμπληρώσω και εν μέρει να αναδιατυπώσω ή να εξετάσω με άλλο βλέμμα όσα αναφέρει ο Κωνσταντίνος για το Κράτος, εκμεταλλευόμενος το γεγονός ότι ξαναδιάβασα το βιβλίο του είκοσι σχεδόν χρόνια από τότε που γράφτηκε, και ότι έλαβα υπόψη μου την παρούσα συγκυρία της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης και των αδιεξόδων της νεοφιλελεύθερης οικονομικής και πολιτικής θεωρίας, που στήριξε την ιδεολογία της ‘στην απορρύθμιση και αυτορρύθμιση’ και προανήγγειλε με βεβαιότητα το τέλος του κράτους, της ιστορίας και του ορθού λόγου. Η εμπειρία των τελευταίων χρόνων ευνοεί, πράγματι, μια πιο σύνθετη και πιο δημιουργική «αυτό-κριτική» ενατένιση των «Είδωλων του Πολιτισμού» μας, της ‘ελευθερίας, της ισότητας και της αδελφότητας’, που είναι τελικά τα «Είδωλα του Διαφωτισμού». Μας επιτρέπει να θέσουμε με νέους όρους, πιο ευνοϊκούς για τον κριτικό μας λόγο, το κλασσικό ερώτημα: πως θα κάνουμε τη συλλογική μας διαβίωση καλλίτερη και πως θα ανατρέψουμε ό, τι μας βασανίζει, μας ταλαιπωρεί και μας διαλύει. Τα Είδωλα είναι εκεί και μας κοιτάνε περιμένοντας ως Σφίγγες να θέσουμε τα κρίσιμα ερωτήματά μας. Επανεκτιμώντας τις σχέσεις των Ειδώλων της Eλευθερίας με τη Δημοκρατία, της ατομικής με τη συλλογική ελευθερία και κυρίως με τη συλλογική αυτονομία, θα επιχειρήσω μέσα από την οπτική ενός δημοκρατικού πολιτικού λόγου να δώ τη Δημοκρατία μέσα και έξω από το Κράτος. Αυτό που με απασχολεί είναι αυτό που απασχολεί, τελικά, και τον Κωνσταντίνο, δηλαδή το συλλογικό Εμείς και ειδικότερα το πολιτειακό Εμείς. Τι είναι αυτό που μας κράτησε και μας κρατά να ‘είμαστε μαζί’ και μας επιτρέπει να λέμε «Εμείς, ο ελληνικός λαός».
Αυτό που λείπει, κατά τη γνώμη μου, από τα έργα και τη σκέψη του Τσουκαλά αλλά και του αδελφικού του φίλου του Πουλαντζά είναι η ιστορική προοπτική της Δημοκρατίας, η προοπτική της αυτοκυβέρνησης του Δήμου, τόσο ως όραμα και προσδοκία όσο κυρίως ως τρόπος θεώρησης των σχέσεων εξουσίας. Οι αναλυτικές κατηγορίες με βάση τις οποίες μελέτησε και ανέλυσε ο Κωνσταντίνος τις αστικές κοινωνίες ήταν κυρίως: το Κράτος από τη μια μεριά και από την άλλη η Κοινωνία, ως ιδιωτική-αστική κοινωνία (ως civil society)∙ η Κρατική εξουσία, παντοδύναμη, αυτοδύναμη, εκφραστής του Όλου, με Βούληση και Νου, Υποκείμενο των κοινωνικών διεργασιών και εξελίξεων και απέναντί της το Ατομο ‘γυμνό’ και ανυπεράσπιστο μεν, μήτρα όμως και λογική αφετηρία όλων των κοινωνικών σχέσεων. Ανάμεσα στην Εξουσία που μονοπωλεί το Κράτος και στην Ελευθερία του ατόμου δεν υπάρχει τίποτε, δεν παρεμβάλλεται άλλο κοινωνικό ή πολιτική μέγεθος. Λείπει παντελώς το πρόταγμα της συλλογικής αυτονομίας, του συλλογικού αυτοπροσδιορισμού. Ο Τσουκαλάς, φοβάμαι, ότι είδε και ανάλυσε τις σχέσεις κράτους και κοινωνίας, ατόμου και κοινωνικού συνόλου ή Όλου ως ‘αντεστραμμένος φιλελεύθερος’ ή ως ένας απογοητευμένος μαρξιστής. Η διάκριση π.χ. κράτους και κοινωνίας που αποτέλεσε και τον ακρογωνιαίο λίθο της κριτικής ανάλυσής του καθώς και η αντιπαράθεση φιλελεύθερου κράτους δικαίου και κοινωνικού κράτους είναι κατασκευές που αποδίδουν μεν λογικά την πραγματικότητα και τις πραγματικές μεταμορφώσεις του φιλελεύθερου κράτους, το οποίο αδιαφορεί όμως για τη Δημοκρατία, για τη λαϊκή κυριαρχία, για την εξουσία του Δήμου και για την κυριαρχία του Δήμου πάνω στην οικονομία. Το φιλελεύθερο κράτος δεν ενδιαφέρεται για το ζήτημα του πως «είμαστε μαζί», τι μας ενώνει ως κοινωνικό σύνολο και μας κάνει να λέμε ότι είμαστε ένα οργανωμένο σύνολο πολιτικά και κοινωνικά αλληλέγγυο. Αδιαφορεί εξάλλου και για το πρόταγμα της «κοινωνικής και πολιτικής αυτονομίας», το οποίο θυσιάζει στο όνομα της «κοινωνικής δικαιοσύνης», την εκπλήρωση της οποίας αναθέτει στο κοινωνικό κράτος. Οι αναλύσεις του Κωνσταντίνου παραμένουν εγκλωβισμένες στη «θετικιστική» προσέγγιση του κράτους και της κοινωνίας, έτσι όπως είναι, που δεν είναι άλλη, τελικά, από τη φιλελεύθερη, ατομο-κεντρική.
4. Ακόμη και στο μεταγενέστερο βιβλίο του «Η εξουσία ως λαός και ως έθνος». Περιπέτειες σημασιών», οι έννοιες του «λαού» και του «έθνους» χάνονται σε ένα κυκεώνα σημασιών, πάσχουν εγγενώς από μία απροσδιοριστία, που καθιστά μάταιη κάθε προσπάθεια προσδιορισμού τους και αναζήτησης της συμβολικής αποτελεσματικότητάς τους και κυρίως της πολιτικής του σημασίας και της δημοκρατικής δυναμικής που εγκλείουν. Τα πάντα κινούνται στο χώρο του κοινωνικού φαντασιακού, πρόκειται για πλάσματα του νού, που η κατασκευή τους έγινε αναγκαία γιατί ανταποκρίνεται σε μια ‘φυσική κοινωνική αναγκαιότητα’, εκείνη της φιλελεύθερης κοινωνίας. Γράφει ο Κωνσταντίνος στο έργο αυτό: « Η έλλογη Πολιτεία πρέπει να εγγυάται στα άτομα τη μέγιστη δυνατή ελευθερία, προστατεύοντάς τα από τις οποιεσδήποτε απειλές των ήδη κρυσταλλωμένων, αναπαλλοτρίωτων δικαιωμάτων τους. Αυτό όμως δεν αρκεί. Θα πρέπει επίσης θα θεωρείται εξ υποθέσεως δεδομένο ότι οι «εκ φύσεως» ελεύθεροι άνθρωποι επιθυμούν την ελευθερία τους και ότι, συνεπώς, δεν μπορεί παρά να επιλέγουν να αυτοθεσπίζονται ως ελεύθερα άτομα… Η ελευθερία είναι αυτονόητα επιθυμητή μόνο από τη στιγμή που η άσκησή της εντάσσεται ήδη στους φαντασιακούς ορίζοντες των ανθρώπων, πράγμα που δεν έγινε παρά μόνο από τη στιγμή που επικράτησαν οι φιλελεύθερες ιδέες» (σ. 510-511).
Το ζήτημα βέβαια δεν είναι αν οι έννοιες «λαός» και «έθνος» είναι ή δεν είναι φαντασιακές αναπαραστάσεις μιας κοινότητας ανθρώπων. Προφανώς και είναι. Ούτε αν οι σημαίνουσες σημασίες τους είναι εκ φύσεως αναγκαίες για τη συγκρότηση και τη λειτουργία μιας φιλελεύθερης Πολιτείας. Προφανώς και είναι. Το ζήτημα είναι ‘αν το φάντασμα της αέναης αυτοθέσμισης, η ελευθερία της ακατάπαυστης δυνατότητας του ονομάζειν και του από-ονομάζειν, του θεσπίζειν και του διαλύειν, του θεσπίζεσθαι και του από-θεσπίζεσθαι και του δομείν και του αποδομείν, η δυνατότητα του καθένα να ορίσει αλλά και να ανασκευάσει την πολιτιστική και την ηθική του υπόσταση με όρια ή χωρίς όρια και όρους» (σ. 594), αποτελεί, για μας, μια αξία ιστορικής σημασίας, που έγινε επιθυμητή και επιδιώξιμη με τη δημοκρατική επανάσταση και την άρνηση της θεοκρατούμενης κοινωνίας. Το ζήτημα είναι αν οι λογικές και φαντασιακές κατασκευές του λαού και του έθνους ήταν και είναι ακόμη ηθικοπολιτικά καταξιωμένες, αναγκαίες και χρήσιμες και κυρίως ικανές για να σηματοδοτήσουν και νομιμοποιήσουν «την αέναη αυτό-δημιουργία, αυτό-κατασκευή και κατάκτηση του ατομικού και συλλογικού μέλλοντός μας». Η φαντασίωση του έθνους καθώς και η φαντασιακή προτεραιότητα του εθνικού-κράτους απέναντι στην φαντασίωση του ατόμου ήταν ιστορικά δεδομένες και αναγκαίες, όπως ακριβώς αναγκαία ήταν και η λογική αναγωγή του λαού στο έθνος και αργότερα του έθνους στο λαό, προκειμένου να συγκροτηθεί και λειτουργήσει μια φιλελεύθερη Πολιτεία. Πως όμως οι ‘φαντασιώσεις’ αυτές ή αυτοί οι ‘κοινωνικοί μύθοι’, λειτουργούν σήμερα στο πολιτικό και κοινωνικό γίγνεσθαι, τι παράγουν, τι απελευθερώνουν και ποια ιστορία των οργανωμένων σε πολιτικές κοινότητες ανθρώπων, μπορούν ακόμη να δημιουργήσουν και ανοίξουν; Είναι αλήθεια ότι «το συγκεκριμένο σώμα του πρωτογενούς λαού θα πρέπει να συγκροτηθεί αμελλητί σε αποκλειστική, ακέραια, αυτόδηλη και εμπρόθετα αυτό-αναπαραγόμενη ‘φαντασιακή κοινότητα’(Τσουκαλάς, σ. 168). Μέσα όμως από ποιες πολιτικές και νομικές διαδικασίες παράγεται και αναπαράγεται αυτή η φαντασιακή κοινότητα, γιατί είναι τόσο αναγκαία σήμερα για όλους τους λαούς του κόσμου και για όλες τις κοινωνίες; τι παράγει ή τι αποτελέσματα έχει στην ατομική και συλλογική συμβίωση και επιβίωση των ανθρώπων η επίκλησή της; γιατί κατασκεύαστηκε ή εφευρέθηκε κάποτε και γιατί ακόμη και σήμερα ισχύει, γιατί αποτελεί το πρωταρχικό, το αναντικατάστατο δομικό στοιχείο όλων, χωρίς καμμία εξαίρεση, κρατών και όλων των δημοκρατιών. Γιατί τόση εμμονή στη διατήρησή της, γιατί δεν μπορεί να νοηθεί, σήμερα, κράτος ή συνταγματική πολιτεία χωρίς αναφορά ‘στη φαντασιακή ή πλασματική ενότητα του λαού ή του έθνους’; Που οφείλεται άραγε αυτή η διαχρονική ισχύ της και η συμβολική αποτελεσματικότητά της; Μήπως, για να χρησιμοποιήσω τα λόγια του Τσουκαλά, στο ότι αποτελεί την οργανωτική και διαδικαστική προϋπόθεση αλλά και κυρίως διότι, χάρις στην «φαντασιακή» σημασία της, νομιμοποιεί και ενεργοποιεί την προώθηση ενός ‘πλήρους και αέναου συλλογικού αυτοθεσπίζεσθαι’;
Η φαντασιακή, πάντως, αποκλειστικά, πρόσληψη του έθνους ή του λαού, ή, ορθότερα, ο εγκλωβισμός των δύο αυτών όρων στη φαντασιακή και μόνον σημασία τους έχει ως αναγκαία λογική συνέπεια την ακύρωση ή τον εκμηδενισμό της κανονιστικής λειτουργίας τους και κατά συνέπεια στην πρακτική τους αποτελεσματικότητα και αντιφάσκει με την νομική και πολιτική σύλληψή τους. Έτσι, αν δεχτούμε ότι «έθνος» και «λαός» είναι απλώς πλάσματα της φαντασίας μας και μόνο, που καλύπτουν το φαντασιακό μας και δεν είναι ταυτόχρονα και λογικά πλάσματα, πλάσματα του νού, που δεν αντιστοιχούν απλώς λογικά σε μια κοινωνική πραγματικότητα, ούτε σκοπό έχουν μόνον να την αναπαραστήσουν φαντασιακά, αλλά και να την ορίσουν και το σημαντικότερο να την κάνουν να λειτουργεί και να αυτό-αναπαράγεται επιδιώκοντας συλλογικούς σκοπούς, τότε οι έννοιες «λαός» και «έθνος», υπό την φαντασιακή και μόνο εκδοχή τους, είναι απλά ιδεολογήματα, που δεν εξυπηρετούν κανένα σκοπό πρακτικό και το μόνο που κάνουν είναι να συγκαλύπτουν και να συσκοτίζουν, ως κοινωνικοί μύθοι, την αστική πραγματικότητα, συντείνοντας στην διαιώνισή της. Με την ίδια λογική, της ψυχοκοινωνικής πρόσληψης δηλαδή του λαού και του έθνους, και η κυριαρχία του λαού θα πρέπει και αυτή να θεωρηθεί, ελλιπής ή ακόμη και ανύπαρκτη, αφού είναι δέσμια εκ γενετής των «φαντασιακών ορίων της», των δικαιωμάτων και ελευθεριών των κυρίαρχων πολιτών της, τα οποία η βούληση του «μη κυρίαρχου σώματος» δεν μπορεί να θίξει (Τσουκαλάς, σ. 142).
Με αυτή τη σημασία όμως και η λαϊκή κυριαρχία θα έπρεπε να θεωρηθεί και αυτή ως μια φαντασιακή κατασκευή που παραπλανά, ένα ιδεολόγημα χωρίς πρακτική χρησιμότητα και αποτελεσματικότητα. Έτσι μόνον δικαιολογείται και η απαξιωτική έως και περιφρονητική απέναντί της στάση των νέο-φιλελεύθερων και των μαρξιστών. Συμφωνούν και οι δύο στη διαπίστωση ότι μόνον κατ΄όνομα είναι ο λαός κυρίαρχος. Αν ήταν και είναι έτσι, τότε το μόνο που απομένει στην ανθρωπότητα είναι να αποκαλύψει τον πλασματικό και απατηλό χαρακτήρα όλων αυτών των ειδωλολατρικών μύθων και στη συνέχεια να τους εγκαταλείψει ως άχρηστους.
Η επανατοποθέτηση του ειδώλου της Δημοκρατίας
5. Είμαι σίγουρος ότι η ανθρωπότητα θα το είχε κάνει, αν μπορούσε ή αν έβρισκε να τους αντικαταστήσει με άλλα «είδωλα», πιο λειτουργικά και πιο νομιμοποιημένα στη συνείδηση του κόσμου. Είμαι εξίσου σίγουρος ότι όλα τα είδωλα του Διαφωτισμού και κυρίως της δημοκρατικής επανάστασης θα είχαν όλα γκρεμιστεί, όπως γκρεμίστηκαν τα είδωλα του κρατικού κομμουνισμού και της προλεταριακής δημοκρατίας, αν ήταν δυνατόν να συλλάβουμε λογικά το κράτος και τη δημοκρατία ή να κατασκευάσουμε Κράτος και Δημοκρατία χωρίς αναφορά ακόμη και σήμερα στις έννοιες του «Λαού» ή του «Δήμου», χωρίς τη χρήση των «λογικών και συμβολικών» υλικών της «κυριαρχίας του λαού ως Δήμου». Δημιουργήματα και τα δύο, ‘κυριαρχία και λαός’, της δημοκρατικής επανάστασης δεν μπορούν να νοηθούν ξεχωριστά το ένα από το άλλο.
Για τη δημοκρατική θεωρία, για τους νομικούς και τους συνταγματολόγους ή για τους πολιτειολόγους, αλλά και για τους επαναστάτες της γαλλικής, της αμερικανικής ή και της ελληνικής επανάστασης οι έννοιες λαός και έθνος έχουν, αποκλειστικά, νομική και πολιτική σημασία και με αυτή και μόνο τη σημασία χρησιμοποιήθηκαν και χρησιμοποιούνται στα Συντάγματα, στη νομοθεσία και στις λειτουργίες του κράτους και του δημοκρατικού πολιτεύματος. Οι ψυχοκοινωνικές σημασίες του έθνους και του λαού όχι μόνον δεν είναι κρίσιμες για τον στοχασμό και τη λειτουργία της Δημοκρατίας αλλά είναι βλαπτικές στην πολιτική της υγείας. Οι χρήση τους αντιφάσκει και αναιρεί εντελώς την πολιτική και νομική σημασία τους και έτσι καταργεί την κανονιστική και συμβολική αποτελεσματικότητά τους. Ας γίνουμε λίγο πιο συγκεκριμένοι: η έννοια του «λαού» κατασκευάστηκε για να συνενώσει το «πλήθος» σε μια ενότητα και για να το επιτρέψει να αυτό-οργανωθεί και να λειτουργήσει ως υπαρκτό και ενεργητικό υποκείμενο στη θέση του μονάρχη και απέναντί του, αλλά και σε αντικατάσταση του Θεού. Αλλά ο «πληθυντικός λαός»[2] δεν μπορεί να νοηθεί ως ενότητα ίσων πολιτών και να γίνει πολιτικό υποκείμενο, αν δεν αντιπροσωπευθεί από ένα άλλο υποκείμενο, που θα είναι ο αντιπρόσωπός του. Λαός με την πολιτική και νομική σημασία του όρου κατασκευάζεται και νοείται χάρις στην αντιπροσώπευση. Είναι η διαδικασία της εκλογής αντιπροσώπων που μεταμορφώνει το «πλήθος» σε «λαό», που επιτρέπει την κατακερματισμένη, την ιδιωτικοποιημένη, την ταξική και συγκρουσιακή κοινωνία να εκφραστεί ως ενότητα και υποκείμενο, να διεκδικήσει και να αντιπαρατεθεί με την εξουσία και το κράτος. Έξω και πέρα από τη διαδικασία της αντιπροσώπευσης δεν υπάρχει λαός, αλλά μόνον κοινωνία άμορφη και απολιτική, πλήθος ή μάζα ανθρώπων και τάξεις. Η κυριαρχία επομένως του λαού είναι διαδικαστική, ο λαός γίνεται κυρίαρχος, αποκτά συνείδηση της κυριαρχίας του, όταν αντιπροσωπεύεται και μόνον επειδή αντιπροσωπεύεται. Το πλήθος γίνεται Δήμος και ενεργεί ως Δήμος στην Εκκλησία και στην Αγορά του Δήμου. Χωρίς αντιπροσωπευτικό σώμα και χωρίς Αγορά δημόσια, πραγματική ή πλασματική για διαβούλευση το πλήθος δεν μεταμορφώνεται σε Λαό ούτε ο Λαός μπορεί να νοηθεί ως Δήμος. Και για να συγκροτηθεί χρειάζεται το πλήθος να αντιπροσωπευτεί, χρειάζεται το πλήθος, ο κοινωνικός λαός, να αρνηθεί τον πληθυντικό ή κοινωνικό εαυτό του, διαφορετικά δεν μπορεί, σε μια μαζική κοινωνία, όπως είναι οι σύγχρονες, να γίνει πολιτικό υποκείμενο, που θέλει και μπορεί, ούτε να αντιπαρατεθεί στην κρατική εξουσία ούτε να γίνει δημιουργός της ιστορίας του και δημιουργός ιστορίας[3].
Με αυτήν την έννοια, η ενότητα του λαού, ως πολιτική, είναι ένα πλάσμα, πραγματικό και αναγκαίο για τη Δημοκρατία και το Κράτος. Με την ίδια έννοια το πλάσμα αυτό είναι συνδεδεμένο απόλυτα με τη διαδικασία της λαϊκής κυριαρχίας, και δεν νοείται χωρίς αυτήν. Η λαός ως ενότητα νομική και πολιτική, δεν προϋπάρχει της λαϊκής κυριαρχίας ούτε και μπορεί να νοηθεί έξω από τη λαϊκή κυριαρχία. Όσο πλάσμα και κατασκεύασμα της λογικής είναι άλλωστε ο «πολιτικός» λαός, άλλο τόσο είναι και η «λαϊκή κυριαρχία». Ο λαός γίνεται «εξουσία» μέσω των διαδικασιών πραγμάτωσης της «κυριαρχίας» του, με την μεταμόρφωσή του σε «κυρίαρχο». Γι΄αυτό και για έναν συνταγματολόγο, ο τίτλος του βιβλίου του Τσουκαλά ‘Η εξουσία ως λαός και ως έθνος’, που υπολαμβάνει τον λαό και το έθνος ως ‘ουσίες’ προϋπάρχουσες του Κράτους και της Δημοκρατίας και άρα υπονοεί μια ουσιοκρατική προσέγγιση των δύο εννοιών, ακυρώνει τη δημοκρατική σημασία του λαού. Μόνον μια αντιστροφή των όρων θα ήταν νοητή: «ο λαός και το έθνος ως εξουσία», που θα δήλωνε όμως εντελώς διαφορετικό πράγμα. Για τη θεωρία της Δημοκρατίας και του Κράτους, όπως και για τη θεωρία του Συντάγματος, ο λαός, ως πολιτική ενότητα ίσων πολιτών και ως πολιτικό υποκείμενο, δεν έχει βέβαια υπόσταση ‘οντολογική’, είναι ένα πλάσμα της λογικής, που ανταποκρίνεται βέβαια στην οντολογική πραγματικότητα του πλήθους ή της κοινωνίας, την οποία υπηρετεί και εξυπηρετεί, άλλωστε, αρνούμενος την πολλαπλότητα και την πολυπλοκότητά της, ισοπεδώνοντας αναγκαστικά τις συγκρούσεις και τις αντιθέσεις της.
Το είδωλο της λαϊκής κυριαρχίας απέναντι στο είδωλο της κρατικής κυριαρχίας
6. Τελικά, κεντρική κατηγορία, βασική ή συστατική έννοια τόσο του Κράτους όσο της Δημοκρατίας αποδεικνύεται κατά τη γνώμη μου η «κυριαρχία». Πάνω στην κρατική κυριαρχία οικοδομήθηκε το κράτος και πάνω στη λαϊκή ή εθνική κυριαρχία κτίστηκε η Δημοκρατία. Εσωτερική και εξωτερική κυριαρχία ήταν κάποτε ενωμένες. Τώρα τείνουν να αποχωριστούν η μία την άλλη. Τη διάκρισή τους έκανε αναγκαία η παγκοσμιοποίηση και η υπονόμευση βασικών λειτουργιών του κράτους[4].
Ο διαχωρισμός τους έγινε τώρα και επιβεβλημένος στο μέτρο που η Δημοκρατία τείνει να αποκολληθεί από τον σφικτό εναγκαλισμό της από το Κράτος, επειδή το κράτος αδυνατεί, πλέον, να την προστατεύσει και να την φιλοξενεί. Ταυτιζόταν και ταυτίζεται ακόμη η Δημοκρατία με το Κράτος, επειδή στους κόλπους του κράτους αναπτύχθηκε και υπό την προστασία του Κράτους λειτουργούσε. Το Κράτος είχε απορροφήσει την Δημοκρατία, σε σημείο που η Δημοκρατία είχε χάσει την νοηματική της αυτοτέλεια και κατάντησε επίθετο προσδιοριστικό του κράτους, π.χ. δημοκρατικό κράτος ή όπως απαντάται στην γερμανική νομική γραμματεία «δημοκρατικό κράτος δικαίου». Την πλήρη όμως νοηματική υπαγωγή της Δημοκρατίας στο Κράτος καλλιέργησαν όλες οι σχολές της μαρξιστικής σκέψης. Δεν την απέφυγαν ούτε οι δικοί μας Πουλαντζάς και Τσουκαλάς, οι οποίοι «απαξίωσαν» να ασχοληθούν με τη Δημοκρατία, ως αυτοτελή κατηγορία, την οποία είτε αντιμετώπισαν ως ταξικά προσδιορισμένη, ως αστική, είτε την είδαν στο πλαίσιο του νομικού και πολιτικού εποικοδομήματος, τυπική μορφή δοσμένων σχέσεων κυριαρχίας, με σχετική μεν αυτονομία αλλά χωρίς θεσμική αυτοτέλεια και το κυριότερο, χωρίς αξιακή αυτοδυναμία. Δεν την είδαν ή δεν μπόρεσαν να την δούν ως αυτοδύναμη μορφή οργάνωσης της εξουσίας και κυβέρνησης του λαού, που αντλεί την νομιμοποίησή της και την πολιτική καταξίωσή της, από το πρόταγμα της συλλογικής αυτονομίας ή της αυτοκυβέρνησης που η ίδια υπηρετεί.
7. Στο πλαίσιο της επικεντρωμένης στο έργο του Τσουκαλά παρέμβασής μου δεν μπορώ να επεκταθώ σε άλλες επί του προκειμένου σκέψεις. Δράττομαι όμως της ευκαιρίας υπογραμμίζοντας την αναγκαιότητα και επικαιρότητα της ενασχόλησης του κριτικού πολιτειακού λόγου με τη Δημοκρατία, να επιμείνω λίγο ακόμη στη σχέση της με το Κράτος και στην ανάγκη απαγκίστρωσής από το δεύτερο. Ανταποκρίνομαι σε αυτό που τόσο προσφυώς μας κάλεσε να κάνουμε τελειώνοντας την εισήγησή του για τον Πουλαντζά ο ίδιος ο Κωνσταντίνος: «Ο λόγος είναι πάντα στην Αριστερά όχι όμως μόνο σε σχέση με το σοσιαλισμό αλλά και σε σχέση με τη δημοκρατία»[5]. Προς αυτή την κατεύθυνση υπάρχει πράγματι πεδίο ανοικτό και δημιουργικό για ένα αδογμάτιστο δημοκρατικό λόγο.
Η σημασία και η αξία τη Δημοκρατίας, πάντως, ως εξουσίας του λαού και αυτοκύβερνησης του Δήμου φάνηκε με τις αρνητικές συνέπειες της παγκοσμιοποίησης, που συνδυάστηκαν με το ροκάνισμα καίριων λειτουργιών του κράτους.
Η λογική και ιστορική σύνδεση του φιλελεύθερου κράτους με το δημοκρατικό πολίτευμα, έδωσε λαβή στην πολιτική και συνταγματική θεωρία να μη διακρίνει την έννοια κράτος από την έννοια πολίτευμα και αναμειγνύοντας τις δύο έννοιες, να ονομάζει το μείγμα άλλοτε ‘δημοκρατικό κράτος’ και άλλοτε ‘φιλελεύθερο πολίτευμα’, εννοώντας το ίδιο πράγμα.
Η ταυτότητα και ο προσδιορισμός ενός κράτους δεν συμπίπτει με τον προσδιορισμό του πολιτεύματός του. Ένα φιλελεύθερο κράτος, κράτος της ατομικής και συλλογικής αυτονομίας, της διάκρισης των εξουσιών και της αγοράς, μπορεί να έχει πολίτευμα δημοκρατικό ή μοναρχικό ή και ολιγαρχικό (μονοκομματικό) και να έχει μορφή διακυβέρνησης, αντιπροσωπευτική, ημί-αντιπροσωπευτική, ή αυταρχική Το φιλελεύθερο κράτος είναι το κράτος των ελευθεριών, του περιορισμού και της διάσπασης της εξουσίας σε πολιτική και οικονομική, σε δημόσια και ιδιωτική. Η δημοκρατία, ως μορφή οργάνωσης και άσκησης της εσωτερικής κυριαρχίας, είναι η «εξουσία του λαού», που θεμελιώνεται στο ιδεώδες της αυτοκυβέρνησής του Δήμου. Το πρώτο, αποτελεί μία μορφή κράτους, που προσδιορίζεται τόσο από την «αρνητική» σχέση -σχέση αποχής- που διατηρεί η κρατική εξουσία με τους κυβερνώμενους ή με τα άτομα, όσο και με την κοινωνία και την οικονομία. Η δεύτερη, αποτελεί είδος διακυβέρνησης και τρόπου άσκησης της κυριαρχίας, γι΄αυτό και προσδιορίζεται από τον τρόπο που οργανώνεται συνταγματικά και ασκείται η κρατική εξουσία, και ειδικά η κυριαρχία του λαού ως δυνατότητα αυτοδύναμης οργάνωσης του ίδιου και αυτοκυβέρνησης, σε μια δοσμένη μορφή κρατικής κυριαρχίας[6].
Κράτος και πολίτευμα αποτελούν άρα δύο αυτοτελείς και αυθύπαρκτες λογικά κατηγορίες του συνταγματικού δικαίου και της πολιτικής επιστήμης. Η αντιδιαστολή τους είναι θεμελιώδους γνωσιο-θεωρητικής σημασίας, διότι αποδεσμεύει τη δημοκρατία από τον ορίζοντα του φιλελεύθερου κράτους αλλά και του εθνικού κράτους γενικά και μας επιτρέπει να την σκεφτούμε έξω ή πέρα από το κράτος και την κρατική εξουσία, στο πλαίσιο του οποίου γεννήθηκε, εντούτοις, και από το οποίο δύσκολα, είναι αλήθεια, μπορεί να αποκολληθεί. Το δημοκρατικό πολίτευμα διαθέτει, έτσι, νοηματική και ιστορική αυτοτέλεια σε σχέση με το κράτος, έστω και αν η αντιπροσωπευτική δημοκρατία συνδέθηκε ιστορικά και λογικά με το σύγχρονο, το εθνικό κράτος. Το μέλλον της όμως δεν εξαρτάται από αυτό. Είτε ως μορφή «οργάνωσης και άσκησης της κρατικής εξουσίας» εκληφθεί είτε ως «μορφή διακυβέρνησης ενός λαού», η Δημοκρατία μπορεί και πρέπει να νοείται αποσυνδεμένη από το κράτος, που είναι μια μία μορφή αυτοδύναμης, ακαταγώνιστης ή ύπατης και δικαιικά μορφοποιημένης ή θεσμοποιημένης εξουσίας, που ασκείται σε μια ορισμένη χώρα στην οποία κατοικεί ένας ορισμένος λαός.
Η λογική διάκριση Δημοκρατίας και Κράτους δεν πρέπει να οδηγεί ωστόσο στο συμπέρασμα ότι η Δημοκρατία και μαζί της η δημοκρατική εξουσία βρίσκεται εκτός του Κράτους ή πάνω από το κράτος. Αντίθετα, τόσο στην αρχαία Πόλη όσο και στα κράτη-έθνη η Δημοκρατία νοείται εντός μιας Πολιτείας. Απλώς τα δύο αυτά πολιτικά μεγέθη έχουν διαφορετικές λογικές και θεσμικές θεμελιώσεις. Θεμέλιο της Δημοκρατίας δεν είναι, όπως είπαμε, η κρατική κυριαρχία αλλά η κυριαρχία του λαού, ο οποίος συντάσσεται από μόνος του, αυτό-οργανώνεται ασκώντας πρωτογενή συντακτική εξουσία και ανάγεται ο ίδιος, σε πηγή όλων των συντεταγμένων εξουσιών και σε υποκείμενο συλλογικό, που εννοεί να αυτό-προσδιορίζεται συλλογικά. Συστατικό στοιχείο ενός Κράτους και θεμελιώδης οργανωτική του αρχή είναι, αντίθετα, η κρατική κυριαρχία, με την εσωτερική και εξωτερική της διάσταση[7]. Η κυριαρχία δομεί την κρατική εξουσία ως δύναμη ανεξάρτητη και ακαταγώνιστη, με δυνατότητα να επιβάλλεται από μόνη της, αυτοδύναμα, κρατώντας για τον εαυτό της το μονοπώλιο της νομιμοποιημένης βίας. Η λαϊκή κυριαρχία μορφοποιεί οργανώνοντας την κρατική εξουσία με τρόπο ώστε η συγκεκριμένη συγκρότηση και άσκησή της να στηρίζεται στην λαϊκή θέληση ή συναίνεση. Αφετηρία και τέλος μιας δημοκρατικά δομημένης κρατικής κυριαρχίας είναι η βούληση του λαού, η λαϊκή κυριαρχία. Η κρατική κυριαρχία προσφέρει ασφαλή εστία στη λαϊκή κυριαρχία. Η λαϊκή κυριαρχία δίνει συγκεκριμένη μορφή, οριοθετεί, περιορίζει και κυρίως νομιμοποιεί δημοκρατικά την κρατική κυριαρχία.
Οι σχέσεις τους καταλήγουν στο τέλος να είναι αντιφατικές, διότι αν από τη μία μεριά κρατική κυριαρχία και λαϊκή κυριαρχία συνυπάρχουν, επειδή έχουν κοινή μήτρα και συναρθρώνονται σε ένα ενιαίο και, εν πολλοίς, αδιαχώριστο πλέγμα εξουσίας, από την άλλη, οι δύο θεμελιώδες και συστατικές αυτές αρχές του σύγχρονου κράτους συγκρούονται μεταξύ τους, αφού έχουν διαφορετική σύσταση και επιδιώκουν ανταγωνιστικούς, τελικά, σκοπούς. Γι΄αυτό και υπάρχει μία διαρκής ένταση και στις σχέσεις μεταξύ κράτους και δημοκρατίας[8]. Το κράτος, δύναμη ακαταμάχητη, απρόσωπη και θεσμοποιημένη, ενδιαφέρεται να διατηρεί και να επιβεβαιώνει καθημερινά την ισχύ και την υπεροχή του με όλα τα μέσα έχοντας ως κύριο σκοπό του την διαφύλαξη της ασφάλειας και της ειρήνης. Η δημοκρατία, που διέπεται από το ιδεώδες της αυτοκυβέρνησης του λαού, αντιστρατεύεται τον ετερόνομο, για την κοινωνία και τον λαό, κρατικό αυταρχισμό και τις μονομερείς, ετερόνομες ρυθμίσεις του. Το κράτος μπορεί άλλωστε, να συνυπάρξει με οποιοδήποτε πολίτευμα, ακόμη και με το πιο αυταρχικό, αρκεί να διατηρεί το μονοπώλιο της νομιμοποιημένης βίας και να μπορεί να επιβάλλεται με νόμους και διατάγματα. Η δημοκρατία, ως οργάνωση εξουσίας, συμβιβάζεται, αντίθετα, μόνον με μία μορφή εξαναγκασμού ή βίας, τη δημοκρατικά νομιμοποιημένη, αυτήν που στηρίζεται στη συναίνεση του λαού.
8. Από τα προηγούμενα συνάγεται ότι τόσο οι δομές όσο και το τέλος του δημοκρατικού πολιτεύματος και του κράτους όχι μόνον δεν συμπίπτουν αλλά και συγκρούονται. Άλλωστε, η πλήρης εφαρμογή του δημοκρατικού ιδεώδους, που είναι, όπως είπαμε, η ταύτιση κυβερνώντων και κυβερνωμένων, συνεπάγεται τον μαρασμό του κράτους. Το κράτος είναι ένα αναγκαίο κακό, μια αναγκαστική και ανυπέρβλητη προς το παρόν οργάνωση της σημερινής κοινωνίας, η δημοκρατία ένα ιδεώδες πολίτευμα, ένα πολιτικό όραμα. Και για να θυμηθούμε τα λόγια του νεαρού Μάρξ από την «Κριτική της Εγελιανής φιλοσοφίας του Δικαίου και του κράτους» «…στην πραγματική δημοκρατία το πολιτικό κράτος σβήνει. Αυτό σημαίνει ότι το κράτος ως πολιτικό, ως Σύνταγμα δεν ισχύει πλέον ως το Όλον»[9]. Με δικά μας λόγια, ερμηνεύοντας ελεύθερα τον Μάρξ, η ολοκλήρωση της δημοκρατίας, η πλήρης ανάπτυξη της, που συνεπάγεται την μετεξέλιξή της από «αντιπροσωπευτική» σε «άμεση» και την κυριαρχία του πλήθους δια του δήμου, θα έχει ως αποτέλεσμα την απορρόφηση του κράτους από την πολιτική κοινωνία.
Πρέπει για τον λόγο αυτό να μπορούμε να στοχαστούμε τη Δημοκρατία ανεξάρτητα από το κράτος και να την αποσυνδέσουμε λογικά και θεσμικά από τον σφικτό εναγκαλισμό του[10].

[1] Άλλωστε την αδυναμία, τη δική του, και της Αριστεράς γενικότερα να διατυπώσει ένα ανατρεπτικό λόγο και να υποδείξει μια ριζική μεταρρυθμιστική πρόταση την ανέπτυξε ο Τσουκαλάς, διεξοδικά στη εισήγησή του στο συμπόσιο για τον Πουλαντζά, με τίτλο, ‘Είκοσι χρόνια μετά’, σε ‘Η πολιτική σήμερα. Ο Νίκος Πουλαντζάς και η επικαιρότητα του έργου του’, Θεμέλιο, 2001, σ. 19-46.
[2] Για τη διάκριση του πληθυντικού λαού από τον πολιτικό λαό βλέπε τις ιστορικές αναλύσεις του P. Rosanvallon, Le peuple introuvable, Histoire de la représentation démocratique en France, Paris, Gallimard, 1998, ιδίως σ. 11 επ. και 358.
[3] Για τη σημασία και τις συνέπειες της δημοκρατικής επανάστασης ή «των αιώνων της έλευσης της δημοκρατίας», που έφερε μαζί το Δίκαιο, την Πολιτική και την Ιστορία, το σημαντικό έργο του Marcel Gauchet, L’ avénement de la Démocratie. La révolution moderne, Gallimard, 2007, και ειδικά για τη σημασία της ιστορίας, τις σελίδες 127-154.
[4] Για τα ζητήματα αυτά και ειδικά για τη σχέση κράτους και δημοκρατίας ενόψει της παγκοσμιοποίησης και της συζήτησης για τη δημιουργία ενός ‘παγκόσμιου κράτους’ Βλέπε αντί πολλών, Ingeborg Maus, From Nation-State to Global State, or the Decline of Democracy, Constellations, v. 13 No 4.2006, 466-481.
[5] Τσουκαλάς, ‘Είκοσι χρόνια μετά’, ό.π., σ. 46.
[6] Πρβλ., με διαφορετικά όμως κριτήρια, και G. Sartori, Democrazia. Cosa è, Milano, Rizzoli, 1993, σ. 208.
[7] Για την κυριαρχία ως βασικό γνώρισμα του σύγχρονου κράτους και τις μεταμορφώσεις της βλ., αντί άλλων, G. Zagrebelsky, Il diritto mite, Einaudi, 1992, σ. 4 επ.
[8] Για τις σχέσεις δημοκρατίας και κράτους ή λαϊκής κυριαρχίας και κρατικής κυριαρχίας, βλ. συνοπτικά, D. Held, Democracy and Global Order, Stanford University Press, 1995, σ. 145-147, όπου και διάλογος με τον Rawls για το ίδιο θέμα.
[9] Κ. Μαρξ, Κριτική της εγελιανής φιλοσοφίας του Δικαίου και του Κράτους, (1978), σ. 65-66.
[10] Την απολύτως αναγκαία λογική και θεσμική διάκριση της δημοκρατίας από το κράτος δεν έκανε ούτε η κλασσική ούτε η νεώτερη μαρξιστική σκέψη με αποτέλεσμα να υποτιμά μονίμως τη δημοκρατία και να μην μπορεί να την δεί έξω ή ξέχωρα από το κράτος. Αντιπροσωπευτικό δείγμα της ασυγχώρητης αυτής υποτίμησης το πρόσφατο έργο του Ιταλού ιστορικού Luciano Camfora, La démocratie, Histoire d’une idéologie, Seuil, 2006. Από τον τίτλο και μόνον του έργου φαίνεται ότι ο συγγραφέας του αντιμετωπίζει την δημοκρατία ως «ιδεολογία» και την κατατάσσει στο ιδεολογικό εποικοδόμημα.
Τη δημοκρατία ανακάλυψε όψιμα στο ύστερο έργο του το «Πλήθος», ως τη μόνη αντίσταση στην Αυτοκρατορία, ο Τόνυ Νέκρι, που σε όλα τα έργα του, από τα μέσα της δεκαετίας του 70 μέχρι σήμερα είχε αγνοήσει ή και περιφρονήσει το δημοκρατικό ιδεώδες και σήμερα με αφορμή την παγκοσμιοποίηση τη θυμήθηκε και την αντιπαραθέτει στην Αυτοκρατορία, έτσι χωρίς να ορίζει ή να προσδιορίζει το περιεχόμενό της, ως «σχέδιο ανολοκλήρωτο της ανθρωπότητας», M. Hardt A. Negri, Multitude, 2004, La Découverte, Paris, 2004, σ. 267.

Η αρχή της αναλογικότητας ως τεχνική του δικαστικού ελέγχου πράξεων διακριτικής ευχέρειας της διοίκησης

Κασσιανή Μανωλάκογλου, Φοιτήτρια ΜΠΣ Δημοσίου Δικαίου Α.Π.Θ.

Η αρχή της αναλογικότητας ως τεχνική του δικαστικού ελέγχου πράξεων διακριτικής ευχέρειας της διοίκησης
Ι. Εισαγωγή
1. Υπόθεση Εργασίας
Από τη «γενέθλια» απόφαση του ΣτΕ[1] έως τη συνταγματική της κατοχύρωση στο άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, η αρχή της αναλογικότητας απασχόλησε επιστήμη και νομολογία ως προς την καταγωγή, τη φύση και τη λειτουργία της στην έννομη τάξη. Η διατύπωση μίας καθολικής και συνεκτικής θεωρίας για την αναλογικότητα, η οποία να καλύπτει όλες τις εκφάνσεις και εφαρμογές της δεν φαίνεται μέχρι σήμερα να έχει καταστεί εφικτή.
Γενική αρχή του δικαίου[2], ανοικτή αρχή[3], διαδικαστικός κανόνας[4], κανόνας ουσιαστικού δικαίου[5] δικαιϊκή σταθερά (standard)[6] ή ερμηνευτικό κριτήριο[7] αποτελούν νομικές κατηγορίες που διεκδικούν να εντάξουν την αναλογικότητας στο εννοιολογικό τους πεδίο, ωστόσο η διείσδυση της αρχής σε όλο και περισσότερους τομείς του δικαίου και η επίκληση της, όχι μόνο κατά τον έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων αλλά και κατά το δικαστικό έλεγχο της διακριτικής ευχέρειας της δίοικησης και τον αναιρετικό έλεγχο των δικαστικών αποφάσεων, δυσχεραίνουν τη διαδικασία αποσαφήνισης του περιεχομένου και της λειτουργίας της.
Ο περιορισμός του αντικειμένου της εργασίας σε συγκεκριμένο πεδίο του δικαστικού ελέγχου αναλογικότητας είναι κατά τη γνώμη μας απαραίτητος πριν επιχειρηθεί μία συνολική θεώρηση της αρχής, για το λόγο αυτό η παρούσα επικεντρώνεται στο ζήτημα του δικαστικού ελέγχου των ατομικών πράξεων της διοίκησης. Η κατανόηση του θέματος προϋποθέτει την προσέγγισή του διαμέσου τριών καίριων προβληματισμών, οι οποίοι συνάπτονται με το είδος, το εύρος και την ένταση του ελέγχου αναλογικότητας:
1.Τη λυσιτέλεια της συναγωγής συγκεκριμένου περιεχομένου κανονιστικών δεσμεύσεων από την αρχή της αναλογικότητας και το είδος τους ως διαδικαστικών ή ουσιαστικών.
2. Τον εντοπισμό του αποδέκτη της ενδεχόμενης κανονιστικής επιταγής μεταξύ διοίκησης και δικαστή
3.Το είδος του ελέγχου της αναλογικότητας διοικητικής πράξης ως ελέγχου νομιμότητας ή ελέγχου ουσίας.
2. Οι θεωρητικές αφετηρίες
Η αναλογικότητα ως ιδέα παραπέμπει στις έννοιες το μέτρου, του ορθολογισμού και της ισορροπίας και μπορεί να εξειδικευθεί ως μία επιταγή για λελογισμένη χρήση κάθε εξουσίας[8]. Η τήρηση του μέτρου και της ισορροπίας δεν εμφανίζονται ως αξιολογικά ουδέτερες, εγγενείς απαιτήσεις κάθε λογικού συστήματος, όπως και αυτού της έννομης τάξης αλλά αναπαριστούν μία θεμελιώδη επιδίωξη της οργανωμένης κοινωνικής συμβίωσης για ουσιαστική δικαιοσύνη[9] Ωστόσο μένει να αποδειχθεί εάν η πρόσληψη του δικαστή σχετικά με την αρχή καταλαμβάνει στο νοηματικό της πεδίο αυτήν την ιδέα.
Η αναλογικότητα παρά τη νομολογιακή της επεξεργασία και τη συνταγματική της κατοχύρωση συνιστά μία αόριστη νομική έννοια.Η εξειδίκευση και αποτύπωση των τριών σταδίων του ελέγχου της αναλογικότητας δηλαδή ο έλεγχος της καταλληλότητας, της αναγκαιότητας και της stricto sensu αναλογικότητας, περισσότερο διαγράφουν την κλιμάκωση μίας διαδικασίας παρά προσδιορίζουν εννοιολογικά το βάθος[10] της έννοιας. Εξάλλου και οι έννοιες της καταλληλότητας, της αναγκαιότητας και της εν στενή έννοια αναλογικότητας χαρακτηρίζονται από ασάφεια και απροσδιοριστία και εξειδικεύονται μόνο μέσω αξιολογήσεων που εκφέρονται ενόψει συγκεκριμένης περίστασης. Η διαπίστωση αυτή είναι σημαντική και δεν πρέπει να διαφεύγει της προσοχής μας η ταυτολογία στην οποία περιπίπτει η νομολογία όταν επιχειρεί αφηρημένα να ορίσει τις απαιτήσεις της αρχής[11].
Κοινό τόπο αποτελεί η παραδοχή της ενεργοποίησης της αρχής για την εξισορρόπηση συγκρούσεων που εκδηλώνονται μεταξύ εννόμων αγαθών που χαίρουν συνταγματικής προστασίας. Με δεδομένη εξάλλου την αντικειμενικοποίηση των ατομικών δικαιωμάτων δηλαδή την πρόσληψη αυτών όχι αποκλειστικά ως δικαιωμάτων του υποκειμένου αλλά και ως κανόνων του αντικειμενικού δικαίου και ως θεμελιωδών αρχών, που συγκροτούν, μαζί με τα κοινωνικά δικαιώματα, ένα σύστημα σκοπών που καθοδηγεί κάθε κρατική δράση, ανανοηματοτοδοτώντας την έννοια του δημοσίου συμφέροντος, είναι λογικό μεγάλος αριθμός διοικητικών διαφορών να επιλύονται με αναγωγή στο Σύνταγμα. Τέτοιου είδους αντίρροπες δυνάμεις καλείται να διευθετήσει η αρχή, λειτουργώντας ως όριο της πολιτικής εξουσίας του νομοθέτη, της διακριτικής ευχέρειας της δίοικησης και της ερμηνευτικής εξουσίας του δικαστή με σκοπό τη διαφύλαξη της κανονιστικής ποιότητας και της τυπικής υπεροχής του Συντάγματος.
ΙΙ. Ο δικαστικός έλεγχος της διακριτικής ευχέρειας της διοίκησης υπό το πρίσμα της νομολογίας
Ως διακριτική ευχέρεια καταρχήν ορίζεται «η νομική δυνατότητα της διοίκησης να επιλέγει ανάμεσα σε διάφορες εξίσου νόμιμες λύσεις, μία απόφαση δηλαδή για το εάν, πότε και πως της διοικητικής δράσης[12]». Το γεγονός ότι η διοίκηση κατά την άσκηση της διακριτικής της ευχέρειας κινείται σε ένα πλαίσιο αραιής κανονιστικότητας δε συνεπάγεται την αποδέσμευση της από το δίκαιο. Εξάλλου αυτή η ελευθερία επιλογών μπορεί να συνεπάγεται απειλές για τα δικαιώματα των διοικουμένων, για αυτό η άσκηση της περιβάλλεται από διαδικαστικές εγγυήσεις και υπόκειται σε έλεγχο ακραίων ορίων.
Σύμφωνα με τη νομολογία από τον έλεγχο της αναλογικότητας αποκλείονται οι πράξεις της διοίκησης που εκδίδονται κατ’ ενάσκηση δέσμιας αρμοδιότητας[13]. Εφόσον δηλαδή το διοικητικό όργανο εκδίδει πράξη δεσμευόμενο απολύτως, ως προς το χρόνο έκδοσης και το περιεχόμενό της από το νομοθέτη, η υποχρέωση τήρησης της αρχής μετατίθεται στη σφαίρα της ευθύνης του τελευταίου και ο έλεγχος επικεντρώνεται στη συνταγματικότητα των εφαρμοζόμενων διατάξεων.[14] Του συγκεκριμένου ελέγχου εξαιρούνται και πράξεις διακριτικής ευχέρειας όπως λ.χ. οι προσλήψεις και προαγωγές των δημοσίων υπαλλήλων, οι οποίες δεν επιλύονται με επίκληση της συγκεκριμένης αρχής.
Προνομιακά πεδία εφαρμογής της αρχής στον τομέα του διοικητικού δικαίου αποτελούν οι διοικητικές πράξεις που συνεπάγονται στερήσεις και περιορισμούς στο δικαίωμα στην ιδιοκτησία (Ι), οι πράξεις επιβολής διοικητικών κυρώσεων (ΙΙ) και οι πράξεις ανάκλησης παράνομων επωφελών διοικητικών πράξεων (ΙΙΙ).
1. Απαλλοτριώσεις
Η κήρυξη αναγκαστικής απαλλοτρίωσης αποτελεί επέμβαση στον πυρήνα του δικαιώματος στην ιδιοκτησία για το λόγο αυτό οι προϋποθέσεις συντέλεσης της ρυθμίζονται από τον ίδιο το συνταγματικό νομοθέτη (α. 17 παρ. 2 επ. Σ). Οι δικαστικές υποθέσεις που αφορούν τον έλεγχο πράξεων κήρυξης αναγκαστικής απαλλοτρίωσης επιλύονται γύρω από τη σύγκρουση του ατομικού δικαιώματος στην ιδιοκτησία με τον εξαγγελλόμενο κάθε φορά σκοπό δημοσίου συμφέροντος, ο οποίος μπορεί να ανάγεται στην παροχή υγειονομικής περίθαλψης (λ.χ. κατασκευή νοσοκομείου), στην εκπαίδευση (λ.χ. κατασκευή σχολικού κτιρίου), στις υποδομές (ανάπτυξη οδικού δικτύου) κ.λ.π. Μολονότι στον τομέα αυτό η διοίκηση απολαμβάνει ευρείας ευχέρειας επιλογών, η δικαιοσύνη από νωρίς αναγνώρισε την ανάγκη περιβολής της διαδικασίας με αυξημένες εγγυήσεις, ώστε να διασφαλίζεται μία εύλογη σχέση, μία δίκαιη ισορροπία μεταξύ των συμφερόντων του θιγόμενου ιδιώτη και του δημοσίου συμφέροντος.
Υπό το φως λοιπόν των εμπλεκόμενων συνταγματικών διατάξεων, πέραν της υποχρέωσης καταβολής αποζημίωσης, η διοίκηση οφείλει να μεριμνά για την «εξεύρεση ιδίων καταλλήλων ακινήτων του υπέρ ού η απαλλοτρίωση ή την κατόπιν διαπραγματεύσεων απ’ ευθείας αγορά αυτών» και υποχρεούται «να αιτιολογεί, εν όψει των υφισταμένων στη συγκεκριμένη περιοχή συνθηκών, αφενός την ανάγκη προσφυγής στο επαχθές μέτρο της αναγκαστικής απαλλοτριώσεως για την ικανοποίηση του ως άνω σκοπού, αφετέρου δε και την γενομένη τελικώς επιλογή, ως καταλληλοτέρου, του απαλλοτριουμένου ακινήτου»[15]
Τη νομολογία έχει απασχολήσει επανειλημμένα και η περίπτωση επανακήρυξης ρυμοτομικής απαλλοτρίωσης, μετά από δικαστική ακύρωση της παράλειψης της διοίκησης να ανακαλέσει προηγούμενη ρυμοτομική απαλλοτρίωση επί του ίδιου ακινήτου, λόγω μη συντέλεσης της εντός ευλόγου χρόνου, ζήτημα στο οποίο εμπλέκεται και το δικαίωμα παροχής αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας (α. 20 του Σ.) όπως αυτό εξειδικεύεται με την υποχρέωση των διοικητικών αρχών να συμμορφώνονται στις ακυρωτικές αποφάσεις (α. 95 του Σ). Για τη δίκαιη στάθμιση μεταξύ των ως άνω δικαιωμάτων του θιγόμενου ιδιοκτήτη με τη συνταγματικής περιωπής επιταγή για ορθολογικό πολεοδομικό σχεδιασμό και εξασφάλιση των βέλτιστων όρων διαβίωσης, ο ακυρωτικός δικαστής έθεσε δύο προϋποθέσεις που οριοθετούν την ευχέρεια επιλογών της διοίκησης κατά τον πολεοδομικό σχεδιασμό. Σύμφωνα με αυτές η ύπαρξη πρόθεσης και δυνατότητας για την άμεση κατά νόμο συντέλεση της νέας απαλλοτρίωσης, με την καταβολή της οφειλόμενης αποζημίωσης, η οποία αποδεικνύεται με τη δεσμεύση ικανού κονδυλίου στον προϋπολογισμό του ενδιαφερόμενου φορέα και η συνδρομή σοβαρής πολεοδομικής ανάγκης πρέπει να ερευνώνται από το όργανο που έχει την αποφασιστική αρμοδιότητα και η σχετική κρίση πρέπει να έχει πλήρη και ειδική αιτιολογία.[16]
2. Διοικητικές Κυρώσεις.
Στις αιτιάσεις των διοικουμένων που εδράζονται στην παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας λόγω της βαρύτητας της επιβληθείσας κύρωσης ο ακυρωτικός δικαστής ανταποκρίνεται με μία συγκεκριμένη επιχειρηματολογία, η οποία παγίως επικεντρώνεται στην διαδικασία που τηρήθηκε κατά την επιμέτρηση της ποινής. Εφόσον η διοικητική αρχή προσέδωσε τη δέουσα σημασία και εξέτασε τη βαρύτητα της παράβασης, την ενδεχόμενη υποτροπή του διοικουμένου και τις συνθήκες τέλεσης της πράξης, μεριμνώντας να αιτιολογήσει ειδικά την κρίση της, ο σχετικός ακυρωτικός λόγος απορρίπτεται ως αβάσιμος.[17] Τα σχετικά κριτήρια επιμέτρησης της κύρωσης μπορεί να προβλέπονται από το νομοθέτη[18] ή να συνάγονται από τον ίδιο το δικαστή κατά την ερμηνευτική διαδικασία της κείμενης νομοθεσίας «ενόψει της αρχής της αναλογικότητας»[19].
3. Ανάκληση επωφελών παράνομων διοικητικών πράξεων.
Η ανάκληση των διοικητικών πράξεων διέπεται κατά τη νομολογία από δύο θεμελιώδεις και συνταγματικής περιωπής αρχές:Την αρχή της νομιμότητας και την αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του διοικουμένου. Σύνθεση των συγκεκριμένων αρχών -οι οποίες «δε βαίνουν παράλληλα αλλά άγουν σε αντίθετες κατευθύνσεις»[20]– ενόψει και της αρχής της αναλογικότητας αποτελούν οι γενικές αρχές περί ανάκλησης των διοικητικών πράξεων. Αν παρακάμψουμε προς το παρόν το ζήτημα του εύλογου χρόνου (όπως αυτός έχει καταρχήν οριστεί από το νομοθέτη στα όρια της πενταετίας με το άρθρο μόνον του α.ν. 261/1968), το οποίο θα μας απασχολήσει αμέσως παρακάτω, η διοικητική αρχή, κατά την άσκηση της διακριτικής της ευχέρειας, οφείλει να αιτιολογεί ειδικά την κρίση της για τη συνδρομή λόγων που θεμελιώνουν την ανάκληση όπως η δόλια συμπεριφορά του διοικουμένου ή η αντίθεση της πράξης στη δημόσια τάξη ή το δημόσιο συμφέρον[21], προκειμένου να διασφαλιστεί ότι η ανάκληση, ενόψει των συγκεκριμένων πραγματικών παραμέτρων της υπόθεσης, δεν προκαλεί στο θιγόμενο βλάβη, δυσανάλογα μεγαλύτερη από το όφελος για το δημόσιο συμφέρον.
ΙΙΙ. Διαδικαστικές και ουσιαστικές απαιτήσεις της αρχής της αναλογικότητας υπό το πρίσμα της νομολογίας
Από την ανάγνωση της νομολογίας αβίαστα εξάγεται το συμπέρασμα ότι ο ακυρωτικός δικαστής διστάζει να προβεί σε inconcreto έλεγχο της αναλογικότητας, δηλαδή της προσφορότητας, αναγκαιότητας και της εν στενή εννοία αναλογικότητας της διοικητικής πράξης. Αντίθετα αυτοπεριορίζεται στην έρευνα της εκ πλαγίου παράβασης νόμου δηλαδή στον έλεγχο της πληρότητας της νομικής και πραγματικής θεμελίωσης της επιλογής της διοίκησης .
Κατά το στάδιο της κατάστρωσης του νομικού του συλλογισμού ο δικαστής φαίνεται να εκτιμά ότι από την αρχή της αναλογικότητας απορρέουν συγκεριμένες ουσιαστικές δεσμεύσεις του αποφασίζοντος οργάνου. Όπως χαρακτηριστικά διαλαμβάνει η απόφαση του ΣτΕ 1129/2003 στη μείζονα πρόταση «η συνταγματική αρχή της αναλογικότητας επιβάλλει την επιδίωξη του δημοσίου σκοπού με τον ηπιότερο για τον διοικούμενο τρόπο…». Ομοίως το Ε.Σ. αποφάνθηκε ότι από την αρχή της αναλογικότητας συνάγεται η υποχρέωση των ελεγκτικών οργάνων να επιβάλλουν κύρωση που τελεί σε εύλογη σχέση με την διαπιστωθείσα παράβαση που διέπραξε ο διοικούμενος.[22] Η εκφορά των εν λόγω κανόνων εγείρει ενστάσεις λόγω της αοριστίας των εννοιών ηπιότερο μέσο και εύλογη σχέση, οι οποίες ως κατεξοχήν αξιολογικές, είναι ανοικτές σε πολλαπλές και ενδεχομένως αυθαίρετες ερμηνείες και αξιολογήσεις του εκάστοτε εφαρμοστή του δικαίου. Παρόλα αυτά και τα δύο Δικαστήρια φαίνεται να κλίνουν προς την άποψη -τουλάχιστον όσον αφορά τον έλεγχο των διοικητικών πράξεων- ότι η αναλογικότητα δεν αποτελεί μία τεχνική του δικαστικού ελέγχου ούτε εξαντλείται στην οριοθέτηση της αρμοδιότητας της διοίκησης αλλά αναπαριστά μία θεμελιώδη αξία, πρόσφορη να μετουσιωθεί ερμηνευτικά σε δεσμευτικό κανόνα που προσδιορίζει κατά περιεχόμενο την απόφαση κάθε πολιτειακού οργάνου. Ο κανόνας αυτός δεν αναφέρεται απλώς στο πώς αλλά ανάγεται στην ουσία της τελικώς επιλεγείσας λύσης και η τήρηση του αποτελεί προϋπόθεση της ουσιαστικής νομιμότητας της πράξης.
Θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς ότι η συναγωγή από την αναλογικότητα ενός κανόνα που επιβάλλει τη χρήση του ηπιότερου μέσου τελικά καταλήγει σε κατάργηση της διακριτικής ευχέρειας του οργάνου και συρρίκνωσή της σε μία και μόνη νόμιμη λύση. Η άποψη αυτή ωστόσο αγνοεί τη στενή λειτουργική σχέση της διακριτικής ευχέρειας και των αορίστων εννοιών, λόγω της οποίας οι θεωρητικοί του διοικητικού δικαίου ορίζουν ως διακριτική ευχέρεια και την αρμοδιότητα του οργάνου να καθορίζει το περιεχόμενο μίας αόριστης αξιολογικής έννοιας[23]. «Διακριτική ευχέρεια και αόριστες έννοιες είναι λοιπόν ανταλλάξιμα μεγέθη υποκατηγορίες μίας ενιαίας διαπλαστικής ευχέρειας της διοίκησης»[24]
Δυσχερέστερο εμφανίζεται το ζήτημα του δικαστικού ελέγχου της εφαρμογής των συναγόμενων ενόψει της αναλογικότητας κανόνων στο βαθμό που φαίνεται να προϋποθέτουν την επανάληψη από το δικαστή όλων των κρίσιμων συλλογισμών, εκτιμήσεων και αξιολογήσεων που έγιναν από το διοικητικό όργανο. Στο πλαίσιο αυτό είναι απολύτως λογική η ένσταση του Β. Βουτσάκη ο οποίος μολονότι αποδέχεται ότι η αρχή της αναλογικότητας «διατυπώνει μία ουσιαστική απαίτηση»[25] ωστόσο αμφισβητεί τη δυνατότητα συναγωγής και οριοθέτησης του κανονιστικού της περιεχομένου. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει «Ποια θα ήταν η αξία ενός νομικού κανόνα, σύμφωνα με τον οποίο η προστασία ενός έννομου αγαθού δεν πρέπει να θίξει υπέρμετρα ένα άλλο; Τι λογής συγκεκριμένες πληροφορίες για το περιεχόμενο της τελικής κρίσης θα μπορούσαν να συναχθούν;»[26]. Το ζήτημα περιπλέκεται ακόμη περισσότερο για το δικαστή και τίθεται όχι τόσο από άποψη φιλοσοφίας του δικαίου αλλά υπό το φως της διάκρισης των λειτουργιών, των δικονομικών του καταναγκασμών και της αποστολής του ως εγγυητή των συνταγματικών δικαιωμάτων.[27]
Από την αρχή της αναλογικότητας απορρέουν κατά τη νομολογία και συγκεκριμένες κατά περίπτωση διαδικαστικές δεσμεύσεις. Η διαδικαστική όψη της αρχής μεταθέτει το ενδιαφέρον από το περιεχόμενο της κρίσης του οργάνου στη διαδικασία του σχηματισμού της. Ο δικαστής φαίνεται να συναισθάνεται ότι εφόσον αδυνατεί δικονομικά να υπεισέλθει στις αξιολογήσεις και τις σταθμίσεις της διοίκησης και να ασκήσει inconcreto έλεγχο των επιλογών της, οφείλει τουλάχιστον να δημιουργήσει ένα πλέγμα διαδικαστικών εγγυήσεων, πρόσφορων να διασφαλίσουν την τήρηση της αρχής. Οι εγγυήσεις αυτές μπορεί να προβλέπονται από τον ίδιο το νομοθέτη[28] ή να συνάγονται από το δικαστή[29] και οφείλουν να συνιστούν, κατά την εκτίμηση του, κριτήρια πρόσφορα και αντικειμενικά, κατευθυντήρια της άσκησης της αρμοδιότητας του οργάνου. Η διοίκηση ελέγχεται σχετικά με την προσοχή και τη βαρύτητα που προσέδωσε σε συγκεκριμένες παραμέτρους της υπόθεσης και οφείλει να αποκαλύψει τη διάρθρωση των συλλογισμών και των εκτιμήσεων της στην αιτιολογία της πράξης, η οποία με αυτόν τον τρόπο τίθεται στο επίκεντρο του ακυρωτικού ελέγχου.[30] Με βάση τα παραπάνω είναι ορθή η παρατήρηση ότι «η υποχρέωση τήρησης των ορίων της αρχής της αναλογικότητας σε μεγάλο βαθμό σημαίνει στην πράξη ιδιαίτερες και εκτεταμένες απαιτήσεις ως προς την αιτιολογία»[31]
Ως προς το σημείο αυτό είναι χαρακτηριστικός ο τρόπος με τον οποίο το ΣτΕ αντιπαρέρχεται τα παράπονα των διαδίκων που εδράζονται στην προσβολή της αρχής της αναλογικότητας: «η διοικητική κύρωση… βασιζόμενη στην αξιολογηθείσα βαρύτητα της αντισυμβατικής συμπεριφοράς της αιτούσας λόγω των περιστάσεων της επίδικης προμήθειας, αιτιολογείται πλήρως και επαρκώς»[32] ή «ο δε λόγος περί παραβιάσεως της αρχής της αναλογικότητας και της υπερβάσεως των ακραίων ορίων της διακριτικής ευχέρειας της αρχής, κατά την επιμέτρηση του προστίμου, είναι απορριπτέος, ενόψει της φύσεως και της βαρύτητας της διαπιστωθείσας παραβάσεως στην οποία η Αρχή νομίμως προσέδωσε ιδιαίτερη σημασία»[33]. Ακόμη χαρακτηριστικότερα σε υπόθεση επανεπιβολής ρυμοτομικής απαλλοτρίωσης το Δικαστήριο αφού αποφάνθηκε ότι η ευχέρεια της διοίκησης προϋποθέτει τη δέσμευση κονδυλίου για την καταβολή της αποζημίωσης και τη συνδρομή επιτακτικής πολεοδομικής ανάγκης, εναπόθεσε την ευθύνη της έρευνας της συνδρομής αυτών των προϋποθέσεων στον αποφασίζοντα Υπουργό του οποίου η κρίση οφείλει να είναι πλήρως και ειδικώς αιτιολογημένη. Η συγκεκριμένη απόφαση κατέληξε ότι «υπό αυτά τα δεδομένα πάντως δεν παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας» κατά τη στάθμιση του δημοσίου συμφέροντος και των δικαιωμάτων του θιγόμενου ιδιοκτήτη[34] Στο μέτρο που οι τύποι διασφαλίζουν την ουσία, η επιμονή του δικαστή της νομιμότητας να συνάγει κριτήρια και να θέτει προϋποθέσεις και όρους που ανάγονται στη διαδικασία λήψης των διοικητικών αποφάσεων, αποφεύγοντας τον inconcreto έλεγχο των διοικητικών επιλογών, μας επιτρέπει να υποθέσουμε ότι αποδίδει στην αρχή ένα έστω αραιό κανονιστικό περιεχόμενο, το βάρος της τήρησής του όμως το μεταθέτει στους ώμους του αποφασίζοντος διοικητικού οργάνου.
Ωστόσο η συγκεκριμένη διαδικασία μπορεί να οδηγήσει σε ένα «δικανικό φαύλο κύκλο» στο βαθμό που τα κατευθυντήρια κριτήρια και οι διαδικαστικές απαιτήσεις της αρχής βρίθουν επίσης αξιολογικών εννοιών (λ.χ. βαρύτητα της παράβασης, συνθήκες τέλεσης, πολεοδομική ανάγκη, καταλληλότητα απαλλοτριωθέντος ακινήτου) και ο έλεγχος αιτιολογίας εξαντλείται στην πληρότητα και ειδικότητα της αιτιολογία και δεν καταλαμβάνει ποτέ τη βασιμότητα της. Η κρίση εν προκειμένω δεν καταφέρνει τελικά να προσπελάσει τα όρια που θέτουν εξαντλητικές απαιτήσεις διαδικασίας και να προσεγγίσει την ουσία δηλαδή την επιτασσόμενη από την αρχή «αναλογία ή έστω ευλογοφάνεια» της πράξης. Το άτοπο αυτό στο οποίο οδηγείται η δικαστική απόφαση -η οποία τελικώς φέρεται να καταλήγει στο συμπέρασμα ότι δεν παραβιάστηκε η αρχή της αναλογικότητας επειδή το θεσμικό πλαίσιο διασφαλίζει την τήρηση της- ενδεχομένως αναδεικνύει τα αδύναμα δογματικά θεμέλια επί των οποίων εδράζεται η θεωρητική πρόσληψη της αρχής ως νομικού κανόνα.
IV. Η αρχή της αναλογικότητας ενώπιον του ακυρωτικού και του δικαστή της ουσίας
Αναδεικνύεται επομένως το ζήτημα του τρόπου με τον οποίο ο δικαστής θα ελέγξει την τήρηση ενός τόσο ασαφή και αόριστου κανόνα. Στις ενστάσεις της θεωρίας, που εδράζονται στην εγγενή απροσδιοριστία ενός κανόνα που επιβάλλει την πρόκριση της τελούσας σε εύλογη σχέση αναλογίας λύση, θα μπορούσε να αντιπαρατεθεί το επιχείρημα ότι το πρόβλημα δεν είναι η αοριστία των επιταγών του αλλά τα όρια του ακυρωτικού ελέγχου ενώ αντίθετα ο έλεγχος της τήρησης των ουσιαστικών απαιτήσεων της αναλογικότητας δε δημιουργεί σοβαρά δογματικά ζητήματα για το δικαστή της ουσίας.
Ο δικαστής της ουσίας φαίνεται να χειρίζεται με μεγαλύτερη άνεση την αρχή και να μην προσκρούει σε θεωρητικά εμπόδια. Ιδίως στο πεδίο των διοικητικών κυρώσεων είναι εξοικιωμένος με τη διαδικασία της επιμέτρησης της κύρωσης και δύναται να εκφέρει ελεύθερη κρίση εφόσον του παρέχεται η δικονομική δυνατότηταέρευνας του πραγματικού υλικού. Η έννοια της αναλογίας σε αφηρημένο επίπεδο είναι ιδιαίτερα δυσχερές να μετουσιωθεί σε γενικεύσιμη πρόταση ωστόσο η κρίση περί αναλογικότητας ενόψει συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών, που δύναται να αξιολογήσει ο δικαστής της ουσίας φαίνεται να εκφέρεται με ευχέρεια. Αυτό αποδεικνύει και η πρόσφατη νομολογία σύμφωνα με την οποία κρίνεται αντισυνταγματική ως αντίθετη προς την αρχή της αναλογικότητας διάταξη νόμου που προβλέπει αντικειμενικό υπολογισμό φορολογικής κύρωσης[35]. Στο ίδιο μήκος κύματος τείνει να κινηθεί και το Ε.Σ. αφού ήδη ισχυρή μειοψηφία σε πρόσφατη απόφαση[36] υποστηρίζει ότι η μη πρόβλεψη από τις δημοσιονομικές διατάξεις σε περίπτωση τυπικού ελλείμματος δυνατότητας των αρμοδίων οργάνων να εκτιμήσουν τις ευθύνες του υπολόγου και να τον καταλογίσουν με μέρος μόνο του διαπιστωθέντος ελλείμματος, ανάλογο της διαχειριστικής του συμπεριφοράς, ενδέχεται να καταλήξει σε καταλογισμό που δεν τελεί σε εύλογη σχέση με τη συμπεριφορά του, κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας[37].Τα δικαστήρια της ουσίας αντιλαμβάνονται, τουλάχιστον στο πεδίο του κυρωτικού δικαίου, το ζήτημα της επιβολής της «ανάλογης κύρωσης» ως κρίση που εκφέρεται ενόψει αξιολόγησης συγκεκριμένου πραγματικού υλικού και κατ’ επέκταση θεωρούν ότι ο έλεγχος των κρίσεων των οργάνων βρίσκεται εντός των ορίων της δικαιοδοσίας τους. Με αυτό το σκεπτικό, το οποίο συνδέεται στενά και με το ζήτημα της παροχής αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας[38], κρίνουν ότι ανελαστικές νομοθετικές ρυθμίσεις που δεν καταλείπουν στο διοικητικό όργανο και στο δικαστή της ουσίας περιθώριο επιμετρήσεων και εξειδικεύσεων, ενόψει των συγκεκριμένων κάθε φορά συνθηκών, παραβιάζουν την αρχή της αναλογικότητας. Αντίθετα το ΣτΕ φάνηκε ιδιαίτερα επιφυλακτικό να κρίνει αντισυνταγματική κατ’ εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας τη διάταξη του μόνου άρθρου του ν. 261/1968 με την οποία ο νομοθέτης προσδιόρισε τον εύλογο χρόνο για την ανάκληση ευμενών διοικητικών πράξεων στην πενταετία, μη καταλείποντας στο δικαστή της νομιμότητας το ελάχιστο περιθώριο σταθμίσεων ενόψει και των εμπλεκόμενων σε υποθέσεις ανάκλησης προστατευόμενων από το Σ. αγαθών.[39]
Σε αυτό το σημείο ωστόσο είναι χρήσιμη μία επισήμανση, η οποία απαιτεί μία προσεκτικότερη προσέγγιση της σχετικής νομολογίας. Στις διαφορές που προκύπτουν από την επιβολή διοικητικών κυρώσεων και άγονται ενώπιον του δικαστή της ουσίας το δικαστήριο ελέγχει την τήρηση των κανονιστικών επιταγών της αναλογικότητας από το διοικητικό όργανο ή κρίνει εξαρχής το ίδιο την υπόθεση επιβάλλοντας την «ανάλογη» κατά τη δική του ελεύθερη κρίση κύρωση; Εξάλλου το πεδίο του πειθαρχικού δικαίου περιλαμβάνει μεν αόριστες νομικές έννοιες πλην όμως οικείες και εξειδικεύσιμες από το δικαστή της ουσίας ο οποίος λειτουργεί ως οιονεί ποινικός δικαστής. Διαφωτιστική ως προς αυτό το σημείο είναι πρόσφατη απόφαση του ΣτΕ, που εκδόθηκε στο πλαίσιο υπαλληλικής προσφυγής, σύμφωνα με την οποία «….ο λόγος περί παραβάσεως της αρχής της αναλογικότητας κατά την επιμέτρηση της πειθαρχικής ποινής από το πειθαρχικό συμβούλιο είναι αλυσιτελής, δεδομένου ότι το Δικαστήριο κρίνει εν συνόλω και κατ’ ουσίαν την υπόθεση και επιβάλλει το ίδιο την πειθαρχική ποινή»[40] Εκ πρώτης όψεως φαίνεται ότι και το ΣτΕ αντιλαμβάνεται ότι η αναλογικότητα συνεπάγεται ουσιαστικές νομικές δεσμεύσεις για το πειθαρχικό συμβούλιο που βαρύνεται με την επιβολή της «τελούσας σε εύλογη σχέση κύρωσης» Εάν όμως υφίσταται παρόμοια επιταγή που δεσμεύει το όργανο, ο έλεγχος της τήρησής της από το δικαστήριο, προϋποθέτει πάντα την εκ νέου κρίση κατά νόμο και κατ’ ουσία της υπόθεσης, επομένως ο υποτιθέμενος αυτός κανόνας είναι παντελώς απρόσφορος ως κανόνας αναφοράς, προς τον οποίο θα κληθεί να στοιχισθεί η ελεγχόμενη διοικητική πράξη. Σε κάθε περίπτωση δεν νοείται ως νομικός κανόνας στο βαθμό που τελικά φαίνεται να περιέχει μία επιταγή για δίκαιη και ορθή (ως προς τι;) κρίση. Η απόρριψη ως αλυσιτελούς του συγκεκριμένου ακυρωτικού λόγου από τον πειθαρχικό δικαστή αποδεικνύει ότι εφόσον διαθέτει τη δικονομική δυνατότητα να υπεισέλθει στην ουσία της κρίσης της διοικητικής πράξης η αρχή της αναλογικότητας παύει να αποτελεί για αυτόν ένα «χρήσιμο δικανικό εργαλείο». Η διαπίστωση αυτή μας επιτρέπει να εικάσουμε ότι υπό το μανδύα ενός εξονυχιστικού ελέγχου αναλογικότητας θα μπορούσε να ασκείται μία πρωτογενής ουσιαστική κρίση η οποίας εξέρχεται των ορίων του ελέγχου νομιμότητας και καταλαμβάνει σαφώς και εκτιμήσεις σκοπιμότητας.
Το συμπέρασμα αυτό ενισχύεται από την πρόσφατη νομολογία που αφορά τα συνταγματικά όρια της μετατροπής ακυρωτικών διαφορών σε διαφορές ουσίας[41].Σύμφωνα με τις συγκεκριμένες αποφάσεις δεν είναι πρόσφορες να μετατραπούν σε διοικητικές διαφορές ουσίας οι διαφορές που γεννώνται από την προσβολή πράξεων που εκδίδονται μεν κατά δεσμία αρμοδιότητα, αλλά κατόπιν διαπιστώσεως της συνδρομής νομίμων προϋποθέσεων, η οποία συνάπτεται με τη διατύπωση τεχνικής κρίσεως ή πράξεων που εκδίδονται κατά διακριτική ευχέρεια διότι, σε μια τέτοια περίπτωση, ο διοικητικός δικαστής δεν είναι σε θέση να ασκήσει πλήρη δικαιοδοσία αλλά περιορίζεται αναγκαίως, όπως ακριβώς επί ακυρωτικών διαφορών, στον έλεγχο της διατυπώσεως εκ μέρους της Διοικήσεως πλήρως αιτιολογημένης κρίσεως και στην έκδοση της πράξεως καθ’ υπέρβαση των άκρων ορίων της ευχερείας αυτής. Επομένως και ο δικαστής της ουσίας παρά το εύρος των δικονομικών του δυνατοτήτων μπορεί να «εγκλωβιστεί» στα όρια του ακυρωτικού δικαστή και να αντιληφθεί την αδυναμία της αρχής της αναλογικότητας να λειτουργήσει ως κανόνας αναφοράς για τον έλεγχο της ουσιαστικής νομιμότητας των πράξεων διακριτικής ευχέρειας.
Το θεωρητικό αδιέξοδο και το λογικό άτοπο της αξίωσης τήρησης του κανόνα για εύλογη κρίση αναδεικνύεται στη με αριθμό 554/2003 απόφαση του ΣτΕ, η οποία εκδόθηκε στο πλαίσιο ακυρωτικού ελέγχου διοικητικής κύρωσης που επιβλήθηκε από το Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης και αναφέρει χαρακτηριστικά «Προβάλλεται επίσης ότι ο Υπουργός Τύπου όφειλε, παρά τα διαλαμβανόμενα στην παράγραφο υπ’ αριθμ. 6 της προσβαλλομένης αποφάσεώς του, να προβεί σε έλεγχο του εάν η επιλογή της συγκεκριμένης κύρωσης αποτελούσε το καταλληλότερο ή αποτελεσματικότερο μέσο για την επίτευξη των σκοπών δημοσίου συμφέροντος, στους οποίους αποβλέπει η επιβολή διοικητικών κυρώσεων για παραβίαση της νομοθεσίας περί ραδιοτηλεοπτικής δεοντολογίας. Η στάθμιση όμως της σοβαρότητας της διενεργηθείσης παραβάσεως και η κρίση περί της καταλληλότητας καθώς και της αποτελεσματικότητας της επιλεγείσης κυρώσεως για την επίτευξη των ως άνω επιδιωκομένων σκοπών δημοσίου συμφέροντος ανάγεται στην ουσιαστική εκτίμηση του ΕΣΡ, η οποία εκφεύγει της εξουσίας ελέγχου του Υπουργού Τύπου επ’ αυτής, η οποία, όπως εξετέθη ήδη (βλ. σκέψη υπ’ αριθμ. 7) περιορίζεται σε έλεγχο νομιμότητας, ο οποίος περιλαμβάνει μόνο τον έλεγχο της τηρήσεως εκ μέρους του ΕΣΡ, κατά την διενέργεια των εν λόγω σταθμίσεων και κρίσεων, της αρχής της αναλογικότητας και της μη υπερβάσεως των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχερείας (πρβλ. ΣτΕ 477/2002, 2543-4/1999 επταμελούς συνθέσεως, 5576/1996 κ.α.). Πρέπει, συνεπώς, να απορριφθεί ως αβάσιμος ο εξεταζόμενος λόγος ακυρώσεως.» Εύλογα θα μπορούσε να θέσει κάποιος το ερώτημα ότι εάν εξαιρεθεί του ελέγχου νομιμότητας και κατ’ επέκταση του ακυρωτικού ελέγχου η στάθμιση στην οποία προέβη το Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης και η κρίση περί καταλληλότητας και αποτελεσματικότητας της κύρωσης σε τι ακριβώς συνίσταται ο έλεγχος της τήρησης από το αποφασίζον όργανο της αρχής της αναλογικότητας, κρίση η οποία κατά το δικαστήριο εμπίπτει στη δικαιοδοσία του. Η μόνη δυνατή απάντηση ενόψει των της αρχής διάκρισης των λειτουργιών είναι ότι ο έλεγχος που υπαγορεύει η αρχή της αναλογικότητας δε μπορεί παρά να είναι έλεγχος ακραίων ορίων.
V. Η αναλογικότητα ως τεχνική του δικαστικού ελέγχου
Η συνταγματική κατοχύρωση της αρχής της αναλογικότητας ίσως τελικά να σηματοδότησε την έναρξη μίας μεγάλης «περιπέτειας» για τη νομολογία και τη θεωρία. Στο θέμα του έλεγχου των πράξεων διακριτικής ευχέρειας της διοίκησης, από το συνδυασμό όλων των παραπάνω αποφάσεων, αποδεικνύεται ότι τελικά η απαίτηση για ακριβοδίκαιη κρίση δε μπορεί να συνιστά δεσμευτικό νομικό κανόνα αλλά είναι σύμφυτη με τη διαδικασία λήψης οποιασδήποτε απόφασης. Η αναζήτηση της ανάλογης κύρωσης ή του τελούντος σε εύλογη σχέση αναλογίας μέτρου ισοδυναμεί με αξιολόγηση -και όχι απλή διαπίστωση και υπαγωγή- των πραγματικών παραμέτρων κάθε υπόθεσης. Ως εκ τούτου πλήρης έλεγχος της κρίσης του διοικητικού οργάνου δε δύναται να περιβληθεί το μανδύα της νομιμότητας και εκ προοιμίου καταλαμβάνει και τη σκοπιμότητα της. Για το λόγο αυτό δεν είναι λογικώς εφικτό να εξάγουμε από την αρχή της αναλογικότητας κανονιστικές δεσμεύσεις και να τις καταστήσουμε παράμετρο της ουσιαστικής νομιμότητας της δράσης της διοίκησης, μεταθέτοντας στη συνέχεια στον ακυρωτικό δικαστή το «δυσβάσταχτο» βάρος του ελέγχου της τήρησης τέτοιου περιεχομένου κανόνα.
Η αρχή της αναλογικότητας δε μπορεί να λειτουργήσει αποτελεσματικά παρά μόνο ως τεχνική του δικαστικού ελέγχου ως εργαλείο δηλαδή στα χέρια του δικαστή και όχι ως κανονιστική επιταγή που απευθύνεται στη διοίκηση. Μόνο με αυτόν τον τρόπο αποκτά νόημα η αναλογικότητα ως όχημα για μία θεμιτή διεύρυνση των ορίων του ελέγχου νομιμότητας Συναφώς ο έλεγχος της καταλληλότητας, της αναγκαιότητας και της εν στενή έννοια αναλογικότητας δεν είναι δυνατόν να νοηθεί παρά ως έλεγχος ακραίων ορίων δηλαδή ως έλεγχος της προφανούς δυσαναλογίας. Μόνο η κρίση που αφορά την υπερβολή, το υπέρμετρο, το εκδήλως δυσανάλογο κάθε απόφασης είναι δυνατόν να εκνομικεύεται με τη χρήση δικαιϊκών σταθερών όπως τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, η επιμέλεια του μέσου συναλλασσόμενου, η κρίση του έμφρονα ανθρώπου, κανονιστικά μεγέθη δηλαδή που υπεισέρχονται στη στάθμιση ως μέτρα σύγκρισης, ως σταθμά, και επιτρέπουν τη γενίκευση συγκεκριμένης υποκειμενικής επιλογής.
Η τεχνική αυτή είναι προσφιλής στον ακυρωτικό δικαστή και την εφαρμόζει κατά τον έλεγχο συνταγματικότητας των νόμων, ο οποίος κατά την πάγια θέση της νομολογίας είναι έλεγχος ακραίων ορίων. Με την ίδια λογική θα ήταν εφικτός ο inconcreto έλεγχος της προφανούς δυσαναλογίας μίας διοικητικής πράξης ιδίως όταν αυτή συνεπάγεται μία σοβαρή παρέμβαση σε ένα ατομικό δικαίωμα. Στην περίπτωση για παράδειγμα των αναγκαστικών απαλλοτριώσεων, όπου το δικαίωμα στην ιδιοκτησία βρίσκεται αντιμέτωπο με το δημόσιο συμφέρον, θα μπορούσε να ενταχθεί στον έλεγχο της νομιμότητας, ο inconcreto έλεγχος της προφανούς δυσαναλογίας της επιβολής του μέτρου, ο οποίος θα αναλυόταν σε αξιολόγηση του πραγματικού υλικού όπως προκύπτει από το φάκελο της υπόθεσης, στάθμιση των αντίρροπων συμφερόντων και εκτίμηση κατά τα διδάγματα της κοινή πείρας της εύλογης σχέσης μεταξύ των συνεπειών από την επιβολή του δυσμενούς μέτρου και της ωφέλειας που προκύπτει από την ικανοποίηση του δημοσίου συμφέροντος. Με αυτόν τον τρόπο ο ακυρωτικός δικαστής δε θα παρέμενε εγκλωβισμένος στον έλεγχο της αιτιολογίας, δεν θα περιοριζόταν στην έρευνα της διαδικασίας λήψης της απόφασης αλλά θα εισχωρούσε οριακά στην ουσία και το περιεχόμενο της δυνάμενος να παράσχει αποτελεσματικότερη δικαστική προστασία. Η τεχνική αυτή εξάλλου δεν του είναι άγνωστη και ήδη την έχει εφαρμόσει στις περιβαλλοντικής διαφορές ενόψει της αρχής της βιώσιμης ανάπτυξης. Σύμφωνα με τη συγκεκριμένη νομολογία « Η ευθεία αξιολόγηση εκ μέρους του δικαστή των συνεπειών ορισμένου έργου ή δραστηριότητος και η κρίση αν η πραγματοποίησή του αντίκειται στην αρχή της βιώσιμης αναπτύξεως εξέρχονται των ορίων του ακυρωτικού ελέγχου διότι προϋποθέτουν διαπίστωση πραγματικών καταστάσεων, διερεύνηση τεχνικών θεμάτων, ουσιαστικές εκτιμήσεις και στάθμιση στηριζομένη στις εκτιμήσεις αυτές. Κατ’ ακολουθίαν, παράβαση της αρχής της βιώσιμης αναπτύξεως, μπορεί να ελεγχθή ευθέως από τον ακυρωτικό δικαστή μόνον αν από τα στοιχεία της δικογραφίας και με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας προκύπτει ότι η προκαλούμενη από το έργο ή την δραστηριότητα βλάβη για το περιβάλλον είναι μη επανορθώσιμη ή είναι προφανώς δυσανάλογη με το προσδοκώμενο όφελος και έχει τέτοια έκταση και συνέπειες ώστε προδήλως να αντιστρατεύεται την ανωτέρω συνταγματική αρχή»[42].
Με αυτόν τον τρόπο η αναλογικότητα θα λειτουργήσει ως αποτελεσματικό εργαλείο στα χέρια του ακυρωτικού δικαστή για τη διάγνωση της παραβίασης των συνταγματικών δικαιωμάτων του θιγόμενου. Εφόσον δε από το αποτέλεσμα της στάθμισης προκύψει η προφανής δυσαναλογία της κρίσης της διοίκησης, ο δικαστής θα είναι σε θέση να αναγάγει αυτήν την παραβίαση σε επίπεδο συνταγματικής νομιμότητας και να ακυρώσει την πράξη εφόσον λ.χ. μία ρυμοτομική απαλλοτρίωση που επιβάλλεται χωρίς πρόβλεψη ικανού κονδυλίου για τη συντέλεση της συνιστά παραβίαση του άρθρου 17 του Σ. ή μία υπερβολική κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας χρηματική κύρωση του ΕΣΡ συνιστά περιορισμό στο δικαίωμα του πληροφορείν (α. 14 του Σ).
VI. Επίλογος

Η αρχή της αναλογικότητας προϋποθέτει έναν αξιακό προσανατολισμό της έννομης τάξης προς την ιδέα της ουσιαστικής δικαιοσύνης[43]. Υπό αυτήν την έννοια συμπυκνώνει τις σύγχρονες απαιτήσεις για ορθολογική και αποτελεσματική διευθέτηση των έννομων σχέσεων, για εξισορρόπηση και ορθή στάθμιση των αντιμαχόμενων κοινωνικών συμφερόντων.[44] Ωστόσο η ιδέα αυτή όσο ελκυστική και εάν παρίσταται δε μπορεί να μετουσιωθεί σε συγκεκριμένες κανονιστικές επιταγές για ακριβοδίκαιη κρίση απευθυνόμενες στη διοίκηση και προσδιορίζουσες κατά περιεχόμενο την άσκηση της διακριτικής της ευχέρειας. Στο πλαίσιο του ελέγχου νομιμότητας των διοικητικών πράξεων διακριτικής ευχέρειας και προκειμένου να ανταποκριθεί στην εγγυητική της αποστολή η αρχή της αναλογικότητας θα μπορούσε πέρα από το να αναλύεται σε ένα πλέγμα ελάχιστων διαδικαστικών εγγυήσεων, αναγόμενων στο σχηματισμό της βούλησης του διοικητικού οργάνου, να αξιοποιηθεί ως μια τεχνική στα χέρια του ακυρωτικού δικαστή που του υποβάλλει να προβαίνει σε έναν οριακό, θεμιτό υπό το πρίσμα της διάκρισης των εξουσιών, αλλά αποτελεσματικό inconcreto έλεγχο τις ουσιαστικές εκτιμήσεις και αξιολογικές κρίσεις της διοίκησης. Αυτή η πρόσληψη της αρχής θα την απαλλάξει από τη σισύφεια αποστολή της διάγνωσης της «ουσιαστικά ορθής» κρίσης και θα της επιτρέψει να αποτελέσει αποτελεσματικό ανάχωμα κατά της κατάχρησης, της υπερβολής και της αυθαιρεσίας.



[1] ΣτΕ 2112/1984, Αρμ. 1984, σ.904
[2] Βλ. Δημ. Κοντόγιωργα-Θεοχαροπούλου, Η αρχή της αναλογικότητας στο δημόσιο δίκαιο, Θεσσαλονίκη 1989, G. Gerapetritis, Proportionality in Administrastive Law, Athens-Komotini 1997, Ε. Κουτούπα-Ρεγκάκου, Αόριστες και Τεχνικές Έννοιες στο Δημόσιο Δίκαιο, Θεσσαλονίκη 1997, σ. 67.
[3] Βλ Β. Βουτσάκη, Η αρχή της αναλογικότητας: Από την ερμηνεία στη διάπλαση του δικαίου σε Όψεις του Κράτους Δικαίου, 1990, σ. 226.
[4] Βλ. Ε. Βενιζέλου, Το αναθεωρητικό κεκτημένο, Αθήνα-Κομοτηνή 2002, σ. 139.
[5] Βλ. Κ. Μπέη, Η αρχή της Αναλογικότητας και η Προνομιακή Ικανοποίηση των Δανειστών κατά την Πολιτική Δικονομία, ΔτΑ ΤεΣ IV/2006, σ. 14.
[6] Βλ Α. Μανιτάκη, Η πολυσήμαντη επιστροφή του Κράτους Δικαίου σε Όψεις του Κράτους Δικαίου, 1990 σελ. 59, K. Στρατηλάτη, Η συγκεκριμένη στάθμιση των συνταγματικών αξιών κατά τη δικαστική ερμηνεία του Συντάγματος, ΤοΣ 3/2001, σ. 524, Ι. Συμεωνίδη, Η αναβάθμιση του ρόλου του διοικητικού δικαστή στη μεταμοντέρνα εποχή, η αδυναμία ανταπόκρισης της διοίκησης και η ανάγκη ενός άλλου διαλόγου με το νομοθέτη, ΕΔΔ 3/2010, σελ. 391.
7 Βλ. Γ. Μητσόπουλου, «Τριτενέργεια» και «Αναλογικότητα», ΔτΑ 15/2005 σ. 648 επ., ο οποίος υποστηρίζει ότι με τη νέα διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του αναθεωρημένου Σ. ο νομοθέτης παρεισέφρησε στα έργα της νομικής επιστήμης και νομολογίας.
[8] Α. Μανιτάκη, Κράτος Δικαίου και έλεγχος Συνταγματικότητας των Νόμων, Θεσσαλονίκη 1994, σ. 288.
[9] Α. Μανιτάκη, ό.π. Κράτος Δικαίου…, σ. 176 επ.
[10] Για το βάθος και το πλάτος των αόριστών εννοιών βλ. Απόστολου Παπαλάμπρου, Αι αόρισται έννοιαι και ο έλεγχος της νομιμότητας, ΕΔΔ 1966, σ. 341, Κ. Μπέη, Δεοντικές (νομικές) και οντολογικές (εμπειρικές) έννοιες στην αναιρετική διαδικασία του Αρείου Πάγου (Το δίκαιο υπό το φως της γνωσιολογίας), Δ. 2009, Δ. Γιακουμή, Οι αόριστες έννοιες, η διακριτική ευχέρεια του δικαστή ως αόριστη νομική έννοια, η εξειδίκευσή της και η δυνατότητα αναιρετικού ελέγχου υπό το πρίσμα της αρχής της αναλογικότητας, Δ 2005, σ. 48, Ε. Κουτούπα-Ρεγκάκου Αόριστες…, ό.π.
[11] Χαρακτηριστικό παράδειγμα η απόφαση του ΣτΕ 1249/2010 σύμφωνα με την οποία «οι νομίμως επιβαλλόμενοι περιορισμοί των ατομικών δικαιωμάτων πρέπει να πληρούν τα ακόλουθα τρία κριτήρια, να είναι α) κατάλληλοι, ήτοι πρόσφοροι για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου σκοπού, β) αναγκαίοι, ήτοι να συνιστούν μέτρο το οποίο, σε σχέση με άλλα μέτρα που μπορεί να ληφθούν, επάγεται τον ελάχιστο δυνατό περιορισμό για τον ιδιώτη ή το κοινό, και γ) εν στενή εννοία αναλογικοί, να τελούν δηλαδή σε εύλογη σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, ώστε η αναμενόμενη ωφέλεια να μην υπολείπεται της βλάβης που προκαλούν».
[12] Π. Δαγτόγλου, Γενικό Διοικητικό Δίκαιο, Αθήνα-Κομοτηνή 2004, σ. 191, Ε. Σπηλιωτόπουλου, Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου, Τόμος Ι, Αθήνα-Κομοτηνή 2007, σ. 162.
[13] ΣτΕ 796/2009, 398/2003.
[14] ΣτΕ 1404/2002, Κ. Γώγου, Πτυχές του ελέγχου αναλογικότητας, ΔτΑ ΤεΣ IΙΙ/2005, σ. 314.
[15] ΣτΕ 1129/2003.
[16] ΣτΕ 3935/2006, ΣτΕ 3731/2005.
[17] ΣτΕ 514/2008, ΣτΕ 3070/2007.
[18] ΣτΕ 1404/2002.
[19] ΣτΕ 4024/1990.
[20] ΣτΕ 1501/2008.
[21] Ε. Σπηλιωτόπουλου, Εγχειρίδιο…, ό.π., σ. 195.
[22] Ε.Σ. Τμήμα Ι 2085/2007.
[23] Ε. Σπηλιωτόπουλου, ό.π., σ. 163, Π. Δαγτόγλου, ό.π., σ. 197.
[24] Ε. Κουτούπα-Ρεγκάκου, Αόριστες…, ό.π., σ. 98.
[25] Β. Βουτσάκη, ό.π., σ. 228.
[26] Β. Βουτσάκη, ό.π., σ. 229.
[27] Για το ρόλο του δικαστή στη μεταμοντέρνα εποχή και τη διεύρυνση της έννοιας της νομιμότητας βλ. Α. Μανιτάκη, Ο Δικαστής Υπηρέτης του Νόμου ή Εγγυητής των Συνταγματικών Δικαιωμάτων και Μεσολαβητής Διαφορών, ΝοΒ 47, σ. 12.
[28] α. 16 παρ. 1 ν. 2644/1998, α. 4 παρ. 1 ν. 2328/1995.
[29] ΣτΕ 1129/2003, 3935/2006, 4024/1990.
[30] Γ. Γεραπετρίτη, Στο δρόμο για τη θεσμικά ισόρροπη παρέμβαση του δικαστή.Ο έλεγχος αναλογικότητας και αιτιολογίας με αφορμή την απόφαση 1129/2003 του ΣτΕ, ΔτΑ 2005, σ. 187 και Proportionality…, ό.π., σ. 113.
[31] Κ. Γώγου, ό.π., σ. 315.
[32] ΣτΕ 514/2008.
[33] ΣτΕ 3070/2007.
[34] ΣτΕ 3935/2006.
[35] ΣτΕ 3370/2008 με παραπομπή στην Ολομέλεια σύμφωνα με την οποία «Επειδή, εν όψει του μεγάλου ύψους του επιβαλλόμενου από τις ανωτέρω διατάξεις πρόσθετου φόρου σε περίπτωση μη υποβολής δηλώσεως από υπόχρεο σε παρακράτηση φόρο (400% επί του κυρίου φόρου), οι διατάξεις των παραγράφων 4 και 5 του άρθρου 86 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος (Ν. 2238/1994), οι οποίες εφαρμόσθηκαν στην προκείμενη περίπτωση, αντίκεινται στην συνταγματικώς κατοχυρωμένη αρχή της αναλογικότητας (βλ. άρθρο 25 παρ.1 του Συντάγματος), δοθέντος ότι δεν προβλέπεται δυνατότητα της φορολογικής αρχής και, εν συνεχεία, των διοικητικών δικαστηρίων, να προβούν σε επιμέτρηση του ύψους της επιβλητέας κύρωσης, λαμβάνοντας υπόψη τις περιστάσεις και, ιδίως, την ύπαρξη και το βαθμό της υπαιτιότητας του υποχρέου». Όμοια και η ΣτΕ 3768/2008 η οποία όμως ανατράπηκε από την 7μελή σύνθεση του Τμήματος με αριθμό 2402/2010.
[36] Ε.Σ. Ολ. 27/2010.
[37] Σύμφωνα με το α. 49 του ΠΔ 1225/1981, τα Τμήματα του Ε.Σ. που δικάζουν εφέσεις κατά καταλογισμών ακούν έλεγχο ουσίας και δύνανται δικονομικά να μεταρρυθμίζουν τις νομικά πλημμελείς πράξεις.
[38] Βλ. σχετικά Ε. Πρεβεδούρου, Ο ακυρωτικός έλεγχος των διοικητικών πράξεων υπό το πρίσμα της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, ΘΠΔΔ 29/2010, σ. 871.
[39] ΣτΕ 1501/2008.
[40] ΣτΕ 117/2010.
[41] ΣτΕ 3617, 3618, 3622, 3623/2008, ΣτΕ 1630, 1631, 1632, 1633/2009.
[42] ΣτΕ Ολ. 613/2002.
[43] Δ. Κοντόγιωργα-Θεοχαροπούλου, Η αρχή…, ό.π., σ. 11, G. Gerapetritis, Proportionality…, ό.π., σ. 56.
[44] Α. Μανιτάκη, Η πολυσήμαντη επιστροφή…, ό.π., σ. 58.

To πατερναλιστικό ένστικτο

Aριστείδης Χατζής
Kάθε φορά που τίθεται το ερώτημα της νομιμοποίησης ή απαγόρευσης μιας δραστηριότητας, όπως τα τυχερά παιχνίδια, η ενστικτώδης αντίδραση της ελληνικής κοινωνίας είναι σχεδόν πάντα πατερναλιστική. Αυτός ο ενστικτώδης πατερναλισμός δεν συνδέεται με πολιτικές απόψεις, με το μορφωτικό, οικονομικό ή κοινωνικό επίπεδο, με ηλικία ή φύλο. Κυριαρχεί παντού: σε άνδρες και γυναίκες, αριστερούς και δεξιούς, πλούσιους και φτωχούς, περισσότερο και λιγότερο μορφωμένους. Ακόμα και άνθρωποι που αυτοχαρακτηρίζονται φιλελεύθεροι είναι έτοιμοι να προσθέσουν ένα «αλλά». Σε αυτή την κατακερματισμένη κοινωνία ο μόνος συνδετικός κρίκος φαίνεται να είναι η συναίνεση στην αναγκαιότητα του πατερναλισμού.

Ο πατερναλισμός βασίζεται στην πεποίθηση ότι οι πολίτες είναι σαν τα μικρά παιδιά που χρειάζονται προστασία, διότι δεν είναι ικανά να διαχειριστούν την ελευθερία τους χωρίς να προκαλέσουν κακό στον εαυτό τους και στους γύρω τους. Σπάνια σταματά στις συμβουλές, την πληροφόρηση και τα κίνητρα του λεγόμενου ήπιου πατερναλισμού. Σχεδόν πάντοτε ο πατερναλισμός καταλήγει στον σκληρό «νομικό πατερναλισμό» που απαγορεύει και ποινικοποιεί τη συμπεριφορά. Οι φορείς του νομικού πατερναλισμού δεν αρκούνται στην απαγόρευση, αλλά επιδιώκουν και την ηθική καταδίκη. Ετσι την απαγόρευση «νο μιμοποιεί» και η συμβατική κοινωνική ηθική που δεν ανέχεται συμπεριφορές τις οποίες απορρίπτει η πλειονότητα. Αυτός ο «νομικός ηθικισμός» είναι στενός συγγενής του νομικού πατερναλισμού και στις περισσότερες περιπτώσεις ακόμα πιο αποκρουστικός. Το δίκαιο πρέπει λοιπόν να υποχρεώνει τα άτομα να ζουν με τον τρόπο που οι επαΐοντες πιστεύουν πως είναι σωστός και ωφέλιμος. Η ελευθερία μας να επιλέγουμε τον τρόπο ζωής μας υπερκαλύπτεται από το βαρύ πέπλο του «κοινού καλού»- όχι όμως όπως αυτό προσδιορίζεται από τα ίδια τα άτομα (για το καλό των οποίων πρόκειται), αλλά από εκείνους που κατά τεκμήριο το γνωρίζουν, προφανώς εξ επιφοιτήσεως. Αλλά ακόμα κι αν μια συμπεριφορά δεν φαίνεται να βλάπτει άμεσα κανέναν, και πάλι μπορεί να απαγορεύεται. Φτάνει να ενοχλεί όσους τη θεωρούν ανήθικη.

Δεν νομιμοποιείται η κοινωνία να απαγορεύει συμπεριφορές και να τιμωρεί; Βεβαίως μπορεί και πρέπει να το κάνει. Φυσικά και θα πρέπει να τιμωρεί την ανθρωποκτονία, τη ληστεία, τον βιασμό, την απάτη, τη δωροδοκία. Αλλά η νομιμοποίηση του κράτους (δηλαδή της κοινωνίας) να απαγορεύει και να τιμωρεί συμπεριφορές τις οποίες η πλειονότητα απλώς δεν ανέχεται έχει ένα όριο. Το όριο αυτό το έχει περιγράψει θαυμάσια ο John Stuart Μill πριν από 150 χρόνια (σε δική μου ελεύθερη απόδοση):

«Ο μοναδικός σκοπός χάριν του οποίου νομιμοποιείται το κράτος να περιορίσει την ελευθερία του ατόμου παρά τη θέληση του τελευταίου είναι για να αποτρέψει τη βλάβη σε άλλα άτομα. Δεν νομιμοποιείται όμως το κράτος να περιορίσει την ελευθερία του ατόμου για το “δικό του καλό” (σωματικό ή ηθικό). Δεν δικαιούται να το υποχρεώσει να κάνει ή να μην κάνει κάτι διότι υποτίθεται πως έτσι θα είναι καλύτερα γι΄ αυτό ή διότι θα το κάνει ευτυχέστερο ή γιατί σύμφωνα με κάποιους έτσι είναι “πιο σωστό” ή “πιο σοφό”. Το άτομο είναι κυρίαρχο πάνω στον εαυτό του, πάνω στο σώμα του και στο μυαλό του». ( Οn Liberty, 1859)

Σε μια φιλελεύθερη δημοκρατία το κράτος θα πρέπει να περιοριστεί στην απαγόρευση ενός μικρού και συγκεκριμένου αριθμού δραστηριοτήτων που προκαλούν άμεση βλάβη στη ζωή, στην ελευθερία και στην ιδιοκτησία κάποιου χωρίς τη συναίνεσή του. Δεν δικαιούται να περιορίζει την ελευθερία των ατόμων απαγορεύοντας απλώς την «προσβολή» (όπως πάει τώρα να κάνει με την ποινικοποίηση του ρατσιστικού λόγου), δραστηριότητες που δεν βλάπτουν κανέναν αλλά θεωρούνται ανήθικες (όπως η ποινικοποίηση της αμοιβής των παρένθετων μητέρων) ή συμπεριφορές που προκαλούν βλάβη στο ίδιο το άτομο (όπως τα τυχερά παιχνίδια).

Επιπλέον, όπως σε όλες τις περιπτώσεις που το κράτος υιοθετεί τον νομικό πατερναλισμό και τον νομικό ηθικισμό, η παρέμβαση αποτυγχάνει παταγωδώς. Πόσο ανεδαφική ακούγεται μια απαγόρευση την εποχή του Ιnternet, πόσο παλαιολιθικά τα επιχειρήματα για το κράτος που θα έχει κέρδος φορολογώντας «ανήθικες δραστηριότητες», πόσο απληροφόρητοι όσοι θεωρούν ότι οφείλεται σε «εθισμό» (αγνοώντας τα αποτελέσματα επιστημονικών μελετών), πόσο αφελές το επιχείρημα ότι έτσι θα προστατευθούν οι οικογενειακές περιουσίες;

Αλλά όλα αυτά δεν έχουν και τόση σημασία. Το διακύβευμα εδώ είναι το αν θα αφεθεί στα άτομα μια σφαίρα προσωπικής αυτονομίας, ελεύθερης από παρεμβάσεις, ή αν θα αναθέσουμε στο κράτος να αποφασίζει για λογαριασμό μας.

ahatzis@phs.uoa.gr

Ο κ. Αριστείδης Χατζής είναι επίκουρος καθηγητής Φιλοσοφίας Δικαίου και Θεωρίας Θεσμών στο Τμήμα Μεθοδολογίας, Ιστορίας και Θεωρίας της Επιστήμης του Πανεπιστημίου Αθηνών.

To άρθρο δημοσιεύθηκε στο ΒΗΜΑ στις 17 Απριλίου του 2011.

Η ελληνική ιθαγένεια μεταξύ εθνικής ενσωμάτωσης και πολιτικής ένταξης

Ευθυμία Τσολάκου υποψήφια διδάκτορας Συνταγματικού Δικαίου Νομικής ΑΠΘ, υπότροφος προγράμματος ΕΣΠΑ 2007-2013 "ΗΡΑΚΛΕΙΤΟΣ ΙΙ"

Η ελληνική ιθαγένεια μεταξύ εθνικής ενσωμάτωσης και πολιτικής ένταξης
Προλεγόμενα
Η πρόσφατη απόφαση του Δ΄ Τμήματος του ΣτΕ 350/2011 άφησε ανοιχτά στον επιστημονικό διάλογο σειρά ζητημάτων, που αφορούν τόσο σε ορισμένες κρίσιμες έννοιες του πολιτεύματος, όπως η σχέση λαού και έθνους στο συνταγματικό κείμενο, η νομική φύση της «ιθαγένειας», τα συνταγματικά όρια στον καθορισμό των φορέων των πολιτικών δικαιωμάτων, όσο και την κατάστρωση του δικανικού συλλογισμού κατά την ερμηνεία του Συντάγματος στον έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων.
Οι κρίσεις του Δικαστηρίου διαμορφώνονται μέσα από αναφορές στην ελληνική συνταγματική ιστορία, καθώς και στη διοικητική πρακτική και τη νομοθεσία σχετικά με τη δυνατότητα (ανα)συγκρότησης της πολιτικής κοινότητας και του εκλογικού σώματος διά της πολιτογράφησης αλλοδαπών. Δίχως αμφιβολία, η ΣτΕ 350/2011 είναι, αν όχι η μοναδική, ίσως από τις ελάχιστες και μεμονωμένες στην ελληνική νομολογία αποφάσεις που θέτουν με τόση ιδεολογική ένταση και τέτοια διεπιστημονική ματιά το μάλλον άγνωστο διαχρονικό δίκαιο ιθαγένειας. Αλήθεια είναι, ότι για τη διατύπωση των δικαστικών επιχειρημάτων, αξιοποιούνται εργαλεία διάφορων επιστημονικών πεδίων, προσφιλών στη νομική επιστήμη, όπως η κοινωνιολογία ή οι πολιτικές επιστήμες και η σύγχρονη ιστορία, καθώς και έννοιες εξω-νομικές και προ-πολιτικές, που χρησιμοποιούνται για την θεμελίωση της αντι-συνταγματικότητας των επίδικων νομοθετικών ρυθμίσεων. Η άρθρωσή τους όμως με τον δικαστικό συλλογισμό είναι μετέωρη και νομικά ανάρμοστη.
Η αγωνία του Δ΄ Τμήματος για την συνταγματική κατοχύρωση του δικαίου του αίματος, και την αναγωγή του σε μοναδικό κριτήριο ένταξης του προσώπου στο «έθνος» γεννά αμηχανία και επιφυλάξεις. Τούτο, επειδή το έθνος αποβάλλει στη σχολιαζόμενη το κανονιστικό νόημα που διέθετε επί δεκαετίες[1] και γίνεται αντιληπτό από το Δικαστήριο ως η ιστορικά απαράμιλλη και συνταγματικά αναπαραγόμενη κοινότητα που φέρει το πολιτισμικό τεκμήριο της ενσωμάτωσης[2], και διατρέχει τον ιστορικό χρόνο καθορίζοντας μεταφυσικά τα συνταγματικά πεπρωμένα. Η απόδοση στην έννοια του έθνους αυτοτελούς κανονιστικής δύναμης, αντλούμενης από ποικίλες συνταγματικές διατάξεις, όχι κατ’ ανάγκη σχετικές με την επίδικη διαφορά, και η εμμονή στο κριτήριο της φυλετικής καταγωγής προδίδει μια μονομερή και εγκλωβιστική ερμηνευτική προσέγγιση του έθνους αλλά και της επίδικης συνταγματικής διάταξης. Με τον τρόπο αυτό, ο Έλληνας δικαστής απομονώνεται από τον επίκαιρο συνταγματικό ευρωπαϊκό διάλογο σχετικά με την επίδραση των δικαιοκρατικών εγγυήσεων και των δικαιωμάτων του ανθρώπου στην εξειδίκευση του ευρέος περιθωρίου εκτίμησης των κρατών για θέματα αναγνώρισης ή αφαίρεσης ιθαγένειας.
Το Δ΄ Τμήμα του ΣτΕ κλήθηκε να αποφασίσει για την αίτηση ακύρωσης δύο προσβαλλόμενων πράξεων τις οποίες θεώρησε συναφείς. Η πρώτη Υπουργική Απόφαση καθορίζει τα δικαιολογητικά που συνοδεύουν τη δήλωση και αίτηση εγγραφής τέκνου αλλοδαπών στο δημοτολόγιο, λόγω γέννησης ή φοίτησης σε σχολείο στην Ελλάδα, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1Α του Ν. 3838/2010 ενώ η δεύτερη αποτελεί την εγκύκλιο σχετικά με τον τρόπο άσκησης του δικαιώματος του εκλέγειν και εκλέγεσθαι των υπηκόων τρίτων χωρών στον πρώτο βαθμό τοπικής αυτοδιοίκησης, που προβλέπεται στα άρθρα 14 έως 21 του ίδιου νόμου[3]. Η παρούσα μελέτη περιορίζεται στην ανάπτυξη επιχειρημάτων σχετικά με την πρώτη εκ των προσβαλλόμενων πράξεων που αφορά την διαδικασία πολιτογράφησης των τέκνων μεταναστών. Η επιλογή αυτή δικαιολογείται από τη θέση ότι οι δύο πράξεις δεν διέπονται από συνάφεια, αφού δεν στηρίζονται σε όμοια νομικά και πραγματικά περιστατικά και αφορούν διαφορετικούς κύκλους φορέων. Ίσως θα μπορούσαν να θεωρηθούν «αντιθετικές» μεταξύ τους, καθώς η πρώτη υποδηλώνει την αναγκαιότητα νομοθετικής επέκτασης της απονομής της ιθαγένειας, ως απαραίτητης προϋπόθεσης εισόδου στην κοινότητα του λαού, ενώ η δεύτερη φαίνεται να αμφισβητεί την μοναδικότητα του νομικού δεσμού της ιθαγένειας για την άσκηση ορισμένης δέσμης πολιτικών δικαιωμάτων. Ωστόσο, η σώρευση στον νέο Ν. 3838/2010 τόσο διαδικασιών πολιτογράφησης όσο και κριτηρίων διεύρυνσης του εκλογικού σώματος στους Πρωτοβάθμιους ΟΤΑ διατρέχεται από την εσωτερική λογική της δημιουργίας ενδιάμεσων σταθμών οικειοποίησης του πολιτικού βίου για τον υπό ένταξη αλλοδαπό[4], ώστε να μπορεί να στηρίξει αίτημα για πολιτογράφηση δυνάμει του νέου 5Α ΚΕΙ, που απαιτεί απόδειξη της ενεργούς συμμετοχής σε πολιτικούς θεσμούς και σεβασμό των πολιτειακών αρχών της Ελληνικής Δημοκρατίας. Ωστόσο, το δοκιμαστικό στάδιο ιθαγένειας διά της πολιτικής συμμετοχής στους δήμους, αναφέρεται στην πολιτογράφηση ενηλίκων, που δεν αμφισβητείται στο πλαίσιο της επίδικης διαφοράς, και ουδόλως στην απόκτηση ιθαγένειας των τέκνων τους, στην οποία αναφέρεται η πρώτη προσβαλλόμενη.
 
1. Συνταγματικές Αποκλίσεις – ιστορικές αντιφάσεις
Το Δ΄ Τμήμα του ΣτΕ στήριξε την ακύρωση της πρώτης πράξεως στο ανίσχυρο των σχετικών ρυθμίσεων του νόμου που αποτέλεσαν την βάση έκδοσής της, δηλαδή στην αντίθεση των άρθρων 1Α και 24 του ν. 3838/2010 σε σειρά διατάξεων του Συντάγματος. Ειδικότερα, η πλειοψηφούσα γνώμη διακηρύσσει κατ’ αρχήν ότι το δίκαιο της ιθαγενείας διαμορφώνεται αποκλειστικώς από το ελληνικό κράτος, κατά κυριαρχικό τρόπο, εντός των εξωτερικών ορίων που τάσσουν οι κανόνες του διεθνούς δικαίου (π.χ. απαγόρευση δημιουργίας ανιθαγενών με αυθαίρετες πράξεις των κρατών ή πιθανότητα προσβολής ανθρωπίνων δικαιωμάτων) και των εσωτερικών ορίων, που θεμελιώνονται στις σχετικές συνταγματικές αρχές. Ωστόσο ως προς τις δεσμεύσεις που προκύπτουν από τις αρχές του εθιμικού διεθνούς δικαίου και τη σύγχρονη νομολογία του ΕΔΔΑ, το Συμβούλιο σιωπά. Παράλληλα, ως προς τα διαγραφόμενα από το Σύνταγμα όρια του κοινού νομοθέτη, το Δικαστήριο επιλέγει μια διπλή μεθοδολογία για να στηρίξει την κρίση του περί αντισυνταγματικότητας των νομοθετικών ρυθμίσεων.
Το Δικαστήριο δεν απορρίπτει apriori την είσοδο στην πολιτική κοινότητα μέσω της πολιτογράφησης αλλοδαπών, αλλά θεωρεί αυθαίρετη και συνταγματικά αδικαιολόγητη, ως «αθρόα», κάθε πολιτογράφηση που δεν γίνεται inconcreto και χωρίς εξατομικευμένη κρίση από τη Διοίκηση περί της συνδροµής της ουσιαστικής προϋποθέσεως του δεσµού προς το ελληνικό έθνος του αιτούντος την πολιτογράφηση αλλοδαπού, δηλαδή την εκ μέρους του εθελούσια αποδοχή των αξιών που συνάπτονται προς τον ελληνισµό και την εντεύθεν απόκτηση ελληνικής εθνικής συνειδήσεως. Ο ενήλικος αλλοδαπός που πολιτογραφείται έχει την ευκαιρία μέσω της συνεντεύξεως και των τεστ ενσωμάτωσης, να αποδείξει τον «γνήσιο δεσμό του προς το ελληνικό έθνος». Αντιθέτως, για το Συμβούλιο της Επικρατείας, η ανηλικότητα των τέκνων αλλοδαπού και η αυτοδίκαιη απόκτηση της ιθαγένειας, υπό τις προϋποθέσεις της νόμιμης και μόνιμης διαμονής των γονέων τους, της μονομερούς δήλωσης και της φοίτηση στην ελληνική εκπαίδευση, συνιστούν ανεπαρκή κριτήρια για την βεβαίωση του βουλητικού στοιχείου ένταξης στον ελληνισμό και μη αξιολογήσιμα από τα διοικητικά όργανα σε σχέση με το βασικό κριτήριο της εθνικής συνείδησης.
Η συνταγματική θεμελίωση των παραπάνω παραδοχών του ΣτΕ είναι θολή και γεννά σοβαρές αντιρρήσεις. Υποστηρίζεται (σκέψη 8 επ.) ότι η πολιτογράφηση πρέπει να ακολουθεί κανόνες που δεν θίγουν τον εθνικό χαρακτήρα του κράτους, όπως αυτός αποτυπώνεται στο αρ. 1 παρ. 3 Σ, απ’ όπου συνάγεται ερμηνευτικά ότι το έθνος αναφέρεται τόσο στις παρελθούσες όσο και στις μέλλουσες γενεές, τα συμφέροντα των οποίων πρέπει να υπηρετεί η κρατική πολιτική.
Κατ’ αρχάς, χρειάζεται να επισημανθεί εν προκειμένω ότι το Δ΄Τμήμα του Σ.τ.Ε. συνάγει έναν κανόνα συνταγματικής περιωπής για την αποκλειστικότητα και πρωταρχικότητα του «έθνους», ως εκείνης της κοινότητας την οποία πρέπει να έχει ως ορίζοντα κάθε πολιτική πολιτογράφησης, και αναγκάζεται εκ του λόγου αυτού να προκρίνει μια αποσπασματική και επιλεκτική ανάγνωση διατάξεων του Συντάγματος που αναφέρονται σε «εθνικές παραμέτρους»[5], για να καταλήξει στο συμπέρασμα, ότι από τον καταστατικό χάρτη πηγάζει η επιταγή προς τον κοινό νομοθέτη να οργανώνει οποιαδήποτε αλλαγή στο δίκαιο της ιθαγένειας με βάση την «εκ του Συντάγματος εθνοκεντρική αντίληψη» περί πολιτειότητας. Σχηματικά: ό,τι μη εθνικό είναι αντισυνταγματικό. Η εθνική κοινότητα δεν γίνεται αντιληπτή ως το σύνολο των ανθρώπων που ομονοούν σε κοινές πολιτικές αντιλήψεις και οργανώνουν την ζωή τους γύρω από μια πολιτική πατρίδα[6], με την οποία τους ενώνουν περαιτέρω και προ-πολιτικά, πολιτισμικά στοιχεία, αλλά ως μια «βιολογική σφαίρα» που υποκαθιστά την πολιτικά δρώσα και κυριαρχικά υπεύθυνη κοινότητα του λαού στη δημόσια σφαίρα.
Η διαλεκτική σχέση του έθνους προς το λαό και η σημασία του έθνους για την συγκρότηση των σύγχρονων κρατών έχει αποτελέσει αντικείμενο σοβαρού διεπιστημονικού διαλόγου και ξεπερνά το όρια του παρόντος νομικού σχολιασμού[7].
Στο σημείο αυτό αναδεικνύεται πίσω από τις γραμμές η δεύτερη σοβαρή παράμετρος της κατά το δικαστήριο αντισυνταγματικότητας των νομοθετικών ρυθμίσεων. Τι περιλαμβάνει η έννοια του «εθνικού» για το ΣτΕ στην περίπτωση του δικαίου της ιθαγένειας; Η ένταξη στο έθνος, με τη σημασία που το Δ΄ Τμήμα του ΣτΕ έχει αποτυπώσει κανονιστικά ερμηνεύοντας το Σύνταγμα, προϋποθέτει κατ’ αρχήν την ύπαρξη φυλετικής καταγωγής, και όταν αυτή δε συντρέχει, την εξατομικευμένη κρίση της διοίκησης για την διαπίστωση της ελληνικής εθνικής συνείδησης[8]. Η ελληνική καταγωγή, δηλαδή, το στατικό δίκαιο του αίματος, και η ελληνική συνείδηση είναι τα μοναδικά κριτήρια που αποτελούν τον πυρήνα του έθνους και της εθνικότητας [σκ. 11]. Σύμφωνα με το ΣτΕ η εθνική ομοιογένεια διασφαλίζεται, πέραν από την συνταγματική της θεμελίωση, και μέσω της αδιάλειπτης επιβεβαίωσής της από την νομοθετική πρακτική δεκαετιών. Το Δικαστήριο αποδίδει στην σχετική νομοθεσία τα χαρακτηριστικά της συνέχειας και της συνέπειας, ως προς την επιλογή του iussanguinis, ανάγοντας το δίκαιο τις ιθαγένειας σε ουσιαστικό Σύνταγμα[9], με υπέρτερη όμως του κοινού νόμου τυπική ισχύ και άρα με δεσμευτική δύναμη για τον κοινό νομοθέτη, και κατά συνέπεια ανάγει το δίκαιο του αίματος σε συνταγματική αρχή. Με τον τρόπο αυτό επιβεβαιώνεται εν πολλοίς η θέση του Κ. Τσουκαλά στην πρόσφατη μελέτη του: “οι νέες συλλογικές ταυτότητες στηρίζονται στην καταγωγική τους ομοιογένεια. Μια συλλογικότητα ελεύθερων ατόμων δεν προκύπτει σε αναφορά με κάτι «άλλο», αλλά σε αναφορά του εαυτού της και σε συνέχεια αυτού του εαυτού μέσα στο χρόνο. Η ιδέα της κοινής καταγωγής του λαού, που κατοχυρώνεται ως δίκαιο του αίματος, θεσπίζεται ως ιδεολογική προϋπόθεση της διάκρισης ανάμεσα στο γηγενές και το ξένο, στο όνομα της οποίας συγκροτείται το γενικό συμφέρον και οριοθετείται η οντολογική κοινότητα των κυβερνωμένων υποκειμένων”[10].Με άλλα λόγια, το Δ΄ Τμήμα αναζητώντας στο προ-συμβολαιακο έθνος την απαραίτητη μεταφυσική στήριξη της πολιτικής κοινότητας[11], αντιμετωπίζει ως ανεπαρκή τη λαϊκή κυριαρχία και την έννοια του λαού στο πλαίσιο μιας συνταγματικά οργανωμένης πολιτείας.
Η αξιολόγηση του δικαστηρίου εν πολλοίς στηρίζεται στην προηγούμενη νομοθεσία της ιθαγένειας, που όντως θέτει στο κέντρο των ρυθμίσεων της την αέναη κληρονομικότητα της ιθαγένειας διά του αίματος. Ιστορικό θεμέλιο της αρχής αυτής ήταν η ανάγκη διατήρησης του δεσμού των Ελλήνων μεταναστών και των απογόνων τους με την πατρίδα, την εποχή που η Ελλάδα ήταν, σχεδόν αποκλειστικώς, χώρα προέλευσης μεταναστών[12].
Ωστόσο, δεν είναι πλήρης η αναφορά του Δικαστηρίου στα προηγούμενα ελληνικά Συντάγματα[13] και σε κάθε νομοθετική αλλαγή[14]. Μια προσεκτική αναφορά θα αποδείκνυε, αντίθετα, ότι το δίκαιο του αίματος δεν ήταν ούτε κατά την αρχική συγκρότηση του ελληνικού κράτους[15] αλλά ούτε και κατά την μεταγενέστερη διεύρυνση των συνόρων του το μοναδικό κριτήριο εμπλουτισμού της πολιτικής κοινότητας με ανθρώπινο δυναμικό[16]. Αποσπασματικά, δηλαδή, και μονομερώς διαβάζει το Δ΄ Τμήμα την νομοθετική ιστορία, καθηλώνοντας την νομολογία στο κριτήριο της βιολογικής καταγωγή από το περιούσιο γένος και παραγνωρίζοντας την ανοιχτή και πορώδη αντίληψη για την ιδιότητα του πολίτη που διατρέχει όλη τη συνταγματική μας παράδοση[17].
Ιδιαίτερα επιβοηθητική προς την παραπάνω ερμηνεία αναδεικνύεται για το ΣτΕ η αξιοποίηση της νομοθεσίας περί πολιτογράφησης ομογενών[18]. Είναι αλήθεια ότι οι σχετικές νομοθετικές πολιτικές για την ομογένεια επιφυλάσσουν ένα προνομιακό πεδίο για τα επιχειρήματα εφαρμογής του iussanguinis, καθώς ομογενής χαρακτηρίζεται από τη νομοθεσία και τη νομολογία «…ο ανήκων εις το ελληνικόν γένος ή έθνος, ήτοι ο κεκτημένος ελληνικήν εθνικήν συνείδησιν, συναγομένην κυρίως εκ των συνδεόντων αυτόν προς το ελληνικό έθνος στοιχείων και χαρακτηριστικών της προσωπικότητός του, των αναφερομένων ιδία εις την καταγωγήν του (εκ πατρός ή μητρός ή απωτέρων προγόνων), την γλώσσαν, την θρησκείαν, τας εθνικάς παραδόσεις και εν γένει την κοινήν συνείδησιν των ιστορικών πεπρωμένων του έθνους»[19]. Ωστόσο το δικαστήριο αποσιωπά την πλούσια νομολογία του, η οποία αρνείται τη διαπίστωση της ιθαγένειας ομογενών, λόγω μη επαρκούς απόδειξης της εθνικής συνείδησης του φέροντα την ομογενειακή ιδιότητα, ενώ συνέτρεχε και αποδεικνυόταν η φυλετική καταγωγή. Τα φυλετικά και υποκειμενικά-συνειδησιακά κριτήρια συγχέονται και εναλλάσσονται στην διοικητική πρακτική και τη σχετική νομολογία, επιτρέπουν αποκλεισμούς και περιχαρακώσεις, αποδεικνύοντας ότι κάθε άλλο παρά σταθερό είναι το δίκαιο του αίματος, όπως υποστηρίζει το ΣτΕ [σκ. 10].[20]
Παραγνωρίζεται επίσης από το δικαστήριο ο σχετικός διάλογος στη θεωρία σχετικά με την αντισυνταγματικότητα[21] και την αντισυμβατικότητα[22] του άρθρου 19 του προϊσχύοντος ΚΕΙ σε σχέση με το άρθρο 4 παρ. 3 β Σ, διάλογος που ανέδειξε την επικινδυνότητα και τη ρευστότητα του κριτηρίου της εθνικής συνείδησης[23]. Με βάση την τότε διάταξη του άρθρου 19, που καταργήθηκε μεταγενέστερα με τον Ν. 2623/1998, ο αλλογενής που εγκατέλειπε το ελληνικό έδαφος χωρίς πρόθεση παλιννόστησης μπορούσε να απωλέσει την ελληνική ιθαγένεια, αν διαπιστωθεί από τη διοίκηση ότι ο δεσμός του με το ελληνικό έθνος είναι χαλαρός και έπαψε να συμπεριφέρεται ως Έλληνας [μεταξύ άλλων ΣτΕ 2169/1960, 2753/1964, 2044/70, 4345/83, 1565/86, 2564/90, 209/93, 1213/93, 4104/95, 4263/95, 4578/95, 6253/96, 3079/98, 731/99, 3654/2000, 3070/2002, 100/2006][24]. Η χρήση της αόριστης έννοιας της εθνικής συνείδησης, που διέκρινε τον ομογενή από τον αλλογενή, συνιστούσε διακριτική μεταχείριση εις βάρος μειονοτικών πληθυσμών[25]. Η πρακτική αυτή οδήγησε σημαντικό αριθμό προσώπων σε ανιθαγένεια, κατά παράβαση των αναγκαστικών κανόνων του διεθνούς δικαίου, που υποχρεώνουν τα κράτη σε σεβασμό της εθνοτικής-φυλετικής ισότητας και σε προστασία από την ανιθαγένεια[26].
Αν όντως για το δικαστήριο το δίκαιο ιθαγένειας, ως διαχρονικό νομοθετικό δίκαιο, αναδεικνύει την αξία του ουσιαστικού Συντάγματος και θα πρέπει να ερμηνεύεται σε έναν ιστορικό ορίζοντα υπό το φως του αρ. 108 Σ και των σχετικών κρατικών πολιτικών, τότε σκόπιμο θα ήταν να ληφθεί υπ΄όψη και η σύγχρονη νομολογιακή διάσταση του ζητήματος, όπως πρόσφατα τέθηκε από την καταδικαστική για την χώρα μας απόφαση του ΕΔΔΑ της 8.7.2010, υπόθ. Σιταρόπουλος και άλλοι κατά Ελλάδος[27], η οποία έθεσε στο κέντρο του διαλόγου για την ψήφο των Ελλήνων της διασποράς το χωρικό στοιχείο της διαμονής στο εξωτερικό και την αντίστοιχη πολιτική βούληση του κοινού νομοθέτη[28]. Το Δικαστήριο του Στρασβούργου έκρινε ότι η Ελλάδα υπολείπεται του κοινού παρονομαστή των κρατών-μελών του Συμβουλίου της Ευρώπης, όσον αφορά στην αποτελεσματική άσκηση των εκλογικών δικαιωμάτων από τους απόδημους εκλογείς και ως εκ τούτου δεν θα μπορούσε να επικαλεστεί το ευρύ περιθώριο εκτίμησης, που κατά κανόνα αναγνωρίζεται στα συμβαλλόμενα κράτη στον τομέα των πολιτικών δικαιωμάτων. Η έλλειψη νομοθετικής εξειδίκευσης του άρθρου 51 παρ. 4 του Συντάγματος για περισσότερο από τρεις δεκαετίες, σε συνδυασμό με την αντίστοιχη εξέλιξη του δικαίου των συμβαλλομένων κρατών, οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η έλλειψη αποτελεσματικών μέτρων από την πλευρά του ελληνικού κράτους προκειμένου να εξασφαλίσει τη δυνατότητα να ασκούν από τον τόπο κατοικίας τους το δικαίωμα ψήφου στις εθνικές εκλογές, έπληξε το δικαίωμα για ελεύθερες εκλογές (άρθρο 3 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ). Ο έλληνας δικαστής της συνταγματικότητας δεν βρίσκεται πια μπροστά στις προκλήσεις των επαναστατικών Συνταγμάτων, ούτε στο δίκαιο του αίματος όπως εγγράφεται στην ιστορία της ομογένειας πριν δεκαετίες. Παραγνωρίζοντας τα παραπάνω, ούτε επωφελήθηκε από τις αποφάσεις των διεθνών δικαιοδοσιών για την έννοια της διασποράς και του ελληνισμού[29], ούτε ανταποκρίθηκε στις προκλήσεις των μεταναστευτικών ροών, που θέτουν επιτακτικά το ζήτημα των ανθρώπινων δικαιωμάτων για τους πληθυσμούς σε κίνηση[30].
Επιπλέον, ιδιαιτέρως προβληματική και ως οριακή κρίση σκοπιμότητας εμφανίζεται η αξιολόγηση του δικαστηρίου για τις προσπάθειες του έλληνα νομοθέτη να εντάξει στο πλαίσιο της νομιμότητας πληθυσμούς, που διαβιούν για χρόνια και εργάζονται στην ελληνική επικράτεια, μέσω σταδιακών νομιμοποιήσεων αλλοδαπών στερούμενων ταξιδιωτικών εγγράφων και θεωρήσεως εισόδου. Η πολιτική αυτή προσπαθεί να απαντήσει, -αν και ακόμα μένει πολύς δρόμος να διανυθεί,- στις σύγχρονες απαιτήσεις τακτοποίησης των μεταναστευτικών ρευμάτων εναρμονίζοντας τις ευρωπαϊκές νομοθεσίες, έστω και κατά ημιτελή τρόπο[31]. Ωστόσο το ΣτΕ θεωρεί ότι «…συνέπεια αυτής της νομοθετικής πολιτικής και της συστοίχου διοικητικής πρακτικής είναι ότι καθίσταται ανέφικτη η διαπίστωση αν υπήρξαν πρόσωπα, ποία και πόσα, τα οποία πράγµατι να διέµειναν και να εργάσθηκαν νοµίµως, µέχρι σήµερα στη χώρα…», για να καταλήξει στο βασικό συμπέρασμα ότι «…η ιδιότης της ελληνικής ιθαγενείας, στην περίπτωση που αυτή απονέµεται αθρόως πρέπει να αποτελεί το τελικό στάδιο της ενσωµατώσεως των αλλοδαπών στην ελληνική κοινωνία και όχι το µέσο για την ενσωµάτωση στην ελληνική κοινωνία αλλοδαπών µη εχόντων εισέτι αποκτήσει την ελληνική συνείδηση…» και συνεπώς «…ούτε µόνη η νόμιμη παραµονή των γονέων του στην Ελλάδα επί πενταετία ούτε η επιτυχής παρακολούθηση έξι τουλάχιστον τάξεων ελληνικού σχολείου στην Ελλάδα διασφαλίζουν άνευ ετέρου την ένταξη του ενδιαφεροµένου στην ελληνική κοινωνία ως φορέα των αξιών του Ελληνικού Έθνους, όπως καταρχήν επιβάλλεται, κατά τις συνταγµατικές διατάξεις, προκειµένου περί της θεσπίσεως γενικών όρων και προϋποθέσεων κτήσεως της ελληνικής ιθαγένειας».
Με τα παραπάνω σκεπτικά το Δ΄ Τμήμα του ΣτΕ αμφισβητεί ως αντισυνταγματική την εξουσία του κοινού νομοθέτη να προβλέπει διαδικασίες πολιτογράφησης στη βάση καθορισμένων από τον ίδιο αντικειμενικών κριτηρίων (όπως χρόνος «νόµιµης» διαµονής του αιτούντος αλλοδαπού ή της οικογένειάς του, η φοίτηση σε ελληνικό σχολείο επί ορισµένο χρόνο, η ανυπαρξία καταδίκης για ορισμένα σοβαρά ποινικά αδικήματα), χωρίς την πρόβλεψη προηγούμενης εξατομικευμένης κρίσης ως προς τη συνδρομή της ουσιαστικής προϋποθέσεως του δεσµού προς το ελληνικό έθνος του αιτούντος την πολιτογράφηση αλλοδαπού. Η θέση όμως αυτή της απόφασης οδηγεί σε αναίρεση των αντικειμενικών κριτηρίων ένταξης στην πολιτική κοινότητα του λαού, όπως το κριτήριο της χωρικής εγγύτητας και της τήρησης της νομιμότητας.
Η θέση του Δικαστηρίου στο πολιτικό ζήτημα της αλλοδαπότητας συνοψίζεται στην αντίληψη της ιθαγένειας ως προνομίου – αντιδώρου του κράτους προς τους ήδη φέροντες την εθνική συνείδηση, ως απόληξη της διαδικασίας ενσωμάτωσης που αναγνωρίζεται σε όσους αποδείξουν την προσχώρηση τους σε μια προαιώνια ομοιογενή ιστορική συλλογικότητα, ενώ την αρνείται σε όσους συνδιαμορφώνουν στο παρόν στα γεωγραφικά όρια μια κοινή οικονομική και πολιτική πατρίδα με έμπρακτη συμμετοχή και τήρηση της νομιμότητας. Η αναγνώριση πλήρους πολιτικής ταυτότητας μέσα από μια διαδικασία με τελευταίο στάδιο τη διαπίστωση της ενσωμάτωσης του αλλοδαπού στην ελληνική κοινωνία, η οποία επισφραγίζεται με τη απόκτηση εθνικής συνείδησης, δεν εναρμονίζεται, πάντως, ούτε με τις διατάξεις του Σ αλλά ούτε και προς την οικεία νομοθεσία περί ιθαγένειας και το πνεύμα του νομοθέτη[32].
Το νέο αρ. 5Α του Κώδικα Ιθαγένειας, που όντως συμμερίζεται μεν την απόδοση της ιθαγένειας ως τελικό στάδιο μιας διαρκούς ενταξιακής πορείας του αλλοδαπού, ως εν δυνάμει πολίτη και ως defacto κοινωνικού πολίτη[33], ουδόλως εξαρτά, πάντως, τις ουσιαστικές προϋποθέσεις από συνειδησιακά κριτήρια. Ο νομοθέτης εξαρτά αποκλειστικά την πολιτογράφηση από τη νόμιμη και μόνιμη διαμονή, την κατανόηση της γλώσσας, τη διαβάθμιση συμμετοχής στην οικονομική και κοινωνική ζωή και τη δυνατότητα ενεργούς παρέμβασης στην πολιτική ζωή της χώρας. Μια τέτοια αξίωση για ιθαγένεια τερματίζει την καθήλωση της ελληνικής έννομης τάξης στην φυλετική καταγωγή και εντοπίζει σημείο συνάντησης του δημοκρατικού με το φιλελεύθερο χαρακτήρα του κράτους[34].
Άλλωστε, ούτε η θεωρία φαίνεται να αποδέχεται μια μονοσήμαντη πορεία στη λειτουργική δυναμική της ιθαγένειας, δηλαδή ως τον τερματισμό της διαδικασίας ένταξης[35]. Μια παρόμοια θέση, όπως αυτή του ΣτΕ, παραγνωρίζει τις διαφορετικές ενταξιακές ανάγκες των αλλοδαπών πληθυσμών και τις ποικίλες αφετηρίες τους[36]. Αντιλαμβάνεται την απόδοση της ιθαγένειας με βάση την προκρούστεια λογική, ως το τέρμα του δρόμου για κάθε περίπτωση, περνώντας πάντα μέσα από το εθνοφυλετικό φίλτρο, χωρίς να διακρίνει μεταξύ των διαφορετικών υποκειμένων: αν οι αλλοδαποί είναι ανήλικοι ή ενήλικοι, αν γεννήθηκαν στην ελληνική επικράτεια ή έξω από αυτήν, αν έλαβαν ελληνική παιδεία[37] ή αν συμμετέχουν ενεργά στην κοινωνική και οικονομική ζωή[38].
 
2. Η νομολογιακή παρακαταθήκη για το δίκαιο ιθαγένειας
Τα ερωτήματα που θέτει η σχολιαζόμενη απόφαση γίνονται πιο εμφατικά, αν επιχειρηθεί η σύγκρισή της προς την προηγούμενη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας γύρω από τα θέματα της ιθαγένειας.
Κάθε απόπειρα σύγκρισής της με τις αντίστοιχες αποφάσεις του ΣτΕ καθιστά έκδηλη την απόκλισή της και την αδυναμία συστηματικής κατάταξής της σε μια οποιαδήποτε κατηγορία. Τούτο καταδείκνυται, πρώτον, από την επιλογή των μελών του Δ΄ Τμήματος να θεωρήσουν, ως αντισυνταγματικές, τις νομοθετικές επιλογές πολιτογράφησης βάσει αντικειμενικών κριτηρίων εδάφους και εκπαίδευσης, επιλογή που αμφισβητεί την προτεραιότητα της πολιτικής κρίσης του νομοθέτη σχετικά με τις προϋποθέσεις απόδοσης της ιθαγένειας. Δεύτερον, από την εγκατάλειψη της πάγιας νομολογίας του ίδιου Δικαστηρίου, η οποία εξαιρούσε του ελέγχου συνταγματικότητας τις πράξεις των πολιτειακών οργάνων, με την αιτιολογία ότι το δίκαιο της ιθαγένειας ανάγεται στη σφαίρα της γενικής πολιτικής της χώρας και οι σχετικές εκτελεστές διοικητικές πράξεις εξειδικεύουν μια «κυριαρχική» αρμοδιότητα της Πολιτείας.
Η σοβαρή αυτή απόκλιση υπογραμμίζεται όχι για να υποστηριχθεί η προηγούμενη νομολογία του ΣτΕ, η οποία δεχόταν ότι η ρύθμιση της ιθαγένειας, που ως προνόμιο που ελεύθερα απονέμεται, ανακτάται, αφαιρείται ή ανακαλείται από το κράτος βρίσκεται στο «συνταγματικό απυρόβλητο», αλλά για να καταδειχθεί πως οι ιδεολογικές προκαταλήψεις της κρινόμενης απόφασης και οι επινοήσεις αντισυνταγματικότητας (αντίθεση στο έθνος και στο δίκαιο του αίματος), συνιστούν αναχρονιστική αναδίπλωση για την θεωρία και πράξη του δικαίου της ιθαγένειας.
Υπενθυμίζεται συνοπτικά η προηγούμενη νομολογία, ώστε να φανεί η οξεία αντίφαση με την κρινόμενη απόφαση, με την παρεμπίπτουσα υπογράμμιση ότι και αυτή δεν ήταν άμοιρη, ούτως ή άλλως, κριτικής ούτε διακρινόταν για την προοδευτικότητά της. Σύμφωνα με την αντίληψη αυτή, που ήταν δυστυχώς ριζωμένη στην ελληνική διοικητική πρακτική και την αντίστοιχη νομολογία[39], όλα τα ζητήματα τα σχετικά με την κτήση και την απώλεια της ιθαγένειας δεν αφορούν το πλαίσιο άσκησης των ατομικών δικαιωμάτων, αλλά αποκλειστικά τον χώρο άσκησης της κυριαρχικής αρμοδιότητας[40] και τα πολιτειακά συμφέροντα. Στην ίδια κατηγορία ανήκουν το αναιτιολόγητο των απορριπτικών αποφάσεων πολιτογράφησης, η μη υπαγωγή της αναγνώρισης και της αφαίρεσης ιθαγένειας στους κανόνες των προθεσμιών και της προηγούμενης ακρόασης του διοικουμένου κατά τον ΚΔΔ/σίας, οι αυθαίρετες και εκτός ευλόγου χρόνου ανακλήσεις διαπιστωμένων ιθαγενειών. Όλα αυτά αποτελούν μερικές βασικές κατηγορίες που δείχνουν το ευρύ περιθώριο εκτίμησης της διοίκησης κατά την εξειδίκευση αόριστων νομικών εννοιών στο δίκαιο της ιθαγένειας και το ανέλεγκτο των σχετικών κρίσεων από τα διοικητικά δικαστήρια[41].
Έτσι, ενόψει της «κυριαρχικής» σχετικής αρμοδιότητας του Κράτους, έχει κριθεί ότι στο εθνικό δίκαιο δεν προβλέπεται δικαίωμα του αλλοδαπού στην απονομή της ελληνικής ιθαγένειας με πολιτογράφηση, «…ο κανόνας δε αυτός δεν αντίκειται στο άρθρο 2 παρ. 1 του Συντάγματος ή την αρχή του κράτους δικαίου…» (ΣτΕ 406/1990, Ολομ. 2279/1990 πλειοψηφία, 1159/1991, 474/2005, 2780/2007, 1242/2007[42]), «ούτε αντίκειται στο άρθρο 10 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος, με τις οποίες διατάξεις δεν επιβάλλεται, σε κάθε περίπτωση, χωρίς δηλαδή ειδική περί τούτου διάταξη νόμου, η υποχρέωση εκδόσεως εκτελεστών διοικητικών πράξεων επί υποβολής αναφοράς πολίτη». Ιδιαίτερη αναφορά απαιτείται και στις δύο πρώτες αποφάσεις της μεταπολίτευσης, ΣτΕ 345/1978 και 1061/78, καθώς και στην μεταγενέστερη ΣτΕ 2194/2004, οι οποίες αφορούν την εξάρτηση της εκούσιας αποβολής ιθαγένειας από την προηγούμενη άδεια διοικητική άδεια της Πολιτείας[43], σε περιπτώσεις που οι αιτούντες την αποβολή ελληνικής ιθαγένειας έχουν διακόψει κάθε πραγματικό δεσμό με την χώρα[44].
Η νομολογία ανθίσταται, πάντως, στην απόδοση διαστάσεων της ιθαγένειας που θα διαπλέκονταν με τα ατομικά δικαιώματα στη βάση του ενωσιακού δικαίου ή του δικαίου ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Τούτο συμπλέει άλλωστε και με το διεθνές δίκαιο, κατά το οποίο ο καθορισμός τόσο των ουσιαστικών όρων και προϋποθέσεων, όσο και της διαδικασίας κτήσεως της ιθαγενείας με πολιτογράφηση ανήκει στην αρμοδιότητα του εθνικού νομοθέτη. Το γενικό διεθνές δίκαιο δεν τάσσει συγκεκριμένα κριτήρια, δεσμευτικά για τον εθνικό νομοθέτη κατά τη θέσπιση κανόνων πολιτογράφησης αλλοδαπών, ούτε προκύπτει ότι είχε διαμορφωθεί διεθνής κανόνας υποχρεωτικής αιτιολογίας των πράξεων των εθνικών αρχών, με τις οποίες απορρίπτονται αιτήματα πολιτογράφησης αλλοδαπών. Η μεν Οικουμενική Διακήρυξη δεν έχει κυρωθεί νομοθετικώς και, επομένως, δεν έχει εισαχθεί στο εσωτερικό δίκαιο της Ελλάδας, ο δε Χάρτης Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, η πανηγυρική διακήρυξη του οποίου έγινε στη Νίκαια της Γαλλίας στις 7 Δεκεμβρίου 2000, από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, δεν αποτελεί δεσμευτική νομική πράξη. Τέλος, ούτε η κυρωθείσα με το άρθρο πρώτο του ν.δ/τος 53/1974 (ΦΕΚ Α΄ 256) Ευρωπαϊκή Σύμβαση «δια την προάσπισιν των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών» κατοχυρώνει δικαίωμα στην ιθαγένεια ούτε έχει πεδίο εφαρμογής το άρθρο 6 περ. 1 αυτής σε διαδικασίες καθορισμού ή απονομής ιθαγενείας, δοθέντος ότι αυτή δεν αποτελεί δικαίωμα αστικής φύσεως [ΣτΕ 1242/2007][45].
Μια τελευταία κατηγορία αποφάσεων αφορά στην ανάκληση ιθαγένειας ομογενών, όταν αποδείχθηκαν παραποιημένα ή πλαστά τα κρίσιμα δικαιολογητικά που οι ίδιοι είχαν προσκομίσει προκειμένου να τους χορηγηθούν οι προξενικές θεωρήσεις παλιννοστούντων ομογενών και να εκδοθεί η διαπιστωτική της ελληνικής ιθαγένειάς τους πράξη. Στις περιπτώσεις αυτές ο χρόνος της ανάκλησης, που έφτανε μέχρι και τα 8 έτη, κρινόταν «…ως εύλογος χρόνος για την ανάκληση της κατά τα παράνομης νομαρχιακής απόφασης, η οποία μάλιστα άπτεται ζητήματος εξόχως σημαντικού για το δημόσιο συμφέρον, όπως η ιθαγένεια. Σε κάθε περίπτωση, την εντός ευλόγου χρόνου ανάκληση παράνομης πράξης σχετικής με τη διαπίστωση της ελληνικής ιθαγένειας δεν αποκλείει η διάταξη του άρθρου 4 παρ. 3 του Συντάγματος» [ΣτΕ 1867/2009][46].
Όπως διαφαίνεται από τα παραπάνω, το ίδιο επιχείρημα που καταρρίπτεται λόγω αντισυνταγματικότητας στην ΣτΕ 350/2011, αποτελούσε τη βάση του δικαίου της ιθαγένειας, όπως αυτό παγίως γινόταν αντιληπτό από τα δικαστήρια, μέχρι σήμερα.
 
3. Η διαλεκτική σχέση της ιθαγένειας με τα ανθρώπινα δικαιώματα
Η παραπάνω πάγια νομολογία του δικαστηρίου δικαιολογημένα δέχτηκε κριτική, καθώς έδειξε εμμονή στη κρατικογενή και κυριαρχική διάσταση της ιθαγένειας, παραγνωρίζοντας την υποχρέωση του δικαστή να ερμηνεύει υπό το φως των συνταγματικών αρχών, και κυρίως του κράτους δικαίου και των δικαιωμάτων του ανθρώπου, τόσο τους περιοριστικούς όρους του νομοθέτη για την κτήση – απώλεια ιθαγένειας όσο και την σχετική διακριτική ευχέρεια της διοίκησης. Συνεπώς, ουδόλως αμφισβητείται ότι ο δικαστής και δικαιούται και οφείλει να αξιολογήσει την συνταγματικότητα των νομοθετικών ρυθμίσεων περί πολιτογράφησης. Το κρίσιμο ζήτημα είναι, ωστόσο, με ποιες μεθόδους ερμηνείας και ως προς ποιες συνταγματικές διατάξεις θα προβεί ο δικαστής στον σχετικό έλεγχο.
Ξαναδιαβάζοντας εκτενείς μειοψηφίες, καθώς και αξιόλογες εξαιρέσεις στην πάγια νομολογία περί ιθαγένειας, διαγράφεται για το δικαστή μια ερμηνευτική οδός που σκιαγραφεί τα συνταγματικά όρια των αυτοδεσμεύσεών του[47], αλλά κυρίως αποσυνθέτει το επιχείρημα του Δ’ Τμήματος περί μοναδικότητας του κριτηρίου του αίματος τόσο ιστορικά όσο και σύγχρονα[48]. Το ίδιο το δικαστήριο στο παρελθόν έχει αναδείξει περισσότερο περιεκτικές διαστάσεις της ιδιότητας του πολίτη, αξιοποιώντας την παράμετρο των συμβιωτικών δεσμών του προσώπου στην χώρα υποδοχής. Στο σχετικό διάλογο μας είχε εισαγάγει η σκέψη του Γ. Παπαδημητρίου, με μια παλιά και ανεκτίμητη μελέτη του, με αφορμή τις απόψεις της μειοψηφίας στις αποφάσεις 345/78 και 1061/78[49], που αναφέρονταν στην εξάρτηση της εκούσιας αποβολής της ιθαγένειας μετά από άδεια της διοίκησης λόγω συνδρομής «εξαιρετικών λόγων». Ο συνταγματολόγος προτείνει έναν συγκερασμό των εγγενώς αντιτιθέμενων όψεων της ιθαγένειας, υπό το φως των συνταγματικών αρχών της αξιοπρέπειας και της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας[50]: «ο νομικός δεσμός του πολίτη με την πολιτεία στο λαό της οποίας ανήκει, καθορίζει γενικά την νομική του θέση και ειδικότερα τα πλαίσια για την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητάς του, με άλλα λόγια, τη σωματική, την ψυχική, την πνευματική, την ηθική, την κοινωνική και την πολιτική υπόστασή του. Η εν λόγω διαπίστωση καθιστά κατάδηλη την εσωτερική διαλεκτική σχέση μεταξύ της ιθαγένειας και της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας του πολίτη…»[51].
Από νωρίς λοιπόν γίνεται φανερή η αντίληψη της ιθαγένειας ως μήτρας δικαιωμάτων, που δεν περιορίζονται όμως μόνον σε όσα απορρέουν από αυτήν μετά την πολιτογράφηση, αλλά και σε όσα προστατεύονται ή διακυβεύονται κατά τις διαδικασίες απόκτησης-αποβολής-ανάκλησης του καθεστώτος ιθαγένειας [όπως τα δικαιώματα αναφοράς στις αρχές, προηγούμενης ακρόασης, ισότιμης πρόσβασης στη δικαστική προστασία, ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας, προστασίας του οικογενειακού βίου]. Η ιθαγένεια, ως καταστατική ιδιότητα, συνιστά γέφυρα ανάμεσα σε δύο άξονες προστασίας του προσώπου, αφενός στην πλήρη πολιτική και δικαιική προστασία των μελών του κυρίαρχου πολιτειακού οργάνου και αφετέρου στην εγγύηση ισότιμης και ασφαλούς πρόσβασης στην απόλαυση θεμελιωδών δικαιωμάτων του ατόμου ως μέλος του κοινωνικού συνόλου[52]. Χωρίς να θεμελιώνεται ευθέως στο αρ. 5 παρ.1 Σ ένα παράγωγο δικαίωμα διατήρησης ή ελεύθερης επιλογής-αποβολής της ιθαγένειας[53], δεν θα πρέπει ωστόσο να παραγνωρίζεται η σημασία της ανάπτυξης των βιοτικών σχέσεων και των πραγματικών αναγκών του ατόμου [οικογένεια, τέκνα, επάγγελμα, κοινωνική ασφάλιση και φορολόγηση, μόνιμη διαμονή] κατά την άσκηση των κυριαρχικών αρμοδιοτήτων της πολιτείας στα θέματα απονομής και αφαίρεσης της ιθαγένειας[54].
Στην ίδια κατεύθυνση άμβλυνσης της επιθετικής όψης της ιθαγένειας και σύνδεσης του φιλελεύθερου χαρακτήρα με τη δημοκρατική της φύση, κινήθηκαν μεταγενέστερες δικαστικές κρίσεις, που διαβάθμισαν τη σχετική προστασία του ατόμου άλλοτε βάσει γενικών αρχών του δικαίου[55] και άλλοτε φτάνοντας μέχρι την ένταξη της ιθαγένειας στα θεμελιώδη ατομικά δικαιώματα. Η ιθαγένεια δεν θεωρήθηκε αυτοτελές δικαίωμα αλλά ιδιότητα, που συνδέεται άμεσα με άλλα κοινωνικά και ατομικά δικαιώματα και νομικές σχέσεις που απαιτούν σταθερότητα και ασφάλεια[56]. Την ιδιότητα αυτή μπορεί να εξασφαλίσει μόνον η ένταξη του προσώπου σε μια δημοκρατική κοινωνία.
Μεταξύ άλλων, αξίζει να αναφερθεί εδώ η νομολογιακή αποκρυστάλλωση ενός κανόνα φύσει ανέκκλητου των πράξεων πολιτογράφησης, που φέρνει στο φως όλες τις κρυφές πτυχές του δικαίου ιθαγένειας και ταυτόχρονα το υπάγει στις εγγυήσεις των δικαιοκρατικών κανόνων: ΣτΕ 685/2009 «…ενόψει του άρθρου 4 παράγραφος 3 εδάφιο δεύτερο του Συντάγματος, με το οποίο απαγορεύεται η αφαίρεση ιθαγενείας, αλλά και εν όψει τόσον της φύσεως και της σημασίας της ιθαγενείας ως θεμελιώδους ατομικού δικαιώματος, όσον και των νομικών συνεπειών που επάγεται η ιθαγένεια στην προσωπική κατάσταση και σε πάγιες έννομες σχέσεις των ενδιαφερομένων (γάμος, στράτευση, νομική κατάσταση τέκνων κ.λπ), οι πράξεις με τις οποίες, κατόπιν ουσιαστικής εκτιμήσεως των πραγματικών προϋποθέσεων, είτε αναγνωρίζεται, ως συμβαίνει εν προκειμένω, προϋπάρχον, είτε απονέμεται το πρώτον με πολιτογράφηση δικαίωμα ελληνικής ιθαγενείας, είναι από την φύση τους αμετάκλητες και δεν ανακαλούνται κατά κανόνα, παρά μόνον κατ` εξαίρεση, εφόσον αποδεικνύεται με ειδική περί τούτου αιτιολογία και κατ` εξοχήν κατόπιν ακροάσεως του ενδιαφερομένου, συγκεκριμένος ίδιος δόλος αυτού, ως προς την δημιουργία ψευδών ουσιαστικών προϋποθέσεων για την απόκτηση του δικαιώματος, πάντως δε και στην περίπτωση αυτή, εφόσον δεν έχει παρέλθει εύλογος χρόνος και δεν έχουν δημιουργηθεί ενδιαμέσως έννομες σχέσεις προσωπικής καταστάσεως του ενδιαφερομένου ή των μελών της οικογενείας του […].
Περαιτέρω, οι σχετικές με την αναγνώριση και την αποποίηση ιθαγενείας εξουσίες των εθνικών αρχών υπόκεινται στους περιορισμούς που προβλέπονται, κατά περίπτωση και υπό ορισμένες προϋποθέσεις, από το διεθνές δίκαιο για λόγους προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων[57]. Η αυθαίρετη άρνηση χορήγησης ιθαγένειας και η παράλειψη προσδιορισμού ορισμένου καθεστώτος διαμονής για ανιθαγενείς πληθυσμούς, παραβιάζει το δικαίωμά τους στον «κοινωνικό ιδιωτικό βίο»[58]. Η αδικαιολόγητη και καταχρηστική απέλαση κυρίως μεταναστών δεύτερης γενιάς, που αναπτύσσουν το σύνολο των κοινωνικών τους δραστηριοτήτων εντός της χώρας υποδοχής συνιστά παραβίαση της ιδιωτική ζωής κατά το αρ. 8 ΕΣΔΑ[59]. Χωρίς να αναγνωρίζεται μια ατομική αξίωση απονομής ιθαγένειας, το ΕΔΔΑ τονίζει ότι η ρύθμιση του νομικού δεσμού νομίμως και μονίμως διαμενόντων προς το κράτος, ιδίως όταν υπάρχει κίνδυνος ανιθαγένειας[60], θα πρέπει να λαμβάνει υπ’ όψη την ιδιαιτερότητα κάθε κατηγορίας προσώπων και τους ήδη ανεπτυγμένους οικογενειακούς και κοινωνικούς δεσμούς, ενώ η τυχόν άρνηση ρύθμισης δεν αποτελεί κυριαρχική επιλογή του κράτους[61]. Διαφαίνεται μάλιστα στη σχετική νομολογία του ΕΔΔΑ μια στοιχειώδης διάκριση μεταξύ των προϋποθέσεων ένταξης των μεταναστών πρώτης γενιάς και των τέκνων τους. Σε ένα ιδανικό σύστημα αντικειμενικού προσδιορισμού της ιθαγένειας, οι πρώτοι καλούνται να αποδείξουν την συνδρομή περισσότερων παραγόντων, όπως η διαρκής διαμονή, η ουσιαστική κοινωνική ενσωμάτωση και η πραγματική βούληση ένταξης στην πολιτική κοινωνία. Αντιθέτως για τους μετανάστες δεύτερης γενιάς συντρέχει ισχυρότερο (μαχητό) τεκμήριο, καθώς η εμπειρία της μετανάστευσης αποτελεί γι αυτούς βασική και πρωταρχική βιοτική συνθήκη κατά τη γέννηση και την εκπαίδευσή τους[62]. Το τεκμήριο ανατρέπεται μόνον όταν αποδειχθεί η ίδρυση και διατήρηση δεσμών με την χώρα αρχικής καταγωγής[63].
Αλλά και κατά τον κοινοτικό δικαστή, οι συμβιωτικοί δεσμοί και οι όροι ελεύθερης ανάπτυξης του ατόμου σε προσωπικό και κοινωνικό επίπεδο ανάγονται σε εσωτερικά στοιχεία της αρχής της αναλογικότητας και βασικά κριτήρια για την εξειδίκευση αόριστων νομικών εννοιών, όπως οι «σοβαροί λόγοι δημόσιας τάξης ή δημόσιας ασφάλειας», όταν τα κράτη μέλη αποφασίζουν για θέματα που ανάγονται στην αποκλειστική αρμοδιότητά τους. Σε πρόσφατη απόφαση ανάκλησης πολιτογράφησης με συνέπεια την ανιθαγένεια, το ΔΕΕ θυμίζει: «τα κράτη μέλη είναι αρμόδια να καθορίζουν τις προϋποθέσεις κτήσης και απώλειας της ιθαγένειας των πολιτών τους, αλλά όταν πρόκειται για πολίτες της Ένωσης, η άσκηση της αρμοδιότητας αυτής υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο με γνώμονα το δίκαιο της Ένωσης, εφόσον αφορά τα δικαιώματα που απονέμει και προστατεύει η έννομη τάξη της Ένωσης»[64]. Επίσης σε αξιοσημείωτη περίπτωση απέλασης κοινοτικού πολίτη, κατά την ερμηνεία των επιτακτικών όρων δημοσίας ασφάλειας που αξιολογούνται από το κάθε κράτος και δικαιολογούν την κατ’ εξαίρεση άρση για τον κοινοτικό πολίτη του υψηλού βαθμού προστασίας από την απέλαση, το ΔΕΕ έκρινε ότι το μέτρο απέλασης πρέπει να βασίζεται σε ατομική εξέταση της συγκεκριμένης περίπτωσης και δεν δικαιολογείται παρά μόνον αν είναι αναγκαίο, λόγω της εξαιρετικής σοβαρότητας της απειλής, υπό την προϋπόθεση ότι ο στόχος αυτός δεν μπορεί να επιτευχθεί με λιγότερο αυστηρά μέτρα και δεν παραβιάζει τα θεμελιώδη δικαιώματα και ειδικότερα το δικαίωμα στον σεβασμό της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής[65].
 
4. Καταληκτικές παρατηρήσεις: Προς ένα νέο συνταγματικό πατριωτισμό στο δίκαιο ιθαγένειας
Η αυτονόμηση της ιδιότητας του πολίτη από τον στενό νομικό δεσμό της ιθαγένειας έχει δρομολογηθεί ήδη από τη θέσπιση της ευρωπαϊκής ιθαγένειας[66]. Η ελεύθερη κίνηση και εγκατάσταση[67] και τα κοινωνικά – προνοιακά δικαιώματα αναγνωρίζονται στους κοινοτικούς πολίτες[68]. Ήδη στη νομολογία του Δικαστηρίου Ευρωπαϊκής Ένωσης διαφαίνεται η διαμόρφωση ενός δεσμού οικονομικοκοινωνικής αλληλεγγύης μεταξύ των ευρωπαίων πολιτών, που σταδιακά αποσυνδέεται από την άσκηση στενής οικονομικής δραστηριότητας[69]. Η εθνικά προσδιορισμένη ιθαγένεια υπαναχωρεί μπροστά στην αναγνώριση της διαμονής ως κριτήριου απόλαυσης δικαιωμάτων και στην ισότιμη παροχή κοινωνικών βοηθημάτων σε κάθε κράτος μέλος[70]. Με διαφορετικό βαθμό προστασίας και υπό τους ορισμούς των διεθνών δεσμεύσεων της χώρας, καθορίζεται η υποδοχή υπηκόων τρίτων χωρών[71], ο σεβασμός της προσωπικής ασφάλειας και ελευθερίας και η προστασία από την απέλαση στον ευρωπαϊκό χώρο[72]. Στην ίδια κατεύθυνση κινείται η νομολογία του ΕΔΔΑ , που καθιστά τα πρόσωπα φορείς ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων στα κράτη μέλη ανεξαρτήτως ιθαγένειας[73]. Με λίγα λόγια, η πρώτη αυτή φάση σχετικοποίησης της ιθαγένειας, και κυρίως των παράγωγων από αυτή δικαιωμάτων, απομείωσε στην πράξη την σημασία της ως παράγοντα προσδιορισμού των φορέων των δικαιωμάτων.
Ωστόσο, υπαινιχθήκαμε παραπάνω τη μετάβαση σε μια ενδεχόμενη δεύτερη φάση σχετικοποίησης της ιθαγένειας μέσα από ένα πλέγμα περιορισμών που τίθενται στη διακριτική ευχέρεια των κυρίαρχων κρατών να καθορίζουν το νομικό status όσων διαβιούν στην επικράτειά τους[74]. Κοινή παράμετρος αυτών των ορίων είναι κυρίως οι κοινοί βιοτικοί δεσμοί που αναπτύσσει κάθε άνθρωπος στην χώρα μόνιμης διαμονής του και η βούληση του συνανήκειν σε μια πολιτική κοινότητα. Πρόκειται αναμφισβήτητα για μια διεύρυνση της προστασίας που αποδίδει η ιδιότητα του πολίτη στη βάση κυρίως φιλελεύθερων κριτηρίων, που μοιραία όμως εμβαθύνουν και τη δημοκρατία. Η εξέλιξη αυτή δεν διαγράφεται σε έναν ορίζοντα ανιστόρητου οικουμενισμού των δικαιωμάτων, αλλά αντίθετα επεκτείνει και εμπλουτίζει τους παραδοσιακούς κανόνες πολιτογράφησης: το δίκαιο του αίματος συμπληρώνεται με τους σύγχρονους μεταναστευτικούς οικογενειακούς δεσμούς, που παραμένουν δεσμοί καταγωγής, και αντίστοιχα το δίκαιο του εδάφους εμπλουτίζεται με νέες διαστάσεις συμμετοχής στην δημόσια σφαίρα της χώρας όπου διαμένουν οι μετανάστες. Αν, όμως, γίνει σεβαστή η παραδοχή ότι μόνον η απονομή της ιθαγένειας μπορεί να εξασφαλίσει την πλήρη δικαιική προστασία, μέσα από την εφαρμογή του εθνικού νόμου και την εγγύηση των όρων άσκησης ατομικών και πολιτικών δικαιωμάτων, τότε μόνον η αναγνώριση μιας «αντικειμενικής» ιθαγένειας μπορεί να μας εγγυηθεί ότι η πολιτογράφηση δεν θα θέτει φραγμούς στην ανάπτυξη των σχέσεων του προσώπου με την κοινωνική του σφαίρα και την εν γένει επικράτεια της πολιτικής[75].
Για τον λόγο αυτό, η σχολιαζόμενη απόφαση αποτελεί μια οπισθοδρόμηση σε σχέση με τις νομολογημένες περιπτώσεις εκούσιας αποβολής – ανάκλησης – αφαίρεσης ιθαγένειας ή απόρριψης πολιτογράφησης, όπου το ΣτΕ στάθμισε προσεκτικά τις κοινωνικές σχέσεις και τον ιδιωτικό βίο των προσώπων προς την αποκλειστική αρμοδιότητα της πολιτείας να ορίζει το νομικό τους καθεστώς. Τα κρίσιμα πραγματικά και νομικά χαρακτηριστικά των προηγούμενων αποφάσεων δεν διαφέρουν από τις επίδικες υποθέσεις πολιτογράφησης τέκνων αλλοδαπών. Η μιάμιση και δεύτερη γενιά μεταναστών καλύπτει το animusmanendi στην ελληνική επικράτεια, αναπτύσσει οικογενειακούς δεσμούς, μοιράζεται το ίδιο γλωσσικό και κοινωνικό περιβάλλον εκπαίδευσης, υπακούει στην ίδια έννομη τάξη με τα εκ καταγωγής Ελληνόπαιδα και συνεπώς ικανοποιεί πλήρως το κριτήριο του πραγματικού δεσμού με μια πολιτική κοινότητα και μια φυσική-γεωοικονομική επικράτεια[76]. Ο νομοθέτης μετατοπίζει το κατώφλι των αποκλεισμών απαγκιστρώνοντας την πράξη πολιτογράφησης από τον ετεροβαρή, κυριαρχικό και κληρονομικό της χαρακτήρα. Η αναγνώριση της ιθαγένειας πλέον μπορεί να αποτελέσει και προϊόν ελεύθερης επιλογής των παιδιών μεταναστών [με δήλωση δική τους ή των γονέων τους], που μεγαλώνουν, μορφώνονται στην χώρα και οικειοποιούνται έτσι την πολιτική ταυτότητα του Έλληνα και ελεύθερα εκδηλώνουν τη θέληση ολοκλήρωσης της ένταξής τους[77]. Ουσιαστικά η γενιά των παιδιών των μεταναστών και προσφύγων αποτελεί κρίσιμο κρίκο στην αλυσίδα του διαχρονικού δικαίου ιθαγένειας, καθώς αναδομεί την ελληνική κοινωνία και ανασυγκροτεί την ελληνική πολιτεία, αλλά με όρους εσωτερικής συνοχής και αλληλεγγύης.
Σε τί τελικά συνίσταται η κυριαρχία του κυριάρχου λαού να καθορίζει την σύνθεση της πολιτικής του οντότητας και να προσδίδει σε αυτήν ιδιαίτερη ταυτότητα, αν αμφισβητείται, όπως στη σχολιαζόμενη απόφαση, θεμελιακά η δυνατότητα του νομοθέτη να επιλέγει με πολιτικές αξιολογήσεις της κοινωνικής πραγματικότητας σε έναν ορίζοντα συνταγματικό, τους όρους ένταξης του προσώπου στην πολιτική κοινότητα; Η προεπιλογή του ΣτΕ να θεωρεί την εθνική κυριαρχία υπερέχουσα της λαϊκής νομιμοποίησης και να υπάγει τις επιλογές του νομοθέτη στην εικαζόμενη βούληση ενός απροσδιόριστου συνταγματικά «έθνους», είναι έωλη και αντίθετη προς τη θεμελιώδη δημοκρατική αρχή[78]. Το ΣτΕ βρέθηκε αντιμέτωπο με το δίλημμα «πολιτική ένταξη ή εθνική ενσωμάτωση; ερμηνευτική αναγωγή στην δημοκρατική έννοια του λαού (αρ. 1 παρ. 2 και 3 Σ), που απαρτίζεται από δρώντα πολιτικά υποκείμενα που δέχονται να υπόκεινται στην έννομη τάξη και στις κοινές πολιτειακές αρχές, ή επινόηση συνταγματικών θεμελίων για την φαντασιακή κοινότητα του έθνους, που προϋποθέτει πολιτισμική αφομοίωση και φυλετική καθαρότητα;». Οι δικαστές του Δ΄ Τμήματος προέκριναν την εθνική [ethno-national][79]ενσωμάτωση έναντι της πολιτικής [civique] ένταξης[80]. Το Δικαστήριο επέλεξε μια κλειστή και στατική ερμηνεία του Συντάγματος, με συχνές ασυνέπειες ανάμεσα στα κανονιστικά θεμέλια και στα αντίστοιχα συμπεράσματα περί αντισυνταγματικότητας. Η επιστροφή στο δίκαιο του αίματος και στην έννοια του γένους περιγράφει μια απεγνωσμένη προσπάθεια να διασωθεί ό,τι έχει απομείνει από την εθνοκεντρική πρόσληψη της ιθαγένειας σε μια πολυπολιτισμική κοινωνική πραγματικότητα.
Ωστόσο, η αναφορά του «έθνους» στο συνταγματικό κείμενο δεν προσδίδει στον όρο κανονιστική αυτοτέλεια[81]. Το έθνος συνεχίζει να διαμορφώνεται σε χώρο κοινωνικό και πολιτισμικό, εμπεριέχει διαφοροποιήσεις, ενώ βασίζεται σε τεκμαιρόμενες βουλήσεις και εικαζόμενες διεκδικήσεις. Η πολιτισμική του αυτοτέλεια απέναντι στο κράτος δεν συνεπάγεται και την κανονιστική του αυτονομία. Η περίληψή του στις συνταγματικές διατάξεις [κυρίως 1 παρ. 3 και 51 παρ. 2 Σ] μπορεί να έχει περιορισμένη σημασία, μόνον εφόσον ερμηνευθεί ως έννοια δυναμική και συνεκτική για την πολιτεία, καθώς θα αναπαριστά συμβολικά εκείνους τους πραγματικούς δεσμούς, ανάμεσα στους οποίους ο κοινός νομοθέτης θα επιλέξει τους πολιτικά επιθυμητούς για την διεύρυνση της νομιμοποίησης της εξουσίας και πάντοτε μέσα από το φίλτρο ασφαλών νομικών δεσμών με το κράτος[82]. Η ανανοηματοδότηση του «εθνικού» στη βάση του κοινά βιωμένου παρόντος και του κοινού οράματος για το μέλλον μιας πολιτικής πατρίδας, καθιστά την έννοια του έθνους λειτουργική και προσφέρεται για την ανανέωση των εμπνεύσεων του νομοθέτη σε έναν ορίζοντα συνταγματικών δεσμεύσεων. Σε αυτά τα ερμηνευτικά όρια κάθε καταγωγή, γλώσσα, θρησκεία και εθνικότητα υπάρχουν και λειτουργούν «υπέρ του έθνους», με τον τρόπο που ορίζει η συνύπαρξη της εθνικής με την κοινωνική αλληλεγγύη στη διάταξη του 25 παρ. 4 Σ. Το εθνικό αντέχει να επανανοηματοδοτηθεί και να αποτελέσει την πρώτη ύλη για την ανανέωση του συλλογικού υποκειμένου νομιμοποίησης της εξουσίας, μόνον αν λειτουργήσει ως καθρέπτης του κοινωνικού.
Παρά την στατική ανάγνωση του Συνάγματος από το ΣτΕ, η παραπάνω εξέλιξη που διαγράφεται στη νομολογία, εγχώρια και διεθνή, προσφέρει στον εθνικό δικαστή χρήσιμο οπλοστάσιο για την κατάστρωση ενός δικανικού συλλογισμού, που θα αντιλαμβάνεται την ιθαγένεια ως ανοιχτό σχήμα, ενταγμένο σε ένα αντικειμενικό σύστημα πολιτογράφησης, που διαλεκτικά επικοινωνεί με τα δίκαια του ανθρώπου, και γεφυρώνει την εγγενή αντινομία μεταξύ ανθρώπου και πολίτη[83]. Θα περιμέναμε έναν τέτοιου τύπου συνταγματικό πατριωτισμό από το ΣτΕ κατά τον έλεγχο συνταγματικότητας των επίδικων ρυθμίσεων, εμπνευσμένο από τα θεμελιώδη δικαιώματα, σε διάλογο με τον ευρωπαίο και κοινοτικό δικαστή και κοντά στους σύγχρονους σκοπούς του νομοθέτη. Δεν είναι τυχαία η αναφορά στην αιτιολογική έκθεση του ν. 3838/2010 [σελ. 3] «το άρθρο 5 παράγραφος 1 του Συντάγματος υποδεικνύει στον νομοθέτη να αντιλαμβάνεται την ιδιότητα του πολίτη και το έθνος σε μια φιλελεύθερη και δημοκρατική κατεύθυνση. Η αντίληψη αυτή συνδέει κατ’ εξοχήν την πολιτική συμμετοχή με το να είναι για κάποιον η Ελλάδα το πραγματικό επίκεντρο του βίου».
Μια σχετικά συντηρητική αλλά συνεπής αναμενόμενη απόφανση του δικαστηρίου θα ήταν, σε συνέχεια της πάγιας νομολογίας, να αναγνωρίσει το δικαστήριο τον εαυτό του αναρμόδιο να αξιολογήσει δικαιοπολιτικά τις επιλογές του νομοθέτη. Με ανακούφιση, ελπίδα και επιστημονικό ενδιαφέρον θα υποδεχόμασταν μια κρίση του ΣτΕ που θα αντιλαμβανόταν τον δημόσιο δεσμό της ιθαγένειας μέσα από τη λεπτή ισορροπία στάθμισης μεταξύ της κρατικής κυριαρχίας και των δικαιωμάτων του ανθρώπου ως πολίτη ή εν δυνάμει πολίτη, λαμβάνοντας υπ’ όψη την κριτική που έχει διατυπωθεί για την μέχρι σήμερα νομολογία του καθώς τις σύγχρονες νομολογιακές εξελίξεις στο ευρωπαϊκό δίκαιο.
Πάντοτε το δίκαιο της ιθαγένειας κινείται ανάμεσα στην εγκαθίδρυση του κανόνα εξαίρεσης και της προσδοκίας καθολικής πολιτικής συμμετοχής[84]. Η ενδιάμεση γκρίζα ζώνη περιλαμβάνει τις πολιτικές συμπερίληψης, που απαντούν στο επιτακτικό αίτημα η κοινωνική ιδιότητα του πολίτη να συνδεθεί με την πολιτική ιθαγένεια[85]. Αυτό που δείχνει η παραπάνω νομολογία είναι ότι στον ευρωπαϊκό συνταγματικό χώρο, οι ελευθερίες για να ασκούνται με ασφάλεια και υπό τις εγγυήσεις της κοινωνικής συνοχής προϋποθέτουν την κατά το δυνατόν καθολικότερη νομιμοποίηση από τους φορείς τους: όποιος ζει και αναπτύσσει σταθερούς δεσμούς με έναν τόπο κυριαρχίας, έχει ως όραμα να αποφασίζει καταστατικά για τους όρους άσκησης αυτής της κυριαρχίας.[86] Παράλληλα, η κυριαρχία διατηρεί τα δημοκρατικά χαρακτηριστικά της εφόσον στην διαμόρφωση και άσκησή της συμμετέχουν όλοι όσοι υπόκεινται στις εξουσίες που απορρέουν από αυτή. Η φυσική και δύσκολη σύνδεση πολιτικής και ατομικής ελευθερίας μέσω των δικαιωμάτων του ανθρώπου δοκιμάζει τα όριά της με ιδιαίτερη ένταση στο πεδίο του δικαίου πολιτογράφησης[87]. Σε αυτά τα οριακά ζητήματα, ο συνταγματικός άξονας του δικαστή ορίζεται από την αρχή της καθολικότητας της ψηφοφορίας (άρ. 51 παρ. 3 Σ) που επιτρέπει στον νομοθέτη μόνον την κίνηση προς τα μπρος, δηλαδή προς τη διεύρυνση της πολιτικής κοινότητας και του εκλογικού σώματος και πάντοτε στη βάση των συνταγματικών δικαιωμάτων. Τα ενταξιακά κριτήρια του νομοθέτη υπάγονται, υπό το φως της αρχής της καθολικότητας, στον έλεγχο συνταγματικότητας σε σχέση με άλλα δικαιώματα όπως η ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας, η ισότητα των φύλων και η ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης[88].
Αν ρόλος του νομοθέτη είναι να διευρύνει τις ενταξιακές διαδικασίες και να μην καταλείπει ολόκληρες πληθυσμιακές ομάδες στα τυχαία καταγωγικά τους κριτήρια, περιορίζοντας έτσι τις διχοτομικές λειτουργίες της ιθαγένειας[89], ο ρόλος του δικαστή είναι να συνδέει περαιτέρω τις διαδικαστικές προϋποθέσεις απόκτησης-αφαίρεσης ιθαγένειας με τα θεμελιώδη δικαιώματα. Η ανάγνωση που προτάθηκε παραπάνω εντάσσει συστηματικά και τελολογικά το δίκαιο ιθαγένειας στον οικείο χώρο του, που δεν είναι αποκλειστικά ο χώρος της γενικής πολιτικής της χώρας και της πολιτικής σκοπιμότητας, αλλά περιλαμβάνει την ειδικότερη μεταναστευτική νομοθεσία, την ερμηνευτική αναγωγή στις σχετικές συνταγματικές διατάξεις [4 παρ. 3, 1 παρ. 3, 5 παρ. 1, 2 παρ. 1 και 51 παρ. 3 Συντάγματος], καθώς και την εξέλιξη της νομολογίας του ΕΔΔΑ [κυρίως αρ. 8 ΕΣΔΑ] και του ΔΕΕ σχετικά με το όρια του κοινού νομοθέτη κατά τον προσδιορισμό των νομικών δεσμών του ατόμου. Για τις επίδικες υποθέσεις προκρίνεται μια ανάγνωση του Συντάγματος, στα όρια της διαρκούς ανασυγκρότησης του εθνικού κράτους, που θα αναγνωρίζει τη δυνατότητα πρόσβασης σε μια νέα φυσιογνωμική κατηγορία προσώπων. Η κατηγορία αυτή περιλαμβάνει τον εν δυνάμει πολίτη, τον άνθρωπο ως μέλος του κοινωνικού συνόλου, και προσδιορίζεται στη βάση τριών αντικειμενικών και συνταγματικά προσδιορισμένων διαβαθμιζόμενων παραμέτρων, που θα επιτρέπουν περαιτέρω και την ενδιάθετη ένταξη στην πολιτική κοινότητα: η τήρηση της νομιμότητας (ως απόδειξη προσχώρησης στο κοινωνικό συμβόλαιο[90]), η παιδεία (ως θεσμός οικειοποίησης του δημοσίου χώρου) και το χωρικό στοιχείο της διαμονής (ως κέντρο ανάπτυξης των βιοτικών σχέσεων). Με τον τρόπο αυτό εισάγεται η αντίληψη της «αποτελεσματικής-λειτουργικής» ιθαγένειας ως εισαγωγικού δικαιώματος θεμελιώδους διαδικασίας που επιτρέπει την είσοδο του προσώπου στην πλήρη δικαιϊκή προστασία και στην πολιτειακή συγκρότηση[91].
 

 

 


[1] Βλ. ενδεικτικά Α. Μάνεσης, Εγγυήσεις τήρησης του Συντάγματος, ΙΙ, 1961-1965, (1991 ανατύπωση), σελ. 52 επ και 61 επ., του ίδιου Συνταγματικόν Δίκαιον, Πανεπιστημιακές παραδόσεις, τ. Α΄, 1967, σελ. 48 επ. και 51 επ., όπου γίνεται διάκριση μεταξύ λαού και έθνους και Α.Ι. Σβώλος, Νομικαί Μελέται, εκδ. Ι. Ζαχαρόπουλου, Αθήνα, 1957, σελ. 283-285.

 

 

[2] Βλ. Χρ. Τσούκα, Η ιθαγένεια ως συνδετικό στοιχείο και η σημασία της για την προστασία της πολιτιστική ταυτότητας, Αρμενόπουλος 1999, σελ. 1332-1347.

 

 

[3] Για τον σχετικό διάλογο, που προηγήθηκε της σχολιαζόμενης απόφασης σε σχέση με την συνταγματικότητα της διεύρυνσης του εκλογικού σώματος με μη -Έλληνες πολίτες στις δημοτικές εκλογές βλ στον ιστότοπο www.constitutionalism.gr, Χ. Ανθόπουλος, «Μετανάστες και δικαίωμα ψήφου», Χ. Παπαστυλιανός, «H συμμετοχή αλλοδαπών στις εκλογές της τοπικής αυτοδιοίκησης α΄ βαθμού: Τα συνταγματικά όρια διεύρυνσης των φορέων των πολιτικών δικαιωμάτων», Ν. Κανελλοπούλου «Τίθεται ζήτημα συνταγματικότητας», καθώς και Κ. Χρυσόγονος, Συνταγματικό δίκαιο, Εκδ. Σάκκουλα, 2003, σελ.412επ., του ίδιου Ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα, εκδ. Νομική Βιβλιοθήκη, σελ. 172-174, Θ. Ξηρός, Το εκλογικό δικαίωμα των πολιτών της ΕΕ στις δημοτικές-κοινοτικές εκλογές, ΤοΣ 1998, σελ. 853 επ., Χ. Παπαστυλιανός, «Διαπλάθοντας τον δήμο: οι προοπτικές συμμετοχής στην πολιτική ζωή», σε Μετανάστευση , ετερότητα και θεσμοί υποδοχής στην Ελλάδα, εκδ. Σάκκουλα, 2010, σελ. 167-193, Ξ. Κοντιάδης, «Δημοκρατική συμμετοχή και δικαιώματα των μεταναστών», σε Ξ. Κοντιάδης–Θ. Παπαθεοδώρου, εκδ. Παπαζήση, Αθήνα, 2007, σελ. 21-50, αλλά και αντίθετα Δ. Τσάτσος, Συνταγματικό Δίκαιο, τόμος Γ΄, Θεμελιώδη Δικαιώματα, 1988, σελ. 164-165.

 

 

[4] Με λίγα λόγια, μέσα από τα συνταγματικά όρια που διαγράφονται από την αρχή της καθολικότητας του 102 παρ. 2 Σ, την επιφύλαξη στον κοινό νομοθέτη για να προσδιορίσει το σώμα των δημοτών-εκλογέων, και την εκχώρηση κυριαρχίας κατά το 28 παρ. 2-3 Σ. για τον ευρωπαϊκό δήμο, προκύπτει μια βασική διαπίστωση: η δημοκρατική αρχή λειτουργεί ως ανοιχτή ρήτρα και ο λαός ως κυρίαρχο νομιμοποιητικό υποκείμενο περικλείει περισσότερες από μια υποστάσεις-συνθέσεις εκλογικών σωμάτων [κοινοβουλευτικό – ευρωκοινοβουλευτικό – τοπικό], ανάλογα με τις αρμοδιότητες των οργάνων που κάθε φορά νομιμοποιεί και τις αντίστοιχες εκφάνσεις λαϊκής κυριαρχίας.

 

 

[5] Όπως είναι το αρ. 1 παρ. 3 Σ, «υπάρχουν υπέρ αυτού και του Έθνους», το αρ. 51 παρ. 2 Σ, «…αντιπροσωπεύουν το έθνος», «η ανάπτυξη της εθνικής και θρησκευτικής συνείδησης» του αρ. 16 παρ. 2 Σ, «η οικογένεια ως θεμέλιο προαγωγής του έθνους» του αρ. 21 παρ. 1 Σ και «η μέριμνα για τον απόδημο ελληνισμό» του αρ. 108 Σ, «το χρέος εθνικής και κοινωνικής αλληλεγγύης» του αρ. 25 παρ. 4 Σ. και η πιο άστοχη χρήση του άρθρου 24 Σ σαν να μπορούσε να νοηθεί άραγε «εθνικό οικοσύστημα ή γενετική αειφορία».

 

 

[6] Βλ. Α. Μανιτάκης, Ελληνικό Συνταγματικό Δίκαιο, εκδ. Σάκκουλας, 2004, σελ.196-202 και 204-208, και σε άλλη κατεύθυνση Κ. Χρυσόγονος, Το πολίτευμα του Ρήγα και ο ελληνικός συνταγματισμός, Το Σύνταγμα 2008, σελ. 533-546, καθώς και ιδιαιτέρως διαφωτιστική παρουσίαση του εθνικού φαινομένου και της σύνδεσης του με το λαό, στα τρία κυρίαρχα πολιτειακά μοντέλα, το αγγλοσαξωνικό, το γερμανικό και το γαλλικό, C. Bertossi, Lesfrontièresdelacitoyenneté enEurope, Nationalité – Résidence – Appartenance, ed. L’Harmattan, 2001, p. 71–104.

 

 

[7] Για την θεμελιώδη σχέση ανάμεσα στην εθνική ταυτότητα και την ιδιότητα του πολίτη καθώς και για το έθνος ως ενοποιητική ιδεολογία και ταυτοτικό σχήμα του κράτους βλ. κυρίως από τη γαλλική βιβλιογραφία, A.Touraine, Lenationalismecontrelanation, σε Sociologiedesnationalismes, Dir. P. Birnbaum, ed. PUF 1997, p. 401–422, G. Verbunt, citoyenneté, nationalité et identité, σε: La citoyenneté et les changements de structures sociales et nationales, dir. C. Withol de Wenden, ed. Ediling, p. 237–247, M. Guigni –F. Passy, La citoyenneté en débat, ed. Harmattan, p. 47 –90 (l’accès individuel et collectif a la Nation), D. Schnapper, Lα communauté des citoyens, ed. Gallimard 1994, p. 43–72 (entre l’ethnie et l’état), D. Colas Citoyenneté et Nationalité, ed. Gallimard 2004, p. 55–93 (l’unité de la nation contre les races), P. Magnette, La citoyenneté une histoire de l’idée du participation civique, ed. Bruylant 2001 p. 99–112 « lescitoyensal’agedel’état », και στα ελληνικά, βλ. μεταξύ άλλων, Κ. Τσουκαλάς, Η εξουσία ως λαός και έθνος, εκδ. Θεμέλιο, 1999, 51–67, 105–122, Π. Θεοδωρίδης, Εθνικισμός: μια προσπάθεια συγκριτικής προσέγγισης, Θεσσαλονίκη, 1994, σ. 31–45, και Ν. Δεμερτζής, Ο Λόγος του Εθνικισμού, αμφίσημα σημασιολογικά πεδία και σύγχρονες τάσεις, εκ. Σάκκουλας, 1996, σ. 177 επ, και198 επ., Ε. Gellner, Έθνη και Εθνικισμός, Αλεξάνδρεια, Αθήνα, 1992, σ. 23 επ.

 

 

[8] Βλ. Ε. Κρίσπη–Νικολετοπούλου, Η ιθαγένεια, Γενική θεωρία – Συγκριτικόν δίκαιον, Αθήνα, 1965, σελ. 25 επ., για την έννοια της εθνικής συνείδησης στο δίκαιο ιθαγένειας.

 

 

[9] Για την έννοια του ουσιαστικού Συντάγματος και την κανονιστική του δύναμη, βλ. Α. Μανιτάκης, ό.π. σελ. 56, 122- 131, 408-413.

 

 

[10] Βλ. Κ. Τσουκαλάς, «Η επινόηση της ετερότητας», εκδ. Καστανιώτη , 2010, σελ. 49-58 [49-51].

 

 

[11]Βλ. D. Schnapper, «La communauté des citoyens», ed. Gallimard 1994, p. 73–119 (le politique et le national), p. 261–286 (habitus social – la démocratie contre la nation), και J. Leca, La citoyenneté entre la nation et la société civile, σε Citoyenneté et Nationalité perspectives en France et au Québec, ed. PUF 1991, p. 479–502.

 

 

[12] Μετά τον Αστικό Κώδικα του 1835 το δίκαιο του αίματος υπερισχύει των υπόλοιπων κριτηρίων που ίσχυσαν στα πρώτα Συντάγματα και τους πρώτους νόμους για την ιθαγένεια, βλ. συνοπτικά Π. Μαντζούφας, «Μεταναστευτικά ρεύματα και κοινωνική ένταξη στην σύγχρονη Ελλάδα», σελ. 8-10, προδημοσίευση από τον Τιμητικό Τόμο για τον καθηγητή Γ. Παπαδημητρίου, www.constitutionalism.gr.

 

 

[13] Βλ. Γ. Κόκκινος, «Τα ελληνικά Συντάγματα και η ιδιότητα του πολίτη (1844-1927)», Μνήμων, 19, 1997, σελ. 83 επ.

 

 

[14] Βλ. Ζ. Παπασιώπη-Πασιά, «Κτήση της ελληνικής ιθαγένειας με γέννηση και με αναγνώριση», Αρμενόπουλος 1986, σελ. 957-966 και της ίδιας, Δίκαιο Ιθαγένειας, εκδ. Σάκκουλα, 2002, σελ. 63-79.

 

 

[15] Βλ. περαιτέρω εξαιρετική ανάπτυξη σε Ελ. Βόγλη «Έλληνες το γένος. Η ιθαγένεια και η ταυτότητα στο εθνικό κράτος των Ελλήνων (1821-1844)», σελ. 39-58, 83-99, 122-133, 240-255 και 349-365, όπου γίνεται εκτενής αναφορά στη χριστιανική πίστη ως αρχικό κριτήριο της πολιτικής ταυτότητας, στην εισαγωγή του κριτηρίου της αυτοχθονίας, στην εναλλαγή και ισοτιμία των κριτηρίων της εντοπιότητας και της εθνικής καταγωγής μεταγενέστερα. Για το πολιτικό ζήτημα αυτοχθόνων και ετεροχθόνων που προέκυψε τόσο κατά τη Διάρκεια του Αγώνα και τα επαναστατικά Συντάγματα όσο και κατά τη συζήτηση για την πολιτική ταυτότητα του Έλληνα στην Α΄ Εθνοσυνέλευση του ελεύθερου κράτους 1843-1844 βλ. Ι. Δημάκης, Η πολιτειακή μεταβολή του 1843 και το ζήτημα των αυτοχθόνων και ετεροχθόνων, εκδ. Θεμέλιο, Αθήνα, 1991.

 

 

[16] Βλ. Δ. Χριστόπουλος, «Οι περιπέτειες της ελληνικής ιθαγένειας: ποιος (δεν) έχει τα προσόντα να είναι Έλληνας», περιοδικό Θέσεις, 2004, τ. 87, σελ. 61-90.

 

 

[17] Αιτιολογική έκθεση ν. 3838/2010, σελ 3 : «Η πολιτική αυτή αντίληψη για την ιδιότητα του Έλληνα πολίτη, δηλαδή για την Ελληνική Ιθαγένεια (όπως νομικά αποκαλείται), συνεχίζει μια μακρά συνταγματική παράδοση στη χώρα μας που ανάγεται στα επαναστατικά συντάγματα της περιόδου της αρχικής συγκρότησης του ελληνικού Κράτους», πρβλ. Δ. Δημούλης, « Λαός, έθνος και πολίτες στην ελληνική συνταγματική ιστορία του 19ου αιώνα», Το δίκαιο της πολιτικής, εκδ. Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα, 2001, σελ. 367-429 και Ν. Αλιβιζάτος, «Έθνος κατά Λαού το 1940», σε Ελληνισμός- Ελληνικότητα, επιμ. Δ.Γ. Τσαούση, Εστία, 1983, σελ. 91 επ.

 

 

[18] Βλ. μεταξύ άλλων Γ. Τσιούκας, «Ομογενείς και Ιθαγένεια: ανεπάρκειες μιας διαφοροποιημένης αντιμετώπισης», Σύγχρονα Θέματα, τεύχος 91, Οκτώβριος – Δεκέμβριος 2005, σελ. 32-38.

 

 

[19] Βλ. αναλυτικά τον σχετικό διάλογο για το ρόλο του γένους στην ιστορία της πολιτογράφησης και την σύνδεση με το δίπολο «ομογενής –αλλογενής», που διαπερνά όλες τις όψεις του δικαίου ιθαγένειας σε Λ. Μπαλτσιώτης, «Ιθαγένεια και πολιτογράφηση στην Ελλάδα της μετανάστευσης: αντιφάσεις μιας αδιέξοδης πολιτικής», σε Η Ελλάδα της μετανάστευσης – Κοινωνική συμμετοχή, δικαιώματα και ιδιότητα του πολίτη, επιμ. Μ. Παύλου, Δ. Χριστόπουλος, ΚΕΜΟ, εκδ. Κριτική, 2004, σελ. 303-337 [κυρίως 312-333], καθώς και του ίδιου, «Η ιθαγένεια στον ψυχρό πόλεμο», στο: Τα δικαιώματα στην Ελλάδα 1953-2003, επιμ. Μ. Τσαπόγας-Δ. Χριστόπουλος, ΕΕΔΑ, εκδ. Καστανιώτη, 2004, σελ. 81-98, και στην ίδια έκδοση Δ. Χριστόπουλος, «Η ελληνική ιθαγένεια στην εποχή της μετανάστευσης-παλλινόστησης», σελ. 99-109.

 

 

[20] Βλ μεταξύ άλλων τις πρόσφατες 1982/2010, 1644/2010, 3012/2009, 1882/2009 και από την ΣΤΕ 2633/09: «…Οι λόγοι αυτοί ακυρώσεως είναι απορριπτέοι ως νόμω αβάσιμοι διότι, κατά τα προεκτεθέντα, κατά το άρθρο 1 του ν. 2790/2000, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 76 του ν. 2910/2001, για την κτήση της ελληνικής ιθαγενείας απαιτείται, εκτός από την ελληνική καταγωγή, και η διαπίστωση της ελληνικής συνείδησης του ενδιαφερομένου», αλλά και τις προηγούμενες αποφάσεις ΣΤΕ 57/1981, 2756/1983, 4463/95, 21/1996, 275/99 «…Ως ομογενής, ο οποίος μπορεί να αποκτήσει την ελληνική ιθαγένεια, νοείται ο προερχόμενος από χώρα της πρώην Σοβιετικής Ένωσης ο οποίος κατάγεται από πατέρα ή μητέρα ή απώτερους προγόνους Έλληνες και έχει ελληνική συνείδηση. Μπορούν, συνεπώς, να ληφθούν υπόψη ως στοιχεία προσδιορισμού της ελληνικής συνείδησης του ενδιαφερομένου και η γνώση της ελληνικής γλώσσας ή της ποντιακής διαλέκτου καθώς και η επαφή του με τα ήθη, έθιμα και τις παραδόσεις όπως αυτά διαμορφώθηκαν στους τόπους διαμονής των Ελλήνων».
[21] Βλ. Μ. Βροντάκης, «Η απώλεια της ελληνικής ιθαγένειας και η νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας», Αρμενόπουλος 1999, σελ. 1382-1386, αλλά και αντίθετα από τη νομολογία υπέρ της συνταγματικότητας του αρ. 19 ΚΕΙ σε σχέση με το αρ. 4 παρ. 3 Σ, λόγω της διατήρησής του σε ισχύ δυνάμει του μεταβατικού αρ. 111 παρ. 6 Σ μεταξύ των άλλων ΣτΕ 59/1981, 6253/1996, 734/1999 , 3070/2002.
[22] Βλ. Ι. Βούλγαρης, «Η διάκριση μεταξύ ομογενών και αλλογενών και η επίδρασή της στην απόκτηση της ελληνικής ιθαγένειας», Αρμενόπουλος 1999, σελ. 1354-1364 [1362], καθώς και αντίθετα ΣτΕ 2060/2008, 2798/2009, 2968/2009, 4148/2009 και παλαιότερα η χαρακτηριστική ΣτΕ 209/1993 με κοινό περιεχόμενο: «…η διάταξη του άρθρου 19 ΚΕΙ δεν υπάγεται στο πεδίο εφαρμογής των άρθρων 5 παρ. 1, 8παρ. 1 και 14 της ΕΣΔΑ … η πρόσκτηση και διατήρηση της ιθαγένειας δεν αποτελεί περιεχόμενο ατομικού δικαιώματος».
[23] Βλ. μεταξύ άλλων Δ. Χριστόπουλος, «Η τελευταία εικοσαετία της ελληνικής ιθαγένειας: 1984-2004», Σύγχρονα Θέματα, τεύχος 91, Οκτώβριος Δεκέμβριος 2005, σ. 22-31 [24-25], όπου παρουσιάζεται συνολικά το ζήτημα και συνδέεται με τα θέματα της παλιννόστησης των ομογενών ως η άλλη όψη του ίδιου νομίσματος.
[24] Βλ. δημοσίευση αποφάσεων σε Επετηρίδα Δικαίου Προσφύγων και Αλλοδαπών, 2007, εκδ. Αντ. Σάκκουλα, σελ. 99-306.
[25] Ομάδες-στόχοι του άρθρου 19 του ΚΕΙ αποτέλεσαν κυρίως οι αριστεροί πολιτικοί πρόσφυγες του εμφυλίου, οι Βλάχοι της βόρειας Ελλάδος, οι σλαβόφωνοι Έλληνες, οι Εβραίοι μετανάστες στο Ισραήλ, οι Έλληνες ιταλικής καταγωγής που έφυγαν στην Ιταλία, οι μουσουλμάνοι αλβανικής καταγωγής που μετανάστευσαν στην Τουρκία, βλ. πιο αναλυτικά σε Τ. Κωστόπουλος, «Αφαίρεση ιθαγένειας: η σκοτεινή πλευρά της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας», Σύγχρονα θέματα, τ. 83/2003, σελ. 53 επ.
[26] Βλ. αναλυτικά για την αντίθεση της αφαίρεσης ιθαγενείας κατά το αρ.19 του ΚΕΙ προς τις διεθνείς συνθήκες και το εθιμικό διεθνές δίκαιο, αλλά και προς το ευρωπαϊκό δίκαιο προστασίας των δικαιωμάτων του ανθρώπου σε Ν. Σιταρόπουλος, «Αφαίρεση της ιθαγένειας με κριτήριο την εθνοτική καταγωγή: η βαριά σκιά του άρθρου 19 του ΚΕΙ του 1955», Επετηρίδα Δικαίου Προσφύγων και Αλλοδαπών, 2007, εκδ. Αντ. Σάκκουλα, σελ. 683-716 [705-712 με τις εκεί παραπομπές στην νομολογία των διεθνών δικαστηρίων].
[27] ΕΔΔΑ Προσφυγή 42202/07 (Πρώτο τμήμα), απόφ. 8.7.2010, υπόθ. Σιταρόπουλος και άλλοι κατά Ελλάδος, δημοσιευμένη μετάφραση σε ΘΠΔΔ 2010, σελ. 1208 επ., με αξιόλογο σχόλιο του Αλέξανδρου Απ. Μαντζούτσου.
[28] Βλ. γνώμη της μειοψηφίας υπέρ του χωρικού στοιχείου για την ενεργοποίηση των πολιτικών δικαιωμάτων: «λόγοι που μπορούν να δικαιολογήσουν την υπαγωγή του δικαιώματος ψήφου σε μία υποχρέωση κατοικίας είναι ο στενός συσχετισμός ανάμεσα στο δικαίωμα ψήφου στις βουλευτικές εκλογές και στο γεγονός να είναι κάποιος άμεσα ενδιαφερόμενος από τις πράξεις των τοιουτοτρόπως εκλεγομένων πολιτικών οργάνων, καθώς και η θεμιτή έγνοια του νομοθέτη να περιορίσει την επιρροή των πολιτών που κατοικούν στο εξωτερικό σε εκλογές επί θεμελιωδών μεν ζητημάτων αλλά τα οποία αγγίζουν πρωτίστως τα πρόσωπα που κατοικούν εντός της χώρας», και σε μειοψηφία δικαστή Φλογαϊτη: « Η Ελλάδα έχει εισαγάγει στο Σύνταγμά της τη δυνατότητα ψήφου για τους Έλληνες της διασποράς: προβλέπεται ότι οι όροι αυτής της ψήφου θα οριστούν με νόμο της Βουλής, ο οποίος πρέπει να υιοθετηθεί με πλειοψηφία δύο τρίτων. Αυτή η απαίτηση δικαιολογείται από τη μεγάλη σημασία που έχει η ψήφος της διασποράς για την εθνική πολιτική, διότι μόνο ένας νόμος που θα έχει ευρεία υποστήριξη από τις ελληνικές πολιτικές δυνάμεις μπορεί να αποτελέσει τη βάση μίας μεταρρύθμισης η οποία, στην πραγματικότητα, θα δώσει στους Έλληνες που έχουν εγκαταλείψει οριστικά την Ελλάδα, ή ακόμα και σε εκείνους οι οποίοι δεν έχουν πατήσει ποτέ το πόδι τους στην Ελλάδα, έναν αποφασιστικό ρόλο στο μέλλον όσον αφορά τις αποφάσεις που λαμβάνονται εντός της χώρας».
[29] Βλ. Γ. Τουργέλη, «Ομοεθνείς μετανάστες από την πρώην ΕΣΣΔ και η πολιτική των συγγενών κρατών», Σύγχρονα Θέματα, τ. 108, 2010, σελ. 45-56, μετασχηματισμοί στην εννοιολόγηση του έθνους και ανασημασιοδότηση της διασποράς.
[30] Βλ. Λ. Βεντούρα, «Εθνικό κράτος και σύγχρονες μεταναστεύσεις», Σύγχρονα Θέματα, 23-36, τ.107, Οκτώβριος-Δεκέμβριος 2009, καθώς και στην ίδια έκδοση Γ. Τσιούκας, «Αλλοδαποί πληθυσμοί στην Ελλάδα», σελ. 47-56.
[31] Βλ. Γ. Τσιούκας, «Το ασαφές καθεστώς της μακροχρόνιας εγκατάστασης και οι αβέβαιες προοπτικές του», σε: Μετανάστευση , ετερότητα και θεσμοί υποδοχής στην Ελλάδα, εκδ. Σάκκουλα, 2010, σελ. 127-165.
[32] Βλ. αιτιολογική έκθεση του νόμου, σελ. 3: «Χωρίς να υποτιμά τη σημασία της καταγωγής από Έλληνα για τη συγκρότηση του ελληνικού λαού, η νέα αυτή αντίληψη συνδέει την ιδιότητα του Έλληνα πολίτη και τα δικαιώματα πλήρους πολιτικής συμμετοχής, που τη συνοδεύουν, με την οικειοποίηση πολιτικής ταυτότητας Έλληνα ή, όπως αλλιώς αναφέρεται, με τη διαμόρφωση ελληνικής πολιτικής συνείδησης. Ταυτότητα ή συνείδηση που εν προκειμένω δεν στηρίζονται στο αίμα, στην καταγωγή ή στην αφομοίωση κάποιων εθνικοθρησκευτικών χαρακτηριστικών αλλά στην πλήρη και ενεργό συμμετοχή στην κοινωνική και οικονομική ζωή της χώρας, από τη μια, και στην ικανότητα εξ ίσου πλήρους και ενεργού συμμετοχής στην ζωή της Ελληνικής Δημοκρατίας, με σεβασμό στις αρχές της, από την άλλη».
[33] Για την εισαγωγή της έννοιας σε «Ιδιότητα του πολίτη και κοινωνική τάξη», βλ. T.H.Marshal-T.Bottomore, εκδ.Gutemberg, Αθήνα 2001 και επικαιροποίηση έργου του έργου του T.H.Marshall,σε P.Birnbaum, Surlacitoyenneté, L’ annéesociologique, ed. PUF, v.46, n.1, 1996, p. 57–85.
[34] Βλ. Χ. Παπαστυλιανός, «Προς μια αλλαγή παραδείγματος σχετικά με την κτήση της ελληνικής ιθαγένειας, την πολιτική συμμετοχή των αλλοδαπών και την ιδιότητα του πολίτη», σχόλιο σε ΕφημΔΔ 2010, σελ. 11-17.
[35] Βλ. όλο τον σχετικό διάλογο σε πρόσφατη μελέτη, D. Scnapper, Qu’ est – cequel’ intégration? Ed. Gallimard, 2007, σελ. 71-19 [72-130] καισε F. Medved “ Interaction entre nationalité et intégration,” σε Défis au droit national et international sur la nationalité a l’ aube du nouveau millénaire, Actes de la 2e conférence européenne sur la nationalité, Strasbourg, Octobre 2001, p. 21 [40] και Y.N. Soysal, Limits of citizenship, Migrants and Postnational Membership in Europe, 1994 by the University of Chicago, p. 31-41, 45-64.
[36] Βλ. Δ. Χριστόπουλος, «Οι μετανάστες στην ελληνική πολιτική κοινότητα» σε: Μ. Παύλου, Δ. Χριστόπουλου (επιμέλεια), Η Ελλάδα της μετανάστευσης, Εκδόσεις Κριτική, Αθήνα, 2004, σ. 338-366.
[37] Διαφωτιστική ως προς τον σκοπό της εθνικής παιδείας και σε αντίθετη κατεύθυνση από το ΣτΕ η σχετική αιτιολογική έκθεση, που ερμηνεύει τη ρήτρα της εθνικής εκπαίδευσης του αρ. 16 παρ. 2 σε συνδυασμό με την αρχή της πολυπολιτισμικότητας και της κοινωνικής αλληλεγγύης [σελ.6] : «Δικαιολογητικό λόγο της εν λόγω ρύθμισης αποτελεί η διασφάλιση της ομαλής ανάπτυξης των εν λόγω ανηλίκων τέκνων αλλοδαπών κατά τρόπο που να εγγυάται με βέλτιστα αποτελέσματα την ανάδειξή τους, σύμφωνα και με το άρθρο 16 παράγραφος 2 του Συντάγματος, σε χρηστούς πολίτες, ώστε να αποτραπεί το ενδεχόμενο μελλοντικών ρηγμάτων στην κοινωνική συνοχή του πληθυσμού της χώρας. Ο στόχος αυτός θα επιτευχθεί αφ’ ενός δια της καταπολέμησης αρνητικών παραγόντων που επιδρούν στη ψυχοκοινωνική εξέλιξη του ανηλίκου και υπονομεύουν την εδραίωση της αυτοσυνείδησής του ως όμοιου και ίσου με τους συνομηλίκους του Έλληνες (ιδίως διακρίσεις που απορρέουν από την έλλειψη Ελληνικής Ιθαγένειας, προσκόμματα πρόσβασης σε ευκαιρίες), αφ’ετέρου με την εντατική εφαρμογή κατάλληλων παιδαγωγικών μεθόδων στο πλαίσιο του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος».
[38] Βλ. Δ. Χριστόπουλος, « Η επόμενη μέρα της ελληνικής ιθαγένειας – μια μετατόπιση στο κατώφλι του αποκλεισμού», Θέσεις, τ. 111, Απρίλιος–Ιούνιος 2010, όπου περιγράφονται και σχολιάζονται οι νέες νομοθετικές ρυθμίσεις του ν. 3838/2010 για τις διαφορετικές κατηγορίες «Έλληνας από κούνια, Έλληνας από γης, Έλληνας – καλός μαθητής», βλ. και www.theseis.com.
[39] Βλ. Ε. Κρίσπη-Νικολετοπούλου, Η ιθαγένεια, Γενική θεωρία – Συγκριτικόν δίκαιον, Αθήνα, 1965, Ζ. Παπασιώπη-Πασιά, Δίκαιο Ιθαγένειας, 5η έκδ. Θεσ/νίκη, 2002,σελ. 11-27.
[40] Etienne Balibar, Droit de cité, ed. Puf, 2002, p. 43-69 και 175-204, καιτουίδιου, Nous, citoyens d’Europe, ed. LaDécouverte, 2001, 31-56, 221-256, 286-297 (σχετικά με την διαμόρφωση του κανόνα της ιθαγένειας αποκλειστικά από το κυρίαρχο κράτος ως κανόνα εξαίρεσης).
[41] Βλ. Δ. Χριστόπουλος, «Συγκριτικές ιδιαιτερότητες της ελληνικής νομοθεσίας και διοικητικής πρακτικής της πολιτογράφησης αλλοδαπών», σε: Η μεταρρύθμιση της μεταναστευτικής πολιτικής, επιμ. Ξ. Κοντιάδης–Θ. Παπαθεοδώρου, εκδ. Παπαζήση, Αθήνα, 2007, σελ. 71-91.
[42] Βλ. Μ. Τσαπόγας, «Το αναιτιολόγητο απορριπτικών αποφάσεων επί αιτήσεων πολιτογράφησης», σχόλιο στην ΣτΕ 1242/2007 Τμήμα Δ΄, ΕφημΔΔ, 2008, σελ. 207-210.
[43] «…από τις διατάξεις των άρθρων 1-13 και 15-20 του Κώδικα Ελληνικής Ιθαγενείας, προκύπτει ότι η αποβολή ή μη της ελληνικής ιθαγενείας, η οποία έχει καίρια σημασία για την Ελληνική Πολιτεία, αφού ανάγεται σε αυτή την ίδια την συγκρότησή της, δεν αφίεται σε μόνη την βούληση των ελλήνων πολιτών, αλλά εξαρτάται και από την συναίνεση της Πολιτείας, η οποία εκδηλούται, ως προς την αποβολή με την παροχή της σχετικής αδείας. Η άδεια αυτή παρέχεται μόνον για εξαιρετικούς λόγους (ΣτΕ 1061, 345/1978). Μόνη η δήλωση της βουλήσεως δεν είναι κατά νόμον αρκετή για την αποβολή της ελληνικής ιθαγένειας».
[44] Έχει διατυπωθεί η γνώμη ότι η παραπάνω ερμηνεία έρχεται πλέον σε αντίθεση με την αρχή της ελεύθερης επιλογής της ιθαγένειας από το άτομο και την αρχή του πραγματικού δεσμού με το κράτος [principed’ effectivité], όπως αυτή διαμορφώνεται από το εθιμικό διεθνές δίκαιο και την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Ιθαγένεια του 1997, υπό την έννοια ότι τα κράτη δεν μπορούν να επιβάλλουν την ιθαγένειά τους σε άτομα που δεν διατηρούν κανέναν ουσιαστικό δεσμό μαζί τους, βλ. σχετικά Σ. Βρέλλης, Οι γενικές αρχές της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Ιθαγένεια του 1997, Αρμενόπουλος, 1999, σελ. 1314 επ. [1319-1320]: «Η ιθαγένεια δεν πρέπει να είναι παρά η καθιέρωση από το δίκαιο ενός προϋπάρχοντος πραγματικού δεσμού και δεν είναι αντιτάξιμη έναντι άλλων κρατών, παρά μόνον αν είναι ενεργή [effective Διεθνούς Δικαστηρίου απόφαση της 6.4.1955 υποθ. Nottebohm, βλ. και Δ. Ευρυγένης, Διεθνές δίκαιο και Ιθαγένεια, σελ. 5-34.
[45] Όμοιες σκέψεις για το διεθνές δίκαιο διατυπώνονται και πρόσφατα στις ΣτΕ 2798-2800/2009, 4148/2009 και 2968/2009 για την συμβατότητα του αρ. 19 του προϊσχύσαντος ΚΕΙ προς το αρ. 15 της Οικουμενικής Διακηρύξεως των δικαιωμάτων του ανθρώπου του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών του 1948, το οποίο ορίζει ότι «1. Καθένας έχει το δικαίωμα μιας ιθαγένειας. 2. Κανείς δεν μπορεί να στερηθεί αυθαίρετα την ιθαγένειά του, ούτε το δικαίωμα να αλλάξει ιθαγένεια». Ειδικότερα: «….δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι το άρθρο 15 της Οικουμενικής Διακηρύξεως απηχεί ένα γενικά παραδεδεγμένο, κατά την έννοια του άρθρου 28 παρ. 1 του Συντάγματος, κανόνα του διεθνούς δικαίου, με υπερνομοθετική ισχύ, που ρυθμίζει τις προϋποθέσεις απώλειας της ιθαγένειας και στον οποίο αντίκεινται οι επίμαχες διατάξεις του άρθρου 19 του Κώδικα Ελληνικής Ιθαγενείας».
Περαιτέρω οι παραπάνω αποφάσεις θέτουν και την κοινοτική διάσταση του ζητήματος «…η ΕΣΔΑ, στην οποία παραπέμπει το άρθρο 6 της ΣΕΕ, και η οποία απηχεί τις κοινές συνταγματικές παραδόσεις των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, δεν κατοχυρώνει ατομικό δικαίωμα στην ιθαγένεια, το δε άρθρο 17 παρ. 1 της ΣυνθΕΚ αναφέρεται σε ιθαγένεια της Ενώσεως και όχι των κρατών μελών. Εξάλλου, όπως έχει δεχθεί και το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (βλ. αποφάσεις της 7ης Ιουλίου 1992, C-369/90, Micheletti, κλπ., σκέψη 10, της 11ης Νοεμβρίου 1999, C-179/98, Mesbah, σκέψη 29, της 20ής Ιουνίου 2001, C-192/99, Kaur, σκέψη 19, της 19ης Οκτωβρίου 2004, C-200/02, Zhu, Chen κατά Ηνωμένου Βασιλείου, σκέψη 37), ο καθορισμός των προϋποθέσεων κτήσεως και απώλειας της ιθαγενείας των κρατών μελών εμπίπτει, σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο, στην αρμοδιότητα των κρατών αυτών, άλλο δε είναι το ζήτημα των δικαιωμάτων έναντι των λοιπών κρατών μελών που έχει πρόσωπο, το οποίο απέκτησε την ιθαγένεια κράτους μέλους, ζήτημα που πράγματι διέπεται από το κοινοτικό δίκαιο».
[46] Με όμοια σκεπτικά οι αποφάσεις ΣτΕ κατά πάγια νομολογία δημιουργούσαν για την διαπίστωση της ιθαγένειας ένα ανομολόγητο και εξαιρετικό καθεστώς, πέρα από τις δικαιοκρατικές διαδικασίες του ΚΔΔ/σιας, που μπορούσε μετά από έτη να ανατρέψει την νομική και προσωπική κατάσταση των προσώπων: ‘η διαπίστωση της έλλειψης της κρίσιμης ιδιότητας του ενδιαφερόμενου ως «παλιννοστούντος ομογενούς» δικαιολογεί, εξ αντικειμένου, την εντός ευλόγου χρόνου ανάκληση της νομαρχιακής απόφασης περί διαπιστώσεως της ελληνικής ιθαγένειας, χωρίς να απαιτείται η καταδίκη του από ποινικό δικαστήριο, η επίκληση λόγων δημοσίου συμφέροντος ή η διαπίστωση υπαιτιότητας ή επίμεμπτης συμπεριφοράς κατά την έκδοση της ανακαλούμενης πράξης του ενδιαφερόμενου. Τέλος, στις περιπτώσεις δυσμενών διοικητικών πράξεων, οι οποίες εκδίδονται βάσει αντικειμενικών προϋποθέσεων, ασυνδέτως προς οποιαδήποτε υποκειμενική συμπεριφορά του προσώπου του οποίου τα συμφέροντα θίγουν, δεν έχει έδαφος εφαρμογής το άρθρο 20 παρ. 2 του Συντάγματος και, συνεπώς, δεν απαιτείται η προηγούμενη κλήση του ενδιαφερομένου προς ακρόαση’, βλ. ΣτΕ 1389/2009, 1867/2009, 685/2009, 3678/2007, 2655/2004, 3134/2003, 1921/2001 και παλαιότερα 1263/1991 και 706/90
[47] Βλ. Α. Μανιτάκης, «Οι αυτοδεσμεύσεις του δικαστή από τον παρεμπίπτοντα έλεγχο της (αντι)συνταγματικότητας των νόμων», ΤοΣ 2006, σελ. 402-429.
[48] Βλ. ΕΔΔΑ Σιταρόπουλος κατά Ελλάδος, ό.π.
[49] Δημοσιευμένες στο περιοδικό ΤοΣ 1978, σελ. 349 και 552 αντίστοιχα, ο Γ. Παπαδημητρίου τονίζει το παράθεμα της μειοψηφίας: « ….η διάταξη του αρ. 14 του ν. δ. 3370/1955 δέον να ερμηνευθή κατά τρόπον συμβιβάζοντα την ιδέα της κρατικής κυριαρχίας, απαιτούσαν την άδειαν της Πολιτείας διά την αποβολήν της ελληνικής ιθαγενείας, προς την δημοκρατικήν αρχήν, προκύπτουσα εκ των άρθρων 4 και 5 Συντάγματος και καθιερούσαν την προσωπικήν ελευθερίαν και εις το θέμα επιλογής της ιθαγενείας εκάστου».
[50] Βλ. Γ. Παπαδημητρίου, «Το Σύνταγμα και η εκούσια αποβολή της ιθαγένειας», ΤοΣ 1979, σ. 418 επ. [σελ. 444-448] και μεταγενέστερα σε Γ. Παπαδημητρίου,Συνταγματικές Μελέτες Ι, Αθήνα- Θεσσαλονίκη, εκδ. Σάκκουλα, 2007, σ. 267 επ.
[51] Βλ. για τις τεχνικές του ελέγχου σε Ι. Καμτσίδου, «Από τον έλεγχο της νομιμότητας στον έλεγχο της συνταγματικότητας των κρατικών πράξεων: Όψεις του κράτους δικαίου στο έργο του Γ. Παπαδημητρίου», μελέτη υπό δημοσίευση στον τιμητικό τόμο για τον καθ. Γ. Παπαδημητρίου.
[52] Βλ. Α. Μανιτάκης, Το υποκείμενο των συνταγματικών δικαιωμάτων, εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα, 1981, σ. 244 επ., και του ιδίου, Ελληνικό Συνταγματικό Δίκαιο, εκδ. Σάκκουλα 2004, σ. 179 επ.
[53] Βλ. Κ. Χρυσόγονος, Ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα, εκδ. Νομική Βιβλιοθήκη, σελ. 172-174.
[54] Βλ. Ζ. Παπασιώπη-Πασιά, «Το δικαίωμα στην ιθαγένεια κατά το Σύνταγμα της Ελλάδος,», Αρμενόπουλος 2009, σελ. 813-832, και τις εκεί παραπομπές στην σκέψη του Γ. Κασιμάτη για την ερμηνεία του αρ. 1 Σ: «… η αφαίρεση της ιθαγένειας αποτελεί ουσιώδη προσβολή της αξίας και της προσωπικότητας του ανθρώπου στον πυρήνα τους, αφού το να ανήκει κανείς σε μια οργανωμένη σε κράτος κοινωνία αποτελεί βασική ιδιότητα του ανθρώπου, ως κοινωνικού και πολιτικού όντος, η δε ιθαγένεια ως νομικός δεσμός του φυσικού προσώπου με το κράτος αποτελεί τη βάση του να έχει την πλήρη δικαιϊκή ικανότητα να συμμετέχει στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή του και να είναι υποκείμενο θεμελιωδών δικαιωμάτων», σελ. 824 υποσ. 61.
[55] Βλ. ενδεικτικά ΣτΕ 3270/2008: « οι γενικές αρχές του δικαίου, δεν επιτρέπουν στη διοίκηση να εκδίδει την ανακλητική της ιθαγένειας πράξη μετά πάροδο μακράς αδράνειας (8 και πλέον έτη ) από τη διαπίστωση της παρανομίας που αποτελεί το λόγο της ανάκλησης, αιφνιδιάζοντας έτσι τους αιτούντες, οι οποίοι έζησαν επί εννέα έτη και τέσσερις μήνες βασιζόμενοι στην πεποίθηση ότι είναι Έλληνες από τη γέννησή τους, με όλες τις συνέπειες που είχε για την προσωπική τους κατάσταση το νομικό και πραγματικό αυτό γεγονός» , καθώς και τις ΣτΕ 3117/2010 και 2161/2009 σε σχέση με την ειδική αιτιολογία και την προηγούμενη ακρόαση.
[56] ΣτΕ 602/2003: «…όταν, μάλιστα, αφορά ανάκληση πράξεως είτε περί απονομής, είτε περί διαπιστώσεως της ελληνικής ιθαγένειας, όπως εν προκειμένω, τότε, κατά ειδικότερη γνώμη, η πράξη αυτή είναι ακυρωτέα και για έναν ακόμη λόγο: τέτοιες πράξεις, που αναφέρονται στο θεμελιώδες ατομικό δικαίωμα της ιθαγένειας, το οποίο είναι σύμφυτο με την αξιοπρέπεια του ανθρώπου και κατοχυρώνεται ρητώς από το άρθρο 4 παρ. 3 του Συντάγματος, αλλά και από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, είναι δε δημιουργικές περαιτέρω δικαιωμάτων, νομικών σχέσεων και καταστάσεων των ενδιαφερομένων και των μελών των οικογενειών τους που χρειάζονται κατ’ εξοχήν σταθερότητα και ασφάλεια, όπως ο γάμος, η ιθαγένεια των παιδιών, τα εκλογικά δικαιώματα κ.λπ., είναι αμετάκλητες πλην της περιπτώσεως της αποδεδειγμένης δόλιας ενέργειας του ενδιαφερομένου. Όμοιες και οι ΣτΕ 444/208, 1233/2002 και 1237/2002.
[57] Σχετικά με την περίπτωση περιορισμών από το άρθρο 8 της Ε.Σ.Δ.Α., περί προστασίας της οικογενειακής και ιδιωτικής ζωής, βλ. τις αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, Karassev κατά Φινλανδίας, 12.1.1999, προσφυγή 31414/96, Fedorova κατά Λετονίας, 09.20.2003, προσφυγή 69405, Slivenko κατά Λιθουανίας, 23.1.2002, προσφυγή 48321/99 και Kolosovskiy κατά Λετονίας, 29.1.2004, προσφυγή 50183.
[58] Περαιτέρω για την έννοια της ιδιωτικής ζωής κατά το αρ. 8 ΕΣΔΑ και την δίκαιη ισορροπία, καθώς και συνολική επισκόπηση της νομολογίας βλ. σε Ι. Συμεωνίδης, Η διοικητική απέλαση, Εκδ. Σάκκουλα, 2008, σελ. 90 επ. και Ν. Σιταρόπουλος, «Το δικαίωμα της οικογενειακής ενότητας, και επανένωσης αλλοδαπών μεταναστών στην χώρα υποδοχής», ΔτΑ, Νο18, 2003, σελ. 467-510 [ 484-493], και πρόσφατα ΕΔΔΑ Bigaeva κατά Ελλάδος, 29.05.2009, προσφυγή 26713/05, σκ. 22 : «Το άρθρο 8 εγγυάται την «ιδιωτική ζωή» με την ευρεία έννοια του όρου, ο οποίος περιλαμβάνει το δικαίωμα να ζει κανείς μία «κοινωνική ιδιωτική ζωή», ήτοι την δυνατότητα του ατόμου να αναπτύξει την κοινωνική ταυτότητά του. Κάτω από αυτήν την οπτική, το εν λόγω δικαίωμα καθιερώνει την δυνατότητα για τον καθένα της προσέγγισης των άλλων για την δημιουργία και την ανάπτυξη σχέσεων με τους ομοίους του». Σύμφωνα με τη σχετική νομολογία η προστασία της ιδιωτικής ζωής κατά το αρ. 8 ΕΣΔΑ συναντά διαστάσεις της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας και της ιδιαίτερης ταυτότητας του ατόμου, όπως αυτή καθορίζεται και από την ιθαγένειά του βλ. όμοια σε Bensaid κατά Ηνωμένου Βασιλείου, σκ. 47, Stjerna κατά Φινλανδίας, σκ. 37 και Mikulic κατά Κροατίας, σκ. 32.
[59]Βλ. H. Labayle, «L’ article 8 de la CΕDH et le droit de l’ étranger au respect de la vie privée et familiale», σε Les étrangers et la CEDH, dir. H. Fulchiron, Actes des journées de travail organisées a Lyon, Novembre 1997, LGDJ, p. 83, γιατουςκοινωνικούςόρουςεκδήλωσηςτουδικαιώματοςτουαρ. 8 ΕΣΔΑβλ. σχετικάΕΔΔΑ Moustaquim κατάΒελγίου, 18.2.1991, Beldjoudi κατάΓαλλίας, 26.03.1992, Benhebba κατάΓαλλίας, 10.07.2003, σκ. 33, Mokrani κατάΓαλλίας, 15.07.2003, σκ. 31, Niemietz κατάΓερμανίας, 16.12.1992, σκ. 29, Burghartz κατάΕλβετίας 22.02.1994, σκ. 24, Boultif κατάΕλβετίας, 02.08.2001, σκ. 48.
[60]Βλ. C.A. Batchelor, «Progrès en droit international: la réduction des cas d’ apatrie grâce a l’ application positive du droit a une nationalité», σε: Tendance et développement en droit interne et international sur la nationalité, Actes de la 1re conférence européenne sur la nationalité, Strasbourg, Octobre 1999, p. 51, όπουηιθαγένειαπαρουσιάζεταιωςεπιμέρουςστοιχείοτηςπροσωπικότηταςτουατόμου.
[61] Πρόσφατα ΕΔΔΑ, 13.7.2010, Kuric κ.ά. κατά Σλοβενίας με σχόλιο για την σχετική προβληματική σε Χ. Παπαστυλιανός, «Η απονομή και αφαίρεση ιθαγένειας ως κυριαρχικό «δικαίωμα» του κράτους στον ευρωπαϊκό συνταγματικό χώρο: Οι πρόσφατες νομολογιακές εξελίξεις», http://www.constitutionalism.gr.
[62]Βλ. S. Grataloup, “L’ étranger né ou résidant depuis sa naissance en France”, σε: Les étrangers et la CEDH, dir. H. Fulchiron, Actes des journées de travail organisées a Lyon, Novembre 1997, LGDJ, p.109.
[63] Βλ. μεταξύ άλλων Υποθέσεις ΕΔΔΑ Boughanemi κατά Γαλλίας 24.04.1996, και ElBoujaidi κατά Γαλλίας 26.09.1997, Baghli κατά Γαλλίας 30.11.1999, όπου θεωρήθηκε δικαιολογημένο το μέτρο της απομάκρυνσης αλλοδαπού λόγω διατήρησης ειδικών δεσμών με την χώρα καταγωγής.
[64] ΔΕΕ C‑135/08, JankoRottmann, 02.03.2010, σε περίληψη: «…με δεδομένη τη σημασία που προσδίδει το πρωτογενές δίκαιο στην ιδιότητα του πολίτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, πρέπει, κατά την εξέταση των πράξεων ανάκλησης της πολιτογράφησης, να λαμβάνονται υπόψη οι συνέπειες που έχει ενδεχομένως η οικεία πράξη για τον ενδιαφερόμενο και για τα μέλη της οικογένειάς του, όσον αφορά την απώλεια των δικαιωμάτων που απονέμονται σε κάθε πολίτη της Ένωσης, δηλαδή κατά πόσο η απώλεια αυτή είναι δικαιολογημένη σε σχέση με τη βαρύτητα της παράβασης που έχει τελέσει ο ενδιαφερόμενος, με τον χρόνο που έχει παρέλθει μεταξύ της απόφασης πολιτογράφησης και της απόφασης ανάκλησής της και με τη δυνατότητά του να ανακτήσει την αρχική του ιθαγένεια. Κατά συνέπεια, το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ειδικότερα το άρθρο 17 ΣυνθΕΚ, δεν απαγορεύει σε ένα κράτος μέλος να ανακαλεί την πράξη απονομής της ιθαγένειάς του σε πολίτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ιθαγένειας την οποία απέκτησε κατόπιν πολιτογράφησης ο ενδιαφερόμενος χάρη σε απάτη, υπό την προϋπόθεση ότι αυτή η απόφαση ανάκλησης είναι σύμφωνη με την αρχή της αναλογικότητας», δημοσιευμένη περίληψη σε ΕΕΕυρΔ τ.2/2010,βλ. περαιτέρω ανάλυση για την αρχή της αναλογικότητας στην νομολογία του ΔΕΕ σε Σ. Οφανουδάκης-Β. Κόκοτα, Η Εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας στην ελληνική και κοινοτική έννομη τάξη, ΕΕΕυρΔ 4/2007, σ. 691-720.
[65] ΔΕΕ C‑145/09, Land Baden-Württemberg / Παναγιώτης Τσακουρίδης, 23.11.2010, «…για να εκτιμηθεί αν η σχεδιαζόμενη επέμβαση στην προσωπική ελευθερία είναι ανάλογη προς τον επιδιωκόμενο θεμιτό σκοπό, εν προκειμένω την προστασία της δημόσιας ασφάλειας, πρέπει να λαμβάνονται ιδίως υπόψη η φύση και η σοβαρότητα του εγκλήματος που διέπραξε ο ενδιαφερόμενος, η διάρκεια της διαμονής του στο κράτος μέλος υποδοχής, το χρονικό διάστημα που έχει παρέλθει από τη διάπραξη του εγκλήματος και η συμπεριφορά του ενδιαφερόμενου κατά το διάστημα αυτό, καθώς και το πόσο ισχυροί είναι οι κοινωνικοί, πολιτιστικοί και οικογενειακοί δεσμοί του με το κράτος μέλος υποδοχής. Όταν πρόκειται για πολίτη της Ένωσης που έχει διαμείνει νόμιμα καθ’ όλη τη διάρκεια της παιδικής του και της νεανικής του ηλικίας στο κράτος μέλος υποδοχής, όπως εν προκειμένω ο Τσακουρίδης, θα πρέπει να προβληθούν πολύ βάσιμοι λόγοι για τη δικαιολόγηση του μέτρου απέλασης», δημοσιευμένη περίληψη σε ΕΕΕυρΔ τ. 4/2010.
[66] Βλ. την σχετική προβληματική αντί άλλων σε Κ. Γώγος, Η ιθαγένεια της Ένωσης, σε Ερμηνεία Συνθηκών για την Ευρωπαϊκή Ένωση και την Ευρωπαϊκή Κοινότητα, Β. Σκουρής, εκδ. Σάκκουλα, σ. 327-341, του ίδιου, Προς τη νομική χειραφέτηση της ιδιότητας του πολίτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ΕΕΕυρΔ 2003, σ. 115–120, Π. Μαντζούφας, Εθνική και Ευρωπαϊκή ταυτότητα: ένα παλιό πρόβλημα σε νέο πεδίο, Πρακτικά Συνεδρίου, Πρόσφατες Εξελίξεις στον Ευρωπαϊκό χώρο, εκδ. Σάκκουλα, 2005 σ. 143-159 και Χ. Γιαννούλη, Ο Ευρωπαίος πολίτης, ΤοΣ. 1996, σελ. 368 επ. , Ε. Βενιζέλος, Η Ευρωπαϊκή ιθαγένεια και το Ελληνικό Σύνταγμα, ΕΕΕυρΔ, 2/1993, σελ.271–289 και D. Schnapper, Delacitoyenneté nationalealacitoyenneté européenne, LaRevuedelaCFDT, N. 21, 1999, p. 7–8, J. L. Quermonne, «Citoyenneté etnationalité dansl’ UnionEuropéenne», σε dir. Paul Magnette, «De l’étranger au citoyen – Construire la citoyenneté européenne», ed. De Boeck, 1997, σελ. 21-24, Y. Deloye, Le débat contemporain sur la citoyenneté au prisme de la construction européenne, 2004, p. 5-6. Revue en ligne – « ETUDES EUROPEENNES », www.etudes-europeennees.fr.
[67]Βλ. A. Aguado, Droit de circuler et séjourner pour les citoyens européens, Revue du Droit de l’ Union Européenne, 4/2001, 957–960, A. Alemanno, Libre circulation des citoyens et citoyenneté de l’Union, Revue du Droit de l’ Union Européenne, 4/2001, p. 1008–1010, Κ. Στεφάνου, ΙθαγένειακαιθεμελιώδηδικαιώματαστηνΕυρωπαϊκήΈνωση, σεΧριστοδουλίδη/Στεφάνου (επιμ.) Η Συνθήκη του Μάαστριχτ. Συνθετική θεώρηση, 1993, σ. 95–123, Π. Μαυρίδης, Η ελεύθερη κυκλοφορία προσώπων, εργαζομένων και υπηρεσιών, ως βασική αρχή της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, ΕΕΕυρΔ, 2:2005, σ. 279–299, Β. Χατζόπουλος, Τέσσερις στοιχειώσεις ελευθερίες, μία ενιαία ρύθμιση: η πρόσφατη νομολογία το ΔΕΚ σχετικά με τις οικονομικές και προσωπικές ελευθερίες στης ΣυνθΕΚ, ΕΕΕυρΔ 2/2000, σ. 351–374.
[68]Βλ. P. Hassenteufel, L’état–providence ou les métamorphoses de la citoyenneté, Ouvrage Collectif, L’année sociologique nation – nationalisme – citoyenneté, ed. PUF 1996, p. 127–149, P. Magnette, La citoyenneté européenne, ed. EtudesEuropéennes, p. 78–90 (unedimensionsocialedelacitoyenneté dumarche) και ωραία επισκόπηση της σχετικής νομολογίας σε Ε. Κατσιρέα, Η Ευρωπαϊκή ιθαγένεια και το ιδεώδες του πολιτικού εθνικισμού υπό το πρίσμα της νομολογίας του ΔΕΚ, ΕΕΕυρΔ, 3/2004, σ. 479-496.
[69] Βλ. αξιόλογη και αναλυτική παρουσίαση της σχετικής νομολογιακής τάσης του ΔΕΕ σε πρακτικά πρόσφατου συνεδρίου J.Y. Carlier, Notionetcontoursdelacitoyenneté européenne: lesenjeuxdelacitoyenneté européenne, coll. La citoyenneté européenne, Bruylant 2007, p. 31-44. Βλ. D. Somon, Vers une autonomisation limitée des droits attaches à la citoyenneté européenne, Europe, Novembre 2004, p. 10–11, και F. David, La citoyenneté de l’Union statut fondamental des ressortissants des Etat–membres, Revue Trimestrielle de Droit Européen, ed. Dalloz, n. 3/2003, p. 561–578.
[70]Βλ. M. la Torre, Citizenship, Constitution and the EU, in: European Citizenship, dir. M.La Torre, p. 435–457 (acquis communautaire: citizenship as a residual right p. 438–445), M.-J. Garot, A new basis for European citizenship: Residence, σε European Citizenship, dir. M.La Torre, p. 229–248, P. Magnette–O. Costa, La société civile européenne entre cooptation et contestation, σε: La société civile et ses droits, dir. B.Frydman, ed. Bruylant, 2004, p. 181.
[71]Βλ. Μ. Αutem, “La Convention Européenne sur la nationalité: un Code européen de la nationalité est-t-il possible?, σε: Tendance et développement en droit interne et international sur la nationalité, Actes de la 1re conférence européenne sur la nationalité, Strasbourg, Octobre 1999, p. 19, καιτασχετικάδιεθνήκείμεναγιατηνανιθαγένεια, ταδικαιώματατουπαιδιού καιάλλεςρυθμίσεις δεσμευτικέςγιατηχώρασεΖ. Παπασιώπη-Πασιά, «ΤοδικαίωμαστηνιθαγένειακατάτοΣύνταγματηςΕλλάδος», Αρμενόπουλος 2009, σελ. 815.
[72] Βλ. μεταξύ των πιο πρόσφατων ελληνικού ενδιαφέροντος, ΕΔΔΑ Προσφυγή 53541/2007 απόφ. 11.6.2009, Υπόθεση S.D. κατά Ελλάδας (επιμ. Ε. Αρωνιάδου, Ε. Πουλαράκης), σε ΘΠΔΔ, τ. 1/2010, σελ. 92 επ. και ΕΔΔΑ, απόφαση της 21.1.2011, M.S.S. κατά Βελγίου και Ελλάδος (Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης), www.constitutionalism.gr με παρατηρήσεις Σ. Κοφίνη, και για την γενικότερη θεωρία σε Ι. Συμεωνίδης, Η διοικητική απέλαση, Εκδ. Σάκκουλα, 2008, σελ. 144-161, για την νομολογιακή κατάστρωση της ευρωπαϊκής δημόσιας τάξης των δικαιωμάτων.
[73] Βλ. αναλυτική μελέτη με τις εκεί παραπομπές στην πρόσφατη νομολογία σε Χ. Παπαστυλιανός, «Ιδιότητα του πολίτη και αλλοδαποί: ο αλλοδαπός ως υποκείμενο δικαιωμάτων στην ελληνική έννομη τάξη», ΕφημΔΔ, τ.6/2010, σελ. 859-870 και Α. Καϊδατζής, «Κοινωνικά δικαιώματα, ιδιότητα του πολίτη και μετανάστες», σε: Μετανάστευση στην Ελλάδα. Εμπειρίες, πολιτικές, προοπτικές (επιμ. Τζ. Καβουνίδη), τόμ. B΄, Εκδ. ΙΜΕΠΟ, Αθήνα 2008, σ. 70-83.
[74]Βλ. εξαιρετικήμελέτηΑ. Dionissi- Peyrusse, «Essai sur une nouvelle conception de la nationalité», Defrenois Lextenso editions, Paris 2008, p. 315-323.
[75] Για την έννοια της επικράτειας της πολιτικής και την σύνδεσή της με την δημοκρατία πρβλ. Α. Μανιτάκης, Συνταγματική οργάνωση του κράτους, εκδ. Σάκκουλα, 2007, σελ. 120-121 και 189-190.
[76] Βλ. Μ. Παύλου, «Ελλάδα, Ελλάδα, είμαστε τα παιδιά σου! Μακροπολιτικές προκλήσεις της μετανάστευσης για το κράτος και την κοινωνία», σε Ξ. Κοντιάδης–Θ. Παπαθεοδώρου, εκδ. Παπαζήση, Αθήνα, 2007, σελ. 253-281.
[77]Βλ. G.-R. de Groot, «Conditions d’ acquisition et de perde de la nationalité ex lege ou par déclaration d’ option», σε Défis au droit national et international sur la nationalité a l’ aube du nouveau millénaire, Actes de la 2e conférence européenne sur la nationalité, Strasbourg, Octobre 2001, p. 67.
[78] Βλ. Α. Μανιτάκης, ό.π., σελ. 297-298.
[79]Βλ. E. Balibar, «La forme nation: histoire et idéologie», σε: E. Balibar-Im. Wallerstein, Race, nation, classe, ed. La découverte, Paris, 1997, p. 117-143.
[80]Βλ. F. Constant, La citoyenneté, ed. Montchrestien, p. 111-121 (la citoyenneté entre altérité et civilité), P. Magnette, La citoyenneté une histoire de l’idée du participation civique, ed. Bruylant 2001, p.15–32 και p. 65–79, και D. Cohen, Citoyenneté et nationalité, σε Figures de la citoyenneté, Dir. Éric Desmons, ed. Harmattan 2006, p. 115–129 (l’effetintégrateurdelanationalité).
[81] Βλ. ενδεικτικά Α. Μάνεσης, Η δημοκρατική αρχή εις το Σύνταγμα του 1864, σε Συνταγματική Θεωρία και Πράξη, 1980, σελ. 65 επ., Γ. Κασιμάτης, άρθρο 1, σε Γ. Κασιμάτης – Κ. Μαυριάς, Ερμηνεία του Συντάγματος, τ. 1, 2003, σελ. 34 επ. 152 επ. και Ε. Βενιζέλος, Μαθήματα Συνταγματικού Δικαίου, εκδ. Α. Σάκκουλα, 2008, σ. 352-355 (εθνική – λαϊκή κυριαρχία), 371-373 (έθνος και λαός και σύνδεση με 108Σ), 313-316 (ιθαγένεια και λαός).
[82] Βλ. Ζ.Παπασιώπη-Πασιά, «Ιθαγένεια –Υπηκοότητα, Δύο όροι με μονοσήμαντο περιεχόμενο; Η ελληνική ιθαγένεια ευρωπαϊκή ιθαγένεια», Επιστημονική Επετηρίδα ΔΣΘ, τ.13, 1992, σ. 35–47, όπου διακρίνεται η ιθαγένεια ως συστατική ιδιότητα για το λαό κι όχι για το έθνος.
[83] Βλ. Γ. Βλάχος, « Η αντινομία ανθρώπου και πολίτη», Τιμητικός Τόμος του ΣτΕ, τόμος ΙΙ, Αθήνα, 1982, σελ. 33 επ.
[84]Βλ. E. Balibar, “Qu’ est-ce qu’ une frontière?”, σε dir. M.-C. Caloz-Tschopp, P. Dasen, Mondialisation, migration et droits de l’homme: le droit international en question, vol.1, ed. Bruylant, 2007, p. , καιτουίδιουΕ.Balibar, Europe – Constitution – Frontière, ed. du Passant, 2005, p. 75–91.
[85] Βλ. Ε. Balibar, «Η αντινομία της ιδιότητας του πολίτη», Σύγχρονα Θέματα, τ. 106, Ιούλιος-Σεπτέμβριος 2009, σελ. 26-50 [σελ. 27-35 για την κοινωνική ιδιότητα του πολίτη], και για το ελληνικό παράδειγμα βλ. Α. Τάκης, «Αξίωση για ιθαγένεια. Γιατί και πότε», http://www.constitutionalism.gr.
[86] Βλ. τη θεμελίωση της σχετικής άποψης ότι η απόδοση της ιδιότητας του πολίτη λαμβάνοντας υπόψιν τους αντικειμενικούς δεσμούς προς το κράτος αποτελεί ασφαλή μέθοδο λόγω του δικαιοκρατικού της χαρακτήρα, σε D. Rousseau “del’ étatdedroital’ étatpolitique”, p. 145–213, και M. Miaille, leretourdel’étatdedroit, p. 215–251 (239–242 laséparationEtat – Société civilecommeconditiondel’ etatdedroit), σε DominiqueColas, L’ Étatdedroit, ed. PUF 1987.
[87] Βλ. Α. Dionissi-Peyrusse, « Essaisurunenouvelleconceptiondelanationalité », ό.π., σελ. 324-333 όπου παρουσιάζεται η θέση ότι μόνον η αντικειμενικοποίηση των κριτηρίων πολιτογράφησης μπορεί να απαλλάξει τα εθνικά δίκαια ιθαγένειας από την εγγενή τους αντίθεση με την αρχή της μη διάκρισης όπως αυτή κατοχυρώνεται στην ΕΣΔΑ αρ. 14.
[88] Βλ. αντί άλλων ΣτΕ 160/1990 «…απόρριψη αιτήσεως πολιτογραφήσεως με αιτιολογία η οποία αναφέρεται στις θρησκευτικές πεποιθήσεις του αιτούντος, κρίνεται ως αντίθετη στην συνταγματικά κατοχυρωμένη ελευθερία της θρησκευτικής συνειδήσεως», και ΣτΕ 950/1990 «…τέκνο Έλληνα ή Ελληνίδας αποκτά από τη γέννηση του την Ελληνική ιθαγένεια. Έτσι, με τη βασική αυτή διάταξη, έχει πια αρθεί για το μέλλον η δυσμενής εις βάρος της Ελληνίδας μητέρας διάκριση που θέσπισε ο κώδικας της Ελληνικής ιθαγένειας και επήλθε η ευθυγράμμιση του με τη συνταγματική αρχή της ισότητας των φύλων».
[89] Βλ. Δ. Δημούλης, « Η ιδιότητα του πολίτη και τα πολιτικά δικαιώματα: λειτουργία και υπέρβαση μιας διαφοροποιημένης κατασκευής», Το δίκαιο της πολιτικής, εκδ. Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα, 2001, σελ. 182-195, όπου ο πολίτης ορίζεται αρνητικά: πολίτης δεν είναι ο κάθε άνθρωπος, πολίτης δεν είναι ο κοινωνικός πολίτης.
[90] Βλ. κοινωνιολογική προσέγγιση για την περίπτωση της μετανάστευσης Π. Καφετζής, «Η αμφισβήτηση του εθνικού-κοινωνικού συμβολαίου», σε: Ξ. Κοντιάδης-Θ. Παπαθεοδώρου, εκδ. Παπαζήση, Αθήνα, 2007, σελ. 135-144.
[91] Η αρχική σύλληψη της ιδέας ανήκει στην HannahArendt, Lesystèmetotalitaire – Lesoriginesdutotalitarisme, EditionsduSeuil, 1972, σελ. 27-66, αλλά εξειδικεύεται σε σύγχρονες αναλύσεις υπό το φως του διεθνούς δικαίου μεταξύ άλλων βλ. Α. Dionissi- Peyrusse, ό.π, σελ. 362-379 και E. Balibar, Nous, citoyens d’Europe, ed. La Découverte, 2001, p. 183–188 (la question du droit aux droits).
 

[H παρούσα έρευνα έχει συγχρηματοδοτηθεί από την Ευρωπαϊκή Ένωση (Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο – ΕΚΤ) και από εθνικούς πόρους μέσω του Επιχειρησιακού Προγράμματος «Εκπαίδευση και Δια Βίου Μάθηση» του Εθνικού Στρατηγικού Πλαισίου Αναφοράς (ΕΣΠΑ) – Ερευνητικό Χρηματοδοτούμενο Έργο: Ηράκλειτος ΙΙ . Επένδυση στην κοινωνία της γνώσης μέσω του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Ταμείου.]

Is there a general right of non-disclosure?

Stavros Tsakyrakis

Is there a general right of non-disclosure?

 

1. Introduction
 
What information about ourselves do we owe each other? What information about ourselves are we justified to withhold from others? Do I have the right to keep my name secret or my face covered? What about my address, my age, my income, my medical or criminal records? Do I have the right to keep secret my feelings, my religion, my political affiliation or my sexual preferences? What about my fingerprints or my DNA? In an age of revolutionary advances in information technology, when everyone with a simple computer can create databases that were not available even to sophisticated secret services twenty years ago, the old issue regarding the limits of public and private sphere has acquired new prominence. It was in fact those new technological developments that prompted the European Union to enact Directive 95/46/EC that regulates the processing of personal data. The stated aim of the Directive was the protection of the right to privacy, and most European countries enacted laws pursuant to it. But, of course, the fact that the processing of data is now easier does not change the basic premise of the issue; namely which information about oneself does someone have the right to withhold from others
Recent years have witnessed the emergence of an influential approach to this issue. According to this approach, all persons have a general right to control information about themselves. The most characteristic way to exercise this right is by consenting to certain information being made available to or used by third parties. But the approach under consideration does not insist that consent is necessary in all cases. Information may be obtained and used absent consent, provided that certain conditions are met. Importantly, it must be shown that the availability of this information or its use for a specific purpose serves an important public goal. In this case, the right manifests itself not through consent, but rather by placing of the burden of proof on those who seek to obtain or use the information. It thus operates as a prima facie right, which may be outweighed or overridden by competing considerations. In this exercise, different kinds of information will attract greater or weaker protection. Thus, for instance, certain data may be more sensitive than others. But this does not negate the baseline that we have a prima facie right to control all information. I shall call this putative right the ‘general right of non-disclosure’.[1]
This approach is deeply problematic, and in this chapter I shall criticize it. More specifically, I shall argue that, even if it is construed as merely prima facie, a general right of non-disclosure blows privacy out of proportion and fundamentallymisunderstands the place of the individual in society. To this effect, I shall sketch an alternative understanding of sociability, which remains essentially liberal while emphasizing the importance of sharing information. Non-disclosure has an important, though circumscribed, role in this understanding. I shall then briefly show how the idea of liberal sociability may be employed by the European Court of Human Rights in its interpretation and application of Article 8 of the Convention. My aim is not necessarily to show that the proposal outlined here furnishes a more satisfactory response to concrete cases. In fact, it may well be that we reach the same conclusion, whether our starting point is a general right to non-disclosure subject to proportionate limitations or the idea of liberal sociability. But this overlap in outcome should not conceal the profound differences of principle
 
 
2. Liberal sociability
Our assessment of a putative general right of non-disclosure must be based on an understanding of social cooperation and the place of individuals in it. It thus takes us to the basics of political philosophy, to the fundamental questions about what a political society is and what kind of union it demands from its members.
In his Politics, Aristotle invites us to consider what things are common in a political society, as part of his critique to Plato’s collectivity. Thepossibility of not having anything in common is a priori excluded, since otherwise there will be no community at all.[2] Is it right then to think, as Plato did, that the more things are in common (women, children, property), the more complete, the more united is the political society? Aristotle contends that this viewmistakesthekindofunityapoliticalcommunityiscapableof being. Instead of identifying the common elements thatcouldconstituteadistincttypeofcommunity, it actually seeks to import into political society the common elements of a family or, if possible, of a single human being. However, political society is not a huge family or a super human. On the contrary, it is a unity of a completely different nature from the nature of the more particular associations and individual human beings, of which it is comprised. Hence, the common elements of a political society should be traced in the distinct characteristics and the distinct purposes of political organization.
Contemporarysocietiesdonot, however, formanorganicunity, ascontemplated both by Plato and by Aristotle. They are not called upon to realize the consummation of human beings through common action, but rather to guarantee the conditions necessary for the attainment of a good life by individuals. Contrary to the classical tradition, contemporary societies haveindividualsastheirstartingpoint. Still individuals share things in society. It would be rather paradoxical to think that, just because individuals are the starting point of societies, the less they share the better a society becomes. It would be rather paradoxical for any society to seek the maximum disaggregation of its members. If, as Aristotle says, sharing everything is a destructive principle for the polis, sharing nothing is obviously similarly destructive. In the first case instead of a political community we envisage a family or a super person; in the second case instead of a political community we envisage a collection of Robinson Crusoes. If individuals’ well being is not a matter of collective praxis, neither is it a matter of isolation.
Our moral outlooks reflect this tension. To show this, I shall first consider more intimate relationships, before moving on to large-scale social structures such as political communities. The sharing of everything is detrimental even in erotic relationships, as Aristotle himself acknowledged in his comment on Aristophanes’ description of the union of man and woman.[3] Tostrivetobecomeone flesh, to stick together forever does not lead to the consummation of a couple, but to its destruction. Of course, a couple will share plenty of things, much more than two fellow-citizens. However, it is not always the case that, the more the couple share, the better their union will be. For instance, we do not think it is appropriate for one to read the other’s mail or expect from the partner the disclosure of all her thoughts. Furthermore, we think that these constraints do not undermine the relationship but actually make for a meaningful interpersonal relationship. This is because we believe that couples consist of distinct human beings, who maintain a degree of individual autonomy, and thus the existence of one is not totally absorbed by the existence of the other. In other words, the recognition of autonomy is not only a value in itself, but also a parameter of sociability.
Let’s now broaden the canvass. The recognition of human beings as moral persons, who are not subsumed under a collective entity, constitutes not only a basic premise of close interpersonal relationships, but also an organizing principle of social cooperation in general. We may roughly distinguish social cooperation in the context of what I will call activities aiming at mutual advantage on the one hand, and sociability aiming at the realization of one’s conception of the good on the other hand. The former include most of the activities in public space, economic transactions for example, and consist in numerous social relations of each member of the society with others. The latter include the more intimate relations with certain people. Although the various social relations are not separated with insurmountable fences, since cooperating for mutual advantage and seeking the personal good depend on the rules that govern a well ordered society, yet we can distinguish different aspects of sociability based on the role of individual choice or consent. Thus participation in social relations aiming at one’s personal good as well as their precise content depends to a great extent on the choice or consent of individuals. Different couples have different arrangements about who will do the dishes or cook dinner, for example. Consider, by contrast, the more numerous social relations that fulfill the task of everyday cooperation for mutual advantage. Some of them are with people we do not even know, others are consensual. I don’t know for example the bus driver or the person who sits next to me on the bus but I may choose from whom to buy my coffee. But even in cases where the consensual element is more prominent, the nature and content of those relationships are based on a pre-existing matrix of rules and mutual expectations.[4]
Finally, over and above those more specific forms of social cooperation, individuals share a common end, namely the collective achievement of justice, for only just public institutions allow everyone to realize his or her more particular aims. Thus, Rawls insists that “[…] the sociability of human beings must not be understood in a trivial fashion. It does not imply merely that society is necessary for human life, or that by living in a community men acquire needs and interests that prompt them to work together for mutual advantage in certain specific ways allowed for and encouraged by their institutions”.[5] Dworkin likens the collective agent that represents all members of the political community with an orchestra. An orchestra depends, obviously, on the contribution of the individual musicians, but its performance has a life of its own which is more than the aggregate of the brilliance or the merits of its members. The best musicians in the world will not become an orchestra by just being together on stage. They should aim to a collective enterprise and follow rules that make it possible. “It is the orchestra that succeeds or fails” says Dworkin, although […] “the success or failure of that community is the success or failure of each of its members”.[6] 
In a political community there is a level of integration of all citizens which is neither superficial nor instrumental. It includes the participation to the formation of the government as well as the formal acts of government through its legislative, executive and judicial institutions. These acts constitute the communal life of the political community just as music constitutes the communal life of an orchestra. At the same time these acts set the rules for the fair social cooperation of all citizens.
For present purposes, it is important to note that our participation in a political community is in principle independent of the actual consent or choice of the individuals. So are the terms of our participation. The rules that govern public institutions reflect either the general moral principles of political association or collective decisions made in accordance with those principles; they are not fashioned to match individual preferences.
Having sketched different domains of sociability, I now wish to make some suggestions about the rules regulating the sharing of information within each domain. Sociability does not necessarily involve sleeping with each other but it surely means sharing information with others, and what this entails more specifically varies across different contexts. In principle there is no ground to keep secret any information concerning the end of justice. That would be like thinking that an orchestra can function if the violinist refuses to reveal his musical skills. Similarly social cooperation for mutual advantage requires the sharing of some information. With regard to this information, its availability cannot be made dependent on our consent to disclose. For, otherwise social cooperation cannot be achieved. Our skills and education cannot be kept secret in a job market. Our name and address cannot be kept secret, if we use the post. Or to go back to one of my previous examples, I want to know if the bus driver has an appropriate driving license or whether the person who sits next to me has the flu or not.
But, as was pointed out, the collective achievement of justice and social cooperation for mutual advantage do not and should not encompass all features of a human life. In a theory of liberal sociability there is room for each person to pursue their personal good at some distance from other people except those with whom one has chosen to share this pursuit. It seems appropriate that information that concerns such aims be kept secret from broad public knowledge, if a person that it refers to wants to withhold it. This is so, not only because of the value of being able to pursue the more personal aspects one’s own good. It is also because such a constraint is consistent with the idea of a meaningful sociability. A helpful example to prove this is sexual preferences or fantasies. Thomas Nagel has argued convincingly that it would be a disaster if we tried to make sexuality a public matter. “The sexual republic is a huge population of individuals with different often incompatible fantasies and imaginations”, he says and points out that “we do not inhabit a common sexual world in the sense –limited, to be sure- in which we inhabit a common natural, or economic, or medical, or military, or educational, or even artistic world.” [7] His conclusion is that any attempt to make sexuality a public matter will result in useless tension and disputes since on these issues no collective response is necessary or possible. Keeping information on these issues private not only serves individual interests but makes social interaction more meaningful.
 
3. Against the general right of non-disclosure
What are the more general lessons to be drawn from this brief exploration of the idea of liberal sociability? Here I shall first offer a critical conclusion and then I shall explain how liberal sociability accounts for the protection of what has come to be known sensitive data.
Why is the notion of a general right of non disclosure misguided? If (as I have tried to demonstrate) social cooperation is not always and at all levels optional and—consequently—if it requires the sharing of information, then one cannot begin with an all-inclusive right of non-disclosure of personal data. What idea of society do we have in mind, what kind of social cooperation, in which each member is the owner of all information concerning his person, name, address, skills, income, opinions etc.? I may have to reveal my age or skills in order to find a job but in principle this is personal data. I may have to reveal my revenues for taxation but otherwise this is a personal data that nobody else should know. This is a very impoverished idea of society and social cooperation.
But this is precisely the idea that seems to be espoused by the data protections laws that were enacted in the past twenty years that have lumped together all information about a person under this general right. In some countries this has led to incredible claims and farfetched rulings from data protecting authorities. In Greece, for example, the collecting of data such as the names, telephone numbers and addresses of friends of a political party was found illegal, because no permission was sought for processing of these data. Moreover, state employees have claimed that their salaries should be concealed, students that grades in high school or university should not be made public, even drivers, who have infringed the traffic code, have claimed that it is forbidden to have the plates of their cars photographed. Such rulings or claims reflect a conception of extreme individualism. Taken to its extreme, this conception deems the total stifling of the flow of information as a social ideal.
I mention these examples to illustrate a certain trend. It must be emphasized, though, that my interest is not with individual cases or decisions. In fact, it is readily acknowledged that the present system introduces some flexibility, insofar as it allows the collection and processing of data or the disclosure of information, provided that an appropriate justification is offered. But this allocation of the burden of proof suffers from the same philosophical defect. The sharing of information is an inevitable and necessary feature of sociability and, indeed, a constitutive element of the collective achievement of justice and of cooperation for mutual advantage. We do not do justice to this feature, if we structure our moral and legal discourse in a way that makes room for a general individual interest not to be ‘seen’, which competes with an opposite societal interest to ‘see’. Quite plainly, there is no such individual interest. So, if anything, it must be the individual that bears the onus of showing that the concealment of information is necessary for his personal good and/or compatible with a meaningful sociability.       
It may be objected to my claim so far that, even if the notion of a general right of non-disclosure is not philosophically coherent, it seems to provide better results in certain cases than liberal sociability. Consider the special protection it accords sensitive personal data, which include racial or ethnic origin, political opinion, religious beliefs, and trade union membership, health condition, sexual life, criminal records. How does liberal sociability protect them? It is reasonable to suppose that religious beliefs and sexual life aim to personal good and should enjoy special. However, it is not similarly evident on what ground political opinions, membership of a trade union or criminal records should be susceptible to special protection. Data regarding these issues seem to pertain to the communal life in which every one takes part. If this is true, the presumption is in favour of having such information open to every one rather than concealed.
This seems to put proponents of liberal sociability in a tight corner. We want these things to be protected. But, on what basis will this be achieved, if we reject a general individual interest not to be seen? The answer I propose has two components. First, I want to stress that social cooperation for mutual advantage only dictates the sharing of information for certain purposes; consequently, what is appropriate in one context is not appropriate in another. Many categories of sensitive data concern data that are appropriately disclosed in certain circumstances but may be withheld in others. It may well be then, that the special protection afforded them aims to police these boundaries. Second, and perhaps more importantly, I want to argue that the basis for the special protection of sensitive data lies in considerations that cannot be subsumed under any single principle and at any rate have very little to do with privacy. Often, these considerations are a matter of individual right. Thus, the right of convicted persons to conceal their criminal record is intended to facilitate their re-integration into society, which is dictated by the concern and respect that political society owes them. Other times, these considerations do not reflect an individual right but some other important moral value. So, for instance, the secret ballot promotes genuine democratic participation; it is premised on the thought that the political process is likely to be distorted, if this information is not concealed. This may also be the case with regard to the non-disclosure of trade union activity. In all these examples, the right to non-disclosure is justified by appeal to specific judgments about the way a certain piece of information is likely to be used, if disclosed, given certain assumptions about the features and tendencies of this or that society, as well as about the likely effects of such use.[8] But it is not justified by appeal to any putative general individual interest to control information pertaining to one self. Recall, by way of contrast, the case of sexual preferences. The concealment of the relevant data is indeed a matter of right in a well ordered society. For, sexual life need not and probably should not be shared within the community as a whole.
Let’s examine some individual claims of right to privacy that came before the European Court of Human Rights and how the Court dealt with these claims. In the case of S. and Marper v. United Kingdom[9] fingerprints, cellular samples and DNA profiles of the applicants were taken by the police during a criminal investigation and although the charges against the applicants were dropped, the authorities refused to destroy the data. The complaint was that the retention of the data “interfered with their right to respect for private life as they were crucially linked to their individual identity and concerned a type of personal information that they were entitled to keep within their control”[10]. All three kinds of data did not include relevant information concerning the physical and psychological integrity of the person. But since cellular samples and DNA profile contain some information and raise fears about their future use with the potential advance of scientific methods, we better limit our discussion to fingerprints which reveal only the identification of a person and nothing else. Does the retention of fingerprints constitute an interference with the right of privacy?  
The answer of the UK courts was negative and the Government argued that their retention did not interfere with the physical and psychological integrity of the persons; nor did it breach their right to personal development, to establish and develop relationships with other human beings or the right to self-determination.”[11] The Court conceded that fingerprints constituted neutral, objective and irrefutable material and, unlike photographs, were unintelligible to the untutored eye and without a comparator fingerprint”, but observed that “this consideration cannot alter the fact that fingerprints objectively contain unique information about the individual concerned allowing his or her identification with precision in a wide range of circumstances”.[12] The Court concluded that “the retention of fingerprints on the authorities’ records in connection with an identified or identifiable individual may in itself give rise, notwithstanding their objective and irrefutable character, to important private-life concerns.[13]
The Court failed to elaborate what kind of important private-life concerns were in play. It is hard to imagine how the retention of fingerprints interferes with the pursuit of an individual’s personal good. Apparently the decisive factor for the Court was the possibility of identification of a person through his fingerprints. Nevertheless such identification mainly concerns social activity and has no obvious connection with one’s personal good. In the same vein the retention of various kinds of data, such as a passport or photos, driver’s license, car plates, would equally raise private-life concerns. This kind of argumentation supports not a right to privacy but rather a right to hide in society and only serves to vindicate the criticisms of liberalism levelled by Marx and the communitarians.
Ironically though, in cases where the core of “personal good” (sexual preferences) was at stake, the Court displayed more scepticism. In the case of Laskey, Jaggard and Brown v. UK,[14] which concerned sadomasochistic activities, while the Court held that there had been an interference with the right of privacy, Judge Pettiti, in his concurring opinion, was of the view that there was no question of privacy at all: “In my view, that Article (art. 8) was not even applicable in the instance case. The concept of private life cannot be stretched indefinitely.” His conclusion was that “the protection of private life means the protection of a person’s intimacy and dignity, not the protection of his baseness or the promotion of criminal immoralism.”[15]
Regardless of the outcome of Marper[16] and Laskey it seems to me that the above mentioned arguments lack a coherent approach of what information calls for protection under the right of privacy. Most obvious of all, neither case can be understood against the standard of liberal sociability.
 
4. Conclusion
I have argued that there is no general individual interest to control information about oneself. Therefore, we should reject the notion of a comprehensive right to non-disclosure, even if this right is taken to be merely prima facie. I have argued, by contrast, that a philosophy of human rights should accept human sociability, while insisting that the political community does not encompass all features and dimensions of human life. My claim has yielded the following simple principle: In the general scheme of social interaction, which includes the collective achievement of justice, social cooperation for mutual advantage, and the pursuit of one’s personal good, it is only with regard to the latter that we can talk of a right to privacy. Assuming that this line of argument is correct, it can shed light on the meaning of “the respect of private life” under Article 8 of the European Convention of Human Rights in the following sense: one has no right in general to withhold information about oneself but this right is limited to information regarding strictly the pursuit of one’s personal good. A state may choose to circumscribe the sharing of other kinds of data should it consider it instrumental to the protection of certain social values. But this choice is not a matter of a right to privacy. Its justification is based on its relation with other social values or rights.


[1] The description of this right that I outline here is meant to echo a more general philosophy of rights that has become more or less the orthodoxy in continental Europe. According to this philosophy, rights offer prima facie protection, subject to limitations that pass a proportionality test. I have argued against that philosophy in S. Tsakyrakis, ‘Proportionality: An assault on human rights?’ 7 Int’l J. Const. L. 468-493 (2009).
[2] Aristotle, Politics, Book II, Chapter I, 1261a.
[3] Aristotle, Politics, Book II, Chapter IV, 1262b.
[4] It is true that cooperation for mutual advantage consists of relations that also aim at the advancement of one’s personal good. But this is no argument against my distinction. What fixes the distinction is not the object or aim of one’s involvement in a type of social activity but its taking place in a context that reduces transaction costs and thus facilitates large-scale interaction.
[5] John Rawls, A Theory of Justice, 1999 p. 458.
[6] Ronald Dworkin, Sovereign Virtue, Harvard University Press, 2000, p. 225. Dworkin notes that the orchestra example was offered by Rawls in his book A Theory of Justice, 1999, p. 459 (note). Rawls refers also to the orchestra example in his Political Liberalism, Columbia University Press, 1993, p. 204.
[7] Thomas Nagel, Concealment and Exposure, Oxford 2002, p. 47.
[8] I follow here the analysis of the structure of rights offered by T.M. Scanlon. See his ‘Rights, Goals and Fairness’ and ‘Freedom of expression and categories of expression’ reprinted in The Difficulty of Tolerance (Cambridge, Mass.: Harvard University Press, 2003).
[9] S. and Marper v. United Kingdom Judgment of 4 December 2008 (Grand Chamber).
[10] Ibid, Para 60.
[11]Ibid, Para 63.
[12] Ibid, Para 84.
[13] Ibid, Para 85.
[14]Laskey, Jaggard and Brown v. UK, Judgment of 20 January 1997.
[15] Ibid, Concurring Opinion of Judge Pettiti. While Judge Pettiti thinks that privacy can’t be stretched to include sexual practices, Kate Beattie has no doubt that fingerprints raise an issue of privacy: “One of the curiosities of the UK court judgments in S and Marper was their reluctance to find that retention constituted an interference with art. 8 rights at all. Six UK judges (Rose L.J. and Leveson J. in the Divisional Court and all members of the House of Lords save for Baroness Hale) considered that there was no interference with art. 8 or were prepared to acknowledge at most only a very modest interference, seemingly for the purposes of proceeding to the justification analysis under art. 8 (2). It is commonplace that there is no longstanding tradition of privacy protection in English law and these judgments attest to this, at times, it would seem betraying an impatience with the very suggestion of privacy concerns in this context.” See Kate Beattie, S and Marper v. UK: privacy, DNA and crime prevention, E.H.R.L.R. 2009, 2, 232.     
[16] In fact one may find other issues at stake in Marper. See Liz Campbell, A right-based analysis of DNA retention: “non-conviction” databases and the liberal state, Crim. L. R. 2010, 12, 889-905.

Το «τέλος» των κομμάτων

Λίνα Παπαδοπούλου, Επίκουρη καθηγήτρια Συνταγματικού Δικαίου στο Τμήμα Νομικής του Α.Π.Θ.

Κατά τη μεταπολίτευση τα πολιτικά κόμματα άλωσαν τον δημόσιο χώρο και εξάπλωσαν ιμπεριαλιστικά τις δραστηριότητές τους σε τομείς και πεδία που δεν τους ανήκουν. Λειτούργησαν ως διαμεσολαβητές για την κατάληψη θέσεων ή την προαγωγή υπαλλήλων της δημόσιας διοίκησης, παρεμποδίζοντας την αξιοκρατική της στελέχωση. Επνιξαν τον συνδικαλισμό και έντυσαν το φοιτητικό κίνημα με κομματικό μανδύα, εξαγοράζοντας συνειδήσεις των ενδιαφερομένων διά της εξυπηρέτησης μικροσυμφερόντων τους.

Χρωμάτισαν ακόμη και καφενεία σε μπλε και πράσινους τόνους πολώνοντας την κοινωνία. Ενίοτε ένα κομματικό όργανο του κυβερνώντος κόμματος υποκαθιστούσε τη λειτουργία ενός κρατικού ή θεσμικού οργάνου, όπως του Υπουργικού Συμβουλίου ή της κοινοβουλευτικής του ομάδας. Η κομματική πειθαρχία αποτελούσε σφιχτό λουρί και η διαγραφή ερχόταν συχνά από τον πατέρα-αρχηγό, οι θεσμικές εγγυήσεις εσωκομματικής δημοκρατίας και τα δικαιώματα των μελών θεωρούνταν πολυτέλεια. Η εκλογή των αρχηγών γινόταν συχνά διά βοής ή διά της κομματικής νομενκλατούρας. Πρόκειται για το φαινόμενο της «κομματοκρατίας». Το τέλος της δικής της εποχής έχει διαφανεί προ πολλού, εκδηλώνεται όμως ολοένα και εντονότερα στην «εποχή του μνημονίου». Ηταν πρώτη η θεσμοθέτηση του ΑΣΕΠ που ήρθε να περιορίσει το πεδίο της πελατειακής σχέσης κομμάτων – πολιτών και ο κίνδυνος της χρεοκοπίας που ανέστειλε κάθε δυνατότητα βολέματος σε μια, έστω ορισμένου χρόνου, «θεσούλα» στο Δημόσιο. Εξίσου και η, κατ’ όνομα, ιδιωτική οικονομία δεν μπορεί πλέον να κινείται με κομματικά εξασφαλισμένο κρατικό χρήμα.

Οι συνειδήσεις των πολλών που εξαγοράζονταν με μικρά για να ανέχονται τα μεγάλα σκάνδαλα ορθώνονται πλέον είτε γιατί εκλείπει το αντίτιμο είτε γιατί ενηλικιώνονται επώδυνα και αποχρωματίζονται. Τα κινήματα -συνδικαλιστικό και φοιτητικό- αναζητούν ξανά τη χαμένη τους τιμή, αποστασιοποιούμενα από την πατρωνία των κομμάτων. Το μαρτυρά η ανάδυση ανεξάρτητων παρατάξεων στα Πανεπιστήμια αλλά και η διαβεβαίωση των κλασικών φιλοκομματικών ότι δεν συνδέονται οργανικά με τo αντίστοιχο κόμμα. Ισως τα Συμβούλια Διοίκησης στα Πανεπιστήμια δώσουν τη χαριστική βολή σε αυτήν την έκφανση της κομματοκρατίας, αφού οι φοιτητικές παρατάξεις θα χάσουν ένα κρίσιμο πεδίο συνδιαλλαγής και θα αναγκαστούν να αναζητήσουν τον πραγματικό τους ρόλο.

Το ίδιο αναμένεται να κάνουν και τα κόμματα. Τώρα που δεν μπορούν πλέον να πουλούν ακριβή ευημερία με δανεικά κεφάλαια ή φθηνή ρητορεία με αγύριστα κεφάλια προκειμένου να αγοράζουν νομιμοποίηση, ήρθε ο καιρός να επανασυνδεθούν σοβαρά με τα μέλη τους, τους πολίτες, την κοινωνία. Αν αναγκαστούν, για παράδειγμα μέσω της εξάρτησης μιας, κατ’ ανάγκην μειούμενης, κρατικής χρηματοδότησης από την αληθή βούληση και στήριξη των πολιτών, να απογαλακτιστούν από το κράτος-μαστό και να προσφύγουν στα μέλη τους για υλική στήριξη, τα τελευταία θα διεκδικήσουν με τη σειρά τους ενεργότερο εσωκομματικό ρόλο, δικαιώματα και δημοκρατία. Μόνο με αυτήν την επανασύνδεση και την αποκρατικοποίησή τους θα μπορέσουν τα κόμματα να επιτελέσουν την ιδεοτυπική τους λειτουργία ως παιδευτικοί μηχανισμοί, ομογενοποίησης πολιτικών θέσεων και παραγωγής κυβερνητικού προγράμματος, μεταφοράς της βούλησης των πολιτών στα κρατικά όργανα και επιλογής του πολιτικού προσωπικού με εγγυήσεις ανοικτής πρόσβασης. Μόνο αν αναζητήσουν το «τέλος» τους, υπό την έννοια του ιδεοτυπικού τους σκοπού, θα αποφύγουν το τέλος τους, υπό την έννοια της πλήρους απονομιμοποίησής τους.

ΕΘΝΟΣ 15/04/2011

Συμβατότητα με το ενωσιακό δίκαιο του αποκλειστικού δικαιώματος διεξαγωγής τυχερών παιχνιδιών

ΣτΕ (Ολ.) 231/2011
Προεδρεύων: Μ. Βροντάκης, Αντιπρόεδρος
Εισηγητής: Π. Κοτσώνης, Σύμβουλος
[…]
3. Επειδή, η αιτούσα στην πρώτη αίτηση ακυρώσεως υπέβαλε, στις 30.6.2004, αίτηση προς τους υπουργούς Πολιτισμού και Οικονομίας και Οικονομικών, καθώς και τον Υφυπουργό Πολιτισμού αρμόδιο για θέματα πολιτισμού, στην οποία ανέφερε (α) ότι είναι θυγατρική της εταιρείας “S.” (που είναι εισηγμένη στο χρηματιστήριο του Λονδίνου), (β) ότι διαθέτει άδεια παρόχου υπηρεσιών στοιχημάτων (bookmaker) δυνάμει του σχετικού αγγλικού νόμου, (γ) ότι προτίθεται να αναπτύξει δραστηριότητες παροχής υπηρεσιών στοιχημάτων προκαθορισμένης ή μη απόδοσης στην Ελλάδα με δικό της δίκτυο πρακτόρων, αντίστοιχο με εκείνο του Οργανισμού Προγνωστικών Αγώνων Ποδοσφαίρου (Ο.Π.Α.Π.) προκειμένου να παρέχει στους πελάτες της, μέσω των πρακτόρων της και μέσω διαδικτύου, σχετικές υπηρεσίες επί εθνικών ή διεθνών γεγονότων ή αγώνων αθλητικού ή μη χαρακτήρα και (δ) ότι προτίθεται να λειτουργεί ως πράκτορας για την συλλογή, αποδοχή, πιστοποίηση, μετάδοση και εξόφληση στοιχημάτων και κερδών και να επιχειρεί κάθε συναλλαγή σχετική με την πρακτόρευση και την είσπραξη προμήθειας. Για τον λόγο αυτό η αιτούσα ζήτησε, με την ίδια αίτηση, να της επιτραπεί από τις ελληνικές αρχές η άσκηση της εν λόγω δραστηριότητας ή να αναγνωρισθεί η νομιμότητα της έναρξης της δραστηριότητας αυτής ή να συναφθεί σχετική σύμβαση με το ελληνικό δημόσιο, κατ’ ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 27 του ν. 2843/2000 ή να της χορηγηθεί το δικαίωμα αυτό με όποιο τρόπο κρίνει δόκιμο η Διοίκηση. Στην ανωτέρω αίτηση η αιτούσα ανέφερε ότι η ελληνική νομοθεσία που διέπει τη δραστηριότητα αυτή στοιχημάτων και η οποία απονέμει αποκλειστικό δικαίωμα στον Ο.Π.Α.Π. προσκρούει, ιδίως, στις διατάξεις των άρθρων 43 και 49 της Συνθήκης για την Ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (όπως διαμορφώθηκε με τη Συνθήκη του Άμστερνταμ, η οποία κυρώθηκε με τον ν. 2691/1999, Α΄ 47), που κατοχυρώνουν την ελευθερία εγκαταστάσεως και την ελευθερία παροχής υπηρεσιών, όπως οι διατάξεις αυτές έχουν ερμηνευθεί από το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΔΕΚ) στον τομέα των τυχερών παιχνιδιών και ότι, συνεπώς, η Διοίκηση οφείλει, ερμηνεύοντας τις εσωτερικές διατάξεις υπό το φως των διατάξεων αυτών της Συνθήκης, να ικανοποιήσει την αίτησή της παρά το μονοπωλιακό καθεστώς του Ο.Π.Α.Π. Η αίτηση αυτή απορρίφθηκε από τη Διοίκηση σιωπηρώς, με την άπρακτη πάροδο τριμήνου. Κατά της σιωπηράς αυτής απορρίψεως ασκείται η πρώτη αίτηση ακυρώσεως (κατάθεση στις 25.11.2004). Παρόμοια αίτηση προς τις ίδιες αρχές υπέβαλαν, στις 12.4.2007, οι αιτούσες στη δεύτερη αίτηση ακυρώσεως. Στην αίτηση αυτή προς τη Διοίκηση οι εν λόγω αιτούσες ανέφεραν, μεταξύ άλλων, ότι η πρώτη εξ αυτών διαθέτει άδεια παρόχου υπηρεσιών στοιχημάτων δυνάμει του σχετικού αγγλικού νόμου και ότι το σύνολο του μετοχικού της κεφαλαίου ανήκει στη δεύτερη εξ αυτών, η οποία δραστηριοποιείται στον τομέα των στοιχημάτων μέσω των θυγατρικών της εταιρειών και είναι εισηγμένη στο χρηματιστήριο του Λονδίνου. Και η αίτηση αυτή απορρίφθηκε από τη Διοίκηση σιωπηρώς, με την άπρακτη πάροδο τριμήνου. Κατά της σιωπηράς αυτής απορρίψεως ασκείται η δεύτερη αίτηση ακυρώσεως (κατάθεση στις 19.7.2007). Οι αιτήσεις αυτές είναι, ως εκ του αντικειμένου τους, συναφείς και πρέπει να συνεκδικασθούν.
4. Επειδή, με πρόδηλο έννομο συμφέρον και εν γένει παραδεκτώς, παρεμβαίνει, και στις δύο υποθέσεις, η εταιρεία «Ο. Α.Ε.».
5. Επειδή, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη σκέψη 2, οι αιτούσες εταιρείες ζήτησαν από τη Διοίκηση, κατ’ επίκληση δικαιωμάτων που, κατά την άποψή τους, αντλούν από διατάξεις του πρωτογενούς κοινοτικού δικαίου, τη χορήγηση αδείας ασκήσεως στην Ελλάδα δραστηριότητας αναγομένης στη διοργάνωση τυχερών παιγνιδιών, η οποία, κατά το εσωτερικό δίκαιο (ιδίως ν. 2843/2000), ασκείται αποκλειστικά από την παρεμβαίνουσα εταιρεία, όπως θα εκτεθεί στη συνέχεια. Ενόψει αυτού, το ζήτημα, αν η επί τρίμηνο σιωπή της Διοικήσεως στοιχειοθετεί παράλειψη οφειλομένης νόμιμης ενέργειας κατά την έννοια του άρθρου 45 παρ. 4 του π.δ. 18/1989 (Α΄ 8), συνιστάμενη, ειδικότερα, σε παράλειψη αποφάνσεως επί των υποβληθεισών αιτήσεων, εξαρτάται από το κατά πόσον το κοινοτικό δίκαιο, το οποίο έχει τυπική ισχύ υπέρτερη του εθνικού δικαίου, απονέμει πράγματι στις αιτούσες τα δικαιώματα αυτά. Σε καταφατική περίπτωση, οι αιτήσεις ακυρώσεως ασκούνται παραδεκτώς και βασίμως, διότι η Διοίκηση θα όφειλε να αποφανθεί επί των υποβληθεισών αιτήσεων κατά παραμερισμό των εθνικών διατάξεων οι οποίες απαγορεύουν την άσκηση της επίδικης δραστηριότητας από εταιρείες άλλες πλην του Ο.Π.Α.Π. (πρβλ. αποφάσεις ΔΕΚ της 22.6.1989, 103/88, Fratelli Costanzo, σκέψεις 28 έως 33 και της 29.4.1999, C-224/97, Ciola, σκέψεις 29 και 30), ενώ σε αποφατική περίπτωση δεν υφίσταται παράλειψη και οι αιτήσεις είναι απορριπτέες. Συνεπώς, οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί του Δημοσίου και της παρεμβαίνουσας, με τους οποίους προβάλλεται ότι οι αιτήσεις είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες, διότι με αυτές πλήττεται ευθέως το κύρος του ν. 2843/2000, ο οποίος απαγορεύει την άσκηση της επίδικης δραστηριότητας στην Ελλάδα από εταιρείες άλλες πλην του Ο.Π.Α.Π., καθώς και ότι δεν υφίσταται παράλειψη οφειλομένης νόμιμης ενέργειας, αφού η Διοίκηση ορθώς, έστω και σιωπηρώς, απέρριψε τα σχετικά αιτήματα, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
6. Επειδή, οι διατάξεις των άρθρων 43 και 49 της Συνθήκης ΕΚ, με τις οποίες κατοχυρώνονται η ελευθερία εγκαταστάσεως και η ελευθερία παροχής υπηρεσιών, αντιστοίχως, και οι οποίες, κατά πάγια νομολογία του ΔΕΚ, είναι δεκτικές αμέσου επικλήσεως από ιδιώτες ενώπιον των εθνικών αρχών, έχουν ερμηνευθεί από το ΔΕΚ, ειδικά σε σχέση με δραστηριότητες αναγόμενες στον επίδικο τομέα των τυχερών παιχνιδιών, σε σειρά αποφάσεων (βλ., ιδίως, αποφάσεις της 24.3.1994, C-275/92, Schindler, της 21.9.1999, C-124/97, Läärä κ.λπ., της 21.10.1999, C-67/98, Zenatti, της 6.11.2003, C-243/01, Gambelli κ.λπ. και της 6.3.2007, C-338, 359 και 360/04, Placanica κ.λπ.), από τις οποίες συνάγονται τα εξής: (α) Δραστηριότητες, όπως οι επίδικες, εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των ανωτέρω άρθρων της Συνθήκης ΕΚ. (β) Εθνική ρύθμιση, η οποία παρακωλύει ή καθιστά λιγότερο ελκυστική την άσκηση των ελευθεριών εγκαταστάσεως και παροχής υπηρεσιών ή, κατά μείζονα λόγο, τις απαγορεύει, συνιστά περιορισμό, ο οποίος είναι ανεκτός, κατά τα οικεία άρθρα της Συνθήκης ΕΚ, μόνον αν πληροί, σωρευτικά, τις ακόλουθες προϋποθέσεις: (i) Δικαιολογείται από επιτακτικούς λόγους γενικού συμφέροντος· ως τέτοιοι λόγοι, θεωρούνται η προστασία των καταναλωτών, η πρόληψη της απάτης, η μη ενθάρρυνση της εκ μέρους των πολιτών σπατάλης χρημάτων που συνδέεται με τα τυχερά παιγνίδια, και, γενικώς, η αποτροπή κάθε διαταράξεως της κοινωνικής τάξεως, όχι όμως και η αποτροπή του περιορισμού ή της μείωσης των φορολογικών εσόδων ούτε, αυτοτελώς, η χρηματοδότηση αφιλοκερδών δραστηριοτήτων ή δραστηριοτήτων γενικού συμφέροντος, όπως έργων κοινής ωφελείας, φιλανθρωπικών, αθλητικών ή πολιτιστικών. (ii) Εισάγει μέτρο πρόσφορο προς επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού. (iii) Δεν βαίνει πέραν του αναγκαίου για την επίτευξη του σκοπού αυτού ορίου και (iv) Εφαρμόζεται κατά τρόπο μη εισάγοντα δυσμενείς διακρίσεις. (γ) Ειδικά στον τομέα των τυχερών παιχνιδιών, οι ηθικής, θρησκευτικής ή πολιτιστικής φύσεως ιδιαιτερότητες, καθώς και οι ηθικώς και οικονομικώς επιζήμιες, για το άτομο και την κοινωνία, συνέπειες των παιχνιδιών και των στοιχημάτων μπορούν να δικαιολογήσουν την αναγνώριση, υπέρ των εθνικών αρχών, επαρκούς εξουσίας εκτιμήσεως, προκειμένου οι αρχές να καθορίζουν τις απαιτήσεις που συνεπάγεται η προστασία των καταναλωτών και της κοινωνικής τάξεως. Συναφώς, καίτοι τα κράτη μέλη είναι ελεύθερα να καθορίζουν τους σκοπούς της πολιτικής τους στον τομέα αυτό και, ενδεχομένως, να προσδιορίζουν με ακρίβεια το επίπεδο της επιδιωκόμενης προστασίας, οι επιβαλλόμενοι περιορισμοί πρέπει πάντως να τηρούν την απορρέουσα από την νομολογία του ΔΕΚ αρχή της αναλογικότητας. (δ) Επομένως, πρέπει να εξετάζεται χωριστά, για καθέναν από τους επιβαλλόμενους με την εθνική νομοθεσία περιορισμούς, ιδίως το κατά πόσον είναι πρόσφοροι για τη διασφάλιση της επιτεύξεως του σκοπού ή των σκοπών που επιδιώκει το κάθε κράτος μέλος και το κατά πόσον βαίνουν πέραν αυτού που είναι αναγκαίο για την επίτευξή τους. Εν πάση όμως περιπτώσει, οι περιορισμοί αυτοί πρέπει να εφαρμόζονται κατά τρόπο που δεν εισάγει διακρίσεις. (ε) Δύο είναι οι σκοποί της ακολουθουμένης από κράτος μέλος πολιτικής, οι οποίοι μπορούν να δικαιολογήσουν, αυτοτελώς, εθνικά μέτρα που θεσπίζουν περιορισμούς στον επίδικο τομέα: (i) Η μείωση της προσφοράς τυχερών παιχνιδιών ή (ii) Η καταπολέμηση της συναφούς εγκληματικότητας, μέσω της ασκήσεως ελέγχου επί των δραστηριοποιούμενων στον τομέα αυτόν επιχειρήσεων, ώστε να διασφαλισθεί ότι οι εν λόγω δραστηριότητες ασκούνται μόνον εντός των ελεγχομένων κυκλωμάτων. (στ) Ως προς τους περιορισμούς που επιβάλλονται για την επίτευξη του πρώτου από τους ανωτέρω δύο σκοπούς, η οικεία εθνική ρύθμιση πρέπει, για να θεωρηθεί πρόσφορη, να συμβάλλει στην προσπάθεια πραγματικής μειώσεως της προσφοράς παιχνιδιών και περιορισμού των συναφών δραστηριοτήτων κατά τρόπο συνεπή και αποτελεσματικό. (ζ) Ως προς τους περιορισμούς που επιβάλλονται για την επίτευξη του δεύτερου σκοπού, η οικεία εθνική ρύθμιση μπορεί να συνδυάζεται με πολιτική ελεγχόμενης ανάπτυξης του τομέα των τυχερών παιχνιδιών, με ειδικότερο σκοπό την προσέλκυση προς τις νομίμως ασκούμενες συναφείς δραστηριότητες όσων επιδίδονται σε απαγορευμένες δραστηριότητες παράνομων παιχνιδιών και στοιχημάτων (βλ., ιδίως, απόφαση Placanica κ.λπ., σκέψεις 40 έως 57).
7. Επειδή, στο ν.δ. 3769/1957 (Α΄ 202) ορίζεται, στο άρθρο 1 ότι «Επί σκοπώ προαγωγής, ενισχύσεως και συντονισμού του Εξωσχολικού Αθλητισμού, συνιστάται … ιδία Δημοσία Υπηρεσία υπό τον τίτλον «Γενική Γραμματεία Εξωσχολικού Αθλητισμού» …» (μετονομασθείσα, με το άρθρο 1 του ν.δ. 3865/1958, Α΄ 178, σε «Γενική Γραμματεία Αθλητισμού») και στο άρθρο 12 παρ. 1, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 6 παρ. 1 του ν.δ. 3865/1958, ότι «Πόροι προς εκπλήρωσιν της αποστολής της Γενικής Γραμματείας Εξωσχολικού Αθλητισμού ορίζονται: α) … στ) Το εκ της λειτουργίας δελτίου προγνωστικών επί των ποδοσφαιρικών αγώνων προκύπτον έσοδον. Β. Διάταγμα … θέλει ορίσει τον τρόπον οργανώσεως και λειτουργίας του δελτίου τούτου. Αι ειδικώτεραι λεπτομέρειαι λειτουργίας του δελτίου προγνωστικών ως και τα δικαιώματα και υποχρεώσεις των πρακτόρων διαθέσεως τούτου, ρυθμίζονται διά κανονισμών συντασσομένων υπό του Γενικού Γραμματέως Αθλητισμού και εγκρινομένων δι’ αποφάσεων του Προέδρου της Κυβερνήσεως, δημοσιευομένων εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Οι κανονισμοί ούτοι τροποποιούνται κατά τον αυτόν ως άνω τρόπον». Στο άρθρο 1 του από 20/29.12.1958 β. δ/τος (Α΄ 228), το οποίο εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του ανωτέρω άρθρου 12 παρ. 1 περίπτ. στ’ του ν.δ. 3769/1957, ορίζεται ότι «1. Συνιστάται νομικόν πρόσωπον ιδιωτικού δικαίου υπό την επωνυμίαν «Οργανισμός Προγνωστικών Αγώνων Ποδοσφαίρου» (Ο.Π.Α.Π.), έδραν έχον τας Αθήνας. 2. Ο Οργανισμός αναλαμβάνει την οργάνωσιν και λειτουργίαν του δελτίου προγνωστικών επί των ποδοσφαιρικών αγώνων. 3. …» και στο άρθρο 6 ότι «1. Ο Οργανισμός θέλει παρακρατεί εκ των ακαθαρίστων εισπράξεων αυτού τα εξής ποσοστά: α) 45 % ως κέρδος υπέρ των συμμετεχόντων εις το δελτίον προγνωστικών. β) … 2. Ο Οργανισμός θέλει ομοίως παρακρατεί εκ των ακαθαρίστων εισπράξεών του άπαντα ανεξαιρέτως τα έξοδα διοικήσεως και λειτουργίας του … 3. Το απομένον υπόλοιπον ποσόν … εισαγόμενον εις τον προϋπολογισμόν του Κράτους, αποτελεί έσοδον της Γενικής Γραμματείας Αθλητισμού. 4. …». Στον ν. 2414/1996 (Α΄ 135) ορίσθηκε, στο άρθρο 1 παρ. 1 ότι «Στις διατάξεις του παρόντος νόμου υπάγονται οι κάτωθι Δημόσιες Επιχειρήσεις και Οργανισμοί, που ονομάζονται και για τους σκοπούς του παρόντος νόμου δημόσιες επιχειρήσεις: … ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΠΡΟΓΝΩΣΤΙΚΩΝ ΑΓΩΝΩΝ ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΟΥ (Ο.Π.Α.Π.) …» και στο άρθρο 2, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 21 παρ. 1 του ν. 2733/1999 (Α΄ 155), ότι «1. Με προεδρικά διατάγματα, που εκδίδονται με πρόταση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας, Οικονομικών και του Υπουργού που εποπτεύει τη δημόσια επιχείρηση … δύνανται να μετατρέπονται σε ανώνυμες εταιρείες οι δημόσιες επιχειρήσεις που δεν έχουν τη μορφή αυτή και να καταρτίζονται τα καταστατικά τους σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου και του κ.ν. 2190/1920. Με κοινές αποφάσεις των ίδιων Υπουργών προσαρμόζονται στις διατάξεις του παρόντος νόμου τα καταστατικά των δημοσίων επιχειρήσεων που έχουν ήδη τη μορφή ανώνυμης εταιρείας. … 3. Με τα προεδρικά διατάγματα και τις κοινές υπουργικές αποφάσεις της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού, ορίζεται ότι οι δημόσιες επιχειρήσεις λειτουργούν με βάση τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, χωρίς να μεταβάλλεται ο χαρακτήρας τους ως εταιριών που ασκούν δραστηριότητα κοινής ωφέλειας». Στον ν. 2433/1996 (Α΄ 180) ορίζεται, στο άρθρο 2 ότι «1. Με προεδρικό διάταγμα … επιτρέπεται η έκδοση δελτίου στοιχημάτων «προκαθορισμένης ή μη απόδοσης» στα πάσης φύσεως ατομικά ή ομαδικά παιχνίδια, όπως και σε γεγονότα, η φύση των οποίων προσφέρεται για διεξαγωγή στοιχήματος. … Διαχειριστής του σχετικού δελτίου ορίζεται ο Οργανισμός Προγνωστικών Αγώνων Ποδοσφαίρου. … 2. Όποιος χωρίς δικαίωμα διεξάγει … στοίχημα … τιμωρείται με ποινή φυλάκισης …» και στο άρθρο 3 ότι «1. Η ετήσια δαπάνη διαφήμισης των παιχνιδιών … που διοργανώνει ο Ο.Π.Α.Π. ή όσων πρόκειται να διοργανώσει στο μέλλον, επιμερίζεται αναλογικά μεταξύ του Ο.Π.Α.Π. και των άλλων φορέων που συμμετέχουν στα δικαιώματα από κάθε παιχνίδι του Ο.Π.Α.Π. … 2. … 5. Ο Οργανισμός Προγνωστικών Αγώνων Ποδοσφαίρου (Ο.Π.Α.Π.) μπορεί να χρησιμοποιεί έως και 10% των χώρων των εθνικών, δημοτικών και κοινοτικών σταδίων και γυμναστηρίων, που είναι προορισμένοι για διαφήμιση, προκειμένου να αναρτά πινακίδες για τη διαφήμιση των προϊόντων του, χωρίς υποχρέωση καταβολής αμοιβής. …». Στη σχετική εισηγητική έκθεση, αναγράφονται, μεταξύ άλλων, τα εξής: «… Προτείνεται η καθιέρωση του παιχνιδιού «στοιχημάτων προκαθορισμένης ή μη απόδοσης», που είναι σήμερα επιτακτική όσο ποτέ άλλοτε και επιβάλλεται τόσο από την ανάγκη αύξησης των εσόδων για τον αθλητισμό, όσο, κυρίως και της πάταξης των παράνομων στοιχημάτων, που έχουν λάβει τη μορφή επιδημίας τα τελευταία χρόνια στη χώρα μας. … Κρίνεται ακόμη αναγκαίο να καθιερωθεί δελτίο για όλες τις μορφές παιχνιδιών … έτσι ώστε να καταστεί πιο αποτελεσματική η πάταξη των παράνομων παιχνιδιών στη χώρα μας, τα οποία, εκτός όλων των άλλων, έχουν σαν άμεση συνέπεια την εξαγωγή συναλλάγματος, αφού οι εταιρείες που διεξάγουν σήμερα παράνομα παιχνίδια στην Ελλάδα συνεργάζονται με ξένες εταιρείες και δέχονται και τέτοια στοιχήματα για λογαριασμό τους. Η διεξαγωγή από τον Ο.Π.Α.Π. των παιχνιδιών ΠΡΟ-ΠΟ – ΛΟΤΤΟ – ΠΡΟΤΟ με απόλυτη επιτυχία και με τεράστια έσοδα για τη Γενική Γραμματεία Αθλητισμού, το Υπουργείο Πολιτισμού και το Υπουργείο Οικονομικών (Δημόσιο), είναι η καλύτερη εγγύηση για την επιτυχία και του προτεινόμενου νέου παιχνιδιού των στοιχημάτων προκαθορισμένης ή μη απόδοσης … Προτείνεται ο επιμερισμός της διαφημιστικής δαπάνης των παιχνιδιών του Ο.Π.Α.Π. μεταξύ των φορέων του Δημοσίου που λαμβάνουν και τα μεγαλύτερα ποσοστά … Η ρύθμιση αυτή κρίνεται αναγκαία, αφού ο Ο.Π.Α.Π. δαπανά κάθε χρόνο τεράστια ποσά για τη διαφήμιση των παιχνιδιών του, προκειμένου να αντιμετωπίσει με επιτυχία ανταγωνιστικά παιχνίδια και να ανεβάσει συνολικά τις πωλήσεις του. … Προτείνεται η απαλλαγή του Ο.Π.Α.Π. από το φόρο τηλεόρασης, προκειμένου να έχει τη δυνατότητα της διαφημιστικής προβολής των παιχνιδιών του από την τηλεόραση και έτσι να αυξήσει τις πωλήσεις του, προς όφελος του Ελληνικού Δημοσίου. … Προτείνεται η δυνατότητα χρησιμοποίησης εκ μέρους του Ο.Π.Α.Π. χώρων που είναι προορισμένοι για διαφήμιση στα εθνικά, δημοτικά και κοινοτικά γυμναστήρια, χωρίς καμία αμοιβή, αφού στην πράξη η λειτουργία των σταδίων αυτών επιτυγχάνεται από τις εισπράξεις των παιχνιδιών του Ο.Π.Α.Π. …». Με βάση την ανωτέρω εξουσιοδότηση του άρθρου 2 παρ. 1 του ν. 2433/1996, εκδόθηκε το π.δ. 250/1997 (Α΄ 181), με το οποίο ρυθμίσθηκαν τα σχετικά με τη διαχείριση, οργάνωση, λειτουργία και διάθεση των εσόδων του δελτίου στοιχημάτων προκαθορισμένης ή μη απόδοσης και ορίσθηκε, μεταξύ άλλων, ότι η συμμετοχή στα πάσης φύσεως στοιχήματα προκαθορισμένης ή μη απόδοσης που διαχειρίζεται ο Ο.Π.Α.Π. είναι ελεύθερη στον καθένα, υπό τον όρο καταβολής αντιτίμου (άρθρο 3) και ότι τα έσοδα από τα στοιχήματα προκαθορισμένης απόδοσης, μετά την αφαίρεση των κερδών των παικτών και ορισμένων άλλων κονδυλίων, κατανέμονται κατά 70% στη Γενική Γραμματεία Αθλητισμού και κατά 30% στο Υπουργείο Πολιτισμού (άρθρο 8). Με βάση το ανωτέρω άρθρο 2 παρ. 1 του ν. 2414/1996 εκδόθηκε, εξ άλλου, το π.δ. 228/1999 (Α΄ 193), στο οποίο ορίζεται, στο άρθρο 1 ότι «Συνιστάται ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «Οργανισμός Προγνωστικών Αγώνων Ποδοσφαίρου Α.Ε.» και σε συντομογραφία και διακριτικό τίτλο «Ο.Π.Α.Π. Α.Ε.» … Η εταιρεία λειτουργεί χάριν του δημοσίου συμφέροντος κατά τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, διεπόμενη από τις διατάξεις του Ν. 2414/1996 … και του Κ.Ν. 2190/1920 …», στο άρθρο 2 ότι «1. Σκοπός της εταιρείας είναι: α) Η οργάνωση, η λειτουργία και η διεξαγωγή από την εταιρεία ή σε συνεργασία με τρίτους των παιχνιδιών ΠΡΟ-ΠΟ … καθώς και κάθε άλλου τυχερού παιχνιδιού που στο μέλλον ήθελε αποφασίσει το Δ.Σ. σε ολόκληρη τη χώρα και εκτός αυτής για λογαριασμό του Ελληνικού Δημοσίου … β) Η διαχείριση των ανωτέρω παιχνιδιών, αλλά και όσων πρόκειται να διεξαχθούν στο μέλλον, ασκείται κατ’ αποκλειστικότητα από την εταιρεία Ο.Π.Α.Π. Α.Ε. για λογαριασμό του Ελληνικού Δημοσίου … 2. Για την επίτευξη των σκοπών της ασκούνται από την ΟΠΑΠ Α.Ε. και οι ακόλουθες δραστηριότητες. α) … δ) Η σύσταση σε όλη τη χώρα πρακτορείων που πρακτορεύονται εν γένει παιχνίδια της εταιρείας κατ’ αποκλειστικότητα και η χορήγηση αδειών λειτουργίας πρακτορείων σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα, για ένα ή περισσότερα από τα παιχνίδια της, με τους όρους και τις προϋποθέσεις που κάθε φορά θέτει το Δ.Σ. της εταιρείας. ε) …», στο άρθρο 5 παρ. 1 ότι «Το μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας ΟΠΑΠ ΑΕ ανέρχεται σε … δραχμές. Το μετοχικό κεφάλαιο διαιρείται σε … ονομαστικές και αδιαίρετες μετοχές … οι οποίες θα εκδοθούν στο όνομα του Ελληνικού Δημοσίου» και στο άρθρο 34 ότι «1. Κατόπιν μετατροπής του Οργανισμού Προγνωστικών Αγώνων Ποδοσφαίρου σε Ανώνυμη Εταιρεία, η με το παρόν ιδρυόμενη εταιρεία υπεισέρχεται, ως οιονεί καθολικός διάδοχος, στη θέση του μέχρι σήμερα υφιστάμενου Οργανισμού Προγνωστικών Αγώνων Ποδοσφαίρου. 2. Από τη δημοσίευση του παρόντος η ιδρυόμενη με αυτό ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «Οργανισμός Προγνωστικών Αγώνων Ποδοσφαίρου Α.Ε.» υπεισέρχεται αυτοδικαίως στο σύνολο των δικαιωμάτων, υποχρεώσεων, και λοιπών εννόμων σχέσεων του Οργανισμού Προγνωστικών Αγώνων Ποδοσφαίρου. 3. …». Στο άρθρο 27 του ν. 2843/2000 (Α΄ 219), όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 41 παρ. 2 του ν. 2912/2001 (Α΄ 94) και ίσχυε κατά τον κρίσιμο, για την πρώτη υπόθεση, χρόνο (προ δηλαδή της τροποποιήσεώς του με το άρθρο 14 του ν. 3336/2005, Α΄ 96), ορίζεται ότι «1. Το Δημόσιο δύναται να διαθέτει σε επενδυτές μέσω του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών ποσοστό έως σαράντα εννέα τοις εκατό (49%) του εκάστοτε μετοχικού κεφαλαίου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «Οργανισμός Προγνωστικών Αγώνων Ποδοσφαίρου Α.Ε. (Ο.Π.Α.Π.). 2. α. Με σύμβαση, που συνάπτεται μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου, εκπροσωπουμένου από τους Υπουργούς Οικονομικών και Πολιτισμού, αρμόδιο για θέματα αθλητισμού … και του Ο.Π.Α.Π., παραχωρείται για χρονικό διάστημα είκοσι (20) ετών το αποκλειστικό δικαίωμα της διεξαγωγής, διαχείρισης, οργάνωσης και λειτουργίας από τον Ο.Π.Α.Π. των παιγνιδιών που διεξάγονται σήμερα από αυτόν, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις, καθώς και των παιγνιδιών «ΜΠΙΝΓΚΟ ΛΟΤΤΟ», «ΚΙΝΟ» … β. Με απόφαση του Δ.Σ. του Ο.Π.Α.Π. που εγκρίνεται από τους Υπουργούς Οικονομικών και Πολιτισμού, αρμόδιου για θέματα αθλητισμού, εκδίδεται Κανονισμός Διεξαγωγής για κάθε παιχνίδι του Ο.Π.Α.Π., με τον οποίο ρυθμίζονται θέματα σχετικά με το αντικείμενο των παιγνιδιών, την εν γένει οργάνωση και λειτουργία τους, τους οικονομικούς όρους διεξαγωγής των παιγνιδιών και, ιδίως, τα ποσοστά που αποδίδονται ως κέρδος στους παίκτες, τα ποσοστά κερδών κατά κατηγορία νικητών, την τιμή της στήλης και τα ποσοστά προμήθειας των πρακτόρων … γ. Στη σύμβαση της παραγράφου 2α ορίζονται οι όροι άσκησης από τον Ο.Π.Α.Π. και της τυχόν ανανέωσης του δικαιώματος που προβλέπεται στην παράγραφο αυτή, το αντάλλαγμα για την παραχώρηση του δικαιώματος αυτού, ο τρόπος καταβολής του, οι ειδικότερες υποχρεώσεις του Ο.Π.Α.Π. και, ιδιαίτερα, οι σχετικές με τις αρχές της διαφάνειας των ακολουθούμενων διαδικασιών διεξαγωγής των παιγνιδιών και της προστασίας της κοινωνικής τάξεως και των παικτών … 3. … 4. Από 1.1.2001 παύει η καταβολή κάθε επιχορήγησης, άμεσης ή έμμεσης, του Ο.Π.Α.Π. προς οποιονδήποτε φορέα δημόσιο ή ιδιωτικό πλην της προβλεπόμενης … υπέρ του Ενιαίου Συνδέσμου Ανωνύμων Ποδοσφαιρικών Εταιρειών … και των Ποδοσφαιρικών Ανωνύμων Εταιρειών…. Το ποσό του μερίσματος που δικαιούται το Ελληνικό Δημόσιο από τη συμμετοχή του στο μετοχικό κεφάλαιο του Ο.Π.Α.Π. κατατίθεται σε ειδικό λογαριασμό … Τα ποσά αυτά θα διατίθενται για την ενίσχυση αθλητικών και πολιτιστικών δραστηριοτήτων. … 5. α. Η παρακολούθηση της τήρησης της διαδικασίας διεξαγωγής όλων των παιγνιδιών που διεξάγονται από τον Ο.Π.Α.Π., η ανακήρυξη των νικητών για κάθε παιγνίδι και η εκδίκαση των ενστάσεων των παικτών ανατίθενται στην Επιτροπή της επόμενης υποπαραγράφου. … β. Με απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Αθλητισμού … συγκροτείται Επιτροπή Ελέγχου, Ανακήρυξης Νικητών και Εκδίκασης Ενστάσεων … Ως μέλη της Επιτροπής ορίζονται κρατικοί λειτουργοί και δημόσιοι υπάλληλοι. … 6. α. … β. Η διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 22 του ν. 2733/1999 … εφαρμόζεται στον Ο.Π.Α.Π. από της εισαγωγής του στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών ανεξαρτήτως του μετοχικού του κεφαλαίου που διατίθεται σε επενδυτές. γ. … 9.α. Σε περίπτωση που επιτραπεί από το νόμο η διεξαγωγή οποιουδήποτε νέου παιγνιδιού, εκτός από τα αναφερόμενα στην παράγραφο 2α, συγκροτείται … ειδική Επιτροπή, με έργο τη διαμόρφωση των όρων και προϋποθέσεων και του καθορισμού του ανταλλάγματος για την παραχώρηση διεξαγωγής του παιγνιδιού στον Ο.Π.Α.Π. … Εάν ο Ο.Π.Α.Π. αρνηθεί να αναλάβει τη διεξαγωγή του παιγνιδιού … το Δημόσιο μπορεί να αναλάβει το ίδιο τη διεξαγωγή του. Εάν η διεξαγωγή του συγκεκριμένου παιγνιδιού επιτραπεί να ανατεθεί σε τρίτο, το αντάλλαγμα δεν μπορεί να είναι κατώτερο από αυτό που προτάθηκε στον Ο.Π.Α.Π. Ειδικά για κάθε μελλοντικό παιγνίδι που αφορά αθλητικά γεγονότα, η διεξαγωγή τους μπορεί να γίνει αποκλειστικά και μόνο από τον Ο.Π.Α.Π. β. …». Στη διάταξη, εξάλλου, του άρθρου 22 παρ. 1 του ν. 2733/1999, στην οποία παραπέμπει το άρθρο 27 παρ. 6 περ. β΄ του ν. 2843/2000, ορίζεται ότι οι δημόσιες επιχειρήσεις, μετοχές των οποίων, αντιπροσωπεύουσες ποσοστό από είκοσι πέντε τοις εκατό (25%) έως και σαράντα εννέα τοις εκατό (49%) του μετοχικού τους κεφαλαίου, διατίθενται σε επενδυτές, δεν υπάγονται στις διατάξεις του ν. 2414/1996, με εξαίρεση τα άρθρα 9 και 10. Δυνάμει του αυτού άρθρου 27 του ν. 2843/2000 υπεγράφη η από 15.12.2000 σύμβαση του Ελληνικού Δημοσίου με τον Ο.Π.Α.Π, με την οποία του παραχωρήθηκε, έναντι καταβολής ανταλλάγματος, το αποκλειστικό δικαίωμα της διεξαγωγής, διαχείρισης, οργάνωσης και λειτουργίας παιχνιδιών για χρονικό διάστημα είκοσι ετών. Με το άρθρο 36 του ν. 3057/2002 (Α΄ 239) προστέθηκε, στο εν λόγω άρθρο 27 του ν. 2843/2000, παράγραφος 10, ως εξής: «Το αποκλειστικό δικαίωμα διεξαγωγής, διαχείρισης, οργάνωσης και λειτουργίας του παιχνιδιού Προγνωστικά Αγώνων Μπάσκετ παραχωρείται στην Ο.Π.Α.Π. Α.Ε., με τροποποίηση της σύμβασης που έχει συναφθεί μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και της Ο.Π.Α.Π. Α.Ε. για χρόνο ίσο με τον απομένοντα για τη συμπλήρωση είκοσι (20) ετών από τη δημοσίευση του Ν. 2843/2000. Τα οριζόμενα στο παρόν άρθρο ισχύουν και για το παιχνίδι Προγνωστικά Αγώνων Μπάσκετ. … Το αποκλειστικό δικαίωμα διεξαγωγής, διαχείρισης, οργάνωσης και λειτουργίας του παιχνιδιού Προγνωστικά Αγώνων Ομαδικών Αθλημάτων παραχωρείται στην Ο.Π.Α.Π. Α.Ε. με τροποποίηση της σύμβασης … Η διεξαγωγή, οργάνωση και λειτουργία όλων των παιχνιδιών της Ο.Π.Α.Π. Α.Ε. είναι δυνατή και χωρίς την έκδοση δελτίου. Ο προσφορότερος τρόπος και το προσφορότερο μέσο διεξαγωγής, οργάνωσης και λειτουργίας ορίζονται για το σκοπό αυτό στους κανονισμούς των παιχνιδιών». Εξάλλου, με το άρθρο 14 παρ. 1 του ν. 3336/2005 (που δεν καταλαμβάνει, ως εκ του χρόνου ισχύος του, την πρώτη υπόθεση), η ανωτέρω παράγραφος 1 του ίδιου άρθρου 27 του ν. 2843/2000 αντικαταστάθηκε ως εξής: «Το Δημόσιο δύναται να διαθέτει σε επενδυτές μέσω του Χρηματιστηρίου Αθηνών ποσοστό έως εξήντα έξι τοις εκατό (66%) του εκάστοτε μετοχικού κεφαλαίου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «Οργανισμός Προγνωστικών Αγώνων Ποδοσφαίρου Α.Ε.» (Ο.Π.Α.Π.). Το ποσοστό συμμετοχής του Δημοσίου στο εκάστοτε μετοχικό κεφάλαιο του Ο.Π.Α.Π. δεν δύναται να είναι κατώτερο του τριάντα τέσσερα τοις εκατό (34%)». Το ίδιο άρθρο 14 του ν. 3336/2005 ορίζει, περαιτέρω, τα εξής: «2. Το Δημόσιο διορίζει το ήμισυ πλέον ενός των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου του Ο.Π.Α.Π. για το χρονικό διάστημα παραχώρησης από το Ελληνικό Δημόσιο του αποκλειστικού δικαιώματος διεξαγωγής, διαχείρισης, οργάνωσης και λειτουργίας των παιχνιδιών που προβλέπονται στην από 15.12.2000 σύμβαση αποκλειστικότητας … ή των τυχόν ανανεώσεών της, κατά τους όρους της σύμβασης αυτής. 3. Ο κατά τα άνω διορισμός γίνεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Πολιτισμού αρμόδιου για θέματα αθλητισμού. 4. Τα λοιπά μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου του Ο.Π.Α.Π. για το ως άνω χρονικό διάστημα εκλέγονται από τη Γενική Συνέλευση των μετόχων του, κατά τις διατάξεις του Κ.Ν. 2190/1920 περί ανωνύμων εταιρειών, όπως ισχύει». Κατά τη συζήτηση επί των διατάξεων του εν λόγω νόμου 3336/2005 στη Βουλή (συνεδρίαση ΡΜΖ΄ της 7.4.2005), ο τότε Υπουργός Οικονομίας και Οικονομικών δήλωσε τα εξής: «Έρχομαι τώρα σε ένα άλλο θέμα, στο θέμα που αφορά την περαιτέρω μετοχοποίηση του ΟΠΑΠ. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι ο ΟΠΑΠ είναι μονοπώλιο και θα διατηρήσει τη μονοπωλιακή του θέση για πολλά χρόνια ακόμα, διότι δεν μπορούμε να απελευθερώσουμε τον τζόγο, δεν μπορούμε να αφήσουμε τον τζόγο να αναπτυχθεί. Διότι απελευθέρωση σημαίνει ανάπτυξη. Αν απελευθερώσουμε τον τζόγο, θα έχουμε πολύ περισσότερες αρνητικές παρενέργειες. Η Κυβέρνηση, με τη ρύθμιση που έχει καταθέσει, όχι μόνο διασφαλίζει το μονοπώλιο του ΟΠΑΠ αλλά το θωρακίζει πιο αποτελεσματικά …». Περαιτέρω, στο κεφάλαιο Β΄ του ν. 3429/2005 (Α΄ 314), που δεν καταλαμβάνει, ως εκ του χρόνου ισχύος του, την πρώτη υπόθεση, ορίζεται ότι οι ανώνυμες εταιρείες που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής του κεφαλαίου αυτού (στις οποίες, δυνάμει του άρθρου 1 παρ. 5, περιλαμβάνεται και ο Ο.Π.Α.Π.) ευρίσκονται εκτός του, κατά τις ισχύουσες κάθε φορά διατάξεις, ευρύτερου δημόσιου τομέα (άρθρο 15 παρ. 1), ότι στις εταιρείες αυτές εφαρμόζονται οι διατάξεις του κ.ν. 2190/1920, του ν. 3016/2002 και οι λοιπές διατάξεις που εφαρμόζονται σε κάθε άλλη εισηγμένη σε οργανωμένη αγορά ανώνυμη εταιρεία (άρθρο 16 παρ. 1), ότι η κρατική εποπτεία, όπου προβλέπεται, ασκείται επί της λειτουργίας και των δραστηριοτήτων των εταιρειών αυτών, όπως και σε κάθε άλλη ανώνυμη εταιρεία, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά σε ειδικές διατάξεις (άρθρο 16 παρ. 2) και ότι όλες οι δημόσιες επιχειρήσεις υποχρεώνονται να προσαρμόσουν, ανάλογα, το καταστατικό τους μέσα σε έξι μήνες από την έναρξη ισχύος του νόμου (άρθρο 16 παρ. 3). Με το άρθρο 20 του ίδιου νόμου καταργήθηκαν, ρητώς, τα ανωτέρω άρθρα 1 και 2 του ν. 2414/1996, καθώς και κάθε άλλη διάταξη αντίθετη στις διατάξεις αυτού.
8. Επειδή, περαιτέρω, στο καταστατικό του Ο.Π.Α.Π. (που κωδικοποιήθηκε με την 442/9/16.1.2001 κοινή απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και του Υφυπουργού Πολιτισμού, Β΄ 23, και τροποποιήθηκε έκτοτε κατ’ επανάληψη) ορίζεται ότι η εταιρεία λειτουργεί χάριν του δημοσίου συμφέροντος, κατά τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, ότι τελεί υπό την εποπτεία του Υπουργού Πολιτισμού αρμόδιου για θέματα αθλητισμού και ότι σκοπός της είναι, μεταξύ άλλων, η οργάνωση, λειτουργία και διεξαγωγή διαφόρων παιχνιδιών, η διαφήμιση των παιχνιδιών αυτών και η διεξαγωγή τους και σε χώρες του εξωτερικού, καθώς και η ίδρυση πρακτορείων. Εξ άλλου, με βάση τις σχετικές εξουσιοδοτικές διατάξεις, έχουν εγκριθεί τόσον ο «γενικός κανονισμός λειτουργίας παιχνιδιών στοιχημάτων προκαθορισμένης απόδοσης της ΟΠΑΠ Α.Ε.» (κοινή απόφαση Υπουργού Οικονομικών και Υφυπουργού Πολιτισμού 29159/3/ 27.11.2000, Β΄ 1427, όπως τροποποιήθηκε με τις 6375/15/26.3.2001, Β΄ 316, και 6879/10/13.2.2006, Β΄ 176, όμοιες αποφάσεις) όσο και επιμέρους κανονισμοί διεξαγωγής των παιχνιδιών, η λειτουργία των οποίων εμπίπτει στις διατάξεις του γενικού κανονισμού. Στον γενικό αυτό κανονισμό, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, ορίζεται, μεταξύ άλλων, ότι η συμμετοχή των παικτών στα παιχνίδια είναι ελεύθερη (άρθρο 1 παρ. 3) και ότι το μέγιστο ποσό στοιχηματισμού και κέρδους ανά δελτίο ανέρχεται, αντιστοίχως, σε 30.000 και 733.675 (από το 2006 1.000.000) ευρώ (άρθρα 4 παρ. 2 και 10 παρ. 1). Από τον ίδιο, εξάλλου, γενικό κανονισμό, συνάγεται ότι οι παίκτες συμμετέχουν στα παιχνίδια χωρίς να καταγράφονται τα στοιχεία ταυτότητάς τους, η δε καταβολή των κερδών γίνεται από τον οργανισμό στον κομιστή του κερδοφόρου δελτίου. Μετά τον εν προκειμένω κρίσιμο χρόνο, εκδόθηκε η 37336/6/11.8.2008 κοινή απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών και του Υφυπουργού Πολιτισμού (Β΄ 1590) περί εγκρίσεως του «κανονισμού οργάνωσης, λειτουργίας και διεξαγωγής των παιχνιδιών στοιχημάτων προκαθορισμένης απόδοσης της Ο.Π.Α.Π. Α.Ε.», με τις διατάξεις του οποίου ρυθμίσθηκαν όλα τα σχετικά θέματα και καταργήθηκαν οι προγενέστερες διατάξεις. Στο άρθρο 3 παρ. 1 του τελευταίου τούτου κανονισμού ορίσθηκε ότι, για τη συμμετοχή στα παιχνίδια στοιχημάτων προκαθορισμένης απόδοσης, απαιτείται η συμπλήρωση του 18ου έτους της ηλικίας, χωρίς όμως περαιτέρω ρύθμιση του τρόπου εφαρμογής του μέτρου αυτού. Τέλος, με την 2167/22.1.2009 κοινή απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών και του Υπουργού Πολιτισμού (Β΄ 78), εγκρίθηκε ο «γενικός κανονισμός οργάνωσης, λειτουργίας και διεξαγωγής των παιχνιδιών της Ο.Π.Α.Π. Α.Ε.».
9. Επειδή, από το σύνολο της νομοθεσίας που μνημονεύθηκε στις δύο προηγούμενες σκέψεις συνάγονται τα εξής: Με το άρθρο 27 του ν. 2843/2000, ο Ο.Π.Α.Π. (ο οποίος από το 1999 λειτουργούσε με τη μορφή ανώνυμης εταιρείας με μοναδικό μέτοχο το Δημόσιο) εισήχθη στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών (Χ.Α.Α.), με το Δημόσιο να διατηρεί την απόλυτη πλειοψηφία (51%) των μετοχών του. Από την έναρξη ισχύος του ν. 3336/2005, το Δημόσιο περιορίσθηκε μεν σε μειοψηφικό ποσοστό των μετοχών (34%), διόριζε όμως την πλειοψηφία των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου (Δ.Σ.) του οργανισμού. Όπως ευθέως συνάγεται από το άρθρο 20 του μεταγενέστερου ν. 3429/2005, το δικαίωμα αυτό του Δημοσίου να διορίζει την πλειοψηφία των μελών του Δ.Σ. καταργήθηκε, λόγω της αντιθέσεώς του προς τη διάταξη του άρθρου 34 παρ. 1 περ. β΄ του κωδικοποιημένου νόμου (κ.ν.) 2190/1920 περί ανωνύμων εταιρειών (Α΄ 37), σύμφωνα με την οποία τα μέλη του Δ.Σ. των ανωνύμων εταιρειών εκλέγονται από τη Γενική Συνέλευση και μόνο (βλ. και άρθρο 12 του καταστατικού του Ο.Π.Α.Π, το οποίο, μετά σχετική τροποποίησή του το έτος 2008, ορίζει ήδη τούτο και ρητώς). Εξακολουθεί, όμως, το Δημόσιο να ασκεί εποπτεία επί του Ο.Π.Α.Π., ιδίως με την έγκριση των σχετικών με τις δραστηριότητές του κανονισμών και την παρακολούθηση της διαδικασίας διεξαγωγής των παιχνιδιών. Εξάλλου, με την ανωτέρω, από 15.12.2000, σύμβαση, παραχωρήθηκε στον Ο.Π.Α.Π. αποκλειστικό δικαίωμα διεξαγωγής, διοργάνωσης και λειτουργίας των τυχερών παιχνιδιών και όχι (όπως υπό το κράτος ισχύος του π.δ. 228/1999) απλής διαχείρισής τους για λογαριασμό του Δημοσίου. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, ο Ο.Π.Α.Π. έχει επεκτείνει τη δραστηριότητά του στο εξωτερικό. Πράγματι, όπως αναφέρεται στην από 28.2.2008 αιτιολογημένη γνώμη της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων που απευθύνθηκε στην Ελληνική Δημοκρατία (την οποία κατέθεσαν οι αιτούσες στο Δικαστήριο και δεν αμφισβήτησε ούτε το Δημόσιο ούτε η παρεμβαίνουσα), ο Ο.Π.Α.Π., στις 31.3.2005, είχε ήδη ιδρύσει 206 πρακτορεία στην Κύπρο, βάσει σχετικής ελληνοκυπριακής συμφωνίας. Από άλλα, εξ άλλου, στοιχεία που προσκομίζουν οι αιτούσες (τα οποία, ομοίως, δεν αμφισβητήθηκαν), προκύπτει ότι ο Ο.Π.Α.Π. ίδρυσε το 2003 την εταιρεία «ΟΠΑΠ Κύπρου Ltd» και το 2004 την εταιρεία «ΟΠΑΠ International Ltd», κατέχει, από το 2003, το 90% του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας «ΟΠΑΠ Glory Ltd» και το 20% της εταιρείας «Glory Technology Ltd», ενώ το 2004 ίδρυσε, στην Ελλάδα, την εταιρεία «ΟΠΑΠ Παροχής Υπηρεσιών Α.Ε.».
10. Επειδή, από τα ανωτέρω (βλ. και τα εκτιθέμενα σχετικώς στις παρεμβάσεις) συνάγεται ότι η παραχώρηση στον Ο.Π.Α.Π., με τις μνημονευθείσες εθνικές ρυθμίσεις, αποκλειστικού δικαιώματος διεξαγωγής, διαχείρισης, διοργάνωσης και λειτουργίας τυχερών παιχνιδιών, με αποτέλεσμα να αποκλείεται αντίστοιχο δικαίωμα άλλων επιχειρήσεων, έχει χωρήσει κατ’ επίκληση, μεταξύ άλλων, της ανάγκης δημιουργίας εσόδων για τη χρηματοδότηση αθλητικών, κοινωφελών ή γενικού συμφέροντος δραστηριοτήτων, και γενικώς άντλησης οφέλους για το δημόσιο ταμείο. Ο σκοπός όμως αυτός, όπως έχει ήδη κριθεί από το ΔΕΚ, δεν μπορεί, αυτοτελώς, όπως βασίμως προβάλλεται με τις κρινόμενες αιτήσεις, να δικαιολογήσει τον επίδικο περιορισμό των κατοχυρουμένων στα άρθρα 43 και 49 της Συνθήκης ΕΚ ελευθεριών (βλ., ιδίως, τη μνημονευθείσα στη σκέψη 6 απόφαση Gambelli κ.λπ., σκέψη 61). Μειοψήφησαν οι Σύμβουλοι Δ. Πετρούλιας, Ν. Μαρκουλάκης, Γ. Ποταμιάς και Ι. Ζόμπολας, οι οποίοι διετύπωσαν την εξής άποψη: όπως προκύπτει σαφώς από την αιτιολογική έκθεση, αποσπάσματα της οποίας παρατίθενται στη σκέψη 7, του ν. 2433/1966, ο οποίος θέσπισε το κρατικό μονοπώλιο στον επίδικο τομέα των τυχερών παιγνίων των στοιχημάτων προκαθορισμένης ή μη απόδοσης, κύριος σκοπός της ρύθμισης αυτής είναι η συναφής με τα τυχερά παίγνια πάταξη της εγκληματικότητας, με την προσέκλυση όσων επιδίδονται σε απαγορευόμενες δραστηριότητες παράνομων παιγνίων και στοιχημάτων προς τις νομίμως ασκούμενες δραστηριότητες στον τομέα αυτό. Δευτερευόντως δε επιδιώκεται με την επίμαχη ρύθμιση, όπως ρητώς δηλώνεται στην εν λόγω αιτιολογική έκθεση, η αύξηση εσόδων για τον αθλητισμό. Συνεπώς, η εξέταση της συμφωνίας με το κοινοτικό δίκαιο των εφαρμοστέων διατάξεων πρέπει να γίνει ενόψει του επιδιωκόμενου με αυτές κύριου σκοπού της πάταξης της εγκληματικότητας και όχι του σκοπού της αύξησης των εσόδων για τον αθλητισμό, που δεν αποτελεί ούτε κύριο ούτε αυτοτελή αλλά δευτερεύοντα σκοπό.
11. Επειδή, περαιτέρω, η θέσπιση των αυτών εθνικών ρυθμίσεων έχει χωρήσει και κατ’ επίκληση της ανάγκης μειώσεως της προσφοράς των τυχερών παιχνιδιών, η οποία, κατά τις μνημονευθείσες στη σκέψη 6 αποφάσεις του ΔΕΚ, μπορεί να δικαιολογήσει, αυτοτελώς, περιοριστικά εθνικά μέτρα στον τομέα αυτό. Όπως, όμως, προκύπτει: α) Από τα εκτεθέντα στη σκέψη 9 ως προς τη νομική μορφή του Ο.Π.Α.Π. ως ανώνυμης εταιρείας και την εισαγωγή του στο Χ.Α.Α., γεγονός που έχει, ως αναγκαία συνέπεια, την επιδίωξη του μέγιστου, για τους μετόχους, κέρδους (μέγιστου κέρδους, στο οποίο αποβλέπει, εξ ορισμού, κάθε εισηγμένη στο χρηματιστήριο εταιρεία) και β) Από τις εκτεθείσες στις σκέψεις 8 και 9 συνθήκες υπό τις οποίες ασκεί τις δραστηριότητές του ο Ο.Π.Α.Π. (ιδίως: διαφήμιση των παιχνιδιών, επέκταση σε χώρες του εξωτερικού, ελεύθερη συμμετοχή παικτών, μέγιστο ποσό στοιχηματισμού και κέρδους ανά δελτίο και όχι ανά παίκτη), ο περιορισμός που εισάγεται με τις επίμαχες εθνικές ρυθμίσεις δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι δικαιολογείται κατά την έννοια των άρθρων 43 και 49 της Συνθήκης ΕΚ. Και τούτο, διότι, εν όψει της ανωτέρω νομικής μορφής του Ο.Π.Α.Π. και των ως άνω χαρακτηριστικών της λειτουργίας του, δεν επιδιώκεται, όπως βασίμως προβάλλεται, κατά τρόπο συνεπή και αποτελεσματικό, η πραγματική μείωση της σχετικής προσφοράς και ο περιορισμός των συναφών δραστηριοτήτων και, επομένως, οι επίμαχες εθνικές ρυθμίσεις δεν μπορούν, κατά κοινή αντίληψη, να θεωρηθούν πρόσφορες για την επίτευξη του τελευταίου αυτού σκοπού. Ο Σύμβουλος Φ. Αρναούτογλου διετύπωσε, επί πλέον, την άποψη ότι, ενόψει των άρθρων 5 και 21 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος, είναι αμφίβολη η συνταγματικότητα παραχωρήσεως μονοπωλίου, και μάλιστα διοργανώσεως τυχερών παιχνιδιών, σε ανώνυμη εταιρεία εισηγμένη στο χρηματιστήριο, στην οποία το Δημόσιο είναι απλός μέτοχος, και μάλιστα με ποσοστό έως 34%, με ψήγματα μόνον κρατικής εποπτείας, όπως εξελίχθηκε ο Ο.Π.Α.Π. Μειοψήφησαν οι Σύμβουλοι Δ. Πετρούλιας, Ν. Μαρκουλάκης, Γ. Ποταμιάς και Ι. Ζόμπολας καθώς και η Πάρεδρος Ο. Παπαδοπούλου, οι οποίοι διετύπωσαν την εξής άποψη: Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του ν. 2433/1996, με τις διατάξεις του οποίου ιδρύθηκε κρατικό μονοπώλιο στον τομέα των τυχερών παιγνίων στοιχημάτων προκαθορισμένης ή μη απόδοσης, η ανάγκη μείωσης της προσφοράς των τυχερών παιγνίων δεν περιλαμβάνεται μεταξύ των επιδιωκόμενων με τον περιορισμό αυτό σκοπών. Όπως σαφώς προκύπτει από την αιτιολογική έκθεση του εν λόγω νόμου, αποσπάσματα της οποίας παρατίθενται στη σκέψη 7, κύριος σκοπός της επίμαχης ρύθμισης είναι η πάταξη της συναφούς με τα τυχερά παίγνια εγκληματικότητας, δευτερευόντως δε σκοπείται η αίτηση εσόδων για αθλητικές δραστηριότητες. Η πραγματοποίηση του κύριου αυτού σκοπού επιδιώκεται μέσω μιας πολιτικής ελεγχόμενης ανάπτυξης του τομέα των τυχερών παιγνίων, σύμφωνα με τις διατάξεις που διέπουν τόσο την διεξαγωγή των τυχερών παιγνίων όσο και τον ΟΠΑΠ, ο οποίος ασκεί, κατά κρατική παραχώρηση, την αποκλειστική εκμετάλλευση των τυχερών παιγνίων στην ελληνική επικράτεια, όπως αναλυτικά εκτίθεται στην επόμενη σκέψη. Η παρατιθέμενη δε στη σκέψη 7, δήλωση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών στη Βουλή, κατά την ψήφιση του ν. 3336/2005, σύμφωνα με την οποία ο «…ΟΠΑΠ… θα διατηρήσει τη μονοπωλιακή του θέση… διότι δεν μπορούμε να απελευθερώσουμε τον τζόγο, δεν μπορούμε να αφήσουμε τον τζόγο να αναπτυχθεί. Διότι απελευθέρωση σημαίνει ανάπτυξη. Αν απελευθερώσουμε τον τζόγο, θα έχουμε πολύ περισσότερες παρενέργειες», έχει βεβαίως την έννοια ότι με την διατήρηση της αποκλειστικής εκμετάλλευσης των τυχερών παιγνίων από έναν φορέα, αποτρέπεται το ενδεχόμενο δημιουργίας μεταξύ πλειόνων κατόχων αδειών αυξημένου ανταγωνισμού που θα επέτεινε την εξάρτηση από τα παίγνια και, κατά συνεκδοχή, τις εξαιτίας αυτής αρνητικές επιπτώσεις. Συνεπώς, η εξέταση της συμφωνίας των επίμαχων διατάξεων με το κοινοτικό δίκαιο, πρέπει να γίνει εν όψει του κύριου σκοπού αυτών, δηλαδή της πάταξης της εγκληματικότητας και όχι της ανάγκης μείωσης της προσφοράς των τυχερών παιγνίων, που σε κάθε περίπτωση δεν αποτελεί επιδιωκόμενο, εν προκειμένω, σκοπό. Ενόψει, όμως, του ότι η ανωτέρω, υιοθετηθείσα από την πλειοψηφία, ερμηνεία των άρθρων 43 και 49 της Συνθήκης ΕΚ δεν είναι απηλλαγμένη ευλόγων αμφιβολιών, το Δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 234 παρ. 3 της ίδιας Συνθήκης, να διατυπωθεί προς το ΔΕΚ το εξής προδικαστικό ερώτημα: «Είναι συμβατή με τις διατάξεις των άρθρων 43 και 49 της Συνθήκης ΕΚ εθνική ρύθμιση, η οποία, προκειμένου να επιτύχει τον στόχο του περιορισμού της προσφοράς τυχερών παιχνιδιών, παραχωρεί το αποκλειστικό δικαίωμα διεξαγωγής, διαχείρισης, οργάνωσης και λειτουργίας τυχερών παιχνιδιών σε μία μόνον επιχείρηση, η οποία έχει την μορφή ανώνυμης εταιρείας και είναι εισηγμένη στο χρηματιστήριο, όταν, μάλιστα, επιπλέον, η επιχείρηση αυτή διαφημίζει τα τυχερά παιχνίδια που οργανώνει, επεκτείνεται σε χώρες του εξωτερικού, οι παίκτες συμμετέχουν ελεύθερα και το μέγιστο ποσό στοιχηματισμού και κέρδους ορίζεται ανά δελτίο και όχι ανά παίκτη;».
12. Επειδή, από τα εκτεθέντα στη σκέψη 7 συνάγεται, επίσης, ότι η παραχώρηση στον Ο.Π.Α.Π., με τις μνημονευθείσες εθνικές ρυθμίσεις, του επίδικου αποκλειστικού δικαιώματος έχει χωρήσει και κατ’ αυτοτελή επίκληση της ανάγκης καταπολεμήσεως της συναφούς με τη δραστηριότητα των τυχερών παιχνιδιών εγκληματικότητας, μέσω της ασκήσεως ελέγχου των επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται στον τομέα των τυχερών παιχνιδιών, ώστε να διασφαλισθεί ότι οι δραστηριότητες αυτές ασκούνται μόνον εντός των ελεγχόμενων από το κράτος κυκλωμάτων. Ο σκοπός αυτός, όπως έχει ήδη κριθεί από το ΔΕΚ, μπορεί, αυτοτελώς, να δικαιολογήσει τον επίδικο περιορισμό των κατοχυρουμένων στα άρθρα 43 και 49 της Συνθήκης ΕΚ ελευθεριών (βλ. την μνημονευθείσα στη σκέψη 6 απόφαση Placanica κ.λπ., ιδίως σκέψεις 40 έως 57). Κατά την έννοια, όμως, των τελευταίων αυτών διατάξεων της Συνθήκης ΕΚ, προκειμένου ο εν λόγω περιορισμός να θεωρηθεί ότι επιβάλλεται με μέτρα πρόσφορα για την επίτευξη του ανωτέρω σκοπού, όπως απαιτείται για να θεωρηθεί ο περιορισμός αυτός ανεκτός, θα πρέπει, σε περίπτωση που η επίδικη παραχώρηση αποκλειστικού δικαιώματος έχει ως αποτέλεσμα όχι την μείωση αλλά, αντιθέτως, την ανάπτυξη της προσφοράς τυχερών παιχνιδιών, η ανάπτυξη αυτή να είναι, πάντως, ελεγχόμενη, δηλαδή τόση και μόνον όση απαιτείται για την εξυπηρέτηση του εν λόγω σκοπού. Συνεπώς, σε περίπτωση που η παραχώρηση αποκλειστικού δικαιώματος έχει ως αποτέλεσμα την μη ελεγχόμενη ανάπτυξη των τυχερών παιχνιδιών, ο εν λόγω περιορισμός δεν μπορεί να θεωρηθεί ως πρόσφορο μέτρο προς επιδίωξη του σκοπού της καταπολεμήσεως της συναφούς με τα τυχερά παιχνίδια εγκληματικότητας και η αντίστοιχη εθνική ρύθμιση παραβιάζει τις διατάξεις των άρθρων 43 και 49 Συνθήκης ΕΚ, όπως βασίμως προβάλλεται με τις κρινόμενες αιτήσεις. Κατά τη γνώμη όμως των Συμβούλων Δ. Πετρούλια και Ι. Ζόμπολα, καθώς και της Παρέδρου Ο. Παπαδοπούλου, ως ελεγχόμενη ανάπτυξη του τομέα των τυχερών παιγνίων, στα πλαίσια του σκοπού της πάταξης της συναφούς με τα τυχερά παίγνια εγκληματικότητας, νοείται, σύμφωνα με τη νομολογία του ΔΕΚ, όχι αναγκαίως η περιορισμένη ανάπτυξη, εφ’ όσον επιδιωκόμενος σκοπός δεν είναι, στην περίπτωση αυτή, η μείωση της προσφοράς των τυχερών παιγνίων, αλλά η οργάνωση και διεξαγωγή των τυχερών παιγνίων από έναν φορέα ή από περιορισμένο αριθμό επιχειρήσεων ύστερα από άδεια, υπό τον ουσιαστικό και αυστηρό έλεγχο των δημόσιων αρχών, ώστε να διασφαλίζεται η λειτουργία ενός συστήματος ελεγχόμενου και ασφαλούς. Άλλωστε, όπως έχει κρίνει το ΔΕΚ, στο πλαίσιο του σκοπού αυτού της πάταξης της εγκληματικότητας με την προσέλκυση όσων επιδίδονται σε απαγορευόμενες δραστηριότητες παράνομων παιγνίων και στοιχημάτων προς τις δραστηριότητες που ασκούνται κατόπιν αδείας και βάσει των προβλεπόμενων από το νόμο κανόνων, οι επιχειρήσεις που ασκούν τις δραστηριότητες αυτές, κατόπιν αδείας, «πρέπει να προσφέρουν μια αξιόπιστη και ταυτοχρόνως, ελκυστική εναλλακτική επιλογή σε σχέση με τα παράνομα παίγνια, τούτο δε συνεπάγεται την προσφορά ευρέος φάσματος παιγνίων, την εκτεταμένη προβολή των δραστηριοτήτων τους μέσω της διαφήμισης και τη χρησιμοποίηση συγχρόνων μεθόδων διανομής (βλ. την απόφαση Platanica, σκ. 55). Πάντως δε, η αποκλειστική εκμετάλλευση των τυχερών παιγνίων από έναν φορέα, όπως συμβαίνει στην κρινόμενη περίπτωση, αποτρέπει το ενδεχόμενο δημιουργίας μεταξύ περισσοτέρων κατόχων αδειών αυξημένου ανταγωνισμού, ο οποίος θα επέτεινε την εξάρτηση από τα παίγνια.
13. Επειδή, υπό την εκδοχή, ότι η ανάπτυξη της προσφοράς των τυχερών παιχνιδιών πρέπει οπωσδήποτε να είναι ελεγχόμενη, προκειμένου η παραχώρηση του επίδικου αποκλειστικού δικαιώματος να θεωρηθεί ως πρόσφορο μέτρο για την επίτευξη του σκοπού της καταπολεμήσεως της εγκληματικότητας, όπως κατά πλειοψηφία κρίθηκε στην προηγούμενη σκέψη, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ελεγχόμενη, από της απόψεως αυτής, η ανάπτυξη, αν η παραχώρηση του επίδικου αποκλειστικού δικαιώματος γίνεται στον Ο.Π.Α.Π., δηλαδή σε οργανισμό με τα χαρακτηριστικά που εκτέθηκαν στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα, όπως βασίμως προβάλλεται με τις κρινόμενες αιτήσεις. Μειοψήφησαν οι Σύμβουλοι Θ. Παπαευαγγέλου, Δ. Πετρούλιας, Ν. Μαρκουλάκης, Γ. Ποταμιάς και Ι. Ζόμπολας, καθώς και η Πάρεδρος Ο. Παπαδοπούλου, οι οποίοι διατύπωσαν την ακόλουθη άποψη: Με τις παρατιθέμενες στη σκέψη 7 διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 1 και 2 του Ν. 2433/1996 ιδρύθηκε κρατικό μονοπώλιο στον τομέα των τυχερών παιγνίων και συγκεκριμένα των στοιχημάτων προκαθορισμένης ή μη απόδοσης, με διαχειριστή, για λογαριασμό του ελληνικού Δημοσίου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 1 του ν. 2433/1996 και των π.δ/των 250/1997 και 228/1999, την δημόσια επιχείρηση του ΟΠΑΠ. Από την αιτιολογική έκθεση του ν. 2433/1996, αποσπάσματα της οποίας παρατίθενται στη σκέψη 7, σαφώς προκύπτει ότι κύριος σκοπός της ρύθμισης αυτής είναι η πάταξη των παράνομων στοιχημάτων, τα οποία, όπως επισημαίνεται, «έχουν λάβει τη μορφή επιδημίας τα τελευταία χρόνια στη Χώρα μας», δευτερεύων δε σκοπός είναι η ανάγκη αύξησης των εσόδων για τον αθλητισμό. Περαιτέρω, στην αιτιολογική έκθεση τονίζεται ότι «κρίνεται αναγκαίο να καθιερωθεί δελτίο για όλες τις μορφές παιχνιδιών… ώστε να καταστεί πιο αποτελεσματική η πάταξη των παράνομων παιχνιδιών στη χώρα μας, τα οποία, εκτός των άλλων, έχουν σαν άμεση συνέπεια την εξαγωγή συναλλάγματος, αφού οι εταιρείες που διεξάγουν σήμερα παράνομα παιχνίδια στην Ελλάδα συνεργάζονται με ξένες εταιρείες και δέχονται και τέτοια στοιχήματα για λογαριασμό τους». Κατά τη συζήτηση δε του νομοσχεδίου στη Βουλή, ο εισηγητής της πλειοψηφίας υπεστήριξε ότι «η εφαρμογή και η υλοποίηση των διατάξεων του νόμου, μαζί με την ένταξη των αθλητικών στοιχημάτων υπό κρατικό έλεγχο, θα είναι δύο παράγοντες που θα εκμηδενίσουν την δραστηριότητα του παράνομου στοιχήματος, γιατί από τη στιγμή που όλοι θα ξέρουν ότι υπάρχει πλήρης αξιοπιστία, διαφάνεια, οργάνωση και άμεση πληρωμή των οποιωνδήποτε ποσών που θα κερδίζουν οι παίκτες και επιπλέον θα προσφέρονται ανταγωνιστικές τιμές, η φορολογία θα είναι χαμηλή και η σύνθεση των δελτίων ελκυστική, τότε δε θα υπάρχει κανένας λόγος για στροφή στο παράνομο στοίχημα» [βλ. Πρακτικά Συζητήσεων της Βουλής, (Τμήμα Διακοπής Εργασιών Βουλής) Συνεδρίαση Α΄ – 9 Ιουλίου 1996, σελ. 7]. Όπως έχει εκτεθεί και στις σκέψεις 6 και 12, σύμφωνα με τη νομολογία του ΔΕΚ, μπορεί να συνιστά επιτακτικό λόγο γενικού συμφέροντος, ικανό να δικαιολογήσει την θέσπιση περιορισμών στον τομέα των τυχερών παιγνίων, η καταπολέμηση της συναφούς με τα τυχερά παίγνια εγκληματικότητας με την άσκηση ελέγχου επί των επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται στον εν λόγω τομέα και με την διασφάλιση της άσκησης των δραστηριοτήτων τυχερών παιγνίων εντός ελεγχόμενων κυκλωμάτων. Περαιτέρω, το ΔΕΚ έχει κρίνει ότι, υπό το πρίσμα αυτό, μία πολιτική ελεγχόμενης ανάπτυξης του τομέα των τυχερών παιγνίων «μπορεί κάλλιστα να συνάδει με τον σκοπό της προσέλκυσης όσων επιδίδονται σε απαγορευόμενες δραστηριότητες παράνομων παιγνίων και στοιχημάτων προς τις δραστηριότητες που ασκούνται κατόπιν αδείας και βάσει των προβλεπόμενων από το νόμο κανόνων». Στο πλαίσιο δε του ειδικότερου αυτού σκοπού, σύμφωνα με τη νομολογία του ΔΕΚ, οι επιχειρήσεις που ασκούν δραστηριότητες κατόπιν αδείας «πρέπει να προσφέρουν μια αξιόπιστη και, ταυτοχρόνως, ελκυστική εναλλακτική επιλογή σε σχέση με τα παράνομα παίγνια, τούτο δε συνεπάγεται την προσφορά ευρέος φάσματος παιγνίων, την εκτεταμένη προβολή των δραστηριοτήτων τους μέσω της διαφήμισης και τη χρησιμοποίηση σύγχρονων μεθόδων διανομής (βλ. την απόφαση Placanica, σκέψεις 52 και 55). Εν όψει συνεπώς του, κατά τα προεκτεθέντα, επιδιωκόμενου, εν προκειμένω, κύριου αυτού σκοπού της πάταξης της εγκληματικότητας και της προστασίας των καταναλωτών, πρέπει να αξιολογηθούν οι επίμαχες εθνικές ρυθμίσεις, με τις οποίες θεσπίσθηκε κρατικό μονοπώλιο στον τομέα των στοιχημάτων προκαθορισμένης ή μη απόδοσης. Η διαχείριση του κρατικού αυτού μονοπωλίου, είχε αρχικά ανατεθεί, για λογαριασμό του Ελληνικού Δημοσίου, στον ΟΠΑΠ, δυνάμει των διατάξεων του ν. 2433/1996 και των π.δ/των 250/1997 και 228/1999. Και με την από 15.12.2000 σύμβαση, η οποία συνήφθη, βάσει των διατάξεων του άρθρου 27 του ν. 2843/2000, μεταξύ του Δημοσίου και του ΟΠΑΠ, παραχωρήθηκε στον Οργανισμό, έναντι καταβολής ανταλλάγματος, το αποκλειστικό δικαίωμα διεξαγωγής διαχείρισης οργάνωσης και λειτουργίας των τυχερών παιγνίων, που ήδη διεξάγονταν από αυτόν. Η εκ μέρους δε του Δημοσίου παραχώρηση στον ΟΠΑΠ, δυνάμει της σύμβασης αυτής, της αποκλειστικής εκμετάλλευσης των τυχερών παιγνίων που αποτελούσαν ήδη κρατικό μονοπώλιο, (την διαχείριση του οποίου είχε κατά το παρελθόν ο ΟΠΑΠ δυνάμει των ανωτέρω διατάξεων) δεν μπορεί να θεωρηθεί ως χορήγηση μοναδικής άδειας, αφού η παραχώρηση στον ΟΠΑΠ του αποκλειστικού δικαιώματος της εκμετάλλευσης των τυχερών παιγνίων, δεν γίνεται με μονομερή διοικητική πράξη, αλλά δυνάμει σύμβασης. Η σύμβαση αυτή παραχώρησης του αποκλειστικού δικαιώματος άσκησης μιας δραστηριότητας, που αποτελεί κρατικό μονοπώλιο, πρέπει να θεωρηθεί, εν όψει του περιεχομένου και των όρων της, βάσει των οποίων ο ΟΠΑΠ αναλαμβάνει τον κίνδυνο της εκμετάλλευσης των τυχερών παιγνίων, ότι συνιστά σύμβαση παραχώρησης υπηρεσιών. Εν πάση δε περιπτώσει, ανεξαρτήτως δηλαδή του νομικού χαρακτήρα αυτής της σύμβασης, η παραχώρηση στον ΟΠΑΠ του αποκλειστικού δικαιώματος εκμετάλλευσης τυχερών παιγνίων, διασφαλίζει, εν όψει των διατάξεων που τη διέπουν, τη λειτουργία ενός συστήματος ελεγχόμενου και ασφαλούς. Πράγματι, σύμφωνα με τις διατάξεις που έχουν παρατεθεί στις προηγούμενες σκέψεις, το πλαίσιο οργάνωσης και διεξαγωγής των τυχερών παιγνίων καθορίζεται με νομοθετικές και κανονιστικές διατάξεις και διασφαλίζεται πλήρως η εκ μέρους των δημόσιων αρχών, άσκηση αυστηρού και ουσιαστικού ελέγχου τόσο στα διεξαγόμενα τυχερά παίγνια, όσο και στον ΟΠΑΠ. Συγκεκριμένα, όπως έχει εκτεθεί στη σκέψη 7, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 27 του ν. 2843/2000, που επέτρεψαν τη σύναψη μεταξύ του Δημοσίου και του ΟΠΑΠ της επίμαχης σύμβασης παραχώρησης αποκλειστικού δικαιώματος εκμετάλλευσης τυχερών παιγνίων, η διεξαγωγή κάθε τυχερού παιγνίου του ΟΠΑΠ διέπεται από ειδικό Κανονισμό Διεξαγωγής που εγκρίνεται από τους Υπουργούς Οικονομικών και Πολιτισμού. Με τον Κανονισμό αυτό ρυθμίζονται, μεταξύ άλλων, θέματα σχετικά με το αντικείμενο των παιγνίων, την εν γένει οργάνωση και λειτουργία τους, τους οικονομικούς όρους διεξαγωγής τους και ιδίως τα ποσοστά που αποδίδονται ως κέρδος στους παίκτες, τα ποσοστά κερδών κατά κατηγορία νικητών, την τιμή της στήλης και τα ποσοστά των πρακτόρων. Εξ άλλου, με την συναπτόμενη μεταξύ του Δημοσίου και του ΟΠΑΠ ανωτέρω σύμβαση παραχώρησης ορίζονται, μεταξύ άλλων, οι όροι άσκησης από τον ΟΠΑΠ του δικαιώματος αυτού, «οι ειδικότερες υποχρεώσεις του ΟΠΑΠ και, ιδιαίτερα, οι σχετικές με τις αρχές της διαφάνειας των ακολουθούμενων διαδικασιών διεξαγωγής των παιχνιδιών και της προστασίας της κοινωνικής τάξεως και των παικτών». Τέλος, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 27 του ν. 2843/2000, «η παρακολούθηση της τήρησης της διαδικασίας διεξαγωγής όλων των παιχνιδιών που διεξάγονται από τον ΟΠΑΠ, η ανακήρυξη των νικητών για κάθε παιχνίδι και η εκδίκαση των ενστάσεων ανατίθενται στην Επιτροπή ελέγχου ανακήρυξης νικητών και εκδίκασης ενστάσεων, η οποία συγκροτείται με απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Αθλητισμού, αποτελούμενη από κρατικούς λειτουργούς και δημόσιους υπαλλήλους. Όσον δε αφορά τον ασκούμενο από το Κράτος έλεγχο επί του ΟΠΑΠ, αυτός δεν περιορίζεται σε μία απλή εποπτεία, αλλά πρόκειται για έναν ουσιαστικό κρατικό έλεγχο της διοίκησης του Οργανισμού. Πράγματι, μετά την εισαγωγή του ΟΠΑΠ στο Χρηματιστήριο, δυνάμει του άρθρου 27 του ν. 2843/2000 (άρθρο 41 παρ. 2 του ν. 2912/2001), και έως την έναρξη ισχύος του ν. 3336/2005, δηλαδή κατά τον κρίσιμο για την πρώτη υπόθεση χρόνο, το Δημόσιο διατήρησε την απόλυτη πλειοψηφία του μετοχικού κεφαλαίου του Οργανισμού. Με τις διατάξεις του ν. 3336/2005 επετράπη μεν η διάθεση σε ιδιώτες του 66% του μετοχικού κεφαλαίου του ΟΠΑΠ, το Δημόσιο όμως, όπως ρητώς προβλέπεται στο άρθρο 14 παρ. 2 του εν λόγω νόμου, διορίζει την πλειοψηφία των μελών του διοικητικού συμβουλίου του ΟΠΑΠ, καθ’ όλη τη χρονική διάρκεια της από 15.12.2000 εικοσαετούς σύμβασης. Και προβλέφθηκε με το άρθρο 16 παρ. 1 του ν. 3429/2005 ότι εφεξής η κρατική επί του ΟΠΑΠ εποπτεία ασκείται, όπως σε κάθε άλλη ανώνυμη εταιρεία, με ρητή πάντως επιφύλαξη της εφαρμογής ειδικών διατάξεων που ορίζουν διαφορετικά. Σύμφωνα, πάντως, με το άρθρο 12 του καταστατικού του ΟΠΑΠ, όπως αυτό ίσχυε, κατά τον κρίσιμο για την δεύτερη συνεκδικαζόμενη υπόθεση χρόνο (Ιούλιος 2007), μετά την τροποποίησή του με την από 14.11.2005 απόφαση της Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της εταιρείας, το ελληνικό Δημόσιο διορίζει, με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Πολιτισμού, «το ήμισυ πλέον ενός των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρείας…» και τα λοιπά μέλη του διοικητικού συμβουλίου εκλέγονται από τη γενική συνέλευση των μετόχων κατά τις διατάξεις του κ.ν. 2190/1920 (βλ. ΦΕΚ – Τεύχος Α.Ε. και Ε.Π.Ε., αριθ. 1266/15.12.2005). Τον Δεκέμβριο δε του έτους 2007, δηλαδή μετά τον κρίσιμο και για τη δεύτερη συνεκδικαζόμενη υπόθεση χρόνο, τροποποιήθηκε το άρθρο 12 του καταστατικού του ΟΠΑΠ και ορίσθηκε στην παρ. 2 ότι «Τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου εκλέγονται στο σύνολό τους από τη Γενική Συνέλευση των μετόχων σύμφωνα με τις διατάξεις του κ.ν. 2190/1920» (βλ. ΦΕΚ, τεύχος Α.Ε. και Ε.Π.Ε., αριθ. 14048/14.12.2007). Επί πλέον, μετά την ισχύ του Ν. 3336/2005, το ελληνικό Δημόσιο διαθέτει μεν, κατά νόμον, μειοψηφικό ποσοστό του μετοχικού κεφαλαίου (34%), το ποσοστό όμως αυτό του επιτρέπει να αντιταχθεί σε σημαντικές για τον Οργανισμό αποφάσεις της πλειοψηφίας. Εν όψει των προεκτεθέντων, ο επίμαχος περιορισμός της παραχώρησης αποκλειστικού δικαιώματος εκμετάλλευσης τυχερών παιγνίων σε έναν φορέα, τον ΟΠΑΠ, ο οποίος υπόκειται στον ουσιαστικό έλεγχο των δημόσιων αρχών κατά τον κρίσιμο και για τις δύο συνεκδικαζόμενες υποθέσεις χρόνο, είναι πρόσφορος να εξυπηρετήσει τον επιδιωκόμενο κύριο σκοπό της πάταξης της συναφούς με τα τυχερά παίγνια εγκληματικότητας. Το ΔΕΚ έχει, άλλωστε, αναγνωρίσει ότι μια περιορισμένη άδεια διεξαγωγής παιγνίων εντός ενός αποκλειστικού πλαισίου, παρουσιάζει το πλεονέκτημα ότι κατευθύνει την εκμετάλλευσή τους προς ένα ελεγχόμενο κύκλωμα και αποτρέπει τους κινδύνους να αποτελέσει η εκμετάλλευση αυτή μέσο για τη διάπραξη απάτης και για εγκληματικούς σκοπούς (βλ. τις αποφάσεις Läärä κλπ., σκέψη 37, και Zenatti, σκέψη 35). Εξ άλλου, ο ανωτέρω επίμαχος περιορισμός δεν μπορεί να θεωρηθεί δυσανάλογος, ούτε εφαρμόζεται κατά τρόπο που δημιουργεί δυσμενείς διακρίσεις. Και τούτο διότι το γεγονός ότι παραχωρείται το αποκλειστικό δικαίωμα εκμετάλλευσης τυχερών παιγνίων σε έναν φορέα, όχι μόνον απλοποιεί τον έλεγχό του, ούτως ώστε να μπορεί να είναι πιο αποτελεσματική η επίβλεψη της τήρησης των κανόνων διεξαγωγής των παιγνίων, αλλά και αποτρέπει το ενδεχόμενο δημιουργίας, μεταξύ πλειόνων κατόχων αδειών, αυξημένου ανταγωνισμού που θα επέτεινε την εξάρτηση από τα παίγνια. Αυτή δε την έννοια είχε η δήλωση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών κατά τη συζήτηση επί των διατάξεων του ν. 3336/2005, που παρατίθεται στη σκέψη 7. Η απαγόρευση δε σε κάθε άλλον, εκτός από τον ΟΠΑΠ, να διεξάγει τυχερά παίγνια ισχύει αδιακρίτως για τις επιχειρήσεις που είναι εγκατεστημένες στην ελληνική επικράτεια και για εκείνες που εδρεύουν σε άλλα κράτη μέλη. Η ασκούμενη, βάσει των επίμαχων ρυθμίσεων της εθνικής νομοθεσίας, πολιτική ελεγχόμενης ανάπτυξης στον τομέα αυτό των τυχερών παιγνίων για την εξυπηρέτηση του επιδιωκόμενου κύριου σκοπού της πάταξης της εγκληματικότητας, με την προσέλκυση όσων επιδίδονται σε απαγορευόμενες δραστηριότητες παράνομων παιγνίων και στοιχημάτων προς τις δραστηριότητες που ασκούνται κατά κρατική παραχώρηση από τον ΟΠΑΠ, βάσει των προβλεπόμενων από τον νόμο κανόνων και υπό στενό ουσιαστικό κρατικό έλεγχο, δεν αναιρείται, αντιθέτως προς όσα δέχεται η πλειοψηφία, από το γεγονός ότι ο ΟΠΑΠ: α) έχει τη νομική μορφή της ανώνυμης εταιρείας, εισηγμένης στο Χρηματιστήριο, β) έχει επεκτείνει τη δραστηριότητά του στον τομέα των τυχερών παιγνίων και σε άλλη Χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, γ) ακολουθεί πολιτική διαφήμισης των στοιχημάτων στα οποία είναι, μάλιστα, ελεύθερη η συμμετοχή παικτών και το μέγιστο ποσό στοιχηματισμού και κέρδους προβλέπεται ανά δελτίο και όχι ανά παίκτη. Ειδικότερα, το γεγονός ότι ο ΟΠΑΠ έχει συσταθεί υπό τη μορφή κεφαλαιουχικής εταιρείας, της οποίας οι μετοχές είναι εισηγμένες στο Χρηματιστήριο προφανώς δεν ασκεί καμία από την εξεταζόμενη άποψη επιρροή, δηλαδή δεν είναι καθ’ εαυτό στοιχείο ικανό να ανατρέψει την ακολουθούμενη πολιτική της ελεγχόμενης ανάπτυξης στον επίμαχο τομέα των τυχερών παιγνίων. Άλλωστε, το ΔΕΚ έχει, μάλιστα, ήδη κρίνει ότι αντίκειται στο κοινοτικό δίκαιο και συγκεκριμένα στα άρθρα 43 και 49 ΕΚ, εθνική ρύθμιση η οποία, καθιερώνοντας στον τομέα των τυχερών παιγνίων, ένα σύστημα παραχώρησης περιορισμένου αριθμού αδειών, με σκοπό τη διασφάλιση της άσκησης των δραστηριοτήτων των τυχερών παιγνίων αποκλειστικώς εντός ελεγχόμενων κυκλωμάτων, προς αποτροπή της εκμετάλλευσής τους για εγκληματικούς σκοπούς, αποκλείει από τις επιχειρήσεις που μπορούν να ασκήσουν δραστηριότητα στον εν λόγω τομέα, τις επιχειρήσεις εκείνες οι οποίες έχουν συσταθεί υπό τη μορφή κεφαλαιουχικής εταιρείας, της οποίας οι μετοχές είναι εισηγμένες στο Χρηματιστήριο (βλ. απόφαση Placanica, σκ. 59 έως 64). Άρα, εμμέσως πλην σαφώς, η νομολογία του ΔΕΚ δέχεται ότι η άσκηση δραστηριότητας στον τομέα των τυχερών παιγνίων από επιχείρηση, η οποία έχει τη νομική μορφή της ανώνυμης εταιρείας εισηγμένης στο Χρηματιστήριο, δεν είναι καθ’ εαυτήν, εξ ορισμού, ασύμβατη προς τον ανωτέρω επιδιωκόμενο σκοπό της πάταξης της εγκληματικότητας, μέσω μίας πολιτικής ελεγχόμενης ανάπτυξης στον τομέα των τυχερών παιγνίων. Κατά μείζονα δε λόγο αυτό ισχύει όταν, τόσο η επιχείρηση στην οποία έχει, δυνάμει σύμβασης, αποκλειστικά ανατεθεί, κατά κρατική παραχώρηση, η διεξαγωγή των τυχερών παιγνίων που αποτελούν κρατικό μονοπώλιο, όσο και η διεξαγωγή των παιγνίων, υπόκεινται σε αυστηρό και συστηματικό κρατικό έλεγχο. Περαιτέρω δε, ούτε η επέκταση της δραστηριότητας του ΟΠΑΠ στην Κύπρο, βάσει διακρατικής συμφωνίας μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας της Δημοκρατίας της Κύπρου, ασκεί από την εξεταζόμενη άποψη επιρροή. Και τούτο διότι η συμφωνία της εθνικής ρύθμισης προς το κοινοτικό δίκαιο κρίνεται, εν όψει του επιδιωκόμενου με αυτήν σκοπού, βάσει της ακολουθούμενης εντός της ελληνικής επικράτειας πολιτικής στον επίμαχο τομέα. Τέλος, όπως έχει ήδη εκτεθεί σύμφωνα με τη νομολογία του ΔΕΚ, για την επίτευξη του σκοπού της προσέλκυσης όσων επιδίδονται σε απαγορευόμενες δραστηριότητες παράνομων παιγνίων και στοιχημάτων προς τις δραστηριότητες που ασκούνται νομίμως στον τομέα αυτό, ο οποίος, κατά τα προεκτεθέντα, αποτελεί τον κύριο σκοπό των επίμαχων εθνικών ρυθμίσεων, πρέπει, από την επιχείρηση ή τις επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται νομίμως στον τομέα των τυχερών παιγνίων, να προσφέρεται μία αξιόπιστη και ταυτοχρόνως ελκυστική εναλλακτική επιλογή σε σχέση με τα παράνομα παίγνια, «τούτο δε συνεπάγεται την προσφορά ευρέος φάσματος παιγνίων, την εκτεταμένη προβολή των δραστηριοτήτων τους μέσω της διαφήμισης και τη χρησιμοποίηση σύγχρονων μεθόδων διανομής» (βλ. την απόφαση Placanica, σκέψη 55). Συνεπώς, εν όψει της νομολογίας αυτής του ΔΕΚ, η ακολουθούμενη από τον ΟΠΑΠ πολιτική εκτεταμένης προβολής των στοιχημάτων μέσω της διαφήμισης και το γεγονός ότι η συμμετοχή παικτών στα στοιχήματα είναι ελεύθερη, το δε μέγιστο ποσοστό στοιχηματισμού και κέρδους καθορίζεται ανά δελτίο και όχι ανά παίκτη, δεν μπορεί να θεωρηθούν ασυμβίβαστα με την ακολουθούμενη πολιτική της ελεγχόμενης ανάπτυξης στον επίμαχο τομέα· αντιθέτως μάλιστα είναι στοιχεία πρόσφορα για την προσέλκυση των παικτών από τα παράνομα στα νόμιμα τυχερά παίγνια. Εν όψει των προεκτεθέντων, ο περιορισμός της παραχώρησης του αποκλειστικού δικαιώματος εκμετάλλευσης τυχερών παιγνίων στον ΟΠΑΠ είναι, σύμφωνα με τη γνώμη αυτή, και πρόσφορος και αναγκαίος για την επίτευξη του επιδιωκόμενου με αυτόν κύριου σκοπού των επίμαχων ρυθμίσεων, δηλαδή της πάταξης της συναφούς με τα τυχερά παίγνια εγκληματικότητας.
14. Επειδή, υπό την εκδοχή: (α) Ότι, όπως κατά πλειοψηφία κρίθηκε στη σκέψη 12, η ανάπτυξη της προσφοράς των τυχερών παιχνιδιών πρέπει οπωσδήποτε να είναι ελεγχόμενη, προκειμένου η παραχώρηση του επίδικου αποκλειστικού δικαιώματος να θεωρηθεί ως πρόσφορο μέτρο για την επίτευξη του σκοπού της καταπολεμήσεως της εγκληματικότητας και (β) ότι, αντιθέτως προς όσα έγιναν κατά πλειοψηφία δεκτά στη σκέψη 13, η παραχώρηση του επίδικου αποκλειστικού δικαιώματος στον Ο.Π.Α.Π. οδηγεί, πράγματι, σε ελεγχόμενη ανάπτυξη της προσφοράς των τυχερών παιγνιδιών, θα έπρεπε να γίνει δεκτό ότι η παραχώρηση αυτή δεν βαίνει πέραν του αναγκαίου, για την επίτευξη του σκοπού της καταπολεμήσεως της εγκληματικότητας, μέτρου, και ότι, συνεπώς, ο εν λόγω περιορισμός δεν παραβιάζει, από της απόψεως αυτής, τις διατάξεις των άρθρων 43 και 49 της Συνθήκης ΕΚ. Οι περί του αντιθέτου λόγοι θα έπρεπε, επομένως, να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
15. Επειδή, ενόψει του ότι η ερμηνεία των άρθρων 43 και 49 της Συνθήκης ΕΚ, η οποία υιοθετήθηκε κατά πλειοψηφία στις σκέψεις 12 και 13 και ομοφώνως στη σκέψη 14 δεν είναι απηλλαγμένη ευλόγων αμφιβολιών και, ενόψει, επίσης, του ότι, κατά τα ήδη εκτεθέντα στη σκέψη 6, η καταπολέμηση της συναφούς με τα τυχερά παιγνίδια εγκληματικότητας μπορεί αυτοτελώς, κατά τα κριθέντα με την απόφαση Placanica (ιδίως σκέψεις 52 έως 58), να δικαιολογήσει τον επίδικο περιορισμό, το Δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 234 παρ. 3 της ίδιας Συνθήκης, να διατυπωθεί προς το ΔΕΚ το εξής προδικαστικό ερώτημα: «Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα, είναι συμβατή με τις διατάξεις των άρθρων 43 και 49 της Συνθήκης ΕΚ εθνική ρύθμιση, η οποία, επιδιώκοντας, αυτοτελώς, την καταπολέμηση της εγκληματικότητας, μέσω της ασκήσεως ελέγχου επί των επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται στον εν λόγω τομέα, ώστε να διασφαλισθεί ότι οι δραστηριότητες αυτές ασκούνται μόνον εντός ελεγχομένων κυκλωμάτων, παραχωρεί το αποκλειστικό δικαίωμα διεξαγωγής, διαχείρισης, οργάνωσης και λειτουργίας τυχερών παιχνιδιών σε μία μόνον επιχείρηση, ακόμη και όταν η παραχώρηση αυτή έχει ως παράλληλο αποτέλεσμα την χωρίς περιορισμό ανάπτυξη της σχετικής προσφοράς; Ή θα πρέπει, σε κάθε περίπτωση, και προκειμένου ο εν λόγω περιορισμός να θεωρηθεί πρόσφορος για την επίτευξη του σκοπού της καταπολεμήσεως της εγκληματικότητας, η ανάπτυξη της προσφοράς να είναι, πάντως, ελεγχόμενη, δηλαδή τόση και μόνον όση απαιτείται για την εξυπηρέτηση του σκοπού αυτού; Σε περίπτωση δε που η ανάπτυξη αυτή πρέπει, οπωσδήποτε, να είναι ελεγχόμενη, μπορεί να θεωρηθεί ως ελεγχόμενη, από της απόψεως αυτής, η ανάπτυξη, αν η παραχώρηση αποκλειστικού δικαιώματος στον εν λόγω τομέα γίνεται σε έναν οργανισμό, με τα χαρακτηριστικά που εκτέθηκαν στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα; Τέλος, σε περίπτωση, κατά την οποία η παραχώρηση του εν λόγω αποκλειστικού δικαιώματος θεωρηθεί ότι οδηγεί σε ελεγχόμενη ανάπτυξη της προσφοράς των τυχερών παιγνιδιών, η εν λόγω παραχώρηση σε μία και μόνη επιχείρηση υπερβαίνει το αναγκαίο μέτρο, υπό την έννοια ότι ο ίδιος σκοπός μπορεί να εξυπηρετηθεί, λυσιτελώς, και με την παραχώρηση του δικαιώματος αυτού σε περισσότερες από μία επιχειρήσεις;».
16. Επειδή, περαιτέρω, αν, κατόπιν των ανωτέρω προδικαστικών ερωτημάτων, κριθεί από το ΔΕΚ ότι οι επίδικες εθνικές ρυθμίσεις παραβιάζουν τις διατάξεις των άρθρων 43 και 49 της Συνθήκης ΕΚ, τίθεται το ζήτημα των συνεπειών της κρίσεως αυτής του ΔΕΚ. Ως προς το ζήτημα αυτό, πρέπει να γίνει δεκτό, ότι, λόγω της ιδιορρυθμίας του τομέα των τυχερών παιχνιδιών και του ευρέος φάσματος επιλογών που διαθέτει ο νομοθέτης για να καταστήσει το σύστημα των εθνικών διατάξεων συμβατό με τις κρίσιμες διατάξεις της Συνθήκης ΕΚ (πλήρης απαγόρευση διεξαγωγής τυχερών παιχνιδιών, διατήρηση του μονοπωλίου ενός οργανισμού όπως ο Ο.Π.Α.Π. αλλά με αναμόρφωσή του, ώστε να είναι συμβατό με τη Συνθήκη ΕΚ, κατάργηση του μονοπωλίου, αδειοδότηση περιορισμένου αριθμού εταιρειών κλπ), είναι ανεκτό, κατά την ορθή έννοια των διατάξεων των άρθρων 43 και 49 της Συνθήκης ΕΚ, και για εύλογη μόνο μεταβατική περίοδο, να μην αποφαίνονται οι εθνικές αρχές του κράτους μέλους υποδοχής επί αιτήσεων δραστηριοποίησης στον επίδικο τομέα, τις οποίες υποβάλλουν πρόσωπα νομίμως εγκατεστημένα σε άλλα κράτη μέλη, μέχρις ότου ο εθνικός νομοθέτης επιλέξει ποια λύση θα ακολουθήσει και θεσπίσει τους σχετικούς κανόνες. Υπό την αντίθετη εκδοχή, ότι, δηλαδή, δεν είναι, κατά την έννοια των άρθρων 43 και 49 της Συνθήκης ΕΚ, ανεκτή τέτοια μεταβατική περίοδος, ανακύπτει το ζήτημα βάσει ποίων κριτηρίων πρέπει να κρίνονται οι ως άνω αιτήσεις δραστηριοποίησης στον επίδικο τομέα. Τίθεται, ειδικότερα, το ζήτημα αν οι εθνικές αρχές του κράτους μέλους υποδοχής οφείλουν, κατά την έννοια των ως άνω κρισίμων διατάξεων της Συνθήκης, να επιτρέπουν τη δραστηριοποίηση στον επίδικο τομέα όλων των προσώπων, τα οποία διαθέτουν άδεια ασκήσεως της αυτής δραστηριότητας σε άλλο κράτος μέλος ή αν, μετά τον παραμερισμό, ως αντικειμένων προς τη Συνθήκη ΕΚ, των εθνικών διατάξεων περί χορηγήσεως αποκλειστικού δικαιώματος στον τομέα των τυχερών παιγνιδιών, οι εθνικές αρχές του κράτους μέλους υποδοχής μπορούν να επιτρέπουν την άσκηση συναφούς δραστηριότητας σε περιορισμένο μόνον αριθμό προσώπων, κατόπιν επιβολής στα πρόσωπα αυτά, είτε με σύμβαση είτε με άδεια, όρων ανάλογων με αυτούς, υπό τους οποίους ησκείτο το ανωτέρω αποκλειστικό δικαίωμα. Ενόψει των ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να διατυπωθεί προς το ΔΕΚ και το εξής προδικαστικό ερώτημα: «Αν, κατόπιν των ανωτέρω δύο προδικαστικών ερωτημάτων, κριθεί ότι η παραχώρηση, με τις κρίσιμες εν προκειμένω εθνικές διατάξεις, αποκλειστικού δικαιώματος διεξαγωγής, διαχείρισης, οργάνωσης και λειτουργίας τυχερών παιχνιδιών δεν είναι συμβατή με τα άρθρα 43 και 49 της Συνθήκης ΕΚ: (α) Είναι ανεκτό, κατά την έννοια των διατάξεων αυτών της Συνθήκης, να μην εξετάζουν οι εθνικές αρχές, κατά τη διάρκεια μιας μεταβατικής περιόδου, αναγκαίας για να θεσπισθούν συμβατές με τη Συνθήκη ΕΚ ρυθμίσεις, αιτήσεις αναλήψεως σχετικών δραστηριοτήτων υποβαλλόμενες από πρόσωπα εγκατεστημένα νομίμως σε άλλα κράτη μέλη; (β) Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, βάσει ποίων κριτηρίων καθορίζεται η διάρκεια της μεταβατικής αυτής περιόδου; (γ) Αν δεν συγχωρείται μεταβατική περίοδος, βάσει ποίων κριτηρίων πρέπει να κρίνονται από τις εθνικές αρχές οι σχετικές αιτήσεις;».
[…]
Διατυπώνει, κατά το σκεπτικό, τα εξής προδικαστικά ερωτήματα στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ήδη Δικαστήριο Ευρωπαϊκής Ένωσης).
(1) «Είναι συμβατή με τις διατάξεις των άρθρων 43 και 49 της Συνθήκης ΕΚ εθνική ρύθμιση, η οποία, προκειμένου να επιτύχει τον στόχο του περιορισμού της προσφοράς τυχερών παιχνιδιών, παραχωρεί το αποκλειστικό δικαίωμα διεξαγωγής, διαχείρισης, οργάνωσης και λειτουργίας τυχερών παιχνιδιών σε μία μόνον επιχείρηση, η οποία έχει την μορφή ανώνυμης εταιρείας και είναι εισηγμένη στο χρηματιστήριο, όταν, μάλιστα, επιπλέον, η επιχείρηση αυτή διαφημίζει τα τυχερά παιχνίδια που οργανώνει, επεκτείνεται σε χώρες του εξωτερικού, οι παίκτες συμμετέχουν ελεύθερα και το μέγιστο ποσό στοιχηματισμού και κέρδους ορίζεται ανά δελτίο και όχι ανά παίκτη;».
(2) «Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα, είναι συμβατή με τις διατάξεις των άρθρων 43 και 49 της Συνθήκης ΕΚ εθνική ρύθμιση, η οποία, επιδιώκοντας, αυτοτελώς, την καταπολέμηση της εγκληματικότητας, μέσω της ασκήσεως ελέγχου επί των επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται στον εν λόγω τομέα, ώστε να διασφαλισθεί ότι οι δραστηριότητες αυτές ασκούνται μόνον εντός ελεγχομένων κυκλωμάτων, παραχωρεί το αποκλειστικό δικαίωμα διεξαγωγής, διαχείρισης, οργάνωσης και λειτουργίας τυχερών παιχνιδιών σε μία μόνον επιχείρηση, ακόμη και όταν η παραχώρηση αυτή έχει ως παράλληλο αποτέλεσμα την χωρίς περιορισμό ανάπτυξη της σχετικής προσφοράς; Ή θα πρέπει, σε κάθε περίπτωση, και προκειμένου ο εν λόγω περιορισμός να θεωρηθεί πρόσφορος για την επίτευξη του σκοπού της καταπολεμήσεως της εγκληματικότητας, η ανάπτυξη της προσφοράς να είναι, πάντως, ελεγχόμενη, δηλαδή τόση και μόνον όση απαιτείται για την εξυπηρέτηση του σκοπού αυτού; Σε περίπτωση δε που η ανάπτυξη αυτή πρέπει, οπωσδήποτε, να είναι ελεγχόμενη, μπορεί να θεωρηθεί ως ελεγχόμενη, από της απόψεως αυτής, η ανάπτυξη, αν η παραχώρηση αποκλειστικού δικαιώματος στον εν λόγω τομέα γίνεται σε έναν οργανισμό, με τα χαρακτηριστικά που εκτέθηκαν στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα; Τέλος, σε περίπτωση, κατά την οποία η παραχώρηση του εν λόγω αποκλειστικού δικαιώματος θεωρηθεί ότι οδηγεί σε ελεγχόμενη ανάπτυξη της προσφοράς των τυχερών παιγνιδιών, η εν λόγω παραχώρηση σε μία και μόνη επιχείρηση υπερβαίνει το αναγκαίο μέτρο, υπό την έννοια ότι ο ίδιος σκοπός μπορεί να εξυπηρετηθεί, λυσιτελώς, και με την παραχώρηση του δικαιώματος αυτού σε περισσότερες από μία επιχειρήσεις;».
(3) «Αν, κατόπιν των ανωτέρω δύο προδικαστικών ερωτημάτων, κριθεί ότι η παραχώρηση, με τις κρίσιμες εν προκειμένω εθνικές διατάξεις, αποκλειστικού δικαιώματος διεξαγωγής, διαχείρισης, οργάνωσης και λειτουργίας τυχερών παιχνιδιών δεν είναι συμβατή με τα άρθρα 43 και 49 της Συνθήκης ΕΚ: (α) Είναι ανεκτό, κατά την έννοια των διατάξεων αυτών της Συνθήκης, να μην εξετάζουν οι εθνικές αρχές, κατά τη διάρκεια μιας μεταβατικής περιόδου, αναγκαίας για να θεσπισθούν συμβατές με τη Συνθήκη ΕΚ ρυθμίσεις, αιτήσεις αναλήψεως σχετικών δραστηριοτήτων υποβαλλόμενες από πρόσωπα εγκατεστημένα νομίμως σε άλλα κράτη μέλη; (β) Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, βάσει ποίων κριτηρίων καθορίζεται η διάρκεια της μεταβατικής αυτής περιόδου; (γ) Αν δεν συγχωρείται μεταβατική περίοδος, βάσει ποίων κριτηρίων πρέπει να κρίνονται από τις εθνικές αρχές οι σχετικές αιτήσεις;».
Σημείωμα
Για το ζήτημα που απασχόλησε το Δικαστήριο βλ. εκτενώς Γ. Γεραπετρίτη, Η υποχώρηση του δικαστή της Ένωσης απέναντι στους περιορισμούς των ελευθεριών από τα Κράτη Μέλη με αφορμή τις αποφάσεις για τα παίγνια και το στοίχημα, 2010, σε: www.constitutionalism.gr, όπου και περαιτέρω αναφορές σε νομολογία και βιβλιογραφία.

Ιδιωτικές οι διαφορές από πράξεις οργάνωσης και διοίκησης Ιερής Μονής

ΣτΕ 502/2011 Τμ. Δ΄

Πρόεδρος: Μιχαήλ Βροντάκης, Αντιπρόεδρος

Εισηγητής: Ηλίας Μάζος, Πάρεδρος
[…]
2. Επειδή, με την αίτηση αυτή, η οποία, μετά την διαγραφή της από το πινάκιο του Γ΄ Τμήματος του Δικαστηρίου και την δικάσιμο της 19.4.2007, εισάγεται προς εκδίκαση στο, αρμόδιο για την εκδίκαση της χρονολογικώς προηγουμένης από τις προσβαλλόμενες πράξεις (άρθρο 14 παρ. 7 π.δ/τος 18/1989, Α΄ 8), Δ΄ Τμήμα του Συμβουλίου της Επικρατείας, ζητείται η ακύρωση: α) της πράξεως 3/9.3.2003 της Προσωρινής Επιτροπής Διοικήσεως και Διαχειρίσεως της Ιεράς Κοινοβιακής Μονής …, με την οποία αποφασίσθηκε η εγγραφή στο Μοναχολόγιο της Μονής, του …, και β) της πράξεως 55/15.3.2003 του Μητροπολίτου Καλαβρύτων και Αιγιαλείας, κατά το μέρος που με την απόφαση αυτή ο εν λόγω … διορίσθηκε Ηγούμενος της Μονής με τριετή θητεία.
3. Επειδή, στο άρθρο 94 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος ορίζονται τα εξής: «1. Στο Συμβούλιο της Επικρατείας και τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια υπάγονται οι διοικητικές διαφορές, όπως νόμος ορίζει, με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων του Ελεγκτικού Συνεδρίου. 2. Στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται οι ιδιωτικές διαφορές, καθώς και υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας, όπως νόμος ορίζει». Περαιτέρω, στο άρθρο 95 παρ. 1 περ. α΄ του Συντάγματος προβλέπονται τα ακόλουθα: «Στην αρμοδιότητα του Συμβουλίου της Επικρατείας ανήκουν ιδίως: α) Η μετά από αίτηση ακύρωση των εκτελεστών πράξεων των διοικητικών αρχών για υπέρβαση εξουσίας ή για παράβαση νόμου». Στο δε άρθρο 45 παρ. 1 του π.δ/τος 18/1989 (Α΄ 8) ορίζονται τα εξής: «Η αίτηση ακυρώσεως για υπέρβαση εξουσίας ή παράβαση νόμου επιτρέπεται μόνο κατά των εκτελεστών πράξεων των διοικητικών αρχών και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, που δεν υπόκεινται σε άλλο ένδικο μέσο ενώπιον δικαστηρίου».
4. Επειδή, ο ν. 590/1977 («Περί του Καταστατικού Χάρτου της Εκκλησίας της Ελλάδος», Α΄ 146), ορίζει στο άρθρο 1, μεταξύ των άλλων, τα εξής: «1. Η Εκκλησία της Ελλάδος, ούσα θείον καθίδρυμα έχουσα κεφαλήν τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν, είναι αναποσπάστως ηνωμένη δογματικώς μετά της εν Κωνσταντινουπόλει Μεγάλης και πάσης άλλης Ορθοδόξου του Χριστού Εκκλησίας, στοιχούσα τη διδασκαλία της Αγίας Γραφής και τηρούσα απαρασαλεύτως, ως και πάσαι αι λοιπαί Ορθόδοξοι Εκκλησίαι, τα δόγματα, τους ιερούς αποστολικούς και συνοδικούς κανόνας και τας ιεράς παραδόσεις. 2. Η Εκκλησία της Ελλάδος είναι αυτοκέφαλος, αυτοδιοικείται δε, εν τω πλαισίω των περί θρησκείας άρθρων του Συντάγματος, διά των εν ενεργεία Μητροπολιτών αυτής. 4. Κατά τας νομικάς αυτών σχέσεις η Εκκλησία της Ελλάδος, αι Μητροπόλεις, αι Ενορίαι μετά των Ενοριακών αυτών Ναών, αι Μοναί, η Αποστολική Διακονία, ο ΟΔΕΠ, το ΤΑΚΕ, το Διορθόδοξον Κέντρον της Εκκλησίας της Ελλάδος, είναι Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου…». Κατά το άρθρο 4 του νόμου η Ιερά Σύνοδος της Ιεραρχίας (Ι.Σ.Ι., η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 3 του ν. 590/1977, αποτελεί την Ανώτατη Εκκλησιαστική Αρχή της Εκκλησίας της Ελλάδος) «αποφαίνεται επί παντός ζητήματος αφορώντος εις την Εκκλησίαν [και] ειδικώτερον: δ) Αποφασίζει περί της ασκήσεως της εκκλησιαστικής οικονομίας, συγκαταβάσεως και επιεικείας της Εκκλησίας. ε) Εκδίδει κανονιστικάς αποφάσεις περί της οργανώσεως και εσωτερικής διοικήσεως της Εκκλησίας, κατά τα ειδικώτερον εν τω παρόντι διαλαμβανόμενα, δημοσιευομένας διά της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως. στ) Ασκεί την ανωτάτην εποπτείαν και τον έλεγχον επί των πράξεων της Δ.Ι.Σ., των Αρχιερέων, των διοικητικών οργάνων της Εκκλησίας της Ελλάδος, ως και των επί μέρους Εκκλησιαστικών Νομικών Προσώπων, κατά τας κειμένας διατάξεις». Ειδικώς περί των ιερών μονών προνοεί το άρθρο 39 του νόμου, το οποίο ορίζει, μεταξύ των άλλων, τα ακόλουθα: «1. Η Ιερά Μονή είναι θρησκευτικόν καθίδρυμα διά την άσκησιν των εν αυτή εγκαταβιούντων ανδρών ή γυναικών, συμφώνως προς τας μοναχικάς επαγγελίας και τους περί μοναχικού βίου ιερούς Κανόνας και παραδόσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας. 2. Εν τη Εκκλησία της Ελλάδος λειτουργούν Ιεραί Μοναί, τελούσαι υπό την πνευματικήν εποπτείαν του επιχωρίου Αρχιερέως, και Συνοδικαί Σταυροπηγιακαί Ιεραί Μοναί, τελούσαι υπό την πνευματικήν εποπτείαν της Δ.Ι.Σ. 3. Η ίδρυσις νέων και η διάλυσις ή συγχώνευσις υφισταμένων Μονών της Εκκλησίας της Ελλάδος συντελείται διά Προεδρικού Διατάγματος, εκδιδομένου, μετά σύμφωνον γνώμην του επιχωρίου Αρχιερέως και έγκρισιν της Δ.Ι.Σ., προτάσει του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων… 4. Τα της οργανώσεως και προαγωγής του πνευματικού βίου και τα της διοικήσεως της Μονής καθορίζονται υπό του Ηγουμενοσυμβουλίου συμφώνως προς τους Ιερούς Κανόνας, τας μοναχικάς παραδόσεις και τους νόμους του Κράτους, δι’ εσωτερικού κανονισμού, δημοσιευομένου διά του Δελτίου «Εκκλησία». 5. Ο Ηγούμενος και τα μέλη του Ηγουμενοσυμβουλίου, ων ο αριθμός ορίζεται αναλόγως του αριθμού των μοναχών εκάστης Μονής υπό του εσωτερικού κανονισμού αυτής, εκλέγονται, εάν αύτη έχη 5 τουλάχιστον εγκαταβιούντας μοναχούς, υπό της μοναχικής αδελφότητος, άλλως ορίζονται υπό του επιχωρίου Αρχιερέως. Ο ουτωσί εκλεγείς Ηγούμενος είναι ισόβιος, επιφυλασσομένων των διατάξεων του νόμου περί Εκκλησιαστικών Δικαστηρίων. Η Δ.Ι.Σ. δύναται δι’ ητιολογημένης αποφάσεως τη προτάσει του οικείου Αρχιερέως ή της Μοναστικής Αδελφότητος να εγκρίνη την διενέργειαν νέας εκλογής προς ανάδειξιν Ηγουμένου. 6. Ο Μητροπολίτης ασκεί επί των Ιερών Μονών της επαρχίας αυτού την κατά τους ιερούς κανόνας πνευματικήν εποπτείαν διά την κανονικήν μνημόνευσιν του ονόματος αυτού εν ταις ιεραίς Ακολουθίαις, την χειροθεσίαν του Ηγουμένου, την έγκρισιν της κουράς των μοναχών, την ανάκρισιν των κανονικών παραπτωμάτων, την μέριμναν διά την κατά τους ιερούς κανόνας λειτουργίαν της Μονής και τον έλεγχον της νομιμότητος της οικονομικής διαχειρίσεως αυτής».
5. Επειδή, εξάλλου, κατ’ επίκληση της ανωτέρω διατάξεως του άρθρου 39 παρ. 4 του ν. 590/1977, εγκρίθηκε, με την απόφαση 138/27.6.1986 του Ηγουμενοσυμβουλίου της Μονής, και δημοσιεύθηκε στο Επίσημο Δελτίο της Εκκλησίας της Ελλάδος («ΕΚΚΛΗΣΙΑ», Παράρτημα του υπ’ αριθμ. 13 της περιόδου 1/15 Ιουλίου 1986 τεύχους, σελ. 27 επομ.) ο Εσωτερικός Κανονισμός της Ιεράς Μονής … Στο άρθρο 1β΄ του Κανονισμού ορίζεται ότι η Μονή τελεί υπό την πνευματική εποπτεία του εκάστοτε Μητροπολίτου Καλαβρύτων και Αιγιαλείας και είναι, ως προς τις νομικές της σχέσεις, νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου. Σκοπός της Μονής, κατά το άρθρο 2 του Κανονισμού, είναι «η υπό των αδελφών αυτής επιδίωξις της κατά Χριστόν τελειώσεως ως και η εν Κοινοβιακή ζωή και Πολιτεία αδιάλειπτος λατρεία του εν Τριάδι προσκυνουμένου Θεού, μετά και της επικλήσεως της μεσιτείας της Υπεραγίας Θεοτόκου υπέρ σωτηρίας του κόσμου, της Οποίας η Ιερά Εικών αποτεθησαύρισται εν τη καθ’ ημάς ιερά Μονή διά φοβεράς Αποκαλύψεως». Κατά τον Κανονισμό (άρθρο 6), όργανα διοικήσεως της Μονής είναι: α) ο Ηγούμενος β) το Ηγουμενοσυμβούλιον, γ) η Ιερά Σύναξις της Αδελφότητος. Τις αρμοδιότητες του Ηγουμένου κατά την άσκηση των καθηκόντων του («πνευματικών τε και διοικητικών») ορίζει το άρθρο 8 του Κανονισμού, το οποίο ειδικότερα προβλέπει τα εξής: «Ο Ηγούμενος … α) Προτείνει εις το Ηγουμενοσυμβούλιον την πρόσληψιν Δοκίμων και την κουράν Μοναχών, εις δε την Ιεράν Σύναξιν της Αδελφότητος την εις την Ιερωσύνην προσαγωγήν αδελφών της Μονής. β) Καθορίζει τα Διακονήματα εκάστου αδελφού εντός και εκτός της Μονής. γ) Παρέχει εις τους αδελφούς άδειαν απουσίας εκ της Μονής μέχρι 10 ημερών, διά την μετακίνησιν αυτών εντός των ορίων της Μητροπόλεως. δ) Εκπροσωπεί την Ιεράν Μονήν ενώπιον πάσης Αρχής και παντός Δικαστηρίου του κοινού Δικαίου, και υπογράφει πάντα τα έγγραφα αυτής … ε) Επιβάλλει εις τυχόν παρεκτρεπομένους αδελφούς ελαφράς ποινάς. στ) Συγκαλεί το Ηγουμενοσυμβούλιον και την Σύναξιν της Αδελφότητος και προεδρεύει αυτών. ζ) Μεριμνά περί της νοσηλείας των ασθενούντων ή αναθέτει ταύτην εις τινα των αδελφών, κατάλληλον όντα διά το έργον τούτο. η) Ο Ηγούμενος προΐσταται των Συνεδριών του Ηγουμενοσυμβουλίου και της Ιεράς Συνάξεως της Αδελφότητος και διευθύνει τας συνεδρίας αυτών…». Το αυτό άρθρο 8 ορίζει περαιτέρω ότι ο Ηγούμενος «καθίσταται δι’ εκλογής, εάν εν τη Μονή εγκαταβιούν τουλάχιστον 5 αδελφοί, άλλως δε διά διορισμού υπό του Μητροπολίτου. Ο ουτωσί καταστάς Ηγούμενος είναι ισόβιος». Την διαδικασία εκλογής του Ηγουμένου από τα μέλη της Ιεράς Συνάξεως της Αδελφότητος της Μονής ρυθμίζει το άρθρο 9 του Κανονισμού, που ορίζει, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: «ε) Εν απολύτω ανάγκη και εφ’ όσον δεν υπάρχουν Πρεσβύτεροι κατά βαθμόν Ιερωσύνης εν τη Αδελφότητι ή δεν δέχονται να αναδειχθώσιν εις το αξίωμα του Ηγουμένου, ή δεν κρίνονται κατάλληλοι, ως Ηγούμενος δύναται να ορισθή τις εκ των Αδελφών της Μονής Ιερομονάχων ή Μοναχών υπό του Μητροπολίτου, αλλά μόνον επί τριετεί θητεία». Περαιτέρω, προβλέπεται ότι το Ηγουμενοσυμβούλιο (το οποίο συγκροτείται από τον Ηγούμενο ως Πρόεδρο και από δύο αδελφούς της Μονής ως μέλη, άρθρο 12) τηρεί το Μητρώο των Μελών της Αδελφότητος («Μοναχολόγιον», άρθρο 15). Οι αρμοδιότητες του Ηγουμενοσυμβουλίου καθορίζονται με το άρθρο 13, ενώ, τέλος, εν σχέσει προς το τρίτο όργανο διοικήσεως της Μονής, την «Ιεράν Σύναξιν της Αδελφότητος» ορίζονται στο μεν άρθρο 23, μεταξύ άλλων, τα εξής: «Την Ιεράν Σύναξιν της Αδελφότητος συγκροτούν άπαντες οι Κληρικοί και οι Μοναχοί Αδελφοί της Μονής πλην των Δοκίμων… Το δικαίωμα συμμετοχής εις την Ιεράν Σύναξιν της Αδελφότητος μετά ψήφου και πάντων των λοιπών δικαιωμάτων αποκτούν … οι εκ μεταγραφής εξ ετέρας Μονής Κληρικοί και Μοναχοί άμα τη εγγραφή αυτών εις το Μοναχολόγιον της Ιεράς Μονής». Στο δε άρθρο 24 του Κανονισμού ορίζονται τα ακόλουθα: «Η Ιερά Σύναξις της Αδελφότητος, εκτός των διά του παρόντος Κανονισμού καθοριζομένων αρμοδιοτήτων αυτής, έχει επί πλέον και τας εξής αρμοδιότητας: α) Αποφασίζει κυριάρχως, επί τη προτάσει του Ηγουμένου, διά τας χειροτονίας των Αδελφών, β) Αποφασίζει περί των Μετοχίων της Μονής και περί του τρόπου λειτουργίας αυτών».
6. Επειδή, από τα στοιχεία του φακέλου προκύπτει ότι ο αιτών, Ηγούμενος της Ιεράς Μονής …, απηλλάγη από τα καθήκοντά του με την απόφαση 46/12.1.2002 του Μητροπολίτου Καλαβρύτων και Αιγιαλείας. Με την ίδια πράξη την Ηγουμενία της Μονής ανέλαβε προσωρινώς, μέχρι την ανάδειξη νέου Ηγουμενοσυμβουλίου, ο Μητροπολίτης και αποφασίσθηκε ο διορισμός Προσωρινής Επιτροπής Διοικήσεως και Διαχειρίσεως για την συλλογική διοίκηση της Μονής και την διαχείριση της περιουσίας της «προς άρσιν του ανακύψαντος αδιεξόδου», επηκολούθησε δε η 49/26.5.2002 πράξη συγκροτήσεως και διορισμού της Προσωρινής Επιτροπής. Οι ενέργειες του Μητροπολίτου ετέθησαν υπ’ όψιν της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου, η οποία, με απόφαση που ελήφθη στις 7.2.2003, έκρινε ότι η παύση του αιτούντος από τα καθήκοντα του Ηγουμένου είναι σύμφωνη με τις διατάξεις του Εσωτερικού Κανονισμού της Μονής, ότι η κατ’ οικονομίαν επιβληθείσα προσωρινή λύση του διορισμού Διοικητικής Επιτροπής, λόγω των σοβαρών προβλημάτων που αντιμετωπίζει η Μονή, θεωρείται ως κατ’ οικονομίαν ανεκτή και ότι πρέπει ο Μητροπολίτης να διορίσει προσωρινό Ηγούμενο με τριετή θητεία, προκειμένου να συγκροτηθεί κανονικό Ηγουμενοσυμβούλιο, όταν τακτοποιηθούν τα σοβαρά και τρέχοντα ζητήματα της Μονής. Ακολούθως με την προσβαλλόμενη 3/9.3.2003 πράξη της ανωτέρω Προσωρινής Επιτροπής Διοικήσεως και Διαχειρίσεως αποφασίσθηκε η εγγραφή στο Μοναχολόγιο της Μονής του …, ο οποίος, με την δεύτερη προσβαλλόμενη 55/15.3.2003 απόφαση του Μητροπολίτου Καλαβρύτων και Αιγιαλείας, διορίσθηκε Ηγούμενος της Μονής αρχικώς επί τριετεί θητεία, εξακολούθησε δε να ασκεί τα καθήκοντα του Ηγουμένου και μετά την πάροδο της τριετίας δυνάμει της από 6.6.2006 σχετικής πράξεως του Μητροπολίτου.
7. Επειδή, όπως έχει ήδη κριθεί (βλ. ΣτΕ 34, 36, 3769/2009 κ.ά.), αποτελούν εκτελεστές διοικητικές πράξεις, παραδεκτώς από την άποψη αυτή προσβαλλόμενες με αίτηση ακυρώσεως, οι πράξεις των εκκλησιαστικών αρχών οι οποίες αφορούν την οργάνωση και διοίκηση των εκκλησιαστικών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου και προβλέπεται η έκδοσή τους από πολιτειακό νόμο (και όχι από τους ιερούς κανόνες). Περαιτέρω, οι ιερές μονές αποτελούν, κατά τις νομικές τους σχέσεις, νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, σύμφωνα με τον Καταστατικό Χάρτη της Εκκλησίας της Ελλάδος (ν. 590/1977), ο οποίος περιλαμβάνει στο άρθρο 39 διατάξεις σχετικές με την οργάνωση, λειτουργία και διοίκησή τους. Ειδικότερα, στην μεν παράγραφο 4 προβλέπεται ότι τα της οργανώσεως και προαγωγής του πνευματικού βίου των Μοναχών και τα της διοικήσεως εκάστης Μονής καθορίζονται από το Ηγουμενοσυμβούλιο με εσωτερικό κανονισμό δημοσιευόμενο διά του Δελτίου «Εκκλησία», ενώ στην παράγραφο 5 του ιδίου άρθρου προβλέπεται, μεταξύ άλλων, η εκλογή του Ηγουμένου και των μελών του Ηγουμενοσυμβουλίου από την μοναχική αδελφότητα, ο ορισμός τους από τον επιχώριο Αρχιερέα στην περίπτωση που η μονή δεν έχει πέντε τουλάχιστον «εγκαταβιούντας μοναχούς» και η αρμοδιότητα της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου να εγκρίνει την διενέργεια νέας εκλογής προς ανάδειξη Ηγουμένου. Κατά την γνώμη, όμως, του Προέδρου του Τμήματος Αντιπροέδρου Μιχ. Βροντάκη και του Συμβούλου Ηρ. Τσακόπουλου, με την οποία συντάχθηκε και η Πάρεδρος Μ. Αθανασοπούλου, στην περίπτωση της ένδικης αμφισβητήσεως πράξεων των οργάνων της Εκκλησίας που εκδίδονται κατ’ εφαρμογήν των ανωτέρω διατάξεων και αφορούν την οργάνωση και διοίκηση ιερής μονής, κρίσιμα στοιχεία για τον καθορισμό του αρμοδίου δικαστηρίου, ενόψει των οριζομένων, κατά τα εκτιθέμενα σε προηγούμενες σκέψεις, στο Σύνταγμα (άρθρα 94 παρ. 1, 2 και 95 παρ. 1 περ. α΄) και το νόμο (άρθρο 45 παρ. 1 του π.δ/τος 18/1989), είναι η ιδιάζουσα φύση και ο χαρακτήρας των μονών ως ιδιαίτερης φύσεως νομικών προσώπων. Πράγματι, κατά την γνώμη αυτή, οι ιερές μονές χαρακτηρίζονται μεν ρητώς από τον νόμο ως νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου κατά τις νομικές τους σχέσεις (άρθρο 1 παρ. 4 του Καταστατικού Χάρτη της Εκκλησίας της Ελλάδος και, ειδικώς για την καθ’ ης η αίτηση ακυρώσεως Ιερά Μονή …, άρθρο 1β΄ του Εσωτερικού Κανονισμού), δεν συνιστούν, όμως, φορείς ασκήσεως της δημόσιας εξουσίας. Και τούτο διότι με τις διατάξεις που παρατίθενται στις προηγούμενες σκέψεις και αφορούν τα «διοικητικά» καθήκοντα και τις συναφείς αρμοδιότητες των οργάνων διοικήσεως των ιερών μονών (και ειδικότερα του Ηγουμένου, του Ηγουμενοσυμβουλίου και της Ιεράς Συνάξεως της Αδελφότητος των Μοναχών της καθ’ ής η αίτηση Μονής) παρέχεται στα όργανα αυτά εξουσία αντίστοιχη με την αναγνωριζόμενη στα όργανα διοικήσεως των νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου, εξουσία δηλαδή ρυθμίσεως των εσωτερικών σχέσεων της Μονής και της Αδελφότητος των Μοναχών, όχι όμως και η δυνατότητα εκδόσεως μονομερών πράξεων δεσμευτικών για τρίτους εν σχέσει με την Μονή και την Αδελφότητα των Μοναχών (που αποτελεί και το χαρακτηριστικό γνώρισμα της ασκήσεως της δημόσιας εξουσίας). Η φύση και έκταση των αρμοδιοτήτων των οργάνων διοικήσεως των μονών συμπορεύεται και με τον κατά το νόμο σκοπό τους, εφόσον έχουν προεχόντως τον χαρακτήρα θρησκευτικών καθιδρυμάτων προοριζομένων για την άσκηση σύμφωνα με τις μοναχικές επαγγελίες και τους σχετικούς με τον μοναχικό βίο Ιερούς Κανόνες και παραδόσεις της Ορθόδοξης Εκκλησίας, και δεν επιδιώκεται με την ίδρυση και λειτουργία τους σκοπός πολιτειακού ενδιαφέροντος αναγόμενος σε έργα κυριαρχικής ή συναλλακτικής διοικήσεως. Ενόψει τούτων, οι ιερές μονές δεν αποτελούν τμήμα της δημοσίας διοικήσεως υπό την οργανική έννοια, ούτε συνιστούν «πολιτειακό δίκαιο», κατά τα προεκτεθέντα, οι εσωτερικοί κανονισμοί που εκδίδονται κατ’ επίκληση του άρθρου 39 παρ. 4 του Καταστατικού Χάρτη της Εκκλησίας της Ελλάδος. Ως εκ τούτου, πράξεις, όπως οι προσβαλλόμενες, οι οποίες εκδόθηκαν κατ’ εφαρμογήν διατάξεων του Εσωτερικού Κανονισμού της καθ’ ής η αίτηση Ιεράς Μονής … και αφορούν την οργάνωση και διοίκησή της, δεν συνιστούν εκτελεστές διοικητικές πράξεις κατά την έννοια των άρθρων 95 παρ. 1 περ. α΄ του Συντάγματος και του άρθρου 45 παρ. 1 του π.δ/τος 18/1989, αλλά αναπτύσσουν τα αποτελέσματά τους στον χώρο του ιδιωτικού δικαίου και ανήκουν, επομένως, κατ’ αρχήν, στην δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Απαραδέκτως, συνεπώς, προσβάλλονται με την κρινόμενη αίτηση ακυρώσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας. O Σύμβουλος Αντ. Σταθάκης υποστήριξε την ακόλουθη γνώμη, με την οποία συντάχθηκε ο Πάρεδρος Ηλ. Μάζος: Η ρύθμιση της οργάνωσης και της διοίκησης των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου συνιστά κατ’ εξοχήν έργο δημόσιας εξουσίας και γίνεται με τυπικό νόμο ή με κανονιστική πράξη (κατ’ εξουσιοδότηση νόμου) και, στην περίπτωση εξατομικευμένων ρυθμίσεων (όπως ο διορισμός του οργάνου διοίκησης), με ατομικές εκτελεστές διοικητικές πράξεις, από την ένδικη αμφισβήτηση των οποίων γεννώνται ακυρωτικές διοικητικές διαφορές. Εξάλλου, οι ιερές μονές χαρακτηρίζονται ρητώς από τον νόμο, όπως ήδη αναφέρθηκε ως νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τον χαρακτήρα δε αυτόν δεν δύναται να αναιρέσει η επιδίωξη, με την ίδρυση και λειτουργία τους, θρησκευτικών σκοπών (πρβλ. ΣτΕ 3554/1991). Ειδικώς, πάντως, στην περίπτωση των ιερών μονών, αλλά και των λοιπών εκκλησιαστικών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, έχει κριθεί, ενόψει της φύσεώς τους ως διφυών νομικών προσώπων, ότι για να θεωρηθούν εκτελεστές κατά το άρθρο 45 παρ. 1 του π.δ/τος 18/1989 οι πράξεις των οργάνων τους, πρέπει η έκδοσή τους να προβλέπεται από διάταξη «πολιτειακού νόμου» και όχι από τους Ιερούς Κανόνες. Νοούνται δε ως «πολιτειακοί νόμοι» οι τυπικοί νόμοι και οι εκδοθείσες κατ’ εξουσιοδότησή τους κανονιστικές πράξεις της Διοικήσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, με την πρώτη από τις προσβαλλόμενες, πράξη 3/9.3.2003 της Προσωρινής Επιτροπής Διοικήσεως και Διαχειρίσεως της καθ’ ής η αίτηση Ιεράς Μονής, αποφασίσθηκε η εγγραφή στο Μοναχολόγιο του … Ασκείται δε με την πράξη αυτή, με την οποία ο εν λόγω Αρχιμανδρίτης καθίσταται μέλος της Ιεράς Συνάξεως της Αδελφότητος της Μονής, αρμοδιότητα προβλεπομένη από «πολιτειακό νόμο», και ειδικότερα τον Εσωτερικό Κανονισμό της Μονής (άρθρο 15), κανονιστική πράξη εκδοθείσα κατ’ εφαρμογήν της εξουσιοδοτικής διατάξεως του άρθρου 39 παρ. 4 του ν. 590/1977 (πρβλ. ΣτΕ 33/2009, 946/1999· σημειωτέον ότι εν προκειμένω εξέδωσε την πράξη η Προσωρινή Επιτροπή Διοικήσεως και Διαχειρίσεως ως κατ’ οικονομίαν αρμόδιο όργανο, σύμφωνα με τα εκτεθέντα σε προηγούμενη σκέψη). Αλλά και η δεύτερη προσβαλλόμενη απόφαση 55/15.3.2003 του Μητροπολίτου Καλαβρύτων και Αιγιαλείας, με την οποία ο ανωτέρω … διορίσθηκε Ηγούμενος της Μονής έχει εκδοθεί κατ’ επίκληση διατάξεων «πολιτειακών νόμων» και ειδικότερα του Καταστατικού Χάρτη της Εκκλησίας της Ελλάδος (άρθρο 29 παρ. 1, κατά την οποία διάταξη ο Μητροπολίτης ασκεί εντός της περιφερείας της Μητροπόλεώς του την εξουσία που προβλέπεται από τους Ιερούς Κανόνες, τις Εκκλησιαστικές διατάξεις και τους νόμους εν γένει της Πολιτείας, καθώς επίσης και άρθρο 39 παρ. 2 και 5, οι οποίες ρυθμίσεις παρατίθενται ανωτέρω) και του Εσωτερικού Κανονισμού (άρθρα 4 περί του περιεχομένου της «Κανονικής δικαιοδοσίας» του Μητροπολίτου, υπό την οποία τελεί η Μονή, και 9 εδαφ. ε΄, που παρατίθεται στην πέμπτη σκέψη). Υπό τα δεδομένα αυτά, οι προσβαλλόμενες πράξεις αποτελούν, σύμφωνα και με την νομολογία του Δικαστηρίου (βλ. ΣτΕ 334/1938, 2403/1965, 688/1967, 2714/1984, 3145/1998, 1952/2000, 1924/2003, 34, 36, 3769/2009, 644/2010), εκτελεστές διοικητικές πράξεις παραδεκτώς προσβαλλόμενες, από την άποψη αυτή, με την κρινόμενη αίτηση ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας.
8. Επειδή, κατόπιν των ανωτέρω, σύμφωνα με την άποψη της πλειοψηφίας, η κρινόμενη αίτηση θα έπρεπε να απορριφθεί ως απαράδεκτη. Ενόψει, όμως, της σπουδαιότητας του ζητήματος και της αντίθετης νομολογίας του Δικαστηρίου, το Τμήμα κρίνει ότι το ζήτημα της φύσεως των προσβαλλομένων ως εκτελεστών διοικητικών πράξεων ή μη, από το οποίο εξαρτάται το παραδεκτό της κρινομένης αιτήσεως ακυρώσεως, πρέπει να παραπεμφθεί στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου, σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ. 2 εδαφ. β΄ του π.δ/τος 18/1989, να ορισθεί δε εισηγητής ο Σύμβουλος Αντ. Σταθάκης.
Σημείωμα
Για την κατηγορία των ‘νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου που έλκουν την καταγωγή τους από πράξη ιδιωτικής βούλησης’ και τη νομική αντιμετώπισή τους βλ. ήδη Μ. Βροντάκη, Το ζήτημα της συνταγματικής προστασίας της ιδιοκτησίας των δημοσίων νομικών προσώπων, σε: Τόμο Τιμητικό του Συμβουλίου της Επικρατείας (1929-1979) ΙΙ, 1982, σ. 397 επ. Για την ιδιαίτερη νομική θέση των εκκλησιαστικών ν.π.δ.δ. ως θεσμών θρησκευτικής αυτοοργάνωσης μάλλον, παρά διοικητικής οργάνωσης του κράτους, βλ., αντί άλλων, Πρ. Δαγτόγλου, Γενικό διοικητικό δίκαιο, 5η έκδ., 2004, σ. 747, Επ. Σπηλιωτόπουλου, Εγχειρίδιο διοικητικού δικαίου, 12η έκδ., 2007, σ. 392 επ. Για τη διάκριση μεταξύ ‘δογματικών’ και ‘διοικητικών’ κανόνων, και ευρύτερα μεταξύ ‘ιερών κανόνων’ και ‘πολιτειακών νόμων’, στην παράλληλη εφαρμογή των οποίων εδράζεται ο διφυής χαρακτήρας των εκκλησιαστικών ν.π.δ.δ. βλ., επίσης ενδεικτικά, Σπ. Τρωιάνου, Παραδόσεις εκκλησιαστικού δικαίου, 2η έκδ, 1984, σ. 49 επ., Δ. Τσάτσου, Συνταγματικό δίκαιο, τόμ. Β΄, Οργάνωση και λειτουργία της πολιτείας, 2η έκδ., 1993, σ. 597 επ. Βλ. επίσης Κ. Γιαννακόπουλου/Γ. Δελλή, Οι σχέσεις εκκλησίας – Κράτους υπό το πρίσμα της υπαγωγής της πρώτης στην έννοια του «ευρύτερου δημόσιου τομέα» και στους κανόνες περί «διαπλοκής», ΕΔΔΔ 2001, σ. 656 επ.
Α.Κ.

Η διάκριση των εξουσιών ως οργανωτική βάση του κράτους ή ως πολιτική αρχή

Αντώνης Μανιτάκης, Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου Α.Π.Θ.

 

1. Η ιστορική και πολιτική της σημασία: εγγύηση πολιτικής και ατομικής ελευθερίας και μέσο εξισορρόπησης εξουσιών και ανταγωνιστικών δυνάμεων  
 
a) Κριτήριο, αρχικά, διάκρισης των μορφών διακυβέρνησης σε δεσποτικές και μη 
Η διάκριση των εξουσιών αποτελεί[1] μία από τις πλέον θεμελιώδεις οργανωτικές αρχές του φιλελεύθερου συνταγματικού κράτους. Η συνταγματική θεωρία και ειδικά η ελληνική την αντιμετώπισε ως «οργανωτική βάση του κράτους», ως «ρυθμίζουσα συστηματικώς την άσκηση της εξουσίας του»[2]. Είχε άρα από τη γένεσή της πολιτική σημασία και λειτουργία και αντιμετωπίστηκε αρχικά ως «πολιτική αρχή», πρίν αποκτήσει κανονιστικό περιεχόμενο και σημασία νομική[3]. Προηγήθηκε, επομένως, λογικά και ιστορικά η θεσμική της πρόσληψη, δηλαδή η σύλληψή της ως μεθόδου οργάνωσης και συνάρθρωσης των εξουσιών και ακολούθησε η πρόσληψή της και ως κανόνα δικαίου ή ως συνταγματικής αρχής[4]. Διαμορφώθηκε, σταδιακά, μέσα από την ιστορία, αρχικά ως απόλυτη άρνηση της δεσποτικής εξουσίας, που ενσάρκωναν οι παλιές αυτοκρατορίες. Στη συνέχεια, έπλασε τη συνταγματική φυσιογνωμία της σε αντιπαράθεση προς την απολυταρχική και συγκεντρωτική εξουσίας της απόλυτης μοναρχίας, της πρώτης μορφής του σύγχρονου κράτους, πριν αξιοποιηθεί ως τεχνική οργάνωσης και διευθέτησης των σχέσεων μεταξύ των εξουσιών. 
Η πολιτική ή θεσμική σημασία της αρχής αναφέρεται κυρίως, στην οργανική διάκριση των εξουσιών και τονίζει: α) την ανεξάρτητη της μίας από την άλλη συγκρότησή και άσκησή τους και β) την εξειδίκευση της κάθε εξουσίας στην επιτέλεση μιας κατά κανόνα λειτουργίας.
Η διάκριση των εξουσιών με την πολιτική της σημασία και άρα με την οργανική θεσμική έννοια του όρου είναι δημιούργημα της αστικής επανάστασης και άρα σχετικά πρόσφατο φαινόμενο. Με την ουσιαστική ή λειτουργική όμως σημασία του όρου, η ιδέα είναι πολύ παλιά, και απαντάται στον Αριστοτέλη, ο οποίος διέκρινε τρία μόρια στην Πολιτεία, ένα που σκέφτεται και αποφασίζει για τα κοινά, ένα που ασχολείται με τις Αρχές της διοίκησης και ένα που δικάζει[5]. Βασίζεται στη στοιχειώδη διαπίστωση ότι το κράτος και κάθε κράτος εκδηλώνει την εξουσία του, και μεταφορικά τη βούλησή του, προς τρείς κατευθύνσεις τις οποίες ονομάζουμε λειτουργίες. Οι τρεις αυτές λειτουργίες διαφέρουν μεταξύ τους ως προς το περιεχόμενο ή ως προς την ουσία των ενεργειών που επιτελούν, αφού η μία θεσπίζει τους νόμους, θετούς κανόνες δικαίου, επιτακτικούς και αφηρημένους, η άλλη τους εκτελεί και η τρίτη δικάζει σύμφωνα με αυτούς[6]. Έτσι, ρυθμίζοντας την κοινωνική και πολιτική συμβίωση, το κράτος αναπτύσσει δραστηριότητες, που μπορούν να συμπυκνωθούν στην άσκηση τριών διακεκριμένων λειτουργιών, που εκπληρώνουν με τη σειρά τους τρείς διαφορετικούς σκοπούς:με την πρώτη, που αποκαλείται νομοθετική, θεσμοθετούνται νόμοι, θετοί κανόνες συμπεριφοράς γενικοί και αφηρημένοι, με τη δεύτερη, την εκτελεστική, εκτελούνται ή εφαρμόζονται οι νόμοι σε συγκεκριμένη περίπτωση και εξειδικεύεται το περιεχόμενο τους και με την τρίτη, τη δικαστική, τέμνονται με βάση κάποιο νόμο και με τρόπο αυθεντικό και δύναμη δεδικασμένου έννομες διαφορές ή αμφισβητήσεις σχετικά με τα συμφέροντα και τα δικαιώματά του καθένα.
Για να εκπληρωθούν οι τρείς αυτές διαφορετικές, ποιοτικά, λειτουργίες του κράτους, με τρόπο που να αποτρέπεται ο δεσποτισμός και η κατάχρηση της εξουσίας με την συγκέντρωσή τους σε ένα πρόσωπο ή σε ένα κρατικό όργανο, θα πρέπει -κατά την φιλελεύθερη αντίληψη του κράτους και τη συνταγματική οργάνωση της εξουσίας του- κάθε λειτουργία να έχει ανατεθεί σε διαφορετική κρατική εξουσία και να ασκείται από διαφορετικό κρατικό όργανο. Στην ιδεατή της σύλληψη, η διάκριση των εξουσιών συμπίπτει με την οργανική διάκρισή τους, η οποία απαιτεί οι κατ’ ουσίαν νομοθετικές, εκτελεστικές και δικαιοδοτικές πράξεις να εκτελούνται από τρείς, αντίστοιχες, και ανεξάρτητες μεταξύ τους εξουσίες ή από διαφορετικά κρατικά όργανα και να περιβάλλονται έναν διαφορετικό ή ιδιαίτερο τύπο: η νομοθέτηση, τον τύπο του νόμου, η εκτέλεση του νόμου τον τύπο του διατάγματος ή της διοικητικής πράξης και η απονομή δικαιοσύνης τον τύπο της δικαστικής απόφασης. Τρία είναι τα στοιχεία που συνθέτουν τη διάκριση των εξουσιών: μια κρατική εξουσία (νομοθετική, εκτελεστική ή δικαστική), ένα κρατικό όργανο που την ενσαρκώνει κάθε φορά γίνεται ο φορέας άσκησής της (π.χ. η Βουλή ή η Βουλή και ο αρχηγός του κράτους, ο αρχηγός του κράτους και η κυβέρνηση, τα δικαστήρια) και μια δραστηριότητα ή λειτουργία που εκδηλώνεται με τη λήψη μιας απόφασης ή μιας πράξης και παίρνει την τυπική μορφή, ανάλογα από το όργανο από το οποίο προέρχεται, είτε του τυπικού νόμου είτε του διατάγματος είτε της δικαστικής απόφασης.
Οι τρείς, επομένως, κρατικές εξουσίες θα πρέπει να είναι έτσι οργανωμένες ώστε το όργανο που θεσπίζει το νόμο ή τον κανόνα δικαίου να μην μπορεί να τον εκτελεί ούτε να μπορεί το ίδιο να δικάζει με βάση τον κανόνα που το ίδιο θέσπισε. Αυτό είναι βέβαια ένα ιδεατό σχήμα, μια ιδεατή αφετηρία οργάνωσης των εξουσιών, που, όπως όλα τα ιδεατά σχήματα, δεν ταυτίζονται με την πραγματικότητα, αν και φιλοδοξούν να τη ρυθμίσουν. Ενίοτε μάλιστα απέχουν πολύ από αυτήν. Το εντυπωσιακό όμως του ιδεατού αυτού σχήματος είναι ότι όχι μόνον άντεξε στο χρόνο και αποδείχθηκε λειτουργικό, αλλά ακόμη και σήμερα αποτελεί σημείο αναφοράς, ακόμη και όταν απορρίπτεται ως ξεπερασμένο.
Έτσι, με κριτήριο την τεχνική της διάκρισης των εξουσιών, τα πολιτικά καθεστώτα διακρίθηκαν σε καθεστώτα που εφαρμόζουν τη διάκριση και σε καθεστώτα που την αγνοούν ή την αρνούνται. Την αγνοούσαν, κατ’ αρχήν, όλοι οι ιστορικοί τύποι κρατικής εξουσίας των προ-αστικών κοινωνιών, όπως ήταν το απολυταρχικό κράτος και κάθε μορφή διακυβέρνησης δεσποτική[7]. Δεσποτική χαρακτηρίζει ο Μοντεσκιέ κάθε διακυβέρνηση, που δεν γνωρίζει την κατάτμηση και εξισορρόπηση των εξουσιών, μέθοδος που διασφαλίζει την κοινωνική ισορροπία μεταξύ των τάξεων και επιβάλλει στον τρόπο διακυβέρνησης τη μετριοπάθεια[8]. Τέτοιες ήταν οι θεοκρατικές, οικουμενικές αυτοκρατορίες, της Δύσης και της Ανατολής, όπως η ρωμαϊκή, η βυζαντινή και η Οθωμανική ή παπική κ.ά. Την αρνούνταν ακόμη τα απολυταρχικά καθεστώτα καθώς και τα πρώην σοσιαλιστικά πολιτικά καθεστώτα, τα οποία οικοδομούσαν την κρατική εξουσία στην αρχή της ενότητάς της και όχι της διαίρεσης ή της κατάτμησής της σε διάφορες εξουσίες[9]. Την αρνούνται τέλος, μόνιμα ή περιστασιακά, τα αυταρχικά και τα δικτατορικά πολιτικά καθεστώτα, τα θεοκρατικά ή τα μονοκομματικά.
Όλες οι προηγούμενες μορφές διακυβέρνησης στηρίζονται σε μια ιεραρχική-μονολιθική διάρθρωση της κρατικής εξουσίας και έχουν ως οργανωτικό πρότυπό τους τη σχετική ή απόλυτη συγκέντρωσή της σε ένα πρόσωπο ή σε ένα κατά βάση κέντρο εξουσίας, κόμμα, κυβέρνηση, δυναστεία κλπ. Πρόκειται στην ουσία για καθεστώτα στα οποία επικρατεί η πλήρης σύγχυση των εξουσιών[10].  
Την αντίθετη ακριβώς αρχή, δηλαδή τον επιμερισμό της μίας και ενιαίας κατά τα άλλα κρατικής εξουσίας σε τρία διαφορετικά κέντρα εξουσίας ή, με άλλες λέξεις, την τριχοτόμησή της έχει ως οργανωτικό πρότυπό του η ιστορική μορφή του φιλελεύθερου κράτους[11].   
Η πρώτη, επομένως, ιστορική σημασία της διάκρισης των εξουσιών ως πολιτικής αρχής είναι αρνητική: άρνηση του δεσποτισμού και, γενικότερα, της απολυταρχίας και της αυθαιρεσίας.
 
b) Εγγύηση, έπειτα, συνταγματική, πολιτικής και ατομικής ελευθερίας
Ακριβό δημιούργημα του φιλελεύθερου συνταγματισμού, η αρχή του διαχωρισμού ή της διάκρισης των εξουσιών και η συνεχόμενη λειτουργική διαφοροποίησή τους έχουν ιστορικά ταυτιστεί, παράλληλα με την άρνηση του δεσποτισμού και της απολυταρχίας, με την έννοια του συντάγματος και της συνταγματικής εξουσίας. Καταγράφηκε άλλωστε η ιδέα αυτή ρητά στο άρθρο 16 της γαλλικής «Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Πολίτη» του 1789, που όριζε ότι «κάθε κοινωνία, στην οποία δεν είναι εξασφαλισμένη η προστασία των δικαιωμάτων ούτε καθορισμένη η διάκριση των εξουσιών, δεν έχει διόλου Σύνταγμα». Κατά τη διακήρυξη, σύνταγμα και διάκριση των εξουσιών ταυτίζονται, δεν νοείται το ένα χωρίς το άλλο, δεν υπάρχει καν σύνταγμα όταν δεν υπάρχει διάκριση των εξουσιών. Δεν είναι το Σύνταγμα που δημιουργεί τη διάκριση των εξουσιών, είναι η διάκριση που δημιουργεί Σύνταγμα και το χαρακτηρίζει ως τέτοιο.
Η διαφοροποιημένη άσκηση της μίας και ενιαίας κρατικής εξουσίας προς τρεις διαφορετικές κατευθύνσεις, που αποκαλούνται κρατικές λειτουργίες, από τρία διαφορετικά κρατικά όργανα (ή κατ’ ιδίαν εξουσίες) θεωρήθηκε θεμελιώδους σημασίας θεσμική εγγύηση για τον περιορισμό της εξουσίας και την περιστολή της κρατικής αυθαιρεσίας[12]. Γι’ αυτό και αποτέλεσε και αποτελεί την ιδεολογική σημαία του πολιτικού φιλελευθερισμού, την πρωταρχική εγγύηση της ατομικής ελευθερίας.
Μόνον όταν οι τρείς επί μέρους κρατικές εξουσίες είναι η μία ανεξάρτητη από την άλλη, μπορεί η μία να εξισορροπεί και να ελέγχει την άλλη, μόνον όταν η εξουσία αναχαιτίζει την εξουσία, οι κυβερνώμενοι μπορούν να αισθάνονται ασφαλείς και ελεύθεροι[13]. Και για να συμβεί αυτό χρειάζεται κάθε εξουσία να ασκείται από διαφορετικά κρατικά όργανα. Έτσι στο πλαίσιο του συνταγματισμού, η σημασία της διάκρισης των εξουσιών ταυτίστηκε με την οργανική διάκρισή τους.
Η διάκριση των εξουσιών δεν αποσκοπεί, πάντως, στη διάσπαση της μίας και ενιαίας εξουσίας σε πολλαπλές εξουσίες, εντελώς ανεξάρτητες και αυτόνομες μεταξύ τους, ούτε στον χωρισμό τους, αλλά στον επιμερισμό της άσκησης των τριών κρατικών δραστηριοτήτων (ή λειτουργιών) σε διαφορετικά κρατικά όργανα (ή διακριτά κέντρα κρατικής αρμοδιότητας και εξουσίας), έτσι ώστε το ένα να μπορεί να αναχαιτίζει ή να αντισταθμίζει ή ισοσταθμίζει την εξουσία του άλλου και όλα μαζί να μπορούν μεταξύ τους να αλληλο-ελέγχονται και να αλληλο-εξισορροπούνται[14]. Ο πραγματικός στόχος του μηχανισμού της διάκρισης των εξουσιών[15], είναι πολύ λιγώτερο ο διαχωρισμός των εξουσιών απ’ ό,τι η εξισορρόπησή τους και η αλληλοεξουδετέρωση της δύναμης της κάθε μιάς μέσω της αμοιβαίας αντιστάθμισης τους ή ακόμη και μέσω της αμοιβαίας παράλυσης των λειτουργιών τους. Ο Αραβαντινός είχε συνοψίσει αριστοτεχνικά την αξία και σημασία της αρχής της διάκρισης των λειτουργιών, ως πολιτικής αρχής: «Ουχί εν τω εντελεί χωρισμώ των διαφόρων λειτουργιών της πολιτικής εξουσίας απ’ αλλήλων και εν τη ανυψώσει αυτών εις αυτοτελείς και ανεξαρτήτους εξουσίας κείται η εξασφάλισις της τάξεως εν τη πολιτεία και των δικαιωμάτων και ελευθεριών του λαού, αλλ’ εν τη καταλλήλω κατανομή των διαφόρων λειτουργιών εις τα διάφορα όργανα της πολιτικής εξουσίας και τη αρμονική συνεργασία των διαφόρων οργάνων τούτων εν τη λειτουργία του πολιτεύματος»[16].
    
c) Μηχανισμός, κατά βάση, εξισορρόπησης πολιτικο-κοινωνικών δυνάμεων
Το δόγμα, πάντως, της διάκρισης των εξουσιών αναδείχθηκε σταδιακά, σε κάτι παραπάνω από ένα απλό διαρθρωτικό στοιχείο του φιλελεύθερου κράτους και κάτι περισσότερο από ιδεολογικό λάβαρο του φιλελεύθερου συνταγματισμού. Έτσι, δεν αποτελεί απλώς ένα αποφασιστικό όπλο κατά του αυταρχισμού και της κρατικής αυθαιρεσίας ή του δεσποτισμού, αλλά και ένα μέσο, μια τεχνική ορθολογικής οργάνωσης και κατανομής των εξουσιών. Συνιστά ακόμη έναν μηχανισμό μέσω του οποίου μπορούν και εκφράζονται, θεσμικά, οι συσχετισμοί των κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων και να εξισορροπούνται οι πολιτικοί και κοινωνικοί ανταγωνισμοί και αντιθέσεις. Μέσα από την κατάτμηση και την παράλληλη συνεργασία των «εξουσιών» επιτυγχάνεται μια στοιχειώδης αντιστοίχηση της πολιτικής και κοινωνικής διαίρεσης με τους θεσμούς του κράτους, χωρίς να διαταράσσεται η ιεραρχημένη ενότητα της κρατικής εξουσίας και χωρίς να θίγονται οι πολιτικοί συσχετισμοί των κοινωνικών τάξεων. Έτσι π.χ. με τη θεσμική διάκριση της νομοθετικής από την εκτελεστική εξουσία και την υπεροχή της πρώτης πάνω στη δεύτερη καθώς και με την κυριαρχία του νόμου πάνω σ’ οποιαδήποτε άλλη πράξη της εκτελεστικής εξουσίας δεν εξασφαλίζεται μόνο η υποταγή της εκτελεστικής εξουσίας στη νομοθετική ή η υποταγή, γενικότερα, όλων των εξουσιών, μηδέ της δικαστικής εξαιρουμένης, στις νομοθετικές αποφάσεις του αντιπροσωπευτικού σώματος, αλλά και η θεσμική πλαισίωση, αντιστάθμιση και τελικά εξισορρόπηση δοσμένων, ανταγωνιστικών σχέσεων πολιτικής και ταξικής κυριαρχίας, αφού πίσω από τις τρείς εξουσίες μπορούν να οχυρωθούν και να προβάλλουν τα αιτήματά τους, διαφορετικά πολιτικά και κοινωνικά συμφέροντα. Λειτουργώντας ως μέσο ορθολογικής οργάνωσης της κρατικής εξουσίας, ενεργεί παράλληλα και ως ένας μηχανισμός εξασφάλισης αέναης και ανανεούμενης πολιτικής ισορροπίας μέσα από τον διαρκή και συνεχή πολιτικό ανταγωνισμό και άρα ως ένας «τόπος» καταγραφής των πολιτικών συσχετισμών και ανταγωνισμών και, τελικά, ένα μέσο οργάνωσης της πολιτικής ηγεμονίας[17]
Ο Γάλλος φιλόσοφος Althusser εντρυφώντας στο έργο του Μοντεσκιέ και αναλύοντας τη θέση του για τη διάκριση των εξουσιών θα υπογραμμίσει δίκαια, ότι αυτό που ενδιαφέρει τον Γάλλο διαφωτιστή είναι το πολιτικό πρόβλημα του πολιτικού συσχετισμού των κοινωνικών τάξεων και όχι το νομικό πρόβλημα της νομιμότητας και του περιορισμού της κρατικής εξουσίας. Αυτό που προέχει είναι η ισορροπία των εξουσιών, δηλαδή η ζυγοσταθμισμένη κατανομή της πολιτικής εξουσίας ανάμεσα σε καθορισμένες δυνάμεις: τον βασιλιά, την αριστοκρατία και τον λαό, με τελικό στόχο την διαιώνιση της αριστοκρατίας, η οποία ως κοινωνική τάξη είχε αρχίσει να παρακμάζει Την πολιτική δύναμη της αριστοκρατίας ήθελε κυρίως να διαφυλάξει ο Μοντεσκιέ και αυτό που θαύμασε στο αγγλικό πολίτευμα του 17ου αιώνα ήταν η ισοσταθμισμένη συμμετοχή στην εξουσία και των τριών φορέων κοινωνικής δύναμης, του μονάρχη, της αριστοκρατίας και της αστικής τάξης[18]. Καμμία από τις τρείς αυτές κοινωνικές δυνάμεις δεν μπορεί να επιβάλει την θέλησή της στην άλλη, η μία εξισορροπεί την άλλη ή καλλίτερα εξουδετερώνει την άλλη.
Για αυτό και το ύπατο κριτήριο θετικής αξιολόγησης ενός πολιτεύματος ή κυβερνητικού συστήματος είναι η ικανότητά του να εξασφαλίζει ισορροπία στις ανταγωνιστικές πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις. Το συνταγματικό πολίτευμα εγκαθιστά τους μηχανισμούς και οργανώνει τις διαδικασίες εκείνες, που είναι σε θέση να συγκρατούν τους πολιτικούς και κοινωνικούς ανταγωνισμούς στο πλαίσιο του πολιτικού συστήματος και να επιτυγχάνουν μια έλλογη και συμβιβαστική επίλυση των πολιτικών διαφορών και των κοινωνικών συγκρούσεων, χάρη στην ενεργοποίηση μηχανισμών θεσμικής και πολιτικής εξισορρόπησης και ζυγοστάθμισης σχέσεων κυριαρχίας, χωρίς να παρεμποδίζεται ούτε να ακυρώνεται η επικράτηση και πολιτική ηγεμονία μιας ή περισσοτέρων πολιτικών δυνάμεων[19].
    Η πολιτική ιδέα που βρίσκεται, τελικά, πίσω από τη διάκριση των εξουσιών και υπηρετείται με την εξισορρόπηση και αντιστάθμισή τους είναι η ιδέα της πολιτικής μετριοπάθειας. Την μετριοπάθεια ως ιδεώδη μέθοδο διακυβέρνησης μιας χώρας καλλιεργεί η αρχή της διάκρισης των εξουσιών[20].                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                           
 
d) Μέσο μετριασμού της λαϊκής κυριαρχίας
Η διάκριση των εξουσιών, είναι, όπως είδαμε, μια θεμελιώδης αρχή του φιλελεύθερου συνταγματισμού και του συνταγματικού κράτους. Η εφαρμογή της την φέρνει, ωστόσο συχνά αντιμέτωπη με τη λαϊκή κυριαρχία, βάθρο του δημοκρατικού συνταγματισμού. Αντιπαρατίθεται, πράγματι, στη λαϊκή κυριαρχία και στους θεσμούς που απορρέουν από αυτήν και νομιμοποιούνται από τη δημοκρατική αρχή, μετριάζοντας ή περιορίζοντας την παντοδυναμία της λαϊκής βούλησης και της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας, χωρίς όμως να μπορεί να αναιρέσει ή να θίξει την ουσία της.
Η αντίθεση αυτή είναι ωστόσο φαινομενική, διότι η πηγή, η βάση της κυριαρχίας, στην αφηρημένη της πρόσληψη, ως αρμοδιότητα της αρμοδιότητας αλλά και ως κυριαρχία του λαού στην πολιτική ενότητά του δεν ανατρέπεται, όπως τονίσαμε ήδη, με την εφαρμογή της αρχής της διάκρισης των εξουσιών. Η βούληση του λαού παραμένει ακλόνητη πηγή εκπόρευσης και μοναδικός τίτλος νομιμοποίησης της άσκησης όλων των εξουσιών καθώς και το ύπατο κέντρο ενοποίησής τους. Το πεδίο άλλωστε δράσης της αρχής κείται εκτός του πεδίου επιρροής της αρχής της λαϊκής κυριαρχίας και των αντιπροσωπευτικών θεσμών της. Η εμβέλειά της περιορίζεται στην κατανομή και άσκηση μόνον των εξουσιών που πηγάζουν από το λαό, και δεν εκτείνεται ούτε αγγίζει την πηγή τους, τον κυρίαρχο ή τις άμεσες απόρροιές του. 
Ως μέθοδος οργάνωσης της κρατικής εξουσίας, αφορά μόλις συγκροτηθεί η ίδια, τις ‘συντεταγμένες εκφάνσεις’ της κυριαρχίας, τις οποίες διατάσσει σύμφωνα με το οργανωτικό σχήμα της διάκρισης-διασταύρωσής και συνεργασία τους και της αυστηρής εξειδίκευσης και οριοθέτησης των αρμοδιοτήτων τους. Ενεργεί άρα έτσι ως ο διατάκτης της άσκησής τους. Δεν έχει τη δυνατότητα να ανατρέψει ούτε να αναδιατάξει τη θεσμική και λογική υποταγή της άσκησης όλων των εξουσιών στη δημοκρατική αρχή και στη λαϊκή κυριαρχία, στην κανονιστική ακτινοβολία των οποίων υπόκεινται αναγκαστικά.
Η διάκριση των εξουσιών μπορεί να ιδωθεί από αυτή την οπτική γωνία ως συνθήκη ή εγγύηση πραγμάτωσης της λαϊκής κυριαρχίας, αφού ο περιορισμός της παντοδυναμίας και ο έλεγχος της κρατικής αυθαιρεσίας επιτυγχάνεται μέσω ακριβώς της αρχής της διάκρισης των εξουσιών και κυρίως δια μέσου της οριοθέτησης και υποταγής της δράσης τους στην αρχή της νομιμότητας και της υπεροχής του νόμου έναντι όλων των άλλων κρατικών πράξεων. Η αρχή της νομιμότητας διασφαλίζει την υπεροχή της βούλησης της λαϊκής αντιπροσωπείας απέναντι σε κάθε άλλη βούληση των οργάνων του κράτους.  
Ο Μάνεσης τονίζει ότι η αρχή της διάκρισης των εξουσιών «εντάσσεται σαφώς εις την ιεραρχικήν διάρθρωσιν της πραγματοποιούσης την λαϊκής κυριαρχίαν εννόμου τάξεως και πάντως διασφαλίζει κατά βάσιν την λαϊκήν κυριαρχίαν»[21].
Σε ό,τι αφορά ειδικότερα το ελληνικό συνταγματικό κράτος και τον ελληνικό συνταγματισμό θα πρέπει να επισημάνουμε ότι από την εποχή των συνταγμάτων της Επανάστασης η αρχή της διάκρισης των εξουσιών διακηρύχθηκε ως αρχή υπαγόμενη και εκπορευόμενη από την κυριαρχία του Έθνους, η οποία λογικά προηγείται: «Η κυριαρχία του Έθνους διαιρείται εις τρείς εξουσίας∙ Νομοθετικήν, Νομοτελεστικήν και Δικαστικήν» (άρθρο 36 του Πολιτικού Συντάγματος της Τροιζήνος, του 1827). Ο Σαρίπολος βέβαια αρχίζει τον ορισμό της συνταγματικής πολιτείας με την οριοθέτηση της εξουσίας όλων των Αρχών πρίν καταλήξει και στην συμπερίληψη και της εθνικής κυριαρχίας: «ώστε γενικώς μεν ουδέν υπάρχει Κράτος μην έχον το ευτού σύνταγμα∙ ειδικώτερον όμως κατά σύνταγμα την πολιτείαν εκείνην λέγομεν συντεταγμένην εν ή εισί ρητώς διαγεγραμμένα τα όρια πάσης αρχής εν η οι του κράτους θεσμοί κρατούσι πάντων, εν ή πάντα τα μέλη χαίρουσι δίκαια, εν ή τέλος ανακηρύσσεται η του έθνους κυριαρχία…»[22]. Η πρόσληψη, επομένως, της αρχής είναι εδώ εναρμονισμένη με τη δημοκρατική αρχή και έπεται της εθνικής κυριαρχίας, η οποία τριχοτομείται και επιμερίζεται για να ασκηθεί σε τρεις επί μέρους εξουσίες.
Ο Αλέξανδρος Σβώλος προβαίνοντας, ωστόσο, σε σύγκριση της δημοκρατικής ιδέας με την αρχή της διάκρισης των εξουσιών, την οποία θεωρούσε φιλελεύθερο θεσμό, θα φθάσει μέχρι του σημείου να διακηρύξει ότι «η διάκρισις των εξουσιών δεν είναι δημοκρατική ιδέα∙ ούτε συμβιβάζεται με την αρχή της λαϊκής κυριαρχίας∙ διότι έχει ως άμεσον συνέπειαν την εν τω συστήματι της πολιτικής εξουσίας υποτίμησιν του λαού εν τω προσώπω της αντιπροσωπείας του»[23].
Η δημοκρατική θεώρηση της αρχής καθιερώθηκε στη Γαλλική Επανάσταση και διακρίνεται από τη φιλελεύθερη-πλουραλιστική, που επικράτησε στις ΗΠΑ ως ιδεατό σχήμα οργάνωσης των κρατικών εξουσιών και στηρίζεται σε έναν αυτόματο και αυτοφυή μηχανισμό αντιβάρων και ανασχέσεων (checksandbalances). Με την τελευταία έννοια ο αρχή της διάκρισης των εξουσιών έχει τη δική της, θεσμική και νομιμοποιητική νομοτέλεια, είναι αυτόνομη και αυτόφωτη και δεν εξαρτάται από την αρχή της λαϊκής κυριαρχίας. Νοείται μάλιστα ανεξάρτητα ή πριν από τη δημοκρατική αρχή και σε πολλά εγχειρίδια του Συνταγματικού Δικαίου η πραγμάτευσή της προηγείται της λαϊκής κυριαρχίας[24]
Στην Ελλάδα, πάντως, η εθνική κυριαρχία, διακηρύχθηκε, ως πηγή και θεμέλιο όλων των εξουσιών, ταυτόχρονα με τη δημιουργία του εθνικού κράτους. Έτσι η κυριαρχία, ως εξουσία πρωτογενής, ταυτισμένη με την συντακτική εξουσία, διακρίθηκε σαφώς από την κυβερνητική εξουσία. Καμία Αρχή δεν ταυτίστηκε με το Έθνος ούτε αναγνωρίστηκε ως φορέας του, όπως συνέβη στην Αγγλία με το Κοινοβούλιο ούτε με τη νομική προσωπικότητα του κράτους, όπως έγινε με τη Γερμανία. Καμία συντεταγμένη εξουσία δεν αναγνωρίστηκε κτήτορας της εθνικής κυριαρχίας ούτε ο μονάρχης, όπως συνέβη στα καθεστώτα με την απόλυτη μοναρχία: «Αλλ’ αι αρχαί ών η ενέργεια λαμβάνει χώραν κατά το σύνταγμα της πολιτείας ουδόλως δύνανται να συγχυθώσι μετά της κυριαρχίας ή ν’ αφομοιωθώσιν εκείνης»[25]. Διότι σε κάθε πολιτεία η «κυριαρχία ενεργεί εν τρισίν εξουσίας όλως διακεκριμένας και απ’ αλλήλων ανεξαρτήτοις αντιστοιχούσαις δε ταις τρισίν της ψυχής δυνάμεσιν∙ η γαρ νομοθετική εκποσωπεί την εν τω ανθρώπω βουλησιν, η δε δικαστική την κρίσιν και η εκτελεστική την βούλησιν. Εί δε εν τη πολιτική γλώσση λέγομεν ότι εκάστη των τριών τούτων του Κράτους εξουσιών ενεργεί μέχρι τινός βαθμού κυριάρχως, τούτο δηλοί μόνον, ότι ουδεμία των δύο άλλων εξουσιών έξεστιν ανατρέψαι τα εντός της εαυτής δικαιοδοσίας παρά της άλλης πεπραγμένα…»[26]. Στον δεύτερο τόμο της πραγματείας του ο πατέρας των Ελλήνων συνταγματολόγων, αναλύοντας το αντιπροσωπευτικό σύστημα επαναλαμβάνει αυτά που είπε, προηγουμένως: «Βάσις του αντιπροσωπευτικού συστήματος αυτή του έθνους εστίν κυριαρχία, … εν δε τω εσωτερικώ του Κράτους, τριχή διακρινομένη επί ταις τρισί της πολιτείας εξουσίαις δι’ ών ενεργεί και περ αδιαλείπτως, ως δύναμις υπερτάτη εν των λαώ ενοικούσα»[27]. Γι’ αυτό και χρειάζεται να διακριθεί πλήρως η βάσις, η έδρα της κυριαρχίας, από την τριχοτόμηση της ενάσκησής της σε τρείς επί μέρους εξουσίες: «ούχ ήττον μεγίστην χρειάζεται προσοχή ίνα μη συγχυθή η ειδική αύτη κυριαρχία μετά της περί ής πραγματευόμεθα μεγάλης και ειδικής, διότι εκείνη περιλαμβάνει εκάστη των ειδικών, πάσαι δε αύται απ’ αυτής απορρέσουσιν και εξαρτώνται και εκείνη μεν δημιουργεί αυτάς, δύναται να τας μεταβάλη, να εκτείνη ως και να περιστείλη τον της δικαιοδοσίας αυτών κύκλων, αύται δε ουδαμώς εκείνης κρατούσιν, εισίν δε απλώς δορυφόροι εκείνης, την τύχην εκείνης ακολουθούσαι, και την ύπαρξίν των από της υπάρξεως εκείνης λαμβάνουσαι» [28].  
Δεν επιτρέπεται επομένως να συγχέονται στην Ελλάδα η «εθνική κυριαρχία του έθνους ή του λαού» με την «εξουσία άσκησης κυβέρνησης» –όπως συνέβη στις χώρες που γνώρισαν την απόλυτη ή τη συνταγματική μοναρχία ή την κυριαρχία του κοινοβουλίου[29]. Η επίκληση της εθνικής κυριαρχίας δικαιολογεί απλώς και θεμελιώνει, ως ύπατη πηγή προέλευσης και τίτλος νομιμοποίησης, ‘δικαίωμα’ ή ‘εξουσία’ διακυβέρνησης της χώρας, στο όνομα και για λογαριασμό του λαού από «αντιπροσώπους». Τη θεμελιώδη αυτή διάκριση της λαϊκής κυριαρχίας, ως πηγής και θεμελίου της συγκρότησης και άσκησης όλων των εξουσιών, από την τρόπο ή τη μορφή άσκησης κυβέρνησης τη συναντάμε σε όλα τα ελληνικά συντάγματα[30].  
Σε κάθε χώρα η συνάρθρωση της αρχής της λαϊκής κυριαρχίας με την αρχή της διάκρισης των εξουσιών, παρουσιάζει, πάντως, ιδιομορφίες   και έχει την δική της ταυτότητα, γι’ αυτό και κάθε γενίκευση είναι αυθαίρετη και αντιεπιστημονική και δεν ανταποκρίνεται πλήρως στην πολιτική και συνταγματική ιστορία της χώρας. Η άκριτη μεταφορά εθνικών συνταγματικών προτύπων από τη μία χώρα στην άλλη δεν αποτελεί μόνο βιασμό της συνταγματικής ιστορίας της, αλλοιώνει παράλληλα ή παραμορφώνει την εικόνα του κανονιστικού της προτύπου. 
 
e) …συναρθρωμένο, αρμονικά, με το αίτημα της ενότητας της κρατικής εξουσίας
 
Η αρχή της διάκρισης των εξουσιών δεν αντιστρατεύεται, εξάλλου, αναγκαστικά, ούτε το αίτημα της πολιτικής και νομικής ενότητας του κράτους και την ανάγκη υπαγωγής όλων των εξουσιών σε ένα ενιαίο κέντρο εκπόρευσης[31]. Άλλωστε, στο δημοκρατικό πολίτευμα η πολιτική ενότητα της κρατικής εξουσίας διασφαλίζεται, όπως είδαμε, από τη στιγμή της συγκρότησής της με την υπαγωγή όλων των κρατικών εξουσιών στη λαϊκή κυριαρχία στην αναγωγή της σε μοναδική πηγή λογικής προέλευσης καθώς και σε ύπατη αρχή ενοποίησης και νομιμοποίησής τους.
Η ενότητα της κρατικής εξουσίας συναρτάται εξάλλου με την ιεραρχική διαβάθμιση της άσκησης της κρατικής εξουσίας και των λειτουργιών της και αυτή με τη σειρά της με την ιεραρχική διάρθρωση των πηγών του δικαίου[32]. Και είναι γεγονός ότι η διάκριση των λειτουργιών δεν θίγει την ιεραρχική διαβάθμιση ή διάρθρωση των πηγών του δικαίου, αφού με τη διάκριση νόμου, διοικητικής πράξης και δικαστικής απόφασης καθώς και με την συναρτώμενη μαζί της υποταγή της διοίκησης (εκτελεστικής εξουσίας) και των δικαστηρίων στον νόμο και στην αρχή της νομιμότητας όχι μόνον δεν θίγεται αλλά αναπαράγεται και επιβεβαιώνεται η ιεράρχηση των πηγών του Δικαίου.  
Τέλος, και ο κανόνας της εξειδίκευσης των εξουσιών συνεπάγεται, όπως είδαμε, την εξειδίκευση των κρατικών λειτουργιών, η οποία, ούτε αυτή νοείται χωρίς την ιεραρχική διάρθρωσή τους. Διότι, υποδηλώνει και αυτή, μαζί με την αρχή της νομιμότητας, την υποταγή του διατάγματος και της υπουργικής απόφασης στο νόμο. Υποταγή, που είναι λογική συνέπεια της πρωταρχικότητας της νομοθετικής εξουσίας έναντι όλων των άλλων εξουσιών, αφού πρόκειται για όργανο που αντιπροσωπεύει το λαό και εκφράζει κατά τον πλέον αυθεντικό τρόπο τη βούλησή του[33]. Ο Σαρίπολος το είχε διατυπώσει από το 1874: «Επειδή δ’ εκ των τριών εξουσιών η των άλλων υπερέχουσα η νομοθετική εστί, τούτου ένεκα εις εαυτόν κρατεί αυτήν ο λαός»[34].  
Από καθαρά τυπική, ωστόσο, άποψη, όλες οι συντεταγμένες εξουσίες είναι νομικά ίσες ή ισότιμες. Οι «λειτουργίες που επιτελούν έχουν ίση, τυπικά, αξία»[35]. Το Σύνταγμα επιτάσσοντας την κατανομή των τριών κατά βάση λειτουργιών (νομοθετικής, εκτελεστικής και δικαστικής) σε τρείς διαφορετικές εξουσίες ή διαφορετικά κρατικά όργανα δεν προδικάζει, όπως είδαμε, ούτε τον αριθμό ούτε το είδος των κρατικών λειτουργιών, που μπορεί να είναι πολλαπλές και ποικίλες, αλλά ούτε και αποφαίνεται για τις σχέσεις που πρέπει να διατηρούν μεταξύ τους. Αυτές μπορεί να είναι σχέσεις διασταύρωσης, ισορροπίας, συνεργασίας, σύμπραξης, ελέγχου ή και ιεραρχίας και υποταγής.  
Η επιδιωκόμενη θεσμική ισορροπία των εξουσιών δεν συνεπάγεται, επομένως, όπως εσφαλμένα έχει νομολογήσει το Συμβούλιο της Επικρατείας, και τη νομική ισοτιμία των τριών εξουσιών, της νομοθετικής, της εκτελεστικής και της δικαστικής[36]. Ισορροπία δεν σημαίνει αναγκαστικά και ισοτιμία ούτε βέβαια ισοδυναμία. Θα ήταν άλλωστε παράλογη η ενδεχόμενη αποδοχή της ισοδυναμίας των εξουσιών, διότι θα είχε ως αποτέλεσμα η εξουσία που κατασκευάζει τους νόμους να θεωρείται «ισότιμη» αξιολογικά με αυτήν που τους εκτελεί ή τους εφαρμόζει. Η εκτέλεση είναι εξ ορισμού μια ενέργεια που έπεται της δημιουργίας και κατασκευής του νόμου και υπόκειται σε αυτήν. «Η υπεροχή της νομοθετικής εξουσίας καταφαίνεται εκ του αυξημένου κύρους, το οποίον έχουν αι πράξεις της -οι νόμοι- εν σχέσει προς τας πράξεις των δύο άλλων εξουσιών, των οποίων περιορίζουν την δράσιν»[37].
Είναι αλήθεια, βέβαια, ότι κάθε πράξη των τριών διακριτών κρατικών εξουσιών έχει το δικό της, αυτοτελές, κύρος και δεν μπορούν να θιγούν οι έννομες συνέπειές της από πράξη της άλλης εξουσίας, λόγω της αρχής της διάκρισής τους. Είναι αλήθεια ακόμη ότι τα άμεσα όργανα του κράτους είναι μεταξύ τους «συνταγματικά» ισότιμα, με την έννοια ότι η συγκρότησή τους προβλέπεται και οργανώνεται άμεσα από το ίδιο το Σύνταγμα, με διατάξεις που έχουν άρα μεταξύ τους την ίδια τυπική ισχύ. Είναι επομένως η αυθυπαρξία τους συνταγματικά κατοχυρωμένη και βέβαια και η ανεξαρτησία τους, η οποία στηρίζεται και προϋποθέτει τη συνταγματική ή τυπική ισοτιμία τους. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι είναι και θεσμικά ισοδύναμες, όχι μόνον διότι οι αρμοδιότητές τους δεν έχουν το ίδιο θεσμικό βάρος, αφού εκτελεστική και δικαστική εξουσία υπόκεινται, όπως είδαμε, στους νόμους και οφείλουν να ενεργούν σύμφωνα με αυτούς, αλλά και διότι η νομοθετική εξουσία διαθέτει λόγω της προέλευσής της αυξημένη νομιμοποιητική δύναμη και είναι εξοπλισμένη με εξουσία πρωτογενή και γενική ως προς την αρμοδιότητα θέσπισης θετών κανόνων δικαίου με σκοπό τη ρύθμιση των βιοτικών σχέσεων. Για τον λόγο αυτό, σε αντιδιαστολή με τις άλλες δύο, συντρέχει υπέρ της το τεκμήριο της αρμοδιότητας[38]. Η νομοθετική αρμοδιότητα προσδιορίζεται εξάλλου μόνον αρνητικά και είναι γενική και καθολική (plénitudedepouvoirs), δεν γνωρίζει θεματικό περιορισμό ως προς την έκτασή της, αρκεί να μην θίγει συνταγματικά δικαιώματα, την αρχή του κράτους δικαίου και να μην παρεμβαίνει ή να μην αντιστρατεύεται τις αρμοδιότητες των δύο άλλων εξουσιών, οι οποίες προσδιορίζονται, αντίθετα, θετικά και είναι ειδικά και αυστηρά προσδιορισμένες και οριοθετημένες. 
Τόσο η νομολογία μας όσο και τη κρατούσα ελληνική θεωρία με πρωτεργάτη τον Α. Παπαλάμπρου δέχονται ότι η νομοθετική εξουσία είναι εξοπλισμένη -μόνη αυτή- με γενική νομοθετική αρμοδιότητα και μπορεί να θεσπίζει κανόνες δικαίου, είτε γενικούς είτε ατομικούς. Οι άλλες δύο εξουσίες διαθέτουν μόνον ειδικές και αυστηρά οριοθετημένες αρμοδιότητες, οι οποίες έχουν ανατεθεί σε αυτές είτε ευθέως από το Σύνταγμα είτε δυνάμει του Συντάγματος από το νόμο. Τη γενική νομοθετική αρμοδιότητα την έχει άρα αποκλειστικά η Βουλή. Η τελευταία ασκεί κατά το άρθρο 26 Σ τη νομοθετική λειτουργία (ονομαστικά, μόνον, μαζί με τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, αφού ο αρχηγός του κράτους δεν έχει πλέον μετά την Αναθεώρηση του 1986 την εξουσία κύρωσης των νόμων), χωρίς να προσδιορίζεται βέβαια τι νοείται ως νομοθετική λειτουργία. Ο όρος θα πρέπει να νοηθεί ενόψει των νέων αποστολών του κράτους και των δημόσιων υπηρεσιών με την πλέον ευρεία σημασία ώστε να μπορεί να συμπεριλάβει και να καλύψει κάθε είδους «ρυθμιστική ή δικαιοθετική λειτουργία ή αποστολή του κράτους και όχι μόνον τη θέσπιση κανόνων δικαίου γενικών και αφηρημένων, όπως συνήθως λέγεται. Άλλωστε η Βουλή δεν έχει μόνο νομοθετικές αρμοδιότητες αλλά επιτελεί εκ του Συντάγματος και άλλες λειτουργίες είτε κυβερνητικού χαρακτήρα είτε διοικητικού είτε κυρωτικού χαρακτήρα. Γι’ αυτό άλλωστε και η διάκριση τυπικού και ουσιαστικού νόμου. Ο πρώτο όρος συμπεριλαμβάνει κάθε πράξη της Βουλής είτε περιέχει είτε όχι κανόνες δικαίου, γενικούς κα αφηρημένους.
Η θεσμική αυτή πρωταρχικότητα και καθολικότητα της νομοθετικής εξουσίας δεν δικαιολογεί την τυπική εξίσωσή της με τις άλλες δύο εξουσίες, οι οποίες λογικά και θεσμικά έπονται της νομοθετικής, αφού οφείλουν να ενεργούν πάντα είτε εις εκτέλεση ενός νόμου είτε κατά τον νόμο. Εξάλλου, αν το πολιτικό αίτημα της ισόρροπης άσκησης των εξουσιών ερμηνευόταν και ως κανόνας θεσμικής ισοτιμίας, τότε θα οδηγούμασταν σε μια ανατροπή της ιεραρχημένης διαβάθμισης των κρατικών λειτουργιών, που θέλει ιεραρχικά πρώτη τη νομοθετική λειτουργία, αφού λογικά, τουλάχιστον, προϋποτίθεται, όπως τονίσαμε, και προηγείται όλων των άλλων.
Ο Σαρίπολος συνοψίζει το ζήτημα που μας απασχολεί εξ εξής: «Μία άρα και μόνη εις πάν κράτος δύναται κυρίως να υπάρξη κυριαρχία, αι δ’ άλλαι καταχρηστικώς πως ομωνυμίας τινός μετ’ εκείνης έλαχον, αλλ’ ουχί και ομοτιμίας, διότι η απόλυτος του έθνους κυριαρχία ουδεμίαν αντίζηλον ανέχεται»[39].
Επομένως η αρχή της διάκρισης των εξουσιών αντλεί την ισχύ και δύναμή της από την κυρίαρχή θέληση του έθνους, την οποία οφείλει να υπηρετεί. Και οι τρείς εξουσίες υπόκεινται σε αυτήν.
Από την άλλη, αποτελεί γεγονός ότι, όπως δεν είναι δυνατόν να πληγεί η αρχή της λαϊκής κυριαρχίας με την επίκληση της αρχής της διάκρισης των εξουσιών, για τον ίδιο λόγο δεν είναι δυνατόν να προσβληθεί ούτε η τελευταία στο όνομα της πρώτης. Διότι, αρχή της λαϊκής κυριαρχίας και αρχή της διάκρισης των εξουσιών είναι και οι δύο συνταγματικά κατοχυρωμένες και άρα η ύπαρξη τους στηρίζεται, όπως μόλις τονίσαμε, σε ισοδύναμες τυπικά (συνταγματικά) διατάξεις. Κυρίως, όμως, διότι, ναι μεν όλες οι εξουσίες πηγάζουν από τη λαϊκή θέληση, μηδέ της νομοθετικής εξαιρουμένης, ασκούνται όμως «καθ’ όν τρόπον ορίζει το Σύνταγμα» και ένας από τους βασικούς τρόπους που ορίζει το Σύνταγμα, είναι η άσκησή τους να γίνεται σύμφωνα με την «αρχή της διάκρισης των εξουσιών», δηλαδή μέσα σε ένα κανονιστικό πλαίσιο αυστηρά και ειδικά προσδιορισμένων και οριοθετημένων αρμοδιοτήτων. Η διάκριση των εξουσιών περιορίζει άρα τη λαϊκή κυριαρχία και οριοθετεί τις εξουσίες του λαού και των αντιπροσώπων του, δεν την ανταγωνίζεται ούτε την αντιμάχεται.
Επομένως, η διάκριση των εξουσιών, είτε ως ανεξαρτησία των εξουσιών νοηθεί είτε ως εξειδίκευση των λειτουργιών εκληφθεί, τόσο δηλαδή με την οργανική όσο και με την ουσιαστική του όρου έννοια, εντάσσεται και λειτουργεί μέσα στο θεσμικό και κανονιστικό οργανόγραμμα ‘συντεταγμένων και οριοθετημένων’ εξουσιών, που διέπεται από την αρχή της λαϊκής κυριαρχίας. Κάθε ερμηνεία και εφαρμογή της που θα αντιστρατευόταν την τελευταία θα έπληττε τόσο την ενότητα του δημοκρατικού πολιτεύματος όσο και του κράτους.
 
2. Η σύγχρονη σημασία της ως τεχνική οργάνωσης της κρατικής εξουσίας
 
a) Μέθοδος, πρωταρχική, οργάνωσης τόσο της μορφής του κράτους, ως φιλελεύθερου, όσο και των μορφών κυβέρνησης
Σε αντιδιαστολή με την κανονιστική πρόσληψή της[40], η πολιτική ή θεσμική σημασία της αρχής παραμένει προσανατολισμένη στην οργάνωση του κράτους και των μορφών κυβέρνησης και όχι στις λειτουργίες που επιτελούνται με βάση την νομοπαραγωγική και νομο-εκτελεστική κυρίως διαδικασία. Αποτελεί μία ‘μέθοδο οργανώσεως της ασκήσεως της κρατικής εξουσίας, δηλαδή μια οργανωτική βάση του κράτους’ και όχι του πολιτεύματος, όπως συχνά λέγεται[41].
Η διάκριση των εξουσιών ως πολιτική αρχή ή ως τεχνική οργάνωσης της κρατικής εξουσίας επιτελεί, ακόμη και σήμερα, αναμορφωμένη και προσαρμοσμένη, δύο βασικές θεσμικές λειτουργίες και γνωρίζει δύο αντίστοιχες χρήσεις: α) με την πρώτη, και πρωταρχική, αναφέρεται και προσδιορίζει τη μορφή του κράτους, ως φιλελεύθερου[42] β) με τη δεύτερη, και επιγενόμενη προσδιορίζει κατά βάση τη μορφή κυβέρνησης του κράτους αυτού.
Η πρώτη, που αφορά και προσδιορίζει τη μορφή του κράτους, αναφέρεται στον τρόπο με βάση τον οποίο συναρθρώνονται με πρωτότυπο τρόπο μεταξύ τους τα τρία στοιχεία του κράτους, ο λαός, η επικράτεια και η εξουσία. Καθορίζει δια αυτών τις σχέσεις της κρατικής εξουσίας με την οικονομία και την κοινωνία, της κυριαρχίας με την ιδιωτική-αστική κοινωνία, την πρωταρχικότητα της ιδιωτικής-αστικής κοινωνίας και της ατομικής ιδιοκτησίας, την οποία θέτει υπό την προστασία του νόμου και την προστατεύει συνάμα απέναντι στο νόμο, αποκλείοντας την κρατική εξουσία από το χώρο της ιδιωτικής αυτονομίας. Στην περίπτωση αυτή, η αρχή λειτουργεί ως κατ’ εξοχήν οργανωτική βάση του κράτους και ειδικά του φιλελεύθερου.
Στο φιλελεύθερο κράτος δικαίου η κρατική εξουσία κατανέμεται σε κέντρα εξουσίας, που απαρτίζουν ένα σύστημα αρμοδιοτήτων, οι οποίες προσδιορίζονται ειδικά, περιοριστικά και με αυστηρότητα. Κανένα κρατικό όργανο δεν δικαιούται να δρα, παρά μόνον στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων, που του έχουν ανατεθεί, ούτε νομιμοποιείται να επεμβαίνει στην δικαιοδοσία άλλου οργάνου. Αυτό που επιτυγχάνεται, τελικά, με την οργανωτική κατάτμηση της κρατικής εξουσίας είναι κατά πρώτο λόγο, η περιχαράκωση της εξουσίας σε ένα αυστηρό σύστημα προδιαγεγραμμένων διαδικασιών και προκαθορισμένων αρμοδιοτήτων, οι οποίες εξαντλούν κάθε επιτρεπτή μορφή δράσης. Η κρατική εξουσία αδυνατεί να δραστηριοποιείται ελεύθερα και να επεμβαίνει στην οικονομική και κοινωνική ζωή των ατόμων και των ομάδων, να οργανώνει και ρυθμίζει τις κοινωνικές σχέσεις, αν προηγουμένως δεν έχει εξοπλιστεί με την κατάλληλη εξουσία ή αρμοδιότητα και αν δεν προϋπάρξει νόμος που να της το επιτρέπει ειδικά. Η εκτελεστική εξουσία είναι υποταγμένη στη βούληση της νομοθετικής εξουσίας, στο Νόμο.
Απώτερος στόχος της διάκρισης των εξουσιών είναι, τελικά, ο ασφαλής διαχωρισμός του πεδίου άσκησης των ελευθεριών από παρεμβάσεις προερχόμενες κυρίως από την εκτελεστική εξουσία, της οποίας η δράση δεσμεύεται και οριοθετείται από το Νόμο. Με τη διάκριση των εξουσιών διασφαλίζεται η πρωταρχικότητα και η ανεξαρτησία της σφαίρας της ελευθερίας από την σφαίρα της πολιτικής και του κράτους. Με αυτήν την έννοια έχει δίκαιο ο Κ. Σμιτ, που αντιμετωπίζει την αρχή της διάκρισης των εξουσιών ως αρχή της ελευθερίας, γνώρισμα κυρίως του φιλελεύθερου κράτους δίκαιου και όχι ως πολιτική αρχή, με βάση την οποία προσδιορίζεται η οργανωτική μορφή της πολιτική εξουσίας ή η μορφή διακυβέρνησης ενός κράτους[43].
Στη δεύτερη περίπτωση, η διάκριση των εξουσιών, αφού έχει προσδιορίσει τη μορφή του κράτους ως φιλελεύθερου, εισβάλλει και καθορίζει ειδικότερα τη μορφή της κυβέρνησής του, δηλαδή, τον ειδικότερο τρόπο άσκησης της κρατικής εξουσίας και διακυβέρνησης του λαού, λειτουργώντας εδώ ως κριτήριο διάκρισης των κυβερνητικών συστημάτων με βάση τον τρόπο κατανομής και συνάρθρωσης των επί μέρους εξουσιών μεταξύ τους. 
Ως κριτήριο διάκρισης των κυβερνητικών συστημάτων, καθορίζει τον συγκεκριμένο τρόπο, με βάση τον οποίο η συνταγματικά συγκροτημένη «κυριαρχία» κατανέμεται και επιμερίζεται στα διάφορα κρατικά όργανα και ασκείται από αυτά, ως κρατική εξουσία με τρόπο «συντεταγμένο» προς διάφορες κατευθύνσεις. Πρόσθετη, καθοριστική σημασία αποκτά και η συγκεκριμένη συνάρθρωσή τους με την πολιτική εξουσία, δηλαδή η διαπλοκή τους με τα πραγματικά κέντρα ή όργανα εξουσίας, αυτά στα οποία ανήκει, πραγματικά, η πολιτική ευθύνη και η εξουσία καθορισμού της κυβερνητικής πολιτικής, δηλαδή της πολιτικής διεύθυνσης μιας χώρας[44].   
 Δεν σχετίζεται άρα ο προηγούμενος ορισμός της διάκρισης των εξουσιών με το πολίτευμα, διότι αυτό αναφέρεται, όπως θα δούμε, αποκλειστικά στην οργάνωση της πρωταρχικής, της υπέρτατης σε ένα κράτος εξουσίας, στον τρόπο συγκρότησης της κυριαρχίας και προσδιορισμού της βάσης του πολιτεύματος. Ενώ, η διάκριση των εξουσιών λειτουργεί, αντίθετα, είτε ως οργανωτική αρχή του κράτους, καθορίζοντας τη μορφή του ως φιλελεύθερου είτε ως κριτήριο διάκρισης των μορφών κυβέρνησης σε κοινοβουλευτική, προεδρική και της κυβερνώσας Βουλής.
Δεν είναι για το λόγο αυτό λογικά αναγκαία η επίκληση της αρχής της διάκρισης των εξουσιών για τον ορισμό και τον προσδιορισμό της Δημοκρατίας. Η διάκριση των εξουσιών είναι με αυτήν την έννοια μια προ-δημοκρατική αρχή[45]. Υπάρχει ανεξάρτητα από και πρίν από τη λαϊκή κυριαρχία, δεν συμμετέχει, οργανωτικά, στην αυτονομία και στον πολιτικό αυτοπροσδιορισμό του λαού. Είναι όμως απολύτως αναγκαία για τον προσδιορισμό της δικαιο-κρατικής μορφής του φιλελεύθερου κράτους, καθώς και για τον προσδιορισμό του κυβερνητικού συστήματος.
Η μελέτη της αρχής δεν εντάσσεται άρα στο κεφάλαιο του πολιτεύματος, αφού δεν συναρθρώνεται με την λαϊκή κυριαρχία ούτε με την πολιτική αντιπροσώπευση. Συνδέεται όμως με τη μελέτη των κυβερνητικών συστημάτων, αφού ως τεχνική επιμερισμού αναλαμβάνει να κατανείμει την άσκηση της κυριαρχίας στις επί μέρους συντεταγμένες εξουσίας του κράτους, δηλαδή στα κρατικά όργανα. Ενώ, αντίθετα, ως οργανωτική βάση του κράτους, συμπλέει η ανάλυσή της με την «αρχή της ελευθερίας», που διέπει τις σχέσεις κρατικής εξουσίας και ατόμου, κράτους και κοινωνίας και ορίζει τα όρια της κρατικής δικαιοδοσίας απέναντι στην σφαίρα την ατομικής αυτονομίας. 
Εν κατακλείδι, η πλέον καθοριστική και εμφανής λειτουργία της, ως πολιτικής αρχής είναι εκείνη που την κάνει να ενεργεί ως τεχνική οργάνωσης του τρόπου άσκησης και διαχείρισης της εξουσίας και όχι ως θεμέλιο ή ως βάση του πολιτεύματος ούτε βέβαια ως μέθοδος νομιμοποίησης της κύριας εξουσίας. 
 
b) Τεχνική με την οποία επιτυγχάνεται αντιστάθμιση και εξισορρόπηση των εξουσιών και ανόρθωση αντι-εξουσιών
Όπως έχει ήδη τονιστεί, η αρχή της διάκρισης των εξουσιών δεν δηλώνει, σε αντίθεση με ό,τι ο όρος «χωρισμός» (separation – séparation) αφήνει να εννοηθεί, το διαχωρισμό και ακόμη λιγότερο τη διάσπαση ή αποξένωση των εξουσιών, αλλά την «τακτοποίηση» ή «διευθέτηση» και «ορθολογική κατανομή» τους ή ακόμη την ορθολογική διάταξη των κρατικών λειτουργιών γενικά, και όχι αναγκαστικά των τριών. Αυτό που επιδιώκεται δεν είναι η διαίρεση ή ο κατακερματισμός της κρατικής εξουσίας, αλλά μια ορθολογική κατά το δυνατόν οργάνωση της άσκησης των εξουσιών, που βασίζεται στη συνεργασία τους έτσι ώστε να εξασφαλίζεται η εξισορρόπησή τους και γενικά η ισόρροπη και μετριοπαθής λειτουργία του πολιτικού συστήματος. Είναι χαρακτηριστικό ότι ακόμη και ο πνευματικός πατέρας της αρχής, ο Μοντεσκιέ, δεν χρησιμοποίησε ποτέ τον όρο ‘διαχωρισμό’, προτιμώντας τους όρους ‘κατανομή’, ‘συνδυασμό’, ‘συνεργασία’[46]. Στόχος του ήταν άλλωστε ο περιορισμός της εξουσίας του Μονάρχη και έμμεσα η ενίσχυση της θέσης της αριστοκρατίας. Ο απώτερος στόχος της θεωρίας της διάκρισης των εξουσιών ήταν η ελάχιστη δυνατή εξάρτηση της μίας εξουσίας από την άλλη, έτσι ώστε η μία εξουσία να μπορεί να αναχαιτίζει την άλλη, να αντισταθμίζει με την παρουσία της τη δύναμη της άλλης και να την αποτρέπει από καταχρήσεις (: Pour qu’on ne puisse pas abuser du pouvoir ; il faut que par la disposition des choses le pouvoir arrête le pouvoir’)[47].
O διαφορισμός των λειτουργιών και η ανεξαρτησία των εξουσιών δεν είναι, επομένως, παρά το μέσον για την πραγματοποίηση του αντικειμενικού, πολιτικού, σκοπού της αρχής, που είναι ο περιορισμός και η οριοθέτηση της κρατικής εξουσίας μέσω διαδικαστικών αντισταθμίσεων και αμοιβαίων ελέγχων και η εξασφάλιση δι’ αυτού της ελευθερίας των πολιτών. Η διάκριση των εξουσιών είναι, συνεπώς, μια πολιτική θεωρία ισορροπημένης και ορθολογικής διάταξης των κρατικών εξουσιών και λειτουργιών έτσι ώστε να αποφεύγεται η συγκέντρωση ή η σώρευση εξουσιών ή αρμοδιοτήτων -και άρα δύναμης- στο ίδιο πρόσωπο ή στο ίδιο όργανο και να αποτρέπεται η καταχρηστική και αυθαίρετη άσκησή τους, χάρη στην εγκαθίδρυση ενός μηχανισμού αμοιβαίων ελέγχων και αναχαιτίσεων.
Η αποτελεσματική λειτουργία του εξισορροπητικού και αντισταθμιστικού αυτού μηχανισμού επιτυγχάνεται, όπως τονίσαμε ήδη, όχι με την αμοιβαία αποξένωσή τους αλλά με την αμοιβαία συνεργασία τους, με την αλληλεξάρτησή τους και βέβαια με τον αμοιβαίο έλεγχό τους[48].
Με την κατανομή της άσκησης της κρατικής εξουσίας και των λειτουργιών της σε διακεκριμένα και διαφορετικά κρατικά όργανα, οι εξουσίες δεν αποξενώνονται. Μπορούν να συνεργάζονται, να ενεργούν από κοινού ή και να ελέγχονται αμοιβαία[49]. Η διάκριση και ανεξαρτησία των εξουσιών και η διαφοροποίηση των λειτουργιών δεν αποκλείει, αντίθετα συχνά εμπερικλείει, τη διασταύρωση και τον αμοιβαίο έλεγχό τους. Ο αμοιβαίος μάλιστα έλεγχος την δημόσιων αρχών συμβάλλει στην καλλίτερη και ορθολογικότερη εκπλήρωση της αποστολής τους, ενώ η συνεργασία τους συντείνει στην καλή λειτουργία του κράτους. Γι’ αυτό και οι συνταγματικές εξουσίες πρέπει να διαθέτουν την «ευχέρεια της αμοιβαίας συνεργασίας και ανάσχεσης»[50].
Στο πλαίσιο του ίδιου συλλογισμού, ο Αλέξανδρος Σβώλος   συμπυκνώνει στην ακόλουθη φράση τη σημασία της διάκρισης των εξουσιών: «η αρχή αύτη του πολιτεύματος εν τη εφαρμογή δεν σημαίνει απλώς ότι τα ασκούντα τας λειτουργίας του κράτους όργανα -αι εξουσίαι- είναι μεν διακεκριμένα απ’ αλλήλων, μη συγχεόμενα εντός του αυτού προσωπικού φορέως, αλλά ότι αλληλοεπηρεάζονται και συνεργάζονται απαραιτήτως επί τω σκοπώ να ισορροπούται αμοιβαίως η δύναμή τους»[51]. Ο ίδιος συγγραφέας επικαλούμενος τον Μοντεσκιέ, τον Λοκ και άλλους συγγραφείς του 18 αιώνα, γράφει ότι όλοι τους «ηθέλησαν απλώς να εξάρουν ότι δια την αλληλεπίδρασιν των εξουσιών και την αμοιβαίαν ισορρόπησιν ήτο απαραίτητος η μεταξύ αυτών διάκρισις και η κατανομή εις πλείονας προσωπικούς φορείς»[52].
Για τον λόγο αυτόν, ακριβώς, και η διασταύρωση και αλληλεξάρτηση των εξουσιών, όπως κυρίως αποτυπώνεται στο κοινοβουλευτικό σύστημα, δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως άρνηση της αρχής ούτε ως αναίρεσή της αλλά ως μια ειδική μορφή πραγμάτωσής της και ίσως η καλλίτερη. Ο αλληλο-έλεγχος και η αλληλεξάρτηση των εξουσιών δεν αντιτίθεται στο πνεύμα και στον σκοπό της διάκρισης των λειτουργιών, ενισχύουν αντίθετα και στερεώνουν, επιβεβαιώνοντας, έστω και ως απόκλιση, τον γενικό κανόνα της διάκρισης των εξουσιών[53].
Η μακροβιότητα εξάλλου της αρχής και η επικαιρότητά της σήμερα, οφείλεται κατά μεγάλο μέρος στο μηχανισμό των θεσμικών ανασχέσεων ή πολιτικών αντιβάρων ή αντισταθμίσεων, που εγκαθίστανται μεταξύ των κρατικών εξουσιών[54].
Από τον μεσοπόλεμο και μετά η ιδέα αυτή των αντιβάρων έχει αποκτήσει τεράστια σημασία λόγω της κομματικής ομογενοποίησης της εκτελεστικής με τη νομοθετική εξουσία και τη δημιουργία συμπαγών, μονολιθικών, κυβερνητικών πλειοψηφιών, οι οποίες εξ αιτίας της πολιτικής τους δύναμης και της δημοκρατικής, διαδικαστικής νομιμοποίησής τους ρέπουν προς την αυθαιρεσία αγνοώντας ή περιφρονώντας τα δικαιώματα της μειοψηφίας ή των μειονοτήτων και τις ελευθερίες των πολιτών. Απέναντι στην πολιτική παντοδυναμία μιας αλαζονικής κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας, που τείνει να γίνει τυραννική, ανακύπτει η πολιτική ανάγκη εγκαθίδρυσης μηχανισμών ανάσχεσης, αντιστάθμισης και μετριασμού της πολιτικής της δύναμης.
Η φαρέτρα της διάκρισης των εξουσιών προσφέρει μια μεγάλη γκάμα τέτοιων όπλων θεσμικής αντιστάθμισης κατά «της τυραννίας της πλειοψηφίας»[55]. Επιτρέπει και νομιμοποιεί συνταγματικά είτε τη δημιουργία νέων είτε την ανόρθωση, ενεργοποίηση και ενίσχυση της ισχύος παλαιών αντιβάρων κατά της εκάστοτε κυβερνητικής πλειοψηφίας[56].
Στην κατηγορία των νέων μπορούμε να κατατάξουμε τις Ανεξάρτητες Διοικητικές Αρχές, αφού πρόκειται για θεσμούς ελέγχου της κρατικής εξουσίας και εν μέρει λειτουργικής υποκατάστασης της δικαστικής εξουσίας στις ελεγκτικές της κυρίως αρμοδιότητες αλλά και προστασίας των δικαιωμάτων και των ελευθεριών ατόμων και ομάδων. Στις παλαιές κατατάσσονται η δικαστική εξουσία με προεξάρχοντα το δικαστικό έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων και κάθε είδους δικαιοκρατική εγγύηση, διαδικαστική ή ουσιαστική.
Αν αναζητούσαμε το σύγχρονο νόημα της αρχής χρησιμοποιώντας πάντα τη γλώσσα του Μοντεσκιέ θα μπορούσαμε διχοτομώντας την τριχοτόμηση των λειτουργιών να διακρίνουμε: τη λειτουργία της «κυβέρνησης», στην οποία μπορούν να ενταχθούν η νομοθετική η εκτελεστική και η κυβερνητική από τη λειτουργία «ελέγχου» ή ανάσχεσης των αποφάσεων της πρώτης, στην οποία μπορεί να ενταχθεί κυρίως η δικαιοδοτική λειτουργία[57]. Το Σύνταγμα κατανέμοντας την άσκησή των τριών βασικών λειτουργιών σε τρεις κατά βάση διακριτές και ανεξάρτητες εξουσίες δεν προκαθορίζει ούτε περιορίζει τον αριθμό των κρατικών λειτουργιών ούτε ορίζει το είδος των σχέσεων μεταξύ τους ούτε τον τρόπο συνεργασίας τους, συνέργειας ή αμοιβαίου ελέγχου και αντιστάθμισής τους. Η συνταγματική αρχή της διάκρισης των εξουσιών είναι, ως οργανωτική αρχή του κράτους, ανοικτή σε κάθε είδους συνεργασία ή αλληλεπίδραση ή και έλεγχο των εξουσιών, που πραγματοποιείται με νομοθετικά μέσα, όταν δεν ανατρέπεται ούτε θίγεται με τον τρόπο αυτό η αρχική, οργανική, τριχοτόμησή τους και η συνεπαγόμενη διάκριση και διαφοροποίηση των αντίστοιχων τριών, βασικών, κρατικών λειτουργιών. Και δεν θίγονται ειδικές συνταγματικές διατάξεις που προβλέπουν και οργανώνουν σχέσεις ελέγχου ή συνεργασίας κρατικών αρχών. 
Το βαθύτερο θεσμικό νόημα της αρχής δεν εξαντλείται, πάντως, στην κατανομή των κρατικών λειτουργιών σε διακριτά και ανεξάρτητα μεταξύ τους όργανα, και μάλιστα σε τρία μόνον, όσα δηλαδή προβλέπει, ειδικά και πάντως όχι αποκλειστικά, η συνταγματική αρχή της διάκρισης. Το νόημα της δεν αποκλείει τη δυνατότητα εγκαθίδρυσης και δημιουργίας νέων, πρόσθετων, ανεξάρτητων αρχών ή κέντρων εξουσίας, ούτε τη δυνατότητα εγκατάστασης μεταξύ των συνταγματικών εξουσιών πρωτότυπων σχέσεων είτε αμοιβαίας «συνεργασίας» είτε αμοιβαίου «ελέγχου» και «ανάσχεσης». Δεν αποκλείει, ακόμη, νέες κρατικές λειτουργίες και εξουσίες που δεν αναιρούν το βασικό νόημα της τριχοτόμησής της. Το κανονιστικό περιεχόμενο της αρχής και ιδίως αυτό που δεν είναι αναθεωρήσιμο, εντοπίζεται σε έναν πυρήνα, που αποκλείει κυρίως την μη προβλεπόμενη ή μη ανεχόμενη από το Σύνταγμα επέμβαση της μιας εξουσίας στην λειτουργία και στις αποφάσεις της άλλης με αποτέλεσμα την ακύρωση ή αναίρεση των πράξεών της. Και η απαγόρευση επέμβασης αφορά πρωτίστως τις σχέσεις νομοθετικής και δικαστικής εξουσίας[58]. Αν και το τι συνιστά επέμβαση είναι σχετικό και δεν κρίνεται μόνον σε αναφορά στη διάκριση των εξουσιών, όπως δείχνει η βιβλιογραφία και θα δούμε στο οικείο κεφάλαιο.   
 
3. Ανάγκη ανα-νοηματοδότησης και επαναπροσδιορισμού του νοήματος της αρχής 
 
Από τα προηγούμενα συνάγεται ότι είναι πολλαπλές οι χρήσεις και λειτουργίες της αρχής της διάκρισης των εξουσιών και άρα πολλαπλές και οι πολιτικές και νομικές σημασίες της: κανόνας ή αρχή, γνώμονας ή τεχνική, κριτήριο ή κανόνας συνταγματικότητας των νόμων∙ μέσο ή τεχνική ορθολογικής οργάνωσης της κρατικής εξουσίας και ορθολογικού καταμερισμού των έργων μεταξύ των κρατικών οργάνων και εξουσιών, μέσο ή τόπος καταγραφής και εξισορρόπησης ανταγωνιστικών πολιτικών και κοινωνικών δυνάμεων, κ.ά. 
Η ένδοξη ιστορία της και η ποικιλία των νοημάτων της δεν αρκεί βέβαια για να δικαιολογήσει την σημερινή ενασχόληση μαζί της. Κυρίως όταν αντιμετωπίζεται από μερίδα της ελληνικής και αλλοδαπής θεωρίας ως ξεπερασμένο θεωρητικό δόγμα[59], ως αρχή που δεν εφαρμόστηκε έτσι όπως εξαγγέλθηκε, ως «φιλελεύθερο μύθο», που ποτέ δεν βρήκε ανταπόκριση στην πράξη ή ως αρχή που εν πάση περιπτώσει έχει παρακμάσει και έχει χάσει τη θεωρητική της αίγλη. Ειδικά στη Γαλλία, κλασσικοί συνταγματολόγοι, των αρχών και του τέλους του 20 αιώνα,  όπως ο RaymondCarré de Malberg, oRené Capitant ή ο GeorgeVedel[60], γράφοντας ειδικά για το κοινοβουλευτικό σύστημα και διαπιστώνοντας από τότε και εξ αιτίας του κομματικού συστήματος τη σύγχυση της εκτελεστικής με τη νομοθετική εξουσία και την υποκατάσταση της διάκρισης τους από την αντιπαράθεση ή από τον διάλογο κυβέρνησης – αντιπολίτευσης, κατέληγαν σε κρίσεις αρνητικές για τη διάκριση των εξουσιών ή απλώς σε διαπιστώσεις υπέρβασής της. Αν υπάρχει κάποια διάκριση, έλεγαν, αυτή συμπυκνώνεται στη διάκριση κυβερνητικής λειτουργίας και δικαιοδοτικής λειτουργίας ή στην παρα-πληρωματικότητα της εκτελεστικής εξουσίας με τη νομοθετική, έτσι ώστε να διασφαλίζεται η πολιτική ενότητά τους[61], χωρίς παράλληλα να διαταράσσεται το αίτημα της ενότητας της κρατικής εξουσίας.
Οι προηγούμενες αρνητικές κρίσεις αφορούν αποκλειστικά τη διάκριση των εξουσιών ως πολιτικής αρχής, που μπορεί να προσλαμβάνει, πράγματι, διάφορες μορφές και να μεταμορφώνεται. Κρίνεται από τη θεσμική λειτουργικότητά της ή την πρακτική της εφαρμογή, και όχι από τα πάγια δεσμευτικά νοήματα ή νομικά αποτελέσματα που τυχόν παράγει ως κανόνας δικαίου. Η πολιτική αυτή ευελιξία ή πλαστικότητα θα πρέπει να καταλογιστεί στο ενεργητικό και όχι στο παθητικό της. Η συνολική απόρριψη της αρχής παρουσιάζει, άλλωστε, δύο σοβαρές αδυναμίες: οδηγεί την οργανωτική λειτουργία της αρχής καθώς την χρησιμοποίησή της ως γνώμονα σύγκρισης και αξιολόγησης των κυβερνητικών συστημάτων σε αδιέξοδο, ενώ καθιστά, επί πλέον, αδύνατη και την αξιολόγηση ή τον χαρακτηρισμό διαφόρων μορφών του κράτους μεταξύ τους, όπως του φιλελεύθερου και ολοκληρωτικού, του αυταρχικού ή της πλουραλιστικής δημοκρατίας ή ακόμη του κοινωνικού κράτους ή κράτους πρόνοιας. Το χειρότερο είναι ότι οδηγούν σε ένα μηδενισμό της σημασίας και της αξίας της αρχής και σε αδυναμία αξιοποίησης του βαθύτερου και διαχρονικού νοήματός της, είτε πολιτικού ή θεσμικού είτε νομικού.
 Όσοι πάντως σπεύδουν να αναγγείλουν το τέλος της ή να διαπιστώσουν την παρακμή της στηριζόμενοι σε νομικές αξιολογήσεις και στην έμμεση και όχι άμεση κανονιστική δεσμευτικότητά της, παραγνωρίζουν το γεγονός ότι η αξία της εν λόγω αρχής, ως κανόνα δικαίου -και όχι ως πολιτικής αρχής-, δεν εξαρτάται, πάντως, από την εμπειρική ή όχι επαλήθευσή της ή από την πρακτική εφαρμογή της με βάση το νόημα που της αποδίδεται κάθε φορά, αλλά από την ικανότητά της να συντελεί η επίκλησή της στην συνταγματική αξιολόγηση πρακτικών, λειτουργίας θεσμών ή λήψης αποφάσεων, δηλαδή από την αντοχή της στο χρόνο ως κανόνα αναφοράς και αξιολόγησης κρατικών πράξεων και διαδικασιών. Η ισχύς εξάλλου ενός κανόνα και μάλιστα μιας αρχής που δεν επιβάλλει συγκεκριμένες συμπεριφορές αλλά καθορίζει, με τρόπο πολύ γενικό όρια αρμοδιότητας με βάση μια λειτουργία, δεν εξαρτάται από κοινωνιολογικές ή ηθικές διαπιστώσεις ούτε από εμπειρικές καταστάσεις. Ένας κανόνας δικαίου μπορεί να είναι καλός ή κακός, πρακτικά ανεφάρμοστος ή ανεδαφικός, οι κρίσεις όμως αυτές δεν επηρεάζουν άμεσα ούτε την ισχύ του ούτε ακυρώνουν την υποχρέωση συμμόρφωσης των κρατικών οργάνων προς αυτόν έως ότου καταργηθεί[62]. Στην προκειμένη περίπτωση, επειδή πρόκειται για μια θεμελιώδη αρχή τους Συντάγματος, η νομική σημασία της έγκειται κυρίως στην ερμηνευτική της λειτουργία: λειτουργεί ως δεξαμενή, ως απόθεμα άντλησης επιχειρημάτων για την στήριξη ερμηνευτικών προτάσεων άρσης ή επίλυσης συνταγματικών διαφορών ή αμφισβητήσεων, καθώς και για την ενίσχυση ή αποσαφήνιση αμφίβολων νοημάτων ή ερμηνευτικών κενών.     
Άλλωστε η σημασία και ο τρόπος εφαρμογής μιας συνταγματικής αρχής, τόσο γενικής και αόριστης όσο της αρχής της διάκρισης των εξουσιών, με εύπλαστο πολιτικό και θεσμικό περιεχόμενο, μπορεί να παραλλάσει ή και να μεταμορφώνεται ή να αναπροσαρμόζεται σε νέες αντιλήψεις και πραγματικές καταστάσεις. Στην περίπτωση αυτή θα πρόκειται για προσαρμογή ή μετεξέλιξη του αρχικού θεσμικού νοήματός της και όχι για κατασκευή ενός νέου κανόνα, που να αντικαθιστά ή να υποκαθιστά τον παλαιό. Η γενικότητα του κανονιστικού περιεχομένου της είναι ένας από τους λόγους που στρέφει την προσοχή των μελετητών της περισσότερο στο θεσμικό-πολιτικό νόημά της παρά στο κανονιστικό περιεχόμενό της, ως κανόνα δικαίου[63]. Ο Βέλγος συνταγματολόγος FrancisDélperée υπερασπιζόμενος την ηθικο-πολιτική αξία της αρχής απορρίπτει τις κριτικές θεωρήσεις όλων όσοι στηρίζονται στην ασθενή νομική της υπόσταση τονίζοντας ότι, «Η κριτική που ασκείται στο ‘Πνεύμα των Νόμων’ στο όνομα αρχών που συνάγονται από τη θεωρία του Κράτους ή από διατάξεις σύγχρονων συνταγμάτων δεν φαίνεται να είναι εύστοχη. O στόχος που έθεσε στον εαυτό του ο Montesquieu καθώς και η μέθοδος που χρησιμοποιεί τον οδηγούν λιγώτερο στο να παρουσιάσει ένα σχήμα οργάνωσης του κράτους ή ένα σχέδιο Συντάγματος με την απαιτούμενη νομική μορφή, και περισσότερο στο να διατυπώσει προτάγματα πολιτικής ηθικής»[64]
Η μη ανταπόκριση επομένως του αρχικού ιδεοτύπου -ή αυτού που καθιερώθηκε με τον χρόνο ως ιδεότυπος- της αρχής της διάκρισης των εξουσιών, στην πραγματικότητα της διάρθρωσης και άσκησης των εξουσιών την εποχή ύστερου φιλελεύθερου κράτους και του ριζικού μετασχηματισμού των μορφών κυβέρνησης λόγω του κομματικού φαινομένου, υπερκεράζεται με μια νέα πρόσληψη της αρχής και την απόκτηση μιας νέας, αναμορφωμένης θεσμικής σημασίας, που να προσαρμόζεται στα νέα δεδομένα. Η ανάγκη επανα-νοηματοδότησης της αρχής και η απαίτηση για μια νέα εφαρμογή της στο πλαίσιο του κράτους της πλουραλιστικής δημοκρατίας και ενός μεταμορφωμένου κοινοβουλευτισμού -‘συγκρατημένου κοινοβουλευτισμού’, όπως τον αποκάλεσε ο αμερικανός συνταγματολόγος Ackerman- ή ενός νεότευκτου ‘ημιπροεδρισμού, δεν ισοδυναμεί με παρακμή ούτε με εγκατάλειψη της αρχής, αλλά με αναπροσαρμογής της[65].
Άλλωστε, οι εξουσίες ουδέποτε υπήρξαν τόσο διαχωρισμένες ούτε τόσο ανεξάρτητες η μία από την άλλη, όπως νομίζουν ορισμένοι ή αφήνει να νοηθεί η εξαγγελία της. Η αρχή νοήθηκε πάντα ως σχετική και υποδήλωνε, πάντα, τη διασταύρωση, την αλληλεξάρτηση και την συνεργασία των εξουσιών. Ούτε έπαψε ποτέ να αποτελεί κανόνα αναφοράς για την αξιολόγηση πολιτευμάτων και κυβερνητικών συστημάτων ούτε σταμάτησε να αποτελεί γνώμονα-κανόνα για τον χαρακτηρισμό κανονιστικών πρακτικών ή πράξεων, κυρίως της νομοθετικής εξουσίας, ως συνταγματικών ή αντισυνταγματικών.
Έτσι, μέσα από τις σχετικοποιήσεις, τις διασταυρώσεις και τις μεταλλαγές της η αρχή της διάκρισης των εξουσιών επιβίωσε και επιβιώνει στο αναμορφωμένο φιλελεύθερο κράτος αποσταγμένη στους εξής τέσσερεις, τουλάχιστον, επί μέρους ηθικο-πολιτικούς κανόνες[66]:
α) στην ηθικο-πολιτική αξίωση κατανομής των πολλαπλών δημόσιων λειτουργιών σε περισσότερες και διαφορετικές Δημόσιες Αρχές έτσι ώστε η διάκριση των λειτουργιών να αντιστοιχεί κατά βάση και σε διάκριση των κρατικών οργάνων, που τις ασκούν. Ακόμη και όταν δρούν από κοινού με άλλο όργανο ή εξουσία ή συντρέχουν στην εκπλήρωση μιας και της αυτής κρατικής λειτουργίας, διαφορετικής από αυτήν που έχει και ασκεί από τη φύση της το ένα από τα δύο όργανα, και άρα ακόμη και όταν διασταυρώνονται[67] οι εξουσίες, δεν παύουν να ενεργούν, πάντα, ως όργανα κρατικά, φορείς διακριτής εξουσίας και λειτουργίας∙ β) στην απαίτηση σαφούς διάκρισης από τη μία μεριά των εξουσιών που έχουν αποφασιστικές ή κυβερνητικές αρμοδιότητες από τις εξουσίες που ελέγχουν ή εγγυώνται δικαιώματα ή συνταγματικά αγαθά, δηλαδή στη σαφή διάκριση των κυβερνητικών λειτουργιών από τις ελεγκτικές, και άρα την αποφυγή γενικότερα της σώρευσης στο ίδιο φυσικό πρόσωπο ή κρατικό όργανο αρμοδιοτήτων, που αποτελούν έκφανση απόφασης και ελέγχου. Το όργανο που αποφασίζει δεν μπορεί ταυτόχρονα και να ελέγχει, διότι τότε είναι σαν ελέγχει τον εαυτό του∙ γ) στη διασφάλιση της ανεξαρτησίας των οργάνων που ασκούν έλεγχο και κυρίως της ανεξαρτησίας της δικαστικής εξουσίας, αλλά και κάθε δημόσιας εξουσίας που ασκεί δικαιοδοτικό έργο, όπως είναι τα πειθαρχικά συμβούλια∙ δ) στην ηθικο-πολιτικό απαίτηση δημιουργίας, απέναντι σε κάθε εξουσία, και κυρίως απέναντι στην εξουσία που είναι εξοπλισμένη με αποφασιστικές αρμοδιότητες ή αρμοδιότητες διεύθυνσης, όπως είναι ιδίως οι εξουσίες κυβέρνησης, θεσμικών αντίβαρων ή αντι-εξουσιών, που να αντισταθμίζουν και να εξισορροπούν τη δύναμη του αποφασίζοντος οργάνου[68], όπως συμβαίνει κατ’ εξοχήν με τις εξουσίες ανάσχεσης και ελέγχου, που έχει η αντιπολίτευση απέναντι στη κυβέρνησης[69] ή με τις ελεγκτικές και ρυθμιστικές λειτουργίες που ασκούν οι ανεξάρτητες διοικητικές αρχές[70].
Με βάση το οργανωτικό αυτό σχήμα τα διάφορα κρατικά όργανα, αποκεντρωμένα ή αυτοδιοίκητα, οι διάφορες υπηρεσίες, δημόσιες ή ιδιωτικές, με μία λέξη κάθε κέντρο εξουσίας θα πρέπει να οργανώνεται έτσι ώστε να μην υπάρχει σώρευση στο ίδιο κανονιστικών ή διοικητικών και ελεγκτικών αρμοδιοτήτων. Η αρχή που αποφασίζει δεν μπορεί να είναι και η ίδια που ελέγχει. Η αρχή της διάκρισης των εξουσιών λειτουργεί πλέον μεταμορφωμένη και στο εσωτερικό των θεσμών ως μέθοδος οργάνωσης και λειτουργίας τους, που επιτάσσει αφ’ ενός τη συμμόρφωση των πράξεών τους προς ένα προδιαγεγραμμένο κανονιστικό σχήμα, και αφετέρου τον έλεγχο της συμμόρφωσης αυτής από μια ανεξάρτητη αρχή[71]. Δεν θα πρέπει η ίδια εξουσία που θέτει τον κανόνα, να τον ενεργοποιεί ή εκτελεί και παράλληλα να ελέγχει την ακρίβεια της εφαρμογής του. Μόνο που αυτό το «πρέπει» εκλαμβάνεται εδώ ως ηθικο-πολιτική αρχή παρά ως νομικός κανόνας, χωρίς αυτό να μειώνει την δεσμευτικότητά του ούτε την αποτελεσματικότητά του. Η ηθικοπολιτικοί κανόνες, επειδή απευθύνονται στη συνείδηση των υποκειμένων αποδεικνύονται συχνά πιο πειθω-καταναγκαστικοί[72].
Παράλληλα με αυτή την κάθετη διάκριση των εξουσιών, που απαντάται κυρίως στο επίπεδο του κράτους, υπάρχει και η οριζόντια διάκριση των εξουσιών που συνδέεται με την ομοσπονδιακή οργάνωση του κράτους και την αποκέντρωση των δημόσιων υπηρεσιών ή την τοπική και τομεακή αυτοδιοίκηση. 
Η διάκριση των εξουσιών είναι επίκαιρη σήμερα όσο ποτέ, όχι μόνον εξαιτίας του πάντα καυτού αιτήματος της ανεξαρτησίας της δικαστικής εξουσίας, αλλά και λόγω του κομματικού και πλειοψηφικού φαινομένου και της κρίσιμης διάκρισης κυβερνητικής πλειοψηφίας και αντιπολίτευσης, πολιτικής εξουσίας και ομάδων πίεσης, κυβερνητικής λειτουργίας και ελεγκτικής λειτουργίας κλπ.[73].
Έγινε εξαιρετικά επίκαιρη με την θεσμοθέτηση των Ανεξάρτητων Διοικητικών Αρχών, οι οποίες μόνο στο πλαίσιο της διάκρισης των εξουσιών μπορούν να νοηθούν και αξιολογηθούν ως μια μορφή προέκτασης ή ειδικότερης πραγμάτωσης της αρχής[74].
 
a) Η κατάταξη των εξουσιών, βασικά, σε δύο: σε εξουσίες «θέσμισης ή κυβέρνησης» και σε εξουσίες «ανάσχεσης ή ελέγχου». Το παράδειγμα των Ανεξάρτητων Αρχών ως εξουσιών ρύθμισης ή/και εγγύησης.
Η συμπύκνωση των κρατικών εξουσιών σε δύο κατηγορίες ανταποκρίνεται στη διάκριση που είχε κάνει ο Μοντεσκιέ μεταξύ faculté destatuerκαι faculté dempêcher[75]. Με όρους σημερινούς, οι αρμοδιότητες που ασκούν κατά πρώτο λόγο η κυβέρνηση, συνεπικουρούμενη από τη νομοθετούσα εξουσία αλλά και από τη διοίκηση, μπορούν να χαρακτηριστούν, όλες, εξουσίες «θέσμισης»: αφού διαμορφώνουν κρατικές πολιτικές, σχεδιάζοντας, προγραμματίζοντας και τελικά θεσμοθετώντας ή εκτελώντας νομοθετικού, κανονιστικού ή διοικητικού χαρακτήρα πράξεις, που εκδίδονται ακριβώς προς υλοποίηση των ‘κυβερνητικών’ αποφάσεων και των προγραμματισμένων πολιτικών. Ενώ οι αρμοδιότητες που ασκούν η δικαστική εξουσία και κάθε άλλη ελεγκτική αρχή της Διοίκησης ή ακόμη και η Αντιπολίτευση ή οι Ανεξάρτητες αρχές, μπορούν να καταταχθούν στις «ελεγκτικές» αρμοδιότητες. Έτσι έχουμε εξουσίες ή λειτουργίες «θέσμισης» από την μία μεριά, και εξουσίες «ελέγχου ή ανάσχεσης» από την άλλη. Μέσα από τη διαλεκτική σχέση των δύο αυτών λειτουργιών ανανεώνεται η τεχνική της διάκρισης των εξουσιών διαιωνίζοντας και δικαιώνοντας έτσι την βασική αποστολή της: τη διασφάλιση μιας διαρκούς ισορροπίας στο δίπολο «εξουσία – αντι-εξουσία»[76].
Η διάκριση αυτή αποβαίνει εξαιρετικά επίκαιρη και κρίσιμη ενόψει των μεταμορφώσεων του σύγχρονου κράτους και κυρίως ενόψει των μεταλλαγών που υφίστανται τόσο τα κυβερνητικά όσο και τα πολιτικά συστήματα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα οι Ανεξάρτητες Διοικητικές Αρχές, οι οποίες δεν μπορούν να καταταγούν με βάση το λειτουργικό κριτήριο, αποκλειστικά, σε καμία από τις τρείς παραδοσιακές κρατικές λειτουργίες. Τούτο, διότι από οργανική άποψη, ανήκουν στην κατηγορία των διοικητικών αρχών και εκδίδουν πράξεις, διοικητικού χαρακτήρα, ενώ από λειτουργική σκοπιά επιτελούν, ορισμένες από αυτές λειτουργία δικαιοδοτική, όταν διαπιστώνουν παραβάσεις του νόμου και ρυθμιστική όταν εκδίδουν οδηγίες, κανονισμούς, κανόνες δεοντολογίας ή κανόνες αυτορρύθμισης. Στην ουσία πρόκειται για ανεξάρτητες δημόσιες αρχές, που επιτελούν είτε λειτουργίες «ρύθμισης» (regulation) και ειδικά στην περίπτωση αυτή λειτουργίες ήπιας, ευέλικτης, προνοητικής και αποτελεσματικής διοίκησης με στόχο τη διαφύλαξη της νομιμότητας και νόμιμης άσκησης δικαιωμάτων και ελευθεριών, είτε λειτουργίες «ελέγχου» της κρατικής εξουσίας και προστασίας έτσι έμμεσα των ατομικών ελευθεριών. Η ρύθμιση εδώ είναι κάτι πολύ λιγώτερο από τη θέσπιση κανόνων δικαίου γενικής ισχύος ή τη νομοθέτηση και κάτι διαφορετικό από την άσκηση «κυβέρνησης», αφού οι ρυθμιστικές αρχές δεν ασκούν στην Ελλάδα, τουλάχιστον, ούτε δικαιούνται να διαμορφώσουν δημόσιες πολιτικές ούτε συμπράττουν με την ένα ή τον άλλο τρόπο στη διαμόρφωσή τέτοιων πολιτικών. Ενεργούν στο πλαίσιο πάντα της ισχύουσας νομιμότητας την οποία αναλαμβάνουν να εφαρμόζουν και να τηρούν ή να διασφαλίζουν την τήρησή της με τρόπο ήπιο, ευέλικτο και αποτελεσματικό και κυρίως δημιουργικό και υπόκεινται στους στόχους και στις επιδιώξεις της κυβερνητικής πολιτικής που έχει διαμορφωθεί.
Εξουσίες «ρύθμισης» και «ελέγχου» συνενώνονται, πάντως, στην εκπλήρωση, τελικά, ενός κοινού σκοπού: στη διασφάλιση ή εγγύηση της εύρυθμης άσκησης και απόλαυσης των δικαιωμάτων και ελευθεριών στο πλαίσιο πάντα της ισχύουσας νομιμότητας, μιας ουσιαστικής, ήπιας και αποτελεσματικής νομιμότητας. Ενεργώντας άλλοτε προληπτικά και άλλοτε κατασταλτικά, άλλοτε διοικητικά χορηγώντας άδειες ή παροτρύνοντας συμπεριφορές με κανόνες αυτορρύθμισης, και άλλοτε δικαιοδοτικά επιβάλλοντας κυρώσεις και πρόστιμα, οι ανεξάρτητες διοικητικές αρχές   βρίσκονται πέραν του σχήματος της τριπλής διάκρισης των εξουσιών, χωρίς όμως να το αρνούνται ή να το αντιστρατεύονται[77]. Επιτελώντας εν μέρει διοίκηση, εν μέρει δικαιοσύνη και εν μέρει ρύθμιση δεν μπορούν, είναι αλήθεια, να υπαχθούν, αποκλειστικά σε καμμία από τις τρείς κρατικές λειτουργίες. Λειτουργούν, πρωτίστως, ως εξουσίες ανεξάρτητες από την κυβέρνηση και γενικά από την πολιτική εξουσία καθώς και από τα ιδιωτικά συμφέροντα, χωρίς δυνατότητες παρέμβασης σε θέματα κυβερνητικής ή νομοθετικής πολιτικής[78].
Οι Ανεξάρτητες Αρχές έχουν εξοπλιστεί με αρμοδιότητες συνταγματικά αναγνωρισμένες, είτε για την καλλίτερη και αποτελεσματικότερη προστασία ορισμένων νέων δικαιωμάτων, που απειλούνται από την χρήση των νέων τεχνολογιών, είτε για την ορθολογικότερη ρύθμιση της άσκησης ελευθεριών, που συνδέονται με την οικονομία της αγοράς, η οποία απειλεί, αν μείνει ανεξέλεγκτη, ατομικά δικαιώματα και συλλογικά αγαθά μεγάλης σημασίας. Αυτό που δεν μπορεί να κάνει η δικαστική εξουσία, δηλαδή να προλάβει, να προνοήσει, να πειθαναγκάσει, να εξαναγκάσει ή να ρυθμίσει, και αυτό που θα μπορούσε να κάνει μια διοίκηση ευέλικτη, αποτελεσματική, αμερόληπτη και πραγματικά ανεξάρτητη, τόσο από την πολιτική εξουσία όσο και από ισχυρά οικονομικά συμφέροντα, αλλά δεν το κάνει, έχουν αναλάβει να επιτελέσουν και επιτελούν με επιτυχία σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες οι Ανεξάρτητες Διοικητικές Αρχές. Τους έχει ανατεθεί έργο εγγυητικό, εγγύησης νέων δικαιωμάτων και ελευθεριών, καθώς και εγγύησης μιας ορθολογικής και αμερόληπτης διοικητικής ρύθμισης και εποπτείας
Θα πρέπει να καταλάβουμε ότι το βαθύτερο νόημα που εκπέμπει η αρχή της διάκρισης των εξουσιών, είναι η θεσμική ισορροπία μεταξύ των εξουσιών, η σταθμισμένη σχέση τους και η αρμονική συνεργασία τους και όχι η αντιπαλότητα ή η ανταγωνιστικότητά τους. Δικαστική εξουσία και ανεξάρτητες αρχές αναλαμβάνουν και επιτελούν βασικά λειτουργίες εγγύησης συνταγματικών δικαιωμάτων και ελευθεριών σε αντιδιαστολή και ενίοτε σε αντιπαράθεση με τις εξουσίες άσκησης κυβερνητικής πολιτικής. Οι δύο διακριτές μορφές εξουσίας, της πολιτικής διακυβέρνησης από την μία και της   εγγύησης δικαιωμάτων από την άλλη, θα πρέπει να συνυπάρχουν, αρμονικά, σε ένα ισορροπημένο συνταγματικό πολίτευμα. Το τελευταίο θα πρέπει να έχει την ικανότητα να αντιτάσσει απέναντι στην πολιτική κυριαρχία της πλειοψηφίας ένα σύστημα ορίων και δικαιοκρατικών εγγυήσεων και να προσφέρει, παράλληλα, στη σφαίρα της πολιτικής έναν άνετο χώρο έκφρασης και διαμόρφωσης κυβερνητικών πολιτικών στο όνομα της δημοκρατικής αρχής.   
Ενδιαφέρον είναι να αναζητήσει κανείς ουσιαστικό συνταγματικό θεμέλιο των ΑΔΑ και δια αυτού την τυπική και ουσιαστική νομιμοποίηση της εξουσίας που ασκούν. Από πού αντλούν και πως δικαιολογούν συνταγματικά τις εξουσίες ή αρμοδιότητες με τις οποίες έχουν εξοπλιστεί και ειδικά τις ρυθμιστικές και ελεγκτικές λειτουργίες που επιτελούν       
 
b) H διάκριση των εξουσιών και η πλουραλιστική πρόσληψη της δημοκρατίας
Τέλος, η ιδέα της δημιουργίας αντιβάρων στην κυβερνητική εξουσία και γενικότερα στην πολιτική εξουσία αναζωογονήθηκε με την συνάντηση της διάκρισης των εξουσιών με την πλουραλιστική σύλληψη της δημοκρατίας που καλλιέργησαν οι νεοφιλελεύθερες κυρίως πολιτικές θεωρίες[79]. Η κεντρική θέση που κατέλαβε στις θεωρίες αυτές η ιδέα της αμοιβαίας εξισορρόπησης των εξουσιών και της αντιστάθμισης της μονολιθικής και συγκεντρωτικής εξουσίας του πλειοψηφικού κοινοβουλευτισμού με την ανάδυση μιας πλειάδας αντι-εξουσιών και αντιβάρων, χάρισαν στην αρχή της διάκρισης των εξουσιών μια νέα νεότητα και της προσέδωσαν ένα νέο νόημα.            
Εξάλλου η ανάδυση στις κοινωνίες του ύστερου καπιταλισμού μιας πλειάδας οργανωμένων ομάδων συμφερόντων και η διαμόρφωση ποικίλων «κέντρων» εξουσίας και εξουσίασης, ιδιωτικών και δημόσιων, υπέταξαν το άτομο σε ένα πυκνό πλέγμα εξαρτήσεων και καταπιέσεων, μέσα και έξω από τα τείχη του κράτους και απείλησαν την ελευθερία και αυτονομία του από τα γύρω του. Η επίκληση της διάκρισης των εξουσιών έχει υπό αυτές τις συνθήκες νόημα, εφ’ όσον μπορεί να λειτουργήσει ως τεχνική ή μέθοδος ορθολογικής οργάνωσης των «κέντρων εξουσίας» απαιτώντας μια εξισορροπημένη και αντισταθμιζόμενη άσκηση της δύναμής τους έτσι ώστε να εξουδετερώνεται η δύναμη του ενός από τη δύναμη του άλλου. Το θεσμικό αίτημα της διάχυσης της εξουσίας μέσω της πολλαπλής κατανομής της ή του επιμερισμού της σε μια πλειάδα κέντρων ή θεσμών, έτσι ώστε ή μία να αναχαιτίζει την άλλη γίνεται ξανά επίκαιρο[80].
Η προσαρμογή της αρχής στα σύγχρονα δεδομένα επιβάλλει, επομένως την εγγύηση της ελευθερίας του ατόμου και των ομάδων απέναντι και στις «μικροεξουσίες», που εκπορεύονται από «θεσμούς» της κοινωνικής, πολιτικής και οικονομικής ζωής. Η υπεράσπιση, άρα, της ατομικής και πολιτικής ελευθερίας έχει μετατοπιστεί από την κεντρική σκηνή του κράτους, στο μικρόκοσμο των ποικίλων ιδιωτικών και δημοσίων εξουσιαστικών σχέσεων, όπως αυτές συμπυκνώνονται σε κρατικούς και κοινωνικούς θεσμούς, σε ιδρύματα και σε κέντρα ιδιωτικής εξουσίασης, όπως είναι τα ΜΜΕ.
Τη σύγχρονη θεσμική σημασία της διάκρισης των εξουσιών έχει επιγραμματικά συνοψίσει ο ιταλός πολιτειολόγος Silvestri, ο οποίος την εννοεί ως «αρχή που οργανώνει τις σχέσεις μιας πλειάδας θεσμικών ενοτήτων μεταξύ των οποίων είναι κατανεμημένες οι τρεις βασικές λειτουργίες της έννομης τάξης. Με βάση αυτή την αρχή, οι διάφορες σχέσεις θεσμών και εξουσιών μεταξύ τους αλλά και η εσωτερική λειτουργία τους θα πρέπει πάντοτε να εξασφαλίζουν τη μη σώρευση των κανονιστικών, των εκτελεστικών και των ελεγκτικών λειτουργιών έτσι, ώστε να καθίσταται αδύνατο η ίδια εξουσία που θέτει ένα κανόνα να τον ενεργοποιεί και παράλληλα να ελέγχει την ακρίβεια της ενεργοποίησης ή εφαρμογής του»[81].
Η διάκριση των εξουσιών διατηρεί, λοιπόν, τη θεσμική και πολιτική επικαιρότητά της, διότι ευνοεί και νομιμοποιεί την κατάτμηση και κατανομή της εξουσίας σε διάφορα κέντρα, προωθώντας και δικαιολογώντας τον αλληλοέλεγχό τους, την αντιστάθμιση της εξουσίας τους και την αμοιβαία εξισορρόπησή τους, συμβάλλοντας στην «αποκέντρωση» και στην «πολυαρχία»[82], στο πλαίσιο μιας κοινωνίας που χαρακτηρίζεται ούτως ή άλλως από έναν πολιτικό και κοινωνικό πλουραλισμό[83]. Αντιστέκεται έτσι σήμερα στις παρενέργειες του πλειοψηφικού κοινοβουλευτισμού και της μαζικής δημοκρατίας, διότι όπως προφητικά είχε υπογραμμίσει ο Αλ. Σβώλος, «όσον περισσότερον δημοκρατικόν είναι το πολίτευμα, τόσον περισσότερον επικίνδυνος δια την ελευθερίαν είναι η συγκέντρωσις της εξουσίας εις χείρας αιρετών οργάνων, όπως τα αντιπροσωπευτικά του λαού Σώματα». Η φιλελεύθερη θεώρηση της Δημοκρατίας μεριάζει ή αντισταθμίζει τις ολοκληρωτικές τάσεις της σύγχρονης πλειοψηφικής δημοκρατίας και προς αυτήν την κατεύθυνση ενεργεί η φιλελεύθερη αρχής της διάκρισης των εξουσιών.


[1] Για τη διάκριση των εξουσιών, πριν από o,τιδήποτε άλλο, τα κλασσικά έργα των Αλ. Σβώλου, Ελληνικόν Συνταγματικόν Δίκαιον, 1934 σ. 292, του ιδιου, Το νέον Σύνταγμα και αι βάσεις του πολιτεύματος, Αθήναι, 1928, σ. 278 επ.. και Αρ. Μάνεση, Αι εγγυήσεις τηρήσεως του Συντάγματος, ΙΙ, Αφοί Σάκκουλα, Θεσσαλονίκη, 1965, σ. 350-390. Επίσης από τα νεώτερα ελληνικά συγγράμματα, Δ. Τάτσου, Συνταγματικό Δίκαιο, τομ. Β΄, 1992, Αντ. Σάκκουλας, 1992, σ. 128 επ.
[2] Αρ. Μάνεση, ό.π., σ. 368 και 358. O Αλέξανδρος Σβώλος αρχίζει το κεφάλαιο για τη διάκριση των εξουσιών γράφοντας «Εκ της ιστορίας του αγγλικού πολιτεύματος είναι γνωστόν ότι η αρχή της διάκρισης των εξουσιών, συδυασμένη προς την τάσιν την αμοιβαίας ισοσταθμίσεως, απετέλεσεν, ενωρίς, σύστημα οργανώσεως του κράτους», Το νέον Σύνταγμα και αι βάσεις του πολιτεύματος, σ. 278.
[3] Η διάκριση της πολιτικής από την νομική σημασία της διάκρισης των εξουσιών είναι απαραίτητη για την κατανόηση της αρχής και των ποικίλων λειτουργιών της. Η πρώτη και κύρια σημασία της είναι πάντως η πολιτική, αυτή της οργάνωσης του κράτους και των εξουσιών του, ενώ η νομική σημασία της είναι μεταγενέστερη και συμπίπτει με την ανάπτυξη του δικαστικού ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων και με τη λειτουργία της ως κανόνα συνταγματικού. Τις δύο διαστάσεις της αρχής, την πολιτική και τη νομική, δεν διακρίνει, ωστόσο, με σαφήνεια στο έργο του ο Μάνεσης, αντιμετωπίζοντας την αρχή ταυτόχρονα τόσο ως οργανωτική βάση του κράτους ή ως μέθοδο οργάνωσης της εξουσίας, η οποία ‘λειτουργεί καθ’ ό μέτρον θεσπίζεται υπό του ισχύοντος θετού συνταγματικού δικαίου’ και συνιστά έτσι νομικό βάθρον επί του οποίου έχει εγκαθιδρυθεί το όλον σύστημα των εγγυήσεων του Συντάγματος», όσο και ως κανόνα δικαίου (σ. 351, 358). Παραθέτει πάντως αναλυτικά τις περιπτώσεις εκείνες, που αποδεικνύουν ότι η αρχή λειτουργεί ως κανόνας, από τον οποίο συνάγονται έννομες συνέπειες, που καταγιγνώσκει η συνταγματική νομολογία μας. Σε ό,τι αφορά τη νομική σημασία της αρχής και την λειτουργία της ως κανόνα βλέπε τη μελέτη του Δ. Δημούλη, Η διάκριση των λειτουργιών ως συνταγματικός κανόνας, Αντ. Σάκκουλας, 2002. Για τη σημασία της ως οργανωτικής βάσης του φιλελεύθερου κράτους βλ. Αντ. Μανιτάκη, ΕλλΣυντΔίκ, 2004, σ. 102 επ., του ίδιου, Τι είναι Σύνταγμα. Σαββάλας, 2007, σ. 20 επ.
[4] Επ’ αυτού, στο οικείο μέρος.
[5] «Έστι δε τρία μόρια των πολιτειών πασών … έν μεν τι το βουλεύομενον περί των κοινών, δεύτερον δε το περί τας αρχάς … τρίτον δε τι το δικάζον. Κύριον δ’ εστί το βουλευόμενον περί πολέμου και ειρήνης και συμμαχίας και διαλύσεως, και περί νόμων και περί θανάτου και φυγής και δημεύσεως των ευθυνών» (Πολιτικά, IV, 13. 1297b). Για την ιστορική καταγωγή του θεσμού, βλ. Δ. Τσάτσος ‘Για την καταγωγή των θεσμών. Μεθοδολογική αναζήτηση με αφορμή την αρχή της διακρίσεως των λειτουργιών, ανάτυπο, ‘Ο Πολίτης’, 1978, του ίδιου, ΣυντΔίκ, τ. Β΄. σ. 131 και Γ. Βλάχου, Η πολιτική του Μοντεσκιέ, Αντ. Σάκκουλας, 1980.
[6] Το Σύνταγμα της Τροιζήνος, της Γ΄ Εθνικής Συνελεύσεως, όριζε στα άρθρα 37, 38 και 39: «η νομοθετική κατασκευάζει του νόμους ∙ η νομοτελεστική επικυρόνει αυτούς και τους εκτελεί ∙ και η δικαστική τους προσαρμόζει». Το Σύνταγμα της Ε’ Εθνικής Συνελεύσεως, ακριβέστερον των προηγουμένων όριζε στα άρθρα 55, 56, 57: «η νομοθετική εξουσία θέτει τους νόμους ∙ η νομοθετική τους επικυρόνει, τους δημοσιεύει και τους εκτελεί ∙ η δικαστική τους εφαρμόζει ιδίως εις εκάστου τας πράξεις και τα δικαία».
[7] Βλέπεσχετικά M. Maille, L’Etat du droit, Presses Universitaires de Grenoble, 1978, σ. 36 επ., και 212 επ., και D. Turpin, Droit constitutionnel, P.U.F., 1994, σ. 176. 
[8] Χαρακτηριστικά είναι τα αποσπάσματα από το μνημειώδες έργο του «Το πνεύμα των Νόμων, (μετάφραση Παναγιώτης Κονδύλης και Κωστής Παπαγιώργης, Γνώση, 2006, ενδέκατο βιβλίο, κεφ. VI. “Όταν στο ίδιο πρόσωπο ή στο ίδιο σώμα η νομοθετική εξουσία έχει ενωθεί με την εκτελεστική εξουσία, τότε δεν υπάρχει καμιά ελευθερία∙ …(όπως) δεν υπάρχει ελευθερία αν η δικαστική εξουσία δεν έχει διαχωριστεί από τη νομοθετική και την εκτελεστική εξουσία … το παν θα χανόταν αν ο ίδιος άνθρωπος ή το ίδιο σώμα … ασκούσε αυτές τις τρείς εξουσίες… Στα περισσότερα βασίλεια της Ευρώπης, η κυβέρνηση είναι μετριοπαθής, επειδή ο ηγεμόνας κατέχει τις δύο πρώτες εξουσίες και αφήνει στους υπηκόους την ενάσκηση της τρίτης. Στους Τούρκους όπου οι τρείς εξουσίες ενώνονται στο πρόσωπο του Σουλτάνου, βασιλεύει ένας τρομερός δεσποτισμός». Σχολιάζοντας τις θέσεις για τον Μοντεσκιέ ο Κονδύλης παρατηρεί στην Εισαγωγή του ότι «Φαίνεται ότι η εξ αρχής εδραία πίστη του Μοντεσκιέ στον επιμερισμό της εξουσίας ως προϋπόθεση της κοινωνικής ισορροπίας και μαζί της ελευθερίας … επέτρεπε την μεταφορά της βασικής αυτής ιδέας σε όλα τα πολιτεύματα, όσα είναι επιδεκτικά μετριοπάθειας –σε όλα δηλαδή πλην της δεσποτείας» (βλ. Εισαγωγή της ελληνικής μετάφρασης, σ. 65). Κλασσική παραμένει και η ανάλυση του ίδιου έργου του Μοντεσκιέ από τον Γ. Βλάχο, Η πολιτική του Μοντεσκιέ, Αντ. Σάκκουλας, 1980, σ. 49 επ. και 123 επ. 
[9] Ο Αλ. Σβώλος κατατάσσει στα καθεστώτα που αρνούνται τη διάκριση των εξουσιών τα σοβιετικό και το φασιστικό, Αλ. Σβώλοσ, Συνταγματικόν Δίκαιον, 1934, σ. 306, του ίδιου, Το Νέον Σύνταγμα, 1928, σ. 352 επ.. Βλέπε σχετικά και τις επισημάνσεις του Δ. Δημούλη, Η διάκριση των λειτουργιών ως συνταγματικός κανόνας, Αντ. Σάκκουλας, 2002, σ. 20 επ. Και από την αλλοδαπή βιβλιογραφία, αντί άλλων, Andras Sajo,  Limiting  Government,  Budapest,  Central  European University Press, 1999, σ. 70 και D. Turpin, Droit constitutionnel P.U.F., 1994, σ. 190.  
[10] Επ΄αυτού αναλυτικότερα με αναφορές σε συγκεκριμένα καθεστώτα αυταρχικά ή ολοκληρωτικά της εποχής J. Cadart, Institutions politiques et droit constitutionnel, t. I, 2e éd., L.G.D.J., 1979, σ. 387 επ.
[11] Για την ιστορική καταγωγή του θεσμού της διάκρισης των εξουσιών και τη θεσμική σημασία του βλέπε τις περιεκτικές αναλύσεις τόσο του Αλ. Σβώλου, Το νέον Σύνταγμα και αι βάσεις του πολιτεύματος, 1928, σ. 278-293 όσο και του Ιωάννου Αραβαντινού, Ελληνικόν Συνταγματικόν Δίκαιον, Εν Αθήναις 1897, σ. 36-206. 
[12] Βλέπε τις κλασσικές αναλύσεις του Αρ. Μάνεση, Αι εγγυήσεις τηρήσεως του Συντάγματος, ΙΙ, Αφοί Σάκκουλα, Θεσσαλονίκη, 1965, σ. 351, 366.
[13]Bλ. Αρ. Μάνεση, Συνταγματικό Δίκαιο, Ι., Θεσσαλονίκη, Σάκκουλα, 1980, 145.  
[14] Ο Αρ. Μάνεσης γράφει χαρακτηριστικά ότι η αρχή της διάκρισης των εξουσιών, «απέβλεψεν εις την κατανομήν της κρατικής εξουσίας μεταξύ πλειόνων διακεκριμένων αλλήλων και, εν τίνι μέτρω, ανεξαρτήτων απ’ αλλήλων κρατικών οργάνων, εις τρόπον ώστε ταύτα να ασκούν, εν ισοτιμία μεταξύ των, μέρος μόνον της κρατικής εξουσίας, ελεγχόμενα και περιοριζόμενα αμοιβαίως δια ποικίλης φύσεως θεσμών ‘ανασχέσεων και εξισορροπήσεων’ (checksandbalances)». Εγγυήσεις, Ι., σ. 354. Τα ίδια τονίζει και ο Γ. Βλάχος, ό.π., σ. 90-97 επ. υπογραμμίζοντας την «αμοιβαία ικανότητα παρεμποδίσεως των εξουσιών», την faculté d’ empêcher. Τα ίδια επισημαίνει και ο Αλ. Σβώλος, τονίζοντας τη σημασία που έχει για το κοινοβουλευτικό σύστημα η αμοιβαία ισοστάθμιση των εξουσιών, θα υπογραμμίσει ότι ο Μοντεσκιέ και οι άλλοι κλασσικοί του 18ου αιώνα «δεν εκύρηξαν ότι αι ανεξάρτηται εξουσίαι του κράτους πρέπει να είναι απολύτως ξέναι προς αλλήλας….». Ο Montesquieu γράφει ο Σβώλος «δεν ομιλεί περί χωρισμού (séparation) των εξουσιών», Το νέον Σύνταγμα, σ. 282 και υποσημ.
[15] Αλ. Σβώλου, Το νέον Σύνταγμα και αι βάσεις του πολιτεύματος, 1928, σ. 281-282. 
[16] Ι. Αραβαντινού, ΕλλΣυντΔίκ., σ. 39.
[17] Βλέπε Αντ. Μανιτάκη, Συνταγματικό Δίκαιο: Ο λόγος της εξουσίας και ο αντίλογός του, Αρμενόπουλος, 1985, σ. 1-10.
[18] L. Althusser, Montesquieu, la politique et l’histoire, P.U.F., 1974, σ. 104. Βλ. από ελληνική βιβλιογραφία Αντ. Μανιτάκη, Συνταγματικό Δίκαιο: Ο λόγος της εξουσίας και ο αντίλογός του, Αρμενόπουλος, 1985, σ. 4, υποσ. 12 και από γαλλόφωνη, μεταξύ πολλών, κυρίως τα εγχειρίδια του D. Turpin, DroitConstitutionnel, PUF, 1994, σ. 177 και B. Chantebout,Droitconstitutionneletsciencepolitique, ArminColin, 1986, σ. 100 και 105. Ακόμη την Εισαγωγή του Π. Κονδύλη στην ελληνική μετάφραση του έργου του Μοντεσκιέ, «Το Πνεύμα των Νόμων», Γνώση, 2006, σ. 65.
[19] Βλ. τις κριτικές αναλύσεις των C. Grewe και H. Droits constitutionnels européens, PUF, 1995, σ. 380 επ. και B. Chantebout, ό.π., σ. 106, ο οποίος σημειώνει χαρακτηριστικά ότι «Αυτό που ήθελε η αστική τάξη τη στιγμή που κατακτούσε την εξουσία είναι ένα κράτος περιορισμένο στο ρόλο της διατήρησης της δημόσιας τάξης, που δεν ασχολείται ούτε με τις κοινωνικές υποθέσεις ούτε με τα οικονομικά ζητήματα, τα οποία η ίδια επιφύλασσε ως domaineréservé στον εαυτό της. Ένα κράτος ισχυρό, υπήρχε ο κίνδυνος, να αναμειχθεί σε όλα αυτά. Για να το εμποδίσει κανείς να κάνει κάτι τέτοιο, η αρχή της διάκρισης των εξουσιών προσέφερε μια ιδανική λύση, αφού οδηγούσε στην πράξη σε ομαλούς καιρούς το κράτος, σε παραλυσία και δεν το καθιστούσε αποτελεσματικό παρά μόνον σε στιγμές κρίσης όταν έπρεπε οπωσδήποτε να δράσει και όλα τα όργανα συμφωνούσαν να κάνει κάτι τέτοιο» (σ. 106).  
[20] Αντί άλλων, συνοπτικά, C. Grewe – H. RuizFabri, ό.π., σ. 364.
[21] Αρ. Μάνεσης, Εγγυήσεις τηρήσεως του Συντάγματος, ΙΙ., 1965, σ. 366. Τη δικαιολόγηση της βασικής αυτής θέσης του Μάνεση, δηλαδή την ένταξη της αρχής της διάκρισης των εξουσιών στην αρχή της λαϊκής κυριαρχίας και την ερμηνεία της σε αρμονία με τη δημοκρατική αρχή υποστηρίζει πειστικά η Ιφ. Καμτσίδου στη μελέτη της, Η Διάκριση και η διασταύρωση των εξουσιών ως εγγύηση τηρήσεως του Συντάγματος, ό.π., σ. 309.
[22] Ν.Ι. Σαριπόλου, 1874, σ. 145
[23] Αλ. Σβώλου, Το νέον Σύνταγμα, σ. 294.
[24] Σε ρήξη με τη θεωρητική αυτή παράδοση του αμερικάνικου συνταγματισμού φαίνεται πως έρχεται ο συνταγματολόγος Bruce Ackerman, The New Separation of Powers, 113 Harv. L. Rev. 633 1999-2000, o οποίος επανεξετάζοντας την σημασία της διάκρισης των εξουσιών ως κριτήριο διάκρισης των κυβερνητικών συστημάτων, κρίνει και αξιολογεί το προεδρικό κυβερνητικό σύστημα σε σύγκριση με το κοινοβουλευτικό χρησιμοποιώντας ως πρώτο, ιδεατό νομιμοποιητικό κριτήριο (legitimatingideals) τη δημοκρατία: “The first idealis democracy. In one way or another, separation of powers may serve (or hinder) the project of popular self-government)” (σ. 640).  
[25] Ν.Ι. Σαριπόλου, 1851, ό.π., σ. 65. και ο πατέρας των Ελλήνων συνταγματολόγων συνεχίζει: «Εκ τούτων πρόδηλον πόσον αντιβαίνει εις το δίκαιον και τον ορθόν λόγον λόγον η γνώμη των αναγνωριζόντων την των αρχών παντοδυναμίαν. Η γνώμη αύτη επικρατεί εν Αγγλία ένθα δοξάζεται ότι το κοινοβούλιο έχει απερίοριστον εξουσίαν εις το να μεταβάλλη το πολίτευμα, την θρησκείαν, του νόμους του κράτους κλπ.».
[26] Ν.Ι. Σαριπόλου, τόμος πρώτος, 1874, σ. 94.
[27] Ν.Ι. Σαριπόλου, τόμος δεύτερος, 1874, σ. 141.
[28] Ν.Ι. Σαριπόλου, 1851, σ. 66, παραπέμπουμε εδώ στην έκδοση του 1851 για να φανεί η διαφορά της γλώσσας μεταξύ της έκδοσης του 1874 και εκείνης του 1851. Η γλώσσα της δεύτερης είναι πιο απλή από την πρώτη. 
[29] Τις διαφορετικές σχέσεις που ανέπτυξαν η κυριαρχία με τη διάκριση των εξουσιών σε κάθε μία από τις χώρες της Αμερικής, της Γαλλίας, της Αγγλίας και της Γερμανίας παρουσιάζει σε ένα περιεκτικό άρθρο του ο γερμανός συνταγματολόγος D. Grimm, Souveraineté et checks and balances, σε ‘1789 et l’invention de la constitution’,(sous la dir. de M. Troper), L.G.D.J., 1994, σ. 226-231, τονίζοντας τις ιστορικές, συνταγματικές ιδιαιτερότητες της κάθε μίας. Για τη διαφορετική σημασία που είχε η διάκριση των εξουσιών στις Η.Π.Α. -στις οποίες οι εξουσίες θεωρούνται ίσες και χωριστές- και στη Γαλλία βλ J.-L. Quermonne, Les régimes politiques occidentaux, Editions du Seuil, 2000, σ. 129-142, ο οποίος υποστηρίζει ότι με το γκωλικό Σύνταγμα του 1958 βρισκόμαστε μπροστά σε ένα είδος παλινόρθωσης της αρχής, κάτι που όπως γράφει δεν παρατηρείται στα κοινοβουλευτικά συστήματα της Ευρώπης. 
[30] Βλ. αναλυτικότερα Αλ. Σβώλο, Το Σύνταγμα, σ. 375, και του ίδιου, ΣυντΔικ, σ. 308.
[31] Ειδικά για το αίτημα της ενότητας της κρατικής εξουσίας σε σχέση με την αρχή της διάκρισης των εξουσιών βλέπε κυρίως Δ. Τσάτσο, ΣυντΔίκ, τ. Β’, Αντ. Σάκκουλας, 1992, σ. 133-134 και 142, Γ. Βλάχο, Η πολιτική του Μοντεσκιέ, σ. 31, καθώς και τις κριτικές αναλύσεις για το ίδιο ζήτημα του Δ. Δημούλη, Η διάκριση των λειτουργιών ως συνταγματικός κανόνας, Τετράδια Συνταγματικού Δικαίου, Αντ. Σάκκουλας, 2002, σ. 25-36.
[32] Αρ. Μάνεσης, Αι εγγυήσεις τηρήσεως, ΙΙ, σ. 370 : «Η ως άνω αρχή δεν αναιρεί την ιεραρχικήν διαβάθμισιν της ασκήσεως της κρατικής εξουσίας και των οργάνων της εντός της ισχυούσης εννόμου τάξεως», Δ. Τσάτσο, ΣυντΔίκ, τ. Β’, σ. 142, και Δ. Δημούλης, ό.π., σ. 34, 37, 76 και 150, 158.
[33] Δ. Τσάτσος, ό.π., σ. 142.
[34] Ν. Ι. Σαρίπολος, Πραγματεία Συνταγματικού Δικαίου, τόμος δεύτερο, 1874, σ. 141.
[35] Francis Délperée, Le droit constitutionnel de la Belgique, Bruylant, 2000, σ. 751.
[36] Βλέπε αναλυτικότερα Αντ. Μανιτάκη, Κράτος δικαίου και δικαστικός έλεγχος της συνταγματικότητας των νόμων, 1994, σ. 324.
[37] Αρ. Μάνεσης, ό.π., σ. 371.
[38] Βλ. σχετικά, Αντ. Μανιτάκη, ΕλλΣυντΔίκ, 2004, σ. 409.
[39] Ν.Ι. Σαριπόλου, 1874, σ. 66.
[40] Την οποία θα εξετάσουμε αναλυτικά στο οικείο μέρος. Για την κανονιστική σημασία της αρχής βλ. κυρίως Αρ. Μάνεση, Αι Εγγυήσεις τηρήσεως του Συντάγματος, ΙΙ, 1965, σ. 358 και μεταξύ άλλων Αντ. Μανιτάκη, Κράτος δικαίου και δικαστικός έλεγχος της συνταγματικότητας των νόμων, Θεσσαλονίκη, 1994, σ. 124 και 311 επ.
[41] Αρ. Μάνεσης, Αι Εγγυήσεις τηρήσεως του Συντάγματος, ΙΙ, 1965, σ. 358.
[42] Βλ. Αντ. Μανιτάκη, Συνταγματική Οργάνωση του κράτους, εκδ. Σάκκουλα, Θεσσαλονίκη, 2007, σ. 143. 
[43] Για την διάκριση των εξουσιών, κλασσικές παραμένουν οι διεισδυτικές αναλύσεις του   Carl Schmitt, Théorie de la Constitution, coll. Léviathan,PUF, 1993 (γαλλική μετάφραση του Verfassungslehre), σ. 321 επ. και 337 επ.   
[44]Αναλυτικάπιοκάτω. 
[45]Βλέπεσχετικά P. Avril, La séparation des pouvoirs est-il un concept opératoire?, στονιστότοπο, http://droitconstitutionnel.org/congresParis/Association française des constitutionnalistes, τουίδιου La séparation des pouvoirs aujourd’hui, σε 1789 et l’invention de la constitution (sous la dir. de M. Troper et L. Jaume), Paris, Bruylant, LGDJ, 1994, σ. 295-301, όπουδιακρίνεταιηπολιτικήκαινομικήσημασίατηςαρχής.
[46]    Έτσι ο Γ. Κ. Βλάχος, Η πολιτική του Μοντεσκιέ, Αντ. Σάκκουλας, 1980, σ. 95, και C. Greweκαι H. RuizFabri, ό.π., σ. 363.
[47] «Η πολιτική ελευθερία απαντάται μόνο στις μετριοπαθείς διακυβερνήσεις. Αλλά δεν απαντάται πάντοτε σε αυτές. Απαντάται σε αυτές μόνον όταν δεν γίνεται κατάχρηση της εξουσίας∙ αλλά είναι πανάρχαια αλήθεια ότι κάθε άνθρωπος, όταν έχει εξουσία, ωθείται στο να την καταχραστεί, προχωρά μέχρις ότου συναντήσει φραγμούς…. Για να μην είναι δυνατή η κατάχρηση της εξουσίας πρέπει να διαταχθούν έτσι τα πράγματα ώστε η εξουσία να αναχαιτίζει την εξουσία» (Το Πνεύμα των Νόμων, Ενδέκατο βιβλίο, IV).
[48] «Παρά την αγάπη των ανθρώπων για την ελευθερία, παρά το μίσος τους για τη βία, οι περισσότεροι λαοί υποτάσσονται σ’ αυτήν. Δεν είναι δύσκολο να καταλάβουμε το γιατί. Για να στήσουμε μια μετριοπαθή διακυβέρνηση χρειάζεται να συνδυάσουμε τις εξουσίες, να τις διακανονίσουμε, να τις θέσουμε σε κίνηση∙ να τις μετριάσουμε∙ να προσδώσουμε, θα λέγαμε, ένα έρμα στη μία για να την καταστήσουμε ικανή να αντισταθεί σε μιαν άλλη∙ αυτό είναι ένα νομοθετικό αριστούργημα που τύχη σπάνια το κατορθώνει και σπάνια αφήνεται η φρόνηση ελεύθερη να το φτιάξει» (Το Πνεύμα των Νόμων, βιβλίο πέμπτο, XIV).
[49] Βλ. από τα γαλλικά εγχειρίδια, Fr. Hamon – M. Troper, Droit Constitutionnel, 29e éd., L.G.D.J., σ. 97, D. Turpin, Droit constitutionnel, P.U.F., 1994, σ. 175, Con. Grewe – H. Ruiz Fabri, Droits constitutionnels européens, PUF, σ. 362. Και από ελληνική βιβλιογραφία, ειδικά για τη διάκριση δεσποτικής εξουσίας και συνταγματικού πολιτεύματος τις γλαφυρές σελίδες, Ν.Ι. Σαρίπολου, Πραγματεία του Συνταγματικού Δικαίου, 1851, σ. 89 και 93, καθώς και τις αντίστοιχες αναλύσεις του σ. Γ. Βλάχου, ό.π., σ. 123 επ. Κυρίως όμως Αλ. Σβώλο, Το νέον Σύνταγμα και αι βάσεις του πολιτεύματος, σ. 278, όπου διαβάζουμε ότι αυτό που διατρέχει και συνέχει την αρχή της διάκρισης των εξουσιών είναι: «η συνείδησις ότι την ελευθερίαν του λαού και την κυριαρχίαν του νόμου ηγγυάτο μόνον η διάκρισις των εξουσιών και η δια της αμοιβαίας αντιστάσεως και της τιμωρίας παρεμπόδισις οποιουδήποτε απολυταρχισμού». Και για τη σημασία και τα είδη του αμοιβαίου ελέγχου μέσω της διάκρισης και διασταύρωσης των εξουσιών, Αρ. Μάνεση, Αι εγγυήσεις τηρήσεως του Συντάγματος, σ. 387 και σ. 390: «Ο αμοιβαίος έλεγχος των κρατικών οργάνων θεσπίζεται και υπό την μορφή της αλληλοεξαρτήσεως και αλληλοεπιδράσεως» ή ακόμη μέσω της σύμπραξής τους για την έκφραση ορισμένης κρατικής θελήσεως.
[50] Francis Délperée, Le Droit constitutionnel de la Belgique, Bruylant, 2000, σ. 731.
[51] Αλ. Σβώλος, Το νέον Σύνταγμα, σ. 291.
[52] Αλ. Σβώλος, Το νέον Σύνταγμα, σ. 281.
[53] Έτσι ο Δ. Δημούλης, ό.π, σ. 120-122. Τη θέση αυτή φαίνεται να ασπάζεται και η Ι. Καμτσίδου, Η διάκριση και η διασταύρωση των εξουσιών ως εγγύηση τηρήσεως του Συντάγματος, Χαρμόσυνο Αριστόβουλου Μάνεση, Ι., Εκδ. Σάκκουλα, Θεσσαλονίκη, 1994, σ. 303 και 309, χαρακτηρίζοντας την διασταύρωση, ερμηνεύοντας τον Μάνεση, ‘συνταγματικά θεμιτή τεχνική άσκησης της κρατικής εξουσίας’.
[54] Για τη σημασία και αναγκαιότητα των «αντιβάρων» στο πολιτικό μας σύστημα βλ. Ν. Αλιβιζάτου, Ο αβέβαιος εκσυγχρονισμός, Πόλις, 2001, σ. 219 επ.
[55] Την ιδέα αυτή έχει διεξοδικά και διεισδυτικά αναλύσει σε μας ο Αλ. Σβώλος, ΣυντΔικ, 1934, σ. 313 και 315, του ίδιου, Το νέον Σύνταγμα, 1928, σ. 293 επ.
[56] Τη θεσμική σημασία και χρησιμότητα των «αντιβάρων» έχει αναδείξει σε μας με αφορμή τόσο την αναθεώρηση του 1986 όσο και εκείνη του 2001 ο Ν. Αλιβιζάτος στα έργα του.
[57] Βλέπε και πιο κάτω.  
[58] Επ’ αυτού εκτενέστερα το κεφάλαιο της διάκρισης των εξουσιών, ως συνταγματικής αρχής, και από τη βιβλιογραφία ως αφετηρία την κλασσική μελέτη του Απόστολου Παπαλάμπρου, Η έννοια της αρχής της διακρίσεως των εξουσιών, MélangesAl. Svolos, Αθήναι, 1960, σ. 333-370.
[59] Ο Μάνεσης είχε και αυτός προσχωρήσει στην άποψη της πολιτικής παρακμής της διάκρισης των εξουσιών, γράφοντας ότι «η αρχή της διάκρισης των εξουσιών έχει αποβάλει την παλαιάν αίγλην της ως πολιτικού δόγματος απολύτου αξίας. Ως μέθοδος όμως περιορισμού και ελέγχου των ασκούντων την κρατικήν εξουσίαν είναι αναμφιβόλως χρήσιμος» (Συνταγματικόν Δίκαιον, Πανεπιστημιακαί παραδόσεις, 1967, Σάκκουλας, σ. 360), του ίδιου, Αι εγγυήσεις τηρήσεως του Συντάγματος, ΙΙ, σ. 363, όπου η κριτική που ασκείται είναι οξύτερη: «Πρόκειται αληθώς περί ‘εγγενών’ αδυναμιών, αι οποίαι αποκαλύπτουν τον πλασματικόν χαρακτήρα της κλασσικής αρχής της τριαδικής εν αντιστοιχία ουσιαστικής και οργανικής διακρίσεως των εξουσιών και μαρτυρούν, άπαξ έτι, περί της σχετικότητος της σημασίας της ως οργανωτικής βάσεως του κράτους και ως μεθόδου περιορισμού των ασκούντων την κρατικήν εξουσίαν». Τη σύνθετη, τελικά, θέση του Μάνεση σχετικά με την πολιτική και συνταγματική σημασία της διάκρισης των εξουσιών, αναλύει η Ιφ. Καμτσίδου, Η διάκριση και διασταύρωση των εξουσιών, ως εγγύηση τηρήσεως του Συντάγματος, ‘Χαρμόσυνο Αριστόβουλου Μάνεση’, Εκδ. Σάκκουλα, Θεσσαλονίκη, 1994, σ. 303-313.
[60] Συνοπτική παρουσίαση των απόψεων αυτών βρίσκει κανείς στην πρόσφατη μελέτη του J. Ph. Feldman, La séparation des pouvoirs et le constitutionnalisme. Mythes et réalités d’une doctrine et de ses critiques, στονιστότοπο: http://www.droitconstitutionnel.org, καθώς και στην πιο πρόσφατη μελέτη, της Marie-Laure Gély, La séparation des pouvoirs: Discussion autour d’un dogme constitutionnel, σε ‘Le Droit figure du droit politique’, Etudes offertes au professeur M. Miaille, Faculté de droit de Montpellier, Montpellier, 2008, v. Ι, σ. 821-841.
[61]Σε αυτό το συμπέρασμα καταλήγει η γαλλίδα συνταγματολόγος Armel Le Divellec, Le gouvernement parlementaire en Allemagne. Contribution à une théorie générale, Paris, L.G.D.J, 2004, στη μονογραφία της για το κυβερνητικό σύστημα στη Γερμανία.
[62] Βλέπε σχετικά την οξυδερκή κριτική που άσκησε με αφορμή τον κανόνα της διάκρισης των εξουσιών σε όλες αυτές τις θεωρήσεις που συγχέουν τον νομικό κανόνα με την κοινωνική πραγματικότητα και προσπαθούν να ερμηνεύσουν ισχύοντες κανόνες δικαίου με επιχειρήματα και παρατηρήσεις κοινωνιολογικού χαρακτήρα ο Δ. Δημούλης, ό.π., σ. 85-104, 180-181. Για τη διάκριση των εξουσιών ως κανόνα δικαίου θα ασχοληθούμε στο δεύτερο μέρος
[63] Έτσι τελικά, oΓιάννης Τασόπουλος, Τα θεσμικά αντίβαρα της εξουσίας και η αναθεώρηση του Συντάγματος, ‘Δίκαιο και Κοινωνία τον 21ο αιώνα’, Εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, 2007, passim.
[64] Fr. Delpérée, Le Droit Constitutionnel de la Belgique, Bruylant ,  2000, σ. 728.
[65] Ειδικά για την ανάγκη ‘νέας ερμηνείας’ της αρχής, μαζί με ενδιαφέρουσες ερμηνευτικές προτάσεις, βλ. Sophievan Bijsterveld, The Empty Throne, Democracy and the Rule of Law in Transition, Lemma, Utrecht, 2002, σ. 138, 141, 156, 181 και 185. Για την επικαιρότητας της αρχής και για τη σημασία της σήμερα D. Turpin, Droitconstitutionnel, P.U.F., 1994, σ. 178 και 192.
[66] Fr. Delpérée, Le Droit Constitutionnel de la Belgique, σ. 728 επ.
[67] Για τη διασταύρωση των λειτουργιών βλέπε κυρίως, Αρ. Μάνεση, Εγγυήσεις τηρήσεως του Συντάγματος, ΙΙ, 1965, σ. 380 επ. 
[68] Από την σχετικά πρόσφατη βιβλιογραφία τις μελέτες στο συλλογικό τόμο, Laséparationdespouvoirs. Théorie contestée et pratique renouvelée, (sous la dir. de Alain Pariente), Dalloz, 2007 καιειδικάτημελέτητου Slobodan Milacic, De la séparation des pouvoirs à l’idée des contre- pouvoirs, σ. 31-57 (36).
[69]Βλέπε για παράδειγμα από την πρόσφατη γαλλόφωνη βιβλιογραφία P. Avril, La séparation des pouvoirs est-elle un concept opératoire, Congrés Association Française de Droit Constitutionnel, 25-27 septembre 2008, http://www.droitconstitutionnel.οrg. Και ειδικά για την ανάγκη ανανοηματοδότησης της αρχής κυρίως μέσα από τη δημιουργία αντιβάρωνή αντιεξουσιών με παράδειγμα την Γαλλία, τημελέτητης Marie-Laure Gély, La séparation des pouvoirs: Discussion autour d’un dogme constitutionnel, ό.π., σ. 832. Από ελληνική βιβλιογραφία την εκτενή μελέτη, με επίκεντρο την αναθεώρηση του Συντάγματος που είχε ξεκινήσει το 2006 αλλά διακόπηκε πρόωρα, του Γιάννη Τασόπουλου, Τα θεσμικά αντίβαρα της εξουσίας και η αναθεώρηση του Συντάγματος, ‘Δίκαιο και Κοινωνία τον 21ο αιώνα’, Εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, 2007.
[70] Βλέπε πιο κάτω.
[71] Αντ. Μανιτάκης, Κράτος δικαίου και έλεγχος της συνταγματικότητας των νόμων, σ. 339.
[72] Τη σημασία αυτού του θεσμικού ‘έθους’ ή ‘ήθους’ που αναδύεται από την αρχή της διάκρισης των εξουσιών, πιστεύω, ότι υποτίμησε ο Γιάννης Τασόπουλος στην εκτενή μελέτη του για τα θεσμικά αντίβαρα της εξουσίας, τα οποία ενώ εντόπισε και υπέδειξε στο δικαιο-πολιτικό επίπεδο και παρόλο που στην αρχή της μελέτης του υπογράμμισε την κανονιστική δεσμευτικότητα των αντιβάρων (σ. 16), («νομικοί φραγμοί που υπακούουν σε συγκεκριμένες ηθικοπολιτικές αρχές και αξίες»), στη συνέχεια δεν αξιοποίησε όσο θα περίμενε κανείς την θέση του αυτή, παρασυρόμενος προφανώς από τις απαιτήσεις και τη λογική μιας μελέτης που στόχο της είχε να κάνει υποδείξεις συνταγματικής πολιτικής και όχι να δείξει τους ‘συνταγματικούς ή ηθικοπολιτικούς κανόνες που απορρέουν από την αρχή της διάκρισης των εξουσιών. Τα θεσμικά αντίβαρα, υπάρχοντα ή μελλοντικά, έμειναν έτσι χωρίς σαφή και χωρίς στέρεα κανονιστική θεμελίωση.
[73] D. Durpin, Droit constitutionnel, σ. 192.
[74] Βλέπε πιο πάνω σ. …
[75] Με τον όρο faculté destatuer ο Μοντεσκιέ εννοεί ‘το δικαίωμα να αποφασίζει (θεσπίζει) κανείς από μόνος του ή να διορθώνει αυτό που έχει διαταχθεί από άλλον’, και faculté dempêcher ‘το δικαίωμα να ακυρώνει (εμποδίζει) κανείς τις αποφάσεις που έχουν παρθεί από άλλον’, Το Πνεύμα των Νόμων, βιβλίο ΧΙ, κεφ. VI (ελληνική μετάφραση, Π. Κονδύλη, Κ. Παπαγιώργη, Γνώση, 2006, σ. 292).
[76]VladConstantinesko – StéphanePierré-Caps, Droitconstitutionnel, 2e éd., PUF, 2006, σ. 195. Είναι χαρακτηριστικό της δυνατότητας της μετάλλαξης της αρχής, πάντα όμως στο πλαίσιο του αρχικού νοήματός της, που είναι ο αμοιβαίος έλεγχος και η ανάσχεση της μιας εξουσίας από την άλλη, οι διπλές ή τριπλές εξουσίες/λειτουργίες που ασκεί η Βουλή, η οποία ενώ στο άρθρο 26 περιγράφεται ως νομοθετικό όργανο, και θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει κατά τρόπο αποκλειστικό, σε άλλες όμως συνταγματικές διατάξεις ορίζεται ως όργανο ‘ελεγκτικό’. Έτσι η Βουλή ασκώντας κοινοβουλευτικό έλεγχο ελέγχει την κυβέρνηση με ερωτήσεις και επερωτήσεις ή αναφορές. Ασκεί όμως κοινοβουλευτικό έλεγχο μέσω των αρμόδιων κοινοβουλευτικών επιτροπών και στις ανεξάρτητες αρχές βάσει του άρθρου 101Α Σ.
[77] Βλέπε σχετικά, Ιφιγένεια Καμτσίδου, Η αρχή της διάκρισης των εξουσιών και οι Ανεξάρτητες Διοικητικές Αρχές, ΤοΣ 1999, σ. 543 και ειδικά για την φύση της ασκούμενης από τις ΑΔΑ κρατικής λειτουργίας και την ένταξή τους στην αρχής της διάκρισης των εξουσιών με υπέρβαση αλλά όχι άρνηση του βασικού λειτουργικού νοήματός τους που είναι ο αμοιβαίος έλεγχος των εξουσιών βλ. Τάκη Βιδάλη, Τυπική και ουσιαστική διάκριση των λειτουργιών; Το θεμέλιο των ανεξάρτητων αρχών στο πολίτευμα, ΤοΣ 2003, σ. 783 επ. (792).
[78] Για τα ζητήματα που ανακύπτουν από τη «συναρμογή» των ανεξάρτητων αρχών με την αρχή της διάκρισης των εξουσιών βλέπε Ξ. Κοντιάδη, Η σχέση πολιτικών κομμμάτων και Ανεξάρτητων Αρχών μεταξύ έντασης και συμπληρωματικότητας’ σε Δημοκρατία, κοινωνικό κράτος και Σύνταγμα στην ύστερη νεωτερικότητα, Παπαζήση, 2006, σ. 69-108 (90).
[79] Βλ. κυρίως την κλασσική στο είδος της μονογραφία του R. Dahl, Dilemas of Pluralistre Democracy, Yale University Press, 1982 σ. 31-54 Από την σχετικά πρόσφατη βιβλιογραφία τη μελέτη του Slobodan Milacic, De la séparation des pouvoirs à l’idée des contre- pouvoirs, σ. 31-57, (38) σε ‘La séparation des pouvoirs. Théorie contestée et pratique renouvelée’, (sous la dir. de Alain Pariente), Dalloz, 2007, Sophie van Bijsterveld, The Empty Throne, Democracy and the Rule of Law in Transition, Lemma, Utrecht, 2002, σ. 178 και 182. και G.H.Flantz,La signification de la séparation des pouvoirs dans le développement du constutionnalisme et dans les constitutions contemporaines, στο συλλογικό τόμο «Le constitutionnalisme aujourd’hui», Paris, Economica, 1984, σ. 91-107.
[80]. Τη σύγχρονη σημασία της αρχής της διάκρισης των εξουσιών και το μετασχηματισμό του νοήματός της αναπτύσσει διεξοδικά ο ιταλός πολιτειολόγος G. Silvestri, PoteridelloStato (divisionedei), EnciclopediadelDiritto, t. XXXIV, Milano, 1985, σ. 710-713, στον οποίο βασίζονται ορισμένες από τις ιδέες που ακολουθούν. Γιατοίδιοθέμαπρβλ. Aug. Cerri,Poteri (divisione dei), Enciclopedia Giuridica, 1991, Istituto della Enciclopedia Italiana, Roma, σ. 5.
[81].G. Silvestri,ό.π., σ. 713.
[82]. Για τα ζητήματα αυτά και ειδικότερα για τη σύγχρονη σημασία του κράτους δίκαιου, βλ. Αντ. Μανιτάκη, Η πολυσήμαντη επιστροφή του κράτους δικαίου, σε «Όψεις του κράτους δικαίου», Θεσσαλονίκη, Σάκκουλας, 1990, σ. 27-68 και από την αλλοδαπή βιβλιογραφία, M. Landau, La théorie constitutionnelle et l’organisation des pouvoirs aux Etats-Unis, στο «Le constitutionnalisme aujourd’hui» στο συλλογικό τόμο «Le constitutionnalisme aujourd’hui», Paris, Economica, 1984, ιδίως σ. 75 επ., και G. Flantz, ό.π., στον ίδιο τόμο, σ. 91-107.
[83]. Βλέπε αμέσως πιο κάτω και αναλυτικά στο δεύτερο μέρος.

 

Κ. Δ. ΤΣΑΤΣΟΣ – Α. Ι. ΜΑΝΕΣΗΣ Διάλογος τον οποίο αξίζει και πρέπει να συνεχίσουμε

Κωνσταντίνος Γερ.Γιαννόπουλος

Κ. Δ. ΤΣΑΤΣΟΣ – Α. Ι. ΜΑΝΕΣΗΣ Διάλογος τον οποίο αξίζει και πρέπει να συνεχίσουμε

Τι σχέση έχουν μεταξύ τους ο Κ. Δ. Τσάτσος και ο Α. Ι. Μάνεσης; Όσο κι αν είναι ευρέως γνωστό ότι και οι δύο σπούδασαν νομικά, υπήρξαν Καθηγητές της Νομικής Σχολής, ο πρώτος της Φιλοσοφίας του Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και ο δεύτερος του Συνταγματικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και αργότερα της Αθήνας κι έγιναν και οι δύο τακτικά μέλη της Ακαδημίας Αθηνών – ο πρώτος μάλιστα διατέλεσε όχι μόνο Πρόεδρός της αλλά και Πρόεδρος της Δημοκρατίας – δεν είναι, στις λεπτομέρειές τους, ευρέως γνωστές οι σχέσεις των δύο ανδρών. Πότε και πώς ο Κ. Δ. Τσάτσος και ο Α. Ι . Μάνεσης άνοιξαν μεταξύ τους διάλογο; Με ποια αφορμή; Πώς και για ποιο λόγο αυτό το διάλογο αξίζει και πρέπει να συνεχίσουμε; Πότε, πώς και από ποιους οι ιδέες του Καντ και του Μαρξ αναπτύχθηκαν στον ελληνικό νομικό χώρο και γιατί ζητείται η διαλεκτική σύνθεσή τους; Ποια είναι η πρόταση για μια συνταγματική οργάνωση του Κράτους με βάση τους κανόνες της διαλεκτικής σύνθεσης;

Με τη νέα αυτή μελέτη του ο συγγραφέας επιχειρεί να απαντήσει διεξοδικά στα πιο πάνω πέντε ερωτήματα. Πέντε είναι οι κεντρικές θέσεις των αναλύσεων του έργου:

Η πρώτη είναι ότι ο Κ. Τσάτσος και ο Α. Μάνεσης ανήκαν σε δύο εντελώς διαφορετικές μεταξύ τους σχολές σκέψης και προσέγγισης του Δικαίου και της Πολιτείας. Ο Κ. Τσάτσος ήταν εκείνος που ξεκίνησε από τον Καντ για να καταλήξει στο νεοκαντιανισμό και σε μια ιδεαλιστική θεώρηση του Δικαίου, της οποίας οι καταβολές βρίσκονται στη θεωρία των Ιδεών του Πλάτωνος, όπως η τελευταία αναπτύχθηκε από διαπρεπείς Νεοκαντιανούς. Μια θεωρία που, μεταξύ άλλων, κολάκευε στο έπακρο, λόγω της ελληνικής προέλευσής της, τους νεαρούς Έλληνες αστούς οι οποίοι είχαν καταφύγει κατά το μεσοπόλεμο στη Χαϊδελβέργη για να διδαχθούν και να μεταδιδάξουν στον τόπο μας, τη φιλοσοφία γενικότερα (Ι. Θεοδωρακόπουλος) και τη φιλοσοφία του δικαίου ειδικότερα (Κ. Τσάτσος). Ο Α. Μάνεσης ήταν εκείνος που ξεκίνησε από τον Α. Σβώλο και διά μέσου κυρίως του Ν. Πουλαντζά γνώρισε τον Μαρξ και τη σύγχρονη μαρξιστική φιλολογία, από την οποία επηρεάστηκε για να καταλήξει σε μια «κοινωνιολογική διαλεκτική μέθοδο προσέγγισης».

Η δεύτερη είναι ότι, αντίθετα απ’ ότι συνήθως πιστεύεται, η διαλεκτική σύνθεση των θέσεων του Ι. Καντ και του Μαρξ δεν είναι αδύνατη. Και τούτο όχι μόνο διότι οι δύο άνδρες ήσαν δύο έξοχα τέκνα του ευρωπαϊκού διαφωτισμού αλλά και διότι η θέση και η αντίθεση μεταξύ τους κρύβει μέσα της μια πλούσια διαλεκτική δυναμική την οποία εμείς οι επίγονοι πρέπει να αποκαλύψουμε και να συνεχίσουμε.

Η τρίτη είναι ότι, αντίθετα απ’ ό,τι επίσης πιστεύεται, η διαλεκτική σύνθεση της θέσης του Κ. Τσάτσου και της αντίθεσης του Α. Μάνεση δεν ήταν αδύνατη. Στάθηκε αδύνατη. Τούτο γιατί οι δύο άνδρες δεν ήταν σε θέση να υψωθούν σε ένα υψηλότερο επίπεδο σε σχέση με εκείνο στο οποίο στάθηκαν για να διαλεχθούν, να συμφωνήσουν αλλά και να διαφωνήσουν. Αυτό το επίπεδο δεν ήταν άλλο από εκείνο στο οποίο βρίσκεται κανείς, ευθύς ως μετατρέψει τις κατ’ αρχήν ετερώνυμες θέσεις του σε ομώνυμες, πράγμα το οποίο θα ήταν δυνατό στους δύο άνδρες, μόνο αν ήσαν σε θέση να αναχθούν προηγουμένως στις πρωτογενείς θέσεις του Καντ και του Μαρξ, από τους οποίους άντλησαν την κοσμοθεωρία τους, ώστε στη συνέχεια να συνθέσουν διαλεκτικά πρώτα τις απόψεις των δύο τελευταίων κι ύστερα τις δικές τους.

Η τέταρτη είναι ότι βάρος της συνέχισης του διαλόγου του Κ. Τσάτσου και του Α. Μάνεση πέφτει σε όλους εκείνους που αντιλαμβάνονται την πλούσια δυναμική που κρύβει αυτός ο διάλογος που άρχισε αλλά, για τον πιο πάνω λόγο, δεν κατέστη δυνατό να συνεχιστεί από τους αρχικούς διαλεγόμενους.

Και η πέμπτη είναι ότι μπορούμε, από σήμερα κιόλας, να αρχίσουμε να οραματιζόμαστε τον τρόπο με τον οποίο οι επίγονοί μας θα οργανώσουν συνταγματικά το Κράτος, αν τους αναθέσουμε τα καθήκοντα μιας οιονεί συντακτικής εξουσίας που άλλο σκοπό δεν θα έχει παρά μόνο, πώς να ασκήσει τα καθήκοντά της με βάση τις κατευθυντήριες γραμμές μιας ιδανικής διαλεκτικής σύνθεσης η οποία θα αναδείξει την, εν ελευθερία και δημοκρατία, ανάγκη ριζικού μετασχηματισμού του Κράτους και όχι την κατάργησή του.

Καταχώρηση: 15-04-2011     Κατηγορία: ΒΙΒΛΙΑ    

Ο ευρωπαϊκός μηχανισμός στήριξης. Ένας αποτυχημένος ζουρλομανδύας

Γιώργος Σταθάκης

Ο ευρωπαϊκός μηχανισμός στήριξης. Ένας αποτυχημένος ζουρλομανδύας

Ο μόνιμος μηχανισμός σταθερότητας (European Stability Mechanism), όπως και ο σημερινός προσωρινός (European Financial Stability Mechanism) δεν πείθει κανέναν. Το ίδιο και ο μηχανισμός δημοσιονομικής επιτήρησης, που θα πετύχει την αποφυγή δημιουργίας δημοσιονομικών ελλειμμάτων στο μέλλον και θα ολοκληρωθεί τον Ιούνιο. Δεν έπεισαν τις “αγορές”, τους “οίκους αξιολόγησης”, τις κυβερνήσεις και φυσικά τους πολίτες της Ευρώπης, για διαφορετικούς, προφανώς, λόγους τον καθένα.

Τι είναι όμως ο έκτακτος και ο μόνιμος μηχανισμός στήριξης; Είναι ένας μηχανισμός διαμεσολάβησης ανάμεσα στις χρεωμένες χώρες, που δεν μπορούν να δανειστούν από τις αγορές, και τις ίδιες τις αγορές. Ο μόνιμος μηχανισμός καλύπτει δανεισμό των χωρών μέχρι 500 δισ. Για τον λόγο αυτό θα έχει διαθέσιμα εν δυνάμει 700 δισ. Πραγματικό χρήμα θα συνεισφέρουν οι 27 χώρες – μέλη μόλις 80 δισ. – και αυτά σταδιακά, εντός πενταετίας. Τα 620 δισ. θα είναι εγγυήσεις. Ο μηχανισμός ουσιαστικά, όπως και τώρα, θα δανείζεται από τις αγορές όσα χρήματα χρειάζεται με όρους πιστοληπτικής αξιοπιστίας ΑΑΑ (λόγω των εγγυήσεων) και στη συνέχεια θα δανείζει τις χώρες με λίγο υψηλότερο επιτόκιο. Άρα το σχήμα είναι απλό. Δανείζεται ο μηχανισμός δεκαετή ομόλογα με 3% επιτόκιο και δανείζει στη συνέχεια τις χώρες με 4-5%. Αυτό γίνεται τώρα, το ίδιο θα γίνεται και μετά την 1η Ιανουαρίου του 2013 με τον μόνιμο μηχανισμό. Πρόκειται για μηχανισμό αναχρηματοδότησης του χρέους και όχι μηχανισμό “διάσωσης των οικονομιών” και με αυτήν την έννοια δεν είναι προφανές ότι παραβιάζει τη Λισσαβώνα. Οι χώρες συνεισφέρουν ελάχιστα χρήματα (μόλις 22 δισ. η Γερμανία σε μια πενταετία).

Η απόφαση της Ε.Ε. κάνει δύο ακόμα πράγματα. Πρώτον, μονιμοποιεί την παρουσία του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου. Σε κάθε προσφυγή χώρας στον μόνιμο μηχανισμό θα γίνεται δανεισμός με συμμετοχή του ΔΝΤ, άρα θεσμοθετείται το Μνημόνιο. Δεύτερον, οι ιδιώτες, που δανείζουν τις χώρες αυτές τώρα ή στο μέλλον, θα είναι συνυπεύθυνοι μέσω της υπογραφής, μαζί με το δάνειο, μιας αμοιβαίας συμφωνίας, που σημαίνει ότι θα συμμετέχουν στην αναδιαπραγμάτευση του χρέους μιας χώρας που θα προσφεύγει στον μηχανισμό, άρα θα συμμετέχουν και στις ζημίες σε περίπτωση αδυναμίας αποπληρωμής του χρέους. Ο τρόπος και η διαδικασία θα καθοριστούν στο μέλλον.

Τι σημαίνουν όλα αυτά για την Ελλάδα; Για την ώρα τίποτα. Για το μέλλον πολλά. Μονιμοποίηση του Μνημονίου και παρατεταμένη περίοδος ύφεσης. Η Ελλάδα έχει 350 δισ. χρέος, που λήγει, κατά μέσο όρο, σε 7 χρόνια. Η εξυπηρέτηση του χρέους, η αποπληρωμή του είναι προφανώς αδύνατη. Εδώ επενδύουν οι αγορές που έχουν στοιχηματίσει μαζικά στη χρεωκοπία ή την άμεση και ριζική αναδιάρθρωση του χρέους, με εκτεταμένη περικοπή του. Μπορεί να εξυπηρετεί θεωρητικά το χρέος της με κάτι της τάξης των 15-20 δισ. τον χρόνο, όταν αποκτήσει πρωτογενή πλεονάσματα στον προϋπολογισμό της. Άρα το χρέος πρέπει να επιμηκυνθεί σε διάστημα 15-20 χρόνων και να περικοπεί ώς έναν βαθμό.

Σήμερα το χρέος είναι πλέον συγκεντρωμένο. 110 δισ. είναι του προσωρινού μηχανισμού. 80 δισ. είναι στη δευτερογενή αγορά υποτιμημένα κατά 40% (ονομαστικής αξίας 120 δισ.), καθώς κάποιοι τα ξεφορτώνονται ήδη, έστω με μεγάλες απώλειες. Και 80-90 δισ. είναι στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, αγορασμένα ή υποθηκευμένα έναντι ρευστότητας που δίνεται κυρίως στις ελληνικές τράπεζες. Τα υπόλοιπα είναι σε ασφαλιστικά ταμεία, τράπεζες και ιδιώτες. Ο μηχανισμός επιτρέπει τον απευθείας δανεισμό και την αγορά νέων εκδόσεων ομολόγων της χώρας. Απαγορεύει τα άλλα δύο. Να αγοράσει ομόλογα από τη δευτερογενή αγορά ή και απευθείας από την Κεντρική Τράπεζα.

Η προτεινόμενη διαχείριση του χρέους από την τρόικα (και τον μηχανισμό) είναι η ακόλουθη: Τα 110 δισ. που πρέπει να αποπληρωθούν από το 2013 μέχρι το 2020, η Ελλάδα δεν θα μπορεί μάλλον να τα πληρώσει, άρα θα έχει τη δυνατότητα να τα αναχρηματοδοτήσει με νέα ομόλογα που θα αγοράζει ο μηχανισμός στήριξης. Τα 80 δισ. που είναι στη δευτερογενή αγορά η τρόικα λέει να αγοραστούν κατά ένα μέρος, μέσω ιδίων πόρων – από τα 50 δισ. δηλαδή των ιδιωτικοποιήσεων. Και τα του Τρισέ, μπορεί να αποτελέσουν αντικείμενο διαπραγμάτευσης στο μέλλον. Να ανταλλαγούν δηλαδή με νέες σειρές ομολόγων που θα εκδοθούν στο μέλλον. Το σχέδιο είναι αδύνατο, λόγω της αποτυχίας των στόχων του Μνημονίου και λόγω της “τιμωρίας” που επιφυλάσσει στη συνέχεια ο Μηχανισμός. Το αδιέξοδο είναι προφανές. Ούτε η Ελλάδα θα “χρεωκοπήσει” ούτε θα σωθεί από τον “ζουρλομανδύα” του μηχανισμού.

To άρθρο δημοσιεύθηκε στην Αυγή στις 3 Απριλίου του 2011.

Νεκρός ατομικισμός

Λίνα Παπαδοπούλου, επίκουρη καθηγήτρια Συνταγματικού Δικαίου στο Τμήμα Νομικής του ΑΠΘ

Νεκρός ατομικισμός

Σύμφωνα με προσχέδιο νόμου περί δωρεάς και μεταμόσχευσης οργάνων που δόθηκε προχθές στη δημοσιότητα και σε αντίθεση με την ισχύουσα σήμερα ρύθμιση, που προϋποθέτει γραπτή δήλωση της σχετικής βούλησης του δωρητή, δότες οργάνων μετά θάνατον θα τεκμαίρεται πως είναι όλοι, εκτός όσων έχουν ρητά δηλώσει το αντίθετο στον Εθνικό Οργανισμό Μεταμοσχεύσεων (ΕΟΜ). Πρόκειται για την άλλη όψη της απαγόρευσης δωρεάς οργάνων εν ζωή, με την εξαίρεση εκείνης προς συγγενικά ή πολύ αγαπημένα πρόσωπα. Στόχος των δύο ρυθμίσεων είναι προφανώς η αύξηση των διαθέσιμων μοσχευμάτων αφενός, δεδομένης της μειωμένης στην Ελλάδα εθελοντικής προσφοράς τους, και για λόγους αδράνειας και αδιαφορίας, αλλά και η καταπολέμηση της εμπορίας οργάνων λόγω ακριβώς της ελλιπούς διαθεσιμότητάς τους.

Το ερώτημα που εγείρεται είναι κατά πόσο το μοντέλο αυτό της εικαζόμενης συναίνεσης ανταποκρίνεται μεν στην αυξημένη ζήτηση μοσχευμάτων, παραβιάζει όμως το δικαίωμα στην αυτοδιάθεση και την ανθρώπινη αξιοπρέπεια του νεκρού. Το επιχείρημα εντάσσεται στο πνεύμα ενός διαδικαστικού φιλελευθερισμού και ενός απόλυτου ατομικισμού, στη βάση των οποίων βρίσκεται η πεποίθηση πως το άτομο έχει το απόλυτο δικαίωμα να διαφεντεύει το σώμα του όχι μόνο εν ζωή -αυτό δεν αμφισβητείται- αλλά και μετά θάνατον.
Το επιχείρημα είναι αβάσιμο για πολλούς λόγους: καταρχάς, ο αυτοκαθορισμός δεν ανατρέπεται, εφόσον υπάρχει η δυνατότητα αυτοεξαίρεσης. Το αντεπιχείρημα ότι η τελευταία θα επισύρει το κοινωνικό στίγμα προϋποθέτει αφενός τη δημοσιοποίηση, που δεν είναι αυτονόητη, αφετέρου την αναγνώριση της κοινωνικής αξίας της δωρεάς, και άρα την παιδαγωγική λειτουργία του νόμου που κάθε άλλο παρά ως αρνητική μπορεί να κριθεί.
Φιλελεύθερες αντιστάσεις ενεργοποιεί και η σκέψη ότι με τον τρόπο αυτό το σώμα μας καθίσταται μετά θάνατον περιουσία του κράτους ή πάντως της «κοινότητας» και των μελών της. Εδώ κρύβεται μία ακόμη αντίθεση μεταξύ διαδικαστικού και ουσιαστικού φιλελευθερισμού: ο πρώτος επιμένει στην ελευθερία του ατόμου να διαθέτει ό,τι του ανήκει, να δωρίζει ή και να πουλά -και εν ζωή;- ή όχι τα όργανά του· ο δεύτερος επιμένει στην ισότητα μέσα στην ελευθερία. Η τελευταία διασφαλίζεται όταν πρωταρχικές ανάγκες (όπως η υγεία και η σωματική ακεραιότητα) διασφαλίζονται πέραν της αγοράς, όταν κανείς βρίσκει χωρίς να αγοράσει και δεν του επιτρέπεται να πουλήσει ζωτικά όργανα.
Το τελευταίο επιχείρημα κατά της νέας ρύθμισης αφορά την ανθρώπινη αξία και αξιοπρέπεια. Τέτοιες «απολαμβάνει» βεβαίως και ο νεκρός, όχι όμως στην έκταση και με το περιεχόμενο που οι αρχές αυτές αναπτύσσουν στην περίπτωση του ζώντος ανθρώπου. Η αφαίρεση των οργάνων, έτσι, μετά θάνατον δεν συνιστά μια τόσο βαριά βλάβη, ώστε να μπορεί να καταφαθεί προσβολή της αξιοπρέπειας του νεκρού. Εξάλλου, η τελευταία συνιστά μια κοινωνική κατασκευή και αν ?όπως ισχυρίζονται οι πολέμιοι της ρύθμισης? η δωρεά αποκτήσει κοινωνική αξία, τότε τυχόν εμφανή σημάδια της σε ένα νεκρό σώμα θα προσδίδουν αξία και αξιοπρέπεια και δεν θα αφαιρούν.
Συνεπώς, η στάθμιση μεταξύ της παρέμβασης στην ιδιωτική αυτονομία διά της «εικαζόμενης συναίνεσης» και της διασφάλισης της ζωής και της υγείας δεν μπορεί να ευνοεί έναν στείρο ατομικισμό που επιμένει και μετά θάνατον.
To άρθρο δημοσιεύθηκε την 1η Απριλίου του 2011 στην εφημερίδα «Έθνος».