Author Archives: Dimitris Tsiampouris

Κρίση εμπιστοσύνης και σύστημα κυρίαρχου κόμματος: Πλευρές του πολιτικού ανταγωνισμού από τις εκλογές του 2023 έως σήμερα*

Κώστας Ελευθερίου, Επίκουρος καθηγητής τμήματος Πολιτικής Επιστήμης Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης και συντονιστής κύκλου πολιτικής ανάλυσης Ινστιτούτου Εναλλακτικών Πολιτικών ΕΝΑ

Η δημόσια συζήτηση που έχει ανακύψει γύρω από το ενδεχόμενο αλλαγής του εκλογικού νόμου έρχεται, εκ των πραγμάτων, να αντιμετωπίσει ζητήματα που απορρέουν από την τρέχουσα κρίση εμπιστοσύνης και εκπροσώπησης. Μια κρίση που έχει υπονομεύσει σε σημαντικό βαθμό την κυρίαρχη θέση του κυβερνώντος κόμματος στον πολιτικό ανταγωνισμό. Το τρίπτυχο «κυβερνησιμότητα – σταθερότητα – υπευθυνότητα» προβάλλεται εκ νέου ως το βασικό αξιακό πλαίσιο, το οποίο καλούνται να υπηρετήσουν τόσο το κυβερνών κόμμα όσο και, ενδεχομένως, η αξιωματική αντιπολίτευση. Στο πλαίσιο αυτό, επιδιώκεται η ενίσχυση της θεσμικής αξιοπιστίας του πολιτικού συστήματος, ώστε να αποτραπεί η περαιτέρω ενίσχυση των αντισυστημικών και αντισυμβατικών τάσεων που φαίνεται να αποκτούν αυξημένη απήχηση στη σύγχρονη ελληνική κοινωνία. Παρά ταύτα, τίθεται το εύλογο ερώτημα κατά πόσο μια τεχνικού χαρακτήρα θεσμική παρέμβαση, όπως η μεταβολή του εκλογικού συστήματος, μπορεί πράγματι να επιλύσει προβλήματα που πηγάζουν από τη λειτουργική δυσχέρεια του πολιτικού συστήματος ή να αναστρέψει βαθύτερες κοινωνικές και πολιτικές στάσεις που διαμορφώνονται στην κοινή γνώμη. Υπό αυτήν την έννοια, έχει ιδιαίτερη σημασία να αποκτήσουμε μια σαφή και τεκμηριωμένη εικόνα του πολιτικού ανταγωνισμού μετά τις εκλογές του 2023, προκειμένου να καθοριστούν τα όρια και οι προϋποθέσεις μέσα στα οποία μπορεί να διεξαχθεί μια ουσιαστική και παραγωγική συζήτηση για το εκλογικό σύστημα. Διότι, το εκλογικό σύστημα δεν αποτελεί απλώς προϊόν πολιτικής πρωτοβουλίας των κομματικών ελίτ ή αντανάκλαση ενός συγκεκριμένου συσχετισμού δυνάμεων, αλλά ταυτόχρονα αντικατοπτρίζει βαθύτερες κοινωνικές αντιλήψεις και συλλογικές προσδοκίες των ψηφοφόρων σχετικά με τη φύση και τη λειτουργία της δημοκρατικής εκπροσώπησης.

Το άμεσο αποτέλεσμα των εκλογών του 2023 ήταν η δημιουργία των προϋποθέσεων για τη διαμόρφωση για πρώτη φορά ενός συστήματος κυρίαρχου κόμματος στον ελληνικό πολιτικό ανταγωνισμόii. Υπενθυμίζεται ότι από το 1981 ως το 2009 στην Ελλάδα επικρατεί ένας δικομματισμός που βασίζεται σε εναλλαγή ανάμεσα σε μονοκομματικές κυβερνήσεις (με την εξαίρεση του 1989-1990) και με την ύπαρξη κομμάτων εξ αριστερών και εκ δεξιών (από το 2007 και μετά), τα οποία, ωστόσο, δεν επηρεάζουν τον σχηματισμό κυβερνήσεων και ως εκ τούτου δίνουν έμφαση στη διαμαρτυρία και στον έλεγχο συγκεκριμένων κοινωνικών ακροατηρίων. Η πολιτική κρίση, ως διάβρωση της κοινωνικής αποδοχής του πολιτικού δεσπόζοντος ρεύματος εκκινεί πρακτικά από τις εκλογές του 2007, όπου διαπιστώνεται και η ανάδυση ενός διακριτού αντιδικομματικού συναισθήματος και σε πολύ μεγάλο βαθμό μετασχηματίζεται σε κρίση εκπροσώπησης και νομιμοποίησης από το 2010 διαμέσου του καταλύτη της οικονομικής κρίσηςiii. Η απαξίωση των κομμάτων του δεσπόζοντος ρεύματος και ειδικά του ηγεμονικού ΠΑΣΟΚ οδηγεί στον «εκλογικό σεισμό» του 2012, ο οποίος αφενός κατακερματίζει το κομματικό σύστημα και τις εκλογικές βάσεις των μεγάλων κομμάτων και αφετέρου οδηγεί σε μία ριζική αλλαγή του εναλλακτικού πόλου στον πολιτικό ανταγωνισμό, όπου τη θέση του ΠΑΣΟΚ λαμβάνει πλέον το κόμμα του ΣΥΡΙΖΑiv.

Καθόλη την περίοδο από το 2012 ως το 2019 το σύστημα είναι πολυκομματικό, καθώς έχει να διαχειριστεί την αστάθεια που προκάλεσε η διαχείριση τριών μνημονιακών προγραμμάτων. Σε επίπεδο πολιτικών διαιρέσεων, όμως, ως το 2015 χαρακτηρίζεται από τη διαίρεση ανάμεσα στο μνημόνιο και το αντιμνημόνιο, όπου ένα πολυπρόσωπο κοινωνικό και πολιτικό μπλοκ με κινηματική ενεργοποίηση ενάντια στη λιτότητα και τη μνημονιακή εποπτεία συνιστά τη βάση του αιτήματος του ΣΥΡΙΖΑ για την εξουσία. Από το 2015 και μετά, η εκ των πραγμάτων ακύρωση του αντιμνημονιακού προτάγματος λόγω της υιοθέτησης του τρίτου προγράμματος από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, επιτρέπει στη ΝΔ υπό την ηγεσία του Κυρ. Μητσοτάκη να συγκροτήσει ένα νέο κοινωνικοπολιτικό μπλοκ το οποίο αυτοτοποθετείται ως αντιΣΥΡΙΖΑ και αναφέρεται στην ανάγκη επανάκαμψης του πολιτικού δεσπόζοντος ρεύματος στην εξουσία. Το λεγόμενο αντιΣΥΡΙΖΑ μέτωπο συνθέτει τις δυνάμεις του τέως δικομματισμού, τμημάτων της ανανεωτικής Αριστεράς και της Ακροδεξιάς υπό την κυριαρχία της μητσοτακικής ΝΔ και κατορθώνει ουσιαστικά να απομονώσει τον ΣΥΡΙΖΑ από οποιασδήποτε δυνατότητα συμμαχιακής σύμπλευσηςv. Θέτοντας τα προτάγματα της κανονικότητας και της υπευθυνότητας κερδίζει τις εκλογές του 2019, οι οποίες χαρακτηρίστηκαν από την πρόσκαιρη, όπως φάνηκε, αναβίωση ενός ατελούς δικομματισμούvi.

Η πολιτική κυριαρχία της ΝΔ από το 2019 και μετά εν πολλοίς συμπυκνώνεται σε τρία στοιχεία: πρώτον, στη δυνατότητά της να μονοπωλεί τον χώρου του δεσπόζοντος ρεύματος εμφανιζόμενη ως κατεξοχήν δύναμη του κέντρου και απορροφώντας μεγάλο μέρος του στελεχιακού δυναμικού του εκσυγχρονιστικού ΠΑΣΟΚ· δεύτερον, επιταχύνοντας έτι περαιτέρω διαμέσου του μηχανισμού του λεγόμενου «επιτελικού κράτους» στη διόγκωση του εκτελεστικού βραχίονα, στη συγκεντροποίηση της άσκησης δημόσιας εξουσίας και στην εν τοις πράγμασι εξουδετέρωση των υπαρχόντων θεσμικών αντιβάρων· και τρίτον, ενεργοποιώντας διαρκώς τη μνήμη του αντιΣΥΡΙΖΑ μετώπου. στην προώθηση ενός συγκεκριμένου αφηγήματος γύρω από τη διακυβέρνηση της περιόδου 2015-2019 που απομόνωνε τον ΣΥΡΙΖΑvii. Σε όλα αυτά καθοριστικό ρόλο έπαιξαν και άλλες δύο παράμετροι: από τη μία πλευρά η πανδημική κρίση που επέτρεψε αυταρχικές μεθόδους διακυβέρνησης, αλλά και έναν ιδιότυπο διανεμητισμό που βασίστηκε σε ευρωπαϊκούς πόρους και δεν επέτρεψε μια κάποιου είδους οικονομική επιδείνωση που θα συνέβαλλε στην απονομιμοποίηση της κυβέρνησης. Και από την άλλη πλευρά, η στρατηγική αμηχανία του ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος ταλαντευόταν ανάμεσα σε μία ρητορική στροφή προς το Κέντρο και σε μία καταστροφολογική ρητορική που δεν αντιστοιχούσε στις συλλογικές αντιλήψεις της πρώτης κυβερνητικής θητείας της ΝΔ. Για αυτόν τον λόγο η ΝΔ κατόρθωσε να επιτύχει το 2023 εντυπωσιακά υψηλά ποσοστά με δύο διαφορετικής λογικής εκλογικά συστήματα, επιβεβαιώνοντας την έως τότε τάση ανάδειξής της σε κυρίαρχο κόμμα.

Σε τί συνίσταται ένα σύστημα κυρίαρχου κόμματος;

Πρόκειται για ένα κομματικό σύστημα, το οποίο χαρακτηρίζεται από ένα κυρίαρχο κόμμα μίας ισχυρής ή σχετικά ισχυρής πλειοψηφίας που συνήθως συγκροτεί μονοκομματική κυβέρνηση, το οποίο έχει να αντιμετωπίσει μία οργανωτικά και ιδεολογικά κατακερματισμένη αντιπολίτευση. Κρίσιμος εμπειρικός δείκτης για ένα τέτοιο σύστημα είναι το ποσοστό του δεύτερου κόμματος να κινείται στο μισό του ποσοστού του πρώτου κόμματος. Για να μπορούμε να μιλήσουμε για την παγίωση ενός τέτοιου συστήματος πρέπει το αντίστοιχο κόμμα να έχει επικρατήσει σε τρεις συνεχόμενες εκλογικές αναμετρήσεις. Επί της ουσίας, αυτού του είδους η κυριαρχία έχει ως προϋπόθεση το κυρίαρχο κόμμα να εκφράζει επί της ουσίας το πνεύμα μιας εποχής και ως τέτοιο να συνιστά ένα κόμμα-άξονα (pivot party), το οποίο να αποτελεί σημείο αναφοράς του κομματικού ανταγωνισμού καθώς και να διαθέτει και κόμματα-δορυφόρους ως δυνητικούς συμμάχους σε περιπτώσεις που δεν δύναται να επιτύχει την απόλυτη πλειοψηφία. Κλειδί της κυριαρχίας είναι η μακροημέρευση του κατακερματισμού της αντιπολίτευσης. Πότε υποχωρεί το κυρίαρχο κόμμα; Όταν ταλανίζεται από έντονες εσωκομματικές συγκρούσεις που παράγουν διασπάσεις, όταν φθείρεται από τη μακρόχρονη άσκηση εξουσίας και πρακτικές διαφθοράς και όταν η κατακερματισμένη αντιπολίτευση συνασπίζεται και προβάλλει ως εναλλακτικήviii.

Πώς έχει διαμορφωθεί, επομένως, σήμερα ο πολιτικός ανταγωνισμός;

Η πάγια στρατηγική της Νέας Δημοκρατίας για την κατάληψη του χώρου του κέντρου βασίστηκε εν πολλοίς στην πρόταξη ενός αντιΣΥΡΙΖΑ κινδύνου, στον οποίο συνομολογούσε μεγάλο μέρος όχι μόνο της κεντροαριστερής βάσης, αλλά και ακροατηρίων εκ δεξιών της ΝΔ. Στους κεντρώους αυτοπροβαλλόταν ως κόμμα υπεύθυνης διακυβέρνησης και κανονικότητας και στους ακροδεξιούς ως κόμμα υπεράσπισης εθνικών συμφερόντων. Και το 2019, αλλά κυρίως το 2023, κατόρθωσε να επιτύχει ένα υψηλό ποσοστό αφήνοντας την αντιπολίτευση κατακερματισμένη τόσο στα αριστερά (λόγω και της συνακόλουθης αυτοδιάλυσης του ΣΥΡΙΖΑ) όσο και στα δεξιά (όπου ενώ διαπιστώνεται η διευρυνόμενη διείσδυση ενός δεξιού-αυταρχικού προτάγματος δεν είχε τότε τουλάχιστον αναδειχθεί ένας πολιτικός δρων για να το μονοπωλήσει). Η Νέα Δημοκρατία ουσιαστικά κατόρθωσε να εμφανιστεί ως το κόμμα-εκφραστής του δεσπόζοντος ρεύματος, κυρίως ενσωματώνοντας πρώην ψηφοφόρους του ΠΑΣΟΚ και πολιτικά στελέχη του λεγόμενου «εκσυγχρονιστικού» ΠΑΣΟΚ. Η δυνατότητα της Νέας Δημοκρατίας να κινείται αμφίπλευρά προς το κέντρο και προς τα δεξιά της δίνει τη δυνατότητα να εδραιώνεται ως κόμμα-άξονας (pivot party)ix που καθοδηγεί τον κομματικό ανταγωνισμό. Το κρίσιμο, ωστόσο, στοιχείο είναι η ενσωμάτωση ενός μέρους του ΠΑΣΟΚ που της έδινε νομιμοποίηση σε ευρύτερα ακροατήρια. Και αυτή η συνθήκη εγκλωβίζει ουσιαστικά και το ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ σε μία θέση εγγύτερα προς την ΝΔ παρά προς τον χώρο της (κεντρο)Αριστεράς. Πρόκειται για ένα σύστημα που θα μπορούσε να αποκληθεί ως σύστημα του ενάμιση κόμματος ή σύμφωνα με τη διατύπωση του Άγγελου Χρυσόγελου «σύστημα του συμπυκνωμένου δικομματισμού»x. Πρόκειται για ένα χώρο που υπό προϋποθέσεις οριοθετεί το «συστημικό» με όλους, βέβαια, τους περιορισμούς και τις αμφισημίες του όρου «συστημικός».

Κρίσιμη παράμετρος αυτής της εδραίωσης συνιστά η αυτοδιάλυση του ΣΥΡΙΖΑ που εκκινεί με την αποχώρηση του Αλέξη Τσίπρα από την ηγεσία, τον τρόπο με τον οποίο μεθοδεύθηκε η μετάβαση του κόμματος σε μία νέα ηγετική ομάδα, οι δύο αλλεπάλληλες διασπάσεις και η αποσύνθεση της εκλογικής βάσης του κόμματος που προς το παρόν κατανέμεται σε πέντε συριζογενή κόμματα (σε αναμονή πλέον και του έκτου) xi. Η οικειοθελής παραχώρηση της αξιωματικής αντιπολίτευσης στον έτερο πόλο του συμπυκνωμένου δικομματισμού είχε ως άμεση πολιτική συνέπεια την παραβίαση της εντολής του 2023 (έστω και εάν ο ΣΥΡΙΖΑ είχε απομειωμένο ποσοστό) και ως δομική συνέπεια την εν τοις πράγμασι ακύρωση του πολιτικού αντιβάρου της αντιπολίτευσης, καθώς η νέα αξιωματική αντιπολίτευση δεν διαθέτει την εκλογική επιρροή για να λειτουργήσει ως εναλλακτική και άρα να αποκοπεί από το μπλοκ του συμπυκνωμένου δικομματισμού και πλέον προπορεύεται σε έναν πλήρως κατακερματισμένο κοινωνικοπολιτικό χώρο χωρίς να παρουσιάζει δυνατότητες κυριαρχίας. Αυτός ο κατακερματισμός και συσχετισμός δυνάμεων στον (κεντρο)αριστερό χώρο πρακτικά συντηρεί την κυριαρχία της Νέας Δημοκρατίας στο ελληνικό κομματικό σύστημα και της επιτρέπει να ασκεί εξουσία εν τη απουσία θεσμικών και πολιτικών αντιβάρων.

Βέβαια, όπως οτιδήποτε αφορά την πολιτική, το εν λόγω πλαίσιο πολιτικού ανταγωνισμού έχει να αντιμετωπίσει την κοινωνική δυναμική, η οποία ενίοτε υπερβαίνει και τους σχεδιασμούς, τις προβλέψεις ή ακόμα και τις αδράνειες των πολιτικών ελίτ. Καταρχάς η πληθωριστική ανάκαμψη της πρώτης κυβερνητικής θητείας Μητσοτάκη που βασίστηκε στη χαλάρωση των δημοσιονομικών περιορισμών λόγω πανδημίας και στους πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης, άρχισε πλέον να παράγει ακρίβεια στην εγχώρια κατανάλωση, η οποία ενισχύθηκε και από την περαιτέρω κλιμάκωση της τουριστικής κίνησης. Πρόκειται για εξέλιξη που προκαλεί εισοδηματικές απώλειες, στεγαστική κρίση και ένα αίσθημα σχετικής αποστέρησης που επιτείνει συναισθήματα απαισιοδοξίας γύρω από την οικονομική κατάστασηxii. Η δε αποκάλυψη υποθέσεων διαφθοράς, όπως του ΟΠΕΚΕΠΕ, αποκαλύπτει την εμπλοκή τμημάτων του κομματικού μηχανισμού της ΝΔ σε όλα τα επίπεδα του σε μεροληπτικού τύπου κατανομές πόρων που δημιουργούν, επίσης, μία αίσθηση insider/outsider ως προς την πρόσβαση στην όποια παραγόμενη ευημερία. Πρόκειται, επομένως, για διαδικασίες που φθείρουν το διαχειριστικό πλεονέκτημα της κυβέρνησης και υπονομεύουν το αφήγημα της «κανονικότητας» ή της «σταθερότητας» που υποστυλώνει το λεγόμενο πολιτικό μέινστριμ. Δεύτερον, η υπόθεση των Τεμπών σε όλες της τις διαστάσεις φανερώνει μία σύνδεση της διαχειριστικής ανεπάρκειας με την αυθαίρετη και πέραν αντιβάρων άσκηση εξουσίας, η οποία προσθέτει στην οικονομική δυσπραγία και τις θεματικές της διαφθοράς και του κράτους δικαίου ως κεντρικών για τη διαμόρφωση πολιτικών προτιμήσεων από τους πολίτες.

Στη συνάφεια αυτή εντοπίζουμε δύο αλληλένδετες τάσεις, οι οποίες τουλάχιστον σε επίπεδο στάσεων χαρακτηρίζουν τη δυναμική της πολιτικής συμπεριφοράς των πολιτών. Η μία τάση αφορά την ενίσχυση δυναμικών χαμηλής πολιτικής εμπιστοσύνης, η οποία δεν περιορίζεται στους «συνήθεις υπόπτους» (κόμματα, πολιτικοί, κοινοβούλιο), αλλά πλέον στρέφεται ενάντια και στις τρεις εξουσίες δημιουργώντας ένα γενικότερο κλίμα δυσπιστίας απέναντι στο πολιτικό σύστημα, που συμπυκνώνεται σε μία κρίση εμπιστοσύνης απέναντι στο ελληνικό κράτοςxiii. Αυτό φθείρει, προφανώς, το διαχειριστικό πλεονέκτημα του κυβερνώντος κόμματος και, το κυριότερο, τροφοδοτεί εχθρότητα απέναντι στο οτιδήποτε ορίζεται ή φαντάζει ως συστημικό ενώ ενισχύει απόψεις που αναζητούν ή έστω διευρύνουν αντισυμβατικές πολιτικές διεξόδους. Απόρροια της εν λόγω τάσης είναι η εν εξελίξει αποευθυγράμμιση ψηφοφόρων καταρχάς από τη Νέα Δημοκρατία (απώλεια ενός εκατομμυρίου ψηφοφόρων στις ευρωεκλογές του 2024) και η μερική αναευθυγράμμιση η οποία προς το παρόν είτε τροφοδοτεί την αδιευκρίνιστη ψήφο είτε κερματίζεται σε διάφορά κόμματα. Σε ένα περιβάλλον, ωστόσο, χαμηλής θετικής κομματικής ταύτισης και πιο ισχυρής αρνητικής κομματικής ταύτισης, το οποίο χαρακτηρίζεται από εγγενή ρευστότητα και πλειοψηφική επιθυμία στην κοινωνία για πολιτικές πρακτικές, ιδέες ή ακόμα και πολιτικά πρόσωπα εκτός του δεσπόζοντος ρεύματος, δεν είναι εύκολο να διαμορφωθούν σταθερές ευθυγραμμίσεις. Όλα αυτά ήταν παραπάνω από εμφανή στο καθοριστικό ορόσημο του Φεβρουαρίου 2025, όπου η ορμητική είσοδος του λαϊκού παράγοντα στην πολιτική διαδικασία κατέστησε σαφή την κρίση εμπιστοσύνης και εκπροσώπησης στο πολιτικό σύστημα που ουσιαστικά απονομιμοποιεί και το σύστημα κυρίαρχου κόμματος. Πλέον η Νέα Δημοκρατία φαίνεται να ελέγχει έναν συμπαγή πυρήνα εκλογικής επιρροής, ο οποίος συνιστά ένα υποσύνολο της πρότερης επιρροής της· παραμένει ωστόσο σε σχετικά κυρίαρχη θέση διότι προς το παρόν τουλάχιστον δεν φαίνεται να διαμορφώνεται μία εναλλακτική που θα ανατρέψει το προβάδισμα του κόμματος.

Κι εδώ προφανώς ερχόμαστε στο κρίσιμο ερώτημα, που αφορά τον εγχώριο πολιτικό ανταγωνισμό. Προς τα που θα κινηθεί η υπάρχουσα αντισυμβατική ψήφος; Στο πλαίσιο αυτό, διαφαίνονται δύο πιθανές εκβάσεις για το μέλλον του πολιτικού ανταγωνισμού στη χώρα, δεδομένων και των συνθηκών που επικρατούν σήμερα.

Η πρώτη είναι η έκβαση της μακρονοποίησης, κατά την οποία συντηρείται ένα κόμμα κεντρώας θεμελίωσης, που θα κατορθώνει να διασυνδέει τους δύο βασικούς συστημικούς πόλους, το οποίο θα πολιορκείται από μία κατακερματισμένη Αριστερά και από μία περισσότερο συμπαγή ακροδεξιά. Σε αυτό το σενάριο, το κεντρώο κόμμα θα επικαλείται διαρκώς τον ακροδεξιό κίνδυνο, ετεροκαθοριζόμενο, ωστόσο, από τη στρατηγική και τη δυναμική του ακροδεξιού πόλου. Η δεύτερη είναι η έκβαση της ιταλοποίησης, κατά την οποία θα υπάρχουν δύο αντιπαρατιθέμενα μπλοκ ένα δεξιό-αυταρχικό και ένα αριστερό-προοδευτικό, τα οποία θα χαρακτηρίζονται από εσωτερικό κατακερματισμό και ανάμεσα στα οποία το προβάδισμα θα έχει το πρώτο. Εδώ δεν αναφερόμαστε τόσο σε πολιτική κέντρου όσο σε πολιτική δεξιάς μετατόπισης στον κομματικό ανταγωνισμό, που θα λειτουργεί ενισχυτικά για την Ακροδεξιά. Και στα δύο σενάρια προκύπτει αφενός ενισχυμένη η ακροδεξιά και αφετέρου αποδυναμωμένη η αριστεράxiv.

Εν κατακλείδι και σε σχέση με την προβληματική για το εκλογικό σύστημα, θα πρέπει ενδεχομένως να συνειδητοποιήσουμε ότι σε μία φάση ριζικής αμφισβήτησης τόσο της δυνατότητας των κομμάτων να εκπροσωπούν τα αιτήματα και τις διεκδικήσεις της κοινωνίας όσο και της επάρκειάς τους στο να παρέχουν μια σταθερότητα διακυβέρνησης – όσο μπορούμε να μιλάμε για σταθερότητα στις κοινωνίες του μεταδημοκρατικού καπιταλισμού – δεν υπάρχουν «τεχνικές» λύσεις στην κρίση του πολιτικού συστήματος. Εάν δεν ανακτηθεί μέρος της απωλεσθείσας προς το πολιτικό σύστημα εμπιστοσύνης – το οποίο σημαίνει αναπροσανατολισμό των πολιτικών δρώντων σε πολιτικές πρακτικές που παράγουν δημοκρατικό νόημα για την κοινωνία – και αν δεν ανασυσταθεί μία δημοκρατική αντιπολίτευση που θα λειτουργεί ως αντίβαρο και ως εναλλακτική προς τη σημερινή κυβέρνηση, τότε οποιαδήποτε παρέμβαση – υπό τη μορφή ενδεχομένως μιας εκλογικής μεταρρύθμισης – θα επιτείνει παρά θα αντιμετωπίσει την κρίση. Η επιτυχής επιδίωξη ενός βραχυπρόθεσμού οφέλους μπορεί μακροπρόθεσμα να αποβεί μοιραία.

i Επίκουρος καθηγητής τμήματος Πολιτικής Επιστήμης Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης και συντονιστής κύκλου πολιτικής ανάλυσης Ινστιτούτου Εναλλακτικών Πολιτικών ΕΝΑ.

ii Yannis Tsirbas, ‘Towards a predominant party system: the May 2023 election in Greece’, South European Society and Politics, 28(2023), 207–230· Κώστας Ελευθερίου, «Οι εθνικές εκλογές του 2023 και ο κομματικός ανταγωνισμός στην Ελλάδα: προς ένα σύστημα κυρίαρχου κόμματος;», Εφημερίδα Διοικητικού Δικαίου, 2 (2024), 146 – 159.

iii Yiannis Tsirbas, “The Party Systemin The Oxford Handbook of Modern Greek Politics, K. Featherstone & D.A. Sotiropoulos (Oxford University Press, 2020)· Κώστας Ελευθερίου, Κρίση, κομματικό σύστημα, Αριστερά (Ινστιτούτο Εναλλακτικών Πολιτικών, 2024), 26-33.

iv Γιάννης Βούλγαρης και Ηλίας Νικολακόπουλος, επιμ., 2012: Ο διπλός εκλογικός σεισμός (Θεμέλιο, 2014)· Παναγιώτης Κουστένης, «Στο Λυκόφως (;) του Πράσινου Ήλιου: Συγκρότηση και Μετεξέλιξη της Εκλογικής Βάσης του ΠΑΣΟΚ, 1974-2015» στο ΠΑΣΟΚ 1974-2018: Πολιτική Οργάνωση, Ιδεολογικές Μετατοπίσεις, Κυβερνητικές Πολιτικές, επιμ. Β. Ασημακόπουλος και Χρ. Τάσσης (Gutenberg, 2018).

v Γεράσιμος Μοσχονάς και Άγγελος Σεριάτος, «Το αντι-ΣΥΡΙΖΆ ρεύμα: Συγκρότηση, εύρος και δυναμική» στο Η Εκλογική Συμπεριφορά των Ελλήνων: Ανάμεσα στα Μνημόνια και την Πανδημία, επιμ. Β. Αρανίτου, Β. Γεωργιάδου & Μ. Τσατσάνης (Gutenberg, 2022).

vi Γιάννης Μαυρής, «Εδραίωση και κάμψη του μεταπολιτευτικού δικομματισμού, 1981-2024», Τετράδια Πολιτικού Διαλόγου, Έρευνας και Κριτικής, 88-89 (2024-2025), https://www.mavris.gr/wp-content/uploads/2024/12/MAVRIS_DIKOMMATISMOS_TETRADIA.pdf.

vii Βλ. επίσης Angelos Chryssogelos, “New democracy and centre-right dominance in Greece: a new normal?” Southeast European and Black Sea Studies (2024), 1–17.

viii Matthijs Bogaards & Fracoise Boucek F. (eds.), Dominant Political Parties and Democracy: Concepts, measures, cases, and comparisons (Routledge, 2010)· R. Kenneth Carty, The Government Party: Political Dominance in Democracy (Oxford University Press, 2022).

ix Hans Keman, ‘The search for the centre: Pivot parties in West European party systems’, West European Politics, 17(1994), 124-148.

x Άγγελος Χρυσόγελος, «Δημοψήφισμα και Νέα Δημοκρατία δέκα χρόνια μετά: Η επικράτηση των ‘ηττημένων’» στο Δυστυχώς χρεοκοπήσαμε: Η Ελλάδα και τα μνημόνια, Β. Παναγιωτόπουλος, Γ. Βούλγαρης και Σ. Ριζάς (Το Βήμα, 2025).

xi Ελευθερίου, Κρίση, κομματικό σύστημα, Αριστερά, 278-308.

xiv Βλ. επίσης Ελευθερίου, Κρίση, κομματικό σύστημα, Αριστερά, 270-277.

* Εισήγηση στην Εκδήλωση του Ομίλου «Αριστόβουλος Μάνεσης» Εκλογικό Σύστημα και Πολιτικό Σύστημα: μεταξύ αντιπροσωπευτικότητας και «κυβερνησιμότητας», ΔΣΑ 17 Οκτωβρίου 2025

Εξέλιξη και μετεξέλιξη του εκλογικού συστήματος στην σύγχρονη Ελλάδα: Απο την προκρούστια κλίνη στο φάσμα του γόρδιου δεσμού*

Παναγιώτης Κουστένης, Επίκουρος Καθηγητής Πανεπιστημίου Κρήτης

Το εκλογικό σύστημα αποτέλεσε για πολλά χρόνια τον πλέον ασταθή παράγοντα του εκλογικού ανταγωνισμού στην Ελλάδα, καθώς από το 1926 μέχρι και το 1990 σπάνιο ήταν δύο διαδοχικές εκλογικές αναμετρήσεις να διεξαχθούν με τους ίδιους ακριβώς κανόνες για την κατανομή των εδρών.

Η διαπίστωση αυτή εδράζεται αρχικά στην εμπειρία του Μεσοπολέμου όπου η εναλλάξ εφαρμογή αναλογικής και πλειοψηφικού αποτέλεσε μόνιμο φαινόμενο, ενώ ο διπολισμός μεταξύ των δύο αυτών τύπων του εκλογικού συστήματος διατηρήθηκε σε γενικές γραμμές μέχρι και τα μέσα της δεκαετίας του 1950. Οι μεταβολές των εκλογικών συστημάτων συνεχίστηκαν βεβαίως και τα επόμενα χρόνια και δρομολογούνταν συνήθως λίγο πριν την επόμενη εκλογική αναμέτρηση, με βάση τα συμφέροντα της εκάστοτε κυβερνώσας πλειοψηφίας, θέτοντας έτσι, διαμέσου του κάθε φορά επιλεγέντος συστήματος, τους εκλογικούς συσχετισμούς στην «προκρούστεια κλίνη» των κομματικών σχεδιασμών.

1958-1985: Ενισχυμένη Αναλογική και κλιμακωτή εκπροσώπηση

Ωστόσο από το 1958 μέχρι και το 2004, σχεδόν όλα τα εκλογικά συστήματα, παρά τις συχνές αλλαγές των επιμέρους χαρακτηριστικών τους, υπάγονταν στον γενικότερο τύπο της «Ενισχυμένης Αναλογικής», τα κυριότερα τεχνικά χαρακτηριστικά της οποίας ήταν:

  1. Η ακολουθία του μοντέλου των διαδοχικών κατανομών, δηλαδή η διανομή των εδρών αρχικά (Α’ Κατανομή) στις (πρωτοβάθμιες) εκλογικές περιφέρειες με βάση το εκλογικό μέτρο και η διανομή των αδιάθετων εδρών σε Β’ Κατανομή (και κατόπιν σε Γ’) με βάση τους εκλογικούς συσχετισμούς μεταξύ των κομμάτων σε ευρύτερο γεωγραφικό επίπεδο (στις μείζονες-εφετειακές εκλογικές περιφέρειες και στο σύνολο της χώρας αντίστοιχα).

  2. Η διεξαγωγή της Β’ και Γ’ Κατανομής με βάση τα αθροιστικά σύνολα των ψήφων που είχαν λάβει τα κόμματα στις αντίστοιχες πρωτοβάθμιες περιφέρειες, με αποτέλεσμα οι δυσαναλογίες που προέκυπταν από την Α’ Κατανομή ουσιαστικά να αναπαράγονται (και εντέλει να ενισχύονται), ενώ επιπρόσθετα αντίστοιχη επίδραση είχε η ξεχωριστή κατανομή των εδρών Επικρατείας μετά το 1974.

  3. Η θέσπιση αρκετά υψηλών («ενισχυμένων») ορίων για τη συμμετοχή ενός κόμματος στην Β’ και Γ’ Κατανομή, που υιοθετήθηκαν για πρώτη φορά στον εκλογικό νόμο του 1951. Σε αυτά ακριβώς οφείλεται ο ψευδεπίγραφος όρος «Ενισχυμένη Αναλογική»1, που στη συνέχεια χαρακτήρισε όλα τα εκλογικά συστήματα, όπως διαμορφώθηκαν από το 1958 και μετά.

Η εφαρμογή ενός εκλογικού συστήματος τέτοιου τύπου, τουλάχιστον μέχρι το 1985, είχε ως συνέπεια την «κλιμακωτή εκπροσώπηση» των κομμάτων, με σαφή εύνοια υπέρ των δύο κατά βάση ισχυρότερων και ιδιαίτερα του 1ου κόμματος (υπερεκπροσωπούνταν στο 110%-135% της εκλογικής του δύναμης, βλ. Πίνακα 1). Συνέπεια ήταν αυτό να μπορεί να σχηματίζει αυτοδύναμη κοινοβουλευτική πλειοψηφία, εφόσον ξεπερνούσε το 40% και εξασφάλιζε ταυτόχρονα μια διακριτή διαφορά ψήφων από το 2ο κόμμα. Από την άλλη πλευρά, σαφής ήταν η υποεκπροσώπηση του 3ου κόμματος (στο 30%-60% της εκλογικής του δύναμης), ειδικά όταν το εκλογικό του ποσοστό κινούνταν στο 10%-15%, ενώ εξαιρετικά περιορισμένες ήταν οι δυνατότητες εκπροσώπησης των τυχόν μικρότερων σε δύναμη κομμάτων, όταν αυτά δεν ξεπερνούσαν το 5%.

Το τελευταίο αυτό στοιχείο οδηγούσε σχεδόν αυτονόητα στην αποτροπή των κομματικών διασπάσεων, ενώ παράλληλα υπήρχε ειδική πρόνοια θέσπισης (αυθαίρετα) αυξημένων προϋποθέσεων-ορίων για τη συμμετοχή συνασπισμών κομμάτων στη Β’ και Γ’ Κατανομή, ώστε την ίδια στιγμή να αποτρέπονται και οι μεταξύ τους συμμαχίες. Διασφαλιζόταν έτσι εντέλει η αυτονομία, αλλά και η μονοκομματική εκπροσώπηση των τριών πολιτικών παρατάξεων, όπως αυτές είχαν ιστορικά προκύψει μέσα από τις διαιρετικές τομές του Εθνικού Διχασμού και του Εμφυλίου2.

Με αυτήν την έννοια, η «Ενισχυμένη Αναλογική» ήταν απόλυτα συνυφασμένη με το ιδιόμορφο σύστημα του ελληνικού πολωμένου και ασύμμετρου τρικομματισμού3, όπως διαμορφώθηκε πλέον μέσα στη δεκαετία του 1960, δημιουργώντας τους όρους της μονοκομματικής κυβερνησιμότητας, αλλά περιορίζοντάς την αποκλειστικά ανάμεσα στους πολιτικούς χώρους του Κέντρου και της Δεξιάς, ενώ η θέση του 3ου κόμματος προοριζόταν για την – ηττημένη στον Εμφύλιο – Αριστερά, παραχωρώντας σε αυτήν μια αυτοτελή μεν, αλλά περιορισμένη και πολιτικά περιθωριοποιημένη κοινοβουλευτική παρουσία4. Η μορφή αυτού του τρικομματισμού, μετά από ενδιάμεσες ανακατατάξεις ή διαφοροποιήσεις στις δύο πρώτες εκλογές της μεταπολίτευσης (1974 και 1977), ουσιαστικά επανήλθε και διατηρήθηκε κατά τη δεκαετία του 19805.

Άλλωστε και η πρώτη παρέμβαση του ΠΑΣΟΚ στην εκλογική νομοθεσία το 1985 κινήθηκε στο ίδιο πλαίσιο της Ενισχυμένης Αναλογικής, ενώ ακόμα και η πλήρης κατάργηση των «δαιμονοποιημένων» μέχρι τότε ορίων για τη συμμετοχή στις δευτερεύουσες Κατανομές είχε απολύτως περιθωριακή επίδραση στην κοινοβουλευτική εκπροσώπηση της Αριστεράς (1 επιπλέον έδρα κέρδισε το ΚΚΕ από τους βουλευτές Επικρατείας).

Η «Απλή Αναλογική» του 1989-1990

Η ασυμμετρία του ελληνικού τρικομματισμού αμβλύνθηκε θεσμικά με την Συνταγματική Αναθεώρηση του 1986 και την προσθήκη της τρίτης διερευνητικής εντολής στο άρθρο 37, παρ.3 που ουσιαστικά ισοδυναμούσε με τη δυνητική συμπερίληψη της Αριστεράς στην διαχείριση της εξουσίας. Ωστόσο, η ουσιαστική υλοποίηση αυτής της αλλαγής επήλθε με τη νέα τροποποίηση του εκλογικού συστήματος και την επαναφορά της «Απλής Αναλογικής» στις εκλογές του 1989-1990, στα πρότυπα του αναλογικού συστήματος του Μεσοπολέμου6.

Η κρισιμότερη τεχνική διαφοροποίηση ήταν ότι ως βάση υπολογισμού της Β’ Κατανομής λαμβάνονταν τα υπόλοιπα των ψήφων, που έμεναν «αχρησιμοποίητα» μετά την διεξαγωγή της Α’ στις εκλογικές περιφέρειες, με το κατά τόπους εκλογικό μέτρο. Με αυτόν τον τρόπο, οι έδρες της Β’ Κατανομής διανέμονταν «διορθωτικά» (σχεδόν ισομοιράζονταν) στα τρία βασικά κόμματα, έτσι ώστε να αντισταθμίζουν -και όχι πλέον να ενισχύουν- την ωφέλεια που κατά κανόνα εξασφάλιζαν τα ισχυρότερα εξ αυτών στην Α’ Κατανομή7.

Παρόλα αυτά, η υπολογισμός του εκλογικού μέτρου της Α’ Κατανομής, όχι ως απλού μέσου όρου των ψήφων ανά έδρα, αλλά με τη διατήρηση της «ρήτρας του +1» στον διαιρέτη (όπως ακριβώς και στην αρχετυπική μορφή της Αναλογικής του Μεσοπολέμου) είχε σαν αποτέλεσμα να κρατάει μειωμένη την αριθμητική σημασία της Β’ Κατανομής και κατά συνέπεια της «διορθωτικής» λειτουργίας της, μην εξαλείφοντας πλήρως τις δυσαναλογίες της Α’ Κατανομής, γεγονός που προκάλεσε και τις βασικές ενστάσεις της Αριστεράς ως προς το νέο εκλογικό σύστημα.

Πίνακας 1: Στοιχεία Κοινοβουλευτικής Εκπροσώπησης ανά Περίοδο Εκλογικού Συστήματος

Εκλογικές

Αναμετρήσεις

Αναλογία Εδρών%/Ψήφων% (Κόμματα εντός Βουλής)

Ποσοστό Εκτός Βουλής

Κόμματα στη Βουλή

1ο Κόμμα

2ο Κόμμα

Λοιπά Κόμματα

1958

138%

108%

49%

0,2%

5

1961

115%

99%

55%

0,9%

3

1963

109%

112%

55%

0,5%

4 (3)

1964

108%

101%

62%

0,2%

3

1974

135%

98%

29%

2,2%

4

1977

137%

122%

37%

0,9%

7 (5)

1981

119%

107%

40%

5,1%

3

1985

117%

103%

37%

1,6%

4 (3)

Μ. Όρος 1958-1985

122%

106%

46%

1,5%

4,1 (3,6)

1989Α

109%

106%

69%

2,1%

5 (3)

1989Β

107%

105%

66%

1,0%

6 (3)

1990

107%

106%

68%

1,3%

7 (3)

Μ. Όρος 1989-1990

108%

106%

68%

1,5%

6 (3)

1993

121%

94%

67%

4,4%

4

1996

130%

94%

66%

5,2%

5

2000

120%

97%

65%

4,7%

4

2004

121%

96%

66%

4,9%

4

2007

121%

89%

90%

3,1%

5

2009

121%

91%

92%

4,8%

5

Μ. Όρος 1993-2009

123%

94%

74%

4,5%

4,5

2012Α

191%

103%

103%

19,0%

7

2012Β

145%

88%

89%

6,0%

7

2015Α

137%

91%

92%

8,6%

7

2015Β

136%

89%

89%

6,4%

8

2019

132%

91%

91%

8,1%

6

2023Α

119%

118%

120%

16,0%

5

2023Β

130%

88%

89%

6,1%

8

Μ. Όρος 2012Β-2019

και 2023Β

136%

89%

90%

7,0%

7,2

* σε παρένθεση δεν συνυπολογίζονται τα κόμματα/σχήματα με 1 ή 2 βουλευτές

Πράγματι το αποτέλεσμα της εφαρμογής του ήταν ο περιορισμός της ωφέλειας του 1ου κόμματος (κάνοντας σαφώς πιο δύσκολο το στόχο της αυτοδυναμίας, ανεβάζοντας το απαιτούμενο για αυτήν ποσοστό άνω του 45%-46%) και η αντίστοιχη αύξηση στον βαθμό εκπροσώπησης του 3ου κόμματος, με το μοντέλο της «κλιμακωτής εκπροσώπησης» εντέλει να διατηρείται, έστω και σε μια αμβλυμμένη εκδοχή (βλ. Πίνακα 1). Αυτή ήταν άλλωστε και η διπλή σκοπιμότητα της εκλογικής μεταρρύθμισης, αφενός προσβλέποντας στην παρεμπόδιση της αυτοδυναμίας (σε περίπτωση νίκης της ΝΔ) και ταυτόχρονα στη διασφάλιση της αριθμητικής δυνατότητας κυβερνητικής συνεργασία του ΠΑΣΟΚ (ακόμη και από τη θέση του 2ου κόμματος) με την Αριστερά. Σχεδιασμός ο οποίος ωστόσο παρακάμφθηκε από τις πολιτικές εξελίξεις της εποχής, ενώ οι τρεις διαδοχικές εκλογικές αναμετρήσεις που χρειάστηκαν για την οριακή εξασφάλιση της δεδηλωμένης για τη ΝΔ (με 46,9% και 150 έδρες τον Απρίλιο του 1990 και με τη στήριξη του βουλευτή Θ. Κατσίκη της ΔΗΑΝΑ) αποτέλεσαν για χρόνια το βασικό αντεπιχείρημα προς οποιαδήποτε σκέψη επαναφοράς της Αναλογικής.

1993-2004: Ενισχυμένη Αναλογική και Εξομάλυνση

Το επόμενο εκλογικό σύστημα που ψήφισε η κυβέρνηση της ΝΔ, σχεδόν αμέσως μετά την άνοδό της στην εξουσία (Ν. 1907/1990), συνιστούσε αναμφίβολα μια μεθοδολογική καινοτομία, καθώς αποτελούσε ουσιαστικά έναν υβριδικό συνδυασμό της Ενισχυμένης Αναλογικής με στοιχεία της «Απλής» του 1989-1990. Ο εκλογικός νόμος πράγματι επανέφερε την «ενίσχυση» της υπερεκπροσώπησης του 1ου κόμματος και μάλιστα επαυξημένη (υιοθετώντας τις σχετικές τροποποιήσεις που είχε επιφέρει το ΠΑΣΟΚ το 1985), καθώς του εξασφάλιζε την αυτοδυναμία με οποιοδήποτε ποσοστό ανώτερο του 40%, ανεξαρτήτως πλέον της διαφοράς του από το 2ο κόμμα. Σε περιπτώσεις μάλιστα μεγάλης εκλογικής απόστασης ανάμεσά τους, η αυτοδυναμία μπορούσε θεωρητικά να επιτευχθεί ακόμα και με ποσοστά πολύ χαμηλότερα από 40%.

Την ίδια στιγμή όμως, παράλληλα και με την εισαγωγή του ορίου-φραγμού του 3% για την είσοδο στη Βουλή, το νέο σύστημα προέβλεπε για οποιοδήποτε κόμμα να εκπροσωπείται τουλάχιστον σε βαθμό 70% της εκλογικής δύναμής του («Εξομάλυνση»), διατηρώντας έτσι για την Αριστερά τα ίδια επίπεδα εκπροσώπησης με εκείνα της «Απλής Αναλογικής» 1989-19908. Η πρόβλεψη δε αυτή δεν επηρέαζε την αυτοδυναμία του 1ου κόμματος, καθώς οι απαιτούμενες για την Εξομάλυνση έδρες αφαιρούνταν αποκλειστικά από το 2ο κόμμα, οδηγώντας συχνά και αυτό σε ελαφρά υποεκπροσώπηση (βλ. Πίνακα 1).

Ενώ όμως η βελτιωμένη αυτή εκπροσώπηση το 1989-1990 αφορούσε αποκλειστικά το 3ο κόμμα, της Αριστεράς, ο μηχανισμός της Εξομάλυνσης την επέκτεινε για οποιοδήποτε μικρό κόμμα ήταν ικανό να υπερβεί το νέο όριο εισόδου (3%), λειτουργώντας έτσι ως «πολιτική ευκαιρία» για νεοεμφανιζόμενους κομματικούς σχηματισμούς. Η συνθήκη αυτή μάλιστα, σε αντίθεση με την παραδοσιακή Ενισχυμένη Αναλογική, ευνοούσε τις κομματικές διασπάσεις, με πρώτο «θύμα» την ίδια την κυβέρνηση της ΝΔ του Κ. Μητσοτάκη, με την ίδρυση της Πολιτικής Άνοιξης του Α. Σαμαρά. Γενικότερο αποτέλεσμα ήταν η αύξηση του αριθμού των κοινοβουλευτικών κομμάτων σε 4 ή 5, δηλαδή σε μία μορφή «περιορισμένου πολυκομματισμού»9, ξεφεύγοντας από την τυπική μορφή του σταθερού ως τότε τρικομματικού τοπίου10.

Το συγκεκριμένο εκλογικό σύστημα έμελλε μάλιστα να είναι το μακροβιότερο της ελληνικής ιστορίας, καθώς εφαρμόστηκε αμετάβλητο σε 4 διαδοχικές εκλογικές αναμετρήσεις (από το 1993 έως το 2004), θέτοντας φαινομενικά τέρμα στην παράδοση των συνεχών εκλογικών μεταρρυθμίσεων. Εξέλιξη που επρόκειτο να κατοχυρωθεί και με τη συνταγματική αναθεώρηση του 2001 (αρ. 54, παρ.1), η οποία απαιτούσε πλέον αυξημένη πλειοψηφία 2/3 (200 βουλευτών) για την εφαρμογή κάθε νέου εκλογικού νόμου στις αμέσως επόμενες εκλογές.

Τα εκλογικά συστήματα του μπόνους: εκπροσώπηση «δύο ταχυτήτων»

Ακόμα ριζικότερη τομή αποτέλεσε ο εκλογικός νόμος 3231/2004 («νόμος Σκανδαλίδη»), ο οποίος, ενώ συχνά συγκαταλέγεται στην ευρύτερη κατηγορία της Ενισχυμένης Αναλογικής, στην πραγματικότητα εισήγαγε το πρώτο και τυπικά μικτό εκλογικό σύστημα στην Ελλάδα, καθώς αφενός προέβλεπε οι έδρες να κατανέμονται στα κόμματα αρχικά σε εθνικό επίπεδο (και στη συνέχεια να ακολουθεί η αναλυτική προσκύρωσή τους στις διάφορες εκλογικές περιφέρειες), αφετέρου συνδύαζε την απευθείας παραχώρηση ενός σταθερού μπόνους εδρών στο 1ο κόμμα με την απολύτως αναλογική κατανομή όσων απέμεναν από τις 300 στα κόμματα υπερβαίνουν το όριο του 3%. Το μέγεθος του μπόνους καθορίστηκε αρχικά στις 40 έδρες, ενώ αργότερα αυξήθηκε στις 50 με τον Ν. 3636/2008 («νόμος Παυλόπουλου»).

Με αυτόν τον τρόπο το νέο εκλογικό σύστημα συνιστούσε τον μέγιστο μέχρι εκείνη τη στιγμή συγκερασμό των αιτημάτων για κυβερνησιμότητα και αντιπροσωπευτικότητα11, ενώ για πρώτη φορά εισήγαγε την εκπροσώπηση «δύο ταχυτήτων», διακρίνοντας τον νικητή από τους «ηττημένους» και εγκαταλείποντας έτσι την μέχρι τότε «κλιμακωτή» αντιμετώπιση των κομμάτων ανάλογα με το εκλογικό τους μέγεθος. Εξασφάλιζε έτσι για τα μικρότερα κοινοβουλευτικά κόμματα εκπροσώπηση σε επίπεδα πρωτοφανώς υψηλά για τα μέχρι τότε δεδομένα της ελληνικής εκλογικής ιστορίας: θεωρητικά αντιστοιχούσε περίπου στο 90% της εκλογικής τους δύναμης με τον νόμο Σκανδαλίδη και έπεφτε στο 85% με τον νόμο Παυλόπουλου, με την τελική τιμή της ωστόσο να μπορεί να αυξάνεται περαιτέρω, ανάλογα και με το αθροιστικό ποσοστό εκτός βουλής (βλ. Πίνακα 1).

Μια επιπλέον μεθοδολογική καινοτομία αυτής της μορφής του εκλογικού συστήματος ήταν η δυνατότητα του εκ των προτέρων υπολογισμού του ελάχιστου απαιτούμενου ποσοστού για την επίτευξη κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας, του λεγόμενου «ορίου αυτοδυναμίας» (ή «ορίου κυβερνητικής πλειοψηφίας», σε περίπτωση συνεργασίας κομμάτων), το οποίο καθοριζόταν από το μέγεθος του μπόνους και από το συνολικό ποσοστό των κομμάτων που έμεναν εκτός βουλής. Έτσι, στην αρχική εκδοχή του μπόνους των 40 εδρών, με τα συνήθη τότε ποσοστά εκτός βουλής (4,4%-5,2% μέχρι το 2004), το όριο αυτοδυναμίας τοποθετούνταν στο 40%-41%, ποσοστό απολύτως εφικτό για τα δεδομένα της εποχής. Αποτέλεσμα ήταν οι μονοκομματικές κυβερνήσεις να εξακολουθούν να αποτελούν τον κανόνα του ελληνικού πολιτικού συστήματος σε κοινοβούλια των 4-5 κομμάτων.

Το όριο αυτοδυναμίας θα μειώνονταν περαιτέρω σε 38%-39% με τον νόμο του 2008 (και την αύξηση του μπόνους σε 50 έδρες)12, ο οποίος όμως χωρίς την αυξημένη πλειοψηφία των 200 βουλευτών, θα έμπαινε σε εφαρμογή από τις μεθεπόμενες εκλογές, αποτελώντας τελικά το βασικό κανόνα διεξαγωγής όλων των εκλογικών αναμετρήσεων της εποχής της οικονομικής (και μετέπειτα πολιτικής) κρίσης 2012-2019. Βεβαίως, η εκλογική κατάρρευση των δύο μεγάλων παραδοσιακών κομμάτων μετά τον εκλογικό σεισμό του 2012 και η αντικατάσταση στο δικομματισμό του ΠΑΣΟΚ από τον ΣΥΡΙΖΑ, καθιστούσε πλέον πρακτικά αδύνατη την επίτευξη μονοκομματικής πλειοψηφίας (με τα αθροιστικά ποσοστά του νέου δικομματισμού ΝΔ+ΣΥΡΙΖΑ μέχρι το 2015 να κυμαίνονται μεταξύ 57% και 65%) και αντίστοιχα αναγκαία τη δημιουργία κυβερνήσεων συνεργασίας.

Από την άλλη πλευρά, η γενικότερη αποσύνθεση των παραδοσιακών εκλογικών ταυτίσεων, αλλά και τα προαναφερθέντα υψηλά επίπεδα εκπροσώπησης που ο εκλογικός νόμος προσέφερε ακόμα και για τα μικρότερα κοινοβουλευτικά κόμματα, είχε ως παράλληλη συνέπεια τον πρωτοφανή κατακερματισμό του εκλογικού τοπίου και την εκρηκτική αύξηση της εκλογικής προσφοράς, με την εμφάνιση νέων κομμάτων-διεκδικητών ρόλου σε αυτό («εκλογική επιδημία»)13, καταλήγοντας σε κοινοβούλια των 7-8 κομμάτων μέχρι το 2019 και μετατοπίζοντας το κομματικό σύστημα στη μορφή του «ακραίου πολυκομματισμού»14.

Σε αυτό το πλαίσιο πάντως, η υπερενίσχυση του 1ου κόμματος με το μπόνους των 50 εδρών αποδείχθηκε καθοριστική για τη διευκόλυνση της δημιουργίας δικομματικών κυβερνήσεων, περιορίζοντας σημαντικά τους κινδύνους της πολιτικής αστάθειας. Οι συνεργασίες ΝΔ+ΠΑΣΟΚ (μετά το 2013) και ΣΥΡΙΖΑ+ΑΝΕΛ αποτέλεσαν τα βασικά κυβερνητικά σχήματα της περιόδου, με το δεύτερο μάλιστα να είναι το εκλογικά μικρότερο -με βάση τα αθροιστικά ποσοστά ψήφων- στην ελληνική ιστορία (41,1% τον Ιανουάριο και 39,2% το Σεπτέμβριο του 2015)15.

Ωστόσο το νέο κατακερματισμένο τοπίο ανέδειξε παράλληλα τις παρενέργειες του εν λόγω εκλογικού συστήματος, με τεχνικά κυριότερη την υπέρμετρη υπερεκπροσώπηση του 1ου κόμματος, σε επίπεδα πρωτόγνωρα. Κορυφαίο παράδειγμα οι εκλογές του Μαΐου του 2012, όπου η ΝΔ με 18,9% των ψήφων έλαβε το 36% των εδρών (108), εκπροσωπήθηκε δηλαδή σε αναλογία 191% (βλ. Πίνακα 1), σχεδόν διπλάσια της εκλογικής της δύναμης, προκαλώντας μια πρωτοφανή παραβίαση της αρχής της ισότητας της ψήφου για τα δεδομένα ενός τυπικά αναλογικού (ή έστω μικτού ημι-αναλογικού) εκλογικού συστήματος.

Άλλωστε η μονοκομματική απόδοση του μπόνους (δηλαδή η μονοσήμαντη υπερεκπροσώπηση του 1ου κόμματος και η σαφής πλέον υποεκπροσώπηση του 2ου) είχε και μια άλλη θεσμικού και πολιτικού χαρακτήρα παρενέργεια. Σε περίπτωση μη αυτοδυναμίας, το 1ο κόμμα διατηρεί και πάλι την αποκλειστική πρωτοβουλία για συγκρότηση κυβέρνησης, με τη συνταγματική πρόβλεψη περί τριών διερευνητικών εντολών (αρ. 37) να καθίσταται στην πράξη ανούσια, καθώς η δεύτερη και η τρίτη εντολή αποκτούν καθαρά τελετουργικό χαρακτήρα, όπως ακριβώς φάνηκε μετά τις εκλογές του Μαΐου του 2012. Προκύπτει έτσι η μορφή ενός πολυκομματικού τοπίου, αλλά με απόλυτα μονοκομματικό έλεγχο, τη στιγμή μάλιστα που ειδικά για το 2ο κόμμα, φαίνεται να ισχύει το συμπέρασμα που διατύπωνε ο Ν. Ν. Σαρίπολος ως κριτική στα πλειοψηφικά εκλογικά συστήματα του 19ου αιώνα: «η μειοψηφία δεν έχει παρά ένα μόνο δικαίωμα: να προσπαθεί να καταστεί πλειοψηφία»16.

Ένα επιπλέον στοιχείο διασφάλισης της κυριαρχίας του 1ου κόμματος ήταν η αποτροπή των συνεργασιών που εκ νέου είχε εισαγάγει ο εκλογικός νόμος του 2008, δια της επαναφοράς της διάκρισης μεταξύ αυτοτελούς κόμματος και συνασπισμού ως προς την απόδοση του μπόνους, ως κατάλοιπο της παλαιοκομματικής-μετεμφυλιακής λογικής (πρωτοκαθιερώθηκε στον εκλογικό νόμο 3822/1958, με σκοπό τότε τον αποκλεισμό της ΕΔΑ από την Β’ Κατανομή)17, για την οποία έχει ασκηθεί κατά καιρούς και έντονη κριτική ως προς τη συνταγματική της ευστάθεια18.

2023: Διπλές εκλογές με διπλό εκλογικό σύστημα

Σε κάθε περίπτωση μέχρι και το 2015, λόγω και των εύθραυστων κοινοβουλευτικών συσχετισμών, δεν προωθήθηκε καμία εκλογική μεταρρύθμιση, τότε που θα ήταν ίσως πιο επίκαιρη από ποτέ, έστω ως αναζήτηση διεξόδου από την πολιτική κρίση. Έτσι, η πρώτη παρέμβαση στην εκλογική νομοθεσία έγινε από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ με τον Ν. 4406/2016 ο οποίος προέβλεπε την πλήρη κατάργηση του μπόνους πλειοψηφίας και θα ίσχυε μετά τις εκλογές του 2019, δεδομένου ότι δεν συγκέντρωσε την έγκριση 200 βουλευτών. Η συγκεκριμένη μεταρρύθμιση όμως αποδείχθηκε προβληματική, τόσο ως προς την πολιτική προοπτική της (τα δύο από τα τρία κόμματα που συμπορεύθηκαν με τον ΣΥΡΙΖΑ στην υπερψήφιση της αναλογικής, δηλαδή οι Ανεξάρτητοι Έλληνες και η Ένωση Κεντρώων, εξαφανίστηκαν από το κοινοβουλευτικό τοπίο μετά το 2019), όσο και ως προς την αριθμητική λειτουργικότητά της, καθώς ανέβαζε το όριο πλειοψηφίας στο 45%-48% (για 5%-10% εκτός βουλής), επίπεδο πολιτικά και αριθμητικά ανέφικτο για τα δεδομένα του ελληνικού πολιτικού συστήματος19.

Ένας τέτοιος στόχος φάνταζε ιδιαίτερα δύσκολος στο πλαίσιο του έντονα διπολικού πολυκομματικού ανταγωνισμού που επικρατούσε μετά το 2012, ενώ εκ των πραγμάτων απαιτούσε συνεργασία περισσότερων των δύο κομμάτων (στην περίοδο 2012-2019, το μοναδικό δυνητικό δικομματικό σχήμα που έφτανε αθροιστικά σε αυτά τα εκλογικά επίπεδα θα ήταν εκείνο της ΝΔ με το ΠΑΣΟΚ το 2019, με άθροισμα εκλογικών δυνάμεων 48%), την ίδια εποχή που κόμματα πολιτικά μη επιδεκτικά (ΚΚΕ) ή μη αποδεκτά (Χρ. Αυγή) σε κυβερνητικές συνεργασίες συνολικά συγκέντρωναν 10%-15% των ψήφων.

Ομοίως προβληματική αποδείχθηκε για την επιτυχία ενός τέτοιου εγχειρήματος και η τακτική των κομμάτων, με την στρατηγική του ΠΑΣΟΚ για περιφρούρηση της πολιτικής του αυτονομίας διαμέσου της διπλής άρνησης συνεργασίας προς τα δύο μεγάλα κόμματα, αλλά και την επαμφοτερίζουσα στάση του ΣΥΡΙΖΑ που συνδύαζε την προοπτική της «προοδευτικής διακυβέρνησης» με τον ανταγωνιστικό στόχο επίτευξης της σχετικής πλειοψηφίας («νίκη με μια ψήφο διαφορά»)20.

Το πιο ισχυρό όμως πλήγμα στην Αναλογική ήρθε μετά τις εκλογές του 2019 με τον Ν. 4654/2020 της νέας κυβέρνησης της ΝΔ, που προέβλεπε την επαναφορά του μπόνους, αλλά σε μια κλιμακωτή εκδοχή του, έτσι ώστε το μέγεθός του να κυμαίνεται από 20 έως 50 έδρες, για αντίστοιχα εκλογικά ποσοστά του 1ου κόμματος από 25% έως 40% και άνω21. Η υπέρμετρη υπερεκπροσώπησή22  του μετριάζονταν έτσι σημαντικά για ποσοστά μικρότερα του 30%-35%, όμως για 35%-40% το μπόνους τοποθετούνταν στις 40-50 έδρες, ως μία ενδιάμεση εκδοχή των νόμων Σκανδαλίδη και Παυλόπουλου. Παρόλα αυτά, χωρίς και πάλι την απαιτούμενη πλειοψηφία των 2/3, η εφαρμογή του νέου εκλογικού συστήματος μετατέθηκε για τις εκλογές αμέσως μετά εκείνων της Αναλογικής, την οποία ωστόσο καθιστούσε έτσι εκλογικό σύστημα «μίας χρήσης».

Η οριστική δε υπονόμευση της Αναλογικής στην πράξη δρομολογήθηκε με την διακήρυξη του πρωθυπουργού για μη αποδοχή του αποτελέσματος των αμέσως επόμενων εκλογών (σε περίπτωση μη αυτοδυναμίας) και για άμεση προκήρυξη δεύτερων (υπό μορφή οιονεί επαναληπτικού δεύτερου γύρου), με το νέο σύστημα του κλιμακωτού μπόνους. Η διεξαγωγή διπλών εκλογών, για τρίτη φορά ουσιαστικά από το 2012, έτεινε έτσι να αναχθεί σε σταθερό κανόνα του εκλογικού ανταγωνισμού, αλλοιώνοντας σε μεγάλο βαθμό τους όρους του και ενισχύοντας ουσιαστικά τον πλειοψηφικό του χαρακτήρα. Η στρατηγική αυτή εντούτοις αποδείχθηκε απολύτως επιτυχημένη για τη ΝΔ, η οποία πέτυχε αρχικά τη μέγιστη συσπείρωση των δυνάμεών της, απενεργοποιώντας τον κίνδυνο της «χαλαρής ψήφου» στις διαφαινόμενα «άγονες» εκλογές του Μαΐου, αλλά και διατήρησε ουσιαστικά το ποσοστό της τον Ιούνιο (40,6%), σε επίπεδα τέτοια ώστε να λάβει πλήρες το μπόνους των 50 εδρών, ακριβώς όπως και το 2019, κερδίζοντας εκ νέου την αυτοδυναμία.

Βεβαίως, ο σχεδιασμός των διπλών εκλογών με εναλλάξ εφαρμογή δύο διαφορετικών εκλογικών συστημάτων (όπως είχε ξανασυμβεί μόνο το 1932-1933) εγείρει ενδεχομένως και θεωρητικά ερωτήματα ως προς τη συμβατότητά της με το πνεύμα του συνταγματικού νομοθέτη του 2001, που είχε ως σκοπό την αποτροπή των στοχευμένων αλλαγών της εκλογικής νομοθεσίας από την εκάστοτε πλειοψηφία ενόψει των εκλογών που θα διαμόρφωναν την επόμενη κοινοβουλευτική σύνθεση. Άλλωστε με βάση αυστηρά το γράμμα του συντάγματος, το νέο εκλογικό σύστημα της ΝΔ θα μπορούσε θεωρητικά να είχε ψηφιστεί από την βουλή ακόμα και τον Μάρτιο ή τον Απρίλιο του 2023, δηλαδή μόλις 2-3 μήνες πριν την εφαρμογή του τον Ιούνιο. Η αποτροπή ενός τέτοιου φαινομένου θα μπορούσε να εξασφαλισθεί μόνο με την προσθήκη ενός σαφούς χρονικού ορίου για την εφαρμογή του κάθε νέου εκλογικού συστήματος (πχ. μετά την ολοκλήρωση 4 ετών από την ψήφισή του ή μετά την παρέλευση τουλάχιστον 18 μηνών από τις αμέσως επόμενες εκλογές), εφόσον αυτό δεν συγκεντρώνει την απαιτούμενη κοινοβουλευτική πλειοψηφία των 2/323.

Η σημερινή συγκυρία: μονοκομματικό μπόνους και τα ερωτήματα των συνεργασιών

Η παραπάνω συζήτηση θα μπορούσε να παραμένει εν μέρει επίκαιρη, δεδομένου ότι ανάλογος σχεδιασμός (διπλών εκλογών με διπλό εκλογικό σύστημα) μπορεί θεωρητικά να υλοποιηθεί στην αμέσως επόμενη εκλογική μάχη, την προγραμματισμένη για το 2027. Παρόλα αυτά, όσο πλησιάζει το τέλος της τετραετίας, το ενδεχόμενο μιας νέας αλλαγής του εκλογικού συστήματος (τουλάχιστον ως προς τις μείζονες ρυθμίσεις του) όλο και περισσότερο απομακρύνεται, καθώς θα ερχόταν σε πλήρη αντίθεση με τις πολλαπλές διακηρύξεις του πρωθυπουργού περί θεσμικής σταθερότητας σε σχέση με την εκλογική νομοθεσία και συμβολικά θα παρέπεμπε σε μια απολύτως παλαιοκομματική λογική, εκπέμποντας παράλληλα και εκλογική ανασφάλεια.

Από την άλλη πλευρά, η πολυσυζητημένη αύξηση του ορίου εισόδου στη βουλή από 3% σε 5% (που εντελώς θεωρητικά, με βάση τα αποτέλεσμα των διπλών εκλογών του 2023, θα μπορούσε να κατεβάσει το όριο αυτοδυναμίας σε επίπεδα βρετανικού πλειοψηφικού, περί το 34%) θα ήταν από μόνη της ικανή να ωθήσει σε συνεργασίες στον χώρο της αντιπολίτευσης, τη στιγμή που ο σημερινός κατακερματισμός της αποτελεί ίσως το ισχυρότερο (αν όχι πια και το μοναδικό) συγκριτικό πλεονέκτημα του κυβερνώντος κόμματος. Ανάλογη επίδραση θα είχε και η κατά καιρούς φημολογούμενη προσθήκη ενός επιπλέον μπόνους με βάση τη διαφορά μεταξύ 1ου και 2ου κόμματος, εφόσον δεν επεκταθεί και σε αυτό το σημείο η διάκριση μεταξύ αυτοτελών κομμάτων και συνασπισμών.

Πράγματι η επιτυχία της ΝΔ το 2023 επιστεγάστηκε με την κατάρρευση των εκλογικών ποσοστών του ΣΥΡΙΖΑ και τον πλήρη κατακερματισμό των δυνάμεων της αντιπολίτευσης, αναδεικνύοντας ουσιαστικά τη ΝΔ σε κυρίαρχο κόμμα24, εικόνα που διατηρείται μέχρι σήμερα, καθώς για την ώρα η εκλογική υπεροχή της εξακολουθεί να μην απειλείται ορατά, παρά τη σημαντική φθορά που καταγράφει στις δημοσκοπήσεις.

Σε αυτό ακριβώς το σημείο είναι που αποκαλύπτεται μια βασική δομική λειτουργία του συστήματος του μονοκομματικού μπόνους, που δεν παράγει καμία τεχνική ωφέλεια του 2ου κόμματος έναντι των μικρότερων, έτσι ώστε να ωθήσει ψηφοφόρους (ή και στελέχη) τους προς εκείνο, εν είδει «ψυχολογικών επιπτώσεων»25 της λεγόμενης «χαμένης» (ή έστω αποδυναμωμένης κατ’ αξίαν) ψήφου. Έτσι το τρέχον εκλογικό σύστημα, σε αντίθεση με την παραδοσιακή Ενισχυμένη Αναλογική, δεν οδηγεί αυτονόητα στη συγκρότηση ισχυρού δικομματισμού. Όσο για το 2ο κόμμα, το μόνο συγκριτικό πλεονέκτημα του έναντι των μικρότερων προκύπτει πλέον μόνο εφόσον αυτό έχει μια ανατρέψιμη διαφορά από το 1ο κόμμα, δηλαδή βάσιμες (και δημοσκοπικά ρεαλιστικές) προοπτικές διεκδίκησης της πρωτιάς, άρα και του μπόνους. Έτσι, αν και το μονοκομματικό μπόνους δεν είναι ο κύριος όρος ανάδειξης κυρίαρχου κόμματος, είναι σίγουρα ένας επιπλέον τεχνικός παράγοντας διατήρησης του κεκτημένου μιας τέτοιας κυριαρχίας.

Στο σημερινό πολιτικό τοπίο ωστόσο η κατάσταση φαντάζει ακόμα πιο περίπλοκη, δεδομένου ότι η υπαρκτή ακόμα (αλλά σαφώς τραυματισμένη δημοσκοπικά) κυριαρχία του κυβερνώντος κόμματος, που λόγω του μονοκομματικού μπόνους μεταφράζεται και σε ξεκάθαρο πλεονέκτημα ως προς τη συνέχεια του ελέγχου της εξουσίας, συνδυάζεται παράλληλα με την όλο και πιο έντονη εικόνα αποξένωσής του από το υπόλοιπο πολιτικό φάσμα, με βάση και τη χαμηλή αποδοχή του κυβερνητικού έργου από τη συντριπτική πλειοψηφία των ψηφοφόρων των άλλων κομμάτων. Γεγονός που περιορίζει σημαντικά τις μετεκλογικές προοπτικές συνεργασίας. Το κρίσιμο δε επιπλέον στοιχείο είναι η διογκωμένη απόσταση της εκτιμώμενης εκλογικής επιρροής της ΝΔ από το όριο αυτοδυναμίας, στοιχείο που μειώνει τις δυνατότητες άσκησης πολιτικής πίεσης στα υπόλοιπα κόμματα ή φαινομενικά αποδυναμώνει την διατύπωση του αιτήματος της κυβερνησιμότητας έναντι των ψηφοφόρων.

Η έλλειψη πολιτικού συνομιλητή δεν είναι βεβαίως καινούργιο φαινόμενο για το κυβερνών κόμμα, καθώς και το 2023 η στρατηγική πολιτικής αυτονομίας του ΠΑΣΟΚ έθετε ανάλογα ζητήματα, ενώ ειδικά το ξέσπασμα της υπόθεσης των υποκλοπών καθιστούσε πρακτικά αδιανόητη οποιαδήποτε μετεκλογική συνεργασία μεταξύ τους. Τότε παρόλα αυτά, ο αριθμητικά (δημοσκοπικά) ρεαλιστικός στόχος της αυτοδυναμίας είναι πιθανό να λειτούργησε σε ένα μέρος των ψηφοφόρων που αμφιταλαντεύονταν ανάμεσα στα δύο κόμματα, κατευθύνοντάς τους τελικά προς τη ΝΔ. Δεν μπορεί δηλαδή να αποκλειστεί το ενδεχόμενο η υπόθεση των υποκλοπών να είχε εντέλει μια απροσδόκητη ωφέλεια για το κυβερνών κόμμα, ενισχύοντας το αφήγημα της αυτοδυναμίας26.

Υπό τις παραπάνω συνθήκες, για την επόμενη εκλογική μάχη η προοπτική και ο σχεδιασμός των διπλών εκλογών επανέρχονται ως ισχυρή πιθανότητα, έτσι ώστε η αδυναμία κυβερνητικής λύσης στις πρώτες και το διαφαινόμενο φάσμα της ακυβερνησίας να αποτελέσει τον βασικό μοχλό πίεσης ενόψει των δεύτερων. Εντούτοις η επιτυχής υλοποίηση ενός τέτοιου πολιτικού σχεδιασμού θα εξαρτηθεί από πολλούς παράγοντες και πρωτίστως από το ποσοστό της ΝΔ στην αμέσως επόμενη αναμέτρηση, το οποίο θα αποτελέσει την αφετηρία ενόψει της κούρσας για τις επαναληπτικές εκλογές και επιπλέον θα καθορίσει την πειστικότητα αλλά και τη βαρύτητα του αιτήματος της κυβερνησιμότητας και του στόχου της αυτοδυναμίας27.

Βεβαίως δεν μπορεί να αποκλειστεί και το ενδεχόμενο της απόλυτης αποσυσπείρωσης της ΝΔ στις πρώτες εκλογές, εφόσον στους ψηφοφόρους εμπεδωθεί η «άγονη» προοπτική τους, κάτι που θα αλλοίωνε τον περιεχόμενο της αναμέτρησης, ενισχύοντας την «χαλαρή ψήφο» και θα προσέδιδε χαρακτήρα εκλογών «2ης τάξης»28, διακινδυνεύοντας για το προπορευόμενο κυβερνών κόμμα ακόμα και το όριο του 25% για την λήψη του μπόνους πλειοψηφίας. Σε μια τέτοια περίπτωση, με τις φυγόκεντρες δυνάμεις να επικρατούν έναντι των κεντρομόλων, οι αμέσως επόμενες εκλογές δεν αποκλείεται να καταλήξουν σε έναν γενικευμένο «εκλογικό σεισμό» (ανάλογο σχεδόν με εκείνον του Μαΐου του 2012), που το 2023 αφορούσε αποκλειστικά τον χώρο της αντιπολίτευσης και κυρίως της κεντροαριστεράς.

Από την άλλη πλευρά, ακόμα και αν ο εκλογικός σεισμός αποφευχθεί κατά την πρώτη αναμέτρηση, τίποτα δεν εγγυάται εκ προοιμίου την τελεσφόρηση της δεύτερης, η επιτυχία της οποίας θα εξαρτηθεί πρωτίστως από το εκλογικό «ταβάνι» του πλειοψηφούντος κόμματος, δηλαδή από την τελική απόστασή του από το όριο της αυτοδυναμίας και κυρίως από το ακόμα υψηλότερο όριο της κυβερνητικής πλειοψηφίας. Διότι μια ιδιοτυπία του κλιμακωτού μπόνους είναι ότι διαφοροποιεί τα δύο αυτά όρια μεταξύ τους, με το δεύτερο να γίνεται όλο και υψηλότερο, όσο μικρότερο είναι το ποσοστό -και αντίστοιχα το μπόνους- του 1ου κόμματος (βλ. Πίνακα 2). Έτσι για παράδειγμα, με 10% συνολικό ποσοστό εκτός βουλής, το όριο αυτοδυναμίας υπολογίζεται σε 37,5%. Αν όμως το 1ο κόμμα λάβει 32,5% (131 έδρες – με το μπόνους στις 35) τότε απαιτείται συνεργασία με ένα κόμμα (ή περισσότερα) συνολικής εκλογικής δύναμης 7,0%, έτσι ώστε τελικά το όριο κυβερνητικής πλειοψηφίας να διαμορφώνεται στο 39,5%. Αν πάλι το 1ο κόμμα λάβει 27,5% (109 έδρες – με το μπόνους στις 25), τότε πρέπει να αναζητήσει συνεργασία με εκλογικές δυνάμεις του 13,6% (το όριο πλειοψηφίας ανέρχεται στο 41,1%) και ίσως η εύρεση ενός μόνο κυβερνητικού εταίρου να μην είναι αριθμητικά αρκετή. Στην πραγματικότητα η κυβερνητική συνεργασία με ένα κόμμα εκλογικής δύναμης του 5% περίπου καθίσταται εφικτή μόνο όταν το 1ο κόμμα υπερβεί το 32,5% και το αθροιστικό ποσοστό εκτός βουλής (λόγω του γενικότερου κατακερματισμού) το 10%.

Πίνακας 2: Όρια Αυτοδυναμίας και Κυβερνητικής Πλειοψηφίας με Κλιμακωτό Μπόνους

Ψήφοι% 1ου Κόμματος

Εκτός Βουλής 5%

Εκτός Βουλής 10%

Εκτός Βουλής 15%

Έδρες 1ου Κόμματος

Ψήφοι% Κυβερν. Εταίρων

Όριο

Έδρες 1ου Κόμματος

Ψήφοι% Κυβερν. Εταίρων

Όριο

Έδρες 1ου Κόμματος

Ψήφοι% Κυβερν. Εταίρων

Όριο

25,0%

94

19,5%

44,5%

98

17,2%

42,2%

102

14,7%

39,7%

27,5%

105

16,1%

43,6%

109

13,6%

41,1%

114

11,3%

38,8%

30,0%

115

12,5%

42,5%

120

10,2%

40,2%

125

8,0%

38,0%

32,5%

126

9,1%

41,6%

131

7,0%

39,5%

136

4,7%

37,2%

35,0%

136

5,7%

40,7%

141

3,3%

38,3%

147

3,0%

38,0%

36,0%

140

4,2%

40,2%

145

3,0%

39,0%

151

Αυτοδυναμία

37,5%

146

3,0%

40,5%

151

Αυτοδυναμία

38,9%

151

Αυτοδυναμία

Με βάση την τελευταία διαπίστωση, αν η γενίκευση του εκλογικού σεισμού αποτελεί ένα ενδεχόμενο για την πρώτη αναμέτρηση, ένα άλλο είναι η αδυναμία εύρεσης εκλογικά επαρκών ή πολιτικά συμβατών κυβερνητικών συμμαχιών, ακόμα και στις δεύτερες εκλογές, εφόσον επαληθευθεί αφενός η εκλογική υπεροχή και αφετέρου η πολιτική απομόνωση του κυβερνώντος κόμματος. Σε μια τέτοια περίπτωση και ενώπιον ενός τέτοιου «γόρδιου δεσμού», είναι υπαρκτή η προοπτική ευκαιριακών κυβερνητικών συνεργασιών, χωρίς ισχυρό πολιτικό περιεχόμενο, με αβέβαιη τη σταθερότητά τους και πάντως σε ένα μοντέλο δημοκρατίας πολύ μακριά από το συναινετικό, που πιο σωστά ίσως θα μπορούσε να χαρακτηριστεί «ψευδοπλειοψηφικό».

Μια λύση ενώπιον ενός τέτοιου ενδεχομένου – που αναδεικνύει την προβληματική λειτουργία του μονοκομματικού μπόνους – θα ήταν θεωρητικά η υιοθέτηση ενός εκλογικού συστήματος χωρίς αποκλειστική την ωφέλεια του 1ου κόμματος αλλά τουλάχιστον και του 2ου, έτσι ώστε να αυξάνονταν οι επιλογές για συγκρότηση κυβερνητικής συνεργασίας και χωρίς να στρεβλώνεται σημαντικά η εκπροσώπηση των μικρότερων.

Κάτι τέτοιο θα μπορούσε να επιτευχθεί αν ο μηχανισμός του μπόνους συνοδεύονταν από ένα πλαφόν υπερεκπροσώπησης π.χ. στο 125%-130% των εδρών που αναλογούν στο ποσοστό των ψήφων του (ανάλογο με το πλαφόν υποεκπροσώπησης στο 70% που αντιστρόφως έθετε η «Εξομάλυνση» του Ν. 1907/1990), όπως άλλωστε είχε προταθεί να συμπεριληφθεί ως συνταγματική πρόβλεψη από το σύνολο της αντιπολίτευσης στη βουλή το 197529. Στην περίπτωση ενεργοποίησης ενός τέτοιου πλαφόν, οι εναπομείνασες έδρες του μπόνους (που συνολικά θα μπορούσαν να είναι και περισσότερες των 50) θα παραχωρούνται στα επόμενα κατά σειρά δύναμης κόμματα (βλ. 3ο Παράδειγμα στον Πίνακα 3)30.

Πίνακας 3: Παραδείγματα Κατανομής Εκλογικού Συστήματος με Μπόνους

Ψήφοι%

Μπόνους 50 εδρών

Μπόνους Κλιμακωτό (τρέχον)

Μπόνους 60 εδρών

(με πλαφόν 125%)

Έδρες

Έδρες%/ Ψήφοι%

Έδρες

Έδρες%/ Ψήφοι%

Έδρες

Έδρες%/ Ψήφοι%

Κόμμα Α

31%

86 + 50 = 136

146%

92 + 32 = 124

133%

83 + 33 = 116

125%

Κόμμα Β

29%

81 + 0 = 81

93%

86 + 0 = 86

99%

77 + 27 = 104

120%

Κόμμα Γ

18%

50 + 0 = 50

93%

54 + 0 = 54

100%

48 + 0 = 48

89%

Κόμμα Δ

12%

33 + 0 = 33

92%

36 + 0 = 36

100%

32 + 0 = 32

89%

* Ψήφοι% Εκτός Βουλής: 10%

** στο 3ο Παράδειγμα υπάρχουν τρεις διακριτές δυνατότητες δικομματικής κυβερνητικής συνεργασίας: Α+Β, Α+Γ και Β+Γ

Εναλλακτικά, σε μια παρόμοια ήπια ενίσχυση των μεγαλύτερων κομμάτων θα μπορούσε να οδηγήσει η υιοθέτηση – κατά τα πρότυπα αρκετών ευρωπαϊκών χωρών – μιας μεθόδου αναλογικής εφάπαξ κατανομής (Αναλογική Υπολοίπων, SainteLague ή DHondt) ξεχωριστά στις εκλογικές περιφέρειες, ενδεχομένως ταυτόχρονα με ένα σχέδιο αναχάραξής τους. Μια τέτοια προσέγγιση μάλιστα από την κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ στην εκλογική μεταρρύθμιση 2016 πιθανόν θα είχε στερήσει την πολιτική δυνατότητα και τα επιχειρήματα για νέα παρέμβαση από την ΝΔ στη συνέχεια. Ενώ σίγουρα θα άφηνε περισσότερες παρακαταθήκες από την περίοδο εκείνης της διακυβέρνησης στην εκλογική νομοθεσία, που εκ του αποτελέσματος σήμερα έχουν περιοριστεί απλά και μόνο στην κατάτμηση της Β’ Αθηνών σε τρεις περιφέρειες και του Υπολοίπου Αττικής σε δύο.

1 Βλ. Π. Γ. Κουστένης, Ιστορία και αριθμητική των μεθόδων αντιπροσώπευσης: διερεύνηση του ελληνικού παραδείγματος, αδημοσίευτη διδακτορική διατριβή, Αθήνα: ΕΚΠΑ, 2013, σελ. 220-221.

2 Βλ. G. Th. Mavrogordatos, «The Greek party system: A case of ‘limited but polarized pluralism’?», West European Politics, 7 (4), 1984, σελ. 156-169

3 Βλ. Ηλ. Νικολακόπουλος, Εισαγωγή στη Θεωρία και την Πρακτική των Εκλογικών Συστημάτων, Αθήνα-Κομοτηνή: Εκδ. Σάκκουλα, 1989, σελ. 100 κ.ε.

4 Η πολιτική περιθωριοποίηση της Αριστεράς αποτέλεσε και το βασικότερο έναυσμα για την επιστράτευση της Ενισχυμένης Αναλογικής, καθώς η τελευταία αναβίωση του τυπικού Πλειοψηφικού το 1952 και ουσιαστική διατήρησή του στην παρεφθαρμένη εκδοχή του 1956 («τριφασικό») έτεινε προς στιγμή να οδηγήσει στην ισότιμη εκλογική συνεργασία του Κέντρου με την Αριστερά και τη συγκρότηση ενός αντιδεξιού μετώπου, έξι μόλις χρόνια μετά τη λήξη του Εμφυλίου. Βλ. Ηλ. Νικολακόπουλος, Η Καχεκτική Δημοκρατία: Κόμματα και Εκλογές 1946-1967, Αθήνα: Εκδ. Πατάκη, 2001, σελ. 197-202.

5 Βλ. Τ. Pappas, «The transformation of the Greek party system since 1951», West European Politics, 26(2), σελ. 90-114

6 Η ονομασία «Απλή Αναλογική» (σε αντιδιαστολή προς την «Ενισχυμένη») χρησιμοποιήθηκε για το συγκεκριμένο εκλογικό σύστημα από τα μέσα της δεκαετίας του 1960, κατά τις πρώτες (ατελέσφορες) απόπειρες επαναφοράς του, με τη σύμφωνη γνώμη όλων των κομμάτων. Ενδεικτικά βλ. Ελευθερία, 15-11-1966 για το κατατεθειμένο νομοσχέδιο από την κυβέρνηση του Στ. Στεφανόπουλου. Επίσης, για τη σχετική πρόταση νόμου της μεταβατικής κυβέρνησης Ι. Παρασκευόπουλου, βλ. Ηλ. Νικολακόπουλος (2001), σελ. 366-367. Έκτοτε όμως χαρακτήρισε αδιακρίτως όλα τα προτεινόμενα εκλογικά συστήματα που αποσκοπούσαν στην εξισορρόπηση της απόκλισης μεταξύ της κατανομής των εδρών και εκείνης των ψήφων.

7 Βλ. Ηλ. Νικολακόπουλος (1989), σελ. 94-99

8 Βλ. Μ. Μενδρινού, Η Εκλογική Πολιτική στο Ελληνικό Πολιτικό Σύστημα: Εσωτερικές και Ευρωπαϊκές Παράμετροι, 1974-2000, Αθήνα: Εκδ. Παπαζήση, 2000, σελ. 182-185

9 Σχετικά βλ. G. Sartori, Parties and Party Systems, Cambridge: Cambridge University Press, 1976, σελ. 131-132

10 Βλ. Π. Κουστένης, «Εκλογικά Συστήματα: Αντιπροσώπευση, Εκπροσώπηση και Διακυβέρνηση», στο Κ. Ελευθερίου, Γ. Τσίρμπας, Π. Κολιαστάσης, Σ. Καναούτη (επιμ.), Εισαγωγή στην Πολιτική Επιστήμη, Αθήνα: Gutenberg, 2023, σελ. 278-300.

11 Με βάση και την ανάλυση των σχετικών δεικτών αναλογικότητας (ή δυσαναλογίας) ειδικά το σύστημα του μπόνους των 40 εδρών τοποθετείται ως η ακριβώς ενδιάμεση εκδοχή ανάμεσα στους τύπους της Απλής και της Ενισχυμένης Αναλογικής. Βλ. Π. Γ. Κουστένης (2013), σελ. 285-290.

12 Αφορμή υπήρξε η οριακή πλειοψηφία των 152 εδρών της ΝΔ στις εκλογές του 2007, καθώς σε συνδυασμό με το χαμηλό δικό της ποσοστό (41,8%), η είσοδος στη βουλή του ΛΑΟΣ του Γ. Καρατζαφέρη, μείωσε το ποσοστό εκτός βουλής στην ιστορικά χαμηλότερη τιμή του (3,1%), μετά την εισαγωγή του ορίου εισόδου του 3%.

13 Βλ. Α. Bosco & S. Verney, «From Electoral Epidemic to Government Epidemic: The Next Level of the Crisis in Southern Europe», South European Society and Politics, 21(4), 2016, σελ. 383-406

14 Σχετικά βλ. Sartori G., ό.π., σελ. 119-132.

15 Ειδικά το Σεπτέμβριο του 2015, η ανανέωση του δικομματικού κυβερνητικού σχήματος ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ (145+10 = 155 έδρες, με ποσοστά 35,5% και 3,7%) επετράπη μόνο χάρη στο νόμο Παυλόπουλου, ενώ θα ήταν αδύνατη με τον προηγούμενο νόμο Σκανδαλίδη, καθώς τα δύο κόμματα θα συγκέντρωναν αθροιστικά 149 έδρες (139+10 αντίστοιχα).

16 Βλ. Ν. Saripolos, La démocratie et l’ élection proportionelle, τ. 1, Paris: Arthur Rousseau, 1899, σελ. 365

17 Έκτοτε η διάκριση αυτή παρέμεινε σε όλους τους εκλογικούς νόμους μέχρι το 1981, καταργήθηκε δύο φορές από το ΠΑΣΟΚ (1985 και 2004) και επανήλθε σε ισάριθμες περιπτώσεις από τη ΝΔ (1990, 2008).

18 Βλ. Αρ. Μάνεσης, Αι εγγυήσεις τηρήσεως του Συντάγματος, τομ. Β’, Αθήνα-Θεσσαλονίκη: Εκδ. Σάκκουλα, 1961-1965, σελ. 265 κ.ε.

19 Αντίστοιχα υψηλά είναι τα αριθμητικά όρια κυβερνητικής πλειοψηφίας και σε άλλες χώρες της Ευρώπης όπως στη Γερμανία (45%-48% μετά το 1990, με την εξαίρεση του 2013 και του 2025 όπου η αύξηση των αθροιστικών ποσοστών εκτός βουλής μείωσε το όριο στο 42%-43%) ή ακόμα περισσότερο στις Σκανδιναβικές χώρες (47%-50%), στις οποίες επί σειρά ετών η αναλογική έχει αποδειχθεί λειτουργική ως εκλογικό σύστημα. Παρόλα αυτά, στην πρώτη περίπτωση η πολιτική ευελιξία και η συναινετική λειτουργία του γερμανικού κομματικού συστήματος (ύπαρξη κομμάτων «μπαλαντέρ» – pivotal parties και δυνατότητες «μεγάλου συνασπισμού») λειτουργούσαν παραδοσιακά ως βαλβίδες επίλυσης του αιτήματος της κυβερνησιμότητας. Βλ. Α. Lijphart, Patterns of Democracy Patterns of Democracy: Government Forms and Performance in Thirtysix Countries, New HavenLondon: Yale University Press, 1999, σελ. 95-96 και Β. Γεωργιάδου, Η άκρα δεξιά και οι συνέπειες της συναίνεσης: Δανία, Νορβηγία, Ολλανδία, Ελβετία, Αυστρία, Γερμανία, Αθήνα: Εκδ. Καστανιώτη, 2008, σελ. 174-175, 191-205. Από την άλλη πλευρά, στο σκανδιναβικό μοντέλο η αναλογική αποδεικνύονταν λειτουργική όσο καιρό ο διπολικός ανταγωνισμός ήταν πλήρης, χωρίς σημαντικά τρίτα κόμματα που να τοποθετούνται εκτός των δύο μεγάλων πολιτικών συνασπισμών: του κεντροαριστερού και κεντροδεξιού. Βλ. Θ. Διαμαντόπουλος, Ο κοινοβουλευτισμός της συγκυβέρνησης: Θεσμικό υπόστρωμα, λειτουργικές ιδιαιτερότητες και είδη, Αθήνα: Εκδ. Πατάκη, 2014, σελ. 172. Τα τελευταία χρόνια εντούτοις η ενίσχυση των ακροδεξιών ή υπερσυντηρητικών κομμάτων τα έχει φέρει δια της αναλογικής στο κέντρο της πολιτικής εξουσίας, άλλοτε με τη συμμετοχή τους σε αυτή (Φινλανδία), άλλοτε με την κοινοβουλευτική αποφασιστική στήριξή τους (Σουηδία).

20 Βλ. Π. Κουστένης, «Η περιπέτεια της αναλογικής στην Ελλάδα και το ‘ναυάγιο’ του Μαΐου 2023», στο Κ. Ελευθερίου, Χρ. Τάσσης, Θ. Τσακίρης (επιμ.), Για τις περιπέτειες της πολιτικής και πολιτικής επιστήμης, Αθήνα: Σαββάλας, 2025, σελ. 167-186.

21 Συγκεκριμένα, ο νόμος προβλέπει ότι το «μπόνους» θα ξεκινάει από τις 20 έδρες όταν το ποσοστό του 1ου κόμματος υπερβαίνει το 25% και θα αυξάνεται κατά μία έδρα για κάθε 0,5% επιπλέον στο ποσοστό του, φτάνοντας μέχρι το ανώτατο όριο των 50 εδρών, για ποσοστό 40%.

22 Συνολικότερα, για 5%-10% εκτός βουλής ο βαθμός εκπροσώπησης του 1ου κόμματος (για εκλογικό ποσοστό ανώτερο του 25%) αντιστοιχεί στο 125%-134% της εκλογικής του δύναμης.

23 Βλ. Π. Κουστένης (2025), σελ. 167-186 και του ιδίου, «Το πρόβλημα με τις διαδοχικές κάλπες», Το Βήμα, 7.11.2024 (https://www.tovima.gr/print/opinions/to-provlima-me-tis-diadoxikes-kalpes/). Πρβλ. επίσης την εισήγηση του Γ. Σωτηρέλη, «Η αναγκαία και θεμιτή εξισορρόπηση ισοδυναμίας της ψήφου και κυβερνητικής σταθερότητας μέσω της συνταγματικής αναθεώρησης» στην από 17.10.2025 ημερίδα του Ομίλου «Αριστόβολος Μάνεσης» με θέμα Εκλογικό σύστημα και πολιτικό σύστημα: μεταξύ αντιπροσωπευτικότητας και «κυβερνησιμότητας», δημοσιευθείσα στο www. constitutionalism.gr.

24 Σχετικά βλ. Sartori G., ό.π., σελ. 124-127. Βλ. επίσης Υ. Tsirbas, «Towards a predominant party system: the May 2023 election in Greece», South European Society and Politics28(2), 2023, σελ. 207–230.

25 Σχετικά βλ. Μ. Duverger, Les Partis Politiques, Paris: Librairie Armand Colin, 1976 (10η εκδ.), σελ. 315-316

26 Βλ. Π. Κουστένης (2025), σελ. 167-186.

27 Ενδεικτικά, για 10% εκτός βουλής, το 1ο κόμμα με εκλογικό ποσοστό 28% λαμβάνει 111 έδρες, ενώ με 24% κερδίζει 80 έδρες, διαφοροποιώντας σημαντικά την θέση του ενόψει των δεύτερων εκλογών.

28 Βλ. Κ. Reif & Η. Schmitt, «Nine second-order national elections; a conceptual framework for the analyses of European election results», European Journal of Political Research, 8(3), 1980, σελ. 3-44

29 Συγκεκριμένα, κατά τη συνταγματική αναθεώρηση του 1975, είχε προταθεί στο άρθρο 54 περί εκλογικού συστήματος να συμπεριληφθεί μια διάταξη που να προβλέπει ότι το ποσοστό των εδρών ενός κόμματος θα υπερβαίνει το πολύ κατά 10% ποσοστό των ψήφων του. Βλ. Δ. Τσάτσος, Συνταγματικό Δίκαιο Συνταγματικό Δίκαιο, τ. Β΄ (Οργάνωση και Λειτουργία της Πολιτείας), Αθήνα-Κομοτηνή: Εκδ. Σάκκουλα, 1992, σελ. 192.

30 Θεωρητικά ένα τέτοιο σύστημα με το πλαφόν υπερεκπροσώπησης στο 125%-130% και με το συνολικό μπόνους στις 150 έδρες, θα αναπαρήγαγε σε μεγάλο βαθμό την αριθμητική λειτουργία της παραδοσιακής Ενισχυμένης Αναλογικής.

* Εισήγηση στην Εκδήλωση του Ομίλου «Αριστόβουλος Μάνεσης» Εκλογικό Σύστημα και Πολιτικό Σύστημα: μεταξύ αντιπροσωπευτικότητας και «κυβερνησιμότητας», ΔΣΑ 17 Οκτωβρίου 2025

Οι προσχηματικές αναθεωρήσεις ως «εστίες»  καθ’ υποτροπήν υπονόμευσης του θεσμικού κύρους του Συντάγματος*

Προκόπιος Παυλόπουλος, πρώην Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Ακαδημαϊκός, Επίτιμος Καθηγητής της Νομικής Σχολής του ΕΚΠΑ

Κατά γενική πλέον παραδοχή και ομολογία, και δη τόσο στο πλαίσιο της Νομικής Επιστήμης όσο και στο πεδίο του Πολιτικού Συστήματος στην Χώρα μας, το Σύνταγμα του 1975,  ως  θεσμικοπολιτική sedes materiae της Μεταπολίτευσης, είναι ο μακροβιότερος αλλά και ο πιο ολοκληρωμένος Θεμελιώδης Νόμος στην συνταγματική διαδρομή του Νεώτερου Ελληνικού Κράτους, από την σύστασή του έως τις μέρες μας. Η γενική αυτή παραδοχή και ομολογία καταλαμβάνει, αυτονοήτως, και την κανονιστική ανθεκτικότητά του, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά τα κύρια και καίρια θεσμικά χαρακτηριστικά κάθε σύγχρονου Συντάγματος το οποίο κατοχυρώνει την Αντιπροσωπευτική Δημοκρατία ως σύνολο εγγυήσεων ακώλυτης άσκησης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, προεχόντως μέσω της αντίστοιχης κατοχύρωσης των πρόσφορων εν προκειμένω θεσμικών αντιβάρων.

Ι. Τα στοιχειώδη χαρακτηριστικά των ενδεδειγμένων αναθεωρήσεων του Συντάγματος

Τα προεκτεθέντα αρκούν για να αναδείξουν τις βασικές αρχές της ratio revisendae constitutionis, ήτοι τους λόγους οι οποίοι δικαιολογούν την αναθεώρηση του Συντάγματος όχι μόνο lege artis, αλλά και όπως επιβάλλει η ίδια η θεσμική και κανονιστική του υπόσταση.

Α. Κατά τούτο τα ίδια αυτά δεδομένα αρκούν και για την αντικειμενική αξιολόγηση του αν και κατά πόσον οι  μέχρι τούδε αναθεωρήσεις του Συντάγματος του 1975 ήταν, στις γενικές γραμμές τους, επιβεβλημένες στοχεύοντας στην ενδυνάμωση του κανονιστικού κύρους του με πρωταρχικό γνώμονα την περαιτέρω ενίσχυση του καθεστώτος τήρησης των αρχών της Διάκρισης των Εξουσιών και του Κράτους Δικαίου.  Πρόκειται για τις τέσσερις αναθεωρήσεις, δηλαδή εκείνες του 1986, του 2001, του 2008 και του 2019.

Β. Από τις τέσσερις αυτές αναθεωρήσεις του Συντάγματος μόνον εκείνες του 2001 και του 2008  -η τελευταία οπωσδήποτε ελλιπής λόγω των πολιτικών συνθηκών και σκοπιμοτήτων της εποχής-  ολοκληρώθηκαν με πλήρη τήρηση του γράμματος και του πνεύματος των διατάξεων του άρθρου 110 του Συντάγματος, δηλαδή με πλήρη τήρηση όχι μόνο των διαδικαστικών αλλά και των ουσιαστικών, στην ολότητά τους, προϋποθέσεων αναθεώρησής του. Ενώ κατά τις δύο άλλες βεβαίως και τηρήθηκαν οι διαδικαστικές προϋποθέσεις των διατάξεων του άρθρου τούτου, όμως οι αναθεωρητικές πλειοψηφίες στις δύο Βουλές απομακρύνθηκαν ενίοτε από τον θεσμικώς δέοντα σεβασμό του ρυθμιστικού πνεύματός τους. Σεβασμό ο οποίος συνίσταται στην δίχως ευτελείς πολιτικές και ιδίως κομματικές σκοπιμότητες επικαιροποίηση των διατάξεων του Συντάγματος, ώστε  μέσα από την επιβεβλημένη προσαρμογή τους στις a posteriori ουσιώδεις μεταβολές της κοινωνικοοικονομικής πραγματικότητας  -η οποία εξελίσσεται με ραγδαίους ρυθμούς κατά κύριο λόγο εξαιτίας της Οικονομικής Παγκοσμιοποίησης και της Τεχνολογίας-  να διατηρήσει την κανονιστική ικμάδα του ως υπέρτερης τυπικής ισχύος Καταστατικός Χάρτης.  Καταστατικός Χάρτης ο οποίος αποτελεί, ταυτοχρόνως, την βάση και την κορυφή της Έννομης Τάξης στο πλαίσιο των θεσμικών αντηρίδων της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας που, όπως προαναφέρθηκε, εγγυώνται προεχόντως την ακώλυτη άσκηση των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου κατά τον θεσμικό προορισμό τους και την στήριξη των «δίδυμων» θεσμικών πυλώνων της Διάκρισης των Εξουσιών και του Κράτους Δικαίου.

ΙΙ. Το χρονικό των προσχηματικών αναθεωρήσεων του ισχύοντος Συντάγματος

Σε αντίθεση, λοιπόν, προς τις προεκτεθείσες επιταγές των διατάξεων του άρθρου 110 του Συντάγματος, ορισμένοι στόχοι των αναθεωρήσεων του 1986 και του 2019 απομακρύνθηκαν εμφανώς από την συστηματική θεσμική λογική του.  Πραγματικά:

Α. Με την αναθεώρηση του 1986 επιδιώχθηκε, και τελικώς επήλθε, κατά βάση η κανονιστική απομείωση του εν γένει ρυθμιστικού ρόλου του Προέδρου της Δημοκρατίας και η εμπέδωση ενός καταδήλως πρωθυπουργοκεντρικού συστήματος, το οποίο μάλιστα ενισχύθηκε περισσότερο στην συνέχεια όπως η σύγχρονη συγκυρία επιβεβαιώνει πανηγυρικώς.  Κατ’ ακρίβεια,  οι έως την εποχή εκείνη αρμοδιότητες του Προέδρου της Δημοκρατίας ήταν    συνυφασμένες με τον εν συνόλω ρυθμιστικό ρόλο του κατά το Σύνταγμα.  Και η συρρίκνωσή τους οφείλεται αποκλειστικώς στο ότι ο τότε παντοδύναμος κοινοβουλευτικώς Πρωθυπουργός δεν ήταν διατεθειμένος να αποδεχθεί, έστω και σε κρίσιμες περιστάσεις, μία μορφή πολιτικής «συγκατοίκησης» με έναν μη εκτελεστικό μεν πλην όμως ισχυρό Πρόεδρο της Δημοκρατίας.  Το αποτέλεσμα ήταν ο ούτως ή άλλως μη εκτελεστικός Πρόεδρος της Δημοκρατίας να καταστεί στην πράξη και «μη ενεργός», περιορισμένος πια στον υποβαθμισμένο για τον Ρυθμιστή του Πολιτεύματος διακοσμητικό και εθιμοτυπικό ρόλο του εκάστοτε ενοίκου του Μεγάρου της Ηρώδου του Αττικού.

Β.  Με την δε αναθεώρηση του 2019  -και προκειμένου να αποφεύγεται εν πάση περιπτώσει η προσφυγή σε πρόωρες εκλογές-  καταργήθηκε η αυξημένη πλειοψηφία που διασφάλιζε, σε μεγάλο βαθμό, την συναινετική εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας.  Και μάλιστα σε σημείο ώστε αυτή να καθίσταται εφικτή ακόμη και με την σχετική πλειοψηφία των Βουλευτών, επομένως και από μία περιστασιακή κοινοβουλευτική πλειοψηφία.  Και για  να θέσουμε τα πράγματα στην σωστή  τους διάσταση, η άρνηση της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης, τόσο το 2009 όσο και το 2014,  να συναινέσει στην εκλογή θεσμικώς και πολιτικώς απολύτως επαρκών προσώπων ως Προέδρων Δημοκρατίας  -κατ’ ουσία δε η σαφής αυτή καταστρατήγηση οπωσδήποτε ορθών ρυθμίσεων του Συντάγματος προκειμένου να διενεργηθούν πρόωρες εκλογές-  οδήγησε στην παθογένεια των μονοκομματικώς προτεινόμενων και εκλεγόμενων Προέδρων της Δημοκρατίας.  Γεγονός το οποίο αναμφιβόλως υποσκάπτει, ab initio,  το θεσμικό και  πολιτικό κύρος που απαιτείται προκειμένου να αντεπεξέλουν αρκούντως στην αποστολή τους.

ΙΙΙ.  Και έπεται συνέχεια…

Οι εντελώς πρόσφατες θέσεις του Πρωθυπουργού σχετικά με τον προσανατολισμό μίας νέας αναθεώρησης του Συντάγματος δεν δικαιολογούν κάποια αισιοδοξία ως προς την ανακοπή της χρόνιας τάσης προσχηματικών αναθεωρήσεων του Συντάγματος.  Όλως αντιθέτως, η θεσμικοπολιτική αυτή δυστοπία εις βάρος του Συντάγματος φαίνεται να ακολουθεί την ίδια παρακμιακή πεπατημένη.  Για παράδειγμα:

Α. Προτείνει ο Πρωθυπουργός την θέσπιση μίας, και μόνο, έστω και μεγαλύτερης χρονικώς  θητείας του Προέδρου της Δημοκρατίας,  προκειμένου να μην τίθεται αυτός κατά την ανανέωσή της «στο επίκεντρο μικροκομματικών σκοπιμοτήτων που δύνανται να αλλοιώσουν τον οφειλόμενο υπερκομματικό χαρακτήρα του».  Και  το ερώτημα είναι προφανές: Γιατί το ζήτημα αυτό δεν τέθηκε επί σειρά δεκαετιών προ του 2020, όταν η πρακτική ήταν να ανανεώνεται η θητεία ενός επιτυχημένου Προέδρου της Δημοκρατίας, εφόσον αυτός μπορεί να προσφέρει ακόμη;  Και ποιος ευθύνεται για το ότι, μέσω της αναθεώρησης του 2019, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας κατέληξε να εκλέγεται ακόμη και από περιστασιακές κοινοβουλευτικές πλειοψηφίες;  Αυτή ακριβώς η επιλογή δεν τον έχει ήδη θέσει  στο επίκεντρο μικροκομματικών σκοπιμοτήτων;

Β.  Πέραν τούτου,  ο Πρωθυπουργός προτείνει αναθεώρηση των διατάξεων του άρθρου 90 παρ.5 του Συντάγματος προκειμένου να μην καταλείπεται η αρμοδιότητα επιλογής της ηγεσίας της Δικαιοσύνης στην Κυβέρνηση,  αλλά να συμμετέχουν στην άσκησή της ενεργώς οι ίδιοι οι δικαστικοί λειτουργοί, προφανώς μέσω των Ολομελειών των Ανώτατων Δικαστηρίων.  Και εδώ τίθεται τουλάχιστον το εξής διπλό ερώτημα: Το ότι ενώ στο παρελθόν  -και οπωσδήποτε έως το 2009-  η αρμοδιότητα της Κυβέρνησης για την επιλογή της ηγεσίας της Δικαιοσύνης ασκήθηκε, κατά κανόνα, με τρόπο που δεν έθετε ζήτημα αναθεώρησης του άρθρου 90 παρ.5 του Συντάγματος, ενώ εδώ και κάποια χρόνια το ζήτημα αυτό τίθεται πια μετ’ επιτάσεως, δεν συνιστά ομολογία πως η ευθύνη της μη επιλογής των αρίστων δεν οφείλεται στις κείμενες συνταγματικές προβλέψεις αλλά καθ’ ολοκληρίαν στην τακτική των εκάστοτε Κυβερνήσεων; Επίσης, ενώ έστω και χωρίς αναθεώρηση του Συντάγματος θεσπίσθηκε προσφάτως μία μορφή συμβουλευτικής συμμετοχής των Ολομελειών των Ανώτατων Δικαστηρίων στην επιλογή της ηγεσίας της Δικαιοσύνης, γιατί η Κυβέρνηση αγνόησε επιδεικτικώς, σε όλες τις τελευταίες σχετικές κρίσεις, τις προτάσεις των Ολομελειών αυτών;  Μήπως, λοιπόν, εάν είχε ακολουθήσει άλλη τακτική δεν θα είχαμε φθάσει στην προμνημονευόμενη πρόταση του Πρωθυπουργού;  Με άλλες λέξεις και εδώ ποιός ευθύνεται για την κατάσταση, η οποία οδηγεί στο να αναθεωρείται μία διάταξη του Συντάγματος όχι διότι δεν είναι ορθή αλλά επειδή εφαρμόσθηκε στρεβλώς στην πράξη;

Συμπερασματικώς: Το φαινόμενο των προσχηματικών αναθεωρήσεων του Συντάγματος τείνει να συνεχισθεί με αμείωτη ένταση.  Και μαζί η, μοιραία όπως δείχνει η πορεία των πραγμάτων, υποβάθμιση του θεσμικού κύρους του Συντάγματος.  Η διαπίστωση αυτή δεν ενέχει τίποτε το υπερβολικό.  Διότι τι άλλο σηματοδοτεί, άραγε, η συχνή αναθεώρηση διατάξεων του Συντάγματος όταν συντελείται όχι επειδή αυτές πάσχουν ρυθμιστικώς, αλλά διότι οι Κυβερνήσεις τις εφαρμόζουν με εμμέσως ή και αμέσως καταχρηστικό τρόπο πάνω στην προκρούστεια κλίνη των μικροπολιτικών ή και μικροκομματικών τους σκοπιμοτήτων, πολλές μάλιστα φορές δυστυχώς με την ανοχή της Δικαστικής Εξουσίας;

* Δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα «ΤΟ ΒΗΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ», 8/2/2026.

Ο εκσυγχρονισμός της διαδικασίας αναθεώρησης

Τζούλια Ηλιοπούλου-Στράγγα, Ομοτ. Καθηγήτρια Νομικής Σχολής ΕΚΠΑ

Ελληνική πρωτοτυπία σε πανευρωπαϊκό επίπεδο αποτελεί ο τρόπος με τον οποίο γίνεται χρήση της αναθεώρησης του Συντάγματος στην ελληνική πολιτική σκακιέρα. Η αναθεώρηση χρησιμοποιείται στη χώρα μας λιγότερο για την προσαρμογή του Συντάγματος σε πολιτικοοικονομικές, κοινωνικές και διεθνείς εξελίξεις που έχουν αντίκτυπο και στη Χώρα ή για την επίλυση αμφισβητούμενων σοβαρών συνταγματικών ζητημάτων, τα οποία ανακύπτουν στην πράξη και επαφίενται στην ερμηνευτική κρίση των δικαστηρίων ή/και των συνταγματολόγων. Περισσότερο η αναθεώρηση είναι ένα πολιτικό παιχνίδι, το οποίο, όπως παρατηρεί πανεπιστημιακός συνάδελφος που ασχολείται και με τα κοινά, «ανασύρεται, όταν ο πολιτικός χρόνος το επιβάλλει είτε για την αλλαγή της πολιτικής ατζέντας, είτε για τη συσπείρωση των κυβερνώντων, είτε για την πρόκληση τεχνητών διαχωριστικών γραμμών».

Η ανακοινωθείσα πρόθεση ενεργοποίησης της διαδικασίας αναθεώρησης από τον Πρωθυπουργό αλλά και οι πρώτες αντιδράσεις της Αντιπολίτευσης επιβεβαιώνουν, εν μέρει, τις ανωτέρω παρατηρήσεις και δίνουν αφορμή για κάποιες σκέψεις σχετικά με την ισχύουσα διαδικασία αναθεώρησης, η οποία είναι αιτία πολλών από τα κακά που συνδέονται με αυτήν. Είναι μια διαδικασία απαρχαιωμένη που υιοθετήθηκε με το Σύνταγμα του 1864 και με μικρές παραλλαγές διατηρήθηκε μέχρι το ισχύον Σύνταγμα του 1975. Η διαδικασία αυτή που είχε θεσμοθετηθεί υπό το κράτος άλλων μορφών του πολιτεύματος και όχι υπό την ισχύουσα Προεδρευόμενη Κοινοβουλευτική Δημοκρατία (άρθρο 110 § 1 Συντ.) ανταποκρινόταν σε παλαιότερες πολιτικές ανάγκες και έκλεισε τον κύκλο της. Ζητώντας προκαταβολικά συγγνώμη από αξιόλογους συναδέλφους μου, θεωρώ όμως ότι εξίσου απαρχαιωμένη είναι και η άποψη που, ακολουθώντας τη θεωρία υπό τα προϊσχύσαντα Συντάγματα, υποστηρίζει, με επίκληση του αυστηρού χαρακτήρα του Συντάγματος, ότι η διαδικασία αναθεώρησης και ο χρονικός περιορισμός της πενταετίας που πρέπει να μεσολαβεί μεταξύ δύο αναθεωρήσεων (άρθρο 110 §§ 2-6 Συντ.) είτε δεν μπορούν στο σύνολό τους να τροποποιηθούν είτε μπορούν να τροποποιηθούν μόνο όμως ως προς ορισμένα στοιχεία τους. Και αυτό παρά το γεγονός ότι στις μη αναθεωρήσιμες διατάξεις που απαριθμεί περιοριστικώς το άρθρο 110 § 1 Συντ. δεν συμπεριλαμβάνονται οι ανωτέρω διατάξεις που διέπουν τη διαδικασία αναθεώρησης. Ούτε όμως και μπορεί να θεμελιωθεί ότι η αλλαγή της διαδικασίας αναθεώρησης προσβάλλει τη σύμφωνα με την ανωτέρω συνταγματική διάταξη μη αναθεωρήσιμη βάση και μορφή του πολιτεύματος ως Προεδρευόμενης Κοινοβουλευτικής Δημοκρατίας.

Γιατί πρέπει να αλλάξει η διαδικασία αναθεώρησης; Εκτός από την προαναφερθείσα συμβολή της στο πολιτικό παιγνίδι, το οποίο η ίδια διευκολύνει, η διαδικασία αυτή παρουσιάζει σοβαρές παθογένειες, οι οποίες που απαιτούν επίλυση από τον ίδιο τον αναθεωρητικό νομοθέτη. Δύο είναι οι σοβαρότερες παθογένειές της:

Πρώτον, η αμφισβητούμενη έκταση της δέσμευσης της Αναθεωρητικής Βουλής από τις ‘κατευθύνσεις’ της προτείνουσας Βουλής. Μέχρι πρότινος σχεδόν, επικρατούσε στη θεωρία η άποψη, η οποία, ακολουθώντας τη θεωρία υπό τα προϊσχύσαντα Συντάγματα, τάσσεται υπέρ της ‘πλήρους’ ελευθερίας της Αναθεωρητικής Βουλής να προσδώσει στις προταθείσες από την προτείνουσα Βουλή αναθεωρητέες διατάξεις οποιοδήποτε περιεχόμενο αποφασίσει. Μοναδική της δέσμευση ήταν να περιορίσει την αναθεώρηση στις προταθείσες διατάξεις. Η υποστηριζόμενη πλήρης αυτή ελευθερία της Αναθεωρητικής Βουλής επιτρέπει στα κόμματα της εκάστοτε Αντιπολίτευσης να διστάζουν να συμφωνήσουν με την οποιαδήποτε πρόταση αναθεώρησης που προέρχεται από την Κυβέρνηση, ακόμη και αν επί της ουσίας συμφωνούν, διότι φοβούνται ότι στην Αναθεωρητική Βουλή μπορεί να προσδοθεί οποιοδήποτε (διαφορετικό) περιεχόμενο στην ψηφισθείσα ως αναθεωρητέα διάταξη από την προτείνουσα Βουλή. Ήδη, με αφορμή την εξαγγελία της πρόθεσης ενεργοποίησης της διαδικασίας αναθεώρησης από την Κυβέρνηση το 1993 και στη συνέχεια ενόψει της ολοκλήρωσης της αναθεώρησης το 2019, εμφανίσθηκαν στη θεωρία απόψεις υπέρ της δέσμευσης της Αναθεωρητικής Βουλής από τις ‘κατευθύνσεις’ της προτείνουσας Βουλής. Αλλά και τα δικαστήρια δεν έχουν αποκλείσει μια τέτοια δέσμευση, έθεσαν όμως κάποιες προϋποθέσεις.

Βέβαιο είναι ότι οποιαδήποτε άποψη και αν ακολουθηθεί είναι προβληματική. Κατά της ‘πλήρους’ ελευθερίας της Αναθεωρητικής Βουλής μπορεί να αντιταχθεί ότι επιτρέπει σε μια απλή πλειοψηφία 151 βουλευτών να αγνοήσει μια κατεύθυνση που αποφασίσθηκε στην προτείνουσα Βουλή από 180 βουλευτές. Το δε επιχείρημα ότι λόγω της μεσολάβησης εκλογών υπάρχει ‘νωπή λαϊκή εντολή’ δεν είναι πειστικό. Αφενός το εκλογικό σώμα δεν ψηφίζει με βασικό κριτήριο την προτεινόμενη αναθεώρηση και αφετέρου καλείται να δώσει μια εντολή εν λευκώ, αφού η Αναθεωρητική Βουλή έχει πλήρη ελευθερία ως προς τις ‘κατευθύνσεις’. Κατά της δέσμευσης της Αναθεωρητικής Βουλής από τις κατευθύνσεις της προτείνουσας Βουλής μπορεί να αντιταχθεί ότι επιτρέπει σε μια απλή πλειοψηφία 151 βουλευτών της προτείνουσας Βουλής να δεσμεύει τους 180 βουλευτές της Αναθεωρητικής Βουλής, γεγονός που αντίκειται αναμφισβήτητα στη δημοκρατική αρχή. Η ρύθμιση να απαιτείται στην προτείνουσα ή την Αναθεωρητική Βουλή πλειοψηφία άλλοτε 151 και άλλοτε 180 βουλευτών, η λεγόμενη ‘εναλλαγή των πλειοψηφιών’, η οποία αποτελεί καινοτομία του Συντάγματος του 1975, πρέπει κατά τη γνώμη μου να καταργηθεί, ακόμη και αν ληφθεί υπόψη ότι συντελεί στη μη ματαίωση μιας αναθεώρησης.

Δεύτερον, η ισχύουσα δυνατότητα να ψηφίζεται στην Αναθεωρητική Βουλή το ‘ουσιαστικό περιεχόμενο’ των αναθεωρητέων διατάξεων με απόλυτη πλειοψηφία του συνόλου των βουλευτών, δηλαδή 151 βουλευτές. Και αυτό όταν το ίδιο το Σύνταγμα απαιτεί αυξημένες πλειοψηφίες για άλλα ζητήματα, σε σχέση με τα οποία η αναθεώρηση δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι είναι ήσσονος σημασίας και, επιπλέον, ψηφίζονται με τη διαδικασία του κοινού νόμου. Πρόκειται για τις διατάξεις του άρθρου 28 § 2 (αναγνώριση αρμοδιοτήτων που προβλέπονται από το Σύνταγμα σε όργανα διεθνών οργανισμών με πλειοψηφία τριών πέμπτων), του άρθρου 54 § 1 (πλειοψηφία των δύο τρίτων για την άμεση ισχύ από τις επόμενες εκλογές του νόμου που ορίζει το εκλογικό σύστημα και τις εκλογικές περιφέρειες) και για την με την αναθεώρηση του 2001 εισαχθείσα διάταξη του άρθρο 51 § 4 (πλειοψηφία των δύο τρίτων για νόμο που ορίζει τα σχετικά με την άσκηση του εκλογικού δικαιώματος από τους εκλογείς που βρίσκονται έξω από την Επικράτεια).

Χάριν πληρότητας πρέπει να λεχθεί ότι προβληματική θα ήταν και η πρόβλεψη πλειοψηφίας τριών πέμπτων (180 βουλευτών) για τις αποφάσεις και στις δύο Βουλές, και μάλιστα είτε γινόταν δεκτή η δέσμευση της Αναθεωρητικής Βουλής από τις κατευθύνσεις της προτείνουσας Βουλής είτε όχι. Καταρχάς, μια τέτοια ρύθμιση θα καθιστούσε την ήδη πολύπλοκη και χρονοβόρα διαδικασία αναθεώρησης ακόμη πιο δύσκολη. Επιπλέον, εάν γινόταν δεκτή η δέσμευση από τις κατευθύνσεις, θα ετίθετο ζήτημα βαρύτητας της ψήφου των δύο εκλογικών σωμάτων, αφού το πρώτο θα αποφάσιζε κατ’ουσίαν μόνο του για το βασικό περιεχόμενο της αναθέωρησης. Εάν όμως δεν γινόταν δεκτή η ‘δέσμευση’, τότε η ψήφος στην Αναθεωρητική Βουλή θα ‘βάρυνε’ περισσότερο από αυτήν που δόθηκε στην προτείνουσα Βουλή και, επιπλέον, δεν θα είχε νόημα η διατύπωση οποιωνδήποτε κατευθύνσεων από την προτείνουσα Βουλή, η δε μεσολάβηση του εκλογικού σώματος θα είχε την έννοια μιας ‘νωπής’ εν λευκώ εντολής.

Τέλος, και η προβλεπόμενη μεσολάβηση πενταετίας μεταξύ δύο αναθεωρήσεων, η οποία προβλεπόταν σε παλαιότερα Συντάγματα, είναι και αυτή αναχρονιστική και πρέπει να επανέλθουμε για το ζήτημα αυτό στο Σύνταγμα του 1952, το οποίο δεν προέβλεπε καμία προθεσμία. Με την ισχύουσα ρύθμιση θα πρέπει να αναμένεται συνολικά περίπου μια δεκαετία για την εκάστοτε επόμενη αναθεώρηση.

Για όλες τις ανωτέρω επιφυλάξεις συνταγματικής φύσης, αλλά και για να πάψει η αναθεώρηση να παίζει σημαντικό ρόλο στο προεκλογικό παιγνίδι και να μπορεί να ανταποκριθεί στους στην αρχή του εκτεθέντες σκοπούς, υποστηρίζω ήδη από το 1997 την υιοθέτηση της ολοκλήρωσης της αναθεώρησης στο πλαίσιο μιας Βουλής. Ήδη δε το 2000 είχε υιοθετηθεί η άποψη αυτή και από προσφάτως εκλιπόντα συνάδελφο. Θεωρώ δε ότι η τροποποίηση των διατάξεων του άρθρου 110 §§ 2-6 που ρυθμίζουν τη διαδικασία αναθεώρησης δεν απαγορεύεται, υφ’ οιανδήποτε ερμηνευτική εκδοχή, από το άρθρο 110 § 1 που θέτει τον κανόνα του αναθεωρήσιμο των συνταγματικών διατάξεων και απαριθμεί τις εξαιρέσεις. Πολλώ δε μάλλον, δεν απαγορεύεται από τον αυστηρό χαρακτήρα του Συντάγματος, παρά τα αντιθέτως υποστηριζόμενα συνήθως στη θεωρία. Τα Συντάγματα χαρακτηρίζονται ως αυστηρά με βάση την προβλεπόμενη διαδικασία αναθεώρησης, η επιλογή της οποίας προηγείται της υπαγωγής τους σε κάποια από τις δύο κατηγορίες Συνταγμάτων, των ήπιων ή των αυστηρών. Συνεπώς ο ακολουθών χρονικά χαρακτηρισμός ενός Συντάγματος ως αυστηρού περιγράφει απλώς την κατηγορία στην οποία εντάσσεται ένα συγκεκριμένο Σύνταγμα με βάση τις ρυθμίσεις που το ίδιο προβλέπει σχετικά με την αναθεώρησή του και δεν θεμελιώνει αφ’ εαυτού περιορισμούς ως προς την αναθεώρησή του. Ούτε εντάσσεται υποχρεωτικά ο αυστηρός χαρακτήρας του Συντάγματος στις «θεσμικές εγγυήσεις» της δικαιοκρατικής μορφής του πολιτεύματος στο ισχύον Σύνταγμα. Δεν μπορεί και ούτε έχει αμφισβητηθεί άλλωστε ότι η αρχή του κράτους δικαίου ισχύει και σε έννομες τάξεις, οι οποίες δεν διαθέτουν ιδιαιτέρως αυστηρό Σύνταγμα, όπως λ.χ. η Αυστρία, ή στερούνται γραπτού Συντάγματος, όπως λ.χ. το Ηνωμένο Βασίλειο. Είναι, εντούτοις, αυτονόητο ότι η διαδικασία αναθεώρησης στο πλαίσιο μιας Βουλής θα πρέπει να προβλέπει πλείονες ψηφοφορίες απέχουσες μεταξύ τους εύλογο χρονικό διάστημα, αυξημένες πλειοψηφίες και εν πάση περιπτώσει να είναι ‘αυστηρότερη’ από αυτήν της ψήφισης των κοινών νόμων.

Κλείνοντας, πρέπει να αναφερθεί ότι η υιοθέτηση της ολοκλήρωσης της αναθεώρησης σε μια Βουλή έχει σε επιστημονικό επίπεδο ωριμάσει, αν ληφθεί υπόψη ότι υποστηρίζεται πλέον από ένα σημαντικό αριθμό, ιδίως νεότερων συνταγματολόγων, οι οποίοι επικαλούνται σχετικώς την ανάγκη εκσυγχρονισμού ή εξορθολογισμού της διαδικασίας αναθεώρησης ή την χαρακτηρίζουν ως «προτιμότερη επιλογή για την αντιμετώπιση εγγενών σφαλμάτων της αναθεωρητικής διαδικασίας». Σε πολιτικό επίπεδο όμως, η λύση της αναθεώρησης στο πλαίσιο μιας Βουλής δεν φαίνεται να έχει οπαδούς. Εξαίρεση αποτελεί η πρόταση του ΠΑΣΟΚ της 7.3.1985, η οποία προέβλεπε την περάτωση της διαδικασίας αναθεώρησης στο πλαίσιο μίας και μόνης Βουλής και καταργούσε τον χρονικό περιορισμό της παρόδου πενταετίας. Ωστόσο, η πρόταση αυτή δεν συζητήθηκε στη Βουλή λόγω της απόσυρσής της από το κόμμα που την υπέβαλε. Επιπλέον, η άποψη για διεξαγωγή την αναθεώρησης στο πλαίσιο μιας Βουλής υιοθετήθηκε και μεμονωμένα από βουλευτές σε προσωπική βάση.

Με δεδομένο, πάντως, ότι η απόφαση για την υιοθέτηση της ολοκλήρωσης της διαδικασίας αναθεώρησης στο πλαίσιο μιας Βουλής δεν προσκρούει σε νομικά κωλύματα, αλλά είναι πρωτίστως πολιτική, επαφίεται στα πολιτικά κόμματα να εκσυγχρονίσουν τη διαδικασία της αναθεώρησης και να συντελέσουν, και με τον τρόπο αυτό, στην προστασία του κύρους του Συντάγματος.

Η επιστολική ψήφος στις γενικές βουλευτικές εκλογές και ο ορισμός εκλογικής περιφέρειας απόδημου Ελληνισμού. Το σχέδιο νόμου στη δημόσια διαβούλευση

Θανάσης Γ. Ξηρός,  Αναπληρωτής Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου ΑΣΕΙ-ΣΣΕ 
  1. Δύο ακριβώς έτη μετά την ανάληψη της κυβερνητικής δέσμευσης για την οργάνωση εξ αποστάσεως, επιστολικά, της άσκησης του δικαιώματος της ψήφου των εκτός Επικρατείας πολιτών στις γενικές βουλευτικές εκλογές, η εκδήλωση της σχετικής νομοθετικής πρωτοβουλίας ανακοινώθηκε από τον Πρωθυπουργό κατά τη συνεδρίαση του Υπουργικού Συμβουλίου την 26η Ιανουαρίου 2026 και το σχέδιο νόμου βρίσκεται ήδη στη δημόσια διαβούλευση. Η πλειοψηφία επανέρχεται και επιδιώκει να ολοκληρώσει τον εκτελεστικό, άλλως οργανικό, νόμο της πρότ. 2 της παρ. 4 του άρθρου 51 Συντ., καλύπτοντας με καθυστέρηση το κενό που άφησε η απόρριψη της αιφνιδιαστικής, πρόχειρης και προβληματικής τροπολογίας τον Ιανουάριο του 2024 [βλ. Θ. Ξηρού, Η επιστολική ψήφος στις γενικές βουλευτικές εκλογές. Μια πρόχειρη και προβληματική τροπολογία ανέτρεψε τις κυβερνητικές εξαγγελίες, υπονόμευσε τη συναίνεση και ανέδειξε συνταγματικές ασυμβατότητες, ΘΠΔΔ 4 (2024), σ. 327 επ.].

Το σχέδιο νόμου περιέχει μία ακόμη επιλογή, η οποία μάλιστα προτάσσεται στο κείμενό του. Ενεργώντας στο πλαίσιο εξουσιοδότησης που του παρείχε ο συνταγματικός, ο κοινός νομοθέτης προτείνει τη χάραξη μιας και όχι περισσότερων, όπως θα μπορούσε (άρθρο 54 παρ. 4 πρότ. 4 Συντ.), βασικής εκλογικής περιφέρειας απόδημου Ελληνισμού. Έτσι, οι χωρικές εκλογικές ενότητες, στις οποίες κατανέμονται οι βουλευτικές έδρες, θα παύσουν, αν η πρωτοβουλία υπερψηφιστεί, να έχουν την αναφορά τους αποκλειστικά εντός των ορίων της Ελληνικής Επικράτειας.

  1. Το πρώτο μέρος του σχεδίου νόμου (άρθρα 1-11) και τα τρία κεφάλαια που το απαρτίζουν είναι αφιερωμένα στη βασική εκλογική περιφέρεια απόδημου Ελληνισμού. Επ’ ευκαιρία της εισαγωγής της [άρθρο 3 του σχεδίου νόμου, με το οποίο προστίθεται παρ. 3 στο άρθρο 1 του π.δ. 26/2012 (Α΄ 57), όπως το τελευταίο είχε αντικατασταθεί με την παρ. 1 του άρθρου 255 του ν. 4555/2018 (Α΄ 133)], ο κοινός νομοθέτης μεταβάλει και την ονομασία ορισμένων από τις οκτώ (8) βασικές εκλογικές περιφέρειες, στις οποίες διαιρείται ο Νομός Αττικής [άρθρο 3 του σχεδίου νόμου, με το οποίο αντικαθίσταται η παρ. 2 στο άρθρο 1 του π.δ. 26/2012]. Οι λοιπές ρυθμίσεις του (σχεδίου νόμου) εντοπίζονται σε τροποποιήσεις της εκλογικής νομοθεσίας, προκειμένου να διασφαλιστεί η ταχύτερη διεκπεραίωση προπαρασκευαστικών πράξεων της εκλογής για τις ανάγκες της νέας βασικής εκλογικής περιφέρειας.

Επειδή ο αριθμός των μελών του Εθνικού Κοινοβουλίου παραμένει αδιαφοροποίητος στους τριακόσιους (300) βουλευτές, οι τρεις (3) στη βασική εκλογική περιφέρεια απόδημου Ελληνισμού μειώνουν ισάριθμα τους δέκα πέντε (15) που εκλέγονται ενιαίως σε ολόκληρη την Επικράτεια [άρθρο 4 του σχεδίου νόμου, με το οποίο αντικαθίσταται η παρ. 1 του άρθρου 2 του π.δ. 26/2012, όπως η τελευταία έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 36 του ν. 4648/2019 (Α΄ 205)]. Εξάλλου, οι συνδυασμοί καταρτίζονται και υποβάλλονται εντός τεσσάρων (4), αντί επτά (7), ημερών, από την επομένη της έναρξης της προεκλογικής περιόδου, κατά περίπτωση, με τη δημοσίευση του προεδρικού διατάγματος διάλυσης της Βουλής ή δεκαπέντε (15) ημέρες πριν από τη λήξη της βουλευτικής περιόδου [άρθρο 5 παρ. 1 του σχεδίου νόμου, με το οποίο τροποποιείται η παρ. 1 του άρθρου 34 του π.δ. 26/2012, σε συνδυασμό με την παρ. 2 του άρθρου 12 του ν. 4954/2022 (Α΄ 136)].

Η απαίτηση της συμμετοχής από κάθε φύλο αριθμού υποψηφίων σε ποσοστό, τουλάχιστον, ίσο προς το σαράντα τοις εκατό (40%) του συνόλου τους δεν καταλαμβάνει τους συνδυασμούς στη βασική εκλογική περιφέρεια απόδημου Ελληνισμού, αλλά οι υποψήφιοί τους συνυπολογίζονται, προκειμένου να προκύψει το, επίσης απαιτούμενο νομοθετικά, ποσοστό του τριάντα τρία τοις εκατό (33%) στην Επικράτεια (άρθρο 5 παρ. 3 του σχεδίου νόμου, με το οποίο τροποποιείται η παρ. 10 του άρθρου 34 του π.δ. 26/2012, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 31 του ν. 4648/2019). Το δικαίωμα να προτείνουν υποψηφίους στη νέα βασική εκλογική περιφέρεια αναγνωρίζεται στα πολιτικά κόμματα και τους συνασπισμούς περισσότερων συνεργαζόμενων που έχουν καταρτίζει συνδυασμούς στα τρία τέταρτα (3/4) των βασικών εκλογικών περιφερειών της χώρας και (οι υποψήφιοί τους) επιλέγονται από τον ειδικό εκλογικό κατάλογο αυτής (άρθρο 6 του σχεδίου νόμου, με το οποίο προστίθεται νέα παρ. 5 στο άρθρο 34Α του π.δ. 26/2012, το τελευταίο προστέθηκε με το άρθρο 32 του ν. 4648/2019). Οι συνδυασμοί ανακηρύσσονται εντός δύο (2), αντί των τριών (3), ημερών από τη λήξη της προθεσμίας για την υποβολή της πρότασης υποψηφιοτήτων και τα απαιτούμενα ελάχιστα ποσοστά συμμετοχής ανά φύλο πρέπει να πληρούνται, επί ποινή μη ανακήρυξης, κατά την υποβολή, ακόμη και αν στη συνέχεια δεν ανακηρυχθούν ένας ή περισσότεροι προτεινόμενοι [άρθρο 7 του σχεδίου νόμου, με το οποίο τροποποιείται η παρ. 1 του άρθρου 35 του π.δ. 26/2012, όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το άρθρο 76 του ν. 5027/2023 (Α΄ 48)]. Το όνομα ή η προσωνυμία και το έμβλημα πολιτικού κόμματος ή συνασπισμού περισσότερων συνεργαζόμενων γνωστοποιούνται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου με την εκλογική δήλωση εντός δύο (2), αντί τριών (3), ημερών από την έναρξη της προεκλογικής περιόδου (άρθρο 8 του σχεδίου νόμου, με το τροποποιείται το άρθρο 34 του π.δ. 26/2012).

Η εισαγωγή της βασικής εκλογικής περιφέρειας απόδημου Ελληνισμού επιβάλλει την προσαρμογή του περιεχομένου ρυθμίσεων του ν. 4648/2019 (Α΄ 205) στα νέα εκλογικά δεδομένα που θα εισφέρει η υπερψήφιση του σχεδίου νόμου. Οι εκλογείς που εγγράφονται στους ειδικούς εκλογικούς καταλόγους εξωτερικού συγκροτούν, πλέον, τον εκλογικό κατάλογό της (νέας βασικής εκλογικής περιφέρεια) (άρθρο 10 παρ. 1 του σχεδίου νόμου, με το οποίο προστίθεται νέα παρ. 11 στο άρθρο 2 του ν. 4648/2019), το ψηφοδέλτιο Επικρατείας αντικαθιστά το ψηφοδέλτιο απόδημου Ελληνισμού (άρθρο 10 παρ. 2 και 3 του σχεδίου νόμου, με τις οποίες αντικαθίστανται η παρ. 1 του άρθρου 10 και η παρ. 1 του άρθρου 12 του ν. 4648/2019), επανακαθορίζονται δε η διαδικασία της ψηφοφορίας (άρθρο 10 παρ. 4 του σχεδίου νόμου, με το οποίο αντικαθίσταται η παρ. 3 του άρθρου 13 του ν. 4648/2019), η διαλογή των ψηφοδελτίων και η καταγραφή στα βιβλία της εκλογής των αποτελεσμάτων της ψηφοφορίας εκτός της χώρας (άρθρο 10 παρ. 5 του σχεδίου νόμου, με το οποίο τροποποιείται η παρ. 5 του άρθρου 16 του ν. 4648/2019). Τέλος, ο κοινός νομοθέτης απαιτεί, ειδικά για τα άρθρα 3, 4, 6 και 10 του σχεδίου νόμου, τη συγκέντρωση της αυξημένης-ειδικής πλειοψηφίας της παρ. 1 του άρθρου 54 Συντ., προκειμένου να τύχουν εφαρμογής από τη δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (άρθρο 11 του σχεδίου νόμου). Δηλαδή, για να εφαρμοστούν στην αμέσως επόμενη εκλογική αναμέτρηση.

  1. Το δεύτερο μέρος του σχεδίου νόμου (άρθρα 12-18) και τα τέσσερα κεφάλαια που το απαρτίζουν είναι αφιερωμένο στην εξ αποστάσεως ψηφοφορία, επιστολικά, των εκτός Επικρατείας πολιτών στις γενικές βουλευτικές εκλογές. Όταν την ίδια ημέρα διεξάγεται η ψηφοφορία και σε μία ακόμη από τις λοιπές στιγμές ενεργοποίησης του εκλογικού σώματος, οι φάκελοι με τα ψηφοδέλτιά της, οι οποίοι είχαν σταλεί πριν από την προκήρυξη των εθνικών εκλογών, δεν ισχύουν (άρθρο 14 παρ. 1 του σχεδίου νόμου). Σε κάθε περίπτωση, οι ειδικοί φάκελοι ψηφοφορίας πρέπει να περιέχουν τα ψηφοδέλτια κάθε εκλογής (άρθρο 14 παρ. 2 του σχεδίου νόμου). Δικαιούχοι της εξ αποστάσεως ψηφοφορίας, επιστολικά, είναι όσοι εκτός Επικρατείας πολίτες έχουν δηλώσει τη διεύθυνσή τους, για να τους αποσταλεί ο φάκελος ψηφοφορίας, και έχουν εγγραφεί στους ειδικούς εκλογικούς καταλόγους επιστολικής ψήφου, οι τελευταίοι αποτελούν τον εκλογικό κατάλογο, κατά την έννοια της παρ. 1 του άρθρου 6 του π.δ. 26/2012, της βασικής εκλογικής περιφέρειας απόδημου Ελληνισμού (άρθρο 14 παρ. 3 του σχεδίου νόμου). Αν η πρόταση για την εισαγωγή της δεν συγκεντρώσει τη συνταγματικά απαιτούμενη αυξημένη-ειδική, στο ψηφοδέλτιο της επιστολικής ψήφου δεν θα υπάρχει ειδικός χώρος επιλογής υποψηφίων της και τότε οι ψηφοφόροι θα επιλέξουν μόνο συνδυασμό (άρθρο 14 παρ. 4 του σχεδίου νόμου).

Για την εγγραφή στους ειδικούς καταλόγους επιστολικής ψήφου, οι ενδιαφερόμενοι υποβάλλουν αίτηση το αργότερο την επομένη της προκήρυξης των γενικών βουλευτικών εκλογών (άρθρο 15 παρ. 1 περίπτ. α΄ του σχεδίου νόμου). Οι ειδικοί φάκελοι αποστέλλονται, προφανώς με συστημένη και κατεπείγουσα επιστολή, σε όσους έχουν επιλέξει να ψηφίσουν επιστολικά και το αργότερα δώδεκα (12) ημέρες πριν από τη διεξαγωγή της ψηφοφορίας (άρθρο 15 παρ. 1 περιπτ.  β΄ και δ΄ του σχεδίου νόμου). Εντός αυτών μπορεί να μην περιλαμβάνεται ο κατάλογος υποψηφίων, αναρτάται όμως την ημέρα της ανακήρυξής τους στην ιστοσελίδα του Υπουργείου Εσωτερικών, οι ανακηρυχθέντες αναγράφονται με αλφαβητική σειρά και ανά συνδυασμό, καθένας τους φέρει δε ξεχωριστή αύξουσα αρίθμηση (άρθρο 15 παρ. 1 περίπτ.  γ΄ του σχεδίου νόμου). Το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας στη βασική εκλογική περιφέρεια απόδημου Ελληνισμού υπολογίζεται για την κατανομή των εδρών γενικά, για τον καθορισμό των εδρών κάθε συνδυασμού στην Επικράτεια και για την κατανομή τους σε κάθε βασική εκλογική περιφέρεια (άρθρο 16 του σχεδίου νόμου). Τέλος, ο κοινός νομοθέτης απαιτεί, προκειμένου να τεθεί σε ισχύ το δεύτερο μέρος του σχεδίου νόμου και οι διατάξεις του να εφαρμοστούν στις αμέσως επόμενες γενικές βουλευτικές εκλογές, την υπερψήφιση από την αυξημένη-ειδική πλειοψηφία των διακοσίων (200), τουλάχιστον, βουλευτών (άρθρο 18 του σχεδίου νόμου). Τότε θα καταργηθούν τα άρθρα του ν. 4648/2019 στα οποία ρυθμίζεται η ψηφοφορία με αυτοπρόσωπη προσέλευση (άρθρο 17 του σχεδίου νόμου).

  1. Επαναλαμβάνοντας την ατυχή διατύπωση του οργανικού νόμου της πρότ. 2 της παρ. 4 του άρθρου 51 Συντ., δηλαδή του ν. 4648/2019 και του ν. 5083/2024 (Α΄ 12) που τον συμπληρώνει, ο κοινός νομοθέτης αναφέρεται στον τίτλο του σχεδίου νόμου, όπως και στον τίτλο του δευτέρου κεφαλαίου του, στη «διευκόλυνση» των εκτός Επικρατείας πολιτών. Η επιλογή δεν είναι νομικά ακριβής, αφού αγνοεί, αδικαιολόγητα, ό,τι προκρίνει η συνταγματική διάταξη. Η Πολιτεία μας υποχρεούται, συμμορφούμενη στις επιταγές της καθολικότητας και της υποχρεωτικότητας της ψήφου, να δώσει τη δυνατότητα σε όσους πολίτες βρίσκονται ή διαμένουν εκτός της χώρας να ψηφίζουν στις γενικές βουλευτικές εκλογές. Δηλαδή, να οργανώσει τη συμμετοχή τους στην έκφραση της λαϊκής θέλησης με την εισαγωγή πρόσφορου προς τούτο τύπου ή μέσου. Τούτο σημαίνει ότι δεν πρόκειται, προφανώς, για διευκόλυνση, όπως συνομολογείται με την προσθήκη στον τίτλο και του σχεδίου νόμου και του κεφαλαίου της αναφοράς στην «άσκηση του εκλογικού δικαιώματος».

Ο συνταγματικός εξουσιοδοτεί τον κοινό νομοθέτη, ενεργώντας στο πλαίσιο διακριτικής ευχέρειας, να ορίσει μία ή περισσότερες βασικές εκλογικές περιφέρειες απόδημου Ελληνισμού κατά παρέκκλιση όσων ισχύουν για τις χωρικές εκλογικές ενότητες εντός της χώρας (άρθρο 54 παρ. 4 πρότ. 4 Συντ.). Η παρέκκλιση δεν καταλαμβάνει τη χάραξή τους, αλλά ανάγεται στον καθορισμό των βουλευτών που αναδεικνύονται. Ακόμη και αν η συνταγματική ρύθμιση ισχύει, αδιακρίτως, για τις βασικές εκλογικές περιφέρειες στο σύνολό τους και ανεξαρτήτως της πράξης, νόμος ή προεδρικό διάταγμα, καθορισμού του αριθμού των βουλευτών καθεμιάς, σε εκείνες εκτός της Επικράτειας επιτρέπεται ο υπολογισμός των εδρών τους να μην εδράζεται στον νόμιμο πληθυσμό. Η επιλογή των εγγεγραμμένων στον ειδικό εκλογικό κατάλογο της νέας βασικής εκλογικής περιφέρειας, θα έθετε, αναμένοντας την ολοκλήρωσή του, σε σοβαρή διακινδύνευση τη διενέργεια των προπαρασκευαστικών πράξεων της εκλογής με όλες τις παρεπόμενες δυσμενείς συνέπειες για την ομαλή εξέλιξη της εκλογικής διαδικασίας. Σημειώνεται ότι στις Ευρωπαϊκές εκλογές του Ιουνίου του 2024 στους ειδικούς εκλογικούς καταλόγους εξωτερικού είχαν εγγραφεί διακόσιοι δύο χιλιάδες πεντακόσιοι δέκα επτά (202.517) Έλληνες πολίτες, αριθμός που θα αντιστοιχούσε σε εξαεδρική βασική εκλογική περιφέρεια εντός της χώρας [βλ. το π.δ. 8/2023 (Α΄ 16)]. Το ζήτημα πρέπει να απασχολήσει τον κοινό, ενδεχομένως και τον αναθεωρητικό, νομοθέτη, σύντομα και πάντως, όταν θα έχουν στη διάθεσή τους ικανά πραγματικά δεδομένα από την εφαρμογή του νόμου. Οι τυχόν επιπλέον των τριών (3) έδρες της νέας βασικής εκλογικής περιφέρειας θα μπορούσαν να προκύψουν, ευχερώς, από το «απόθεμα» όσων βουλευτών εκλέγονται ενιαίως σε ολόκληρη την Επικράτεια.

Δικαίωμα να υποβάλουν πρόταση υποψηφίων στη βασική εκλογική περιφέρεια απόδημου Ελληνισμού αναγνωρίζεται, όπως ακριβώς ισχύει και για όσους εκλέγονται ενιαία σε ολόκληρη την Επικράτεια, σε πολιτικό κόμμα ή σε συνασπισμό περισσότερων συνεργαζόμενων, αρκεί να έχουν καταρτίσει συνδυασμούς στα τρία τέταρτα (3/4) των βασικών εκλογικών περιφερειών της χώρας. Έτσι, αποκλείονται οι συνδυασμοί ανεξαρτήτων ή οι μεμονωμένοι υποψήφιοι και όποιος από αυτούς επιθυμεί να διεκδικήσει την προτίμηση του εκλογικού σώματος στη βασική εκλογική περιφέρεια απόδημου Ελληνισμού θα υποχρεωθεί να ενταχθεί σε κάποιον από τους «μεγάλους» πολιτικούς σχηματισμούς. Και μπορεί η ποσοτική απαίτηση να αποδίδεται, καταρχήν, στην ανάγκη να εξελιχθούν ομαλά και εντός των στενών χρονοδιαγραμμάτων τους οι προπαρασκευαστικές πράξεις της εκλογής, ώστε να αποσταλούν, εγκαίρως, ο φάκελος ψηφοφορίας και το λοιπό εκλογικό υλικό στους εκτός Επικρατείας πολίτες, η νέα βασική εκλογική περιφέρεια και η σύνδεση των υποψηφίων της με τις τοπικές κοινωνίες δικαιολογούν, ίσως το επιβάλλουν κιόλας, την επανεξέταση του κανόνα, προκειμένου να είναι υποψήφιοι, τουλάχιστον, και ανεξάρτητοι. Είναι άλλο το ζήτημα, αν από συνδυασμό τους τελικά θα καταφέρει κάποιος να πετύχει την εκλογή.

Οι ρυθμίσεις του σχεδίου νόμου, κατά το μέρος τους που διέπουν την εξ αποστάσεως ψηφοφορία στις γενικές βουλευτικές εκλογές, είναι περιορισμένες και συμπληρώνονται από τον ν. 5083/2024 για την επιστολική ψήφο στις Ευρωπαϊκές εκλογές και το εθνικό δημοψήφισμα, στις διατάξεις του οποίου, σπανιότατα, παραπέμπει ευθέως και, συνηθέστερα, η εφαρμογή τους συνάγεται ερμηνευτικά. Ακόμη και έτσι να έχουν τα πράγματα, η εξέλιξη της συγκεκριμένης εκλογικής διαδικασίας σε ορισμένα σημεία της επιβάλλει και άλλες διαφοροποιήσεις από τα γενικώς ισχύοντα, όπως λ.χ. στη συγκέντρωση και τη διαλογή των ψηφοδελτίων του απόδημου Ελληνισμού. Φαίνεται, γι’ αυτό, πιθανόν, ο κοινός νομοθέτης να συμπληρώσει τους ορισμούς του σχεδίου νόμου πριν από την κατάθεσή του ή κατά την επεξεργασία του στη Βουλή, διαφορετικά θα υποχρεωθεί να επανέλθει σύντομα και πάντως πριν από την επόμενη εκλογική αναμέτρηση, προσφεύγοντας ίσως και στην έκτακτη νομοθέτηση με την έκδοση πράξης νομοθετικού περιεχομένου. Από τη στιγμή που τους εκτός Επικρατείας πολίτες δεν καταλαμβάνουν οι επιταγές της ταυτόχρονης διεξαγωγής της ψηφοφορίας (άρθρο 51 παρ. 4 πρότ. 3 Συντ.), σε αντίθεση με ό,τι ισχύει για τους εκλογείς εντός της Ελλάδας (άρθρο 51 παρ. 4 πρότ. 1 Συντ.), οι δικαιούχοι της επιστολικής ψήφου μπορούν να εκφράζουν την προτίμησή τους νωρίτερα από τους λοιπούς ψηφοφόρους, αρκεί οι επιλογές τους να ανακοινώνονται, όταν θα κλείσουν οι κάλπες σε όλη τη χώρα.

Το σχέδιο νόμου εντοπίζει το ενδιαφέρον του και σε δύο ζητήματα, η νομοθετική αντιμετώπιση των οποίων προϋποθέτει και απαιτεί, συνταγματικά, την αυξημένη-ειδική πλειοψηφία των διακοσίων (200), τουλάχιστον, βουλευτών. Γι’ αυτό, ο κοινός νομοθέτης περιέλαβε σχετικούς ορισμούς (άρθρα 11 και 18). Αν η εισαγωγή της βασικής εκλογικής περιφέρειας απόδημου Ελληνισμού υπερψηφιστεί, όχι όμως από την απαιτούμενη πλειοψηφία, η ισχύς της ρύθμισης θα εκκινήσει από τις μεθεπόμενες γενικές βουλευτικές εκλογές, στις επόμενες οι υποψήφιοι από τον απόδημο Ελληνισμό θα ενταχθούν στο ψηφοδέλτιο Επικρατείας, σε αριθμό τουλάχιστον τρεις (3) και ο ένας (1) τους υποχρεωτικά θα εγγραφεί στις πρώτες τρεις θέσεις (άρθρο 34Α του π.δ. 26/2012, το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 32 του ν. 4648/2019). Παραμένει αδιευκρίνιστος ο λόγος για τον οποίο ο κοινός νομοθέτης απαιτεί τη συγκέντρωση της ίδιας πλειοψηφίας και για την υπερψήφιση των άρθρων 4, 6 και 10 του σχεδίου νόμου, προκειμένου να τύχουν άμεσης εφαρμογής. Αν δεν συσταθεί η νέα βασική εκλογική περιφέρεια, ο αριθμός των βουλευτών της, η πρόταση των υποψηφίων της και η προσαρμογή των διατάξεων του ν. 4648/2019, δηλαδή η ρυθμιζόμενη στα άρθρα αυτά ύλη, ακόμη και στην περίπτωση που  έχουν υπερψηφιστεί από διακόσιους (200) βουλευτές, οι εν λόγω διατάξεις δεν θα εφαρμοστούν.

Εξάλλου, η αποτυχία συγκέντρωσης της αυξημένης-ειδικής πλειοψηφίας, προκειμένου να οργανωθεί η άσκηση του δικαιώματος της ψήφου εξ αποστάσεως, επιστολικά, και στις γενικές βουλευτικές εκλογές, θα παρατείνει την ισχύ όσων ρυθμίσεων προβλέπονται ήδη στον ν. 4648/2019. Δηλαδή, οι εκτός Επικρατείας πολίτες θα ψηφίσουν, προσερχόμενοι αυτοπροσώπως, στα ειδικά εκλογικά τμήματα κάθε διπλωματικής περιφέρειας, επιλέγοντας, αναλόγως του αποτελέσματος της ψηφοφορίας για τη νέα βασική εκλογική περιφέρεια απόδημου Ελληνισμού, υποψηφίους από τα ψηφοδέλτια της ή, μόνο στην επόμενη εκλογική αναμέτρηση, από το ψηφοδέλτιο Επικρατείας συνδυασμού πολιτικού κόμματος ή περισσότερων συνεργαζόμενων. Ανεξαρτήτως της τύχης του δεύτερου μέρους του σχεδίου νόμου, εξακολουθεί να προκαλεί απορίες και το ερώτημα παραμένει αναπάντητο, γιατί ο κοινός νομοθέτης επιφύλαξε διαφορετική αντιμετώπιση στην απαιτούμενη πλειοψηφία για την οργάνωση της άσκησης εξ αποστάσεως, επιστολικά, του δικαιώματος της ψήφου των αποδήμων στις Ευρωπαϊκές εκλογές και το εθνικό δημοψήφισμα; Υπενθυμίζεται ότι ρυθμίσεις του ν. 5083/2024 υπερψηφίστηκαν από την απόλυτη (πλειοψηφία) του όλου αριθμού των βουλευτών και όχι από διακόσιους (200), τουλάχιστον, όπως επιβάλλει η πρότ. 2 της παρ. 4 του άρθρου 51 Συντ. (βλ. Θ. Ξηρού, όπ.π., σ. 335-336), δίχως τούτο να εμποδίσει την εφαρμογή τους στις τελευταίες Ευρωπαϊκές εκλογές!

Το παν εγγίζον το μηδέν – Ερμηνευτική ευκαιριακότητα ως κανονιστική άμβλυνση του ενωσιακού Δικαίου. Σκέψεις με αφορμή την απόφαση ΣτΕ (Ολ.) 1918/2025 για τα μη κρατικά ΑΕΙ

Αντώνης Μεταξάς, Καθηγητής Ευρωπαϊκού Δικαίου, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών
  1. Εισαγωγική επισήμανση[1]

Οι κάτωθι αναπτύξεις απηχούν τη μείζονα περίσκεψή μου για μια προϊούσα αποκανονι-στικοποίηση του ενωσιακού δικαίου με όχημα την ευκαιριακή πρόσληψη της κανονιστικής του εμβέλειας. Ένα φαινόμενο, το οποίο ενδεχομένως σχετίζεται με μια ευρύτερη, δομική και βαθύτερη παθογένεια: την ιστορικά αμφιλεγόμενη, ενίοτε ωφελιμιστική και επιλεκτική στάση του ελληνικού πολιτικού συστήματος και τμημάτων της ελληνικής κοινωνίας ευρύτερα σε σχέση με την ίδια τη συμμετοχή της χώρας στο ενωσιακό εγχείρημα[2]. Ίσως προξενεί εντύπωση το γεγονός ότι οι σκέψεις που ακολουθούν διατυπώνονται από κάποιον που προσπαθεί επί μακρόν στις επιστημονικές του εργασίες να αναδείξει και επικροτήσει το φαινόμενο της αλληλένθεσης των δύο εννόμων τάξεων, της εθνικής και της ενωσιακής, αλλά και τη λειτουργική αναγκαιότητα που νομιμοποιεί την αρχή της προτεραιότητας εφαρμογής του ενωσιακού δικαίου[3], με αφορμή μια τέτοια δικαστική απόφαση ανωτάτου εθνικού μας Δικαστηρίου (ΣτΕ (Ολ.) 1918/2025). Μια δικαστική απόφαση, στο πλαίσιο της οποίας η «ερμηνευτική αυτοπεποίθηση» υπέρ της κανονιστικής διάχυσης και κατίσχυσης του ενωσιακού δικαίου προελαύνει θριαμβευτικά και αδιάστικτα, αν και, όπως θα επιχειρήσω να αναδείξω, μεθοδολογικά ανεπέρειστα. Θα προσπαθήσω συνεπώς στο πλαίσιο του παρόντος να στοιχειοθετήσω συνοπτικά τους λόγους αυτής της περίσκεψης, αλλά και να εκφράσω την μείζονα προσμονή, που πλέον δικαιωματικά συγκροτείται, για μια προσήλωση συνέπειας στις μελλοντικές δικαιοδοτικές κρίσεις του ΣτΕ, κάθε φορά που εφεξής θα τίθεται θέμα εφαρμογής του ενωσιακού δικαίου – ακόμη και σε εκείνες τις περιπτώσεις που θα συντρέχει σύγκρουση των ενωσιακών κανονιστικών επιταγών με αντίθετες ρητές κείμενες διατάξεις του εθνικού μας δικαίου.

 

  1. Η αμφιβόλου συνταγματικότητας διάταξη του άρθρου 34 του π.δ. 18/1989 (Κωδικοποίηση νομοθετικών διατάξεων για το Συμβούλιο της Επικρατείας)

Μετά από παρέλευση μηνών από το σχετικό “Ανακοινωθέν του Προέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας σχετικά με το αποτέλεσμα της Διάσκεψης”, χρονική απόκλιση από μόνη της δικαιοπολιτικά προβληματική, εξεδόθη λοιπόν η απόφαση του ΣτΕ για τα μη κρατικά ΑΕΙ. Κατ’ αρχάς, αυτή η νομοθετική «καινοτομία», που εισάγεται με την αμφιβόλου συνταγματικότητας νέα διάταξη του άρθρου 34 § 8 του π.δ. 18/ 1989[4], φέρει σε δύσκολη θέση τον εκάστοτε Πρόεδρο του Συμβουλίου της Επικρατείας, ο οποίος προβαίνει στην επιλογή της εφαρμογής της. Από τη συνταγματικά κατοχυρωμένη υποχρέωση απαγγελίας των δικαστικών αποφάσεων σε δημόσια συνεδρίαση σε συνδυασμό με την επιβαλλόμενη από το άρθρο 93 § 3 του Συντάγματος υποχρέωση, οι δικαστικές αποφάσεις να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένες, προκύπτει ότι πριν την απαγγελία μιας απόφασης σε δημόσια συνεδρίαση, τούτη δεν υφίσταται με τη νομική έννοια του όρου, ήτοι νομικώς δεν έχει υπόσταση. Πριν το χρονικό αυτό σημείο και μέχρι την εν λόγω δημόσια απαγγελία της απόφασης, η υπόθεση τυπικώς τελεί εν διασκέψει[5]. Πριν την πλήρη λεκτική εν κειμένω καταγραφή αλλά και ενδεχομένως την αποτίμηση της εν λόγω καταγραφής από τους Δικαστές που μετείχαν στη Διάσκεψη, ειδικώς επί τέτοιας φύσεως νομικά απαιτητικών υποθέσεων που λόγω σπουδαιότητας έχουν αχθεί στην κρίση της Ολομελείας, διερωτάται κανείς, στο μέτρο που η απόφαση μάλιστα τελικώς δημοσιευθεί μετά από παρέλευση μηνών, στη βάση άραγε ποιας συλλογιστικής δύναται οι δικαστικοί λειτουργοί να απωλέσουν το δικαίωμά τους να μεταπεισθούν από την τυχόν πειστικότερη καταγραφή και στοιχειοθέτηση της αντίθετης άποψης, να μεταβάλουν τη διατυπωθείσα γνώμη τους όταν δουν την πλήρη αιτιολογία εκάστης άποψης διατυπωμένη επακριβώς και διεξοδικώς ή και να έχουν, ακόμη κι αν εμμείνουν στην αρχικώς διατυπωθείσα τους άποψη, σημαντικές ενστάσεις σε σχέση με τη λεκτική καταγραφή της και τη νομική της στοιχειοθέτηση; Στα νομικά, ως γνωστόν, και η απλή αντιμετάθεση ή παραλλαγή λέξεων αρκεί να αλλάξει ουσιωδώς την έμφαση των γραφομένων.

Η ενίοτε ατύπως τυγχάνουσα επίκλησης “ratio” (;) της εν λόγω διάταξης, ότι δηλαδή δι’ αυτής της «Ανακοινώσεως» ενημερώνονται «επισήμως» και «εγκαίρως» οι διάδικοι και η «κοινή γνώμη» με παράλληλη «αποφυγή διαρροών στα ΜΜΕ», δεν ξέρω κατά πόσο εναρμονίζεται με τον οφειλόμενο σεβασμό προς τους συμμετέχοντες στην εκάστοτε διάσκεψη Δικαστές και τις ελάχιστες αναμονές που δικαιούται κανείς να έχει σε σχέση με την εκ μέρους τους πρόσληψη του λειτουργήματός τους. Σε κάθε περίπτωση, ακόμη και η ίδια αυτή η εν λόγω προβληματική νέα διάταξη ρητά ορίζει ότι στην εν θέματι «Ανακοίνωση» εμπεριέχεται και αναφορά στην «κατά προσέγγιση εκτιμώμενη ημερομηνία δημοσίευσης του κειμένου της απόφασης», πράγμα που εν προκειμένω δεν έλαβε χώρα. Τούτων δοθέντων, διατηρώ μείζονες επιφυλάξεις για τη δικαιοπολιτική προσθετικότητα (ήπιος ο επιλεγείς όρος) του φαινομένου να παράγονται εν τοις πράγμασι παραστάσεις άγουσες σε έννομες συνέπειες από μη υπάρχον τη δεδομένη στιγμή πλήρες κείμενο αποφάσεως, το δε αυτό πλήρες κείμενο και η με τη νομική έννοια του όρου «δικαστική απόφαση» να δημοσιεύεται μετά παρέλευση μηνών.

 

  1. Η νομιμοποίηση μιας δικανικής κρίσης και η ευθύνη της επιστημονικής κριτικής

Επί της ουσίας της επίμαχης δικαιοδοτικής κρίσης τώρα, επισημαίνω συνοπτικά τα εξής: Προσήλθα με προσοχή στην ανάγνωση της εκδοθείσας απόφασης, αλλά και με την ανάλογη προσμονή, η οποία αντιστοιχεί στις τόσο κομβικές αναμονές που συνδέονται με τη λειτουργία και το θεσμικό βάρος του ανώτατου διοικητικού Δικαστηρίου της χώρας. Η προσμονή είναι δεδομένη, η κρίσιμη ουσιαστική «νομιμοποίηση» μιας δικανικής κρίσης, όπως άλλωστε και του ίδιου του επιστημονικού λόγου, είναι εντούτοις κάτι βαθύτερο, απαιτητικότερο, υποκείμενο στη βάσανο μιας στοιχειοθετούμενης πειστικότητας στη βάση ευκρινών, ελέγξιμων μεθοδολογικών κανόνων που προφυλάσσουν από την ευκαιριακότητα, την ανασφάλεια δικαίου και, εν τέλει, τη (δυνητική) αυθαιρεσία (Willkür). Αυτή λοιπόν η ουσιαστική νομιμοποίηση εκάστης δικαιοδοτικής κρίσης είναι διεκδικούμενη και διαρκώς ελεγ­κτέα, δεν είναι εκχωρούμενη a priori και ex officio. Τούτου δοθέντος, ο Δικαστής σ’ ένα κράτος Δικαίου οφείλει να αφίσταται αντανακλαστικών παραπεμπόντων σε δυσανεξία έναντι της επιστημονικής κριτικής, η οποία μάλιστα δεν υπέχει κατ΄ αρχήν καμία «οφειλή» να συντείνει στη «νομιμοποίηση» της όποιας δικαστικής απόφασης. Τούτο συνιστά χρέος του Δικαστή που την εξέδωσε, ο οποίος «ομιλεί» δια της απόφασης και της αιτιολογίας της. Ειδικώς δε αν αισθάνεται ασφαλής ότι έπραξε κατά συνείδηση, η επιστημονική κριτική, ορθή ή εσφαλμένη κατά τον ίδιο, οφείλει να μην του προκαλεί άμβλυνση της οφειλόμενης θεσμικής και υφολογικής του εγκράτειας. Μελαγχολική η ανάμνηση, αλλά ας υπενθυμίσουμε εδώ τη ρήση του μείζονος Δικαστή, αείμνηστου Στ. Ματθία, ότι «ο Δικαστής οφείλει να μιλά και να φέρεται ως τέτοιος ακόμη κι όταν αδικείται».

Κλείνω -φοβούμαι προσωρινώς- αυτή την ουσιώδη παρέκβαση μ’ ένα γενικότερο σχόλιο που αφορά τα επαναλαμβανόμενα τελευταία, ενίοτε μετ’ επιμονής εκφερόμενα περί της «ευθύνης του επιστημονικού λόγου», που δήθεν υπονομεύει δια της δριμείας κριτικής τη «νομιμοποίηση» της δικαστικής ή πολιτικής εξουσίας. Η δικαστική και πολιτική εξουσία έχει την πρωτογενή ευθύνη, ως προείπα, της διαφύλαξης της θεσμικής της αξιοπιστίας. Ο δημόσια εκφερόμενος επιστημονικός λόγος οφείλει αντιστοίχως να αρθρώνεται ελεύθερα και κατά συνείδηση, προφανώς τηρώντας κανόνες δεοντολογίας, αλλά και να λέει τα πράγματα με το όνομά τους υποκείμενος και αυτός σε κριτική αποτίμηση για το περιεχόμενο και το ύφος του. Κατά τα λοιπά, διαχρονικά, ο επιστημονικός λόγος, ο οποίος επιλέγει -αυταρέσκως ή υστεροβούλως, τούτο είναι αδιάφορο- να σιωπά περί άλλα τυρβάζων ή να κάνει εκπτώσεις στη διανοητική του συνέπεια και εντιμότητα με τον φόβο μήπως ενοχλήσει κανέναν, οφείλει να επαναξιολογήσει τον σφυγμό του, δηλαδή να αποτιμήσει αν ζει ή ήδη πέθανε.

 

  1. Τα όρια της σύμφωνης με το ενωσιακό δίκαιο ερμηνείας του εθνικού δικαίου

Ως εισαγωγικά επισήμανα, το παρόν κείμενο συνετάχθη με την πρόθεση να εκληφθεί κυρίως ως μια υπόμνηση για την ευρύτερη «μεγάλη εικόνα» σε σχέση με την εν γένει δικαιοδοτική αντιμετώπιση του ευρωπαϊκού Δικαίου αλλά και τη δομικώς επιλεκτική à la carte προσέγγιση του ενωσιακού εγχειρήματος στον τόπο μας από το πολιτικό μας σύστημα ευρύτερα. Δεν θα προβώ συνεπώς σε διεξοδική νομική αποτίμηση της εν λόγω σημαντικής απόφασης του ΣτΕ. Για τις ενωσιακού δικαίου παραμέτρους της συγκεκριμένης θεματικής των μη κρατικών ΑΕΙ έχω ήδη τοποθετηθεί σε γραπτά μου[6] και, φρονώ, δεν υφίσταται ανάγκη να επαναλαμβανόμεθα.

Εδώ ας σημειώσω μόνο τα εξής: Όντως σύνθετη και επιστημονικά απαιτητική είναι η αποτίμηση και διαχείριση της υφιστάμενης εγγενούς πολυπλοκότητας, η οποία χαρακτηρίζει την ευρύτερη πολυπαραμετρική και δυναμική προβληματική της σχέσης συνύπαρξης εθνικής, ενωσιακής και διεθνούς έννομης τάξης. Μιας προβληματικής με έντονα εξωνομικά και, εν τέλει, βαθιά πολιτικά στοιχεία[7]. Σύνθετο και κομβικό είναι επίσης το ζήτημα του εντοπισμού του κατισχύοντος κάθε φορά εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, όταν βέβαια συντρέχει αυτό που αποκαλώ “οντολογικές προϋποθέσεις” της κανονιστικής σύγκρουσης, ήτοι όταν όντως υφίστανται αλληλοαποκλειόμενες κανονιστικές επιταγές επί του ιδίου θέματος στην εθνική και ενωσιακή ή/και διεθνή έννομη τάξη, που διεκδικούν εφαρμογή στο συγκεκριμένο πραγματικό. Αυτό το στάδιο του νομικού συλλογισμού, ήτοι η διάγνωση ταυτοχρόνως διεκδικουσών εφαρμογή πολυκαταγωγικών, ήτοι προερχόμενων εκ πλει­όνων εννόμων τάξεων (εθνικών, υπερεθνικών κ.λπ.), κανονιστικών επιταγών συνιστά μια ενίοτε όχι ευχερούς επίλυσης άσκηση.

Αντιθέτως, δεν θεωρώ τη μεθοδολογική διάσταση της συγκεκριμένης περίπτωσης που εκλήθη να αντιμετωπίσει το ΣτΕ εν προκειμένω ιδιαιτέρως περίπλοκη, τουλάχιστον υπό το πρίσμα του γνωστικού αντικειμένου, το οποίο υπηρετώ και το οποίο έτυχε τόσο ενθουσιώδους και αποφασιστικής επίκλησης: τα όρια του επιλεγέντος από την τελικώς πλειοψηφήσασα άποψη της εν λόγω συνθέσεως της Ολομελείας του ΣτΕ μηχανισμού, ήτοι της σύμφωνης με το ενωσιακό δίκαιο ερμηνείας του εθνικού δικαίου, έχουν αποτυπωθεί εδώ και πολλά έτη με σαφήνεια στην πάγια νομολογία του ίδιου του Δικαστηρίου της ΕΕ αλλά και σε κάθε σοβαρό σύγγραμμα μεθοδολογίας του ευρωπαϊκού Δικαίου. Συγκεκριμένα, η ίδια η ενωσιακή έννομη τάξη δεν εγείρει αξίωση από τον εφαρμοστή του εθνικού Δικαίου να προβαίνει σε contra legem ερμηνεία του εθνικού Δικαίου – δεν απαιτεί συνεπώς από τον εθνικό Δικαστή να «ανταλλάξει την ειωθυίαν αξίωσιν των ονομάτων και των λέξεων»[8]. Συνεπώς, η απορρέουσα και από την αρχή της καλόπιστης συνεργασίας (άρθρο 4 § 3 ΣΕΕ) υποχρέωση για σύμφωνη με το ενωσιακό δίκαιο ερμηνεία δεσμεύει τον εθνικό δικαστή μόνο αν δεν υφίσταται σαφής (ήτοι ούτε καν αμφίσημη ή υποκείμενη σε καλυπτόμενες όμως από το γράμμα των επιδίκων διατάξεων τελολογικές διευρύνσεις ή συστολές) αντίθετη κανονιστική ρύθμιση του εθνικού δικαίου[9]. Αντιθέτως, αν κατά περίπτωση θεωρεί ο εθνικός Δικαστής ότι υφίσταται αντίθεση μεταξύ διατάξεων του ενωσιακού και του εθνικού Δικαίου, αφού όντως εντοπίσει ad hoc κανονιστική σύγκρουση, νομική διάγνωση όχι πάντα ευχερής, οφείλει να εφαρμόζει τις πρώτες αντί των δεύτερων και όχι να ισχυρίζεται ότι «ερμηνεύει» τις εθνικές διατάξεις καταργητικά[10] προβαίνοντας σε κατά κυριολεξία αντι – κειμενικές (με την έννοια της αντίθεσης στο κείμενο και τις λέξεις που το συγκροτούν) κατασκευές. Τούτο δε, ήτοι η ρητή επίκληση της αρχής της προτεραιότητας εφαρμογής του ενωσιακού (όταν, εννοείται, το ενωσιακό δίκαιο όντως κανονιστικώς «ομιλεί» επί του εκάστοτε επιδίκου θέματος) έναντι του εθνικού δικαίου, συνιστά την ενδεικνυόμενη προσέγγιση, ακόμη κι αν αυτή είναι εξωνομικώς μη «εύπεπτη» ή αν δημιουργεί ανεπιθύμητες προσμονές δικαιοδοτικής συνέπειας για το μέλλον[11].

Θα διερωτάτο εδώ κανείς, ενδεχομένως και απλώς αφελώς όχι οπωσδήποτε υσεροβούλως, ποια είναι άραγε η πρακτική σημασία αυτής της κατ’ εμέ κομβικής διάστιξης – ακούστηκε πράγματι και αυτή η «απορία» στο δημόσιο διάλογο επί του θέματος. Η διερώτηση αυτή θα μπορούσε να απαντηθεί επαρκώς απλώς με ένα ρητορικό ερώτημα: Αν τούτη η διάστιξη μεταξύ «σύμφωνης με το ενωσιακό δίκαιο ερμηνείας» και ρητής επίκλησης της «αρχής της προτεραιότητας εφαρμογής του ενωσιακού δικαίου» δεν εκόμιζε ή δεν απηχούσε κάποια σημαίνουσα διαφορά, γιατί άραγε τότε ρητά προβαίνει σε αυτή το ΔΕΕ κατά πάγιά του νομολογία; Για τους παρόλα αυτά ακόμη διερωτώμενους, ας επισημάνουμε ότι η διαφορά έχει τόση εμβέλεια, όση (σημασία) έχει η ίδια η μεθοδολογική ευκρίνεια και οι κανόνες στοιχειώδους προβλεψιμότητας και διαφάνειας στη δόμηση της δικαιοδοτικής κρίσης. Αλλά έχει και όση σημασία και βάρος οφείλουν στη συλλογιστική μας να διατηρούν οι λέξεις, μέσω των οποίων διατυπώνεται μια κανονιστική επιλογή, δια της οποίας μάλιστα, ως εν προκειμένω, αποτυπώνεται μια πολιτική απόφαση καταστατικού χαρακτήρα σ’ ένα συνταγματικό κείμενο. Η επιλογή του σχήματος της προτεραιότητας εφαρμογής της ενωσιακής διάταξης δεικνύει μια οφειλόμενη ανάληψη δικαιοδοτικής ευθύνης: την επιλογή, χωρίς ασαφείς σχοινοτενείς λεκτικές συσκοτίσεις, της εφαρμογής μιας κανονιστικής επιλογής αντί μιας άλλης. Τούτο συνιστά μια όλως ενσυνείδητη κατάφαση της προσχώρησης του εθνικού Δικαστή στην αναγνώριση της λειτουργικής αναγκαιότητας της ενωσιακής έννομης τάξης να υπάρξει και να αναπτύξει την κανονιστική της εμβέλεια παρά την κατά περίπτωση ύπαρξη αντιθέτου περιεχομένου εθνικών κανονιστικών επιταγών. Και για να το πούμε ευκρινέστερα, διατηρώντας την αξίωση μη υποτίμησης της νοημοσύνης μας, ας επιστρατεύσουμε και πάλι ένα ρητορικό σχήμα: η διάστιξη έχει σημειολογική σημασία αντίστοιχη των λόγων που εν προκειμένω κινητοποίησαν την εντατική νοητική προσπάθεια και «προσήλωση» για την αποφυγή της ρητής επίκλησης της αρχής της προτεραιότητας εφαρμογής (ή υπεροχής) του ενωσιακού δικαίου. Γιατί άραγε ένα δικαστήριο, που ομνύει τόσο αδιάστικτα στη «σαφή» (sic) τοποθέτηση επί του θέματος εκ μέρους του ενωσιακού νομοθέτη αλλά και στην επίσης «σαφή» ερμηνεία που (δήθεν) έχει επί του θέματος ήδη δώσει (;) το ΔΕΕ στη νομολογία του, δεν εκστομίζει με σαφήνεια το ότι υιοθετεί εν προκειμένω το συγκεκριμένο διατακτικό που υιοθέτησε στη βάση της υπεροχής του ενωσιακού δικαίου; Αν δεν το πράξει αυτό εδώ, υπαρχούσης τόσης «βεβαιότητας» και ερμηνευτικής αδιάστικτης πεποίθησης, πότε άραγε θα το πράξει; Μήπως οι λόγοι αυτής της αποφυγής είναι εν τέλει απλώς «χρηστικοί», σημειολογικά λυσιτελείς για εξωνομικούς λόγους, αλλά και κατατείνοντες στη διατήρηση περιθωρίου άρθρωσης «αντεπιχειρήματος» την επόμενη φορά που οι κανονιστικές επιταγές του ενωσιακού δικαίου που θα αξιώνουν προτεραιότητα εφαρμογής θα παράγουν «μη ευκταίες» έννομες συνέπειες; Μήπως όμως έτσι, για να επεκτείνω τον προβληματισμό μου, το πλέγμα του ενωσιακού δικαίου αντί να ενισχύεται, αποκανονιστικοποιείται παραδιδόμενο στον βολονταρισμό της ευκαιριακότητας; Ας μην γελιόμαστε: η βασιλική οδός προς την κανονιστική εκμηδένιση ενός δικαιικού πλέγματος είναι η επιλεκτική επίκληση και «αξιοποίησή» του και ταυτοχρόνως η αντίστοιχη «βολική» κατά το δοκούν αγνόησή του χωρίς σαφείς κανόνες ερμηνευτικής προβλεψιμότητας κατά τη δικαιοδοτική διάγνωση. Κι αν η τυχαιότητα συνιστά έκβαση ή παθογένεια μιας επιστημονικής θεωρίας ή προσέγγισης, η δυσμενής απόρροια είναι σχετικώς ελεγχόμενη. Αντιθέτως, η δικαιοδοτική λειτουργία στο ανώτατο επίπεδο παράγει δεσμευτικές έννομες συνέπειες, διαμορφώνει διαπλαστικά κοινωνικές, πολιτικές και οικονομικές δομές, «διαπαιδαγωγεί» το πολιτικό σύστημα θέτοντας (ή αναιρώντας) όρια θεσμικών ανασχέσεων και άλλα πολλά και σημαντικά που δεν είναι εφικτό εδώ να αναλυθούν.

Εν πάση περιπτώσει, θέλω να πιστεύω ότι θετικές προσμονές όσον αφορά την ανοικτότητα προς την κανονιστική εμβέλεια του ενωσιακού δικαίου έχουν με την εν θέματι απόφαση του ΣτΕ πλέον συγκροτηθεί, καθότι θα πρέπει κανείς ευλόγως να θεωρεί ως δεδομένο ότι έχει παραχθεί μια υποχρέωση διαφύλαξης εφεξής νομολογιακής και ερμηνευτικής συνέπειας και αξιοπιστίας. Διατηρούμε συνεπώς «επαυξημένες» προσδοκίες, αυτός ο εξαϋλωτικός δυναμισμός της «σύμφωνης με το ενωσιακό δίκαιο ερμηνείας» να μην υποστεί άξαφνη σίγαση και οδηγηθούμε προσεχώς σε επιλεκτική επαναμείωση της κανονιστικής εμβέλειας διατάξεων και αρχών του ενωσιακού δικαίου ανεξαρτήτως της όποιας κατά περίπτωση πολιτικο-οικονομικής τους επενέργειας.

Χαρακτηριστική είναι εδώ η -εντούτοις υπερβαίνουσα το αντικείμενο του παρόντος κειμένου- περίπτωση του άρθρου 86 Σ περί της ευθύνης Υπουργών[12], για την οποία η ίδια η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία θεσμικά και επίσημα[13] έχει θέσει θέμα ασυμβατότητας της εθνικής μας συνταγματικής διάταξης με το ενωσιακό δίκαιο[14].

 

  1. Το μη σύννομο της μη υποβολής προδικαστικού ερωτήματος στο ΔΕΕ

Κατά τα λοιπά, έγκριτοι συνάδελφοι, όπως ο Σπ. Βλαχόπουλος[15] και ο Αντ. Καραμπατζός[16] ασκώντας κριτική στην άποψη της πλειοψηφίας εν προκειμένω[17], σχεδόν με ίδιας διατύπωσης επικεφαλίδες στα κείμενά τους, προσφάτως ομίλησαν με νόημα για τη βαρύτητα «του Συντάγματος και των λέξεών» του[18]. Δεν έχω συνεπώς κάτι περαιτέρω να προσθέσω, εκτός ίσως του θέματος της εξ επόψεως ενωσιακού δικαίου λίαν προβληματικής και, ας μου επιτραπεί ο όρος, ο οποίος είναι εντούτοις επιστημονικά ακριβόλογος, μη σύννομης απόφασης της πλειοψηφήσασας άποψης για μη υποβολή προδικαστικού ερωτήματος κατά το άρθρο 267 της ΣΛΕΕ. Για το προφανές της νομικής υποχρεωτικότητας, εν προκειμένω, της προδικαστικής παραπομπής ας επισημάνω μόνο το εξής: Το ίδιο το Συμβούλιο της Επικρατείας, ήδη από δεκαετίες, υπάρχοντος, προφανώς, του μηχανισμού της συμφώνου με το ενωσιακό δίκαιο ερμηνείας αλλά και όλως προσφάτως, υπαρχούσης της τώρα επικαλούμενης νομολογίας του ΔΕΕ, παγίως υποστήριζε ότι οι επίδικες κείμενες συνταγματικές διατάξεις του άρθρου 16 Σ ήταν σαφέστατες κατά περιεχόμενο και εξ αυτών συνάγονται τα ακόλουθα: «Η ανώτατη εκπαίδευση παρέχεται στην Ελλάδα αποκλειστικώς από ιδρύματα που αποτελούν νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, πλήρως αυτοδιοικούμενα, απαγορεύεται δε απολύτως η σύσταση σχολών ανώτατης εκπαίδευσης από ιδιώτες, ασχέτως του προορισμού ή του χαρακτήρα των σχολών αυτών».[19] Η από μόνη της, εξ επόψεως ενωσιακού δικαίου, νομικά αναγκαία αλλά και επαρκής συνθήκη της έλλειψης πρότερης ad hoc ερμηνευτικής τοποθέτησης και αποσαφήνισης εκ μέρους του ΔΕΕ του συγκεκριμένου επίδικου νομικού θέματος (α), η ύπαρξη σημαντικής μειοψηφίας στην υπό κρίση απόφαση του ΣτΕ που ρητά τάσσεται υπέρ της υποβολής προδικαστικού ερωτήματος (β), αλλά και η σαφής ένδειξη της παντελούς έλλειψης επί δεκαετίες (!) οιασδήποτε κριτικής νύξης ενωσιακού θεσμικού οργάνου για δήθεν ασυμβατότητα του άρθρου 16 Σ με το ενωσιακό Δίκαιο (γ), συγκροτούν σωρευτικά πλείονες εστίες αμφισημίας που νομικά δεν δικαιούται να παραγνωρίσει το δικάζον εθνικό Δικαστήριο αφιστάμενο της υποβολής προδικαστικού ερωτήματος[20]. Τούτο συντρέχει κατά μείζονα λόγο όταν η όλως αντίθετη της αίφνης προκριθείσης από την πλειοψηφήσασα άποψη ερμηνευτική προσέγγιση συνιστά την πάγια, μέχρι τη δεδομένη στιγμή, νομολογία του ιδίου (!) του δικάζοντος ανώτατου εθνικού Δικαστηρίου. Να σημειώσω επίσης εκ νέου, ότι δεν προέκυψε τώρα το ερμηνευτικό πρόταγμα της σύμφωνης με το ενωσιακό δίκαιο ερμηνείας του εθνικού δικαίου, δεν συνιστά κάποιο οψιγενές σχήμα ή σύλληψη, αντιθέτως ανάγεται σε πάγια, προϋπάρχουσα, σταθερή νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) και ως προς την ύπαρξη αλλά, ως προελέχθη, και ως προς τα όριά του.

Ας μου επιτραπεί, τέλος, με κάθε δέοντα σεβασμό να επισημάνω επίσης ότι, όταν υφίσταται πλειάδα επανειλημμένων αποφάσεων του συγκεκριμένου Δικαστηρίου κινούμενη προς μια σαφή δικαιοδοτική και ερμηνευτική κατεύθυνση με εναλλασσόμενες μάλιστα συνθέσεις και ομόφωνα εκδοθείσες αποφάσεις κυριολεκτικώς μέχρι «προχθές», οι σημειολογικές διασυνδέσεις που εμπεριέχονται στην πλειοψηφήσασα άποψη για την ιστορική συσχέτιση του άρθρου 16 Σ με την επαίσχυντη δικτατορία των συνταγματαρχών δεν είναι απλώς πραγματολογικά εσφαλμένη, αλλά στερείται ενδεχομένως και αβρότητας προς τις/τους συναδέλφους Δικαστές, πρώην και νυν, που μετείχαν των εν λόγω συνθέσεων που εξέδωσαν τις πολυάριθμες αυτές αποφάσεις και συγκρότησαν την μέχρι σήμερα πάγια νομολογία του Δικαστηρίου. Δεν ήταν άραγε αυτές και αυτοί επαρκώς ευαισθητοποιημένοι προς αυτή τη δήθεν υφιστάμενη αρνητική ιστορική σημειολογική συσχέτιση των επίμαχων συνταγματικών διατάξεων σε αντίστιξη με την τώρα πλειοψηφήσασα άποψη που εκδηλώνει αποκαταστατικά τα «ορθά» αντανακλαστικά; Κατά τα λοιπά οι εμμέσως επιχειρηθείσες αυτές συσχετίσεις με τη Δικτατορία είναι ούτως ή άλλως όλως αλυσιτελείς και νομικά μη προσθετικές: τούτο διότι η προοπτική αναθεώρησης της εν λόγω συνταγματικής διάταξης επανειλημμένα αποκρούστηκε – καλώς ή κακώς – μεταδικτατορικά από διαφορετικής σύνθεσης δημοκρατικά εκλεγμένες κοινοβουλευτικές πλειοψηφίες. Ο δημοκρατικά νομιμοποιημένος συντακτικός νομοθέτης με μια μάλλον όχι συνήθη ή τυχαία σαφήνεια, πληρότητα, επιτακτικότητα αλλά και επιμονή αποτύπωσε μια θεμελιακή πολιτική του επιλογή[21], στην οποία μάλιστα ενέμεινε στο πλαίσιο των διαδικασιών αναθεώρησης του 2001, του 2008 και του 2019[22].

 

  1. Η -διακριτή της νομικής- δικαιοπολιτική διάσταση του θέματος

Ενόψει των προαναφερθέντων, ολοκληρώνω το παρόν κείμενο με μια σύντομη αναφορά στη -διακριτή της νομικής- δικαιοπολιτική διάσταση του θέματος της ίδρυσης και εγκατάστασης μη κρατικών ΑΕΙ στη χώρα μας, η οποία (διάσταση) δεν φαίνεται πάντως να υπήρξε ή να συνιστά έστω σήμερα προτεραιότητα των ιθυνόντων και της δημόσιας συζήτησης. Η τελευταία διάσταση είναι πολυσχιδής, πολυπαραμετρική και προφανώς θεσμικά αδικείται από την ελλειπτικότητα και συνοπτικότητα της δημόσιας διαβούλευσης που υιοθετήθηκε, γεγονός που εν προκειμένω παραπέμπει σε μια επίφαση ρηχού “μεταρρυθμιστικού” οίστρου χωρίς ευρύτερο ολοκληρωμένο πλάνο για τις μείζονες εκπαιδευτικές προκλήσεις που αντιμετωπίζει η χώρα μας. Εκφάνσεις αυτής της προχειρότητας, φοβούμαι, ήδη κατέστησαν ορατές. Ένα σχόλιο μόνο εδώ: Καμία σοβαρή συζήτηση δεν μπορεί να γίνει για το παρόν, το μέλλον και τις προοπτικές της ανώτατης εκπαίδευσης, και εν γένει της Παιδείας, αν δεν υφίσταται συνολικότερο σχέδιο, όραμα και ανοικτή δημόσια συζήτηση για το κομβικό ζήτημα του παραγωγικού και εκπαιδευτικού μοντέλου, των ιεραρχήσεων της χώρας αλλά και των προβλημάτων της εκπαίδευσης όλων των βαθμίδων, αρχής γενομένης από την πρωτοβάθμια εκπαίδευση στον τόπο μας. Δεν είναι ξεκομμένη και αυθύπαρκτη η ανώτατη εκπαίδευση από το συνολικό μας εκπαιδευτικό σύστημα ούτε από ευρύτερες στρατηγικές σταθμίσεις για την κοινωνία, την οικονομία και τις αναπτυξιακές προοπτικές του τόπου στον δύσκολο 21ο αιώνα των καθημερινά αναιρούμενων «βεβαιοτήτων» και σταθερών και τις ποικίλες διεθνείς προκλήσεις του[23]. Το ότι η ανώτατη εκπαίδευση δεν είναι αποκομμένη από το τί προηγείται αυτής στην εκπαιδευτική αλυσίδα συνιστά εμπειρική διαπίστωση που την κάνει κάθε πανεπιστημιακός Καθηγητής την πρώτη ημέρα παρουσίας του στο αμφιθέατρο διδασκαλίας.

Κλείνοντας, επισημαίνω ότι προσωπικά – για την όποια αξία τούτη η προσωπική διευκρίνιση έχει – δεν προσέρχομαι με κάποια ιδεολογική αρνητική προ-τοθέτηση στο θέμα των μη κρατικών ΑΕΙ. Τοποθετούμαι συνεπώς μόνο για λόγους αρχής επί θεμάτων μείζονος νομικής σημασίας για την προσέγγιση και μεταχείριση του εν γένει ευρωπαϊκού δικαίου, γνωστικού αντικειμένου που προσπαθώ επί δεκαετίες να υπηρετώ. Κατά τα λοιπά, ας στηρίξει, ως οφείλει, η ελληνική Πολιτεία, το ελληνικό Δημόσιο Πανεπιστήμιο των χιλίων προβλημάτων και ας ιδρυθούν όσα ιδιωτικά (μη κρατικά) Πανεπιστήμια το επιθυμούν, αν κομίζουν επιστημονική και κοινωνική προσθετικότητα με εγγυήσεις διαφύλαξης της ακαδημαϊκής ελευθερίας και σοβαρότητας.

[1] Η παρούσα μελέτη συνετάχθη κατόπιν πρόσκλησης της Επιτροπής Σύνταξης του περιοδικού «Νομικό Βήμα» και δημοσιεύεται στο υπό έκδοση τεύχος 73, 6/2025.

[2] Αντ. Μεταξάς, «Η Ευρώπη και το Δίκαιό της ως «σημαία ευκαιρίας»;», «Το Βήμα», 22.07.2025, διαθέσιμο ηλεκτρονικά    στην ιστοσελίδα www.tovima.gr/i-eyropi-kai-to-dikaio-tis-os-simaia-eykairias/.
Εκεί ενδεικτικώς επισημαίνω: «Ας είμαστε ειλικρινείς: μείζον τμήμα της ελληνικής πολιτικής τάξης, ενδεχομένως και των πολιτών, προσεγγίζει διαχρονικά τη συμμετοχή της χώρας στο ευρωπαϊκό ενωσιακό εγχείρημα ως ευκαιρία για «ρεσάλτο»: η Ευρώπη είναι «καλή» όταν η επίκληση αυτής και του Δικαίου της διευκολύνει στην υλοποίηση υστερόβουλων πολιτικο-επιχειρημα­τι­κών σκοπιμοτήτων και «κακή» όταν εγείρει – κατ’ εμέ μάλιστα ενίοτε υπερβαλλόντως ήπια και διστακτικά – αξιώσεις τήρησης κάποιων στοιχειωδών κανόνων δικαιοκρατικής λειτουργίας στα κράτη-με­λη».

[3] Βλ., αντί άλλων μου γραπτών, τις διεξοδικές αναπτύξεις σε Α. Μεταξά, «Η ποιοτική ιδιαιτερότητα της ενωσιακής έννομης τάξης», εκδ. Σάκκουλα, 2020.

[4] Με το άρθρο 25 του νόμου 4786/2021 [«Εφαρμογή διατάξεων του Κανονισμού (ΕΕ) 2017/1939 του Συμβουλίου της 12ης Οκτωβρίου 2017 σχετικά με την εφαρμογή ενισχυμένης συνεργασίας για τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, ρυθμίσεις για τη λειτουργία των δικαστηρίων και άλλες διατάξεις»- ΦΕΚ 151 Α] προστέθηκε μια νέα παράγραφος [η 8η] στο άρθρο 34 του π.δ. 18/1989 [Κωδικοποίηση διατάξεων νόμων για το Συμβούλιο της Επικρατείας- ΦΕΚ 8Α] έχουσα ως εξής: «8. Σε υποθέσεις αρμοδιότητας της Ολομέλειας του Δικαστηρίου, ο δικαστικός αυτός σχηματισμός έχει τη δυνατότητα, εκτιμώντας τις περιστάσεις, να δίνει στη δημοσιότητα, δια του Προέδρου του, μετά το πέρας της διάσκεψης, σύντομη ανακοίνωση για το περιεχόμενο της απόφασης που ελήφθη και την κατά προσέγγιση εκτιμώμενη ημερομηνία δημοσίευσης του κειμένου της».

[5] Χρ. Ράμμος, «Σκέψεις για τη διάταξη του άρθρου 34 § 8 του π.δ 18/1989, μια διάταξη αμφίβολης συνταγματικότητας», Εφαρμογές Δημοσίου Δικαίου 2026 (υπό δημοσίευση).

[6] Ενδεικτικά Α. Μεταξάς, «Μη κρατικά ΑΕΙ και ενωσιακό δίκαιο: Μεταξύ πραγματικότητας και προσχήματος», διαθέσιμο ηλεκτρονικά στην ιστοσελίδα www.constitutionalism.gr/mi-kratuka-aei-kai-enosiako -dikaio/.

[7] Βλ. σχετικά Α. Μεταξά, «Η ποιοτική ιδιαιτερότητα της ενωσιακής έννομης τάξης», ό.π., σ. 55 επ.

[8]. Πάγια νομολογία του ΔΕΕ, βλ., αντί άλλων, απόφαση της 18ης.1.2022, C-261/20, Thelen Technopark Berlin, ECLI:EU:C:2022:33, σκέψη 28, απόφαση της 13ης.12. 2018, C 385/17, Hein, EU:C:2018:1018, σκέψη 51, απόφαση της 15ης.1.2014, C-176/12, Association de médiation sociale, EU:C:2014:2, σκέψη 39, απόφαση της 24ης.1.2012, C-282/10, Dominguez, EU:C:2012:33, σκέψη 25, απόφαση της 15ης.4.2008, C-268/06, Impact, EU:C:2008:223, σκέψη 100. Βλ. και τη σχετική επισήμανση του αειμνήστου Γενικού Εισαγγελέα Υ. Βot, ότι η contra legem ερμηνεία, δηλαδή η ερμηνεία η οποία αντιβαίνει στο ίδιο το σαφές και μονοσήμαντο γράμμα της οικείας εθνικής διάταξης, συνιστά ένα όριο στην υποχρέωση σύμφωνης με το ενωσιακό δίκαιο ερμηνείας της, «διότι δεν είναι δυνατό να απαιτείται από τον εθνικό δικαστή να επεκτείνει την ερμηνευτική του αρμοδιότητα τόσο ώστε να υποκαθιστά την κανονιστική εξουσία» (στις από 25.11. 2015 προτάσεις του στην υπόθεση C-441/14, DI, σκ. 68). Αυτά συνεπώς απηχούν την πάγια νομολογία του μάλλον αρμοδίου επί του θέματος Δικαστηρίου της Ένωσης.

[9]. Πάγια τοποθέτηση της θεωρίας του ευρωπαϊκού δικαίου και της νομολογίας των ενωσιακών δικαστηρίων. Επί των σχετικών επιβαλλόμενων μεθοδολογικών διαστίξεων βλ. ενδεικτικά Karl Riesenhuber (Hrsg.), Europäische Methodenlehre, Handbuch für Ausbildung und Praxis, 2. Auflage, De Gruyter, 2010, ιδίως σελ. 276 επ., Holger Fleischer, Europäische Methodenlehre: Stand und Perspektiven, Rabels Zeitschrift für ausländisches und internationales Privatrecht, Oktober 2011, Bd. 75, σ. 700-729, Thomas M.J. Möllers, Juristische Methodenlehre, 6. Auflage, C.H. BECK, 2025.

[10]. „Soweit das nationale Recht keinen Spielraum für eine primärrechtskonforme Rechtsfindung (Auslegung und Rechtsfortbildung) lässt, muss es unangewendet bleiben.”. Πρβλ. επίσης πάγια νομολογία του ΔΕΕ, απόφαση της 4ης.2.1988, C-57/86, Murphy, EU:C: 1988:62, σκέψη 11, απόφαση της 28ης.9.1994, C-200/91, Colorell Pension Trustees, EU:C:1994:348, σκέψη 29, απόφαση της 5ης.10.1994, C-165/91, Van Munster, EU: C:1994:359, σκέψη 34, απόφαση της 26ης.9.2000, C-262/97, Engelbrecht, EU:C:2000:492, σκέψεις 39 επ., απόφαση της 18ης.3.2004, C-8/02, Leichtle, EU:C:2004:161, σκέψη 58.

[11]. Βλ. όμως Β. Βενιζέλο, «Τι κομίζει η απόφαση 1918/2025 της Ολομέλειας του ΣτΕ για τα μη κρατικά πανεπιστήμια;», διαθέσιμο ηλεκτρονικά στην ιστοσελίδα https://www.epoliteia.gr/prodimosiefseis-epikaira- themata/2025/12/16/apofash-1918-2025-olomeleias-ste-gia-mh-kratika-panepisthmia/#_ftn11, ο οποίος επισημαίνει: «Λέει λοιπόν το επιχείρημα, ότι ακόμα και αν δεχθούμε ότι υπαγόμαστε στο πεδίο της ενωσιακής έννομης τάξης, δεν μπορεί να εφαρμόσουμε το σχήμα της σύμφωνης με το Ενωσιακό Δίκαιο ερμηνείας του Συντάγματος εάν προσκρούουμε στο γράμμα του Συντάγματος, διότι η σύμφωνη με το Ενωσιακό Δίκαιο ερμηνεία δεν μπορεί να οδηγείται contra legem και πολύ περισσότερο contra constitutionem. Άρα, κατά τον ισχυρισμό αυτόν, εάν ο εθνικός νόμος ή πολύ περισσότερο το εθνικό Σύνταγμα έτυχε να είναι διατυπωμένο με απόλυτο τρόπο, π.χ. χωρίς επιφύλαξη υπέρ του νόμου, και η σύμφωνη με το ενωσιακό δίκαιο ερμηνεία συναντά ένα γραμματικό όριο, υπερισχύει το εθνικό Δίκαιο.»
Σε ό,τι τουλάχιστον με αφορά, τα προαναφερθέντα συνιστούν απόπειρα επιχειρηματολογικής αντίκρουσης συλλογισμού που δεν υιοθετώ: ουδείς «ισχυρισμός μου» εισηγείται αυτόν τον αυτοματισμό. Προσωπικά δεν ομιλώ για «υπερίσχυση του εθνικού δικαίου» όταν η «σύμφωνη με το ενωσιακό δίκαιο ερμηνεία οδηγείται contra legem ή contra constitutionem». Λέγω, αντιθέτως, ότι όταν έχουμε όντως σύγκρουση κανόνων δικαίου, γεγονός που βέβαια προϋποθέτει την πειστική στοιχειοθέτηση της συντρέχουσας εφαρμογής ad hoc αλληλοαποκλειόμενων κανονιστικών επιταγών, εφαρμόζεται ο ενωσιακός αντί του εθνικού. Τούτο σημαίνει ότι έχουμε εκφύγει και δεν κινούμεθα πλέον στο πεδίο της νομικής ερμηνείας αλλά στο πεδίο επιλογής του κατισχύοντος κανόνα δικαίου: το «απαγορεύεται» δεν δύναται να «ερμηνευθεί» ως «επιτρέπεται» – αντίθετα, το «επιτρέπεται», υπό προϋποθέσεις εννοείται, δύναται να εφαρμοσθεί αντί του «απαγορεύεται».

[12]. Το άρθρο 86 του Συντάγματος ρυθμίζει κατά τρόπο προνομιακό, κατά παρέκκλιση των γενικώς ισχυόντων για κάθε έτερο πολίτη, την ποινική ευθύνη των υπουργών. Η προνομιακότητα συνίσταται, πρώτον, στο γεγονός, ότι την απόφαση για το αν θα ασκηθεί ποινική δίωξη κατά μέλους της Κυβέρνησης ή υφυπουργού για αδίκημα που τέλεσε κατά την άσκηση των καθηκόντων του δεν την λαμβάνει εισαγγελέας, αλλά αποκλειστικά η Βουλή. Και, δεύτερον, εάν ασκηθεί τελικώς δίωξη, το αδίκημα δεν εκδικάζεται από τα κοινά ποινικά δικαστήρια, αλλά από ειδικό δικαστήριο που συγκροτείται από ανώτατους δικαστικούς λειτουργούς. Βλ. σχετικά τις διαφωτιστικές αναπτύξεις στο κείμενο των Α. Καϊδατζή και Ασπ. Θεοχάρη, Αντισυνταγματικότητα του κανόνα της εφάπαξ υποβολής πρότασης για άσκηση δίωξης κατά υπουργού, 19.07.2024, διαθέσιμο ηλεκτρονικά στην ιστοσελίδα https://no marchia.gr/αντισυνταγματικότητα-του-κανόνα-της/.

[13] Βλ. European Public Prosecutor’s Office (EPPO), Alleged misuse of EU agricultural funds: EPPO submits information to Hellenic Parliament, 19.06.2025 ως παρατίθεται στην ιστοσελίδα https://www.eppo.europa. eu/. Βλ. σχετικά και Χ. Παπαστυλιανό, Δύναται δυνάμει της θεωρίας του επαυξημένου Συντάγματος να εφαρμοστεί στο άρθρο 86 Σ ώστε να παρακαμφθεί η διαδικαστική προϋπόθεση της άδειας της Βουλής για τον ποινικό έλεγχο πολιτικών σε υποθέσεις που αφορούν συμφέροντα ή κονδύλια της ΕΕ, διαθέσιμο ηλεκτρονικά στην ιστοσελίδα https://www.syntagma watch.gr/ask-a-question/mporei-na-parakamfthei-h-diadikastikh-proypothesh-ths-adeias-ths-voulhs-gia-ton-poiniko-elegxo-politkwvn/#_ftn4, Θ. Σοφό, Η κατά προτεραιότητα αρμοδιότητα της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας έναντι των εθνικών αρχών σε περιπτώσεις παραβίασης των οικονομικών συμφερόντων της ΕΕ και η σύγκρουση με το άρθρο 86 του ελληνικού Συντάγματος και την ανάγκη διασφάλισης αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, 28.08.2025, διαθέσιμο ηλεκτρονικά στην ιστοσελίδα https://www.syntagmawatch.gr/ trending-issues/h-kata-proteraiothta-armodiothta-ths-evrwpaikhs-eisaggelias-enanti-twn-ethnikwn-arxwn/. Όλως ενδιαφέρουσες και επίκαιρες για τον θεσμό της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας είναι οι αναπτύξεις του Jacob Öberg, The European Public Prosecutors OfficeSupranationalism, Sovereignty and Legitimacy, European Law Review, Issue 6, 2025.

[14]. Η γενική μου νομική προσέγγιση επί του θέματος είναι συνοπτικά η εξής: Εθνικές νομοθετικές ρυθμίσεις οιασδήποτε τυπικής ισχύος, ήτοι και οι συνταγματικές, δεν δύναται κατ’ αρχήν να δρουν ως «πολιορκητικός κριός» για την πλήρη αναίρεση της κανονιστικής εμβέλειας των ενωσιακών διατάξεων για τις αρμοδιότητες της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας. Διαφορετική προσέγγιση θα οδηγούσε στο νομικό absurdum, κάθε κράτος-μέλος, το οποίο δεν διαθέτει θεσμικές ανασχέσεις, να δύναται να θεσπίσει ή διατηρεί σε ισχύ κανονιστικές διατάξεις που θα συγκροτούσαν ένα πλαίσιο de facto ασυλίας για το εγχώριό του πολιτικό προσωπικό έναντι των αρμοδιοτήτων της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας.

[15]. Σπύρος Βλαχόπουλος, «Οι λέξεις και το Σύνταγμα – Σκέψεις για την ερμηνεία του Συντάγματος με αφορμή την ΟλΣτΕ 1918/2025», διαθέσιμο ηλεκτρονικά στην ιστοσελίδα www.constitutionalism.gr/ oi-lexeis-kai-to-sintagma-skepseis-gia-tin-ermineia-tou-syntagmatos-me-aformi-tin-olom-ste-1918-2025/.

[16]. Αντώνης Γ. Καραμπατζός, «Οι λέξεις του Συντάγματος και η βαρύτητά τους», διαθέσιμο ηλεκτρονικά στην ιστοσελίδα www.constitutionalism.gr/oi-lexeis-tou-syntagmatos-kai-i-varytita-tous/.

[17]. Από την μετά την έκδοση της εν λόγω απόφασης του ΣτΕ σχετική αρθρογραφία βλ. ενδεικτικά Γ. Τασόπουλο, «Το ζωντανό Σύνταγμα και το άρθρο 16 Σ. – Σχόλιο στις ΣτΕ Ολομ. 1919, 1920/2025», 28.11.2025, διαθέσιμο ηλεκτρονικά στην ιστοσελίδα https://www.syntagmawatch.gr/trending-issues/to-zwntano-synta gma-kai-to-arthro-16/, Γ. Δρόσο, «Ο ν. 5094/2024 για τα “Νομικά Πρόσωπα Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης” και η απόφαση ΣτΕ (Ολ.) 1918/2025 υπό το φως του Συντάγματος και του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης», διαθέσιμο ηλεκτρονικά στην ιστοσελίδα https:// www.syntagmawatch.gr/trending-issues/o-n-5094-2024-gia-ta-nomika-proswpa-panepisthmiakhs-ekpaideushs/, Λ. Παπαδοπούλου, «Το ΣτΕ λέει “ναι” στα ιδιωτικά πανεπιστήμια», To Βήμα, 23.11.2025, Γ. Σωτηρέλη, «Ιδιωτικά και κερδοσκοπικά (μη) Πανεπιστήμια. Οι θλιβερές επιπτώσεις μιας διάτρητης δικαστικής απόφασης», διαθέσιμο ηλεκτρονικά στην ιστοσελίδα https://www.constitutio nalism.gr/idiotika-kai-kerdoskopika-mi-panepistimia-oi-thliveres-epiptoseis-mias-diatritis-dikastikis-apofasis/, 13.09.2025, Κ. Γιαννακόπουλο, «Η ερμηνευτική αποκένωση του Συντάγματος», 28.11. 2025, διαθέσιμο ηλεκτρονικά στην ιστοσελίδα https://nomarchia. gr/η-ερμηνευτική-αποκένωση-του-συντάγμα/, Χ. Ράμμο, “Συμβούλιο της Επικρατείας: όταν το «απαγορεύεται» γίνεται «επιτρέπεται»”, 19.12.2025, διαθέσιμο ηλεκτρονικά στην ιστοσελίδα https://nomarchia.gr/, 19.12.2025, Α. Μεταξά, «Ο κίνδυνος της ευκαιριακής “μεθοδολογίας”», Το Βήμα, 25.11.2025.

[18]. Δεν είναι εδώ ο κατάλληλος χώρος για μια διεξοδική κριτική αποτίμηση της σημαντικής θεωρητικής επεξεργασίας του Β. Βενιζέλου για το «επαυξημένο Σύνταγμα». Θα ήταν, πιστεύω, τούτο αναντίστοιχο της εμβέλειας της θεματικής. Ας πω απλώς ότι στη δική μου ακαδημαϊκή κουλτούρα, «σημαντική» είναι μια θεωρητική σύλληψη ακόμη κι αν προσωπικά διατηρώ επιφυλάξεις για πτυχές της αλλά και για τη συγκρότηση ενός μη ευκαταφρόνητου κινδύνου εργαλειακής, επιλεκτικής της χρήσης από το πολιτικό σύστημα και τη δικαιοδοτική κρίση. Οι σκέψεις του Καθηγητή Β. Βενιζέλου εν προκειμένω αναμετρώνται με ένα όντως μείζον, επίκαιρο ζήτημα: τη διερεύνηση τρόπων τοποθέτησης του συνταγματικού φαινομένου σε μια εποχή πολλαπλών εστιών σχετικοποίησής του, ζήτημα ορθώς συνδεόμενο με την εκ των πραγμάτων προϊούσα άμβλυνση της κρατικής κυριαρχίας. Ό,τι ανοίγει μια επιστημονική συζήτηση διατυπώνοντας προτάσεις διαχείρισης ενός υπαρκτού μείζονος θέματος είναι στην αντίληψή μου κατ’ αρχήν επικροτητέο και προσθετικό, καθότι θέτει ένα πλαίσιο για την άρθρωση κριτικής, διαφωνιών ή συμφωνιών, ενισχύοντας τη νοητική διέγερση. Έτσι παρέχονται δυνατότητες και ερεθίσματα κριτικής εκ νέου αποτίμησης και των προσωπικών μας προσεγγίσεων και θέσεων.

[19]. Πρβλ. expressis verbis λίαν προσφάτως ΣτΕ (Γ΄ Τμήμα) 1781/2024 με παραπομπή στην πάγια νομολογία του ΣτΕ 922/2023 επταμ., 547/2008 επταμ. Βλ. επίσης, αντί άλλων, και ΣτΕ 1789/2023, 1318/2009, 211/ 2006.

[20]. Για τη μείζονα σημασία του μηχανισμού της προδικαστικής παραπομπής για τη συνοχή της ενωσιακής έννομης τάξης αλλά και για τη συγκρότηση σύννομου πλαισίου εννόμου προστασίας των ιδιωτών (individualschützende Komponente des Vorabentscheidungsverfahrens) βλ. Α. Μεταξά, «Αστική ευθύνη του Δημοσίου για παραβάσεις του κοινοτικού δικαίου από τα εθνικά δικαστήρια: Εκφάνσεις μιας (ακόμη) όψης της «ευρωπαϊκοποίησης» του εθνικού διοικητικού δικαίου», Ευρωπαίων Πολιτεία, Τεύχος 2, Αθήνα: Εκδόσεις Αντ. Σάκκουλα (2007) και ιδίως τη σ. 72 ως προς τη θεμελίωση αστικής ευθύνης του κράτους μέλους ένεκα παράλειψης υποβολής προδικαστικού ερωτήματος κατά το άρθρο 267 § 3 ΣΛΕΕ από εθνικό Δικαστήριο, του οποίου η απόφαση δεν υπόκειται στην άσκηση ενδίκων μέσων. Για τη σημασία της υποχρέωσης υποβολής προδικαστικού ερωτήματος προς το ΔΕΕ και υπό το πρίσμα του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ βλ. Ευγ. Πρεβεδούρου, «Δικαστήριο του Στρασβούργου και προδικαστική παραπομπή στο Δικαστήριο του Λουξεμβούργου (ΕΔΔΑ της 13.2.2020, Sanofi Pasteur κατά Γαλλίας και της 14.3.2023, Γεωργίου κατά Ελλάδας)», 01.07.2023, διαθέσιμο ηλεκτρονικά στην ιστοσελίδα https://www. prevedourou.gr/δικαστήριο-του-στρασβούργου-και-προδ/. Βλ. λίαν προσφάτως και ΕΔΔΑ, απόφαση της 16.12.2025, Gondert v. Germany, 34701/21.

[21]. Βλ. Ξ. Κοντιάδη, «Αντισυνταγματική η λειτουργία ιδιωτικών Πανεπιστημίων»,  12.02.2024 διαθέσιμο ηλεκτρονικά στην ιστοσελίδα https://www.constitutio nalism.gr/antisintagmatiki-i-leitourgia-idiotikon-panepistimion/, Α. Καϊδαντζή, «Ψευδοερμηνευτική κατάργηση του άρθρου 16», 10.02.2024, διαθέσιμο ηλεκτρονικά στην ιστοσελίδα https://www.constitutio nalism.gr/psevdoermineftiki-katargisi-tou-arthrou-16/. Βλ. όμως και Α. Μανιτάκη, «Αναχρονιστική και αντίθετη στην ακαδημαϊκή ελευθερία», 27.01.2024, διαθέσιμο ηλεκτρονικά στην ιστοσελίδα https://www.constitu tionalism.gr/anaxronistiki-kai-antitheti-stin-akadimai ki-eleftheria/, ο οποίος διατυπώνει μια θέση ερμηνευτικού σχετικισμού με μη ορατές (ενδεχομένως προβληματικές στη γενικότητά τους) επιπτώσεις στην κανονιστικότητα του συνταγματικού κειμένου, ειδικώς όταν γίνεται λόγος για «επινόηση νοημάτων»: «Γενικότερα, δεν υπάρχει φράση γραπτή ή προφορική που δεν υπόκειται σε ερμηνεία, που να μην είναι έμπλεη νοημάτων, τα οποία ο αναγνώστης και ερμηνευτής οφείλει να ανακαλύψει ή να επινοήσει. Πόσω μάλλον το Σύνταγμα».

[22] Για την προϊστορία της αναθεωρητικής συζήτησης για το άρθρο 16 Σ πρβλ. Χ. Τσιλιώτη, «Ένα επικίνδυνο εγχείρημα: Η παράκαμψη του άρθρου 16 Σ με διακρατικές συμφωνίες», 12.07.2023, διαθέσιμο ηλεκτρονικά στην ιστοσελίδα https://www.syntagmawatch.gr/trending-issues/ena-epikindyno-egxeirhma/.

[23]. Όπως ορθά επισήμαινε ο Β. Βενιζέλος κατά την αγόρευσή του το έτος 2007 στην Επιτροπή Αναθεώρησης του Συντάγματος κατά τη συζήτηση επί του άρθρου 16 του Συντάγματος (διαθέσιμο ηλεκτρονικά στην ιστοσελίδα https://www.evenizelos.gr/parliament/ constitutionalreview2008/212-x-16-.html): «Το πρόβλημα της εκπαίδευσης είναι αναπτυξιακό, κοινωνικό, πολιτικό, χρηματοδοτικό, όχι συνταγματικό.»

Η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση που χρειαζόμαστε

Λίνα Παπαδοπούλου, Καθηγήτρια Συνταγματικού Δικαίου, Έδρα Jean Monnet, Νομική Σχολή ΑΠΘ

Πολλή συζήτηση γίνεται στη δημόσια σφαίρα για τον νόμο που επέτρεψε την αναγνώριση των ιδιωτικών Πανεπιστημίων και τις αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ) που επικύρωσαν τη συνταγματικότητά του. Η κριτική, συχνά περισσότερο οξεία από όσο δικαιολογεί η περίσταση, στοχεύει το Δικαστήριο, με την κατηγορία ότι αυτό υποκατέστησε τον αναθεωρητικό νομοθέτη, παρότι δεν ήταν, βέβαια, η πρώτη φορά που μια συνταγματική διάταξη ερμηνεύτηκε αντίθετα προς το γράμμα της ή ακόμη και το νόημα που μέχρι σήμερα της αποδιδόταν.

Μια δίκαιη επιστημονική κριτική θα έπρεπε να στοχεύει, ωστόσο, όχι στο διατακτικό αλλά στη συγκεχυμένη –από πλευράς δόγματος του συνταγματικού (εθνικού και ενωσιακού) δικαίου– αιτιολογία της. Και εξηγούμαι: η απόφαση (δείχνει να) στηρίζεται κυρίως σε μια φιλική ή σύμφωνη με το δίκαιο της ΕΕ ερμηνεία του ά. 16Σ, επικουρικά, δε, και εμμέσως αναφέρεται και στην υποχρέωση αδρανοποίησης της εθνικής (συνταγματικής) διάταξης, όταν η παραπάνω ερμηνεία δεν είναι δυνατή.

Ωστόσο, θέτοντας σωρευτικά -ωσάν να συντρέχουν, εν προκειμένω– τις δύο αυτές ερμηνευτικές επιλογές το ΣτΕ παραγνωρίζει το εξής: αν η διάταξη του ά.16Σ ερμηνευτεί σύμφωνα με το δίκαιο της ΕΕ, τότε αλλάζει συνολικά το κανονιστικό νόημά του και θα πρέπει να επιτρέπει δυνητικά όχι μόνον την εγκατάσταση στην Ελλάδα Πανεπιστημίου που έχει ήδη ιδρυθεί (ακόμη και αν δεν έχει λειτουργήσει) στο εξωτερικό (σε κράτος-μέλος της Ένωσης ή της GATS) αλλά και την ίδρυση ιδιωτικού Πανεπιστημίου, το πρώτον, στη χώρα μας.

Αυτό, όμως, το κανονιστικό συμπέρασμα δεν το αναφέρει, έστω ως obiter dicta, ούτε το υπονοεί η απόφαση. Αντίθετα, εν προκειμένω, φαίνεται ότι και η πλειοψηφία του ΣτΕ να δέχεται ότι το καταρχήν νόημα της διάταξης το αποκλείει.

Ορθότερο, δογματικά, θα ήταν, λοιπόν, εφόσον το διατακτικό της απόφασης θέλει να επιτρέψει μόνον τη δευτερογενή εγκατάσταση ήδη ιδρυμένων στο εξωτερικό Πανεπιστημίων, να γίνει δεκτός ο παραμερισμός της εθνικής διάταξης, προς όφελος της ενωσιακής ελεύθερης κυκλοφορίας των υπηρεσιών, στην έκφανσή της ως ελευθερίας εγκατάστασης.

Με άλλα λόγια, υπάρχει μια αντίφαση μεταξύ του διατακτικού (και όσων αποσιωπώνται, όχι επειδή απλώς το Δικαστήριο δεν ρωτήθηκε επ’ αυτών) και της αδιαφανούς και συντρέχουσας πολλαπλής αιτιολογίας της απόφασης.

Ωστόσο, και έτσι, ένα προδικαστικό ερώτημα ήταν απαραίτητο, για να διευκρινιστεί αν, βάσει της νομολογίας του ΔΕΕ X BV και Visser Vastgoed, η Οδηγία 2006/123/ΕΚ για τις υπηρεσίες πρέπει να εφαρμοστεί ακόμη και χωρίς την ύπαρξη διασυνοριακού στοιχείου.

Μόνη η εγκατάσταση ιδιωτικών Πανεπιστημίων συνιστά μια ρηχή μεταρρύθμιση, που –πέραν ενός περιορισμένου δημοσιονομικού οφέλους– ούτε αναπτυξιακά ούτε εξισωτικά λειτουργεί. Διότι η μεν οικονομική ανάπτυξη απαιτεί και προϋποθέτει ενίσχυση της τεχνικής εκπαίδευσης, ενώ η εγκατάσταση ιδιωτικών Πανεπιστημίων λειτουργεί ως «συμπεριφορική ώθηση» (nudging) προς την κατεύθυνση επιλογής σπουδών που δεν έχει ανάγκη η ελληνική οικονομία, ο δε εξισωτισμός συνιστά αδήριτη ανάγκη σε μια ολοένα και πιο ταξική αρχιτεκτονική των εκπαιδευτικών επιλογών, όχι τόσο σε επίπεδο της τριτοβάθμιας, όσο στην προσχολική και σχολική εκπαίδευση, που πάσχει βαριά, οξύνοντας τις κοινωνικές ανισότητες.

Συνεπώς, η θορυβώδης συζήτηση για τα ΝΠΠΕ συσκοτίζει το πραγματικό πρόβλημα και βοηθάει στην παραμέλησή του. Αυτό, όμως, που χρειάζεται η χώρα είναι μια βαθιά και τολμηρή μεταρρύθμιση της δημόσιας εκπαίδευσης, ιδίως της σχολικής και της τεχνικής, με έμφαση στην ποιότητα, τις ίσες ευκαιρίες και τη βιώσιμη οικονομική ανάπτυξη.

Η δε αναθεώρηση του ά.16Σ πρέπει να άρει την (αντίστροφη) δυσμενή διάκριση σε βάρος των δημοσίων Πανεπιστημίων, που λειτουργούν αναγκαστικά ως ΝΠΔΔ, με πολλά βαρίδια και γραφειοκρατικές αγκυλώσεις. Να τα απελευθερώσει και να τα ενδυναμώσει, μετατρέποντάς τα και αυτά σε ΝΠΠΕ, και επενδύοντας στην ποιότητα.

 

Αγορά, ηθική, πολιτική

Νίκος Κουτσιαράς, ομότιμος καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας στο ΕΚΠΑ (Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης).

Η ανταγωνιστική οικονομία της αγοράς εκθειάζεται για τον δυναμισμό και την αποδοτικότητά της. H ηθικότητά της, όμως, είναι αμφιλεγόμενη και απηχεί, μεταξύ άλλων, το νόημα και την βαρύτητα εθιμικών κανόνων, νόμων και θεσμών, οι οποίοι οριοθετούν τις ιδιωτικές συναλλαγές. Η οικονομική θεωρία, ωστόσο, αναγνωρίζει την συστηματική απώλεια αποδοτικότητας στην οικονομία της αγοράς και, ειδικότερα, εξηγεί τις αιτίες εκδήλωσης μιας τέτοιας αποτυχίας – της αστοχίας του μηχανισμού των τιμών ως προς την βέλτιστη κατανομή πόρων και αγαθών. Για παράδειγμα, το ολιγοπώλιο, οι εξωτερικότητες, η ατελής ή/και ασύμμετρη πληροφόρηση, καθώς και η συχνότητα ή/και διάρκεια των επιχειρηματικών κύκλων (και συνεπώς, η αδυναμία προσέγγισης ή διατήρησης της πλήρους απασχόλησης) θεωρούνται βασικές αιτίες μείωσης της αποδοτικότητας.

Παρ’ όλα αυτά, το οικονομικό επιχείρημα τείνει να εξαντλείται στο επιφανειακό – τούτο δεν ακυρώνει, ασφαλώς, την θεωρητική εκλέπτυνση των Οικονομικών. Επιγραμματικώς, η αποτυχία της αγοράς είναι (και) μια ηθική αποτυχία· και συνεπώς, η ήδη αμφιλεγόμενη ηθικότητα της ανταγωνιστικής αγοράς υπονομεύεται περαιτέρω. Ειδικότερα, οι αιτίες της αγοραίας αποτυχίας δεν έχουν λειτουργικό χαρακτήρα απλώς και μόνο, αλλά προκύπτουν (μερικώς) και πιθανώς οξύνονται ως αποτέλεσμα αξιακών, κανονιστικών και θεσμικών επιλογών, οι οποίες έχουν, συχνά, ιστορικό βάθος. Το ολιγοπώλιο, οι εξωτερικότητες, η ασύμμετρη πληροφόρηση δεν είναι άμοιρες της αμοιβαίας καχυποψίας των συναλλασσομένων, του φθόνου, της απληστίας, της διαφθοράς, της δυσπιστίας προς τους θεσμούς, της συγκέντρωσης της οικονομικής ισχύος, των διαφορών ως προς την μόρφωση, αλλά και ως προς την εμπειρία και τις παραστάσεις βίου· δεν είναι άμοιρες, κατ’ επέκτασιν, της οικονομικής ανισότητας. Και η απώλεια αποδοτικότητας στην οικονομία της αγοράς ανατροφοδοτεί και επιδεινώνει την ηθική αποτυχία της τελευταίας. Η οικονομική και ηθική αποτυχία της αγοράς, λοιπόν, δεν (μπορεί να) αποδίδεται, ίσως όχι κυρίως, στις αστοχίες του μηχανισμού των τιμών· σε ικανό βαθμό οφείλεται στην άνιση –για κάποιους πλεονεκτική και για άλλους μειονεκτούσα– θέση των συναλλασσομένων. Με άλλα λόγια, η αδύναμη κοινωνική πλαισίωση της αγοράς –οι ελευθεριστές διακηρύσσουν την αγοραία πλαισίωση της κοινωνίας– προοιωνίζεται την εξασθένηση των επιδόσεων, συνάμα και την αμφισβήτηση της ηθικής νομιμοποίησης της οικονομίας της αγοράς.

Η ηθικώς αδιάτρητη και οικονομικώς επωφελής μεταρρύθμιση των κανόνων και των θεσμών που οριοθετούν τις αγοραίες συναλλαγές –η εύτακτη κοινωνία– προϋποθέτει την πολιτική συμμετοχή των συναλλασσομένων και, σε αυτό το πλαίσιο, η πολιτική ισότητα συνιστά την βασική αρχή. Μια τέτοια μεταρρύθμιση έχει ως πιθανά επακόλουθα (α) την άμβλυνση των τριβών ανάμεσα στην ατομική ιδιωφελή συμπεριφορά και το ηθικώς πράττειν, και (β) τον εμπλουτισμό των επιθυμιών και την αναδιάταξη των προτιμήσεων οι οποίες αποκαλύπτονται στις ιδιωτικές συναλλαγές. Μια τέτοια μεταρρύθμιση, επίσης, καλεί στην ανασύνταξη της οικονομικής πολιτικής. Η εισαγωγή βελτιωτικών παρεμβάσεων –καθ’ υπόδειξιν της ανάλυσης οφέλους και κόστους– είναι αναγκαία, δεν είναι όμως και επαρκής. Η οικονομική πολιτική καλείται να αποκαταστήσει τις υλικές προϋποθέσεις της πολιτικής ισότητας, μεταξύ άλλων αποβλέποντας στην άρση της αδικαιολόγητης ανισότητας –μια ομολογουμένως διαφιλονικούμενη έννοια–, συμπεριλαμβανομένης σε κάθε περίπτωση της ανισότητας ως προς τις ευκαιρίες. Το 1942 ο Ουίλιαμ Μπέβεριτζ, ο σπουδαιότερος μεταρρυθμιστής του εικοστού αιώνα, έθεσε ως πολιτική προτεραιότητα την εκρίζωση των πέντε ‘γιγαντιαίων κακών’ – με αυτόν τον χαρακτηρισμό περιέγραφε την ανάγκη, την αρρώστια, την άγνοια, την εξαθλίωση και την αδράνεια· και το κράτος ευημερίας εκπλήρωνε, πράγματι, τα υλικά προαπαιτούμενα της πολιτικής ισότητας. Τι είδους πολιτικές θα υπηρετούσαν σήμερα αυτή την επιταγή;

Ο αγώνας ανάμεσα σε τεχνολογία και εκπαίδευση είναι, εκ των πραγμάτων, άνισος και η έκβαση κοινωνικώς τραυματική και, πιθανώς, οικονομικώς σπάταλη. Η (βιομηχανική) πολιτική μπορεί να κατευθύνει την τεχνολογία προς κοινωνικώς επωφελείς δραστηριότητες, για παράδειγμα, μειώνοντας την φορολογική επιδότηση της επένδυσης σε καινοτομίες υποκατάστασης της εργασίας ή αυξάνοντας την δημόσια δαπάνη για έρευνα και τεχνολογία και, ως εκ τούτου, αποκτώντας έλεγχο της τεχνολογικής μεταβολής. Εκ παραλλήλου, ο θεωρητικός και φιλοσοφικός εμπλουτισμός των ακαδημαϊκών σπουδών γενικώς –αντί της έμφασης στις επαγγελματικές δεξιότητες– και, ιδίως, η ενθάρρυνση των σπουδών στις ανθρωπιστικές και κοινωνικές επιστήμες υπόσχονται την ενδυνάμωση της κριτικής θεώρησης της τεχνολογικής προόδου και, πιθανότατα, υποκινούν την πολιτική συμμετοχή. Σε ό,τι αφορά την αγορά εργασίας, η άρση της εργασιακής και εισοδηματικής επισφάλειας, καθώς και η ενίσχυση των θεσμών βιομηχανικής δημοκρατίας, συμπεριλαμβανομένου του εκδημοκρατισμού της εταιρικής διακυβέρνησης, συμβάλλουν στην εξισορρόπηση της διαπραγματευτικής ισχύος εργοδοτών και εργαζομένων. Η προοδευτική φορολογία και, ειδικότερα, η φορολογία του πλούτου, μεταξύ άλλων, στοιχειοθετούν την αναδιανεμητική  προϋπόθεση της πολιτικής ισότητας – και πιθανότατα συντελούν στην διεύρυνση του ‘δημοσιονομικού χώρου’. Τέλος, η θεσμική αναβάθμιση της λογοδοσίας των κεντρικών τραπεζών και, κυρίως, η εναρμόνιση της νομισματικής πολιτικής –και της μακροπροληπτικής εποπτείας– προς την ‘συνάρτηση κοινωνικής ευημερίας’ της πολιτείας αποκρίνονται στην αμφίδρομη σχέση οικονομικής ανισότητας και νομισματικής πολιτικής – και στην ανάγκη χρηματοπιστωτικής υποστήριξης της επιθυμητής αναδιάρθρωσης των οικονομιών, πρωτίστως της οικολογικής μετάβασής τους.

Προς υπεράσπισιν των Οικονομικών, ας σημειωθεί ότι η σύγχρονη μακροοικονομική θεωρία διαφωτίζει, σε ικανό βαθμό, το χρέος των ιθυνόντων.

 

*Δημοσιεύθηκε με τίτλο Οι άμυνες έναντι των πέντε «γιγαντιαίων κακών» της αγοράς
στο https://www.euro2day.gr/turning_points_2025/1463564/specialedition.html)

 

Προκόπιος Παυλόπουλος: Ακαδημαϊκές Ομιλίες, εκδ. Ακαδημία Αθηνών 2026, 467 σελ.

Οι Ακαδημαϊκές Ομιλίες του πρώην Προέδρου της Δημοκρατίας και Ακαδημαϊκού, κ. Προκοπίου Παυλοπούλου, συντίθενται από τις ομιλίες του σε εκδηλώσεις της Ακαδημίας Αθηνών από την εκλογή του, το 2022, έως σήμερα.

Οι ομιλίες αυτές, ως ομιλίες στο πλαίσιο του lato sensu Δημόσιου Δικαίου, την έδρα του οποίου κατέχει ο κ. Παυλόπουλος στην Ακαδημία Αθηνών, επικεντρώνονται κατά το μεγαλύτερο μέρος τους στην ανάλυση των θεσμικών και πολιτικών πυλώνων της σύγχρονης Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας ως εγγύησης της ακώλυτης άσκησης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Ιδίως δε, στην ανάλυση του πυλώνα του Κράτους Δικαίου και της Αρχής της Νομιμότητας. Ειδικότερα, σημαντικό μέρος των ομιλιών αυτών αφορά αφενός την φύση του κανόνα δικαίου ως συστατικού στοιχείου της Αρχής της Νομιμότητας και, αφετέρου, τις κυρώσεις, κατ’ εξοχήν δικαστικές, σε περίπτωση παράβασης της τελευταίας, με έμφαση στον μηχανισμό της Αστικής Ευθύνης του Δημοσίου. Τέλος, ο συγγραφέας αφιερώνει πολλούς από τους προβληματισμούς του στον εν προκειμένω προσδιορισμό των ορίων αξιοποίησης των μέσων της Τεχνητής Νοημοσύνης κατά την λειτουργία της Δικαστικής Εξουσίας από τα προς τούτο, συνταγματικώς καθορισμένα, όργανα απονομής της, υπό συνθήκες προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας.

 

Καταχώρηση: 23-01-2026     Κατηγορία: ΒΙΒΛΙΑ    

Τα δύο άρθρα 86

Νίκος Παπασπύρου, Αναπλ. καθηγητής συνταγματικού δικαίου στη Νομική Σχολή του ΕΚΠΑ

Το άρθρο 86 του Συντάγματος ορίζει ότι αρμόδιος εισαγγελέας για την προκαταρκτική διερεύνηση και δίωξη υπουργικών αδικημάτων Υπουργών είναι η Βουλή. Το άρθρο 86 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης θεμελιώνει την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, η οποία, δυνάμει του Κανονισμού 2017/1939, είναι αρμόδια για την έρευνα, δίωξη και παραπομπή ενώπιον της δικαιοσύνης των δραστών εγκλημάτων σε βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Τί ισχύει τότε; Συγκρούονται τα δύο νομικά πλαίσια και, αν ναι, μπορεί να παρακαμφθεί το εθνικό άρθρο 86;

Ο Κανονισμός θεσπίζει σύστημα συντρέχουσας αρμοδιότητας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας και των εθνικών αρχών, το οποίο βασίζεται στο δικαίωμα ανάληψης υπόθεσης που έχει η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία. Το σύστημα αυτό στηρίζεται στην καλόπιστη συνεργασία εθνικών και ενωσιακών αρχών. Επομένως, ισχύει σύστημα συντρέχουσας αρμοδιότητας με τη διαδικασία του άρθρου 86Σ, η λειτουργία του οποίου διέπεται από την υποχρέωση καλόπιστης συνεργασίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας και των ελληνικών αρχών, περιλαμβανομένης της Βουλής. Η Βουλή, όταν εξετάζει υποθέσεις που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του Κανονισμού, υπόκειται στο δίκαιο της Ένωσης, και υποχρεούται να διερευνά τις σχετικές υποθέσεις με πληρότητα, να αποφαίνεται αιτιολογημένα και να ασκεί δίωξη εφόσον συντρέχουν οι σχετικοί όροι.

Η αρχή της καλόπιστης συνεργασίας ευνοεί ως κατευθυντήρια αρχή την παραπομπή υποθέσεων, κατά το μέρος που αφορούν υπουργό και διάπραξη υπουργικού αδικήματος, στη Βουλή σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο. Κατά τούτο, δεν τίθεται ζήτημα σύγκρουσης του εθνικού δικαίου με το δίκαιο της Ένωσης, εφόσον όμως η Βουλή διασφαλίζει εμπράκτως την αποτελεσματικότητα του δικαίου της Ένωσης (δηλαδή καλόπιστη διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης, αιτιολογημένο πόρισμα, και άσκηση δίωξης εφόσον συντρέχουν οι σχετικοί όροι).

Αυτή η λύση είναι η πλέον σώφρων και αποφεύγει περιττές εντάσεις. Και αυτό διότι αν αυτές ανακύψουν, ο Κανονισμός της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας έχει προτεραιότητα έναντι των εθνικών νόμων, περιλαμβανομένου του Συντάγματος. Εδώ πρέπει να διευκρινισθεί ότι αρμόδια δικαστήρια είναι τα εθνικά, δηλαδή το Ειδικό Δικαστήριο και το Δικαστικό Συμβούλιο του άρθρου 86 του Συντάγματος. Όμως, αυτά υποχρεούνται, αν τεθεί ζήτημα ερμηνείας ή κύρους του Κανονισμού ή πράξεων της Εισαγγελίας, εφόσον θεμελιώνεται άμεσα στον Κανονισμό, να απευθύνουν προδικαστικό ερώτημα στο Δικαστήριο της Ένωσης, αποκλειστικά αρμόδιο να αποφανθεί.

Για το μέλλον, διαφαίνεται συναίνεση για αναθεώρηση του άρθρου 86Σ. Η αναθεώρηση μπορεί να κινηθεί είτε στην κατεύθυνση συγκρότησης ανεξάρτητου οργάνου μικτής συνθέσεως με αρμοδιότητα την διερεύνηση και δίωξη των υπουργικών αδικημάτων, είτε σε εξορθολογισμό/δικαστικοποίηση της διαδικασίας διερεύνησης, με δυνατότητα η Βουλή να παρέχει την τελική απόφαση (δίωξη ή άδεια δίωξης). Έως την αναθεώρηση, εξορθολογισμός της διαδικασίας μπορεί να επιτευχθεί με νομοθετικές βελτιώσεις. Σε κάθε περίπτωση, στόχευσή μας οφείλει να είναι όχι η καλλιέργεια εντάσεων και κρίσεων, αλλά η ομαλή λειτουργία της μηχανικής των θεσμών.

 

Σημείωση:

Κατά το άρθρο 29 παρ. 1 του Κανονισμού, σε περίπτωση προνομίου ή ασυλίας βάσει του εθνικού δικαίου, υποβάλλεται αίτημα άρσης σύμφωνα με τις διαδικασίες που προβλέπονται στο εθνικό δίκαιο. Τα ζητήματα αυτά δεν εξετάζονται στο παρόν κείμενο – θα αναπτυχθούν σε ερμηνευτικό σχολιασμό του άρθρου 86Σ. Σημειώνεται πάντως ότι η έννοια της ασυλίας και του προνομίου είναι έννοια του δικαίου της Ένωσης, ενώ το εθνικό δίκαιο ορίζει τις περιπτώσεις εφαρμογής, και μάλιστα κατά τρόπο που α) συνάδει με τον Κανονισμό (π.χ. θεσπίζοντας διαδικασία άρσης) και β) δεν αποκλείει αναγκαία προκαταρκτικά μέτρα έρευνας (που δεν θίγουν το πρόσωπο του φορέα της ασυλίας).

 

* Το κείμενο, με ελαφρές βελτιώσεις και προσθήκη σημείωσης, αναδημοσιεύεται από την Εφημερίδα Παραπολιτικά, 20.12.2025.

Όταν η Δικαιοσύνη μιλά και όταν (επι)κρίνεται

Γιώργος Γούλας, Δικηγόρος - Αρχισυντάκτης του NOMIKI BIBLIOTHIKI Daily

Πόσο «τυφλή» δικαιούται να παραμένει η Δικαιοσύνη όταν οι κραδασμοί της κοινωνικής αμφισβήτησης φτάνουν μέχρι τα έδρανα; Έχει ο δικαστής δικαίωμα στον δημόσιο λόγο ή η τήβεννος λειτουργεί ως φίμωτρο εφ’ όρου ζωής; Και πότε η κριτική στις δικαστικές αποφάσεις αποτελεί αναγκαίο δημοκρατικό έλεγχο – και πότε μετατρέπεται σε οργανωμένη πίεση, λαϊκισμό ή ευθεία υπονόμευση του θεσμού;

Αυτά τα ερωτήματα δεν τέθηκαν θεωρητικά. Τέθηκαν χθες, μετωπικά, σε μια κατάμεστη αίθουσα της ΕΣΗΕΑ, σε μια συζήτηση πυκνή, έντονη και –κυρίως– ειλικρινή. Η εκδήλωση με θέμα τα «Όρια της ελευθερίας του λόγου των δικαστών και των (επι)κριτών τους» δεν έμοιαζε με μια ακόμη τυπική νομική ημερίδα. Έμοιαζε περισσότερο με ακτινογραφία της δημοκρατικής μας αντοχής σε μια εποχή όπου η Δικαιοσύνη βρίσκεται ταυτόχρονα στο επίκεντρο της κοινωνικής δυσπιστίας και στο στόχαστρο ενός άναρχου, ψηφιακά ενισχυμένου δημόσιου λόγου.

Υπό την προεδρία της Μαρίας Αντωνιάδου, Προέδρου της ΕΣΗΕΑ, στη συζήτηση συμμετείχαν ο Γιάννης Κτιστάκις, Πρόεδρος Τμήματος στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, οι επίτιμοι Πρόεδροι του Αρείου Πάγου και του Συμβουλίου της Επικρατείας Ιωάννα Κλάπα-Χριστοδουλέα και Δημήτριος Σκαλτσούνης, καθώς και η διδάκτωρ Συνταγματικού Δικαίου και δικηγόρος Αλκμήνη Φωτιάδου.

Την εκδήλωση άνοιξαν με χαιρετισμούς οι εκπρόσωποι των συνδιοργανωτών: η Βανέσσα Παναγιώτα Ντέγκα, Εφέτης Δ.Δ. και Πρόεδρος της Ένωσης Διοικητικών Δικαστών, ο Ανδρέας Κουτσόλαμπρος, Πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, ο Κώστας Χρυσόγονος, Καθηγητής ΑΠΘ και Πρόεδρος της Ένωσης Ελλήνων Συνταγματολόγων, και ο Ξενοφών Κοντιάδης, Καθηγητής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και Πρόεδρος του Κέντρου Ευρωπαϊκού Συνταγματικού Δικαίου.

Βανέσσα Παναγιώτα Ντέγκα, Εφέτης Δ.Δ., Πρόεδρος της Ένωσης Διοικητικών Δικαστών

“Στη χώρα μας, όταν δικαστικές ενώσεις τοποθετούνται επί ζητημάτων που αφορούν παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων ή του διεθνούς δικαίου, συχνά κατηγορούνται από ορισμένους ότι πολιτικολογούν. Ωστόσο, οι δικαστικές ενώσεις δεν μπορούν να τηρούν στάση ουδετερότητας απέναντι σε παραβιάσεις συνταγματικών αρχών, αλλά οφείλουν να επιδεικνύουν επαγρύπνηση ως «κοινωνικοί φρουροί», κατά τη χαρακτηριστική διατύπωση του Δικαστηρίου του Στρασβούργου.”

«Η ελευθερία της έκφρασης είναι η πολυτιμότερη από όλες τις ελευθερίες». Με αυτή την επισήμανση άνοιξε την τοποθέτησή της η Βανέσσα Παναγιώτα Ντέγκα, Εφέτης Διοικητικών Δικαστηρίων και Πρόεδρος της Ένωσης Διοικητικών Δικαστών, θέτοντας εξαρχής το θεωρητικό και θεσμικό πλαίσιο της συζήτησης για τα όρια του λόγου των δικαστών και των επικριτών τους.

Όπως ανέφερε, επικαλούμενη τη θεωρία του Ρόναλντ Ντουόρκιν, η ελευθερία της έκφρασης συμβάλλει καθοριστικά στην ολοκλήρωση της αυτονομίας του υποκειμένου και αποτελεί δομικό στοιχείο της ίδιας της δημοκρατίας. Στο ίδιο πνεύμα, υπενθύμισε ότι, σύμφωνα με τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, η ελευθερία της έκφρασης συνιστά ένα από τα ουσιώδη θεμέλια μιας δημοκρατικής κοινωνίας και βασική προϋπόθεση της προόδου και της αυτοπραγμάτωσης κάθε ατόμου.

Η Πρόεδρος της Ένωσης Διοικητικών Δικαστών υπογράμμισε ότι η ελευθερία αυτή δεν περιορίζεται σε απόψεις που γίνονται ευνοϊκά δεκτές ή θεωρούνται ανώδυνες ή αδιάφορες, αλλά εκτείνεται και σε εκείνες που «προσβάλλουν, σοκάρουν ή ανησυχούν». Όπως σημείωσε, πρόκειται για απαιτήσεις που απορρέουν από τον πλουραλισμό, την ανεκτικότητα και την ευρύτητα πνεύματος, χωρίς τις οποίες δεν μπορεί να υπάρξει δημοκρατική κοινωνία.

Ειδική μνεία έγινε στην ελευθερία της έκφρασης του δικαστή, η οποία, όπως τόνισε, κατοχυρώνεται τόσο από το ελληνικό Σύνταγμα όσο και από τις διεθνείς συμβάσεις και, ιδίως, από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και τον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Παράλληλα, διευκρίνισε ότι το δικαίωμα αυτό «δεν είναι απεριόριστο», καθώς υπόκειται σε περιορισμούς, όπως η προσβολή της προσωπικότητας και η παραβίαση δικαιωμάτων τρίτων.

Αναφερόμενη στο συνταγματικό και νομοθετικό πλαίσιο της χώρας, η κ. Ντέγκα υπενθύμισε ότι το άρθρο 29 παρ. 1 του Συντάγματος απαγορεύει στους δικαστικούς λειτουργούς τις εκδηλώσεις υπέρ ή κατά πολιτικού κόμματος, περιορισμό που επαναλαμβάνεται και στον Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών. Ειδικότερα, τόνισε ότι το άρθρο 109 του Κώδικα ορίζει ρητά πως η δημόσια έκφραση γνώμης δεν συνιστά πειθαρχικό παράπτωμα, εκτός εάν γίνεται με προφανή σκοπό τη μείωση του κύρους της Δικαιοσύνης ή υπέρ ή κατά συγκεκριμένου πολιτικού κόμματος ή άλλης πολιτικής οργάνωσης. Αντιθέτως, «θεμιτή και προστατευόμενη» θεωρείται η έκφραση γνώμης και κριτικής άποψης στο πλαίσιο της συμμετοχής σε δικαστική ένωση.

Στο ίδιο σημείο, επικαλέστηκε τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, επισημαίνοντας ότι, όταν η δημόσια έκφραση των δικαστών αφορά ζητήματα που άπτονται της λειτουργίας της Δικαιοσύνης, του κράτους δικαίου ή της διάκρισης των εξουσιών, αυτή απολαμβάνει αυξημένης προστασίας.

Η κ. Ντέγκα αναφέρθηκε, στη συνέχεια, στην ελληνική πραγματικότητα, σημειώνοντας ότι όταν οι δικαστικές ενώσεις παρεμβαίνουν δημόσια σε ζητήματα παραβίασης ανθρωπίνων δικαιωμάτων ή διεθνούς δικαίου, συχνά κατηγορούνται ότι «πολιτικολογούν». Ωστόσο, όπως τόνισε, οι δικαστικές ενώσεις «δεν μπορούν να παραμένουν ουδέτερες απέναντι σε παραβιάσεις συνταγματικών αρχών», αλλά οφείλουν να επιδεικνύουν επαγρύπνηση ως «κοινωνικοί φρουροί», κατά τη χαρακτηριστική διατύπωση του Δικαστηρίου του Στρασβούργου.

Παράλληλα, ανέδειξε τον παιδαγωγικό ρόλο του δικαστικού συνδικαλισμού, επισημαίνοντας ότι, μέσα από τη συμμετοχή στις συλλογικές διαδικασίες, κάθε δικαστικός λειτουργός συνειδητοποιεί πως ύψιστο υπηρεσιακό του καθήκον είναι η εγγύηση των ελευθεριών και των δικαιωμάτων των πολιτών.

Η Πρόεδρος της Ένωσης Διοικητικών Δικαστών υπενθύμισε, επίσης, ότι οι δικαστές εκφράζονται διαχρονικά με θεσμικούς τρόπους: εισηγούνται σε συνέδρια και ημερίδες, αρθρογραφούν για νομικά ζητήματα και, μέσω του επιστημονικού λόγου, αναδεικνύουν ζητήματα συνταγματικότητας ή προσβολής ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων. Όπως σημείωσε, η διατύπωση επιστημονικής άποψης για την έννοια ή τη συνταγματικότητα μιας διάταξης «δεν προδικάζει την κρίση του φυσικού δικαστή» σε υποθέσεις που ενδέχεται να έρθουν ενώπιόν του, αλλά εντάσσεται στον αναγκαίο δημόσιο επιστημονικό διάλογο μιας δημοκρατικής κοινωνίας.

Κλείνοντας την τοποθέτησή της, η κ. Ντέγκα αναφέρθηκε στο ζήτημα της κριτικής κατά των δικαστών. Όπως τόνισε, οι δικαστές οφείλουν να ανέχονται ακόμη και την οξυμένη κριτική και να παραμερίζουν την προσωπική πικρία τους, ακόμη και όταν προκαλούνται. Ξεκαθάρισε, ωστόσο, ότι «το δικαίωμα της κριτικής δεν είναι απεριόριστο». Σταματά, όπως είπε, εκεί όπου αρχίζουν η εξύβριση και η δυσφήμιση μέσω πασίδηλα υβριστικών χαρακτηρισμών, ιδίως όταν, χωρίς πραγματικό έρεισμα, επιχειρείται να εμφανιστεί ένας δικαστής ως στερούμενος προσωπικής ηθικής, ως διεφθαρμένος ή ως δωροδοκούμενος. Τέτοιες επιθέσεις, υπογράμμισε, διαφέρουν σαφώς από την τεκμηριωμένη κριτική που στηρίζεται σε πραγματικά περιστατικά διαφθοράς.

Ανδρέας Κουτσόλαμπρος, Πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών
“Σε άλλες εποχές, μελανές για τον τόπο, το δικηγορικό σώμα στοχοποιήθηκε και δικηγόροι διώχθηκαν επειδή τόλμησαν να υψώσουν το ανάστημά τους απέναντι σε πρακτικές υπονομευτικές του κράτους δικαίου, είτε αυτές προέρχονταν από την εκτελεστική είτε από τη δικαστική εξουσία.”

Στην ιστορική διαδρομή και τον θεσμικό ρόλο του δικηγορικού σώματος αναφέρθηκε στην τοποθέτησή του ο Πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, Ανδρέας Κουτσόλαμπρος, εντάσσοντας τη συζήτηση για την ελευθερία του λόγου στο ευρύτερο πλαίσιο της υπεράσπισης της ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης και του κράτους δικαίου.

Όπως επισήμανε, το δικηγορικό σώμα στη χώρα μας διαθέτει μακρά ιστορική παράδοση αγώνων για τη διασφάλιση της ανεξάρτητης Δικαιοσύνης. Υπενθύμισε ότι σε άλλες εποχές, «μελανές για τον τόπο», οι δικηγόροι στοχοποιήθηκαν και διώχθηκαν επειδή τόλμησαν να αντισταθούν σε πρακτικές που υπονόμευαν το κράτος δικαίου. Τόνισε, μάλιστα, ότι οι πρακτικές αυτές δεν προέρχονταν αποκλειστικά από έναν θεσμικό πόλο, αλλά τόσο από την εκτελεστική όσο και από τη δικαστική εξουσία.

Αναφερόμενος στη σημερινή πραγματικότητα, ο Πρόεδρος του ΔΣΑ σημείωσε ότι σήμερα έχει κατακτηθεί το δικαίωμα της δημόσιας κριτικής και της δημόσιας παρέμβασης εκ μέρους του δικηγορικού σώματος. Πρόκειται, όπως υπογράμμισε, για ένα δικαίωμα που ασκείται με σκοπό την ενίσχυση της ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης και τη θωράκιση του δικαιοκρατικού κεκτημένου.

Παράλληλα, επισήμανε ότι η άσκηση αυτού του δικαιώματος δεν είναι αποκομμένη από τη θεσμική ευθύνη και τη συλλογική μνήμη του νομικού κόσμου. Αντιθέτως, η δημόσια παρέμβαση των δικηγόρων οφείλει να γίνεται με σεβασμό στην ιστορία και στους αγώνες του σώματος, καθώς και με προσήλωση στις βασικές σταθερές του νομικού μας πολιτισμού.

Κώστας Χρυσόγονος, Καθηγητής ΑΠΘ, Πρόεδρος της Ένωσης Ελλήνων Συνταγματολόγων
“Από συνταγματική άποψη, η κατοχυρωμένη στο άρθρο 14 του Συντάγματος ελευθερία της έκφρασης περιορίζεται για τους δικαστές από τη διάταξη του άρθρου 29 παρ. 3, η οποία προβλέπει την απόλυτη απαγόρευση εκδηλώσεων υπέρ ή κατά πολιτικών κομμάτων. Στην πράξη, ωστόσο, το ίδιο το πολιτικό σύστημα, που παρήγαγε τη ρύθμιση του άρθρου 29 παρ. 3, την υπονομεύει επανειλημμένα, είτε με τον διορισμό άρτι παραιτηθέντων από το Σώμα των Ανώτατων Δικαστών ως υπουργών σε πολιτικές –και όχι υπηρεσιακές– κυβερνήσεις, είτε με την άμεση, μετά την παραίτησή τους, τοποθέτησή τους σε εκλόγιμες θέσεις ψηφοδελτίων Επικρατείας.”

Στο ευρύτερο πρόβλημα της απονομής της Δικαιοσύνης στην Ελλάδα ενέταξε το θέμα της εκδήλωσης ο Κώστας Χρυσόγονος, Καθηγητής στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και Πρόεδρος της Ένωσης Ελλήνων Συνταγματολόγων, επισημαίνοντας εξαρχής ότι η συζήτηση για τα όρια της ελευθερίας του λόγου των δικαστών και των επικριτών τους δεν μπορεί να αποκοπεί από το ζήτημα της εμπιστοσύνης της κοινωνίας προς τη Δικαιοσύνη.

Όπως ανέφερε, όλες οι σχετικές έρευνες κοινής γνώμης καταγράφουν έντονη δυσπιστία απέναντι στη Δικαιοσύνη και τους θεσμούς της. Ενδεικτικά, σε πρόσφατη δημοσκόπηση, μόλις το 24% των ερωτηθέντων δήλωσε ότι εμπιστεύεται τη Δικαιοσύνη και τους δικαστές, ποσοστό που απέχει σημαντικά από το αντίστοιχο της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας, η οποία συγκεντρώνει ποσοστό εμπιστοσύνης 79%, ενώ ακόμη χαμηλότερη εμφανίζεται η εμπιστοσύνη προς τα πολιτικά κόμματα, με μόλις 8%.

Η αμφισβήτηση αυτή, όπως τόνισε, δεν προέρχεται μόνο από την κοινωνία, αλλά και από τα διεθνή δικαιοδοτικά όργανα. Υπενθύμισε ότι εκατοντάδες αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου έχουν διαπιστώσει παραβιάσεις σε βάρος της Ελλάδας, σε αριθμό δυσανάλογα υψηλό σε σχέση με τον πληθυσμό της χώρας και σε σύγκριση με άλλα κράτη-μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης. Οι παραβιάσεις αυτές αφορούν, κατά κύριο λόγο, την υπέρβαση της εύλογης διάρκειας της δίκης, ενώ ακολουθούν το δικαίωμα σε αποτελεσματικό ένδικο βοήθημα και, σε τρίτη θέση, το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη. «Φαίνεται λοιπόν», σημείωσε χαρακτηριστικά, παραπέμποντας στον Σαίξπηρ, «ότι κάτι σάπιο υπάρχει στο βασίλειο της Δανιμαρκίας».

Για την αντιμετώπιση αυτής της κατάστασης, ο κ. Χρυσόγονος υπογράμμισε ότι δεν ωφελεί η αποσιώπηση. Αντιθέτως, απαιτείται ανοιχτή και ειλικρινής συζήτηση, με τη συμμετοχή τόσο των ίδιων των δικαστικών λειτουργών και των συλλογικών τους φορέων όσο και του συνόλου του νομικού κόσμου. Υπό αυτές τις προϋποθέσεις, τόνισε, η ελευθερία της έκφρασης για όλα τα συναφή ζητήματα αποκτά ιδιαίτερη σημασία.

Από συνταγματική άποψη, υπενθύμισε ότι η ελευθερία της έκφρασης κατοχυρώνεται στο άρθρο 14 του Συντάγματος, ωστόσο για τους δικαστές περιορίζεται από τη διάταξη του άρθρου 29 παρ. 3, η οποία προβλέπει απόλυτη απαγόρευση εκδηλώσεων υπέρ ή κατά πολιτικών κομμάτων. Στην πράξη, όμως, όπως επισήμανε, το ίδιο το πολιτικό σύστημα που θέσπισε τη συγκεκριμένη ρύθμιση την υπονομεύει επανειλημμένα, είτε με τον διορισμό άρτι παραιτηθέντων ανώτατων δικαστικών λειτουργών ως υπουργών σε πολιτικές –και όχι υπηρεσιακές– κυβερνήσεις, είτε με την άμεση, μετά την παραίτησή τους, τοποθέτησή τους σε εκλόγιμες θέσεις ψηφοδελτίων Επικρατείας.

Σε κάθε περίπτωση, ο Πρόεδρος της Ένωσης Ελλήνων Συνταγματολόγων υποστήριξε ότι η συμμετοχή δικαστών στον διάλογο που αναπτύσσεται στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης για ζητήματα της επικαιρότητας, ακόμη και όταν αυτή συνοδεύεται από φραστική οξύτητα ή απόψεις περισσότερο ή λιγότερο ακραίες, δεν συνιστά το μείζον πρόβλημα της ελληνικής Δικαιοσύνης. Το βασικό ζήτημα, όπως τόνισε, αφορά τον χρόνο έκδοσης των δικαστικών αποφάσεων και, σε ορισμένες περιπτώσεις, το ίδιο το περιεχόμενό τους.

Αντιστρόφως, σε ό,τι αφορά την άσκηση κριτικής στις δικαστικές αποφάσεις, επισήμανε ότι η ελευθερία της έκφρασης ισχύει χωρίς ειδικούς συνταγματικούς περιορισμούς, πέραν των γενικών ορίων του άρθρου 14 του Συντάγματος. Οι δικαστικοί λειτουργοί, κατά τον ίδιο, πρέπει να θεωρούνται δημόσια πρόσωπα, δεδομένου ότι ασκούν πολιτειακή εξουσία, και οφείλουν, εντός ορισμένων ορίων, να ανέχονται όχι μόνο την επιστημονική αλλά και τη δημοσιογραφική και, γενικότερα, την κοινωνική κριτική των αποφάσεών τους.

Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στην επιστημονική κριτική των δικαστικών αποφάσεων, η οποία, όπως σημείωσε, απολαμβάνει προστασίας όχι μόνο βάσει του άρθρου 14, αλλά και του άρθρου 16 παρ. 1 του Συντάγματος. Παρά ταύτα, παρατήρησε ότι ο διάλογος μεταξύ θεωρίας και νομολογίας στην Ελλάδα είναι αισθητά περιορισμένος σε σύγκριση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Όπως ανέφερε, αρκετοί πανεπιστημιακοί, ιδίως στον χώρο του δημοσίου δικαίου, προτιμούν γενικές και υψιπετείς θεωρητικές αναλύσεις, χωρίς να παρακολουθούν συστηματικά την εξέλιξη της εγχώριας νομολογίας. Άλλοι, ακόμη πιο προβληματικά, αρκούνται στην απλή καταγραφή της νομολογίας, χωρίς να ασκούν οποιασδήποτε μορφής κριτική, πρακτική που, όπως σημείωσε, απαντά ακόμη και σε ιδιαίτερα γνωστά διδακτικά εγχειρίδια.

Από την άλλη πλευρά, επισήμανε ότι και πολλοί δικαστές δεν δείχνουν ενδιαφέρον για τις απόψεις των ακαδημαϊκών. Χαρακτηριστικό, όπως είπε, είναι το επαναλαμβανόμενο και σχεδόν μονότονο παράπονο των εκδοτών νομικών βιβλίων για τις εξαιρετικά περιορισμένες αγορές από δικαστές, παρά το γεγονός ότι στους τελευταίους χορηγείται επίδομα βιβλιοθήκης. Επιπλέον, τόνισε ότι τα ανώτατα δικαστήρια παραλείπουν συστηματικά να παραπέμπουν στη θεωρία στις αποφάσεις τους, ακόμη και σε περιπτώσεις όπου το περιεχόμενο ορισμένων σκέψεων συνιστά απόδοση ή και σχεδόν αντιγραφή δημοσιευμένων επιστημονικών έργων.

Όλα τα παραπάνω, σύμφωνα με τον κ. Χρυσόγονο, συνιστούν διαχρονικές ελληνικές παθογένειες, για τις οποίες δεν διαφαίνεται εύκολα προοπτική ίασης. Ακόμη σοβαρότερη, ωστόσο, χαρακτήρισε την «επιδημία» που εκδηλώνεται μέσω κραυγών και ψιθύρων: μια άτυπη και υπόκωφη κριτική δικαιοδοτικών συμπεριφορών, που αναπτύσσεται στους κόλπους του ίδιου του δικαστικού σώματος και στηρίζεται όχι σε πραγματικά γεγονότα, αλλά σε υποθέσεις και στερεότυπα.

Ενδεικτικά, ανέφερε ότι στη διοικητική δικαιοσύνη ο δικαστής που τάσσεται κατ’ αποτέλεσμα υπέρ του ιδιώτη σε διαφορές με το Δημόσιο, ιδίως όταν αυτές έχουν σημαντικό οικονομικό αντικείμενο, αντιμετωπίζεται συχνά εκ προοιμίου από συναδέλφους του ως ύποπτος. Αντίστοιχα φαινόμενα, σημείωσε, παρατηρούνται και στην ποινική δικαιοσύνη, όπου «καλός δικαστής» θεωρείται συχνά ο αυστηρός δικαστής, με αποτέλεσμα την επιβολή εξαιρετικά βαριών ποινών, οι οποίες δεν μπορούν να εκτελεστούν πλήρως λόγω της περιορισμένης χωρητικότητας των φυλακών, οδηγώντας τελικά σε παρεμβάσεις του νομοθέτη με γενικές ευεργετικές διατάξεις υπέρ των κρατουμένων.

Συμπερασματικά, ο κ. Χρυσόγονος τόνισε ότι στον χώρο της Δικαιοσύνης, όπως και γενικότερα στον δημόσιο βίο, αυτό που απαιτείται είναι «λιγότερες κραυγές, λιγότεροι ψίθυροι και περισσότερο ψύχραιμος και ανοιχτός διάλογος» πάνω στα υπαρκτά και σοβαρά προβλήματα της χώρας.

Ξενοφών Κοντιάδης, Καθηγητής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, Πρόεδρος του Κέντρου Ευρωπαϊκού Συνταγματικού Δικαίου
“Το ζήτημα, λοιπόν, δεν είναι μόνο τι ισχύει νομικά στην έννομη τάξη μας, τουλάχιστον όχι με την έννοια του τι θα μπορούσε να κερδηθεί στο Στρασβούργο. Δεν είναι αυτό το κρίσιμο ερώτημα. Το πραγματικό ζήτημα είναι πώς θα επιλέξουμε εμείς, εδώ, σε αυτή τη νομική κοινότητα, να εκφραζόμαστε. Ποια είναι η γραμμή ανάμεσα στην αυτοδέσμευση, την κοσμιότητα και την αυτολογοκρισία. Η απάντηση, κατά τη γνώμη μου βρίσκεται μέσα στην ίδια τη θεωρία της ελευθερίας της έκφρασης. Και η απάντηση είναι ο διάλογος. Περισσότερος διάλογος, με κάθε πρόσφορο μέσο.”

Στην ευθύνη των ακαδημαϊκών όταν παρεμβαίνουν δημόσια στον σχολιασμό δικαστικών αποφάσεων, αλλά και στα όρια ανάμεσα στην αυτοσυγκράτηση και την αυτολογοκρισία, στάθηκε στην τοποθέτησή του ο Ξενοφών Κοντιάδης, Καθηγητής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και Πρόεδρος του Κέντρου Ευρωπαϊκού Συνταγματικού Δικαίου, μεταφέροντας προβληματισμούς που αναδείχθηκαν και σε πρόσφατη επιστημονική συζήτηση.

Αφετηρία της παρέμβασής του αποτέλεσε το συνέδριο του Κέντρου Ευρωπαϊκού Συνταγματικού Δικαίου που πραγματοποιήθηκε τον περασμένο Οκτώβριο, με θέμα τα 50 χρόνια από τη θέσπιση του Συντάγματος. Όπως υπενθύμισε, στο συνέδριο αυτό ο Πρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας, κ. Μιχάλης Πικραμμένος, είχε επισημάνει την ιδιαίτερη ευθύνη των ακαδημαϊκών όταν σχολιάζουν δικαστικές αποφάσεις, τονίζοντας ότι επιτελούν έναν ρόλο διαμεσολαβητή ανάμεσα στο δικαστήριο και την κοινωνία των πολιτών. Παράλληλα, είχε επισημάνει ότι ο σχολιασμός μέσω των μέσων κοινωνικής δικτύωσης ευνοεί τον διχαστικό λόγο και είχε συστήσει προσοχή.

Ο κ. Κοντιάδης εξήγησε ότι οι παρατηρήσεις αυτές διατυπώθηκαν σε ένα ιδιαίτερα φορτισμένο πλαίσιο, κατά την περίοδο αναμονής των αποφάσεων για τα ιδιωτικά πανεπιστήμια. Σε εκείνη τη συγκυρία, είχε ήδη ανακοινωθεί η περίληψη και το διατακτικό των αποφάσεων, τα οποία αρκετοί πανεπιστημιακοί είχαν σχολιάσει δημόσια, κυρίως μέσω του Facebook αλλά και άλλων μέσων.

Όπως ανέφερε, τα λόγια του Προέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας τον προβλημάτισαν και τον οδήγησαν σε έναν ευρύτερο αναστοχασμό γύρω από τον τρόπο με τον οποίο σχολιάζονται οι δικαστικές αποφάσεις. Έθεσε, έτσι, μια σειρά κρίσιμων ερωτημάτων: αν οι πανεπιστημιακοί είναι πράγματι διαμεσολαβητές μεταξύ Δικαιοσύνης και κοινωνίας, αν αυτή η διαμεσολάβηση είναι αναγκαία και, εφόσον είναι, για ποιον λόγο. Αναρωτήθηκε, επίσης, αν οι πανεπιστημιακοί καθηγητές έχουν μια ιδιαίτερη υποχρέωση αυτοσυγκράτησης σε σύγκριση με τον ευρύτερο νομικό κόσμο, ποια είναι η ουσιαστική σημασία της διαμεσολάβησης αυτής και μέχρι ποιο σημείο μπορεί να εκτείνεται η ασκούμενη κριτική.

Στο ίδιο πλαίσιο, έθεσε το ερώτημα αν ο ρόλος των ακαδημαϊκών επιβάλλει μια πιο αργή και φιλτραρισμένη διαδικασία σχολιασμού, δηλαδή την αναμονή της πλήρους δημοσίευσης μιας απόφασης και την αποκλειστική κριτική της μέσω νομικών περιοδικών. Αντιδιαστέλλοντας αυτή την προσέγγιση, διερωτήθηκε αν, αντίθετα, είναι θεμιτό και χρήσιμο να αξιοποιούνται η αμεσότητα, η ελευθερία και η ευρύτητα του κοινού που προσφέρουν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ως μέσο έκφρασης και δημόσιου διαλόγου.

Στη συνέχεια, ο Πρόεδρος του Κέντρου Ευρωπαϊκού Συνταγματικού Δικαίου στάθηκε στον ρόλο του διαδικτύου, επισημαίνοντας ότι έχει καταστεί ένα από τα βασικά μέσα άσκησης του δικαιώματος στην ελευθερία της έκφρασης. Όπως σημείωσε, το διαδίκτυο παρέχει κρίσιμα εργαλεία για τη συμμετοχή σε δραστηριότητες και συζητήσεις που αφορούν πολιτικά ζητήματα και θέματα γενικού ενδιαφέροντος, ενώ έχει αναγνωριστεί και από τη νομολογία ότι διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην ενίσχυση της πρόσβασης του κοινού στις ειδήσεις και στη διάδοση της πληροφορίας εν γένει. Στο πλαίσιο αυτό, ανέφερε ότι η δράση των μπλόγκερς και των δημοφιλών χρηστών των μέσων κοινωνικής δικτύωσης μπορεί να εξομοιωθεί με εκείνη των «watchdogs», δηλαδή των θεματοφυλάκων της ελευθερίας του λόγου.

Καταλήγοντας, ο κ. Κοντιάδης υπογράμμισε ότι το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι μόνο τι ισχύει νομικά στην έννομη τάξη, τουλάχιστον όχι με τη στενή έννοια του τι θα μπορούσε να κερδηθεί στο Στρασβούργο. Όπως τόνισε, το ουσιαστικό ερώτημα είναι πώς η ίδια η νομική κοινότητα επιλέγει να εκφράζεται. Πού χαράσσεται η γραμμή ανάμεσα στην αυτοδέσμευση, την κοσμιότητα και την αυτολογοκρισία. Κατά την άποψή του, η απάντηση βρίσκεται στην ίδια τη θεωρία της ελευθερίας της έκφρασης και συνοψίζεται σε μία λέξη: διάλογος. Περισσότερος διάλογος, με κάθε πρόσφορο μέσο.

Γιάννης Κτιστάκις, Πρόεδρος Τμήματος στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου
“Η απόφαση Κατράμη κατά Ελλάδας δεν νομιμοποιεί την προσβολή των δικαστών· νομιμοποιεί, όμως, την αυστηρή και ακόμη και προκλητική κριτική, υπό την προϋπόθεση ότι αυτή βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα και ότι η αντίδραση της έννομης τάξης δεν υπερβαίνει το αναγκαίο μέτρο.”

Στην ένταση που αναπτύσσεται ανάμεσα στην ελευθερία του λόγου και την ανάγκη προστασίας της κοινωνικής δικαιοσύνης επικεντρώθηκε η εισήγηση του Γιάννη Κτιστάκι, Προέδρου Τμήματος στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, ο οποίος ανέλαβε να παρουσιάσει τη νομολογία του Στρασβούργου υπό το φως της πρόσφατης απόφασης Danilet.

Όπως επισήμανε, η Δικαιοσύνη, ως θεμέλιο του κράτους δικαίου, έχει ανάγκη την εμπιστοσύνη του κοινού. Την ίδια στιγμή, όμως, η εμπιστοσύνη αυτή δεν μπορεί να οικοδομηθεί χωρίς δημόσια συζήτηση και, σε ορισμένες περιπτώσεις, χωρίς οξεία κριτική. Η ένταση αυτή, υπογράμμισε, δεν αντιμετωπίζεται από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου με γενικές διακηρύξεις, αλλά ρυθμίζεται μέσω συγκεκριμένων κριτηρίων στάθμισης, τα οποία διαμορφώνονται μέσα από τη νομολογία του.

Στο πλαίσιο αυτό, παρουσίασε συνοπτικά δύο αποφάσεις του Δικαστηρίου του Στρασβούργου που θεμελιώνουν τα σχετικά κριτήρια. Η πρώτη αφετηρία αφορά την ελευθερία του λόγου των δικαστών και συγκεκριμένα τη πρόσφατη απόφαση του Τμήματος Ευρείας Σύνθεσης κατά της Ρουμανίας, η οποία εκδόθηκε μόλις έναν μήνα πριν από την εκδήλωση και αφορά ειδικά την έκφραση δικαστών στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

Η υπόθεση αφορούσε δικαστή επαρχιακού δικαστηρίου της Ρουμανίας, γνωστό για την ενεργό συμμετοχή του στις δημόσιες συζητήσεις για τη δημοκρατία και το κράτος δικαίου, ο οποίος το 2019 δημοσίευσε δύο μηνύματα στον λογαριασμό του στο Facebook, έναν λογαριασμό με ιδιαίτερα μεγάλο αριθμό ακολούθων. Μετά τις δημοσιεύσεις αυτές, το πειθαρχικό όργανο του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου της χώρας του επέβαλε στον δικαστή κύρωση μείωσης των αποδοχών του κατά 5% για διάστημα δύο μηνών, κρίνοντας ότι παραβίασε το καθήκον αυτοσυγκράτησης.

Ειδικότερα, ως προς το πρώτο μήνυμα, το πειθαρχικό όργανο έκρινε ότι ο δικαστής αμφισβητούσε την αξιοπιστία των θεσμών, υπονοώντας ότι αυτοί ελέγχονται από την πολιτική τάξη. Ως προς το δεύτερο μήνυμα, έκρινε ότι η γλώσσα που χρησιμοποιήθηκε υπερέβαινε τα όρια της ευπρέπειας. Τα πορίσματα αυτά επιβεβαιώθηκαν στη συνέχεια και από το Ανώτατο Δικαστήριο της Ρουμανίας.

Ο δικαστής προσέφυγε στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, επικαλούμενος παραβίαση του δικαιώματός του στην ελευθερία της έκφρασης. Το επταμελές Τμήμα του Δικαστηρίου, το 2024, διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 10 της ΕΣΔΑ με ψήφους τέσσερις έναντι τριών, ενώ το Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης κατέληξε στο ίδιο συμπέρασμα με ψήφους δέκα έναντι επτά. Το Δικαστήριο έκρινε ότι οι επίμαχες δηλώσεις αφορούσαν ζητήματα γενικού ενδιαφέροντος και ότι η επέμβαση των εθνικών αρχών δεν ανταποκρινόταν σε επιτακτική κοινωνική ανάγκη, εφαρμόζοντας την αρχή της αναλογικότητας.

Ο Γιάννης Κτιστάκις υπογράμμισε ότι η απόφαση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς το Στρασβούργο επιβεβαίωσε και εδραίωσε τις αρχές της προγενέστερης νομολογίας, διατυπώνοντας με σαφήνεια μια σειρά κριτηρίων στάθμισης ανάμεσα στην ελευθερία έκφρασης των δικαστών και στο καθήκον αυτοσυγκράτησης.

Πρώτο κριτήριο είναι το περιεχόμενο και η μορφή των δηλώσεων, ιδίως ο τόνος και οι χρησιμοποιούμενες εκφράσεις. Το Δικαστήριο υπογράμμισε το καθήκον των δικαστών να επιδεικνύουν περίσκεψη και προσοχή στη γλώσσα που χρησιμοποιούν, με τη σαφήνεια της διατύπωσης να αναδεικνύεται σε ουσιώδες στοιχείο της στάθμισης.

Δεύτερο κριτήριο αποτελεί το πλαίσιο των δηλώσεων και η ιδιότητα με την οποία εκφράζεται ο συντάκτης. Το ιστορικό και χρονικό πλαίσιο παίζει κρίσιμο ρόλο στη στάθμιση των συγκρουόμενων συμφερόντων. Το Δικαστήριο τόνισε ρητά ότι, παρότι η θεσμική θέση του δικαστή έχει σημασία, το δικαίωμα στην ελευθερία της έκφρασης απολαμβάνουν εξίσου και οι κατώτεροι δικαστές και εισαγγελείς.

Τρίτο κριτήριο είναι οι επιπτώσεις των δηλώσεων. Το Στρασβούργο επισήμανε ότι τα εθνικά δικαστήρια οφείλουν να διακρίνουν μεταξύ δηλώσεων που δημοσιεύονται σε ανοικτά μέσα κοινωνικής δικτύωσης, προσβάσιμα σε απεριόριστο αριθμό χρηστών, και δηλώσεων που γίνονται σε κλειστά ή περιορισμένα περιβάλλοντα, όπως σε ιδιωτικούς κύκλους φίλων ή σε μέσα προσβάσιμα μόνο σε επαγγελματίες του δικαίου.

Τέταρτο κριτήριο είναι η βαρύτητα της επιβαλλόμενης κύρωσης, ιδίως σε σχέση με το αποτρεπτικό αποτέλεσμα που αυτή μπορεί να έχει όχι μόνο για τον συγκεκριμένο δικαστή, αλλά και για το σύνολο του δικαστικού σώματος.

Πέμπτο και τελευταίο κριτήριο αποτελεί ο σεβασμός των δικονομικών εγγυήσεων. Κάθε δικαστής που διώκεται πειθαρχικά πρέπει να διαθέτει αποτελεσματικές και επαρκείς εγγυήσεις έναντι της αυθαιρεσίας, κυρίως μέσω της δυνατότητας ελέγχου του μέτρου από ανεξάρτητο και αμερόληπτο όργανο, αρμόδιο να εξετάσει όλα τα συναφή πραγματικά και νομικά ζητήματα. Όπως πρόσθεσε, σύμφωνα με πρόσφατη νομολογία του Στρασβούργου, οι εγγυήσεις αυτές εκτείνονται και στο στάδιο της προδικασίας και δεν περιορίζονται μόνο στην κύρια πειθαρχική διαδικασία.

Ως δεύτερη αφετηρία της ανάλυσής του, ο Γιάννης Κτιστάκις αναφέρθηκε στον επιθετικό λόγο κατά των δικαστών, παρουσιάζοντας την απόφαση Κατράμη κατά Ελλάδας του 2007. Η υπόθεση αφορούσε δημοσιογράφο η οποία, με άρθρο της, κατήγγειλε συγκεκριμένες παραλείψεις ανακριτή δικαστή σε ποινική υπόθεση που αφορούσε την αδελφή της.

Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο έδωσε ιδιαίτερη σημασία σε δύο στοιχεία. Πρώτον, τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κριτική δεν κρίθηκαν ψευδή από τα ελληνικά δικαστήρια. Δεύτερον, ο τρόπος έκφρασης της δημοσιογράφου ήταν εξαιρετικά οξύς, με τη χρήση χαρακτηρισμών όπως «επίορκος» και «καραγκιόζης». Αρχικά, η δημοσιογράφος κατηγορήθηκε για συκοφαντική δυσφήμηση, ωστόσο στη συνέχεια η κατηγορία μετατράπηκε σε εξύβριση και της επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης ενός έτους με αναστολή.

Το Δικαστήριο του Στρασβούργου έκρινε ότι δεν υπήρχε εύλογη σχέση αναλογικότητας ανάμεσα στον επιδιωκόμενο σκοπό και την επιβληθείσα κύρωση και, ως εκ τούτου, διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 10 της ΕΣΔΑ. Όπως υπογράμμισε ο κ. Κτιστάκις, η απόφαση Κατράμη δεν νομιμοποιεί την προσβολή των δικαστών, νομιμοποιεί όμως την αυστηρή και ακόμη και προκλητική κριτική, υπό την προϋπόθεση ότι αυτή βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα και ότι η αντίδραση της έννομης τάξης δεν υπερβαίνει το αναγκαίο μέτρο.

Ιωάννα Κλάπα-Χριστοδουλέα, επίτ. Πρόεδρος του Αρείου Πάγου
“Ορισμένοι για τους δικούς τους λόγους και προς εξυπηρέτηση εξωθεσμικών συμφερόντων και προσωπικών φιλοδοξιών, εκμεταλλεύονται το θυμικό των πολιτών, τον πόνο και την αγωνία τους, και επιχειρούν οργανωμένα και με κάθε τρόπο να διασύρουν τον θεσμό της Δικαιοσύνης, παραποιώντας και διαστρεβλώνοντας σκοπίμως πραγματικά γεγονότα, εκφρασμένες θέσεις και, πολύ περισσότερο, δικαστικές ενέργειες, μέσω εύπεπτων ψευδών αφηγήσεων.”

Με μία αιχμηρή παρέμβαση για τη σχέση Δικαιοσύνης, δημόσιου λόγου και λαϊκισμού, η Ιωάννα Κλάπα-Χριστοδουλέα, επίτιμη Πρόεδρος του Αρείου Πάγου, τοποθετήθηκε για τα όρια της ελευθερίας του λόγου των δικαστών και των επικριτών τους, φωτίζοντας τις πιέσεις που δέχεται σήμερα ο θεσμός της Δικαιοσύνης σε ένα περιβάλλον υπερπληροφόρησης, συνθηματολογίας και συνωμοσιολογικών αφηγήσεων.

Όπως ανέφερε, η Δικαιοσύνη αποτελεί την κοίτη του δημοκρατικού πολιτεύματος, ενώ το κράτος δικαίου συνιστά ένα διαρκές και σταθερό ζητούμενο κάθε πολιτισμένης κρατικής οντότητας. Οι Έλληνες δικαστικοί λειτουργοί, ως συντελεστές της τρίτης εξουσίας στο φιλελεύθερο και δημοκρατικό πολίτευμα, είναι και οφείλουν να είναι θεματοφύλακες της δημοκρατικής νομιμότητας, της πιστής εφαρμογής των νόμων και της απονομής ποιοτικής Δικαιοσύνης σε εύλογο χρόνο, καθήκον αδιαπραγμάτευτο απέναντι σε όλους ανεξαιρέτως.

Υπογράμμισε ότι οι δικαστικοί λειτουργοί οφείλουν να ενεργούν με επιμέλεια, αφοσίωση, αμεροληψία, θάρρος, ευπρέπεια και ψυχραιμία, αναγνωρίζοντας ταυτόχρονα ότι λάθη γίνονται και παθογένειες υπάρχουν. Για τον λόγο αυτό, τόνισε ότι η ουσιαστική και τεκμηριωμένη κριτική των δικαστικών αποφάσεων και ενεργειών —ακόμη και όταν είναι αυστηρή— όχι μόνο είναι απολύτως σεβαστή αλλά και επιβεβλημένη για την προαγωγή της νομικής επιστήμης και τη βελτίωση της απονομής της Δικαιοσύνης, υπό την προϋπόθεση ότι ασκείται χωρίς εμπάθεια, επιθετικότητα ή μισαλλοδοξία.

Η ίδια επισήμανε ότι αυτή ακριβώς είναι η ουσία της δημοκρατίας. Αντιδιαστέλλοντας τη σοβαρή και θεσμική κριτική, αναφέρθηκε στον επικοινωνιακό εντυπωσιασμό, τις διαρροές, τις φήμες και τον απλουστευτικό, συνθηματολογικό και εμπαθή λόγο, φαινόμενα χαρακτηριστικά της εποχής μας. Τα φαινόμενα αυτά, όπως ανέφερε, συνδέονται άρρηκτα με την «αποθέωση της πληροφορίας», μια νέα μορφή κυριαρχίας που συχνά εμφανίζεται ελκυστική, καθώς ενθαρρύνει την έκφραση απόψεων και προτιμήσεων μέσω αναρτήσεων που επιβραβεύονται με «likes». Το αποτέλεσμα, σύμφωνα με την κ. Κλάπα-Χριστοδουλέα, είναι μια φρενίτιδα πληροφορίας και επικοινωνίας, η οποία έχει πλέον καταστεί δύσκολο να ελεγχθεί.

Στο ίδιο πλαίσιο, επεσήμανε ότι οι πολίτες εκτίθενται σε μια επιταχυνόμενη ανταλλαγή πληροφοριών, αποκομμένη από τη νομική σκέψη και την τεκμηριωμένη κριτική, με την ίδια ευκολία και επιπολαιότητα που διακινούνται ειδήσεις τύπου «celebrity». Έτσι, οι ενέργειες των δικαστικών λειτουργών κατά την άσκηση των καθηκόντων τους αντιμετωπίζονται συχνά απλώς ως πληροφορία ως προς το αποτέλεσμά τους. Ο χρήστης του διαδικτύου, ο αναγνώστης ή ο ακροατής του συνθηματολογικού λόγου ενημερώνεται για το αποτέλεσμα μιας δικαστικής απόφασης ή ενέργειας, χωρίς να γνωρίζει το περιεχόμενό της ή τη νομική αναγκαιότητά της. Αγνοώντας το εύρος και το περιεχόμενο μιας δικογραφίας, διατυπώνει σύντομα σχόλια, τα οποία όσο πιο ακραία και «ελκυστικά» εμφανίζονται, τόσο ευκολότερα διαδίδονται.

Η επίτιμη Πρόεδρος του Αρείου Πάγου στάθηκε εκτενώς και στο φαινόμενο του λαϊκισμού, επισημαίνοντας ότι, τόσο στην Ελλάδα όσο και ευρύτερα, βρίσκει πρόσφορο έδαφος και διαδίδεται με ιδιαίτερη ένταση μέσω του διαδικτύου, των ιστολογίων αλλά και των μέσων μαζικής ενημέρωσης, τα οποία συχνά υποκύπτουν στον πειρασμό της θεαματικότητας. Όπως ανέφερε, ο λαϊκισμός αντλεί τη δύναμή του από τον φόβο, τον θυμό, τη φαντασιακή απειλή και τις συνωμοσιολογικές αντιλήψεις, ως στοιχεία μιας συναισθηματικής πρόσληψης της πραγματικότητας.

Με την απλουστευτική απόδοση όλων των δεινών στη δράση ενός υποτιθέμενου «αόρατου νου» που κινεί τα νήματα από τα παρασκήνια, η συνωμοσιολογική πρακτική, κατά την ίδια, δεν οδηγεί παρά σε μια διαρκή αιχμαλωσία της κριτικής σκέψης, σε ένα παρανοϊκό καθεστώς γενικευμένης υποψίας απέναντι στα πάντα.

Η λαϊκίστικη σκέψη και πρακτική, συνέχισε, τροφοδοτεί τη δυσπιστία προς το δικαστικό σύστημα, παρουσιάζοντάς το ως μέρος μιας ελίτ που αντιστρατεύεται τη βούληση του λαού. Εμφανίζεται ότι ενισχύει τη δημοκρατία και ότι μάχεται υπέρ των απλών πολιτών, στην πράξη όμως υπονομεύει τους θεσμούς που στηρίζουν μια δημοκρατική κοινωνία. Όπως σημείωσε, δεν είναι λίγοι εκείνοι που, για λόγους εξωθεσμικών συμφερόντων και προσωπικών φιλοδοξιών, εκμεταλλεύονται το θυμικό των πολιτών, τον πόνο και την αγωνία τους, επιχειρώντας οργανωμένα να διασύρουν τον θεσμό της Δικαιοσύνης, παραποιώντας και διαστρεβλώνοντας πραγματικά γεγονότα, εκφρασμένες θέσεις και, κυρίως, δικαστικές ενέργειες μέσω εύπεπτων ψευδών αφηγήσεων.

Παράλληλα, υπογράμμισε ότι η ιστορική εμπειρία διδάσκει πως η προσπάθεια προσαρμογής της ερμηνείας και της εφαρμογής των νόμων στο λεγόμενο «περί δικαίου αίσθημα του λαού», στην ακραία της μορφή, είναι επικίνδυνη, καθώς μπορεί να οδηγήσει στην κατάλυση του δικαίου και στην επικράτηση του αδίκου, μετατρέποντας το ποινικό δίκαιο σε θεραπαινίδα της τυραννίας.

Κλείνοντας, η Ιωάννα Κλάπα-Χριστοδουλέα αναφέρθηκε στην υποχρέωση των δικαστικών λειτουργών να διατηρούν θεσμική και υπεύθυνη επικοινωνία με την κοινωνία. Όπως τόνισε, μέσω των αρμόδιων θεσμικών προσώπων —του Προέδρου και του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με τις αποφάσεις της Ολομέλειας για τους εκπροσώπους Τύπου— οι δικαστικοί λειτουργοί οφείλουν να επιδεικνύουν λελογισμένη εξωστρέφεια, να παρέχουν ορθή και υπεύθυνη ενημέρωση για το έργο τους και να απαντούν θεσμικά στους επικριτές τους. Με τον τρόπο αυτό, διατηρούν ουσιαστική επαφή με την κοινωνία, υπό τους αυτονόητους περιορισμούς που επιβάλλει η ιδιαιτερότητα του δικαστικού λειτουργήματος.

Δημήτριος Σκαλτσούνης, επίτ. Πρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας
“Θα ήθελα να συγκρατήσουμε κάτι αυτονόητο: πόσο σημαντική είναι για το κράτος δικαίου η οριοθέτηση της ελευθερίας του λόγου τόσο των δικαστών όσο και των επικριτών τους, αλλά και πόσο δύσκολη αποδεικνύεται συχνά η οριοθέτηση αυτή στην πράξη.”

Το ερώτημα δεν είναι αν ο δικαστής μιλά, αλλά με ποια ιδιότητα και υπό ποιους κανόνες. Από αυτή την αφετηρία ξεκίνησε την τοποθέτησή του ο Δημήτριος Σκαλτσούνης, επίτιμος Πρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας, επιχειρώντας να αποσαφηνίσει τις διαβαθμίσεις του δικαστικού λόγου και τα όρια που θέτει σε αυτόν το σύγχρονο θεσμικό και δεοντολογικό πλαίσιο.

Όπως ανέφερε, ο λόγος του δικαστή μπορεί να είναι είτε επίσημος είτε ανεπίσημος. Ο επίσημος λόγος διακρίνεται, αφενός, στον ένδικο λόγο, δηλαδή σε εκείνον που εκφέρεται κατά την άσκηση της δικαιοδοτικής αρμοδιότητας, και, αφετέρου, σε λοιπές μορφές επίσημης έκφρασης, όπως είναι οι δημόσιες τοποθετήσεις ή οι ανακοινώσεις συνδικαλιστικών οργάνων. Ο ανεπίσημος λόγος, από την άλλη πλευρά, αφορά εκφράσεις που δεν εκφέρονται κατά την άσκηση αρμοδιότητας, αλλά με επίκληση της δικαστικής ιδιότητας, όπως η αρθρογραφία στον Τύπο ή στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, καθώς και ο αμιγώς ιδιωτικός λόγος.

Τα όρια όλων αυτών των μορφών λόγου, τόνισε, χαράσσονται από ένα πλέγμα κανόνων εσωτερικού και διεθνούς δικαίου, τόσο σκληρού όσο και ήπιου. Σε αυτούς περιλαμβάνονται, ενδεικτικά, το Σύνταγμα, η ΕΣΔΑ, ο Ποινικός Κώδικας, ο Κώδικας Δικαστικών Λειτουργών, οι χάρτες δεοντολογίας, αλλά και άγραφοι κώδικες συμπεριφοράς, στον βαθμό που και αυτοί παρουσιάζουν επαρκή σαφήνεια.

Στο πλαίσιο αυτό, ο κ. Σκαλτσούνης επανέφερε την παραδοσιακή ρήση ότι ο δικαστής «ομιλεί μόνο μέσω των αποφάσεών του», επισημαίνοντας ότι, παρά το γεγονός ότι στις μέρες μας έχει χάσει μέρος από την καθολική της ισχύ, εξακολουθεί να διατηρεί τη σημασία της. Η άσκηση των δικαιοδοτικών καθηκόντων συνιστά δημόσιο δικαστικό λόγο, πλην όμως αφορά την ερμηνεία και εφαρμογή κανόνων δικαίου και δεν θέτει, κατ’ αρχήν, ζήτημα ορίων της ελευθερίας του λόγου του δικαστή. Η πειθώ των δικαστικών αποφάσεων, υπογράμμισε, απορρέει πρωτίστως από την αιτιολογία τους.

Αναφερόμενος σε συγκριτικά παραδείγματα, μνημόνευσε την απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου της Φλόριντα το 2018, με την οποία κρίθηκε ότι μια «φιλία» στο Facebook μεταξύ δικαστή και δικηγόρου δεν συνιστά, από μόνη της, νομικά επαρκή λόγο εξαίρεσης του δικαστή. Το Δικαστήριο έκρινε ότι η διαδικτυακή φιλία δεν συνεπάγεται κατ’ ανάγκην στενή προσωπική σχέση και ότι ο «φίλος» στο Facebook δεν ταυτίζεται με τον φίλο με την παραδοσιακή έννοια του όρου. Παρά ταύτα, επισήμανε ότι οι δικαστές θα πρέπει να αποθαρρύνονται από το να αποδέχονται ή να ζητούν τέτοιου είδους διαδικτυακές «φιλίες» με δικηγόρους που δραστηριοποιούνται στις δικαιοδοσίες τους.

Στη συνέχεια, ο επίτιμος Πρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας προχώρησε στην εξαγωγή ορισμένων γενικότερων συμπερασμάτων. Πρώτον, όσο πιο απομακρυσμένη από τον πυρήνα άσκησης του δικαστικού λειτουργήματος είναι η δραστηριότητα του δικαστή, τόσο ευρύτερα διαγράφονται τα όρια της ελευθερίας του λόγου του. Στο σημείο αυτό, ανέδειξε τη χρησιμότητα της τυπολογίας των δικαστικών δράσεων, επισημαίνοντας, ενδεικτικά, ότι τα όρια ελευθερίας του δικαστή που γράφει λογοτεχνικό κείμενο είναι ευρύτερα από εκείνα του δικαστή που αρθρογραφεί επικαλούμενος τη δικαστική του ιδιότητα. Εξαίρεση αποτελεί, για προφανείς λόγους, η δραστηριότητα στο πλαίσιο των ενώσεων δικαστών, όπου η έκφραση γνώμης και κριτικής άποψης, μολονότι εγγύτερη στον πυρήνα του λειτουργήματος, απολαμβάνει ευρείας ελευθερίας και, σύμφωνα με τον Κώδικα Δικαστικών Λειτουργών, δεν συνιστά πειθαρχικό παράπτωμα.

Δεύτερον, η χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τον δικαστή συνιστά αναμφίβολα έκφανση του δικαιώματος στην ελευθερία της έκφρασης. Ωστόσο, όπως υπογράμμισε, απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή, λόγω της έλλειψης χρόνου περίσκεψης σε σύγκριση με τον παραδοσιακό γραπτό λόγο, της διαχρονικής διάρκειας των αναρτήσεων ακόμη και όταν διαγράφονται, αλλά και της δυνατότητας ταχύτατης διάδοσής τους σε ευρύ κύκλο προσώπων, ακόμη και όταν πρόκειται για αναρτήσεις σε ιδιωτικό προφίλ.

Τρίτον, επεσήμανε ότι τα νομοθετικά και κανονιστικά κείμενα, εσωτερικά και διεθνή, σκληρού και ήπιου δικαίου, καθώς και τα ψηφίσματα διεθνών ενώσεων και δικτύων που επιχειρούν να οριοθετήσουν την ελευθερία του λόγου των δικαστών, είναι πολυάριθμα, αλλά συχνά περιέχουν αόριστες έννοιες. Ιδίως τα κείμενα ήπιου δικαίου διατυπώνουν κατευθυντήριες γραμμές και όχι εξειδικευμένους κανόνες συμπεριφοράς συνδεδεμένους άμεσα με έννομες συνέπειες. Αυτό, κατά τον ίδιο, δημιουργεί σοβαρή δυσχέρεια στην υπαγωγή συγκεκριμένων δηλώσεων ή πράξεων δικαστών στα ισχύοντα κανονιστικά πλαίσια, ιδίως όταν αυτές κινούνται στη λεγόμενη «γκρίζα ζώνη», οδηγώντας σε μειωμένη προβλεψιμότητα ως προς τις ενδεχόμενες πειθαρχικές συνέπειες.

Ως βασικό οδηγό για την οριοθέτηση της ελευθερίας του λόγου και της συμπεριφοράς των δικαστών, ο κ. Σκαλτσούνης ανέδειξε την έννοια της αυτοσυγκράτησης, σύμφυτης με τη δικαστική ιδιότητα, στην οποία ο Χάρτης Δεοντολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας αφιερώνει ειδικό κεφάλαιο. Σύμφωνα με τον Χάρτη, ο δικαστικός λειτουργός αποφεύγει, κατ’ αρχήν, να απαντά ατομικά σε δημόσιες επιθέσεις ή σε κριτική που αφορά τις αποφάσεις του. Τον ρόλο αυτό μπορούν να αναλαμβάνουν τα αρμόδια όργανα του Δικαστηρίου ή οι δικαστικές ενώσεις, οι οποίες μπορούν να υποκαθιστούν τον δικαστή που δέχεται επίθεση μέσω δημόσιων δηλώσεων.

Ιδιαίτερη μνεία έκανε και στον θεσμό του Εκπροσώπου Τύπου, ο οποίος, όπως σημείωσε, έχει ενεργοποιηθεί με επιτυχία τα τελευταία χρόνια στο Συμβούλιο της Επικρατείας και στον Άρειο Πάγο. Πρόκειται για δικαστικό λειτουργό, κατά προτίμηση με σχετική εκπαίδευση, αρμόδιο να ενημερώνει το κοινό για το περιεχόμενο των αποφάσεων του Δικαστηρίου. Η επικοινωνιακή προσέγγιση, τόνισε, έχει κατ’ αρχήν πληροφοριακό χαρακτήρα και δεν αποσκοπεί στην επιχειρηματολογία υπέρ της ορθότητας των αποφάσεων, ώστε να αποφεύγεται η διεξαγωγή μιας άτυπης «δίκης» στον δημόσιο λόγο. Σε περιπτώσεις, ωστόσο, επιθέσεων κατά θεσμών ή προσώπων, είναι δυνατή μια πιο ενεργητική θεσμική αντίδραση.

Κλείνοντας, σημείωσε ότι στον νέο Κώδικα Δικαστικών Υπαλλήλων προβλέπεται η δημιουργία ειδικού κλάδου με αντικείμενο τη δικαστική επικοινωνία, ο οποίος όμως δεν έχει ακόμη ενεργοποιηθεί. Και κατέληξε υπογραμμίζοντας ένα αυτονόητο αλλά κρίσιμο συμπέρασμα: πόσο σημαντική είναι για το κράτος δικαίου η οριοθέτηση της ελευθερίας του λόγου τόσο των δικαστών όσο και των επικριτών τους και, ταυτόχρονα, πόσο δύσκολη αποδεικνύεται συχνά αυτή η οριοθέτηση στην πράξη.

Αλκμήνη Φωτιάδου, Διδάκτωρ Συνταγματικού Δικαίου, Δικηγόρος
“Δεν θα ήμουν συνεπής με τον εαυτό μου και τη συνταγματική μας μνήμη αν δεν ανακαλούσα τη γνωστή αντιπαράθεση του Σταύρου Τσακυράκη με την τότε Πρόεδρο του Αρείου Πάγου. Αυτό στοιχειώνει τη συνταγματική μας μνήμη στην ελευθερία του λόγου.”

Κλείνοντας τον κύκλο των παρεμβάσεων, η Αλκμήνη Φωτιάδου, διδάκτωρ Συνταγματικού Δικαίου και δικηγόρος, υπενθύμισε ένα βασικό αξίωμα της κλασικής θεωρίας της ελευθερίας της έκφρασης: το επιτρεπτό τρίπτυχο «σοκάρω, προσβάλλω, ενοχλώ». Θεωρητικά, όπως ανέφερε, αυτά είναι πράγματα που μπορεί κανείς να κάνει στο όνομα της ελευθερίας του λόγου. Η ελευθερία του λόγου, υπογράμμισε, προϋποθέτει διαρκείς σταθμίσεις με άλλες συνταγματικές αξίες. Ο ίδιος ο διάλογος, για να είναι ελεύθερος και ουσιαστικός, υπακούει αναγκαστικά σε κανόνες: από την πίεση του χρόνου έως τον σεβασμό των συνομιλητών. Ρυθμίζεται, επομένως, όχι μόνο από νομικούς κανόνες, αλλά και από κανόνες δεοντολογίας, ευγένειας και συνέπειας. Όλοι αυτοί οι περιορισμοί δεν συρρικνώνουν την έκφραση, αλλά λειτουργούν προς όφελος του ίδιου του διαλόγου.

Στη συνέχεια, η Αλκμήνη Φωτιάδου ανέδειξε τη σύνθετη φύση του θέματος της εκδήλωσης, μιλώντας για ένα πραγματικό «παζλ» υποκειμένων, αντικειμένων και τρόπων έκφρασης. Ποιος μιλά και πού; Πώς εκφράζεται ο δικαστής και πώς εκφράζονται εκείνοι που τον κρίνουν; Ποιο είναι το αντικείμενο της κριτικής – μια συγκεκριμένη δικαστική απόφαση, ο ίδιος ο δικαστής ή η απονομή της Δικαιοσύνης συνολικά; Και πόσο αλληλένδετα είναι όλα αυτά μεταξύ τους;

Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στο ερώτημα «ποιοι είναι οι κριτές». Οι δικηγόροι, εντός και εκτός της αίθουσας του δικαστηρίου; Οι νομικοί γενικότερα; Οι θεωρητικοί του δικαίου και τα μέλη ΔΕΠ, των οποίων το επιστημονικό κύρος συνεπάγεται και αυξημένες ευθύνες; Οι δημοσιογράφοι; Οι πολίτες; Όπως τόνισε, οι διαφορετικές ιδιότητες οδηγούν αναπόφευκτα σε διαφορετική οριοθέτηση της ελευθερίας της έκφρασης και σε διαφορετικές σταθμίσεις.

Το ζήτημα, όπως επισήμανε, περιπλέκεται ακόμη περισσότερο αν ληφθεί υπόψη το γενικό πλαίσιο: ένα κράτος δικαίου που βιώνει κρίση εμπιστοσύνης προς τη Δικαιοσύνη και τους θεσμούς. Σε αυτό το περιβάλλον, καθοριστικό ρόλο παίζει και το μέσο έκφρασης. Άλλο βάρος και άλλο ύφος έχει ο λόγος στα νομικά περιοδικά ή στα επιστημονικά συνέδρια, άλλο στα μέσα μαζικής ενημέρωσης και άλλο στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Και ακόμη και μέσα στα κοινωνικά δίκτυα, το ερώτημα παραμένει: ποια ακριβώς πλατφόρμα και με ποια δυναμική;

Κατά την ομιλήτρια, η δυσκολία εντείνεται από το γεγονός ότι στον δημόσιο διάλογο συμμετέχουν συνομιλητές με άνισες δεοντολογικές δεσμεύσεις. Πώς μπορεί να διεξαχθεί ένας δίκαιος διάλογος όταν κάποιοι δεσμεύονται πολύ περισσότερο από άλλους; Υπάρχουν μηχανισμοί εξισορρόπησης; Και τελικά, τι υπηρετεί καλύτερα την ουσιαστική ενημέρωση γύρω από τη Δικαιοσύνη: η αυστηρά τεχνική γλώσσα, η εκλαΐκευση, ο αυτοπεριορισμός ακαδημαϊκών και δικαστών, ο έντονος δημόσιος διάλογος ή οι κανόνες ευπρέπειας;

Έθεσε, επίσης, το ζήτημα της φύσης της υπόθεσης. Σε ένα σύστημα διάχυτου ελέγχου συνταγματικότητας, μια υπόθεση με έντονο συνταγματικό διακύβευμα δημιουργεί εντελώς διαφορετικές προϋποθέσεις δημόσιου διαλόγου από μια ποινική δίκη, όπου δεσπόζει το τεκμήριο αθωότητας και η κρίση του δικαστηρίου βασίζεται σε ιδιαίτερα τεχνική αξιολόγηση της δικογραφίας.

Αναφέρθηκε, ακόμη, στον τρόπο με τον οποίο η νομολογία αντιμετωπίζει το διαδίκτυο και ειδικά τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, αναγνωρίζοντας τη διαφορετική δυναμική και την εν δυνάμει επικινδυνότητά τους, αλλά –όπως τόνισε– χωρίς πανικό και με ψυχραιμία.

Ως θεωρητικός της ελευθερίας της έκφρασης, η Αλκμήνη Φωτιάδου δεν απέφυγε να διατυπώσει τις επιφυλάξεις της για τους κώδικες δεοντολογίας και τους χάρτες που ρυθμίζουν την έκφραση των δικαστών. Κατά την άποψή της, τα κείμενα αυτά συχνά είναι υπερβολικά περιοριστικά, ιδίως ως προς την προσωπική ζωή και την έκφραση. Έννοιες όπως «εντιμότητα», «αξιοπρέπεια» ή «συμπεριφορά που ενισχύει την εμπιστοσύνη στον θεσμό» παραμένουν ασαφείς. Τι ακριβώς περιλαμβάνουν; Και ποια προσωπική ή οικογενειακή ζωή ενισχύει ή δεν ενισχύει αυτή την εμπιστοσύνη;

Ιδιαίτερη κριτική άσκησε στην έννοια της αυτοσυγκράτησης, όπως αυτή παρουσιάζεται συχνά όχι ως δικαίωμα αλλά ως περιορισμός. Εδώ, όπως είπε, διακρίνει μια αναστροφή: ενώ συζητάμε για την ελευθερία της έκφρασης του δικαστή, τα σχετικά κεφάλαια τιτλοφορούνται με όρους «περιορισμών».

Κατά την ομιλήτρια, ο δικαστής καλείται τελικά να υπακούει, τόσο στη δημόσια όσο και στην ιδιωτική του ζωή, σε ένα φαντασιακό πρότυπο διαρκούς σοβαρότητας, την ώρα που άλλοι δημόσιοι λόγοι –πολιτικοί, δημοσιογραφικοί ή ακόμη και ακαδημαϊκοί– απολαμβάνουν πολύ μεγαλύτερη ελευθερία κινήσεων.

Δεν παρέλειψε να ανακαλέσει στη «συνταγματική μας μνήμη» τη γνωστή αντιπαράθεση του Σταύρου Τσακυράκη με την τότε Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, μια υπόθεση που, όπως τόνισε, εξακολουθεί να στοιχειώνει τη συζήτηση για τα όρια της ελευθερίας του λόγου στη χώρα μας.

Κλείνοντας, έθεσε το κεντρικό ερώτημα που, κατά τη γνώμη της, διατρέχει όλη τη συζήτηση: πώς προσαρμόζουμε τον τρόπο έκφρασής μας σε μια περίοδο κρίσης εμπιστοσύνης προς τη Δικαιοσύνη; Μας οδηγεί αυτό στην αυτοσυγκράτηση και τον αυτοπεριορισμό ή, αντίθετα, σε μια πιο ισχυρή, καθαρή και δομημένη κριτική; Και τι είναι τελικά αυτό που στηρίζει περισσότερο τη Δικαιοσύνη και το κράτος δικαίου;

Η ίδια επέλεξε να κλείσει με μια εμβληματική φράση, που, όπως είπε, παραμένει απολύτως επίκαιρη: ότι η εξουσία και η φήμη των δικαστηρίων δεν είναι τόσο εύθραυστες, ώστε οι αποφάσεις τους να χρειάζονται προστασία από την κριτική.

 

Πηγή: Αναδημοσίευση από “NB Daily”

 

Λιγότερη πολιτική, περισσότερο δίκαιο

Γιώργος Καραβοκύρης, Αναπληρωτής Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στη Νομική Σχολή ΑΠΘ

Το άρθρο 86 του Συντάγματος και η κατοχύρωση της ποινικής ευθύνης των υπουργών, με την έννοια μιας εξαιρετικής ρύθμισης, ανατρέχει στις ρίζες του βρετανικού κοινοβουλευτισμού και τον θεσμό του impeachment. Στη σύγχρονη συνταγματική παράδοση λειτουργεί εγγυητικά για το υπουργικό αξίωμα, με γνώμονα την προστασία και αποτροπή της εκνομίκευσης της πολιτικής ζωής. Ιστορικά και δογματικά, συνεπώς, η ποινική ευθύνη των υπουργών δεν μπορεί να ταυτιστεί με την καθαρά νομική ευθύνη, λόγω της ιδιαίτερης, πολιτικής ιδιότητας και των καθηκόντων του προσώπου. Γι’ αυτό και σε πολλές έννομες τάξεις επιβιώνει η ειδική αυτή διαδικασία και ειδικότερα η παρεμβολή της Βουλής σε κάποιο από τα στάδιά της (π.χ. στην άσκηση της δίωξης, όπως στην Ελλάδα, ή στη σύνθεση του αρμόδιου Δικαστηρίου, όπως στη Γαλλία).

Ταυτόχρονα, όμως, η συγκριτική έρευνα φανερώνει μια τάση «αποπολιτικοποίησης» της διαδικασίας και του περιορισμού, αν όχι του πλήρους παραμερισμού της Βουλής (π.χ. στη Γερμανία ή στην Ιταλία). Κι αυτό γιατί σε ένα Κράτος Δικαίου η πολιτική υποτάσσεται στο δίκαιο και η αναγωγή στον αμερόληπτο και ανεξάρτητο δικαστή αρκεί για να καταργηθούν τα δικονομικά της προνόμια. Στην κατεύθυνση αυτή κινείται και η νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου για τις βουλευτικές ασυλίες, η οποία επέδρασε καθοριστικά στην αναθεώρηση του άρθρου 62 Σ., αλλά και για την ποινική ευθύνη των υπουργών, ιδίως με τη στενή ερμηνεία των αδικημάτων που συνδέονται με τα υπουργικά καθήκοντα (υπόθεση Μπακογιάννη). Εξάλλου, το αίτημα της λογοδοσίας των πολιτικών προσώπων έχει αναδειχθεί σε κρίσιμη ηθική παράμετρο για να ενισχυθεί η εμπιστοσύνη των πολιτών στη δημοκρατία.

Το άρθρο 86 έχει ήδη αναθεωρηθεί δύο φορές (2001, 2019). Ωστόσο, διόλου τυχαία, πάλι τίθεται το ζήτημα μιας ακόμη αναθεώρησής του, σαν η διάταξη να τρέχει ασθμαίνοντας πίσω από τα γεγονότα. Η μεταπολιτευτική εμπειρία της εφαρμογής του, πέρα από τις ερμηνευτικές ασάφειες και αντιφάσεις, όπως το ζήτημα του προσδιορισμού των «υπουργικών» αδικημάτων, τη σχέση του Συντάγματος με τον εκτελεστικό νόμο ή την εργαλειακή «σύντμησή» του (περίπτωση Τριαντόπουλου), έχει συνολικά καταδείξει ένα μείζον ελάττωμα στη μηχανική του: ότι δεν ταιριάζει στη Βουλή ο ρόλος του «ποινικού δικαστή». Η λειτουργία και – καθόλου αμελητέο – η εικόνα των ειδικών κοινοβουλευτικών επιτροπών, που διενεργούν την προκαταρκτική εξέταση (όπως και των εξεταστικών επιτροπών) ουδόλως παραπέμπει σε μια ορθολογική, νομική διερεύνηση τυχόν ποινικών ευθυνών. Αντιθέτως, πρόκειται για τη θεατρική αναπαράσταση – με πλειοψηφικούς πάντα όρους – μιας σκληρής πολιτικής σύγκρουσης, που μάλλον απονομιμοποιεί παρά εμπεδώνει τη διαδικασία. Η διαφύλαξη της αυτονομίας και της αξίας του πολιτικού, που ενυπάρχει στη ratio του άρθρου 86 Σ., υπονομεύεται ανοικτά από τη διάχυτη και εύλογη εντύπωση ότι η απόδοση των ποινικών ευθυνών δεν συναρτάται με τη νομική ορθότητα, αλλά με τη σκοπιμότητα ή και τον κυνισμό της πολιτικής δύναμης.

Ο αναθεωρητικός νομοθέτης οφείλει να αφουγκράζεται το μήνυμα των καιρών, αλλά και να συλλαμβάνει την ουσία των ρυθμίσεων, να συνδυάζει την εμπειρία και την ιστορία. Η αρμοδιότητα της διενέργειας της προκαταρκτικής εξέτασης, καθώς και η κίνηση της ποινικής δίωξης, πρέπει να αφαιρεθεί από τη Βουλή και να ανατεθεί στη δικαστική εξουσία. Στη Βουλή θα μπορούσε, για λόγους δικαιοπολιτικής ισορροπίας, να παραμείνει η τελική άδεια για την άσκηση της δίωξης και την παραπομπή της υπόθεσης στο Δικαστικό Συμβούλιο και ακολούθως στο Ειδικό Δικαστήριο. Πίσω από τις γραμμές του άρθρου 86 του Συντάγματος δεν κρύβεται ένα υπαρξιακό στοίχημα για το μέλλον της δημοκρατίας μας, αλλά μια ηθική πρόκληση για την ακεραιότητά της απέναντι στο εκλογικό σώμα.

 

*Δημοσιεύθηκε στο Βήμα της Κυριακής 18 Ιανουαρίου 2026

Προκόπιος Παυλόπουλος: Συνέντευξη στο Meganews για Διεθνές Δίκαιο, Ευρωπαϊκό Δίκαιο, Ελληνοτουρκικές Σχέσεις, Αναθεώρηση του Συντάγματος

Ο πρώην Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Ακαδημαϊκός και Επίτιμος Καθηγητής της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών κ. Προκόπιος Παυλόπουλος παραχώρησε συνέντευξη στο Meganews (αναμετάδοση από το ONE Channel) και στην δημοσιογράφο κα Βούλα Κεχαγιά. Οι απαντήσεις του κινήθηκαν στο πλαίσιο των εξής πάγιων θέσεών του:

 

Ι. Η δεύτερη νίκη του Ντόναλντ Τραμπ στις ΗΠΑ και η «Νέα Τάξη Πραγμάτων» σε πλανητικό επίπεδο

Αποτελεί γεγονός αναμφισβήτητο ότι η δεύτερη εκλογή του Ντόναλντ Τραμπ στις ΗΠΑ -η οποία σαφώς «αιφνιδίασε» την Ευρωπαϊκή Ένωση ενώ ήταν μάλλον αναμενόμενη, γεγονός που δείχνει και τα μεγάλα πολιτικά ελλείμματα των ευρωπαίων ηγετών σήμερα- έχει επιφέρει συνταρακτικές γεωπολιτικές και γεωστρατηγικές, και όχι μόνο, αλλαγές παγκοσμίων διαστάσεων. Αλλαγές, οι οποίες είναι ανάγκη να μελετηθούν και να αναλυθούν με ακρίβεια αλλά και με την δέουσα προβολή στο μέλλον ως προς τις εν γένει επιπτώσεις τους.  Ιδίως η Ευρωπαϊκή Ένωση, εάν βεβαίως έχει στοιχειώδη επίγνωση των κινδύνων που ελλοχεύουν για την Ευρωπαϊκή Ενοποίηση και για την Ευρωπαϊκή Ολοκλήρωση, οφείλει να εξαγάγει τα καίρια συμπεράσματα ως προς το τι πρέπει να πράξει στο άμεσο μέλλον.  Τέλος, σε ό,τι αφορά την Ελλάδα και την Κύπρο  -δηλαδή τον Ελληνισμό στο σύνολό του-  και με κύριο γνώμονα το πώς πρέπει να αποτρέψουμε και να εξουδετερώσουμε αποτελεσματικά την κατάδηλη και αδίστακτη τουρκική απειλή είναι, αυτονοήτως, η ώρα της πλήρους ενσυναίσθησης του Εθνικού Χρέους μας ιδίως για την υπεράσπιση της Εδαφικής Ακεραιότητάς μας και της Εθνικής Κυριαρχίας μας, με την εντεύθεν επιπλέον θωράκιση όλων των Κυριαρχικών Δικαιωμάτων μας.

Α. Η «Νέα Τάξη Πραγμάτων» -που ο Αντιπρόεδρος των ΗΠΑ Τζέι Ντι Βανς περιέγραψε στην Διάσκεψη Ασφαλείας  του Μονάχου στις 14.2.2025 με την κυνική, έως γραφική, φράση «ήρθε νέος σερίφης στην πόλη»– οφείλεται σε αυτό το οποίο θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε «δόγμα Τραμπ». Ένα «δόγμα» που συνίσταται, κατά βάση, στο ότι η πλανητική επικράτηση των ΗΠΑ δεν μπορεί να επιτευχθεί υπό αμιγώς γεωπολιτικούς και γεωστρατηγικούς, αλλά πολύ περισσότερο υπό οικονομικούς όρους.  Διότι η οικονομική «επικυριαρχία» είναι εκείνη η οποία εδραιώνει ασφαλώς την γενικότερη πλανητική υπεροχή, υφ’ όλες της τις εκφάνσεις.  Πρόκειται, καταφανώς, για την «αποθέωση» του σύγχρονου «οικονομισμού» παγκοσμίως, με ό,τι αυτό συνεπάγεται.  Ειδικότερα:

Β. Προ Τραμπ, οι ΗΠΑ ως πλανητική υπερδύναμη επιδίωκαν την πλανητική τους επικράτηση υπό όρους σχεδόν αμιγώς γεωπολιτικούς και γεωστρατηγικούς, εντάσσοντας τις οικονομικές τους βλέψεις μέσα σε αυτό το πλαίσιο.  Και συγκεκριμένα, επηρεασμένες ακόμη από τα κατάλοιπα της εποχής του Ψυχρού Πολέμου και του τότε διόλου αμελητέου γεωστρατηγικού «όγκου» της ΕΣΣΔ, θεωρούσαν ως κύριο αντίπαλο την Ρωσία.  Γι’ αυτό, και στην βάση της από τις αρχές του 20ού αιώνα θεωρίας του John Mackinter  – στην μελέτη του «The geographical pivot of history» («Ο γεωγραφικός άξονας της ιστορίας»), Geographical Journal, 1904, 23, p. 421-437 – ότι «Κυρίαρχος του Πλανήτη»  είναι αυτός που ελέγχει την «Καρδιά της Γης»,  περίπου την έκταση της τότε ΕΣΣΔ, απέρριπταν και απέτρεπαν κάθε προσέγγιση της Ρωσίας με το ΝΑΤΟ και με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Εξ ου και με αιχμή του δόρατος το ΝΑΤΟ προσέβλεπαν σε μια «λελογισμένως»  ισχυρή Ευρωπαϊκή Ένωση ως σύμμαχο εναντίον της Ρωσίας, ενώ κατά καιρούς επιχειρούσαν να αναπτύξουν καλές σχέσεις και με την Κίνα, ήδη από την εποχή των Νίξον – Κίσινγκερ.

Γ. Μετά την δεύτερη εκλογή του Ντόναλντ Τραμπ η μεγάλη αλλαγή έγκειται στο ότι οι ΗΠΑ επιδιώκουν πλέον την πλανητική επικράτηση όχι τόσο με γεωπολιτικούς και γεωστρατηγικούς όρους, αλλά πολύ περισσότερο με σχεδόν αμιγώς οικονομικούς όρους. Και αυτό, διότι κατά τον Ντόναλντ Τραμπ η οικονομική «επικυριαρχία» είναι εκείνη που διασφαλίζει την πλανητική υπεροχή των ΗΠΑ.  Είναι η «αποθέωση» της λογικής του σύγχρονου «οικονομισμού», μέσω της «επικυριαρχίας» του «οικονομικού» επί του «θεσμικού».  Υπ’ αυτό το πρίσμα ο κύριος αντίπαλος στον δρόμο προς την πλανητική επικράτηση των ΗΠΑ δεν είναι η Ρωσία αλλά η Κίνα, ως ραγδαίως ανερχόμενη δύναμη οικονομικώς και τεχνολογικώς.  Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο ο Ντόναλντ Τραμπ δεν φαίνεται να υπολογίζει την Ευρωπαϊκή Ένωση, η οποία ούτως ή άλλως είναι πια πολλαπλώς αδύναμη, και κυρίως οικονομικώς και στρατιωτικώς.  Ενώ δεν θεωρεί πλέον την Ρωσία ως επικίνδυνο αντίπαλο,  ιδίως λόγω της γεωπολιτικής και οικονομικής αποδυνάμωσής της υπό συνθήκες που είναι άκρως δυσχερές να ανατραπούν.  Τούτο  εξηγεί περαιτέρω και το γιατί ο Ντόναλντ Τραμπ δεν θεωρεί ότι το «πολυέξοδο» ΝΑΤΟ, με τον νέο ευρύτερο ρόλο του, είναι χρήσιμο και κρίσιμο για τις ΗΠΑ.  Παραλλήλως και αναλόγως, βιάζεται να κλείσει τα πολεμικά μέτωπα αφενός στην ευρύτερη Ευρώπη -και για την ακρίβεια  στην Ουκρανία- μάλιστα δε με τρόπο που ευνοεί καταφανέστατα οικονομικώς τις ΗΠΑ.  Και, αφετέρου, στην Μέση Ανατολή, αφήνοντας εκεί μεγάλο πεδίο δράσης πρωτίστως στο Ισραήλ, και εν μέρει στην Τουρκία, κρίνοντας ότι και οι δύο αυτές Χώρες τελούν πλέον και δη μακροπροθέσμως, υπό τον έλεγχο των ΗΠΑ.  Με τον τρόπο αυτό πιστεύει ότι σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα οι ΗΠΑ θα έχουν όλες τους τις δυνάμεις, και κατά κύριο λόγο τις οικονομικές, διαθέσιμες αποκλειστικώς εναντίον της Κίνας. Έτσι ώστε να ανακοπεί, χωρίς δυνατότητα αναστροφής, η πορεία της Κίνας προς την παγκόσμια οικονομική κορυφή, κάτι το οποίο σήμερα διαφαίνεται ως πολύ πιθανό. Προς την ίδια, τηρουμένων των αναγκαίων αναλογιών, κατεύθυνση πρέπει να κριθούν και οι πρόσφατες κινήσεις του Αμερικανού Προέδρου τόσον έναντι  της Βενεζουέλας όσο και έναντι της Γροιλανδίας.

Δ. Ας σημειωθεί, επιπροσθέτως, ότι η όλη αυτή πολιτική του Ντόναλντ Τραμπ προϋποθέτει έναν «παντοδύναμο» Πρόεδρο των ΗΠΑ -άρα μια πανίσχυρη Εκτελεστική Εξουσία- ο οποίος μπορεί να ελέγχει, σε μεγάλη έκταση, την Νομοθετική Εξουσία (Κογκρέσο, ήτοι Γερουσία και Βουλή των Αντιπροσώπων) και την Δικαστική Εξουσία (ήτοι κατά βάση το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ).  Τούτο συνεπάγεται, οπωσδήποτε, και μιαν επικίνδυνη αποδυνάμωση των θεσμικών εγγυήσεων της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας στις ΗΠΑ, λόγω της νομοτελειακής αντίστοιχης αποδυνάμωσης  των «θεσμικών αντιβάρων» που συνιστούν την «κορωνίδα» της Αμερικανικής Δημοκρατίας από την σύστασή της,  αλλά και ένα παράδειγμα προς μίμηση διεθνώς.  Ας μην υποτιμούμε και το ότι τίποτε δεν είναι δυνατό να προδικάσει πως αυτή η αποδυνάμωση των «θεσμικών αντιβάρων» μπορεί να παγιωθεί και να συνεχισθεί στις ΗΠΑ μελλοντικώς και να καταστεί «ενδημικό», αρνητικό για τους δημοκρατικούς θεσμούς, φαινόμενο σε αυτή την παγκοσμίως ηγέτιδα Χώρα.  Με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την «εξαγωγή» της σε μονιμότερη βάση και προς άλλες χώρες της Δύσης και κυρίως της Ευρώπης.

ΙΙ.  Η παρακμιακή πορεία του Διεθνούς Δικαίου και της Κυριαρχίας: Στον αστερισμό της προ της Συνθήκης της Βεστφαλίας (1648) εποχής;

Εδώ και  πάνω από τρεις δεκαετίες, ιδίως όμως από την έναρξη του Πολέμου στην Ουκρανία στις 24.2.2022 και ύστερα -κατ’ εξοχήν δε αφότου εξελέγη, το 2024, για δεύτερη φορά Πρόεδρος των ΗΠΑ ο Ντόναλντ Τραμπ- πολλαπλές και πολυσήμαντες είναι οι πλανητικώς εκδηλούμενες «διοσημίες» που πιστοποιούν, με ολοένα και πιο  δυσοίωνα τεκμήρια, την παρακμιακή πορεία του Διεθνούς Δικαίου και της Κυριαρχίας, ως θεμελιώδους συστατικού στοιχείου του Έθνους-Κράτους: Οι πολεμικές συγκρούσεις διαδέχονται η μία την άλλη, ενώ για την αντιμετώπισή τους το Διεθνές Δίκαιο «σχολάζει» εμφατικώς, παραχωρώντας  μοιρολατρικώς την ισχύ του κανόνα δικαίου στην διάθεση της αυθαιρεσίας του ισχυρού και του δικαίου της ισχύος. Παραλλήλως, αλλά και συνεκδοχικώς, η έννοια της Κυριαρχίας, αυτού του πυλώνα της υπόστασης του Έθνους-Κράτους που υπό το καθεστώς της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας στήριξε, από τον 19ο αιώνα και μετέπειτα, το δημοκρατικό θεσμικό και πολιτικό οικοδόμημα τουλάχιστον στην Δύση, συρρικνώνεται δραματικά σαν άλλο «δέρμα της λύπης» μέσα από την επίδειξη δύναμης των πρωταγωνιστών της διεκδίκησης μίας οιονεί παγκόσμιας επικυριαρχίας. Η ως άνω εξέλιξη εμφανίζεται τόσο περισσότερο δυστοπική, όσο αυτός ο νεότευκτος «ιμπεριαλισμός» ερείδεται, σχεδόν αποκλειστικώς, επί αμιγώς οικονομικών στόχων και σκοπιμοτήτων, με κύρια επιδίωξη την παγκόσμια οικονομική «επικυριαρχία» στο πλαίσιο μίας Οικονομικής Παγκοσμιοποίησης η οποία δεν ανέχεται άλλους κανόνες δικαίου πλην εκείνων που η ίδια παράγει και επιβάλλει. Μήπως όμως έτσι –και, βεβαίως, τηρουμένων των ιστορικών αναλογιών, επέκεινα δε των στοιχειωδών προταγμάτων της αποδεκτής ιστορικής σύγκρισης- το συγκεκριμένο διεθνές πλαίσιο και σύστημα επιστρέφει, υπό όρους καταθλιπτικής νομοτέλειας, στην εποχή προ του 1648; Ήτοι στην εποχή προ της Συνθήκης Ειρήνης της Βεστφαλίας του 1648, η οποία  έθεσε τα θεμέλια του σύγχρονου Διεθνούς Δικαίου και της λεγόμενης «Βεστφαλιανής Κυριαρχίας», ως πρωταρχικού θεσμικοπολιτικού γνωρίσματος του αναδυθέντος εν συνεχεία Έθνους-Κράτους;

Α. Η Συνθήκη Ειρήνης της Βεστφαλίας του 1648 είναι το κανονιστικό αμάλγαμα τριών Συνθηκών, οι οποίες υπογράφηκαν μεταξύ Μαΐου και Οκτωβρίου του 1648 στις πόλεις της Βεστφαλίας Μύνστερ και Όσναμπρυκ, με την τελική μορφή της να θεσμοθετείται στην «Friedenssaal» του Όσναμπρυκ στις 24.10.1648 . Η Συνθήκη αυτή έβαλε τέλος στον Τριακονταετή Πόλεμο (1618-1648).   Ο Τριακονταετής Πόλεμος άρχισε με τις επιχειρήσεις στην Βοημία, όταν Προτεστάντες ηγέτες  εγκαθίδρυσαν προσωρινή κυβέρνηση με έδρα την Πράγα, αντιδρώντας στον αυταρχισμό του Αυτοκράτορα Φερδινάνδου Β΄, επικεφαλής της τότε Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας του Γερμανικού Έθνους. Επρόκειτο για εξέγερση των Προτεσταντών, οι οποίοι στράφηκαν τόσο εναντίον της  Δυναστείας των Αψβούργων (Habsburgs) όσο και εναντίον της Καθολικής Εκκλησίας, προσφέροντας το στέμμα της Βοημίας στον καλβινιστή εκλέκτορα του Παλατινάτου Φρειδερίκο, που το αποδέχθηκε το 1619, ως Φρειδερίκος Ε΄ (δυναστεία των Βίττελσμπαχ). Στον γενικευμένο πόλεμο που επακολούθησε συμμετείχαν στρατεύματα ιδίως από την Γαλλία, την Αγγλία, την Ισπανία, την Ολλανδία, την Δανία, την Σουηδία, την Πολωνία, την Βαυαρία, την Σαξονία και το Βρανδεμβούργο. Το 1640, όταν στο μεταξύ ο πόλεμος αυτός είχε οδηγήσει σε τεράστιες απώλειες ζωών αλλά και σε πρωτοφανείς καταστροφές, άρχισαν οι πρώτες συζητήσεις για ειρήνευση καθώς πολλά Κράτη της Ηπειρωτικής Ευρώπης έστειλαν 145 αντιπροσώπους στην Βεστφαλία, για ειρηνευτικές συζητήσεις αναφορικά με το τέλος των πολεμικών επιχειρήσεων και με το μέλλον της Ευρώπης.

Β. Όπως ήδη επισημάνθηκε, οι ειρηνευτικές συζητήσεις είχαν αίσια κατάληξη με την υπογραφή της Συνθήκης Ειρήνης της Βεστφαλίας στις 24.10.1648.  Η προμνημονευόμενη Συνθήκη οδήγησε σε σημαντικούς εδαφικούς συμβιβασμούς και σε αντίστοιχες εδαφικές αλλαγές, μέσα από την δημιουργία νέων Κρατών –π.χ. Ηνωμένες Ολλανδικές Επαρχίες, Ελβετική Συνομοσπονδία- μέσα από την  διατήρηση ήδη υφιστάμενων, όπως π.χ. της Γαλλίας και της Δανίας, αλλά και μέσα από την ενδυνάμωση της αυτονομίας των τότε Γερμανικών Κρατών. Η ίδια Συνθήκη οδήγησε ουσιαστικώς και στο τέλος του Ογδοηκονταετούς Πολέμου (1568-1648) μεταξύ της Ισπανίας και 17 επαρχιών των τότε Κάτω Χωρών. Αυτή η εδαφική κατανομή διήρκησε περίπου έως το 1789, δηλαδή έως την έκρηξη της Γαλλικής Επανάστασης.  Δύο υπήρξαν τα σημαντικότερα θεσμικοπολιτικά κεκτημένα της Συνθήκης Ειρήνης της Βεστφαλίας.

  1. Πρώτον, η «γέννηση» του Διεθνούς Δικαίου των διευρυμένων Διεθνών Συνθηκών και Συμβάσεων, με στόχο την ειρηνική συνύπαρξη Λαών και Κρατών προεχόντως δια της διασφάλισης της ισορροπίας δυνάμεων και της εντεύθεν ειρηνικής επίλυσης των διεθνών διαφορών, συνακόλουθα δε δια της πάνω σε αυτή την βάση ειρηνικής συνεργασίας και δημιουργίας. Υπ’ αυτή την έννοια, και πάντοτε τηρουμένων των ιστορικών αναλογιών, η Συνθήκη Ειρήνης της Βεστφαλίας υπήρξε ένα είδος προπομπού για τις Συνθήκες που οδήγησαν, κατά τον 20ο αιώνα, στην ίδρυση τόσο της Κοινωνίας των Εθνών, μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, όσο και του ΟΗΕ, μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, ως ένα δε βαθμό και στην ίδρυση των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων οι οποίες πήραν τελικώς την μορφή της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
  2. Δεύτερον, η διαμόρφωση της σύγχρονης έννοιας της Κυριαρχίας –εξ ου και ο όρος «Βεστφαλιανή Κυριαρχία»– ως θεσμικού και πολιτικού οιονεί υπαρξιακού στοιχείου του Έθνους-Κράτους. Το οποίο στην πορεία, με τα πρόσθετα θεσμικοπολιτικά χαρακτηριστικά της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας, εμπέδωσε το θεμέλιο και την βάση του εν γένει Δημοκρατικού Πολιτισμού στην Ευρώπη αλλά και ευρύτερα στην Δύση.

Γ.  Την αρχική ευφορία του τέλους του Ψυχρού Πολέμου με την  πτώση του Τείχους του Βερολίνου, το 1990, η οποία προοιωνιζόταν μία νέα εποχή οριστικής εδραίωσης των κατά τ’ ανωτέρω κεκτημένων του Διεθνούς Δικαίου και της Κυριαρχίας ως καταλυτών για την ειρηνική συνύπαρξη και δημιουργία Λαών και Κρατών παγκοσμίως, διαδέχθηκε σύντομα η καταθλιπτική μετάβαση σε μία νέα τάξη πραγμάτων. Η οποία έχει αρχίσει να θέτει στο περιθώριο τόσο την, ήδη βεβαίως προβληματική από καιρό, κανονιστική ισχύ του Διεθνούς Δικαίου όσο και την  εμβληματική αρχή του σεβασμού της Κυριαρχίας των Κρατών, την οποία ενισχύουν ευεργετικώς οι θεσμοί της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας και των  σύστοιχων θεσμικών  αντίβαρων της, δηλαδή των εγγυήσεων της Διάκρισης των Εξουσιών, του Κράτους Δικαίου και του  σεβασμού των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.  Απλή παρατήρηση του διεθνούς γίγνεσθαι αρκεί για να καταδείξει ότι, με καίρια την ευθύνη των πλανητικών δυνάμεων με επικεφαλής τις ΗΠΑ, οι εν γένει Διεθνείς Σχέσεις, από την κήρυξη ενός πολέμου έως τις διαδικασίες ειρήνευσης, κάθε άλλο παρά διέπονται από το Διεθνές Δίκαιο. Έτσι την ισχύ του Διεθνούς Δικαίου υποκαθιστά σταδιακώς το «δίκαιο» της ισχύος εκείνων που κυριαρχούν στην παγκόσμια σκηνή. Οι οποίοι μάλιστα καταφέρονται απροκαλύπτως εναντίον  του Διεθνούς Δικαίου με πρωτοφανή έπαρση, δίχως να  υπολογίζουν ότι  η στάση τους αυτή συνιστά δείγμα αυθαιρεσίας που δυναμιτίζει τις ίδιες τις ρίζες  του κοινού μας Πολιτισμού, ιδίως δε τις ρίζες του Ανθρωπισμού, της Δημοκρατίας και της Δικαιοσύνης, άρα και τις ανθρωπιστικές και δημοκρατικές ρίζες των Κρατών  των οποίων ηγούνται. Πέραν τούτου, οι πολεμικές συρράξεις διαδέχονται η μία την άλλη, σε βαθμό που αρχίζουν να παίρνουν τα χαρακτηριστικά μίας αδήριτης καθημερινότητας. Με βάση δε το γεγονός ότι τα κίνητρα των συρράξεων αυτών είναι προδήλως οικονομικά –με απώτερη στόχευση την κατάκτηση της οικονομικής επικυριαρχίας- τέτοιοι πόλεμοι έχουν πλέον όλα τα χαρακτηριστικά ενός Παγκόσμιου Οικονομικού Πολέμου. Πολέμου του οποίου τα συμπτώματα δεν έχουμε ακόμη αντιληφθεί ακριβώς γιατί είναι πρωτόγνωρα και, επομένως, οι επ’ αυτών πενιχρές εμπειρίες του παρελθόντος δεν μας βοηθούν να τα αποκρυπτογραφήσουμε.

Δ. Οι ίδιες ως άνω καταστάσεις εξηγούν πώς και γιατί η Κυριαρχία των Κρατών, της οποίας αναντικατάστατη θεσμική εγγύηση είναι το Διεθνές Δίκαιο, χάνει με γεωμετρική πρόοδο τα εγγενή χαρακτηριστικά της. Και έτσι οδηγεί τα Κράτη αυτά σε ένα καθεστώς δορυφόρων που απλώς καλούνται να επιλέξουν στο διεθνές στερέωμα τον «αστέρα» γύρω από τον οποίο θα περιστρέφονται. Μία τέτοια απώλεια των θεσμικών κυριαρχικών αρμών των ασθενέστερων Κρατών –άρα και των αρμών  της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας τους- επειδή  εξελίσσεται υπό την  «επικυριαρχία» του «οικονομικού» επί του «θεσμικού» όπως προεκτέθηκε, έχει ως συνέπεια όχι μόνο την διεθνή αλλά και την οικονομική τους περιθωριοποίηση. Αναποτρέπτως δε και την διαμόρφωση των διαρκώς διευρυνόμενων πολυδιάστατων ανισοτήτων μεταξύ των Κρατών, όπως άλλωστε απέδειξαν με τις μελέτες τους οι Ντ. Ατζέμογλου, Σ. Τζόνσον και Τζ. Ρόμπινσον, που το 2024 τιμήθηκαν γι’ αυτές με το Νόμπελ Οικονομίας.

Ε. Ειρωνεία της τύχης! Στις 3 και 4 Νοεμβρίου 2022, λόγω του ότι λίγους μήνες νωρίτερα είχε αρχίσει, με ήδη εμφανείς τις σκοτεινές προοπτικές του, ο πόλεμος στην Ουκρανία, οι ΥΠΕΞ της G7 –ΗΠΑ, Γερμανίας, Γαλλίας, Μ. Βρετανίας, Ιταλίας, Ιαπωνίας και Καναδά, με συμμετοχή και της Ευρωπαϊκής Ένωσης- συνήλθαν στο Μύνστερ της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας σε ένα είδος «Διάσκεψης Ειρήνης». Οι συνειρμοί για μία «νέα Συνθήκη Ειρήνης της Βεστφαλίας», με στόχο την θωράκιση της παγκόσμιας ειρήνης, ήταν κάτι παραπάνω από εμφανείς. Η παταγώδης αποτυχία της Διάσκεψης αυτής μάλλον ήχησε ως το  «κύκνειο άσμα» του σύγχρονου Διεθνούς Δικαίου. Περαιτέρω δε και ως το «κύκνειο άσμα»  αναφορικά με ό,τι έχει απομείνει από τα κεκτημένα της Συνθήκης Ειρήνης της Βεστφαλίας του 1648. Οπότε το μείζον διακύβευμα  της εποχής μας για την τύχη του Πλανήτη μας μάλλον πρέπει να συμπυκνωθεί στο ακόλουθο δίλλημα : Κατά κύριο λόγο εμείς, οι πολίτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και μέτοχοι του ιστορικού Πολιτισμού της, θα δεχθούμε, υπό την επικράτηση μίας μοιρολατρικής επιμηθεϊκής λογικής, να  γυρίσουμε πίσω στην προ του 1648 εποχή του αυταρχισμού και της πολεμικής αναρχίας; Ή θα υπερασπισθούμε, με ό,τι μέσα διαθέτουμε και με όποιο κόστος, την Ειρήνη, την Δημοκρατία και την Δικαιοσύνη, εν τέλει δε τον Άνθρωπο και τον Ανθρωπισμό;

ΙΙΙ.  Ο «αιφνιδιασμός» της αδύναμης Ευρωπαϊκής Ένωσης από την δεύτερη εκλογή του Ντόναλντ Τραμπ

Είναι βέβαιο ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση «αιφνιδιάστηκε» -και κακώς- και από την δεύτερη εκλογή του Ντόναλντ Τραμπ και από τα σχέδιά του, πιστεύοντας ότι ήταν προεκλογικές υπερβολές δίχως αξιόλογες προοπτικές εφαρμογής τους στην πράξη.

Α. Όμως όπως τονίσθηκε κακώς «αιφνιδιάστηκε», και διότι ήταν προβλέψιμη η εκλογή του Ντόναλντ Τραμπ και διότι η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν νομιμοποιείται, με βάση την Ιστορία της και τον Πολιτισμό της, να παριστάνει τον «κριτή» των ΗΠΑ προκειμένου να δικαιολογήσει τις ελλείψεις της.  Οφείλει πρωτίστως να κοιτάξει τα του οίκου της, ενθυμούμενη τα λόγια του Πάλμερστον, ως ΥΠΕΞ της Μεγάλης Βρετανίας, στην Βουλή των Κοινοτήτων, το 1850: Στις διεθνείς σχέσεις δεν υπάρχουν φιλίες αλλά συμφέροντα.   Κατά συνέπεια εκείνη ευθύνεται για το ότι οι ΗΠΑ του Ντόναλντ Τραμπ της φέρονται υποτιμητικά.  Και αυτό γιατί η Ευρωπαϊκή Ένωση σήμερα είναι περισσότερο «αδύναμη» από ποτέ, ήτοι αφότου δημιουργήθηκε ως ενιαία διεθνής οντότητα, το 1993, με την Συνθήκη του Μάαστριχτ και ως Ένωση των προϋφιστάμενων Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.

Β. Τούτο οφείλεται στο ότι οι βασικές αντηρίδες, πάνω στις οποίες θεμελιώθηκε και στηρίζεται η Ευρωπαϊκή Ένωση κατά την Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση και κατά την Συνθήκη Λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης,  δεν απέκτησαν τις απαιτούμενες ρίζες και δεν λειτουργούν αποτελεσματικώς, έτσι ώστε  να εγγυηθούν στην Ευρωπαϊκή Ένωση τον ανάλογο σεβασμό προς αυτή εκ μέρους των τρίτων.  Πριν απ’ όλα ο πυλώνας της ΚΕΠΠΑ δεν οργανώθηκε ποτέ στοιχειωδώς, δοθέντος ότι σήμερα δεν υπάρχει ούτε συγκροτημένη  Κοινή Εξωτερική Πολιτική ούτε πλήρως δομημένη  Πολιτική Ασφάλειας.  Επίσης, στο οικονομικό πεδίο η Ευρωπαϊκή Ένωση  είναι «ατελής».  Διότι υπάρχει μόνο μια στοιχειώδης «Νομισματική Ένωση» διά της Ευρωζώνης, όχι όμως και μια πραγματική «Οικονομική Ένωση». Μάλλον υπάρχουν τόσες οικονομικές πολιτικές όσα και τα Κράτη-Μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, γεγονός το οποίο καθιστά άκρως επισφαλές και το εύρος της νομισματικής εμβέλειας του Ευρώ στο πλαίσιο της Παγκόσμιας Οικονομίας.  Και αυτό είναι καταλυτικό για το σύνολο και την προοπτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης όπως έδειξε και η πρόσφατη έκθεση του Μάριο Ντράγκι.  Με απλές λέξεις, υπό τα δεδομένα αυτά η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν μπορεί να αποτελέσει πλανητική Οικονομική Δύναμη, ενώ η επενδυτική αξία του Ευρώ διεθνώς αποβαίνει εκ προοιμίου υπονομευμένη.

ΙV. Οι διαχρονικές αναθεωρητικές βλέψεις της Τουρκίας εις βάρος της Ελλάδας και του Ελληνισμού

Οι διαχρονικώς προκλητικώς αναθεωρητικές -και στρατηγικού χαρακτήρα γι’ αυτήν- βλέψεις της Τουρκίας έναντι της Ελλάδας και του Ελληνισμού, ιδίως στην εποχή του Ταγίπ Ερντογάν, οι οποίες αγνοούν εντελώς το Διεθνές Δίκαιο και το Ευρωπαϊκό Δίκαιο, είναι κατά βάση τρεις:

Α. Πρώτον, η εν τέλει περιέλευση της Κύπρου υπό τον πλήρη έλεγχό της. Γεγονός το οποίο αποδεικνύεται ευχερώς και εκ του ότι η Τουρκία δεν επιδιώκει ούτε αποδέχεται κατ’ ουσία λύση του Κυπριακού Ζητήματος με, έστω και στοιχειώδεις, όρους Διεθνούς Δικαίου και Ευρωπαϊκού Δικαίου, στοχεύοντας αρχικώς στην διχοτόμηση και στο απώτερο μέλλον στον εγκλωβισμό της Κύπρου υπό την  κυριαρχική της επιρροή.

Β. Δεύτερον, η οιονεί «διχοτόμηση» του Αιγαίου Πελάγους και η αντίστοιχη  ισομερής συνεκμετάλλευση επ’ αυτού, κατά κατάδηλη παραβίαση κάθε έννοιας των θεμελιωδών αρχών του Δικαίου της Θάλασσας του ΟΗΕ. «Διήκουσα γραμμή» ως προς τούτο είναι ο 25ος μεσημβρινός, υπό την έννοια ότι δι’ αυτού του τρόπου η Τουρκία «διεκδικεί» το 50% του Αιγαίου Πελάγους. Όταν σήμερα, πάντα κατά το Δίκαιο της Θάλασσας του ΟΗΕ, η εν προκειμένω επιρροή της εξαντλείται το πολύ στο 25%, ενώ το υπόλοιπο 75% αναλογεί στην Ελλάδα. Για παράδειγμα, και πάντα σύμφωνα με το Δίκαιο της Θάλασσας του ΟΗΕ, έχοντας ως σημείο αναφοράς την Αιγιαλίτιδα Ζώνη στο Αιγαίο Πέλαγος εκατέρωθεν υπό το προσωρινό καθεστώς  των 6 ν.μ., στην Ελλάδα αναλογεί το 43,5% και στην Τουρκία μόλις το 7,5%. Ενώ αν η Ελλάδα ασκήσει πλήρως το δικαίωμά της για επέκταση της Αιγιαλίτιδας Ζώνης στα 12 ν.μ. –φυσικά πάντοτε υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις του Διεθνούς Δικαίου της Θάλασσας του ΟΗΕ (κυρίως άρθρο 3)- στην Ελλάδα αναλογεί το 71,5% του Αιγαίου Πελάγους και στην Τουρκία μόλις το 8,7%. Τούτο και μόνον εξηγεί την αδιανόητη, από πλευράς Διεθνούς Δικαίου και Ευρωπαϊκού Δικαίου, προβολή εκ μέρους της Τουρκίας του casus belli του 1995, χρονιάς που άρχισε να ισχύει το Διεθνές Δίκαιο  της Θάλασσας του ΟΗΕ.

Γ. Και, τρίτον, η δημιουργία συνθηκών μελλοντικής αυτονόμησης της όλης περιοχής της Ελληνικής Θράκης διά της δημιουργίας μίας ισχυρής δήθεν «τουρκικής μειονότητας». Ήτοι μίας δήθεν «εθνικής μειονότητας», η οποία ουδεμία νομική υπόσταση έχει ή μπορεί να έχει, ιδίως καθ’ ο μέτρο έρχεται σε προφανή αντίθεση με κατ’ ουσίαν καταστατικές διατάξεις της Συνθήκης της Λωζάνης του 1923. Διατάξεις οι οποίες αναγνωρίζουν στην Ελληνική Θράκη μόνο  Θρησκευτική Μουσουλμανική Μειονότητα, και όχι βεβαίως, και μάλιστα καθ’ οιονδήποτε τρόπο, εθνική «τουρκική μειονότητα».

V. Το Κυπριακό Ζήτημα υπό το πρίσμα του Διεθνούς Δικαίου και του Ευρωπαϊκού Δικαίου

Την επομένη της εύθραυστης ειρήνης που επιτεύχθηκε στην Μέση Ανατολή, και με χρονικό ορίζοντα το προσεχές αλλά και το απώτερο μέλλον, είναι προφανές ότι τα γεωοικονομικά, γεωπολιτικά και γεωστρατηγικά δεδομένα στην Ανατολική Μεσόγειο αλλάζουν με ραγδαίους ρυθμούς, ιδίως υπό το πρίσμα της αξιοποίησης των ενεργειακών πηγών της περιοχής αυτής με πλήρη τήρηση κυρίως των  κανόνων του Διεθνούς Δικαίου της Θάλασσας του ΟΗΕ (UNCLOS) (Σύμβαση του Montego Bay του 1982), κατ’ εξοχήν σε ό,τι αφορά την οριοθέτηση των Θαλάσσιων Ζωνών και πρωτίστως της Υφαλοκρηπίδας και της Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης (ΑΟΖ). Και μόνον η γεωγραφική θέση της Κύπρου αναδεικνύει ευκρινώς ότι ο ρόλος της στο πλαίσιο των ως άνω μεγάλων αλλαγών στην Ανατολική Μεσόγειο είναι, οιονεί εκ φύσεως και εξ ορισμού, καθοριστικός.  Περί τούτου αρκούν και μόνον οι «μαρτυρίες» από την μία πλευρά της Ελληνικής Πρωτοβουλίας για το Πολυμερές Σχήμα «5Χ5» στην Ανατολική Μεσόγειο με συμμετοχή Ελλάδας, Κύπρου, Αιγύπτου, Τουρκίας και Λιβύης, για συνεργασία σε κοινά ζητήματα όπως το Μεταναστευτικό, η Προστασία του Θαλάσσιου Περιβάλλοντος και η οριοθέτηση Θαλάσσιων Ζωνών. Και, από την άλλη πλευρά, του εντελώς πρόσφατου (6.11.2025) κοινού ανακοινωθέντος των Υπουργών Ενέργειας της Κυπριακής Δημοκρατίας, της Ελλάδας, του Ισραήλ και των ΗΠΑ, καθώς και των Συμπροέδρων του Εθνικού Συμβουλίου Ενεργειακής Κυριαρχίας των ΗΠΑ (Συνεργασία 3+1), αναφορικά με την κοινή δέσμευσή τους για την προώθηση της ενεργειακής ασφάλειας και συνεργασίας στην Ανατολική Μεσόγειο ως βασικού παράγοντα σταθερότητας της περιοχής, με βασικούς άξονες την ενεργειακή ανάπτυξη και την προστασία των ενεργειακών υποδομών. Το εξαιρετικά ανησυχητικό γεγονός εν προκειμένω είναι ότι η προαναφερόμενη δεύτερη πρωτοβουλία (Συνεργασία 3+1) προώθησης της ασφάλειας και συνεργασίας στην Ανατολική Μεσόγειο και ο αντίστοιχος ρόλος της Κύπρου μάλλον προσεγγίζονται και σχεδιάζονται πάνω σε αμιγώς οικονομικές βάσεις, ενώ απουσιάζουν, σχεδόν παντελώς, οι απαραίτητες πρόσφορες θεσμικές εγγυήσεις, και ιδίως εκείνες που εδράζονται επί του Διεθνούς Δικαίου και του Ευρωπαϊκού Δικαίου. Χαρακτηριστικό παράδειγμα προς αυτή την ανησυχητική κατεύθυνση σηματοδοτεί η πρόσφατη συνέντευξη του πρέσβη των ΗΠΑ στην Άγκυρα κ. Τομ Μπάρακ.  Στο πλαίσιο της συνέντευξης αυτής ο κ. Τομ Μπάρακ αναφέρθηκε, μεταξύ άλλων, στην Ελλάδα, την Κύπρο και την Τουρκία και τόνισε την ανάγκη διαμόρφωσης νέων δομών επικοινωνίας για την εξομάλυνση των σχέσεών τους.  Δομών όμως που στηρίζονται αποκλειστικώς επί της οικονομικής συνδεσιμότητας για έναν θεσμοθετημένο διάλογο στην ευρύτερη περιοχή, από την Κασπία έως την Μεσόγειο.  Έτσι όμως ο κ. Τομ Μπάρακ απέφυγε επιμελώς να διευκρινίσει πάνω σε ποια θεσμική και κανονιστική βάση θα θεμελιωθεί αυτή η οικονομική συνδεσιμότητα, με την πρόσθετη παρατήρηση ότι από το σκεπτικό του απουσίαζε επιδεικτικώς οιαδήποτε αναφορά στο Διεθνές Δίκαιο και στο Ευρωπαϊκό Δίκαιο.  Ο προφανής κίνδυνος που ελλοχεύει εξ αιτίας μιας τέτοιας αόριστης τοποθέτησης είναι το όλο εγχείρημα να βασισθεί στα αμιγώς οικονομικά κριτήρια μίας δήθεν «δίκαιης διανομής», με πρόδηλη περιθωριοποίηση ή και παντελή αγνόηση του Διεθνούς Δικαίου και του Ευρωπαϊκού Δικαίου, κατ’ εξοχήν δε του Δικαίου της Θάλασσας του ΟΗΕ.  Οπότε και η μοίρα της Κύπρου σε έναν τέτοιο σχεδιασμό θα κριθεί όχι με βάση τους κανόνες του Διεθνούς Δικαίου και του Ευρωπαϊκού Δικαίου, αλλά πάνω στην «προκρούστεια κλίνη» της «επικυριαρχίας» του «οικονομικού» επί του «θεσμικού».  Κάτι το οποίο από πλευράς Ελλάδας και Κύπρου πρέπει να θεωρείται αδιανόητο και, άρα, εκ προοιμίου απορριπτέο.

Α. Για τον λόγο αυτό είναι προφανής η ανάγκη να καταστούν ευθύς εξ αρχής σαφή, από την πλευρά της Ελλάδας και της Κύπρου και τα εξής: Ο καίριος ρόλος της Κύπρου στο πεδίο της κατά τα προεκτεθέντα ενεργειακής ασφάλειας και συνεργασίας στην Ανατολική Μεσόγειο -άρα και της σταθερότητας στην περιοχή αυτή- συνάγεται ευκρινώς και από τα σημεία του προμνημονευόμενου κοινού ανακοινωθέντος, τα οποία επικεντρώνονται στην αδήριτη ανάγκη αφενός προγραμματισμού και εκτέλεσης ευρύτερων έργων περιφερειακής διασύνδεσης, εν εξελίξει αλλά και μελλοντικών.  Και, αφετέρου, στήριξης του στόχου διαφοροποίησης των ενεργειακών πηγών της περιοχής, με αντίστοιχη μείωση της εξάρτησης από μη «φιλικούς» παράγοντες αλλά και ενίσχυση της συνδεσιμότητας μεταξύ «ομοϊδεατών» φιλικών περιφερειακών εταίρων.  Για να διαδραματίσει στο ακέραιο τον συγκεκριμένο αυτό ρόλο της η Κυπριακή Δημοκρατία πρέπει προηγουμένως να λυθεί το Κυπριακό Ζήτημα με πλήρη εφαρμογή του Διεθνούς Δικαίου και του Ευρωπαϊκού Δικαίου, ώστε το εν λόγω Κράτος να μπορεί να θωρακισθεί, επίσης στο ακέραιο και καταλλήλως, σε ό,τι αφορά την άσκηση των δικαιωμάτων του και την εκπλήρωση των υποχρεώσεών του ως Κράτους-Μέλους της Διεθνούς Κοινότητας και της Ευρωπαϊκής Ένωσης.   Κατ’ ακρίβεια δε η Κυπριακή Δημοκρατία πρέπει να επανέλθει στο καθεστώς προ της προκλητικώς παράνομης τουρκικής εισβολής και κατοχής.  Δηλαδή στο καθεστώς μιας Δημοκρατίας η οποία μπορεί να ασκεί, επίσης στο ακέραιο, τουλάχιστον την stricto sensu Κυριαρχία της και όλα, ανεξαιρέτως, τα Κυριαρχικά της Δικαιώματα, με έμφαση σε εκείνα τα οποία θεσπίζει και κατοχυρώνει το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας του ΟΗΕ.   Δυστυχώς, έως τώρα και μολονότι η Κυπριακή Δημοκρατία κλείνει δύο δεκαετίες ως πλήρες Κράτος-Μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η Κοινή Εξωτερική Πολιτική και Πολιτική Ασφάλειας (ΚΕΠΠΑ) ουδέποτε ενεργοποιήθηκε επαρκώς -και οπωσδήποτε υπό όρους που ανταποκρίνονται στην Αρχή της Αλληλεγγύης προεχόντως κατά τις διατάξεις του άρθρου 42 παρ. 7 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΣΕΕ)- υπέρ της Κύπρου και εις βάρος της Τουρκίας.  Οι μέσω της ΚΕΠΠΑ κυρώσεις εναντίον της Τουρκίας για την κατάφωρη παραβίαση του Ευρωπαϊκού Δικαίου και του Διεθνούς Δικαίου εις βάρος της Κυπριακής Δημοκρατίας απουσιάζουν επιδεικτικώς, ενώ ουδέποτε η Χώρα αυτή πιέσθηκε, ουσιαστικώς, για την υπό όρους Ευρωπαϊκού Δικαίου και Ευρωπαϊκής Νομιμότητας επίλυση του Κυπριακού Ζητήματος. Δηλαδή υπό όρους ομοσπονδιακού τύπου Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας, όπως απαιτεί το Ευρωπαϊκό Κεκτημένο. Σύμφωνα λοιπόν με τα όσα παρατέθηκαν προηγουμένως, επίλυση του Κυπριακού Ζητήματος είναι νοητή και αποδεκτή εκ μέρους της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Κυπριακής Δημοκρατίας μόνον υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις που θέτουν το Διεθνές Δίκαιο και το Ευρωπαϊκό Δίκαιο, φυσικά δίχως ουδεμία έκπτωση οιασδήποτε μορφής. Δοθέντος ότι μόνον έτσι μπορεί η λύση του Κυπριακού Ζητήματος να είναι δίκαιη και βιώσιμη. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο παρατηρούνται τα εξής:

Β. Το Διεθνές Δίκαιο

Το Διεθνές Δίκαιο προσδιορίζει τις κατ’ ελάχιστο προϋποθέσεις επίλυσης του Κυπριακού Ζητήματος με πλειάδα ρυθμίσεων.

Στις ρυθμίσεις αυτές συμπεριλαμβάνονται, οπωσδήποτε, και τα κάθε είδους κανονιστικού περιεχομένου Ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας τα οποία είναι, και μάλιστα κατ’ επανάληψη και ποικιλοτρόπως, απεριφράστως καταδικαστικά για την Τουρκία ήδη από το 1974, όταν και συντελέσθηκε η βάρβαρη εισβολή στην Επικράτεια της Κυπριακής Δημοκρατίας. Υπενθυμίζεται, ότι τα πιο κρίσιμα εν προκειμένω Ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας υπήρξαν  -και παραμένουν-  προεχόντως τα εξής:

α) Πριν απ’ όλα το  αρχικό, βασικό, Ψήφισμα της 20.7.1974 αρ. 353/1974, για την απερίφραστη καταδίκη της τουρκικής εισβολής και για την έκκληση-απόφαση πλήρους σεβασμού της Ανεξαρτησίας, της Κυριαρχίας και της Εδαφικής Ακεραιότητας της Κυπριακής Δημοκρατίας.  Το Ψήφισμα αυτό επαναβεβαιώθηκε και συμπληρώθηκε επί το αυστηρότερο -ιδίως λόγω της συνέχισης  και  επέκτασης της τουρκικής εισβολής το 1974, της επίδειξης προκλητικής αδιαλλαξίας εκ μέρους της Τουρκίας και της από ανθρωπιστική έποψη θλιβερής κατάστασης των προσφύγων-  με τα διαδοχικά Ψηφίσματα της 23.7.1974, αρ. 354/1974, 1.8.1974, αρ. 355/1974, 14.8.1974, αρ. 357/1974, 15.8.1974, αρ. 358/1974, 15.8.1974, αρ. 359/1974, 16.8.1974, αρ. 360/1974, 30.8.1974, αρ. 361/1974 και 13.12.1974, αρ. 364/1974.

β) Και ύστερα το,  καθοριστικής σημασίας για την επίλυση του Κυπριακού Ζητήματος κατά τρόπο σύμφωνο με το Διεθνές Δίκαιο, Ψήφισμα της 12.3.1975 αρ. 367/1975, με το οποίο καταδικάσθηκε,  επίσης απεριφράστως, και θεωρήθηκε παντελώς ανυπόστατη η μονομερής, από πλευράς Τουρκίας, απόφαση της 13.2.1975 για την δημιουργία του διεθνώς πλήρως απομονωμένου έκτοτε ψευδοκράτους της «Τουρκικής Δημοκρατίας της Βόρειας Κύπρου».  Σημειωτέον, ότι το ως άνω Ψήφισμα συμπληρώθηκε, ειδικώς ως προς τους κατά το Διεθνές Δίκαιο επιβεβλημένους όρους επίλυσης του Κυπριακού Ζητήματος,  με τα Ψηφίσματα της 18.11.1983, αρ. 541/1983, 11.5.1984, αρ. 550/1984, 12.3.1990, αρ. 649/1990, 10.4.1992, αρ. 750/1992, 25.11.1992, αρ. 789/1992 και 29.6.1999, αρ. 1251/1999.  Συγκεκριμένα δε με τα τελευταία αυτά Ψηφίσματα έγινε  -και έκτοτε γίνεται παγίως-  δεκτό ότι η σύμφωνη με το Διεθνές Δίκαιο λύση του Κυπριακού Ζητήματος προϋποθέτει, κατ’ ελάχιστο, πως η Κυπριακή Δημοκρατία πρέπει να είναι, δίχως άλλους όρους και προϋποθέσεις, Ανεξάρτητο Κράτος,  με μία και μόνη Κυριαρχία, μία και μόνη Διεθνή Προσωπικότητα και μία και μόνη Ιθαγένεια, οργανωμένο πολιτειακώς υπό την μορφή Δικοινοτικής και Διζωνικής Ομοσπονδίας -άρα αποκλειομένου, οιονεί εξ ορισμού, του Συνομοσπονδιακού Κράτους-  ενώ συνακόλουθα απορρίπτεται, και μάλιστα  κατηγορηματικώς, κάθε «προοπτική» διχοτόμησης ή απόσχισης.

Περαιτέρω, για την επίλυση του Κυπριακού Ζητήματος βαρύνουσα είναι η σημασία των ρυθμίσεων του Δικαίου της Θάλασσας του ΟΗΕ. Κυρίως δε των ρυθμίσεών της αναφορικά με την stricto sensu Κυριαρχία και με τα επιμέρους Κυριαρχικά Δικαιώματα των Κρατών-Μελών της Διεθνούς Κοινότητας και του ΟΗΕ.

α) Σύμβαση η οποία, όπως επισημάνθηκε ήδη ακροθιγώς, καταρτίσθηκε το 1982  -ως «Σύμβαση του Montego Bay»-  και άρχισε να ισχύει από το 1995.  Και Σύμβασης στην οποία έχει προσχωρήσει αυτοτελώς -ήτοι ως νομικό πρόσωπο, πέραν των νομικών προσώπων των Κρατών-Μελών της-  η Ευρωπαϊκή Ένωση από το 1998.  Γεγονός  που σημαίνει πως η Σύμβαση αυτή αποτελεί  έκτοτε και αναπόσπαστο μέρος του Ευρωπαϊκού Κεκτημένου, το οποίο αυτονοήτως δεσμεύει πέραν της Ευρωπαϊκής Ένωσης και όλα τα Κράτη-Μέλη της. Πρέπει δε να δεσμεύει, σύμφωνα με τα Κριτήρια της Κοπεγχάγης του 1993 και της Μαδρίτης του 1995 όπως διαρκώς επικαιροποιούνται, και τα υποψήφια προς ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση Κράτη -όπως π.χ. η Τουρκία- κατά τις διατάξεις των άρθρων 6 παρ.1 και 49 της ΣΕΕ.

β) Ανεξαρτήτως τούτου, και σύμφωνα με την νομολογία του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης, η προμνημονευόμενη Σύμβαση του ΟΗΕ για το Δίκαιο της Θάλασσας δεσμεύει και Κράτη, τα οποία δεν έχουν προσχωρήσει σε αυτή  -όπως και η Τουρκία- διότι, λόγω του ότι εν πάση περιπτώσει έχει προσχωρήσει σε αυτή ικανός αριθμός Κρατών-Μελών της Διεθνούς Κοινότητας, παράγει πλέον γενικώς παραδεδεγμένους κανόνες του Διεθνούς Δικαίου, δεσμευτικούς erga omnes.  Δηλαδή ακόμη και για τα Κράτη-Μέλη της Διεθνούς Κοινότητας που δεν την έχουν γραπτώς αποδεχθεί.  Αυτό ισχύει τόσο περισσότερο για την Τουρκία όσο, καθώς η αντιφατική και προκλητική εξωτερική πολιτική της το αποδεικνύει,  αποδέχεται την Σύμβαση του ΟΗΕ για το Δίκαιο της Θάλασσας «κατά το δοκούν», όπως προκύπτει ανενδοιάστως και από την υπογραφή μεταξύ αυτής και της τότε φερόμενης ως Κυβέρνησης της Λιβύης του νομικώς παντελώς ανυπόστατου «τουρκολιβυκού μνημονίου», του 2019.  Επισημαίνεται  -προκειμένου να το προβάλλουμε αδιαλείπτως διεθνώς, κάτι το οποίο δυστυχώς δεν συμβαίνει με την απαιτούμενη σταθερότητα και «καθαρότητα»-  ότι το νομικώς παντελώς ανυπόστατο του «τουρκολιβυκού μνημονίου» έχει ρητώς αποδεχθεί η ίδια η Ευρωπαϊκή Ένωση, σύμφωνα με την σαφή απόφαση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του Δεκεμβρίου 2019. Η δε «πρωτοκόλληση» του «μνημονίου» τούτου από τον ΟΗΕ το 2020 ουδένα νομικό κύρος προσθέτει ή διασφαλίζει σε αυτό αφού, όπως έχει  αποδείξει η σχετική πρακτική τέτοιων «πρωτοκολλήσεων» διεθνών κειμένων, πρόκειται για καθαρώς τυπική διαδικασία που ουδόλως σχετίζεται με την αναγνώριση της «κανονιστικής δυναμικής» των ποικιλόμορφων ως άνω κειμένων.

Γ. Το Ευρωπαϊκό Δίκαιο

Πολύ περισσότερο βαρύνουσα όμως για την επίλυση του Κυπριακού Ζητήματος είναι η σημασία και η επιρροή του Ευρωπαϊκού Δικαίου.  Και τούτο διότι, όπως ήδη τονίσθηκε,  η Κυπριακή Δημοκρατία είναι πλήρες Κράτος-Μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του «σκληρού πυρήνα» της, της Ευρωζώνης.  Κατά τούτο δεν νοείται δίκαιη και βιώσιμη λύση του Κυπριακού Ζητήματος αν αυτή δεν είναι πλήρως σύμφωνη με το σύνολο του Ευρωπαϊκού Δικαίου, πρωτίστως δε με τις θεμελιώδεις θεσμικές συντεταγμένες του Ευρωπαϊκού Κεκτημένου.  Το Ευρωπαϊκό Δίκαιο, κατ’ εξοχήν μέσω της θεμελιώδους για την θεσμική υπόσταση της Ευρωπαϊκής Ένωσης ΣΕΕ (άρθρα 1-12), θέτει συγκεκριμένες βασικές προϋποθέσεις ως προς την νομική και θεσμική υπόσταση ενός Κράτους, προκειμένου να είναι σε θέση να αποτελέσει, με την απαραίτητη αποτελεσματικότητα και διάρκεια, Κράτος-Μέλος της.  Δηλαδή έτσι ώστε η συμμετοχή του στο Ευρωπαϊκό Οικοδόμημα να μην υπονομεύει, de jure και de facto, την θεσμική και πολιτική συνοχή και προοπτική του, αρχής γενομένης από την συνεχή και αποτελεσματική εφαρμογή στην πράξη όλων, ανεξαιρέτως, των κανόνων της Ευρωπαϊκής Έννομης Τάξης.

Δ. Οι κατ’ ελάχιστο προϋποθέσεις επίλυσης του Κυπριακού Ζητήματος κατά το Διεθνές Δίκαιο και το Ευρωπαϊκό Δίκαιο

Από τα όσα ήδη παρατέθηκαν καθίσταται προφανές ότι η επίλυση του Κυπριακού Ζητήματος, με πλήρη τήρηση των κανόνων του Διεθνούς Δικαίου και του Ευρωπαϊκού Δικαίου, πρέπει να πληροί, εν συνόλω, τις εξής προϋποθέσεις:

  1. Πρώτον, η Κυπριακή Δημοκρατία πρέπει να έχει την πολιτειακή μορφή το πολύ Ομοσπονδιακού Κράτους, κατά τα Διεθνή και κυρίως κατά τα Ευρωπαϊκά αντίστοιχα πρότυπα. Ουδεμία μορφή Συνομοσπονδίας, ευθεία ή συγκεκαλυμμένη, είναι ανεκτή.  Και τούτο πρωτίστως διότι πέραν του ότι μία τέτοια «λύση» είναι, εξ ορισμού, θνησιγενής και εξυπηρετεί μόνο τις βλέψεις και τα συμφέροντα της Τουρκίας με το να οδηγεί σε ουσιαστική πολιτειακή αποσύνθεση την Κυπριακή Δημοκρατία, έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τον πυρήνα του πρωτογενούς Ευρωπαϊκού Δικαίου.  Κυρίως δε με τις διατάξεις της ΣΕΕ, ως προς την πολιτειακή μορφή και την κυριαρχία των Κρατών-Μελών της.  Πραγματικά, αποτελεί κοινό νομικό και πολιτικό «τόπο» ότι Συνομοσπονδιακό Κράτος δεν μπορεί να είναι Κράτος-Μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δοθέντος ότι δεν δύναται, εκ φύσεως, ν’ ανταποκριθεί, μεταξύ άλλων, στις απαιτήσεις επαρκούς τήρησης του Ευρωπαϊκού Κεκτημένου. Αυτό και μόνον αποδεικνύει, δίχως αμφιβολία, μεταξύ άλλων και ότι το περιβόητο «σχέδιο Ανάν» για την Κύπρο όχι μόνο δεν υπήρξε «χαμένη ευκαιρία» αλλά, όλως αντιθέτως, αν εφαρμοζόταν -και με δεδομένο το ότι κατέληγε στην δημιουργία κράτους συνομοσπονδιακού τύπου-  θα οδηγούσε, νομοτελειακώς, στην διάλυση της Κυπριακής Δημοκρατίας και στην αποχώρησή της από την Ευρωπαϊκή Ένωση.
  2. Δεύτερον, η Κυπριακή Δημοκρατία πρέπει να στηρίζεται, καθ’ ολοκληρία, στις θεμελιώδεις αρχές της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας, ως θεσμικής εγγύησης της Ελευθερίαςin globo.  Άρα ως θεσμικής εγγύησης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, όχι μόνο κατά το Εθνικό Δίκαιο αλλά και κατά το Διεθνές Δίκαιο και το Ευρωπαϊκό Δίκαιο.
  3. Τρίτον, η Κυπριακή Δημοκρατία πρέπει να έχει, ως μέλος της Διεθνούς Κοινότητας και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μία Διεθνή Νομική Προσωπικότητα.
  4. Τέταρτον, στην Κυπριακή Δημοκρατία νοείται μία, και μόνον, Ιθαγένεια.
  5. Πέμπτον, η Κυριαρχία της Κυπριακής Δημοκρατίας πρέπει να είναι πλήρης, με εξίσου πλήρη σεβασμό όλων, ανεξαιρέτως, των διατάξεων του Διεθνούς Δικαίου και του Ευρωπαϊκού Δικαίου. Τούτο σημαίνει πληρότητα και τηςstricto sensu Κυριαρχίας της -π.χ. σε ό,τι αφορά την εδαφική της ακεραιότητα, τα σύνορά της, την αιγιαλίτιδα ζώνη της κ.λπ.- και της lato sensu Κυριαρχίας της, άρα την πλήρη άσκηση όλων, δίχως οιαδήποτε διάκριση, των Κυριαρχικών της Δικαιωμάτων, με επίκεντρο τα Δικαιώματά της επί του συνόλου των Θαλάσσιων Ζωνών της κατά το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας, π.χ. επί της Υφαλοκρηπίδας της και της Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης της. Ουδεμία δε επιρροή ασκεί επ’ αυτού, όπως ήδη διευκρινίσθηκε, το ότι η Τουρκία δεν έχει προσχωρήσει στην ως άνω Διεθνή Σύμβαση αφού αυτή, κατά την νομολογία του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης, παράγει διεθνώς παραδεδεγμένους κανόνες του Διεθνούς Δικαίου οι οποίοι ισχύουν erga omnes.
  6. Έκτον -και κατά συνέπεια- επί της Κυπριακής Δημοκρατίας δεν είναι επιτρεπτό να παραμένουν, κατ’ ουδένα τρόπο, στρατεύματα κατοχής ούτε να ισχύουν, επίσης κατ’ ουδένα τρόπο, εγγυήσεις τρίτων. Και στις «εγγυήσεις» αυτές περιλαμβάνονται ενδεχόμενες «εγγυήσεις» και της Μεγάλης Βρετανίας, ιδίως αφότου συντελέσθηκε το Brexit.
  7. Και, έβδομον, τα προεκτεθέντα συνεπάγονται ότι από την Κυπριακή Δημοκρατία πρέπει να αποχωρήσουν, χωρίς όρους και προϋποθέσεις, οι «έποικοι»,τους οποίους εγκατέστησε παρανόμως, σύμφωνα μάλιστα με την νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, η Τουρκία και να επανέλθουν οι αναγκαστικώς αποχωρήσαντες από τις εστίες τους, λόγω της τουρκικής εισβολής, πρόσφυγες, ανακτώντας στο ακέραιο όλα τα κατά την Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου αλλά και κατά τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης Δικαιώματά τους.

Ε.  Η στάση της Διεθνούς Κοινότητας και του ΟΗΕ

Όσο για την Διεθνή Κοινότητα και τον ΟΗΕ, η κατ’ αποτέλεσμα «ισότιμη» αντιμετώπιση Τουρκίας και Κύπρου -δηλαδή του «θύτη» με το «θύμα» της τουρκικής εισβολής και κατοχής-   κατά την λογική της ανοχής των ατέρμονων και κενών περιεχομένου συζητήσεων μεταξύ των δύο μερών, δείχνει πόσο στις μέρες μας το Διεθνές Δίκαιο, με αποκλειστική ευθύνη της ίδιας της Διεθνούς Κοινότητας και του ΟΗΕ, συντίθεται όχι τόσο από leges perfectae, αλλά σε πολλές περιπτώσεις από leges minus quam perfectae ή και leges imperfectae. Ελλάδα και Κύπρος, λοιπόν, στέλνοντας το μήνυμα ότι δεν είναι διατεθειμένες να δεχθούν αυτή την οιονεί «χειμέρια νάρκη»  της ΚΕΠΠΑ και της Διεθνούς Νομιμότητας πρέπει να θέσουν, ως Κράτη-Μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Διεθνούς Κοινότητας, προ των ευθυνών τους τους Ευρωπαϊκούς Θεσμούς και εκείνους της Διεθνούς Κοινότητας επισημαίνοντας, χωρίς περιστροφές, υποχωρήσεις και υπαναχωρήσεις, και τα εξής: Όπως όλοι στεκόμαστε σήμερα στο πλευρό της Ουκρανίας,  καταδικάζοντας απεριφράστως και εμπράκτως το πολεμικό έγκλημα της Ρωσίας, στην ίδια γραμμή υπεράσπισης της Ευρωπαϊκής Νομιμότητας και της Διεθνούς Νομιμότητας πρέπει να καταδικασθεί -με χρησιμοποίηση του veto αν χρειασθεί σε μελλοντικές αποφάσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης-   απεριφράστως και εμπράκτως και η συνεχιζόμενη εγκληματική τακτική της Τουρκίας εις βάρος της Μαρτυρικής Κύπρου.  Διότι η επιλεκτική εφαρμογή της Διεθνούς και της Ευρωπαϊκής Νομιμότητας οδηγεί, μοιραίως, στην ουσιαστική αναίρεσή τους.

VI.Οι στρεβλώσεις των κανόνων αναθεώρησης του Συντάγματος υπονομεύουν νομοτελειακώς την θεσπισμένη αυστηρότητά του

Η ιστορική αποτίμηση της ratio revisendae constitutionis στο πεδίο των αναθεωρήσεων του Συντάγματος του 1975, διαδοχικώς το 1986, το 2001, το 2008 και το  2019, μας παραπέμπει, αναγκαίως, σε μια έστω και συνοπτικώς κωδικοποιημένη υπενθύμιση των λόγων θέσπισης των διατάξεων του άρθρου 110 του Συντάγματος, των σχετικών με την lege artis αναθεώρησή του.  Και στο σημείο αυτό, προφανώς για λόγους πιστής απόδοσης της συνταγματικής μας πραγματικότητας και πρακτικής, πρέπει να τονισθεί ότι υπό το καθεστώς εφαρμογής του ισχύοντος Συντάγματος του 1975 είναι η πρώτη φορά στην συνταγματική μας ιστορία που και οι διατάξεις του κατά κανόνα εφαρμόζονται, ως προς σημαντικό μέρος, ικανοποιητικώς και οι αναθεωρήσεις του ξεκινούν και ολοκληρώνονται με πιστή τήρηση των ειδικών προς τούτο διαδικαστικών συνταγματικών προβλέψεων.  Γεγονός το οποίο συνεπάγεται και ότι από το 1975 και ύστερα βιώνουμε, τηρουμένων των ιστορικών αναλογιών, την πιο ομαλή περίοδο συνταγματικώς ρυθμισμένης διακυβέρνησης στην ιστορία του Νεότερου Ελληνικού Κράτους.  Για την ως άνω αναδρομή στις κανονιστικές ρίζες των διατάξεων του άρθρου 110 περί αναθεώρησης του Συντάγματος ίσως κάποιος αντιτείνει ότι πρόκειται  για στοιχειώδεις νομικές έννοιες και γνώσεις, κοινώς γνωστές και αποδεκτές τουλάχιστον στην lato sensu Νομική μας Κοινότητα. Όμως μάλλον κάτι τέτοιο δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, αν αντιληφθούμε τι ήταν εκείνο που προκάλεσε τις ως άνω αναθεωρήσεις του Συντάγματος και πώς αυτές εξελίχθηκαν στην πράξη.

Α. Μια βιωματική κατάθεση

Ήδη από την αφετηρία ας μου επιτραπεί να καταθέσω, φυσικά εν συντομία, την προσωπική μου εμπειρία.  Δοθέντος ότι την μεν αναθεώρηση του Συντάγματος του 1986  την βίωσα ως Καθηγητής της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, στις δε αναθεωρήσεις του Συντάγματος του 2001 και 2008 συμμετείχα ενεργώς ως μέλος των αντίστοιχων αναθεωρητικών Βουλών. Στην  αναθεώρηση μάλιστα του Συντάγματος του 2001  μετείχα ως Εισηγητής αρχικώς και, στην συνέχεια, ως Κοινοβουλευτικός Εκπρόσωπος της Νέας Δημοκρατίας, τότε Αξιωματικής Αντιπολίτευσης. Τέλος, την αναθεώρηση του Συντάγματος του 2019 την βίωσα ως εν ενεργεία Πρόεδρος της Δημοκρατίας, ο οποίος ναι μεν κατά τον εκ του Συντάγματος ρόλο του δεν μετείχε, καθ’ οιονδήποτε τρόπο, θεσμικώς στην αναθεωρητική διαδικασία, πλην όμως εκ συνταγματικού καθήκοντος την παρακολούθησα καθ’ όλη την διάρκειά της, ήτοι και στις δύο φάσεις της, πολλώ μάλλον όταν μεταξύ των αναθεωρητέων διατάξεων περιλαμβάνονταν και οι περί εκλογής του Προέδρου της Δημοκρατίας ρυθμίσεις του ισχύοντος Συντάγματος.  Υπ’ αυτό το βιωματικό πρίσμα θεωρώ ότι από τις κατά τ΄ ανωτέρω τέσσερις αναθεωρήσεις του Συντάγματος μόνον εκείνες του 2001 και του 2008 – η τελευταία οπωσδήποτε ελλιπής λόγω των πολιτικών συνθηκών και σκοπιμοτήτων της εποχής- ολοκληρώθηκαν με πλήρη τήρηση του γράμματος και του πνεύματος των διατάξεων του άρθρου 110 του Συντάγματος, δηλαδή με πλήρη τήρηση όχι μόνο των διαδικαστικών αλλά και των ουσιαστικών, στην ολότητά τους, προϋποθέσεων αναθεώρησης του Καταστατικού μας Χάρτη.  Ενώ κατά τις δύο άλλες βεβαίως και τηρήθηκαν πιστά κυρίως οι διαδικαστικές προϋποθέσεις των διατάξεων του άρθρου αυτού, όμως οι αναθεωρητικές πλειοψηφίες στις δύο Βουλές απομακρύνθηκαν, έστω και εν μέρει, από τον θεσμικώς δέοντα σεβασμό του ρυθμιστικού πνεύματός τους. Σεβασμό ο οποίος έγκειται –όπως θα επεξηγηθεί στην συνέχεια- στην δίχως άλλες πολιτικές σκοπιμότητες επικαιροποίηση των διατάξεων του Συντάγματος, ώστε μέσα από την επιβεβλημένη προσαρμογή τους στις a posteriori ουσιώδεις μεταβολές της κοινωνικοοικονομικής πραγματικότητας, intra και extra muros, να διατηρήσει την κανονιστική ικμάδα του ως υπέρτερης τυπικής ισχύος Καταστατικός Χάρτης. Καταστατικός Χάρτης ο οποίος συνιστά, ταυτοχρόνως, την βάση και την κορυφή της Έννομης Τάξης στο πλαίσιο των θεσμικών αντηρίδων της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας που εγγυώνται, προεχόντως, την ακώλυτη άσκηση των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου κατά τον θεσμικό προορισμό τους και την στήριξη των «δίδυμων» θεσμικών πυλώνων της Διάκρισης των Εξουσιών και του Κράτους Δικαίου. Αντίθετα λοιπόν προς τις προμνημονευόμενες επιταγές των διατάξεων του άρθρου 110 του Συντάγματος, οι στόχοι των αναθεωρήσεων του Συντάγματος του 1986 και του 2019 ήταν πολύ περισσότερο πολιτικοί και εμφανώς λιγότερο θεσμικοί. Δοθέντος ότι από την μια πλευρά μέσω της αναθεώρησης του 1986 επιδιώχθηκε, και τελικώς επήλθε,  κυρίως η κανονιστική απομείωση του εν γένει ρυθμιστικού ρόλου του Προέδρου της Δημοκρατίας και η εμπέδωση των βάσεων ενός καταδήλως πρωθυπουργοκεντρικού συστήματος. Και, από την άλλη πλευρά,  μέσω της αναθεώρησης του Συντάγματος του 2019 -και προκειμένου να αποφεύγεται εν πάση περιπτώσει η προσφυγή σε πρόωρες εκλογές- καταργήθηκε η αυξημένη πλειοψηφία που διασφάλιζε την  ουσιωδώς συναινετική εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας, και μάλιστα σε σημείο ώστε αυτή να καθίσταται εφικτή ακόμη και με την σχετική πλειοψηφία των Βουλευτών, άρα ακόμη και από μία περιστασιακή κυβερνητική πλειοψηφία.

  1. B. Η κανονιστική sedesmateriae των διατάξεων του άρθρου 110 του Συντάγματος

Ύστερα από τα προεκτεθέντα επανέρχομαι στην ρυθμιστική κανονιστική φυσιογνωμία των διατάξεων του άρθρου 110 του Συντάγματος, υποστηρίζοντας ότι οι διατάξεις αυτές, κατά το γράμμα και το πνεύμα τους, θεσμοθετούν –ας μου επιτραπεί αυτή η θεωρητική μεταφορά- το «κανονιστικό ένστικτο αυτοσυντήρησης και επιβίωσης» του Συντάγματος. Και συγκεκριμένα την νομική εκείνη διεργασία, η οποία μέσα από την τήρηση των θεσπισμένων κατάλληλων διαδικαστικών και ουσιαστικών προϋποθέσεων έναρξης και ολοκλήρωσης της αναθεώρησης επιτρέπει στο Σύνταγμα, κατά την ίδια την θεσμική του υπόσταση, να διατηρεί αενάως αμείωτη –ή και έτι περαιτέρω ενισχυμένη κατά τις περιστάσεις- την κανονιστική του εμβέλεια και, συνακόλουθα, ισχύ του, προσαρμοζόμενο καταλλήλως στις επίσης αέναες μεταβολές της κοινωνικοοικονομικής υποδομής και πραγματικότητας που οφείλει να πλαισιώνει ρυθμιστικώς υπό όρους διαφάνειας και ρυθμιστικής ομαλότητας. Στην πράξη, ο εκ μέρους των ημετέρων πολιτικών ιθυνόντων θεσμικός εκφυλισμός των διατάξεων του Συντάγματος με απώτερο σκοπό και στόχο την με κάθε μέσο εκπλήρωση των επιδιώξεών τους, ο οποίος  καταλήγει οιονεί νομοτελειακώς στην προϊούσα κανονιστική συρρίκνωσή τους, εμφανίσθηκε κατά βάση με δύο τρόπους.  Εκ των οποίων ο δεύτερος πλήττει κυρίως το θεσμικό κύρος των διατάξεων αλλά και αυτού τούτου του ρυθμιστικού ρόλου του Συντάγματος. Ο πρώτος τρόπος ανάγεται, κατά τα ακροθιγώς προεκτεθέντα, στην μέθοδο της in concreto ερμηνείας και εφαρμογής των ισχυουσών διατάξεων του Συντάγματος όχι κατά το γράμμα και το πνεύμα τους, αλλά κατά τις επιδιώξεις των πολιτικών  ιθυνόντων και, επέκεινα, κατά τις σκοπιμότητες τις οποίες εξυπηρετούν οι σχετικές αποφάσεις τους.  Όπως είναι προφανές η μέθοδος αυτή, σε ό,τι αφορά τον έλεγχο της συνταγματικότητας των εκτελεστικών του Συντάγματος διατάξεων προκειμένου να προσαρμοσθούν στις κυβερνητικές επιδιώξεις, καταλήγει, μέσω μιας σαφώς παραμορφωτικής ερμηνείας των διατάξεων τούτων, όχι βεβαίως σε έναν γνήσιο έλεγχο συνταγματικότητας αλλά, e contrario και κατ’ αποτέλεσμα, σε ένα είδος ελέγχου της νομιμότητας των εφαρμοστέων κατά περίπτωση ρυθμίσεων  του Συντάγματος.  Πρέπει δε να προστεθεί, και μάλιστα με ιδιαίτερη έμφαση, και ότι για να καταστεί εφικτή η κατά τα προμνημονευόμενα πραγμάτωση διά της κανονιστικής οδού των επιδιώξεων των πολιτικών  ιθυνόντων, μέσω της διαστρεβλωτικής σύμφωνης με τις νομοθετικές ρυθμίσεις ερμηνείας των διατάξεων του Συντάγματος και του επέκεινα θεσμικώς αδιανόητου ελέγχου της νομιμότητας του Συντάγματος, απαιτείται, αναγκαίως, και η σύμπραξη των  λειτουργών  της Δικαιοσύνης.  Των οποίων η αντίστοιχη διευκόλυνση εν προκειμένω έχει αρκετές φορές διαπιστωθεί στο παρελθόν αλλά και σήμερα.  Είναι  άκρως χαρακτηριστικό το εντελώς πρόσφατο παράδειγμα του ελέγχου της συνταγματικότητας των διατάξεων νόμων, οι οποίοι θεσπίσθηκαν με αντικείμενο το καθεστώς επιλογής των μελών και τις αρμοδιότητες Ανεξάρτητων Αρχών, και δη συνταγματικώς κατοχυρωμένων, όπως π.χ. το Εθνικό Συμβούλιο  Ραδιοτηλεόρασης (ΕΣΡ) και η Αρχή Διασφάλισης του Απορρήτου των Επικοινωνιών (ΑΔΑΕ).  Αυτή η δικαστική «συνδρομή» σε ό,τι αφορά την εκπλήρωση των κυβερνητικών επιδιώξεων δια της συρρίκνωσης του κανονιστικού περιεχομένου του Συντάγματος έχει φθάσει σε τέτοιο σημείο, ώστε όταν η αντισυνταγματικότητα των επίμαχων και επίδικων νομοθετικών  ρυθμίσεων  είναι κατάδηλη και δεν μπορεί να παρακαμφθεί επιστρατεύεται το «φίλτρο» του δικονομικώς απαραδέκτου.  Ήτοι η εκ μέρους του αρμόδιου δικαιοδοτικού οργάνου -ακόμη και ανωτάτου-  επίκληση λόγων του παραδεκτού για την τύποις απόρριψη του ασκηθέντος ένδικου βοηθήματος ή μέσου, με συνηθέστερο λόγο εκείνον της έλλειψης του απαιτούμενου προσωπικού, άμεσου και ενεστώτος έννομου συμφέροντος.  Έτσι ώστε, δήθεν,  το αντίστοιχο ένδικο βοήθημα ή μέσο να μην μετατρέπεται στην πράξη σε μια actiο popularis.  Και ο δεύτερος τρόπος ανάγεται στην ευθεία επέμβαση επί του ρυθμιστικού πλαισίου του Συντάγματος διά της αναθεώρησης διατάξεών του, όχι διότι το κανονιστικό τους περιεχόμενο δεν είχε θεσπισθεί επιτυχώς ως προς την αντιστοίχως επιδιωκόμενη ratio constitutionis, αλλά απλώς διότι οι ρυθμίσεις τους όσο και αν ερμηνεύονταν με την  μέγιστη, ακόμη δε και σχεδόν διαστρεβλωτική, ευρύτητα δεν  επέτρεπαν την εκπλήρωση των επιδιώξεων των ηγητόρων της Εκτελεστικής Εξουσίας -με άλλες λέξεις του Πρωθυπουργού και της Κυβέρνησης- κατά την  επιδίωξη της ικανοποίησης των πολιτικών τους στόχων και σκοπιμοτήτων. Προς την κατεύθυνση αυτή συμπράττει, εμφανώς και ευθέως, προσφάτως και μέρος της Νομικής Επιστημονικής Κοινότητας, όταν σπεύδει να ερμηνεύσει διατάξεις νόμων και κανονιστικών πράξεων όχι με βάση το ισχύον Σύνταγμα αλλά -κάτι εντελώς πρωτόγνωρο στα συνταγματικά μας δεδομένα- με όσα πρόκειται, κατά τις κυβερνητικές εξαγγελίες, να συμβούν ύστερα από προσεχή αναθεώρηση του Συντάγματος.  Πρόκειται για μια νομικώς προδήλως εσφαλμένη μέθοδο ερμηνείας του Συντάγματος με βάση την «προσδοκία αναθεώρησής» του.  Μέθοδο η οποία οδηγεί, με ακόμη μεγαλύτερη διακινδύνευση, όχι μόνο προς την περαιτέρω κανονιστική συρρίκνωση του Συντάγματος αλλά ακόμη και στην δεδομένη ρυθμιστική περιθωριοποίησή του.  Πολλώ μάλλον όταν μέσα σε αυτό το ερμηνευτικό πλαίσιο εκείνοι που επιχειρούν να εφαρμόσουν υπ’ αυτή την λογική τις διατάξεις του Συντάγματος προδικάζουν,  και δη αυθαιρέτως, από την μια πλευρά το ενδεχόμενο της αναθεώρησής τους και, από την άλλη πλευρά, το ίδιο το περιεχόμενο το οποίο θα έχουν τελικώς οι κατά την εκτίμησή τους υπό αναθεώρηση διατάξεις.

Συνταγματική Αναθεώρηση και Αρχή Μονιμότητας των Δημοσίων Υπαλλήλων

Ιωάννης Συμεωνίδης, Γενικός Επίτροπος της Επικρατείας των Τακτικών Διοικητικών Δικαστηρίων, Καθηγητής Νομικής ΑΠΘ

Η κατοχύρωση στη χώρα μας του θεσμού της μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων στο ίδιο το Σύνταγμα,  αποτελούσε, την εποχή του εμπνευστή του θεσμού Ελευθερίου Βενιζέλου, τη μόνη λύση για την προστασία του προσωπικού της Διοίκησης απέναντι στην εκτελεστική εξουσία. Απώτερος στόχος, όχι η θέσπιση ενός προνομίου υπέρ των υπαλλήλων, αλλά η δημιουργία, με την καθιέρωση ενός εργασιακού καθεστώτος σταθερότητας, υπαλληλικού σώματος απαλλαγμένου από κομματικές επιρροές και επεμβάσεις, που θα διασφαλίζει τη θεμελιώδη αρχή της νομιμότητας, τη συνέχεια του κράτους, την ομαλή λειτουργία της δημόσιας υπηρεσίας και την ουδετερότητά της απέναντι στους πολίτες, τους οποίους οι υπάλληλοι, μέσω και της εργασιακής εμπειρίας που αποκτούν σε ένα σύστημα σταδιοδρομίας, καλούνται, κατά το ισχύον άρθρο 103 του Συντάγματος, να υπηρετούν. Όπως έγραφε το 1915 ο Κ.Δ.Πολυχρονιάδης «κράτος δικαίου και καθεστώς νομιμότητας δεν είναι νοητό δίχως την εξασφάλιση των δημοσίων υπαλλήλων από τις πολιτικές επιρροές και την σ’ αυτούς παροχή καταστάσεως μονιμότητας».

Η συνταγματική μονιμότητα συχνά ενοχοποιήθηκε για όλα τα αρνητικά φαινόμενα που παρήγαγε ο διοικητικός μηχανισμός του ελληνικού κράτους, όπως γραφειοκρατία και αναποτελεσματικότητα, έλλειψη ουσιαστικής αξιολόγησης και αναξιοκρατία, εκτεταμένη διαφθορά και πλήρης σχεδόν απουσία προσωπικής ευθύνης. Τούτο, καίτοι ήταν η πολιτική εξουσία, η οποία, εστιάζοντας κατά βάση στο πώς θα διασφαλίσει την αναπαραγωγή της, παρά στο παραγόμενο επ’ ωφελεία των πολιτών και της κοινωνίας έργο, συντηρούσε τα νοσηρά αυτά φαινόμενα, προκαλώντας έλλειψη σταθερότητας στις δομές του κράτους και αναστάτωση στον χώρο της δημοσιοϋπαλληλίας με πολλαπλές και ποικίλες νομοθετικές παρεμβάσεις, οι οποίες, κινούμενες συχνά στα όρια ή και καθ’ υπέρβαση των επιλογών του συνταγματικού νομοθέτη, στόχο είχαν να εξυπηρετήσουν απλώς το πελατειακό σύστημα που αγκύλωσε τη χώρα και μαζί κάθε σοβαρή προσπάθεια μεταρρύθμισης και εκσυγχρονισμού του κράτους και της οικονομίας.

Η μονιμότητα σταδιακά συρρικνώνεται, μένει έκθετη και αντιμετωπίζεται περισσότερο ως ασπίδα προστασίας των ίδιων των υπαλλήλων, λειτουργία την οποία ενίσχυσε ο κοινός νομοθέτης, διευρύνοντας υπέρμετρα τις επί μέρους συνταγματικές της εγγυήσεις, χωρίς ταυτόχρονα να διασφαλίζει τις αναγκαίες ποιοτικές της παραμέτρους. Έτσι, συχνά επανέρχεται το ζήτημα του περιορισμού της έκτασης εφαρμογής της, ακόμη και της κατάργησής της, χωρίς πάντως να προσδιορίζεται επακριβώς το καθεστώς που πρόκειται να προκύψει.

Τα επιχειρήματα εμπλουτίζονται από τις σύγχρονες, σε ευρωπαϊκό τουλάχιστον επίπεδο, τάσεις ιδιωτικοποίησης του δημοσιοϋπαλληλικού δικαίου, η οποία εκδηλώνεται με διάφορες μορφές. Η διαμόρφωση με το προεδρικό διάταγμα 164/2004, κατ’ επιλογή του κανονιστικού νομοθέτη, μιας νέας κατηγορίας προσωπικού ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, η οποία ανατροφοδοτείται κυρίως μέσω του θεσμού της κινητικότητας, έχει θέσει ζήτημα ευρυχωρίας των αναθεωρημένων συνταγματικών διατάξεων, παρότι η κατηγορία αυτή διεκδικεί σταδιακά την υπηρεσιακή εξομοίωσή της με το καθεστώς των μονίμων. Η όλο και συχνότερη ανάθεση διοικητικών καθηκόντων σε ιδιώτες, η αναζήτηση τεχνογνωσίας σε διάφορους εξωτερικούς φορείς και εταιρείες συμβούλων, η τοποθέτηση ιδιωτών σε θέσεις προϊσταμένων γενικών διευθύνσεων, έχουν εγείρει προβληματισμούς αναφορικά με τη σχέση μεταξύ του κανόνα υπέρ του μόνιμου προσωπικού που εισάγει το Σύνταγμα και των επιτρεπτών εξαιρέσεων. Η άρση της μονιμότητας θα διευκόλυνε την είσοδο στη δημόσια διοίκηση προσωπικού υπό καθεστώς «ευέλικτων» σχέσεων εργασίας του ιδιωτικού δικαίου, το οποίο, όμως, αποκομμένο από τις αρχές και τους κανόνες δεοντολογίας που διέπουν τη λειτουργία της διοίκησης, τελώντας σε καθεστώς οικονομικής ομηρίας, δεν θα υπηρετεί τον λαό αλλά τον εργοδότη του – εργολάβο του Δημοσίου, ανάλογα φυσικά και με τις επιλογές του κοινού πια νομοθέτη.

Η αρχή της μονιμότητας και το καθεστώς εργασιακής ασφάλειας που παρέχει, ουδέποτε εμπόδισαν τη λήψη μέτρων εκσυγχρονισμού και προσαρμογής του διοικητικού συστήματος. Δοκιμάστηκε, άλλωστε, έντονα κατά την περίοδο των μνημονίων, ενόψει θεσμικών αναδιαρθρώσεων που τέθηκαν επιτακτικά, με τρόπο άτακτο και με δημοσιονομική στόχευση, αθρόας κατάργησης οργανικών θέσεων και υποχρεωτικών μετατάξεων. Η ανθεκτικότητά της επιβεβαιώθηκε από τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας (ιδίως την απόφαση 3354/2013), η οποία ανέδειξε με σαφήνεια τα βασικά της προαπαιτούμενα. Την οργανικότητα των θέσεων που πρέπει να είναι νομοθετημένες και να εξυπηρετούν την ορθολογική οργάνωση των υπηρεσιών του κράτους και την ανάδειξη κριτηρίων που συνδέονται με τα προσόντα, τις ικανότητες και την εν γένει υπηρεσιακή απόδοση του κάθε υπαλλήλου. Τα προαπαιτούμενα αυτά αποτελούν δεσμεύσεις για τον κοινό νομοθέτη, προτρέποντας, με την αξιοποίηση και ενός νομοθετικού κεκτημένου που διαμορφώθηκε κατά την περίοδο αυτή, σε μια αλλαγή παραδείγματος στον τρόπο αντιμετώπισης του διοικητικού φαινομένου από την πολιτική εξουσία.

Επιλογή του αναθεωρητικού νομοθέτη δεν πρέπει, συνεπώς, να είναι ο περιορισμός ή πόσω μάλλον η άρση του θεσμού της μονιμότητας, αλλά, αφενός μεν, η αποκατάσταση και η περαιτέρω ενίσχυσή του, εστιάζοντας πρωτίστως σε ελλείμματα που διαχρονικά ο κοινός νομοθέτης δεν κατάφερε ή δεν θέλησε να υπερβεί, όπως το θέμα της αξιολόγησης, κατά προτεραιότητα των δομών, της τήρησης της αρχής της αξιοκρατίας κατά την επιλογή των μετακλητών υπαλλήλων και των οργάνων διοίκησης πληθώρας φορέων της καθ’ ύλην αυτοδιοίκησης, του τρόπου συγκρότησης των υπηρεσιακών συμβουλίων και της μη πρόωρης λήξης της θητείας των μελών τους, της σύνδεσης του μισθολογίου με τα προσόντα και την απόδοση του υπαλλήλου κ.λπ., αφετέρου δε, η αποσαφήνιση του καθεστώτος του προσωπικού ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και των θέσεων που μπορεί να καταλαμβάνει, με ανάλογες πάντως προς τους μονίμους εγγυήσεις ως προς τους όρους πρόσληψης και απόλυσής του.

*Δημοσιεύθηκε στο Βήμα της Κυριακής 18 Ιανουαρίου 2026

Ποινική ευθύνη υπουργών και Ευρωπαϊκή Εισαγγελία

Λίνα Παπαδοπούλου, Καθηγήτρια Συνταγματικού Δικαίου, Έδρα Jean Monnet, Νομική Σχολή ΑΠΘ

Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, όργανο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ), που θεσπίστηκε με τον Κανονισμό 2017/1939, έχουσα νομική προσωπικότητα και ανεξαρτησία, είναι αρμόδια να διερευνά, να διώκει και να παραπέμπει ενώπιον της δικαιοσύνης υπόπτους για ποινικά κολάσιμες πράξεις, που θίγουν τα οικονομικά συμφέροντα της ΕΕ (διαφθορά, απάτη και δη διασυνοριακή και στον τομέα του ΦΠΑ, νομιμοποίηση εσόδων). Πρόσφατα, ακούσαμε την Γενική Ευρωπαία Εισαγγελέα να λέει ότι το έργο της στη διερεύνηση των πιθανών ποινικών ευθυνών Υπουργών στις υποθέσεις των Τεμπών, λόγω μη υλοποίησης της σύμβασης 717 με ενωσιακά χρήματα για τον εκσυγχρονισμό των σιδηροδρόμων, όσο και στην περίπτωση του ΟΠΕΚΕΠΕ, λόγω της προέλευσης των σχετικών επιδοτήσεων από τον προϋπολογισμό της Ένωσης, παρεμποδίστηκε λόγω του άρθρου 86 Σ και παρέπεμψε το ερώτημα περί ασυμβατότητας ή/και αντίθεσης αυτού προς το ενωσιακό δίκαιο.

Τα ερωτήματα που τίθενται είναι αν η το άρθρο 86 Σ, σχετικά με την αποκλειστική αρμοδιότητα της Βουλής να κινήσει την ποινική δίωξη, με νομικό χαρακτηρισμό των πράξεων εκ μέρους της –χωρίς τη δυνατότητα παρέμβασης από δικαστικά όργανα– πρέπει εν προκειμένω να παραμεριστεί, όταν πρόκειται για την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης, βάσει της αρχής της «υπεροχής» (ορθότερα, προτεραιότητας εφαρμογής) του ενωσιακού έναντι του εθνικού (συμπεριλαμβανομένου και του συνταγματικού) δικαίου.

Ωστόσο, η αρχή αυτή δεν μπορεί να εφαρμοστεί με τρόπο αυτόματο στο ποινικό δίκαιο, ιδίως όταν τίθενται ζητήματα θεμελιωδών εγγυήσεων ή / και εθνικής (συνταγματικής) ταυτότητας. Εξάλλου, ο ίδιος ο Κανονισμός (άρθρο 29: Άρση προνομίων ή ασυλιών) προβλέπει ότι αν προβλέπονται, στο εθνικό δίκαιο, για κάποια πρόσωπα προνόμια ή ασυλίες «ο ευρωπαίος(-α) γενικός(-ή) εισαγγελέας υποβάλλει αιτιολογημένο γραπτό αίτημα άρσης αυτού σύμφωνα με τις διαδικασίες που προβλέπονται στο …εθνικό δίκαιο». Πάντως, το άρθρο αυτό εξασφαλίζει στο ΔΕΕ τον τελευταίο λόγο περί της ερμηνείας και της εφαρμογής του.

Από την άλλη, σημαντικές εδώ είναι και οι αρχές της καλόπιστης συνεργασίας (ΕΕ και ΚΜ, ά.4§3ΣΕΕ) και της πλήρους πρακτικής αποτελεσματικότητας του ενωσιακού δικαίου (effet utile). Έτσι, έχει κριθεί (ΔΕΕ, Melloni, C-399/11) ότι τα ΚΜ δεν μπορούν να επικαλούνται υψηλότερο επίπεδο συνταγματικής προστασίας (βάσει του άρθρου 53 Χάρτας Θεμελιωδών Δικαιωμάτων ΕΕ), αν έτσι παρεμποδίζουν την πλήρη εφαρμογή, ενότητα και προτεραιότητα εφαρμογής του ενωσιακού δικαίου, όταν αυτό έχει εναρμονιστεί εξαντλητικά. Ωστόσο, ο Κανονισμός για την EPPO δεν εναρμονίζει εξαντλητικά τα καθεστώτα ασυλίας, γι’ αυτό και το άρθρο 86 Συντ. δεν παραμερίζεται άνευ ετέρου. Εξάλλου, στην Taricco II (C-42/17), το ΔΕΕ αναγνώρισε ότι το ενωσιακό δίκαιο δεν υπερισχύει, όταν προσκρούει στην αρχή της νομιμότητας εγκλημάτων και ποινών, ως θεμελιώδη συνταγματική εγγύηση, κοινή σε ΚΜ και Ένωση. Εκεί, πάντως, επρόκειτο για παραγραφή, θεσμό ουσιαστικού ποινικού δικαίου, και όχι για δικονομικές ρυθμίσεις, όπως στο άρθρο 86Σ (αποσβεστική προθεσμία μέχρι το 2019 και όργανο δίωξης). Το ΔΕΕ, εξάλλου, υπενθυμίζει ότι το δίκαιο της Ένωσης δεν ανέχεται δομικούς μηχανισμούς ατιμωρησίας σε βάρος των οικονομικών της συμφερόντων.

Κατ’ αποτέλεσμα, το ΔΕΕ –αν η υπόθεση φτάσει σε εκείνο μετά από προσφυγή της Επιτροπής– θα πρέπει να προβεί σε λειτουργική στάθμιση, καθώς το ά.29 Καν.2017/1939, αν αναγνωστεί σε συνδυασμό με τα άρθρα 5§6 αυτού, 4§3 ΣΕΕ και 325 ΣΛΕΕ, δεν μπορεί να ερμηνευθεί ως λευκή επιταγή διατήρησης εθνικών μηχανισμών που οδηγούν σε πλήρη ματαίωση της δίωξης χωρίς να έχει παρεμβληθεί δικαστικό όργανο. Επίσης, δεν μπορεί να θεωρηθεί στοιχείο της απρόσβλητης από το δίκαιο της ΕΕ «εθνικής ταυτότητας» (ά.4§2 ΣΕΕ) η δυνατότητα της Βουλής να αποκλείει εντελώς τη δικαστική εξουσία, με βάση απλώς την αρχή της πλειοψηφίας στη Βουλή, όταν μάλιστα αυτό ισχύει για μια μικρή ομάδα ανθρώπων (νυν και πρώην υπουργούς) και μόνον. Το σύνολο των ρυθμίσεων καταλήγει και σε πιθανή παραβίαση της ΕΣΔΑ, και δη των άρθρων 6§1 (δίκαιη δίκη), 13 (αποτελεσματικό ένδικο βοήθημα) και 14 (απαγόρευση διακριτικής μεταχείρισης). Αλλά και αυτό μένει να κριθεί από το ΕΔΔΑ, αν κάποιο/α από τα θύματα προσφύγει/ουν, δεδομένου ότι δεν υπάρχει ακόμη ρητή επ’ αυτού νομολογία.

 

Πιο σύντομη εκδοχή του παρόντος κειμένου δημοσιεύτηκε στην εφημ. ΤΟ ΒΗΜΑ, Επιφυλλίδες 21/12/2025