Η δίκη του Ζακ και η πλημμελής εκπαίδευση των αστυνομικών

Ν.Κ. Αλιβιζάτος, Ομότιμος Καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Με τις αγορεύσεις των συνηγόρων της πολιτικής αγωγής και  της υπεράσπισης ολοκληρώνεται αυτές τις μέρες στο Μικτό Ορκωτό  η δίκη των τεσσάρων αστυνομικών και των δυο ιδιωτών που κατηγορούνται για τον φόνο του Ζακ Κωστόπουλου. Το φονικό είχε γίνει  μέρα μεσημέρι,  τον Σεπτέμβριο του 2018, στον πεζόδρομο της οδού Γλάδστωνος, κοντά στην Ομόνοια, στο κέντρο της Αθήνας.

Θυμίζω ότι οι μεν δύο ιδιώτες κατηγορούνται για θανατηφόρα σωματική βλάβη σε βάρος του θύματος, το οποίο ήταν άοπλο και  είχε εγκλωβιστεί στο κοσμηματοπωλείο του πρώτου κατηγορουμένου, από το οποίο προσπαθούσε να διαφύγει  συντρίβοντας  με πυροσβεστήρα  το διπλό τζάμι της βιτρίνας. Οι δε τέσσερις αστυνομικοί κατηγορούνται  για τις σωματικές κακώσεις που προκάλεσαν με πολλαπλά χτυπήματα, στην προσπάθειά τους να συλλάβουν τον Ζακ, λίγα μέτρα  παρακάτω. Ήταν άλλο ένα περιστατικό που συνδύαζε το κοινωνικό λιντσάρισμα  με  την αστυνομική βία. Αυτή τη φορά ωστόσο   πήρε μεγάλη δημοσιότητα λόγω του βιντεοληπτικού  και του ηχητικού υλικού, που προέβαλαν εκείνες τις μέρες όλες οι τηλεοράσεις και που  έχει έκτοτε αναρτηθεί στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.  Η τεχνολογία, συνεπώς, είναι εκείνη που έκανε τη διαφορά ανάμεσα στην υπόθεση του Ζακ και σε  άλλα παρόμοια περιστατικά, τα οποία, ακόμη και όταν φτάνουν στο ακροατήριο, περνούν συνήθως απαρατήρητα.

Έχοντας ασχοληθεί στο παρελθόν με την τόσο συνηθισμένη  ατιμωρησία αστυνομικών οργάνων που εμπλέκονται σε περιστατικά     αστυνομικής βίας, μπορώ να βεβαιώσω ότι στην υπόθεση Ζακ, παρ’ ότι οι εμπλεκόμενοι αστυνομικοί είχαν έναν έμπειρο σε τέτοιες υποθέσεις  συνήγορο -τον Υπουργό σήμερα Θάνο Πλεύρη- η ΕΔΕ που διατάχθηκε ευθύς αμέσως  ολοκληρώθηκε σχετικά σύντομα,  με πρόταση μάλιστα να παραπεμφθούν στο αρμόδιο πειθαρχικό συμβούλιο εννέα συνολικά αστυνομικοί, οι τέσσερις από τους οποίους με το ερώτημα της απόταξης. Στην πρώτη λοιπόν  φάση της πειθαρχικής διαδικασίας, ο   ταξίαρχος που την διεξήγαγε έκανε καλά τη δουλειά του. Δεν σημειώθηκαν, με άλλα λόγια,  οι συνήθεις αβελτηρίες, τις οποίες είχε επισημάνει στο από 4.5.2020 πόρισμά της προς τον Μιχ. Χρυσοχοῒδη η υπό την προεδρία μου Επιτροπή, την οποία ο τελευταίος είχε συγκροτήσει για το θέμα. Αρκεί βέβαια να γίνει έγκαιρα και η πειθαρχική δίκη των εγκαλουμένων, μετά και ανεξάρτητα από την έκβαση της ποινικής.

Το στοιχείο τουναντίον που με εντυπωσίασε και που η «υπόθεση Ζακ» ανέδειξε στο πανελλήνιο είναι μια άλλη κακοδαιμονία της ΕΛΑΣ, η οποία, παρά τις διαβεβαιώσεις των υπευθύνων όλων των κυβερνήσεων, τα τελευταία χρόνια, διαιωνίζεται. Αναφέρομαι στην πλημμελή εκπαίδευση των αστυνομικών. Παραθέτω ένα χαρακτηριστικό  απόσπασμα του παραπεμπτικού βουλεύματος:

«Εξ άλλου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ήταν προφανές σε κάθε παρευρισκόμενο στο συμβάν και όχι μόνο στους διαθέτοντες επαρκή εκπαίδευση και εμπειρία αστυνομικούς ότι το θύμα αντιμετώπιζε κίνδυνο υγείας του, αφού αιμορραγούσε και έφερε πολλαπλά τραύματα, ενώ, όταν κατόρθωσε να σηκωθεί και επιχείρησε να τρέξει κρατώντας ένα γυαλί, αμέσως άρχισε να εμφανίζει αστάθεια στη βάδιση και βρισκόταν σε κατάσταση σύγχυσης και αδυναμίας, με αποτέλεσμα να μη δύναται τη δεδομένη χρονική στιγμή να επιτεθεί σε τρίτους. Η δε νόμιμη σύλληψή του μπορούσε να επιτευχθεί ευχερέστερα και με ηπιότερα μέτρα […] σε σχέση με τη βία που εκδηλώθηκε […]».

Νομίζω ότι το ανωτέρω απόσπασμα μιλάει από μόνο του. Όταν επτά εκπαιδευμένοι αστυνομικοί και δύο ειδικοί φρουροί (τόσοι, επαναλαμβάνω,  διώκονται πειθαρχικά) δεν είναι σε θέση να συλλάβουν έναν αιμόφυρτο πολίτη, εμφανώς ψυχολογικά βεβαρυμμένο, ο οποίος   παραπατά, διερωτάται κανείς πώς θα αντιδρούσαν σε επιχειρησιακά πολύ δυσκολότερα περιστατικά. Η ευθύνη ανήκει προφανώς και στους ίδιους, αλλά και στην πολιτεία, που δεν φρόντισε να τους εκπαιδεύσει όπως επιβάλλουν οι σημερινές συνθήκες. Το υπογραμμίζει εμφαντικά και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο του Στρασβούργου που, εδώ και είκοσι χρόνια, έχει καταδικάσει επανειλημμένα την Ελλάδα για περιστατικά ασύμμετρης και αδικαιολόγητης αστυνομικής βίας. Και μόνον η ανάγνωση των σχετικών αποφάσεων προκαλεί θλίψη για το επίπεδο μιας χώρας που θέλει να λέγεται συνταγματικά πολιτισμένη.

Δεν ανήκει, βεβαίως, στους δικαστές και τους ενόρκους του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Αθηνών να καταδικάσουν την ΕΛΑΣ και την πολιτεία για την ελλιπή εκπαίδευση των αστυνομικών οργάνων. Η αθώωση, εν τούτοις, των εμπλεκομένων αστυνομικών, την οποία πρότεινε χθες ο εισαγγελέας της έδρας, κινδυνεύει να διαιωνίσει το κακό.  Μια αυστηρή καταδίκη τους, αν όχι για  θανατηφόρα σωματική βλάβη, τουλάχιστον για επικίνδυνη,  οφειλόμενη σε  κραυγαλέα έλλειψη εκπαίδευσης και επαγγελματικής συνείδησης,  ενδέχεται να φιλοτιμήσει όσους επιμένουν να κρύβονται πίσω από το δάκτυλό τους.

* Δημοσιεύθηκε στην Καθημερινή, 14.4.2022

 

 

 

 

 

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

4 × two =