Ι. Το Σύνταγμα, οι πολιτικοί δρώντες και η εγκατάσταση μιας σχέσης πολιτικής ευθύνης στην αντιπροσωπευτική δημοκρατία
Η αναζήτηση της πολιτικής ευθύνης των υπουργών στην Ελλάδα (1975-2025) γέννησε πολιτικές αντιπαραθέσεις, κοινοβουλευτικές συγκρούσεις[1] και, στην αρχή τον θυμό, μετέπειτα την αδιαφορία των πολιτών. Σε ό,τι αφορά το συνταγματικό δίκαιο, αποτελεί ένα από τα πεδία όπου τίθεται σε δοκιμασία η πρόσληψη του Συντάγματος ως θεμελιώδους κανονιστικού πλαισίου που ρυθμίζει την οργάνωση και την άσκηση της πολιτικής εξουσίας. Κομμάτι του οργανωτικού μέρους του καταστατικού χάρτη, οι κανόνες που θεμελιώνουν την πολιτική ευθύνη των κυβερνώντων και πλαισιώνουν την απόδοσή της, όχι μόνον εκφεύγουν του δικαστικού ελέγχου, αλλά εκφέρονται από τα υποκείμενα, την δράση των οποίων διέπουν και -πρέπει να- οριοθετούν.
Τούτη η συνθήκη, ευνοεί την βουλησιαρχική κατανόηση του συνταγματικού δικαίου, που αποδέχεται ότι το περιεχόμενο του κανόνα καθορίζεται από τον ερμηνευτή του[2] και ότι το Σύνταγμα δεν είναι τίποτε άλλο από ένα σύστημα κατανομής αρμοδιοτήτων, που ορίζει ποιο κρατικό όργανο θα διατυπώσει τελικά το ισχύον δίκαιο. Επίσης, φαίνεται να δικαιώνει την θεωρία για το «ζωντανό Σύνταγμα» που προτείνει την νοηματοδότηση των διατάξεων του με βάση τις κοινωνικοπολιτικές εξελίξεις, οι οποίες μεταβάλλουν όλες τις έννοιες, άρα και τις συνταγματικές, αποδεχόμενη με αυτόν τον τρόπο, ότι η ερμηνεία του Συντάγματος μπορεί να καταλήξει ακόμη και σε άτυπη μεταβολή ή αναθεώρησή του.[3]
Η συγκρότηση των συνταγματικών νοημάτων σε αναφορά με την πολιτική πραγματικότητα, είτε μέσα από την σύλληψη του «ζωντανού Συντάγματος»[4] είτε μέσω της ιστορικό-εξελικτικής[5] ή της δυναμικής ερμηνείας του[6], έχει το αναντίλεκτο πλεονέκτημα, ότι αποσυνδέει τα θεμελιώδη προτάγματα από την δυσπροσδιόριστη, ενίοτε υπερβατική, θέληση του συντακτικού νομοθέτη και ότι επιτρέπει την αποτελεσματική απάντηση σε σύγχρονα κανονιστικά αιτήματα, άγνωστα στους «ιδρυτές πατέρες» του πολιτεύματος. Έτσι, φαίνεται να διαφυλάσσεται η αντοχή του Συντάγματος, ιδίως απέναντι σε αιφνιδιαστικές ή βίαιες εξελίξεις, και να εξασφαλίζεται η μακροβιότητά του.
Ωστόσο, όλες οι παραπάνω θεωρήσεις γεννούν προβληματισμό: παρ’ότι επιχειρούν να ενισχύσουν τον σεβασμό του Συντάγματος στο ιστορικό πλαίσιο της εφαρμογής του, ωθούν προς μια νορματιβιστική κατανόησή του, ενώ ταυτόχρονα και αντιφατικά περιορίζουν την εγγυητική λειτουργία του. Καταρχάς, η ανανοηματοδότηση των συνταγματικών διατάξεων είναι έργο κυρίως των δικαστών, που διατυπώνουν το νέο περιεχόμενό τους με αξιώσεις γενικευσιμότητας: «διαπιστώνοντας» το συνταγματικά ισχύον στην μείζονα, κατασκευάζουν ένα αφηρημένο κανόνα, που εφεξής θα διέπει όλες τις όμοιες περιπτώσεις, ανεξάρτητα από τις έννομες συνέπειες που παράγονται κατά την επίλυση της επίδικης διαφοράς.
Με αυτό τον τρόπο, το Σύνταγμα προβάλλει κατεξοχήν ως σύνολο κανόνων, οι οποίοι διαμορφώνονται με την ευθύνη της δικαστικής εξουσίας[7] ή εν γένει των «σοφών» ερμηνευτών του, που γίνονται κύριοι του νοήματός του. Κατά δεύτερο, αλλά όχι λιγότερο σημαντικό λόγο, η πλαστικότητα που προσδίδεται στις συνταγματικές έννοιες κλονίζει τον αυστηρό χαρακτήρα του Συντάγματος, που σταδιακά παύει να διαθέτει αντικειμενικό ή έστω αντικειμενικά προβλέψιμο νόημα σε καθεμιά περίσταση που καλείται σε εφαρμογή. Ακόμη και όταν δίνεται έμφαση στην συμμετοχή των πολιτών κατά την πραγμάτωση των επιταγών του [8], η συνδρομή των λαϊκών προτάσεων διαθέτει εξαιρετικά περιορισμένη βαρύτητα στο ερμηνευτικό εγχείρημα. Το περιεχόμενο των συνταγματικών κανόνων καθορίζεται από το όργανο που θα τους εφαρμόσει, προσδιορίζοντας συγχρόνως τα όρια της εξουσίας του.
Η διαπλαστική δύναμη του εφαρμοστή του Συντάγματος και η συνακόλουθη φαλκίδευση του αυστηρού χαρακτήρα και της δημοκρατικής λειτουργίας του αναδεικνύονται εμφατικά στο πεδίο απόδοσης της πολιτικής ευθύνης της κυβέρνησης. Η πολιτική ευθύνη των υπουργών αρθρώνεται μέσα από διαδικασίες που συνήθως καθορίζονται με ακρίβεια από συνταγματικούς κανόνες, προκειμένου να πλαισιώνεται ο κομματικός ανταγωνισμός ακόμη και στις πιο συγκρουσιακές στιγμές του. Εν τούτοις, οι πολιτικές αντιπαραθέσεις αντανακλώνται άμεσα στην συνταγματική ερμηνεία, με αποτέλεσμα οι κανονιστικές αποφάνσεις να παρουσιάζονται πολύ εύκολα ως απόρροια της βούλησης της εκάστοτε κυβερνητικής πλειοψηφίας και της ηγεσίας της.
ΙΙ. Η πολιτική ευθύνη στο Σύνταγμα του 1975
Τούτη η εντύπωση επιβεβαιώθηκε κατά την πρώτη περίοδο εφαρμογής του Συντάγματος του 1975 και οι θεσμικές συνέπειες της έγιναν δεκτές με αμφιθυμία. Τούτο επειδή η συνταγματική ρύθμιση των δυο «στιγμών» της πολιτικής ευθύνης, δηλαδή ο διορισμός του Πρωθυπουργού και των υπουργών, καθώς και ο έλεγχος της πολιτικής τους δράσης από την Βουλή ή/και η αποπομπή της κυβέρνησης ή μελών της από την εξουσία, αποτύπωναν στο Σύνταγμα του 1975 την παράσταση μιας εκτελεστικής εξουσίας συγκεντρωτικής και προσωποπαγούς, που μπορούσε να ελέγξει την λαϊκή αντιπροσωπεία και να τρέψει το πολίτευμα στον βοναπαρτισμό.
Κατά την ιδρυτική περίοδο (1975-1981) λοιπόν, οι επιλογές της πλειοψηφίας της Ε’ «Αναθεωρητικής» Βουλής, παρά τις σφοδρές αντιδράσεις της αντιπολίτευσης, καθιστούσαν τον ΠτΔ ρυθμιστή όχι μόνο του πολιτεύματος, αλλά ενίοτε και των πολιτικών εξελίξεων[9]. Παρά την ρητή κατοχύρωση της αρχής της δεδηλωμένης (άρθρο 37 παρ. 2), στην περίπτωση που το κομματικό σύστημα έχανε τα πλειοψηφικά χαρακτηριστικά του, οι λεγόμενες «υπερεξουσίες» του αρχηγού του κράτους άφηναν ανοιχτό το ενδεχόμενο της ανάμειξής του στην κοινοβουλευτική και πολιτική ζωή: εφόσον από τις εκλογές δεν αναδεικνυόταν αυτοδύναμη μονοκομματική πλειοψηφία, ο Πρόεδρος διέθετε την δυνατότητα, να διορίσει ακόμη και εξωκοινοβουλευτικό πρωθυπουργό, εξοπλίζοντας τον συνάμα με την εξουσία να διαλύσει την Βουλή (άρθρο 37 παρ. 3 και 4 Συντ. 1975).
Επομένως, το συνταγματικό κείμενο πρόβλεπε το ενδεχόμενο να διασπάται η ευθύνη στο στάδιο του διορισμού της κυβέρνησης: Δεδομένου ότι ο ΠτΔ μπορούσε να διορίσει έμπιστό του πρωθυπουργό και να επιβάλλει την συγκρότηση κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας πρόθυμης να ακολουθήσει τις πολιτικές κατευθύνσεις του, η καχεξία του κομματικού συστήματος οδηγούσε σε διαμοιρασμό της πολιτική ευθύνης. Την πρωθυπουργία μπορούσε να αναλάβει ο εκλεκτός του ΠτΔ, που έτσι καθίστατο υπεύθυνος τόσο ενώπιον της Βουλής, όσο και προς τον αρχηγό του κράτους. Τούτο συμπαρέσυρε και το νόημα του άρθρου 37 παρ. 1 για την επιλογή των υπουργών, που προσλάμβανε άλλη διάσταση. Ο αρχηγός του κράτους είχε την ευχέρεια να επηρεάσει την σύνθεση του υπουργικού συμβουλίου και να επιβάλλει στον Πρωθυπουργό και στην Βουλή πρόσωπα της εμπιστοσύνης του σε υπουργικές θέσεις.
Αντίστοιχα, η «κατασταλτική» ευθύνη του Πρωθυπουργού αναπτυσσόταν και αυτή σε διπλή κατεύθυνση: ενώπιον της Βουλής σύμφωνα με το άρθρο 84 Συντ. και του ΠτΔ που ήταν εξοπλισμένος με την αρμοδιότητα αυτοδύναμης διάλυσης της Βουλής (άρθρο 41 παρ. 1 Συντ) και έμμεσης αποπομπής της κυβέρνησης. Τέλος, η ευθύνη των υπουργών ήταν και πάλι τριχοτομημένη, δεδομένου ότι ενεργοποιούνταν ενώπιον του πρωθυπουργού που πρότεινε τον διορισμό και την παύση τους, ενώπιον της Βουλής που μπορούσε να τους ελέγξει και με ατομική πρόταση μομφής και, σε ορισμένες περιπτώσεις ενώπιον του ΠτΔ.
Οι προεδρικές εξουσίες περιθωριοποιήθηκαν γρήγορα. Ο εμπνευστής του νεοδυαδικού και εξορθολογισμένου κοινοβουλευτισμού της Μεταπολίτευσης επέλεξε το αξίωμα του πρωθυπουργού για να διοικήσει την χώρα και να εφαρμόσει το πολιτικό του σχέδιο. Από την θέση αυτή κυβέρνησε με πυγμή, δείχνοντας, ότι το κέντρο της εκτελεστικής και εν γένει πολιτικής εξουσίας βρίσκεται στο μέγαρο Μαξίμου.
Πάντως, είναι λίγο απλουστευτικό να υποστηρίξει κανείς ότι η πρωθυπουργοκεντρική φορά του πολιτεύματος οφειλόταν στις προσωπικές προτιμήσεις του Κ. Καραμανλή. Η πρώτη δεκαετία της Μεταπολίτευσης υπήρξε για την Ελλάδα η ένδοξη περίοδος των κομμάτων: στο πολιτικό και κοινοβουλευτικό προσκήνιο πρωταγωνίστησαν κόμματα μαζών, που συνομιλούσαν με την κοινωνία, διέθεταν ζωντανές οργανώσεις που επικοινωνούσαν με την κοινοβουλευτική τους ομάδα και διεκδικούσαν συμμετοχή των μελών τους στην διαμόρφωση των αποφάσεων της παράταξης. Η εκλογική προοπτική των κομματικών σχηματισμών συναρτώταν με την κοινωνική τους εμβέλεια και την διάδρασή τους με τις πιο ζωντανές ομάδες και συλλογικότητες. Σε αυτό το περιβάλλον, ακόμη και η ΝΔ που ιδρύθηκε ως κόμμα του χαρισματικού ηγέτη της, προσέλαβε τα οργανωτικά χαρακτηριστικά λαϊκού κόμματος μαζών[10].
Η στιβαρή παρουσία των κομμάτων στην κοινωνία και η σπουδαιότητά τους στον πολιτικό ανταγωνισμό επέτρεψε την ανάπτυξη ενός δεσμού ανάμεσα στους εκλογείς, τους αντιπροσώπους τους και στον πραγματικό αρχηγό της εκτελεστικής εξουσίας, τον Πρωθυπουργό, εξαλείφοντας τα δυαδικά χαρακτηριστικά του κοινοβουλευτικού μας πολιτεύματος. Βαδίζοντας από το σύστημα του κυρίαρχου κόμματος στον δικομματισμό, κάθε μια εκλογική αναμέτρηση βεβαίωνε, ότι η ανάδειξη του Πρωθυπουργού γίνεται από την Βουλή και μόνο και ότι τούτο εγκαθιστά μια έστω ασθενική σχέση ευθύνης των υπουργών προς τους αντιπροσώπους του κυρίαρχου.
Έτσι, οι διαδοχικές εκδοχές του κομματικού συστήματος εξασφάλισαν τον σεβασμό της δεδηλωμένης, που με την περιωπή συνταγματικού εθίμου, αλλά με περιορισμένη αποτελεσματικότητα, καθόριζε επί ένα αιώνα την «κατανομή» της πολιτικής εξουσίας, επιβάλλοντας η πολιτική διεύθυνση της χώρας να ανατίθεται σύμφωνα με την προφανή, έκδηλη γνώμη της λαϊκής αντιπροσωπείας[11].
Συνοψίζοντας: η διαμόρφωση του πολιτειακού καθεστώτος ξεκίνησε με το Σύνταγμα του 1975, που με την κατάργηση της βασιλείας διέλυσε κάθε αμφισβήτηση για το θεμέλιο της κυριαρχίας και με την ρητή τυποποίηση της δεδηλωμένης ενίσχυσε τα κοινοβουλευτικά στοιχεία του κυβερνητικού συστήματος.[12] Ήταν εντούτοις η διαδικασία μετάβασης από την κυριαρχία της ΝΔ στην θριαμβευτική εγκατάσταση και του ΠΑΣΟΚ ως κόμματος εξουσίας στο πολιτικό σύστημα, που εξασφάλισε την συγκρότηση και εναλλαγή συμπαγών μονοκομματικών κοινοβουλευτικών πλειοψηφιών. Αταλάντευτα προσηλωμένες στις κατευθύνσεις της κυβέρνησης, εξασφάλισαν τον απόλυτο σεβασμό της αρχής της δεδηλωμένης, που μέχρι την πρώτη δεκαετία του 21ου αιώνα εφς. αρμόστηκε ανεξαίρετα.
Η συνταγματική πράξη του διορισμού της κυβέρνησης έδειξε, λοιπόν, ότι η κανονιστικότητα των συνταγματικών διατάξεων ελάχιστα επηρεάζεται από την βούληση των πρωταγωνιστών της πολιτικής ζωής και ότι, αντίθετα, η δομή του κομματικού συστήματος επικαθορίζει τα συνταγματικά νοήματα. Φανέρωσε επίσης, ότι η σχέση Συντάγματος και πολιτικής πραγματικότητας δεν είναι μονοσήμαντη: Η συνταγματική αποτύπωση της δεδηλωμένης ωθούσε τα μέλη του εκλογικού σώματος, για να διατυπώσουν αποτελεσματικά την εκλογική τους θέληση, να επιλέξουν εκείνο το κόμμα, που ο ηγέτης του θα μπορούσε να διεκδικήσει το πρωθυπουργικό αξίωμα, εμφανιζόμενος ως εκφραστής και καθοδηγητής της πλειοψηφίας του Κοινοβουλίου[13].
H ψήφος, η συμμετοχή και η κοινοβουλευτική αρχή προσέλαβαν διάσταση Ιανού: παρείχαν στους πολίτες την δυνατότητα να καθορίζουν τον γενικό πολιτικό προσανατολισμό της κρατικής εξουσίας, ενώ ταυτόχρονα τους «επέβαλλαν» να επιλέγουν τον κυβερνήτη τους ανάμεσα σε εκείνους που μπορούν να επιτύχουν την κατίσχυση του κόμματος τους στις εκλογές και μια ισχυρή πλειοψηφία στο Κοινοβούλιο. Ο πρωθυπουργός έγινε κυρίαρχος του κοινοβουλευτικού και πολιτικού παιχνιδιού[14] και η πολιτική ευθύνη άλλαξε φορά:
Τα στελέχη του κομμάτων, ιδίως του κυβερνητικού, που εξαρτούν την πολιτική τους επιβίωση από τις επιδόσεις του αρχηγού τους, έτειναν και τείνουν να συμμορφώνονται με τις επιλογές του, απεμπολώντας συχνά το δικαίωμα διαφοροποίησης ή ελέγχου. Όταν το πολίτευμα στηρίζεται σε σύστημα κυρίαρχου κόμματος ή στον δικομματισμό, η λαϊκή κυριαρχία πραγματώνεται με σχετική ευχέρεια, ταυτόχρονα όμως καθίσταται μονοσήμαντη, με την έννοια ότι η βασική επιταγή της, δηλαδή η ανάδειξη των κυβερνώντων μέσα από έναν πλουραλιστικό πολιτικό ανταγωνισμό, μοιάζει να υποκαθίσταται από την ανάδειξη του πρωθυπουργού μέσα από μια εν πολλοίς προσωποποιημένη αντιπαράθεση.
ΙΙΙ. Ο πρωθυπουργικός κοινοβουλευτισμός και οι αντινομίες του
Στα 50 χρόνια της ΙΙΙης ελληνικής δημοκρατίας, η έδρα της κυριαρχίας έχει μετατεθεί αποκλειστικά στον λαό, ωστόσο το μοναδικό όργανο που τον εκπροσωπεί άμεσα, η Βουλή τίθεται πολιτικά και θεσμικά υπό την επικυριαρχία του «δρώντος κλάδου» της εκτελεστικής εξουσίας και ιδίως του αρχηγού του: Ο πολιτικά ισχυρός πρωθυπουργός ενεργεί ως θεματοφύλακας της λαϊκής κυριαρχίας, ως ενσαρκωτής της λαϊκής θέλησης, την ιδιότητα του δε αυτή ενισχύει το γεγονός ότι παράλληλα είναι ο δημιουργός, εμπνευστής και ο εγγυητής της κυβερνητικής πλειοψηφίας.
Ταυτόχρονα, η διαλεκτική σχέση Συντάγματος και πολιτικής πραγματικότητας στήριξε την μεταλλαγή των πολιτικών κομμάτων, που από κόμματα μαζών έγιναν πολυσυλλεκτικά και τώρα πια τείνουν να μετεξελιχθούν στα λεγόμενα κόμματα –καρτέλ[15]. Πρόκειται για εξέλιξη που αλλάζει τον πολιτικό ανταγωνισμό και την αντιπροσώπευση και, κατά την γνώμη μου, αναβαθμίζει την σημασία των συνταγματικών κανόνων που ρυθμίζουν την εγκατάσταση της σχέσης ευθύνης με τον διορισμό του πρωθυπουργού και της κυβέρνησης. Η τήρηση των συνταγματικών διαδικασιών για την ανάδειξη του πρωθυπουργού αποτελεί μια ισχνή εγγύηση ότι, στην παρούσα συνθήκη ρευστοποίησης του κομματικού συστήματος, οι κοινοβουλευτικές ομάδες δεν θα περιθωριοποιηθούν παντελώς και ότι η σχέση κυβέρνησης και λαϊκής αντιπροσωπείας δεν θα είναι τυπολατρική[16].
Η αδυναμία προσδιορισμού της εμβέλειας της πολιτικής ευθύνης γίνεται σαφέστερη στην φάση του κοινοβουλευτικού ελέγχου, τα μέσα του οποίου αρθρώνουν την απόδοσή της σε όσους ασκούν την κυβερνητική εξουσία. Παρότι το επικοινωνιακό ενδιαφέρον επικεντρώνεται στις σπάνιες περιπτώσεις που κατατίθεται πρότασης μομφής, ο κοινοβουλευτικός έλεγχος, που καλεί την κυβέρνηση να απαντά τακτικά στα ερωτήματα και τις επικρίσεις της αντιπολίτευσης θα μπορούσε να « πυκνώσει » και να ουσιαστικοποιήσει την πολιτική της ευθύνη.
Παραταύτα, η κοινοβουλευτική πράξη της Μεταπολίτευσης φανερώνει αντιφάσεις[17]. Το πλήθος των ελεγκτικών μέσων που προβλέπονται από το Σύνταγμα και τον Κανονισμό της Βουλής[18], χρησιμοποιούνται τακτικά από την αντιπολίτευση, αλλά παράγουν ένα απογοητευτικό αποτέλεσμα: Η κυβέρνηση συχνά δείχνει να αδιαφορεί για τις πρωτοβουλίες των κομματικών της αντιπάλων, ενώ οι συνέπειες του ελέγχου στα μέλη του υπουργικού συμβουλίου είναι πενιχρές. Η αντιπολίτευση αξιοποιεί συστηματικά τις ελεγκτικές της δυνατότητες, οι πρωτοβουλίες της όμως δεν αναπτύσσουν καμιά συνέπεια σε κοινοβουλευτικό επίπεδο: καμιά πρόταση μομφής δεν ευδοκίμησε υπό το ισχύον Σύνταγμα, υψηλότατο ποσοστό επερωτήσεων και επίκαιρων ερωτήσεων δεν συζητούνται καν, ενώ οι δημόσιες πολιτικές δεν «απαντούν» στα αιτήματα και τις παρατηρήσεις των βουλευτών.
Αντίθετα, η προσφυγή στις λεγόμενες ειδικές διαδικασίες ελέγχου, όπως η ώρα του Πρωθυπουργού[19], και οι προ ημερήσιας διάταξης συζητήσεις[20] φαίνεται να συμβάλλει στην παραγωγή εκλογικού αποτελέσματος.[21] Στα 50 χρόνια εφαρμογής του Συντάγματος, οι θεματικές αυτών των συνεδριάσεων συγκρότησαν τον σκελετό του πολιτικού σχεδίου, ιδίως της εκάστοτε αξιωματικής αντιπολίτευσης, και αποτέλεσαν κομβικά σημεία της πολιτικής αντιπαράθεσης
Στον πρωθυπουργοκεντρικό κοινοβουλευτισμό, ο έλεγχος της κυβέρνησης υπηρετεί την διαμόρφωση του προφίλ του αρχηγού της αντιπολίτευσης και παράλληλα βοηθά στην ανανέωση του ηγετικού ρόλου του πρωθυπουργού. Ερανίζοντας από την κοινοβουλευτική πρακτική της τελευταίας δεκαπενταετίας: Κατά την ΙΕ’ κοινοβουλευτική περίοδο (2012 – 2014), η τότε αξιωματική αντιπολίτευση ΣΥΡΙΖΑ – ΕΚΜ είχε καταθέσει δεκαέξι (16) επίκαιρες ερωτήσεις προς τον Πρωθυπουργό. Μόνο οι έξι (6) απαντήθηκαν και αυτές από τον Υπουργό Οικονομικών κ. Ι. Στουρνάρα. Η θεματική τους ήταν εστιασμένη στις ασκούμενες μνημονιακές πολιτικές και επιχειρούσε να αναδείξει τις οικονομικές και κοινωνικές επιπτώσεις τους.
Στην επόμενη κοινοβουλευτική περίοδο η ΝΔ ως αξιωματική αντιπολίτευση είχε καταθέσει είκοσι δύο (22) επίκαιρες ερωτήσεις για την «ώρα του Πρωθυπουργού». Τα ερωτήματα δόμησαν την ρητορική τάξης και ασφάλειας του κόμματος, καθώς αφορούσαν φαινόμενα βίας και εγκληματικότητας, την θρυλούμενη ανομία στα πανεπιστήμια, το προσφυγικό και μεταναστευτικό πρόβλημα, την τρομοκρατία, την ανακεφαλαιοποίηση τραπεζών. Τα εθνικά θέματα είχαν επίσης την τιμητική τους, με την «αμφισβήτηση της Γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου», την αλλαγή του μνημειακού χαρακτήρα της Αγίας Σοφίας, δηλώσεις στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ για την ονομασία της τότε ΠΓΔΜ κά.
Τέλος, κατά την ΙΖ κοινοβουλευτική περίοδο (2019 – 2023), ο ΣΥΡΙΖΑ- ΠΣ κατέθεσε 27 ερωτήσεις που αποσκοπούσαν κατά βάση στον έλεγχο της ποιότητας της δημοκρατίας στην χώρα, δηλ. τα θέματα της ΕΥΠ, των επισυνδέσεων και παρακολουθήσεων από το Predator, την διαχειριστική διαφάνεια και την οικονομική εξυγίανση των πολιτικών κομμάτων, την στάση της Κυβέρνησης απέναντι στα εγκλήματα διαφθοράς, τα περιγραφόμενα ως «golden boys» της ΔΕΗ και ζητήματα αστυνομικής βίας. Δεν έλλειψαν θέματα για το κοινωνικό κράτος (εργασιακά δικαιώματα, εισαγωγή στα πανεπιστήμια.
Ο κοινοβουλευτικός έλεγχος, λοιπόν, συναρτάται στενά με το κομματικό σύστημα και μοιάζει να εξυπηρετεί τους στόχους των ισχυρότερων παραγόντων του. Οι συνταγματικές ρυθμίσεις «ξαναβρίσκουν» το νόημά τους μέσα από την δυναμική των σχέσεων και των αντιθέσεων που αναπτύσσονται στο πολιτικό σύστημα και η πολιτική ευθύνη διακυμαίνεται. Έτσι, στην παρούσα συγκυρία, ο κατακερματισμός της αντιπολίτευσης εξασθενεί δραματικά τον πολιτικό έλεγχο της κυβέρνησης[22], εφόσον ούτε η αξιωματική αντιπολίτευση δεν μπορεί να υποβάλλει αυτοτελώς πρόταση μομφής ή αίτημα σύστασης εξεταστικής επιτροπής.
Η καχεξία του κομματικού συστήματος φαίνεται να υποσκάπτει την επιτελεστικότητα της κοινοβουλευτικής αρχής και να μεταθέτει την απόδοση της πολιτικής ευθύνης στην ημέρα των εκλογών και στην έκβαση της αντιπαράθεσης των αρχηγών των κομμάτων και των επικοινωνιακών επιτελείων τους. Η πολιτική πραγματικότητα γίνεται όλο και πιο απρόβλεπτη, με αποτέλεσμα να αναζητούνται λύσεις και μέσω της προσεχούς αναθεώρησης του Συντάγματος, προκειμένου η πολιτική ευθύνη να διατηρήσει ένα ουσιαστικό κανονιστικό και πολιτικό περιεχόμενο[23].
IV. Το «μέλλον του παρελθόντος»[24] της πολιτικής ευθύνης
Το ερώτημα που τίθεται, λοιπόν, είναι αν τα εργαλεία της νεοτερικότητας, δηλαδή η συνταγματική ρύθμιση της πολιτικής ευθύνης της κυβέρνησης, είναι επαρκή και κατάλληλα για να πλαισιωθεί η μετανεοτερική πολιτική πραγματικότητα, ώστε η ανάδειξη στα κυβερνητικά αξιώματα να πραγματοποιείται σύμφωνα με την βούληση του λαού και των αντιπροσώπων του και οι κυβερνώντες να λογοδοτούν και να ελέγχονται αποτελεσματικά.
Τα 50 χρόνια συνταγματικής πρακτικής βοηθούν την προσέγγιση του προβλήματος. Καταρχάς, γίνεται φανερό ότι η κανονιστικότητα του Συντάγματος διασφαλίζεται όταν η ερμηνεία του λαμβάνει υπόψη την δυναμική του πολιτικού συστήματος, χωρίς εντούτοις να υποτάσσεται στις σκοπιμότητες της πλειοψηφίας ή τις «νομοτέλειες» της συγκυρίας. Η τήρηση των προβλεπόμενων διαδικασιών επιτρέπει την ουσιαστική συνομιλία του Συντάγματος με το κομματικό σύστημα και με τον τρόπο αυτό το πολίτευμα, με όλα τα ελλείμματα και τις αντιφάσεις στην λειτουργία του, διατηρεί τα θεμελιώδη χαρακτηριστικά του.
Αντίθετα, όταν το Σύνταγμα παρακάμπτεται και οι ερμηνείες του παραβιάζουν τα νοήματά του, η κανονιστική του επίδραση στην πολιτική πραγματικότητα εξασθενεί[25] και κάποτε αναπτύσσονται αρνητικές συνέπειες στον πολιτικό ανταγωνισμό και στην δημοκρατική συμμετοχή. Το «πάθημα» του σχηματισμού της κυβέρνησης του κ. Παπαδήμου είναι ένα καλό παράδειγμα σε μια εποχή όπου η προϊούσα αποδυνάμωση των κομμάτων προοιωνίζεται φτωχές πολιτικές λύσεις για την διακυβέρνηση της χώρας και περαιτέρω έκπτωση της ευθύνης των κυβερνώντων.
Εντελώς συνοπτικά: Η οικονομική κρίση και η έντονη δημοσιονομική της διάσταση οδήγησαν την κυβέρνηση του Γ. Παπανδρέου να πραγματοποιήσει ριζική μεταστροφή σε σχέση με τις προεκλογικές εξαγγελίες και δεσμεύσεις της. Τούτο κλόνισε το κοινοβουλευτικό έρισμα της κυβέρνησης, καθώς οι αποφάσεις που θα δέσμευαν την χώρα για τα επόμενα 20 χρόνια λαμβάνονταν από μια κοινοβουλευτική ομάδα σημαντικά στελέχη της οποίας δήλωναν ότι διαφωνούν με το περιεχόμενό τους, αλλά υπερψήφιζαν τα μέτρα για να μη χρεωθούν την κοινωνικοοικονομική κατάρρευση της χώρας.
Η πολιτική κατάσταση και η κοινοβουλευτική αποτύπωσή της έθεσαν στο προσκήνιο το ζήτημα διεξαγωγής εκλογών. Αντί, όμως, το επιτακτικό πολιτικό αίτημα –η οικονομική ανάκαμψη της χώρας και η ευρωπαϊκή της πορεία– να αποτελέσουν αντικείμενο πολιτικής αντιπαράθεσης και να σχεδιαστούν από κυβερνητικό σχήμα με νωπή λαϊκή εντολή, η διακυβέρνηση της χώρας ανατέθηκε στον τεχνοκράτη κ. Παπαδήμο, που εξασφάλισε τη στήριξη των πολιτικών αρχηγών των 2 μεγαλύτερων κομμάτων και του ΛΑΟΣ με βάση τις προσωπικές ικανότητές του ως πρώην κεντρικού τραπεζίτη[26].
Η ιδιότυπη αυτή κυβέρνηση αναδείχθηκε κατά παράκαμψη της συνταγματικά προβλεπόμενης διαδικασίας, διαρρηγνύοντας τους δεσμούς πολιτικής ευθύνης που στηρίζουν την πραγμάτωση της κοινοβουλευτικής αρχής. Είναι αλήθεια, ότι το άρθρο 37 παρ. 4 Συντ. επιτρέπει την ανάθεση της πρωθυπουργίας σε εξωκοινοβουλευτικό πρόσωπο, υπό τους όρους πάντως που αυτό θέτει: δηλαδή με την μεσολάβηση της κοινοβουλευτικής ομάδας του κόμματος ή των κομμάτων που πρόκειται να στηρίξουν την κυβέρνηση, η οποία έχει μεν την ευχέρεια να επιλέξει για μελλοντικό πρωθυπουργό έναν αποτελεσματικό διαχειριστή, διατυπώνοντας παράλληλα το πλαίσιο εντός του οποίου αυτός θα κινηθεί. Η ανάδειξη του κ. Παπαδήμου στην πρωθυπουργία παρέκαμψε την εκλεκτορική λειτουργία της Βουλής και ο πρωθυπουργός ανέλαβε την εξουσία όχι ως εκλεκτός της λαϊκής αντιπροσωπείας, αλλά των τριών αρχηγών των κομμάτων που τον υπέδειξαν.
Τούτο επηρέασε την φύση και την έκταση της πολιτικής του ευθύνης, που ούτως ή άλλως ήταν εξαιρετικά περιορισμένη, δεδομένου ότι αυτός δεν επρόκειτο να εμφανιστεί στον ελληνικό λαό και να λογοδοτήσει διεκδικώντας την εκλογή του. Ο κ. Παπαδήμος αναφερόταν στους πολιτικούς αρχηγούς-εντολείς του, διαπραγματευόταν με αυτούς τα μέτρα που θα υιοθετήσει το υπουργικό συμβούλιο και αυτοί αναλάμβαναν να πειθαρχήσουν τις κοινοβουλευτικές ομάδες των κομμάτων τους. Έτσι, οι πιο κρίσιμες αποφάσεις για τη χώρα μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο λήφθηκαν από έναν ολιγομελές επιτελείο, που τις διαμόρφωνε υπό το δίλημμα «λιτότητα ή άτακτη χρεοκοπία», «εξουθένωση των μεσαίων και ασθενών κοινωνικών στρωμάτων ή τριγμοί στο τραπεζικό και γενικότερα οικονομικό σύστημα της χώρας»;
Η απομείωση της επιτελεστικοτητας των κανόνων για τη πολιτική ευθύνη επηρέασε στην ουσία και το πολιτικό σύστημα[27]. Οι εκλογές που διενεργήθηκαν τον Μάιο και Ιούνιο του 2012 αναπαρήγαγαν και ενίσχυσαν την αποπολιτικοποίηση της κομματικής αντιπαράθεσης και την απαξίωση της πολιτικής: το βασικό διακύβευμα –αποδοχή ή απόρριψη των μνημονίων- της πρώτης εκλογικής αναμέτρησης επισκιάστηκε αμέσως μετά την επαναπροκήρυξη εκλογών από το δίλημμα «παραμονή της χώρας στο ευρώ ή όχι». Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα εμφανιζόταν, με την εντονότατη υποστήριξη των ΜΜΕ, μονοσήμαντη, σύμφωνα με το δόγμα «δεν υπάρχει εναλλακτική λύση» (TINA) που οι δανειστές της χώρας είχαν καταφέρει να προβάλλουν με πειστικότητα στον εγχώριο διάλογο. Σε αυτό το περιβάλλον, οι επιλογές του εκλογικού σώματος έχασαν σε μεγάλο βαθμό τον πολιτικό τους χαρακτήρα και ο φόβος ή/και ο θυμός αποτέλεσαν σημαντικές παραμέτρους της έκβασης των εκλογών.
Η εποχή των μνημονίων τελείωσε, ωστόσο η κατάσταση του πολιτικού συστήματος συνεχίζει να γεννά απαισιοδοξία. Η κρίση αντιπροσώπευσης βαθαίνει συνεχώς, καθώς τα πολιτικά κόμματα δυσκολεύονται όλο και περισσότερο να επιτελέσουν την δημοκρατική αποστολή τους: τούτα τα «ζωντανά κύτταρά» της» δημοκρατίας,[28] που καλούνται να μετατρέψουν τον λαό από άθροισμα ατόμων σε ένα οργανωμένο σύνολο ομάδων που μετέχουν στην πολιτική αντιπαράθεση και μεταγράφουν τα διαφορετικά πολιτικά σχέδια σε κοινοβουλευτικό λόγο και πράξη, έχουν αποδυναμωθεί. Πολυσυλλεκτικές πια οντότητες έχουν μεταθέσει τον ανταγωνισμό τους προς το κέντρο, καθιστώντας ανούσιες τις προτιμήσεις των πολιτών και λυμφατικό τον πολιτικό έλεγχο της κυβέρνησης που επικεντρώνεται σε δευτερεύοντα ζητήματα ή στην προσωπική επάρκεια των πρωταγωνιστών της πολιτικής ζωής .
Η επέλαση του νεοφιλελευθερισμού επέτεινε τα προβλήματα. Όταν ο πολιτικός ανταγωνισμός επικαθοριζεται από τις σκοπιμότητες της αγοραίας παγκοσμιοποίησης, που μεταμφιέζονται σε αιτιότητες των κοινωνικών σχέσεων, ο σχεδιασμός και η τήρηση ενός προγράμματος διακυβέρνησης της χώρας γίνεται θέμα τεχνικό και ξεφεύγει από το πεδίο των κοινοβουλευτικών διαδικασιών[29]: τόσο η ανάδειξη του πρωθυπουργού και των μελών της κυβέρνησης, όσο και ο καταλογισμός της ευθύνης για τις πράξεις τους εστιάζονται κυρίως στις διαχειριστικές και διαπραγματευτικές ικανότητές ικανότητές τους, χωρίς οι πολιτικές πράξεις τους να αποτιμώνται ουσιαστικά.
Τέλος, η άρθρωση της πολιτικής αντιπαράθεσης από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και με τα εργαλεία της τεχνητής νοημοσύνης επηρεάζει δραστικά και την πολιτική ευθύνη των κυβερνώντων, που μοιάζει να γίνεται διάχυτη και συγκυριακή. Ο λαός θρυμματίζεται σε πλήθος ατομικοτήτων που δεν έχουν εμπιστοσύνη στους αντιπροσώπους τους και επιχειρούν να κατευθύνουν και να ελέγξουν άμεσα το κυβερνητικό έργο συμμετέχοντας στα δημόσια πράγματα είτε πίσω από τον υπολογιστή τους είτε όταν τα συναισθήματά τους ξεχειλίζουν.
Ήρθε, λοιπόν, το τέλος της εποχής, όπου η πολιτική ευθύνη της κυβέρνησης ήταν το θεμέλιο της εξουσίας της; Μπορεί και αρκεί η αναθεώρηση του Συντάγματος να καθυποτάξει την ρευστή πολιτική πραγματικότητα, που διατρέχεται από αντικοινοβουλευτικές τάσεις και χαρακτηρίζεται από τον διαρκώς εντεινόμενο αυταρχισμό όσων ασκούν εξουσία; «Μια αναθεώρηση αντανακλά το πνεύμα της εποχής· δεν πηγαίνει κόντρα στο ρεύμα, ούτε επιχειρεί να συνετίσει τους πολίτες. Η εποχή μας αντανακλά … ένα πνεύμα αναθεωρητισμού εγγυήσεων που μετά τον Πόλεμο θεωρούνται κεκτημένα του φιλελεύθερου και δημοκρατικού πολιτεύματος. Πιθανόν σε ένα τέτοιο περιβάλλον ένα καλό Σύνταγμα να μην μπορεί να γίνει καλύτερο.»[30]
Πριν λοιπόν προχωρήσει κανείς σε σκέψεις για την αναμόρφωση του συστήματος απόδοσης της πολιτικής ευθύνης, είναι κρίσιμο να υπογραμμιστεί η σημασία της τήρησης του ισχύοντος Συντάγματος[31], ο σεβασμός των νοημάτων και των επιταγών του τόσο στην φάση του διορισμού της κυβέρνησης, όσο και κατά τον έλεγχο των πεπραγμένων της. Τούτο σημαίνει, ότι τα πολιτικά κόμματα θα πάρουν στα σοβαρά τον ρόλο τους ως παραγόντων της λειτουργίας του δημοκρατικού πολιτεύματος, αποδίδοντας στις ελεγκτικές κοινοβουλευτικές διαδικασίες την βαρύτητα που τους αναγνωρίζει ο καταστατικός χάρτης. Ο ερμηνευτικός αμοραλισμός, που προβάλλει ως ισχύον δίκαιο την βούληση της εκάστοτε κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας περιορίζει ήδη δραστικά την εφαρμογή του Συντάγματος και θα εξουδετερώσει κάθε αναθεωρητικό εγχείρημα για την ενίσχυση των μηχανισμών άρθρωσης της πολιτικής ευθύνης.
Αναγκαία προϋπόθεση για μια τέτοια στροφή στο πολίτευμα είναι, βέβαια, η ριζική αναμόρφωση του κομματικού συστήματος, ώστε οι δυνάμεις του να μεταγράφουν τις κοινωνικοπολιτικές συγκρούσεις στις κοινοβουλευτικές διαδικασίες και η διαμάχη τους να μην εξαντλείται σε συμβολική ή προσωπική αναμέτρηση των αρχηγών τους, αλλά να «αντανακλά» τις προσδοκίες των πολιτών και να σπουδαιολογεί τις επικρίσεις τους. Ο επαχθής εκδημοκρατισμός των κομμάτων και η απαιτητική επανασύνδεσή τους με τις κοινωνικές ομάδες και τις αντιθέσεις τους μπορούν να αναχαιτίσουν την υποβάθμιση της λαϊκής αντιπροσωπείας, να «πυκνώσουν» την πολιτική ευθύνη και να διευκολύνουν την πραγμάτωση του Συντάγματος[32].
Συνακόλουθα, κρίσιμο είναι η Βουλή να νομοθετήσει, για να εξασφαλιστεί ο δημόσιος έλεγχος της ηλεκτρονικής επικοινωνίας και κάποια τάξη στο χαοτικό σύμπαν της διαδικτυακής επικοινωνίας. Ο μεταμοντέρνος δεσποτισμός της εκτελεστικής εξουσίας στηρίζεται εν πολλοίς στην δυνατότητα των φορέων της να καθορίζουν τα πολιτικά διακυβεύματα, τις κοινωνικές στάσεις και τις εκλογικές προτιμήσεις με την συνδρομή ή την χρήση των ΜΜΕ και των ΜΚΔ, με αποτέλεσμα η αναζήτηση της ευθύνης τους σε κοινοβουλευτικό επίπεδο να χάνει το πολιτικό της νόημα.
Για τον λόγο αυτό, η αποκατάσταση της πολιτικής ευθύνης επιβάλλει έναν διαρκή αγώνα για την διαφύλαξη της αυτονομίας της πολιτικής σφαίρας που υποτάσσεται όλο και πιο σταθερά στον ρυθμιστικό επεκτατισμό των αγορών και στις σκοπιμότητές τους. Η συρρίκνωση της αυτοκυβέρνησης της πολιτικής κοινότητας και η έκπτωση της αντιπροσώπευσης επιτείνουν την υποβάθμιση της Βουλής και της ελεγκτικής αποστολής της: όσο η ευθύνη των κυβερνώντων καθορίζεται από την σχέση τους με τους ισχυρούς παίκτες της οικονομίας και της τεχνολογίας, τόσο η θεσμική ανάσχεση της κυβερνητικής αυθαιρεσίας περιθωριοποιείται και οι συνταγματικοί κανόνες αφυδατώνονται.
Απέναντι, λοιπόν, στην τάση της εκτελεστικής εξουσίας να διασπάται άτακτα εντός της «πολυεπίπεδης» διακυβέρνησης, να παρουσιάζει την διαχείριση των δημόσιων πραγμάτων ως θέμα τεχνοκρατικό και να μεταθέτει την αρμοδιότητα για την λήψη κοινωνικά κρίσιμων αποφάσεων στους σοφούς, η επάνοδος στον οργανωμένο πολιτικό ανταγωνισμό προβάλλει ως αναγκαίος όρος για την διαφύλαξη της -έστω ελλειμματικής- πολιτικής ευθύνης των κυβερνώντων. Η μάχη για την ενίσχυση του συλλογικού πράττειν και την καταπολέμηση της κυριαρχίας του ατομικισμού είναι προσπάθεια για να δημιουργηθούν οι συνθήκες που μπορούν να συμβάλλουν στην επανεγκατάσταση της σχέσης ανάμεσα στην κυβέρνηση και την λαϊκή αντιπροσωπεία. Είναι μια θεσμικοπολιτική εκστρατεία για να γίνονται σεβαστές οι κατευθύνσεις που έχει χαράξει το εκλογικό σώμα, να εξασφαλίζονται η διαφάνεια και η λογοδοσία των κυβερνώντων, με άλλα λόγια να πραγματώνεται η κοινοβουλευτική αρχή. Ίσως τότε η δημοκρατία μας να ξαναβρεί μια δυναμική πορεία.
[1] Ν., Αλιβιζάτος Το Σύνταγμα και οι εχθροί του στη νεοελληνική ιστορία: 1800-2020, Αθήνα, Πόλις, 2012, σ. 500 επ.
[2] Που στην πιο καθαρή μορφή της διατυπώθηκε από τον Chief Justice και πρώην κυβερνήτη της Ν. Υόρκης Charles Evans Hughes, ότι δηλαδή το Σύνταγμα είναι ό,τι ο δικαστής λέει ότι είναι: “We are under a Constitution but the Constitution is what the judges say it is, and the judiciary is the safeguard of our liberty and of our property under the Constitution.”, βλ. και Ευ. Βενιζέλος, «Το πρόβλημα της ερμηνείας του Συντάγματος. Η ερμηνεία του Συντάγματος μεταξύ νομικής δογματικής και επιστημολογικής ειλικρίνειας», σε: Δ. Τσάτσος, Η ερμηνεία του Συντάγματος, Αθήνα- Κομοτηνή, Α. Σάκκουλας, 1995, σ. 75 επ. (85 επ.).
[3] Βλ. την πολύ συγκροτημένη παρουσίαση της παραπάνω θεωρίας από τον Α. Βλαχογιάννη, «Για ένα ζωντανό Σύνταγμα», ΕφημΔΔ 2013/2 σ.286 επ. = sakkoulas-online
[4] Που και αυτή λειτουργεί ως ερμηνευτική αρχή, αυτ.
[5] Βλ. Α. Μανιτάκη, Ερμηνεία του Συντάγματος και λειτουργία του πολιτεύματος, Αθήνα-Κομοτηνή, Α. Σάκκουλας, 1996, σ. 54 επ, πρβλ Φ. Σπυρόπουλου, Η ερμηνεία του Συντάγματος, Αθήνα-Κομοτηνή, Α. Σάκκουλας, 1999, σ. 182 επ.
[6] Σπ. Βλαχόπουλος, Η δυναμική ερμηνεία του Συντάγματος, Αθήνα, Ευρασία, 2014, σ. 43 επ..
[7] Βλ. ενδεικτικά, Denis Baranger « Normativisme et droit politique face aux changements constitutionnels informels. A propos de l’ouvrage de Manon Altwegg-Boussac », Jus Politicum, n°11 [https://juspoliticum.com/articles/Normativisme-et-droit-politique-face-aux-changements-constitutionnels-informels-A-propos-de-l-ouvrage-de-Manon-Altwegg-Boussac]
[8] Α. Βλαχογιάννης, ό.π., C. Kouroundis, C., «Populist Constitutionalism and Representation. Reflections on the People in a New ‘Social Question’ Perspective».σε: A Kaidatzis, E. Kalampakou, I. Kamtsidou, C. Papastylianos, C. Stratilatis (eds), The People’s Constitution, Cham, Springer, 2024, σ. 179 επ. 181 επ.
[9] Αρ. Μάνεσης, «Η νομικοπολιτική θέση του Προέδρου της Δημοκρατίας και το κυβερνητικό σχέδιο Συντάγματος», σε: το ίδιου, Συνταγματική Θεωρία και Πράξη, Εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα-Θεσσαλονίκη 1980, σ. 593 επ., Α. Μανιτάκης, ««Ο χαρακτηρισμός του πολιτεύματος και οι σχέσεις προέδρου της Δημοκρατίας και πρωθυπουργού», ΤοΣ, 1982, σ. 370 επ., και στου ίδιου, Ερμηνεία του Συντάγματος και λειτουργία του πολιτεύματος, ό.π., 1996, σ. 101 επ. Κ. Χρυσόγονος, «Η αναθεώρηση του Συντάγματος και το κοινοβουλευτικό σύστημα», ΔκΠ 11, 1985, σ. 63 επ.
[10] Μ. Σπουρδαλάκης, «Το κομματικό φαινόμενο: Εξέλιξη και συγκυρία», σε: Δ. Τσάτσου/Ξ. Κοντιάδη (επιμ.), Το μέλλον των πολιτικών κομμάτων, Αθήνα 2003, σ. 39 επ.
[11] Γ. Αναστασιάδης, Ο διορισμός και η παύση των κυβερνήσεων στην Ελλάδα, Από την «αρχή της δεδηλωμένης¨στο Σύνταγμα το 1975, Θεσσαλονίκη, University Studio Press, passim.
[12] Χωρίς, όπως προαναφέρθηκε να εγκαταλειφθεί η προοπτική κηδεμόνευσης της Βουλής και της κυβέρνησης από τον αρχηγό του κράτους.
[13] Ιφ, Καμτσίδου, Το κοινοβουλευτικό σύστημα. Δημοκρατική αρχή και κυβερνητική ευθύνη, Σαββάλας, 2011, σ. 55 επ.
[14] Κ. Μποτόπουλος, Το «πρωθυπουργοκεντρικό» ελληνικό σύστημα. Πολιτικοί μύθοι και πραγματικότητα», ΝοΒ 1995, σ.206 επ., Ι. Καμτσίδου, «Η πρωθυπουργοκεντρική μορφή του ελληνικού κοινοβουλευτισμού», ΤοΣ, Τα Εικοσάχρονα του Συντάγματος 1975, 1998, σ. 201 επ.,, Γ. Τασόπουλος, Τα θεσμικά αντίβαρα της εξουσίας και η αναθεώρηση του Συντάγματος, Αθήνα- Θεσσαλονίκη, εκδ. Σάκκουλα, 2007, σ. 62 επ. = sakkoulas-online, Κ. Χρυσόγονος, «Η νομικοπολιτική θέση του πρωθυπουργού στο παλίμψηστο πολίτευμα», ΝοΒ 2009, σ. 1571 επ., Α. Παπατόλιας, «Πρωθυπουργοκεντρισμός και επιτελική διοίκηση στο ελληνικό πολιτικο-διοικητικό σύστημα», ΕφημΔΔ 2020, 416 επ., Γ. Καραβοκύρης, «Το επιτελικό κράτος: κανόνας δικαίου και μεταρρυθμιστική πρόκληση», Πειραϊκή Νομολογία 2020, σ. 12 επ.,
[15] Ενδεικτικά, Κ. Ελευθερίου, Το πολιτικό κόμμα, Αθήνα, ΕΝΑ-Ινστιτούτο Εναλλακτικών Πολιτικών, 2021, σ. 225 επ., 231 επ.
[16] Βλ. πιο κάτω υπό IV.
[17] Π. Μαντζούφας, «H σχέση πολιτικής και ποινικής ευθύνης των μελών της κυβέρνησης», ΕφημΔΔ 2009/4 σ.452 επ. = sakkoulas-online
[18] Τον Σύνταγμα και ο Κανονισμός της Βουλής ρυθμίζουν καταρχάς τα μέσα του ήπιου ή τακτικού ελέγχου της κυβερνητικής δράσης: οι ακροάσεις Υπουργών και υφυπουργών (άρθρο 41Α ΚτΒ) από τις Επιτροπές, οι ανακοινώσεις και δηλώσεις της κυβέρνησης (άρθρο 142Α ΚτΒ) , η υποβολή (και ενδεχομένως προσυπογραφή) αναφορών πολιτών (άρθρο 69 Συντ. και 125 ΚτΒ), οι αιτήσεις κατάθεσης εγγράφων (άρθρο 133 ΚτΒ) και οι ερωτήσεις (άρθρα 126 επ. ΚτΒ), καθώς και οι συζητήσεις στην Ολομέλεια με πρωτοβουλία των βουλευτών (άρθρα 132Α και 128Β ΚτΒ), συγκροτούν το πλέγμα παρακολούθησης του κυβερνητικού έργου.
Ήπιος και ταυτόχρονα επίκαιρος είναι ο έλεγχος που πραγματοποιείται με τις επίκαιρες ερωτήσεις (άρθρα 129 επ. ΚτΒ). Όλα τα παραπάνω μέσα μπορούν να ασκηθούν από καθένα μέλος του Κοινοβουλίου ατομικά ή ομαδικά, χωρίς δηλαδή την μεσολάβηση του κόμματος ή του αρχηγού του, με εξαίρεση τις επίκαιρες ερωτήσεις, τις οποίες συντάσσουν οι βουλευτές, αλλά επιλέγει ο αρχηγός της κοινοβουλευτικής ομάδας.
Στον λεγόμενο εντατικό κοινοβουλευτικό έλεγχο κατατάσσονται οι επερωτήσεις (άρθρα 134 επ. ΚτΒ) και οι επίκαιρες επερωτήσεις (άρθρο 138 ΚτΒ)μεταξύ των οποίων αυτές που απευθύνονται στον Πρωθυπουργό. Με αυτές εκφράζεται η επίκριση στην κυβέρνηση. Μορφή εντατικού ελέγχου αποτελεί κατά την γνώμη μου και η σύσταση εξεταστικών επιτροπών (άρθρα 68 § 2 Σ. και 144 ΚτΒ) δεδομένου ότι αντικείμενο του έργου της επιτροπής είναι η εξέλεγξη της κυβέρνησης και ότι μετά την αναθεώρηση του 2019 προβλέφθηκε ρητά, πως εξεταστική επιτροπή μπορεί να συσταθεί με απόφαση της κοινοβουλευτικής μειοψηφίας. Βέβαια, η πρόταση μομφής ή δυσπιστίας εκδηλώνει τον εντατικότερο έλεγχο της κυβνερήσης, δεδομένου ότι στοχεύει στην ανατροπή της
[19] Πρόκειται για τις επίκαιρες ερωτήσεις που απευθύνονται στον Πρωθυπουργό, που καλείται να λογοδοτήσει για συγκεκριμένο ζήτημα της επικαιρότητας.
[20] Η προ ημερησίας διατάξεως συζήτηση είναι μια μορφή ήπιου κοινοβουλευτικού ελέγχου . Σύμφωνα με το άρθρο 143 ΚτΒ σε κάθε βουλευτική σύνοδο διεξάγονται υποχρεωτικά επτά τέτοιες συζητήσεις, οι πέντε με πρωτοβουλία των κομμάτων της αντιπολίτευσης, που καθορίζουν και τα θέματά τους . Σε αυτές συμμετέχουν ο πρωθυπουργός, οι πρόεδροι των κοινοβουλευτικών ομάδων της αντιπολίτευσης και ένας ή δύο υπουργοί.
[21] Ιφ. Καμτσίδου, «O κοινοβουλευτικός έλεγχος και η αναθεώρηση του Συντάγματος», σε: https://www.dianeosis.org/research/protaseis-gia-ti-syntagmatiki-anatheorisi/ και τις εκεί παραπομπές.
[22] Γ. Μοσχονάς, «Χωρίς δεύτερο πόλο», Η Καθημερινή της Κυριακής, 10 Μαρτίου 2024, Ευθ. Παπαβλασόπουλος, «Κρίσεις και μετασχηματισμοί στο ελληνικό πολιτικό σύστημα: διεθνείς και εσωτερικές διαστάσεις», σε: https://nomarchia.gr/%ce%ba%cf%81%ce%af%cf%83%ce%b5%ce%b9%cf%82-%ce%ba%ce%b1%ce%b9-%ce%bc%ce%b5%cf%84%ce%b1%cf%83%cf%87%ce%b7%ce%bc%ce%b1%cf%84%ce%b9%cf%83%ce%bc%ce%bf%ce%af-%cf%83%cf%84%ce%bf-%ce%b5%ce%bb%ce%bb%ce%b7/
[23] Γ. Σωτηρέλης, «Η ώρα της περισυλλογής για την συνταγματική μας δημοκρατία», σε: https://www.constitutionalism.gr/i-ora-tis-perisillogis-gia-tin-sintagmatiki-mas-dimokratia/?hilite=%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%B8%CE%B5%CF%8E%CF%81%CE%B7%CF%83%CE%B7
[24] Δανείζομαι τον όρο le futur passé από τον τίτλο της ενδιαφέρουσας μελέτης του Mauro Barberis, «Le futur passé de la séparation des pouvoirs», Pouvoirs, 143, 2012/4 σ. 5 επ.
[25] Πρβλ. Σ. Βλαχόπουλο, ό.π., σ. 75 επ. , ο οποίος επισημαίνει τον κίνδυνο η δυναμική ερμηνεία που δεν σέβεται το νόημα του Συντάγματος, να εξελιχθεί σε ανεπίτρεπτη αναθεώρησή του.
[26][26] Βλ.Κ. Χρυσόγονος, Η καταστρατήγηση του Συντάγματος στην εποχή των μνημονίων, 2013, 49 επ., Ιφ. Καμτσίδου, «Οικονομική κρίση, Σύνταγμα και δημοκρατία», σε: https://www.constitutionalism.gr/kamtsidou-oikonomiki-krisi-syntagma-dimokratia/?hilite=%CE%A0%CE%B1%CF%80%CE%B1%CE%B4%CE%AE%CE%BC%CE%BF%CF%82#_ftnref11, Χ. Βερναρδάκης, Πολιτικά κόμματα, εκλογές και κομματικό σύστημα, 2η έκδ., Αθήνα- Θεσσαλονίκη, εκδ. Σάκκουλα, 2023, σ. 377 επ, = sakkoulas-online
[27] Πρβλ Α. Μανιτάκης, Η κατάρρευση του μεταπολιτευτικού πολιτικού συστήματος, με επίκεντρο την κρίση αξιοπιστίας της πολιτικής, την εποχή της αλληλο-εξαρτώμενης, παγκόσμιας και επιμερισμένης, ευρωπαϊκά, κυριαρχίας», σε: ˂www.constitutionalism.gr, https://www.constitutionalism.gr/manitakis-katareusi-politikou-sustimatos/#_ftn2˃, 2012.
[28] Βλ Α. Μανιτάκης, «Η δημοκρατική αρχή στο έργο του Αριστόβουλου Μάνεση και οι λογικές και ιστορικές προεκτάσεις της», Χαρμόσυνο Αριστόβουλου Μάνεση, Θεσσαλονίκη, εκδ Σάκκουλα, 1994, σ. 337επ., ιδίως σ. 351 επ.
[29] Βλ. Κ. Γιαννακόπουλος, Ο νεοφεουδαρχικός συνταγματισμός, Εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, 2022, ιδίως σ. 101 επ.
[30] Β. Χρήστου, «Μπορεί ένα καλό Σύνταγμα να γίνει καλύτερο;» σε : https://www.constitutionalism.gr/mporei-ena-kalo-sintagma-na-ginei-kalitero/?hilite=%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%B8%CE%B5%CF%8E%CF%81%CE%B7%CF%83%CE%B7
[31] Βλ. Α. Καϊδατζή, «Έξι θέσεις για την αναθεώρηση» σε : https://www.constitutionalism.gr/exi-theseis-gia-tin-anatheorisi/?hilite=%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%B8%CE%B5%CF%8E%CF%81%CE%B7%CF%83%CE%B7
[32] Πρβ. Μ. Σπουρδαλάκης, «Class Politics and Strategies for Party-Building.» State Transformations: Classes, Strategy, Socialism, Brill, 2021 σ. 274 επ.



