Μετά από παρέλευση μηνών από το σχετικό “Ανακοινωθέν του Προέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας σχετικά με το αποτέλεσμα της Διάσκεψης”, χρονική απόκλιση από μόνη της δικαιοπολιτικά προβληματική, εξεδόθη η απόφαση του ΣτΕ για τα μη κρατικά ΑΕΙ. Κατ΄αρχάς, αυτή η νομοθετική «καινοτομία», που εισάγεται με την αμφιβόλου συνταγματικότητας νέα διάταξη του άρθρου 34 §8 του π.δ. 18/1989[1], φέρει σε δύσκολη θέση τον εκάστοτε Πρόεδρο του Συμβουλίου της Επικρατείας, ο οποίος προβαίνει στην επιλογή της εφαρμογής της. Από τη συνταγματικά κατοχυρωμένη υποχρέωση απαγγελίας των δικαστικών αποφάσεων σε δημόσια συνεδρίαση σε συνδυασμό με την επιβαλλόμενη από το άρθρο 93 §3 του Συντάγματος υποχρέωση, οι δικαστικές αποφάσεις να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένες, προκύπτει ότι πριν την απαγγελία μιας απόφασης σε δημόσια συνεδρίαση, τούτη δεν υφίσταται με τη νομική έννοια του όρου, ήτοι νομικώς δεν έχει υπόσταση. Πριν το χρονικό αυτό σημείο και μέχρι την εν λόγω δημόσια απαγγελία της απόφασης, η υπόθεση τυπικώς τελεί εν διασκέψει. Πριν την πλήρη λεκτική εν κειμένω καταγραφή αλλά και ενδεχομένως την αποτίμηση της εν λόγω καταγραφής από τους Δικαστές που μετείχαν στη Διάσκεψη, ειδικώς επί τέτοιας φύσεως νομικά απαιτητικών υποθέσεων που λόγω σπουδαιότητας έχουν αχθεί στην κρίση της Ολομελείας, διερωτάται κανείς, στο μέτρο που η απόφαση μάλιστα τελικώς δημοσιευθεί μετά από παρέλευση μηνών, στη βάση άραγε ποιας συλλογιστικής δύναται οι δικαστικοί λειτουργοί να απωλέσουν το δικαίωμά τους να μεταπεισθούν από την τυχόν πειστικότερη καταγραφή και στοιχειοθέτηση της αντίθετης άποψης, να μεταβάλουν τη διατυπωθείσα γνώμη τους όταν δουν την πλήρη αιτιολογία εκάστης άποψης διατυπωμένη επακριβώς και διεξοδικώς ή και να έχουν, ακόμη κι αν εμμείνουν στην αρχικώς διατυπωθείσα τους άποψη, σημαντικές ενστάσεις σε σχέση με τη λεκτική καταγραφή της και τη νομική της στοιχειοθέτηση; Στα νομικά, ως γνωστόν, και η απλή αντιμετάθεση λέξεων αρκεί να αλλάξει ουσιωδώς την έμφαση των γραφομένων.
Η ενίοτε ατύπως τυγχάνουσα επίκλησης “ratio” (;) της εν λόγω διάταξης, ότι δηλαδή δι’ αυτής της «Ανακοινώσεως» ενημερώνονται «επισήμως» και «εγκαίρως» οι διάδικοι και η «κοινή γνώμη» με παράλληλη «αποφυγή διαρροών στα ΜΜΕ», δεν ξέρω κατά πόσο εναρμονίζεται με τον οφειλόμενο σεβασμό προς τους συμμετέχοντες στην εκάστοτε διάσκεψη Δικαστές και τις ελάχιστες αναμονές που δικαιούται κανείς να έχει σε σχέση με την πρόσληψη του λειτουργήματός τους. Σε κάθε περίπτωση, ακόμη και η ίδια αυτή η εν λόγω προβληματική νέα διάταξη ρητά ορίζει ότι στην εν θέματι «Ανακοίνωση» εμπεριέχεται και αναφορά στην «κατά προσέγγιση εκτιμώμενη ημερομηνία δημοσίευσης του κειμένου της απόφασης», πράγμα που εν προκειμένω δεν έλαβε χώρα. Τούτων δοθέντων, διατηρώ μείζονες επιφυλάξεις για τη δικαιοπολιτική προσθετικότητα (ήπιος ο επιλεγείς όρος) του φαινομένου να παράγονται εν τοις πράγμασι παραστάσεις άγουσες σε έννομες συνέπειες από μη υπάρχον τη δεδομένη στιγμή πλήρες κείμενο αποφάσεως, το δε αυτό πλήρες κείμενο και η με τη νομική έννοια του όρου «δικαστική απόφαση» να δημοσιεύεται μετά παρέλευση μηνών.
Επί της ουσίας της απόφασης τώρα, επισημαίνω συνοπτικά τα εξής: Προσήλθα με προσοχή στην ανάγνωση της εκδοθείσας απόφασης, αλλά και με την ανάλογη προσμονή, η οποία αντιστοιχεί στις τόσο κομβικές αναμονές που συνδέονται με τη λειτουργία και το θεσμικό βάρος του ανώτατου διοικητικού Δικαστηρίου της χώρας. Η προσμονή είναι δεδομένη, η κρίσιμη ουσιαστική «νομιμοποίηση» μιας δικανικής κρίσης, όπως άλλωστε και του ίδιου του επιστημονικού λόγου, είναι εντούτοις κάτι βαθύτερο, απαιτητικότερο, υποκείμενο στη βάσανο μιας στοιχειοθετούμενης πειστικότητας στη βάση ευκρινών, ελέγξιμων μεθοδολογικών κανόνων που προφυλάσσουν από την ευκαιριακότητα, την ανασφάλεια δικαίου και, εν τέλει, τη (δυνητική) αυθαιρεσία (Willkür). Αυτή λοιπόν η ουσιαστική νομιμοποίηση εκάστης δικαιοδοτικής κρίσης είναι διεκδικούμενη και διαρκώς ελεγκτέα, δεν είναι εκχωρούμενη a priori και ex officio. Τούτου δοθέντος, ο Δικαστής σ’ ένα κράτος Δικαίου οφείλει να αφίσταται αντανακλαστικών παραπεμπόντων σε δυσανεξία έναντι της επιστημονικής κριτικής, η οποία μάλιστα δεν υπέχει καμία «οφειλή» να συντείνει στη «νομιμοποίηση» της όποιας δικαστικής απόφασης. Τούτο συνιστά χρέος του Δικαστή που την εξέδωσε, ο οποίος «ομιλεί» δια της απόφασης και της αιτιολογίας της. Ειδικώς δε αν αισθάνεται ασφαλής ότι έπραξε κατά συνείδηση, η επιστημονική κριτική, ορθή ή εσφαλμένη κατά τον ίδιο, οφείλει να μην του προκαλεί άμβλυνση της οφειλόμενης θεσμικής και υφολογικής του εγκράτειας. Ας υπενθυμίσουμε εδώ τη ρήση του μείζονος Δικαστή, αείμνηστου Στ. Ματθία, ότι «ο Δικαστής οφείλει να μιλά και να φέρεται ως τέτοιος ακόμη κι όταν αδικείται». Κλείνω -φοβούμαι προσωρινώς- αυτή την ουσιώδη παρέκβαση μ’ ένα γενικότερο σχόλιο που αφορά τα επαναλαμβανόμενα τελευταία, ενίοτε μετ’ επιμονής εκφερόμενα περί της «ευθύνης του επιστημονικού λόγου», που δήθεν υπονομεύει δια της δριμείας κριτικής τη «νομιμοποίηση» της δικαστικής ή πολιτικής εξουσίας. Η δικαστική και πολιτική εξουσία έχει την πρωτογενή ευθύνη, ως προείπα, της διαφύλαξης της θεσμικής της αξιοπιστίας. Ο δημόσια εκφερόμενος επιστημονικός λόγος οφείλει αντιστοίχως να αρθρώνεται ελεύθερα, προφανώς τηρώντας κανόνες δεοντολογίας, αλλά και να λέει τα πράγματα με το όνομά τους υποκείμενος και αυτός σε κριτική αποτίμηση για το περιεχόμενο και το ύφος του.
Στο παρόν σύντομο κείμενο θα ήθελα να επιχειρήσω μια υπόμνηση για την ευρύτερη «μεγάλη εικόνα» σε σχέση με την εν γένει δικαιοδοτική αντιμετώπιση του ευρωπαϊκού Δικαίου αλλά και τη δομικώς επιλεκτική à la carte προσέγγιση του ενωσιακού εγχειρήματος στον τόπο μας από το πολιτικό μας σύστημα ευρύτερα[2]. Δεν θα προβώ συνεπώς σε εκτενή νομική αποτίμηση της εν λόγω σημαντικής απόφασης του ΣτΕ. Για τις ενωσιακού δικαίου παραμέτρους της συγκεκριμένης θεματικής των μη κρατικών ΑΕΙ έχω ήδη τοποθετηθεί σε γραπτά μου[3] και, φρονώ, δεν υφίσταται ανάγκη να επαναλαμβανόμεθα. Να επισημάνω εκ νέου δε, ότι δεν θεωρώ τη μεθοδολογική διάσταση της συγκεκριμένης περίπτωσης ιδιαιτέρως περίπλοκη, τουλάχιστον υπό το πρίσμα του γνωστικού αντικειμένου, το οποίο υπηρετώ[4]: τα όρια του επιλεγέντος από την τελικώς πλειοψηφήσασα άποψη της εν λόγω συνθέσεως της Ολομελείας του ΣτΕ μηχανισμού, ήτοι της σύμφωνης με το ενωσιακό δίκαιο ερμηνείας του εθνικού δικαίου, έχουν αποτυπωθεί εδώ και πολλά έτη με σαφήνεια στην πάγια νομολογία του ίδιου του Δικαστηρίου της ΕΕ αλλά και σε κάθε σοβαρό σύγγραμμα μεθοδολογίας του ευρωπαϊκού Δικαίου. Συγκεκριμένα, η ίδια η ενωσιακή έννομη τάξη δεν εγείρει αξίωση από τον εφαρμοστή του εθνικού Δικαίου να προβαίνει σε contra legem ερμηνεία του εθνικού Δικαίου[5]. Συνεπώς, η απορρέουσα και από την αρχή της καλόπιστης συνεργασίας (άρθρο 4 παρ. 3 ΣΕΕ) υποχρέωση για σύμφωνη με το ενωσιακό δίκαιο ερμηνεία δεσμεύει τον εθνικό δικαστή μόνο αν δεν υφίσταται σαφής (ήτοι ούτε καν αμφίσημη ή υποκείμενη σε καλυπτόμενες όμως από το γράμμα των επιδίκων διατάξεων τελολογικές διευρύνσεις ή συστολές) αντίθετη κανονιστική ρύθμιση του εθνικού δικαίου[6]. Αντιθέτως, αν κατά περίπτωση θεωρεί ο εθνικός Δικαστής ότι υφίσταται αντίθεση μεταξύ διατάξεων του ενωσιακού και του εθνικού Δικαίου, αφού όντως εντοπίσει ad hoc κανονιστική σύγκρουση, νομική διάγνωση όχι πάντα ευχερής, οφείλει να εφαρμόζει τις πρώτες αντί των δεύτερων και όχι να ισχυρίζεται ότι «ερμηνεύει» τις εθνικές διατάξεις καταργητικά[7] προβαίνοντας σε κατά κυριολεξία αντι – κειμενικές (με την έννοια της αντίθεσης στο κείμενο και τις λέξεις που το συγκροτούν) κατασκευές. Τούτο δε, ήτοι η ρητή επίκληση της αρχής της προτεραιότητας εφαρμογής του ενωσιακού (όταν, εννοείται, το ενωσιακό δίκαιο όντως ομιλεί επί του εκάστοτε επιδίκου θέματος) έναντι του εθνικού δικαίου, συνιστά την ενδεικνυόμενη προσέγγιση, ακόμη κι αν αυτή είναι εξωνομικώς μη «εύπεπτη» ή αν δημιουργεί ανεπιθύμητες προσμονές δικαιοδοτικής συνέπειας για το μέλλον. Οι εν λόγω θετικές προσμονές έχουν, ειρήσθω εν παρόδω, με την εν θέματι απόφαση του ΣτΕ πλέον συγκροτηθεί, καθότι, ένεκα οφειλομένου σεβασμού, πρέπει να θεωρούμε ως δεδομένο ότι το Δικαστήριο υποχρεούται να διαφυλάξει εφεξής τη νομολογιακή και ερμηνευτική του συνέπεια και αξιοπιστία. Διατηρούμε συνεπώς επαυξημένες προσδοκίες, αυτός ο εξαϋλωτικός δυναμισμός της «σύμφωνης με το ενωσιακό δίκαιο ερμηνείας» να μην υποστεί άξαφνη σίγαση και οδηγηθούμε προσεχώς σε επιλεκτική επαναμείωση της κανονιστικής εμβέλειας διατάξεων και αρχών του ενωσιακού δικαίου ανεξαρτήτως της όποιας κατά περίπτωση πολιτικής τους επενέργειας.
Κατά τα λοιπά, έγκριτοι συνάδελφοι, όπως ο Σπ. Βλαχόπουλος[8] και ο Αντ. Καραμπατζός[9] ασκώντας κριτική στην άποψη της πλειοψηφίας εν προκειμένω[10], σχεδόν με ίδιας διατύπωσης επικεφαλίδες στα κείμενά τους, προσφάτως ομίλησαν με νόημα για τη βαρύτητα «του Συντάγματος και των λέξεών» του[11]. Δεν έχω συνεπώς κάτι περαιτέρω να προσθέσω, εκτός ίσως του θέματος της εξ επόψεως ενωσιακού δικαίου λίαν προβληματικής και, ας μου επιτραπεί ο όρος, ο οποίος είναι εντούτοις επιστημονικά ακριβόλογος, μη σύννομης απόφασης της πλειοψηφήσασας άποψης για μη υποβολή προδικαστικού ερωτήματος κατά το άρθρο 267 της ΣΛΕΕ. Για το προφανές της νομικής υποχρεωτικότητας, εν προκειμένω, της προδικαστικής παραπομπής ας επισημάνω μόνο το εξής: Το ίδιο το Συμβούλιο της Επικρατείας, ήδη από δεκαετίες, υπάρχοντος, προφανώς, του μηχανισμού της συμφώνου με το ενωσιακό δίκαιο ερμηνείας αλλά και του συνόλου της τώρα επικαλούμενης νομολογίας του ΔΕΕ, παγίως υποστήριζε ότι οι επίδικες κείμενες συνταγματικές διατάξεις του άρθρου 16 Σ ήταν σαφέστατες κατά περιεχόμενο και εξ αυτών συνάγονται τα ακόλουθα: «Η ανώτατη εκπαίδευση παρέχεται στην Ελλάδα αποκλειστικώς από ιδρύματα που αποτελούν νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, πλήρως αυτοδιοικούμενα, απαγορεύεται δε απολύτως η σύσταση σχολών ανώτατης εκπαίδευσης από ιδιώτες, ασχέτως του προορισμού ή του χαρακτήρα των σχολών αυτών».[12] Η από μόνη της, εξ επόψεως ενωσιακού δικαίου, νομικά αναγκαία αλλά και επαρκής συνθήκη της έλλειψης πρότερης ad hoc ερμηνευτικής τοποθέτησης και αποσαφήνισης εκ μέρους του ΔΕΕ του συγκεκριμένου επίδικου νομικού θέματος (α), η ύπαρξη σημαντικής μειοψηφίας στην υπό κρίση απόφαση του ΣτΕ που ρητά τάσσεται υπέρ της υποβολής προδικαστικού ερωτήματος (β), αλλά και η σαφής ένδειξη της παντελούς έλλειψης επί δεκαετίες (!) οιασδήποτε κριτικής νύξης ενωσιακού θεσμικού οργάνου για δήθεν ασυμβατότητα του άρθρου 16 Σ με το ενωσιακό Δίκαιο (γ), συγκροτούν σωρευτικά πλείονες εστίες αμφισημίας που νομικά δεν δικαιούται να παραγνωρίσει το δικάζον εθνικό Δικαστήριο αφιστάμενο της υποβολής προδικαστικού ερωτήματος[13]. Τούτο συντρέχει κατά μείζονα λόγο όταν η όλως αντίθετη της αίφνης προκριθείσης από την πλειοψηφήσασα άποψη ερμηνευτική προσέγγιση συνιστά την πάγια, μέχρι τη δεδομένη στιγμή, νομολογία του ιδίου (!) του δικάζοντος ανώτατου εθνικού Δικαστηρίου. Να σημειώσω επίσης εκ νέου, ότι δεν προέκυψε τώρα το ερμηνευτικό πρόταγμα της σύμφωνης με το ενωσιακό δίκαιο ερμηνείας του εθνικού δικαίου, δεν συνιστά κάποιο οψιγενές σχήμα ή σύλληψη, αντιθέτως ανάγεται σε πάγια, προϋπάρχουσα, σταθερή νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) και ως προς την ύπαρξη αλλά, ως προελέχθη, και ως προς τα όριά του.
Ας μου επιτραπεί, τέλος, με κάθε δέοντα σεβασμό να επισημάνω επίσης ότι, όταν υφίσταται πλειάδα επανειλημμένων αποφάσεων του συγκεκριμένου Δικαστηρίου κινούμενη προς μια σαφή δικαιοδοτική και ερμηνευτική κατεύθυνση με εναλλασσόμενες μάλιστα συνθέσεις και ομόφωνα εκδοθείσες αποφάσεις κυριολεκτικώς μέχρι «προχθές», οι σημειολογικές διασυνδέσεις που εμπεριέχονται στην πλειοψηφήσασα άποψη για την ιστορική συσχέτιση του άρθρου 16 Σ με την επαίσχυντη δικτατορία των συνταγματαρχών δεν είναι απλώς πραγματολογικά εσφαλμένη, αλλά στερείται ενδεχομένως και αβρότητας προς τις/τους συναδέλφους Δικαστές, πρώην και νυν, που μετείχαν των εν λόγω συνθέσεων που εξέδωσαν τις πολυάριθμες αυτές αποφάσεις και συγκρότησαν την μέχρι σήμερα πάγια νομολογία του Δικαστηρίου. Δεν ήταν άραγε αυτές και αυτοί επαρκώς ευαισθητοποιημένοι προς αυτή τη δήθεν υφιστάμενη αρνητική ιστορική συσχέτιση των επίμαχων συνταγματικών διατάξεων σε αντίστιξη με την τώρα πλειοψηφήσασα άποψη που εκδηλώνει αποκαταστατικά τα «ορθά» αντανακλαστικά; Κατά τα λοιπά οι εμμέσως επιχειρηθείσες αυτές συσχετίσεις με τη Δικτατορία είναι ούτως ή άλλως όλως αλυσιτελείς και νομικά μη προσθετικές: τούτο διότι η προοπτική αναθεώρησης της εν λόγω συνταγματικής διάταξης επανειλημμένα αποκρούστηκε – καλώς ή κακώς – μεταδικτατορικά από διαφορετικής σύνθεσης δημοκρατικά εκλεγμένες κοινοβουλευτικές πλειοψηφίες. Ο δημοκρατικά νομιμοποιημένος συντακτικός νομοθέτης με μια μάλλον όχι συνήθη ή τυχαία σαφήνεια, πληρότητα, επιτακτικότητα αλλά και επιμονή αποτύπωσε μια θεμελιακή πολιτική του επιλογή[14], στην οποία μάλιστα ενέμεινε στο πλαίσιο των διαδικασιών αναθεώρησης του 2001, του 2008 και του 2019[15].
Ενόψει των προαναφερθέντων, ολοκληρώνω το παρόν κείμενο με μια σύντομη αναφορά στη -διακριτή της νομικής- δικαιοπολιτική διάσταση του θέματος της ίδρυσης και εγκατάστασης μη κρατικών ΑΕΙ στη χώρα μας, η οποία (διάσταση) δεν φαίνεται πάντως να υπήρξε ή να συνιστά έστω σήμερα προτεραιότητα των ιθυνόντων και της δημόσιας συζήτησης. Η τελευταία διάσταση είναι πολυσχιδής, πολυπαραμετρική και προφανώς θεσμικά αδικείται από την ελλειπτικότητα και συνοπτικότητα της δημόσιας διαβούλευσης που υιοθετήθηκε, γεγονός που εν προκειμένω παραπέμπει σε μια επίφαση ρηχού “μεταρρυθμιστικού” οίστρου χωρίς ευρύτερο ολοκληρωμένο πλάνο για τις μείζονες εκπαιδευτικές προκλήσεις που αντιμετωπίζει η χώρα μας. Εκφάνσεις αυτής της προχειρότητας, φοβούμαι, ήδη κατέστησαν ορατές. Ένα σχόλιο μόνο εδώ: Καμία σοβαρή συζήτηση δεν μπορεί να γίνει για το παρόν, το μέλλον και τις προοπτικές της ανώτατης εκπαίδευσης, και εν γένει της Παιδείας, αν δεν υφίσταται συνολικότερο σχέδιο, όραμα και ανοικτή δημόσια συζήτηση για το κομβικό ζήτημα του παραγωγικού και εκπαιδευτικού μοντέλου, των ιεραρχήσεων της χώρας αλλά και των προβλημάτων της εκπαίδευσης όλων των βαθμίδων, αρχής γενομένης από την πρωτοβάθμια εκπαίδευση στον τόπο μας. Δεν είναι ξεκομμένη και αυθύπαρκτη η ανώτατη εκπαίδευση από το συνολικό μας εκπαιδευτικό σύστημα ούτε από ευρύτερες στρατηγικές σταθμίσεις για την κοινωνία, την οικονομία και τις αναπτυξιακές προοπτικές του τόπου στον δύσκολο 21ο αιώνα των καθημερινά αναιρούμενων «βεβαιοτήτων» και σταθερών και τις ποικίλες διεθνείς προκλήσεις του[16]. Το ότι η ανώτατη εκπαίδευση δεν είναι αποκομμένη από το τί προηγείται αυτής στην εκπαιδευτική αλυσίδα συνιστά εμπειρική διαπίστωση που την κάνει κάθε πανεπιστημιακός Καθηγητής την πρώτη ημέρα παρουσίας του στο αμφιθέατρο διδασκαλίας.
Κλείνοντας, προσωπικά – για την όποια αξία τούτη η προσωπική διευκρίνιση έχει – δεν προσέρχομαι με κάποια ιδεολογική αρνητική προ-τοθέτηση στο θέμα των μη κρατικών ΑΕΙ. Τοποθετούμαι συνεπώς μόνο για λόγους αρχής επί θεμάτων μείζονος νομικής σημασίας για την προσέγγιση και μεταχείριση του εν γένει ευρωπαϊκού δικαίου, γνωστικού αντικειμένου που προσπαθώ επί δεκαετίες να υπηρετώ. Κατά τα λοιπά, ας στηρίξει, ως οφείλει, η ελληνική Πολιτεία, το ελληνικό Δημόσιο Πανεπιστήμιο των χιλίων προβλημάτων και ας ιδρυθούν όσα ιδιωτικά Πανεπιστήμια το επιθυμούν, αν κομίζουν επιστημονική και κοινωνική προσθετικότητα με εγγυήσεις διαφύλαξης της ακαδημαϊκής ελευθερίας και σοβαρότητας.
[1] Με το άρθρο 25 του νόμου 4786/2021 [«Εφαρμογή διατάξεων του Κανονισμού (ΕΕ) 2017/1939 του Συμβουλίου της 12ης Οκτωβρίου 2017 σχετικά με την εφαρμογή ενισχυμένης συνεργασίας για τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, ρυθμίσεις για τη λειτουργία των δικαστηρίων και άλλες διατάξεις»- ΦΕΚ 151 Α] προστέθηκε μια νέα παράγραφος [η 8η] στο άρθρο 34 του π.δ. 18/1989 [Κωδικοποίηση διατάξεων νόμων για το. Συμβούλιο της Επικρατείας- ΦΕΚ 8Α] έχουσα ως εξής: «8. Σε υποθέσεις αρμοδιότητας της Ολομέλειας του Δικαστηρίου, ο δικαστικός αυτός σχηματισμός έχει τη δυνατότητα, εκτιμώντας τις περιστάσεις, να δίνει στη δημοσιότητα, δια του Προέδρου του, μετά το πέρας της διάσκεψης, σύντομη ανακοίνωση για το περιεχόμενο της απόφασης που ελήφθη και την κατά προσέγγιση εκτιμώμενη ημερομηνία δημοσίευσης του κειμένου της».
[2] Α. Μεταξάς, Η Ευρώπη και το Δίκαιό της ως «σημαία ευκαιρίας»;, ΤΟ ΒΗΜΑ, 22.07.2025, https://www.tovima.gr/print/opinions/i-eyropi-kai-to-dikaio-tis-os-simaia-eykairias/
[3] Ενδεικτικά Α. Μεταξάς, «Μη κρατικά ΑΕΙ και ενωσιακό δίκαιο: Μεταξύ πραγματικότητας και προσχήματος», διαθέσιμο ηλεκτρονικά στο https://www.constitutionalism.gr/mi-kratuka-aei-kai-enosiako-dikaio/?hilite=μεταξάς.
[4] Όντως σύνθετη είναι, αντιθέτως, η αποτίμηση της υφιστάμενης εγγενούς πολυπλοκότητας, η οποία χαρακτηρίζει την ευρύτερη πολυπαραμετρική και δυναμική προβληματική της σχέσης συνύπαρξης εθνικής, ενωσιακής και διεθνούς έννομης τάξης. Μιας προβληματικής με έντονα εξωνομικά και, εν τέλει, βαθιά πολιτικά στοιχεία (βλ. σχετικά Α. Μεταξά, «Η ποιοτική ιδιαιτερότητα της ενωσιακής έννομης τάξης», 2020, σελ. 55 επ.). Σύνθετο και κομβικό είναι επίσης το ζήτημα του εντοπισμού του κατισχύοντος κάθε φορά εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, όταν βέβαια συντρέχει αυτό που αποκαλώ “οντολογικές προϋποθέσεις” της κανονιστικής σύγκρουσης, ήτοι όταν όντως υφίστανται αλληλοαποκλειόμενες κανονιστικές επιταγές επί του ιδίου θέματος στην εθνική και ενωσιακή ή/και διεθνή έννομη τάξη, που διεκδικούν εφαρμογή στο συγκεκριμένο πραγματικό. Αυτό το στάδιο του νομικού συλλογισμού, ήτοι η διάγνωση ταυτοχρόνως διεκδικουσών εφαρμογή πολυκαταγωγικών, ήτοι προερχόμενων εκ πλειόνων εννόμων τάξεων (εθνικών, υπερεθνικών κλπ.), κανονιστικών επιταγών συνιστά μια ενίοτε όχι ευχερούς επίλυσης άσκηση.
[5] Πάγια νομολογία του ΔΕΕ, βλ., αντί άλλων, απόφαση της 18ης.1.2022, C-261/20, Thelen Technopark Berlin, ECLI:EU:C:2022:33, σκέψη 28, απόφαση της 13ης.12.2018, C 385/17, Hein, EU:C:2018:1018, σκέψη 51, απόφαση της 15ης.1.2014, C-176/12, Association de médiation sociale, EU:C:2014:2, σκέψη 39, απόφαση της 24ης.1.2012, C-282/10, Dominguez, EU:C:2012:33, σκέψη 25, απόφαση της 15ης.4.2008, C-268/06, Impact, EU:C:2008:223, σκέψη 100. Βλ. και τη σχετική επισήμανση του αειμνήστου Γενικού Εισαγγελέα Υ. Βot, ότι η contra legem ερμηνεία, δηλαδή η ερμηνεία η οποία αντιβαίνει στο ίδιο το σαφές και μονοσήμαντο γράμμα της οικείας εθνικής διάταξης, συνιστά ένα όριο στην υποχρέωση σύμφωνης με το ενωσιακό δίκαιο ερμηνείας της, «διότι δεν είναι δυνατό να απαιτείται από τον εθνικό δικαστή να επεκτείνει την ερμηνευτική του αρμοδιότητα τόσο ώστε να υποκαθιστά την κανονιστική εξουσία» (στις από 25.11.2015 προτάσεις του στην υπόθεση C-441/14, DI, σκ. 68).
[6] Πάγια τοποθέτηση της θεωρίας και της νομολογίας των ενωσιακών δικαστηρίων. Επί των σχετικών επιβαλλόμενων μεθοδολογικών διαστίξεων βλ. ενδεικτικά Karl Riesenhuber (Hrsg.), Europäische Methodenlehre, Handbuch für Ausbildung und Praxis, 2. Auflage, De Gruyter, 2010, ιδίως σελ. 276 επ.. Πρβλ. γενικά και Thomas M.J. Möllers, Juristische Methodenlehre, 6. Auflage, C.H. BECK, 2025.
[7] „Soweit das nationale Recht keinen Spielraum für eine primärrechtskonforme Rechtsfindung (Auslegung und Rechtsfortbildung) lässt, muss es unangewendet bleiben.”. Πρβλ. επίσης πάγια νομολογία του ΔΕΕ, απόφαση της 4ης.2.1988, C-57/86, Murphy, EU:C:1988:62, σκέψη 11, απόφαση της 28ης.9.1994, C-200/91, Colorell Pension Trustees, EU:C:1994:348, σκέψη 29, απόφαση της 5ης.10.1994, C-165/91, Van Munster, EU: C:1994:359, σκέψη 34, απόφαση της 26ης.9.2000, C-262/97, Engelbrecht, EU:C:2000:492, σκέψεις 39 επ., απόφαση της 18ης.3.2004, C-8/02, Leichtle, EU:C:2004:161, σκέψη 58.
[8] Σπύρος Βλαχόπουλος, «Οι λέξεις και το Σύνταγμα – Σκέψεις για την ερμηνεία του Συντάγματος με αφορμή την Ολομ ΣτΕ 1918/2025», διαθέσιμο ηλεκτρονικά στο www.constitutionalism.gr/oi-lexeis-kai-to-sintagma-skepseis-gia-tin-ermineia-tou-syntagmatos-me-aformi-tin-olom-ste-1918-2025/.
[9] Αντώνης Γ. Καραμπατζός, «Οι λέξεις του Συντάγματος και η βαρύτητά τους», διαθέσιμο ηλεκτρονικά στο www.constitutionalism.gr/oi-lexeis-tou-syntagmatos-kai-i-varytita-tous/.
[10] Από την μετά την έκδοση της εν λόγω απόφασης του ΣτΕ σχετική αρθρογραφία βλ. ενδεικτικά Γ. Τασσόπουλο, «Το ζωντανό Σύνταγμα και το άρθρο 16 Σ. – Σχόλιο στις ΣτΕ Ολομ. 1919, 1920/2025», 28.11.2025, διαθέσιμο ηλεκτρονικά στο https://www.syntagmawatch.gr/trending-issues/to-zwntano-syntagma-kai-to-arthro-16/, Γ. Δρόσο, «Ο ν. 5094/2024 για τα “Νομικά Πρόσωπα Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης” και η απόφαση ΣτΕ (Ολ.) 1918/2025 υπό το φως του Συντάγματος και του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης», διαθέσιμο ηλεκτρονικά https://www.syntagmawatch.gr/trending-issues/o-n-5094-2024-gia-ta-nomika-proswpa-panepisthmiakhs-ekpaideushs/, Λ. Παπαδοπούλου, «Το ΣτΕ λέει “ναι” στα ιδιωτικά πανεπιστήμια», To BHMA 23/11/2025, Γ, Σωτηρέλη, «Ιδιωτικά και κερδοσκοπικά (μη) Πανεπιστήμια. Οι θλιβερές επιπτώσεις μιας διάτρητης δικαστικής απόφασης», διαθέσιμο ηλεκτρονικά https://www.constitutionalism.gr/idiotika-kai-kerdoskopika-mi-panepistimia-oi-thliveres-epiptoseis-mias-diatritis-dikastikis-apofasis/, 13.09.2025, Κ. Γιαννακόπουλο, «Η ερμηνευτική αποκένωση του Συντάγματος», 28.11. 2025, διαθέσιμο ηλεκτρονικά στο https://nomarchia.gr/η-ερμηνευτική-αποκένωση-του-συντάγμα/, Α. Μεταξά, «Ο κίνδυνος της ευκαιριακής “μεθοδολογίας”, TO BHMA, 25.11.2025».
[11] Δεν είναι εδώ ο κατάλληλος χώρος για μια διεξοδική κριτική αποτίμηση της σημαντικής θεωρητικής επεξεργασίας του Β. Βενιζέλου για το «επαυξημένο Σύνταγμα». Θα ήταν, πιστεύω, τούτο αναντίστοιχο της δεδομένης της εμβέλειας. Ας πω απλώς ότι στη δική μου ακαδημαϊκή κουλτούρα, «σημαντική» είναι μια θεωρητική σύλληψη ακόμη κι αν προσωπικά διατηρώ επιφυλάξεις για πτυχές της αλλά και για τη συγκρότηση ενός μη ευκαταφρόνητου κινδύνου επιλεκτικής της χρήσης, κυρίως από τη δικαιοδοτική κρίση. Οι σκέψεις του Καθηγητή Β. Βενιζέλου εν προκειμένω αναμετρώνται με ένα όντως μείζον, επίκαιρο ζήτημα: τη διερεύνηση τρόπων τοποθέτησης του συνταγματικού φαινομένου σε μια εποχή πολλαπλών εστιών άμβλυνσής του, ζήτημα ορθώς συνδεόμενο με την εκ των πραγμάτων προϊούσα άμβλυνση της κρατικής κυριαρχίας. Ό,τι ανοίγει μια επιστημονική συζήτηση διατυπώνοντας μάλιστα προτάσεις διαχείρισης ενός υπαρκτού μείζονος θέματος είναι στην αντίληψή μου κατ΄αρχήν επικροτητέο, καθότι θέτει ένα πλαίσιο για την άρθρωση κριτικής, διαφωνιών ή συμφωνιών, ενισχύοντας τη νοητική διέγερση. Έτσι προάγεται η επιστήμη αλλά και μας παρέχονται δυνατότητες κριτικής εκ νέου αποτίμησης και των προσωπικών μας προσεγγίσεων. Αυτή την εισφορά, προσωπικά τουλάχιστον, την πιστώνω στις σχετικές θεωρητικές επεξεργασίες του Β. Βενιζέλου.
[12] Πρβλ. expressis verbis λίαν προσφάτως ΣτΕ (Γ΄ Τμήμα) 1781/2024 με παραπομπή στην πάγια νομολογία του ΣτΕ 922/2023 επταμ., 547/2008 επταμ., βλ. και ΣτΕ 1789/2023, 1318/2009, 211/2006 κ.ά.
[13] Για τη μείζονα σημασία του μηχανισμού της προδικαστικής παραπομπής για τη συγκρότηση και συνοχή της ενωσιακής έννομης τάξης βλ. Α. Μεταξά, «Αστική ευθύνη του Δημοσίου για παραβάσεις του κοινοτικού δικαίου από τα εθνικά δικαστήρια: Εκφάνσεις μιας (ακόμη) όψης της «ευρωπαϊκοποίησης» του εθνικού διοικητικού δικαίου», Ευρωπαίων Πολιτεία, Τεύχος 2, Αθήνα: Εκδόσεις Αντ. Σάκκουλα (2007) και ιδίως τη σελ. 72 ως προς τη θεμελίωση αστικής ευθύνης του κράτους μέλους από αδικαιολόγητη παράλειψη αποστολής προδικαστικού ερωτήματος. Για τη σημασία της υποχρέωσης υποβολής προδικαστικού ερωτήματος προς το ΔΕΕ και υπό το πρίσμα του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ βλ. Ευγ. Πρεβεδούρου, «Δικαστήριο του Στρασβούργου και προδικαστική παραπομπή στο Δικαστήριο του Λουξεμβούργου (ΕΔΔΑ της 13.2.2020, Sanofi Pasteur κατά Γαλλίας και της 14.3.2023, Γεωργίου κατά Ελλάδας)», 01.07.2023, διαθέσιμο ηλεκτρονικά στο https://www.prevedourou.gr/δικαστήριο-του-στρασβούργου-και-προδ/.
[14] Βλ. Ξ. Κοντιάδη, Αντισυνταγματική η λειτουργία ιδιωτικών Πανεπιστημίων, ηλεκτρονικά διθέσιμο στο https://www.constitutionalism.gr/antisintagmatiki-i-leitourgia-idiotikon-panepistimion/, Α. Καϊδαντζή, Ψευδοερμηνευτική κατάργηση του άρθρου 16, ηλεκτρονικά διαθέσιμο στο https://www.constitutionalism.gr/psevdoermineftiki-katargisi-tou-arthrou-16/. Βλ. όμως και Α. Μανιτάκη, Αναχρονιστική και αντίθετη στην ακαδημαϊκή ελευθερία, διαθέσιμο ηλεκτρονικά στο https://www.constitutionalism.gr/anaxronistiki-kai-antitheti-stin-akadimaiki-eleftheria/, ο οποίος διατυπώνει μια θέση ερμηνευτικού σχετικισμού με μη ορατές (ενδεχομένως προβληματικές στη γενικότητά τους) επιπτώσεις στην κανονιστικότητα του συνταγματικού κειμένου, ειδικώς όταν γίνεται λόγος για «επινόηση νοημάτων»: «Γενικότερα, δεν υπάρχει φράση γραπτή ή προφορική που δεν υπόκειται σε ερμηνεία, που να μην είναι έμπλεη νοημάτων, τα οποία ο αναγνώστης και ερμηνευτής οφείλει να ανακαλύψει ή να επινοήσει. Πόσω μάλλον το Σύνταγμα.»
[15] Για την προϊστορία της αναθεωρητικής συζήτησης για το άρθρο 16 Σ πρβλ. Χ. Τσιλιώτη, Ένα επικίνδυνο εγχείρημα: Η παράκαμψη του άρθρου 16 Συν. με διακρατικές συμφωνίες, διαθέσιμο ηλεκτρονικά στο https://www.syntagmawatch.gr/trending-issues/ena-epikindyno-egxeirhma/.
[16] Όπως ορθά επισήμαινε ο Β. Βενιζέλος κατά την αγόρευσή του το έτος 2007 στην Επιτροπή Αναθεώρησης του Συντάγματος κατά τη συζήτηση επί του άρθρου 16 του Συντάγματος (https://www.evenizelos.gr/parliament/constitutionalreview2008/212-x-16-.html): «Το πρόβλημα της εκπαίδευσης είναι αναπτυξιακό, κοινωνικό, πολιτικό, χρηματοδοτικό, όχι συνταγματικό.»




