Κράτος Δικαίου και ποινική  ευθύνη υπουργών

Ελισάβετ Συμεωνίδου-Καστανίδου, ομότιμη καθηγήτρια Ουσιαστικού Ποινικού Δικαίου, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης

Ι. Εισαγωγή

Βασική αρχή του κράτους δικαίου είναι η ισότητα ενώπιον του νόμου. Αυτό προκύπτει από το άρθρο 4 του Συντάγματος, που  ορίζει ρητά ότι «οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου», αλλά και από το άρθρο 20 του Χάρτη Θεμελιωδών Ελευθεριών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σύμφωνα με το οποίο «όλοι οι άνθρωποι είναι ίσοι έναντι του νόμου».

Η γενική ισχύς της αρχής αυτής τέθηκε υπό αμφισβήτηση τον τελευταίο καιρό στην Ελλάδα, σε ό,τι αφορά την ποινική μεταχείριση των υπουργών και υφυπουργών που εμπλέκονταν σε σοβαρές ποινικές υποθέσεις, οι οποίοι είτε «απαλλάχθηκαν» με συνοπτικές διαδικασίες χωρίς καν να συγκροτηθεί η προβλεπόμενη από το Σύνταγμα προανακριτική επιτροπή είτε παραπέμφθηκαν μόνο για το ελαφρύ πλημμέλημα της παράβασης καθήκοντος (άρθρο 259 ΠΚ), την ίδια στιγμή που όσοι δεν είχαν την υπουργική ιδιότητα παραπέμπονταν για τις ίδιες αυτές υποθέσεις σε βαθμό κακουργήματος, με απειλούμενη ποινή ακόμα και ισόβιας κάθειρξης[1].

Το μήνυμα που εξέπεμψε το Κοινοβούλιο ήταν σαφές: Όταν μια Κυβέρνηση διαθέτει απόλυτη πλειοψηφία στην Βουλή, μπορεί να εξασφαλίζει και απόλυτη προστασία στους υπουργούς και υφυπουργούς της για πιθανές εγκληματικές πράξεις που έχουν τελέσει κατά την άσκηση των καθηκόντων τους.

Το αποτέλεσμα αυτό δεν οφειλόταν μόνο στο νομοθετικό πλαίσιο που διέπει την ποινική ευθύνη των υπουργών, αλλά κυρίως στην ευθεία καταστρατήγησή του, με την επίκληση αβάσιμων ερμηνευτικών κατασκευών. Ωστόσο και το ίδιο το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο επιτρέπει τη χειραγώγηση της διαδικασίας, ώστε τελικά η διερεύνηση σοβαρών ποινικών αδικημάτων, για τα οποία υπήρχαν και στο παρελθόν υπόνοιες εμπλοκής μελών της Κυβέρνησης, να καταλήγει σε παρωδία.

Στο κείμενο που ακολουθεί αναδεικνύονται τα προβλήματα που δημιουργεί τόσο το ίδιο το άρθρο 86 Συντ., όσο και οι «προσπάθειες» ερμηνευτικής του προσέγγισης και ερευνάται στη συνέχεια αν υπάρχει πράγματι μια επαρκής νομιμοποιητική βάση για την διατήρηση της ειδικής διαδικασίας σε ό,τι αφορά τα λεγόμενα «υπουργικά αδικήματα».

 

ΙΙ. Οι προβληματικές συνταγματικές διατάξεις

(α) Η Βουλή ως μόνο αρμόδιο όργανο για την άσκηση ποινικής δίωξης

Ως ένα βασικό πρόβλημα του ισχύοντος νομικού πλαισίου αναφέρθηκε η (κατά την αναθεώρηση του 2001) τροποποίηση του άρθρου 86 παρ. 1  Συντ. και η αναφορά της Βουλής ως του μόνου οργάνου που δικαιούται να ασκεί ποινική δίωξη σε βάρος υπουργών[2]. Αντίθετα, κατά την ψήφιση του Συντάγματος το 1975, η Βουλή είχε απλώς το δικαίωμα να ασκεί ποινική δίωξη σε βάρος των υπουργών για πράξεις η παραλείψεις τους κατά την άσκηση των καθηκόντων τους[3].

Στην πραγματικότητα όμως η αλλαγή αυτή στη διατύπωση του άρθρου δεν επηρέασε το εύρος της αρμοδιότητας του Κοινοβουλίου. Γιατί ήδη από την ψήφιση του Συντάγματος του 1975 προβλεπόταν ρητά στην δεύτερη παράγραφο του άρθρου ότι: «Δίωξη, ανάκριση, προανάκριση ή προκαταρκτική εξέταση κατά των προσώπων και για τα αδικήματα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 δεν επιτρέπεται χωρίς προηγούμενη απόφαση της Βουλής».

Ο ρόλος της Βουλής είναι λοιπόν αποφασιστικής σημασίας σε ό,τι αφορά την ποινική ευθύνη των υπουργών καθόλη τη διάρκεια της μεταπολίτευσης, αλλά και πριν από αυτήν, καθώς στο Σύνταγμα του 1975 ενσωματώθηκαν διατάξεις που ίσχυαν σε προηγούμενα Συντάγματα[4].

(β) Η «αμελλητί» παραπομπή της δικογραφίας στη Βουλή

Κατά την αναθεώρηση του 2001 έγινε ωστόσο πράγματι μια σημαντική αλλαγή, μέσω της οποίας αφενός περιορίστηκε ο ρόλος των δικαστικών αρχών και αφετέρου ενισχύθηκε ουσιωδώς ο ρόλος του Κοινοβουλίου.

Ειδικότερα, το Σύνταγμα του 1975 προέβλεπε αρχικά ότι αν κατά την διεξαγωγή διοικητικής εξέτασης προέκυπταν στοιχεία που μπορούσαν να θεμελιώσουν ευθύνη μέλους της Κυβέρνησης ή υφυπουργού, ο διενεργών την εξέταση τα διαβίβαζε στη Βουλή μέσω του αρμόδιου εισαγγελέα «μετά το πέρας της διοικητικής εξέτασης» (άρθρο 86 παρ. 2 Συντ.). Η διάταξη αυτή συμπληρώθηκε αργότερα με το άρθρο 5 παρ. 3 του εκτελεστικού του Συντάγματος νόμου 2509/1997, βάσει του οποίου, όταν τα στοιχεία αυτά προέκυπταν κατά τη διάρκεια προκαταρκτικής εξέτασης, προανάκρισης ή ανάκρισης, ο ανακριτής όφειλε να τα διαβιβάσει στη Βουλή, χωρίς όμως να ορίζει ότι αυτό έπρεπε να γίνει άμεσα. Έτσι, κατ΄ αναλογία όσων όριζε το Σύνταγμα για την διοικητική εξέταση, υποστηρίχθηκε ερμηνευτικά η θέση ότι αυτός όφειλε να προχωρήσει την ανάκριση και να ελέγξει τα στοιχεία που μπορούσαν να ποριστούν από αυτήν, μέχρις ότου προκύψει μια «άξια λόγου πιθανολόγηση» εμπλοκής του υπουργού στις υπό έρευνα αξιόποινες πράξεις[5].

Αυτά άλλαξαν κατά την αναθεώρηση του 2001, οπότε προστέθηκε στο κείμενο του άρθρου 86 παρ. 2 Συντ. τρίτο εδάφιο, βάσει του οποίου: «Αν στο πλαίσιο άλλης ανάκρισης, προανάκρισης, προκαταρκτικής εξέτασης ή διοικητικής εξέτασης προκύψουν στοιχεία, τα οποία σχετίζονται με τα πρόσωπα και τα αδικήματα της προηγούμενης παραγράφου, αυτά διαβιβάζονται αμελλητί στη Βουλή από αυτόν που ενεργεί την ανάκριση, προανάκριση ή εξέταση». Επιπλέον, στον εκτελεστικό του Συντάγματος νόμο 3126/2003, που ψηφίστηκε μετά την αναθεώρηση, προστέθηκε νέα διάταξη (άρθρο 4 παρ. 4), βάσει της οποίας «σε καμιά περίπτωση δεν επιτρέπεται σε αυτόν που διενεργεί την έρευνα ή την εξέταση αξιολόγηση των στοιχείων που έχουν σχέση με ενδεχόμενη ποινική ευθύνη υπουργών».

Το αποτέλεσμα της αλλαγής αυτής και ειδικότερα η άμεση παύση των ερευνών του ανακριτή και η διαβίβαση των στοιχείων απευθείας στη Βουλή με βάση απλές υπόνοιες ενοχής, «συνεπάγεται πρακτικά», όπως ευστόχως αναφέρεται[6], «την διαβίβαση από τον ανακριτή στη Βουλή ελλιπών δικογραφιών».

Αυτή η έλλειψη επαρκών ενδείξεων ενοχής, εύκολα μπορεί να οδηγήσει στην άρνηση διεξαγωγής προκαταρκτικής εξέτασης από την Βουλή, στις περιπτώσεις που ο εμπλεκόμενος υπουργός ανήκει στην κυβερνητική πλειοψηφία. Ακόμα άλλωστε και αν συγκροτηθεί η ειδική επιτροπή της Βουλής για την διεξαγωγή προκαταρκτικής εξέτασης, είναι αμφίβολο αν η πλειοψηφία των μελών της θα θελήσει να ασκήσει αμερόληπτα τα καθήκοντά της. Αλλά και στην εξαιρετική περίπτωση που όλα τα μέλη της επιτροπής θελήσουν να αναζητήσουν την αλήθεια, είναι αμφίβολο αν θα καταστεί εφικτή η συμπλήρωση των κενών που έχουν οι κατατεθείσες δικογραφίες, καθώς πολλοί από τους συμμετέχοντες δεν έχουν καν γνώσεις ποινικής επιστήμης, ενώ σε κάθε περίπτωση στερούνται της εμπειρίας των εξειδικευμένων προς τούτο δικαστικών λειτουργών, «με περαιτέρω αποτέλεσμα τη θέση της δικογραφίας στο αρχείο λόγω ελλείψεως επαρκών στοιχείων»[7].

(γ) Η αποσβεστική προθεσμία των δύο βουλευτικών συνόδων

Μία ακόμα διάταξη που προστέθηκε κατά την αναθεώρηση του 2001 ήταν εκείνη της παρ. 3 εδ. β΄ του άρθρου 86 Συντ., βάσει της οποίας: «Η Βουλή μπορεί να ασκήσει την κατά την παρ. 1 αρμοδιότητά της μέχρι το πέρας της δεύτερης τακτικής συνόδου της βουλευτικής περιόδου που αρχίζει μετά την τέλεση του αδικήματος».

Η ρύθμιση αυτή προβλήθηκε ως σημαντική  πρωτοβουλία, μέσω της οποίας διπλασιαζόταν ο χρόνος για την πιθανή ποινική δίωξη των υπουργών.

Αποσιωπήθηκε όμως το γεγονός ότι το χρονικό όριο της μιας συνόδου προβλεπόταν έως τότε μόνο στους εκάστοτε ισχύοντες εκτελεστικούς του Συντάγματος νόμους και όχι στο ίδιο το Σύνταγμα. Μπορούσε δηλαδή ανά πάσα στιγμή να καταργηθεί με έναν νέο νόμο, ενώ για την κατάργηση της σχετικής διάταξης του Συντάγματος χρειάστηκαν δεκαοκτώ (18) χρόνια[8].

Για την ακρίβεια, η αποσβεστική προθεσμία της μιας συνόδου προβλεπόταν στο άρθρο 7 νομ.διάταγμα 802/1971 και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 13 του νόμου 2207/1994. Καταργήθηκε όμως στη συνέχεια, ήδη το 1997, με τον εκτελεστικό του Συντάγματος νόμο 2509/1997, ο οποίος δεν περιείχε σχετική διάταξη[9].

Όταν λοιπόν η αποσβεστική προθεσμία των δύο βουλευτικών συνόδων εισήχθη το 2001 στο άρθρο 86 Συντ., δημιουργήθηκε για πρώτη φορά ένας ειδικός λόγος σύντομης εξάλειψης του αξιοποίνου, αυξημένης τυπικής ισχύος,  χωρίς να υπάρχει οποιαδήποτε άλλη ευνοϊκότερη για τους υπουργούς σχετική ρύθμιση στον τότε ισχύοντα εκτελεστικό του Συντάγματος νόμο[10].

 

ΙΙΙ. Οι προβληματικές ερμηνείες

(α) Διεύρυνση του κύκλου των «υπουργικών εγκλημάτων» με αντίστοιχη διεύρυνση του ρόλου της Βουλής

Σύμφωνα με το άρθρο 86 Σύντ. τα εγκλήματα για τα οποία ισχύει η ποινική αρμοδιότητα της Βουλής είναι εκείνα που τελούνται από τους υπουργούς «κατά την άσκηση των καθηκόντων τους». Μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ’80, στην κατηγορία αυτή εντάσσονταν μόνο τα εγκλήματα εκείνα που πραγματώνονταν με την ίδια την άσκηση των υπουργικών καθηκόντων, όπως ήταν  λ.χ. η έκδοση διαταγμάτων με τα οποία αναστελλόταν η ισχύς των ατομικών ελευθεριών[11] ή διαλυόταν παράνομα η Βουλή[12] (εσχάτη προδοσία κατά το άρθρο 134 Π.Κ.), η έκδοση ψευδών βεβαιώσεων σχετικά με την ποσότητα ή την ποιότητα ελληνικών προϊόντων (άρθρο 242 Π.Κ.), η αγορά μετοχών συγκεκριμένων Τραπεζών ή επιχειρήσεων του Δημοσίου σε τιμές σημαντικά υψηλότερες της πραγματικής τους αξίας[13], η ανάθεση έργων όχι στους μειοδότες, αλλά σε άτομα που έκαναν ακριβότερες προσφορές[14] και άλλες ανάλογες πράξεις, που συγκέντρωναν τα στοιχεία του εγκλήματος της απιστίας (άρθρο 390 Π.Κ.) ή της απιστίας στην υπηρεσία (άρθρο 256 Π.Κ.)[15].

Αυτό που χαρακτηρίζει και ενοποιεί με ένα απολύτως σαφές κριτήριο όλες τις παραπάνω πράξεις είναι ότι όλες συνιστούν πράξεις άσκησης πολιτικής, ή , με διαφορετική διατύπωση, πράξεις άσκησης της δημόσιας εξουσίας που το Σύνταγμα παραχωρεί σε ορισμένα πρόσωπα για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα.

Αυτό άλλαξε στα τέλη της δεκαετίας του ‘80, όταν η Βουλή αποφάσισε την παραπομπή πρώην πρωθυπουργού και δύο πρώην υπουργών όχι μόνο για το έγκλημα της απιστίας, αλλά και για εκείνο της δωροληψίας, το οποίο χωρίς ιδιαίτερη συζήτηση εντάχθηκε στα υπουργικά αδικήματα και διώχθηκε με βάση το άρθρο 86 ΠΚ, μολονότι η δωροδοκία δεν αποτελεί πράξη άσκησης της δημόσιας εξουσίας που παραχωρεί το Σύνταγμα στους εκάστοτε πρωθυπουργούς[16]. Αργότερα, υποστηρίχθηκε μάλιστα ότι όχι μόνο η δωροληψία, αλλά και η νομιμοποίηση των παράνομων εσόδων, τα οποία προέρχονται από την δωροληψία υπουργού, ανήκει στα υπουργικά αδικήματα, θέση που δεν έγινε πάντως αποδεκτή από τη νομολογία μας[17].

Η διεύρυνση αυτή του κύκλου των λεγόμενων υπουργικών αδικημάτων, με αντίστοιχη διεύρυνση της αρμοδιότητας της Βουλής για την δίωξη των συγκεκριμένων πράξεων, δεν μπορεί ασφαλώς να βρει καμία νομιμοποιητική βάση. Αφενός, γιατί η ειδική αρμοδιότητα της Βουλής να ασκεί δικαστικό έργο στηρίζεται ουσιαστικά σε ένα και μόνο επιχείρημα: ότι δηλαδή οι υπουργοί, λόγω της φύσης των καθηκόντων που τους έχουν ανατεθεί, ασκούν πολιτική και για τον λόγο αυτό θα πρέπει αντίστοιχα ένα πολιτικό σώμα, εν προκειμένω η Βουλή, να αξιολογεί την συμπεριφορά τους και να αποφασίζει αν συγκροτούνται πράγματι οι αντικειμενικοί και υποκειμενικοί όροι ενός εγκλήματος. Αφετέρου, γιατί κάθε εξαίρεση σε έναν γενικό κανόνα, όπως εκείνον του άρθρου 96 Συντ., που αναθέτει την εκδίκαση όλων των εγκλημάτων στα ποινικά δικαστήρια, πρέπει να ερμηνεύεται στενά, κυρίως μάλιστα όταν πρόκειται για κανόνα αυξημένης τυπικής ισχύος, μέσω του οποίου κατοχυρώνεται και επιβεβαιώνεται το κράτος δικαίου[18].

(β) Η προκαταρκτική εξέταση δεν είναι αναγκαία ή μπορεί να είναι και τυπική

Πρόσφατα, έλαβε χώρα μία ακόμα ερμηνευτική πρωτοβουλία: Ενώ είχε σταλεί δικογραφία στη Βουλή για πιθανή εμπλοκή υφυπουργού της Κυβέρνησης σε εξαφάνιση κρίσιμων αποδεικτικών στοιχείων, που σχετίζονταν με την τέλεση σοβαρού εγκλήματος, υποστηρίχθηκε η άποψη ότι δεν χρειάζεται καν η σύσταση κοινοβουλευτικής επιτροπής για την διεξαγωγή προκαταρκτικής εξέτασης, εφόσον ο ενδιαφερόμενος συμφωνεί να παραπεμφθεί απευθείας στο αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο με την κατηγορία της παράβασης καθήκοντος (άρθρο 259 ΠΚ). Ακόμα κι αν συγκροτούνταν άλλωστε η κοινοβουλευτική επιτροπή, θα ήταν αρκετή, όπως υποστηρίχθηκε, η κατάθεση ενός «τυπικού πορίσματος» με την πρόταση παραπομπής για το συγκεκριμένο αδίκημα[19].

Ωστόσο, η διαδικασία που ακολουθείται στην Βουλή όταν σε ένα έγκλημα εμπλέκεται υπουργός ή υφυπουργός ορίζεται αυστηρά στο Σύνταγμα (άρθρο 86), τον Κανονισμό της Βουλής (άρθρο 156) και τον εκτελεστικό του Συντάγματος νόμο 3126/2003 (άρθρα 5 και 6).

Ειδικότερα, η λεγόμενη προανακριτική επιτροπή της Βουλής αναλαμβάνει τα καθήκοντα του Εισαγγελέα Πρωτοδικών και οφείλει να καταθέσει «πόρισμα», το οποίο και εισάγεται στην Ολομέλεια της Βουλής. Το πόρισμα της Επιτροπής πρέπει – σύμφωνα με τον νόμο –  να είναι αιτιολογημένο και να περιέχει ιδίως τα πραγματικά περιστατικά και τα αποδεικτικά μέσα που οδηγούν σε αυτά, όπως προέκυψαν κατά την προκαταρκτική εξέταση, την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στις εφαρμοζόμενες ποινικές διατάξεις και σαφή πρόταση για την άσκηση ή μη της ποινικής δίωξης.

Με βάση τα παραπάνω, η πρόταση για έκδοση ενός «τυπικού» πορίσματος από την προανακριτική επιτροπή, χωρίς αυτή να εξετάσει ενδελεχώς το περιεχόμενο της κατηγορίας, είναι ευθέως αντίθετη προς το ισχύον νομικό πλαίσιο για τους ακόλουθους λόγους:

  • Ένα «τυπικό πόρισμα» δεν είναι καν «πόρισμα». «Πόρισμα» στην γλώσσα μας είναι αυτό που προκύπτει ως συμπέρασμα ύστερα από έρευνα ή μελέτη. Η πρόταση λοιπόν για ουσιαστική κατάργηση του ρόλου της προανακριτικής επιτροπής της Βουλής βρίσκεται σε ευθεία αντίθεση προς τον κανόνα του άρθρου 86 παρ. 3 Συντ.
  • Ο εισαγγελέας πρωτοδικών, τα χρέη του οποίου εκτελεί η προανακριτική επιτροπή, αποτελεί ουσιώδη παράγοντα της ποινικής διαδικασίας. Στο πλαίσιο αυτό, η επιτροπή της Βουλής δεν δεσμεύεται από το περιεχόμενο της κατατεθειμένης στην Βουλή δικογραφίας. Δικαιούται και υποχρεούται αντίθετα να αξιολογήσει εξ υπαρχής όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και να υπαγάγει τα πραγματικά περιστατικά στις ποινικές διατάξεις που εκείνη κρίνει ότι ζητούν εφαρμογή, αναβαθμίζοντας ενδεχομένως την κατηγορία από πλημμέλημα σε κακούργημα, εφόσον υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την στοιχειοθέτησή του.

Για την καλύτερη εκτέλεση των καθηκόντων της δικαιούται μάλιστα, αν το κρίνει σκόπιμο, να αναθέτει σε εισαγγελέα πλημμελειοδικών ή εφετών την ενέργεια ειδικότερων πράξεων σχετικών με το αντικείμενο της προκαταρκτικής εξέτασης, σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 5 ν. 3126/2003.

Το συγκεκριμένο στοιχείο είναι απολύτως κρίσιμο, γιατί, όπως ήδη ειπώθηκε παραπάνω, η δικογραφία που κατατίθεται στην Βουλή είναι πάντοτε ελλιπής, αφού ο φάκελος αποστέλλεται από τον αρμόδιο δικαστικό λειτουργό αμελλητί, με απλές υπόνοιες ενοχής. Ο δικαστικός αυτός λειτουργός δεν δικαιούται καν να υποβάλλει ερωτήματα σχετικά με τις πράξεις ή την εν γένει συμπεριφορά μέλους της Κυβέρνησης ή υφυπουργού κατά την άσκηση των υπουργικών του καθηκόντων. Με βάση μάλιστα το άρθρο 4 παρ. 4 ν. 3126/2003, σε καμιά περίπτωση δεν επιτρέπεται σε αυτόν «αξιολόγηση των στοιχείων που έχουν σχέση με ενδεχόμενη ποινική ευθύνη υπουργών».

Με τα δεδομένα αυτά, είναι προφανές ότι εκείνος για τον οποίο υπάρχουν υπόνοιες ενοχής για κακούργημα, έχει κάθε συμφέρον να αποδεχθεί μια κατηγορία για το  απλό πλημμέλημα της παράβασης καθήκοντος, το οποίο έχει μάλιστα επικουρικό χαρακτήρα έναντι όλων των άλλων εγκλημάτων.

Αλλά αν η δυνατότητα αυτή δεν προσφέρεται σε όλους όσοι είναι ύποπτοι για ένα κακούργημα, για ποιο λόγο άραγε θα πρέπει να προσφέρεται σε έναν υπουργό;

  • Η προανακριτική επιτροπή, ενεργώντας ως εισαγγελέας πρωτοδικών, δικαιούται επίσης να επεκτείνει την κατηγορία και σε άλλα πρόσωπα, που μπορεί να εμπλέκονται ως ηθικοί αυτουργοί ή συνεργοί στις εγκληματικές πράξεις για τις οποίες κατηγορείται ένα μέλος της Κυβέρνησης.
  • Τέλος, η προανακριτική επιτροπή δικαιούται και υποχρεούται να ερευνήσει τον χαρακτήρα των εγκληματικών πράξεων ως πιθανών υπουργικών αδικημάτων, ως αδικημάτων δηλαδή τα οποία έχουν τελεστεί κατά την άσκηση των καθηκόντων του υπουργού ή υφυπουργού. Μόνο γι’ αυτά είναι αρμόδιο το Ειδικό Δικαστήριο και το πενταμελές δικαστικό Συμβούλιο που προβλέπει το Σύνταγμα. Αν τα σχετικά εγκλήματα δεν τελέστηκαν στο πλαίσιο άσκησης των υπουργικών καθηκόντων, όπως αυτά προκύπτουν από τον νόμο, τότε αρμόδια για την εκδίκασή τους είναι τα κοινά ποινικά δικαστήρια.

Η τελική απόφαση ανήκει κατά το Σύνταγμα στην Βουλή, μετά την κατάθεση του πορίσματος εκ μέρους της προανακριτικής επιτροπής και λαμβάνεται με απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών.

Πριν από το στάδιο αυτό, πριν δηλαδή αποφασίσει η Βουλή, κανένας δεν γνωρίζει τον φυσικό δικαστή του και αυτός είναι ένας επιπλέον λόγος για τον οποίο το έργο της προανακριτικής επιτροπής δεν μπορεί ούτε να υποβαθμιστεί ούτε να παρακαμφθεί.

 

ΙV. Νομιμοποιητική βάση για την ανάθεση δικαστικής λειτουργίας στη Βουλή σε ό,τι αφορά τα  «υπουργικά αδικήματα».

(α) Παραβίαση των αρχών του κράτους δικαίου από το ισχύον άρθρο 86 Συντ.

Από την ανάλυση που προηγήθηκε προκύπτει ότι στις περιπτώσεις που ένας υπουργός, σε βάρος του οποίου διατυπώνονται υπόνοιες ενοχής για κάποιο αδίκημα, ανήκει σε Κυβέρνηση που διαθέτει απόλυτη πλειοψηφία στη Βουλή,  το ισχύον δίκαιο και οι σχετικές με αυτό ερμηνευτικές επιλογές, μπορούν να εξασφαλίσουν την πλήρη ατιμωρησία του ή – όταν αυτό δεν είναι εφικτό λόγω της κοινωνικής κατακραυγής– την παραπομπή του για το ασήμαντο αδίκημα της παράβασης καθήκοντος. Το αποτέλεσμα αυτό δεν είναι ανεκτό σε ένα κράτος δικαίου.

Έχουν ασφαλώς κατατεθεί πολύ ενδιαφέρουσες προτάσεις για την βελτίωση του νομοθετικού αυτού πλαισίου, μέσω των οποίων επιχειρείται να θεμελιωθεί μια πιο αξιόπιστη διαδικασία[20]. Αλλά πριν κανείς ασχοληθεί με τις πιθανές βελτιωτικές παρεμβάσεις, που μπορούν να γίνουν, θα πρέπει να απαντηθεί το ερώτημα αν είναι πράγματι αναγκαία και συμβατή προς τις θεμελιώδεις αρχές του κράτους δικαίου μια οποιαδήποτε ειδική νομοθεσία που να εξαρτά την ποινική δίωξη των υπουργικών αδικημάτων από προηγούμενη απόφαση της Βουλής.

Και τούτο γιατί επιμέρους παρεκκλίσεις από τους γενικώς ισχύοντες κανόνες επιτρέπονται μεν ακόμα και σε ένα κράτος δικαίου, πρέπει όμως να δικαιολογείται με επάρκεια η αναγκαιότητά τους.

(β) Επιχειρήματα υπέρ της πρόβλεψης ειδικής διαδικασίας για την κρίση των εγκλημάτων που τελούν υπουργοί και υφυπουργοί κατά την άσκηση των καθηκόντων τους

  • Δικαιολογώντας την ειδική ρύθμιση, έχει υποστηριχθεί η άποψη ότι με τις ειδικές διατάξεις του άρθρου 86 Συντ. εξασφαλίζονται εκείνοι οι οποίοι διαχειρίζονται την πολιτική εξουσία από ποινικές διώξεις που ασκούνται για λόγους κυρίως πολιτικού οφέλους ή και αντεκδίκησης των αντιπάλων τους, όταν αυτοί υπερισχύουν[21].

Ο αντίλογος είναι ότι μπορεί πράγματι οι υπουργοί και υφυπουργοί να διασφαλίζονται κάποτε έναντι παράνομων και απάνθρωπων προσβολών των πολιτικών τους αντιπάλων, το θέμα όμως είναι ότι διασφαλίζονται ακόμα και έναντι νόμιμων και απολύτως λογικών και θεμιτών αξιώσεων, όχι μόνο των πολιτικών τους αντιπάλων, αλλά συχνά και ολόκληρης της κοινωνίας. Πράξεις, άλλωστε, αντεκδίκησης δεν συναντά κανείς μόνο έναντι των μελών της Κυβέρνησης και των υφυπουργών, αλλά, όπως ορθά έχει παρατηρηθεί, και εναντίον πολλών άλλων προσώπων που χειρίζονται δημόσιες υποθέσεις ή υποθέσεις της τοπικής αυτοδιοίκησης[22], για την προστασία των οποίων θεωρείται επαρκής η ύπαρξη και λειτουργία ανεξάρτητων δικαστικών αρχών.

Επιπλέον, όπως έχει δείξει η πρόσφατη πολιτική ιστορία της χώρας μας, το πραγματικό πρόβλημα δεν είναι να τιμωρηθούν κάποιοι πολιτικοί όταν αλλάζει η Κυβέρνηση, γιατί αυτό θα μπορούσε να συμβεί και ενώπιον των κοινών δικαστηρίων. Το πραγματικό πρόβλημα είναι ότι μένουν αυτοί ατιμώρητοι όταν ανήκουν στην εκάστοτε κυβερνητική πλειοψηφία[23].

  • Έχει υποστηριχθεί επίσης η άποψη ότι σκοπός των ειδικών αυτών ρυθμίσεων είναι κυρίως η ταχεία εκκαθάριση των ποινικών υποθέσεων στις οποίες εμπλέκονται μέλη της Κυβέρνησης, «ώστε τα πολιτικά πρόσωπα να μην αντιμετωπίζουν για πολλά χρόνια το φάσμα μιας ποινικής δίκης με όλα τα συνακόλουθα αρνητικά γι’ αυτούς ενδεχόμενα»[24]. Με το επιχείρημα αυτό προβλέφθηκαν άλλωστε και οι ειδικές σύντομες παραγραφές των υπουργικών αδικημάτων[25], ενώ το ίδιο αυτό επιχείρημα αποτέλεσε την βάση για την θέσπιση της αποσβεστικής προθεσμίας των δύο βουλευτικών συνόδων, εντός των οποίων έπρεπε να «εκκαθαριστούν» τα συγκεκριμένα αδικήματα[26].

Ούτε όμως και η προσέγγιση αυτή φαίνεται πειστική. Η ανάγκη σύντομης περαίωσης των ποινικής φύσης εκκρεμοτήτων, ώστε οι υπουργοί και υφυπουργοί να μπορούν απερίσπαστοι να εκτελούν τα καθήκοντά τους, θα ήταν πράγματι ουσιαστικής σημασίας επιχείρημα, αν αφορούσε όλα τα εγκλήματα για τα οποία κατηγορούνται οι υπουργοί, και μόνο για όσο χρόνο έχουν την υπουργική ιδιότητα. Ωστόσο, όπως ήδη ειπώθηκε, οι ειδικές ρυθμίσεις εξακολουθούν να ισχύουν ακόμα και όταν οι υπουργοί έχουν χάσει τη θέση τους, ενώ, από την άλλη πλευρά, τα εγκλήματα τα οποία δεν τελούνται κατά την άσκηση των καθηκόντων τους διώκονται ούτως ή άλλως με βάση τη συνήθη διαδικασία και εκδικάζονται από τα κοινά ποινικά δικαστήρια, ακόμα και κατά τη διάρκεια της υπουργικής τους θητείας. Αν όμως πράγματι σκοπός του συνταγματικού νομοθέτη ήταν να τελειώνουν σύντομα οι εκκρεμότητες των υπουργών με την ποινική δικαιοσύνη ώστε να μπορούν ανενόχλητοι να επιτελούν το έργο τους, τότε αφενός θα έπρεπε να περιορίσει τον χρόνο εφαρμογής της ειδικής διάταξης στον χρόνο που ασκούν πράγματι τα υπουργικά τους καθήκοντα και αφετέρου θα έπρεπε να διευρύνει την σχετική ρύθμιση ώστε να καλύπτει όλες τις τελούμενες από υπουργούς αξιόποινες πράξεις.

  • Τέλος, έχει υποστηριχθεί και η άποψη ότι οι λόγοι για την θέσπιση της ειδικής διαδικασίας είναι κατά βάση τρεις: (α) ο φόβος για ενδεχόμενο επηρεασμό των μελών των τακτικών δικαστηρίων από την εκτελεστική εξουσία, (β) οι πολλές και ποικίλες πολιτικές συνιστώσες του θεσμού της ποινικής ευθύνης των κυβερνώντων και (γ) η εμφανισθείσα ως καταλληλότερη λύση της εκδίκασης των αδικημάτων τους από μη εκ των προτέρων γνωστής σύνθεσης δικαστήριο ή από πολιτικό όργανο ή από δικαστήριο με έντονη εμπειρία στις πολιτικές διεργασίες[27].

Κανένα από τα επιχειρήματα αυτά δεν μπορεί να δικαιολογήσει το ισχύον νομοθετικό καθεστώς. Σε ένα κράτος που διακηρύσσει ως δεδομένη την ανεξαρτησία των δικαστικών λειτουργών έναντι της εκτελεστικής εξουσίας, δεν μπορεί να δικαιολογείται η παράκαμψη της Δικαιοσύνης με το επιχείρημα ότι αυτή μπορεί και να μην είναι «απολύτως ανεξάρτητη». Επιπλέον, αν η εκτελεστική εξουσία μπορεί να επηρεάσει την Δικαιοσύνη, είναι προφανές ότι αυτή ελέγχει πλήρως και άρα χειραγωγεί την πλειοψηφία του Κοινοβουλίου, όπως φάνηκε και από όσα αναφέρθηκαν παραπάνω.

Το γεγονός άλλωστε ότι η δράση των κυβερνώντων κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους συναρτάται με ποικίλες πολιτικές αξιολογήσεις δεν σημαίνει ότι αυτές δεν μπορούν να διακριθούν από πιθανές εγκληματικές πράξεις που τελούνται κατά την άσκηση των πολιτικών δραστηριοτήτων των υπουργών ή ότι δεν μπορούν να γίνουν αντιληπτές από τους δικαστικούς λειτουργούς, κυρίως μάλιστα από δικαστικούς λειτουργούς με μακρά εμπειρία, οι οποίοι για σύνθετα ζητήματα (κυρίως οικονομικής, αλλά και πολιτικής φύσης) επικουρούνται από ειδικούς πραγματογνώμονες. Μπορούν λ.χ. να διακρίνουν αν ένας υπουργός έλαβε όλα τα μέτρα που όφειλε και μπορούσε να λάβει για την ασφάλεια κίνησης των τρένων και αν η πιθανή παράλειψή του συνέβαλε στην πρόκληση θανατηφόρου αποτελέσματος, όπως ακριβώς το κάνουν για όλους εκείνους που δεν είναι ούτε διατέλεσαν υπουργοί.

Τέλος, η βάσιμη εκτίμηση ότι τα υπουργικά αδικήματα πρέπει να εκδικάζονται από ειδικά προς τούτο συγκροτούμενα δικαστήρια, ουδόλως δικαιολογεί την αποφασιστική αρμοδιότητα της Βουλής και την πλήρη παράκαμψη της Δικαιοσύνης.

  1. V. Η ανάγκη απεμπλοκής της Βουλής

Η έλλειψη πειστικών επιχειρημάτων για την ανάγκη εμπλοκής του Κοινοβουλίου, ακόμα και με διαφορετική διαδικασία, σε ποινικές υποθέσεις στις οποίες φέρονται ως φυσικοί αυτουργοί ή συμμέτοχοι μέλη της Κυβέρνησης ή υφυπουργοί, οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ο αποφασιστικός ρόλος του Κοινοβουλίου για την δίωξη και εκδίκαση των υπουργικών αδικημάτων δεν μπορεί να θεωρηθεί συμβατός με την βασική αρχή της ισονομίας σε ένα κράτος δικαίου[28].

Η συγκριτική έρευνα άλλωστε αποκαλύπτει ότι ακόμα και σε κράτη με μακρά παράδοση σε ειδικούς θεσμούς υπουργικής ποινικής ευθύνης, παρατηρείται σαφής τάση «αποπολιτικοποίησης» της διαδικασίας και περιορισμού του ρόλου της Βουλής, όπως λ.χ. στην Μ. Βρετανία, την Ιρλανδία, την Γερμανία ή την Ιταλία[29].

Αντίστοιχη πρέπει να είναι και η κατεύθυνση της χώρας μας στην επόμενη αναθεώρηση του Συντάγματος. Ασφαλώς θα χρειαστεί η θέσπιση ειδικών διατάξεων τόσο για τη διερεύνηση της πιθανής τέλεσης υπουργικών αδικημάτων όσο και για την εκδίκαση των αδικημάτων αυτών, ώστε να μην παρεμποδίζεται η εκτέλεση του κυβερνητικού έργου, και αυτά ακριβώς τα θέματα θα πρέπει να ρυθμίζει πλέον το άρθρο 86 Συντ. Θα μπορούσε λ.χ. να προβλεφθεί η ανάθεση της ανάκρισης και της άσκησης ποινικής δίωξης σε περισσότερους του ενός δικαστικούς λειτουργούς, με μακρά εμπειρία στον χειρισμό ανάλογων υποθέσεων, ενώ αντίστοιχες εγγυήσεις θα πρέπει να θεσπιστούν και για την σύνθεση του δικαστηρίου που θα δικάζει τα συγκεκριμένα εγκλήματα, το οποίο είναι λογικό να συγκροτείται και αυτό από ανώτερους δικαστικούς λειτουργούς – και ειδικότερα προέδρους εφετών – οριζόμενους με δημόσια κλήρωση μεταξύ όλων των προ της κατηγορίας διορισθέντων προέδρων (κατ’ αναλογία όσων όριζε το ίδιο άρθρο όταν ψηφίστηκε το Σύνταγμα του 1975). Στη συγκεκριμένη διάταξη πρέπει να ορίζεται επίσης με σαφή και περιοριστικό τρόπο η έννοια των υπουργικών αδικημάτων[30], καθώς και η οργάνωση της διαδικασίας για τον ορισμό των αρμόδιων δικαστικών λειτουργών.

Μία τέτοια αλλαγή, δεν είναι μόνο σύμφωνη με τις θεμελιώδεις αρχές του κράτους δικαίου, αλλά θα μπορούσε να βοηθήσει και στην καλύτερη λειτουργία της Κυβέρνησης, αφού κάθε υπουργός θα γνώριζε κατά την εκτέλεση του  έργου του ότι η Βουλή δεν μπορεί να συγκαλύψει πιθανές εγκληματικές του πράξεις, λειτουργώντας σαν ασπίδα προστασίας του. Το στοιχείο αυτό μπορεί να αυξήσει την υπευθυνότητα κατά την άσκηση του έργου του και την ουσιώδη μείωση φαινομένων διαφθοράς. Κυρίως μπορεί να βοηθήσει στην εμπέδωση της συνείδησης ότι ο υπουργικός θώκος δεν εξασφαλίζει μόνο εξουσία, αλλά συνεπάγεται ταυτόχρονα ευθύνες και υποχρεώσεις.

 

 

[1] Θα πρέπει να επισημανθεί ότι συχνά η ποινική ευθύνη προϊσταμένων και υφισταμένων δεν ταυτίζεται. Πρέπει όμως να ελέγχεται κάθε φορά ποια ακριβώς πράξη έπρεπε να τελεστεί προκειμένου να αποφευχθεί ένα αξιόποινο αποτέλεσμα και ποιος μπορούσε να την τελέσει. Αν λ.χ. για την υιοθέτηση μέτρων προστασίας πρέπει οπωσδήποτε να έχει εκδοθεί μια υπουργική απόφαση, τότε είναι πολύ πιθανό ο προϊστάμενος υπουργός να ευθύνεται εξίσου με τους υφισταμένους του ή και αποκλειστικά αυτός για μια αξιόποινη  πράξη.

[2] Βλ. τη συζήτηση Ν. Αλιβιζάτου και Ε. Βενιζέλου σε Δημοκρατία 10.2.2026. Συγκεκριμένα το άρθρο 86 παρ. 1 Συντ. μετά την αναθεώρηση του 2001 έχει ως εξής: «Μόνο η Βουλή έχει την αρμοδιότητα να ασκεί δίωξη κατά όσων διατελούν ή διετέλεσαν μέλη της Κυβέρνησης ή Υφυπουργοί για ποινικά αδικήματα που τέλεσαν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους…».

[3] Πριν από την αναθεώρηση του 2001, η διάταξη είχε το ακόλουθο περιεχόμενο: «Η Βουλή έχει το δικαίωμα να κατηγορή τους διατελούντας ή διατελέσαντας μέλη Κυβερνήσεως και τους Υφυπουργούς…».

[4] Βλ. Η Δαγκλή, Ποινική ευθύνη υπουργών, 2021, σ. 96 επ.

[5] Έτσι Ν. Ανδρουλάκης, Γύρω από την ποινική ευθύνη των υπουργών, 1989, σ. 77.

[6] Βλ. Η. Δαγκλή, ό.π., σ. 224. Έτσι επίσης Α. Χαραλαμπάκης, Η ποινική ευθύνη των υπουργών, ΠοινΧρ 2009, σ. 772.

[7] Η. Δαγκλής, ό.π.

[8] Καταργήθηκε στην αναθεώρηση του 2019.

[9] Αντίθετα, κατά το άρθρο 3 ν. 2509/1997, τα υπουργικά εγκλήματα παραγράφονταν πέντε έτη μετά την τέλεσή τους, ενώ κατά το άρθρο 4 του ίδιου νόμου, η προθεσμία της παραγραφής αναστελλόταν όσο διαρκούσε η βουλευτική περίοδος κατά τη διάρκεια της οποίας τελέστηκε η πράξη.

[10] Βλ. γι’ αυτά αναλυτικά Α. Καϊδατζή,  Αποσβεστική προθεσμία για τη δίωξη υπουργικών αδικημάτων: η πονηρία της νομοθετικής αδράνειας, Nomarchia.gr 20.3.2025.

[11] Για την πράξη αυτή παραπέμφθηκε το 1917 η Κυβέρνηση Σκουλούδη (βλ. Ν. Σοϊλεντάκη, Υπουργοί στο Ειδικό Δικαστήριο (1821 – 2000), εκδ. Παπαζήση, 2005, σ. 120 επ.).

[12] Με την συγκεκριμένη κατηγορία παραπέμφθηκε το 1927 ο Θ. Πάγκαλος (βλ. Ν. Σοϊλεντάκη, ό.π., σ. 157 επ.).

[13] Βλ. την υπόθεση που απασχόλησε την ΕφΑθ 2849- 3597/2005, Ποιν.Χρ. 2006, σ. 447 επ.

[14] Για την πράξη αυτή είχε κατηγορηθεί και παραπεμφθεί το 1892 ο πρώην πρωθυπουργός Χ. Τρικούπης (βλ. Ν. Σοϊλεντάκη, ό.π., σ. 104 επ.), ενώ για την ίδια πράξη κατηγορήθηκε και καταδικάσθηκε το 1950 ο υπουργός Π. Χατζηπάνου (Βλ. Γ. Ράλλη, Πολιτικές εκμυστηρεύσεις 1950 – 1989, εκδ. Προσκήνιο, 1990, σ. 18 επ., 34 και 53).

[15] Για το αδίκημα της απιστίας έχει κινηθεί η προβλεπόμενη κοινοβουλευτική διαδικασία σε βάρος πλήθους υπουργών και υφυπουργών από την ίδρυση του ελληνικού κράτους μέχρι σήμερα, ενώ, για να αναφερθούμε στη σύγχρονη ιστορία μας, για το έγκλημα αυτό κατηγορήθηκαν τρεις πρώην πρωθυπουργοί. Ο Κ. Καραμανλής το 1965, ο Α. Παπανδρέου το 1989 και ο Κ. Μητσοτάκης το 1994. (βλ. Ν. Σοϊλεντάκη, ό.π., σ. 206 επ., 213 και 215).

[16] Βλ. σχετικά Η. Δαγκλή, ό.π., σ. 119 επ., Λ. Μαργαρίτη, Υπουργοί και Υφυπουργοί: Παθητική δωροδοκία και νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, Ποιν.Δικ. 2011, σ. 490 επ., Ε. Συμεωνίδου – Καστανίδου, Τα όρια εφαρμογής των ειδικών διατάξεων για την ποινική ευθύνη των Υπουργών, ΠοινΔικ 2011, σ. 496 επ.

[17] Έτσι Η. Αναγνωστόπουλος, Ζητήματα της ποινικής δίωξης υπουργών και συμμετόχων (με αφορμή την υπ΄αριθμ. 1/2011 απόφαση του Δικαστικού Συμβουλίου του άρθρου 86 παρ. 4 του Συντάγματος), ΠοιΧρ 2011, σ. 565 επ.).

[18] Βλ. αναλυτικά την σχετική επιχειρηματολογία σε Ε. Συμεωνίδου – Καστανίδου, Τα όρια εφαρμογής των ειδικών διατάξεων για την ποινική ευθύνη των Υπουργών, ΠοινΔικ 2011, σ. 496 επ. Βλ. επίσης στην ίδια κατεύθυνση, Η. Δαγκλή, ό.π., σ. 119 επ., Λ. Μαργαρίτη, Υπουργοί και Υφυπουργοί: Παθητική δωροδοκία και νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, Ποιν.Δικ. 2011, σ. 490 επ., Κ. Μποτόπουλου, Άρθρο 86 Συντ., σε:  Σ. Βλαχόπουλου, Ξ. Κοντιάδη και Γ. Τασόπουλου, εκδ., Σύνταγμα, Ερμηνεία κατ’ άρθρο (https://www.syntagmawatch.gr/to-syntagma-mou/syntagma-kata-arthro-ermineia. Η στενή αυτή ερμηνεία για τα υπουργικά καθήκοντα έχει πλέον υιοθετηθεί και από το ΕΔΔΑ στην απόφασή του «Μπακογιάννη κατά Ελλάδας», 20.12.2022, παρ. 72.

[19] Ν. Αλιβιζάτος, Καθημερινή, 19.3.2025.

[20] Βλ. σχετικά Η. Δαγκλή, Η επικείμενη αναθεωρητική διαδικασία. Προτάσεις για την αναμόρφωση των διατάξεων του Συντάγματος για την ποινική ευθύνη Υπουργών, ΠοινΔικ 2026, σ. 106 επ., K. Χρυσόγονου, Η ρύθμιση της ποινικής ευθύνης των υπουργών μετά την αναθεώρηση του Συντάγματος, ΠοιΧρ 2001, σ. 782.

[21] Βλ. σχετικά με το επιχείρημα αυτό, Κ. Χρυσόγονου, Συνταγματικές διαστάσεις της ποινικής ευθύνης των μελών της Κυβέρνησης και των υφυπουργών, Υπεράσπιση 1997, σ. 455.

[22] Βλ. Α. Χαραλαμπάκη, ό.π., Ποιν.Χρ. 2009, σ. 776.

[23] Ορθά παρατηρεί ο Π. Μαντζούφας (Η σχέση πολιτικής και ποινικής ευθύνης των μελών της Κυβέρνησης, σε: Μαντζούφα / Μαργαρίτη/ Συμεωνίδου – Καστανίδου, Η ποινική ευθύνη των υπουργών, 2014, σ. 14) ότι «αν ένα κόμμα κερδίσει δύο συνεχόμενες εκλογές, είναι πολύ δύσκολο να παραπέμψει υπουργό του για αδικήματα που έχουν διαπραχθεί εντός της πρώτης κυβερνητικής περιόδου», κρίνοντας ως «εξαιρέσεις» τις υποθέσεις Α. Τσοχατζόπουλου και Γ. Παπακωνσταντίνου, το 2011).

[24] Βλ. σχετικό επιχείρημα του τότε Υπουργού Δικαιοσύνης Φ. Πετσάλνικου στην Ολομέλεια της Βουλής (Πρακτικά Βουλής της 18.2.2003, σ. 2932).

[25] Επιφυλάξεις για τις σύντομες παραγραφές των υπουργικών εγκλημάτων βλ. σε Λ. Καράμπελα, Το ισχύον δίκαιο περί ποινικής ευθύνης υπουργών, Ποιν.Δικ. 2000, σ. 452 , Ι. Σαρέα, Διαδικαστικά ζητήματα του νόμου περί ευθύνης υπουργών, Ποιν.Χρ. 1992, σ. 91 291, Α. Χαραλαμπάκη, ό.π., Ποιν.Χρ. 2009, σ. 773.

Ήδη οι διατάξεις για την συντομότερη παραγραφή των εγκλημάτων αυτών έχουν καταργηθεί με το άρθρο 1 ν. 3961/2011. Όπως ανέφερε ο τότε Υπουργός Δικαιοσύνης Χ. Καστανίδης (Πρακτικά Βουλής 13.4.2011, σ. 8982), «Πολιτικοί, ηθικοί και νοµικοί λόγοι επιβάλλουν στην Κυβέρνηση και στο ελληνικό Κοινοβούλιο να ανταποκριθούν στο αίτηµα του ελληνικού λαού να γίνει το καλύτερο δυνατό υπό τις παρούσες συνθήκες προκειµένου να καταπολεµηθεί το φαινόµενο της διαφθοράς και να εγκαθιδρυθεί στο µεγαλύτερο δυνατό βαθµό κανόνας διαφάνειας στη δηµόσια ζωή… Στο πλαίσιο αυτό  καταργείται η προβλεπόµενη ειδική παραγραφή για τα αδικήµατα που πιθανόν τελούνται από µέλη των κυβερνήσεων και εξοµοιώνεται η παραγραφή µε την παραγραφή που ισχύει για όλους τους υπόλοιπους Έλληνες πολίτες».

[26] Η σχετική ρύθμιση καταργήθηκε στην αναθεώρηση του Συντάγματος, το 2019.

[27] Έτσι Α. Λοβέρδος, Η ποινική ευθύνη των μελών της Κυβέρνησης και των υφυπουργών στο κοινοβουλευτικό πολίτευμα, 1995, σ. 97. Την σχετική συνταγματική ρύθμιση του άρθρου 86 Συντ., από κοινού με την διάταξη για την ασυλία των βουλευτών κατά το άρθρο 62 Συντ., αντιμετώπισε συγκαταβατικά και το ΕΔΔΑ στην απόφασή του Μπακογιάννη κατά Ελλάδας (20.12.2022, παρ. 63), αναφέροντας ότι μέσω των διατάξεων αυτών προσπαθεί ο Έλληνας συνταγματικός νομοθέτης: «να αποφύγει τον περιορισμό της πολιτικής ζωής και την αδικαιολόγητη παρέμβαση της Δικαιοσύνης στη διαχείριση πολιτικών υποθέσεων».

[28] Έτσι Π. Παυλόπουλος, Χρειάζεται ριζική αναθεώρηση των διατάξεων του άρθρου 86 Συντ., constitutionalism.gr: «Πρώτον, προς την κατεύθυνση της πλήρους αποσύνδεσης της Βουλής από την σχετική διαδικασία καταλογισμού ποινικών ευθυνών σε μέλη της Κυβέρνησης. Και, δεύτερον και συνακόλουθα, προς την κατεύθυνση της πρόσφορης μεταφοράς της όλης αρμοδιότητας στον αρμόδιο «φυσικό δικαστή», όπως αυτός θα θεσμοθετηθεί με βάση τις νέες, αναθεωρημένες πλέον, διατάξεις». Έτσι επίσης ο Α. Χαραλαμπάκης, ό.π., ΠοιΧρ 2009, σ. 776.

[29] Βλ. Γ. Καραβοκύρη, Λιγότερη πολιτική, περισσότερο δίκαιο, Βήμα της Κυριακής (18.1.2026). Όπως αναφέρει ο Σ. Βλαχόπουλος (Ποινική ευθύνη υπουργών: «Τα του Καίσαρος των Καίσαρι», Βήμα της Κυριακής (7.4.2024),  στην Μ. Βρετανία λ.χ. η εμπλοκή της Βουλής των Κοινοτήτων στην αναζήτηση της υπουργικής ποινικής ευθύνης έπαυσε ήδη το 1804 και οι υπουργοί δικάζονται κατά τις κοινές διατάξεις (όπως και στην Ιρλανδία). Στη Γερμανία, ο Θεμελιώδης Νόμος της Βόννης δεν περιέχει ειδική διάταξη για την ποινική ευθύνη των ομοσπονδιακών υπουργών. Στην Ισπανία οι διατελέσαντες υπουργοί διώκονται κατά τις κοινές διατάξεις, εκτός ορισμένων περιπτώσεων πολιτικών εγκλημάτων. Στη Γαλλία, η ποινική δίωξη χωρεί πλέον χωρίς άδεια της Βουλής, ενώ στην Ιταλία η ποινική δίωξη ασκείται από τη δικαστική εξουσία και ο ρόλος του Κοινοβουλίου περιορίζεται στη δυνατότητα να σταματήσει τη διαδικασία σε πολύ συγκεκριμένες περιπτώσεις. Η εκδίκαση των υπουργικών αδικημάτων από τα κοινά ποινικά δικαστήρια ισχύει και σε πολλές άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως σε Βέλγιο, Βουλγαρία, Κροατία, Κύπρο, Λετονία, Μάλτα, Ουγγαρία, Σλοβακία και Τσεχία.

[30] Η ανάγκη περιοριστικής αναφοράς των σχετικών εγκλημάτων τονίζεται και σε σχετική Έκθεση της Επιτροπής της Βενετίας του Συμβουλίου της Ευρώπης (CDL-AD(2013)001-e) Report on the relationship between political and criminal ministerial responsibility adopted by the Venice Commission at its 94th Plenary Session (Venice, 8-9 March 2013). Στην Έκθεση επισημαίνεται ειδικότερα ότι: «Σύμφωνα με την αρχή της ισότητας, οι ειδικές διαδικασίες θα πρέπει κατά προτίμηση να περιορίζονται σε ποινικά αδικήματα που διαπράττονται όταν ασκούνται υπουργικά καθήκοντα (in the exercise of ministerial functions)».

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

eleven − nine =