Η βουβή νομιμοποίηση

Τάκης Βιδάλης, Συνταγματολόγος, επιστημονικός συνεργάτης της Εθνικής Επιτροπής Βιοηθικής

Ο κοινοβουλευτισμός συνθλίβεται από τη βουβή νομιμοποίηση και τις δύο όψεις της -τεχνοκράτες και δημοψηφίσματα- ανίκανος εντελώς να προβάλει το μεγάλο του πλεονέκτημα: την αξία του διαλόγου.

Οι εποχές της «κανονικής» κοινοβουλευτικής δημοκρατίας φαίνεται να έχουν περάσει. Η ιδέα μιας αντιπροσώπευσης των πολιτών από ένα σώμα επαγγελματιών πολιτικών που εκφράζουν το «γενικό καλό» και έχουν την ικανότητα (και την τόλμη) να αρνούνται ιδιοτελή συμφέροντα, φαντάζει ασύμβατη με τις δραματικές ανατροπές της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης, των μεγάλων μετακινήσεων πληθυσμών, της κλιματικής αλλαγής, αλλά και της ραγδαίας τεχνολογικής ανάπτυξης. Η δημοκρατία όπως τη γνωρίσαμε, δυσκολεύεται να προσαρμοσθεί στη βαθιά αντινομία της παγκοσμιοποίησης με την κρατική κυριαρχία.

Αν στην παγκοσμιοποιημένη οικονομία οι κανόνες δεν λειτουργούν -τουλάχιστον προς το παρόν-, στο πεδίο του κράτους μια εναλλακτική «βουβή» νομιμοποίηση αναπτύσσεται, με γοργούς ρυθμούς. Η νομιμοποίηση αυτή έχει δύο όψεις που συγκρούονται μεταξύ τους, με κοινό ωστόσο χαρακτηριστικό τους τη ριζική αντίθεση στην παραδοσιακή νομιμοποίηση του κοινοβουλευτισμού.

Η πρώτη όψη της βουβής νομιμοποίησης είναι η γοητεία των τεχνοκρατών, των «ειδικών», ιδίως στην οικονομία. Οι ειδικοί διαθέτουν εξ ορισμού και αποκλειστικά τη «γνώση» για τον χειρισμό σύνθετων προβλημάτων, που στο πλαίσιο της παγκοσμιοποίησης ανάγονται όσο ποτέ άλλοτε στον οικονομικό παράγοντα. Αποτελούν ένα λίγο-πολύ κλειστό «κλαμπ», ικανό ασφαλώς να επικοινωνεί με τον έξω κόσμο, πολύ φειδωλό όμως στη διάχυση της «σαμανικής» γνώσης του.

Η άλλη βουβή νομιμοποίηση είναι η γοητεία της άμεσης έκφρασης των πολιτών. Αυτή αμφισβητεί τόσο το σύνθετο χαρακτήρα των μεγάλων προβλημάτων στην οικονομία και στην κοινωνία, όσο και τους «ειδικούς». Με την ανάπτυξη της τεχνολογίας και την εξοικείωση όλων μας στην καθημερινή χρήση όλο και πιο «έξυπνων» συσκευών λήψης, δημιουργίας και αποστολής πληροφοριών κάθε είδους, τη νομιμοποίηση αυτή ενισχύει μια διπλή εντύπωση: ότι όλοι είμαστε επαρκώς ενήμεροι και ότι είναι απλό να εκφράσουμε τη γνώμη μας για οποιοδήποτε δημόσιο ζήτημα, χωρίς την ανάγκη κανενός μεσολαβητή.

Η γοητεία των τεχνοκρατών εκφράζεται όλο και συχνότερα με την ανάληψη από αυτούς κρίσιμων δημόσιων αξιωμάτων, κατ’ εξοχήν πολιτικής φύσης. Η παρουσία ιδίως οικονομολόγων (πανεπιστημιακών, τραπεζιτών κ.λπ.), αλλά και επιχειρηματιών που διαθέτουν ένα τεκμήριο πρακτικής τεχνογνωσίας (Μπερλουσκόνι, Τραμπ) σε αμιγώς πολιτικές -και όχι μόνον «υπηρεσιακές» ή «ειδικού σκοπού»- κυβερνήσεις, είναι σήμερα μια απολύτως κυρίαρχη τάση σε όλο τον κόσμο. Από την άλλη μεριά, η γοητεία της λαϊκής αμεσότητας εκφράζεται παντού -ιδίως στην Ευρώπη- με μια «μόδα» δημοψηφισμάτων, για τα πιο σημαντικά προβλήματα, που συγκινεί όλο και περισσότερους.

Και ο κοινοβουλευτισμός; Αυτός συνθλίβεται από τη βουβή νομιμοποίηση, ανίκανος εντελώς να προβάλει το μεγάλο του πλεονέκτημα απέναντι και στις δύο όψεις της: την αξία του διαλόγου και των προερχόμενων από αυτόν έλλογων αποφάσεων. Υφίσταται έτσι καίριες ήττες (Brexit, άνοδος ακροδεξιάς), καθώς η εμπιστοσύνη προς την εντιμότητα και την ικανότητα των εκλεγμένων  αντιπροσώπων εξατμίζεται πλέον πολύ πριν περάσουν οι «πρώτες 100 ημέρες». Κάτι περισσότερο: λιγότεροι πολίτες αισθάνονται ότι χρειάζονται αυτοί οι αντιπρόσωποι ή ακόμη και η ίδια η συμμετοχή στις εκλογές (ο δεύτερος γύρος των γαλλικών βουλευτικών εκλογών έδειξε πολλά…)! Πρόκειται για δείγματα του ότι η πολιτική έγινε περισσότερο επαγγελματική απ’ ό,τι αρμόζει στη δημοκρατία, στρέφοντας το ενδιαφέρον του πολιτικού από την αίσθηση της ευθύνης για τη λήψη αποφάσεων, στην εξασφάλιση της επανεκλογής (συχνά με οποιοδήποτε μέσον).

Το φαινόμενο είναι διεθνές και όχι μόνο χαρακτηριστικό της δικής μας πολιτικής ζωής. Ομως, να που η βουβή νομιμοποίηση εκδηλώνεται στις θεσμικές αναζητήσεις με αφορμή την συνταγματική αναθεώρηση. Από τη μια, η γοητεία των τεχνοκρατών δείχνει να κυριαρχεί στην «πρόταση των 6», που δεν θέλει κυβέρνηση από κοινοβουλευτικά πρόσωπα. Από την άλλη, η δημοψηφισματική λογική είναι διάχυτη στην κυβερνητική πρόταση, όπως κατατέθηκε. Υπό την έννοια αυτή, οι δύο προτάσεις παρακολουθούν πράγματι τα ρεύματα της εποχής, σε αντίθεση με τις προτάσεις των αντιπολιτευόμενων κομμάτων που εμμένουν σε μια παρωχημένη λογική κοινοβουλευτικής αίγλης, σαν να μην έχουν αντιληφθεί τίποτε.

Αυτό δεν σημαίνει ότι οι δύο προτάσεις είναι ορθές. Γιατί μένει να μας απαντήσουν στο ερώτημα του χαμένου σήμερα διαλόγου και των έλλογων αποφάσεων για το κοινό καλό. Μένει δηλαδή να βρεθεί το γνήσιο παιδί της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, που εγκαταλείφθηκε από καιρό, καθώς η επαγγελματική πολιτική δεν αντέχει την ευθύνη του.

Ούτε οι τεχνοκράτες, ούτε τα δημοψηφίσματα μας βοηθούν εδώ…

[Αναδημοσίευση από: http://www.protagon.gr/apopseis/editorial/i-vouvi-nomimopoiisi-44341430627]

Σχετικό Περιεχόμενο