Η Ευρωπαϊκή Ένωση ως ένωση δικαίου

Κατερίνα Σακελλαροπούλου, Πρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας

Τριάντα χρόνια μετά την πτώση του Τείχους του Βερολίνου η γηραιά Ευρώπη υψώνει νέα τείχη, θεσμικά ή πραγματικά. Το Τείχος κατεδαφίστηκε από το κουράγιο των ανθρώπων που ζητούσαν ελευθερία και άνοιξαν το δρόμο για την επανένωση της Γερμανίας και την ενότητα της Ευρώπης, όπως είπε πρόσφατα ο Πρόεδρος Μακρόν. Η πτώση του Τείχους σήμανε την απαρχή διεύρυνσης των ελευθεριών στην Ευρώπη. Ελευθερία έκφρασης, πολιτικού λόγου, κριτικής, ελεύθερη ψήφος. Και πρώτα η ελευθερία της μετακίνησης, η επανένωση οικογενειών.

Από τον άνεμο ελευθερίας που σάρωσε την Ευρώπη, διαπιστώνει κανείς μια μεταβολή προς το χειρότερο: Οι σκεπτικιστές που οδήγησαν στο Brexit, οι οπαδοί της ανελεύθερης δημοκρατίας στην Ουγγαρία και την Πολωνία, οι αυτονομιστές της Καταλονίας στην Ισπανία, όπου οι οπαδοί του ακροδεξιού κόμματος   Vox καταγγέλλουν την παράνομη μετανάστευση, το φεμινισμό, την προοδευτική δικτατορία και υιοθετούν τις έννοιες πατριώτης, παραδοσιακή οικογένεια, πνευματική κληρονομιά του καθολικισμού και τάξη, οι οπαδοί της Λέγκας του Βορρά. Παρατηρούνται έντονα φαινόμενα λαϊκισμού των ΜΜΕ, γίνεται λόγος για fake – news, για ηλεκτρονική αλλοίωση εκλογικών αποτελεσμάτων, για επιρροή ξένων δυνάμεων. Άλλοτε αυτά αφορούσαν ανώριμες δημοκρατίες, πώς πέρασαν στη γηραιά ήπειρο;

Η οικονομική κρίση (το τέλος των ανέμελων ημερών) σε συνδυασμό με το οξύτατο πρόβλημα προσφυγικών/μεταναστευτικών ροών στη Γη της Επαγγελίας – Ευρώπη οδήγησε στην άνοδο λαϊκιστικών κομμάτων, με κλειστοφοβική ατζέντα, τα ακροδεξιά κόμματα βρήκαν ευκαιρία να προωθήσουν τις πιο εσωστρεφείς – μισαλλόδοξες απόψεις, ενοχοποιώντας την ανοιχτή κοινωνία για όλα τα δεινά. Ο σκεπτικισμός για την ανοιχτή κοινωνία ξεκίνησε από τις χώρες που βρέθηκαν στην ΕΕ με την πιο πρόσφατη διεύρυνση, ακριβώς αυτές που γνώρισαν τις ελευθερίες με την πτώση του Τείχους. Έτσι, στην Ουγγαρία και αλλού, υποστηρίχθηκε η θεωρία της ανελεύθερης δημοκρατίας (illiberal democracy), τα κόμματα που κυβερνούν αμφισβητούν κυρίως τα θεσμικά αντίβαρα (ανεξαρτησία της δικαιοσύνης, ακαδημαϊκή ελευθερία, ελευθεροτυπία, ελεύθερη έκφραση), ανακύπτει το κυρίαρχο ερώτημα: Υπάρχει δημοκρατία χωρίς κράτος – δικαίου, χωρίς θεσμικά αντίβαρα; Με μόνο το γεγονός ότι σε μια χώρα υπάρχει εκλεγμένη κυβέρνηση, νομιμοποιείται η πλειοψηφία και πού βρίσκονται τα όρια; Η Δικαιοσύνη αποτέλεσε τον πρώτο στόχο.

Στην Πολωνία, το κυβερνών ευρωσκεπτικιστικό και συντηρητικό κόμμα Νόμος και Δικαιοσύνη (Droit et Justice/Law and Justice – PiS), με την αιτιολογία ή ίσως το πρόσχημα, της αποκάθαρσης του δικαστικού συστήματος από δικαστές πιστούς στο προηγούμενο καθεστώς, έλαβε σειρά νομοθετικών μέτρων. Μεταξύ άλλων:

-Η επιλογή των μελών του ανωτάτου δικαστικού συμβουλίου γίνεται, στο σύνολό τους, από το κοινοβούλιο και όχι από τη δικαστική εξουσία. Έτσι η επιλογή των 15 μελών του δικαστικού συμβουλίου λαμβάνει καθαρά πολιτικό χαρακτήρα, ο οποίος προφανώς θα επηρεάζει και τις περαιτέρω επιλογές του δικαστικού συμβουλίου κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων του.

-Τον Δεκέμβριο του 2017 ψηφίστηκε νόμος ο οποίος, μειώνοντας το όριο ηλικίας δικαστών του Ανωτάτου Δικαστηρίου, υποχρέωνε σε βίαιη διακοπή της θητείας 27 δικαστές, δηλ. το ένα τρίτο των μελών του δικαστηρίου. Είναι βέβαια δυνατόν οι ενδιαφερόμενοι δικαστές να ζητήσουν την παραμονή τους στην υπηρεσία προσκομίζοντας ιατρικό πιστοποιητικό περί της καλής υγείας τους, αλλά αρμόδιος για την αποδοχή ή απόρριψη του αιτήματος είναι ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας. Η απόφασή του αυτή δεν οριοθετείται από κανένα κριτήριο και δεν υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο. Η Πρόεδρος του Ανωτάτου δικαστηρίου, Malgorzata Gersdorf, μεταβλήθηκε σε σύμβολο της δικαστικής ανεξαρτησίας στην Πολωνία όταν αρνήθηκε να αποχωρήσει από την υπηρεσία της ή να υποβάλει αίτημα στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας για να συνεχίσει να υπηρετεί, και προσήλθε την επομένη της ενάρξεως  ισχύος του νόμου στο γραφείο της για να εργαστεί. Δήλωσε δε ότι μετέβη στην υπηρεσία της διότι το Σύνταγμα ορίζει τη θητεία της σε έξι χρόνια, και η εξαετία δεν έχει ακόμα παρέλθει. Η πρόεδρος προσήλθε στην εργασία της ενώ πολύς κόσμος την ανέμενε, χειροκροτώντας και επευφημώντας  την.  Η αντίδραση των δικαστών πήρε τη μορφή της αντίστασης σε ένα αυταρχικό καθεστώς.

Το κύμα μεταρρυθμίσεων που η πολωνική κυβέρνηση εισήγαγε με στόχο κυρίως την οργάνωση και λειτουργία της Δικαιοσύνης προκάλεσε την αντίδραση των ευρωπαϊκών θεσμών: Η Επιτροπή της Βενετίας, το Ευρωπαϊκό Δίκτυο των Δικαστικών Συμβουλίων που απέβαλε από τις τάξεις του το αντίστοιχο πολωνικό συμβούλιο, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή που εισηγήθηκε την προσφυγή στη διαδικασία του άρθρου 7 της Συνθήκης για παραβίαση των αρχών του κράτους δικαίου και κυρίως το ΔΕΕ με σειρά αποφάσεών του.

Τον Ιούλιο του 2019 η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εξέδωσε ένα κείμενο για την ενίσχυση του κράτους δικαίου στην Ένωση, στο οποίο, μεταξύ άλλων, τονίζεται ότι «η Ευρωπαϊκή Ένωση στηρίζεται σε ένα σύνολο κοινών αξιών, που περιλαμβάνουν τα ατομικά δικαιώματα, την δημοκρατία και το κράτος δικαίου και αποτελούν το θεμέλιο των κοινωνιών μας και την κοινή ταυτότητα. Καμιά δημοκρατία δεν μπορεί να ακμάσει χωρίς ανεξάρτητα δικαστήρια, που εγγυώνται την προστασία των ατομικών δικαιωμάτων και των πολιτικών ελευθεριών ούτε χωρίς ενεργή κοινωνία των πολιτών και ελεύθερα μέσα ενημέρωσης, που εγγυώνται τον πλουραλισμό. Το κράτος δικαίου είναι μια καλά θεμελιωμένη αρχή, σαφώς προσδιορισμένη στον σκληρό πυρήνα της. Ο πυρήνας αυτός, παρά τις διαφορετικές εθνικές ταυτότητες και νομικά συστήματα και παραδόσεις, που η Ένωση είναι υποχρεωμένη να σέβεται, είναι ο ίδιος σε όλα τα κράτη-μέλη. Στο κράτος δικαίου όλες οι δημόσιες εξουσίες ασκούνται πάντα μέσα στους περιορισμούς που θέτει το δίκαιο, σε συμφωνία με τις αξίες της δημοκρατίας και των ατομικών δικαιωμάτων και υπό τον έλεγχο ανεξάρτητων και αμερόληπτων δικαστηρίων».

Στις προτάσεις της Γενικής Εισαγγελέα Sharpston επί των υποθέσεων Επιτροπής κατά Πολωνίας, Ουγγαρίας και Τσεχίας (C–715, 718, 719/17), στον τομέα ελευθερίας – ασφάλειας και δικαιοσύνης διετύπωσε τις τρεις βασικές πτυχές της έννομης τάξης στο θέμα της διαχείρισης του προσφυγικού εκ μέρους των κρατών μελών (επαναπροώθηση): Κράτος δικαίου, Καθήκον ειλικρινούς συνεργασίας και η αρχή της αλληλεγγύης, που επιβάλλει την από κοινού επιβάρυνση. Το να παραγνωρίζονται αυτές οι νόμιμες υποχρεώσεις γιατί, σε δεδομένη περίπτωση, δεν είναι ευπρόσδεκτες ή δημοφιλείς είναι ένα επικίνδυνο πρώτο βήμα για την κατάρρευση της κοινωνίας που έχει οργανωθεί με την αρχή του κράτους δικαίου.

Η κριτική στον πρωθυπουργό της Ουγγαρίας, εμπνευστή της illiberal democracy, εστιάζει στο ότι ο όρος είναι εξ ορισμού αντιφατικός. Οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων κατατάσσουν πλέον την Ουγγαρία στα μερικώς ελεύθερα κράτη (partly free) μετά από σειρά δυσμενών μέτρων που έλαβε το κυβερνών κόμμα (Fidesz) για τα θεσμικά αντίβαρα: Επέμβαση στον εκλογικό νόμο (με ποσοστό 44% του εκλογικού σώματος έλαβε το 66% των εδρών), έλεγχο των ΜΜΕ με αποτέλεσμα να καταταγεί 87η  στην ελευθερία του τύπου, και βέβαια εντονότατη παρέμβαση στη δικαιοσύνη. Σε πρώτη φάση   έγινε απόπειρα βίαιης ανανέωσης του δικαστικού προσωπικού μέσω της μείωσης ηλικίας. Από το 70ο  έτος το όριο κατήλθε στο 62ο έτος της ηλικίας των δικαστών και η υλοποίηση του νέου νόμου θα γινόταν σε σύντομο χρονικό διάστημα. Το ΔΕΕ με την απόφασή του C – 286/12 έκρινε ότι οι διατάξεις αυτές προσέκρουαν στο ενωσιακό δίκαιο και ιδίως στις διατάξεις του για την δυσμενή μεταχείριση λόγω ηλικίας. Η νεότερη νομοθεσία αντιμετωπίστηκε θετικά από το ΕΔΔΑ στην απόφασή του J.B. κ.ά. κατά Ουγγαρίας της 27ης -11-2018. Οι προσφεύγοντες επικαλέστηκαν το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ που προστατεύει το δικαίωμα στην οικογενειακή ζωή. Ενόψει όμως του ότι το όριο υποχρεωτικής αποχωρήσεως αυξήθηκε κατά τι, του ότι δόθηκε μεγαλύτερη μεταβατική περίοδος και του ότι, όπως δέχεται το ΕΔΔΑ, οι αιτούντες δεν απέδειξαν ποια ήταν ακριβώς στην περίπτωσή τους η προσβολή στην οικογενειακή τους ζωή, η προσφυγή τους απορρίφθηκε.

Το ίδιο δικαστήριο (ΕΔΔΑ) εκδικάζοντας προσφυγή του προέδρου του ανωτάτου δικαστηρίου, η θητεία του οποίου με συνταγματική διάταξη περιορίστηκε και ενώ θα έληγε το 2015 έληξε το 2012, έκρινε ότι οι διατάξεις αυτές παραβιάζουν το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ διότι ο αιτών στερήθηκε της δικαστικής προστασίας, μιας και δεν μπορούσε να αμφισβητήσει την πρόωρη απομάκρυνσή του  από την υπηρεσία (υποθ. Baka κατά Ουγγαρίας, 23-6-2016, Grande Chambre).

Το σημαντικότερο ζήτημα εμφανίστηκε πρόσφατα: Ο νομοθέτης επιθυμεί να οργανώσει διοικητική δικαιοσύνη, σε εφαρμογή σχετικής συνταγματικής πρόβλεψης. Ωστόσο, η στελέχωση του νέου αυτού δικαιοδοτικού κλάδου, που θα είναι αρμόδιος για σειρά σοβαρών υποθέσεων, όπως είναι οι εκλογικές διαφορές, δημιουργεί ερωτηματικά. Ένα μέρος των δικαστών θα προέλθει από μετακίνηση σε εθελούσια βάση ήδη υπηρετούντων δικαστών των πολιτικών δικαστηρίων. Ένα  άλλο όμως μέρος θα προέλθει από άλλες κατηγορίες δημοσίων υπαλλήλων. Η διαγωνιστική διαδικασία θα εμπίπτει στην αρμοδιότητα του δικαστικού σώματος, αλλά η τελική απόφαση θα ληφθεί από τον υπουργό δικαιοσύνης. Ρυθμίσεις που δεν στοιχούν προφανώς με την έννοια του  κράτους δικαίου και την δικαστική ανεξαρτησία, η οποία, όπως ξέρουμε, περιβάλλει και την διαδικασία εισόδου στο σώμα και για τούτο πρέπει και αυτή να ανήκει στην αρμοδιότητα σώματος αποτελούμενου από δικαστές, τουλάχιστον κατά πλειοψηφία.

Τον Σεπτέμβριο του 2018, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο υιοθέτησε την πρόταση της ολλανδής ευρωβουλευτή των πρασίνων Judith Sargentini και κάλεσε, για πρώτη φορά, το Συμβούλιο της ΕΕ να ενεργήσει εναντίον κράτους μέλους, της Ουγγαρίας, ενεργοποιώντας τη διαδικασία του άρθρου 7, προκειμένου να αποτραπεί συστημική απειλή για τις ιδρυτικές αξίες της Ένωσης. Αυτές οι αξίες, οι οποίες κατοχυρώνονται στο άρθρο 2 της Συνθήκης για την ΕΕ και αναφέρονται στον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ, περιλαμβάνουν το σεβασμό στη δημοκρατία, την ισότητα, το κράτος δικαίου και τα ανθρώπινα δικαιώματα.

Το πιο πρόσφατο βήμα σε μια σειρά επιθέσεων εκ μέρους του κυβερνώντος κόμματος προς τα όργανα της ΕΕ (ιδίως στην φινλανδική Προεδρία), που έθεσαν το ερώτημα αν η Ουγγαρία παραβιάζει τις ιδρυτικές αρχές της Ένωσης στα ζητήματα δικαιοσύνης, ελευθερίας της έκφρασης, θρησκευτικής ελευθερίας και ισότητας ενώπιον του νόμου είναι η προσπάθεια  ελέγχου ακόμη και της  επιστημονικής έρευνας. Και όλα αυτά με την χρηματοδότηση της ΕΕ.

Θα σταθώ αναλυτικότερα στις σημαντικές αποφάσεις του ΔΕΕ για τις νομοθετικές ρυθμίσεις της  πολωνικής κυβέρνησης για την οργάνωση της Δικαιοσύνης. Με τις κρίσιμες σκέψεις αναδεικνύεται η σημασία του ρόλου του Δικαστηρίου και των δικαστών του ΔΕΕ στην προστασία των στοιχείων που χαρακτηρίζουν την ΕΕ ως Ένωση δικαίου.

Με την απόφαση C–619/18, της 24ης Ιουνίου 2019, κρίθηκαν τα ζητήματα της μειώσεως του ορίου ηλικίας συνταξιοδοτήσεως των δικαστών του Ανωτάτου Δικαστηρίου και η αρμοδιότητα του Προέδρου της Δημοκρατίας να παρατείνει την ενεργό υπηρεσία ορισμένων εξ αυτών κατά διακριτική ευχέρεια. Στην απόφαση αυτή το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι «(…) όπως συνάγεται από το άρθρο 49 ΣΕΕ, το οποίο προβλέπει τη δυνατότητα κάθε ευρωπαϊκού κράτους να ζητήσει να καταστεί μέλος της Ένωσης, η Ένωση απαρτίζεται από κράτη που έχουν αποδεχθεί ελεύθερα και οικειοθελώς τις διαλαμβανόμενες στο άρθρο 2 ΣΕΕ κοινές αξίες, σέβονται τις αξίες αυτές και δεσμεύονται να τις προάγουν, οπότε το δίκαιο της Ένωσης στηρίζεται στη θεμελιώδη παραδοχή ότι κάθε κράτος μοιράζεται τις εν λόγω αξίες με όλα τα υπόλοιπα κράτη μέλη και αναγνωρίζει ότι και αυτά τις αποδέχονται όπως το ίδιο. (…) Η παραδοχή αυτή συνεπάγεται και δικαιολογεί την ύπαρξη αμοιβαίας εμπιστοσύνης μεταξύ των κρατών μελών και, ιδίως, των δικαστηρίων τους ως προς την αναγνώριση των αξιών αυτών στις οποίες στηρίζεται η Ένωση και μεταξύ των οποίων καταλέγεται η αρχή του κράτους δικαίου και, επομένως, ως προς την τήρηση του δικαίου της Ένωσης που υλοποιεί τις αξίες αυτές. (…) Πρέπει επίσης να υπομνησθεί ότι, προκειμένου να εξασφαλισθεί η διαφύλαξη των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών και της αυτονομίας της έννομης τάξεως της Ένωσης, οι Συνθήκες έχουν καθιερώσει ένα δικαιοδοτικό σύστημα με σκοπό τη διασφάλιση της συνοχής και της ενότητας κατά την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης. (…) Ειδικότερα, ακρογωνιαίο λίθο του διαμορφωμένου κατ’ αυτόν τον τρόπο δικαιοδοτικού συστήματος αποτελεί η διαδικασία προδικαστικής παραπομπής του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, η  οποία, καθιερώνοντας τον διάλογο σε επίπεδο δικαιοδοτικών οργάνων ακριβώς μεταξύ του Δικαστηρίου και των δικαστηρίων των κρατών μελών, αποσκοπεί στη διασφάλιση της συνοχής και της ενότητας αυτής της ερμηνείας του δικαίου της Ένωσης, καθιστώντας, επομένως, δυνατή τη διασφάλιση της πλήρους αποτελεσματικότητάς του και της αυτονομίας του, καθώς και, εν τέλει, του ιδιάζοντος χαρακτήρα του δικαίου που θεσπίζουν οι Συνθήκες. (…) Τέλος, όπως προκύπτει από πάγια νομολογία, η Ένωση συνιστά ένωση δικαίου στο πλαίσιο της οποίας οι ιδιώτες έχουν το δικαίωμα να αμφισβητήσουν δικαστικώς τη νομιμότητα κάθε αποφάσεως ή άλλης εθνικής ρυθμίσεως σχετικής με την έναντί τους εφαρμογή πράξεως της Ένωσης. (…) Στο πλαίσιο αυτό, βάσει του άρθρου 19 ΣΕΕ, το οποίο συγκεκριμενοποιεί  την αξία του κράτους δικαίου που μνημονεύεται στο άρθρο 2 ΣΕΕ, στα εθνικά δικαστήρια και στο Δικαστήριο  ανατίθεται η διασφάλιση της πλήρους εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης στο σύνολο των κρατών μελών και της ένδικης προστασίας των δικαιωμάτων που οι πολίτες αντλούν από το δίκαιο αυτό. (…) Στο πλαίσιο αυτό, και όπως προβλέπει το άρθρο 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ, τα κράτη μέλη καθιερώνουν τα ένδικα βοηθήματα και μέσα που είναι αναγκαία για να διασφαλίζεται ο σεβασμός του δικαιώματος των ιδιωτών σε αποτελεσματική δικαστική προστασία στους τομείς που διέπονται από το δίκαιο της Ένωσης. Επομένως, στα μέλη κράτη απόκειται να προβλέπουν σύστημα ενδίκων βοηθημάτων και μέσων καθώς και διαδικασιών δυνάμενων να διασφαλίσουν τον αποτελεσματικό δικαστικό έλεγχο στους εν λόγω τομείς. (…) Η αρχή της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας των δικαιωμάτων που παρέχονται στους ιδιώτες βάσει του δικαίου της Ένωσης, την οποία μνημονεύει το άρθρο 19,  παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ, συνιστά, πράγματι, γενική αρχή του δικαίου της Ένωσης, η οποία απορρέει από τις κοινές συνταγματικές παραδόσεις των κρατών μελών, έχει κατοχυρωθεί με τα άρθρα 6 και 13 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, και είναι σήμερα κατοχυρωμένη με το άρθρο 47 του Χάρτη. (…) Όσον αφορά το καθ’ ύλην πεδίο εφαρμογής του άρθρου 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ, πρέπει να υπομνησθεί, εξάλλου, ότι η διάταξη αυτή αφορά  «τους τομείς που διέπονται από το δίκαιο της Ένωσης», ανεξαρτήτως της περιπτώσεως στην οποία τα κράτη μέλη θέτουν σε εφαρμογή το δίκαιο αυτό, κατά την έννοια του άρθρου 5, παρ. 1 του Χάρτη. (…) Αντιθέτως προς ό,τι, υποστήριξαν συναφώς η Δημοκρατία της Πολωνίας και η Ουγγαρία, το γεγονός ότι τα εθνικά μέτρα μειώσεως αποδοχών τα οποία αφορούσε η υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 27ης Φεβρουαρίου 2018, Associação Sindical dos Juízes Portugueses (C–64/16), είχαν ληφθεί λόγω επιτακτικών αναγκών σχετιζόμενων με την εξάλειψη  του υπέρμετρου ελλείμματος του προϋπολογισμού του οικείου κράτους μέλους και στο πλαίσιο προγράμματος χρηματοδοτικής συνδρομής της Ένωσης προς το κράτος μέλος αυτό δεν είχε καμία σημασία, για να προκριθεί η ερμηνεία βάσει της οποίας το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι το άρθρο 19, παρ. 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ ετύγχανε εφαρμογής στην οικεία υπόθεση. Πράγματι, η κρίση αυτή στηρίχθηκε στο γεγονός ότι το εθνικό δικαστήριο το οποίο αφορούσε η εν λόγω απόφαση, συγκεκριμένα δε το Tribunal de Contas (Ελεγκτικό Συνέδριο, Πορτογαλία), ηδύνατο, υπό την επιφύλαξη διακριβώσεως ανατεθείσας στο αιτούν στο πλαίσιο της υποθέσεως εκείνης δικαστήριο, να αποφαίνεται ως δικαιοδοτικό όργανο, επί ζητημάτων απτομένων της εφαρμογής ή της ερμηνείας του δικαίου της Ένωσης και εμπιπτόντων, επομένως, σε τομείς που διέπονται από το δίκαιο αυτό. (…) Επιπλέον, μολονότι, όπως υπενθυμίζουν η Δημοκρατία της Πολωνίας και η Ουγγαρία, η οργάνωση της δικαιοσύνης εντός των κρατών μελών εμπίπτει στην αρμοδιότητά τους, εντούτοις, κατά την άσκηση της αρμοδιότητας αυτής, τα κράτη μέλη οφείλουν να τηρούν τις υποχρεώσεις που υπέχουν από το δίκαιο της Ένωσης. Επιπλέον, απαιτώντας από τα κράτη μέλη να τηρούν κατ’ αυτόν τον τρόπο τις ως άνω υποχρεώσεις, ουδόλως η Ένωση επιδιώκει να ασκήσει η ίδια την εν λόγω αρμοδιότητα ούτε, επομένως και αντιθέτως προς ό,τι διατείνεται η Δημοκρατία της Πολωνίας, να την οικειοποιηθεί. (…) Από το σύνολο των προεκτεθέντων, προκύπτει ότι το άρθρο 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο. ΣΕΕ, επιβάλλει σε όλα τα κράτη μέλη την υποχρέωση να προβλέπουν τα ένδικα βοηθήματα και μέσα που είναι αναγκαία για να διασφαλίζεται η αποτελεσματική δικαστική προστασία, κατά την έννοια, ιδίως, του άρθρου 47 του Χάρτη, στους τομείς που διέπονται από το δίκαιο της Ένωσης. (…) Ειδικότερα, κάθε κράτος μέλος οφείλει, βάσει του άρθρου 19, παρ. 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ, να διασφαλίζει ότι τα όργανα τα οποία εντάσσονται, ως «δικαστήρια»,  υπό την έννοια του δικαίου της Ένωσης, στο εθνικό σύστημα ενδίκων βοηθημάτων  στους τομείς που διέπονται από το δίκαιο της Ένωσης πληρούν τις απαιτήσεις περί αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας. (…) Η διαφύλαξη της ανεξαρτησίας του εν λόγω οργάνου έχει πρωταρχική σημασία, όπως επιβεβαιώνεται και από το άρθρο 47, δεύτερο εδάφιο, του Χάρτη, το οποίο ανάγει την πρόσβαση σε «ανεξάρτητο» δικαστήριο σε μια από τις απαιτήσεις που συνδέονται με το θεμελιώδες δικαίωμα πραγματικής προσφυγής. Η απαίτηση συτή περί ανεξαρτησίας των δικαιοδοτικών οργάνων, η οποία είναι άμεσα συνυφασμένη με την αποστολή του δικαστή, αποτελεί ουσιώδες στοιχείο του δικαιώματος αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας και του  θεμελιώδους  δικαιώματος σε δίκαιη δίκη, το οποίο είναι κεφαλαιώδους σημασίας για τη διασφάλιση της προστασίας του συνόλου των δικαιωμάτων των οποίων απολαύουν οι πολίτες βάσει  του δικαίου  της Ένωσης και για την προάσπιση των κοινών αξιών των κρατών μελών οι οποίες μνημονεύονται στο άρθρο 2 ΣΕΕ, ιδίως δε της αξίας του κράτους δικαίου. (…) Η απαίτηση περί ανεξαρτησίας των δικαστηρίων της οποίας την τήρηση οφείλουν να διασφαλίζουν  τα κράτη μέλη, βάσει του άρθρου 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ, και όπως προκύπτει από τις σκέψεις 42 έως 59 της παρούσας αποφάσεως, όσον αφορά τα εθνικά δικαστήρια που, όπως το Sd Najwyższy (Ανώτατο Δικαστήριο), καλούνται να αποφαίνονται επί ζητημάτων απτομένων της ερμηνείας και της εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης, περιλαμβάνει δύο πτυχές. (…) Η πρώτη, εξωτερική, πτυχή προϋποθέτει ότι το σχετικό όργανο ασκεί τα καθήκοντά του με πλήρη αυτονομία, χωρίς να υπόκειται σε οποιαδήποτε ιεραρχική σχέση ή σχέση υπαγωγής έναντι οποιουδήποτε φορέα και χωρίς να λαμβάνει εντολές ή οδηγίες οποιασδήποτε προελεύσεως και ότι, ως εκ τούτου, προστατεύεται από εξωτερικές παρεμβάσεις ή πιέσεις οι οποίες θα μπορούσαν να θίξουν την ανεξάρτητη κρίση των μελών του και να επηρεάσουν τις αποφάσεις τους. (…) Η δεύτερη πτυχή, εσωτερικής φύσεως, είναι παρεμφερής προς την έννοια της αμεροληψίας και συναρτάται προς την τήρηση ίσων αποστάσεων ως προς τους διαδίκους και τα αντιπαρατιθέμενα συμφέροντά τους σε σχέση με το αντικείμενο της διαφοράς. Η πτυχή αυτή επιτάσσει της τήρηση αντικειμενικότητας και την απουσία κάθε συμφέροντος ως προς την επίλυση της διαφοράς πέραν της αυστηρής εφαρμογής των κανόνων δικαίου. (…) Οι εγγυήσεις αυτές περί ανεξαρτησίας και αμεροληψίας απαιτούν την ύπαρξη κανόνων, ιδίως όσον αφορά τη σύνθεση του οργάνου, τον διορισμό των μελών του, τη διάρκεια της θητείας τους και τους λόγους εξαιρέσεως ή παύσεώς τους, ώστε οι πολίτες να μην έχουν καμία εύλογη αμφιβολία ως προς τη στεγανότητα του εν λόγω οργάνου έναντι των εξωτερικών στοιχείων και ως προς την ουδετερότητά του έναντι των αντιπαρατιθέμενων συμφερόντων. Η απαραίτητη αυτή ελευθερία των δικαστών επιτάσσει ορισμένες εγγυήσεις για την προστασία των προσώπων, στα οποία έχει ανατεθεί το δικαιοδοτικό έργο, όπως είναι η ισοβιότητα. (…) Η αρχή της ισοβιότητας επιτάσσει, ιδίως, να έχουν οι δικαστές τη δυνατότητα να παραμένουν στη θέση τους ενόσω δεν έχουν συμπληρώσει το υποχρεωτικό όριο ηλικίας συνταξιοδοτήσεως ή έως τη λήξη της θητείας τους οσάκις αυτή έχει ορισμένη χρονική διάρκεια. Η εν λόγω αρχή, χωρίς να έχει εντελώς απόλυτο χαρακτήρα, επιδέχεται εξαιρέσεις μόνον εφόσον το δικαιολογούν θεμιτοί και επιτακτικοί λόγοι, τηρουμένης της αρχής της αναλογικότητας. Ως εκ τούτου, είναι κοινώς παραδεκτό ότι οι δικαστές μπορούν να παυθούν από τα καθήκοντά τους εφόσον κριθεί ότι είναι ακατάλληλοι για την άσκησή τους λόγω αδυναμίας ή σοβαρού παραπτώματος, τηρουμένων των προσηκουσών διαδικασιών. (…) Ως προς το τελευταίο αυτό ζήτημα, από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει, ακριβέστερα, ότι η απαίτηση περί ανεξαρτησίας επιτάσσει οι κανόνες που διέπουν το πειθαρχικό καθεστώς και, ως εκ τούτου, ενδεχόμενη παύση εκείνων στους οποίους έχει ανατεθεί δικαιοδοτικό έργο να περιβάλλονται τις αναγκαίες εγγυήσεις, ώστε να αποτρέπεται κάθε κίνδυνος χρήσεως αυτού του καθεστώτος ως συστήματος πολιτικού ελέγχου του περιεχομένου των δικαστικών αποφάσεων. Συνεπώς, η θέσπιση κανόνων, οι οποίοι καθορίζουν, ιδίως, τόσο τις συμπεριφορές που συνιστούν πειθαρχικά αδικήματα όσο και τις εφαρμοστέες επ’ αυτών κυρώσεις, προβλέπουν την παρέμβαση ανεξάρτητου οργάνου βάσει διαδικασίας που εγγυάται πλήρως τα δικαιώματα τα οποία κατοχυρώνονται στα άρθρα 47 και 48 του Χάρτη, ιδίως τα δικαιώματα άμυνας, και παρέχουν τη δυνατότητα προσβολής των αποφάσεων των πειθαρχικών οργάνων ενώπιον των δικαστηρίων αποτελεί σύνολο ουσιωδών εγγυήσεων για τη διαφύλαξη της ανεξαρτησίας της δικαστικής εξουσίας. (…) Η πρόωρη παύση της ασκήσεως των δικαιοδοτικών τους καθηκόντων δύναται να προκαλέσει εύλογες ανησυχίες όσον αφορά την τήρηση της αρχής της ισοβιότητας των δικαστών, όπως είχε επισημάνει και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή του Συμβουλίου της Ευρώπης για τη δημοκρατία μέσω της νομοθεσίας (Επιτροπή της Βενετίας). (…) Εθνικές διατάξεις με τις οποίες πραγματοποιείται άμεση και σημαντική μείωση του ορίου ηλικίας υποχρεωτικής αποχωρήσεως από τη θέση δικαστή, χωρίς να προβλέπονται μεταβατικά μέτρα για την προστασία των ενδιαφερομένων δεν τηρούν την αρχή της αναλογικότητας. Μέτρα όπως αυτά ουδόλως μπορούν να συγκριθούν με μέτρα όπως η μείωση των αποδοχών των δικαστών, με γνώμονα την προστασία της ανεξαρτησίας των δικαστών».

Το Δικαστήριο δεν πείσθηκε από την επιχειρηματολογία της πολωνικής κυβέρνησης, ότι πρόκειται για μεταρρύθμιση στη Δικαιοσύνη και όχι για την προσπάθεια απομάκρυνσης συγκεκριμένων ανωτάτων δικαστών και έκρινε ότι η Δημοκρατία της Πολωνίας παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 19 της Συνθήκης.

Με την απόφαση της 5 Νοεμβρίου 2019 (C–192/18), το ΔΕΕ επανέλαβε τις πιο πάνω σκέψεις και έκρινε ότι η Πολωνία, καθορίζοντας διαφορετικό όριο συνταξιοδότησης ανδρών και γυναικών δικαστών, παρέβη τις υποχρεώσεις της και την οδηγία για την εφαρμογή της αρχής ίσων ευκαιριών/ίσης μεταχείρισης ανδρών – γυναικών. Κυρίως όμως δέχθηκε ότι η εξουσία που ο πολωνικός νόμος παρέχει στον Υπουργό Δικαιοσύνης να εγκρίνει την παράταση του χρονικού διαστήματος ενεργού υπηρεσίας δικαστών πέραν του νέου ορίου ηλικίας συνταξιοδοτήσεως παραβιάζει την απορρέουσα από το άρθρο 19  αρχή αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας που διασφαλίζεται με την ανεξαρτησία / ισοβιότητα των δικαιοδοτικών οργάνων.

Επέλεξα να μιλήσω με τη φωνή των συναδέλφων μου ευρωπαίων δικαστών, γιατί οι αποφάσεις αυτές του ΔΕΕ αποτελούν την κιβωτό των αξιών της Ευρώπης ως Ένωσης Δικαίου. Οι δικαστές σήκωσαν το βάρος να υπερασπισθούν και να αναδείξουν τις αρχές αυτές πέρα από τις πολιτικές σκοπιμότητες.

Σε όλη την Ευρώπη, η κοινωνία των πολιτών αρχίζει να αντιδρά και να αντιστέκεται στις αυταρχικές κυβερνήσεις. Δεν είμαι ιδιαίτερα αισιόδοξη, πάντως πρόκειται για έναν διαρκή αγώνα. Η υπεράσπιση της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως ένωσης δικαίου είναι καθήκον όλων μας.

 

 

 

[1] Το κείμενο αυτό αποτέλεσε εισήγηση στην εκδήλωση με αφορμή την έκδοση του συλλογικού τόμου «Η κρίση του Κράτους Δικαίου στην Ε.Ε.» (επιμέλεια Α. Μεταξά), στις 27.11.2019, στην Αίθουσα Λόγου της Στοάς του Βιβλίου στην Αθήνα.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

15 − thirteen =