Τα πανεπιστήμια σε κρίσιμη καμπή

Γιώργος Χ. Σωτηρέλης, Kαθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών

Είναι γνωστό ότι η εν εξελίξει νομοθετική πρωτοβουλία για την φύλαξη των Πανεπιστημίων δεν υπήρξε κεραυνός εν αιθρία. Φρόντισαν πρόσφατα οι γνωστοί «μπαχαλάκηδες» να μας υπενθυμίσουν, με τις ανεκδιήγητες αθλιότητές τους σε βάρος του Πρύτανη του Οικονομικού Πανεπιστημίου, ότι σοβεί ένα σοβαρότατο πρόβλημα προστασίας των μελών της ακαδημαϊκής κοινότητας. Το ερώτημα λοιπόν, με βάση τα αυτά τα δεδομένα, δεν είναι το αν χρειάζονται μέτρα φύλαξης –αυτό μόνο κάποιοι αθεράπευτα ιδεοληπτικοί το αμφισβητούν–  αλλά το ποια θα είναι αυτά τα μέτρα.

 

Εδώ όμως αρχίζουν τα δύσκολα. Πως είναι δυνατόν  να πεισθεί  η ακαδημαϊκή κοινότητα για τις αγαθές προθέσεις μιας κυβέρνησης η οποία, παρά τα περί του αντιθέτου θρυλούμενα, κάθε άλλο παρά εμπνέει εμπιστοσύνη ως προς την προστασία των συνταγματικών δικαιωμάτων;

Θα μπορούσα να φέρω πολλά σχετικά παραδείγματα. Ωστόσο, θα αρκεσθώ στα έως  τώρα δείγματα γραφής στον χώρο του Πανεπιστημίου:

 

Από την πρώτη στιγμή το Υπουργείο Παιδείας κινήθηκε στα γνώριμα μονοπάτια μιας αναχρονιστικής και βαθιά συντηρητικής πολιτικής. Αγνόησε προκλητικά τις ιδιαιτερότητες και ευαισθησίες του χώρου της Ανώτατης Εκπαίδευσης και βάλθηκε να επαναλάβει, βεβιασμένα και άκριτα, το σχετικό φιάσκο του «νόμου Διαμαντοπούλου», ως προς την κατάργηση του ασύλου (δηλαδή ενός ιστορικού και πανευρωπαϊκά κατοχυρωμένου συνταγματικού θεσμού…). Ακολούθησαν και άλλες αλλοπρόσαλλες επιλογές, πριν φθάσουμε στις σημερινές έωλες προτάσεις, που κινούνται ερήμην των βασικών συνταγματικών εγγυήσεων που περιβάλλουν τον χώρο της Ανώτατης Εκπαίδευσης.

 

Είναι φανερό ότι οι εν λόγω προτάσεις κινούνται στα χνάρια του «νόμου Διαμαντοπούλου», παρότι επρόκειτο για έναν από τους χειρότερους και πλέον υπερτιμημένους νόμους για τα Α.Ε.Ι. Είναι δε εντυπωσιακό το ότι ο νόμος αυτός επιβλήθηκε στην κοινή γνώμη –μέσω πολύπλευρης και συστηματικής προπαγάνδας– σαν δήθεν εκσυγχρονιστικός, ενώ όλοι οι παροικούντες την Ιερουσαλήμ γνώριζαν ότι πρώτον απέτυχε παταγωδώς ως προς την φύλαξη των Πανεπιστημίων, δεύτερον προκάλεσε βραχυκύκλωμα στην διοίκησή τους και τρίτον εισήγαγε τις πλέον αδιαφανείς διαδικασίες ως προς την επιλογή του διδακτικού προσωπικού τους. Όσο δε για το πολυχρησιμοποιημένο επιχείρημα ότι ψηφίσθηκε με ευρεία πλειοψηφία, αρκούμαι να επισημάνω ότι η πανθομολογουμένως, πλέον, ατυχής διάταξη περί ευθύνης υπουργών είχε λάβει, στην αναθεώρηση του 2001, ακόμη περισσότερες ψήφους…

 

Ας δούμε όμως συγκεκριμένα τις  σημερινές προτάσεις. Ποιο είναι το άμεσο διακύβευμα; Ασφαλώς η προστασία των Πανεπιστημίων, αρχής γενομένης από εκείνα που όντως αντιμετωπίζουν σοβαρό πρόβλημα ασφάλειας. Πως επιτυγχάνεται αυτό; Η απάντηση είναι απλή και ας ηχεί παράξενη στα ώτα όσον έχουν επηρεασθεί από την κυβερνητική προπαγάνδα. Προϋπόθεση για την προστασία των Πανεπιστημίων είναι η εφαρμογή και όχι η διατυμπανιζόμενη ανοήτως «κατάργηση» του ασύλου. Όχι βέβαια του νομιζόμενου  αλλά του πραγματικού ασύλου, που συνδέεται άρρηκτα με την αυτοδιοίκηση του Πανεπιστημίου, συναποτελώντας τις δύο μείζονες εγγυήσεις της ακαδημαϊκής ελευθερίας και των επί μέρους εκφάνσεών της (επιστήμης, έρευνας και διδασκαλίας). Ειδικότερα:

 

Όταν μιλούμε για άσυλο πρέπει πρώτα από όλα να παρατηρήσουμε ότι αυτό καταλαμβάνει μόνο τα κτίρια και τον όποιο περίκλειστο χώρο γύρω τους, είτε πρόκειται για αυλή είτε για ολόκληρο campus. Δεν αφορά τους δρόμους της πόλης, που περνούν μπροστά από τα Πανεπιστήμια, αλλά ούτε και τις τυχόν ανοιχτές εκτάσεις γύρω από αυτά.

 

Σε αυτόν λοιπόν τον χώρο ισχύει το ακαδημαϊκό άσυλο, το οποίο είναι κάτι ανάλογο  με το άσυλο κατοικίας και σημαίνει ότι ουδείς εκτός ακαδημαϊκής κοινότητας μπορεί να εισέρχεται στο Πανεπιστήμιο αν δεν λάβει, είτε ο ίδιος είτε ο φορέας που τον προσκαλεί,  την άδεια των αυτοδιοικητικών του αρχών. Σε αυτές, βέβαια, δεν συμπεριλαμβάνονται τα Συμβούλια, τα οποία είχε εμφυτεύσει άκριτα στο Πανεπιστήμια ο «νόμος Διαμαντοπούλου», όχι μόνον υπονομεύοντας το αυτοδιοίκητο αλλά και χαραμίζοντας σε άκαρπες ενδοπανεπιστημιακές αντι(παρα)θέσεις πολλά πράγματι αξιόλογα μέλη τους (ενώ θα μπορούσαν να αποτελέσουν όργανα ευρύτερου σχεδιασμού και εποπτείας, με μια κεντρική έκφραση και με αποκεντρωμένες, κατά Περιφέρεια, δομές και λειτουργίες, κάτι που δυστυχώς δεν αντιλαμβάνεται  ούτε η σημερινή κυβέρνηση).

 

Αυτό λοιπόν το άσυλο, ως εγγύηση της ακαδημαϊκής ελευθερίας –και όχι της εν γένει ελευθερίας της γνώμης όπως υπονοεί η εντελώς άστοχη έκφραση «άσυλο ιδεών»–  αποκλείει κάθε ρύθμιση που δεν υπάγει το (όποιο) σώμα φύλαξης του Πανεπιστημίου στην αρμοδιότητα των αυτοδιοικητικών του αρχών. Ως εκ τούτου, η μόνη επιτρεπόμενη από το Σύνταγμα επιλογή για την προστασία των μελών της ακαδημαϊκής κοινότητας είναι να δημιουργηθεί ένα σώμα παρεμφερές με την δημοτική αστυνομία, η οποία ως γνωστόν υπάγεται, κατ’αναλογίαν, σε επίσης αυτοδιοικητικές αρχές και δεν  αποτελεί  παράρτημα της αστυνομίας. Θα πρόκειται, δηλαδή, για  ένα σώμα άοπλο και  ειδικά εκπαιδευμένο, που θα είναι, κατ’αρχήν, το μόνο αρμόδιο για την προστασία των Πανεπιστημίων. Κατ’εξαίρεσιν, βέβαια, θα είναι δυνατή  εμπλοκή και των αστυνομικών αρχών, είτε αν το ζητήσει ο Πρύτανης είτε  σε περιπτώσεις ιδιαίτερα σοβαρών εγκλημάτων, που θα τις ορίζει ο νόμος.

 

Κάθε άλλη επιλογή, που θα κατέληγε εκ των πραγμάτων στην εγκατάσταση της αστυνομίας στο εσωτερικό των Πανεπιστημίων, όχι μόνον θα συνιστούσε  μείζονα απειλή για την ακαδημαϊκή ελευθερία αλλά και θα αποτελούσε συνεχή εστία εντάσεων, οδηγώντας ενδεχομένως σε χειρότερα προβλήματα από αυτά που καλείται να επιλύσει…

Όσο δε για την κάρτα εισόδου των μελών της ακαδημαϊκής κοινότητας, αυτή ναι μεν είναι κατ’αρχήν συμβατή με την ως άνω συνταγματική προστασία της ακαδημαϊκής ελευθερίας πλην όμως πιστεύω ότι πρέπει να εφαρμοσθεί σε ένα δεύτερο στάδιο. Αφού δηλαδή το σώμα φύλαξης, που θα διαχειρίζεται το σύστημα εισόδου, θα έχει εγκλιματισθεί στο Πανεπιστήμιο και θα έχει γίνει αποδεκτό από τους φορείς της ακαδημαϊκής κοινότητας. Ίσως πάντως να ήταν σκόπιμη μια πρώτη πιλοτική εφαρμογή, στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο, ώστε να δοθεί συμβολικά το μήνυμα ότι έχει λήξει πλέον η περίοδος ανοχής των δυναμικών –και κατά κανόνα εξωπανεπιστημιακών– μειοψηφιών, που όχι μόνον υπονομεύουν, με την φασίζουσα συμπεριφορά τους, την ελεύθερη, δημοκρατική και ασφαλή λειτουργία του Πανεπιστημίου αλλά και παραβιάζουν το άσυλο, στην πραγματική του έννοια…

 

* Δημοσιεύθηκε στα “Νέα Σαββατοκύριακο” 19.12.2020, με τίτλο “Τα Πανεπιστήμια σε κρίση”

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

eighteen − five =