Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, όργανο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ), που θεσπίστηκε με τον Κανονισμό 2017/1939, έχουσα νομική προσωπικότητα και ανεξαρτησία, είναι αρμόδια να διερευνά, να διώκει και να παραπέμπει ενώπιον της δικαιοσύνης υπόπτους για ποινικά κολάσιμες πράξεις, που θίγουν τα οικονομικά συμφέροντα της ΕΕ (διαφθορά, απάτη και δη διασυνοριακή και στον τομέα του ΦΠΑ, νομιμοποίηση εσόδων). Πρόσφατα, ακούσαμε την Γενική Ευρωπαία Εισαγγελέα να λέει ότι το έργο της στη διερεύνηση των πιθανών ποινικών ευθυνών Υπουργών στις υποθέσεις των Τεμπών, λόγω μη υλοποίησης της σύμβασης 717 με ενωσιακά χρήματα για τον εκσυγχρονισμό των σιδηροδρόμων, όσο και στην περίπτωση του ΟΠΕΚΕΠΕ, λόγω της προέλευσης των σχετικών επιδοτήσεων από τον προϋπολογισμό της Ένωσης, παρεμποδίστηκε λόγω του άρθρου 86 Σ και παρέπεμψε το ερώτημα περί ασυμβατότητας ή/και αντίθεσης αυτού προς το ενωσιακό δίκαιο.
Τα ερωτήματα που τίθενται είναι αν η το άρθρο 86 Σ, σχετικά με την αποκλειστική αρμοδιότητα της Βουλής να κινήσει την ποινική δίωξη, με νομικό χαρακτηρισμό των πράξεων εκ μέρους της –χωρίς τη δυνατότητα παρέμβασης από δικαστικά όργανα– πρέπει εν προκειμένω να παραμεριστεί, όταν πρόκειται για την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης, βάσει της αρχής της «υπεροχής» (ορθότερα, προτεραιότητας εφαρμογής) του ενωσιακού έναντι του εθνικού (συμπεριλαμβανομένου και του συνταγματικού) δικαίου.
Ωστόσο, η αρχή αυτή δεν μπορεί να εφαρμοστεί με τρόπο αυτόματο στο ποινικό δίκαιο, ιδίως όταν τίθενται ζητήματα θεμελιωδών εγγυήσεων ή / και εθνικής (συνταγματικής) ταυτότητας. Εξάλλου, ο ίδιος ο Κανονισμός (άρθρο 29: Άρση προνομίων ή ασυλιών) προβλέπει ότι αν προβλέπονται, στο εθνικό δίκαιο, για κάποια πρόσωπα προνόμια ή ασυλίες «ο ευρωπαίος(-α) γενικός(-ή) εισαγγελέας υποβάλλει αιτιολογημένο γραπτό αίτημα άρσης αυτού σύμφωνα με τις διαδικασίες που προβλέπονται στο …εθνικό δίκαιο». Πάντως, το άρθρο αυτό εξασφαλίζει στο ΔΕΕ τον τελευταίο λόγο περί της ερμηνείας και της εφαρμογής του.
Από την άλλη, σημαντικές εδώ είναι και οι αρχές της καλόπιστης συνεργασίας (ΕΕ και ΚΜ, ά.4§3ΣΕΕ) και της πλήρους πρακτικής αποτελεσματικότητας του ενωσιακού δικαίου (effet utile). Έτσι, έχει κριθεί (ΔΕΕ, Melloni, C-399/11) ότι τα ΚΜ δεν μπορούν να επικαλούνται υψηλότερο επίπεδο συνταγματικής προστασίας (βάσει του άρθρου 53 Χάρτας Θεμελιωδών Δικαιωμάτων ΕΕ), αν έτσι παρεμποδίζουν την πλήρη εφαρμογή, ενότητα και προτεραιότητα εφαρμογής του ενωσιακού δικαίου, όταν αυτό έχει εναρμονιστεί εξαντλητικά. Ωστόσο, ο Κανονισμός για την EPPO δεν εναρμονίζει εξαντλητικά τα καθεστώτα ασυλίας, γι’ αυτό και το άρθρο 86 Συντ. δεν παραμερίζεται άνευ ετέρου. Εξάλλου, στην Taricco II (C-42/17), το ΔΕΕ αναγνώρισε ότι το ενωσιακό δίκαιο δεν υπερισχύει, όταν προσκρούει στην αρχή της νομιμότητας εγκλημάτων και ποινών, ως θεμελιώδη συνταγματική εγγύηση, κοινή σε ΚΜ και Ένωση. Εκεί, πάντως, επρόκειτο για παραγραφή, θεσμό ουσιαστικού ποινικού δικαίου, και όχι για δικονομικές ρυθμίσεις, όπως στο άρθρο 86Σ (αποσβεστική προθεσμία μέχρι το 2019 και όργανο δίωξης). Το ΔΕΕ, εξάλλου, υπενθυμίζει ότι το δίκαιο της Ένωσης δεν ανέχεται δομικούς μηχανισμούς ατιμωρησίας σε βάρος των οικονομικών της συμφερόντων.
Κατ’ αποτέλεσμα, το ΔΕΕ –αν η υπόθεση φτάσει σε εκείνο μετά από προσφυγή της Επιτροπής– θα πρέπει να προβεί σε λειτουργική στάθμιση, καθώς το ά.29 Καν.2017/1939, αν αναγνωστεί σε συνδυασμό με τα άρθρα 5§6 αυτού, 4§3 ΣΕΕ και 325 ΣΛΕΕ, δεν μπορεί να ερμηνευθεί ως λευκή επιταγή διατήρησης εθνικών μηχανισμών που οδηγούν σε πλήρη ματαίωση της δίωξης χωρίς να έχει παρεμβληθεί δικαστικό όργανο. Επίσης, δεν μπορεί να θεωρηθεί στοιχείο της απρόσβλητης από το δίκαιο της ΕΕ «εθνικής ταυτότητας» (ά.4§2 ΣΕΕ) η δυνατότητα της Βουλής να αποκλείει εντελώς τη δικαστική εξουσία, με βάση απλώς την αρχή της πλειοψηφίας στη Βουλή, όταν μάλιστα αυτό ισχύει για μια μικρή ομάδα ανθρώπων (νυν και πρώην υπουργούς) και μόνον. Το σύνολο των ρυθμίσεων καταλήγει και σε πιθανή παραβίαση της ΕΣΔΑ, και δη των άρθρων 6§1 (δίκαιη δίκη), 13 (αποτελεσματικό ένδικο βοήθημα) και 14 (απαγόρευση διακριτικής μεταχείρισης). Αλλά και αυτό μένει να κριθεί από το ΕΔΔΑ, αν κάποιο/α από τα θύματα προσφύγει/ουν, δεδομένου ότι δεν υπάρχει ακόμη ρητή επ’ αυτού νομολογία.
Πιο σύντομη εκδοχή του παρόντος κειμένου δημοσιεύτηκε στην εφημ. ΤΟ ΒΗΜΑ, Επιφυλλίδες 21/12/2025



