Αναθεωρητική είναι η επόμενη των εκλογών Βουλή *

Βασιλική Χρήστου, επίκουρη καθηγήτρια συνταγματικού δικαίου, Νομική Σχολή ΕΚΠΑ    

Ι. Ποια είναι η αναθεωρητική Βουλή;

Έχει συζητηθεί το ερώτημα, εάν η παρούσα Βουλή προτείνει την αναθεώρηση του Συντάγματος και η επόμενη Βουλή, η Βουλή δηλαδή που θα προκύψει μετά τις εκλογές, διαλυθεί αμέσως, σε μία ή δύο μέρες, λόγω της αδυναμίας της να αναδείξει κυβέρνηση, ποια θα είναι η αναθεωρητική Βουλή. Θα είναι η διαλυόμενη επόμενη των εκλογών Βουλή, όπως λέει το Σύνταγμα, ή μήπως θα είναι η μεθεπόμενη, ή η επόμενη των μεθεπόμενων εκλογών ή εν πάση περιπτώσει η επόμενη των εκλογών εκείνων (μετά από, υποθετικά μιλώντας, περισσότερες εκλογικές αναμετρήσεις) που θα αναδείξει κυβέρνηση και άρα θα έχει τις πολιτικές προϋποθέσεις να συζητήσει επί της πρότασης αναθεώρησης; Επί αυτού του μείζονος σημασίας ερωτήματος έχει ήδη αναπτυχθεί ευρύς επιστημονικός διάλογος,[1] στον οποίον θα ήθελα να εισφέρω την άποψή μου.

Κατά τη γνώμη μου, αναθεωρητική είναι η επόμενη των εκλογών Βουλή· εάν η Βουλή αυτή διαλυθεί λόγω αδυναμίας σχηματισμού κυβέρνησης, η αναθεωρητική διαδικασία που θα έχει εκκινήσει με την πρόταση αναθεώρησης, περατούται και μπορεί στο μέλλον να υποβληθεί νέα πρόταση, προδήλως χωρίς τον χρονικό περιορισμό της πενταετίας.

 

ΙΙ. Γιατί δύο Βουλές;

Ο μηχανισμός του άρθρου 110 Σ είναι απλός. Η προτείνουσα Βουλή προτείνει τις προς αναθεώρηση διατάξεις και η επόμενη Βουλή, η αναθεωρητική, στην πρώτη σύνοδό της, για να εξασφαλιστεί η εγγύτητα προς τη λαϊκή εντολή, τις αναθεωρεί ή όχι. Ο μηχανισμός αυτός καλείται να επιβεβαιώσει τον χαρακτήρα του Συντάγματος ως αυστηρού και αυξημένης τυπικής ισχύος· άρα ο σκοπός του δεν είναι να διευκολύνει πάση θυσία την αναθεώρηση, αλλά να την επιτρέψει υπό αυστηρές προϋποθέσεις.

Για ποιο λόγο το Σύνταγμά μας απαιτεί τη σύμπραξη δύο διαδοχικών Βουλών; Επειδή έχουμε σύστημα μίας Βουλής· ελλείπει δηλαδή ένα δεύτερο αντιπροσωπευτικό σώμα. Πράγματι, το μόνο από τα Συντάγματα της πολιτικής μας ιστορίας, το οποίο μπορούσε να αναθεωρηθεί σε μία βουλευτική περίοδο ήταν το Σύνταγμα του 1927,[2] επειδή πρόβλεπε Γερουσία και η Γερουσία θα συμμετείχε στην αναθεωρητική διαδικασία. Έτσι, η πρόταση αναθεώρησης αρκούσε να γίνει αποδεκτή και από τα δύο σώματα με την απόλυτη πλειοψηφία, και μετά από τρεις μήνες η αναθεώρηση θα ψηφιζόταν από την πλειοψηφία των 3/5 σε κοινή συνεδρίαση των δύο σωμάτων. Προαιρετικά δε, μπορούσε έπειτα το Σύνταγμα να τεθεί σε επικυρωτικό δημοψήφισμα.[3] Επίσης, σε σύγχρονές μας δημοκρατίες, στην ιταλική, τη γερμανική και τη γαλλική, η αναθεώρηση του Συντάγματος μπορεί να τελείται μεν σε μία βουλευτική περίοδο, αλλά υπό την προϋπόθεση έγκρισης της αναθεώρησης και από τα δύο σώματα, και μάλιστα στη Γερμανία και στην Ιταλία με την αυξημένη πλειοψηφία των 2/3.[4] Στην Ιταλία, εάν τα δύο σώματα εγκρίνουν την αναθεώρηση με απλή πλειοψηφία, διεξάγεται δημοψήφισμα. Στη Γαλλία, εάν η αναθεώρηση δεν ψηφιστεί σε κοινή συνεδρίαση των δύο σωμάτων με πλειοψηφία 3/5, αλλά με την απλή πλειοψηφία, τότε προκηρύσσεται δημοψήφισμα.[5] Κοντολογίς, η αναθεώρηση απαιτεί τη σύμπραξη τουλάχιστον δύο αντιπροσωπευτικών οργάνων, αν όχι και τρίτου οργάνου, του ίδιου του λαού.

Κατά το Σύνταγμά μας απαιτείται πλειοψηφία 3/5 είτε στην προτείνουσα, είτε στην αναθεωρητική Βουλή, προκειμένου να αναθεωρηθεί μια διάταξη. Αυτή η πλειοψηφία δεν είναι ιδιαίτερα αυξημένη. Για παράδειγμα, ο νόμος για την ψήφο των εκλογέων του εξωτερικού απαιτεί πλειοψηφία 2/3,[6] καθώς και ο εκλογικός νόμος για την ισχύ του από τις επόμενες εκλογές.[7] Ακόμη, αρκεί να θυμηθούμε ότι υπό το Σ 1952 απαιτείτο πλειοψηφία 2/3 στην προτείνουσα Βουλή για την εκκίνηση της διαδικασίας αναθεώρησης χωρίς να προβλέπεται η δυνατότητα συγκέντρωσης της αυξημένης πλειοψηφίας έστω στην αναθεωρητική Βουλή.[8] Κοντολογίς, συγκρίνοντας με τα προηγούμενα Συντάγματα, καθώς και με τα σύγχρονα ευρωπαϊκά Συντάγματα, το Σύνταγμά μας δεν είναι υπέρμετρα αυστηρό. Ταυτόχρονα, ο μηχανισμός με τον οποίον συμπράττουν οι δύο διαδοχικές Βουλές για την τέλεση της αναθεώρησης είναι ουσιώδους σημασίας για τη διατήρηση του αυστηρού χαρακτήρα του Συντάγματος.

 

ΙΙΙ. Η στρατηγική πίσω από τον μηχανισμό σύμπραξης των δύο Βουλών

Η σημασία αυτή έχει αναδειχτεί και στο παρελθόν. Για παράδειγμα, επειδή -κατά την κρατούσα άποψη-[9] η αναθεωρητική Βουλή δεν δεσμεύεται από τις κατευθύνσεις της προτείνουσας, ο μηχανισμός του άρθρου 110Σ, στρατηγικά ευφυής, αναγκάζει τους βουλευτές της προτείνουσας να βάζουν μόνον με περίσκεψη διατάξεις στο τραπέζι της αναθεώρησης· να προτείνουν δηλαδή προς αναθεώρηση μόνον εκείνες τις διατάξεις, για τις οποίες θα μπορούσαν να αποδεχτούν να τις αναθεωρήσει και ο πολιτικός τους αντίπαλος, εάν έχει το προβάδισμα στην αναθεωρητική Βουλή.[10] Τούτο μπορεί να σημαίνει δύο πράγματα: είτε ότι στην πρόταση αναθεώρησης θα περιληφθούν διατάξεις για τις οποίες πράγματι και οι πολιτικοί αντίπαλοι ομονοούν ως προς την κατεύθυνση, είτε ότι είναι τέτοια η ανάγκη αναθεώρησης, ώστε πρέπει να αλλάξει η διάταξη πάση θυσία, ακόμη και με τον τρόπο που θα επιθυμούσε ο πολιτικός αντίπαλος. Οποιαδήποτε άλλη ρύθμιση θα ήταν καλύτερη από την ισχύουσα. Τέτοια, θεωρώ, ότι ήταν η περίπτωση της διάλυσης της Βουλής σε περίπτωση αδυναμίας εκλογής του Προέδρου της Δημοκρατίας: όλες οι πολιτικές παρατάξεις, ανεξάρτητα από τον προτιμητέο τρόπο ανάδειξης του Προέδρου, επιθυμούσαν πάντως να μην διαλύεται η Βουλή λόγω της μη εκλογής του Προέδρου.

Κοντολογίς, ο μηχανισμός σύμπραξης προτείνουσας και αναθεωρητικής Βουλής και η ελευθερία της αναθεωρητικής Βουλής κάνει την προτείνουσα Βουλή πιο επιφυλακτική κι έτσι το Σύνταγμα αποφεύγει τους θεσμικούς πειραματισμούς και αυτοπροστατεύεται.

 

IV. Η αυτοπροστασία του Συντάγματος σε καιρούς αβέβαιων εκλογικών αναμετρήσεων

Πώς λειτουργεί ο μηχανισμός αυτοπροστασίας του Συντάγματος στην περίπτωση που μας απασχολεί, εάν δηλαδή η επόμενη της προτείνουσας Βουλή διαλυθεί άμεσα λόγω αδυναμίας σχηματισμού κυβέρνησης; Επειδή δεν έχουμε, όπως αναλύθηκε, δύο ταυτόχρονες Βουλές, για να επιχειρήσουν την αναθεώρηση, το Σύνταγμα κατά τη γνώμη μου απαιτεί τουλάχιστον να είναι διαδοχικές για δύο λόγους.

Πρώτον, διότι η μεσολάβηση περισσότερων εκλογικών αναμετρήσεων διασπά την ενότητα και αποδυναμώνει την επικαιρότητα της αναθεωρητικής προσπάθειας. Η επικαιρότητα είναι πάγια αρχή της δράσης των κρατικών λειτουργιών. Για παράδειγμα, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας εκλέγεται επίκαιρα, καθώς η Βουλή συνεδριάζει για την εκλογή του οπωσδήποτε τουλάχιστον έναν μήνα πριν, όχι, όμως, πολύ νωρίτερα, πέραν ευλόγου προηγούμενου χρόνου,[11] ακόμη και εάν δεν αναμένεται εντωμεταξύ να διενεργηθούν εκλογές. Στοιχείο της δημοκρατικής αρχής είναι δηλαδή και το επίκαιρο της εκδήλωσης της βούλησης του λαού ή των άλλων οργάνων του κράτους. Άρα η μετάθεση του χρόνου αναθεώρησης, από την επόμενη στη μεθεπόμενη Βουλή ή και μεταγενέστερα, δεν είναι απλό ζήτημα.

Δεύτερον, πρέπει οι δύο Βουλές να είναι διαδοχικές, για να εξασφαλίζεται κάποια δυνατότητα πρόγνωσης ως προς την πολιτική σύνθεση της επόμενης Βουλής. Αλλιώς, η βούληση της προτείνουσας σχηματίζεται έωλα. Με βάση το άρθρο 110 Σ, η προτείνουσα καλείται να τοποθετηθεί επί ενός δεδομένου πολιτικού πλαισίου, δεν καλείται να ψυχανεμιστεί το μέλλον σε ένα εντελώς ασταθές και ρευστό πολιτικό σκηνικό. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, η αναθεωρητική προσπάθεια μπορεί να αποβεί απονενοημένο διάβημα και ο καταστατικός χάρτης να κινδυνεύσει. Εάν πρόκειται, λοιπόν, να μεσολαβούν δύο ή περισσότερες εκλογικές αναμετρήσεις, η βούληση της προτείνουσας καθίσταται κι αυτή ανεπίκαιρη, καθώς εντωμεταξύ πολλά μπορεί να αλλάξουν.

Άλλωστε, η χρονική εγγύτητα της αναθεωρητικής Βουλής προς την πρόταση αναθεώρησης ανέκαθεν ήταν μέλημα του συντακτικού νομοθέτη. Έτσι, υπό το Σ 1864 και το Σ 1911, οσάκις η πρόταση αναθεώρησης θα στοιχειοθετείτο, η Βουλή έπρεπε να διαλυθεί, ώστε η επόμενη να αποφασίσει επί της αναθεώρησης. Ήταν δε το Σ 1911 που για πρώτη φορά πρόβλεψε ότι η Βουλή αποφασίζει επί της αναθεώρησης στην πρώτη σύνοδό της. Επιπλέον, ενώ η πρόταση αναθεώρησης έπρεπε να εγκριθεί σε δύο συνεχείς Βουλές υπό το Σ 1864, η αναθεωρητική Βουλή ήταν πάντοτε μοναδική και ήταν η επόμενη της ολοκληρωθείσας πρότασης. Είναι αξιοσημείωτο ότι το σύστημα αναθεώρησης του συντάγματος σε διαδοχικές Βουλές αντλείται από το γαλλικό Σύνταγμα του 1791, το οποίο -με μονήρη Βουλή- απαιτούσε μάλιστα τη σύμπραξη τεσσάρων διαδοχικών Βουλών για την αναθεώρησή του. Από τις τέσσερις Βουλές, μόνον μία, η τέταρτη θα ήταν η αναθεωρητική και θα είχε αυξημένο αριθμό αντιπροσώπων.[12] Για την αναθεωρητική Βουλή, λοιπόν, την αποφασιστική στιγμή της αναθεώρησης, τα πράγματα πρέπει να είναι σαφή και συγκεκριμένα.

Εντελώς εξαιρετικά, για το Σ 1952 χρειάστηκαν οι ακραίες συνθήκες του εμφυλίου πολέμου για να δεχτεί το Συμβούλιο της Επικρατείας την κατανομή της αναθεωρητικής εξουσίας σε δύο Βουλές, του 1946 και του 1950·[13] σε κάθε περίπτωση δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι το Σύνταγμα του 1952 λογίζεται ως νέο Σύνταγμα. Το Συμβούλιο της Επικρατείας στην 1899/1952 απόφασή του διαπίστωσε στην πραγματικότητα την εγκυρότητα της εκδήλωσης πρωτογενούς, συντακτικής εξουσίας ή αλλιώς «εκτάκτου αναθεωρητικής εξουσίας», η οποία ενεργούσε «προφανώς κατά παρέκκλισιν από του μηχανισμού του άρθρου 108 του Συν/τος 1911».

Τέλος, η αντίθετη άποψη -που δέχεται δηλαδή ότι αναθεωρητική θα είναι η Βουλή που θα αναδείξει κυβέρνηση- προβάλλει το επιχείρημα ότι πρέπει να ακολουθούμε τον σκοπό της διάταξης που είναι η τέλεση της αναθεώρησης και όχι το γράμμα της. Ωστόσο, ο σκοπός του άρθρου 110 Σ δεν είναι η αναθεώρηση. Αυτό είναι το περιεχόμενό του. Ο σκοπός του άρθρου 110 Σ είναι η αυτοπροστασία του Συντάγματος από αναθεωρητικούς πειραματισμούς. Έτσι, το γράμμα του Συντάγματος δεν είναι τυχαίο, αλλά υπηρετεί τον σκοπό ενός αυστηρού Συντάγματος. Σύμφωνα με το γράμμα, λοιπόν, αναθεωρητική είναι η επόμενη Βουλή και όχι η επόμενη Βουλή που θα αναδείξει κυβέρνηση, ούτε η επόμενη που θα καταφέρει να εξαντλήσει την πρώτη σύνοδο.[14] Το Σύνταγμα γνωρίζει, βέβαια, ότι ορισμένες εκλογές δεν αναδεικνύουν κυβερνήσεις, καθώς και ότι ορισμένες Βουλές έχουν σύντομη θητεία· αυτό δεν είναι ούτε ασύνηθες, ούτε απρόβλεπτο. Εν τούτοις, το Σύνταγμα επιμένει να μιλά απλώς για επόμενη Βουλή από στρατηγική επιλογή. Εάν οι επόμενες της πρότασης αναθεώρησης εκλογές δεν αναδείξουν κυβέρνηση, και άρα η Βουλή δεν λειτουργήσει κανονικά, τότε το στρατηγικό άρθρο 110 Σ λέγει στους πολιτικούς παίκτες ότι, εάν έχουν καταθέσει πρόταση αναθεώρησης, αυτή θα πάει χαμένη.

Το Σύνταγμα αποθαρρύνει για την αυτοπροστασία του τα αναθεωρητικά εγχειρήματα σε περιόδους πολιτικής αστάθειας και απρόβλεπτου πολιτικού σκηνικού. Αντίθετα, ευνοεί την αναθεώρηση σε συνθήκες πολιτικής σταθερότητας, όταν οι πολιτικοί παίκτες ομονοούν ή είναι προβλέψιμοι. Τότε, άλλωστε, ελλείπει η διάθεση για θεσμικούς πειραματισμούς. Έτσι, το Σύνταγμα αυτοπροστατεύεται για να μπορεί να προστατεύει την πολιτική ελευθερία. Αυτός, άλλωστε, είναι ο βασικός σκοπός του.

* Το παρόν κείμενο βασίζεται σε ομιλία μου στο 10ο συνέδριο της ΕΑΝΔΑ την 6η Μαρτίου 2026.

 

[1] Ενδεικτικά, Θανάσης Ξηρός, «Η αναθεωρητική διαδικασία και η διάλυση της Βουλής», 24.2.2026, constitutionalism.gr· Τζούλια Ηλιοπούλου-Στράγγα, «Κινδυνεύει να ‘καεί’ η αναθεώρηση του Συντάγματος;» 24.2.2026, constitutionalism.gr· Γιώργος Δελλής, «Ο γρίφος της επόμενης Βουλής», εφημ. Η Καθημερινή, 15.2.2026· Λίνα Παπαδοπούλου, «Η επόμενη Βουλή και η αναθεώρηση», εφημ. Το Βήμα, 15.2.2026· Προκόπης Παυλόπουλος, «Ως δεύτερη, αναθεωρητική, Βουλή νοείται μόνον εκείνη που μετά τις εκλογές έχει τον αναγκαίο χρόνο και την πλήρη δυνατότητα ολοκλήρωσης του αναθεωρητικού έργου, την πρωτοβουλία εκκίνησης του οποίου είχε αναλάβει η προηγούμενη Βουλή», 12.2.2026, constitutionalism.gr. Ευάγγελος Βενιζέλος,  «Η παγίδα του αναθεωρητικού λαϊκισμού», εφημ. Η Καθημερινή, 8.2.2026· Ν. Αλιβιζάτος, «Ανόρθωση μόνο μέσω συναίνεσης», εφημ. Η Καθημερινή, 8.2.2026·  Χαράλαμπος Ανθόπουλος,  «Ποια είναι η αναθεωρητική Βουλή;», εφημ. Τα Νέα, 5.2.2026, κ.ά.

[2] Ίδια διαδικασία αναθεώρησης πρόβλεπε και το «θνησιγενές» Σ 1925.

[3] Άρθρο 125 Σ 1927

[4] Άρθρο 79 γερμΣ και άρθρο 138 ιταλΣ

[5] Άρθρο 89 γαλλΣ

[6] Άρθρο 51 παρ. 4 Σ

[7] Άρθρο 54 παρ. 1 Σ

[8] Άρθρο 108 Σ 1952

[9] Ενδεικτικά, υπέρ της μη δέσμευσης Βασιλική Χρήστου, «Η συναίνεση και η πρόσφατη συνταγματική αναθεώρηση», ΤοΣ 2021, 31-61· Χαράλαμπος Ανθόπουλος, «Η ελευθερία της Αναθεωρητικής Βουλής», ΕφημΔΔ 5/2018, 522 επ.· Ευάγγελος Βενιζέλος, «Δεσμεύεται η δεύτερη Βουλή από τις κατευθύνσεις της πρώτης στη διαδικασία αναθεώρησης του Συντάγματος;» 28.11.2018, constitutionalism.gr· Σπύρος Βλαχόπουλος, «Η σχέση των δύο Βουλών στη συνταγματική αναθεώρηση», 24.11.2018, εφημ. Η Καθημερινή· Γιώργος Δελλής, Οι συνταγματικές αλλαγές και η επόμενη Βουλή, 11.12.2018, constitutionalism.gr· Nικόλαος N. Σαρίπολος, Ελληνικόν Συνταγματικόν Δίκαιον. Ερμηνεία του αναθεωρηθέντος ελληνικού Συντάγματος εν συγκρίσει προς τα των ξένων κρατών, Τόμος Α΄, Τρίτη έκδοσις επαυξημένη (Εν Αθήναις τυπογραφείον της Β. Αυλής Α. Ραφτάνη, 1915), Αθήνα-Κομοτηνή, Εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, 1987, 117-118.

Υπέρ της δέσμευσης ενδεικτικά, Κωνσταντίνος Γιαννακόπουλος, «Η δυνατότητα δέσμευσης της Αναθεωρητικής Βουλής από τις ουσιαστικές κατευθύνσεις της προτείνουσας Βουλής», constitutionalism.gr, 27.11.2018· Ξενοφών Κοντιάδης, «Δεσμεύσεις και αυτοπεριορισμός της δεύτερης αναθεωρητικής Βουλής. Οριοθέτηση και διαδικαστικές εγγυήσεις της αναθεωρητικής λειτουργίας», ΤοΣ 1999, 1054 επ.· Πέτρος Παραράς, «Οι περιωρισμένες εξουσίες της αναθεωρητικής Βουλής», ΤοΣ 1993, 311 επ.

[10] Αναλυτικά Χρήστου, ΤοΣ 2021, 52-54.

[11] Φίλιππος Σπυρόπουλος, Συνταγματικό Δίκαιο, Αθήνα-Θεσσαλονίκη 2020, 328.

[12] Τίτλος VII γαλλΣ 1791

[13] Για την παρουσίαση και τον εκτενή σχολιασμό της απόφασης αυτής, Γιάννης Δρόσος, Δοκίμιο ελληνικής συνταγματικής θεωρίας, Αθήνα-Κομοτηνή 1997, 269-287.

[14] Εάν δεχτούμε ότι η Βουλή πρέπει να έχει πλήρη δυνατότητα ολοκλήρωσης του αναθεωρητικού έργου, τότε οδηγούμαστε στο ακόμη πιο άτοπο: αναθεωρητική να είναι εκείνη η Βουλή που θα εξαντλήσει την πρώτη σύνοδο (μη διαλυόμενη νωρίτερα) και όχι απλώς εκείνη που θα αναδείξει κατ’ αρχήν κυβέρνηση. Μάλιστα, το επιχείρημα που επικράτησε στην «υπόθεση Παπακωνσταντίνου» σχετικά με την ερμηνεία του τότε άρθρου 86 παρ. 3 Σ, ότι δηλαδή επόμενη Βουλή, κατά τη θητεία της οποίας μπορούσε να αποσβεστεί η προθεσμία για τη δίωξη υπουργών, ήταν αυτή που θα είχε τακτική σύνοδο, και όχι η κατά κυριολεξία επόμενη (Συμβ. Ειδ. Δικ. 1/2014, ΘΠΔΔ 2014, 894), ακόμη και εάν υποτεθεί ορθό, δεν βρίσκει ανάλογη εφαρμογή στην περίπτωση που μας απασχολεί, καθώς εδώ το ερώτημα δεν αφορά τον εντοπισμό ενός χρονικού σημείου για τη δίωξη, αλλά την ίδια τη συνδρομή αναθεωρητικής εξουσίας. Ενδεικτικά, για τη σχετική τεταμένη αντιπαράθεση της εποχής, Γιώργος Καραβοκύρης, «Το ερμηνευτικό ζήτημα του άρθρου 86 παρ. 3 του Συντάγματος: ποινική ευθύνη υπουργών και αποσβεστική προθεσμία», constitutionalism.gr.

 

 

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

ten − nine =