Πριν καν ξεκινήσει επισήμως, δηλαδή σύμφωνα με το Σύνταγμα (άρθρο 110 παρ. 2), η αναθεωρητική διαδικασία, ξεκίνησαν ήδη να συζητούνται τα διάφορα σενάρια για την τύχη αυτής της αναθεώρησης. Τα σενάρια αυτά είναι αφενός νομικά και αφετέρου πολιτικά.
Ξεκινάω με τα νομικά ζητήματα. Στην υποθετική περίπτωση, κατά την οποία στην επόμενη Βουλή δεν προκύψει Κυβέρνηση, αλλά θα απαιτηθεί να γίνει νέα προσφυγή στις κάλπες, θα μπορούσε να τεθεί το ερώτημα, κατά πόσον μία αποφασισθείσα στην παρούσα Βουλή πρόταση αναθεώρησης θα εξακολουθούσε να είναι ισχυρή και για τη μεθεπόμενη Βουλή. Το ερώτημα αυτό ανακύπτει από τη διατύπωση του Συντάγματος, το οποίο ορίζει ότι «αφού η αναθεώρηση αποφασιστεί από τη Bουλή, η επόμενη Bουλή, κατά την πρώτη σύνοδό της, αποφασίζει … σχετικά με τις αναθεωρητέες διατάξεις» (άρθρο 110 παρ. 3). Η διάταξη αυτή, η οποία, με εξαίρεση το Σύνταγμα του 1927, συναντάται και στα προϊσχύσαντα Συντάγματα, αρχής γενομένης από το Σύνταγμα του 1911, γεννά ερμηνευτικά προβλήματα, τα οποία επισημάνθηκαν στη θεωρία και ήλθε μάλλον η ώρα να επιλύσει ο αναθεωρητικός νομοθέτης.
Από την ερμηνεία που θα γίνει δεκτή σχετικά με την φράση «η επόμενη Bουλή, κατά την πρώτη σύνοδό της», μπορεί να κριθεί από νομική σκοπιά η τύχη της αναθεώρησης, της οποίας η πρώτη φάση κατά τα φαινόμενα θα ψηφισθεί στην παρούσα Βουλή, αν όχι από 180, τουλάχιστον από 151 βουλευτές, όπως προβλέπει το ισχύον Σύνταγμα με την υιοθέτηση της λεγόμενης ‘εναλλαγής των πλειοψηφιών’ (αρκεί δηλαδή να ψηφισθεί η αναθεώρηση σε μία από τις δύο Βουλές με πλειοψηφία των 151 βουλευτών και στην άλλη με πλειοψηφία των 180 βουλευτών).
Εάν μεν γίνει δεκτή η λεγόμενη γραμματική ερμηνεία της συνταγματικής αυτής διάταξης, όπως υποστηρίζει η μειοψηφούσα στη θεωρία άποψη, τότε σε περίπτωση που στην επόμενη Βουλή δεν μπορέσει να σχηματισθεί Κυβέρνηση και διαλυθεί η Βουλή για να ακολουθήσουν αναγκαστικά εκλογές (άρθρο 37 παρ. 3 Συντ.) η πρόταση αναθεώρησης της πρώτης Βουλής ‘καίγεται’, παύει δηλαδή να ισχύει, και, εφόσον εξακολουθεί να υπάρχει η πολιτική βούληση για αναθεώρηση, θα πρέπει να ψηφισθεί νέα πρόταση από κάποια επόμενη Βουλή. Αυτό σημαίνει ότι θα πρέπει να ξεκινήσει μια νέα διαδικασία αναθεώρησης, η οποία, με την ισχύουσα ρύθμιση είναι ούτως ή άλλως πολύπλοκη και χρονοβόρα (βλ. άρθρο 110 παρ. 2-6 Συντ.).
Εάν όμως γίνει δεκτή η τελολογική ερμηνεία, αυτή δηλαδή που δεν περιορίζεται μόνο στο ‘γράμμα’ της συνταγματικής διάταξης, αλλά αναζητά και τον αντικειμενικό σκοπό της ρύθμισης, επικεντρώνοντας στο «πνεύμα» της, τότε προκύπτει το συμπέρασμα ότι ως «επόμενη Bουλή, κατά την πρώτη σύνοδό της» νοείται η Βουλή που αντικειμενικά μπορεί να ενεργήσει ως Αναθεωρητική Βουλή. Δεν θεωρείται δηλαδή ως επόμενη Βουλή εκείνη που συνέρχεται μετά τις πρώτες εκλογές για τον σχηματισμό Κυβέρνησης και η οποία, εφόσον δεν καταστεί δυνατόν να σχηματισθεί Κυβέρνηση, διαλύεται για να ακολουθήσουν νέες βουλευτικές εκλογές, οπότε δεν μπορεί αντικειμενικά να συνεχισθεί η διαδικασία αναθεώρησης.
Θεωρώ ότι η δεύτερη ερμηνεία είναι σύμφωνη όχι μόνο με την κοινή λογική, αλλά και με το πνεύμα του Συντάγματος, το οποίο ναι μεν επιδιώκει η αναθεώρηση να ολοκληρώνεται σε σύντομο χρονικό διάστημα με ‘νωπή’ τη λαϊκή εντολή, πλην όμως δεν μπορεί να απαιτεί κάτι που είναι πρακτικά αδύνατον να πραγματοποιηθεί. Επιπλέον, με δεδομένο, όπως προαναφέρθηκε, ότι η ισχύουσα διαδικασία αναθεώρησης είναι πολύπλοκη και χρονοβόρα, η παραδοχή της γραμματικής ερμηνείας θα οδηγούσε σε περαιτέρω επιμήκυνση της διαδικασίας αυτής, κάτι που δεν φαίνεται να επιθυμούσε ο συντακτικός νομοθέτης, ο οποίος – επαναλαμβάνοντας μια επιλογή του Συντάγματος του 1911 – δεν έλαβε προφανώς υπόψη ή δεν μπόρεσε ενδεχομένως να προβλέψει τις εξελίξεις στο πολιτικό σύστημα διακυβέρνησης της Χώρας. Βέβαια, ακόμη και αν ο αναθεωρητικός νομοθέτης δεν κάνει το βήμα να υιοθετήσει την αναθεώρηση στο πλαίσιο μιας Βουλής, με το οποίο δεν θα μπορούσαν πλέον να ανακύψουν όχι μόνον το εδώ επίμαχο, αλλά και άλλα παρόμοια σοβαρά ερμηνευτικά ζητήματα, τα οποία έχουν ήδη διαπιστωθεί σε σχέση με τη διαδικασία αναθεώρησης, καλόν θα ήταν για το μέλλον να ρυθμίσει ο ίδιος ένα τόσο σημαντικό θέμα και να μη το αφήσει στη τύχη των διαφόρων ερμηνειών. Όταν ο αναθεωρητικός νομοθέτης έχει παλαιότερα ρυθμίσει αναλυτικά διάφορα άλλα δευτερευούσης σε σχέση με τη διαδικασία της αναθεώρησης θέματα, όπως λ.χ. με την αναθεώρηση του 2001 την, εν όψει των Ολυμπιακών αγώνων, λεπτομερή ρύθμιση της απαλλοτρίωσης (άρθρο 17 παρ. 4 Συντ.), δεν θα πρέπει να παραλείπει να ρυθμίζει ειδικότερα ζητήματα της διαδικασίας αναθεώρησης, για τα οποία υπάρχουν όχι μόνο στη θεωρία αλλά και στα πολιτικά κόμματα σοβαρές αμφισβητήσεις. Η μη επίλυση των θεμάτων αυτών βλάπτει το κύρος του Συντάγματος.
Συμπερασματικά λοιπόν, η επικείμενη πρόταση αναθεώρησης δεν κινδυνεύει να ‘καεί’ για λόγους νομικούς.
Ως προς τις πολιτικές παραμέτρους, η τύχη της επικείμενης κυβερνητικής πρότασης αναθεώρησης (ΝΔ) θα εξαρτηθεί κυρίως από τη σύμπραξη ή μη της Αντιπολίτευσης, ιδίως δε της Αξιωματικής αντιπολίτευσης (ΠΑΣΟΚ), στην ολοκλήρωση της αναθεώρησης. Είναι γνωστό ότι τουλάχιστον ΝΔ και ΠΑΣΟΚ συμφωνούν για την αναθεώρηση ορισμένων συνταγματικών διατάξεων, όπως λ.χ. αυτής του άρθρου 86 Συντ. περί ποινικής ευθύνης των υπουργών. Εάν η Αντιπολίτευση συμφωνεί για την αναθεώρηση του άρθρου 86 ή και ορισμένων άλλων διατάξεων του Συντάγματος, τότε καλείται να συμβάλει με κάθε τρόπο στην πραγματοποίηση της σχετικής αναθεώρησης και να μη ρισκάρει η αναθεώρηση αυτή να παραπεμθεί ‘εις τα καλένδας’. Τι σημαίνει αυτό το τελευταίο με βάση το υπάρχον πολιτικό σκηνικό; Αν δεν συμβάλει η Αντιπολίτευση – σε θέματα που συμφωνεί – στην ψήφιση της κυβερνητικής πρότασης με 180 ψήφους στην παρούσα Βουλή, αλλά ψηφισθεί η πρόταση αναθεώρησης με 151 ψήφους, τότε για την ολοκλήρωση της αναθεώρησης στην επόμενη Αναθεωρητική Βουλή θα απαιτούνται 180 ψήφοι. Είναι όμως πολιτικά όλως αβέβαιο, αν στην επόμενη Αναθεωρητική Βουλή θα μπορέσει η πρόταση αναθεώρησης να συγκεντρώσει τις 180 απαιτούμενες ψήφους.
Αυτό δεν σημαίνει όμως ότι η Αντιπολίτευση, συμπράττοντας στην ψηφίση προτάσεων αναθεώρησης στην προτείνουσα Βουλή με 180 ψήφους, δίνει εντολή εν λευκώ στην Αναθεωρητική Βουλή να αναθεωρήσει τις αναθεωρητέες διατάξεις κατά το δοκούν με 151 ψήφους.
Ανεξαρτήτως του αν από την μάλλον ακόμη κρατούσα στη θεωρία άποψη υποστηρίζεται ότι η Αναθεωρητική Βουλή δεν δεσμεύεται από τις κατευθύνσεις της προτείνουσας Βουλής ως προς το περιεχόμενο των αναθεωρητέων διατάξεων, εντούτοις ένα τμήμα της θεωρίας τάσσεται με αξιόλογη επιχειρηματολογία υπέρ της δέσμευσης της Αναθεωρητικής Βουλής από την ‘κατεύθυνση’ που αποφασίζει η προτείνουσα, πρώτη Βουλή. Αλλά και ακόμη από υποστηρικτές της προαναφερθείσας κρατούσας άποψης περί απολύτου ελευθερίας της Αναθεωρητικής Βουλής γίνεται δεκτό ότι υπάρχουν και όρια στην πλήρη αυτή ελευθερία της Αναθεωρητικής Βουλής, όταν συγκεκριμένα η μεταβολή της αναθεωρητικής πολιτικής είναι τέτοια, που υπερβαίνει τα όρια του πολιτικού ήθους και της πολιτικής αξιοπιστίας που αποτελούν και όρια κατάχρησης εξουσίας (Γ.Κασιμάτης).
Κυριότερο όμως όπλο, και μάλιστα νομολογιακό, υπέρ της τήρησης στην Αναθεωρητική Βουλή ενδεχόμενης συμφωνίας στην προτείνουσα Βουλή μεταξύ Κυβέρνησης και Αντιπολίτευσης ως προς την κατεύθυνση της αναθεώρησης κάποιων αναθεωρητέων διατάξεων, όπως λ.χ. του άρθρο 86 Συντ., προσφέρει η απόφαση 11/2003 του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου (ΑΕΔ). Η απόφαση αυτή αφενός τάχθηκε υπέρ του δικαστικού ελέγχου των διαδικαστικών όρων της αναθεώρησης και αφετέρου έθεσε δύο προϋποθέσεις για τη δέσμευση της Αναθεωρητικής Βουλής από τις κατευθύνσεις της προτείνουσας Βουλής. Συγκεκριμένα, η προτείνουσα Βουλή πρέπει να προσδιορίζει τις αναθεωρητέες διατάξεις όχι μόνον αριθμητικά (εννοεί με τον αριθμό του αναθεωρητέου άρθρου) χωρίς οποιοδήποτε λεκτικό περιορισμό, αλλά να διατυπώνει και τον σκοπό που συνδέεται με τη διαπιστωθείσα ανάγκη αναθεώρησης. Επιπλέον δε, δεν αρκεί η διατύπωση του σκοπού μόνον στην εισήγηση της Ειδικής Κοινοβουλευτικής Eπιτροπής Αναθεώρησης του Συντάγματος προς την Ολομέλεια της Βουλής που πρότεινε την αναθεώρηση του Συντάγματος, αλλά θα πρέπει να επαναληφθεί στην τελική απόφαση της Βουλής αυτής, μετά τη διενέργεια των προβλεπομένων από την παράγραφο 2 του άρθρου 110 του Συντάγματος δύο ψηφοφοριών (σκέψη 6 της απόφασης). Ακόμη και αν γίνει δεκτό ότι η απόφαση αυτή του ΑΕΔ δεν τέμνει οριστικά το επίμαχο ζήτημα, εντούτοις καθορίζει τους όρους, υπό τους οποίους θα μπορούσε να υποστηριχθεί κατά τον δικαστικό έλεγχο της αναθεώρησης η δέσμευση της Αναθεωρητικής Βουλής από τις κατευθύνσεις της προτείνουσας Βουλής.
Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι το σοβαρό αυτό ερμηνευτικό πρόβλημα ήταν από μακρού γνωστό στον αναθεωρητικό νομοθέτη, ο οποίος όμως αδράνησε να το επιλύσει ο ίδιος, είτε ελλείψει συναίνεσης των κομμάτων είτε ενδεχομένως φοβούμενος κάποιο πολιτικό κόστος. Το κύρος του Συντάγματος δεν θα έπρεπε όμως να αποτελεί μέρος του πολιτικού παιγνιδιού, ρισκάροντας έτσι, λόγω της περίπλοκης και χρονοβόρας διαδικασίας αναθεώρησης, τη διατήρηση επ’ αόριστον των αποδεδειγμένως ‘κακών’ συνταγματικών ρυθμίσεων.
Συμπερασματικά λοιπόν, η επικείμενη πρόταση αναθεώρησης κινδυνεύει να ‘καεί’ για λόγους πολιτικούς.
Εν κατακλείδι, ζητούμενο δεν είναι μόνον το σε ποια Βουλή θα μπορέσει να σχηματισθεί Κυβέρνηση ικανή να πραγματοποιήσει την αναθεώρηση, αλλά και το αν θα μπορέσουν να συγκεντρωθούν οι 180 ψήφοι που θα απαιτούνται τότε για την ολοκλήρωση της αναθεώρησης, εφόσον η πρόταση αναθεώρησης ψηφισθεί στην παρούσα Βουλή με 151 ψήφους. Σε περίπτωση που δεν συγκεντρωθούν 180 ψήφοι στην Αναθεωρητική Βουλή και συνεπώς θεωρηθεί ότι απορρίπτονται οι προτάσεις της πρώτης Βουλής, τότε η διαδικασία αναθεώρησης θα πρέπει να ξεκινήσει από την αρχή με άγνωστη την έκβασή της, ιδίως χρονικά. Έτσι, όμως, σημαντικές συνταγματικές διατάξεις που αποδείχθηκαν σύμφωνα με όλα σχεδόν τα κόμματα ως μη ικανοποιητικές, όπως λ.χ. αυτές που ρυθμίζουν την ποινική ευθύνη των υπουργών, θα εξακολουθούν να ισχύουν αναλλοίωτες, άγνωστο μέχρι πότε. Στο σημείο αυτό πρέπει να επισημανθεί για μια ακόμη φορά ότι και αυτή η περίπτωση διακινδύνευσης της ολοκλήρωσης της αναθεώρησης δεν θα ανέκυπτε, εάν ο αναθεωρητικός νομοθέτης υιοθετούσε την ολοκλήρωση της αναθεώρησης στο πλαίσιο μιας Βουλής.




