Category Archives: ΜΕΛΕΤΕΣ – ΑΡΘΡΑ

Επανεξετάζοντας την αμεσότητα του δημοψηφίσματος στη θεωρία και την πράξη

Χριστίνα Ακριβοπούλου, Δ.Ν. Δικηγόρος, Ειδική Επιστήμονας ΔΠΘ, ΣΕΠ ΕΑΠ. Νίκος Γαρυπίδης, Δ.Μ.Ε. Ιστορίας και Φιλοσοφίας του Δικαίου ΑΠΘ, EALT Brussels

Στο πρώτο μέρος της μελέτης, εξετάζεται η ‘αρχιτεκτονική’ των δημοψηφισμάτων με αφορμή τον ‘Κώδικα Βέλτιστης Πρακτικής για τα Δημοψηφίσματα’ της Επιτροπής της Βενετίας του Συμβουλίου της Ευρώπης. Ειδικότερα, οι επιμέρους ρυθμίσεις του διεθνούς σημασίας αυτού κειμένου αναλύονται μέσα από την προοπτική των δυο βασικών δημοκρατικών συνιστωσών, της προστασίας της ισότητας και της αυτονομίας κατά την ενάσκηση των πολιτικών ελευθεριών και της δημοκρατικής συμμετοχής. Στο πλαίσιο του πρώτου αυτού μέρους, τα συμπεράσματα και οι αρχές που απορρέουν από τον ‘Κώδικα’ της Επιτροπής της Βενετίας συνιστούν τη βάση για μια κριτική προσέγγιση των ρυθμίσεων του Ν. 4023/2011 για τη ‘Διεύρυνση της άμεσης και συμμετοχικής δημοκρατίας με τη διενέργεια δημοψηφίσματος’. Στο δεύτερο μέρος, αναλύεται ο θεσμός των δημοψηφισμάτων από μια θεωρητική σκοπιά. Έτσι, καταρχήν τα δημοψηφίσματα εξετάζονται στην ιστορική τους διαδρομή και σε συγκριτικό πλαίσιο, ενώ σε ένα δεύτερο επίπεδο επιχειρείται μια ταξινόμησή τους με άξονα τη δεσμευτικότητα, τη στόχευση και τη θεματολογία τους. Περαιτέρω, υποστηρίζεται η άποψη ότι τα δημοψηφίσματα συνιστούν στην πραγματικότητα θεσμό άμεσης συμμετοχής και όχι άμεσης δημοκρατίας, ενώ τέλος γίνεται μια κριτική ανάλυση της λειτουργίας των δημοψηφισμάτων στη δημοκρατική λήψη αποφάσεων από τη σκοπιά της αυτοκυβέρνησης και της διαβούλευσης. Κεντρικό συμπέρασμα της ανάλυσης που επιχειρείται είναι ότι τα δημοψηφίσματα είναι δυνατόν να αποτελέσουν τη βάση για μια αναζωογόνηση της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, εφόσον λειτουργήσουν σε ένα πλαίσιο διαλόγου, πληροφόρησης, ελέγχου, ανταλλαγής ιδεών, ενεργητικής και ουσιαστικής συμμετοχής των πολιτών στη λήψη των πολιτικών αποφάσεων.

Η «μικρή» μεταρρύθμιση της κοινωνικής ασφάλισης με το Ν. 3996/2011: Η άρση των εκκρεμοτήτων, ο περιορισμός των προσδοκιών και η αναδρομική ανατροπή δικαιωμάτων

Χρήστος Μορφακίδης, Λέκτορας Δ.Π.Θ.

Ο νόμος 3996/2011 περιέλαβε διατάξεις κοινωνικοασφαλιστικού περιεχομένου, οι οποίες συνιστούν το δεύτερο τόσο από απόψεως χρονικής σειράς διαδοχής όσο και από απόψεως θεσμικής εμβέλειας μεταρρυθμιστικό του θεσμού της κοινωνικής ασφάλισης διάβημα των ετών 2010-2011. Με αυτό επιχειρήθηκε η νομοθετική άρση των αμφιβολιών ως προς το ακριβές περιεχόμενο θεσμών που είχε εισαγάγει ο νόμος 3863/2010, η οποία, ωστόσο, είχε ως συνέπεια όχι απλώς τον περιορισμό προσδοκιών που είχε προκαλέσει η γενικότητα των αρχικών διατυπώσεων, αλλά και την αναδρομική ανατροπή δικαιωμάτων που βάσει εκείνων είχαν ήδη θεμελιωθεί και σε πολλές περιπτώσεις ήδη ενασκηθεί με την υποβολή στην κοινωνικοασφαλιστική διοίκηση σχετικών αιτημάτων. Η μελέτη επικεντρώνεται στην εξέταση των σχετικών ρυθμίσεων που αφορούν στο δικαίωμα σε σύνταξη.

Η τέχνη του δικαίου

του Γιώργου Καραβοκύρη, Δικηγόρου, Δ.Ν. Ειδικού Επιστήμονα στο Τμήμα Νομικής του Δ.Π.Θ.

Η σχέση της τέχνης και του δικαίου δεν εξαντλείται στην προβληματική της αδιάκοπης έντασης ανάμεσα στην ελευθερία του καλλιτέχνη και την κρατική λογοκρισία. Αντιθέτως, δεν πρέπει να λησμονούμε την κοινή φιλοσοφική μήτρα των δύο αυτών φαινομένων λόγου. Έτσι, μελετώντας την τέχνη μπορούμε να κατανοήσουμε καλύτερα και το ίδιο το δίκαιο. Η παραγωγή του έργου τέχνης και του νομικού κανόνα προκύπτει από την ίδια ερμηνευτική διαδικασία, εντός ενός γλωσσικού παιχνιδιού. Ο όροι της διεξαγωγής του τελευταίου έχουν έντονα απασχολήσει όχι μόνο τους νομικούς, αλλά και τους καλλιτέχνες Στην κινηματογραφική οθόνη, δύο πολυσήμαντα έργα, η Πρόβα Ορχήστρας του Φεντερίκο Φελίνι και το Blow Up του Μικελάντζελο Αντονιόνι, αναδεικνύουν γλαφυρά τις οντολογικές, αισθητικές και πολιτικές παραμέτρους παραγωγής της τέχνης/δικαίου.

Τα όρια του συνταγματικού πατριωτισμού και η διεθνής ανάγνωση του Μνημονίου (αναδημοσίευση από το Νομικό Βήμα)

Παναγιώτης Γκλαβίνης Αναπληρωτής Καθητής Διεθνούς Οικονομικού Δικαίου Νομικής Σχολής ΑΠΘ

Στη μελέτη αυτή, ο συγγραφέας ασχολείται με τον συνταγματικό πατριωτισμό που εκδηλώνεται ταυτόχρονα σε χώρες που βρίσκονται σε πρόγραμμα δημοσιονομικής σταθεροποίησης, όπως η δίκη μας, και σε χώρες της Ευρωζώνης που χρηματοδοτούν τις πρώτες, όπως η Γερμανία. Η παράλληλη επίκληση του Συντάγματος και στις δυο κατηγορίες χωρών στόχο έχει στις μεν πρώτες να αποκρούσει μέτρα που κινούνται στα όρια της συνταγματικής νομιμότητας, στις δε δεύτερες να σταματήσει την ανάληψη αλλότριων δημοσιονομικών βαρών από τους φορολογούμενους πολίτες τους. Έτσι, ο συνταγματικός πατριωτισμός και των δυο θα είχε ικανοποιηθεί εάν οι βουλευτές τους εξέφραζαν αυτό που τους υποδείκνυαν κάθε φορά οι αντίστοιχες κοινωνίες τους, ούτως ώστε στις μεν χώρες που είναι σε πρόγραμμα, οι κοινωνίες τους να πάψουν να υποφέρουν, στις δε χώρες που χρηματοδοτούν τις πρώτες, οι φορολογούμενοί τους να πάψουν να αναλαμβάνουν αλλότρια βάρη. Κατά τον συγγραφέα, εδώ πρόκειται για τις δύο όψεις του αυτού νομίσματος, όπου όμως το δυστύχημα είναι πως η μια όψη αγνοεί ότι βρίσκεται στο ίδιο νόμισμα με την άλλη! Αντιθέτως, και οι δυο προεξοφλούν ότι η άσκηση συνταγματικού πατριωτισμού από τη μια δεν θα έχει καμιά επίπτωση στη μέχρι τώρα συμπεριφορά της άλλης. Και οι δύο λειτουργούν με την παραδοχή ότι θα έχουν την πολυτέλεια να αλλάξει η καθεμιά τους πολιτική, χωρίς να μεταβληθεί εξ αυτού του λόγου η στάση της άλλης. Έτσι, κατά τον συγγραφέα, εμείς λειτουργούμε με την παραδοχή ότι η άλλη πλευρά θα συνεχίσει να μας χρηματοδοτεί σαν να μην έγινε τίποτε αν σταματήσουμε εμείς να τηρούμε τις μνημονιακές μας υποχρεώσεις, στη δε περίπτωση ορισμένων εταίρων μας, η δική μας κατάρρευση, που αναπόφευκτα θα επέλθει αν αυτοί σταματήσουν να μας στηρίζουν, δεν θα έχει καμιά συνέπεια γι’ αυτούς, οι οποίοι θα συνεχίσουν να απολαμβάνουν όλα τα πλεονεκτήματα από τη συμμετοχή τους στην Ευρωζώνη όπως και πριν, αγνοώντας ότι συνιστούμε συγκοινωνούντα δοχεία, ότι συγκροτούμε τις δυο όψεις του αυτού νομίσματος και ότι βρισκόμαστε πάνω στην ίδια βάρκα, την Ευρωζώνη. Λόγος για τον οποίο, κατά το συγγραφέα, η ενδεδειγμένη ανάγνωση του Μνημονίου, που έχει προκαλέσει τόση αμηχανία στο νομικό κόσμο της χώρας, παρά την απόφαση 668/2012 της Ολομέλειας του ΣτΕ, δεν μπορεί παρά να είναι πρώτα διεθνής.

Η απόφαση της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας για το Μνημόνιο – Μια ευρωπαϊκή υπόθεση χωρίς ευρωπαϊκή προσέγγιση

Θεοδώρα Δ. Αντωνίου Αναπληρώτρια Καθηγήτρια Τμήματος Νομικής Πανεπιστημίου Αθηνών (Αναδημοσίευση από «Το Σύνταγμα», τευχ. 1/2012)

Η πρόσφατη απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας για το Μνημόνιο είχε δύο μέρη. Το πρώτο αναφερόταν στο ζήτημα της κύρωσής του από την Βουλή και το δεύτερο στη συνταγματικότητα των ουσιαστικών μέτρων που προέβλεπε. Όσον αφορά το πρώτο ζήτημα είναι γεγονός ότι το Συμβούλιο της Επικρατείας κλήθηκε να κρίνει και αποφάσεις οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης που αφορούσαν στο «πακέτο διάσωσης» της Ελλάδας αλλά και στη δημιουργία ενός ευρωπαϊκού μηχανισμού σταθερότητας για τη διατήρηση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας στην Ευρώπη. Από την απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας ενώ παρατίθεται μεγάλο μέρος των κειμένων, μέσα από τα οποία συντίθεται το επονομαζόμενο «πακέτο σωτηρίας» της Ελλάδας, δεν γίνεται αναφορά στο Ευρωπαϊκό Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας αλλά ούτε διατυπώνεται ο παραμικρός προβληματισμός εάν μέσα από τα μέτρα για την Ελλάδα και την ίδρυση του Ταμείου επήλθε μια de facto τροποποίηση της συνθήκης. Όμως η συνέχιση της βασιζόμενης στη σταθερότητα Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης, για την ανάγκη της οποίας επιστρατεύθηκε και ο προσωρινός μηχανισμός στήριξης της Ελλάδος, καθιστά αναγκαία την εκχώρηση οικονομικοπολιτικών αρμοδιοτήτων στην Ένωση. Η ενασχόληση του Συμβουλίου της Επικρατείας και με την ευρύτερη αυτή θεματική ήταν αναγκαία προκειμένου να επιλύσει το αμέσως επόμενο ζήτημα της κύρωσης του μνημονίου. Την πλειοψηφία δεν απασχόλησε επίσης το ζήτημα της τυχόν εκχώρησης αρμοδιότητας για τον προϋπολογισμό, που συνιστά ουσιώδες στοιχείο της δημοκρατικής δυνατότητας αυτοπροσδιορισμού στο συνταγματικό κράτος, ζήτημα το οποίο απασχόλησε κάποιες μειοψηφίες. Όσον αφορά το δεύτερο ουσιαστικό μέρος της απόφασης μια γενική παρατήρηση είναι ότι το Δικαστήριο ασκώντας έλεγχο συνταγματικότητας των μέτρων υπερέβη τα όριά του, χαρακτήρισε τους σκοπούς του νομοθέτη ως σκοπούς δημοσίου συμφέροντος, επιστράτευσε νέα επιχειρήματα στήριξης των σκοπών του νομοθέτη, περιήλθε σε αντιφάσεις όσον αφορά την έκταση του ελέγχου που όφειλε να ασκήσει. Από την άλλη πλευρά είναι γεγονός ότι με την εμφάνιση της αρχής της αναλογικότητας και την εφαρμογή της επί του ελέγχου των οικονομικών μέτρων εντατικοποιήθηκε ο δικαστικός έλεγχος, έτσι ώστε δύσκολα να μπορεί κανείς να υποστηρίζει σήμερα ότι είναι δυνατόν να περιορίζεται ο ακυρωτικός δικαστής σε αυτές τις περιπτώσεις σε έναν έλεγχο πρόδηλης αντισυνταγματικότητας.

Η αρχή της ισότητας στην κοινωνική ασφάλιση

Άγγελος Στεργίου, Καθηγητής Νομικής ΑΠΘ

Στη νομοθετική διάπλαση της κοινωνικοασφαλιστικής σχέσης η αρχή της ισότητας κατέχει κεντρική θέση. Κατά την επιδίωξη των σκοπών της κοινωνικής ασφάλισης, η ευρεία εξουσία του νομοθέτη υπόκειται στους περιορισμούς που επιβάλλονται από τις συνταγματικές διατάξεις, ανάμεσα στις οποίες είναι κι η αρχή της ισότητας (άρθρο 4 παρ. 1 Συντ/τος). Αντίστοιχα, δέσμια της αρχής είναι και η Διοίκηση, όταν θεσπίζει μέτρα που έχουν κανονιστικό χαρακτήρα. Κι ενώ η αποδοχή της αρχής της ισότητας δεν αμφισβητείται, το «πώς» αντιλαμβάνεται κανείς την εφαρμογή της ανάγεται σε πραγματικό διακύβευμα. Η μοναδικότητα του θεσμού και η ιδιαίτερη σχέση που διατηρεί με την αρχή της ισότητας εντοπίζεται στο γεγονός ότι μέσω της κοινωνικής ασφάλισης, ενεργοποιείται και προστατεύεται το σύνολο των κοινωνικών δικαιωμάτων (υγεία, αναπηρία, παιδική ηλικία, υγεία, οικογένεια, γηρατειά, κ.α.). Στο εσωτερικό της κοινωνικής ασφάλισης διακρίνονται διαφοροποιήσεις οι οποίες ενώ έρχονται σε αντίθεση προς την τυπική (αναλογική) ισότητα, δικαιολογούνται από την ουσιαστική (πραγματική). Δηλαδή, η πραγματική ισότητα δικαιολογεί, σε κάποια (υπό αναζήτηση και πολιτική διαπραγμάτευση) έκταση, την άνιση ρύθμιση και τον μετριασμό της τυπικής ισότητας.

ΕΔΔΑ, (16/12/2010), υπόθεση Α, Β και C κατά Ιρλανδίας, Νο 25579/05

Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου

Το κείμενο που ακολουθεί εξετάζει κριτικά το ζήτημα της προστασίας των αμβλώσεων στο πλαίσιο της Ιρλανδικής έννομης τάξης με αφορμή την απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου A, B και C κατά Ιρλανδίας (Νο 25579/05 της 16 Δεκεμβρίου 2010). Η υπόθεση αφορά τρεις γυναίκες (A, B και C), οι οποίες με βάση την ιρλανδική νομοθεσία απαγόρευσης των αμβλώσεων υποχρεώθηκαν να τερματίσουν τις εγκυμοσύνες τους στο Ηνωμένο Βασίλειο. Και οι τρεις περιπτώσεις, παρά τις επιμέρους διαφορές στην ένταση ή στην ποιότητα των πραγματικών περιστατικών, αποδίδουν γλαφυρά την εικόνα μιας έννομης τάξης η οποία απαγορεύει την άμβλωση, με τρόπο ο οποίος επάγει ένα ανυπέρβλητο βάρος (undue burden) στη γυναίκα που εγκυμονεί χωρίς να το επιθυμεί, δημιουργώντας σε βάρος της αδικαιολόγητες, διαπλεκόμενες διακρίσεις (intersectionality), πλήττοντας δηλαδή περισσότερα του ενός ταυτοτικά χαρακτηριστικά της, τόσο το φύλο όσο και την κοινωνική ή οικονομική της θέση. Περαιτέρω, το αυστηρό νομοθετικό πλαίσιο της Ιρλανδικής έννομης τάξης επάγει μια έντονα αποτρεπτική επίδραση (chilling effect) στις υπηρεσίες υγείας, στο προσωπικό τους αλλά και στον κοινωνικό περίγυρο των γυναικών αυτών, έχοντας ως συνέπεια την απομόνωση και το στιγματισμό τους. Απέναντι σε αυτό το πραγματικό και νομικό πλαίσιο, η απόφαση του ΕΔΔΑ επί της υποθέσεως A, B και C παρείχε τη δυνατότητα στο ΕΔΔΑ να τοποθετηθεί στα ουσιαστικά ζητήματα που θέτει η διατήρηση του αυστηρού νομοθετικού πλαισίου για τις αμβλώσεις στην Ιρλανδία, όσον αφορά το σύστημα της προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων του Συμβουλίου της Ευρώπης. Ωστόσο, στην απόφασή του και παρά την ενθαρρυντική σε προγενέστερες περιπτώσεις νομολογία του υπέρ της αναγνώρισης του δικαιώματος στην άμβλωση το ΕΔΔΑ απέφυγε να τοποθετηθεί υπέρ μιας συνολικής προστασίας του δικαιώματος στην άμβλωση στο πλαίσιο της προστασίας του δικαιώματος στην ιδιωτική ζωή κατά το άρθρο 8 ΕΣΔΑ. Από την άποψη αυτή η υπόθεση A, B, C αντιπροσωπεύει σήμερα για το δικαστήριο του Στρασβούργου μια χαμένη ευκαιρία για μια ευρωπαϊκή απόφαση για τις αμβλώσεις αντίστοιχη σε εμβέλεια με την αμερικανική Roe versus Wade. Σε αυτό τον άξονα εξετάζεται το συνταγματικό, νομοθετικό και νομολογιακό πλαίσιο των αμβλώσεων στην Ιρλανδική έννομη τάξη, καθώς και η νομολογία του ΕΔΔΑ σε ζητήματα αμβλώσεων. Τα επιχειρήματα της απόφασης αναλύονται και σε σύγκριση με τη σχετική περί αμβλώσεων αμερικανική νομολογία.

Η επίδραση της οικονομικής κρίσης στα κοινωνικά δικαιώματα

Σταυρούλας Ν. Κτιστάκη Πάρεδρου του ΣτΕ, Αναπληρώτριας Καθηγήτρια ΔΠΘ

(αναδημοσίευση από ΕΔΚΑ 2012, σελ. 481-506

H ανάπτυξη ενός νέου θεσμικού υποδείγματος κοινωνικής αλληλεγγύης ως μηχανισμός ενδυνάμωσης του Κοινωνικού Κράτους στην περίοδο της ύφεσης

Γαβριήλ Αμίτση Δ.Ν. Δικηγόρου Επίκουρου Καθηγητή Δικαίου Κοινωνικής Ασφάλειας Τμήμα Διοίκησης Μονάδων Υγείας και Πρόνοιας ΤΕΙ Αθηνών

(αναδημοσίευση από το Νομικό Βήμα, 60 (7), 2012, σελ. 1669-1690)

Συνταξιοδοτική μεταρρύθμιση και Σύνταγμα. Μια πρώτη αποτίμηση, ενόψει και της απόφασης ΣτΕ (Ολ.) 668/2012

Κώστας Χ. Χρυσόγονος, Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στο Τμήμα Νομικής Α.Π.Θ. - Ακρίτας Καϊδατζής, Λέκτορας Συνταγματικού Δικαίου στο Τμήμα Νομικής Α.Π.Θ.

Οι «δίδυμοι» νόμοι 3863 και 3865/2010 συνιστούν μια πολυεπίπεδη παρέμβαση στο ασφαλιστικό και συνταξιοδοτικό σύστημα που, ανεξάρτητα από το περιεχόμενο και την κατεύθυνσή της, δικαίως φέρει τον τίτλο «μεταρρύθμιση». Βεβαίως, πρόκειται για μια μεταρρύθμιση που επικαθορίζεται από την κυρίαρχη δημοσιονομική σκοπιμότητα και τη διαπερνά μια πολύ απλή λογική: αύξηση των εισφορών και των επιβαρύνσεων για ασφαλισμένους και συνταξιούχους με παράλληλη μείωση των παροχών και ευρύτερα των δαπανών των φορέων. Τα ζητήματα συμβατότητας της συνταξιοδοτικής μεταρρύθμισης με το Σύνταγμα και το διεθνές δίκαιο θα απασχολήσουν σοβαρά τη νομολογία, ενόψει και των αρχών που διαμορφώθηκαν με την απόφαση ΣτΕ (Ολ.) 668/2012. Πέραν της δυνατότητας να διαπιστωθεί ευθέως η επί της ουσίας αντισυνταγματικότητα επιμέρους μέτρων, η απόφαση φαίνεται πως αναδεικνύει και διαδικαστικού χαρακτήρα δεσμεύσεις του νομοθέτη, δηλαδή ιδίως την υποχρέωση τεκμηριωμένης με μελέτες και συνθετικής, ενόψει της σωρευτικής επίδρασης τους, αιτιολόγησης των μέτρων που λαμβάνει.

O “επαπειλούμενος” δικανικός και κοινοβουλευτικός λόγος – Σκέψεις για την ανάγκη συγκρότησης μιας ευρωπαϊκής “συνταγματικής ταυτότητας”

Δρ. Αντώνης Μεταξάς Λέκτορας Ευρωπαϊκού Δικαίου, Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης, ΕΚΠΑ

Στο παρόν κείμενο αποτυπώνονται σκέψεις του συγγραφέα για την ανάγκη προσδιορισμού αυτού που θα μπορούσε να συγκροτεί σήμερα μια ευρωπαϊκή “συνταγματική ταυτότητα”, αλλά και κάποια ερεθίσματα για την ανίχνευση της κανονιστικής λειτουργίας που μια τέτοια ταυτότητα μπορεί (και θα έπρεπε) να αναπτύξει.Οι σκέψεις που διατυπώνονται επικεντρώνονται στην ανάδειξη της προαναφερθείσας αναγκαιότητας, αλλά και της σημασίας της για τη θεσμική και πολιτική ωρίμανση της ενοποιητικής διαδικασίας. Κριτικά, υπό το πρίσμα του ενωσιακού δικαίου, αξιολογείται η απόφαση 668/2012 του ΣτΕ για τη συμβατότητα του “Μνημονίου” με την ελληνική συνταγματική τάξη, όπως επίσης προσεγγίζεται το ίδιο το “Μνημόνιο” κριτικά υπό το πρίσμα της λειτουργικής του ένθεσης στο ενωσιακό θεσμικό και κανονιστικό σύστημα.Τέλος, καταγράφεται η άποψη του συγγραφέα επί του αποπροσανατολιστικού και σχηματικού χαρακτήρα του διλήμματος “υπέρ ή κατά” του Μνημονίου, το οποίο διέπει σε μεγάλη έκταση και την εγχώρια επιστημονική συζήτηση. Αυτό που προέχει είναι ο αναγκαίος επαναπροσδιορισμός των εθνικών μας ιεραρχήσεων και προτεραιοτήτων. Τούτο προϋποθέτει συγκροτημένο ρεαλιστικό σχεδιασμό αναφορικά με τις συγκεκριμένες μεταρρυθμιστικές τομές που θα βοηθήσουν το πλαδαρό και αποσαθρωμένο εθνικό μας θεσμικό και παραγωγικό οικοδόμημα να ανακάμψει. Αν κάτι τέτοιο δεν υφίσταται, είναι σχεδόν ανέφικτη η συστράτευση σ’ ένα, βραχυπρόθεσμα σίγουρα επώδυνο, μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα ευρύτερων κοινωνικών στρωμάτων που είχαν σε μεγάλο βαθμό εθιστεί να διαβιούν στη φενάκη των “εύκολων λύσεων“ και της δανειοδίαιτης ευμάρειας.

Ζητήματα συνταγματικής οργάνωσης, δικαστικής προστασίας και δημοκρατίας στην εποχή της σημερινής κρίσης

ΓΙΑΝΝΗΣ Ζ. ΔΡΟΣΟΣ Καθηγητής του Συνταγματικού Δικαίου στο Τμήμα Νομικής του Πανεπιστημίου Αθηνών

Αναδημοσίευση από το Περιοδικό «Θεωρία και Πράξη Διοικητικού Δικαίου», Ιούνιος 2012, σελ. 465-471

Trade unions, collective bargaining and collective action beyond the EU and its Court of Justice. A tale of shrinking immunities and sparkling new competences from the land of the Lesser Depression

Eftychia Achtsioglou, Marco Rocca

The purpose of this article is to assess the status of collective labour rights in the EU legal order, in the shadow of the current economic crisis. In sharp contrast to the key position granted to collective social rights in the New Deal programs which contributed to bring the US out of the Great Depression, today the EU appears to be less and less protective of workers’ collective rights. Following the infamous Laval and Viking judgments, and their “chilling effect” upon collective action, recent developments at EU level have undermined any legal certainty regarding trade unions’ rights. Against this judge-made framework the analysis is developed around two main themes. On the one hand, we set forth and criticise the interpretation both of trade unions as such and of their rights delivered by the CJEU, taking into account the recent judgments dealing with the right to collective bargaining. On the other, we analyse the evolutions of the relationship between fundamental social rights and economic freedoms. In particular, the assessment of the Commission’s proposal for a Regulation on the right to take collective action in the context of economic freedoms comes as an interim conclusion on the topic. The study proceeds to approach the issue in the light of the accession of the EU to the ECHR, with regard to the ECtHR recent jurisprudence which appears as more respectful of the right to bargain collectively and the right to strike.

Κριθέντα και ανοικτά ζητήματα στην κρατική χρηματοδότηση των πολιτικών κομμάτων. Υπό το φως των πρόσφατων νομολογιακών εξελίξεων.

Θανάσης Γ. Ξηρός, Δικηγόρος-ΔΝ Προδημοσίευση από τον τιμητικό τόμο στη μνήμη Γ. Παπαδημητρίου II Καταχώρηση: 02/01/2013

Το Συμβούλιο της Επικρατείας απασχόλησε επανειλημμένα ο καθορισμός των δικαιούχων της τακτικής κρατικής χρηματοδότησης. Η συνταγματικότητα των νομοθετημένων προϋποθέσεων αμφισβητήθηκε, αλλά η πάγια νομολογία του, δεν καταλείπει, υπό τα επικρατούντα νομικά δεδομένα, κανένα ουσιαστικά περιθώριο για νέες, σοβαρές, αμφισβητήσεις. Αντίθετα, ο σκοπός και οι ανάγκες που αντιμετωπίζονται με τη διάθεσης της εκλογικής χρηματοδότησης, θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε διαφορετική κατεύθυνση τη δικαστική κρίση για τους δικαιούχους της. Την εκτίμηση ενισχύουν οι σκέψεις που επικράτησαν στην απόφαση 3427/2010 της Ολομέλειας. Τέλος, δεν έχει ακόμη ανοίξει δικαστικά το ζήτημα της κατανομής της, εν γένει, κρατικής χρηματοδότησης, αν και οι σχετικές ρυθμίσεις παραβιάζουν τους συνταγματικούς καθορισμούς του.

Τσέχικο Συνταγματικό Δικαστήριο: Η κήρυξη ως αντισυνταγματικής προδικαστικής απόφασης του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης

Γεώργιος Αναγνωσταράς, Δικηγόρος, Διδάκτωρ Ευρωπαϊκού Δικαίου. Ειδικός Επιστήμονας - Νομικός (Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης). Επιστημονικός Συνεργάτης (ΤΕΙ Αθήνας). Μια αγγλόφωνη εκδοχή της παρούσας μελέτης θα δημοσιευτεί στο (2013) 14 German Law Journal.

Το Τσέχικο Συνταγματικό Δικαστήριο ενεργοποίησε για πρώτη φορά τον έκτακτο μηχανισμό άσκησης συνταγματικού ελέγχου επί των πράξεων των ενωσιακών οργάνων, κηρύσσοντας αντισυνταγματική την προδικαστική απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην υπόθεση Landtová. Αν και αναμφισβήτητης ιστορικής σημασίας, η απόφαση αυτή φαίνεται να θεμελιώνεται όμως σε εσφαλμένη ανάγνωση του νομικού πλαισίου της υπόθεσης και του σκοπού τον οποίον υπηρετεί ο έκτακτος αυτός συνταγματικός μηχανισμός ελέγχου. Παράλληλα, τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης γεννούν αμφιβολίες για την ύπαρξη απώτερων κινήτρων από την πλευρά του Συνταγματικού Δικαστηρίου. Για τους λόγους αυτούς, η απόφαση αυτή δεν αναμένεται να επηρεάσει σημαντικά τις σχέσεις των υπόλοιπων συνταγματικών δικαστηρίων με το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης αν και θα προκαλέσει πιθανόν μια προσωρινή ένταση στις σχέσεις του τελευταίου με το Τσέχικο Συνταγματικό Δικαστήριο.