Εισαγωγικά: Ο τίτλος και μόνον του βιβλίου, ‘Σύνταγμα και Ηθική, οι κανόνες της ηθικής στον ιδιωτικό και δημόσιο βίο’, (εκδ. Σάκκουλα), 2024, ήταν για μένα μια ευχάριστη έκπληξη: ο αυστηρός και λιγομίλητος, λιτός στους νομικούς συλλογισμούς του, περιεκτικός στο νόημα, με στιβαρή νομική σκέψη, ο τυπολάτρης, εξ ορισμού, ως δικαστής, Σκουρής, διαπιστώνω ότι ασχολείται με την Ηθική και την αντιπαραθέτει με το Σύνταγμα. Αναπάντεχο για μένα. Ευπρόσδεκτο και ευεργετικό, πιστεύω, για την πενιχρή σε πρωτότυπες ιδέες, κλειστή στο ζωντανό διάλογο, αυτάρεσκη θεωρία του Συνταγματικού Δικαίου.
Η αγωνία μου να το διαβάσω μεγάλη και η απορία μου, όσο αργούσα να το κάνω, μεγάλωνε. Τελικά η ανάγνωσή του με ανακούφισε, γιατί με λύτρωσε από φοβίες και δισταγμούς, εγκλωβισμένος, όπως ήμουνα, σε στερεότυπα δόγματα και θεωρητικές κατηγοροποιήσεις, χαμένος σε σχολές σκέψεις θετικιστικές, φυσικο-δικαιικές, σε ηθικές αναγνώσεις, σε θεωρίες της γλώσσας και του λόγου, σε ρεαλιστικές ερμηνείες του Δικαίου και σε βεβαιότητες θεωρητικές ξεπερασμένες.
Με ξελάφρωσε, πάντως, χωρίς να με λυτρώσει εντελώς από μια βασανιστική, 60 χρόνια τώρα, φιλοσοφική απορία μου: ποια η σχέση Δικαίου και Ηθικής. Διερωτώμουν, όλα αυτά τα χρόνια, αν η Ηθική είναι πάνω, πέρα, έξω ή μέσα στο Δίκαιο. Ερώτημα θεμελιώδες, κλασσικό, το ξέρω, πρωταρχικό της φιλοσοφίας, θεωρίας και ερμηνείας του Δικαίου, αλλά και του Συνταγματικού, που απασχόλησε και απασχολεί, φυσικά, και την ελληνική συνταγματική θεωρία.
Πρωτοετής φοιτητής Νομικής 1962/63, παρακολουθώ με δέος τη διδασκαλία του Μάνεση, εντυπωσιάζομαι από την γάργαρη, διαυγή, σαν το δροσερό νερό, αυτοκρατορική νομική του σκέψη και ασπάζομαι ασμένως τον κρατικό θετικισμό του. Δίκαιο είναι μόνο το θετό, το τεθειμένο δίκαιο που εμπεριέχει τον κρατικό καταναγκασμό. Το φυσικό δίκαιο δεν είναι κάν δίκαιο, ανήκει στον χώρο της μεταφυσικής. Ως πολέμαρχος του θετικισμού ο Μάνεσης, ασπάζεται τις θεωρητικές τοποθετήσεις των Care de Malberg, Kelsen, Jellinek, υποστηρίζει με πάθος, την καθαρότητα του Δικαίου απορρίπτει μετά βδελυγμίας κάθε αναφορά σε αόριστες έννοιες ή κανόνες ηθικής, απεχθάνεται την ηθικολογία και διεξάγει έναν ιστορικό διάλογο με τον Κωνσταντίνο Τσάτσο, θεωρητικό του φυσικού δικαίου, αντιπαρατιθέμενος μαζί του με επίκεντρο την πλατωνική ιδέα της δικαιοσύνης και τους φιλόσοφους- βασιλείς, που διήρκεσε είκοσι χρόνια[1].
Για τους θετικιστές, οι ηθικές κρίσεις και αξιολογήσεις καθώς και οι ηθικοί κανόνες δεν έχουν θέση στο νομικό συλλογισμό.
Με την Μεταπολίτευση η κρατούσα, καθαρή από κάθε είδους ηθικές, κοινωνιολογικές ή πολιτικές αντιλήψεις, θεωρία του Δικαίου άρχισε να μετρά ρωγμές ή αλλιώς να βάζει νερά. Αυτός που τόλμησε να ταράξει, πρώτος, την ηρεμία της, με την γνωστή γλωσσική και διανοητική μαεστρία του, ήταν ο Δημήτρης Τσάτσος. Προσπαθεί να παντρέψει το Συνταγματικό Δίκαιο με την Πολιτική, με αναφορές στην πολιτική ηθική, όπως π.χ. με την επίκληση της έννοιας της «αξιοπιστίας» του πολιτικού συστήματος και με μια διευρυμένη νοηματική προσέγγιση της Δημοκρατίας, η οποία οδηγεί στην ταύτιση πολιτεύματος και πολιτικού συστήματος. Εισάγει στη θεωρία του Συνταγματικού Δικαίου, ακολουθώντας τον πατέρα του, Θεμιστοκλή, που ήταν πρωτοπόρος σε αυτό, το ζήτημα της ερμηνείας του Συντάγματος, που δεν είχε γίνει μέχρι τότε αντικείμενο ειδικής θεωρητικής επεξεργασίας. Και παράλληλα προβάλλει την ιδέα της προ-ερμηνευτικής επιλογής, με η οποία ανοίγει, από την πίσω πόρτα του Δικαίου τις ηθικο-πολιτικές πεποιθήσεις του ερμηνευτή, χωρίς όμως να τις εντάσσει στην ερμηνευτική διαδικασία καθ΄εαυτήν. Κρατά μια ασταθή ισορροπία μεταξύ Δικαίου και πολιτικής, πολιτικός γαρ, αλλά αναγνωρισμένος διεθνώς ως νομικός επιστήμονας.
Την ίδια δεκαετία εισάγονται στη χώρα μας οι θεωρίες της ηθικής ανάγνωσης του Συντάγματος με πρωτεργάτη τον πολυσυζητημένο Dworkin, και συνακόλουθο τον πασίγνωστο Rawls με επίκεντρο την περίφημη Ηθική ιδέα της Δικαιοσύνης. Βρίσκουν ευρεία ανταπόκριση και θερμή υποστήριξη από τους θεωρητικούς και φιλόσοφους του Δικαίου στη χώρα μας πρωτοστατούντος του ακαδημαϊκού Παύλου Σούρλα, τον οποίο ακολουθούν Βασίλης Βουτσάκης, Βασιλόγιαννης και Ανδρέα Τάκης[2]. Στο χώρο του Συνταγματικού Δικαίου αυθεντικός εκφραστής ο Γιάννης Τασόπουλος με το σημαντικό του έργο για το ηθικοπολιτικό θεμέλιο του Συντάγματος. Την αντίληψη του πρώτου και του τελευταίου περί ηθικής αυτονομίας του ατόμου συμμερίζεται και ο Σκουρής, ο οποίος και διαλέγεται μαζί τους.
- Οι βασικές θέσεις του βιβλίου. Στο εκτενές εισαγωγικό του κεφάλαιο παραθέτει και διαλέγεται με κριτική διάθεση με τους σημαντικότερους διεθνώς νομικούς γύρω από το κεντρικό θέμα που τον απασχολεί: τον Dworkin και τον Posner.
Στη κρινόμενη μονογραφία ο Σκουρής με τη γνωστή σε μιας διαύγεια πνεύματος και σαφήνεια διατύπωσης και με βάση την εμπειρία του ως δικαστής, στέκεται και αναλύει, προσβλέποντας στην πράξη, χωρίς να χάνεται σε θεωρίες ή να θεωρητικολογεί άσκοπα και πολύ λιγότερο να ηθικολογεί, δύο θεμελιώδεις αρχές, τις οποίες ονομάζει συνταγματικές αξίες, υπέρτατης σημασίας, που συμπυκνώνουν, αξιολογικά, θεμελιώδεις συνταγματικές αρχές, που αφορούν την οργάνωση και δράση του κράτους, τη λειτουργία του πολιτεύματος και την προστασία δικαιωμάτων και ελευθεριών: προβάλλει την ηθική αυτονομία του ατόμου ή προσώπου μαζί την ηθική ουδετερότητα του Συντάγματος, ως αξίες του Συντάγματος, που διατρέχουν και εμπνέουν όλες τις θεμελιώδεις αρχές και τις διατάξεις του. Η μία συναρτάται και εξαρτάται από την άλλη.
Προέχει αξιολογικά η ηθική αυτονομία του ατόμου, που θεμελιώνεται ή προκύπτει ερμηνευτικά, κυρίως από τα άρθρα 2 παρ. 1Σ και 5 παρ. 1Σ. Αγκαλιάζει και καλύπτει νοηματικά ειδικότερα τον σεβασμό της αξίας του ανθρώπου, την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας του, σε συνδυασμό με την προσωπική ελευθερία και ασφάλεια, με την ελευθερία της συνείδησής του και με την αναγνώρισή του, ως φορέα ελευθερίας να δρά και να αποφασίζει, αυτόνομα, ως ελεύθερο και υπεύθυνο άτομο, που αυτό-καθορίζεται και μπορεί ορίζει τα της ζωής του και να ζεί όπως θέλει, όντας κύριος του εαυτού του. Με σεβασμό φυσικά και όριο της ελευθερίας του, την ελευθερία των άλλων, τα χρηστά ήθη και το Σύνταγμα. Την ελευθερία αυτή απολαμβάνουν τυπικά οι πάντες, εξίσου, χωρίς διάκριση φύλου, θρησκείας πολιτικών ή θρησκευτικών πεποιθήσεων κ.ά. Αυτό σημαίνει ακόμη ότι τις συνταγματικές αυτές ελευθερίες τις απολαμβάνουν και οι πολλαπλές συλλογικές ταυτότητες ή μειονότητες και διαφορετικότητες, που υπάρχουν στην κοινωνία. Οι όμοιοι αλλά και οι διαφορετικοί.
Άρα το Σύνταγμα προστατεύει, ως κόρη οφθαλμού, και ανέχεται τη πολλαπλότητα και τη διαφορετικότητα, ιδεών, πεποιθήσεων, πολιτικών, θρησκευτικών και ηθικών καθώς και τρόπων ζωής. Αυτό που ενδιαφέρει τον Σκουρή και τον απασχολεί κυρίως «είναι κατά πόσον το Σύνταγμα προβλέπει και επιβάλει συγκεκριμένα ηθικά πρότυπα ή αντίθετα-όπως δέχεται ο ίδιος και υποστηρίζει τελικά με παραδείγματα από τις διατάξεις του Συντάγματος, τόσο αυτές που αφορούν την οργάνωση του κράτους όσο και εκείνες που αφορούν τα δικαιώματα- επιδεικνύει αυτοσυγκράτηση απέχει από ηθικές αξιολογήσεις και ανέχεται κάθε ηθική (ή και ανήθικη συμπεριφορά)».
Απέναντι στην ηθική αυτονομία του ατόμου στέκεται, αντικριστά και χώρια η ηθική ουδετερότητα ή ανοχή του Συντάγματος, ως αναγκαία συνέπεια αλλά και ως εγγύηση των ποικίλων, πολλαπλών και διαφορετικών στην κοινωνία ηθικοπολιτικών αντιλήψεων και αρχών ή τρόπων ζωής. Δεν επιτρέπει το Σύνταγμα να γίνονται διακρίσεις ή άνισες μεταχειρίσεις, δεν προάγει ούτε καταπολεμά ούτε προβάλλει κάποια γενική Ηθική, ως πρότυπο. Δεν εμφορείται επομένως ούτε διαλαλεί ούτε ευνοεί αλλά ούτε και εμποδίζει κάποια Ηθική φιλοσοφία ή θεωρία, που υπάρχει και αναφέρεται είτε τις ιδιωτικές είτε τις δημόσιες σχέσεις.
Δεν είναι όμως το Σύνταγμα ανήθικο ούτε α-ήθικο ούτε αντιστρατεύεται την Ηθική. Απλώς σέβεται τις ηθικές και φιλοσοφικές ή βιοτικές αντιλήψεις όλων των πολιτών και για τον ίδιο λόγο είναι, κατά βάση και επί της αρχής, ανεξίθρησκο ή θρησκευτικά ουδέτερο, όπως και το κράτος. Με κάποια εύνοια, είναι αλήθεια, ως προς την επικρατούσα θρησκεία, η οποία δεν θίγει όμως ούτε αναιρεί τις συνταγματικές αξίες της ηθικής και της θρησκευτικής ουδετερότητας του κράτους.
Αν στον ιδιωτικό βίο η ηθική αυτονομία του προσώπου, σε συνδυασμό με τη ηθική ουδετερότητα του Συντάγματος, είναι οι θεμελιώδεις αρχές ή οι υπέρτατες συνταγματικές αξίες που διέπουν τη ρύθμιση των ιδιωτικών εννόμων σχέσεων, στο δημόσιο βίο, από την άλλη μεριά, η εξυγίανση και ανύψωση των χρηστών ηθών και η αντιμετώπιση της πολιτικής και διοικητικής διαφθοράς ανάγονται, μεταξύ άλλων συνταγματικών σκοπών, σε θεμιτό σκοπό διάσπαρτων διατάξεων του Συντάγματος. Θεμιτός, συνταγματικά, σκοπός ανιχνεύεται έτσι και στην πολιτική και ποινική ευθύνη των Υπουργών, στην πολιτική και ευθύνη και ανεξαρτησία των βουλευτών, στην πολιτική και κομματική ουδετερότητα της δημόσιας διοίκησης, στην υποχρέωση υποβολής δηλώσεων του πόθεν έσχες και κυρίως στην δημιουργία ανεξάρτητων αρχών. Οι τελευταίες, παράλληλα με την προστασία των ατομικών ελευθεριών και δικαιωμάτων και την τήρηση της νομιμότητας, επιδιώκουν να ελέγξουν και να καλλιεργήσουν δράσεις και αποφάσεις της δημόσιας διοίκησης και να την εθίσουν στο έθος της καλής και χρηστής διοίκησης, των χρηστών ηθών, των καλών διοικητικών πρακτικών, της επιείκειας και τελικά στην καταπολέμηση της διοικητικής διαφθοράς.
- Περί των συνταγματικών αξιών. Το έργο του Βασίλη Σκουρή είναι έργο, τολμηρό και σφριγηλό, με στέρεη νομική θεμελίωση. Σπάει ταμπού και κυρίως ανοίγει πόρτες ή μάλλον ανοίγει δρόμους. Φυσικά δεν ανατρέπει καθιερωμένες στη θεωρία και νομολογία θέσεις, ιδίως εδραιωμένες μεθόδους ερμηνείας του Συντάγματος, επιχειρεί όμως να χαράξει μια νέα σχέση Δικαίου και Ηθικής, επιδιώκοντας να εγκαθιδρύσει μια σχέση επικοινωνίας μεταξύ τους, σπάζοντας την εχθροπάθεια του κρατικού θετικισμού, αναζητώντας την ηθική στο ίδιο το κανονιστικό περιεχόμενο των συνταγματικών διατάξεων, στους συνταγματικούς σκοπούς τους και ιδίως στις θεμελιώδεις αρχές του Συντάγματος. Θεωρώ το θεωρητικό του εγχείρημα πρόταση συμφιλίωσης του Δικαίου με την Ηθική, με την Ηθική εκείνη που αναβλύζει, λογικά και σιωπηρά, από την ratio και τους σκοπούς των επί μέρους συνταγματικών διατάξεων. Πρόκειται για μια συνταγματική ηθική, που είναι ενσωματωμένη στις συνταγματικές διατάξεις και ανυψώνεται σε συνταγματική αξία, διαμέσου των θεμελιωδών αρχών και των ρητρών του Συντάγματος καταυγάζοντας την ερμηνεία και εφαρμογή τους, ιδίως όταν έχουμε σύγκρουση δικαιωμάτων ή συνταγματικών αγαθών ή επίκληση λόγων δημοσίου συμφέροντας για να δικαιολογήσουμε προσβολή συνταγματικών ελευθεριών και χρειάζεται να χρησιμοποιήσουμε για την άρση της σύγκρουσης το test ή την δικανική τεχνική ή κατ΄άλλους τον δικανικό γνώμονα της αναλογικότητας, ένα γνώμονα δίκαιης εξισορρόπησης συμφερόντων και δικαιωμάτων ή αξιών, επιείκειας και μετριότητας.
Οι επί μέρους συνταγματικές αξίες συμπλέουν κανονιστικά και δεν θίγουν το καθολικό αίτημα της ηθικής ουδετερότητας του Συντάγματος και της ηθικής αυτονομίας του ατόμου, για τον απλούστατο λόγο ότι αποτελούν εξειδίκευσή τους και δεν επιβάλλουν ούτε καθιερώνουν κανόνες ηθικής δεοντολογίας πάνω ή υπέρτερες των συνταγματικών διατάξεων, από τις οποίες απορρέουν. Oι συνταγματικές αξίες αναβλύζουν από το ίδιο το Σύνταγμα, αποπνέοντας άγραφους κανόνες πολιτικής ηθικής ή χρηστών ηθών (ethics) κατά την άσκηση της κρατικής και κυρίως της νομοθετικής εξουσίας.
Είναι σίγουρο, βέβαια, ότι αυτές οι σκέψεις δεν εξαντλούν το θέμα, που είναι σφόδρα αμφιλεγόμενο, ανεξάντλητο και σύνθετο. Έχει απασχολήσει και θα εξακολουθήσει να απασχολεί την θεωρία και φιλοσοφία του Δικαίου. Δεν έχει πάψει να προκαλεί συζήτηση και να προσκαλεί σε έναν γόνιμο διάλογο.
Πριν υποκύψω στην πρόκληση και ανοίξω διάλογο, ελπίζοντας ότι δεν θα προδώσω την σκέψη του συγγραφέα, θα ήθελα να παραθέσω αυτολεξεί, για του λόγου το ασφαλές, ένα απόσπασμα που συνοψίζει, κατά την γνώμη μου, την συμβολή του στην θεωρία και ερμηνεία του Συντάγματος.: «Η αναγνώριση πάγιων γενικών αρχών και η ανύψωσή τους σε υπέρτατες συνταγματικές αξίες διαφοροποιεί ορισμένες συνταγματικές διατάξεις, οι οποίες θεωρούνται πλέον δεδομένες, και έχουν αποκτήσει με τον χρόνο αυτόνομο κανονιστικό περιεχόμενο και συνιστούν κανόνες δεσμευτικούς. Πρόκειται για ηθικές, ως προς την καταγωγή τους, αξίες που έχουν ενσωματωθεί σε θετικό δίκαιο…Ο δικός μου προβληματισμός, συνεχίζει, κινείται γύρω από την σημασία την οποία έχουν ή μπορούν να αποκτήσουν γραπτοί ή άγραφοι κανόνες ηθικής κατά την ερμηνεία και εφαρμογή ρητρών του Συντάγματος εν γένει». Και πιο κάτω παραθέτει επιγραμματικά δύο χαρακτηριστικά παραδείγματα, που φέρουν έκδηλα στοιχεία με ηθικό πρόσημο: α) τις νέες διατάξεις προστασίας του ιδιωτικού βίου από τις ιδιωτικές εξουσίες που είναι εξοπλισμένες με άρτια ψηφιακά τεχνολογικά μέσα και μπορούν να χειραγωγούν την κοινή γνώμη και να διαμορφώνουν τις συνειδήσεις των χρηστών για σκοπούς αθέμιτους και ανεξέλεγκτους, και β)τις συνταγματικές διατάξεις καταπολέμησης της διαφθοράς, αντιμετώπισης των διαπλεκόμενων συμφερόντων και των πελατειακών σχέσεων.
Στη συνέχεια συμπληρώνει τον προηγούμενο συλλογισμό του με δύο ακόμη χαρακτηριστικές περιπτώσεις της «βαθμιαίας αναγνώρισης νέων υπέρτερων συνταγματικών αξιών», όπως είναι, πρώτον η περίπτωση αντιμετώπισης των βλαβερών συνεπειών στην υγεία των ανθρώπων από την χρήση του καπνού και δεύτερον, και κυριότερο, η προστασία του φυσικού, οικιστικού αλλά και πολιτιστικού περιβάλλοντος από την ανεξέλεγκτη οικονομική ανάπτυξη. Η τάση αυτή βρήκε ανταπόκριση στη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, το οποίο συνηθίζει να επικαλείται «συνταγματικώς προστατευόμενες αξίες». Η αναγνώριση υπέρτερων συνταγματικών αξιών, γράφει, αυξάνει το ειδικό βάρος της ηθικής, μια νέας, καθολικής ασυμβίβαστης και αδιαπραγμάτευτης ηθικής κατά την ερμηνεία των νομικών κειμένων συμπεριλαμβανομένου και του Συντάγματος.
Ο όρος που με άγγιξε, πάντως, είναι ο όρος «συνταγματικές αξίες». Έτυχε να τον χρησιμοποιήσω πριν τριάντα περίπου χρόνια, επηρεασμένος από Ιταλούς συνταγματολόγους, που μιλούσαν για valori costituzionali, στο βιβλίο μου Κράτος Δικαίου, τονίζοντας ότι δεν πρόκειται για κανόνες υπέρ-συνταγματικούς, αλλά απλώς για κανόνες άγραφους που συνάγονται λογικά από το Σύνταγμα και στη συνέχεια διαχέονται και εμπνέουν ερμηνευτικά το Σύνταγμα. Λειτουργούν ως ύπατα κριτήρια συνταγματικής αξιολόγησης νομοθετικών διατάξεων, διοικητικών πράξεων, δικαιοπραξιών κατά την εφαρμογή και ερμηνεία τους, ή ως γνώμονες ζυγο-στάθμισης συγκρουόμενων δικαιωμάτων και αγαθών, όταν η προσβολή π.χ. μιας συνταγματικής ελευθερίας χρειάζεται για να κριθεί θεμιτή και συνταγματικά δικαιολογημένη να σταθμιστεί με σκοπούς δημόσιας πολιτικής, αφού προηγουμένως ο δικαστής έχει χαρακτηρίσει, νομικά, και αξιολογήσει πραγματικά περιστατικά (qualification juridique des faits), και τα έχει αναγάγει συνταγματικά σε σκοπούς εξυπηρέτησης δημοσίου συμφέροντας. Στην έννοια του γενικοτέρου συμφέροντος μπορεί και πρέπει, πάντως, να υπαχθεί η επιδίωξη από το κράτος σκοπών οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής[3]. Πρόκειται τελικά για κανονιστικούς συνδέσμους αμφίπλευρης νοηματικής σύνδεσης και επικοινωνίας μεταξύ κανόνων δικαίου και ηθικής. Με το βιβλίο του Σκουρή διαπιστώνω ότι ο όρος «συνταγματική αξία» αναβαπτίζεται.
- Η δημοκρατική ηθική του Συντάγματος. Δράττομαι της ευκαιρίας να διατυπώσω μερικές πρόσθετες σκέψεις επιβεβαιώνοντας ή και συμπληρώνοντας τα όσα αναφέρει ο ίδιος, αναφερόμενος στην Ηθική της Δημοκρατίας και στην προστασία της ζωής ως αξίας του Ανθρώπου, ως προσώπου, φορέα ίσης ελευθερίας, αξιοπρέπειας και ευθύνης.
Θα σταθώ, πρώτα, στο αγαπημένο μου θέμα, στις διατάξεις που ρυθμίζουν την οργάνωση και λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος, της Δημοκρατίας και τη θεμελιώδη αρχή της λαϊκής κυριαρχίας.
Ξεκινώ από το λογικό δεδομένο ότι οι συνταγματικές διατάξεις, ακόμη και αυτές που ορίζουν τη Δημοκρατία, λογίζονται ηθικά ουδέτερες.
Η αποστασιοποίηση ωστόσο των δημοκρατικών διαδικασιών από τον κόσμο των «αξιών» και «των ουσιαστικών κανονιστικών περιεχομένων» γίνεται για να μπορούν να ενεργούν οι διαδικασίες χωρίς να κινδυνεύουν να κατηγορηθούν ότι ευνοούν «εγγενώς» ή ότι επιφυλάσσουν «εκ των προτέρων» προνομιακή μεταχείριση υπέρ του ενός ή του άλλου συνταγματικού αγαθού ή υπέρ του ενός ή του άλλου σκοπού. Οι δημοκρατικές διαδικασίες δεν είναι, δεοντολογικά, με το μέρος καμιάς αξίας και κανενός συλλογικού συμφέροντος και με καμιά πολιτική δύναμη.
Η αξιακή τους πάντως ουδετερότητα δεν φτάνει μέχρι του σημείου ώστε να δηλώνει ότι οι δημοκρατικές διαδικασίες στερούνται στοιχειώδους πολιτικής ηθικής ή ότι δεν υπόκεινται σε ηθικές και πολιτικές αξιολογήσεις ή ότι δεν ενεργούν αντικειμενικά και εξ αποτελέσματος, υπέρ κάποιας αξίας και σε βάρος κάποιας άλλης. Απλώς, η αντικειμενική, εκ των πραγμάτων και λόγω των περιστάσεων, επιδίωξη από τον νομοθέτη εξυπηρέτησης κάποιων συνταγματικών αγαθών ή εκπλήρωσης συνταγματικών σκοπών, όπως είναι η κοινωνική δικαιοσύνη, η ατομική ελευθερία, η ισότητα, το ουσιαστικό κράτος δικαίου ή εξυπηρέτηση στόχων γενικότερου κοινωνικού ή οικονομικού συμφέροντος κλπ., δεν οφείλεται ούτε μπορεί να αποδοθεί στον «μεροληπτικό, τάχα, πολιτικό χαρακτήρα» ή στην «δομή» των δημοκρατικών διαδικασιών αλλά στην πολιτική ευχέρεια που έχει η νομοθετική εξουσία να ορίζει δημόσιες πολιτικές επιδιώκοντας την εκπλήρωση σκοπών κοινωνικής, οικονομικής ή εκπαιδευτικής ή πολεοδομικής πολιτικής, που συμβαίνει να υπηρετούν, εξ αποτελέσματος, κάποιες αξίες συνταγματικές.
Εξάλλου, ηθικοπολιτικά ουδέτερες διαδικασίες δεν σημαίνει και ‘ανήθικες’ πολιτικά διαδικασίες. Οι δημοκρατικές διαδικασίες δεν στερούνται πολιτικής ηθικής. Απλώς δεν ενστερνίζονται μια «εξωτερική» σε σχέση με τον εαυτό τους ηθική. Διαθέτουν μια «εσωτερική», δική τους, διαδικαστική ηθική, η οποία χρωματίζει, τελικά, «ηθικο-πολιτικά» τις ίδιες. Και αυτή ταυτίζεται με την αξία της πολιτικής αυτονομίας ή ελευθερίας, με την έννοια του πολιτικού αυτό-προσδιορισμού του Λαού συλλογικά και του κάθε ατόμου ξεχωριστά.
Η πολιτική ηθική της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας αναζητείται άρα στην συνταγματική αξία της δημόσιας αυτονομίας ως λαϊκής κυριαρχίας, η οποία μαζί με την πολιτική ισότητα, άλλωστε, την προσδιορίζουν.
Δημόσια αυτονομία και πολιτική ισότητα συγκροτούν έτσι ένα αδιαχώριστο σύμπλεγμα αρχών, διαδικαστικής υφής, συστατικών της δημοκρατίας. Χωρίς πολιτική ισότητα δεν νοείται συλλογικός αυτοπροσδιορισμός, ούτε βέβαια λαϊκή κυριαρχία χωρίς ελευθερία αλλά και το αντίστροφο.
- Η προστασία της ζωής ως αγαθό συνταγματικής αξίας. Ο κορονοϊός μας έδειξε και μας δίδαξε ταυτόχρονα με τρόπο τρομακτικό και τραγικό, ότι η ζωή δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται μόνον ως ένα εγωιστικό δικαίωμα του ατόμου, που του επιτρέπει να ορίζει τα της ζωής και του βίου του αλλά και ως υψίστης σημασίας αγαθό. Η ανθρώπινη ζωή αποτελεί ένα ανεκτίμητης αξίας προσωπικό, κοινωνικό και πανανθρώπινο αγαθό, που οφείλουμε όλοι μας, ως αυτόνομα, ενσυνείδητα και υπεύθυνα όντα να τη σεβόμαστε και να την προφυλάσσουμε. Η προστασία της και ο σεβασμός της, ως υπέρτατης αξίας, αποτελεί την πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας, όπως ρητά άλλωστε επιτάσσει το Σύνταγμά μας (άρθρο 2 παρ1Σ), μαζί με άλλα Συντάγματα του κόσμου, μετά την τρομακτική εμπειρία του φασιστικού ολοκληρωτισμού[4]
Στην προστασία άρα της ««αξίας του Ανθρώπου» ως προσώπου, ως ελεύθερης, αυτόνομης, ατομικά και συλλογικά αυτό-προσδιοριζόμενης και υπεύθυνης προσωπικότητας, συμπεριλαμβάνεται αυτονοήτως και η ζωή, όπως και η αξιοπρέπεια ως στοιχεία ή ως αναπόσπαστη ιδιότητα του κάθε προσώπου, και όχι απλώς ως στοιχείο οργανικό ή βιολογικό[5].
Δεν πρέπει επομένως να αγνοούμε τη διαπίστωση ότι η ανθρώπινη ζωή είναι για το Δίκαιο και την Ηθική, πρώτα απ΄όλα και πάνω απ΄όλα, ελευθερία προσώπου. Δεν νοείται πλέον στον πολιτισμό μας, μετά την κατάργηση της δουλείας, ανθρώπινη ζωή χωρίς ελευθερία. Όπως δεν νοείται ζωή χωρίς πρόσωπο και πρόσωπο χωρίς ζωή[6]. Η ζωή έξω από την Πόλη, η εκτεθειμένη στη φύση και στα άγρια θηρία, αυτή που αντιμετωπίζεται απλώς ως «αντικείμενο» άσκησης βιο-πολιτικής εξουσίας από την πολιτική εξουσία, δεν συμβιβάζεται με το νομικό μας πολιτισμό και είναι η αντιμετώπισή της αυτή ηθικο-πολιτικά αποκρουστέα.
Το κυοφορούμενο π.χ. είναι ζωή εν εξελίξει και γίνεται πρόσωπο μόλις γεννηθεί. Ο κλινικά νεκρός εξακολουθεί να αντιμετωπίζεται ως πρόσωπο εν ζωή. Η ανθρώπινη ζωή, η ζωή του ανθρώπινου είδους προστατεύεται ως ζωή προσώπων και όχι ως έμβιων, απλώς, όντων.
Θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο σεβασμός της ζωής του Ανθρώπου και κάθε ανθρώπου αποτελεί για το κράτος υποχρέωση νομική. Για τους πολίτες όμως κυρίως ηθική. Οι πολίτες οφείλουν, έχουν καθήκον να σέβονται την ζωή των άλλων, να μη την προσβάλουν, να μην την βλάπτουν. Οφείλουν να την νοιάζονται και να φροντίζουν για την προστασία της συνδράμοντας, στο μέτρο του δυνατού, τους νοσούντες ή όσους κινδυνεύουν να την χάσουν και χρειάζονται την φροντίδα και την επείγουσα βοήθειά μας.
- Το ηθικό καθήκον της κοινωνικής αλληλεγγύης. Μπορεί η φροντίδα για την ζωή και την υγεία των πλησίων μας να μην είναι νομική υποχρέωση, αποτελεί όμως, σίγουρα, ένα ηθικό καθήκον κοινωνικής ανθρώπινης αλληλεγγύης, που εκδηλώνεται χωρίς νομικό καταναγκασμό. Η ενσυναίσθηση της αλληλέγγυας υπευθυνότητας και της εκπλήρωσης ενός καθήκοντος σεβασμού απέναντι στην αξία της ανθρώπινης ζωής φωτίζει ερμηνευτικά τις θετές διατάξεις του Συντάγματος, και νομιμοποιεί την Πολιτείας να αξιώνει με την πειθώ, σε συνθήκες πλήρους διαφάνειας και ελεύθερου διαλόγου, με τεκμηριωμένο επιστημονικά λόγο, από όλους τους πολίτες την εκπλήρωση του «χρέους της εθνικής και κοινωνικής αλληλεγγύης» (άρθρο 25 παρ. 4Σ).
Ειδικά σε ό, τι αφορά το «ηθικό-πολιτικό πρόταγμα της εθνικής και κοινωνικής αλληλεγγύης», θα πρέπει να τονιστεί, εν τάχει, με αφορμή την προστασία της ζωής, ως δικαιώματος και ως συνταγματικής αξίας, ότι με την ακροτελεύτια αυτή διάταξη του δεύτερου μέρους του Συντάγματος, καθιερώνεται ένα αυτοτελές συνταγματικό καθήκον[7]. Από τη συνταγματική αυτή επιταγή δεν απορρέουν μεν άμεσα νομικές συνέπειες, ούτε επιβάλλεται μια συγκεκριμένη νομική υποχρέωση, όπως συμβαίνει με το καθήκον εκπλήρωσης της στρατιωτικής θητείας ή το φορολογικό καθήκον, καθιερώνεται όμως μια γενική συνταγματική αρχή και για μας μια συνταγματική αξία, εκείνη της εθνικής και κοινωνικής αλληλεγγύης, η οποία εμφυσά στην άσκηση της ατομικής και κοινωνικής αυτονομίας ένα κοινωνικό χρέος αλληλέγγυας συμπεριφοράς[8].
Είναι εξ άλλου χαρακτηριστικό ότι κατά το άρθρο 25 παρ. 2Σ η προστασία των θεμελιωδών και απαράγραπτων δικαιωμάτων του Ανθρώπου, ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου, από την Πολιτεία αποβλέπει «στην πραγμάτωση της κοινωνικής προόδου μέσα σε ελευθερία και δικαιοσύνη». Από την ερμηνεία της διάταξης αυτής μπορεί να συναχθεί ότι η άσκηση και προστασία των συνταγματικών δικαιωμάτων συναρτάται τόσο με την αξία της προσωπικής ελευθερίας όσο και με εκείνη της δικαιοσύνης[9].
- Ανακεφαλαιώνοντας και επαναλαμαβάνοντας, θα έλεγα ότι οι συνταγματικές αξίες εκφράζουν με τρόπο ιδεατό, κανονιστικά συμπυκνωμένο και αξιολογικά σημαντικό, έννομες κοινωνικές ή βιοτικές σχέσεις, δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου (προσωπική ζωή, διαβίωση και συμβίωση, εργασία, κοινωνική ασφάλεια, παιδεία, εκπαίδευση, περιβάλλον, οικογένεια κ. ά.), που προστατεύονται ως συλλογικά συνταγματικά αγαθά και αξίζουν συνταγματικής προστασίας.
Ανάγονται συχνά οι ίδιες σε σκοπούς συνταγματικούς (objectifs à valeur constitutionnel) εκπλήρωσης δημόσιων πολιτικών. Το αξιακά σημαντικό κανονιστικό περιεχόμενό τους σηματοδοτείται με τη λογική αναγωγή τους σε επί μέρους συνταγματικές διατάξεις και κυρίως σε θεμελιώδεις συνταγματικές αρχές, όπως είναι η αξία του ανθρώπου ως προσώπου, η αξιοπρέπειά του, η προσωπική ελευθερία και ασφάλεια, η ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητάς του, η ελευθερία του λόγου και της συνείδησης, η απαγόρευση των διακρίσεων, η ίση ελευθερία ή η αξιοπρεπής διαβίωση, η βιοτική αυτοτέλεια, η κοινωνική αλληλεγγύη, η συναίσθηση της υπευθυνότητας απέναντι στους τρίτους και στο κοινωνικό σύνολο[10], η προστασία του περιβάλλοντος και η χρηστή διοίκηση, κ. α.
Στις περιπτώσεις αυτές, όπως επισημαίνει ο Καραβοκύρης, οι συνταγματικοί σκοποί που επιδιώκονται από το νομοθέτη και αφορούν την προστασία κοινωνικών, οικονομικών ή βιοτικών καταστάσεων λειτουργούν, παράλληλα, τόσο ως «τόποι γεγονότων (με τη σημασία των πραγματικών καταστάσεων) όσο και ως τόποι αξιών(fact -value complex)».[11]
Εναπόκειται στον δικαστή, χαρακτηρίζοντας και αξιολογώντας τα πραγματικά και νομικά χαρακτηριστικά της κάθε υπόθεσης και ιδίως τον σκοπό κοινωνικής, οικονομικής, δημοσιονομικής ή εκπαιδευτικής πολιτικής που επιδιώκεται από τον νομοθέτη, να αναγάγει τον νομοθετικό αυτόν σκοπό σε σκοπό δημοσίου συμφέροντος αξιακά σημαντικού[12].
Συχνά ο δικαστής βρίσκεται μπροστά σε αντινομίες θεμελιωδών αρχών ή αξιών, όπως μεταξύ της αρχής του κοινωνικού κράτους και της αρχής του κράτους δικαίου, οπότε είναι ανάγκη να προβεί σε σταθμίσεις[13]. Στην περίπτωση αυτή η αντινομία επιδιώκεται να εξομαλυνθεί με βάση την αρχή της αλληλο-προσαρμογής ή της βέλτιστης πραγμάτωσης ή της πρακτικής εναρμόνισης[14].
Μέσα από την σταθμιστική συλλογιστική διαδικασία επιδιώκεται μια «έλλογη και εύλογη» και κυρίως ηθικά «δικαολογημένη» (légitime), και όχι μόνον αιτιολογημένη (justifiée και όχι απλώς motivée) δικαιική κρίση. Οδηγός της σταθμιστικής τεχνικής είναι, όπως εύστοχα παρατηρεί ο Παπασπύρου η « θεμιτή συνάφεια μέσου προς σκοπό», που αποτελεί προϋπόθεση για την επέμβαση στην άσκηση των συνταγματικών δικαιωμάτων. Μια επέμβαση που ορίζει τους όρους άσκησης της ηθικής αυτονομίας προσώπων, φορέων ίσης ελευθερίας.[15] Σε κάθε περίπτωση μέσω της σταθμιστικής λογικής διαδικασίας επιδιώκονται ερμηνευτικές προτάσεις που να καταλήγουν σε μια δίκαια σταθμισμένη και ισόρροπη ζυγοστάθμιση (fair balance) συμφερόντων, δικαιωμάτων και αξιών, με σκοπούς δημοσίου συμφέροβτας, με βάση πάντα τα πραγματικά και νομικά περιστατικά της κάθε αντιδικίας[16].
Με τον τρόπο αυτόν εγκαθίσταται μια γέφυρα κανονιστικής επικοινωνίας του Δικαίου με την Ηθική, του νομικού συστήματος με τις ηθικο-πολιτικές αξίες που υπηρετεί, χωρίς δομικές ιεραρχήσεις, στεγανούς διαχωρισμούς και λογικές προτεραιότητες. Οι αξίες δεν βρίσκονται, όπως τονίσαμε, ούτε πάνω ούτε πριν ούτε έξω από το Σύνταγμα, αλλά εντός του. Πρόκειται τις περισσότερες φορές για συνταγματικές ελευθερίες, που εκλαμβάνονται στην αντικειμενική ή θεσμική τους πρόσληψη. Αυτές είναι που συγκροτούν αυτό που ο Βενιζέλος ονομάζει «συνταγματική ηθική»[17]. Δεν έχουν υπερβατική ισχύ ούτε υπάγονται στον μεταφυσικό αστερισμό του φυσικού δικαίου. Βρίσκονται αγκιστρωμένες σε θεμελιώδεις αρχές του θετού δικαίου. Πηγάζουν από θετές συνταγματικές διατάξεις, με τις οποίες διαλέγονται και επικοινωνούν διαρκώς. Δεν έχουν πάντως ένα δεδομένο a priori κανονιστικό περιεχόμενο ή νόημα.
Ιδωμένες μέσα από αυτό πρίσμα, οι συνταγματικές διατάξεις θεωρούνται ότι ενσωματώνουν, εξαϋλωμένες, θεμελιώδεις αρχές δικαίου της καθόλου έννομης τάξης, οι οποίες μετουσιωμένες σε συνταγματικές αξίες, εμψυχώνουν, καταυγάζουν ερμηνευτικά, νοηματοδοτώντας με τρόπο συνεκτικό, τις εφαρμοζόμενες, σε μια συγκεκριμένη περίπτωση, συνταγματικές και νομοθετικές διατάξεις.
* * *
Η ανάγνωση του πονήματος του Βασίλη Σκουρή υπήρξε για μένα πολλαπλά ευεργετική όχι μόνον γιατί απόλαυσα τις καίριες και διαυγείς σκέψεις του, διατυπωμένες με γλώσσα γλαφυρή και με θεωρητική αυτοσυγκράτηση, αλλά και διότι με ώθησε να αναστοχαστώ κριτικά θεωρητικές βεβαιότητές μου, εκμεταλλευόμενος την ευκαιρία που μου έδωσε για έναν γόνιμο επιστημονικό διάλογο μαζί του.
Έναν διάλογο ήρεμο, τεκμηριωμένο, με επιστημονικά επιχειρήματα. Μια πρακτική σπάνια στον κλάδς μας, που κατακλύζεται από στερεότυπα και θεωρητικούς μονόλογους.
Με τον Βασίλη είχαμε την τύχη να θητεύσουμε στην ίδια Νομική Σχολή, στη Θεσσαλονίκη, και είναι επόμενο, με τα χρόνια και την πνευματική ωρίμανσή μας, να διαλεγόμαστε και να συμπλέουμε στα ήρεμα νερά των κοινών αναστοχασμών μας.
[1] Βλέπε επ΄αυτού, Αριστόβουλος Μάνεσης, Συνταγματικό Δίκαιο, Ι. Σάκκουλας, 1980.σ. 21-33, τονίζει τις διαφορές των κανόνων δικαίου από τος κανόνες Ηθικής.
[2] Τάκης, Ανδρέας, Η ηθική αδιαφορία του νόμου, Πόλις, 2006.
[3] Βροντάκης, Μιχαήλ, Ο δικαστής ως κριτής σταθμίσεων αξιών και επιλογών του νομοθέτη κατά την πρόκριση των προς θέσπιση ρυθμίσεων, Αρμενόπουλος 10/2011, 1628. Ο δικαστής Βροντάκης, έγκαιρα αντιλήφθηκε τη σημασία που αποκτούσε από τις αρχές τις δεκαετίες του 90’ για την ερμηνεία του δικαίου και τον δικαστικό έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων η τεχνική της στάθμισης των αγαθών και ο γνώμονας της αναλογικότητας και έσπευσε αμέσως να ανανεώσει τις τεχνικές του ελέγχου και να τις ενσωματώσει στη δικανική του πρακτική.
[4] Βλέπε Φ. Παναγοπούλου-Κουτνατζή, Περί της αξίας της ανθρώπινης αξίας, ΕφημΔΔ, 5/2010, σ. 736. Για την συμπερίληψης της «ζωής» στην «αξία του Ανθρώπου», ως συνταγματικό αγαθό υψίστης και ίσης αξίας εν μέσω αυτονομίας, ελευθερίας και αξιοπρέπειας ενός προσώπου, βλ. Αντώνη Μανιτάκη, ‘Η προστασία της ζωής ως συνταγματικής αξίας (και ολίγα τινά περί των συνταγματικών αξιών και των αβέβαιων σχέσεων Δικαίου και Ηθικής)’, ΕφημΔΔ, 3/ 2020, σ. 257, καθώς και για την ηθική απαξίωση του ρατσιστικού λόγου, Λ. Παπαδοπούλου, Μισαλλόδοξος Λόγος και Θρησκεία. Μια συνταγματική αξιολόγηση, Κάλλιπος, 2022.
[5]. Βλ. εκτενέστερα, Αντώνη Μανιτάκη, Η πανδημία ανάμεσα στο Δίκαιο και στην Ηθική, με τη ζωή ως συνταγματική αξία, ΤοΣ 4/2019, σ. 1067: «Οι διατάξεις των συνταγματικών δικαιωμάτων δεν καθιερώνουν μόνον υποκειμενικές αξιώσεις κατά του κράτους ή και των τρίτων αλλά και θεμελιώδεις συνταγματικές αρχές, όπως και άρρητες συνταγματικές αξίες, που στηρίζουν τα δικαιώματα και νοηματοδοτούν τις άψυχες και άφωνες συνταγματικές διατάξεις».
[7] ¨Όπως έδειξε στην πρωτοποριακή διδακτορική του διατριβή, πριν από 25 χρόνια ο Χ. Ανθόπουλος, (Το πρόβλημα της λειτουργικής δέσμευσης των θεμελιωδών δικαιωμάτων ενόψει του άρθρου 25 παρ. 2, 3, 4 του Συντάγματος, Εκδ. Σάκκουλας, ιδίως σ. 270 επ., 278, 283, 300, 310-320. Ο συγγραφέας υποστηρίζει την ηθικοπολιτική σημασία του χρέους της κοινωνικής αλληλεγγύης.. Και ανέπτυξε διεξοδικά στην επίκαιρη συμβολή του στο: Σπυρόπουλος, Ανθόπουλος, Κοντιάδης, Γεραπετρίτης, ‘ ΕρμΣυντ’ (2017), άρθρο 25 Σ. Βλ. σχετικά και Στέργιος Μήτας, Η αλληλεγγύη ως θεμελιώδης αρχή του Δικαίου, Ίδρυμα Σάκη Καράγιωργα, Αθήνα, 2016, σ. 114-153 επ. όπου και γόνιμος διάλογος με τον Ανθόπουλο για το καθήκον της αλληλεγγύης. Ακόμη και ειδικά για τις σχέσεις αλληλουχίας μεταξύ κοινωνικής αλληλεγγύης και δικαιοσύνης καθώς και μεταξύ κοινωνικής ασφάλειας, βιοτικής αυτοτέλειας και του καθήκοντος ή του χρέους της κοινωνικής αλληλεγγύης, ιδίως σ. 126-127 και 148-153.
[8] Χ. Ανθόπουλος, Πανδημία, δικαίωμα στην υγεία και καθήκον αλληλεγγύης, ΕφημΔΔ, 1/2020, σ. 32.
[9] Για τη σχέση ελευθερίας και δικαιοσύνης, Στέργιος Μήτας, Η ισχύς των ευπόρων και το δίκαιο των ενδεών. Μια καντιανή απάντηση στο γιατί η κοινωνική δικαιοσύνη ανήκει στα ουσιώδη, άξια συνταγματικής προστασίας, σε: Η ισχύς και το Δίκαιο, (επιμ. Στέργιος Μήτας, Κώστας Στρατηλάτης), Hippasus, Λευκωσίας, 2019,σ , 167-179.
[10] Νέδα Κανελοπούλου, Το υποκείμενο των δικαιωμάτων, υποκείμενο καθηκόντων; σε: Το Σύνταγμα εν εξελίξει. Τόμος τιμητικός για τον Αντώνη Μανιτάκη, Σάκκουλας, 1919, σ. 343, 354.
[11] Για τη σημασία των συνταγματικών σκοπών, συναρτώμενη με την αντικειμενική πρόσληψη των δικαιωμάτων και την ηθική θεμελίωσή τους κατά την διατύπωση ερμηνευτικών προτάσεων, την πρόσφατη, καινοτόμο, μονογραφία του Γιώργου Καταβοκύρη, Οι συνταγματικοί σκοποί. Το Δημόσιο Δίκαιο σε λειτουργική στροφή, Κέντρο Ευρωπαϊκού Συνταγματικού Δικαίου, 2024, σ. 57 επ., 75 επ., με εύγλωττους τίτλους κεφαλαίων, όπως, «Σκοποί και αξίες στο Σύνταγμα της Μεταπολίτευση», σ. 75, ή «ηθικοπολιτική θεμελιώση των συνταγματικών σκοπών», σ. 169, κ.ά.
[12] Γ. Καραβοκύρη, ό.π., σ. 139 επ.,
[13]. Βροντάκης, Μιχαήλ, ‘Ο δικαστής ως κριτής σταθμίσεων αξιών και επιλογών του νομοθέτη κατά την πρόκριση των προς θέσπιση ρυθμίσεων’, Αρμενόπουλος 10/2011, 1628. Πρόκειται για αντιφώνησή του κατά την τελετή ανακηρύξεώς του σε επίτιμο διδάκτορα Νομικής. Σε αυτήν τόνιζε ότι ο δικαστής «προκρίνοντας μετά από διενεργούμενη στάθμιση των ληπτέων υπ’ όψη αξιών από τη σκοπιά του επιτακτικού στόχου της βέλτιστης εξυπηρετήσεως του δημοσίου συμφέροντος, την κατά προτεραιότητα επιδίωξη της πραγματώσεως των αξιών αυτών, λαμβάνει υπ’ όψη του όλες τις κρίσιμες για τη δεδομένη περίπτωση συνταγματικές αξίες, τις οποίες συνεσταθμίζει. Ενώ την ίδια στιγμή η στάθμισή του αυτή υποβάλλεται σε δικαστικό έλεγχο μόνο ως προς το αν είναι εύλογη, το αν δηλαδή ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της κοινής λογικής, της κοινής αντιλήψεως και της κοινής πείρας, που συνιστούν το μέτρο κρίσεως και τη βάσανο εξετάσεως κατά την άσκηση του δικαστικού ελέγχου της συνταγματικότητας του νόμου».
[14] Φίλιππος Σπυρόπουλος, ‘Το ζήτημα της ερμηνείας του Συντάγματος: Η συμβολή του Αντώνη Μανιτάκη, ό.π., σ. 147 επ., 150.
[15] Νίκος Παπασπύρου, Μέσα και σκοποί στο δίκαιο των συνταγματικών δικαιωμάτων: Η προσβολή της ανθρώπινης ζωής, σε: Το Σύνταγμα εν εξελίξει, ό.π., σ. 392, 405.
[16] Βλέπε, επ’ αυτού, Ioannis Sarmas, The fair Balance, Justice as an Equilibrium Setting Exercise, Sakkoulas Publication, Nomos, 2014, σ. 115-150, με αναφορά κυρίως σε αποφάσεις του Supreme Court των ΗΠΑ και του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, καθώς και σε θεωρίες περί Δικαιωμάτων και Δικαιοσύνης. Αποφάσεις που αποβλέπουν σε δίκαιη ζυγοστάθμιση μεταξύ συγκρουόμενων συμφερόντων σε υποθέσεις των δικαιωμάτων του ανθρώπου. Στα φιλελεύθερα κράτη η Δικαιοσύνη καθημερινά ασχολείται με υποθέσεις συμφιλίωσης συγκρουόμενων δικαιωμάτων. Ενώ στην Ελλάδα με υποθέσεις, κυρίως, λόγω και της δημοσιονομικής κρίσης, με υποθέσεις που ανάγκαζαν τον δικαστή να κρίνει κατά πόσο μια προσβολή σε ένα ατομικό ή κοινωνικό δικαίωμα θα μπορούσε να αντισταθμιστεί και να εξισορροπηθεί με την επίκληση λόγων δημοσίου συμφέροντος.
[17] Ευάγγελος Βενιζέλος, Υπάρχει συνταγματική ηθική; σε: Πολιτική Θεολογία και συνταγματική ηθική, εκδ. Αρμός, 2024.σ. 75.




