Πρόλογος σε: Άρης Ασκητής, Ψηφιακή ελευθερία της έκφρασης: κράτος, κοινωνικά δίκτυα και μηχανές αναζήτησης μεταξύ ιδιωτικοποίησης του ελέγχου και ελέγχου του ιδιώτη, Εκδόσεις Νομική Βιβλιοθήκη (2020)

Παναγιώτης Μαντζούφας, Καθηγητής Νομικής Σχολής του ΑΠΘ

Σε ένα περιβάλλον διαδικτυακής υπερδραστηριότητας τόσο τα κράτη όσο και οι διεθνείς οργανισμοί στην προσπάθειά τους να προστατεύσουν σημαντικά έννομα αγαθά όπως η προσωπικότητα και η δημόσια τάξη στην ευρύτερη της διάσταση (π.χ προστασία της κοινωνικής ειρήνης και προστασία από την διακίνηση παραπλανητικών ή σκοπίμως αναληθών γεγονότων και πληροφοριών) θέτουν σε δοκιμασία την ίδια την ελευθερία της έκφρασης ενθαρρύνοντας πρακτικές έμμεσης λογοκρισίας.

Οι μεγάλες διαδικτυακές εταιρίες, όπως η Google και η Facebook, σπεύδουν συχνά να συμμορφωθούν σε μέτρα  και υποδείξεις κυβερνήσεων περιοριστικά της ελευθερίας της έκφρασης των χρηστών  και προς αποφυγή κυρώσεων, όταν, μέσω των ιστοσελίδων που φιλοξενούν, ασκείται κριτική σε κρατικές ενέργειες. Η στάση αυτή δεν αποτελεί μια απλή συμμόρφωση στις επιταγές του νομοθέτη αλλά οι ίδιες οι εταιρίες την αντιλαμβάνονται ως το τίμημα που πληρώνουν προκειμένου να διατηρήσουνε την θέση τους σε μεγάλες αγορές -χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της συμπεριφοράς τους στην Κίνα-  και την κερδοφόρα διαφημιστική αξιοποίηση των προσωπικών δεδομένων των χρηστών. Επιπλέον, οι ίδιες αυτές εταιρίες συνεργάζονται συχνά με τις κυβερνήσεις, προωθώντας σε αυτές δεδομένα πολιτών -ενδεικτικό είναι το παράδειγμα του προγραμματιστή Σνόουντεν  ο οποίος κατηγορείται ότι αποκάλυψε τον τρόπο με τον οποίο  δεδομένα πολιτών διοχετεύονταν στην υπηρεσία εθνικής ασφάλειας των ΗΠΑ-, με την δικαιολογία ότι με τον τρόπο αυτό εντοπίζονται υποθέσεις τρομοκρατίας, διεθνούς εγκληματικότητας και γενικότερα απειλών της εθνικής ασφάλειας.

Με τις νέες αυτές διαδικτυακές προκλήσεις της ελευθερίας της έκφρασης ασχολείται στην πολύ ενδιαφέρουσα μονογραφία του  ο δικηγόρος και εμπειρογνώμονας σε θέματα προσωπικών δεδομένων Αρ. Ασκητής, διπλωματούχος του μεταπτυχιακού προγράμματος του τομέα Δημοσίου Δικαίου και πολιτικής επιστήμης της Νομικής Σχολής του ΑΠΘ.

Η πρωτοτυπία δεν περιορίζεται μόνο στην επιλογή του θέματος και των επιμέρους ζητημάτων που θίγονται στην μονογραφία αλλά επεκτείνεται και στην προσέγγιση και ειδικότερα στις ενδιαφέρουσες ερμηνευτικές θέσεις που υιοθετούνται, εμπνευσμένες κατά κύριο λόγο από την αμερικάνικη συζήτηση, και τις σχετικές θεωρίες. Η συζήτηση αυτή, όπως αναπτύσσεται από τον συγγραφέα, μας εισάγει σε προβληματισμούς που δεν έχουν απασχολήσει σε βάθος την ελληνική νομική επιστήμη και τους συναφείς κλάδους των επιστημών που ασχολούνται με το διαδίκτυο.

Ο Ασκητής εισφέρει στο κεφάλαιο που αφορά στο περιεχόμενο της συνταγματικής κατοχύρωσης της ελευθερίας του τύπου στο άρθρο 14 παρ. 2 Σ την άποψη ότι η ελευθερία του τύπου δεν περιορίζεται μόνο στην αξίωση αποχής του κράτους από την επέμβαση στην εκδοτική-δημοσιογραφική ελευθερία, αλλά επεκτείνεται και στην προστασία της εκάστοτε διαθέσιμης τεχνολογίας μετάδοσης γεγονότων και γνωμών.  Η αξιοποίηση της καινοτομίας μετάδοσης ειδήσεων και της τεχνολογικής υποδομής είναι καθοριστική για την έμπρακτη υλοποίηση του δικαιώματος. Στην σύγχρονη εποχή, η ψηφιακή ελευθερία της έκφρασης και το μέσο του διαδικτύου που την αξιοποιεί, δεν επηρεάζεται από το δικαίωμα στην κυριότητα των μέσων μετάδοσης, όπως συμβαίνει  με τα κλασικά ΜΜΕ (εφημερίδες τηλεόραση, ραδιόφωνο) και τις δεσμεύσεις που τυχόν απορρέουν από το ιδιοκτησιακό τους καθεστώς.

Στο πεδίο της διαδικτυακής επικοινωνίας και της ελευθερίας του λόγου, το κράτος αδυνατεί, και ως εκ τούτου αποφεύγει, να ασκήσει την εν πολλοίς παρωχημένη -κυρίως διότι είναι απρόσφορη τεχνολογικά- λογοκρισία, αλλά συχνά καλείται, ως εκδήλωση της προστατευτικής του  λειτουργίας, να διαφυλάξει τον πυρήνα της ίδιας αυτής ελευθερίας.

Τα προβλήματα  συνδέονται με το γεγονός ότι επειδή το διαδίκτυο είναι κατεξοχήν αποκεντρωμένο και παγκοσμιοποιημένο είναι αφενός δύσκολος ο έλεγχός του από το κράτος και αφετέρου είναι προβληματικός ο επιμερισμός της κάθε είδους ευθύνης σε περίπτωση παραβιάσεων της νομοθεσίας. Επιπλέον, δυσχεραίνεται η προσπάθεια των διωκτικών αρχών να αντιμετωπίσουν το έγκλημα στο κυβερνοχώρο, διότι εμπλέκονται πολλές διαφορετικές δικαιοδοσίες με δυσκαθόριστα όρια. Επίσης, η ίδια η δομή του διαδικτύου διευκολύνει την μυστικότητα της επικοινωνίας μέσω της κρυπτογραφίας και την ανώνυμης αποστολής μηνυμάτων, χαρακτηριστικό που ενώ διευρύνει την άσκηση δικαιωμάτων παράλληλα ευνοεί και τις παράνομες δραστηριότητες.

Το καινοφανές στοιχείο που εντοπίζει ο Α.Ασκητής στην σύγχρονη πρακτική των εταιριών του διαδικτύου είναι η εκτεταμένη χρήση αλγορίθμων μέσω των οποίων διαμορφώνεται, με αυτοματοποιημένο τρόπο, το καταναλωτικό ή/και το πολιτικό προφίλ των χρηστών προκειμένου να αξιοποιηθεί από την  στοχευμένη διαφήμιση προϊόντων και υπηρεσιών και να επιτευχθεί ο επηρεασμός της πολιτικής τους συμπεριφοράς. Είναι γνωστή και υπό διερεύνηση από τις αμερικάνικες αρχές, η υπόθεση των δεδομένων πολιτών που μετείχαν σε επιστημονικά έρευνα, τα οποία πουλήθηκαν στους υπευθύνους της προεκλογικής εκστρατείας του Τραμπ, καθώς και ο ρόλος των λεγόμενων fake news που φημολογείται ότι διοχετεύτηκαν από το ίδιο επιτελείο εις βάρος της συνυποψήφιάς του Χ.Κλίντον, πρακτικές που, κατά εκτιμήσεις, επηρέασαν καθοριστικά το αποτέλεσμα των τελευταίων προεδρικών εκλογών στην ΗΠΑ.

Με αυτά τα δεδομένα, οι πολίτες έχοντας καλύψει τις περισσότερες από τις επιθυμίες τους  θα έχουν την ψευδαίσθηση της ελευθερίας της επιλογής. Στην πραγματικότητα οι ζωές τους, οι πληροφορίες που θα καταναλώνουν και οι επιλογές που θα κάνουν, ακόμα και στο πεδίο της πολιτικής, θα είναι προκαθορισμένες από αλγόριθμους που θα ελέγχουν εταιρίες, με προϋπολογισμούς μεγαλύτερους από πολλά μικρά και μεσαία κράτη, οι οποίες ουσιαστικά δεν θα λογοδοτούν σε κανέναν, παρά τις προσπάθειες των κρατών, όπως η πρόσφατη κλήση σε «απολογία» των πέντε μεγαλύτερων εταιριών τεχνολογίας του διαδικτύου από επιτροπή του Κογκρέσου των ΗΠΑ.

Ο Α. Ασκητής εντοπίζει και αποτιμά και μια άλλη διαδεδομένη πρακτική των εταιριών του διαδικτύου που έχει επιπτώσεις στην ελευθερία του λόγου, όπως, η αφαίρεση ή η τροποποίηση του λόγου χρηστών, εξαιτίας του περιεχομένου του, ιδίως όταν εκφέρονται μέσω αυτού ανεπιθύμητες πολιτικές θέσεις. Εδώ οι εταιρίες υπερβαίνουν τον ρόλο τους ως διαύλων μετάδοσης γνωμών και θέσεων των χρηστών και παίρνουν το ρόλο του ομιλητή που διεκδικεί  για τον εαυτό του το δικαίωμα της επιλογής και την αντίστοιχη προστασία, αρκεί, σημειώνει ο συγγραφέας, να υπάρχει προβλεψιμότητα και διαφάνεια ως προς τους λόγους για τους οποίους ασκείται  αυτή η ιδιωτική λογοκρισία. Στο πεδίο αυτό, ο συγγραφέας θεωρεί ότι μόνο λόγοι δημοσίου συμφέροντος που συνδέονται με την προστασία αγαθών, όπως η ανηλικότητα, η καταπολέμηση των διακρίσεων και του λόγου μίσους καθώς και για λόγους υγείας και εθνικής ασφάλειας, δικαιολογούν περιορισμούς.

Επιρροή στην ελευθερία του λόγου ασκούν, όπως επισημαίνεται, και οι ίδιες οι μηχανές αναζήτησης, όταν ο χρήστης αναζητά πληροφορίες, οι οποίες μολονότι αντλούνται με την χρήση αυτοματοποιημένων αλγορίθμων, ενσωματώνουν στο αποτέλεσμα της αναζήτησης τις βασικές επιλογές της πλατφόρμας και άρα επιτελούν, όπως αναγνώρισε η αμερικάνικη νομολογία, μια λειτουργία ελευθερίας του λόγου. Προς την αναγνώριση ευθύνης για την μετάδοση και φιλοξενία πληροφοριών κινείται με διστακτικά βήματα και η νομοθεσία της ΕΕ, ιδίως σε θέματα προστασίας της πνευματικής ιδιοκτησίας, και εφόσον υπάρχει γνώση της παραβατικότητας του περιεχομένου των ιστοσελίδων που φιλοξενούνται.

Στις περιπτώσεις αυτές εύλογα προτείνεται  από τον Α.Ασκητή, η θεωρία του συμβούλου, έναντι των θεωριών του εκδότη και του αγωγού. Σύμφωνα με την θεωρία αυτή η μηχανή αναζήτησης -και οι υπεύθυνοι για την λειτουργία της- δεν αποτελεί έναν απρόσωπο αγωγό του λόγου, αλλά δεν μπορεί να έχει και την  πλήρη ευθύνη του εκδότη του, αλλά φέρει ευθύνη και οφείλει να δεχθεί την κρατική παρέμβαση όταν περιορίζει την διαθεσιμότητα του περιεχομένου σε περιπτώσεις π.χ ιστοσελίδων διχαστικού λόγου ή λόγου που διαδίδει απόψεις και μεταδίδει πρακτικές τρομοκρατών.

Στο δεύτερο μέρος της μονογραφίας που είναι αφιερωμένο στα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης(ΜΚΔ) ο συγγραφέας ξεκινά από την διαπίστωση ότι ορισμένα ΜΚΔ, όπως το Facebook και το Twitter, απολαμβάνουν αναγνωρισιμότητας και καθίστανται βασική πηγή δημοσιεύσεων πληροφοριών με εμβέλεια μεγαλύτερη από τα κλασικά έντυπα και εφημερίδες. Ως εκ τούτου, δεν θα πρέπει να αντιμετωπίζονται από την νομική επιστήμη ως απλές πλατφόρμες που παρέχουν δίοδο στην πληροφόρηση αλλά με παραγωγούς περιεχομένου, καθώς συχνά προβαίνουν, έστω και δια της απλής επιλογής, σε επεξεργασία του περιεχομένου όσων ειδήσεων φιλοξενούν. Τι διαφορετικό είναι άραγε ο «καθορισμός πολιτικών» που προβλέπεται από τις ανωτέρω πλατφόρμες, δίκην υποχρεωτικών όρων συναλλαγών, που θα πρέπει να πληροί κάθε ανάρτηση;

Οι εν λόγω διαδικτυακοί πάροχοι καθορίζοντας τις επιτρεπτέες πολιτικές έκφρασης στις πλατφόρμες τους, αποκτούν την ισχύ ενός ενδιάμεσου φορέα με καθοριστική επιρροή στην άσκηση του δικαιώματος πέραν του νομοθέτη και του ίδιου του υποκειμένου του δικαιώματος της έκφρασης οι απόψεις του οποίου φιλοξενούνται σε ένα ΜΚΔ.  Η δυνατότητα αυτή τους δίνει το περιθώριο να επεμβαίνουν προληπτικά στο περιεχόμενο των αναρτήσεων όταν κρίνεται, συχνά μέσω αλγορίθμων, ότι παραβιάζονται όροι χρήσης της πλατφόρμας. Ασκείται με άλλα λόγια μια μορφή προληπτικής, αλλά και κατασταλτικής, λογοκρισίας από ένα ιδιωτικό φορέα, με την ανοχή του κράτους.

Η ολιγοπωλιακή συγκέντρωση των ΜΚΔ σε λίγες εταιρίες οι οποίες δραστηριοποιούνται σε ένα υπερεθνικό περιβάλλον όπου απουσιάζει οποιαδήποτε ενιαία ρυθμιστική πρόβλεψη, θέτει δυσεπίλυτα ζητήματα προστασίας της ελευθερίας του λόγου και ευθύνης που αν δεν αντιμετωπιστούν σε παγκόσμιο επίπεδο με συμφωνίες και κώδικες συμπεριφοράς μεταξύ των  συγκεκριμένων εταιριών και διεθνών οργανισμών και κρατών θα αναπαράγονται συνεχώς θεωρίες συνωμοσίας, κακόβουλα ψεύδη και δολοφονίες χαρακτήρων.

Ο προβληματισμός που αναπτύσσεται από τον Α.Ασκητή πάνω στα ανωτέρω ζητήματα  είναι πολύπλευρος καθώς συγκρίνει τα μέτρα που έλαβαν οι ΗΠΑ με τα αντίστοιχα μέτρα της ΕΕ, προσθέτοντας μάλιστα και την πρωτότυπη διάσταση να γίνεται χρήση των ΜΚΔ από τα ίδια τα κυβερνητικά όργανα, όταν τα τελευταία χρησιμοποιούν τις πλατφόρμες για ανακοινώσεις αλλά και δημοσιοποίηση σκέψεων στελεχών πάνω σε ζητήματα της επικαιρότητας. Στο συγκεκριμένο κεφάλαιο αξιολογούνται περιοριστικά μέτρα που έλαβαν ορισμένες πολιτείες των ΗΠΑ εις βάρος χρηστών των ΜΚΔ που έχουν καταδικαστεί για συγκεκριμένα ποινικά εγκλήματα(ρύθμιση που κρίθηκε αντισυνταγματική απ’ το Supreme Court), όπως και οι διαγραφές που επέβαλε το Twitter στο προσωπικό λογαριασμό του Προέδρου Τραμπ για διάδοση αναληθών γεγονότων.

Αντίστοιχα ζητήματα τίθενται και στην περίπτωση του ελέγχου των Fake news κυρίως ως προς το αν η ευθύνη του ελέγχου πρέπει να ανατίθεται σε ανεξάρτητες αρχές ή σε μηχανισμούς που θα εγκαθιστούν οι ίδιες οι εταιρίες και βέβαια τις επιπτώσεις που θα έχει η μία ή η άλλα επιλογή ως προς το επίπεδο προστασίας της ελευθερίας του λόγου.

Από τα ανωτέρω νομίζω ότι γίνεται σαφές  ότι η συμβολή του Α. Ασκητή στην μελέτη της ψηφιακής ελευθερίας του λόγου είναι σημαντική, όχι μόνο διότι μεταφέρει πληροφορίες και προβληματισμούς από την αμερικάνικη συζήτηση, αλλά προβαίνει και σε καίριες συγκρίσεις και χαρτογραφεί το πεδίο θέτοντας βασικά ορόσημα για να πλοηγηθεί κανείς με ασφάλεια στα νέα αυτά πεδία της νομικής επιστήμης.

 

Το κείμενο δημοσιεύεται και στο τεύχος Νοεμβρίου του περ. Book’s Journal

 

 

 

 

 

 

 

 

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

4 × four =