Η ελευθερία της συνάθροισης και οι δυνατοί περιορισμοί της

Χ. Ανθόπουλος, Καθηγητής Δικαίου και Διοίκησης ΕΑΠ

Ο ειδικός νόμος που προβλέπει το άρθρο 11 παρ. 2 Συντ. για τη ρύθμιση των δημόσιων υπαίθριων συναθροίσεων έρχεται με καθυστέρηση 45 ετών. Όπως συνέβη  και με άλλα συνταγματικά άρθρα (π.χ. άρθρο 25 παρ. 3 Συντ., άρθρο 5 παρ. 4 εδ. β΄ και γ΄ Συντ., άρθρο 15 παρ. 1 Συντ., άρθρο 29 παρ. 3 Συντ. κατά το μέρος που αφορούσε τους δημοσίους υπαλλήλους) τα οποία εξέφραζαν τον διάχυτο φόβο της πλειοψηφίας της Αναθεωρητικής Βουλής του 1975 για τη ροπή των πολιτών προς «κατάχρηση» των δικαιωμάτων τους (βλ. σχετικά, Χ. Ανθόπουλου, Το πρόβλημα της λειτουργικής δέσμευσης των θεμελιωδών δικαιωμάτων, εκδ. Σάκκουλα, Θεσσαλονίκη, 1993) η μη πλήρης εφαρμογή του άρθρου 11 παρ. 2 Συντ. οδήγησε στην πράξη στη μέγιστη δυνατή επέκταση της ελευθερίας της συνάθροισης. Πράγματι, η μεταπολιτευτική ανάπτυξη των θεμελιωδών δικαιωμάτων στην Ελλάδα οφείλεται ως ένα βαθμό και στη μη ενεργοποίηση των συνταγματικών περιορισμών τους. Το γεγονός αυτό υποχρεώνει την Κυβέρνηση σε μια πολύ ισχυρή και όχι εύκολη πολιτική και συνταγματική δικαιολόγηση της επιλογής της να θεσπίσει νόμο περί συναθροίσεων, που εισάγει περιορισμούς στην άσκηση του σχετικού δικαιώματος, οι οποίοι μέχρι σήμερα βρίσκονταν «εν υπνώσει» στο άρθρο 11 παρ. 2 Συντ.. Σε μια περίπτωση μάλιστα, που αφορά τις νομικές συνέπειες της μη αναγγελίας στην Αστυνομία της επικείμενης συνάθροισης, η σχετική ρύθμιση βρίσκεται σαφώς εκτός συνταγματικής νομιμότητας. Θα πρέπει, καταρχάς, να θυμίσουμε ότι το άρθρο 11 παρ. 2 Συντ. παρέχει στον κοινό νομοθέτη ακόμη και τη δυνατότητα γενικευμένης απαγόρευσης για περιορισμένη χρονική περίοδο όλων των συναθροίσεων, δηλαδή ασυνδέτως προς συγκεκριμένη και επικείμενη συνάθροιση, «αν εξαιτίας τους επίκειται σοβαρός κίνδυνος για τη δημόσια ασφάλεια». Είναι θετικό ότι δεν υπάρχει τέτοια πρόβλεψη στο κατατεθέν νομοσχέδιο, ενδεχομένως και λόγω της απόφασης 4635/1977 του ΣτΕ, η οποία όμως ερμήνευσε το άρθρο 11 παρ. 2 Συντ., ειδικότερα τη λέξη «γενικά», με εξόχως φιλελεύθερο πνεύμα κατ’ απόκλιση από την αρχική πρόθεση των συντακτών του. Επιπλέον, το άρθρο 11 παρ. 2 Συντ. προέβλεψε και τη δυνατότητα απαγόρευσης επικείμενων συναθροίσεων σε συγκεκριμένο χώρο «αν απειλείται σοβαρή διατάραξη της κοινωνικοοικονομικής ζωής», δηλαδή των συγκοινωνιών και της ελεύθερης κυκλοφορίας των πολιτών. Η απαγόρευση αυτή τίθεται ουσιαστικά για πρώτη φορά σε εφαρμογή με το κατατεθέν νομοσχέδιο, το οποίο προβλέπει εναλλακτικά ως ηπιότερα μέτρα αντί της πλήρους απαγόρευσης, την πραγματοποίηση των συναθροίσεων αυτών υπό ειδικούς περιορισμούς, π.χ. διεξαγωγή τους σε μέρος του οδοστρώματος, αλλαγή δρομολογίου κλπ.. Εφόσον προβλέπονται και ηπιότερα περιοριστικά μέτρα θα ήταν σκόπιμο να ορισθεί ρητά –έστω και αν εξυπακούεται- ότι η απόφαση για απαγόρευση ή η διαταγή για διάλυση αποτελούν extrema ratio, δηλαδή δικαιολογούνται μόνον όταν τα μέτρα αυτά δεν θα αρκούν.

Η βασική καινοτομία του νομοσχεδίου είναι η εισαγωγή του γνωστού από το συγκριτικό συνταγματικό δίκαιο (βλ. π.χ. το άρθρο 17 του ιταλικού Συντ.) θεσμού της προηγούμενης αναγγελίας της προγραμματιζόμενης συνάθροισης. Ο θεσμός αυτός δεν προβλέπεται ρητά στο άρθρο 11 παρ. 2 Συντ., πλην, από τη στιγμή που επιτρέπεται το μέγιστο, δηλαδή η δυνατότητα απαγόρευσης, δεν υπάρχει συνταγματικό εμπόδιο για την καθιέρωσή του.

Η άποψη ότι το άρθρο 11 παρ. 2 Συντ. δεν επιτρέπει την προηγούμενη γνωστοποίηση, συγχέει τη γνωστοποίηση με αίτηση άδειας, η οποία πράγματι είναι ασυμβίβαστη με το άρθρο 11 Συντ.. Είναι άλλωστε χαρακτηριστικό ότι σύμφωνα με το νομοσχέδιο δεν απαιτείται προηγούμενη γνωστοποίηση στην περίπτωση των αυθόρμητων δημόσιων υπαίθριων συναθροίσεων, κάτι άλλωστε που εκ των πραγμάτων είναι αδύνατο να συμβεί

Άλλωστε, η γνωστοποίηση της συνάθροισης στην αστυνομική αρχή δεν εξυπηρετεί μόνον την άσκηση των αρμοδιοτήτων της κατά το άρθρο 11 παρ. 2 Συντ. αλλά και την προστασία της επικείμενης συνάθροισης, π.χ. έναντι «αντιφρονούντων» που θέλουν να την παρεμποδίσουν ή να τη διαταράξουν. Η άποψη ότι το άρθρο 11 παρ. 2 Συντ. δεν επιτρέπει την προηγούμενη γνωστοποίηση, συγχέει τη γνωστοποίηση με αίτηση άδειας, η οποία πράγματι είναι ασυμβίβαστη με το άρθρο 11 Συντ.. Είναι άλλωστε χαρακτηριστικό ότι σύμφωνα με το νομοσχέδιο δεν απαιτείται προηγούμενη γνωστοποίηση στην περίπτωση των αυθόρμητων δημόσιων υπαίθριων συναθροίσεων, κάτι άλλωστε που εκ των πραγμάτων είναι αδύνατο να συμβεί (π.χ. στην ολοένα και πιο συχνή περίπτωση των flash mobs). Από την άλλη πλευρά όμως ο συντάκτης του νομοσχεδίου φαίνεται να μην έχει κατανοήσει πλήρως τη διαφορά ανάμεσα σε γνωστοποίηση και έγκριση της συνάθροισης, αφού επιτρέπει τη διάλυση συνάθροισης απλώς για τον λόγο ότι δεν έχει γνωστοποιηθεί, δηλαδή ανεξάρτητα από το αν η συγκεκριμένη συνάθροιση μπορεί να προκαλέσει σοβαρή διασάλευση της δημόσιας ασφάλειας ή σοβαρή διατάραξη της κοινωνικοοικονομικής ζωής. Μια τέτοια ρύθμιση υποβαθμίζει την ελευθερία της συνάθροισης σε παραχώρηση της Διοίκησης. Τέλος, θα πρέπει να σημειωθεί ότι η επιλογή του νομοσχεδίου να καταστήσει ποινικό αδίκημα την απλή συμμετοχή σε απαγορευμένη συνάθροιση, δύσκολα συμβιβάζεται με την αρχή της αναλογικότητας και της αναγκαιότητας της ποινικής παρέμβασης. Μάλιστα στην περίπτωση κατά την οποία η απαγόρευση οφείλεται απλώς στην παράλειψη γνωστοποίησης, η συμμετοχή των πολιτών σε μια τέτοια συνάθροιση, αν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 11 παρ. 2 Συντ. για τη διάλυσή της, θα πρέπει να θεωρείται ως ουδέτερη από ποινική άποψη (ενώ κατά το νομοσχέδιο επισύρει ποινή φυλάκισης μέχρις ενός έτους).

 

Σε μια πρώτη μορφή (και με άλλο τίτλο) το άρθρο δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα “ΠΡΩΤΟ ΘΕΜΑ” στις 5.7.2020.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

five × 4 =